![]() |
Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει Δρόμος που να Οδηγεί στο Πραγματικό... όλοι οι
δρόμοι είναι φτιαγμένοι από την σκέψη...
Ο
Θεός Είναι Παντού και Πάντα... και μέσα μας, (σαν Παρουσία, ακόμα κι αν δεν το
καταλαβαίνουμε). Ο Θεός Είναι πιο κοντά μας από ό,τι είμαστε εμείς στον εαυτό
μας, που συνεχώς περιπλανιέται εδώ κι εκεί...
Ο
«διαχωρισμός» μας από τον Θεό λοιπόν δεν είναι πραγματικός, υπάρχει μόνο στην
δική μας αντίληψη. Επειδή δεν έχουμε επίγνωση της Παρουσίας του Θεού, της
αληθινής φύσης μας, που είναι παρόμοια με Εκείνον (που πηγάζει, στηρίζεται κι
ολοκληρώνεται σε Εκείνον), της Αιώνιας Σχέσης Μαζί Του, της Ζωοποιού Παρουσίας
Του, «αντιλαμβανόμαστε» (ψευδώς) τον Θεό μακριά, απόντα, μη παρόντα μέσα σε μία
αγωνιώδη αναζήτησή Του...
Αλλά
επειδή αυτός ο «διαχωρισμός» δεν είναι πραγματικός, δεν συμβαίνει στο Επίπεδο
της Πραγματικότητας, του Εσωτερικού Βιώματος, αλλά μόνο αντιληπτικά (είναι
ζήτημα δικής μας επίγνωσης), δεν μπορεί να ξεπερασθεί με κανένα τρόπο
εξωτερικό... Όπου κι αν πάμε δεν θα βρούμε τον Θεό. Ό,τι κι αν κάνουμε δεν θα
βρούμε τον Θεό. Όσο κι αν Τον επικαλούμαστε ο Θεός δεν Παρουσιάζεται... Γιατί;
Γιατί όλα αυτά γίνονται στον φανταστικό χώρο της σκέψης... Γιατί ενώ ο Θεός
Είναι Πάντα Εδώ, μαζί μας, στην πραγματικότητα, εμείς λειτουργούμε στον χώρο
της σκέψης, στο επίπεδο αυτής της εξωτερικής δραστηριότητας, κι
αντιλαμβανόμαστε τον Θεό σαν μία Εικόνα (ένα είδωλο)... κι είναι αυτό το είδωλο
που κυνηγάμε και προσπαθούμε να φτάσουμε... Αλλά μπορούμε να φτάσουμε ποτέ κάτι
ψεύτικο; Όχι!
Τι
πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Να εγκαταλείψουμε τον χώρο του φανταστικού, της
σκέψης, που παραμορφώνει την Πραγματικότητα, και να εισέλθουμε στον Ιερό Χώρο
του Βιώματος, να Συναντήσουμε τον Ζωντανό Θεό, που Είναι Πάντα Εδώ, μαζί μας...
Γιατί Μόνο Ένα Ζωντανό Πρόσωπο μπορεί να «Παρουσιασθεί» και μόνο με Ένα Ζωντανό
Πρόσωπο μπορούμε να Επικοινωνήσουμε, και να Ενωθούμε Μαζί Του...
Η
Πραγματικότητα είναι κάτι που υπάρχει. Ή την Βιώνουμε ή δεν την βιώνουμε...
Αλλά όταν δεν βιώνουμε την Πραγματικότητα, φανταζόμαστε την Πραγματικότητα σαν
την αντίθετη της κατάστασης που βιώνουμε και τρέχουμε πίσω από αυτό το όραμα...
Μάταια... γιατί κι αυτή η σύλληψη της Πραγματικότητας είναι μία κατασκευή της
σκέψης... Τι κυνηγάμε λοιπόν;... Όλοι οι δρόμοι στον χώρο της σκέψης, είναι
αδιέξοδοι...
Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει Δρόμος που να Οδηγεί στο Πραγματικό... όλοι οι
δρόμοι είναι φτιαγμένοι από την σκέψη... Μόλις εγκαταλείψουμε όλες αυτές τις
μάταιες δραστηριότητες... τότε η Πραγματικότητα Αποκαλύπτεται μέσα μας... Ο Θεός Εμφανίζεται και «Κατοικεί»
μέσα μας...
Όταν
η Ψυχή (που έχει Θεία Φύση, σαν Θεϊκή Πνοή, Πνεύμα, Θεία Ενέργεια...) συνδέεται
με το σώμα, οι ανώτερες δυνάμεις της υποβαθμίζονται, «καταστέλλονται», και
«υφίστανται μόνο εν δυνάμει» (είναι η «περιοχή» του «ασυνειδήτου» των
«ψυχολόγων του βάθους»)... Αυτό που αναδύεται από το προσυνειδητό χάος της
γέννησης της Ψυχής στο κόσμο (του ανθρώπου) είναι οι αντιλήψεις μέσω των
αισθήσεων που γρήγορα μπαίνουν στην εποπτεία της ανώτερης «διανόησης» και μετά
του εγώ (το «συνειδησιακό σύμπλεγμα της ατομικής, προσωπικής, ύπαρξης»), στο
οποίο αναφέρονται στο εξής όλες οι άλλες δραστηριότητες, διανόηση, αισθήσεις,
πράξεις... Η ανθρώπινη ύπαρξη περνά από την σωματική ωρίμανση στην
«συναισθηματική» ωρίμανση (που ξεκινά ενόσω διαρκεί η σωματική ανάπτυξη) και
μετά στην διανοητική ωρίμανση (που ξεκινά ενόσω διαρκεί η «συναισθηματική»
ανάπτυξη) ενώ η πνευματική ενηλικίωση (σαν απόσταγμα της εμπειρίας της ζωής και
της προσωπικής προσπάθειας) που μας ανυψώνει προς το Υπερβατικό, συχνά, δεν
πραγματοποιείται ποτέ, στους περισσότερους ανθρώπους... Η πορεία αυτή της
ανθρώπινης ύπαρξης αναπαριστά σε προσωπικό ατομικό επίπεδο, της πορείας της
ίδιας της ανθρωπότητας, που βρίσκεται σήμερα σε διανοητική ανάπτυξη αλλά απέχει
πολύ ακόμα από την πνευματική ενηλικίωση που θα φέρει μία εποχή παγκόσμιας
ειρήνης συνεννόησης, δικαιοσύνης, ισότητας, ελευθερίας, κλπ., για όλους τους
λαούς (εποχή που πρέπει να τοποθετηθεί μετά από κάποιες χιλιετηρίδες...)...
Η
Ενσαρκωμένη Ψυχή είναι συνήθως όχι σε πλήρη επίγνωση της Υπερβατικής Ελεύθερης
Θείας Φύσης της, αλλά απορροφημένη στους μηχανισμούς που προκύπτουν από την
σύνδεσή της με το σώμα, στο εγώ (της ατομικής προσωπικής ύπαρξης), στην
ιδιαίτερη διανόηση και συμπεριφορά, που συχνά συμμορφώνονται με την «κοινωνία»,
την τοπική κουλτούρα, τα τοπικά ήθη, έθιμα, συμπεριφορές. Μόνο εξαιρετικά άτομα
διαπερνούν το τσόφλι της «κοινωνικής συμμόρφωσης» προς μία «ελεύθερη αντίληψη»
που ξεπερνά τις κοινωνικές συμβάσεις... Τέτοια μεγάλα πνεύματα είναι συνήθως
αναμορφωτές του πολιτισμού, της φιλοσοφικής σκέψης, και των θρησκευτικών
αντιλήψεων...
Για
να μπορέσει η Ψυχή να Ελευθερωθεί, να Ανυψωθεί ως την Θεία Φύση της, θα πρέπει
να υπερβεί όλες αυτές τις κατώτερες δραστηριότητες μέσα στις αισθήσεις του
κόσμου, στην διανόηση, ακόμα και την αντίληψη μίας ατομικής προσωπικής
ύπαρξης... Η Ψυχή Είναι Αιώνια, Άπειρη, πέρα από το σώμα και τον κόσμο. Αλλά
αυτό μπορεί να το αντιληφθεί μόνο όταν ελευθερωθεί από τα δεσμά του σώματος...
Η Ψυχή, έχοντας Θεϊκή Προέλευση και Φύση εμπεριέχει εν δυνάμει την δυνατότητα
να αναπτυχθεί, να Ελευθερωθεί από κάθε περιορισμό. Αυτή η Εσωτερική Ορμή που ως
ένα σημείο μπορεί να θεωρηθεί σαν η Θεία Ενέργεια προς το ον και μέσα στο ον,
τον άνθρωπο, η Θεία Πρόνοια (που μας Αγκαλιάζει πριν καν εμείς το συνειδητοποιήσουμε)
είναι κατά κύριο λόγο η Αιτία, ο Σκοπός και το Όριο της Εξέλιξής μας. Ο
άνθρωπος πρέπει απλά να «συνεργήσει» στην Εσωτερική Ώθηση. Άρα, ό,τι κάνει ο
άνθρωπος, στροφή προς το «Εσωτερικό Σύμπαν», Επίκληση του Θεού, Προσευχή,
Πνευματική και προσωπική προσπάθεια, δεν είναι ατομική προσπάθεια αλλά μόνο
«συνέργεια» στην Θεία Πρόνοια...
Η
Στροφή προς τα Έσω, προς τον Θεό, είναι το πρώτο βήμα της πνευματικής
προσπάθειας. Ο Θεός πρέπει να αναζητηθεί Έσω, όχι έξω σαν ένα αντικείμενο
απέναντι στο εγώ, σαν αντικείμενο της διανόησης, ή σαν αντικείμενο των
αισθήσεων. Εκεί έξω υπάρχει μόνο ο εξωτερικός κόσμος, όχι ο Θεός. Ο Θεός
Βρίσκεται πάντα «Πίσω» μας, όχι μπροστά στα «μάτια» μας. Είναι το «Έσω της
ύπαρξής» μας, όχι το απέναντι, το αντικείμενο...
