CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
20. The Non-Path of True Enlightenment
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
8. The Path Beyond Perception: A Mystical Journey to Full Awakening

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
8. Το Μονοπάτι πέρα από την αντίληψη: Ένα μυστικιστικό ταξίδι στην πλήρη αφύπνιση

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 21 March, 2026

Sunday, January 28, 2024

Human Awareness


 Human Awareness

(In the Sacred Circle of Reality)

The Space of Awareness (and of Human Awareness as well) is the Only Real Space, of Existence, of Experience, of Life: Any cognitive event Presupposes Awareness (the Observer) or the Space of Supervision and the observed (which are but changes in relations of the elements of the observed space).

Awareness is Considered as an Integrated System of Existence Experience in which the Subject and the object are placed from the beginning. But how does the Subject perceive, what does it perceive and is what he perceives true? What is apprehended is Reality?

Reality is That (Space, Situations, beings, relations, changes of the observed... all conceptions of Perception) that Exists by Itself, that is not made. But such a definition of Reality is ambiguous. If Literally Applied it can indeed Lead to Reality, Objective Reality, Transcendent Reality, Objectivity Beyond the Subject, but if casually applied, superficially it leads to a completely wrong perception of objectivity and reality. The Sages follow the First Path. Most people slip into false reality and dream.

Let us explain it in simple terms: Since the Only Real Space of Existence and Experience and Knowledge is Awareness (i.e. the Subject), we can be Driven to Objective Reality (as we defined it above as the unconstructed) only within the Subject, Transcending the "Subject", the subjective processes, perceptions and experiences. It is precisely this Transcendence, the Egress from the Subject, that was indicated by the Sages and the Mystical Tradition as the Only Way that Leads to Truth, to Objective Reality.

But most people follow a completely opposite path. While, as we said, the Only Real Space of Existence, Experience, Knowledge, is Awareness as a Subject-Object System (the world of duality), the Subject is fixated, fortified in its "self" and places the objective in front of it: what it apprehends is the directly objective, which by observation and verification and intersubjective agreement between people, is regarded as "objective". In one sense it is objective, but it is not Objective Reality.

What is the difference between the two approaches to the Objective? In the First Case We Step Completely Out of the System of Awareness, out of the System of Duality, into a Higher, Wider and All-Embracing State of Awareness: We Experience an Open System of Perception, Beyond Duality, We Experience the Oneness of Existence, We Experience Reality . In the Second Case, however, we remain within the System of Duality, excluded from the subject and placing the objective world in front of us as something foreign: We experience not a complete experience of existence, but division, alienation from the environment and we wonder about the reason for our existence, the our place in the world, our relationship with the world and others (all these tormenting questions that have tyrannized people for thousands of years). The First Path requires a Clear Perception of what is happening, requires a Spiritual Development, a Transcendence of the present subjective state, a Liberation of Awareness from subjective elements, an Expansion of Awareness beyond limits, into the Limitless. It is the narrow and tortuous Way of Jesus that Leads to True Life. The Second Way is the easy way of people who do not desire any spiritual development but a simple (often not dignified) survival and living in a thousand fragmented world, in an animalistic society whose culture tolerates injustice, poverty, unhappiness …

Reality is the Undifferentiated Continuous Presence which is Renewed every moment and is always Complete... it is not simply the absence of perception, the "spiritual void". Tranquility is Full Action and Enlightened Action is Undaunted Tranquility.

Awareness Spontaneous, Unobstructed, Unadulterated, is Reality: Perception and Content of Perception Identical. This is why everything is grasped, made known, without effort. We experience Existence as Oneness, and all is Contained in that Experience.

Reality is That which is apprehended (by Awareness, Beyond the Subject as the Truly Objective) directly without cognitive actions or processes, spontaneously without intervention: Reality is That which Exists before and after human thought, beyond human thought: A Complete Acceptance Of All Existence as One Unity: A Revelation that owes nothing to our own efforts: the Unconstructed Reality.

Any attempt to clarify, analyze, or interpret the content of perception is an arbitrary construction, a projection of limiting activities into Reality that leads us into the dead-end cycle of duality, into a virtual reality, into a mass frenzy.

When this is done instinctively, as we abandon ourselves to the Current of Life, which tosses us to the shores of the immediately objective, we are led to various conceptions of Reality. This is in essence the mechanism of the migration of beings within creation, to the various worlds. When this is done with specific identified processes we talk about Fields of Manifestation of Existence. And when it is done with specific strict rules (which we recognize as laws of nature) then we have before us the differentiation of the (measurable) objective worlds, the world of the spirit, the mind, the soul, the material world...

Regardless of which Field or World Awareness Manifests Awareness Itself Is Space That Transcends All while simultaneously encompassing all as a very small part of its reality... as It Expands into Infinite Depths Far from it all.

Awareness even when Manifested with a material vehicle (body) in Reality Predates the body, is Independent of the Body and Free to Rise above the world of duality and Fly Into the Unexplored Depths of True Being. It is up to us to pursue it, to realize it, to EXPERIENCE it.

We ourselves, as Awareness, Rise Beyond Limits, or set limits, Manifest spiritually beyond psychosomatic limitations (on a metaphysical journey through the unseen worlds to Godhead), or confine ourselves within psychosomatic functions, to our miserable animality, to a world that turns in a daze around its delusions.

We Are in Charge of Our Existence: Truly Sovereigns, or Slaves of Our Destiny… Depending on How We Build It…

Η Ανθρώπινη Επίγνωση

(Στον Ιερό Περίβολο της Πραγματικότητας)

Ο Χώρος της Επίγνωσης (και της Ανθρώπινης Επίγνωσης επίσης) είναι ο Μόνος Πραγματικός Χώρος, της Ύπαρξης, της Εμπειρίας, της Ζωής: Οποιοδήποτε γνωστικό γεγονός Προϋποθέτει την Επίγνωση (τον Παρατηρητή) ή τον Χώρο Εποπτείας και το παρατηρούμενο (που δεν είναι παρά μεταβολές στις σχέσεις των στοιχείων του παρατηρούμενου χώρου).

Η Επίγνωση Θεωρείται σαν  ένα Ολοκληρωμένο Σύστημα Εμπειρίας της Ύπαρξης στο Οποίο Τίθενται εξαρχής το Υποκείμενο και το αντικείμενο. Πως όμως αντιλαμβάνεται το Υποκείμενο, τι αντιλαμβάνεται κι είναι αληθινό ό,τι αντιλαμβάνεται; Αυτό που συλλαμβάνεται είναι η Πραγματικότητα;

Πραγματικότητα είναι Αυτό (ο Χώρος, οι Καταστάσεις, τα όντα, οι σχέσεις, οι μεταβολές του παρατηρούμενου… όλα συλλήψεις της Αντίληψης) που Υπάρχει από Μόνο του, που δεν είναι κατασκευασμένο. Ένας τέτοιος ορισμός της Πραγματικότητας όμως είναι διφορούμενος. Αν Εφαρμοσθεί Κυριολεκτικά μπορεί να Οδηγήσει όντως στην Πραγματικότητα, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα, στην Υπερβατική Πραγματικότητα, στην Αντικειμενικότητα Πέραν του Υποκειμένου, αλλά αν εφαρμοσθεί επιπόλαια, επιφανειακά οδηγεί σε μια τελείως εσφαλμένη αντίληψη της αντικειμενικότητας και της πραγματικότητας. Οι Σοφοί ακολουθούν τον Πρώτο Δρόμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι διολισθαίνουν στην πλαστή πραγματικότητα και στο όνειρο.

Ας το εξηγήσουμε με απλά λόγια: Εφόσον ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης κι Εμπειρίας και Γνώσης είναι η Επίγνωση (δηλαδή το Υποκείμενο), μπορούμε να Οδηγηθούμε στην Αντικειμενική Πραγματικότητα (όπως την ορίσαμε πιο πάνω σαν το μη κατασκευασμένο) μόνον Μέσα στο Υποκείμενο, Υπερβαίνοντας το «Υποκείμενο», τις υποκειμενικές διαδικασίες, αντιλήψεις και βιώματα. Είναι αυτή ακριβώς η Υπέρβαση, η Έξοδος από το Υποκείμενο, που υποδείχθηκε από τους Σοφούς και την Μυστική Παράδοση σαν η Μόνη Οδός που Οδηγεί στην Αλήθεια, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως ακολουθούν εντελώς αντίθετο δρόμο. Ενώ, όπως είπαμε ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης, Εμπειρίας, Γνώσης, είναι η Επίγνωση σαν Σύστημα Υποκειμένου- αντικειμένου  (ο κόσμος της δυαδικότητας), το Υποκείμενο καθηλώνεται, οχυρώνεται στον «εαυτό» του και τοποθετεί απέναντί του το αντικειμενικό: αυτό που συλλαμβάνει είναι το άμεσα αντικειμενικό, το οποίο με την παρατήρηση και την επαλήθευση και την διυποκειμενική σύμβαση μεταξύ των ανθρώπων, θεωρείται σαν «αντικειμενικό». Από μια άποψη είναι αντικειμενικό, αλλά δεν είναι η Αντικειμενική Πραγματικότητα.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων προσέγγισης του Αντικειμενικού; Στην Πρώτη Περίπτωση Βγαίνουμε τελείως έξω από το Σύστημα της Επίγνωσης, το Δυαδικό σύστημα, σε μια Κατάσταση Επίγνωσης Ανώτερη, Ευρύτερη και Πλήρη που Αγκαλιάζει τα πάντα: Βιώνουμε ένα Ανοιχτό Σύστημα Αντίληψης, πέρα από την δυαδικότητα, Βιώνουμε την Ενότητα της Ύπαρξης, Βιώνουμε την Πραγματικότητα. Στην Δεύτερη Περίπτωση όμως παραμένουμε μέσα στο Δυαδικό Σύστημα, αποκλεισμένοι στο υποκείμενο και τοποθετώντας τον αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας σαν κάτι ξένο: Βιώνουμε όχι μια ολοκληρωμένη εμπειρία της ύπαρξης, αλλά τον διχασμό, την αποξένωση από το περιβάλλον κι αναρωτιόμαστε για τον λόγο ύπαρξής μας, την θέση μας στον κόσμο, τη σχέση μας με τον κόσμο και τους άλλους (όλα αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα που τυραννούν τους ανθρώπους χιλιάδες χρόνια). Ο Πρώτος Δρόμος απαιτεί μια Σαφή Αντίληψη του τι συμβαίνει, απαιτεί μια Πνευματική Ανάπτυξη, μια Υπέρβαση της παρούσας υποκειμενικής κατάστασης, μια Απελευθέρωση της Επίγνωσης από τα υποκειμενικά στοιχεία, μια Διεύρυνση της Επίγνωσης πέρα από τα όρια, στο Χωρίς Όρια. Είναι η στενή και τεθλιμμένη Οδός του Ιησού που Οδηγεί στην Αληθινή Ζωή. Ο Δεύτερος Δρόμος είναι ο εύκολος δρόμος των ανθρώπων που δεν επιθυμούν καμιά πνευματική ανάπτυξη αλλά μια απλή (πολλές φορές μη αξιοπρεπή) επιβίωση και διαβίωση μέσα σε ένα χιλιοκομματιασμένο κόσμο, σε μια ζωώδη κοινωνία που ο πολιτισμός της ανέχεται την αδικία, την φτώχεια, τη δυστυχία…

Πραγματικότητα είναι  η Χωρίς Διαφοροποιήσεις Συνεχής Παρουσία που Ανανεώνεται κάθε στιγμή κι είναι πάντα Πλήρης… δεν είναι απλά η απουσία αντίληψης, το «πνευματικό κενό». Η Ηρεμία είναι η Πλήρης Δράση κι η Φωτισμένη Δράση είναι η Απαρασάλευτη Ηρεμία.

Η Επίγνωση Αυθόρμητη, Ανεμπόδιστη, Ανόθευτη, είναι η Πραγματικότητα: Αντίληψη και Περιεχόμενο της Αντίληψης Ταυτίζονται. Αυτός είναι ο λόγος που όλα συλλαμβάνονται, γίνονται γνωστά, χωρίς προσπάθεια. Βιώνουμε την Ύπαρξη σαν Ενότητα, κι όλα Περιέχονται σε αυτή την Εμπειρία.

Πραγματικότητα είναι Αυτό που συλλαμβάνεται (από την Επίγνωση, Πέραν του Υποκειμένου σαν το Αληθινά Αντικειμενικό) άμεσα χωρίς γνωστικές ενέργειες ή διαδικασίες, αυθόρμητα χωρίς παρεμβάσεις: Πραγματικότητα είναι Αυτό που Υπάρχει πριν και μετά την ανθρώπινη σκέψη, πέρα από την ανθρώπινη σκέψη: Μια Πλήρης Αποδοχή Όλου  του Χώρου Ύπαρξης  σαν Μιας Ενότητας: Μια Αποκάλυψη που δεν οφείλει τίποτα σε δικές μας προσπάθειες: η Μη Κατασκευασμένη Πραγματικότητα.

Οποιαδήποτε προσπάθεια να διευκρινισθεί, να αναλυθεί, ή να ερμηνευθεί το περιεχόμενο της αντίληψης αποτελεί μια αυθαίρετη κατασκευή, μια προβολή των περιοριστικών δραστηριοτήτων στην Πραγματικότητα που μας οδηγεί μέσα στον αδιέξοδο κύκλο της δυαδικότητας, σε μια εικονική πραγματικότητα, σε μια μαζική φρεναπάτη.

Όταν αυτό γίνεται ενστικτωδώς, καθώς αφηνόμαστε στο Ρεύμα της Ζωής, που μας πετάει στις ακτές του άμεσα αντικειμενικού, οδηγούμαστε σε διάφορες αντιλήψεις της Πραγματικότητας. Αυτός είναι στην ουσία του ο μηχανισμός της μετανάστευσης των όντων μέσα στην δημιουργία, στους διάφορους κόσμους. Όταν αυτό γίνεται με συγκεκριμένες προσδιορισμένες διαδικασίες μιλάμε για Πεδία Εκδήλωσης της Ύπαρξης. Κι όταν γίνεται με συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες (που αναγνωρίζουμε σαν νόμους της φύσης) τότε έχουμε μπροστά μας την διαφοροποίηση των (μετρήσιμων) αντικειμενικών κόσμων, του κόσμου του πνεύματος, του νου, της ψυχής, του υλικού κόσμου…

Ανεξάρτητα από το σε ποιο Πεδίο ή Κόσμο Εκδηλώνεται η Επίγνωση η Ίδια η Επίγνωση Είναι Χώρος που Υπερβαίνει τα Πάντα ενώ ταυτόχρονα τα περιλαμβάνει όλα σαν ένα πολύ μικρό μέρος της πραγματικότητάς της… καθώς Επεκτείνεται σε Απέραντα Βάθη Μακριά από όλα.

Η Επίγνωση ακόμα κι όταν Εκδηλώνεται με ένα υλικό φορέα (σώμα) στην Πραγματικότητα Προηγείται του σώματος, είναι Ανεξάρτητη από το Σώμα και Ελεύθερη να Ανυψωθεί πάνω από τον κόσμο της δυαδικότητας και να Πετάξει Προς τα Ανεξερεύνητα Βάθη του Αληθινού Όντος. Εξαρτάται από εμάς να το επιδιώξουμε, να το πραγματοποιήσουμε, να το Βιώσουμε.

Εμείς οι ίδιοι, σαν Επίγνωση, Ανυψωνόμαστε Πέρα από τα Όρια, η θέτουμε όρια, Εκδηλωνόμαστε πνευματικά πέρα από τους ψυχοσωματικούς περιορισμούς (σε μια μεταφυσική πορεία στους αόρατους κόσμους μέχρι την Θεότητα), ή περιοριζόμαστε μέσα στις ψυχοσωματικές λειτουργίες, στην μίζερη ζωούλα μας, σε ένα κόσμο που παραζαλισμένος γυρίζει γύρω από τις αυταπάτες του.

Είμαστε Υπεύθυνοι της Ύπαρξής μας: Αληθινά Κυρίαρχοι, ή δούλοι της μοίρας μας… ανάλογα με το πώς την οικοδομούμε…


 

 

Saturday, January 27, 2024

True Awareness


True Awareness

(In the Sanctuary of the HOLY SPACE)

Awareness (in its Real Experiential Approach - regardless of how man perceives it) is Self-Emerging Perception of Existence, which at its Base, in its Full Function and in its True State, is Perception of Presence Without Attributes, Without Limits, Without Content - An Undifferentiated Perception of Continuity, Eternity, Completeness and Completion.

When Awareness is Associated with Content then it acquires an Unlimited Depth, as a Space of Perception, a Perception Plinth on which the particular can be considered, (founded, observed and analyzed). The Awareness of the Space of Existence, of the Unity of the Undifferentiated, not only Precedes but also Presupposes every awareness of the particular. The awareness of the particular is but a very partial awareness-perception, a conditioned state of perception and never (never) the full integrated awareness. Awareness is the White Background that either Exists By Itself, in its Pure State, or is used as a Background, a Base on which any shape is formed, which is either a complete "meaning", or an element of some meaning (of existence, activity, state , etc.)… This White Background is Full of Potential and Life and not “empty” “non-existent” “space”… Finally, it's a matter of simple common sense: to write something you need paper, or some other material as a base.

Usually people (from philosophers, scientists, to ordinary people) understand "Awareness" and define it as "awareness of something" (precisely because they do not "experience" some other state of awareness). They overlook both their Substantial Presence which Constitutes Awareness, as well as the Contextual Space of Perception and identify and define as awareness only the immediate present coincidental perception of the specific (i.e. they do not perceive the complete phenomenon but only the "content"). This is a very superficial approach to a Phenomenon, which has its Causes, its Roots, its Essential Function, very deep (metaphysically), very far (among the variety of states of awareness possible), and much higher than the simple "gaze" of naive man, and certainly (we laugh at it even if it is formulated by so-called scientists and) we cannot take such a perception seriously... Some still consider awareness as an epiphenomenon of material brain function and cannot accept that it can to have "Awareness" without matter, without brain, without living life. They defiantly overlook the fact that “Awareness” is presupposed in order to come up with all these nice stupid theories - since always the observer is presupposed in every activity, action, knowledge - and then make the scientific stupid mistake of limiting and defining as Life ( which in its real Essence is Motion, Energy, Activity) the material phenomenon of life (and indeed of the earth, while it is mathematically certain that there are millions of planets in the Galaxies with living life, often structured on a different material basis...)... And finally, the fact that these people do not experience a Higher State of Awareness, does not mean that such a state does not already exist: Then the blind man has every right to prove that there is no light, reaction of sense perception, sight. That sounds very scientific!

In reality Awareness Precedes Existence (since existence appears only as perceptual apprehension, qualities, phenomena) whatever the "square" logic of men may say. And in fact, it is Awareness that creates all the phenomena of existence, life, even material phenomena. All are "awareness events", "mental" phenomena, which within the (measurable) "mental" function appear as phenomena of a gross "material" substance... This is what all the Great Masters, Orpheus, Lao Tzu, Buddha... have taught us. And so we found, experientially, that it happens... And if some consider the "secret experience" as subjective insanity and imagination with the same right we in turn consider them fools for not "seeing" what is in front of their eyes. Courtesy is mutual!

Awareness Manifests in various forms (Levels of Awareness, which create the Fields of Activity), as "Being", as "Cognition", as "Energy", as "Phenomenon", which were "studied" by the Hellenic Sages (Orpheus, Pythagoras, Parmenides , Heraclitus, Plato... Plotinus), "clarified" by Lao Tzu in his "Path" and exhausted by Buddhist metaphysics (Siddhartha, Nagarjuna, Asanga and Vasubandhu, Bodhidharma... When Awareness is connected to a material carrier all are created, manifested and function those activities that appear as "psychological function" (which Plato defined as "material soul" and considered it as a temporary phenomenon that owed its existence precisely to the "connection” of Awareness-Soul with the body), as psychosomatic activity... The Awareness can work in this case through the psychosomatic functions and through the senses and be active in the world… but it can Exist (when Released) and without the body… This is the Way of the Wise. Many followed it. Everyone can find out for himself, with his own personal experience...

So, How Can One (Starting from Present Awareness) Advance to the Infinite Depth of Awareness, beyond awareness of the concrete, to the Essence of Awareness, to the very Source of Awareness, which is True Existence, True Life, the Without Limit State, God Himself ( Meister Eckhart's Gottheit )?

This State of Awareness which is not a state but the Transcendence of all states of awareness, in the Boundless Space of Perception, is the Abode of the HOLY, the HOLY, where All things melt into an Infinite Calm Sea of Attribute-less Presence.

Η Αληθινή Επίγνωση

(Στο Άδυτο του ΙΕΡΟΥ ΧΩΡΟΥ)

Επίγνωση (στην Πραγματική Βιωματική Προσέγγισή της – άσχετα πως το αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος) Είναι Αυτοαναβλύζουσα Αντίληψη της Ύπαρξης, που στην Βάση της, στην Πλήρη Λειτουργία της και στην Αληθινή Κατάστασή της, Είναι Αντίληψη Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες, Χωρίς Όρια, Χωρίς Περιεχόμενο – Μια Αδιαφοροποίητη Αντίληψη Συνέχειας, Αιωνιότητας, Πληρότητας κι Ολοκλήρωσης.

Όταν η Επίγνωση Συσχετίζεται με Περιεχόμενο τότε αποκτά ένα Απεριόριστο Βάθος, σαν Χώρος Αντίληψης, Βάθρο Αντίληψης πάνω στο Οποίο μπορεί να θεωρηθεί, (να θεμελιωθεί, να παρατηρηθεί και να αναλυθεί) το ιδιαίτερο. Η Επίγνωση του Χώρου Ύπαρξης, της Ενότητας του Αδιαφοροποίητου, όχι μόνο Προηγείται αλλά και Προϋποτίθεται σε κάθε επίγνωση του ιδιαίτερου. Η επίγνωση του ιδιαίτερου δεν είναι παρά μια πολύ μερική επίγνωση-αντίληψη, μια εξαρτημένη κατάσταση αντίληψης και ποτέ (ποτέ) η πλήρης ολοκληρωμένη επίγνωση. Η Επίγνωση Είναι το Λευκό Φόντο που είτε Υπάρχει Από Μόνο του, στην Καθαρή Κατάστασή του, είτε χρησιμοποιείται σαν Φόντο, Βάση πάνω στην Οποία σχηματίζεται οποιοδήποτε σχήμα, που αποτελεί είτε ένα ολοκληρωμένο «νόημα», είτε στοιχείο κάποιου νοήματος (ύπαρξης, δραστηριότητας, κατάστασης, κλπ.)… Αυτό το Λευκό Φόντο είναι Πλήρες Δυνάμεως Δυνατότητας και Ζωής κι όχι «κενός» «ανύπαρκτος» «χώρος»… Επιτέλους, είναι θέμα απλής κοινής λογικής: για να γράψεις κάτι χρειάζεσαι χαρτί, ή κάποιο άλλο υλικό σαν βάση.

