CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
9. The Eternal Return: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
9. Η Αιώνια Επιστροφή: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 February, 2026

Sunday, January 26, 2020

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΟΥΣΙΑ, ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ-ΔΡΑΣΕΙΣ, ΕΠΙΓΝΩΣΗ, 2




ΑΥΤΟ που Ονομάζουμε Θεό, Απόλυτο, Πραγματικότητα, Ουσία (της Ύπαρξης), Πνεύμα, Ψυχή, είναι η Υπέρτατη Πραγματικότητα κι όλοι αυτοί οι Όροι δείχνουν (και «περιγράφουν») το ίδιο πράγμα. ΑΥΤΟ, σαν Ουσία, είναι το Σταθερό Υπόβαθρο κάθε αντίληψης ύπαρξης, δραστηριότητας, δράσης και «φαινομένου». Υπάρχει Πάντα, Παντού, πίσω από κάθε ύπαρξη, δραστηριότητα, δράση και φαινόμενο.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Για να περιγράψουμε ορθά την Πραγματικότητα και για να γίνεται κατανοητό αυτό που πραγματικά συμβαίνει (καθώς «παρατηρούμε» συνεχώς) θα πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ μονάχα για την Ουσία, για την Πραγματικότητα, για την Πλήρως Αφυπνισμένη και «Λειτουργική» Συνείδηση κι όχι για άλλες μορφές Συνείδησης. Οι άλλες μορφές Συνείδησης που εμφανίζονται στην Ύπαρξη είναι Δραστηριότητες (Λειτουργίες) της Μοναδικής Ουσιαστικής Συνείδησης και σαν τέτοιες θα πρέπει να συνειδητοποιούνται, να γίνονται κατανοητές και να περιγράφονται. Θα πρέπει οπωσδήποτε να έχουν λειτουργικά περιγραφικά ονόματα. Είναι λάθος να ουσιαστικοποιούνται αυτές οι άλλες μορφές Συνείδησης γιατί τότε νομίζουμε πως είτε ότι είναι μετασχηματισμοί της Συνειδητής Ουσίας είτε ότι είναι αυτόνομες οντότητες. Έτσι όμως δεν έχουμε πλήρη αντίληψη της Πραγματικότητας κι αυτού που συμβαίνει πραγματικά αλλά έχουμε μια μερική «εικόνα» και σύγχυση για το τι συμβαίνει. Θα δούμε πιο κάτω με ένα παράδειγμα την σοβαρότητα του θέματος και γιατί το λέμε αυτό.

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, η Μία  Μοναδική Ουσιαστική Συνείδηση (η Μόνη Συνείδηση που Υπάρχει Πραγματικά) Δραστηριοποιείται ΕΔΩ και Δημιουργεί Διάφορες Μορφές Αντίληψης, την Κοσμική Αντίληψη του Ενός και των Πολλών, την Παγκόσμια Συνείδηση-Αντίληψη του Άχρονου Απέραντου Χώρου Εδώ, που Περιορίζεται εδώ (μέσα στον Χώρο) σε Ατομική Συνείδηση-Αντίληψη (που αποτελεί την Βάση της Δυαδικής Συνείδησης-Αντίληψης) που εκδηλώνεται μέσα σε κατώτερους πιο «πυκνούς» φορείς (μέχρι τον υλικό φορέα). Αυτές οι Δραστηριότητες-Συνειδήσεις-Αντιλήψεις σαφώς διακρίνονται από την Αρχική Φυσική Συνείδηση (που είναι η Πηγή τους), από την Αρχική Φυσική Κατάσταση της Συνείδησης κι εμφανίζονται σαν Άλλα Πεδία Εκδήλωσης, Ύπαρξης, σαν Άλλοι Κόσμοι. Όλα αυτά Υπάρχουν μέσα στον Ίδιο Αρχικό Αιώνιο Χώρο της Δραστηριότητας (που ονομάζεται Δημιουργία, Κόσμος, Κόσμοι, κλπ.), ενώ στα κατώτερα πεδία όπου εκδηλώνεται η Ατομική Συνείδηση-Αντίληψη προστίθεται το χαρακτηριστικό της Σύνθετης Ύπαρξης, της Εξέλιξης των Μορφών και του Χρόνου, της Αλλαγής και της Φθοράς. Αλλά μολονότι όλα αυτά βρίσκονται στον Ίδιο Κοσμικό Χώρο ταυτόχρονα είναι διακριτά Πεδία Ύπαρξης γιατί λειτουργούν σε διαφορετικές «συχνότητες». Μάλιστα, κάθε φορά, σε μια δεδομένη «στιγμή» είναι Εμφανές μόνο ένα, το Κατώτερο Πεδίο Δραστηριότητας. Οι Ανώτερες Δραστηριότητες Εκδηλώνονται σαν Δυνάμεις-Λειτουργίες μέσα στο Κατώτερο Πεδίο που λειτουργεί σαν φορέας ύπαρξης. Αυτό συμβαίνει επειδή η Συνείδηση επικεντρώνεται απόλυτα σε αυτό το συγκεκριμένο πεδίο ύπαρξης. Έτσι λοιπόν η Μία Μοναδική Ουσιαστική Συνείδηση, η Μόνη Συνείδηση που πρέπει να ονομάζεται ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, Δραστηριοποιείται κι Εκδηλώνεται σαν Κοσμική Πραγματικότητα (το Πεδίο του Ενός που Είναι Πολλά), σαν Παγκόσμιος Αντιληπτικός Χώρος (της Παγκόσμιας Συνείδησης-Αντίληψης που διαφοροποιείται από την Αντίληψη της Ενότητας στην Αντίληψη της Ατομικότητας και της Πολλαπλότητας μέσα στον Παγκόσμιο Χώρο), σαν Ατομική Μη Δυαδική Συνείδηση-Αντίληψη, που γίνεται δυαδική συνείδηση-αντίληψη όταν εκδηλώνεται στους κατώτερους κόσμους, τον νοητικό κόσμο, τον αστρικό-ενεργειακό-αισθησιακό κόσμο και τον ενεργειακό-υλικό κόσμο των υλικών μορφών.