Σκοπός
της Πνευματικής Προσπάθειας είναι η Ανύψωση στο Θεό, που σημαίνει απάρνηση των
κατώτερων δραστηριοτήτων και των αντικειμένων τους. Η Ουσία της Προσευχής
συνίσταται στην Απάρνηση... Απάρνηση των ψυχοσωματικών λειτουργιών (αισθήσεις,
ορμές, αντίληψη, διανόηση, εγώ) που μας «συνδέουν» με τον κόσμο, και του
κόσμου, Απάρνηση των εσωτερικών (εντυπωμένων) ορμών, Απάρνηση μίας προσωπικής
ύπαρξης (που συνιστά τον νοητικό πυρήνα ύπαρξης), Απάρνηση μίας ύπαρξης
ξεχωριστής από τον Θεό (που συνιστά τον πνευματικό πυρήνα ύπαρξης). Μόνο όταν
όλα αυτά, ειλικρινά, βαθιά και τελειωτικά, «πεταχτούν», ξεπεραστούν, μπορεί η
Ψυχή να απελευθερωθεί... Διαγράφονται έτσι (λόγω ακριβώς της Ουσίας μας, της
οντολογικής δομής και λειτουργίας μας) οι Βαθμίδες της «πνευματικής εξέλιξης»,
που προσδιορίζονται σε «Πέντε Βαθμίδες» ως την Πλήρη Ένωση με τον Θεό...
Η
ύπαρξη μπορεί να προσεγγίσει τον Θεό «εσωτερικά» κι όχι με την νόηση ή άλλη
δραστηριότητα. Ο νους πρέπει να απορρίψει κάθε αντιληπτική διαδικασία, να
αδειάσει από κάθε αντίληψη, να γίνει άμορφος. Τότε μόνο γίνεται αντιληπτό το
«Άπειρο Βάθος του Είναι» στο Οποίο η κτιστή ύπαρξη Αναφέρεται, από το Οποίο
δημιουργήθηκε, του Οποίου είναι Εικόνα και με το Οποίο μπορεί να Ενωθεί, να
Θεωθεί μέσα στην Χάρη Του (όχι κατ’ ουσίαν αλλά κατά Χάριν), να συμμετάσχει
στην Θεία Ζωή, στα Μυστήρια του Θεού, στην Αιωνιότητα, στην Βασιλεία των
Ουρανών…
Με
αυτή την έννοια η Ένωση με τον Θεό, η Αντίληψη του Θεού (του «Απείρου Βάθους
του Είναι»), η Γνώση του Θεού, η Όραση του Θεού, η Συμμετοχή στον Θεό, είναι
βιωματική εμπειρία που δεν «επιτυγχάνεται» με νοητικές ενέργειες, ούτε
προσδιορίζεται με λογικούς προσδιορισμούς…
Η
Ένωση με τον Θεό είναι μία Κατάσταση Υπερβατική, πέρα από τον χώρο και τον
χρόνο. Δεν είναι μια διαδικασία. Αντίθετα, είναι η εξάντληση κάθε διαδικασίας
(που ρίχνει τον νου στον εξωτερικό κόσμο). Όσο ο νους βρίσκεται σε κάποια
διαδικασία δεν είναι Πέραν, δεν έχει Ενωθεί με το Θεό…
Εννοείται
ότι όσο ο νους βρίσκεται εντός της διαδικασίας, όσο λειτουργεί στο επίπεδο των
λογισμών, όσο είναι προσκολλημένος στον εξωτερικό κόσμο υπάρχει η ανάγκη να
ξεπερασθεί αυτή η κατάσταση. Με αυτή την έννοια εννοείται η Πνευματική Άσκηση
και έτσι παίρνει περιεχόμενο η Καθαρά Προσευχή σαν Άσκηση, σαν Διαδικασία, σαν
ξεπέρασμα των λειτουργιών της αισθήσεων, των λογισμών, κλπ., μέχρι να φτάσουμε
στον καθαρό νου, που είναι σε θέση να Αντιληφθεί τον Θεό. Με αυτή την έννοια
υπάρχουν Βαθμίδες στον Δρόμο Προς την Τελείωση και με αυτή την έννοια η Θέωση
είναι αποτέλεσμα και κατάληξη της Πνευματικής Άσκησης, της Καθαράς Προσευχής…
(Γίνεται
έτσι φανερό ότι η Καθαρά Προσευχή νοείται διαφορετικά, ανάλογα με το επίπεδο
στο οποίο λειτουργούμε)…
Διακρίνουμε
έτσι διάφορες βαθμίδες Τελείωσης:
1.
Θέωση
2.
Καθαρός νους, εσωτερική πνευματική κατάσταση (Τρεις βαθμίδες). α) Ανείδεος (ή
μονοειδής) νους, χωρίς καμια εσωτερική, μορφοποιητική, ενέργεια, που αντανακλά
το Θείο Άπειρο. β) Ασχημάτιστος, ήρεμος, χωρίς δραστηριότητες, νους, μία
παγκόσμια συνείδηση. γ)
Άμορφος, σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο των μορφών, νους. Μία ευρύτερη του
ατομικού εγώ Συνείδηση, που απλώνεται σε όλο τον «χώρο».
3.
Εξάντληση της λειτουργίας του λογισμού, (Τρεις βαθμίδες) α) Εξάλειψη των αγγελικών λογισμών
(νόηση) β) Εξάλειψη
των ψιλών λογισμών (διανόηση). γ) Εξάλειψη
των σύνθετων, εμπαθών, λογισμών (αντίληψη)
4.
Έλεγχος των αισθήσεων
5.
Απάρνηση του εξωτερικού κόσμου.
Η Καθαρά Προσευχή είτε στην Βαθύτερη Έννοιά της, είτε σαν Διαδικασία, δεν έχει Στόχο απλά να μας φέρει σε Επαφή με το Άπειρο αλλά αποσκοπεί στο να δημιουργήσει μια Μόνιμη Πνευματική Κατάσταση κατά την οποία θα βρισκόμαστε σε Αδιάλειπτη Ένωση με τον Θεό (χωρίς να αποκοπούμε από τον εξωτερικό κόσμο – που βλέπουμε τώρα με άλλα μάτια)…
Η
«Καθαρά Προσευχή» οδηγεί «τελικά» στην υπέρβαση της ψυχονοητικής διαδικασίας,
στην ηρέμηση του νου, στην «απλούστευση» («μη λειτουργία») στον «Καθαρό Νου»,
στην μετουσίωσή του σε «Πνεύμα», δηλαδή μία ανώτερη αντίληψη τελείως
διαφορετικής ποιότητας (από την ψυχονοητική αντίληψη και σύλληψη και το
ψυχονοητικό περιεχόμενο)... Αυτή η Κατάσταση (που σημαίνει την διάλυση του
ψυχονοητικού πυρήνα ύπαρξης) οδηγεί σε μία νέα αντίληψη ύπαρξης, αντίληψη μίας
ύπαρξης που βρίσκεται σε «Άμεση Επαφή» με την Βασική Αρχή του Όντος (που
«Βρίσκουμε» Μέσα μας), με τον Θεό (που «Βρίσκεται Εντός»)...
Μπορούμε,
εξωτερικά, να μιλήσουμε γι’ Αυτή την Κατάσταση, αλλά το Πραγματικό (Εσωτερικό)
Περιεχόμενό της πρέπει να Το Βιώσει κάποιος για να «κατανοήσει» για «τι πράγμα»
μιλάμε. Θα παραμείνει για πάντα ένα «μυστήριο» για όσους το προσεγγίζουν
εξωτερικά κι ένα «σκάνδαλο». Όλοι όσοι δεν έχουν «εμπειρία» του «Θεού Εντός»,
θεωρούν τερατώδες να αναφερόμαστε σε μία τέτοια εμπειρία... Ο Θεός γι’ αυτούς
Είναι πάντα «έξω», ένα «Αντικείμενο»... Αλλά ένας τέτοιος «Θεός» βρίσκεται μόνο
μέσα στο μυαλό τους, σαν ιδέα, ένα είδωλο, τίποτα άλλο...
Πως
μπορούμε λοιπόν, έστω συμβολικά, υπαινικτικά, με πλάγιο τρόπο, να μιλήσουμε γι’
Αυτή την Κατάσταση της «Πνευματικής Ύπαρξης Εντός του Θεού»;
1.
Κατ’ αρχήν πρόκειται για Μία Εσωτερική Κατάσταση (που Φανερώνεται μόλις
υπερβούμε την ψυχονοητική δραστηριότητα)... μία αντίληψη «Άμεσης Επαφής με Κάτι
Άλλο»... Πρόκειται για «Ενσυναίσθηση», ή «ενσυναίσθητη κατανόηση» του «Άλλου»,
που δεν περιορίζεται σε απλή υποκειμενική αντίληψη, αλλά οδηγεί στην υπέρβαση
του υποκειμένου, σε μία Αντικειμενική Κατάσταση «Συγχώνευσης» με το «Άλλο», σε
«Μία Αντικειμενική Πραγματικότητα»... Πρόκειται για Μία Ένωση του εαυτού μας με
«Κάτι Άλλο», Ανώτερο, Μεγαλύτερο, Βαθύτερο, Πλατύτερο, που Αγκαλιάζει τα Πάντα,
που Αποκαλύπτεται Προπάντων σαν το Πραγματικό, το Αληθινό, το Αιώνιο...
Πρόκειται για μία «διάλυση» της μικρής ύπαρξής μας στο «Άπειρο Μεγαλείο της
Παγκόσμιας Ύπαρξης», της Παγκόσμιας Ψυχής, του Παγκόσμιου Θεού... Πρόκειται για
μία «πρώτη επαφή» με το Απόλυτο, που μας προϊδεάζει για το «Αχανές του Θεού»...
Πρόκειται με άλλα λόγια για μία Εσώτατη και Άμεση Ένωση του ανθρώπινου
πνεύματος με την Αρχή του Όντος που Βρίσκεται στην βάση κάθε όντος, μία «Άμεση
Σχέση με το Θείο Πνεύμα», με τον Θεό... Πρόκειται τελικά για μία
«Μετουσίωση»...
2.