Συνήθως οι άνθρωποι (από τους φιλοσόφους, επιστήμονες, μέχρι τους απλούς ανθρώπους) αντιλαμβάνονται την «Επίγνωση» και την ορίζουν σαν «επίγνωση του κάτι» (επειδή ακριβώς δεν έχουν «εμπειρία» κάποιας άλλης κατάστασης επίγνωσης). Παραβλέπουν, τόσο την  Ουσιαστική Παρουσία (τους) που Συνιστά την Επίγνωση, όσο και το Πλαίσιο Χώρο Αντίληψης και προσδιορίζουν και ορίζουν σαν επίγνωση μόνο την άμεση παρούσα συμβαίνουσα αντίληψη του συγκεκριμένου (δηλαδή δεν έχουν αντίληψη του πλήρους φαινομένου αλλά μόνον του «περιεχομένου»). Αυτή είναι μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση ενός Φαινομένου, που έχει τις Αιτίες του, τις Ρίζες του, την Ουσιαστική Λειτουργία του, πολύ βαθιά (μεταφυσικά), πολύ μακριά (μέσα στην ποικιλία των καταστάσεων επίγνωσης που είναι δυνατές), και πολύ ψηλότερα από το απλό «κοίταγμα» του αφελούς ανθρώπου, και ασφαλώς (γελάμε με αυτό ακόμα κι αν διατυπώνεται από δήθεν επιστήμονες και) δεν μπορούμε να πάρουμε μια τέτοια αντίληψη στα σοβαρά… Κάποιοι θεωρούν ακόμα την επίγνωση σαν επιφαινόμενο της υλικής εγκεφαλικής λειτουργίας και δεν μπορούν να αποδεχτούν ότι μπορεί να υπάρξει «Επίγνωση» χωρίς ύλη, χωρίς εγκέφαλο, χωρίς έμβια ζωή. Παραβλέπουν προκλητικά το γεγονός ότι προϋποτίθεται η «Επίγνωση» για να μπορέσουν να συλλάβουν όλες αυτές τις ωραίες ηλίθιες θεωρίες - αφού πάντα ο παρατηρητής προϋποτίθεται σε κάθε δραστηριότητα, ενέργημα, γνώσης – και μετά κάνουν το επιστημονικό ηλίθιο λάθος να περιορίζουν και να προσδιορίζουν σαν Ζωή (που στην πραγματική της Ουσία είναι Κίνηση, Ενέργεια, Δραστηριότητα) το υλικό φαινόμενο της ζωής (και μάλιστα της γήινης, ενώ είναι μαθηματικά βέβαιο ότι υπάρχουν εκατομμύρια πλανήτες στους Γαλαξίες με έμβια ζωή, πολλές φορές δομημένη σε διαφορετική υλική βάση…)… Και τέλος το ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν εμπειρία μιας Ανώτερης Κατάστασης Επίγνωσης, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κιόλας μια τέτοια κατάσταση: Τότε κι ο τυφλός έχει κάθε δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν υπάρχει φως, αντίδραση της αντίληψης των αισθήσεων, όραση. Πολύ επιστημονικό ακούγεται αυτό!

Στην πραγματικότητα η Επίγνωση Προηγείται της Ύπαρξης (αφού η ύπαρξη δεν εμφανίζεται παρά σαν αντιληπτική σύλληψη, ιδιότητες, φαινόμενα) ό,τι κι αν λέει η «τετράγωνη» λογική των ανθρώπων. Και μάλιστα, είναι η Επίγνωση που δημιουργεί όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης, τη ζωή, ακόμα και τα υλικά φαινόμενα. Όλα είναι «συμβάντα επίγνωσης», «νοητικά» φαινόμενα, που μέσα στην (μετρήσιμη) «νοητική» λειτουργία εμφανίζονται σαν φαινόμενα μιας χονδροειδούς «υλικής» ουσίας… Έτσι μας δίδαξαν όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι, ο Ορφέας, ο Λάο Τσε, ο Βούδας… κι έτσι διαπιστώσαμε, βιωματικά, ότι συμβαίνει… Κι αν κάποιοι θεωρούν το «μυστικό βίωμα» σαν υποκειμενική παραφροσύνη και φαντασία με το ίδιο δικαίωμα τους θεωρούμε με τη σειρά μας ανόητους που δεν «βλέπουν» αυτό που είναι μπροστά στα μάτια τους. Η Ευγένεια είναι αμοιβαία!

Η Επίγνωση Εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές (Βαθμίδες Επίγνωσης, που δημιουργούν τα Πεδία Δραστηριότητας), σαν «Είναι», σαν «Νοείν», σαν «Ενέργεια», σαν «Φαινόμενο», που «μελέτησαν» οι Έλληνες Σοφοί (Ορφέας, Πυθαγόρας, Παρμενίδης, Ηράκλειτος, Πλάτωνας… Πλωτίνος), που «διευκρίνισε» ο Λάο Τσε στην «Οδό» του κι εξάντλησε η βουδιστική μεταφυσική (Σιντάρτα, Ναγκαρζούνα, Ασάνγκα και Βασουμπάντχου, Μποντιντάρμα)… Όταν η Επίγνωση συνδέεται με ένα υλικό φορέα δημιουργούνται, εκδηλώνονται και λειτουργούν όλες εκείνες οι δραστηριότητες που εμφανίζονται σαν «ψυχολογική λειτουργία» (που ο Πλάτωνας όριζε σαν «υλική ψυχή» και την θεωρούσε σαν ένα πρόσκαιρο φαινόμενο που όφειλε ακριβώς την ύπαρξή του στην «σύνδεση» της Επίγνωσης-Ψυχής με το σώμα), σαν ψυχοσωματική δραστηριότητα… Η Επίγνωση μπορεί να λειτουργεί σε αυτή την περίπτωση μέσω των ψυχοσωματικών λειτουργιών και μέσω των αισθήσεων και να δραστηριοποιείται στον κόσμο… αλλά μπορεί να Υπάρχει (όταν Απελευθερώνεται) και χωρίς το σώμα… Αυτός είναι ο Δρόμος των Σοφών. Τον Ακολούθησαν πολλοί. Ο Καθένας μπορεί να το διαπιστώσει μόνος του, με δική του προσωπική εμπειρία…

Πως Μπορεί λοιπόν Κάποιος (Ξεκινώντας από την Παρούσα Επίγνωση) να Προχωρήσει στο Απέραντο Βάθος της Επίγνωσης, πέρα από την επίγνωση του συγκεκριμένου, στην Ουσία της Επίγνωσης, στην Ίδια την Πηγή της Επίγνωσης, που Είναι η Αληθινή Ύπαρξη, η Αληθινή Ζωή, η Χωρίς Όρια Κατάσταση, η Ίδια η Θεότητα (Gottheit του Μάιστερ Έκχαρτ);

Αυτή η Κατάσταση Επίγνωσης που δεν είναι κατάσταση αλλά Υπέρβαση όλων των καταστάσεων επίγνωσης, στον Χωρίς Όρια Χώρο Αντίληψης, είναι το Άδυτο του ΙΕΡΟΥ, το ΙΕΡΟ, όπου λιώνουν τα Πάντα σε Μια Απέραντη Ήρεμη Θάλασσα Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες.



Sunday, January 21, 2024

The Philosophy of Being


 

The Philosophy of Being

THE PHILOSOPHY  OF IS

Twenty-five centuries ago, Plato founded the Philosophy of IS (UTTERLY BEING), a philosophical thought that dominates the Western world to this day. In fact, Plato exhausted the subject and all the rest of us, even those who ignore him, are merely commenting on the Platonic understanding. According to Plato the "completely is", the “utterly being”, that is, the True Being, (the Agathon) is beyond "being", essence and determinations. From It (as from the sun emanates light) emanates Being, (the Essence), which is the most abstract and the most empty (undefined) perception identified with Simple Existence. From the differentiation of Being, all beings, all that exists, arise with various determinations. From Being arises with Self-Consciousness the subjective perception (the soul, in the sense of mental existence) and the objective states (the world of beings, of ideas). The conceivable world is therefore twofold, mind (the real essence of the soul) and conceivable. These are of the same essence ("are") but differ in their definitions and in their function. Every "is" (i.e. every determinable) has a double meaning: "is", (i.e. exists) and "is what" (is something, determination). The world of phenomena is but a reflection of the mental world, an image , a copy, which does not belong to the space of "being" but of becoming (that is, of the momentary "being" that is constantly differentiating).

A few centuries later Plotinus, Plato's greatest commentator, would clearly describe the four spheres of Being:

1. The One, the True Being, the Source of all.

2. The Μind, the mental sphere,

3. The soul (in the sense of the vital principle),

4. The matter.

Just as for Plato everything belongs to Utterly Being (to the "completely being") which the soul (the mental core) must perceive by abandoning the world of phenomena and the world of intelligibles, so for Plotinus everything belongs to the One, which can be approached by the mind abandoning all the outer spheres of Being, even the perception of a separate existence, i.e. all mental activity.

Many centuries after Plato, Hegel realized that "Being" is identical with Cognition  (Noein), that is, he realized that "Being" is not a substance but an activity, an energy, a function. From "Being" in the dynamic sense, the Noein (Cognition), which is identified with Absolute Non-Being (and not non-being as a negation of being), when differentiated, the world of Being (of essence, determination) emerges and from the differentiation of Being arises the mental sphere of subjective existence and objective state. Everything is intelligence. The further alienation of the spirit (of consciousness) and the simultaneous degeneration of the mental into phenomena leads to the realm of nature, the material world. The detachment of the spirit from the world of phenomena, its concentration from scattered mental activities in True Existence, in True Being, finally takes us out of the realms of Being, into Absolute Being, where the Mind now perceives Infinity and Eternity of the existence.

In the last century the existentialists have tried through Given Existence (that "Being" that we are and ignore its Depth) to separate the Real Being from all mental garbage, all dead-end mental processes and futile activities. The "Being" that stands as the Background to all "relative is" will be revealed only when all that "is not" is abandoned. Ultimately True Being is revealed as Non-Being, as lacking any mental process and determination. True Existence is completely outside the realm of existence as perceived by ordinary people, outside the realm of experience.

Even today the Search for True Being, the Experiencing of True Being, beyond any related and ultimately useless and indifferent activities, remains the main problem of True Philosophy. "Being" as the support of all existence (any kind of existence) is always Present and always Available for us to Experience. Wasting time is not about Timeless. Whether we like it or not, today, but in ten thousand years, we will have to give up all foolish activities to emerge into True Existence.

Η Φιλοσοφία του «Είναι»

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ

Εδώ και εικοσιπέντε αιώνες, ο Πλάτωνας, θεμελίωσε την Φιλοσοφία του ΕΙΝΑΙ, φιλοσοφική σκέψη που κυριαρχεί μέχρι σήμερα στον δυτικό κόσμο. Στην πραγματικότητα ο Πλάτωνας εξάντλησε το θέμα κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι, ακόμα κι αυτοί που τον αγνοούν, απλά κάνουμε σχόλια στην πλατωνική αντίληψη. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα το «τελείως είναι», δηλαδή το Αληθινό Είναι, (το Αγαθόν) είναι πέραν του «είναι», της ουσίας και των προσδιορισμών. Από Αυτό (όπως από τον ήλιο πηγάζει το φως) πηγάζει το Είναι, (η Ουσία), που είναι η πιο αφηρημένη και η πιο κενή (χωρίς προσδιορισμούς) αντίληψη που ταυτίζεται με την Απλή Ύπαρξη. Από την διαφοροποίηση του Είναι προκύπτουν με διάφορους προσδιορισμούς όλα τα είναι, όλα τα όντα. Από το Είναι προκύπτει με την Αυτοσυνείδηση η υποκειμενική αντίληψη (η ψυχή, με την έννοια της νοητής ύπαρξης) και οι αντικειμενικές καταστάσεις (ο κόσμος των όντων, των ιδεών). Ο νοητός κόσμος λοιπόν είναι διττός, νους (η πραγματική ουσία της ψυχής) και νοητό. Αυτά είναι της ίδιας ουσίας («είναι») αλλά διαφοροποιούνται στους προσδιορισμούς τους και στην λειτουργία τους. Κάθε «είναι"» (δηλαδή κάθε προσδιοριζόμενο) έχει μία διπλή έννοια: «είναι», (δηλαδή υπάρχει) και «είναι τι» (είναι κάτι, προσδιορισμός). Ο κόσμος των φαινομένων δεν είναι παρά μία αντανάκλαση του νοητού κόσμου, ένα είδωλο, ένα αντίγραφο, το οποίο δεν ανήκει στον χώρο του «είναι» αλλά του γίγνεσθαι (δηλαδή του στιγμιαίου «είναι» που διαφοροποιείται συνεχώς).

Λίγους αιώνες μετά ο Πλωτίνος, ο μεγαλύτερος σχολιαστής του Πλάτωνα θα περιγράψει με σαφήνεια τις τέσσερις σφαίρες του Είναι:

1. Το Ένα, το Αληθινό Είναι, η Πηγή του παντός.

2. Ο νους, η νοητική σφαίρα,

3. Η ψυχή (με την έννοια της ζωτικής αρχής),

4. Η ύλη.

Όπως για τον Πλάτωνα όλα ανήκουν στο Είναι (στο «τελείως είναι») που πρέπει να αντιληφθεί η ψυχή (ο νοητικός πυρήνας) εγκαταλείποντας τον κόσμο των φαινομένων και τον κόσμο των νοητών, έτσι και για τον Πλωτίνο όλα ανήκουν στο Ένα, που μπορεί να προσεγγίσει ο νους εγκαταλείποντας όλες τις εξωτερικές σφαίρες του Είναι, ακόμα και την αντίληψη μίας ξεχωριστής ύπαρξης, δηλαδή κάθε νοητική δραστηριότητα.

Πολλούς αιώνες μετά τον Πλάτωνα ο Χέγγελ αντιλήφθηκε ότι το «Είναι» ταυτίζεται με το Νοείν, αντιλήφθηκε δηλαδή ότι το «Είναι» δεν είναι κάποια ουσία αλλά δραστηριότητα, ενέργεια, λειτουργία. Από το «Είναι» με την δυναμική έννοια, το Νοείν, που ταυτίζεται με το Απόλυτο Μη-Είναι (κι όχι το μη-είναι σαν άρνηση του είναι), όταν διαφοροποιείται, αναδύεται ο κόσμος του Είναι (της ουσίας, του προσδιορισμού) κι από τη διαφοροποίηση του Είναι προκύπτει η νοητική σφαίρα της υποκειμενικής ύπαρξης και της αντικειμενικής κατάστασης. Όλα είναι νόηση. Η περαιτέρω αλλοτρίωση του πνεύματος (της συνείδησης) κι ο ταυτόχρονος εκφυλισμός των νοητών σε φαινόμενα οδηγεί στην σφαίρα της φύσης, του υλικού κόσμου. Η απόσπαση του πνεύματος από τον κόσμο των φαινομένων, η συγκέντρωσή του από τις σκόρπιες νοητικές δραστηριότητες στην Αληθινή Ύπαρξη, στο Αληθινό Είναι, μας βγάζει τελικά έξω από τις σφαίρες του Είναι, στο Απόλυτο Είναι, όπου το Νοείν αντιλαμβάνεται πλέον την Απεραντοσύνη και την Αιωνιότητα της Ύπαρξης.

Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές προσπάθησαν μέσα από την Δεδομένη Ύπαρξη (αυτό το «Είναι» που είμαστε κι αγνοούμε το Βάθος του) να ξεχωρίσουν το Πραγματικό Είναι από όλα τα νοητικά σκουπίδια, όλες τις αδιέξοδες νοητικές διαδικασίες και τις μάταιες δραστηριότητες. Το «Είναι» που στέκεται σαν Υπόβαθρο σε κάθε «σχετικό είναι» θα αποκαλυφθεί μόνο όταν εγκαταλειφθούν όλα αυτά που «δεν είναι». Τελικά το Αληθινό Είναι αποκαλύπτεται σαν Μη-Είναι, σαν έλλειψη οποιασδήποτε νοητικής διεργασίας και προσδιορισμού. Η Αληθινή Ύπαρξη είναι τελείως έξω από την σφαίρα της ύπαρξης όπως την αντιλαμβάνονται οι κοινοί άνθρωποι, έξω από την σφαίρα της εμπειρίας, του βιώματος.

Ακόμα και σήμερα η Αναζήτηση του Αληθινού Είναι, η Βίωση του Αληθινού Είναι, πέρα από τις όποιες σχετικές και τελικά άχρηστες και αδιάφορες δραστηριότητες, παραμένει το κύριο πρόβλημα της Αληθινής Φιλοσοφίας. Το «Είναι» σαν υποστήριγμα κάθε ύπαρξης (οποιουδήποτε είδους ύπαρξης) είναι πάντα Παρόν και πάντα Διαθέσιμο για να το Βιώσουμε. Η σπατάλη του χρόνου δεν αφορά το Άχρονο. Είτε το θέλουμε είτε όχι, μα σήμερα, μα σε δέκα χιλιάδες χρόνια, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε όλες τις ανόητες δραστηριότητες για να αναδυθούμε στην Αληθινή Ύπαρξη.

 

 


Saturday, January 20, 2024

The Objective and our Perception



The Objective and our Perception

When we say OBJECTIVE, OBJECTIVE BASIS OF CONSCIOUSNESS, (IS, EXISTENCE), we mean that Consciousness as a phenomenon has an Objective Basis, which is independent of any of our perceptions, which we cannot control. How do we know it exists? Because we do not create our existence, our consciousness. It is given to us, it is objective, it belongs to the Objective. This, Existence, the PURE IS, It is the TRULY OBJECTIVE, which we cannot approach with any perceptions, with thought, sensation, activity...

We are not referring to the immediate objective of perception, what we perceive as objective, outside, in the material universe. Certainly, when we turn to the directly objective, what appears directly to our perception as objective, the external, the material, we can perceive it, form concepts, structure knowledge. But this is not the OBJECTIVE, it is our perception of the Objective. Here rationality has its place, here there is as much "objective" knowledge as possible and all this is useful for practical life.

But here we are talking about another thing, we are talking about the PERCEPTION OF EXISTENCE, AS EXISTENCE, as IT IS, as a TRUE OBJECTIVE IS, which is necessarily TRANSCENDENT. This is a completely different thing. We place Consciousness in the ACTUALLY OBJECTIVE, we do not see Consciousness simply as an element of the all, the directly objective, the external, the material. This, secondly , is only a perception. But to approach the TRULY OBJECTIVE we must do it in a more direct way, without the mediation of thought or other energy. We must, turning towards the Self and abandoning all secondary activities, immerse ourselves directly in the ONE IS, which is the ALL ITSELF, the PURE IS. Here we enter the realm of metaphysics, transcendental experience, mystical insight, etc. But we always remain in the SPACE OF EXPERIENCE...

When the thought from all this conceives a theory and proclaims it, a religious concept is created, a philosophical view. If used to take us beyond theory to Experience it can be useful. But when it remains at the level of inapplicable theory, or is used for other purposes, then it is useless. Historical religions began as means to Experience, but at the end ended up as a historical burden for the genuine man seeking TRUTH.

Το Αντικειμενικό και η Αντίληψή μας

Όταν λέμε ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ, ΑΝΤΙΚΕΜΕΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ, (το ΕΙΝΑΙ, η ΥΠΑΡΞΗ), εννοούμε ότι η Συνείδηση σαν φαινόμενο έχει Μία Αντικειμενική Βάση, που είναι ανεξάρτητη από τις όποιες αντιλήψεις μας, που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Πως ξέρουμε ότι υπάρχει; Επειδή δεν δημιουργούμε εμείς την ύπαρξή μας, την συνείδησή μας. Μας δίνεται, είναι αντικειμενική, ανήκει στο Αντικειμενικό. Αυτό, η Ύπαρξη, το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ, Είναι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ, που δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε με τις όποιες αντιλήψεις, με την σκέψη, την αίσθηση, την δραστηριότητα...

Δεν αναφερόμαστε στο άμεσα αντικειμενικό της αντίληψης, αυτό που συλλαμβάνουμε εμείς σαν αντικειμενικό, στο εξωτερικό, στο υλικό σύμπαν. Βεβαίως, όταν στρεφόμαστε προς το άμεσα αντικειμενικό, αυτό που εμφανίζεται άμεσα στην αντίληψή μας σαν αντικειμενικό, το εξωτερικό, το υλικό, μπορούμε να το αντιληφθούμε, να σχηματίσουμε έννοιες, να δομήσουμε γνώση. Αυτό όμως δεν είναι το ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ, είναι η αντίληψή μας περί του Αντικειμενικού. Εδώ ο ορθολογισμός έχει την θέση του, εδώ υπάρχει "αντικειμενική" κατά το δυνατόν γνώση κι όλα αυτά είναι χρήσιμα για την πρακτική ζωή.

Αλλά εδώ μιλάμε για άλλο πράγμα, μιλάμε για την ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ, ΣΑΝ ΥΠΑΡΞΗΣ, σαν ΕΙΝΑΙ, σαν ΑΛΗΘΙΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΕΙΝΑΙ, που είναι κατ’ανάγκη ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟ. Πρόκειται για τελείως διαφορετικό πράγμα. Τοποθετούμε την Συνείδηση στο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ, δεν βλέπουμε την Συνείδηση απλά σαν στοιχείο του παντός, του άμεσα αντικειμενικού, του εξωτερικού, του υλικού. Αυτό, το δεύτερο, είναι μόνο μία αντίληψη. Για να προσεγγίσουμε όμως το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ πρέπει να το κάνουμε με ένα πιο άμεσο τρόπο, χωρίς την μεσολάβηση της σκέψης ή άλλης ενέργειας. Πρέπει, στρεφόμενοι προς τον Εαυτό κι εγκαταλείποντας όλες τις δευτερεύουσες δραστηριότητες να βυθιστούμε άμεσα στο ΙΔΙΟΝ ΕΙΝΑΙ, που είναι το ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΕΑΥΤΟ, το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ. Εδώ εισερχόμαστε στον χώρο της μεταφυσικής, της υπερβατικής εμπειρίας, της μυστικής ενόρασης, κλπ. Παραμένουμε όμως πάντα στον ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ...

Όταν η σκέψη από όλα αυτά συλλαμβάνει μία θεωρία και την κηρύσσει δημιουργείται μία θρησκευτική αντίληψη, μία φιλοσοφική θεώρηση. Αν χρησιμοποιηθεί για να μας περάσει πέρα από την θεωρία στο Βίωμα μπορεί να φανεί χρήσιμη. Όταν όμως από «μικρά πνεύματα» μένει στο επίπεδο της ανεφάρμοστης θεωρίας, ή χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς τότε είναι άχρηστη. Οι ιστορικές θρησκείες ξεκίνησαν σαν μέσα προς το Βίωμα, τελικά όμως κατέληξαν σαν ιστορικό βάρος για τον γνήσιο άνθρωπο που αναζητά την ΑΛΗΘΕΙΑ.