Αν θέλουμε λοιπόν να περιγράψουμε ορθά τον Ενσαρκωμένο Άνθρωπο θα πρέπει να τον ορίσουμε σαν ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ (που Είναι ΕΔΩ και) που από την Παγκόσμια Αντίληψη (του Αιώνιου Ανοιχτού Χώρου, το Εδώ) Περιορίζεται σε μια Ατομική Αντίληψη στον Μη-Δυαδικό Χώρο, εδώ, κι εκδηλώνεται σαν δυαδική οντότητα σε ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες στον νοητικό κόσμο, στον αστρικό κόσμο και στον υλικό κόσμο. Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Είναι Ταυτόχρονα Εδώ, Εδώ, εδώ, και σε κάποιον από τους κατώτερους κόσμους.. Το Ουσιαστικό Υπόβαθρο της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ, η Έμφυτη Δυνατότητα της Αντίληψης του Αιώνιου Χώρου, η Ατομική Μη-Δυαδική Συνείδηση-Αντίληψη, η Δυαδική Νοητική Ικανότητα, η Αισθησιακή Ικανότητα υφίστανται-εκδηλώνονται σαν ο Ανώτερος Ψυχισμός, οι Ανώτερες Δυνάμεις-Λειτουργίες μέσα στον υλικό φορέα, στο σώμα. Σε αυτή την Ορθή Περιγραφή του Ανθρώπου είναι όλοι οι Όροι της Πραγματικότητας παρόντες. Αν κάνουμε το λάθος να δούμε τον άνθρωπο σαν περιορισμένη συνείδηση σε σώμα, αυτόματα ουσιαστικοποιούμε την ατομική συνείδηση-αντίληψη (που είναι απλά μια δραστηριότητα-λειτουργία της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ) και την θεωρούμε εξορισμού και εκ των πραγμάτων αυτόνομη οντότητα, ενώ την διαχωρίζουμε από την Ουσιαστική Βάση της, την Θεϊκή Ουσία (που θεωρείται σαν Κάτι Άλλο, Τελείως Διαφορετικό και «Ξένο»), την απομακρύνουμε από την Παγκόσμια Αντίληψη (που θεωρείται σαν Πνευματικός Ουράνιος Χώρος), την «απομονώνουμε» από τις εσωτερικές διαστάσεις της Μη-Δυαδικής Συνείδησης (των Ηλυσίων Πεδίων των Αρχαίων, το Ντεβαχάν της Θεοσοφίας), της νοητικής διάστασης και της αστρικής διάστασης, θεωρώντας την σκέψη και την αίσθηση απλές λειτουργίες της δυαδικής συνείδησής μας. Είναι σωστά όλα αυτά; Είναι απλά το σενάριο της φαντασίας μας, όχι αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Πιστεύουμε πως με αυτό το παράδειγμα γίνεται κατανοητή η σύγχυση που προκαλείται όταν δεν συνειδητοποιούμε και δεν κατανοούμε ορθά αυτό που συμβαίνει και δεν ορίζουμε σωστά τον Άνθρωπο, περιλαμβάνοντας στην περιγραφή μας όλους τους Οντολογικούς-Φιλοσοφικούς Όρους της Πραγματικότητας.