Η «Πνευματική Κατάσταση» (της Ένωσης με τον Θεό) δεν είναι μία θεωρητική
κατάσταση ή μία δραστηριότητα αντικειμενικής θεωρητικής αναζήτησης, έρευνας και
συζήτησης... Ο Μυστικός αναζητά (Εντός του) να Βιώσει Αυτή την Κατάσταση, όχι
να την γνωρίσει ψυχονοητικά και να την κάνει αντικείμενο ψυχονοητικών
διεργασιών... Πέρα από την θεωρητική αναζήτηση, ζητά να Βιώσει την «Ουσία της
Ένωσης με τον Θεό», να Ενωθεί με τον Θεό Υποστασιακά, Πραγματικά, να «Βιώσει»
μυστικά, υπερνοητικά (αντί να «σκεφθεί»), να «Πράξει»... Μιλάμε λοιπόν για ένα
τρόπο ύπαρξης, αντίληψης («συνείδησης»), όχι για κάτι θεωρητικό. Όλοι οι
Μυστικοί Βίωσαν τον Θεό, κι Αυτό που Βίωσαν δεν μπόρεσαν ποτέ να Το
«Εκφράσουν». Έτσι ο Θεός Βιώνεται, δεν αποδεικνύεται θεωρητικά. Αναδυόμαστε
(Εντός) στην Ύπαρξη του Θεού, Βυθιζόμαστε στην Ύπαρξη του Θεού, και Χανόμαστε
στην Απεραντοσύνη Του... δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε την Ύπαρξή Του ούτε μέσα
σε ένα «λόγο»... έκθαμβοι, βυθιζόμαστε κι απορροφιόμαστε στην Θεία Σιγή και
Σιωπούμε, με μία Ιερή Σιωπή, πιο εκκωφαντική από όλες τις λέξεις του ανθρώπινου νου μαζί...
3.
Είναι, τουλάχιστον, «λογικό» (γιατί με την υπέρβαση του ψυχονοητικού μηχανισμού
δεν εκλείπει το «λογικό»), ότι, αφού ο ψυχονοητικός μηχανισμός «διαλύεται» κι
έχουμε ενός άλλου είδους (ανώτερου) αντίληψη, εμπειρία, είναι αδύνατον να
εκφραστεί σε ψυχονοητικό επίπεδο και με ψυχονοητικούς όρους, το «περιεχόμενο»
της μυστικής εμπειρίας μας, του μυστικού βιώματος (της Ένωσής μας με τον Θεό).
Έτσι η Πνευματική Κατάσταση χαρακτηρίζεται σαν «Ανέκφραστη». Αυτό όμως δεν
σημαίνει ότι επειδή δεν λειτουργεί ο ψυχονοητικός μηχανισμός και δεν υπάρχουν
λέξεις να την περιγράψουμε, ότι Αυτή η Κατάσταση, Είναι μία Κατάσταση Κενού (αν
και φαίνεται έτσι εκ πρώτης όψης...). Αντίθετα, Είναι Μία Κατάσταση
Πληρότητας... Πληρότητας με Θεία Παρουσία και Άπειρη και Απέραντη Προοπτική
Βίωσης Του Αχανούς, που δεν μπορούμε να «συλλάβουμε». Σε Αυτή την Κατάσταση
έχουμε Εσωτερική Αντίληψη, Ενσυναίσθηση (κατάσταση συνείδησης) μίας Ανώτερης
Κατάστασης Ύπαρξης Στο Θεό... όχι ιδέες... Παρ’ όλο όμως που βρισκόμαστε σε Μία
Περιοχή Ιερής Σιγής (αντικειμενικής κατάστασης) και Σιωπής (υποκειμενικής
αντίληψης), «άλογη» (χωρίς λόγια, άηχη), τέλειας ηρέμησης της σκέψης, όλοι οι
Μυστικοί που Βιώνουν Αυτή την Κατάσταση, «γνωρίζουν» πολύ καλά για «τι πράγμα»
μιλάμε. Έστω και συμβολικά, υπαινικτικά, με πλάγιο τρόπο, όλοι οι Μυστικοί
επικοινωνούν μεταξύ τους. Όσοι δεν Βιώνουν Αυτή την Κατάσταση είναι εκ των
πραγμάτων αδύνατον να «κατανοήσουν» και έτσι θεωρούν όλα αυτά «φαντασίες και
όνειρα και τρέλα»...
4.
Σε Αυτή την Κατάσταση υπάρχει αντίληψη, γνώση, εκ των Έσω. Ποτάμια Γνώσης
Αναβλύζουν από μέσα μας (από το «πουθενά»), άμεσα, χωρίς διαδικασία.
«Γνωρίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε πως γνωρίζουμε». Απλά η Γνώση «μεταδίδεται» Από
το Άπειρο Θείο σε μας «Άμεσα», αφού Κοινωνούμε Μαζί Του (και «τα Δικά Του
γίνονται δικά μας»). Αυτή η Γνώση που μπορούμε να την ονομάσουμε με διάφορα
ονόματα, «Εσωτερική Αντίληψη», «Ενόραση»
(«Άμεση Εποπτεία» της Πραγματικότητας, χωρίς τη μεσολάβηση των ψυχονοητικών
διαδικασιών, των ψυχοδυναμικών μηχανισμών ή
της ψυχοσωματικής διάνοιας ή των ψυχοσωματικών αισθήσεων...), «Ενσυναίσθηση» («Συμμετοχή» στο Θεό,
«Κοινωνία» με το Θεό...), ή ό,τι άλλο θέλουμε, είναι η Αληθινή Θεία Γνώση, η
Άμεση Γνώση που Υπάρχει στο Θείο Πνεύμα (κι όχι μία γνώση εννοιών που δομούμε
μέσα στην άγνοια και την σύγχυση...)... Εδώ μας Αποκαλύπτονται Όλα τα Μυστήρια
του Θεού (στο μέτρο που μπορούμε να τα «χωρέσουμε μέσα μας»), Ένα Βάθος
Αλήθειας πέρα από την λογική και τις σκέψεις. Αυτή η Αλήθεια που Γνωρίζουμε (με
αυτό τον τρόπο) μας Πλουτίζει, μας Ελευθερώνει και μας Θεώνει... Κι Αυτή η
Αλήθεια επηρεάζει όλη μας την ύπαρξη, αλλά και τους κατώτερους (ψυχονοητικούς,
ψυχοδυναμικούς, και ψυχοσωματικούς) μηχανισμούς, που στο εξής μαθαίνουμε να
χρησιμοποιούμε τελείως διαφορετικά, υπό το Φως της Γνώσης... Μία Τέτοια
Κατάσταση αν και μοιάζει «παθητική» κάθε άλλο παρά «παθητική» είναι. Το να
«Αφηνόμαστε στο Θείο Πνεύμα που Φυσά Όπου Θέλει» και να Ταξιδεύουμε με τα Θεία
Φτερά (της μεταμορφωμένης ύπαρξής μας) στην Απεραντοσύνη του Θεού είναι ό,τι
πιο ενεργητικό μπορούμε να κάνουμε (όσοι το κάνουμε)... Σε Αυτή την Κατάσταση
(της Θείας Ένωσης) μπορούμε να Απορροφιόμαστε Τελείως Στο Θεό (με την άμβλυνση
και «κατάργηση» των κατώτερων λειτουργιών), σε μία «γνήσια μυστικιστική
υπερβατική κατάσταση» (που διαρκεί ορισμένο χρόνο), η οποία (σαν «τρόπος
αντίληψης») δεν «χάνεται» τελείως όταν ενεργοποιούνται οι κατώτερες ψυχοσωματικές λειτουργίες, αλλά
παραμένει (σαν «τρόπος αντίληψης») σαν βάση ύπαρξης που υπερκαλύπτει κι
αγκαλιάζει την ύπαρξή μας στον υλικό κόσμο, την σωματική ζωή μας. Αυτή η μόνιμη
κατάσταση Ένωσης με τον Θεό με την ταυτόχρονη εκδήλωση της σωματικής ζωής είναι
η συνηθισμένη κατάσταση (των Μυστικών). Όπως και να έχει, η ύπαρξή μας (που
έχει Υπερβατικές Ρίζες και Προοπτική) έχει μεταμορφωθεί ενώ η σωματική ζωή δεν
είναι παρά ένα απλό συμβάν...
5.
Καθώς στην Κατάσταση (Ένωσης με τον Θεό) υπάρχει ένας Κατακλυσμός Θείας
Κατανόησης και Γνώσης, έχουμε μία «αίσθηση πληρότητας», «πλημμυρίσματος
γνώσης», μία «αίσθηση Φωτισμού». Αυτή η Αντίληψη είναι μία κατάσταση
συνείδησης, κι έτσι ο Φωτισμός, το Φως, λαμβάνει ένα «αντιληπτικό, συμβολικό,
περιεχόμενο»... Η «Απομόνωση» από τους κατώτερους κόσμους και την κατώτερη ζωή,
η Ανύψωση στο Θεό και το Μυστικό Βύθισμα στο Θεό, (η Γνήσια Μυστικιστική Κατάσταση),
Αποκαλύπτει ότι ο «Καθαρός Νους», το «Πνεύμα», ο Θεός, Είναι Αληθινό
Υποστασιακό Φως, Φως Υπερκόσμιο, του Οποίου αγνοούμε την Πηγή, την Ποιότητα, τα
Όρια. Ο Θεός Είναι Φως, Αγνό, Απέραντο, Αιώνιο, τίποτα άλλο από Φως. Όλοι οι
Μυστικοί (τουλάχιστον οι Αληθινοί μυστικοί που έχουν εμπειρία...) διαβεβαιώνουν
αυτή την Αλήθεια, ότι ο Θεός Είναι Φως, Ανεξιχνίαστο, Ακατάληπτο, Άγνωστο...
Αυτό Συμβαίνει επειδή σε Αυτή την Κατάσταση η «Αντίληψη», η «Γνώση»
«Μετουσιώνεται» σε «Είναι»...
Το
Πνεύμα (η Αρχή της Ύπαρξης) Μέσα Στο Θεό, που Αναδύεται όταν Υπερβαίνουμε τις
κατώτερες λειτουργίες του όντος, συνιστά στην Ουσία του, μία Ενοποίηση του
Όντος, και μας Ανυψώνει στο Πραγματικό. «Γνωρίζειν» και «Είναι» τείνουν να
ταυτιστούν. Αντιλαμβανόμαστε το Είναι, Γνωρίζουμε το Είναι κι Είμαστε Αυτό που
Γνωρίζουμε. Επειδή ακριβώς το Είναι Στρέφεται προς τον Εαυτό γι’ αυτό η Γνώση
Είναι Άμεση, χωρίς διαδικασία (γιατί δεν απομακρυνόμαστε από τον Εαυτό προς
κάποιο αντικείμενο, έξω, μακριά...)... Είμαστε Αυτό που Γνωρίζουμε και Γνωρίζουμε
Αυτό που Είμαστε. Είναι και Γνωρίζειν Ταυτίζονται τελικά. Αυτή Είναι η Αλήθεια,
η Γνώση του Θεού, της Ουσίας του Παντός. Είναι η Υπέρτατη Γνώση...