 

 


 

Sunday, January 14, 2024

The True Objective

 


The True Objective

The Subject, Consciousness (which manifests itself from the moment we perceive our existence), is a universal instrument of perception. Its function has many dimensions, conscious (related to the perception of existence), perceptual (related to the perception of existence in a "space" but also of the space), mental (in the sense of the thought process to arrive at a safe perception of phenomena), volitional, emotional, material (in the sense of perception of the material world and physical action). The cognitive activity of the common man is usually related to the perception of his existence in the material universe, in the environment where he experiences life and performs his daily activities, with his relationships with the environment, daily activities, etc. In other words cognitive activity is usually directed outward, towards the immediate objective. Even internal processes, thoughts, etc. are oriented outward.

In order for the Subject, the Consciousness, to perceive Its Real Essence, Existence (in the absolute sense) it must turn inward, toward the Self, rejecting all other activities that orient it outward, sensory activities, extraverted thinking, internalized mental process, even the very perception of a relative being. Only in this way can it reach the perception of Being, Pure Being, which is it and all consciousness in Its Essence. The Perception of Being (which is Objective Being, the Being of all existences, the Basis that supports everything) is an internal cognitive act in which the intellect participates little, and so do the senses. And this is possible and it is done. This cognitive act leads to a result that is not only subjective. It is a subjective perception of an objective reality. And just as we have in the natural world intersubjective perception of an objective material reality (e.g. in winter everyone feels the frost) in a similar way there is Intersubjective perception of an Internal Objective Reality. When the Subject fully awakens to this state, it plunges into the Objective, having abandoned all perception and all processes of relative existence (This is the Enlightenment, the Supreme Realization, the Union with the Divinity, etc., of which all religions speak .It happens in all religions in the same way and we can prove it).

In the final analysis, ULTIMATE REALITY IS EXACTLY A UNION OF SUBJECTIVE AND OBJECTIVE, (the TRUE OBJECTIVE that underpins everything). The "Conquest" by the Subject of OBJECTIVE REALITY, which lies behind all, is Full Realization, Enlightenment, Redemption. There is no other way to reach the TRUTH. All the Great Founders of Religions and the great philosophers followed this path. And if we study a little history of religions and history of philosophy we will see that they all arrive at the SAME REALITY. What we are saying has been said many times, we are not projecting any special revelation.

Το Αληθινό Αντικειμενικό

Το Υποκείμενο, η Συνείδηση (που εκδηλώνεται από την στιγμή που έχουμε αντίληψη της ύπαρξής μας), είναι ένα καθολικό όργανο αντίληψης. Η λειτουργία του έχει πολλές διαστάσεις, συνειδησιακή (που σχετίζεται με την αντίληψη της ύπαρξης), αντιληπτική (που σχετίζεται με την αντίληψη της ύπαρξης σε ένα «χώρο» αλλά και του χώρου), νοητική (με την έννοια της σκεπτοδιαδικασίαςγιά να καταλήξουμε σε μία ασφαλή αντίληψη των φαινομένων), βουλητική, συναισθηματική, υλική ( με την έννοια της αντίληψης του υλικού κόσμου και της σωματικής δράσης). Η γνωστική δραστηριότητα του κοινού ανθρώπου σχετίζεται συνήθως με την αντίληψη της ύπαρξής του μέσα στο υλικό σύμπαν, στο περιβάλλον, όπου βιώνει την ζωή και εκτελεί τις καθημερινές του δραστηριότητες, με τις σχέσεις του με το περιβάλλον, τις καθημερινές δραστηριότητες, κλπ. Με άλλα λόγια η γνωστική δραστηριότητα στρέφεται συνήθως προς τα έξω, προς το άμεσα αντικειμενικό. Ακόμα και οι εσωτερικές διεργασίες, σκέψεις κλπ. προσανατολίζονται προς τα έξω.

Για να μπορέσει το Υποκείμενο, η Συνείδηση, να αντιληφθεί την Πραγματική Ουσία Της, την Ύπαρξη (με την απόλυτη έννοια) θα πρέπει να στραφεί προς τα έσω, προς το Ίδιον Είναι, απορρίπτοντας όλες τις άλλες δραστηριότητες που την προσανατολίζουν προς τα έξω, αισθητηριακές δραστηριότητες, εξωστρεφή νόηση, εσωτερικευμένη νοητική διαδικασία, ακόμα και την ίδια την αντίληψη μίας σχετικής ύπαρξης. Μόνο έτσι μπορεί να φτάσει στην αντίληψη του Είναι, του Καθαρού Είναι, που είναι αυτή και κάθε συνείδηση στην Ουσία Της. Η Αντίληψη του Είναι (που είναι Αντικειμενικό Είναι, το Είναι όλων των υπάρξεων, η Βάση που στηρίζει τα πάντα) είναι μία εσωτερική γνωστική πράξη στην οποία η νόηση συμμετέχει ελάχιστα, το ίδιο και οι αισθήσεις. Και δυνατόν είναι αυτό και γίνεται. Αυτή η γνωστική πράξη οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα που δεν είναι μόνο υποκειμενικό. Είναι Υποκειμενική Αντίληψη Μίας Αντικειμενικής Πραγματικότητας. Κι όπως έχουμε στον φυσικό κόσμο διυποκειμενική αντίληψη μίας αντικειμενικής υλικής πραγματικότητας (πχ το χειμώνα όλοι αισθάνονται την παγωνιά) με ανάλογο τρόπο υπάρχει Διυποκειμενική αντίληψη Μίας Εσωτερικής Αντικειμενικής Πραγματικότητας. Όταν το Υποκείμενο αφυπνισθεί ολοκληρωτικά σε αυτή την κατάσταση βυθίζεται πιά στο Αντικειμενικό, αφού έχει εγκαταλείψει κάθε αντίληψη και κάθε διαδικασία σχετικής ύπαρξης (Αυτή είναι η Φώτιση, η Υπέρτατη Πραγμάτωση, η Ένωση με την Θεότητα, κλπ., για την οποία μιλούν όλες οι θρησκείες. Συμβαίνει σε όλες τις θρησκείες με τον ίδιο τρόπο και μπορούμε να το αποδείξουμε).

Σε τελευταία ανάλυση Η ΥΣΤΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΝΩΣΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ, (του ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ που στηρίζει τα πάντα). Η «Κατάκτηση» από το Υποκείμενο της ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, που βρίσκεται πίσω από όλα, είναι η Πλήρης Αντίληψη, η Φώτιση, η Λύτρωση. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να φτάσουμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ. Όλοι οι Μεγάλοι Ιδρυτές Θρησκειών κι οι μεγάλοι φιλόσοφοι αυτόν τον δρόμο ακολούθησαν. Κι αν μελετήσουμε λίγο ιστορία των θρησκειών κι ιστορία φιλοσοφίας θα δούμε ότι φτάνουν όλοι στην ΙΔΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Αυτό που λέμε το έχουν πει πολλές φορές, δεν προβάλλουμε κάποια ιδιαίτερη αποκάλυψη.


 

 


 

Saturday, January 13, 2024

The Eternal Truth

 


The Eternal Truth

BUDDHISM

Twenty-five centuries ago the Buddha crossed almost the whole of India to preach the Way to Enlightenment, to Nirvana. According to the Buddhist teaching "That which we are", "That which perceives", is a composition of various processes (skanda), processes consisting of corresponding flows, successions, momentary states, phenomena (dharma). To reach Nirvana all these processes must be exhausted, overcome. There are various grades on this road. Beyond some simple rules that determine what we should not do and what we should do, the sensory activity (in general or by the use of some postures) should be overcome and then the mentality that connects us through the senses to the external world (ventana )... The four dhyanas are intended to eliminate the internal mentality ( samjna , samskara , vijnana ). The four samapatis manage the perception of existence in a purely metaphysical realm (vijnana , four categories). The Ultimate Reality leads us to a Consciousness without "consciousness", without "existence", without activities. The Enlightenment. Nirvana, is not a state of non-existence in the absolute sense but a State where any perception of relative existence is absent. What it really is has to be discovered by oneself, experiencing it.

CHRISTIANITY

Five centuries after the Buddha, Christ preached his own way to the Truth, in the wider region of Galilee and Judea. The "John" Gospel (regardless of who the real author is and whether the words he puts into Christ's mouth are Christ's or not) is the innermost of all sacred texts. Johannine theology handles metaphysical concepts and perceptions that clearly stem from an inner Hellenic conception of Reality but in a way that goes beyond a simple metaphysical view by promoting the experience of Christ as the Ultimate Reality . All Johannine Theology is condensed into one phrase that the author puts into the mouth of Christ "I and the father are one ". The two subjects are identified in "are". If the small human ego contains God, then God is "small". But if the Ego expanded and became as vast as the sky then the identification makes sense. However, Christ, the "I" is no longer an ordinary person. In reality God, Truth, son of God, son of man, I, man, All these are identical. Man, like the Model Christ, must rise, expand to the Infinite to contain God.

A few centuries after Christ and John, the Neptic fathers described in detail the way to Theosis (deification). Beyond some external rules we should overcome the sensory activity as well as the mentality that is directed towards the world and turn inward, towards the inner man. There are three stages in the overcoming of inner mentality, corresponding to the three varieties of thinking. In the next three stages the Consciousness, the mind, in the terminology of the Neptics, must be cleansed of all perception of personal existence and become shapeless, formless, monoid (or without species). The Final Attainment makes the mind immeasurable so that it can receive the Godhead and become deified (by grace the texts say, by nature we believe, but that doesn't matter).

EXISTENTIALISM

In the last century the most important philosophical movement of the century, Existentialism, seeks Existence in terms similar to those of Buddhism and Christianity and with actions that do not differ from the analogous actions of the Buddhist meditator or the Christian neptic. In Heidegger's Philosophy Da-sein (here-being, present existence, present consciousness) is "That which we are", "That which perceives". This "Here-is" must be cleansed of all "here" to remain Pure Sein . All these determinations of Existence are external activities, mentalities, internal processes, even the very perception of existence, of relative existence.

THE ETERNAL TRUTH

In the end, it seems that the Truth is Eternal and is formulated again and again and everyone can search and formulate it in their own way. Human intelligence is built everywhere and always in the same way and always leads to the Truth Itself, to WHO YOU REALLY ARE, to DIVINITY. But all this will be widely understood, by the common man, in the next millennium.

Η Αιώνια Αλήθεια

ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ

Πριν από είκοσι πέντε αιώνες ο Βούδας διέσχισε ολόκληρη σχεδόν την Ινδία για να κηρύξει τον Δρόμο προς την Φώτιση, προς το Νιρβάνα. Σύμφωνα με την βουδιστική διδασκαλία «Αυτό που είμαστε», «Αυτό που αντιλαμβάνεται», είναι μία σύνθεση από διάφορες διαδικασίες (σκάντα), διαδικασίες που συνίστανται από αντίστοιχες ροές, διαδοχές, στιγμιαίων καταστάσεων, φαινομένων (ντάρμα). Γιά να φτάσουμε στο Νιρβάνα θα πρέπει όλες αυτές οι διαδικασίες να εξαντληθούν, να ξεπερασθούν. Υπάρχουν διάφορες βαθμίδες σε αυτό τον δρόμο. Πέρα από κάποιους απλούς κανόνες που καθορίζουν τι πρέπει να μην κάνουμε και τι πρέπει να κάνουμε θα πρέπει να ξεπερασθεί η αισθητηριακή δραστηριότητα (γενικά ή με την χρήση κάποιων στάσεων) και μετά η νοητικότητα που μας συνδέει μέσω των αισθήσεων με τον εξωτερικό κόσμο (βεντάνα). Τα τέσσερα ντυάνα έχουν σκοπό να εξαλείψουν την εσωτερική νοητικότητα (σάμτζνα, σαμσκάρα, βιτζνάνα). Τα τέσσερα σαμαπάτι διαχειρίζονται την αντίληψη της ύπαρξης σε καθαρά μεταφυσικό πεδίο (βιτζνάνα, τεσσάρων κατηγοριών). Η Ύστατη Πραγματικότητα μας οδηγεί σε μία Συνείδηση χωρίς «συνείδηση», χωρίς «ύπαρξη», χωρίς δραστηριότητες. Η Φώτιση. το Νιρβάνα, είναι όχι μία κατάσταση ανυπαρξίας με την απόλυτη έννοια αλλά μία Κατάσταση όπου απουσιάζει οποιαδήποτε αντίληψη σχετικής ύπαρξης. Το τι είναι πραγματικά πρέπει να το ανακαλύψει κάποιος μόνος του, βιώνοντάς το.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Πέντε αιώνες μετά τον Βούδα ο Χριστός κήρυξε τον δικό του δρόμο προς την Αλήθεια, στην ευρύτερη περιοχή της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας. Το «Κατά Ιωάννη» Ευαγγέλιο (άσχετα με το ποιος είναι ο πραγματικός συγγραφέας κι αν τα λόγια που βάζει στο στόμα του Χριστού είναι του Χριστού ή όχι) είναι το πιο εσωτερικό από όλα τα ιερά κείμενα. Η Ιωάννεια θεολογία χειρίζεται μεταφυσικές έννοιες και αντιλήψεις που σαφώς πηγάζουν από μία εσωτερική ελληνική αντίληψη της Πραγματικότητας αλλά με ένα τρόπο που προχωρά πέρα από μία απλή μεταφυσική θεώρηση προωθώντας το βίωμα του Χριστού ως την Έσχατη Πραγματικότητα. Όλη η Ιωάννεια Θεολογία συμπυκνώνεται σε μία φράση που ο συγγραφέας βάζει στο στόμα του Χριστού «εγώ και ο πατήρ εν εσμέν». Τα δύο υποκείμενα ταυτίζονται στο «εσμέν». Αν το μικρό ανθρώπινο εγώ χωράει τον Θεό, τότε ο Θεός είναι «μικρός». Αν όμως το Εγώ επεκτάθηκε και έγινε απέραντο σαν τον ουρανό τότε έχει νόημα η ταύτιση. Έτσι όμως ο Χριστός, το «εγώ» δεν είναι πιά ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Στην πραγματικότητα Θεός, Αλήθεια, υιός του Θεού, υιός του ανθρώπου, εγώ, άνθρωπος, Όλα αυτά, ταυτίζονται. Πρέπει ο άνθρωπος σαν το Πρότυπο Χριστός να ανυψωθεί, να επεκταθεί ως το Άπειρο για να χωρέσει τον Θεό.

Λίγους αιώνες μετά τον Χριστό και τον Ιωάννη οι νηπτικοί πατέρες περιέγραψαν με λεπτομέρειες τον δρόμο προς την Θέωση. Πέρα από κάποιους εξωτερικούς κανόνες θα πρέπει να ξεπεράσουμε την αισθητηριακή δραστηριότητα καθώς και την νοητικότητα που στρέφεται προς τον κόσμο και να στραφούμε προς τα έσω, προς τον εσωτερικό άνθρωπο. Υπάρχουν τρία στάδια στο ξεπέρασμα της εσωτερικής νοητικότητας, που αντιστοιχούν στις τρεις ποικιλίες του λογισμού. Στα τρία επόμενα στάδια η Συνείδηση, ο νους, στην ορολογία των νηπτικών, πρέπει να καθαρθεί από κάθε αντίληψη προσωπικής ύπαρξης και να καταστεί άμορφος, ασχημάτιστος, μονοειδής (ή ανείδεος). Η Τελική Επίτευξη καθιστά τον νου απέραντο ώστε να δεχτεί την Θεότητα και να θεωθεί (κατά χάριν λένε τα κείμενα, κατά φύση πιστεύουμε εμείς, αλλά δεν έχει σημασία αυτό).

ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ

Τον περασμένο αιώνα το πιο σημαντικό φιλοσοφικό κίνημα του αιώνα, ο Υπαρξισμός, αναζητά την Ύπαρξη με όρους ανάλογους με αυτούς του βουδισμού και του χριστιανισμού και με ενέργειες που δεν διαφέρουν από τις ανάλογες ενέργειες του βουδιστή διαλογιζόμενου, η του χριστιανού νηπτικού. Στην Φιλοσοφία του Χάιντεγκερ το Da-sein (εδώ-είναι, παρούσα ύπαρξη, παρούσα συνείδηση) είναι «Αυτό που είμαστε», «Αυτό που αντιλαμβάνεται». Αυτό το «Εδώ-είναι» θα πρέπει να καθαρθεί από όλα τα «εδώ» για να μείνει Καθαρό Sein. Όλοι αυτοί οι προσδιορισμοί της Ύπαρξης είναι εξωτερικές δραστηριότητες, νοητικότητα, εσωτερικές διαδικασίες, ακόμα και η ίδια η αντίληψη της ύπαρξης, της σχετικής ύπαρξης.

Η ΑΙΩΝΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ

Τελικά φαίνεται πως η Αλήθεια Είναι Αιώνια και διατυπώνεται ξανά και ξανά κι ο καθένας μπορεί ψάχνοντας να την διατυπώσει με τον δικό του τρόπο. Η ανθρώπινη νοημοσύνη χτίζεται παντού και πάντα με τον ίδιο τρόπο και οδηγεί πάντα στην Ίδια Αλήθεια, σε ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ, στην ΘΕΟΤΗΤΑ. Όλα αυτά όμως θα είναι κατανοητά ευρέως,από τον κοινό άνθρωπο, στην επόμενη χιλιετία.

 

 

 


 

Sunday, January 7, 2024

The Road of Liberation


The Road of Liberation

God (the Absolute Reality, which has no religion, philosophy, descriptions, references, “manipulation”…) is the Beginning and End of all existence and all activity… God is the Oneness Within Whom All things merge and catalyze all individual activity … This (this statement), is not a philosophical position that precedes an intellectual analysis… instead it is a storehouse of secret experience that tries to express itself on an intellectual level…

All the Great Mystics (the Great Founders of religions) spoke of the Reality, the Primordial Unity of Being, the Limit of Evolution of all existence... What We Call God (a "word" whose "content" we do not know... we only know that it is the "Existence"...)... The purpose of every "Teaching" and every activity is to lead to This Transcendent State of Oneness... Those who experience This State constitute a Natural Community. The Sacred Community has the meaning of a loose association of people who go from the individual to the Universal and Complete in the Universal that Remains Only This Present... That is, it is a Dynamic Community that Rises to the "Eternal Now of Divinity"... where no profane "I" enters "...

The artificial association of individuals adopting a teaching and organized into hierarchies and activities (a religious community) has nothing to do with the Natural Sacred Community of God... The "Masters of the Upanishads", Buddha , Lao Tzu, Orpheus, Jesus , they spoke of the Holy Community and "tried" to lead people back to their "Natural Source", they did not organize religious communities... the people, the "followers" who were unable to maintain the Purity of the Gospel turned the Living Message into a theory, a teaching , religion, religious community… All these religions are the creation of men who took advantage of the Name of the Founder and made human substitutes for the Natural Sacred Community, to dominate, manipulate, exploit and win… In reality, all religions are a “ fall out", are "mysterious garbage" and "philosophical airs of nothingness"... If we still refer to religions today, it is simply to let's separate the few useful things of the tradition, setting aside all the "garbage" of theories and people who have religion as a profession...

"Man" must Alone, Within himself, Find the Way to the Primordial Unity of Existence, to Being, beyond the surface activities of existence... As long as Existence functions within its individual dimension and perception, the " road' cannot but be individual, personal, lonely... But the exit from the lonely road of the ego leads to the Universal, to the All where everything Becomes One... Here, in the Infinite Reality of Being, there is no loneliness, solitude, isolation, but Unity of All in One…

It is foolish for one to want to find the Path of Redemption, of Enlightenment, within human organizations, or through human activities. Only when all that is human is abandoned can we Emerge into the Light of Reality, into True Existence, into True Life, into the Universal Spirit which is within the Heart of all living creatures... The "True Religious Practice", the "True Meditation", the "True Prayer” is the “end of the activities of (individual) existence”, not activity, technique, or anything else... “True Religious Practice” is the Silence of existence...

God IS Absolute Existence, Living Virtue, Timeless Wisdom.

God MANIFESTS as the Essential Oneness, the Equality of All, the Unconditional Love.

God is REALIZED as Limitless Knowledge, Unshakable Bliss, Unlimited Freedom.

God is EXPERIENCED as the Infinite Serenity, the Deep Stillness, the True Peace.

God MANIFESTS Deep Within Us as Real Nature, Here in Present Awareness, in the Now Standing Above Changes.