Ας επαναλάβουμε λοιπόν ότι η ΜΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Εκδηλώνεται πραγματικά σε Ένα Κοσμικό Πεδίο (όπου το Ένα Είναι Πολλά, θα το εξηγήσουμε αυτό πιο κάτω), σε Ένα Παγκόσμιο Πεδίο (με Τρεις «Διαβαθμίσεις») και σε Ένα Ατομικό Πεδίο μη Δυαδικής Συνείδησης-Αντίληψης και περαιτέρω στα τρία κατώτερα πεδία όπου η Ατομική Συνείδηση-Αντίληψη λειτουργεί σαν Δυαδική Νοητική Αντίληψη, σαν Αστρική Ενεργειακή Οντότητα και σαν Υλικό Σώμα. Όλα Αυτά Υπάρχουν στον Ίδιο Χώρο αλλά για μια «Συνείδηση» Εμφανίζεται αυτό στο Οποίο είναι Επικεντρωμένη αυτή η «Συνείδηση». Όλες οι Ανώτερες Δυνάμεις εκδηλώνονται σαν Λειτουργίες μέσα στον φορέα με τον οποίο βιώνει την ύπαρξη η «Συνείδηση» σε αυτό το συγκεκριμένο πεδίο. Έτσι τα Πεδία, ανάλογα με το σε τι αναφερόμαστε είναι Εννέα, Οκτώ, Επτά, Πέντε, εξαρτάται πως το περιγράφουμε, αν αναφερόμαστε σε όλα, ή αν βλέπουμε κάποια πεδία σαν ένα, κλπ. Στις περιγραφές όλα είναι σχετικά αλλά όχι τελείως αυθαίρετα γιατί υπάρχει κι ο αντικειμενικός περιορισμός. Αφήνοντας την Πρώτη Αληθινή Αρχή, την Πραγματικότητα που Είναι η Πηγή και το Υποστήριγμα της Ύπαρξης και της Ζωής, μπορούμε να μιλάμε για τα Τρία Βασικά Πεδία Ύπαρξης ή για την Ύπαρξη σε Αυτά τα Πεδία, το Κοσμικό, το Παγκόσμιο και το Ατομικό. Η Ύπαρξη της Ατομικότητας στους Κατώτερους Κόσμους του Χρόνου είναι έτσι κι αλλιώς παροδική κι επαναλαμβάνεται μέχρι την Τελική Απελευθέρωση. Οι Κατώτεροι Κόσμοι είναι το Αντικαθρέφτισμα της Ύπαρξης μέσα στον Χρόνο και χαρακτηρίζονται σαν Κόσμοι της Σκιάς. Αν όμως λάβουμε υπόψιν  τον Τριπλό Χαρακτήρα του Παγκόσμιου Πεδίου και τους Τρεις Κατώτερους Κόσμους της Σκιάς τότε τα Πεδία, οι Κόσμοι είναι Οκτώ. Συχνά στην Εσωτερική Παράδοση το Κοσμικό Πεδίο όπου τοποθετείται η Νύχτα της Ορφικής Θεολογίας, η Σάκτι της Ινδοϊστικής Παράδοσης ή ο Ισβάρα του Φιλοσοφικού Ινδοισμού (όχι το Τριμούρτι), ή Μη Εκδηλωμένη Αλάγια Βιτζνάνα του Ύστερου Βουδισμού, οι Μονάδες της Θεοσοφίας, κλπ., δεν μετριέται για αυτό συχνά μιλάμε για Επτά Πεδία Ύπαρξης, το Τριπλό Παγκόσμιο, το Μη Δυαδικό, τα τρία κατώτερα (νοητικό, αστρικό υλικό).

