CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
9. The Eternal Return: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
9. Η Αιώνια Επιστροφή: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 February, 2026

Sunday, November 24, 2019

Πραγματικότητα και σκέψη


Προσπαθούμε όσο πιο απλά μπορούμε και μέσω της σκέψης, των εννοιών των λέξεων, να εξηγήσουμε ότι στην πραγματικότητα η σκέψη είναι απλά μια συμβολική γλώσσα, δεν συλλαμβάνει την Πραγματικότητα. Χρειάζεται να πάμε πέρα από την σκέψη για να Αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά φυσικά περιστατικά. Με άλλα λόγια μόνο στην σιωπή της σκέψης αρχίζει η Αληθινή Εμπειρία της Ζωής, η Αληθινή Ζωή.
Αυτό που έχει σημασία είναι να Ζούμε, να Βιώνουμε την Πραγματικότητα, τα Φυσικά Περιστατικά… όχι να σκεφτόμαστε την Πραγματικότητα, μέσω των διανοητικών συμβόλων…
Από όσο αντιλαμβάνομαι (σε καθαρά βιωματικό επίπεδο κι όχι διανοητικό), Πραγματικότητα, Συνείδηση, Ύπαρξη, Ζωή, Επικοινωνία, Αγάπη, Πραγματική Επαφή (υπαρξιακή) με τους άλλους, όλα Αυτά είναι Συνώνυμα, Δείχνουν το Ίδιο Πράγμα… Είναι η σκέψη που τα ξεχωρίζει.
Και για να το εξηγήσω: Η Συνείδηση που Αντιλαμβάνεται είναι Μία. Αυτή η Συνείδηση δεν είναι κάτι διαφορετικό από την πραγματική συνείδηση του καθενός μας. Είμαστε Αυτό, είτε (σαν εγώ) το θέλουμε είτε όχι. Κι όταν η Συνείδηση (η συνείδηση του καθενός μας) λειτουργεί απλά, αντιλαμβάνεται ό,τι υπάρχει, ό,τι συμβαίνει. Σε Αυτή την Αντίληψη Όλα είναι Ένα, δεν υπάρχουν διαχωρισμοί… Όταν όμως λειτουργούμε μέσω της σκέψης τα πράγματα «φαίνονται» διαφορετικά. Κατ’ αρχήν η σκέψη δημιουργεί την αντίληψη ενός εγώ, διαχωρίζει το εγώ από τον κόσμο και βιώνουμε τη ζωή μέσα από αυτή την αντίθεση Σε αυτή την αντίληψη όλα γίνονται αντιληπτά μέσω της δυαδικότητας… Το εγώ διαχωρίζει τον εαυτό του από την Πραγματικότητα, από τον κόσμο, τους άλλους… Έτσι σιγά-σιγά γλιστράμε στην «πραγματικότητα της σκέψης», αντιλαμβανόμαστε πως αυτό που σκεφτόμαστε είναι η Πραγματικότητα.
Δεν αντιλαμβανόμαστε την παγίδα, ότι έχουμε γλιστρήσει από την Πραγματικότητα (την Αντίληψη των Φυσικών Περιστατικών), στον εικονικό κόσμο των εννοιών. Μπερδεύουμε το σύμβολο με το πράγμα, τον χάρτη με το έδαφος.
Όταν κοιτάζω έξω από το παράθυρό μου, 11.30 το πρωί, τη βροχή, αντιλαμβάνομαι το φυσικό περιστατικό, να πέφτει νερό από ψηλά, τίποτα άλλο: το φυσικό περιστατικό είναι το νερό που πέφτει, μια εικόνα, μια αίσθηση, μια αντίληψη αυτού που γίνεται. Μέχρις εδώ, τίποτα άλλο… Όταν όμως αρχίζω να σκέφτομαι ότι βρέχει, ότι η βροχή μου διέκοψε κάποια εργασία στη ταράτσα του σπιτιού, όταν σκέφτομαι το φαινόμενο της βροχής, την εξάτμιση του νερού, την δημιουργία των συννέφων, τη βροχή, κι ένα σωρό άλλα πράγματα, έχω γλιστρήσει στην «πραγματικότητα της σκέψης». Εδώ το φυσικό περιστατικό δεν είναι πλέον η βροχή, αλλά η σκέψη. Δεν ζω απλά το φυσικό περιστατικό. Το έχω μεταφέρει στο συμβολικό επίπεδο της σκέψης, αντιλαμβάνομαι το ιδεολογικό σύμβολο, όχι το φυσικό πράγμα.
Όταν αντιλαμβάνομαι την παγίδα στην οποία έπεσα, ότι το φυσικό γεγονός είναι η σκέψη κι όχι το φυσικό πράγμα, όταν καταλαβαίνω ότι σκέφτομαι και δεν ζω το φυσικό περιστατικό (της βροχής), απλά παύω να σκέφτομαι και ιδού, αντιλαμβάνομαι πάλι το νερό που πέφτει από ψηλά, τίποτα άλλο. Ανάμεσα σε μένα και την βροχή δεν υπάρχει διαχωρισμός, σύγκρουση, αποδέχομαι απλά το φυσικό περιστατικό.
Όταν βλέπω απλά βλέπω με την Μια Συνείδηση (που Είναι Όλα, όλοι μας, ο καθένας), όταν σκέφτομαι την πραγματικότητα, το γεγονός, τη βροχή, βλέπω μέσα από την σκέψη, βλέπω την σκέψη, το σύμβολο, όχι την Πραγματικότητα.


Τώρα, αν αυτό έγινε κατανοητό (έστω και διανοητικά) μπορούμε να κατανοήσουμε ότι αφού η Συνείδηση Είναι Μία κι  Όλα Είναι Ένα κι ότι ο διαχωρισμός είναι μια λειτουργία, κάτι τεχνητό, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι απλά να «εγκαταλείψουμε» την σκέψη, την παραποίηση της Πραγματικότητας. Πως; Μα δεν χρειάζεται προσπάθεια, κάθε προσπάθεια είναι επίσης σκέψη, επίσης παραποίηση της Πραγματικότητας. Τότε; Τίποτα, απλά τίποτα… Είναι όπως όταν μπαίνουμε στην θάλασσα, κάνοντας μυϊκή προσπάθεια βουλιάζουμε, εγκαταλείποντας τον εαυτό μας στην αγκαλιά της θάλασσας, το νερό μας ανυψώνει στην επιφάνεια… όλοι μας το έχουμε κάνει… Το ίδιο πράγμα γίνεται και στο ψυχολογικό επίπεδο. Όσο κάνουμε προσπάθεια μπλεκόμαστε στο δίχτυ της σκέψης… όταν τα «εγκαταλείπομε όλα», Αναδυόμαστε Στην Μοναδική Ουσία που Είναι Ουσία Όλων μας, έτσι απλά.
Στην πραγματικότητα είναι η σκέψη που διαχωρίζει τον (πλαστό) εαυτό, από την Πραγματικότητα, τον κόσμο, τους άλλους… είναι η σκέψη που ζητά την εξέλιξη, την φώτιση, την πραγματοποίηση κι όλα αυτά… αλλά όλα αυτά είναι φανταστικά, εκδηλώνονται στο χώρο της σκέψης.
Η Πραγματικότητα Είναι Αυτή Που Είναι, Είμαστε Αυτή η Πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσουμε κάτι. Η Πραγματικότητα, Υπάρχει, Είναι. Δεν γίνεται, δεν εξελίσσεται, δεν πραγματοποιείται.
Στην πραγματικότητα όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι μιλούν για την Ίδια Πραγματικότητα και Δείχνουν την Ίδια Πραγματικότητα, την υπέρβαση της παραμορφωτικής σκέψης… όταν εξοικειωθεί κάποιος με την φιλοσοφική σκέψη και τους φιλοσοφικούς όρους στις διάφορες παραδόσεις το καταλαβαίνει αυτό. Θέλω να πω πως δεν υπάρχει δυσκολία να επικοινωνήσουμε και να συνεννοηθούμε σε μια κοινή (φιλοσοφική) γλώσσα.
Όλα Είναι Ένα κι Όλα (στο Χώρο της Πραγματικότητας, όχι της σκέψης) είναι Συνώνυμα, Πραγματικότητα, Ύπαρξη, Ζωή, Επικοινωνία… Η Επικοινωνία είναι ακριβώς Εκδήλωση της Κοινής Ουσίας κι η Αγάπη η Πρακτική Έκφρασή της… οι άνθρωποι όμως που βιώνουν την Πραγματικότητα μέσα από την σκέψη, το εγώ, το προσωπικό συμφέρον κι όλες αυτές τις ανοησίες δεν κατανοούν την Ουσία της Αγάπης, βρίσκονται σε διαμάχη, σύγκρουση, σε πόλεμο.


Όσοι Αναδύονται στην Πραγματικότητα, στην Εμπειρία της Πραγματικότητας (όπου αντιλαμβάνονται πλέον καθαρά το τι συμβαίνει φτάνουν πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: «έτσι απλή είναι η πραγματικότητα γι' αυτό μας διαφεύγει».
Αν οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται την Πραγματικότητα είναι γιατί μετατοπίζουν την Αντίληψή τους προς την σκέψη, νομίζουν ότι μέσα από την σκέψη προσεγγίζουν την Πραγματικότητα…
Είναι σαν κάποιος να κοιτά με τα μάτια του τον κόσμο και μετά να φοράει γυαλιά χρωματιστά και να κοιτάει… ασφαλώς όλα θα του φαίνονται διαφορετικά. Το να φοράς γυαλιά – αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός – δεν είναι κακό, αρκεί να γνωρίζεις ότι φοράς γυαλιά. Όταν όμως τα φοράς χωρίς να το συνειδητοποιείς αναρωτιέσαι γιατί ο κόσμος έγινε ξαφνικά κόκκινος ή πράσινος ή κίτρινος…
Έτσι και με την σκέψη. Το να σκεφτόμαστε όταν χρειάζεται - αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός – δεν είναι κακό, μπορεί και να είναι χρήσιμο… αλλά πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι σκεφτόμαστε, γιατί αλλιώς βλέπουμε πράγματα που δεν υπάρχουν και πράγματα που υπάρχουν δεν τα αντιλαμβανόμαστε.