Ο Δρόμος της Απελευθέρωσης

Ο Θεός (η Απόλυτη Πραγματικότητα, που δεν έχει θρησκεία, φιλοσοφία, περιγραφές, αναφορές, «χειραγώγηση»…) Είναι η Αρχή και Τέλος κάθε ύπαρξης και κάθε δραστηριότητας… Ο Θεός Είναι η Ενότητα Εντός της Οποίας συγχωνεύονται τα Πάντα και καταλύεται κάθε ατομική δραστηριότητα… Αυτό (αυτή η δήλωση), δεν είναι φιλοσοφική θέση που προηγείται μίας διανοητικής ανάλυσης… αντίθετα είναι καταστάλαγμα μυστικής εμπειρίας που προσπαθεί να εκφρασθεί σε διανοητικό επίπεδο…

Όλοι οι Μεγάλοι Μύστες (οι Μεγάλοι Ιδρυτές των θρησκειών) μίλησαν για την Πραγματικότητα, την Αρχέγονη Ενότητα του Όντος, το Όριο Εξέλιξης κάθε ύπαρξης… Αυτό που Ονομάζουμε Θεό (μία «λέξη» της οποίας δεν γνωρίζουμε το «περιεχόμενο»… γνωρίζουμε μόνο ότι είναι η  «Ύπαρξη»…)… Σκοπός κάθε «Διδασκαλίας» και κάθε δραστηριότητας είναι να οδηγήσει σε Αυτή την Υπερβατική Κατάσταση Ενότητας… Όσοι βιώνουν Αυτή την Κατάσταση αποτελούν μία Φυσική Κοινότητα. Η Ιερή Κοινότητα έχει την έννοια μίας χαλαρής ένωσης ανθρώπων που οδεύουν από το ατομικό στο Παγκόσμιο κι Ολοκληρώνονται στο Παγκόσμιο που Μένει Μόνο Αυτό Παρόν… Πρόκειται δηλαδή για μία Δυναμική Κοινότητα που Ανυψώνεται στο «Αιώνιο Τώρα της Θεότητας»… όπου δεν εισχωρεί κανένα βέβηλο «εγώ»…

Η τεχνητή ένωση ατόμων που υιοθετούν μία διδασκαλία κι οργανώνεται σε ιεραρχίες και δραστηριότητες (μία θρησκευτική κοινότητα) δεν έχει καμία σχέση με την Φυσική Ιερή Κοινότητα του Θεού… Οι «Δάσκαλοι των Ουπανισάδ», ο Βούδας, ο Λάο Τσε, ο Ορφέας, ο Ιησούς, μίλησαν για την Ιερή Κοινότητα και «προσπάθησαν» να οδηγήσουν τους ανθρώπους πίσω στην «Φυσική Πηγή» τους, δεν οργάνωσαν θρησκευτικές κοινότητες… οι άνθρωποι, οι «οπαδοί» που αδυνατούσαν να διατηρήσουν την Καθαρότητα του Ευαγγελίου μετέτρεψαν το Ζωντανό Μήνυμα σε θεωρία, διδασκαλία, θρησκεία, θρησκευτική κοινότητα… Όλες αυτές οι θρησκείες είναι δημιούργημα ανθρώπων που εκμεταλλεύτηκαν το Όνομα του Ιδρυτή κι έφτιαξαν ανθρώπινα υποκατάστατα της Φυσικής Ιερής Κοινότητας, για να επικρατήσουν, να χειραγωγήσουν, να εκμεταλλευτούν και να κερδίσουν… Στην πραγματικότητα, όλες οι θρησκείες αποτελούν ένα «ξεπεσμό», είναι «μυστικά σκουπίδια» και «φιλοσοφικές αερολογίες του τίποτα»… Αν αναφερόμαστε ακόμα σήμερα στις θρησκείες είναι απλά για να ξεχωρίσουμε τα λίγα χρήσιμα της παράδοσης, παραμερίζοντας όλο το «σκουπιδαριό» θεωριών και ανθρώπων που έχουν την θρησκεία επάγγελμα…

Ο «Άνθρωπος» θα πρέπει Μόνος του, Μέσα του, να Βρει τον Δρόμο προς την Αρχέγονη Ενότητα της Ύπαρξης, προς το Όντως Ον, πέρα από τις επιφανειακές δραστηριότητες της ύπαρξης… Όσο η Ύπαρξη λειτουργεί μέσα στην ατομική της διάσταση και αντίληψη, ο «δρόμος» δεν μπορεί παρά να είναι ατομικός, προσωπικός, μοναχικός… Η έξοδος όμως από τον μοναχικό δρόμο του εγώ Οδηγεί στο Παγκόσμιο, στο Όλον όπου όλα Γίνονται Ένα… Εδώ, στην Άπειρη Πραγματικότητα του Όντος, δεν υπάρχει μοναχικότητα, μοναξιά, απομόνωση, αλλά Ενότητα των Πάντων στο Ένα…

Είναι ανόητο να θέλει κάποιος να βρει τον Δρόμο της Λύτρωσης, της Φώτισης, μέσα σε ανθρώπινες οργανώσεις , ή μέσα από ανθρώπινες δραστηριότητες. Μονάχα όταν όλα τα ανθρώπινα εγκαταλειφθούν μπορούμε να Αναδυθούμε στο Φως της Πραγματικότητας, στην Αληθινή Ύπαρξη, στην Αληθινή Ζωή, στο Παγκόσμιο Πνεύμα που Βρίσκεται μέσα στην Καρδιά όλων των ζωντανών πλασμάτων… Η «Αληθινή Θρησκευτική Πράξη», ο «Αληθινός Διαλογισμός», η «Αληθινή Προσευχή» είναι το «τέλος των δραστηριοτήτων της (ατομικής) ύπαρξης», όχι δραστηριότητα, τεχνική, ή οτιδήποτε άλλο… Η «Αληθινή Θρησκευτική Πράξη» είναι η Σιγή της ύπαρξης…

Ο Θεός ΕΙΝΑΙ η Απόλυτη Ύπαρξη, η Ζωντανή Αρετή, η Άχρονη Σοφία.

Ο Θεός ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ σαν η Ουσιαστική Ενότητα, η Ισότητα των Πάντων, η Χωρίς Όρους Αγάπη.

Ο Θεός ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ σαν η Χωρίς Όρια Γνώση, η Ακλόνητη Μακαριότητα, η Απεριόριστη Ελευθερία.

Ο Θεός ΒΙΩΝΕΤΑΙ σαν η Απέραντη Γαλήνη, η Βαθιά Ησυχία, η Αληθινή Ειρήνη.

Ο Θεός ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ Βαθιά Μέσα μας σαν Πραγματική Φύση, Εδώ στην Παρούσα Επίγνωση, στο Τώρα που Στέκεται Πάνω από τις Αλλαγές.

 

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 20. The Wisdom of Unknowing
SUNDAY, 22 March, 2026

Chapter 20. The Wisdom of Unknowing

 

(The Sacred Poverty of Not-Knowing)

 

The Burden of Accumulated Knowledge

 

There exists a peculiar paradox at the heart of the spiritual life, one that confounds those who pursue wisdom through conventional means. The seeker discovers, often after years of arduous study, that the renunciation of learning itself becomes a gateway to profound tranquility. This is not the abandonment of understanding born from laziness or indifference, but rather a conscious release of the accumulated weight of concepts, definitions, and carefully constructed certainties that burden the soul seeking union with the Absolute.

 

When one sets down the heavy tablets of acquired knowledge, when the mind ceases its restless cataloguing of information and its endless categorization of experience, a remarkable stillness emerges. This stillness is not empty; it is pregnant with possibility, vibrating with an intelligence that precedes and transcends the intellect. The troubles that plague the learned—the doubts, the contradictions, the endless debates that fragment consciousness—begin to dissolve like morning mist beneath the rising sun of direct awareness.

 

Consider the nature of human discourse, with its eager affirmations and polite agreements. Between the ready "yes" and the flattering "yea," what true difference exists? On the surface, these expressions of accord seem nearly identical, mere variations in pronunciation and custom. Yet observe carefully the fruits these two responses bear in the garden of existence. One yes may spring from genuine insight, while another merely echoes the opinion of the crowd. One affirmation may arise from the depths of authentic understanding, while another represents only the brittle shell of social conformity.

 

The gulf between these seemingly similar responses—between authentic presence and mere performance—extends wider than the abyss between heaven and earth. In this chasm lie all the sorrows and joys of human existence, all the genuine transformations and hollow mimicries, all the real encounters with the Divine and the countless substitutes civilization offers in place of actual transcendence.

 

The Universal Fear and the Infinite Question

 

What humanity fears collectively is indeed worthy of fear, for the instinct of the species contains ancient wisdom that the individual rational mind cannot always perceive. Yet this acknowledgment opens onto a landscape so vast, so endless in its questioning, that the mind accustomed to solid ground feels itself suddenly suspended over an infinite depth.

 

How many questions arise when one truly begins to examine existence? How many philosophical inquiries demand attention? How many spiritual paradoxes present themselves for contemplation? The range of these questions extends beyond measure, stretching into territories that language cannot map and logic cannot navigate. They form an ocean without shore, and the soul that ventures into these waters must learn to swim in a medium where the ordinary laws of mental gravity no longer apply.

 

The mystic understands that this vastness is not meant to be conquered through systematic inquiry or resolved through clever argumentation. These questions form the very texture of existence itself—they are not problems requiring solutions but mysteries inviting participation. To stand before them in reverence, to feel their weight and depth without rushing to answer, is to assume the posture of genuine wisdom.

 

The Solitary Figure Among the Satisfied

 

The world presents itself as a great banquet where multitudes gather in satisfaction and pleasure. They feast on certainties, they drink deeply from the wells of conventional success, they stand elevated on towers of accomplishment, surveying their domains in the springtime of material prosperity. Their faces glow with the confidence of those who know their place, who have secured their positions, who move forward with clear purpose and defined goals.

 

Yet amid this celebration, there walks a solitary figure who appears listless and still. This one seems unmoved by the festivities, untouched by the general enthusiasm, indifferent to the rewards that motivate others. The desires that drive ordinary ambition have not yet stirred in this soul, or perhaps they have stirred and been released, returned to the silence from which all movement emerges.

 

This figure resembles an infant who has not yet learned to smile at the appropriate social cues, who gazes upon the world with eyes not yet trained to see what society insists is there. There is something dejected in this appearance, something forlorn, as though this wanderer possesses no home to return to, no fixed address in the geography of worldly achievement. While others display their abundance, their "enough and to spare," this one seems to have lost everything—or perhaps has never possessed anything in the conventional sense.

 

The Divine Foolishness

 

The mind of this solitary wanderer operates differently from the bright intellects that populate the marketplace of ideas. Where ordinary consciousness discriminates, divides, and definitively judges, this awareness dwells in a state that appears chaotic to external observation. It is the chaos not of disorder but of pre-order, the fertile void from which genuine creation emerges, the darkness that precedes and makes possible all manifestation of light.

 

Ordinary individuals shine with the brightness of reflected knowledge, their intelligence glittering with borrowed concepts and rehearsed conclusions. They appear full of discrimination, capable of drawing fine distinctions and making subtle arguments. Their mental faculties operate with impressive efficiency, sorting experience into neat categories, filing perceptions into predetermined structures.

 

But the mystic appears benighted—shrouded in a darkness that is actually a different kind of illumination. This one seems dull and confused by the standards of worldly cleverness, unable or unwilling to participate in the sharp discriminations that others make so readily. It is the dullness of profound simplicity, the confusion that arises when consciousness refuses to fragment reality into the artificial divisions that make conversation easy but truth elusive.

 

This figure seems carried about on a vast sea, drifting without fixed destination, tossed by currents that move according to laws beyond personal control. There appears to be nowhere to rest, no solid ground on which to plant the flag of certainty. While others possess clearly defined spheres of action—their careers, their projects, their roles in society—this one drifts through existence appearing dull and incapable, like someone from the borderlands who hasn't learned the sophisticated manners of the metropolis.

 

The Nursing-Mother

 

Yet this difference from the multitude is not accidental or unfortunate—it is the very mark of a profound orientation toward the source of existence itself. What this solitary figure values above all else is the nursing-mother, that primal generative principle from which all things emerge and to which all things return.

 

This nursing-mother is the Absolute itself, conceived not as distant transcendence but as intimate nourishment, as the very substance that sustains consciousness from moment to moment. It is the Tao, the Way, the ground of being that cannot be grasped by concepts yet reveals itself continuously to those who approach with empty hands and open hearts.

 

To value this nursing-mother is to orient one's entire existence around a relationship with the sacred source rather than with the products and derivatives that flow from it. It is to seek sustenance at the original spring rather than filling one's vessels at the secondary streams where water has already lost some of its freshness and vitality. It is to return, again and again, to the primordial emptiness that is simultaneously absolute fullness, to the silence that contains all music, to the stillness that encompasses all movement.

 

The Wisdom Beyond Wisdom

 

This orientation toward the source rather than toward manifestations represents a wisdom that transcends ordinary wisdom. It is the knowing that emerges from unknowing, the understanding that flowers from bewilderment, the clarity that crystallizes from confusion. Where conventional wisdom accumulates knowledge, this deeper wisdom releases it. Where ordinary intelligence constructs elaborate mental systems, this sacred simplicity dissolves them.

 

The mystic recognizes that every act of learning, every addition to the storehouse of knowledge, every refinement of intellectual skill, can become another layer of separation from direct experience of reality. The mind builds its castles of concept and theory, and these structures, however elegant and impressive, cast shadows that obscure the immediate presence of the Divine.

 

Thus the spiritual path often involves a progressive simplification, a stripping away of the accumulated debris of learning until consciousness stands naked before existence itself. This is not anti-intellectualism but rather a movement toward an intelligence more fundamental than intellect, toward a knowing that does not depend on the knower and the known remaining separate.

 

The Sacred Emptiness

 

In the depths of contemplative practice, the practitioner discovers an emptiness that is paradoxically the fullest possible state. This is not the empty of deprivation but the empty of potentiality—like the hollow of a bowl that makes it useful, like the space within a room that makes it habitable. The mind emptied of its frantic accumulations becomes a vessel capable of receiving the infinite.

 

This emptiness manifests as a peculiar kind of poverty, a spiritual destitution that is simultaneously supreme richness. To possess nothing in the realm of conceptual certainty is to own everything in the realm of immediate presence. To claim no fixed position is to be free to occupy any position. To defend no particular interpretation is to remain open to the continuous revelation of truth.

 

The multitudes cling to their possessions—their opinions, their beliefs, their carefully constructed identities—and in this clinging find a temporary sense of security. But the mystic releases these holdings and discovers in the release a security far more profound: the security of one who rests in the arms of the nursing-mother, sustained not by personal achievement but by the unconditional generosity of existence itself.

 

The Path of Sacred Foolishness

 

To walk this path requires a willingness to appear foolish in the eyes of the world. The spiritual aspirant must be prepared to abandon the bright appearance of intelligence, to relinquish the satisfaction of being understood and approved by the crowd, to dwell in a simplicity that sophisticated minds interpret as simpleness.

 

This sacred foolishness is not the foolishness of ignorance but the foolishness of transcended knowledge. It is the foolishness of one who has passed through learning and emerged on the other side, carrying not the burden of accumulated facts but the lightness of direct perception. It is the foolishness celebrated in mystical traditions across cultures—the holy fool, the divine idiot, the innocent whose simplicity conceals supreme wisdom.

 

The bright and intelligent remain trapped in the prison of their own cleverness, unable to perceive realities that do not fit within their conceptual frameworks. But the apparently dull and confused mystic moves freely through dimensions of experience that remain forever closed to those who insist on understanding everything through rational analysis.

 

The Return to Origins

 

At the heart of mystical consciousness lies a continuous return to origins, a perpetual coming home to the source. This is not regression to infantile states but rather a recovery of the pristine awareness that precedes the overlay of social conditioning and conceptual learning. The infant who has not yet smiled social smiles possesses a quality of pure presence that adults have generally lost—and which the mystic seeks to recover at a higher level of integration.

 

This return requires releasing everything that has been acquired on the journey away from the source. Every achievement must be set down, every identity must be questioned, every certainty must be surrendered. The spiritual path often feels like a systematic loss of everything the world considers valuable—until the seeker discovers that what appeared as loss was actually liberation, what seemed like poverty was actually boundless wealth.

 

The nursing-mother awaits those who return with empty hands. She asks nothing of her children except that they come as they are, without pretense or performance, without the decorated masks that social life requires. She nourishes not according to merit or achievement but according to need and receptivity. And her nourishment satisfies in ways that no worldly feast ever can.

 

The Peace Beyond Understanding

 

In the end, the wisdom of unknowing leads to a peace that passes understanding—not because it is incomprehensible but because it transcends the mode of consciousness that seeks to comprehend. This peace arises when the frantic quest for knowledge ceases, when the mind stops its restless movement and settles into stillness, when consciousness recognizes its own nature as mirror rather than accumulator.

 

The mystic's apparent listlessness conceals profound vitality. The mystic's apparent confusion masks crystalline clarity. The mystic's apparent poverty harbors infinite riches. And the mystic's apparent foolishness demonstrates wisdom that the worldly wise cannot fathom.

 

To value the nursing-mother above all else is to orient one's entire existence around relationship with the sacred source. It is to choose being over having, presence over accumulation, depth over breadth. It is to recognize that the troubles accompanying learning are not incidental to the learning process but inherent in it—and that their renunciation opens pathways to dimensions of understanding that conceptual knowledge can never access.

 

This is the invitation extended to every soul: to release the burden of accumulated learning, to embrace the sacred poverty of not-knowing, to trust the nursing-mother who sustains all existence. In this release and this trust, consciousness discovers its true nature as inseparable from the Absolute, as always already immersed in the Divine presence that no amount of learning can bring closer and no amount of ignorance can remove.

 

The multitude will continue their celebrations, secure in their possessions and proud of their accomplishments. But the solitary figure will continue to drift on the infinite sea, appearing forlorn yet inwardly sustained, seeming to have lost everything yet actually possessing the one thing needful—intimate connection with the source of all that is.

 

Η Σοφία της Άγνοιας 

 

(Η Ιερή Φτώχεια του Μη-Γνωρίζειν)

 

Το Βάρος της Συσσωρευμένης Γνώσης

 

Υπάρχει ένα παράδοξο στην καρδιά της πνευματικής ζωής, που μπερδεύει όσους αναζητούν τη σοφία με συμβατικούς τρόπους. Ο αναζητητής ανακαλύπτει, συχνά μετά από χρόνια επίπονης μελέτης, ότι η «αποκήρυξη» της ίδιας της μάθησης γίνεται πύλη προς βαθιά ηρεμία. Αυτό δεν είναι εγκατάλειψη της κατανόησης από τεμπελιά ή αδιαφορία, αλλά συνειδητή απελευθέρωση από το συσσωρευμένο βάρος εννοιών, ορισμών και προσεκτικά κατασκευασμένων βεβαιοτήτων που βαραίνουν την ψυχή που επιδιώκει ένωση με το Απόλυτο.

 

Όταν κάποιος αφήνει κάτω τις βαριές πλάκες της αποκτημένης γνώσης, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη καταλογογράφηση πληροφοριών και την ατέλειωτη κατηγοριοποίηση της εμπειρίας, αναδύεται μια αξιοσημείωτη «νηνεμία». Αυτή η νηνεμία δεν είναι άδεια· είναι έγκυος δυνατοτήτων, δονείται από μια νοημοσύνη που προηγείται και υπερβαίνει τον διανοητικό νου. Τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τους μορφωμένους —οι αμφιβολίες, οι αντιφάσεις, οι ατέρμονες συζητήσεις που κατακερματίζουν τη συνείδηση— αρχίζουν να διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη κάτω από τον ανατέλλοντα ήλιο της άμεσης επίγνωσης.

 

Σκεφτείτε τη φύση του ανθρώπινου λόγου, με τις πρόθυμες επιβεβαιώσεις και τις ευγενικές συμφωνίες του. Ανάμεσα στο έτοιμο «ναι» και το κολακευτικό «βεβαίως», ποια πραγματική διαφορά υπάρχει; Στην επιφάνεια, αυτές οι εκφράσεις συμφωνίας φαίνονται σχεδόν ίδιες, απλές παραλλαγές στην προφορά και το έθιμο. Ωστόσο, παρατηρήστε προσεκτικά τους καρπούς που φέρουν αυτές οι δύο απαντήσεις στον κήπο της ύπαρξης. Το ένα ναι μπορεί να πηγάζει από γνήσια διορατικότητα, ενώ το άλλο απλώς αντηχεί τη γνώμη του πλήθους. Η μία επιβεβαίωση μπορεί να αναδύεται από τα βάθη της αυθεντικής κατανόησης, ενώ η άλλη αντιπροσωπεύει μόνο το εύθραυστο κέλυφος της κοινωνικής συμμόρφωσης.

 

Το χάσμα ανάμεσα σε αυτές τις φαινομενικά παρόμοιες απαντήσεις —ανάμεσα στην αυθεντική παρουσία και την απλή παράσταση— εκτείνεται πλατύτερα από την άβυσσο ανάμεσα σε ουρανό και γη. Σε αυτό το χάσμα βρίσκονται όλες οι λύπες και οι χαρές της ανθρώπινης ύπαρξης, όλες οι γνήσιες μεταμορφώσεις και οι κούφιες μιμήσεις, όλες οι πραγματικές συναντήσεις με το Θείο και τα αμέτρητα υποκατάστατα που προσφέρει ο πολιτισμός στη θέση της πραγματικής υπέρβασης.

 

Ο Καθολικός Φόβος και η Άπειρη Ερώτηση

 

Αυτό που η ανθρωπότητα φοβάται συλλογικά είναι πράγματι άξιο φόβου, διότι το ένστικτο του είδους περιέχει αρχαία σοφία που ο ατομικός λογικός νους δεν μπορεί πάντα να αντιληφθεί. Ωστόσο, αυτή η αναγνώριση ανοίγει σε ένα τοπίο τόσο απέραντο, τόσο ατέλειωτο στην ερωτηματικότητά του, που ο νους συνηθισμένος σε στέρεο έδαφος νιώθει ξαφνικά να αιωρείται πάνω από ένα άπειρο βάθος.

 

Πόσες ερωτήσεις αναδύονται όταν κάποιος αρχίζει πραγματικά να εξετάζει την ύπαρξη; Πόσες φιλοσοφικές έρευνες απαιτούν προσοχή; Πόσα πνευματικά παράδοξα παρουσιάζονται για στοχασμό; Το εύρος αυτών των ερωτήσεων εκτείνεται πέρα από κάθε μέτρο, απλώνεται σε εδάφη που η γλώσσα δεν μπορεί να χαρτογραφήσει και η λογική να πλοηγηθεί. Σχηματίζουν έναν ωκεανό χωρίς ακτή, και η ψυχή που τολμά να εισέλθει σε αυτά τα νερά πρέπει να μάθει να κολυμπά σε ένα μέσο όπου οι συνηθισμένοι νόμοι της νοητικής βαρύτητας δεν ισχύουν πλέον.

 

Ο μύστης κατανοεί ότι αυτό το απέραντο δεν προορίζεται να κατακτηθεί μέσω συστηματικής έρευνας ή να επιλυθεί με έξυπνη επιχειρηματολογία. Αυτές οι ερωτήσεις σχηματίζουν την ίδια την υφή της ύπαρξης — δεν είναι προβλήματα που απαιτούν λύσεις, αλλά μυστήρια που προσκαλούν συμμετοχή. Το να στέκεται κανείς μπροστά τους με σεβασμό, να νιώθει το βάρος και το βάθος τους χωρίς να βιάζεται να απαντήσει, είναι να υιοθετεί τη στάση της γνήσιας σοφίας.

 

Η Μοναχική Φιγούρα Ανάμεσα στους Ικανοποιημένους

 

Ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο συμπόσιο όπου πλήθη συγκεντρώνονται σε ικανοποίηση και απόλαυση. Γλεντοκοπούν με βεβαιότητες, πίνουν βαθιά από τα πηγάδια της συμβατικής επιτυχίας, στέκονται υψηλά σε πύργους επιτευγμάτων, επιθεωρώντας τα κτήματά τους στην άνοιξη της υλικής ευημερίας. Τα πρόσωπά τους λάμπουν με την αυτοπεποίθηση εκείνων που γνωρίζουν τη θέση τους, που έχουν εξασφαλίσει τις θέσεις τους, που προχωρούν με σαφή σκοπό και καθορισμένους στόχους.

 

Ωστόσο, μέσα σε αυτή την εορτή, βαδίζει μια μοναχική φιγούρα που φαίνεται νωθρή και ακίνητη. Αυτή φαίνεται ανεπηρέαστη από τις γιορτές, ανέγγιχτη από τον γενικό ενθουσιασμό, αδιάφορη προς τις ανταμοιβές που κινητοποιούν τους άλλους. Οι επιθυμίες που ωθούν τη συνηθισμένη φιλοδοξία δεν έχουν ακόμη ξυπνήσει σε αυτή την ψυχή, ή ίσως έχουν ξυπνήσει και απελευθερωθεί, επιστρέφοντας στη σιωπή από την οποία αναδύεται κάθε κίνηση.