Η
«Περιγραφή» Του Θεού σαν «Φωτός» είναι το πιο Μεγάλο Μυστήριο κι «αποδεικνύει»
ότι τελικά η «Ουσία του Θεού Είναι Συνείδηση», Μόνο «Συνείδηση»...
6.
Η Υπέρβαση των ψυχοσωματικών λειτουργιών, αλλά και των (ασυνείδητων)
ψυχοδυναμικών ορμών και των (ασυνείδητων, εσωτερικών) ψυχονοητικών
διαδικασιών... η Επαφή μας με την Θεία Πραγματικότητα, που από την Φύση Της
Είναι Υπερβατική, οδηγεί συχνά στον «πλουτισμό της αντίληψης».
Συγκρινόμενη αυτή η νέα αντίληψη με την
κατώτερη αντίληψη (του συνηθισμένου ανθρώπου) «εμφανίζει» οράματα και ακροάματα
υπεραισθητά, υπερκόσμια... Τέτοιες εμπειρίες είναι συχνές στους Μυστικούς.
Είναι ενδεικτικές της «μυστικής κατάστασης» αλλά χωρίς δική τους ιδιαίτερη
αξία. Συχνά εμφανίζεται ακόμα μία «αίσθηση αιώρησης»... αποτέλεσμα της λύσις
της Ψυχής από το σώμα (και της ενεργοποίησης του υπερβατικού πνευματικού
σώματος)... Όμως η ιδιαίτερη ενασχόληση με τέτοιες εμπειρίες δεν απασχόλησε
ποτέ σοβαρά τους Αληθινούς Μυστικούς...
7.
Ο Πνευματικός Κόσμος αποκαλύπτεται στα Μύχια της ψυχής, πέρα από την
ψυχοσωματική ενότητα, πέρα από την ψυχοδυναμική ενέργεια, πέρα από την
ψυχονοητική ύπαρξη... Στα Μύχια της Ψυχής Βρίσκουμε το Θεό, σαν τον Ανώτερο
Εαυτό μας. Το Πραγματικό Περιεχόμενο της Ένωσής μας με τον Θεό μόνο Αυτός το
Γνωρίζει... Ό,τι κι αν λέμε εμείς εκ των υστέρων είναι μόνο λόγια... Η Εμπειρία
επαληθεύει τα λόγια των Μεγάλων Μυστών: «Εγώ κι ο Θεός είμαστε Ένα». Αυτό τα
λέει όλα... Σε αυτή λοιπόν την Ανύψωση Ως το Θεό όλα «πνευματοποιούνται» κι όλα
«ξεπερνιούνται». Καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να ανυψωθεί εδώ. Βρίσκουμε
«Εν Εαυτώ την Πραγματικότητα», τον Θεό, σαν την Ουσία μας, το πιο Κοντινό μας
πράγμα, την ίδια μας την ύπαρξη, μία «Άμεση Αίσθηση της Παγκόσμιας Ύπαρξης»,
που ούτε λογικό, ούτε ιδέες, ούτε περιγραφές, μπορούν να φυλακίσουν... Η
«γνώση» καθίσταται υπερβατική. Σε αυτή την Ανάδυση προς τον Θεό ανακαλύπτουμε
τον εαυτό μας όμοιο, ίδιο, με το Αιώνιο Μοναδικό Ον, και σε Ανώτερο Βαθμό
Βύθισης στο Αιώνιο, σε Αυτό το Αιώνιο Μοναδικό Ον, Αντιλαμβανόμαστε ότι Είμαστε
η Πρωταρχική Πηγή Κάθε Ύπαρξης, ο Πυρήνας της Ύπαρξης, το Αιώνιο Κέντρο από
Όπου όλα ξεκινούν κι όλα ξαναγυρίζουν... ο Θεός... Βέβαια σε Αυτή την Κατάσταση
οφείλουμε να κάνουμε μία διάκριση. Λόγω της «ατέλειάς» μας αντιλαμβανόμαστε το
Είναι «σαν Είναι», όχι το «τι Είναι»... Από εδώ πηγάζουν όλες οι θεολογικές
συζητήσεις ότι τελικά Αυτό που Γνωρίζουμε Είναι ο Θεός σαν Ενέργεια κι όχι η
Πραγματική Ουσία Του... Σε τελευταία ανάλυση όμως όλα αυτά πολύ λίγο
ενδιαφέρουν...
Η
Ουσία της Πνευματικής Προσπάθειας συνίσταται στην υπέρβαση των κατώτερων
μηχανισμών και λειτουργιών (και καταστάσεων) της ύπαρξης, στην Ανύψωση Στο Θεό,
στην «παραίτηση» από όλα τα άλλα. Αυτό σημαίνει ότι η Τελική Επίτευξη, η
Ανάδυση Στο Θεό, η Ένωση με τον Θεό, είναι χωρίς προϋποθέσεις. Όταν θέλουμε
πραγματικά, βαθιά, μέσα μας, να Ανυψωθούμε Στο Θεό, το κάνουμε χωρίς καμία
ιδιαίτερη δυσκολία, φυσικά, αυθόρμητα (παραιτούμενοι από όλα τα άλλα...). Η
Πνευματική Προσπάθεια σαν «έργο», δραστηριότητα, που περιγράφεται τυπολογικά
είναι στην πραγματικότητα χωρίς σημασία. Όταν είμαστε στραμμένοι στο κόσμο,
δεμένοι στον κόσμο, στις επιθυμίες, απορροφημένοι στον έξω κόσμο της ύλης,
μπορούμε να μιλάμε για διαδικασίες, προσευχή, τεχνικές, κι όλα αυτά. Αλλά όλα
αυτά αφορούν τους ανθρώπους που είναι ακόμα δεμένοι με τον κόσμο. Όταν αγαπάμε
πραγματικά τον Θεό, τελείως φυσικά κι αυθόρμητα, τα εγκαταλείπουμε όλα και
χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία Βρίσκουμε τον Αληθινό Θησαυρό Εκεί που Είναι η Αγάπη
μας, Στο Θεό... Όπως και να έχει όμως η ψυχοσωματική κάθαρση, η λύσις της Ψυχής
από τα δεσμά του σώματος και του κόσμου, η ψυχονοητική «απλούστευση», είναι
προϋποθέσεις για να Ανυψωθούμε Στο Θεό. Είτε φυσικά κι αυθόρμητα, είτε με
προσπάθεια πνευματική (εφ’ όσον τα δεσμά μας με το κόσμο είναι ακόμα ισχυρά),
είτε έτσι είτε αλλιώς, η Ανύψωση Στον Πνευματικό Κόσμο μπορεί να
Πραγματοποιηθεί Μέσα Στην Βαθύτερη Φύση μας και είναι ο Αληθινός Προορισμός
μας...
Η
Μυστική Εμπειρία υπήρξε μέσα στην ιστορία ο «πυρήνας» κάθε «θρησκευτικής
αποκάλυψης» και η πνευματική βάση κάθε θρησκείας. Η «Μυστική Ανάδυση»,
αυθόρμητη και φυσική στην αρχή, για όλους τους ενθουσιώδεις μύστες της
Αποκάλυψης, «κωδικοποιείται» στην συνέχεια, για τους ανθρώπους που
«σκορπίζονται» σε άλλους προσανατολισμούς... Στην Αρχαία Ινδία, στην Αρχαία
Κίνα, στην Αρχαία Ελλάδα και στην Εγγύς Ανατολή, το Θρησκευτικό Μήνυμα, το Θείο
Ευαγγέλιο, Διδάχτηκε σαν «η Μυστική Βίωση του Θεού από τον Άνθρωπο», (μέσα του), που μπορεί να
πραγματοποιηθεί άμεσα και χωρίς προσπάθεια... Όλες οι μετέπειτα επεξεργασίες,
διαλογιστικές πρακτικές, τεχνικές προσευχής, πνευματικές προσπάθειες,
λατρευτικές διαδικασίες, καθιερώθηκαν μόνο για τους «βραδυκίνητους» και
«βραδυπορούντες»... Όπως και να έχει όμως η Πραγματική Ουσία, το Πραγματικό
Περιεχόμενο, της Μυστικής Εμπειρίας, παραμένει ακέραιο κι αναλλοίωτο... αφορά
την Εσωτερική Φύση μας και τον Θεό (που Βρίσκεται Εντός)... Επιπρόσθετα μόνο...
το Μυστικό Βίωμα γίνεται αντικείμενο μίας «πρακτικής»... Εξ’ άλλου, το Μυστικό
Βίωμα που αναφέρεται στην Πραγματική (Εσωτερική) Φύση μας, μπορεί να μελετηθεί
(από ανθρωπολογική άποψη) τόσο έξω από την θρησκεία, όσο και μέσα στην θρησκεία
και στα ιστορικά θρησκεύματα. Είτε έτσι, είτε αλλιώς πρόκειται για ένα
παγκόσμιο διαχρονικό και πανανθρώπινο φαινόμενο...
Θρησκειολόγοι
(με την γενική ή με την ιδιαίτερη έννοια), φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι,
που μελετούν τον Άνθρωπο, την ανθρώπινη οντότητα, την ανθρώπινη φύση... όλοι
μιλούν για τον Εσωτερικό Άνθρωπο, την Εσωτερική Φύση... Οι θρησκειολόγοι μιλούν
για την Εσωτερική Θεία Φύση, οι φιλόσοφοι για την υπερβατική φύση της
συνείδησης, οι ψυχολόγοι για την «ψυχή στο βάθος» (περιοχή ασυνειδήτου... όχι
σαν μέρος της ανθρώπινης οντότητας, αλλά σαν μη συνειδητή λειτουργία μίας
ευρύτερης οντότητας...), κι οι ανθρωπολόγοι για την «υπερφύση»... Το συμπέρασμα
είναι ότι οφείλουμε να στραφούμε Έσω, Εντός της Ψυχής, προς το Εσωτερικό
Σύμπαν, αν θέλουμε να βγούμε από το σκοτάδι του κόσμου στο Φως της
Πραγματικότητας...