Sunday, November 17, 2019

Ο Άνθρωπος στην Ύπαρξη και στον Χρόνο


Μέσα μας, όταν Ανυψωνόμαστε Προς τον Θεό, την Πηγή των Πάντων, το Όριο Κάθε Εξέλιξης, μπορούμε να Βρούμε την Αληθινή Γνώση, Όλη την Γνώση.
Μπορεί η Αλήθεια να είναι Αιώνια και να Έχει Ήδη Διατυπωθεί… όμως προσεγγίζοντάς την ξανά και ξανά βοηθάμε στην διασαφήνισή της και στην κατανόησή της.
Ο Αληθινός Λόγος είναι σαν τον ορίζοντα, όσο βαδίζεις προς το μέρος του, τόσο απομακρύνεται. Έτσι και με το λόγο, όσο  προσεγγίζεις ένα θέμα τόσο ανοίγονται πλατύτερα πεδία διερεύνησης.
Δεν πρέπει να συγχέουμε τη Φυσική Πραγματικότητα, που Προσεγγίζεται όχι διανοητικά αλλά Μόνο Βιωματικά σαν Ενότητα των Πάντων, με τις ερμηνείες και τις λέξεις.
Παρόλα αυτά ο Λόγος μας δεν είναι μάταιος – κι ας ανήκει, σαν κάθε λόγο, στον κόσμο των ειδώλων – αντίθετα, είναι παρήγορος κι ελπιδοφόρος, ακόμα και γι’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν… γιατί Δείχνει Προς Την Αλήθεια.
Είναι τελικά θέμα λόγου, να εξηγήσεις, να συνεννοηθείς. Μερικές φορές όταν παίρνουμε τις ερμηνείες για την Πραγματικότητα και τις λέξεις για τα ίδια τα πράγματα, μπερδευόμαστε… τότε οι λέξεις γίνονται εμπόδιο.
Η Αληθινή Επικοινωνία είναι πέρα από λέξεις, όταν υπάρχει ανθρώπινο ενδιαφέρον, Αγάπη… Όταν μπορέσουμε να νοιώσουμε πέρα από τις λέξεις τον Αληθινό Άνθρωπο που Μιλάει και Καταθέτει την Κατανόησή του…
Πραγματικότητα είναι σε γενικές γραμμές τα Φυσικά Περιστατικά, κι Εδώ Περιλαμβάνονται Όλα, Όλα: Ποιος είπε ότι Θεός, Συνείδηση, πνεύμα, νους, ψυχή, ύλη (με ολόκληρο το σύμπαν),είναι πράγματα ξεχωριστά; Αυτό το λέει η ανθρώπινη σκέψη, η «ερμηνεία» που κάνει της Πραγματικότητας, που είναι μια «κατασκευή». Άλλο πράγμα η Πραγματικότητα, άλλο η «ερμηνεία».
Τι είναι ο άνθρωπος; Η Ίδια η Πραγματικότητα, γιατί δεν υπάρχει διαχωρισμός κανένας. Από τη Φύση του ο άνθρωπος είναι Όλα… αλλά στην «συμπεριφορά» του γίνεται κάτι άλλο, ό,τι θέλει, ανόητος, τυφλός, ζώο…
 Αν ο άνθρωπος αφήσει την Αληθινή Φύση να τον Καθοδηγήσει, θα τον καθοδηγήσει σωστά, απλά δεν το κάνει.
Ποιος είπε ότι πριν 500.000 χρόνια όταν ανέτειλε η «αυτοσυνείδηση» αυτό το ζώο δεν είχε  οράματα, αισθήματα, Αγάπη;. Ήταν Όλα, ακόμα και Αγάπη, αλλά πιο πολύ (οι πιο πολλοί) ήταν μόνο το ζώο.
Η Πραγματικότητα Είναι Αυτό που Είναι κι Είναι, Εδώ, Τώρα, δεν είναι αλλού… Ρέει Συνεχώς, αλλά Κάθε Στιγμή Εκπληρώνει το Σκοπό της.  Αυτά περί εξέλιξης, χρόνου, σκοπού της δημιουργίας, πορείας, ολοκλήρωσης του ανθρώπου, είναι όλα «όνειρα» στα πλαίσια της «ερμηνείας» της Πραγματικότητας… δεν ανήκουν στην Πραγματικότητα.
Ο άνθρωπος απλά πρέπει να Συνειδητοποιήσει ότι είναι η Πραγματικότητα, Όλη η Πραγματικότητα, Να Είναι Ένα με Όλα, να Ρέει Μαζί με τη Ζωή, Κάθε Στιγμή, στην Αιωνιότητα… είτε σαν ενσαρκωμένη οντότητα, είτε με όποια άλλη μορφή του δίνει η Ζωή… γιατί Ζωή δεν είναι μόνο η βιολογική ζωή, η Ζωή είναι Ύπαρξη, Κίνηση που Αυτοεκπληρώνεται Κάθε Στιγμή, στην Αιωνιότητα…
Έτσι  ούτε η Πραγματικότητα, ούτε ο Άνθρωπος (στη Φύση του) είναι πρόβλημα: Πρόβλημα είναι η «συμπεριφορά» του ανθρώπου, η «ανωριμότητά» του, η «βαρβαρότητά»… Όλα αυτά πηγάζουν από το απλό γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν Ζει στην Πραγματικότητα, την Πραγματικότητα, αλλά ζει στο μυαλό του, αυτά που σκέφτεται και κάνει, που δεν τον οδηγούν πουθενά, γιατί εξορισμού ζει «μέσα στο όνειρο».
Η ζωή είναι «συμβάντα», «διαδικασίες», δεν είναι θεωρίες και σχολιασμός της σκέψης…
Υπάρχει μια Ενιαία Πραγματικότητα, δεν υπάρχει διαχωρισμός…
Η   Ζωή Είναι Μία, δεν υπάρχει διαχωρισμός σε «Ζωή» και «Άσκηση» (Ενεργός προσοχή, Διαλογισμός, Προσευχή, - δεν εξετάζω ποιο περιεχόμενο θα δώσουμε).
Το να Ζούμε και το να ζούμε συνειδητά (ασκούμενοι, προσευχόμενοι, οτιδήποτε άλλο) δεν είναι το ίδιο; Είναι διαφορετικά πράγματα; Δηλαδή μπορεί κάποιος να πει, γενικώς ζω, αλλά κάθε μέρα, κάποια συγκεκριμένη ώρα, απομονώνομαι, προσεύχομαι, διαλογίζομαι, κάνω κάτι; Μπορούν ζωή και άσκηση να διαχωριστούν; Κι αν ναι τι γίνεται; Είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι, σε διαφορετικές καταστάσεις;
Πως αντιλαμβανόμαστε τον Άνθρωπο;
Αναφερόμαστε σε Ουσία, ύπαρξη, πνεύμα, λόγο, νου, ψυχή, βιολογικό σώμα… Πως ακριβώς ιεραρχούνται αυτές οι δυνάμεις-λειτουργίες μέσα στον άνθρωπο; Σε τι εξελίσσεται ο άνθρωπος; Πως Βιώνει την Πραγματικότητα, την Αληθινή Ουσία, ή πως επικοινωνεί με Αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν Ζωντανό Θεό;… Μπορεί να εξελιχθεί ο άνθρωπος, να γίνει σαν Αυτόν τον Θεό;… κι όλα αυτά, τα όντα, ο άνθρωπος, δεν Στηρίζονται και δεν Αναφέρονται στο Άγνωστο Όλο; (δεν έχει σημασία το Όνομα).
Πιστεύουμε ότι προορισμός του ανθρώπου – σαν είδος – είναι ο εξωτερικός κόσμος;
Η Συνείδηση που φυλακίστηκε μέσα στο βιολογικό σώμα, τι ακριβώς είναι; Άυλη ουσία, ενέργεια, παρουσία; Ή απλά προϊόν βιοχημικών διαδικασιών του εγκεφάλου; Επιβιώνει του θανάτου; Και μετά;
Δεν υπάρχει επικοινωνία ζωντανή με την Ανώτερη Πραγματικότητα; Μόνο μέσω κάποιων θεϊκών απεσταλμένων  (μεσολαβητών) υπάρχει κάποιου είδους «επαφή»;
Ο Αληθινός Άνθρωπος (Αυτός που θα προκύψει με την Εξέλιξη, ίσως σε χιλιετηρίδες, δεν ξέρω)  δεν μπορεί να περιοριστεί στο υλικό σύμπαν, όσο απέραντο κι αν φαίνεται σήμερα (γιατί δεν έχουμε γνώση και τεχνολογία – όχι ανθρώπινη τεχνολογία, κάτι διαφορετικό).
Το σύμπαν είναι πολύ μικρό για να χωρέσει τα «όνειρά» μας.
Η Εξέλιξη του Ανθρώπου και το εξελικτικό βήμα προς την «θέωση – φώτιση» συμβαίνει μέσα στον φυσικό χώρο;
Η Συνείδηση θα συνδέεται πάντα με κάποιο σώμα; φυσικό σώμα;
Η Συνείδηση δεν είναι (σαν παρουσία, δραστηριότητα, ενέργεια) κάτι διαφορετικό από το σώμα που μπορεί να απελευθερωθεί και να συνεχίσει την εξέλιξή της σε άυλους κόσμους;
Ανεξάρτητα από την εξέλιξη της ανθρωπότητας και το εξελικτικό στάδιο που βρίσκεται τώρα, υπάρχει για κάθε οντότητα μια ατομική πορεία, μια προσωπική εξέλιξη, που μπορεί και να μην συμβαδίζει με την εποχή του. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι πολύ πιο μπροστά από την εποχή τους ή δικαιώνονται μετά από αιώνες…
Κάποιος που σήμερα ψάχνει να βρει την αλήθεια δεν θα πρέπει να ακολουθήσει ένα προσωπικό δρόμο, να ανοίξει μόνος του το μονοπάτι;
Και με ποιο τρόπο εξελίσσεται η συνείδηση; Και πως απελευθερώνεται;
Αν κάποιος δεν στηριχτεί σε ό,τι ο ίδιος Βιώνει, στην Εμπειρία της Ζωής που Αποκομίζει, στην Κατανόηση που κατακτά, από πού μπορεί να δεχθεί βοήθεια;
Τελικά η Αλήθεια, η Γνώση, η Ελευθερία, δεν είναι πέρα από όλη την ηλιθιότητα που συσσώρευσε ο άνθρωπος;
Η Φώτιση, η Απελευθέρωση δεν είναι έξω από τον χρόνο των ανθρώπων; Γιατί πρέπει ο Θεός να ασχολείται με το υλικό σύμπαν κι ένα ασήμαντο πλανήτη, τη γη; Γιατί οι άνθρωποι να μην επιστρέψουν στους άυλους κόσμους από όπου ίσως προήλθαν;… Επειδή η «Συνείδηση» έχει Θεϊκή Καταγωγή και δεν είναι η γη η αληθινή κατοικία της.
Τελικά το Μήνυμα της Ανώτερης Δύναμης είναι να αποκατασταθεί η τάξη εδώ, στη γη; Ή όσοι είναι άξιοι να επιστρέψουν στον Οίκο του Πατέρα τους;
Δεν ξέρω… Απλά αναρωτιέμαι.
Ο κόσμος δεν έχει γιατρειά.
Πρέπει να μιλάμε τη Γλώσσα της Αλήθειας.
Η Αλήθεια δεν έχει σκληρή γλώσσα. Η Αλήθεια είναι Αλήθεια, τίποτα περισσότερο.
Κι ασφαλώς όλοι οι άνθρωποι που βλέπουν την Αλήθεια από Κάπου αλλού Φωτίζονται κι Εμπνέονται.
Τελικά τι μπορεί να γίνει πρακτικά; Με συγκεκριμένες δράσεις. Με διαπιστώσεις, ανεφάρμοστες προτάσσεις, με ευχές, με ελπίδα ότι θα έρθει βοήθεια από αλλού, δεν προχωράει η ζωή… δεν προχωράει.
Δεν λέω πως πρέπει να «μεταναστεύσουμε» είτε σε άλλο «τόπο», είτε στην «φαντασία». Λέω πως πρέπει να είμαστε εδώ. Να κάνουμε τι;
Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι βολεμένοι σε αυτή την κατάσταση της άγνοιας (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο), στηρίζουν ή αποδέχονται αυτή την κατάσταση. Δεν είναι ότι δεν βλέπουν, δεν ακούνε ή ότι αδιαφορούν. Αποδέχονται. Καταλαβαίνουμε πόσο εφιαλτικό είναι αυτό; Θα τους σώσει κάποιος με το ζόρι; Δεν θέλουν.
Και ξανακάνουμε κύκλο και ξαναρχόμαστε στην ίδια ερώτηση. Θα προχωρήσουμε με ποιους; Με τους σύγχρονους ανθρώπους; Ζούμε στον πλανήτη των Homo simian. Κι οι Σοφοί Χάθηκαν στη σκόνη του χρόνου.
Η Αλήθεια Είναι Πάντα Εδώ, Τώρα. Δεν είναι αλλού, ούτε στο μέλλον.


Sunday, November 10, 2019

ΔΕΛΦΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ Δ΄


Η Εσωτερική Παράδοση, (Η Εσωτερική Πληροφόρηση)
Δελφική Λατρεία
 Ο Ιερός Χρόνος, το Ιερό Έτος
Δελφική Λατρεία, το Κέντρο, το Μυστικό Λίκνο, το Μυστήριο της Παλιγγενεσίας
Χάος, Νύχτα, Έρεβος, Τάρταρα, οι Κοσμικές περιοχές
Γέννηση του Όντος (Ψυχής), ο Ζαγρέας, η Διάσπαση κι η Ενότητα, το Λίκνο Κάνιστρο
Απόλλων, το Φως και το Σκοτάδι, ο Πύθων, (η Επανάληψη της νίκης του Απόλλωνα με την τελετουργική επανάληψη και την μνήμη)
Οι Κατώτεροι Κόσμοι (στα Τάρταρα)
Τα Ιερά και τα Όσια, το βέβηλο, το κοσμικό.
Ο Άχρονος Χρόνος (Α&Ω)
Τα Υπέρτατα Μυστήρια στους Δελφούς
Η Διάταξη των Μυστηρίων στο Έτος. Ηλιοστάσια και Ισημερίες.
Τα Φανερά Μικρά Μυστήρια της Άνοιξης
Οι Μυστικές Τελετές του Θέρους
Τα Απόκρυφα Μυστήρια του Φθινοπώρου
Η Υπέρτατη Μύηση του Χειμερινού Ηλιοστασίου

Η Τελική Μύηση

Συμβαίνει συχνά όταν μιλάμε για το Υπερβατικό ή προσπαθούμε να εξηγήσουμε τι συμβαίνει στην Εσωτερική Εμπειρία (των Ανώτερων Καταστάσεων της Ψυχής, της Συνείδησης, της Επίγνωσης) να επανερχόμαστε σε ένα θέμα. Αν κάποιος διαβάζει επιπόλαια νομίζει ότι επαναλαμβανόμαστε, ότι επαναλαμβάνουμε τις ίδιες πληροφορίες. Στην πραγματικότητα «φωτίζουμε» το θέμα από μια άλλη, ανώτερη προοπτική. Καθώς η Συνείδηση Μετουσιώνεται (ή Κατανοεί πιο Βαθιά) βλέπει διαφορετικά. Ένας Μύστης που έχει Ελευθερωθεί, που έχει Εμπειρία των πιο Εσωτερικών Ανωτέρων Καταστάσεων βλέπει διαφορετικά από τον μύστη που βρίσκεται στην «Διαδικασία της Απόσυρσης». Άλλωστε αν ο Σκοπός είναι η Βίωση του Αληθινού Άχρονου Εαυτού, της Υπέρτατης Φύσης μας, της Αληθινής Ουσίας της Ψυχής (που Είμαστε Εμείς), ο Στόχος είναι ακριβώς να Διευρυνθεί (ή να Βαθύνει ή να Ελευθερωθεί) η Συνείδηση για να Δούμε διαφορετικά, από μια ανώτερη σκοπιά.
Κι όσο πλησιάζουμε προς το Υπέρτατο Βίωμα της Πραγματικότητας, την Υπέρτατη Μυστική Εμπειρία, Βλέπουμε (και προσπαθούμε να εξηγήσουμε) όπως ο Μύστης, όπως έβλεπαν οι Μύστες του Απόλλωνα στους Δελφούς, για πολλούς αιώνες. Η Διδασκαλία, η Παράδοση που διαμόρφωσαν δεν χάθηκε παρά μόνο από την επιφάνεια της ιστορίας, δηλαδή από την περιοχή που εποπτεύουν, που βλέπουν και σχολιάζουν οι άνθρωποι της ιστορίας. Η Μυστική Παράδοση είναι ζωντανή όμως σε Μυστικούς Κύκλους και φτάνει μέχρι σήμερα και θα μεταδίδεται πάντα.