 

Αυτή η φιγούρα μοιάζει με βρέφος που δεν έχει ακόμη μάθει να χαμογελά στα κατάλληλα κοινωνικά ερεθίσματα, που κοιτάζει τον κόσμο με μάτια που δεν έχουν ακόμη εκπαιδευτεί να βλέπουν αυτό που η κοινωνία επιμένει ότι υπάρχει. Υπάρχει κάτι πτοημένο σε αυτή την εμφάνιση, κάτι εγκαταλελειμμένο, σαν αυτός ο περιπλανώμενος να μην έχει σπίτι να επιστρέψει, καμία σταθερή διεύθυνση στη γεωγραφία των κοσμικών επιτευγμάτων. Ενώ οι άλλοι επιδεικνύουν την αφθονία τους, το «αρκετό και με το παραπάνω», αυτός φαίνεται να έχει χάσει τα πάντα — ή ίσως να μην κατείχε ποτέ τίποτα με την συμβατική έννοια.

 

Η Θεϊκή Μωρία

 

Ο νους αυτής της μοναχικής φιγούρας λειτουργεί διαφορετικά από τις λαμπρές διάνοιες που κατοικούν στην αγορά των ιδεών. Εκεί που η συνηθισμένη συνείδηση διακρίνει, διαιρεί και κρίνει οριστικά, αυτή η επίγνωση κατοικεί σε μια κατάσταση που φαίνεται χαοτική στην εξωτερική παρατήρηση. Είναι το χάος όχι της αταξίας αλλά της προ-τάξης, το γόνιμο κενό από το οποίο αναδύεται η γνήσια δημιουργία, το σκοτάδι που προηγείται και καθιστά δυνατή κάθε εκδήλωση φωτός.

 

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι λάμπουν με τη φωτεινότητα της αντανακλώμενης γνώσης, η νοημοσύνη τους γυαλίζει με δανεισμένες έννοιες και πρόβες συμπεράσματα. Φαίνονται γεμάτοι διάκριση, ικανοί να κάνουν λεπτές διακρίσεις και υποτίτλους επιχειρηματολογίες. Οι νοητικές τους ικανότητες λειτουργούν με εντυπωσιακή αποδοτικότητα, ταξινομώντας την εμπειρία σε τακτοποιημένες κατηγορίες, αρχειοθετώντας αντιλήψεις σε προκαθορισμένες δομές.

 

Αλλά ο μύστης φαίνεται σκοτεινιασμένος — τυλιγμένος σε ένα σκοτάδι που είναι στην πραγματικότητα ένα διαφορετικό είδος φωτισμού. Αυτός φαίνεται θαμπός και μπερδεμένος σύμφωνα με τα πρότυπα της κοσμικής εξυπνάδας, ανίκανος ή απρόθυμος να συμμετάσχει στις κοφτερές διακρίσεις που οι άλλοι κάνουν τόσο εύκολα. Είναι η θαμπάδα της βαθιάς απλότητας, η σύγχυση που αναδύεται όταν η συνείδηση αρνείται να κατακερματίσει την πραγματικότητα σε τεχνητές διαιρέσεις που κάνουν την συζήτηση εύκολη αλλά την αλήθεια άπιαστη.

 

Αυτή η φιγούρα φαίνεται να παρασύρεται σε μια απέραντη θάλασσα, να πλέει χωρίς σταθερό προορισμό, να ρίχνεται από ρεύματα που κινούνται σύμφωνα με νόμους πέρα από προσωπικό έλεγχο. Φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά για ξεκούραση, κανένα στέρεο έδαφος για να υψωθεί η σημαία της βεβαιότητας. Ενώ οι άλλοι κατέχουν σαφώς καθορισμένες σφαίρες δράσης — τις καριέρες τους, τα έργα τους, τους ρόλους τους στην κοινωνία — αυτός πλέει μέσα στην ύπαρξη φαινόμενος θαμπός και ανίκανος, σαν κάποιον από τα σύνορα που δεν έχει μάθει τους εκλεπτυσμένους τρόπους της μητρόπολης.

 

Η Θηλάζουσα Μητέρα

 

Ωστόσο, αυτή η διαφορά από το πλήθος δεν είναι τυχαία ή ατυχής — είναι το ίδιο το σημάδι ενός βαθιού προσανατολισμού προς την πηγή της ύπαρξης καθαυτήν. Αυτό που αυτή η μοναχική φιγούρα εκτιμά πάνω από όλα είναι η «θηλάζουσα μητέρα», εκείνη η πρωταρχική γενετική αρχή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτή η θηλάζουσα μητέρα είναι το Απόλυτο καθαυτό, συλληφθέν όχι ως μακρινή υπέρβαση αλλά ως οικεία τροφή, ως η ίδια η ουσία που συντηρεί τη συνείδηση από στιγμή σε στιγμή. Είναι το Τάο, ο Δρόμος, το έδαφος του είναι που δεν μπορεί να συλληφθεί από έννοιες αλλά αποκαλύπτεται συνεχώς σε όσους πλησιάζουν με άδεια χέρια και ανοιχτές καρδιές.

 

Το να εκτιμά κανείς αυτή τη θηλάζουσα μητέρα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από μια σχέση με την ιερή πηγή παρά με τα προϊόντα και τα παράγωγα που ρέουν από αυτήν. Σημαίνει να αναζητά τροφή στην αρχική πηγή παρά να γεμίζει τα δοχεία του σε δευτερεύοντα ρυάκια όπου το νερό έχει ήδη χάσει μέρος της φρεσκάδας και της ζωτικότητάς του. Σημαίνει να επιστρέφει, ξανά και ξανά, στο πρωταρχικό κενό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη πληρότητα, στη σιωπή που περιέχει όλη τη μουσική, στην ακινησία που περιλαμβάνει όλη την κίνηση.

 

Η Σοφία Πέρα από τη Σοφία

 

Αυτός ο προσανατολισμός προς την πηγή παρά προς τις εκδηλώσεις αντιπροσωπεύει μια σοφία που υπερβαίνει τη συνηθισμένη σοφία. Είναι η γνώση που αναδύεται από την άγνοια, η κατανόηση που ανθίζει από την απορία, η σαφήνεια που κρυσταλλώνεται από τη σύγχυση. Εκεί που η συμβατική σοφία συσσωρεύει γνώση, αυτή η βαθύτερη σοφία την απελευθερώνει. Εκεί που η συνηθισμένη νοημοσύνη κατασκευάζει περίτεχνα νοητικά συστήματα, αυτή η ιερή απλότητα τα διαλύει.

 

Ο μύστης αναγνωρίζει ότι κάθε πράξη μάθησης, κάθε προσθήκη στο απόθεμα της γνώσης, κάθε τελειοποίηση της διανοητικής δεξιότητας, μπορεί να γίνει άλλο ένα στρώμα διαχωρισμού από την άμεση εμπειρία της πραγματικότητας. Ο νους χτίζει τα κάστρα του από έννοιες και θεωρίες, και αυτές οι δομές, όσο κομψές και εντυπωσιακές, ρίχνουν σκιές που σκιάζουν την άμεση παρουσία του Θείου.

 

Έτσι, η πνευματική πορεία συχνά περιλαμβάνει μια προοδευτική απλοποίηση, μια απογύμνωση από τα συσσωρευμένα συντρίμμια της μάθησης μέχρι η συνείδηση να σταθεί γυμνή μπροστά στην ύπαρξη καθαυτήν. Αυτό δεν είναι αντι-διανοητισμός αλλά μια κίνηση προς μια νοημοσύνη πιο θεμελιώδη από τον διανοητικό νου, προς μια γνώση που δεν εξαρτάται από το να παραμένουν ο γνωρίζων και το γνωστό ξεχωριστά.

 

Η Ιερή Κενότητα

 

Στα βάθη της στοχαστικής πρακτικής, ο ασκούμενος ανακαλύπτει ένα κενό που είναι παραδόξως η πληρέστερη δυνατή κατάσταση. Αυτό δεν είναι το κενό της στέρησης αλλά το κενό της δυνατότητας — σαν το κοίλο ενός μπολ που το κάνει χρήσιμο, σαν τον χώρο μέσα σε ένα δωμάτιο που το κάνει κατοικήσιμο. Ο νους αδειασμένος από τις φρενήρεις συσσωρεύσεις του γίνεται δοχείο ικανό να δεχθεί το άπειρο.

 

Αυτό το κενό εκδηλώνεται ως ένα ιδιόμορφο είδος φτώχειας, μια πνευματική ένδεια που είναι ταυτόχρονα υπέρτατος πλούτος. Το να μην κατέχει κανείς τίποτα στο βασίλειο της εννοιολογικής βεβαιότητας σημαίνει να κατέχει τα πάντα στο βασίλειο της άμεσης παρουσίας. Το να μην διεκδικεί σταθερή θέση σημαίνει να είναι ελεύθερος να καταλάβει οποιαδήποτε θέση. Το να μην υπερασπίζεται καμία συγκεκριμένη ερμηνεία σημαίνει να παραμένει ανοιχτός στη συνεχή αποκάλυψη της αλήθειας.

 

Τα πλήθη προσκολλώνται στις κτήσεις τους — τις γνώμες τους, τις πεποιθήσεις τους, τις προσεκτικά κατασκευασμένες ταυτότητές τους — και σε αυτή την προσκόλληση βρίσκουν μια προσωρινή αίσθηση ασφάλειας. Αλλά ο μύστης απελευθερώνει αυτές τις κτήσεις και ανακαλύπτει στην απελευθέρωση μια ασφάλεια πολύ πιο βαθιά: την ασφάλεια εκείνου που αναπαύεται στην αγκαλιά της θηλάζουσας μητέρας, συντηρούμενος όχι από προσωπικό επίτευγμα αλλά από την άνευ όρων γενναιοδωρία της ύπαρξης καθαυτήν.

 

Η Πορεία της Ιερής Μωρίας

 

Το να βαδίζει κανείς αυτή την πορεία απαιτεί προθυμία να φαίνεται μωρός στα μάτια του κόσμου. Ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τη λαμπρή εμφάνιση της νοημοσύνης, να παραιτηθεί από την ικανοποίηση του να γίνεται κατανοητός και εγκρινόμενος από το πλήθος, να κατοικεί σε μια απλότητα που οι εκλεπτυσμένες διάνοιες ερμηνεύουν ως απλοϊκότητα.

 

Αυτή η ιερή μωρία δεν είναι η μωρία της άγνοιας αλλά η μωρία της υπερβαμένης γνώσης. Είναι η μωρία εκείνου που έχει περάσει μέσα από τη μάθηση και έχει αναδυθεί από την άλλη πλευρά, κουβαλώντας όχι το βάρος των συσσωρευμένων γεγονότων αλλά την ελαφρότητα της άμεσης αντίληψης. Είναι η μωρία που γιορτάζεται σε μυστικές παραδόσεις σε όλους τους πολιτισμούς — ο άγιος τρελός, ο θεϊκός ηλίθιος, ο αθώος του οποίου η απλότητα κρύβει υπέρτατη σοφία.

 

Οι λαμπροί και νοήμονες παραμένουν παγιδευμένοι στη φυλακή της δικής τους εξυπνάδας, ανίκανοι να αντιληφθούν πραγματικότητες που δεν ταιριάζουν στα εννοιολογικά τους πλαίσια. Αλλά ο φαινομενικά θαμπός και μπερδεμένος μύστης κινείται ελεύθερα μέσα σε διαστάσεις εμπειρίας που παραμένουν για πάντα κλειστές σε όσους επιμένουν να κατανοούν τα πάντα μέσω λογικής ανάλυσης.

 

Η Επιστροφή στις Αρχές

 

Στην καρδιά της μυστικής συνείδησης βρίσκεται μια συνεχής επιστροφή στις αρχές, ένα αέναο επιστρέφω στο σπίτι προς την πηγή. Αυτό δεν είναι παλινδρόμηση σε βρεφικές καταστάσεις αλλά ανάκτηση της παρθένας επίγνωσης που προηγείται της επικάλυψης από κοινωνική προσαρμογή και εννοιολογική μάθηση. Το βρέφος που δεν έχει ακόμη χαμογελάσει κοινωνικά χαμόγελα κατέχει μια ποιότητα καθαρής παρουσίας που οι ενήλικες έχουν γενικά χάσει — και την οποία ο μύστης επιδιώκει να ανακτήσει σε υψηλότερο επίπεδο ενσωμάτωσης.

 

Αυτή η επιστροφή απαιτεί απελευθέρωση όλων όσων έχουν αποκτηθεί στο ταξίδι μακριά από την πηγή. Κάθε επίτευγμα πρέπει να αφεθεί, κάθε ταυτότητα να αμφισβητηθεί, κάθε βεβαιότητα να παραδοθεί. Η πνευματική πορεία συχνά μοιάζει με συστηματική απώλεια όλων όσων ο κόσμος θεωρεί πολύτιμα — μέχρι ο αναζητητής να ανακαλύψει ότι αυτό που φαινόταν ως απώλεια ήταν στην πραγματικότητα απελευθέρωση, αυτό που έμοιαζε με φτώχεια ήταν απεριόριστος πλούτος.

 

Η θηλάζουσα μητέρα περιμένει όσους επιστρέφουν με άδεια χέρια. Δεν ζητά τίποτα από τα παιδιά της παρά να έρθουν όπως είναι, χωρίς προσποίηση ή παράσταση, χωρίς τις διακοσμημένες μάσκες που απαιτεί η κοινωνική ζωή. Τρέφει όχι σύμφωνα με αξία ή επίτευγμα αλλά σύμφωνα με ανάγκη και δεκτικότητα. Και η τροφή της ικανοποιεί με τρόπους που κανένα κοσμικό συμπόσιο δεν μπορεί ποτέ.

 

Η Ειρήνη Πέρα από την Κατανόηση

 

Στο τέλος, η σοφία της άγνοιας οδηγεί σε μια ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση — όχι επειδή είναι ακατανόητη αλλά επειδή υπερβαίνει τον τρόπο συνείδησης που επιδιώκει να κατανοήσει. Αυτή η ειρήνη αναδύεται όταν η φρενήρης αναζήτηση γνώσης παύει, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη κίνησή του και εγκαθίσταται σε νηνεμία, όταν η συνείδηση αναγνωρίζει τη φύση της ως καθρέφτη παρά ως συσσωρευτή.

 

Η φαινομενική νωθρότητα του μύστη κρύβει βαθιά ζωτικότητα. Η φαινομενική σύγχυσή του καλύπτει κρυστάλλινη σαφήνεια. Η φαινομενική φτώχεια του φιλοξενεί άπειρο πλούτο. Και η φαινομενική μωρία του αποδεικνύει σοφία που οι κοσμικά σοφοί δεν μπορούν να συλλάβουν.

 

Το να εκτιμά κανείς τη θηλάζουσα μητέρα πάνω από όλα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από σχέση με την ιερή πηγή. Σημαίνει να επιλέγει το είναι αντί του έχειν, την παρουσία αντί της συσσώρευσης, το βάθος αντί του πλάτους. Σημαίνει να αναγνωρίζει ότι τα προβλήματα που συνοδεύουν τη μάθηση δεν είναι τυχαία στη διαδικασία μάθησης αλλά εγγενή σε αυτήν — και ότι η αποκήρυξή τους ανοίγει μονοπάτια σε διαστάσεις κατανόησης που η εννοιολογική γνώση δεν μπορεί ποτέ να προσεγγίσει.

 

Αυτή είναι η πρόσκληση που απευθύνεται σε κάθε ψυχή: να απελευθερώσει το βάρος της συσσωρευμένης μάθησης, να αγκαλιάσει την ιερή φτώχεια του μη-γνωρίζειν, να εμπιστευθεί τη θηλάζουσα μητέρα που συντηρεί όλη την ύπαρξη. Σε αυτή την απελευθέρωση και αυτή την εμπιστοσύνη, η συνείδηση ανακαλύπτει την αληθινή της φύση ως αχώριστη από το Απόλυτο, ως πάντα ήδη βυθισμένη στην Θεϊκή παρουσία που καμία ποσότητα μάθησης δεν μπορεί να φέρει πιο κοντά και καμία ποσότητα άγνοιας να απομακρύνει.

 

Το πλήθος θα συνεχίσει τις γιορτές του, ασφαλές στις κτήσεις του και περήφανο για τα επιτεύγματά του. Αλλά η μοναχική φιγούρα θα συνεχίσει να πλέει στην άπειρη θάλασσα, φαινόμενη πτοημένη αλλά εσωτερικά συντηρούμενη, φαινόμενη να έχει χάσει τα πάντα αλλά στην πραγματικότητα να κατέχει το ένα απαραίτητο — την οικεία σύνδεση με την πηγή όλων όσων υπάρχουν.

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna - Chapter IV — The Language of the Ineffable
MONDAY, 23 March, 2026

1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

 

THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter IV — The Language of the Ineffable

I. The Wound That Speaks

There is a moment in Arjuna's lament when something shifts. It is subtle, almost imperceptible beneath the avalanche of his grief — yet the mystic who reads with unhurried attention will feel it, the way one feels the first tremor of an earthquake before the walls begin to move. It is the moment when Arjuna's grief ceases to be merely his own. When the personal dissolves, almost imperceptibly, into the universal. When the voice of one suffering man becomes, without his knowing it, the voice of all suffering humanity across every age and every tradition that has ever grappled with the terrible weight of being alive.

He has spoken of kingdoms and pleasures, of the emptiness of victory when the beloved are gone. He has named the beloved ones — Bheeshma, Drona, the grandfathers and teachers and kinsmen — and in the act of naming them, he has done something that language theorists would centuries later call a performative act: he has made them present. He has conjured them from the abstract mass of the opposing army into individual, irreplaceable, mortal faces. And in so doing, he has placed himself — and us, who read — at the precise point where the personal becomes cosmic.

For the wound that Arjuna articulates is not only the wound of a warrior who loves those he must fight. It is the wound that lives at the very center of conscious existence itself. The wound of awareness. The wound of being a creature luminous enough to love and fragile enough to lose. Every tradition that has descended into the depths of human experience has found this wound waiting there — not as an aberration, not as a problem to be solved, but as the very ground from which the spiritual life grows. It is the crack in the vessel through which, as the poet said, the light gets in.

II. When Words Reach Their Own Horizon

The Sanskrit tradition possesses a term of extraordinary resonance: anirvacaniya. It means, roughly, that which cannot be spoken — the ineffable, the unspeakable, the reality that stands forever beyond the reach of language's longest arm. The Upanishadic sages invoked it when they attempted to describe the nature of Brahman, the ultimate ground of being. They said: not this, not this — neti, neti — understanding that every positive description was also a limitation, that to name the infinite was already to diminish it. Better to circle the silence than to mistake the finger for the moon it points toward.

It is into this same territory of the unspeakable that Arjuna now stumbles — not through philosophical sophistication, but through the brute force of grief. His body speaks what his mind cannot formulate. His limbs tremble; his skin burns with an interior fire that has no external source; his renowned bow, an extension of his very identity as warrior and hero, slips from fingers that have held it steady against every earthly adversary. The body, in its ancient wisdom, knows what the mind is only beginning to suspect: that what is occurring cannot be contained within the categories of ordinary human experience. Something is breaking open that cannot be closed again.

This is the first language of the ineffable — the language of the body overwhelmed. Every tradition of genuine spiritual depth has recognized it. The Sufi poets wrote of the tavern and the wine, of drunkenness and dissolution, as metaphors for the states of being that accompany the approach of the Divine. The Christian mystics spoke of rapture, of the soul's swoon before the magnitude of what it encountered. The Zen masters recorded moments of sudden illumination — kensho, satori — in which the ordinary constructions of self and world were shattered beyond reconstruction. Always, beneath these accounts, runs the same thread: the body announces what the mind cannot yet say.

Arjuna's burning skin is thus not mere physiological distress. It is the body's testimony to a truth that the intellect will take the remaining seventeen chapters of the Gita to begin to approach. It is the flesh's way of saying: something absolute is near. Something that cannot be looked at directly, as one cannot look directly at the sun, but whose proximity is felt in every cell, whose light casts every ordinary thing into sudden and startling relief.

III. Grief as a Form of Knowledge

The philosophical traditions of the West have, until relatively recently, been suspicious of emotion as a vehicle of knowledge. Since at least the Platonic tradition, with its hierarchy that places reason above passion and the intellect above the body, there has been a persistent tendency to regard grief, fear, love, and longing as distortions of clear perception rather than modes of access to deeper truth. The sage, in this view, is the one who has transcended emotion — who stands above the turbulence of feeling in the serene atmosphere of pure reason.

But the mystical traditions — whether drawn from the Vedic East, the Sufi heart of Islam, the Kabbalistic depths of Judaism, or the apophatic streams of Christian contemplation — have known otherwise. They have understood that certain truths are accessible only through the dissolution of the rational ego, only in the states that pure reason cannot enter. Grief, in particular, has been recognized as one of the great openers — one of the experiences that, by stripping away the comfortable insulation of the ordinary self, exposes the raw nerve of deeper being.

When Arjuna grieves, he knows something he did not know before. Not something that can be formulated into a proposition and examined in the clear light of logic — but something felt, in the way one feels the weight of stone or the warmth of fire: immediately, bodily, undeniably. He knows the weight of love. He knows what it means that the beloved are mortal and that mortality is irrevocable. He knows — and this is perhaps the most vertiginous knowledge of all — that the self he has taken himself to be, the hero, the archer, the son of kings, is not sufficient to navigate what he now faces. This knowledge, born entirely from grief, is the indispensable precondition for everything the Gita will teach.

The great Sufi mystic Rumi opens his masterwork, the Masnavi, with the image of the reed flute crying for its origin, for the reed bed from which it was cut. The cry of the reed is the cry of the separated soul — and it is precisely this cry, this grief of separation, that is the beginning of the spiritual path. Not the absence of grief, but grief itself, fully felt and fully inhabited, becomes the vehicle of transformation. Arjuna's lament is his reed-cry. And like the reed's cry, it is simultaneously the expression of his wound and the first note of the music that will eventually heal it.

IV. The Collective Voice

There is a dimension to Arjuna's speech that unfolds slowly, like a landscape seen from a gradually ascending height. As one reads his words with sustained attention, one begins to notice that he has ceased to speak only for himself. His language has expanded beyond the personal into something wider — something that carries the resonance of all human lamentation, the accumulated sorrow of all the generations that have stood at the crossroads of love and duty, existence and annihilation.