Η
Ανύψωση της Ψυχής Στον Πνευματικό Κόσμο, η «Μετουσίωσις» του Νου σε Πνεύμα, η
Απελευθέρωση της Ψυχής από τους κατώτερους κόσμους δίνει την αντίληψη της
Ελευθερίας, της Πληρότητας, της Μακαριότητας, και της Αιωνιότητας. Είναι το Θείο
Βασίλειο, μία Κατάσταση που μπορεί να προγευτεί ο άνθρωπος ενόσω ζει στην γη,
να βιώσει μεταθανάτια στους ουράνιους κόσμους, (μία κατάσταση που ίσως δεν
έρθει ποτέ στην γη αν και μία μερίδα χριστιανών ομολογεί στο σύμβολο της πίστης
της την προσδοκία της...)... Αυτό που Συναντάμε όταν Ανυψωνόμαστε πάνω από τον
κόσμο των φαινομένων, στον Αληθινό Πνευματικό Κόσμο, είναι (τουλάχιστον στην
αρχή) Μία Ευρύτερη Συνείδηση, δηλαδή «Κάποιος» που Αντιλαμβάνεται όπως εμείς
αλλά με ένα Ευρύτερο, Απόλυτο, Τρόπο. Ο Θεός Είναι Προσωπικός στην Πρώτη Όψη
Του. Αλλά το Πρόσωπο του Θεού δεν έχει καμία σχέση με το περιορισμένο ανθρώπινο
πρόσωπο. Είναι το Παγκόσμιο Πρόσωπο, η Παγκόσμια Ύπαρξη, ο Αχανής Θεός... Η
Ανύψωση Ως Τον Αιώνιο Θεό είναι μία εσωτερική δραστηριότητα. Η Ένωση με Τον Θεό
είναι μία εσωτερική βεβαιότητα και δεν μπορεί ούτε να πιστοποιηθεί, ούτε να
αποδειχθεί εξωτερικά. Ο Εσωτερικός Κόσμος κι ο έξω κόσμος είναι δύο χωριστά
σύμπαντα (έτσι τα αντιλαμβανόμαστε). Η Συνείδηση Είναι η Πύλη που Οδηγεί είτε
στο Πραγματικό, είτε προς το φαινόμενο... είτε προς τα Έσω, Προς Τον Άπειρο
Θεό, είτε προς τα έξω, στον αχανή κόσμο της δημιουργίας... Αλλά η Συνείδηση
Είμαστε Εμείς οι Ίδιοι, κάτι ζωντανό κι όχι απλά μία δυνατότητα ύπαρξης... κι
Εμείς αποφασίζουμε αν θα Στραφούμε Εντός, Εν Εαυτώ, ή έξω, στον κόσμο...
Ο
Χώρος της Μυστικής Εμπειρίας είναι Χώρος Ιερός, Επικοινωνία με τον Θεό, πέρα
από ψυχονοητικές μικρότητες και διαστρεβλώσεις… ένας Χώρος Ελευθερίας… Είναι
λοιπόν Απαραβίαστος, για τους βέβηλους που οχυρώνονται στο εγώ τους ή θέλουν να
χειραγωγήσουν το Ιερό…
Στον
Χώρο της Μυστικής Εμπειρίας Εισέρχονται οι άνθρωποι «χωρίς υποδήματα»… κι απλά
μετουσιώνουν το Βίωμά τους σε ψέλλισμα, θαυμασμό ή σιωπή…
Δεν
είναι δυνατόν το Μυστικό Βίωμα να θεμελιώσει συστηματικές θεωρίες, ούτε είναι
δυνατόν να δώσουμε επεξηγήσεις για όλα… Άρα ούτε «μυστική θεολογία» μπορεί να
θεμελιωθεί πραγματικά, γιατί το Μυστικό Βίωμα είναι Ζωντανό Βίωμα κι όχι λόγια,
ούτε συστηματική έκθεση των συμβαινόντων κατά την «θρησκευτική βίωση μπορεί να
γίνει (όπως νομίζουν κάποιοι θρησκειοψυχολόγοι…)… Όταν η Ζωή κλείνεται σε λόγια
δεν είναι πιά Ζωή, ούτε περιγραφή της Ζωής, είναι μόνο νεκρά λόγια.
Το
Μυστικό Βίωμα είναι απόλυτα προσωπικό και μόνο διά του προσώπου ( διά της
«υπέρβασής» του) μπορούμε να Ανυψωθούμε Ως το Απρόσωπο (που Είναι το Αληθινό
Πρόσωπο του Θεού, το Υπερπρόσωπο του Θεού…)…
Ο
Θεός (σαν Ζωντανό Πρόσωπο ή Υπερπρόσωπο) δεν μπορεί ούτε να κλεισθεί σε θεωρίες
και παραδόσεις, ούτε να χειραγωγηθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε εκκλησιαστικούς
οργανισμούς… ή Ζούμε, Βιώνουμε την Απόλυτη Πραγματικότητα , ή απλά ασχολούμαστε
περί πολλών…
(Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου).
Εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο «άνθρωπος» όταν
«κοιτούσε» ψηλά διαισθανόταν ότι υπάρχει
κάτι πέρα από αυτά που βλέπει… Όταν ένοιωθε μόνος αποκομμένος μέσα σε ένα
εχθρικό κόσμο διαισθανόταν μια άλλη Δύναμη που τα Στηρίζει όλα αυτά… Όταν, στις
ώρες του στοχασμού του αναρωτιόταν «τι υπάρχει» κατανοούσε ότι «Υπάρχει Κάτι»
πέρα από τα όρια του νου του… Ελάχιστοι, που δεν ξεχώριζαν από τους «τρελούς»
τραβούσαν το πέπλο του Μυστηρίου για να βυθιστούν στο Άγνωστο… Κάποιοι
«επέστρεφαν», κάποιοι δεν «επέστρεφαν»…
Κι έτσι δημιουργήθηκαν πριν κάποιες χιλιετηρίδες οι
γνωστές μας θρησκείες, από την «πραγματική επαφή» με το Απεριόριστο… κι η φλόγα
έμενε για λίγο ζωντανή και μετά έσβηνε… κι από το Μήνυμα των Μεγάλων Σοφών δεν
έμεναν παρά μερικά λόγια, κάποιες συνήθειες, κάποιες τελετουργικές πράξεις…
τίποτα «ζωντανό»…
Και σήμερα, την εποχή της παντογνωσίας, όπου όλοι
«γνωρίζουν», (τώρα, το τι «γνωρίζουν» είναι μια θλιβερή ιστορία…), έχουν
θρησκευτικούς οργανισμούς, πανεπιστήμια, θρησκειολογικές και θεολογικές σχολές,
χιλιάδες βιβλία, εκατομμύρια τόνους πληροφοριακό υλικό, όλοι μιλούν, μιλούν,
μιλούν, για την Αλήθεια, για την Πραγματικότητα, για τον Θεό… χωρίς να έχουν
βιώσει τίποτα…
Κι αυτό συμβαίνει σε όλες τις θρησκείες, όλα τα χρόνια,
σε όλα τα μέρη του κόσμου… Ελάχιστοι, που δεν ξεχωρίζουν από τους «τρελούς»
τραβούν το πέπλο του Μυστηρίου για να βυθιστούν στο Άγνωστο… Κάποιοι
«επιστρέφουν», κάποιοι δεν «επιστρέφουν»… Κάποιοι Γνωρίζουν πραγματικά την
Αλήθεια, Βιώνουν την Πραγματικότητα, Γίνονται Ένα με τον Θεό… αλλά και να
μιλήσουν δεν ακούει κανένας, γιατί όλοι «γνωρίζουν»… Το βλέπεις παντού, όλοι
είναι «αυθεντίες» κι είναι φρόνιμο να σωπαίνεις γιατί δεν δέχονται και
αντιρρήσεις…
Επικρατεί πραγματικά μεγάλη αμάθεια, απελπιστική αμάθεια…
τόσο απελπιστική που σου εμπνέει σκέψεις κι επιθυμίες να φύγεις για άλλον
γαλαξία…
Και για να μην λέτε ότι μιλάω έτσι αόριστα (εκ του
ασφαλούς), ας πάρουμε για παράδειγμα το Χριστιανισμό… όλοι σχεδόν έχουμε
μεγαλώσει σε χριστιανικό περιβάλλον, οπότε, (υποτίθεται ότι) μας είναι γνωστά
πράγματα…
Στον Μωσαϊκό Νόμο υπάρχει μια Μεγάλη Εντολή που
αναφέρεται στην «Αγάπη Προς Τον Θεό»…
Ακούστε τώρα, γιατί έχει σημασία… Αναφέρεται σε διάφορα
σημεία στο «Δευτερονόμιο»… κι αναφέρονται και κάποιοι Προφήτες σε αυτό…
«Και θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας
σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου». (Δευτερονόμιο 6, 5).
«Και τώρα, Ισραήλ, τι ζητεί Κύριος ο Θεός σου παρά σου,
ειμή να φοβήσαι Κύριον τον Θεόν σου, να περιπατής εις πάσας τας οδούς αυτού και
να αγαπάς αυτόν, και να λατρεύης Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου
και εξ όλης της ψυχής σου, να φυλάττης τας εντολάς του Κυρίου και τα διατάγματα
αυτού, τα οποία εγώ προστάζω εις σε σήμερον διά το καλόν σου». (Δευτερονόμιο
10… 12,13).
«Και θέλει περιτέμει Κύριος ο Θεός σου την καρδίαν σου
και την καρδίαν του σπέρματός σου, διά να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης
της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου, διά να ζης». (Δευτερονόμιο 30… 6).
Και στο Λευιτικό αναφέρεται η δεύτερη εντολή: «Δεν θέλεις
εκδικείσθαι ουδέ θέλεις μνησικακεί κατά των υιών του λαού σου· αλλά θέλεις
αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εγώ είμαι ο Κύριος». (Λευιτικό 19… 18).
Προφανώς, οι «εμπνευσμένοι συντάκτες», όταν μιλούν περί
«καρδιάς», «ψυχής», κλπ… αναφέρονται σε κάποια «υπαρξιακά», «ψυχικά»,
«λειτουργικά», «κέντρα» του ανθρώπου.
Το Δευτερονόμιο αναφέρεται στα «κέντρα», της «καρδιάς», της
«ψυχής»… και της «δύναμης».
Το «κέντρο» της «καρδιάς» ο Ιεζεκιήλ το συνδέει με το
«πνεύμα», κι έχει σημασία αυτό: «Και
θέλω δώσει εις αυτούς καρδίαν μίαν και πνεύμα νέον θέλω βάλει εν υμίν· και
αποσπάσας την λιθίνην καρδίαν από της σαρκός αυτών θέλω δώσει εις αυτούς
καρδίαν σαρκίνην»… (Ιεζεκιήλ 11… 19).