Ο Ιερός Βίος, Πνευματική Αποχή, Περισυλλογή, Αποθέωση

Σύμφωνα με την Ορφική Διδασκαλία που Βίωναν οι Μύστες των Δελφών, Υπάρχει Μία Πραγματικότητα, Μία φύση, Μία ψυχή, που τα Περιλαμβάνει όλα. Είναι το Βάθος της Ύπαρξης, όλων των όντων. Όλα τα όντα, κάθε ον, είναι στην Βαθύτερη Ουσία του Αυτό, πέρα από τις επιφανειακές ιδιότητες, δραστηριότητες ή εμφανίσεις του. Έτσι Εκ Φύσεως, από την Αρχή και για Πάντα, Είμαστε Αυτό, ανεξάρτητα από το αν το αντιλαμβανόμαστε, τι αντιλαμβανόμαστε, πως το αντιλαμβανόμαστε. Αν λοιπόν (έτσι κι αλλιώς) Είμαστε Αυτό, τι νόημα έχει να μιλάμε για Διαφώτιση, για Απελευθέρωση, για Πραγματοποίηση; Τι εννοούμε; Πως τα εννοούμε όλα αυτά; Στην πραγματικότητα όλα τα όντα που βιώνουν (μέσα στην Δημιουργία) την περιορισμένη ύπαρξη δεν είναι Εδραιωμένα στο Βάθος, στο Κέντρο της Ύπαρξης κι είναι αποροφημένα σε περιφερειακές δραστηριότητες και βιώνουν έτσι μια ιδιαίτερη κατάσταση και πραγματικότητα. Έτσι η Αληθινή Ουσία, το Βάθος της Ύπαρξης, δεν είναι Αφυπνισμένο, Ενεργοποιημένο, Υπάρχει σαν Υπόβαθρο της Ύπαρξης, κάθε ύπαρξης, αλλά είναι «Αδρανές» γιατί η προσοχή στρέφεται αλλού. Έτσι, κάθε ον, κάθε άνθρωπος, στην παρούσα, δεδομένη κατάστασή του, είναι ήδη μέσα στην διαδικασία της απορόφησης, στην αυταπάτη μιας ιδιαίτερης, ξεχωριστής ζωής. Βιώνει μια κατάσταση που οφείλεται ασφαλώς σε μια προηγούμενη «δραστηριότητα» που ανιχνεύεται σε προηγούμενη ύπαρξη, σε άλλους κόσμους. Το γεγονός είναι ότι δεν είμαστε τυχαία «εδώ». Αλλά που είμαστε; Μέσα στο Εδώ της Πραγματικότητας, υπάρχουν διάφορα πεδία ύπαρξης και διάφορα επίπεδα επίγνωσης και κατανόησης. Όταν η Ψυχή,  η Συνείδηση, Διευρύνεται, Βαθαίνει η Επίγνωση κι Ολοκληρώνεται η Κατανόηση. Αλλάζει (Αφυπνίζεται, Ενεργοποιείται) η Ουσία μας, Διαφωτίζεται η Αντίληψη, Αντιλαμβανόμαστε Καθαρότερα τον Εαυτό, Διευρύνεται το Εδώ, και Καθαρίζει η Σχέση μας με το έξω, την εμπειρία του έξω, την εξωτερική ζωή.
Επειδή λοιπόν, όλα τα όντα στους κόσμους της Δημιουργίας, όλοι οι άνθρωποι, βρίσκονται ακριβώς σε αυτή την κατάσταση της «μεταφυσικής» άγνοιας, επειδή είναι αποροφημένα μέσα σε ιδιαίτερες καταστάσεις, περιορισμένες, παροδικές και συχνά χωρίς προσανατολισμό ή διέξοδο, για αυτό υπάρχει η ανάγκη της Μύησης στην Πραγματικότητα. Αυτό τον Σκοπό έχουν τα Μυστήρια κι αυτόν τον Σκοπό Υπηρετούσαν οι Μύστες των Δελφών και των άλλων Μυητικών Κέντρων, για πολλούς αιώνες φανερά και μετά μυστικά (στο περιθώριο της φανερής ιστορίας των ανθρώπων).
Αλλά πρέπει να κατανοήσουμε ότι εφόσον η Συνείδηση (και η Συνείδηση Γενικά και η Συνείδηση «προσωπικά», ο «καθένας») Αφυπνίζεται, Διαφωτίζεται, Εξελίσσεται, δεν υπάρχει μόνο μια Αντίληψη της Πραγματικότητας, αλλά Αντιλαμβανόμαστε την Πραγματικότητα από το Επίπεδο «Εξέλιξης» που βρισκόμαστε στην παρούσα κατάσταση, κάθε φορά. Έτσι έχει άλλο «νόημα» κι άλλο «περιεχόμενο» η Μύηση, σαν Διαδικασία, για τους μύστες που Εισέρχονται στην Οδό των Μυστηρίων (και δεν βαδίζουν απλά την Ιερό Οδό που οδηγεί στους Ιερούς Χώρους, την Ιερά Οδό των Δελφών, την Ιερά Οδό της Ελευσίνας,  σε ένα εξωτερικό, τυπικό προσκύνημα) και άλλο «Νόημα» και «Περιεχόμενο» για τους Μύστες των Ανωτέρων Προχωρημένων Βαθμών και άλλο Νόημα και Περιεχόμενο για τους Ιεροφάντες. Για τον μύστη που Εισέρχεται στα Μυστήρια η Μύηση είναι «Διαδικασία Απόσυρσης», Απελευθέρωσης από τα δεσμά και την εμπειρία της εξωτερικής ζωής. Για τον Ανώτερο Μύστη όμως είναι Εδραίωση στον Εσωτερικό Κόσμο και Εμβάθυνση της Εμπειρίας του Εσωτερικού Αιώνιου Χώρου. Αλλά για τους Ιεροφάντες η Μύηση, όπως την Βιώνουν και την Κατανοούν είναι κάτι πιο «βαθύ». Είναι Αφύπνιση της Ουσίας, Ενεργοποίηση του Βαθύτερου Κέντρου της Ύπαρξης, Μετουσίωση της Ύπαρξης, Απελευθέρωση της Αντίληψης και Αναγέννηση της Ζωής στις Αληθινές Διαστάσεις της.
Τι είναι Μύηση; Ας κάνουμε αυτή την ερώτηση ξανά κι ας εξετάσουμε το θέμα σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Μιλώντας γενικά κι ουσιαστικά (καθοδηγούμενοι από την βιωματική εμπειρία κι όχι από γνώσεις από δεύτερο χέρι ή από εξωτερικές πληροφορίες) Μύηση είναι η Διεύρυνση, το Βάθεμα, η Επέκταση της Ψυχής (της Συνείδησης) κι Αλλαγή στον Τρόπο που Βιώνουμε την Ύπαρξη κι Αντιλαμβανόμαστε την Ζωή και Κατανοούμε την «Εμπειρία». Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα μια Αλλαγή στην Σχέση μας (σαν Ψυχής, Συνείδησης, Παρουσίας, Επίγνωσης, Αντίληψης) με το σώμα και μια Βαθμιαία Μετατόπισή μας προς το Κέντρο, της Ύπαρξης, σε Βαθύτερες Λειτουργίες του Πυρήνα της Ύπαρξης, στην Αληθινή Άχρονη Ουσία μας.
Ο μύστης που μυείται στα Κατώτερα Μυστήρια, όπως αυτά της Ελευσίνας «εργάζεται» σε μια «Περιοχή» ανάμεσα στο Κέντρο της Ύπαρξης (που «εντοπίζεται» στο κέντρο του εγκεφάλου, πίσω από τα μάτια) και τις εξωτερικές περιοχές του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος, του σώματος και (μέσω του σώματος) του εξωτερικού κόσμου. Έχει σαν Ιερό στόχο την Απόσυρση στο Κέντρο, την Απόσυρση από τις εξωτερικές δραστηριότητες. Έτσι η Περισυλλογή έχει ακόμα έναν «εξωτερικό» χαρακτήρα. Μέσα στην «ακινησία» του σώματος, στην «ησυχία» της ζωτικής ψυχής (ενέργειας), στην «σιγή» της σκέψης, γίνεται δυνατή η Εμπειρία της Μετατόπισης της Ύπαρξης στο Κέντρο της, της Απελευθέρωσης από τα δεσμά, της Λύσις από το σώμα, σε μια αφυπνισμένη Μη-Δυαδική Συνείδηση.
Ο Μύστης των Ανώτερων Βαθμίδων της Μύησης, όπως «παραδίδονταν» στην Ελευσίνα και κυρίως στους Δελφούς μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία και καθώς ο χρόνος βάδιζε προς το Χειμερινό Ηλιοστάσιο έχει ήδη «Αποσπαστεί» από τον εξωτερικό κόσμο, από το σώμα και την εμπειρία της σωματικής ζωής στον αντικειμενικό κόσμο και Βιώνει στο Κέντρο της Ύπαρξης την Εσωτερική Εμπειρία, την Εμπειρία του Εσωτερικού Χώρου, του Εσωτερικού Διαστήματος, των Εσωτερικών Καταστάσεων-Κόσμων. Ο Μύστης λοιπόν που «έφτασε» σε αυτά τα επίπεδα «αφύπνισης» «εργάζεται» Μέσα στο Κέντρο της Ύπαρξης, εργάζεται για την Βαθύτερη Αφύπνιση, την πιο Εσωτερική Ενεργοποίηση, την Ευρύτερη Απελευθέρωση.
Αλλά ο Μύστης που Προετοιμάζεται για την Ύστατη Τελική Μύηση, για να «γίνει», η είναι ήδη Ιεροφάντης, έχει μια Βαθύτερη Αντίληψη των πραγμάτων, Βιώνει ακόμα πιο βαθιά την Ύπαρξη. Έρχεται κάποια στιγμή (κι αυτό «Αποκαλύπτεται» στην «Προετοιμασία» της Τελικής Μύησης) που ο Μύστης Αντιλαμβάνεται, Βιώνει και Κατανοεί ότι αυτό που ονομάζουμε «Κέντρο της Ύπαρξης» δεν είναι ένα πραγματικό κέντρο αλλά μόνο το «σημείο» όπου η Άχρονη Απεριόριστη Ψυχή έρχεται σε «επαφή» κι αναλαμβάνει τον «έλεγχο» του σώματος. Αυτό δεν Αλλοιώνει την Φύση της Ψυχής, ούτε δημιουργεί καμία  πραγματική δέσμευση στην Ψυχή. Είναι καθαρά θέμα Βούλησης, αν θα αποσυρθούμε στην Ίδια την Ψυχική Ουσία, αν θα νοιώθουμε την Αληθινή Ουσία σαν Απεριόριστη Πραγματικότητα που εκδηλώνεται εδώ, στο σώμα (μέσα στο Κέντρο της Ύπαρξης), ή αν θα «εισέλθουμε» στον δυαδικό κόσμο όπου θα νοιώθουμε ότι είμαστε μια Παρουσία στο σώμα και στον εξωτερικό κόσμο. Γίνεται λοιπόν κατανοητό πως η Τελική Μύηση μας φέρνει έξω, πέρα, υπεράνω του Κέντρου Ύπαρξης στον Απεριόριστο Χώρο της Ελεύθερης Ουσίας, στην Θεϊκή Ουσία. Αλλά μια Τέτοια εμπειρία που δίνει το πραγματικό νόημα στον Μυστικό Όρο «Έκστασις», δεν μπορεί παρά να είναι παροδική ενόσω παραμένουμε συνδεδεμένοι με ένα φορέα ύπαρξης, με ένα σώμα. Πρέπει να επανέλθουμε στην Παρουσία στο σώμα. Κι είναι στην ευχέρειά μας να Βιώνουμε τις Εσωτερικές Καταστάσεις ή την εξωτερική ζωή στον αντικειμενικό κόσμο (δηλαδή μέσα στην δυαδικότητα όπου διαχωρίζεται το υποκείμενο από τον κόσμο).
Βεβαίως, το τι είναι στην πράξη η Τελική Μύηση, ή πως γίνεται πρακτικά, η «Μετάβαση» στην Ύστατη Πραγματικότητα, πως βιώνουμε την Τελική Έκσταση, δεν είναι κάτι που μπορούμε να αποκαλύψουμε ή να περιγράψουμε με λεπτομέρειες εδώ, αλλά νομίζουμε πως γίνεται κατανοητό το Αληθινό Νόημα της Τελικής Μύησης παρόλο που δεν διασαφηνίζεται καθαρότερο το πραγματικό περιεχόμενό της. Θα πρέπει κάποιος να «Μυηθεί» για να το Βιώσει, αυτός ο ίδιος, γιατί είναι κάποιες Εμπειρίες που πρέπει κάποιος να τις βιώσει αυτός ο ίδιος για να συλλάβει τι ακριβώς συμβαίνει και τι σημαίνουν όλα αυτά. Αυτό που μπορούμε να πούμε, με βεβαιότητα, είναι ότι η Μύηση «Μεταμορφώνει» τον άνθρωπο. Κι αυτό συμβαίνει γιατί αλλάζει η Σχέση της Ψυχής με το σώμα. Πόσο αλλάζει αυτή η Σχέση και σε τι συνίσταται η Νέα Σχέση που Βιώνουμε καθώς Εμβαθύνουμε στην Ύπαρξή μας αυτό αποτελεί αντικείμενο της προσωπικής εμπειρίας του καθενός.
Αυτό που Βίωναν οι Ιεροφάντες των Δελφών (και των Άλλων Ιερών Κέντρων της Αρχαίας Ελλάδας) καθώς Εμβάθυναν στην Ύπαρξη είναι ότι η Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή, η Ουσία, είναι το Εδώ που τα Περιλαμβάνει Όλα. Για να μπορέσουν ακριβώς να «φτάσουν» στην Πλήρη Εμπειρία», να Βιώσουν το Εδώ στην Απέραντη Χωρίς Όρια Έκτασή του έπρεπε να συλλάβουν την Βαθύτερη Πραγματική Έννοια, της Δραστηριότητας, που εκφράζεται σαν Χρόνος. Για τους Ανώτερους Μύστες το μόνο που υπάρχει είναι το Τώρα. Το Τώρα είναι ο Πραγματικός Χρόνος. Το Τώρα είναι η Ουσία του Χρόνου. Κι είναι ο Πραγματικός Χρόνος (το πραγματικό υπόβαθρο) όλων των χρονικών διαφοροποιήσεων. Πως μπορούμε να κατανοήσουμε πραγματικά τον Χρόνο και να βιώσουμε το Τώρα σαν Πραγματικό Χρόνο, πέρα από όλα τα φαινόμενα; Μόνο έτσι, όταν Απελευθερωθούμε από τον Χρόνο, από τις Χρονικές Διαφοροποιήσεις μπορούμε να Βιώσουμε το Άχρονο Τώρα, στο Πλήρες Χωρίς Όρια Εδώ, δηλαδή την Θεότητα.
Η Ζωή κι η Αντίληψη και κάθε εμπειρία Εκκινεί από την Παρούσα Συνείδηση. Αυτό ισχύει για όλους. Υποτίθεται ότι οι Μυημένοι έχουν «Εκλεπτύνει» την Συνείδηση και μπορούν να δουν καθαρότερα, βαθύτερα, τον αληθινό χαρακτήρα όσων συμβαίνουν. Όταν «Σταθούμε Ακίνητοι» και «Παρατηρήσουμε με Προσοχή» Συνειδητοποιούμε ότι ο Μόνος Πραγματικός Χρόνος είναι Τώρα, αυτό που συμβαίνει τώρα. Παρατηρώντας λοιπόν αυτό που εισέρχεται στην αντίληψή μας βλέπουμε ότι όλο αυτό αλλάζει συνεχώς. Όχι μόνο όλα αυτά που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις από τον εξωτερικό κόσμο αλλά και όσα συμβαίνουν μέσα μας, η «στάση» μας απέναντι στα πράγματα, οι σκέψεις κι οι βαθύτερες αντιλήψεις, όλα αλλάζουν συνεχώς. Τίποτα δεν είναι μόνιμο. Το Μόνο Σταθερό (στο Οποίο μπορούμε να Στηριχθούμε) είναι ο «Παρατηρητής», που Παραμένει Πάντα έξω από το «Περιεχόμενο της Αντίληψης», έξω από την αλλαγή, έξω από την ροή του χρόνου. Έτσι όταν Αφυπνίζεται ο «Παρατηρητής», όταν Συνειδητοποιούμε ότι Είμαστε ο «Παρατηρητής», γίνεται η «πρώτη διάκριση» ανάμεσα σε Εμάς (το Έσω) και το έξω (το «περιεχόμενο της αντίληψης»). Όταν λοιπόν Αποσυρόμαστε από όλα αυτά που συμβαίνουν (όταν σταματάμε να τους δίνουμε προσοχή, σημασία, αξία), τόσο ο «Παρατηρητής» οπισθοχωρεί σε Βαθύτερα Στρώματα της Ύπαρξης (ή σε πιο Εσωτερικές Λειτουργίες του Κέντρου Ύπαρξης που εντοπίζεται στο κέντρο του εγκεφάλου). Καθώς συμβαίνει αυτή η «Υπαρξιακή Μετατόπιση» είναι φυσικό να αλλάζει ο Χαρακτήρας του «Παρατηρητή», να γίνεται Βαθύτερος, Ευρύτερος, πιο Ελεύθερος (μέχρι την Τελική Απελευθέρωση). Αυτό έχει σαν συνέπεια να αλλάζει και η Αντίληψη του Κόσμου. Το Εδώ Διευρύνεται Συνεχώς κι αγκαλιάζει ευρύτερες σφαίρες της ύπαρξης (μέχρι να γίνει το ΕΔΩ που τα Περιλαμβάνει Όλα). Η Ύπαρξη μέσα στην Δημιουργία είναι πάντα αλλαγή, χρόνος. Είτε ο χρόνος των κατώτερων κόσμων, είτε η Αιωνιότητα των Ανώτερων Κόσμων. Ο Αληθινός Εαυτός, η Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή, η Συνείδηση, ο Αληθινός Παρατηρητής (όχι ο περιορισμένος παρατηρητής μέσα στον χρόνο) είναι πέρα από τον Χρόνο, Πέρα από των Χώρο της Αιωνιότητας.
Βέβαια ο κοινός άνθρωπος (που δεν έχει Μυηθεί στα Μυστήρια και δεν Εφαρμόζει Ορθά, την Απόσυρση, την Περισυλλογή, την Εδραίωση στον Εαυτό και χάνεται στις εξωτερικές δραστηριότητες, απορροφιέται από όλα αυτά που συμβαίνουν, με όλα αυτά, σε όλα αυτά και δεν έχει την ευχέρεια να «Μετατοπιστεί» προς τα Έσω, προς τον Αληθινό Εαυτό. Οι Μυημένοι όμως στα Μυστήρια το κάνουν Σταδιακά και τελικά Εδραιώνονται στο Κέντρο της Ύπαρξης, Εμβαθύνουν στις Εσωτερικές Λειτουργίες, Βιώνουν Βαθύτερες Ανώτερες Εσωτερικές Καταστάσεις και Τελικά Βιώνουν την Θεότητα.
Έτσι οι Μύστες των Δελφών (και όλοι οι Μυημένοι της Αρχαιότητας), έχοντας Εσωτερική Εμπειρία, μπορούσαν να αντιληφθούν την Ζωή σε όλη την Έκτασή της. Είχαν Εμπειρία (κάποιοι από αυτούς) του ΑΧΡΟΝΟΥ, του Αιώνιου Εσωτερικού Χώρου και του Χρόνου της εξωτερικής Πραγματικότητας, του Εξωτερικού Κόσμου των Μορφών που Αλλάζει Συνεχώς. Θέλοντας να Μιλήσουν για Όλα Αυτά, Βρήκαν Ιερές Αντιστοιχίες Ανάμεσα στην Παγκόσμια ζωή και το Τοπικό Ηλιακό Έτος. Αντιστοιχούσαν το ΑΧΡΟΝΟ στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο και την Δημιουργία στην Διάρκεια του Έτους. Η Άνοιξη Αντιστοιχεί στο Άνθισμα της Δημιουργίας το Θέρος στην Συγκομιδή των Καρπών, το Φθινόπωρο στην Ωρίμανση της Απόσυρσης από την Εξωτερική Ζωή κι ο Χειμώνας στην Σοφή Περισυλλογή στον Εαυτό. Έτσι, με Αυτές τις Αντιστοιχίες Καθιστούσαν Ιερό τον Εξωτερικό Τοπικό Χρόνο. Και σε αυτή την Ιερή Αντίληψη του Χρόνου Βασίζονταν όλες οι Μυστικές Ιερουργίες, τα Μυστήρια, οι Μυήσεις στην Διάρκεια του Έτους.
Οι Μύστες Είχαν Εμπειρία των Καταστάσεων της ύπαρξης και Ζούσαν την Ιερότητα της ζωής Υπηρετώντας τον Υπέρτατο Σκοπό της Αλήθειας, της Φωτεινής Αντίληψης και της Θεϊκής Ουσίας των Πάντων. Ζούσαν έναν Ιερό Βίο και Καθοδηγούσαν τον Άνθρωπο, τους ανθρώπους στο να «Επιστρέψουν» στο ΑΧΡΟΝΟ, στην Υπέρτατη Εμπειρία της Ύπαρξης. Η Μυητική Διαδικασία για τους Μέλλοντες Ιεροφάντες Κορυφωνόταν στην Ιερή Μύηση του Χειμερινού Ηλιοστασίου όπου (όσοι ήταν άξιοι) Βίωναν Πραγματικά (μέσα στην Έκσταση) το ΑΧΡΟΝΟ.
Κατανοούμε λοιπόν ότι ανάλογα με την Μυητική Εμπειρία που είχε ο καθένας από τους Μύστες Βίωνε την Ύπαρξη διαφορετικά, αντιλαμβανόταν διαφορετικά και εφάρμοζε διαφορετικά την Περισυλλογή και την Πρακτική Ζωή. Για τους Ανώτερους Μύστες που είχαν Εδραιωθεί στον Εσωτερικό Εαυτό δεν υπήρχε Διαδικασία Απόσυρσης  ή Προσπάθεια Περισυλλογής αλλά απλά Ιερή Αποχή από τα εξωτερικά κι η Περισυλλογή ήταν Στιγμιαία απόσυρση από όλα και Παραμονή στον Εαυτό. Καθένας Βίωνε την Ύπαρξη ανάλογα με το Βάθος της Επίγνωσής του. Αυτό που Διαπίστωναν τελικά οι Μύστες (όταν Βίωναν το ΑΧΡΟΝΟ) είναι ότι η Πραγματικότητα είναι πέρα από την Διαδικασία, την Φώτιση, την Πραγματοποίηση, οποιαδήποτε Δραστηριότητα. Μάθαιναν να Ζουν στο Φως χωρίς να παραλείπουν το Ιερό Καθήκον τους, την Αποστολή τους σε αυτή την ζωή. Απλά εκμεταλλευόντουσαν τον χρόνο τους στην γη στο έπακρο, ζώντας ορθά και κάνοντας τα σωστά πράγματα.
Το γεγονός ότι στον Ιερό Χώρο των Δελφών υπήρχαν Μύστες που είχαν Βιώσει το ΑΧΡΟΝΟ και Ζούσαν μια Ιερή Ζωή Καθαγιάζοντας τον Τοπικό Χρόνο και τις καθημερινές πράξεις, δεν είναι απλά ένας ισχυρισμός. Πέρα από την Εσωτερική Πληροφόρηση, αποδεικνύεται από την Δράση της Ιερής Κοινότητας, από τις Ιερές Τελετουργίες που Τελούσαν, από τις Γιορτές και την γενικότερη ιστορική δράση. Το ότι και στην Αρχαιότητα (λόγω έλλειψης πληροφοριών) και αργότερα στους χριστιανικούς αιώνες (λόγω εσκεμμένης διαστρέβλωσης της ιστορίας) επικράτησε μια αλλοιωμένη εικόνα για τους Δελφούς και την Δράση της Ιερής Κοινότητας είναι πρακτικά αδιάφορο. Όποιος θέλει να δει την Αλήθεια την βλέπει, όποιος κλείνει τα μάτια στην Αλήθεια απλά επιλέγει τον δρόμο της άγνοιας. Οι Ιεροί Μύστες Ζούσαν έτσι κι αλλιώς μια Ιερή Ζωή διαφορετική από αυτήν των απλών ανθρώπων.
Για τον Μύστη που Βιώνει την Εσωτερική Ουσία, που έχει Εδραιωθεί στον Εσωτερικό Εαυτό, που Παραμένει Ακίνητος Παρατηρητής όσων συμβαίνουν, υπάρχει Απόλυτη Ελευθερία. Ο «Παρατηρητής» μπορεί να Είναι στο ΑΧΡΟΝΟ, στον ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΑΥΤΟ, (μέσα στην Έκσταση), ή μπορεί να είναι στην Δημιουργία. Ενώ όμως Παρακολουθεί την Παγκόσμια Ροή των Φαινομένων, Έχει Σαφή Καθαρή Αντίληψη ότι η Ροή των Φαινομένων δεν είναι Ροή γιατί όλα γίνονται μέσα στην Ακινησία της Αντίληψης, Ρέουν  Χωρίς να Ρέουν, είναι μόνο ένα Φαινόμενο. Έτσι ο Μύστης όταν Βιώνει τις Καταστάσεις της Δημιουργίας δεν παραπλανάται να τα θεωρεί όλα αυτά πραγματικά. Έτσι μπορεί να Βιώνει τις Ανώτερες Εσωτερικές Καταστάσεις,  του Ανώτερου Εαυτού, να έχει Εμπειρία του Εσωτερικού Αιώνιου Χώρου, ή να βιώνει την εξωτερική ζωή του κατώτερου εαυτού, να ζει τον περιορισμένο εαυτό μέσα σε ένα αχανή εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο. Όσο ο Μύστης είναι συνδεδεμένος με τον εξωτερικό φορέα του, το σώμα μπορεί να βιώνει όλες αυτές τις Καταστάσεις Ύπαρξης γνωρίζοντας ότι είναι Παροδικά Φαινόμενα. Την Μόνη αληθινή Κατάσταση (του ΑΧΡΟΝΟΥ) μπορεί να την Βιώνει μόνο Προσωρινά, (όπως στην ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΧΡΟΝΟΥ, που παρομοιάζεται στην Εσωτερική Παράδοση σαν το «κράτημα της αναπνοής» - πόσο θα το κάνεις;). Έχοντας όλη Αυτή την Εμπειρία, όταν αποχωρίζεται από το σώμα γνωρίζει που πηγαίνει. Όχι μόνο οι Κατώτεροι Κόσμοι της Μορφής (ο Αστρικός Ουρανός, η Νοητική Σφαίρα) είναι Παροδικοί αλλά ακόμα και τα Ηλύσια Πεδία της Μη-Δυαδικής Συνείδησης είναι μόνο Προσωρινή Διαμονή. Ακόμα και οι Ανώτεροι Ουρανοί του Εσωτερικού Χώρου, μολονότι είναι Αιώνιοι είναι Περιορισμένοι και συνεπώς δεν μπορούν να αναγνωριστούν σαν το ΑΛΗΘΙΝΑ ΜΟΝΙΜΟ. Ο Αληθινός Μύστης (που έχει βιώσει πραγματικά, έστω και μία φορά, την ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΧΡΟΝΟΥ) ζει σαν Αφυπνισμένος Παρατηρητής, σε ένα Αιώνιο Τώρα και Μέσα σε Αυτό υπάρχουν όλα, παρελθόντα, τωρινά, και εισέρχονται κάθε στιγμή τα μελλούμενα. Αλλά όλα ανήκουν στο Παροδικό και Χάνονται στο Τέλος της Κοσμικής Δημιουργίας.