When he speaks of the destruction of families, of the collapse of the ancient dharmic order, of ancestors wandering untended and traditions fraying at their edges — he enters the realm that the depth psychologist Carl Jung called the collective unconscious: that vast, shared substrate of human experience that underlies and precedes all individual identity. He is no longer merely Arjuna, the son of Pandu, standing on a particular battlefield on a particular morning in the ancient world. He is the voice of every civilization that has watched its coherence threatened. He is the voice of every child who has sensed the fragility of the world the elders built. He is the voice of every soul that has understood, with a cold clarity, that the structures by which human beings make sense of their existence are not permanent but constructed — and therefore capable of being unmade.

This widening of Arjuna's voice beyond the personal is itself a mystical phenomenon. The great teachers of the contemplative traditions — Meister Eckhart in the medieval Christian West, Ramana Maharshi in the modern Hindu East, Lao Tzu in the ancient Chinese tradition — have each pointed, in their different vocabularies, toward the same discovery: that when the individual self is sufficiently dissolved, what speaks through it is not merely an enlarged individual, but something genuinely transpersonal. Something that has always been there, beneath the noise of personal preoccupation — vast, still, and shared among all sentient beings.

Arjuna does not choose this expansion. It happens to him, as the most profound transformations always happen: not through an act of will, but through the collapse of the will's ordinary mechanisms. His ego, confronted with what it cannot manage, releases its grip on the personal story — and in that release, however involuntary and momentary, something larger speaks through him. His grief has become, without his intending it, a vehicle for the grief of the world.

V. Metaphor as the Mystic's Bridge

The mystical traditions have always understood that direct speech about ultimate reality is impossible — not because the traditions are evasive or obscure for its own sake, but because language is a tool fashioned from the materials of the ordinary world, and the territory it is here being asked to map exceeds the ordinary world in every dimension. The map is not the territory; and when the territory is infinite, the map must always acknowledge its own inadequacy.

This is why the great spiritual texts of humanity speak so largely in metaphor, symbol, and story. The Parables of the New Testament do not explain the Kingdom of Heaven — they approach it obliquely, through the unexpected logic of mustard seeds and lost coins and prodigal sons. The Sufi poets speak of wine and taverns and the Beloved's face, knowing that these images carry something that theological propositions cannot carry: the fragrance of the thing itself, as a word carries the ghost of what it names. The Upanishads offer their great equations — Tat tvam asi, That thou art — not as logical assertions to be debated but as meditative seeds to be planted in the soil of consciousness and watered with years of sustained contemplation.

Arjuna's language, in his moment of extremity, is also the language of metaphor — though he employs it unconsciously, under the pressure of experience rather than by the design of a skilled poet. His trembling limbs, his burning skin, his slipping bow — these are simultaneously literal and symbolic. They are the body's own metaphors for what the soul is undergoing. They say: the ordinary self is failing. They say: what I have built my life upon is insufficient for what I now face. They say: I am being asked to enter a country for which none of my maps have prepared me.

And in this very failure of his ordinary vocabulary, this collapse into the language of bodily sensation and raw emotion, Arjuna actually comes closer to the truth than he would have if he had remained composed, articulate, and masterful. The body, when language fails, does not become less expressive — it becomes more so. It speaks the dialect of the threshold: that ancient, pre-verbal tongue in which the soul's deepest recognitions have always been communicated. The trembling is a word. The burning is a word. The falling bow is a sentence that the most sophisticated philosophical treatise could not improve upon.

VI. The Silence That Awaits at the Edge of All Speaking

Every great mystical tradition contains, at its core, an understanding that the deepest truth lies not in speech but in silence. This is not the silence of emptiness or of the absence of meaning, but the silence that is so full of meaning that no finite arrangement of words can contain it. The Taoists called it wu — the void that is also the source of all things. The Christian apophatic mystics called it the Divine Darkness — not the darkness of ignorance, but the darkness of an excess of light beyond what the human eye can bear. The Buddhist traditions speak of sunyata, the emptiness that is also the ground of all form, the silence from which all sounds arise and to which all sounds return.

Arjuna's lament is moving, inexorably, toward this silence. Every word he speaks is a word spoken at the edge of what language can do. He is not merely describing his situation — he is being carried by his grief to the very frontier of articulable experience, to the place where words begin to dissolve into something larger than themselves. And when, at last, he lets the bow fall and sinks upon the seat of the chariot, when he runs out of words and his grief outstrips his ability to speak it — in that moment, the silence that follows is not the silence of defeat. It is the silence that has been waiting behind all the words, the silence that the words were always trying to approach, the silence in which something absolute can finally be heard.

This is why Krishna waits. He does not interrupt. He does not rush to fill the silence with reassurance or instruction. He holds the reins. He waits. And in his waiting, in his perfect, unhurried presence, there is a teaching that precedes all the teachings that will follow — a teaching that has no words because it is prior to words, because it is the ground from which words arise. It is the teaching of presence itself: that the Divine is here, always here, not distant and not withholding, but simply waiting, with the patience of eternity, for the moment when the speaking soul at last falls silent enough to listen.

And so Arjuna's language of the ineffable — his trembling, his burning, his grief-widened lament, his stumbling into metaphor, his final collapse into silence — is not the failure of communication. It is communication at its most essential. It is the soul speaking in the only way available to it at the edge of the ordinary world: not in propositions but in gestures, not in doctrine but in presence, not in answers but in the most honest of all questions — the question that arises not in the mind but in the whole being, the question that has no words because it does not need them, the question that is itself the beginning of the answer.

In the next chapter, we shall follow Arjuna into the silence — and attend, with him, to what at last begins to speak.

….

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στη Θλίψη του Αρτζούνα

Κεφάλαιο IV — Η Γλώσσα του Άρρητου

 

I. Η Πληγή που Μιλά

 

Υπάρχει μια στιγμή στο θρήνο του Αρτζούνα όπου κάτι αλλάζει. Είναι λεπτή, σχεδόν αδιόρατη κάτω από την χιονοστιβάδα της θλίψης του — ωστόσο ο μύστης που διαβάζει με αργή, ανυπόμονη προσοχή θα την αισθανθεί, όπως αισθάνεται κανείς τον πρώτο σεισμικό κραδασμό πριν αρχίσουν να κουνιούνται οι τοίχοι. Είναι η στιγμή που η θλίψη του Αρτζούνα παύει να είναι απλώς δική του. Όταν το προσωπικό διαλύεται, σχεδόν απαρατήρητα, στο καθολικό. Όταν η φωνή ενός πονεμένου ανθρώπου γίνεται, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει, η φωνή όλης της πονεμένης ανθρωπότητας σε κάθε εποχή και σε κάθε παράδοση που έχει ποτέ παλέψει με το τρομερό βάρος του να είναι κανείς ζωντανός.

 

Έχει μιλήσει για βασίλεια και ηδονές, για το κενό της νίκης όταν οι αγαπημένοι έχουν φύγει. Έχει ονοματίσει τους αγαπημένους — τον Μπχίσμα, τον Ντρόνα, τους παππούδες και τους δασκάλους και τους συγγενείς — και με την πράξη της ονομασίας έχει κάνει κάτι που αιώνες αργότερα οι θεωρητικοί της γλώσσας θα ονόμαζαν επιτελεστική πράξη: τους έχει κάνει παρόντες. Τους έχει ανακαλέσει από την αφηρημένη μάζα του αντίπαλου στρατού σε ατομικά, ασύγκριτα, θνητά πρόσωπα. Και κάνοντάς το αυτό, έχει τοποθετήσει τον εαυτό του — και εμάς που διαβάζουμε — στο ακριβές σημείο όπου το προσωπικό γίνεται κοσμικό.

 

Γιατί η πληγή που εκφράζει ο Αρτζούνα δεν είναι μόνο η πληγή ενός πολεμιστή που αγαπά αυτούς που πρέπει να πολεμήσει. Είναι η πληγή που ζει στο ίδιο το κέντρο της συνειδητής ύπαρξης. Η πληγή της επίγνωσης. Η πληγή του να είσαι πλάσμα αρκετά φωτεινό για να αγαπά και αρκετά εύθραυστο για να χάνει. Κάθε παράδοση που έχει κατέβει στα βάθη της ανθρώπινης εμπειρίας έχει βρει αυτή την πληγή να περιμένει εκεί — όχι ως ανωμαλία, όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως το ίδιο το έδαφος από το οποίο αναπτύσσεται η πνευματική ζωή. Είναι η ρωγμή στο δοχείο από την οποία, όπως είπε ο ποιητής, μπαίνει το φως.

 

II. Όταν οι Λέξεις Φτάνουν στον Ορίζοντά Τους

 

Η σανσκριτική παράδοση διαθέτει έναν όρο εξαιρετικής αντηχήσεως: anirvacaniya. Σημαίνει, περίπου, εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί — το άρρητο, το ανείπωτο, η πραγματικότητα που στέκεται για πάντα πέρα από το μακρύτερο χέρι της γλώσσας. Οι σοφοί των Ουπανισάδων τον επικαλούνταν όταν προσπαθούσαν να περιγράψουν τη φύση του Μπράχμαν, του έσχατου εδάφους της ύπαρξης. Έλεγαν: όχι αυτό, όχι αυτό — neti, neti — κατανοώντας ότι κάθε θετική περιγραφή ήταν ταυτόχρονα και περιορισμός, ότι το να ονομάσεις το άπειρο ήταν ήδη το να το μειώσεις. Καλύτερα να περιβάλλεις τη σιωπή παρά να μπερδέψεις το δάχτυλο με το φεγγάρι που δείχνει.

 

Σε αυτόν ακριβώς τον χώρο του ανείπωτου σκοντάφτει τώρα ο Αρτζούνα — όχι μέσα από φιλοσοφική εκλέπτυνση, αλλά μέσα από τη ωμή δύναμη της θλίψης. Το σώμα του λέει αυτό που ο νους του δεν μπορεί ακόμα να διατυπώσει. Τα μέλη του τρέμουν· το δέρμα του καίγεται από μια εσωτερική φωτιά που δεν έχει εξωτερική πηγή· το περίφημο τόξο του, προέκταση της ίδιας του της ταυτότητας ως πολεμιστή και ήρωα, γλιστρά από δάχτυλα που το κρατούσαν σταθερό απέναντι σε κάθε επίγειο αντίπαλο. Το σώμα, με την αρχαία του σοφία, γνωρίζει αυτό που ο νους μόλις αρχίζει να υποψιάζεται: ότι αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να χωρέσει στις κατηγορίες της συνηθισμένης ανθρώπινης εμπειρίας. Κάτι σπάει που δεν μπορεί πια να κλείσει.

 

Αυτή είναι η πρώτη γλώσσα του άρρητου — η γλώσσα του σώματος που υπερβαίνεται. Κάθε παράδοση γνήσιου πνευματικού βάθους την έχει αναγνωρίσει. Οι Σούφι ποιητές έγραφαν για το ταβερνάκι και το κρασί, για τη μέθη και τη διάλυση, ως μεταφορές για τις καταστάσεις του είναι που συνοδεύουν την προσέγγιση του Θείου. Οι χριστιανοί μύστες μιλούσαν για έκσταση, για την λιποθυμία της ψυχής μπροστά στο μέγεθος αυτού που συναντούσε. Οι δάσκαλοι του Ζεν κατέγραφαν στιγμές ξαφνικής φώτισης — kensho, satori — στις οποίες οι συνηθισμένες κατασκευές του εαυτού και του κόσμου συντρίβονταν πέρα από κάθε ανακατασκευή. Πάντοτε, κάτω από αυτές τις αφηγήσεις, τρέχει η ίδια κλωστή: το σώμα αναγγέλλει αυτό που ο νους δεν μπορεί ακόμα να πει.

 

Το καμένο δέρμα του Αρτζούνα δεν είναι λοιπόν απλή φυσιολογική ταλαιπωρία. Είναι η μαρτυρία του σώματος σε μια αλήθεια που ο νους θα χρειαστεί τα υπόλοιπα δεκαεπτά κεφάλαια της Γκίτα για να αρχίσει να την προσεγγίζει. Είναι ο τρόπος της σάρκας να πει: κάτι απόλυτο είναι κοντά. Κάτι που δεν μπορεί να κοιταχτεί κατευθείαν, όπως δεν μπορεί κανείς να κοιτάξει κατευθείαν τον ήλιο, αλλά η εγγύτητά του γίνεται αισθητή σε κάθε κύτταρο, το φως του ρίχνει κάθε συνηθισμένο πράγμα σε ξαφνική και συγκλονιστική ανακούφιση.

 

III. Η Θλίψη ως Μορφή Γνώσης

 

Οι φιλοσοφικές παραδόσεις της Δύσης, μέχρι πρόσφατα, ήταν καχύποπτες απέναντι στο συναίσθημα ως όχημα γνώσης. Από την πλατωνική παράδοση τουλάχιστον, με την ιεραρχία της που τοποθετεί τη λογική πάνω από το πάθος και τον νου πάνω από το σώμα, υπάρχει μια επίμονη τάση να θεωρούνται η θλίψη, ο φόβος, η αγάπη και η λαχτάρα ως διαστρεβλώσεις της καθαρής αντίληψης παρά ως τρόποι πρόσβασης σε βαθύτερη αλήθεια. Ο σοφός, σε αυτή την άποψη, είναι αυτός που έχει υπερβεί το συναίσθημα — που στέκεται πάνω από την ταραχή του συναισθήματος στην ήρεμη ατμόσφαιρα της καθαρής λογικής.

 

Αλλά οι μυστικές παραδόσεις — είτε από τον βεδικό  της Ανατολής, είτε από την καρδιά του Σουφισμού στο Ισλάμ, είτε από τα βάθη της Καμπάλα στον Ιουδαϊσμό, είτε από τις αποφατικές ροές της χριστιανικής θεωρίας — γνωρίζουν αλλιώς. Έχουν κατανοήσει ότι ορισμένες αλήθειες είναι προσιτές μόνο μέσα από τη διάλυση του λογικού εγώ, μόνο σε καταστάσεις που η καθαρή λογική δεν μπορεί να εισέλθει. Η θλίψη, ειδικά, έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους μεγάλους ανοίγοντες — μία από τις εμπειρίες που, απογυμνώνοντας την άνετη μόνωση του συνηθισμένου εαυτού, εκθέτει το ωμό νεύρο της βαθύτερης ύπαρξης.

 

Όταν ο Αρτζούνα θρηνεί, γνωρίζει κάτι που δεν γνώριζε πριν. Όχι κάτι που μπορεί να διατυπωθεί σε πρόταση και να εξεταστεί στο καθαρό φως της λογικής — αλλά κάτι που νιώθεται, όπως νιώθει κανείς το βάρος της πέτρας ή τη ζεστασιά της φωτιάς: αμέσως, σωματικά, αδιαμφισβήτητα. Γνωρίζει το βάρος της αγάπης. Γνωρίζει τι σημαίνει ότι οι αγαπημένοι είναι θνητοί και ότι η θνητότητα είναι αμετάκλητη. Γνωρίζει — και αυτή ίσως είναι η πιο ζαλιστική γνώση από όλες — ότι ο εαυτός που θεωρούσε τον εαυτό του, ο ήρωας, ο τοξότης, ο γιος βασιλιάδων, δεν επαρκεί για να περιηγηθεί σε αυτό που τώρα αντιμετωπίζει. Αυτή η γνώση, που γεννιέται εξ ολοκλήρου από τη θλίψη, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για όλα όσα θα διδάξει η Γκίτα.

 

Ο μεγάλος Σούφι μύστης Ρουμί ανοίγει το αριστούργημά του, το Μαθνάβι, με την εικόνα του καλαμιού-φλάουτου που κλαίει για την καταγωγή του, για το καλαμοβότανο από το οποίο κόπηκε. Το κλάμα του καλαμιού είναι το κλάμα της χωρισμένης ψυχής — και ακριβώς αυτό το κλάμα, αυτή η θλίψη του χωρισμού, είναι η αρχή του πνευματικού μονοπατιού. Όχι η απουσία θλίψης, αλλά η ίδια η θλίψη, πλήρως νιώθοντας και πλήρως κατοικούμενη, γίνεται το όχημα της μεταμόρφωσης. Ο θρήνος του Αρτζούνα είναι το κλάμα του καλαμιού του. Και όπως το κλάμα του καλαμιού, είναι ταυτόχρονα η έκφραση της πληγής του και η πρώτη νότα της μουσικής που τελικά θα την θεραπεύσει.

 

IV. Η Συλλογική Φωνή

 

Υπάρχει μια διάσταση στον λόγο του Αρτζούνα που ξεδιπλώνεται αργά, σαν τοπίο που φαίνεται από ύψος που ανεβαίνει σταδιακά. Καθώς κανείς διαβάζει τα λόγια του με παρατεταμένη προσοχή, αρχίζει να παρατηρεί ότι έχει πάψει να μιλά μόνο για τον εαυτό του. Η γλώσσα του έχει επεκταθεί πέρα από το προσωπικό σε κάτι ευρύτερο — σε κάτι που φέρει την αντήχηση όλου του ανθρώπινου θρήνου, της συσσωρευμένης θλίψης όλων των γενεών που στάθηκαν στο σταυροδρόμι της αγάπης και του καθήκοντος, της ύπαρξης και της αφανίσεως.

 

Όταν μιλά για την καταστροφή των οικογενειών, για την κατάρρευση της αρχαίας τάξης του ντάρμα, για τους προγόνους που περιπλανώνται αφρόντιστοι και τις παραδόσεις που ξεφτίζουν στις άκρες — εισέρχεται στον χώρο που ο ψυχολόγος του βάθους Καρλ Γιουνγκ ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο: αυτό το τεράστιο, κοινό υπόστρωμα της ανθρώπινης εμπειρίας που υποκρύπτεται και προηγείται κάθε ατομικής ταυτότητας. Δεν είναι πια απλώς ο Αρτζούνα, ο γιος του Πάντου, που στέκεται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο μάχης σε ένα συγκεκριμένο πρωινό του αρχαίου κόσμου. Είναι η φωνή κάθε πολιτισμού που έχει δει την συνοχή του να απειλείται. Είναι η φωνή κάθε παιδιού που έχει αισθανθεί την εύθραυστη φύση του κόσμου που έχτισαν οι μεγαλύτεροι. Είναι η φωνή κάθε ψυχής που έχει κατανοήσει, με κρύα διαύγεια, ότι οι δομές με τις οποίες οι άνθρωποι δίνουν νόημα στην ύπαρξή τους δεν είναι μόνιμες αλλά κατασκευασμένες — και επομένως ικανές να αποδομηθούν.

 

Αυτή η διεύρυνση της φωνής του Αρτζούνα πέρα από το προσωπικό είναι από μόνη της ένα μυστικό φαινόμενο. Οι μεγάλοι δάσκαλοι των θεωρητικών παραδόσεων — ο Μάιστερ Έκχαρτ στη μεσαιωνική χριστιανική Δύση, ο Ραμάνα Μαχάρσι στη σύγχρονη ινδουιστική Ανατολή, ο Λάο Τσε στην αρχαία κινεζική παράδοση — έχουν ο καθένας δείξει, με διαφορετικά λεξιλόγια, προς την ίδια ανακάλυψη: ότι όταν ο ατομικός εαυτός διαλύεται επαρκώς, αυτό που μιλά μέσα από αυτόν δεν είναι απλώς ένας διευρυμένος ατομικός, αλλά κάτι γνήσια υπερπροσωπικό. Κάτι που υπήρχε πάντοτε εκεί, κάτω από τον θόρυβο της προσωπικής ενασχόλησης — τεράστιο, ήσυχο και κοινό σε όλα τα αισθανόμενα όντα.

 

Ο Αρτζούνα δεν επιλέγει αυτή την επέκταση. Του συμβαίνει, όπως συμβαίνουν πάντοτε οι βαθύτερες μεταμορφώσεις: όχι μέσω πράξης βούλησης, αλλά μέσω της κατάρρευσης των συνηθισμένων μηχανισμών της βούλησης. Το εγώ του, αντιμέτωπο με αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί, αφήνει τη λαβή του από την προσωπική ιστορία — και σε αυτή την απελευθέρωση, όσο ακούσια και στιγμιαία, κάτι μεγαλύτερο μιλά μέσα από αυτόν. Η θλίψη του έχει γίνει, χωρίς να το επιδιώξει, όχημα για τη θλίψη του κόσμου.

 

V. Η Μεταφορά ως Γέφυρα του Μύστη

 

Οι μυστικές παραδόσεις έχουν πάντοτε κατανοήσει ότι η άμεση ομιλία για την έσχατη πραγματικότητα είναι αδύνατη — όχι επειδή οι παραδόσεις είναι ασαφείς ή σκοτεινές για χάρη της ασάφειας, αλλά επειδή η γλώσσα είναι εργαλείο φτιαγμένο από τα υλικά του συνηθισμένου κόσμου, και το έδαφος που καλείται εδώ να χαρτογραφήσει υπερβαίνει τον συνηθισμένο κόσμο σε κάθε διάσταση. Ο χάρτης δεν είναι το έδαφος· και όταν το έδαφος είναι άπειρο, ο χάρτης πρέπει πάντοτε να αναγνωρίζει την ίδια του την ανεπάρκεια.

 

Γι’ αυτό τα μεγάλα πνευματικά κείμενα της ανθρωπότητας μιλούν τόσο εκτενώς με μεταφορές, σύμβολα και ιστορίες. Οι Παραβολές της Καινής Διαθήκης δεν εξηγούν τη Βασιλεία των Ουρανών — την προσεγγίζουν πλάγια, μέσα από την απροσδόκητη λογική των κόκκων μουστάρδας, των χαμένων νομισμάτων και των άσωτων υιών. Οι Σούφι ποιητές μιλούν για κρασί και ταβέρνες και το πρόσωπο του Αγαπημένου, γνωρίζοντας ότι αυτές οι εικόνες μεταφέρουν κάτι που οι θεολογικές προτάσεις δεν μπορούν να μεταφέρουν: το άρωμα του ίδιου του πράγματος, όπως μια λέξη μεταφέρει το φάντασμα αυτού που ονομάζει. Οι Ουπανισάδες προσφέρουν τις μεγάλες εξισώσεις τους — Tat tvam asi, Αυτό είσαι εσύ — όχι ως λογικές βεβαιώσεις προς συζήτηση αλλά ως σπόρους διαλογισμού που πρέπει να φυτευτούν στο έδαφος της συνείδησης και να ποτιστούν με χρόνια παρατεταμένης περισυλλογής.

 

Η γλώσσα του Αρτζούνα, στη στιγμή της ακρότητάς του, είναι επίσης γλώσσα μεταφοράς — αν και τη χρησιμοποιεί ασυνείδητα, υπό την πίεση της εμπειρίας και όχι από σχεδιασμό έμπειρου ποιητή. Τα τρεμάμενα μέλη του, το καμένο δέρμα του, το γλιστρώντας τόξο του — αυτά είναι ταυτόχρονα κυριολεκτικά και συμβολικά. Είναι οι δικές του μεταφορές του σώματος για αυτό που υφίσταται η ψυχή. Λένε: ο συνηθισμένος εαυτός αποτυγχάνει. Λένε: αυτό πάνω στο οποίο έχτισα τη ζωή μου δεν επαρκεί για αυτό που τώρα αντιμετωπίζω. Λένε: μου ζητείται να εισέλθω σε μια χώρα για την οποία κανένας από τους χάρτες μου δεν με έχει προετοιμάσει.