Όταν ρώτησαν το Ιησού, για αυτή την Μεγάλη Εντολή, άλλοι
Ευαγγελιστές αναφέρουν ότι απάντησε άμεσα κι άλλοι έμμεσα… Αλήθεια γιατί αυτή η
διαφορά; πρόκειται για διαφορετικά περιστατικά; ή για διαφορετικά «ακούσματα»
του ίδιου γεγονότος;…
«Και εις εξ αυτών, νομικός, ηρώτησε πειράζων αυτόν και
λέγων· Διδάσκαλε, ποία εντολή είναι
μεγάλη εν τω νόμω; Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν
σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας
σου. Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής· Θέλεις αγαπά
τον πλησίον σου ως σεαυτόν». (Ματθαίος 22… 35,36,37, 38, 39).
«Και ιδού, νομικός τις εσηκώθη πειράζων αυτόν και λέγων·
Διδάσκαλε, τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον; Ο δε είπε προς αυτόν· Εν
τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; πως αναγινώσκεις; Ο δε αποκριθείς είπε· Θέλεις
αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και
εξ όλης της δυνάμεώς σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως
σεαυτόν. Είπε δε προς αυτόν· Ορθώς απεκρίθης· τούτο κάμνε και θέλεις ζήσει».
(Λουκάς 10… 25,26,27,28).
Στην απάντηση που έδωσε άμεσα ο Ιησούς (κατά τον Ματθαίο)
αναφέρει τα δύο «κέντρα» του Λευιτικού, την «καρδιά» και την «ψυχή» και ένα που
δεν αναφέρεται στο Λευιτικό (προφανώς γιατί είναι όρος της ελληνιστικής
εποχής), την «διάνοια».
Στην απάντηση που δίνει ο νομικός, σε ερώτηση του Ιησού,
(κατά τον Λουκά), αναφέρονται τέσσερα «κέντρα», «καρδιά», «ψυχή», «δύναμη» (που
αναφέρονται στο Λευιτικό) και το «κέντρο» της «διανοίας»… Και κατά τον Λουκά ο
Ιησούς συμφώνησε… Αν Ο Ιησούς ήταν Παρών στη συζήτηση (κι η όλη συζήτηση δεν
είναι «κατασκευασμένη»), δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει, γιατί ο Ιησούς δεν θα
μπορούσε να αποκρύψει την Αλήθεια, και προφανώς θα ήθελε να διαφωτίσει τον
νομικό και τους παρευρισκομένους…
Η Σωστή Απάντηση είναι: «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου
εξ όλης της καρδίας σου
και εξ όλης της διανοίας σου,
και εξ όλης της ψυχής σου
και εξ όλης της δυνάμεώς σου
και τον πλησίον
σου ως σεαυτόν».
Άραγε δεν Γνώριζε ο Ιησούς την Αλήθεια και την Ορθή
Εκφορά των «κέντρων» του ανθρώπου, με την σειρά τους, από πάνω (από το
πνευματικό «κέντρο» της «καρδιάς») μέχρι κάτω (το σωματικό «κέντρο» της
«δύναμης»; Κι έχει σημασία αυτή η «εκφορά», με αυτή την σειρά… Ή ο Λουκάς (κι ο
Ματθαίος επίσης, παράλληλα) κατασκεύασε την «συζήτηση»; Μήπως είναι ο Λουκάς
που «αγνοούσε» τη βαθύτερη σημασία των «κέντρων»;
Αυτά είναι τα γεγονότα… Ας υποθέσουμε τώρα ότι
μαζευόμαστε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, στο Εθνικό και Καποδιστριακό
Πανεπιστήμιο Αθηνών, για παράδειγμα, ή στη Θεολογική Σχολή, στο Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης… και ζητάμε να μας εξηγήσουν τι σημαίνουν όλα αυτά,
τι σημαίνει Αγάπη (Λατρεία) προς τον Θεό σε συνδυασμό με τα «κέντρα» του
ανθρώπου… Τι νομίζετε πως μπορούν να σας πουν; Καταρχήν οι άνθρωποι αγνοούν την
πραγματική σημασία του «κέντρου» της «καρδιάς»… Ίσως (λέω ίσως) την πραγματική
σημασία να την γνωρίζουν κάποιοι αληθινοί γέροντες στο Άγιο Όρος (έχω ακούσει
κάποιους), που ζουν ξέχωρα από τους «υποκριτές»… Πάντως στις Θεολογικές Σχολές
έχουν άγνοια…
Το «κέντρο» της «καρδιάς», είναι το ανώτερο κέντρο της
ύπαρξης, το πνευματικό «κέντρο», που είναι ανώτερο από το «κέντρο» του νου (της
«διανοίας»), δεν έχει σχέση με την φυσική καρδιά που συνδέεται με τον ψυχικό
κόσμο, του συναισθηματισμού, των επιθυμιών, κλπ.
Αν ήταν έτσι τότε η χρήση δύο διαφορετικών όρων («καρδιά»
και «ψυχή») για την ίδια «λειτουργία», και στο Λευιτικό και στα Ευαγγέλια, θα
ήταν χονδροειδές θεολογικό και ανθρωπολογικό λάθος… Συνεπώς «καρδιά» είναι κάτι
διαφορετικό, υψηλότερο και από τον ψυχικό συναισθηματικό και επιθυμητικό κόσμο,
και από τον νου… Είναι το «Πνευματικό Κέντρο» για το οποίο κάνει λόγο ο
Ιεζεκιήλ.
Κι απλούς χριστιανούς αν ρωτήσεις, έχουν (οι
περισσότεροι) άγνοια αυτών των πραγμάτων… Ο Χριστιανισμός που έχουν «διδαχθεί»
είναι ο χριστιανισμός της πίστης (των δογμάτων), της θεολογικής σκέψης, του
επιφανειακού θρησκευτικού συναισθηματισμού, και των εξωτερικών τελετουργιών
(που σίγουρα δεν είναι Μυστήρια, με το ουσιαστικό νόημα της λέξης)…
Αν σε όλους τους χριστιανούς θέσεις το ερώτημα τι είναι
«Καρδιακή Λατρεία του Θεού», αμφιβάλλω αν γνωρίζει κανένας, αν και είναι
κάποιοι που μιλούν για αυτό, τελείως διανοητικά (πληροφοριακά)… Ίσως, να
γνωρίζουν, κάποιοι αληθινοί γέροντες στο
Άγιο Όρος…
Η «Πνευματική Λατρεία του Θεού», γίνεται «εν πνεύματι και
αληθεία», κατά τον Ιωάννη…
«Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι
και αληθεία δει προσκυνείν». (Ιωάννης δ’… 24),
«Εν πνεύματι και αληθεία», σημαίνει ακριβώς στο «πνευματικό
κέντρο της καρδιάς», όπου εισερχόμαστε αφού έχουμε «ξεπεράσει» το «κέντρο» της
«διανοίας». Είναι ο «χώρος του καθαρού νου» των νηπτικών… όπου το πνεύμα του
ανθρώπου απλώνεται, ενώνεται και γίνεται Ένα με το Πνεύμα του Θεού, κι
Ανυψώνεται στο Θεό.
Σε αυτή την «Καρδιακή Λατρεία του Θεού», αναφέρονται
σπάνια οι πατέρες με λεπτομέρειες…
Η «πρώτη αναφορά» γίνεται στον Παύλο, στην Προς
Κορινθίους Β’.
«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων˙ είτε εν
σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν˙ αρπαγέντα τον
τοιούτον εως τρίτου ουρανού. Και οίδα τον τοιούτον άνθρωπον˙ είτε εν σώματι
είτε εκτός του σώματος, ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν, οτι ηρπάγη εις τον παράδεισον
και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». (Προς Κορινθίους Β’ ιβ’…
2,3,4).
Τι είναι οι Τρεις Ουρανοί, σε τι διαφοροποιείται η
πνευματική εμπειρία από ουρανό σε ουρανό; Και πράγματι ο Παύλος, που είχε
μαθητεύσει κοντά στον Γαμαλιήλ Α’ (εγγονό του Χιλλέλ) κι είχε ακούσει από
εκείνον για την μυστική ιουδαϊκή παράδοση (και την άνοδο στους ουρανούς), είχε
αυτές τις εμπειρίες;… και γιατί δεν αναφέρει, τουλάχιστον γραπτά, λεπτομέρειες…
ήταν μυστικό;
Αυτός που αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στις τρεις
πνευματικές εμπειρίες, στους Τρεις Ουρανούς, ήταν ο Μάξιμος, και μετά κι άλλοι…
Αυτοί πείθουν για την αλήθεια του βιώματός τους… Όποιος θέλει μπορεί να το
ψάξει…
Τελικά… τι ακριβώς γνωρίζουμε από τις θρησκείες μέσα στις
οποίες ανατραφήκαμε; Τι ακριβώς γνωρίζουν και τι διδάσκουν οι θεολόγοι στα
πανεπιστήμια και στα σχολεία της χώρας (κι όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε
ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο); Για ποια «αλήθεια» μιλάνε; Και πως λατρεύουν
τον Χριστιανικό Θεό οι ιερείς κι απλοί λαϊκοί χριστιανοί; Γνωρίζουν την
Αλήθεια; Λατρεύουν πραγματικά, «εν πνεύματι και αληθεία», τον Θεό; Ή μήπως όλοι
αυτοί οι υποκριτές κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τους άλλους; Πάντως τον Θεό,
Παρόντα Παντού, δεν Τον κοροϊδεύουν.
Ποιος χριστιανός έχει πραγματικές πνευματικές εμπειρίες;
Ίσως κάποιοι αληθινοί γέροντες στο Άγιο Όρος, τους έχω «δει»… Οι άλλοι; Αυτοί
που υπηρετούν τον Κύριο σε χειροποίητους ναούς;
Αυτοί που ορκίζονται στο όνομα του Ιησού;… Αυτοί που μιλάνε ακατάπαυστα
(μέχρι βαρεμάρας) για τον Ιησού; Έχει φτάσει κανείς στην Θέωση;
Παρόλα αυτά όλοι νομίζουν πως γνωρίζουν, κι όλοι νομίζουν
πως έχουν δικαίωμα να μιλάνε… Είναι η εποχή της αμάθειας, του θράσους και της
αυθάδειας… και καλό είναι να μην τα βάζεις με αυτούς τους ανθρώπους… το μίσος
τους σκοτώνει…
(An Essay on
the Essential Qualities for Realization of the Self)
(Viveka Chudamani 21-25)
The Threshold
of the Eternal
There exists,
beyond the clamor of the marketplace and the fevered dreams of ambition, a path
that winds toward the infinite. It is not carved into mountainsides, nor does it
stretch across desert plains. Rather, it unfolds within the silent chambers of
the soul, where the seeker discovers that the journey home begins precisely
where one has always stood. The ancient wisdom speaks of certain qualities—not
acquisitions from without, but revelations from within—that must be cultivated
by those who would know the Ultimate Reality, that ineffable presence some call
Brahman, others the Absolute, and still others simply Truth.