Το Απολλώνιο Σύμπαν


Όπως Ομολογεί η Εμπειρία των Μυστών Είμαστε Πάντα η Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή, η Ουσία, ο Παρατηρητής. Η Αληθινή Κατάστασή μας είναι το ΑΧΡΟΝΟ. Όταν μεταβαίνουμε, στην Δημιουργία, στον Ανώτερο  Εσωτερικό Εαυτό, στον κατώτερο εαυτό,  στο χρόνο του εξωτερικού κόσμου, αυτή είναι μια αλλαγή στην Αντίληψη, στην Επίγνωση, στην Κατανόηση. Απλά αποροφιόμαστε σε αυτό που συμβαίνει. Άρα κι η Επιστροφή δεν είναι πραγματική επιστροφή, είναι μόνο Αφύπνιση, Διαφώτιση, Κατανόηση.
Η Μύηση μας μαθαίνει τι ακριβώς Είμαστε, τι είναι πραγματικά η Ύπαρξη και τι σημαίνει η Ζωή. Μας διδάσκει πως να Αποσυρόμαστε από το Παροδικό, πως να Διαχειριζόμαστε την Ζωή Ορθά, πότε να είμαστε έξω, πότε να αποσυρόμαστε. Έτσι η ζωή γίνεται Ιερή.  Και τέλος μας αφυπνίζει στην παρούσα στιγμή, μας φέρνει μπροστά στο ερώτημα της ζωής. Πρακτικά, Που είμαστε την παρούσα στιγμή; Τι κάνουμε; Εκμεταλλευόμαστε σωστά τον χρόνο μας;
Η ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Βιώνεται μόνο Προσωρινά όσο είμαστε στο σώμα. Μόνο όταν αποχωριζόμαστε βιώνουμε μια Μόνιμη Μετάβαση στο ΑΧΡΟΝΟ.
Τελικά, ο ΕΑΥΤΟΣ είναι έξω από τον ΧΡΟΝΟ (τον Αιώνιο Χώρο, τον Χρόνο της Μεταβολής των Μορφών). ΕΔΩ, ΤΩΡΑ Είναι Όλα. Μπορείς να Είσαι στον ΕΑΥΤΟ, ΕΔΩ, ΤΩΡΑ. Μπορείς να είσαι Εδώ στον Αιώνιο Χώρο, μπορείς να ξεχνιέσαι εδώ στον Κόσμο των Μορφών. Το Εδώ ή το εδώ είναι Μέσα στο Όλο, μέρος του Όλου, δεν είναι το Όλο, δεν είναι κάτι ανεξάρτητο. Ό,τι είναι μέσα στον ΧΡΟΝΟ είναι περιορισμένο και παροδικό. Είναι αληθινό όταν συμβαίνει κι είναι παροδικό.  Όλες οι καταστάσεις, οι πραγματοποιήσεις, κάθε εξέλιξη, Όλα, είναι Μεταβολές. Όλα υπάρχουν κι ότι εμφανίζεται το ενεργοποιούμε εμείς, υπάρχει επειδή το παρατηρούμε. Αν απορροφηθούμε σε αυτό, αυτό αποκόβεται από το Όλο, φαίνεται ανεξάρτητο, «εισερχόμαστε» στην «πραγματικότητά» του. Η «Απόσυρση» από αυτό το απενεργοποιεί, το «εξαφανίζει». Ο ΧΡΟΝΟΣ είναι η Κίνηση. Γίνεται αντιληπτός από την μεταβολή, από τα συμβάντα, αλλά δεν ταυτίζεται με τα συμβάντα. Είναι το Πλαίσιο της Κίνησης Μόνο, η Ζωή στην Αγνότητά της, η Λευκή Νύχτα που μέσα της πλέκονται τα όνειρα της ζωής.
Ο ΕΑΥΤΟΣ (το ΑΧΡΟΝΟ), ο ΧΡΟΝΟΣ, οι Μεταβολές Μέσα στον ΧΡΟΝΟ, ο Αιώνιος Χώρος (των Τριών Καταστάσεων), ο Χρόνος που Εκδηλώνονται οι Μορφές, τα Ηλύσια Πεδία,  ο Νοητικός Κόσμος , ο Αστρικός Κόσμος,  το Αιθερικό Πεδίο, το Υλικό Πεδίο, Όλα υπάρχουν ΕΔΩ, ΤΩΡΑ. Όλα όσα βιώνουμε είναι Εμπειρίες, υπαρξιακός χρόνος. Αλλά ποια είναι η Υπέρτατη Εμπειρία; Η Επιστροφή στον ΕΑΥΤΟ, η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΣΤΟ ΑΧΡΟΝΟ. Αυτή ήταν η λύση που έδωσαν οι Αρχαίοι Σοφοί Μύστες κι αυτό το ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ μας Παρέδωσαν να Διαφυλάξουμε και να Μεταδώσουμε στις μελλοντικές γενιές των ανθρώπων.


Οι Πλήρως Μυημένοι, Οι Όσιοι με τους Λευκούς Χιτώνες.