 

Και σε αυτή ακριβώς την αποτυχία του συνηθισμένου του λεξιλογίου, σε αυτή την κατάρρευση στη γλώσσα της σωματικής αίσθησης και του ωμού συναισθήματος, ο Αρτζούνα στην πραγματικότητα πλησιάζει την αλήθεια περισσότερο απ’ ό,τι θα είχε κάνει αν παρέμενε ήρεμος, άρθρωτος και κυρίαρχος. Το σώμα, όταν η γλώσσα αποτυγχάνει, δεν γίνεται λιγότερο εκφραστικό — γίνεται περισσότερο. Μιλά τη διάλεκτο του κατωφλιού: αυτή την αρχαία, προ-λεκτική γλώσσα στην οποία έχουν πάντοτε επικοινωνηθεί οι βαθύτερες αναγνωρίσεις της ψυχής. Το τρέμουλο είναι μια λέξη. Το κάψιμο είναι μια λέξη. Το πεσμένο τόξο είναι μια πρόταση που η πιο εκλεπτυσμένη φιλοσοφική πραγματεία δεν θα μπορούσε να βελτιώσει.

 

VI. Η Σιωπή που Περιμένει στο Όριο Όλης της Ομιλίας

 

Κάθε μεγάλη μυστική παράδοση περιέχει, στον πυρήνα της, μια κατανόηση ότι η βαθύτερη αλήθεια βρίσκεται όχι στην ομιλία αλλά στη σιωπή. Δεν είναι αυτή η σιωπή της κενότητας ή της απουσίας νοήματος, αλλά η σιωπή που είναι τόσο γεμάτη νόημα ώστε καμία πεπερασμένη διάταξη λέξεων δεν μπορεί να την περιέχει. Οι Ταοϊστές την ονόμαζαν wu — το κενό που είναι ταυτόχρονα η πηγή όλων των πραγμάτων. Οι χριστιανοί αποφατικοί μύστες την ονόμαζαν Θεϊκό Σκοτάδι — όχι το σκοτάδι της άγνοιας, αλλά το σκοτάδι μιας υπερβολής φωτός πέρα από αυτό που μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο μάτι. Οι βουδιστικές παραδόσεις μιλούν για sunyata, την κενότητα που είναι ταυτόχρονα το έδαφος κάθε μορφής, τη σιωπή από την οποία αναδύονται όλοι οι ήχοι και στην οποία επιστρέφουν όλοι οι ήχοι.

 

Ο θρήνος του Αρτζούνα κινείται, ακαταμάχητα, προς αυτή τη σιωπή. Κάθε λέξη που λέει είναι μια λέξη ειπωμένη στο όριο αυτού που μπορεί να κάνει η γλώσσα. Δεν περιγράφει απλώς την κατάστασή του — μεταφέρεται από τη θλίψη του στο ίδιο το σύνορο της αρθρώσιμης εμπειρίας, στον τόπο όπου οι λέξεις αρχίζουν να διαλύονται σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Και όταν, τελικά, αφήνει το τόξο να πέσει και βυθίζεται στο κάθισμα του άρματος, όταν τελειώνουν οι λέξεις και η θλίψη του ξεπερνά την ικανότητά του να την εκφράσει — εκείνη τη στιγμή, η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι σιωπή ήττας. Είναι η σιωπή που περίμενε πίσω από όλες τις λέξεις, η σιωπή που οι λέξεις προσπαθούσαν πάντοτε να προσεγγίσουν, η σιωπή στην οποία κάτι απόλυτο μπορεί επιτέλους να ακουστεί.

 

Γι’ αυτό ο Κρίσνα περιμένει. Δεν διακόπτει. Δεν βιάζεται να γεμίσει τη σιωπή με καθησυχασμό ή οδηγία. Κρατά τα ηνία. Περιμένει. Και στην αναμονή του, στην τέλεια, αβίαστη παρουσία του, υπάρχει μια διδασκαλία που προηγείται όλων των διδασκαλιών που θα ακολουθήσουν — μια διδασκαλία που δεν έχει λέξεις επειδή είναι προγενέστερη των λέξεων, επειδή είναι το έδαφος από το οποίο αναδύονται οι λέξεις. Είναι η διδασκαλία της ίδιας της παρουσίας: ότι το Θείο είναι εδώ, πάντοτε εδώ, όχι μακρινό και όχι συγκρατημένο, αλλά απλώς περιμένει, με την υπομονή της αιωνιότητας, τη στιγμή που η ομιλούσα ψυχή θα σιωπήσει αρκετά ώστε να ακούσει.

 

Και έτσι η γλώσσα του άρρητου του Αρτζούνα — το τρέμουλό του, το κάψιμό του, ο θρήνος του που διευρύνθηκε από τη θλίψη, η πτώση του στη μεταφορά, η τελική του κατάρρευση στη σιωπή — δεν είναι αποτυχία επικοινωνίας. Είναι η επικοινωνία στην πιο ουσιαστική της μορφή. Είναι η ψυχή που μιλά με τον μόνο τρόπο που της είναι διαθέσιμος στο όριο του συνηθισμένου κόσμου: όχι με προτάσεις αλλά με χειρονομίες, όχι με δόγματα αλλά με παρουσία, όχι με απαντήσεις αλλά με την πιο ειλικρινή από όλες τις ερωτήσεις — την ερώτηση που αναδύεται όχι στο μυαλό αλλά σε όλο το είναι, την ερώτηση που δεν έχει λέξεις επειδή δεν τις χρειάζεται, την ερώτηση που είναι η ίδια η αρχή της απάντησης.

 

 

Στο επόμενο κεφάλαιο, θα ακολουθήσουμε τον Αρτζούνα στη σιωπή — και θα παρακολουθήσουμε, μαζί του, τι τελικά αρχίζει να μιλά.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

SYMBOLIC WORLDS

SYMBOLIC WORLDS
SHAMBHALA
WEDNESDAY, 25 March, 2026

Shambhala

 

The Kingdom Within — A Mystical Inquiry

On the hidden realm where time dissolves, the soul remembers, and silence speaks with a voice older than creation.

Descend

Chapter I

The Name That Cannot Be Spoken in Haste

There exists, in the vast architecture of human longing, a word that does not merely denote a place but opens something — a door set in the wall of ordinary consciousness, behind which the light is of a different quality altogether. That word is Shambhala. To speak it slowly, in stillness, is already to begin the journey it describes.

The Sanskrit root yields "place of happiness," or — more precisely, more tenderly — "place of peace." Yet no translation quite captures what the word carries in the silence between its syllables. Peace, in the deepest register in which Shambhala employs the word, is not the mere cessation of conflict. It is the original condition of the sky before the first cloud drifted across it: vast, luminous, indestructible, and — here is the paradox that lies at the heart of all mystical traditions — never truly absent.

Shambhala appears in the sacred literature of Vajrayana Buddhism, in the great streams of Hindu cosmology, and later, like a wind crossing cultural borders, in the Theosophical writings of the West. It is spoken of as a hidden kingdom — tucked beyond the northern face of the Himalayas in some accounts, suspended somewhere between geography and pure symbol in others. Its coordinates cannot be plotted on any map drawn by the hand of ambition. It reveals itself only to those who have learned to look with different eyes.

 To seek Shambhala on the surface of the earth is to chase the reflection of the moon across water — the image is real, the meaning is real, but the moon itself is elsewhere, and always overhead.

The great Kalachakra texts — those labyrinthine rivers of tantric wisdom composed around the tenth century of the common era — describe a kingdom of ninety-six provinces arranged in the form of a blooming lotus. At its centre reigns a line of thirty-two kings, the Kalkins, guardians of an unbroken transmission of enlightened knowledge. The last among them will emerge, so the prophecy promises, when the forces of ignorance have reached their fullest swell — and in one gesture of sacred clarity, will restore the original order of light. This is not merely political myth. It is cosmology dressed in the garments of history, whispering of something the soul already knows.

Chapter II

The Outer Form: A Kingdom Dressed in Light

In its outermost aspect — what the Tibetan teachers call the bāhya, the exterior face — Shambhala presents itself as a place. The traditions that preserve its memory speak of snow-crowned mountains encircling a valley of impossible beauty, where rivers move with the deliberateness of thought, where the air carries a kind of nourishment that has no equivalent in the diet of the ordinary world. It is a geography of the sacred imagination, and it performs the function all such geographies perform: it grants the pilgrim a direction.

One does not dismiss the outer image as mere fantasy. The outer is the first teacher. The Himalayan ranges that conceal and suggest Shambhala are themselves instructors — their silence is a curriculum, their scale a kind of sermon. Many souls across many centuries have set their faces northward, toward those impossible heights, drawn by something they could not name but could not ignore. That impulse is holy. Even if the journey ends at a mountain wall rather than a hidden gate, something essential has been engaged in the traveller: the willingness to move toward the sacred, to inconvenience the comfortable self on behalf of a longing deeper than comfort.

The Hindu streams add another colour to this outer vision. In the myth of Kalki — the tenth and final avatar of Vishnu, who is yet to come — Shambhala is the birthplace of the world's redeemer. When the Kali Yuga, the dark age of fragmentation and forgetting, has exhausted its course, Kalki will emerge from Shambhala on a white horse, carrying a blazing sword. He will not conquer with violence; he will conquer with the simple, overwhelming fact of truth reimposed upon a world that has wandered from it too long. The sword is light. The horse is grace. The rider is the part of the divine that never consented to sleep.

 Every tradition that has glimpsed eternity has also felt the need to place it somewhere — to give the infinite a longitude, to grant the absolute an address. Shambhala is that address.

Helena Blavatsky and Nicholas Roerich, in their separate and complementary ways, brought this vision into the Western imagination during the late nineteenth and early twentieth centuries. Roerich — painter, philosopher, and pilgrim — crossed Central Asia in what was both an expedition and a sacrament. He painted Shambhala's mountains in colours that do not belong entirely to the visible spectrum, as though his brushes had touched something the eye does not quite reach. He understood that the outer kingdom and the inner kingdom speak the same language, and that the language is beauty.

Chapter III

The Inner Map: The Kingdom of the Body's Silence

But the tradition does not permit the pilgrim to remain outside indefinitely. It turns, with great gentleness and great insistence, the pilgrim's gaze back toward herself. For in the Kalachakra system — that magnificent architecture of tantric wisdom — Shambhala is simultaneously the hidden kingdom beyond the mountains and the hidden kingdom within the body. The ādhyātmika, the inner level, reveals that the map drawn in scripture is also drawn, with perfect fidelity, in flesh and breath and consciousness.

The human body, in this vision, is no accidental arrangement of matter. It is a cosmos in miniature, a replica of the greater order compressed into the improbable miracle of a breathing, feeling being. Running through it — invisible to the dissecting eye but utterly apparent to the eye of contemplation — are the nāḍī: channels through which the vital current known as prāṇa flows like water through riverbeds carved by eons of living. Where these channels converge in their most significant gatherings, they form the cakra: centres of condensed energy that correspond to dimensions of experience, to qualities of consciousness, to the various aspects of the divine as it descends into manifestation.

The practitioner who enters this understanding does not leave her body to find Shambhala. She descends more fully into it. She follows the breath downward into the body's interior landscape, learning the geography of her own depths — the burning clarity at the heart's centre, the vast openness at the crown, the rooted gravity at the base where the serpent power coils in patient readiness. This is the inner journey: not an escape from embodiment but its fullest exploration.

 The breath is the ferry. The body is the river. And somewhere in the depths of the river, beneath the currents of thought and sensation, the kingdom waits — still, radiant, patient as stone.

In meditation — that ancient technology of interiority — the practitioner learns to still the winds of mental agitation until the channels of the subtle body run clear and unobstructed. What was turbulent becomes transparent. What was opaque becomes luminous. The experiences that arise in deep practice defy ordinary language: there is a quality of expansion without boundary, of warmth without source, of knowing without an object known. These are not hallucinations or poetic exaggerations. They are the authentic phenomenology of a consciousness approaching its own origin — approaching, that is, the innermost Shambhala.

Chapter IV

The Secret Face: Where the Seeker Becomes the Sought

And then — in the fullness of a ripened practice, in the grace-moment that no technique can manufacture but only prepare the ground for — there is the third level. The tradition names it guhya: the secret, the concealed. It names this level Vajra Shambhala — the adamantine, the indestructible, the very ground of mind that was never lost, never contaminated, never absent from itself even for the duration of a single breath.

This is the teaching that shatters the seeker's framework as dawn shatters darkness — not through violence, but through the simple, overwhelming fact of its own nature. The Dalai Lama, speaking with the precision that only profound experience can generate, has said plainly that Shambhala is "a pure land of the mind." Not a place the mind goes to. Not a reward the mind earns. A quality of mind that has always been present, waiting, with the infinite patience of space, to be recognised.

At this depth, the pilgrim discovers that what she was seeking was also what was seeking — that the longing for the sacred and the sacred itself were never two different things. The yearning for Shambhala is Shambhala reaching for itself through the instrument of a human heart. There is, at this level, no arrival, because there was never a departure. There is only the cessation of the story of separation, and in that cessation, a silence so complete it seems to ring like a bell heard at the edge of sleep.

 You have been the kingdom you were seeking. The wandering was not wasted. It was the long way home — and every step was already home, even when you could not recognise the threshold beneath your feet.

This is not solipsism. The realisation of the secret Shambhala does not collapse the world into the individual. It reveals, rather, that the individual was never as individual as she believed — that the clear light of awareness she discovers in her own depths is the same light that illuminates every consciousness, the same light that shines as compassion in every act of genuine tenderness, the same light that the mystics of all traditions, in all ages, have been attempting to describe with the limited implements of language. It is the light behind the sun, as Plotinus said. It is the silence behind all sound, as the Upanishads breathe. It is, as the Tibetan masters teach, rigpa: the naked, unmodified, self-aware quality of awareness itself.

Chapter V

The Universal Archetype: Every Tradition's Hidden Country

It would be a diminishment — a kind of spiritual provincialism — to confine the Shambhala archetype within a single tradition's vocabulary. The human soul, in every latitude and every century, has felt the pull of this same magnetic north. It has named the destination differently, dressed it in the imagery of its own landscape and mythology, but the longing is unmistakable in each case, and it points in the same direction.

In the Judeo-Christian imagination, there is the Garden of Eden — not as a place in geography but as a condition of consciousness that preceded the fall into self-consciousness, into the painful knowledge of separation from the divine ground. The longing for Eden is the longing for Shambhala: the desire to recover a wholeness that was lost, or that seems to have been lost, but that the mystics of every tradition insist was never truly taken away.

In the Celtic tradition, Avalon — that island at the world's edge where Arthur does not die but waits — carries the same freight of meaning. It is the place where the wound can be healed, where time operates differently, where the veil between the human and the divine is gossamer rather than stone. The Elysian Fields of the Greeks, the Thule of the Norse, the Agartha of the esoteric traditions — each is a coordinate in the same sacred map, a different name for the same impossible geography of perfection.

Plato's Atlantis, often read as history, is more fruitfully read as this same archetype: a civilisation that once embodied wisdom, that once ordered itself around the divine rather than around appetite, and whose memory haunts the present like the fragrance of a flower one cannot quite locate. The haunting is the teaching. What we cannot find in the external world — the perfect, the harmonious, the eternally ordered — we are invited to find within.

 Humanity does not invent these visions. It remembers them. And in the remembering, something essential is preserved — a knowledge of what is possible, a refusal to accept that the present condition is the final one.

This universality is not a dilution of any tradition's specificity. The Kalachakra system remains as precise and demanding as ever; the Hindu cosmology of the avatars retains its own integrity. But beneath the specific, the archetype operates like a deep river beneath diverse tributaries — giving sustenance without insisting on uniformity, nourishing each tradition from the same inexhaustible source. The source is the direct, immediate experience of the sacred: that encounter with a reality larger than the self, more luminous than thought, more intimate than breath.

Chapter VI

The Return: When the Journey Becomes the Destination

There is a teaching embedded in the very structure of the Shambhala mystery that is worth dwelling with, in stillness, at the end of this inquiry. It is this: the journey toward Shambhala and the arrival at Shambhala are not two separate events. They are the same event, seen from different angles. The outer quest — with all its difficulty, its disorientation, its descent into unfamiliar terrain — is itself the purification that makes the inner recognition possible. The wandering, in other words, is not a detour. It is the curriculum.

Every tradition that has taken this mystery seriously has understood that the path cannot be bypassed. One cannot leap to the secret level without having walked, however haltingly, through the outer and the inner. The outer gives the direction. The inner gives the method. The secret gives the recognition. And the recognition, when it comes, is not something new. It is the oldest thing there is — the awareness that was present before the first thought arose, before the first breath was drawn, before the first separation between self and world was imagined.

What Shambhala asks of the one who seeks it is not extraordinary ability. It asks for attention — the sustained, devoted, loving attention of a consciousness willing to stop running from itself. It asks for the willingness to sit with the unknown, to bear the discomfort of not-knowing, to trust that the silence that emerges when thought exhausts itself is not an absence but a presence. It asks, in the end, for what all genuine spiritual traditions ask: the willingness to be changed, not by acquiring something new, but by releasing the accumulated weight of what was never truly there.

 The deepest teaching of Shambhala is silence. Not the silence of the grave, but the silence of the sky — vast, clear, capable of containing all weather without being diminished by any of it. This is the silence of your own awareness, when it rests in itself.

And so the great wheel turns and arrives — as all genuine philosophical and spiritual enquiry eventually does — at the same still point. Shambhala is not north of the Himalayas, though it may feel that way when the longing first rises. It is not in the encoded channels of the subtle body, though the body's silence is one of its doors. It is not in any text, however luminous. It is at the centre — the unreachable, always-present, utterly available centre — of the one who reads these words. Not waiting to be found, but waiting to be recognised. Not hidden in some distant kingdom, but hidden in plain sight, in the only place it was never sought: the unwavering ground of awareness itself, before the seeking began.

Let this, then, be the final word — or rather, the final silence toward which all words gesture, as rivers gesture toward the sea they are already part of. You do not need to travel anywhere. Shambhala is already here, breathing with you, seeing through your eyes, present in the very recognition that something in you has always known this and has been, across all the long geography of a human life, slowly, quietly, and with extraordinary patience, returning home.

Śambhala  ·  The Place of Peace  ·  Already Here

Σαμπχάλα

 

Το Βασίλειο Εντός — Μια Μυστικιστική Αναζήτηση

 

Για τον κρυφό τόπο όπου ο χρόνος διαλύεται, η ψυχή θυμάται, και η σιωπή μιλά με φωνή παλαιότερη από τη Δημιουργία.

 

Κατάβαση

 

Κεφάλαιο Α΄

 

Το Όνομα που Δεν Μπορεί να Λεχθεί Βιαστικά

Υπάρχει, μέσα στη μεγαλειώδη αρχιτεκτονική του ανθρώπινου πόθου, μια λέξη που δεν ορίζει απλώς έναν τόπο αλλά ανοίγει κάτι — μια πόρτα χαραγμένη στο τείχος της καθημερινής συνείδησης, πίσω από την οποία το φως έχει εντελώς διαφορετική ποιότητα. Αυτή η λέξη είναι το Σαμπχάλα. Να το προφέρεις αργά, μέσα στη γαλήνη, είναι ήδη να αρχίζεις το ταξίδι που περιγράφει.

 

Η σανσκριτική ρίζα αποδίδει «τόπος ευτυχίας» ή — πιο ακριβώς, πιο τρυφερά — «τόπος ειρήνης». Ωστόσο, καμία μετάφραση δεν αποτυπώνει πλήρως το βάρος που κουβαλά η λέξη στη σιωπή ανάμεσα στις συλλαβές της. Η ειρήνη, στο βαθύτερο επίπεδο στο οποίο το Σαμπχάλα τη χρησιμοποιεί, δεν είναι απλώς η παύση της σύγκρουσης. Είναι η αρχέγονη κατάσταση του ουρανού προτού το πρώτο σύννεφο τον διασχίσει: απέραντη, φωτεινή, άφθαρτη, και — εδώ βρίσκεται το παράδοξο που κρύβεται στην καρδιά κάθε μυστικής παράδοσης — ποτέ πραγματικά απούσα.

 

Το Σαμπχάλα εμφανίζεται στην ιερή γραμματεία του Βαντζραγιάνα Βουδισμού, στα μεγάλα ρεύματα της ινδουιστικής κοσμολογίας και αργότερα, σαν άνεμος που διασχίζει πολιτισμικά σύνορα, στα θεοσοφικά γραπτά της Δύσης. Αναφέρεται ως ένα κρυφό βασίλειο — κρυμμένο πέρα από την βόρεια πλευρά των Ιμαλαΐων σε ορισμένες παραδόσεις, αιωρούμενο κάπου ανάμεσα στη γεωγραφία και το καθαρό σύμβολο σε άλλες. Οι συντεταγμένες του δεν μπορούν να σημειωθούν σε κανέναν χάρτη που σχεδιάστηκε από το χέρι της φιλοδοξίας. Αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που έχουν μάθει να βλέπουν με διαφορετικά μάτια.

 

Να αναζητάς το Σαμπχάλα στην επιφάνεια της γης είναι σαν να κυνηγάς την αντανάκλαση της σελήνης πάνω στο νερό — η εικόνα είναι αληθινή, η σημασία είναι αληθινή, αλλά η ίδια η σελήνη βρίσκεται αλλού, και πάντα ψηλά.

Τα μεγάλα κείμενα Καλάτσακρα — εκείνοι οι λαβυρινθώδεις ποταμοί της ταντρικής σοφίας που συντάχθηκαν γύρω στον δέκατο αιώνα της κοινής χρονολογίας — περιγράφουν ένα βασίλειο ενενήντα έξι επαρχιών σχηματισμένο όπως ένα άνθος λωτού. Στο κέντρο του βασιλεύει μια σειρά τριάντα δύο βασιλέων, των Κάλκιν, φυλάκων μιας αδιάκοπης παράδοσης φωτισμένης γνώσης. Ο τελευταίος εξ αυτών θα αναδυθεί, όπως υπόσχεται η προφητεία, όταν οι δυνάμεις της αμάθειας θα έχουν φτάσει στην πλήρη ακμή τους — και με μια χειρονομία ιερής σαφήνειας θα αποκαταστήσει την αρχέγονη τάξη του φωτός. Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικός μύθος. Είναι κοσμολογία ντυμένη με την ενδυμασία της ιστορίας, που ψιθυρίζει κάτι που η ψυχή ήδη γνωρίζει.