These virtues
are not ornaments worn for display, nor achievements accumulated like coins in a
purse. They are transformations of consciousness itself, fundamental reorderings
of perception that allow the veil of illusion to fall away, revealing what has
always been present but never seen. Like a sculptor who does not create the
statue but merely removes the excess stone, the aspirant does not manufacture
spiritual realization but strips away the obscurations that prevent its
recognition.
The seeker
stands at the threshold, gazing into an abyss of mystery that is simultaneously
emptiness and fullness, silence and song. The ordinary mind recoils from such
paradox, seeking the solid ground of certainty and the bright edges of
definition. Yet the mystical path demands a different courage: the willingness
to dissolve into that which cannot be grasped, to become intimate with the
unspeakable, to rest in the groundless ground where all distinctions collapse
into undifferentiated awareness.
Vairagya—The
Great Letting Go
In the deepest
recesses of the human heart burns a fire that consumes all it touches, leaving
only ash and longing. This is the fire of desire, the insatiable hunger that
drives beings from pleasure to pleasure, like moths circling an ever-receding
flame. The worldly person, intoxicated by the promise of fulfillment, chases
shadows across the landscape of experience, never recognizing that satisfaction
perpetually eludes grasp precisely because it is sought in objects that cannot
contain it.
Vairagya,
which the sages call renunciation or dispassion, arises not from bitter
disappointment or world-weary cynicism, but from a profound seeing—a penetrating
vision that perceives the fundamental nature of all conditional existence. Like
one who has tasted nectar and can no longer be satisfied by sugar water, the
awakening soul begins to recognize the subtle poison hidden within even the
sweetest of temporal pleasures. The joy of possession contains the seed of loss;
the ecstasy of union conceals the anguish of separation; the glory of worldly
achievement masks the hollow emptiness that follows acclaim.
This virtue is
not the forced suppression of natural desires, not the grim self-flagellation of
those who war against their own humanity. Rather, it emerges organically when
clear seeing dispels the enchantment that makes transient things appear
permanent, limited pleasures appear infinite, and fragmentary experiences appear
whole. The renunciate does not abandon the world through hatred but releases
attachment through understanding, like a person who stops clutching at
reflections in water upon realizing they can never be grasped.
Even the
loftiest states of consciousness, even the exalted experiences available to
refined beings in subtle realms—what the texts call "Brahmahood"—are recognized
as ultimately unsatisfying, for they too arise and pass away in the vast ocean
of being and non-being. The soul that has glimpsed the Eternal can no longer
mistake the temporal for ultimate refuge, no matter how sublime its appearance.
This radical disillusionment with all that comes and goes becomes the fertile
soil in which true liberation takes root.
Shama—The
Stilling of the Storm
Picture a lake
whose surface is constantly agitated by wind, its waters churned into countless
waves that catch the light and cast it in a thousand fragmentary reflections. No
clear image can form in such turbulence; the moon above remains invisible to the
restless waters below. So it is with the mind that leaps endlessly from object
to object, never resting, never settling, forever dispersing its attention
across the infinite multiplicity of phenomena.
Shama—that
sacred calmness which the mystics treasure above all worldly wealth—arises when
the mind gradually withdraws its outward-flowing energies and begins to
stabilize in its own luminous nature. This is not the dull torpor of sleep, nor
the forced concentration of one who strains to hold attention through sheer
will. Rather, it resembles the natural settling that occurs when muddy water is
left undisturbed: gradually, inevitably, the sediment sinks and clarity emerges
of its own accord.
The aspirant
learns through patient observation to see the fundamental unsatisfactoriness
that permeates all sense experience. Each pleasure contains within it the worm
of satiation; each acquisition brings new anxieties of preservation and loss;
each relationship carries the burden of expectation and the shadow of eventual
parting. This is not pessimism but clear-eyed realism, the unflinching
recognition of existence as it actually presents itself rather than as we
desperately wish it to be.
As this
understanding deepens, something miraculous occurs: the mind's habitual rush
toward external objects begins to slow, like a river approaching the sea. The
magnetic pull of sensory allure weakens; the tyranny of craving relaxes its
grip. In the resulting stillness, the mind discovers its capacity to rest in
itself, directed steadfastly toward that ineffable Goal which has no location in
space, no position in time, yet remains more intimate than breath, more
fundamental than heartbeat.
This
inward-turning is not an escape from reality but a movement toward the Real,
away from the endless proliferation of appearances toward the silent source from
which all appearances arise. Like a wanderer who finally turns homeward after
years of aimless roaming, the mind in shama discovers the peace that needs
nothing external to complete it, the fullness that wants for nothing because it
has recognized its own infinite nature.
Dama—The
Sacred Discipline
The sense
organs are like wild horses, each pulling in its own direction, each demanding
to be indulged. The eyes hunger for beautiful forms; the ears strain toward
pleasant sounds; the tongue craves delectable tastes; the skin seeks comfortable
sensations; the nose pursues agreeable fragrances. Meanwhile, the internal
faculties—imagination, memory, emotion—generate their own clamorous demands,
weaving endless narratives of past and future, hope and fear, attraction and
aversion.
Dama—that
virtue of self-control or mastery—involves neither violent suppression nor
indulgent license, but rather the intelligent redirection of these energies
toward their ultimate source. The mystic understands that the senses themselves
are not enemies to be destroyed but instruments that have been misdirected, like
tools used for purposes other than those for which they were designed. The eye
that endlessly consumes visual stimuli can be taught to close in meditation,
discovering the inner light that shines independently of any external object.
The ear that chases after melodious sounds can learn to attend to the soundless
resonance that underlies all manifestation.
This turning
inward of the sense faculties is not a denial of their reality but a restoration
of their proper function. Just as a river that has overflowed its banks must be
guided back to its channel, so the outward-flowing energies of perception must
be returned to their respective centers—those subtle points within consciousness
where outer meets inner, where the limited connects with the unlimited, where
the particular dissolves into the universal.
The
practitioner discovers that each sense organ, when withdrawn from its habitual
objects and established in its source, reveals a dimension of peace and
stability previously unknown. The restless eyes, no longer darting after every
passing form, find rest in the formless awareness that perceives all forms
without being defined by any. The chattering mind, no longer spinning its
endless commentaries, discovers the silence that contains all speech without
being disturbed by noise.
This is the
work of patient years, not accomplished through force but through gentle
persistence, not seized through effort but allowed through understanding. Like
the gradual taming of a wild animal through kindness and consistency, the senses
slowly learn to trust a new master, one who does not exploit them for fleeting
pleasures but guides them toward their own deepest fulfillment.
Uparati—The
Great Withdrawal
Beyond the
mere control of the senses lies a deeper transformation, one that the sages call
uparati—that supreme self-withdrawal in which the mind-function itself ceases to
be affected by external circumstances. This is not indifference born of
exhaustion or detachment arising from disappointment, but rather a profound
independence rooted in the recognition of what truly matters and what is merely
superficial.
Imagine a
lotus that grows in muddy waters yet remains untouched by the mire, its petals
pristine despite the murk from which it emerges. Or consider a clear crystal
that reflects whatever color is placed before it yet is not itself colored by
any reflection. Such is the mind established in uparati: fully present in the
world of phenomena, functioning appropriately in response to circumstances, yet
fundamentally unaffected at its core, maintaining an inner sanctuary of peace
that no external event can violate.
This virtue
represents a radical shift in one's center of gravity, a migration of identity
from the periphery to the center, from the circumference of experience to its
still heart. The ordinary person identifies completely with the flow of mental
and emotional states, rising and falling with each wave of pleasure and pain,
success and failure, praise and blame. But the one established in uparati has
discovered that awareness itself—pure, witnessing consciousness—remains
untouched by the content it illuminates, like space that is never altered by the
objects it contains.
External
objects and events continue to arise in perception, but they no longer penetrate
to the essence of what one is. They appear like clouds drifting across the sky,
like images projected on a screen, like waves rising and falling on the ocean's
surface. The mind observes these movements with equanimity, neither grasping
after pleasant experiences nor recoiling from difficult ones, abiding in its own
nature with unshakeable stability.
This is the
peace that passes understanding, the rest that does not depend on comfortable
circumstances, the joy that needs no external cause. It is discovered not
through arrangement of outer conditions but through the profound recognition of
what one has always been beneath the turbulent surface of psychological
activity—that unchanging awareness in which all change occurs, that silent
witness before which the entire drama of existence unfolds.
Titiksha—The
Alchemy of Suffering
The spiritual
path inevitably leads through territories of discomfort, through deserts of
dryness and dark nights of the soul. The body ages and weakens; relationships
disappoint; cherished plans crumble; the world refuses to conform to our
expectations. These afflictions—whether gross physical pain or subtle
psychological distress—test the aspirant's commitment, revealing the depth of
understanding and the genuineness of spiritual maturity.
Titiksha, that
noble forbearance which the mystics cultivate with such care, is not the
gritting of teeth in stoic resignation, nor the passive acceptance of abuse or
injustice. Rather, it is a profound shift in relationship to difficulty, rooted
in the understanding that external circumstances possess only the power we grant
them through our reactive patterns. The pain is inevitable—this the wise
acknowledge—but the suffering that arises from resistance to pain, from the
mental elaboration that transforms sensation into story, from the fearful
anticipation of future difficulty or the bitter rumination on past injury—this
is optional.
The
practitioner learns to meet affliction with a quality of presence that neither
flees nor fights, neither dramatizes nor denies. Like a skilled sailor who
cannot control the wind but can adjust the sails, the aspirant discovers the
freedom to choose response rather than being imprisoned in mechanical reaction.
Physical discomfort is acknowledged without catastrophizing; emotional turmoil
is witnessed without identification; external opposition is noted without the
construction of elaborate narratives of victimhood or justified resentment.