Για τους Πραγματικά Μυημένους της Αρχαιότητας, των Δελφών, η Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή, ο Αληθινός Εαυτός, Βιωνόταν και γινόταν «Εσωτερική Εμπειρία» Μονάχα στην Υπέρτατη Κατάσταση που μπορεί να Βιώσει ο Άνθρωπος μέσα στην Έκσταση, σαν το ΑΧΡΟΝΟ. Ήταν λοιπόν ένα Βίωμα, μια «Εμπειρία Ζωής», αυτό που υπονοούσαν οι θεολογικοί όροι κι όχι απλά φιλοσοφικοί νοητικοί όροι που προσπαθούσαν να περιγράψουν την Πρώτη Αρχή. Η Εμπειρία του ΑΧΡΟΝΟΥ είναι μια Απόλυτη Κατάσταση που μέσα της συγχωνεύονται τα πάντα και λιώνουν τα «αντίθετα». Είναι μια Κατάσταση (αφού η Συνείδηση Εισέρχεται σε Αυτήν και Εξακολουθεί να Ζει, με τους Όρους Αυτής της Κατάστασης) και ταυτόχρονα δεν είναι Υπαρξιακή Κατάσταση (γιατί η Ύπαρξη είναι κάτι Περιορισμένο και γιατί εδώ δεν υπάρχει κάποια Αντίληψη που να Συλλαμβάνει κάποιο «περιεχόμενο», ιδιότητες, χαρακτηριστικά, κάτι που μπορεί να περιγράψει η Αντίληψη). Οι Μεγάλοι Μύστες είχαν ένα Μυστικό Όρο (ένα Βιωματικό Όρο, κι όχι απλά μια λέξη, όπως την αντιλαμβάνονται οι κοινοί άνθρωποι), ήταν ο όρος ΧΑΟΣ, το Χάος της Αρχαίας Παράδοσης, που όμως για όσους είχαν Βιώσει Πραγματικά την Υπέρτατη Κατάσταση «έδειχνε» τον πραγματικό «χαρακτήρα» του ΑΠΟΛΥΤΟΥ. Είναι ΑΥΤΟ που Υπάρχει Πάντα, ΑΥΤΟ που Υποστηρίζει τα Πάντα, Τελείως Πλήρες και Τελείως Κενό, Ζωντανό και Αθέατο, Φως και Σκοτάδι, Υπάρχει από Μόνο του, στην Δική του Κατάσταση και Βιώνεται Μόνο όταν η Ύπαρξη «Χάνεται» Μέσα του. Όλοι όσοι Βίωσαν (αν Βίωσαν) αυτή την Ύστατη Κατάσταση του Όντος γνωρίζουν για «τι» μιλάμε.
Αν και οι Μυημένοι μπορούσαν να Βιώσουν Αυτή την Κατάσταση (Μη-Κατάσταση) ανεξάρτητα από τον ιστορικό χρόνο και τις εξωτερικές συνθήκες, (μέσα στην Έκσταση), εν τούτοις η Ιερή Τελετουργία του Νέου Έτους, η ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΧΡΟΝΟΥ, ήταν κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν απλά, πέρα από την Εσωτερική Εμπειρία που Βίωναν οι Μύστες, και ένα ιστορικό γεγονός που λάμβανε χώρα σε μια συγκεκριμένη στιγμή του Ιερού Ηλιακού Έτους (στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο), ούτε ήταν το πιο σημαντικό το γεγονός ότι συμμετείχαν σε αυτή την Μυστική εμπειρία πολλοί ταυτόχρονα. Αυτή η Τελετουργία ήταν μια «Επιβεβαίωση» της Πραγματικότητας, μια «Απόδειξη» για την φυσική, εγγενή, δυνατότητα του Ανθρώπου να Βιώσει την Υπέρτατη Κατάσταση της Ύπαρξής του και σηματοδοτούσε το πέρασμα από τον Χρόνο (της Δημιουργίας) στο ΑΧΡΟΝΟ (που Περιέχει τα Πάντα, Χωρίς να Αλλοιώνεται η Φύση του).
Το ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ ήταν το Μεγάλο Εξωτερικό σύμβολο του ΑΧΡΟΝΟΥ. Οι Μύστες των Δελφών (και όλοι οι Μυημένοι του Αρχαίου Κόσμου) δεν προετοιμάζονταν για το φυσικό γεγονός του Ηλιοστασίου (αυτή θα ήταν όχι απλά μια επιφανειακή αλλά μια «υβριστική» ερμηνεία) αλλά για το ΜΥΣΤΙΚΟ ΒΙΩΜΑ ΤΟΥ ΑΧΡΟΝΟΥ την Ιερή Ώρα του Ηλιοστασίου (που ήταν Ιερή λόγω της Τελετουργίας, της Συμμετοχής των Μυστών και της Υπερβατικής Εμπειρίας που είχαν στην Διάρκειά της κι όχι σαν φυσικό εξωτερικό γεγονός, που θα ήταν ανόητη ειδωλολατρία).
Έτσι αφού οι Μύστες που είχαν ήδη Βιώσει την Υπέρτατη Κατάσταση (ή Προετοιμάζονταν να την Βιώσουν) Προετοιμάζονταν όλο τον μήνα πριν το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, για να Συμμετάσχουν σε μια Κοινή Ιερή Πράξη και να Ενωθούν Ομαδικά με το ΑΧΡΟΝΟ σε μια Ομαδική Εμπειρία που δεν είχε προσωπικό χαρακτήρα. Οι Μύστες «εκπροσωπούσαν» τον ΑΝΘΡΩΠΟ, το ανθρώπινο είδος και ολόκληρο του ανθρώπινο γένος. Και αυτό το έκαναν μέσα στην απλή Ανθρώπινη Εμπειρία και Γνώση τους κι όχι για να σφετερισθούν την Πνευματική Αλήθεια ή να κυριαρχήσουν θρησκευτικά πάνω στους άλλους. Μέσα από το Μυητικό Έργο τους (στην Διάρκεια του Ιερού Έτους) δεν «χειραγωγούσαν» τους ανθρώπους αλλά τους Άνοιγαν την Πνευματική Οδό της Απελευθέρωσης. Και γνώση είχαν και μέτρα λάβαιναν ενάντια σε αυτούς που προσπαθούσαν να εμπλέξουν το Ιερό και το «Μαντείο» σε κοσμικές επιδιώξεις και σε εξωτερικές υλικές δραστηριότητες. Αν η Ιερή Αδιαφορία δεν απομάκρυνε τους αμύητους κι αν η ιερή ανοχή και η ιερή κατανόηση δεν εξουδετέρωνε τις ταπεινές δραστηριότητες των εχθρών του ιερού, τότε ήταν αναγκασμένοι να απαντήσουν έμπρακτα, στο επίπεδο των βέβηλων, με ιερό πόλεμο.
Τον Ιερό Μήνα του Χειμερινού Ηλιοστασίου, ο Παρνασσός Έλαμπε μέσα στο Απόκοσμο Ουράνιο Φως και μονάχα οι Μυημένοι και οι Λάτρες του Φωτός μπορούσαν να το «διακρίνουν» από το λαμπερό φυσικό χειμωνιάτικο φως του Ιερού Όρους. Όλα ήταν Ειρηνικά, το Τοπίο, η Φύση, τα Δένδρα, οι Πηγές με το Ιερό Νερό κι οι Γλυκές Αναθυμιάσεις της μάνας γης. Και καθώς πλησίαζε η Ιερή Μέρα, η Ιερή Στιγμή, της Ιερής Πράξης, όλα βυθίζονταν όλο και πιο πολύ στην ΙΕΡΗ ΣΙΓΗ. Κι όσοι ήταν Εδώ, στους Δελφούς, οι ιεροί προσκυνητές που έρχονταν από μακριά ένοιωθαν σαν να τους κοβόταν η ανάσα. Κι αυτό τους αφύπνιζε σε όσα ιερά συνέβαιναν στον Ιερό Χώρο, μέχρι που η αίσθηση της ζωής γινόταν ιερό δέος. Σήμερα δεν πηγαίνει κανένας με σεβασμό στον Ιερό Χώρο. Οι άνθρωποι αφού από το μίσος τους γκρέμισαν και επιχωμάτωσαν την περιοχή για να χτίσουν σπίτια να στεγάσουν την μικρότητά τους, προσπάθησαν να ξεχάσουν την ίδια τους την ζωή, την ίδια τους την ιστορία. Κι οι ανασκαφές των Γάλλων και των άλλων αυτό που αποκάλυψαν ήταν η βαρβαρότητα των ανθρώπων, όχι το Φως της Αλήθειας. Και το πλήθος των τουριστών που επισκέπτεται κατά χιλιάδες τον Χώρο προσβάλει την Αλήθεια, δεν προσφέρει Τιμή, μονάχα κέρδος στους εμπόρους της ιστορίας.
Αλλά τότε, παλιά, τότε που οι Έλληνες ήταν Έλληνες, όλα συνέβαιναν διαφορετικά, για αιώνες. Την Ιερή Μέρα οι Μύστες ντύνονταν σε ολόλευκους χιτώνες κι από νωρίς Ετοιμάζονταν για την ΜΕΓΑΛΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ. Τι ακριβώς έκαναν; Μονάχα οι Μύστες Γνωρίζουν. Πέρα όμως από όλα όσα γνωρίζουμε, υποθέτουμε, ή φανταζόμαστε, ένα είναι βέβαιο. Την Ιερή Στιγμή μέσα σε κυριολεκτική και μεταφορική «Ακινησία» οι Μύστες Βυθίζονταν στο ΑΧΡΟΝΟ. Δεν μιλάμε για ακινησία του σώματος, της ψυχής ή του νου, ούτε για Ακινησία της Αντίληψης, αλλά για Ολοκληρωτική Ακινησία της Ύπαρξης, που Μέσα από την «Κοσμική Νύχτα» Βγάζει στο ΦΩΣ. Όταν οι Μύστες επέστρεφαν από την ΙΕΡΗ ΕΚΣΤΑΣΗ ξεκινούσε το Νέο Ιερό Έτος. Μέσα στην ΙΕΡΗ ΣΙΓΗ σε λίγο θα άρχιζαν σιγά-σιγά ξανά οι Δραστηριότητες της Ζωής κι η Φύση θα Γιόρταζε μαζί με τους Ανθρώπους την Αναγέννηση του Χειμώνα και την Άνθιση της Άνοιξης. Το ΦΩΣ που για Μια Στιγμή είχε Αποσυρθεί στην Δική του Άχρονη Κατάσταση Επέστρεφε στην Δημιουργία για ένα ακόμα συμβολικό κύκλο.


Η Παράδοση

Η Εσωτερική Παράδοση έξω από την γραμμή της ιστορίας, μέχρι σήμερα.

Κανείς δεν μπορεί να πει τι είναι το ΑΧΡΟΝΟ, τι είναι το ΦΩΣ. Κι όσοι Μύστες Βίωσαν την Υπέρτατη Κατάσταση είναι Άφωνοι. Η ΙΕΡΗ ΣΙΓΗ είναι η Ίδια η Ουσία της Ζωής κι όχι μια Ιερή Υποχρέωση ή ένας Εξωτερικός Κανόνας Πειθαρχίας. Οι Αρχαίοι Μύστες Φρόντισαν να Ασφαλίσουν το Μυστικό και να Εξασφαλίσουν την Ιερή Μετάδοση του Φωτός, με την Προσωπική Μετάδοση μέσα στον Χρόνο. Αν σήμερα μιλάμε για όλα αυτά δεν το κάνουμε ούτε για να εντυπωσιάσουμε, ούτε για να προκαλέσουμε. Γνωρίζουμε ακόμα τις πιθανότητες να γίνει κακή χρήση όλων αυτών των πληροφοριών. Όσα είπαμε (το ορκιζόμαστε) δεν είναι δικά μας, γράφτηκαν με ιερή εντολή κι είναι μονάχα ένα μέρος από αυτά που μας αποκαλύφθηκαν. Δεν είναι απλά ντροπή για τους κατοίκους αυτού του Τόπου να έχουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα για την Αλήθεια, για το Παρελθόν, για τους Προγόνους τους, είναι ότι μη γνωρίζοντας δεν είναι Έλληνες. Πρέπει να Γνωρίσουν για να ξαναγίνουν Έλληνες.
Υπάρχει πραγματικά μια Εσωτερική Παράδοση που Πηγάζει από την Αρχαία Κοινότητα των Μυστών (που είχαν Ιερή Έδρα τους Δελφούς) και Συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όσοι είναι απέξω μπορούν να υποθέτουν ή να φαντάζονται πολλά. Όσοι είναι Μέσα γνωρίζουν ότι είναι καθαρά πνευματική κοινότητα χωρίς εξωτερικές δραστηριότητες ή παρουσία. Δεν μιλάμε για ανθρώπινο οργανισμό ή ίδρυμα. Η Μύηση, τα Μυστήρια είναι καθαρά Πνευματική Διαδικασία κι είναι κάτι ιδιωτικό κι όχι κάτι δημόσιο. Έχει περάσει πια η Εποχή που υπήρχε ανάγκη για μια Εξωτερική Θρησκεία. Σήμερα οι άνθρωποι έχουν κατανοήσει ότι η Αλήθεια είναι Εσωτερική Διαφώτιση κι όχι Εξωτερική Δραστηριότητα (νοητική σύλληψη ή εξωτερική υλική πράξη). Κι αυτό που Διατηρεί και Μεταδίδει η Εσωτερική Παράδοση είναι το ΦΩΣ, η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, κι όχι Διδασκαλίες, οι Πρακτικές. Αν Υπηρετούμε έστω και στο Ελάχιστο αυτόν τον Σκοπό, νοιώθουμε ότι δεν χαραμίσθηκε η ζωή μας στην γη.
Σε λίγες μέρες μπαίνουμε στο ιερό χρονικό διάστημα του Χειμερινού Ηλιοστασίου. Για κάποιους έχει σημασία, κάποιοι δεν καταλαβαίνουν καν για τι πράγμα μιλάμε. Οι δρόμοι τους οδηγούν μακριά, πρέπει ακόμα να περιπλανηθούν στις χώρες της άγνοιας, μέχρι να διαπιστώσουν ότι όλα τα μονοπάτια που πήραν ή μπορούν να πάρουν, τους οδηγούν ΕΔΩ, ΤΩΡΑ, ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ, στην ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥΣ, στην ΘΕΪΚΗ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ.


Sunday, November 3, 2019

ΔΕΛΦΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ Γ'

Η Εσωτερική Παράδοση, (Η Εσωτερική Πληροφόρηση)
Δελφική Λατρεία
 Ο Ιερός Χρόνος, το Ιερό Έτος
Δελφική Λατρεία, το Κέντρο, το Μυστικό Λίκνο, το Μυστήριο της Παλιγγενεσίας
Χάος, Νύχτα, Έρεβος, Τάρταρα, οι Κοσμικές περιοχές
Γέννηση του Όντος (Ψυχής), ο Ζαγρέας, η Διάσπαση κι η Ενότητα, το Λίκνο Κάνιστρο
Απόλλων, το Φως και το Σκοτάδι, ο Πύθων, (η Επανάληψη της νίκης του Απόλλωνα με την τελετουργική επανάληψη και την μνήμη)
Οι Κατώτεροι Κόσμοι (στα Τάρταρα)
Τα Ιερά και τα Όσια, το βέβηλο, το κοσμικό.
Ο Άχρονος Χρόνος (Α&Ω)
Τα Υπέρτατα Μυστήρια στους Δελφούς
Η Διάταξη των Μυστηρίων στο Έτος. Ηλιοστάσια και Ισημερίες.
Τα Φανερά Μικρά Μυστήρια της Άνοιξης
Οι Μυστικές Τελετές του Θέρους
Τα Απόκρυφα Μυστήρια του Φθινοπώρου