 

 

Κεφάλαιο Β΄

 

Η Εξωτερική Μορφή: Ένα Βασίλειο Ντυμένο στο Φως

 

Στην πιο εξωτερική του όψη — αυτό που οι Θιβετιανοί δάσκαλοι ονομάζουν bāhya, την εξωτερική πρόσοψη — το Σαμπχάλα παρουσιάζεται ως τόπος. Οι παραδόσεις που διατηρούν τη μνήμη του μιλούν για βουνά στεφανωμένα με χιόνι που περικλείουν μια κοιλάδα αδύνατης ομορφιάς, όπου τα ποτάμια κινούνται με την αυθεντικότητα της σκέψης, όπου ο αέρας κουβαλά ένα είδος τροφής που δεν έχει αντίστοιχο στη διατροφή του συνηθισμένου κόσμου. Είναι μια γεωγραφία της ιερής φαντασίας, και εκτελεί τη λειτουργία που εκτελούν όλες τέτοιες γεωγραφίες: χαρίζει στον προσκυνητή μια κατεύθυνση.

 

Κανείς δεν απορρίπτει την εξωτερική εικόνα ως απλή φαντασία. Το εξωτερικό είναι ο πρώτος δάσκαλος. Οι ιμαλαϊκές οροσειρές που αποκρύπτουν και υπονοούν το Σαμπχάλα είναι οι ίδιες διδάσκαλοι — η σιωπή τους είναι πρόγραμμα σπουδών, η κλίμακά τους ένα είδος κηρύγματος. Πολλές ψυχές σε πολλούς αιώνες έστρεψαν το πρόσωπό τους προς βορρά, προς εκείνα τα αδύνατα ύψη, τραβηγμένες από κάτι που δεν μπορούσαν να ονομάσουν αλλά δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Αυτή η παρόρμηση είναι αγία. Ακόμη κι αν το ταξίδι τελειώνει σε έναν βουνοτοίχο αντί σε μια κρυφή πύλη, κάτι ουσιώδες έχει κινητοποιηθεί στον ταξιδιώτη: η προθυμία να κινηθεί προς το ιερό, να ενοχλήσει τον άνετο εαυτό του για χάρη ενός πόθου βαθύτερου από την ευκολία.

 

Τα ινδουιστικά ρεύματα προσθέτουν άλλο χρώμα σε αυτή την εξωτερική όραση. Στον μύθο του Κάλκι — τη δέκατη και τελευταία ενσάρκωση του Βισνού, που δεν έχει ακόμα έρθει — το Σαμπχάλα είναι ο τόπος γέννησης του λυτρωτή του κόσμου. Όταν το Κάλι Γιούγκα, η σκοτεινή εποχή της κατακερματισμένης λήθης, εξαντλήσει την πορεία του, ο Κάλκι θα αναδυθεί από το Σαμπχάλα πάνω σε λευκό άλογο, κρατώντας ένα φλεγόμενο ξίφος. Δεν θα κατακτήσει με βία· θα κατακτήσει με την απλή, συντριπτική πραγματικότητα της αλήθειας που επιβάλλεται εκ νέου σε έναν κόσμο που έχει παρεκκλίνει από αυτήν για πολύ καιρό. Το ξίφος είναι φως. Το άλογο είναι χάρη. Ο αναβάτης είναι το μέρος του Θείου που δεν δέχτηκε ποτέ να κοιμηθεί.

 

Κάθε παράδοση που αντίκρισε έστω και για μια στιγμή την αιωνιότητα ένιωσε και την ανάγκη να της αποδώσει έναν τόπο — να δώσει στο άπειρο ένα γεωγραφικό μήκος, να χαρίσει στο απόλυτο μια διεύθυνση. Το Σαμπχάλα είναι αυτή η διεύθυνση.

Η Ελένα Μπλαβάτσκι και ο Νικολάι Ρέριχ, με τους χωριστούς και αλληλοσυμπληρούμενους τρόπους τους, έφεραν αυτή την όραση στη δυτική φαντασία κατά τα τέλη του δεκάτου ενάτου και τις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο Ρέριχ — ζωγράφος, φιλόσοφος και προσκυνητής — διέσχισε την Κεντρική Ασία σε μια αποστολή που ήταν ταυτόχρονα εξερεύνηση και ιερουργία. Ζωγράφισε τα βουνά του Σαμπχάλα με χρώματα που δεν ανήκουν ολοκληρωτικά στο ορατό φάσμα, σαν τα πινέλα του να είχαν αγγίξει κάτι που το μάτι δεν φτάνει ακριβώς. Κατάλαβε ότι το εξωτερικό βασίλειο και το εσωτερικό βασίλειο μιλούν την ίδια γλώσσα, και ότι αυτή η γλώσσα είναι η ομορφιά.

 

 

Κεφάλαιο Γ΄

 

Ο Εσωτερικός Χάρτης: Το Βασίλειο της Σιωπής του Σώματος

 

Αλλά η παράδοση δεν επιτρέπει στον προσκυνητή να παραμένει έξω επ' αόριστον. Στρέφει, με μεγάλη απαλότητα και μεγάλη επιμονή, το βλέμμα του προσκυνητή πίσω προς τον εαυτό του. Διότι στο σύστημα Καλάτσακρα — εκείνη η μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική της ταντρικής σοφίας — το Σαμπχάλα είναι ταυτόχρονα το κρυφό βασίλειο πέρα από τα βουνά και το κρυφό βασίλειο μέσα στο σώμα. Το ādhyātmika, το εσωτερικό επίπεδο, αποκαλύπτει ότι ο χάρτης που σχεδιάστηκε στη γραφή είναι επίσης σχεδιασμένος, με τέλεια πιστότητα, σε σάρκα, ανάσα και συνείδηση.

 

Το ανθρώπινο σώμα, σε αυτή την οπτική, δεν είναι μια τυχαία διάταξη ύλης. Είναι ένας κόσμος σε σμίκρυνση, ένα αντίγραφο της μεγαλύτερης τάξης συμπυκνωμένο στο απίθανο θαύμα ενός αναπνέοντος, αισθανόμενου όντος. Διατρέχουν το σώμα — αόρατα στο ανατομικό μάτι αλλά πλήρως εμφανή στο μάτι της ενατένισης — τα nāī: κανάλια μέσα από τα οποία το ζωτικό ρεύμα γνωστό ως prāṇa ρέει σαν νερό μέσα από κοίτες χαραγμένες από αιώνες ζωής. Εκεί όπου αυτά τα κανάλια συγκλίνουν στις πιο σημαντικές τους συνενώσεις, σχηματίζουν τα cakra: κέντρα συμπυκνωμένης ενέργειας που αντιστοιχούν σε διαστάσεις εμπειρίας, σε ποιότητες συνείδησης, στις διάφορες εκφάνσεις του Θείου καθώς κατεβαίνει στην εκδήλωση.

 

Ο ασκούμενος που εισέρχεται σε αυτή την κατανόηση δεν εγκαταλείπει το σώμα του για να βρει το Σαμπχάλα. Κατεβαίνει πιο πλήρως μέσα σε αυτό. Ακολουθεί την αναπνοή βαθιά στο εσωτερικό τοπίο του σώματος, μαθαίνοντας τη γεωγραφία των δικών του βαθών — τη φλεγόμενη διαύγεια στο κέντρο της καρδιάς, την απέραντη ανοιχτοσύνη στην κορυφή, τη ριζωμένη βαρύτητα στη βάση όπου η δύναμη του φιδιού περιελίσσεται σε υπομονετική ετοιμότητα. Αυτό είναι το εσωτερικό ταξίδι: όχι μια διαφυγή από την ενσάρκωση αλλά η πληρέστατη εξερεύνησή της.

 

Η αναπνοή είναι το πλοίο. Το σώμα είναι ο ποταμός. Και κάπου στα βάθη του ποταμού, κάτω από τα ρεύματα της σκέψης και της αίσθησης, το βασίλειο περιμένει — ακίνητο, φωτεινό, υπομονετικό σαν πέτρα.

Στον διαλογισμό — εκείνη την αρχαία τεχνολογία της εσωτερικότητας — ο ασκούμενος μαθαίνει να καταπραΰνει τους ανέμους της νοητικής αναταραχής ώσπου τα κανάλια του λεπτού σώματος να ρέουν καθαρά και απαλλαγμένα από εμπόδια. Αυτό που ήταν ταραγμένο γίνεται διαφανές. Αυτό που ήταν αδιαφανές γίνεται φωτεινό. Οι εμπειρίες που αναδύονται στη βαθιά πρακτική αψηφούν την κοινή γλώσσα: υπάρχει μια ποιότητα επέκτασης χωρίς όρια, θερμότητας χωρίς πηγή, γνώσης χωρίς αντικείμενο γνωστό. Αυτά δεν είναι ψευδαισθήσεις ή ποιητικές υπερβολές. Είναι η αυθεντική φαινομενολογία μιας συνείδησης που πλησιάζει τη δική της αρχή — που πλησιάζει, δηλαδή, το πιο εσωτερικό Σαμπχάλα.

 

 

Κεφάλαιο Δ΄

 

Το Μυστικό Πρόσωπο: Εκεί Όπου ο Αναζητητής Γίνεται το Ζητούμενο

 

Και τότε — στην πληρότητα μιας ωριμασμένης πρακτικής, στη στιγμή χάρης που καμία τεχνική δεν μπορεί να κατασκευάσει αλλά μόνο να προετοιμάσει το έδαφος — υπάρχει το τρίτο επίπεδο. Η παράδοση το ονομάζει guhya: το μυστικό, το κεκρυμμένο. Ονομάζει αυτό το επίπεδο Βάτζρα Σαμπχάλα — το αδαμάντινο, το άφθαρτο, το ίδιο το έδαφος του νου που δεν χάθηκε ποτέ, δεν μολύνθηκε ποτέ, δεν απουσίασε ποτέ από τον εαυτό του ούτε για τη διάρκεια μιας μόνης αναπνοής.

 

Αυτή είναι η διδασκαλία που συντρίβει το πλαίσιο του αναζητητή όπως η αυγή συντρίβει το σκοτάδι — όχι με βία, αλλά μέσα από την απλή, συντριπτική πραγματικότητα της ίδιας της φύσης της. Ο Δαλάι Λάμα, μιλώντας με την ακρίβεια που μόνο η βαθιά εμπειρία μπορεί να παράγει, έχει πει ξεκάθαρα ότι το Σαμπχάλα είναι «μια καθαρή χώρα του νου». Όχι ένας τόπος στον οποίο πηγαίνει ο νους. Όχι μια ανταμοιβή που κερδίζει ο νους. Μια ποιότητα νου που ήταν πάντα παρούσα, περιμένοντας, με την απέραντη υπομονή του διαστήματος, να αναγνωριστεί.

 

Σε αυτό το βάθος, ο προσκυνητής ανακαλύπτει ότι αυτό που αναζητούσε ήταν επίσης αυτό που αναζητά — ότι ο πόθος για το ιερό και το ίδιο το ιερό δεν ήταν ποτέ δύο διαφορετικά πράγματα. Ο πόθος για το Σαμπχάλα είναι το Σαμπχάλα που αναζητά τον εαυτό του μέσα από το εργαλείο μιας ανθρώπινης καρδιάς. Δεν υπάρχει, σε αυτό το επίπεδο, άφιξη, επειδή δεν υπήρξε ποτέ αναχώρηση. Υπάρχει μόνο η παύση της ιστορίας του χωρισμού, και σε αυτή την παύση, μια σιωπή τόσο πλήρης που φαίνεται να ηχεί σαν καμπάνα που ακούγεται στο χείλος του ύπνου.

 

Εσύ ήσουν το βασίλειο που αναζητούσες. Η πλάνη δεν ήταν χαμένη. Ήταν ο μακρύς δρόμος προς το σπίτι — και κάθε βήμα ήταν ήδη σπίτι, ακόμα κι όταν δεν μπορούσες να αναγνωρίσεις το κατώφλι κάτω από τα πόδια σου.

Αυτό δεν είναι σολιψισμός. Η συνειδητοποίηση του μυστικού Σαμπχάλα δεν συρρικνώνει τον κόσμο στο άτομο. Αποκαλύπτει, μάλλον, ότι το άτομο δεν ήταν ποτέ τόσο ατομικό όσο πίστευε — ότι το καθαρό φως της επίγνωσης που ανακαλύπτει στα δικά του βάθη είναι το ίδιο φως που φωτίζει κάθε συνείδηση, το ίδιο φως που λάμπει ως συμπόνια σε κάθε πράξη αληθινής τρυφερότητας, το ίδιο φως που οι μύστες όλων των παραδόσεων, σε όλες τις εποχές, προσπαθούσαν να περιγράψουν με τα περιορισμένα εργαλεία της γλώσσας. Είναι το φως πίσω από τον ήλιο, όπως είπε ο Πλωτίνος. Είναι η σιωπή πίσω από κάθε ήχο, όπως αναπνέουν οι Ουπανισάντ. Είναι, όπως διδάσκουν οι Θιβετιανοί δάσκαλοι, το rigpa: η γυμνή, αναλλοίωτη, αυτοεπίγνοστη ποιότητα της ίδιας της επίγνωσης.

 

 

Κεφάλαιο Ε΄

 

Το Οικουμενικό Αρχέτυπο: Η Κρυφή Χώρα Κάθε Παράδοσης

 

Θα ήταν μια υποτίμηση — ένα είδος πνευματικού επαρχιωτισμού — να περιορίσει κανείς το αρχέτυπο του Σαμπχάλα στο λεξιλόγιο μιας μόνο παράδοσης. Η ανθρώπινη ψυχή, σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε κάθε αιώνα, έχει νιώσει την έλξη αυτού του ίδιου μαγνητικού Βορρά. Έχει ονομάσει τον προορισμό διαφορετικά, τον έχει ντύσει με τις εικόνες του δικού της τοπίου και της δικής της μυθολογίας, αλλά ο πόθος είναι αναγνωρίσιμος σε κάθε περίπτωση, και δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση.

 

Στην ιουδαιο-χριστιανική φαντασία, υπάρχει ο Κήπος της Εδέμ — όχι ως τόπος στη γεωγραφία αλλά ως κατάσταση συνείδησης που προηγήθηκε της πτώσης στην αυτοσυνείδηση, στη οδυνηρή γνώση του χωρισμού από το θείο έδαφος. Ο πόθος για την Εδέμ είναι ο πόθος για το Σαμπχάλα: η επιθυμία να ανακτηθεί μια ολότητα που χάθηκε, ή που φαίνεται να χάθηκε, αλλά που οι μύστες κάθε παράδοσης επιμένουν ότι δεν αφαιρέθηκε ποτέ πραγματικά.

 

Στην κελτική παράδοση, το Άβαλον — εκείνο το νησί στην άκρη του κόσμου όπου ο Αρθούρος δεν πεθαίνει αλλά περιμένει — κουβαλά το ίδιο φορτίο νοήματος. Είναι ο τόπος όπου η πληγή μπορεί να θεραπευθεί, όπου ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά, όπου το πέπλο ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο είναι μεταξένιο αντί για πέτρα. Τα Ηλύσια Πεδία των αρχαίων Ελλήνων, η Θούλη των Νορβηγών, η Αγκάρθα των εσωτεριστικών παραδόσεων — καθένα είναι μια συντεταγμένη στον ίδιο ιερό χάρτη, ένα διαφορετικό όνομα για την ίδια αδύνατη γεωγραφία τελειότητας.

 

Η Ατλαντίδα του Πλάτωνα, που συχνά διαβάζεται ως ιστορία, διαβάζεται πιο γόνιμα ως αυτό το ίδιο αρχέτυπο: ένας πολιτισμός που κάποτε ενσάρκωνε τη σοφία, που κάποτε οργανωνόταν γύρω από το θείο αντί για την επιθυμία, και η μνήμη του οποίου στοιχειώνει το παρόν σαν το άρωμα ενός λουλουδιού που δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει ακριβώς. Η στοιχειωμένη αυτή παρουσία είναι η ίδια η διδασκαλία. Αυτό που δεν μπορούμε να βρούμε στον εξωτερικό κόσμο — το τέλειο, το αρμονικό, το αιωνίως ταξινομημένο — μας καλείται να το βρούμε εντός μας.

 

Η ανθρωπότητα δεν εφευρίσκει αυτές τις οράσεις. Τις θυμάται. Και στη ανάμνηση, κάτι ουσιώδες διατηρείται — μια γνώση για το τι είναι δυνατόν, μια άρνηση να αποδεχθεί ότι η παρούσα κατάσταση είναι η τελική.

Αυτή η οικουμενικότητα δεν είναι αραίωση της ιδιαιτερότητας καμιάς παράδοσης. Το σύστημα Καλάτσακρα παραμένει τόσο ακριβές και απαιτητικό όσο πάντα· η ινδουιστική κοσμολογία των αβατάρ διατηρεί τη δική της ακεραιότητα. Αλλά κάτω από το ειδικό, το αρχέτυπο λειτουργεί σαν ένας βαθύς ποταμός κάτω από διαφορετικούς παραπόταμους — δίνοντας τροφή χωρίς να επιμένει στην ομοιομορφία, τρέφοντας κάθε παράδοση από την ίδια αστείρευτη πηγή. Η πηγή είναι η άμεση, παρούσα εμπειρία του ιερού: εκείνη η συνάντηση με μια πραγματικότητα μεγαλύτερη από τον εαυτό, πιο φωτεινή από τη σκέψη, πιο οικεία από την αναπνοή.

 

 

Κεφάλαιο ΣΤ΄

 

Η Επιστροφή: Όταν το Ταξίδι Γίνεται ο Προορισμός

 

Υπάρχει μια διδασκαλία εντοιχισμένη στην ίδια τη δομή του μυστηρίου του Σαμπχάλα που αξίζει να στεκόμαστε με αυτή, μέσα στη γαλήνη, στο τέλος αυτής της αναζήτησης. Είναι η εξής: το ταξίδι προς το Σαμπχάλα και η άφιξη στο Σαμπχάλα δεν είναι δύο χωριστά γεγονότα. Είναι το ίδιο γεγονός, ορώμενο από διαφορετικές γωνίες. Η εξωτερική αναζήτηση — με όλη της τη δυσκολία, τον αποσυντονισμό, την κάθοδό της σε άγνωστο έδαφος — είναι η ίδια η κάθαρση που καθιστά δυνατή την εσωτερική αναγνώριση. Η πλάνη, με άλλα λόγια, δεν είναι παρέκκλιση. Είναι το πρόγραμμα σπουδών.

 

Κάθε παράδοση που έλαβε σοβαρά αυτό το μυστήριο κατάλαβε ότι η οδός δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Δεν μπορεί κανείς να αναπηδήσει στο μυστικό επίπεδο χωρίς να έχει βαδίσει, έστω και κλυδωνιζόμενος, μέσα από το εξωτερικό και το εσωτερικό. Το εξωτερικό δίνει την κατεύθυνση. Το εσωτερικό δίνει τη μέθοδο. Το μυστικό δίνει την αναγνώριση. Και η αναγνώριση, όταν έρθει, δεν είναι κάτι νέο. Είναι το παλαιότερο πράγμα που υπάρχει — η επίγνωση που ήταν παρούσα πριν από την πρώτη σκέψη, πριν από την πρώτη αναπνοή, πριν από τον πρώτο χωρισμό ανάμεσα σε εαυτό και κόσμο να φανταστεί κανείς.

 

Αυτό που το Σαμπχάλα ζητά από εκείνον που το αναζητά δεν είναι εξαιρετική ικανότητα. Ζητά προσοχή — την επίμονη, αφοσιωμένη, αγαπητική προσοχή μιας συνείδησης πρόθυμης να σταματήσει να φεύγει από τον εαυτό της. Ζητά την προθυμία να καθίσεις με το άγνωστο, να ανεχθείς την ενόχληση της μη-γνώσης, να εμπιστευτείς ότι η σιωπή που αναδύεται όταν η σκέψη εξαντλείται δεν είναι μια απουσία αλλά μια παρουσία. Ζητά, τελικά, αυτό που ζητούν όλες οι αληθινές πνευματικές παραδόσεις: την προθυμία να αλλάξεις, όχι αποκτώντας κάτι νέο, αλλά αποδεσμεύοντας το συσσωρευμένο βάρος αυτού που δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί.

 

Η βαθύτερη διδασκαλία του Σαμπχάλα είναι η σιωπή. Όχι η σιωπή του τάφου, αλλά η σιωπή του ουρανού — απέραντη, διαυγής, ικανή να περιέχει όλους τους καιρούς χωρίς να μειώνεται από κανέναν. Αυτή είναι η σιωπή της δικής σου επίγνωσης, όταν αναπαύεται στον εαυτό της.

Και έτσι ο μεγάλος τροχός στρέφεται και φθάνει — όπως κάθε αληθινή φιλοσοφική και πνευματική αναζήτηση τελικά κάνει — στο ίδιο ακίνητο σημείο. Το Σαμπχάλα δεν βρίσκεται βόρεια των Ιμαλαΐων, αν και μπορεί να το νιώθεις έτσι όταν ο πόθος αναδύεται για πρώτη φορά. Δεν βρίσκεται στα κωδικοποιημένα κανάλια του λεπτού σώματος, αν και η σιωπή του σώματος είναι μια από τις πόρτες του. Δεν βρίσκεται σε κανένα κείμενο, όσο φωτεινό κι αν είναι. Βρίσκεται στο κέντρο — το ανέφικτο, πάντα-παρόν, απολύτως-διαθέσιμο κέντρο — εκείνου που διαβάζει αυτές τις λέξεις. Δεν περιμένει να βρεθεί, αλλά περιμένει να αναγνωριστεί. Δεν κρύβεται σε κάποιο μακρινό βασίλειο, αλλά κρύβεται μπροστά στα μάτια μας, στο μοναδικό μέρος όπου δεν αναζητήθηκε ποτέ: το αμετακίνητο έδαφος της ίδιας της επίγνωσης, πριν η αναζήτηση αρχίσει.

 

Ας είναι αυτή, λοιπόν, η τελευταία λέξη — ή μάλλον, η τελευταία σιωπή προς την οποία κάθε λέξη χειρονομεί, όπως τα ποτάμια χειρονομούν προς τη θάλασσα που ήδη αποτελούν μέρος της. Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις πουθενά. Το Σαμπχάλα είναι ήδη εδώ, αναπνέει μαζί σου, βλέπει μέσα από τα μάτια σου, παρόν στην ίδια την αναγνώριση ότι κάτι μέσα σου το ήξερε πάντα αυτό και ήταν, μέσα σε ολόκληρη τη μακρά γεωγραφία μιας ανθρώπινης ζωής, σιγά-σιγά, ήσυχα, και με εξαιρετική υπομονή, επιστρέφοντας σπίτι.

 

 

Śambhala  ·  Ο Τόπος της Ειρήνης  ·  Ήδη Εδώ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~