This
forbearance is rooted in a deeper vision that perceives the transient nature of
all conditional experience. Just as morning mist inevitably dissolves when the
sun rises, so all afflictions—no matter how solid and permanent they appear—are
recognized as temporary visitors in the vast space of awareness. They come
unbidden and depart uninvited, arising and passing in accordance with causes and
conditions far beyond the individual's control or responsibility.
Moreover, the
mature practitioner begins to perceive difficulty itself as a sacred teacher, a
fierce grace that strips away illusion and reveals what is truly indestructible.
In the fire of affliction, false refuges are burned away, shallow understandings
are exposed, superficial consolations are shown to be inadequate. What remains
after this purification is not the broken remnant of a defeated spirit but the
diamond core of consciousness itself, that which cannot be harmed by any
circumstance because it is not a thing that can be damaged but the very space in
which all things arise and pass away.
Shraddha—The
Light of Faith
At the
foundation of all spiritual endeavor lies a quality that modern minds often
misunderstand, dismissing it as blind credulity or wishful thinking. Yet
shraddha—that profound faith which the sages declare essential for
realization—is neither the opposite of reason nor the abandonment of
discrimination. Rather, it is a deep trust rooted in direct insight, a
confidence born from the resonance between sacred teaching and innermost
knowing, a recognition that what the scriptures and the awakened ones declare
corresponds to something already intuited in the depths of one's own being.
This faith is
not belief in propositions that contradict experience or reason, but rather the
firm acceptance—through both wisdom and direct perception—of truths that
transcend the ordinary mind's capacity for conceptual grasp yet reveal
themselves to the purified heart. When the genuine teacher speaks of the Self
that was never born and can never die, when the ancient texts proclaim the
identity of individual consciousness with universal Consciousness, when the
mystics testify to a peace beyond all comprehension—something within the sincere
seeker trembles with recognition, as if remembering what has always been known
but temporarily forgotten.
This faith
provides the foundation upon which the entire edifice of spiritual practice is
built. Without it, the aspirant lacks the conviction necessary to sustain effort
through difficulties, the confidence to persist when progress seems absent, the
willingness to surrender cherished beliefs and comfortable identities in service
of truth. With it, the path unfolds naturally, each step revealing new vistas
that confirm and deepen the initial intuition that drew one toward the sacred
mystery in the first place.
Shraddha is
simultaneously gift and achievement, grace and attainment. It descends upon the
prepared heart like rain upon plowed earth, yet it must also be cultivated
through study, reflection, and the testing of spiritual propositions against
lived experience. The aspirant learns to distinguish genuine faith—which opens
and expands awareness—from mere belief, which closes and contracts
understanding. True faith makes the mind supple and receptive; false belief
makes it rigid and defensive.
As this virtue
matures, it becomes the very means by which Reality is perceived. Just as
physical eyes are required to perceive visible forms and ears necessary to
detect sounds, so faith becomes the organ through which the soul apprehends the
Ultimate. Not faith as opposed to knowledge, but faith as the deepest
knowing—immediate, intimate, indubitable—that rises from the ground of being
itself when all obscurations have been cleared and the witness stands naked
before the witnessed, discovering that seer and seen have always been one
undivided wholeness masquerading as multiplicity.
The
Convergence of Virtues
These
qualities—renunciation, calmness, self-control, self-withdrawal, forbearance,
and faith—are not separate accomplishments to be acquired sequentially, like
items checked off a list. Rather, they interpenetrate and support one another,
forming an integrated whole that transforms consciousness from its ordinary
fragmented state into the unified awareness capable of recognizing its own true
nature.
Renunciation
without calmness becomes mere aversion; calmness without self-control remains
superficial; self-control without forbearance breeds rigidity; forbearance
without faith lacks foundation. Yet when these virtues mature together, they
create the conditions in which the great awakening can occur—not as something
achieved through effort but as the natural revelation of what has always been
present but veiled by ignorance, agitation, and misdirected attention.
The aspirant
who cultivates these qualities discovers that spiritual transformation is not
the acquisition of something new but the removal of obstructions, not the
creation of a different self but the recognition of what the self has always
been beneath its temporary identifications and conditioned patterns. Like clouds
dispersing to reveal the sun that has never ceased to shine, or like the
cleaning of a mirror to restore its native reflective capacity, the foundational
virtues clear away the accumulated obscurations that prevent the soul from
knowing itself.
The Return to
Source
At journey's
end—which is simultaneously its beginning, for the seeker never left the place
toward which the search was directed—the multiplicity of virtues dissolves into
the simplicity of pure being. The one who has walked this path discovers that
Brahman, the Absolute Reality, was never truly distant or foreign, never
genuinely other than one's own deepest nature. All the practices, all the
disciplines, all the virtues were not means of reaching some far-off destination
but ways of removing the barriers we ourselves constructed between what we are
and what we think we are.
In that
recognition, a great peace descends—or rather, has always been present but is
finally acknowledged. The search ends not in finding what was lost but in
realizing what was never absent. The questions that drove the spiritual quest
dissolve not through being answered but through being outgrown, like children's
concerns that lose relevance when maturity dawns.
This is the
fruit of the foundational virtues: not spiritual achievement to be displayed,
not exotic experiences to be recounted, but the simple, profound ordinariness of
being what one has always been, seeing what has always been visible, resting in
what has never moved. The mystical journey, traveled through such effort and
discipline, reveals itself finally as the cosmic joke—that we sought everywhere
for what we could never lose, that we struggled mightily to become what we have
never ceased to be, that the kingdom we longed for was never elsewhere but
always within, always here, always now, waiting only for recognition.
And in that
recognition, the soul rests—not in achievement but in completion, not in arrival
but in homecoming, not in becoming something new but in remembering what is
eternally true. The path to Brahman is revealed as Brahman itself, the seeker
discovered as the sought, the journey and the destination merged in the eternal
present where all distinctions collapse into the luminous silence from which
they first emerged and to which they eternally return.
…
Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν
(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)
Το Κατώφλι του Αιώνιου
Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας,
ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών,
ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια
της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά
ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες
—όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν
από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την
άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς
Αλήθεια.
Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα
που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της
συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της
ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε
φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή
πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά
απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.
Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι
ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται
από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις
φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό
θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να
γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι
διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.
Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση
Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι
αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η
ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που
γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος,
μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της
εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς
επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.
Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από
πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια
διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους
ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί
από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο
που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της
κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία
του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που
ακολουθεί την αναγνώριση.
Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η
σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά.
Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που
κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες
και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον
κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν
κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν
μπορούν ποτέ να συλληφθούν.
Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες
εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που
τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη
ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό
του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν
μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν
είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει
γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.
Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας
Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον
άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το
ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί
να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα
ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από
αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί,
διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.
Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό
πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες
ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν
είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που
προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη
φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά,
αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.
Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη
ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει
μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης
και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του
αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην
πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται
και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.
Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου
προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει
τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία
της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει
την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο
το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει
πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.
Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση
προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς
την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.
Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία
Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του
κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες
μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές
γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές
μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα—
παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις
παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.
Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε
βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των
ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια
δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί
λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από
εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα
οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση,
ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό
αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την
άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.
Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της
πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα
ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι
του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να
επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη
συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται
με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.
Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα
συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση
ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που
δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη
επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο
φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή
που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.
Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια
επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως
η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα
αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα
εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την
βαθύτερη ολοκλήρωση.
Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση
Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την
οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η
ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν
είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από
απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι
πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.
Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από
τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή
σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του
αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που
έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί
κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα
του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός
δεν μπορεί να παραβιάσει.
Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου,
μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την
περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος
ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων,
ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου
και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η
ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το
περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα
που περιέχει.
Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη,
αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα
που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που
ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία,
ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες,
παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.
Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται
από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία.
Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς
αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της
ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία
συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο
ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.
Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου
Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από
ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει·
οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να
συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής
σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του
ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της
πνευματικής ωριμότητας.
Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα,
δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή
κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη
δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη
δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι
αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την
αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε
ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την
πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.
Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που
ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος
ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά,
έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να
είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται
χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η
εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων
θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.
Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την
παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα
διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς
και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον
απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια,
αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον
έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.
Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό
δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό
που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα
ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα
επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το
σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της
ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι
δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο
αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.
Σράντχα — Το Φως της Πίστης
Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι
σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή
πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη
για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της
διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια
βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την
ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι
συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.
Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη
λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών
που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη,
αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για
τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία
κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική
Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι
μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που
πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.
Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα
της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης
που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της
αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να
παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της
αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους
ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε
προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.
Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει
στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να
καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων
απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια
πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει
και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και
δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.
Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται
κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές
μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω
του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά
πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το
έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας
στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το
βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.
Η Σύγκλιση των Αρετών
Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και
πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν
στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την
άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από
την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να
αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.
Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο
παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς
πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν
τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι
που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε
υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.
Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική
μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι
η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός
πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως
τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή
όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του
ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις
που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.
Η Επιστροφή στην Πηγή
Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής
ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η
αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι.
Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη
Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη
βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες,
όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό
αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε
ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.
Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε
αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε
αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την
πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται,
όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.
Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για
επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα
του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν
ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που
διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό
αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι
αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το
βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ,
πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.
Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε
ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι
καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το
Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται
ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν
όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά
αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.
Intellectual
property rights
Δικαιώματα
πνευματικής ιδιοκτησίας
Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας
τόπου,
συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων,
ειδήσεων,
γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων
υπηρεσιών και
γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής
ιδιοκτησίας (copyright)
και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής
Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.
Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή,
αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή,
έκδοση,
εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε
τρόπο,
τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του
Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα
συναινέσει,
ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks)
στο
σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή
του
αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη
συναίνεση του
Ιδρύματος.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση
και
αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για
αυστηρά
προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς),
χωρίς
πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση
της
αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’
οιονδήποτε
τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για
λόγους
προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την
προϋπόθεση ότι
θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής
ιδιοκτησίας,
δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.
Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες
του
Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα
πνευματικής
ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως
έχει να
κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.