Η Υπέρτατη Μύηση του Χειμερινού Ηλιοστασίου

Η πιο βαθιά, θεολογική, μεταφυσική, ανθρωπολογική αντίληψη, της Ορφικής Εσωτερικής Παράδοσης (που διατηρήθηκε στους Ορφικούς Θιάσους, στους Πυθαγόρειους Συλλόγους, στους Δελφικούς Οσίους Ιεροφάντες, στους Μύστες της Ελευσίνας και σε όλα τα Μυητικά Κέντρα της Αρχαιότητας, κι ακόμα στους Μυημένους Φιλοσόφους, μέσα στους αιώνες) είναι η βιωματική αντίληψη μιας Ενιαίας Πραγματικότητας (Χωρίς «Διακρίσεις»), που οι Αρχαίοι Μύστες ονόμαζαν «Φύση», «Μεγάλη Ψυχή». Αυτή η Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή, από Μέσα της, Μέσα της, Εκδηλώνει Ό,τι Υπάρχει, κάθε Φαινόμενο. Αυτή η «Εκδήλωση», η «Δημιουργία» δεν είναι μια «Αλλοίωση» της Φύσης, μια «Μεταβολή» της Ουσίας, αλλά μόνο «Δραστηριότητες», «Δυνάμεις», «Πεδία Δράσης», «Μορφές». Με άλλα λόγια όλο αυτό που Συμβαίνει είναι «Αντιληπτικής», Νοητικής» Υφής κι όχι κάποια χειροπιαστή ουσία που αλλοιώνεται, αλλάζει και παράγει νέες καταστάσεις και μορφές (ανεξάρτητες ως ένα σημείο). Αυτό είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε γιατί από εδώ πηγάζει μια δεύτερη πολύ σημαντική αντίληψη των Ορφικών, η Αντίληψη του «Βάθρου» που Παραμένει σαν Ενιαία Πραγματικότητα και Στηρίζει όλες τις Φαινομενικές Αλλαγές, τις Περιέχει και τις Αφομοιώνει Αποκαθιστώντας την Ενότητα. Έτσι κάθε «Εκδήλωση», κάθε «Δημιουργία», κάθε «Εξελικτικό Ξεδίπλωμα Φαινομένων» είναι αναγκαστικά «Κυκλικό» γιατί όλα Επανέρχονται στην Αρχέγονη Ενότητα. Με άλλα λόγια η Ενιαία Πραγματικότητα, η Ενότητα του «Βάθρου», είναι η Μόνη Ύστατη Πραγματικότητα, πέρα από όλες τις Μεταβολές και τα Φαινόμενα (που «καταλήγουν» όλα στην Ενότητα).
Έτσι, το Μόνο Αληθινό είναι η Ενιαία Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή. Κι ενώ Αυτή η Φύση, Πηγαία κι Αυθόρμητα, Γεννά, Παράγει, Στηρίζει, Περιέχει και Καθοδηγεί τα πάντα στην εξέλιξή τους, γίνεται φανερό ότι Αυτή η Φύση, στην Αληθινή της Κατάσταση Παραμένει η Μόνη Πραγματικότητα κι όλα τα άλλα δεν είναι παρά περαστικά φαινόμενα. Όλα αυτά που «Δημιουργούνται», Πεδία, Κόσμοι, Μορφές, υπάρξεις, ζωή, εμπειρία, όλα είναι παροδικά. Και η Μόνη Αλήθεια είναι η Πραγματική Φύση στο Βάθος των Φαινομένων.
Από εδώ λοιπόν πηγάζει η βασική ορφική αντίληψη ότι η Κατάσταση της Ενότητας είναι η Αληθινή Φυσιολογική Κατάσταση κι ότι η «Διάσπαση» της Ενότητας είναι μια εκτροπή και μια «αμαρτία». Κατανοώντας όμως την φυσική αναγκαιότητα αυτής της διαδικασίας θεωρούν την «Διάσπαση» της Ενότητας όχι σαν «φόνο» αλλά σαν «Ιερή Τελετουργική Πράξη». Έτσι μέσα στον Θεολογικό Μύθο του Διασπαραγμού του Ζαγρέα από τους Τιτάνες, οι Τιτάνες δεν διαπράττουν μια «εχθρική» πράξη αλλά προωθούν μια φυσική εξελικτική ανάγκη. Για αυτό και στην Τελετουργική Αναπαράσταση του Διασπαραγμού οι ιερείς εκτελούν ένα ιερό καθήκον. Με άλλα λόγια η Διάσπαση της Ενότητας, φωτισμένη με την κατανόηση της πραγματικότητας, από «αμαρτία» γίνεται συνειδητή επιλογή που οδηγεί την δημιουργία στα άκρα της. Είναι ακριβώς μια επιλογή κι όχι ένα αθέλητο λάθος, μια πραγματική μοιραία «αμαρτία».
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι οι Ορφικοί θεωρούν την Κατάσταση της Οντολογικής Ενότητας (που μπορούμε να βιώσουμε στο Βάθος της ύπαρξής μας) σαν την Πραγματική Κατάσταση που μπορεί ο άνθρωπος, μέσα στην Κατανόησή του, να Αναζητήσει και να Βιώσει δείχνοντας «ανοχή» στην άλλη (αντίθετη) επιλογή που ακολουθούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Αυτό δείχνει την Ευγένεια της Ορφικής Αντίληψης και την έλλειψη φανατισμού από τους Ορφικούς. Αυτή η θεολογική, φιλοσοφική, ανθρωπολογική, κατανόηση, της Τελικής Πραγματικότητας και του Αληθινού Προορισμού του ανθρώπου οδηγεί την Δράση και την Συμπεριφορά σε ένα ιερό τρόπο ζωής, σε αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν «Ορφικό Βίο».
Εφόσον οι Ορφικοί Αναζητούσαν (να Βιώσουν) την Οντολογική Ενότητα κι εφόσον αναγνώριζαν (αισθάνονταν, ένοιωθαν) ότι (άσχετα αν το βίωναν ή όχι) όλα Είναι Ένα στο Βάθος (της οντολογικής αναζήτησης) κατανοούσαν βαθιά ότι αυτή η Ενότητα δεν μπορεί να «διαχωρίζει», να «μάχεται», να «βλάπτει» οτιδήποτε. Έτσι ακολουθούσαν μια ζωή μη-βίας κι απέφευγαν την συνειδητή βλάβη οποιουδήποτε πλάσματος. Αυτός είναι ο λόγος που αρνούνταν τις αιματηρές θυσίες των ζώων (κι είχαν προσφορές μόνο καρπών, λουλουδιών, αρωμάτων, κλπ.) και απέφευγαν την κατανάλωση κρέατος, αυγών, κλπ. Αλλά η βαθιά κατανόηση της Ενότητας δεν περιόριζε τον Ορφικό Βίο σε κάποιους κανόνες εξωτερικής συμπεριφοράς και «αποχής», ούτε σε απλές τυπικές καθαρτήριες τελετουργίες, τους «καθαρμούς». Η Αναζήτηση της Οντολογικής Ενότητας, στο Βάθος μας, οδηγούσε σε μια πιο θρησκευτική, φιλοσοφική κι οντολογική (βιωματική) στάση ζωής. Εδώ βασίζεται η «Φιλοσοφία» της Απόσυρσης, της Περισυλλογής, της Απελευθέρωσης («Λύσις»). Οι Ορφικοί ήθελαν έμπρακτα να Επιστρέψουν στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα. Αυτός είναι ο λόγος της «ύπαρξης» (της «Καθιέρωσης») των Ιερών Μυστηρίων, δηλαδή της Μυητικής Διαδικασίας που θα μπορούσε να οδηγήσει τον άνθρωπο πίσω στην Αρχέγονη Ενότητα του Όντος.
Γινόταν κατανοητό, στους Κύκλους των Ορφικών, ότι εφόσον η Μόνη Πραγματικότητα είναι Ενιαία, ότι Μόνο Φύση υπάρχει, ότι Αυτή η Φύση είναι η Ψυχή που Εμψυχώνει τα πάντα, και βρίσκεται στο Βάθος (σαν «Βάθρο» της Ύπαρξης) πέρα από όλες τις παροδικές αντιληπτικές καταστάσεις που βιώνουν τα όντα, ο Δρόμος της επιστροφής στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα είναι Μέσα στον άνθρωπο, Μέσα μας, κι όχι στην εξωτερική αναζήτηση (με εξωτερικά μέσα) κάποιας αντικειμενικής πραγματικότητας, κάποιου αντικειμενικού θεού, γιατί ό,τι συλλαμβάνει η αντίληψη, η σκέψη, οι αισθήσεις, η εμπειρία, είναι «περιεχόμενο» και μικρότερο της ανθρώπινης αντίληψης. Η αναζήτηση ενός τέτοιου θεού είναι ειδωλολατρία κι ο «θεός» αυτής της σύλληψης είναι ένα «είδωλο» (της αντίληψης) κι όχι κάτι πραγματικό. Με άλλα λόγια οι Ορφικοί ήταν τελείως Εσωτερικοί (στην Αντίληψή τους), αναζητούσαν Έσω (στο Εσωτερικό Βίωμα) την Πραγματικότητα, την Αλήθεια και δεν ήταν ειδωλολάτρες όπως οι πιο πολλοί άνθρωποι γύρω τους. Βάζοντας τα Θεμέλια της Εσωτερικής Παράδοσης διατήρησαν και μετέδωσαν το Φως (το Εσωτερικό Βίωμα, το Βίωμα του Εσωτερικού Φωτός, της Φωτεινής Ουσίας μας) μέσα στους αιώνες, μέχρι σήμερα. Σε αυτή την Εσωτερική Παράδοση χρωστάμε πολλές από τις «πληροφορίες» που έχουμε για την Αρχαιότητα.

 


(Αναπαράσταση του Ιερού Χώρου των Δελφών)


Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβαινε στην Αρχαιότητα πρέπει να πάμε πέρα από την εξωτερική επιφανειακή εικόνα της Αρχαίας Ελλάδας που μεταδίδουν αιώνες τώρα οι «χριστιανοί» στην επίσημη αντίληψη, στην εκπαίδευση και στα σχολεία. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά από ό,τι τα παρουσιάζουν. Υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι Μυημένοι που ξεκινώντας από τον Όλυμπο (την Πατρίδα του Ορφέα) εγκαθίδρυσαν Ένα Ιερό Κέντρο στους Δελφούς και μέσω των Μυστικών Ιερών Σχέσεων, που η Ιερή Αμφικτυονία ήταν μόνο η εξωτερική δραστηριότητα (η εξωτερική εικόνα), είχαν δημιουργήσει ένα Ιερό Δίκτυο, με Ανώτερο Μυητικό Κέντρο τους Δελφούς, Εξωτερικό Λατρευτικό Κέντρο την Ελευσίνα, και Ιερά σε όλη την Ευρύτερη Ελλάδα. Όλα αυτά λειτουργούσαν Φυσικά χάρις στην Ύπαρξη Μυημένων κι όχι μέσα από ανθρώπινη εποπτεία, διοικητικό έλεγχο ή εξωτερικές δραστηριότητες. Η Εσωτερική Ζωή Λειτουργούσε στο Βάθος καθοδηγώντας με φωτισμένη δράση και τις εξωτερικές δραστηριότητες. Οι πιο πολλοί άνθρωποι, ακόμα και στην αρχαιότητα, έβλεπαν μόνο την επιφάνεια, τα ασήμαντα εξωτερικά γεγονότα. Με την κατάρρευση του Αρχαίου Κόσμου και την επικράτηση της «χριστιανικής» βαρβαρότητας, η Εσωτερική Παράδοση περιορίστηκε σε Μυστικούς Κύκλους Μυημένων, που μετέφεραν το Αρχαίο Φως μέχρι τις μέρες μας.
Σκοπός όλης αυτής της Μυητικής Δράσης και Δραστηριότητας ήταν ακριβώς να Εκπληρωθεί ο Εγγενής (Φυσικός) Προορισμός του Ανθρώπου, η Επιστροφή πίσω στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα. Η Υιοθέτηση της Ορφικής Διδασκαλίας, της Ορφικής Αντίληψης της Ζωής απαιτούσε τον «Ορφικό Βίο», την ορφική συμπεριφορά και ζωή. Αυτό Οδηγούσε στα Μυητικά Κέντρα, στα Μυστήρια, στην Μύηση. Κι η Μύηση, η Μυητική Διαδικασία είχε οργανωθεί από τους Ορφικούς Οσίους των Δελφών και τους Άλλους Ιεροφάντες με τέτοιο τρόπο που ο άνθρωπος να οδηγείται μέσω των Βαθμίδων της Μύησης στην Τελική Απελευθέρωση, στην Ύστατη Κατανόηση που Αναγνωρίζει στο Βάθος της Ύπαρξης την Αρχή, την Πραγματικότητα, την Αρχέγονη Φύση, την Ψυχή του Απείρου.
Όταν κάποιος Υιοθετεί (ακόμα και σήμερα) την Ορφική Αντίληψη για την Ύπαρξη, τον Κόσμο, την Ζωή, αρχίζει να αντιλαμβάνεται την Πραγματικότητα σαν Μια Ενότητα Εντός της Οποίας Συμβαίνουν όλα κι αρχίζει να Διερευνά την Σχέση του Όλου με την ατομικότητα που βιώνει, την Σχέση της Πραγματικής Ουσίας με το σώμα και τον εξωτερικό κόσμο. Με άλλα λόγια Συνδέει την Ύπαρξή του με το Βάθος της Ύπαρξης (ακόμα κι αν δεν το βιώνει καθαρά και στην έκτασή του) και Βλέπει όλα όσα συμβαίνουν Μέσα σε Αυτό το Πλαίσιο. Παύει να βλέπει τον εαυτό του σαν μια αποκομμένη ατομικότητα μέσα σε ένα αντικειμενικό εξωτερικό κόσμο. Αυτή είναι μια πλήρης αντιστροφή της Αντίληψης και της Φιλοσοφίας της Ζωής στα πλαίσια της οποίας αντιλαμβάνεται και δρα πλέον. Αυτή η κοσμοαντίληψη δεν περιορίστηκε στους Ορφικούς και Μυστικούς Κύκλους. Διαπνέει όλους τους αιώνες της Αρχαιότητας (μέχρι τους μεταχριστιανικούς αιώνες), εμπνέει τον Φιλοσοφικό Στοχασμό, στηρίζει την Κοινωνική Αντίληψη της Δημοκρατίας (που θεμελίωσε στην πραγματικότητα, σαν καθοδηγητής, ό «τύραννος» Πεισίστρατος) και αποτυπώνεται στον λόγο του Στωικού Κλεάνθη, τον 3ο π.Χ. αιώνα, «Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν», που «κακώς» (πολύ «κακώς») αποδίδεται στον Απόστολο Παύλο (αν και ο ίδιος ομολόγησε στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο, κάποιους αιώνες μετά, ότι δανείστηκε την φράση).
Η πραγματική όμως πνευματική εργασία, πέρα από μια γενική κι αφηρημένη κοσμοαντίληψη, άρχιζε με την Μύηση της Άνοιξης, που άσχετα από τον αντικειμενικό τόπο που θα γίνονταν (στους Δελφούς του Παρνασσού, στο Ιερό της Περσεφόνης στις ειδυλλιακές όχθες του Αττικού Ιλισού, ή σε κάποιο από τα πολλά διάσπαρτα Ιερά, σε όλη την Ελλάδα), ο πραγματικός σκοπός και το «περιεχόμενο» της Μύησης ήταν να αντιληφθεί έμπρακτα ο μύστης, να βιώσει, ότι «Αυτός» (η Αληθινή Ουσία) είναι κάτι ξεχωριστό από την «εμπειρία» του, από τις δυνάμεις, που χρησιμοποιούσε, την σκέψη, τις αισθήσεις, το σώμα, τις πράξεις στον εξωτερικό κόσμο (που έκανε μέσω του σώματος), τον εξωτερικό κόσμο. Αυτή η συνειδητοποίηση (που σήμαινε στην πραγματικότητα την «ενεργοποίηση», την «αφύπνιση» του Βαθύτερου Κέντρου της Ψυχής μέσα στο σώμα, ή την «μετατόπιση» σε αυτό το Κέντρο, την απόσυρση από τα περιφερειακά μέρη όπου λειτουργεί ο συνηθισμένος άνθρωπος) γινόταν όχι με θεωρητική διδασκαλία αλλά με συγκεκριμένες στάσεις και δράσεις κι ανάληψη του ελέγχου των εξωτερικών λειτουργιών (της σκέψης, της αίσθησης, της αίσθησης του σώματος, της σωματικής δράσης). Μόνο όταν ο μύστης βίωνε πραγματικά αυτή την «διάκριση» του αληθινού εαυτού από τις λειτουργίες και το σώμα αποκτούσε νόημα και περιεχόμενο η Μύηση. Επειδή όμως ήταν μια περίοδος μαθητείας, δοκιμασίας, πνευματικής προσπάθειας, κι υπήρχαν πάντα αστοχίες για αυτό τον λόγο είχαν καθιερωθεί οι ιεροί «καθαρμοί» που δεν ήταν συνδεμένοι μόνο με το νερό (υδάτινοι καθαρμοί, βάπτισμα, κλπ.) αλλά και με άλλες δραστηριότητες. Όπως και να έχει αυτή η Πρώτη Μύηση ήταν η Βάση κι από αυτό αντλεί την σημασία της.
Ο αντικειμενικός στόχος της Θερινής Προετοιμασίας ήταν να Εδραιωθεί ο μύστης στο Πραγματικό Κέντρο του Εαυτού και να ελέγξει απόλυτα όλες τις περιφερειακές εξωτερικές λειτουργίες, δράσεις κι εμπειρίες. Αυτό γινόταν με την Εποπτεία των Μυστών στα Διάφορα Ιερά Κέντρα, στους Δελφούς, στην Ελευσίνα, (στο Πλουτώνιο), κι αλλού. Η πραγματική εμπειρία του μύστη «ελεγχόταν» με την έμπρακτη απόσυρσή του από όλα τα εξωτερικά, πράγμα που αποδείκνυε τον πλήρη έλεγχο των εξωτερικών λειτουργιών. Αυτό Προετοίμαζε την μύστη για την Μεγάλη Μύηση του Φθινοπώρου. Αυτό που διαφοροποιούσε την Περίοδο Προετοιμασίας από την Μεγάλη Μύηση του Φθινοπώρου ήταν ότι η δράση είχε σαν περιεχόμενο τον «έλεγχο» των εξωτερικών λειτουργιών, ενώ η Φθινοπωρινή Μύηση σηματοδοτούσε το οριστικό πέρασμα από τον εξωτερικό κόσμο στο Εσωτερικό Διάστημα, μια πλήρη αλλαγή της Συνείδησης και του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε.
Οι Μυήσεις στην διάρκεια του Ιερού Έτους δεν συνδέονται αποκλειστικά με ένα μόνο κέντρο αλλά ήταν αντικείμενο ιερών εργασιών σε όλα τα Ιερά Κέντρα. Έτσι, κακώς συνδέεται η Φθινοπωρινή Μύηση μόνο με την Ελευσίνα, με τα Μεγάλα Μυστήρια. Αυτό δεν προβλημάτιζε τους Αρχαίους Μύστες, τους Οσίους των Δελφών ή τους άλλους Ιεροφάντες. Εξάλλου οι Δελφικοί Μύστες είχαν διατηρήσει την πιο ιερή αποκλειστικότητα, αυτή των Χειμωνιάτικων Ιερουργιών του Νέου Έτους και των Γιορτών του Χειμώνα στον Παρνασσό. Η Μυητική Εμπειρία των Μεγάλων Μυστηρίων, η «Αυτοψία», η Όραση της Αληθινής Ουσίας μας, είναι ένα Οριστικό Πέρασμα σε μια Άλλη Πραγματικότητα (έτσι το ερμηνεύει η «εμπειρία» μας, η εμπειρία μιας συνείδησης που μετουσιώνεται αντιληπτικά). Είναι ταυτόχρονα «Έξοδος» από τον κόσμο των Φαινομένων, είναι «Είσοδος» στην Εσωτερική Πραγματικότητα, αλλά κυρίως είναι μια Πλήρης Μεταστροφή της Συνείδησης, της Αντιληπτικής Διαδικασίας και της Εμπειρίας της Ύπαρξης. Πρακτικά (για την εμπειρία του μύστη) σημαίνει μια πλήρη απόσυρση από τα «εξωτερικά», μια ολοκληρωτική απομόνωση από λειτουργίες και «πληροφορίες» από τον εξωτερικό κόσμο. Καθώς η Συνείδηση Αποσύρεται στον Εαυτό της η Αντίληψη έχει εμπειρία μόνο από τον Εσωτερικό Χώρο, νοιώθουμε να «βρισκόμαστε» αλλού, σε ένα άλλο κόσμο. Το Σύθαμπο Καθαρίζει σε Φως, Χωρίς Όρια. Αυτή η Εμπειρία της Αληθινής φωτεινής Ουσίας μας οδηγεί σταδιακά στην Απελευθέρωσή μας από τα δεσμά, στην Επέκταση στην Απεραντοσύνη της Φύσης μας, στην Άχρονη Πραγματικότητά της. Όταν ο μύστης που έχει αυτή την Εσωτερική Εμπειρία «επανέρχεται» στον περιορισμένο εαυτό, στο σώμα και στην αίσθηση του εξωτερικού κόσμου, αντιλαμβάνεται (λόγω της Μεταμόρφωσης της Συνείδησης από την Εσωτερική Εμπειρία) τελείως διαφορετικά. Αντιλαμβανόμαστε ότι (επειδή έχουμε συνδεθεί με το Άπειρο Βάθος μας) όλα είναι Μέσα μας κι όχι ότι είμαστε «εμείς» μέσα σε ένα εξωτερικό κόσμο. Έχει συμβεί μια Πλήρης Αντιστροφή στην Αντιληπτικότητά μας. Έτσι Κατανοούμε Πλήρως, τώρα, την Ορφική Κοσμοθεωρία της Ενιαίας Πραγματικότητας, της Μιας Φύσης που τα Εμπεριέχει όλα (αντιληπτικές καταστάσεις, κόσμους, ζωή, εμπειρίες, όλα). Έχουμε Βιώσει την Ταύτιση με αυτή την Πραγματικότητα, με την Αληθινή Φύση, με την Μεγάλη Ψυχή.
Από εδώ και πέρα η Αντίληψή μας και η Πνευματική Πορεία μας ακολουθούν ένα άλλο δρόμο. Καθώς έχουμε Εδραιωθεί στο Πραγματικό Κέντρο του Εαυτού, στο «Σημείο» που Εμείς σαν Ψυχή (Άχρονη, Άπειρη, Ελεύθερη Πραγματικότητα, Παρουσία) «συνδεόμαστε» με το σώμα κι έχουμε πλέον Εμπειρία και της Εσωτερικής Πραγματικότητας και του «εξωτερικού» κόσμου, βρισκόμαστε στην πραγματικότητα σε μια Πύλη που χωρίζει το έσω από το έξω, μπορούμε να κατευθυνθούμε κι Εδώ (στο Έσω) και εδώ (στο έξω). Γίνεται λοιπόν απόλυτα κατανοητό ότι βρισκόμαστε σε μια Προσωρινή Στάση, μια Κατάσταση Ισορροπίας ανάμεσα στο Άχρονο και τον Παροδικό Κόσμο των Φαινομένων. Λόγω της Κατάστασής μας (και της Προηγούμενης Εμπειρίας μας) κατανοούμε ότι η ζωή μας στον εξωτερικό κόσμο δεν έχει άλλη σημασία κι άλλο προορισμό από το να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι προσωρινή κι ότι ο Τελικός Προορισμός μας είναι οι Ανώτεροι Εσωτερικοί Ουράνιοι Κόσμοι. Ακριβώς εδώ αποκτά τον πολύτιμο χαρακτήρα του το Ιερό Χρονικό Διάστημα ανάμεσα στην Φθινοπωρινή Ισημερία και το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Μέσα από τις Ανώτερες Μυήσεις, Αποσυρόμαστε Οριστικά από τον Εξωτερικό Κόσμο και Εισερχόμαστε στην Ανώτερη Πραγματικότητα όπου Αποκτάμε Εμπειρία της Ενιαίας Πραγματικότητας όπου δεν υπάρχει πλέον «διάκριση» ανάμεσα στο Έσω και το Έξω. Είναι Όλα Εδώ, Μέσα στην Ανώτερη Επίγνωση, Τώρα. Πρακτικά, (για την εμπειρία του μύστη), αυτό σημαίνει μια Εμβάθυνση της Εσωτερικής Εμπειρίας, μια Βαθύτερη Ενεργοποίηση του Ψυχικού Κέντρου του Εαυτού, μια Βαθύτερη Αφύπνιση της Επίγνωσης της Πραγματικότητας, που Οδηγεί στην Μετάβαση στα Βαθύτερα Στρώματα της Ύπαρξης, μια Αλλαγή στην Αντίληψη του Χώρου που Αναγνωρίζεται όχι σαν Εξωτερικός Χώρος, αλλά σαν Εγγενής Αντίληψη της Ίδιας της Συνείδησης. Έτσι Ενοποιούνται Υποκείμενο Αντικείμενο στην Μοναδική Ουσία της Συνείδησης. Αυτή η Μετάβαση από την Παγκόσμια συνείδηση στον Χώρο, στην Ενοποίηση Υποκειμένου-Αντικειμένου και στην Ανάδειξη της Μόνης Ουσίας, αναγνωρίζεται από τον μύστη σαν Διάφορες Μυητικές Βαθμίδες, σαν Ανώτερες Καταστάσεις της Ψυχής, που στον Θεολογικό Συμβολισμό Εκπροσωπούνται από τον Εξωτερικό Απόλλωνα του Θέρους τον Διόνυσο (της Άνοιξης) - Βάκχο (του Φθινοπώρου) και τον Μυστικό Απόλλωνα του Χειμώνα (τον Φάνη των Ιερατικών Ύμνων). Στην Ελευσίνα ήταν γνωστή στους μύστες και στους λάτρες μόνο η ανώτερη Μύηση της Εποπτείας (της Εμπειρίας της Παγκόσμιας Συνείδησης στον Χώρο). Ασφαλώς ήταν γνωστές στους Ιεροφάντες και οι Ανώτερες Καταστάσεις (και Μυήσεις), αλλά δεν γινόταν λόγος για αυτά. Αυτοί που Ασχολούνταν πραγματικά με τις Μυήσεις του Ιερού Χρόνου πριν το Ιερό Χειμερινό Ηλιοστάσιο ήταν στους Δελφούς, όπου Γνώριζαν ότι χωρίς αυτή την Ιερή Προετοιμασία δεν ήταν δυνατή η Εμπειρία της Υπέρτατης Μύησης.
Οι Καταστάσεις που Βιώνουμε στις Ανώτερες Μυήσεις είναι Καταστάσεις Αντικειμενικές που Συμβαίνουν Ταυτόχρονα και στην Ψυχή (στην Συνείδηση) και στο Κέντρο του Εαυτού στο σώμα. Κι αυτό είναι που τις διαφοροποιεί από το αν τις βιώναμε χωρίς σώμα (όπως όταν αποχωριζόμαστε με τον θάνατο). Σε Αυτές τις Καταστάσεις Είμαστε (σαν Ψυχή, σαν Συνείδηση, σαν Παρουσία) συνδεδεμένοι με το σώμα. Όσο «Προχωράμε» Βαθύτερα (στην Ύπαρξή μας), ή  Ψηλότερα (από άποψη «πνευματικής εξέλιξης»), ή Ανώτερα (σαν «επίγνωση»), τόσο η «σύνδεση» εκλεπτύνεται (η «εξασθενεί»), δίνοντάς μας την δυνατότητα και την ευκαιρία να Βιώσουμε (σαν Ψυχή) Μεγαλύτερη Ελευθερία, (πράγμα που διαφοροποιεί την ποιότητα της Εμπειρίας, τον «χαρακτήρα» της, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της).
Όπως δίδασκαν οι Όσιοι στους Δελφούς η Υπέρτατη Κατάσταση όπου ο Μύστης Βιώνει την Αληθινή Θεϊκή Ουσία της Ψυχής είναι όχι μια κατάσταση αλλά η Απόλυτη Εμπειρία της Ζωής που Πηγάζει Αυθόρμητα από την Ίδια την Πραγματικότητα ( Φύση, Ψυχή, Ουσία) και Στηρίζεται στην ίδια την εκδήλωσή της, χωρίς προσδιορισμούς, ιδιότητες, τελείως ακατάληπτη από οποιαδήποτε προσπάθεια αντίληψης. Είναι μια «Κατάσταση» που ελάχιστοι άνθρωποι βιώνουν και μόνο σε στιγμές Βαθιάς Έκστασης κι όχι σε μια διαρκή βάση. Η Εμπειρία Αυτή Προετοιμάζονταν και Συνέβαινε στις πιο Ιερές Στιγμές του Νέου Έτους, σε μια Ιερή Τελετουργία Απόλυτης Μυστικότητας και Σιγής.
Για να Προετοιμαστούν οι Μύστες για την Υπέρτατη Κατάσταση έπρεπε να μπουν σε μια «Κατάσταση Απόλυτης Νύχτας» όπου η «σύνδεση» με το σώμα έφτανε στο «ελάχιστο». Αυτό το βίωναν (όσοι το βίωναν) καθώς ο ηλιακός χρόνος πλησίαζε προς το τέλος του, στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Οι Πραγματικές Τελετές του Νέου Έτους γίνονταν Μυστικά από τους Μύστες ενώ οι Εξωτερικές Τελετές αποτύπωναν συμβολικά τα Ιερά Γεγονότα. Κι ασφαλώς υπήρχαν κι εξωτερικές γιορτές που ελάχιστη σχέση είχαν με όσα συνέβαιναν εσωτερικά.
Βέβαια για τον αμύητο, ακόμα κι αν έχει ασχοληθεί με αυτά τα θέματα και τις πνευματικές πρακτικές, όλα αυτά που λέμε μπορεί να φαίνονται μη αληθινά ή υπερβολικά. Στην πραγματικότητα, για να καταλάβουμε, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όχι μόνο την Ορφική Διδασκαλία αλλά και τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν πριν τόσους αιώνες στην Ελλάδα και ιδιαίτερα σε Ιερούς Χώρους όπως οι Δελφοί, η Ελευσίνα κι Άλλα Ιερά. Όλα αυτά, οι Μυήσεις, οι Καταστάσεις Περισυλλογής οι Μυστικές Εμπειρίες ήταν κάτι γνωστό, τουλάχιστον σαν «πληροφορία» στον Αρχαίο Κόσμο και ιδιαίτερα στους Ιερούς Χώρους όπου προσέρχονταν οι Αρχαίοι Λάτρες. Εξάλλου όλα αυτά είναι γνωστά και σε άλλες Παραδόσεις, σε διάφορες εποχές της Ιστορίας. Έτσι το τι θεωρούμε αληθινό, ψεύτικο, υπερβολικό ή συνηθισμένο, εξαρτάται από το από «που» το «βλέπουμε».

Η Τελική Μύηση
Ο Ιερός Βίος, Πνευματική Αποχή, Περισυλλογή, Αποθέωση
Οι Πλήρως Μυημένοι, Οι Όσιοι με τους Λευκούς Χιτώνες.

Η Παράδοση
Η Εσωτερική Παράδοση έξω από την γραμμή της ιστορίας, μέχρι σήμερα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
Monday, 9 February, 2026

5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman

(An Essay on the Essential Qualities for Realization of the Self)

(Viveka Chudamani 21-25)

 

The Threshold of the Eternal

There exists, beyond the clamor of the marketplace and the fevered dreams of ambition, a path that winds toward the infinite. It is not carved into mountainsides, nor does it stretch across desert plains. Rather, it unfolds within the silent chambers of the soul, where the seeker discovers that the journey home begins precisely where one has always stood. The ancient wisdom speaks of certain qualities—not acquisitions from without, but revelations from within—that must be cultivated by those who would know the Ultimate Reality, that ineffable presence some call Brahman, others the Absolute, and still others simply Truth.

These virtues are not ornaments worn for display, nor achievements accumulated like coins in a purse. They are transformations of consciousness itself, fundamental reorderings of perception that allow the veil of illusion to fall away, revealing what has always been present but never seen. Like a sculptor who does not create the statue but merely removes the excess stone, the aspirant does not manufacture spiritual realization but strips away the obscurations that prevent its recognition.

The seeker stands at the threshold, gazing into an abyss of mystery that is simultaneously emptiness and fullness, silence and song. The ordinary mind recoils from such paradox, seeking the solid ground of certainty and the bright edges of definition. Yet the mystical path demands a different courage: the willingness to dissolve into that which cannot be grasped, to become intimate with the unspeakable, to rest in the groundless ground where all distinctions collapse into undifferentiated awareness.

Vairagya—The Great Letting Go

In the deepest recesses of the human heart burns a fire that consumes all it touches, leaving only ash and longing. This is the fire of desire, the insatiable hunger that drives beings from pleasure to pleasure, like moths circling an ever-receding flame. The worldly person, intoxicated by the promise of fulfillment, chases shadows across the landscape of experience, never recognizing that satisfaction perpetually eludes grasp precisely because it is sought in objects that cannot contain it.

Vairagya, which the sages call renunciation or dispassion, arises not from bitter disappointment or world-weary cynicism, but from a profound seeing—a penetrating vision that perceives the fundamental nature of all conditional existence. Like one who has tasted nectar and can no longer be satisfied by sugar water, the awakening soul begins to recognize the subtle poison hidden within even the sweetest of temporal pleasures. The joy of possession contains the seed of loss; the ecstasy of union conceals the anguish of separation; the glory of worldly achievement masks the hollow emptiness that follows acclaim.

This virtue is not the forced suppression of natural desires, not the grim self-flagellation of those who war against their own humanity. Rather, it emerges organically when clear seeing dispels the enchantment that makes transient things appear permanent, limited pleasures appear infinite, and fragmentary experiences appear whole. The renunciate does not abandon the world through hatred but releases attachment through understanding, like a person who stops clutching at reflections in water upon realizing they can never be grasped.

Even the loftiest states of consciousness, even the exalted experiences available to refined beings in subtle realms—what the texts call "Brahmahood"—are recognized as ultimately unsatisfying, for they too arise and pass away in the vast ocean of being and non-being. The soul that has glimpsed the Eternal can no longer mistake the temporal for ultimate refuge, no matter how sublime its appearance. This radical disillusionment with all that comes and goes becomes the fertile soil in which true liberation takes root.

Shama—The Stilling of the Storm

Picture a lake whose surface is constantly agitated by wind, its waters churned into countless waves that catch the light and cast it in a thousand fragmentary reflections. No clear image can form in such turbulence; the moon above remains invisible to the restless waters below. So it is with the mind that leaps endlessly from object to object, never resting, never settling, forever dispersing its attention across the infinite multiplicity of phenomena.

Shama—that sacred calmness which the mystics treasure above all worldly wealth—arises when the mind gradually withdraws its outward-flowing energies and begins to stabilize in its own luminous nature. This is not the dull torpor of sleep, nor the forced concentration of one who strains to hold attention through sheer will. Rather, it resembles the natural settling that occurs when muddy water is left undisturbed: gradually, inevitably, the sediment sinks and clarity emerges of its own accord.

The aspirant learns through patient observation to see the fundamental unsatisfactoriness that permeates all sense experience. Each pleasure contains within it the worm of satiation; each acquisition brings new anxieties of preservation and loss; each relationship carries the burden of expectation and the shadow of eventual parting. This is not pessimism but clear-eyed realism, the unflinching recognition of existence as it actually presents itself rather than as we desperately wish it to be.

As this understanding deepens, something miraculous occurs: the mind's habitual rush toward external objects begins to slow, like a river approaching the sea. The magnetic pull of sensory allure weakens; the tyranny of craving relaxes its grip. In the resulting stillness, the mind discovers its capacity to rest in itself, directed steadfastly toward that ineffable Goal which has no location in space, no position in time, yet remains more intimate than breath, more fundamental than heartbeat.

This inward-turning is not an escape from reality but a movement toward the Real, away from the endless proliferation of appearances toward the silent source from which all appearances arise. Like a wanderer who finally turns homeward after years of aimless roaming, the mind in shama discovers the peace that needs nothing external to complete it, the fullness that wants for nothing because it has recognized its own infinite nature.

Dama—The Sacred Discipline

The sense organs are like wild horses, each pulling in its own direction, each demanding to be indulged. The eyes hunger for beautiful forms; the ears strain toward pleasant sounds; the tongue craves delectable tastes; the skin seeks comfortable sensations; the nose pursues agreeable fragrances. Meanwhile, the internal faculties—imagination, memory, emotion—generate their own clamorous demands, weaving endless narratives of past and future, hope and fear, attraction and aversion.

Dama—that virtue of self-control or mastery—involves neither violent suppression nor indulgent license, but rather the intelligent redirection of these energies toward their ultimate source. The mystic understands that the senses themselves are not enemies to be destroyed but instruments that have been misdirected, like tools used for purposes other than those for which they were designed. The eye that endlessly consumes visual stimuli can be taught to close in meditation, discovering the inner light that shines independently of any external object. The ear that chases after melodious sounds can learn to attend to the soundless resonance that underlies all manifestation.

This turning inward of the sense faculties is not a denial of their reality but a restoration of their proper function. Just as a river that has overflowed its banks must be guided back to its channel, so the outward-flowing energies of perception must be returned to their respective centers—those subtle points within consciousness where outer meets inner, where the limited connects with the unlimited, where the particular dissolves into the universal.

The practitioner discovers that each sense organ, when withdrawn from its habitual objects and established in its source, reveals a dimension of peace and stability previously unknown. The restless eyes, no longer darting after every passing form, find rest in the formless awareness that perceives all forms without being defined by any. The chattering mind, no longer spinning its endless commentaries, discovers the silence that contains all speech without being disturbed by noise.

This is the work of patient years, not accomplished through force but through gentle persistence, not seized through effort but allowed through understanding. Like the gradual taming of a wild animal through kindness and consistency, the senses slowly learn to trust a new master, one who does not exploit them for fleeting pleasures but guides them toward their own deepest fulfillment.

Uparati—The Great Withdrawal

Beyond the mere control of the senses lies a deeper transformation, one that the sages call uparati—that supreme self-withdrawal in which the mind-function itself ceases to be affected by external circumstances. This is not indifference born of exhaustion or detachment arising from disappointment, but rather a profound independence rooted in the recognition of what truly matters and what is merely superficial.

Imagine a lotus that grows in muddy waters yet remains untouched by the mire, its petals pristine despite the murk from which it emerges. Or consider a clear crystal that reflects whatever color is placed before it yet is not itself colored by any reflection. Such is the mind established in uparati: fully present in the world of phenomena, functioning appropriately in response to circumstances, yet fundamentally unaffected at its core, maintaining an inner sanctuary of peace that no external event can violate.

This virtue represents a radical shift in one's center of gravity, a migration of identity from the periphery to the center, from the circumference of experience to its still heart. The ordinary person identifies completely with the flow of mental and emotional states, rising and falling with each wave of pleasure and pain, success and failure, praise and blame. But the one established in uparati has discovered that awareness itself—pure, witnessing consciousness—remains untouched by the content it illuminates, like space that is never altered by the objects it contains.

External objects and events continue to arise in perception, but they no longer penetrate to the essence of what one is. They appear like clouds drifting across the sky, like images projected on a screen, like waves rising and falling on the ocean's surface. The mind observes these movements with equanimity, neither grasping after pleasant experiences nor recoiling from difficult ones, abiding in its own nature with unshakeable stability.

This is the peace that passes understanding, the rest that does not depend on comfortable circumstances, the joy that needs no external cause. It is discovered not through arrangement of outer conditions but through the profound recognition of what one has always been beneath the turbulent surface of psychological activity—that unchanging awareness in which all change occurs, that silent witness before which the entire drama of existence unfolds.

Titiksha—The Alchemy of Suffering

The spiritual path inevitably leads through territories of discomfort, through deserts of dryness and dark nights of the soul. The body ages and weakens; relationships disappoint; cherished plans crumble; the world refuses to conform to our expectations. These afflictions—whether gross physical pain or subtle psychological distress—test the aspirant's commitment, revealing the depth of understanding and the genuineness of spiritual maturity.

Titiksha, that noble forbearance which the mystics cultivate with such care, is not the gritting of teeth in stoic resignation, nor the passive acceptance of abuse or injustice. Rather, it is a profound shift in relationship to difficulty, rooted in the understanding that external circumstances possess only the power we grant them through our reactive patterns. The pain is inevitable—this the wise acknowledge—but the suffering that arises from resistance to pain, from the mental elaboration that transforms sensation into story, from the fearful anticipation of future difficulty or the bitter rumination on past injury—this is optional.

The practitioner learns to meet affliction with a quality of presence that neither flees nor fights, neither dramatizes nor denies. Like a skilled sailor who cannot control the wind but can adjust the sails, the aspirant discovers the freedom to choose response rather than being imprisoned in mechanical reaction. Physical discomfort is acknowledged without catastrophizing; emotional turmoil is witnessed without identification; external opposition is noted without the construction of elaborate narratives of victimhood or justified resentment.

This forbearance is rooted in a deeper vision that perceives the transient nature of all conditional experience. Just as morning mist inevitably dissolves when the sun rises, so all afflictions—no matter how solid and permanent they appear—are recognized as temporary visitors in the vast space of awareness. They come unbidden and depart uninvited, arising and passing in accordance with causes and conditions far beyond the individual's control or responsibility.

Moreover, the mature practitioner begins to perceive difficulty itself as a sacred teacher, a fierce grace that strips away illusion and reveals what is truly indestructible. In the fire of affliction, false refuges are burned away, shallow understandings are exposed, superficial consolations are shown to be inadequate. What remains after this purification is not the broken remnant of a defeated spirit but the diamond core of consciousness itself, that which cannot be harmed by any circumstance because it is not a thing that can be damaged but the very space in which all things arise and pass away.

Shraddha—The Light of Faith

At the foundation of all spiritual endeavor lies a quality that modern minds often misunderstand, dismissing it as blind credulity or wishful thinking. Yet shraddha—that profound faith which the sages declare essential for realization—is neither the opposite of reason nor the abandonment of discrimination. Rather, it is a deep trust rooted in direct insight, a confidence born from the resonance between sacred teaching and innermost knowing, a recognition that what the scriptures and the awakened ones declare corresponds to something already intuited in the depths of one's own being.

This faith is not belief in propositions that contradict experience or reason, but rather the firm acceptance—through both wisdom and direct perception—of truths that transcend the ordinary mind's capacity for conceptual grasp yet reveal themselves to the purified heart. When the genuine teacher speaks of the Self that was never born and can never die, when the ancient texts proclaim the identity of individual consciousness with universal Consciousness, when the mystics testify to a peace beyond all comprehension—something within the sincere seeker trembles with recognition, as if remembering what has always been known but temporarily forgotten.

This faith provides the foundation upon which the entire edifice of spiritual practice is built. Without it, the aspirant lacks the conviction necessary to sustain effort through difficulties, the confidence to persist when progress seems absent, the willingness to surrender cherished beliefs and comfortable identities in service of truth. With it, the path unfolds naturally, each step revealing new vistas that confirm and deepen the initial intuition that drew one toward the sacred mystery in the first place.

Shraddha is simultaneously gift and achievement, grace and attainment. It descends upon the prepared heart like rain upon plowed earth, yet it must also be cultivated through study, reflection, and the testing of spiritual propositions against lived experience. The aspirant learns to distinguish genuine faith—which opens and expands awareness—from mere belief, which closes and contracts understanding. True faith makes the mind supple and receptive; false belief makes it rigid and defensive.

As this virtue matures, it becomes the very means by which Reality is perceived. Just as physical eyes are required to perceive visible forms and ears necessary to detect sounds, so faith becomes the organ through which the soul apprehends the Ultimate. Not faith as opposed to knowledge, but faith as the deepest knowing—immediate, intimate, indubitable—that rises from the ground of being itself when all obscurations have been cleared and the witness stands naked before the witnessed, discovering that seer and seen have always been one undivided wholeness masquerading as multiplicity.

The Convergence of Virtues

These qualities—renunciation, calmness, self-control, self-withdrawal, forbearance, and faith—are not separate accomplishments to be acquired sequentially, like items checked off a list. Rather, they interpenetrate and support one another, forming an integrated whole that transforms consciousness from its ordinary fragmented state into the unified awareness capable of recognizing its own true nature.

Renunciation without calmness becomes mere aversion; calmness without self-control remains superficial; self-control without forbearance breeds rigidity; forbearance without faith lacks foundation. Yet when these virtues mature together, they create the conditions in which the great awakening can occur—not as something achieved through effort but as the natural revelation of what has always been present but veiled by ignorance, agitation, and misdirected attention.

The aspirant who cultivates these qualities discovers that spiritual transformation is not the acquisition of something new but the removal of obstructions, not the creation of a different self but the recognition of what the self has always been beneath its temporary identifications and conditioned patterns. Like clouds dispersing to reveal the sun that has never ceased to shine, or like the cleaning of a mirror to restore its native reflective capacity, the foundational virtues clear away the accumulated obscurations that prevent the soul from knowing itself.

The Return to Source

At journey's end—which is simultaneously its beginning, for the seeker never left the place toward which the search was directed—the multiplicity of virtues dissolves into the simplicity of pure being. The one who has walked this path discovers that Brahman, the Absolute Reality, was never truly distant or foreign, never genuinely other than one's own deepest nature. All the practices, all the disciplines, all the virtues were not means of reaching some far-off destination but ways of removing the barriers we ourselves constructed between what we are and what we think we are.

In that recognition, a great peace descends—or rather, has always been present but is finally acknowledged. The search ends not in finding what was lost but in realizing what was never absent. The questions that drove the spiritual quest dissolve not through being answered but through being outgrown, like children's concerns that lose relevance when maturity dawns.

This is the fruit of the foundational virtues: not spiritual achievement to be displayed, not exotic experiences to be recounted, but the simple, profound ordinariness of being what one has always been, seeing what has always been visible, resting in what has never moved. The mystical journey, traveled through such effort and discipline, reveals itself finally as the cosmic joke—that we sought everywhere for what we could never lose, that we struggled mightily to become what we have never ceased to be, that the kingdom we longed for was never elsewhere but always within, always here, always now, waiting only for recognition.

And in that recognition, the soul rests—not in achievement but in completion, not in arrival but in homecoming, not in becoming something new but in remembering what is eternally true. The path to Brahman is revealed as Brahman itself, the seeker discovered as the sought, the journey and the destination merged in the eternal present where all distinctions collapse into the luminous silence from which they first emerged and to which they eternally return.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

 

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

 

Το Κατώφλι του Αιώνιου

 

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

 

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

 

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

 

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

 

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

 

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

 

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

 

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

 

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

 

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

 

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

 

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

 

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

 

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

 

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

 

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

 

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

 

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

 

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

 

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

 

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

 

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

 

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

 

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

 

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

 

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

 

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

 

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

 

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

 

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

 

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

 

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

 

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

 

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

 

Η Σύγκλιση των Αρετών

 

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

 

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

 

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

 

Η Επιστροφή στην Πηγή

 

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

 

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

 

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

 

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~