Είναι φανερό ότι για τον Άνθρωπο, στην Παρούσα Κατάσταση Ύπαρξης που βιώνει, μέσα στον Χρόνο, στους Κατώτερους Κόσμους και μάλιστα στον Υλικό Κόσμο, το πιο σημαντικό είναι το Ατομικό Μη Δυαδικό Πεδίο και η Ατομική Μη-Δυαδική Συνείδηση που Στηρίζει την δυαδική αντίληψη και ύπαρξη στους κατώτερους κόσμους. Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ κι η Παγκόσμια Διάσταση της Ύπαρξης παραμένουν για τον άνθρωπο Βαθιά στον Ασυνείδητο Χώρο, ενώ η Ατομική Μη Δυαδική Συνείδηση-Αντίληψη που Αποτελεί την Ουσία της Ανθρώπινης Οντότητας είναι Συσκοτισμένη και σε Σύγχυση, αφού βιώνουμε την ύπαρξη και την ζωή μέσα από μια δυαδική αντίληψη στους κατώτερους κόσμους και εδώ, στον υλικό κόσμο που ζούμε. Παρόλα αυτά η Ατομική (Μη Δυαδική Συνείδηση-Αντίληψη) αποτελεί όχι μόνο την Ουσία της Ύπαρξής μας αλλά είναι και η Σταθερή Κατάσταση στους Κατώτερους Κόσμους (το Αιτιατό Ανώτερο Στοιχείο που συνδέει τις διάφορες ενσαρκώσεις στους κατώτερους κόσμους), ένα Κέντρο Ισορροπίας για το Ον, για τον Άνθρωπο και η Άμεση Δυνατότητα Απελευθέρωσης σε Μια Μη Δυαδική Αντίληψη της Πραγματικότητας. Επίσης η Ατομική Μη Δυαδική Συνείδηση-Αντίληψη,  σαν Κατάσταση Ύπαρξης, βρίσκεται στο Μέσον, με τους Τρεις Ανώτερους Κόσμους του Παγκόσμιου Χώρου Άνω και τους τρεις κατώτερους κόσμους της Σκιάς κάτω. Αλλά οπωσδήποτε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ατομική Μη Δυαδική Συνείδηση-Αντίληψη είναι απλά μια Δραστηριότητα της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ που Υποκρύπτεται στο Ασυνείδητο Βάθος της Ύπαρξής μας κι όχι μια αυτόνομη κατάσταση, οντότητα, ύπαρξη ή ζωή, (πρέπει πάντα να το έχουμε υπόψιν μας αυτό).

Όπως θα εξηγήσουμε με λεπτομέρειες παρακάτω η Ατομική Συνείδηση-Αντίληψη σε Κατάσταση Φυσικής Ισορροπίας Λειτουργεί Μη Δυαδικά, απλά Αντιλαμβάνεται. Όταν όμως (στην περίπτωση που ενσαρκώνεται στους κατώτερους κόσμους) χρησιμοποιεί την σκέψη για να αντιληφθεί τότε χρωματίζει, αλλοιώνει και συχνά παραμορφώνει την πραγματικότητα που έχει μπροστά της. Αυτό συμβαίνει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό όταν χρησιμοποιεί τις αισθήσεις που επηρεάζονται από επιθυμίες ή όταν βυθίζεται στην εμπειρία της υλικής επαφής, οπότε τα υλικά πράγματα αποκτούν τεράστια σημασία. Έτσι (το ξαναλέμε) όταν μιλάμε για τον Ενσαρκωμένο Άνθρωπο πρέπει πάντα (ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιούμε και δεν το κατανοούμε και δεν το νοιώθουμε) μιλάμε για την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ που Περιορίζει την Παγκόσμια Αντίληψη σε μια Ατομική Μη Δυαδική Συνείδηση που εκδηλώνεται μέσα από μια δυαδική αντίληψη στους κατώτερους κόσμους, που σκέπτεται δυαδικά, αισθάνεται δυαδικά και βιώνει την υλική ύπαρξη και δρα δυαδικά, με ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό.

ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ «ΣΩΜΑΤΩΝ»
ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ «ΚΕΝΤΡΩΝ»
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΙ Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ
Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΣΜΩΝ
ΘΑΝΑΤΟΣ



Sunday, January 19, 2020

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΟΥΣΙΑ, ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ-ΔΡΑΣΕΙΣ, ΕΠΙΓΝΩΣΗ, 1



ΑΥΤΟ που Ονομάζουμε Θεό, Απόλυτο, Πραγματικότητα, Ουσία (της Ύπαρξης), Πνεύμα, Ψυχή, είναι η Υπέρτατη Πραγματικότητα κι όλοι αυτοί οι Όροι δείχνουν (και «περιγράφουν») το ίδιο πράγμα. ΑΥΤΟ, σαν Ουσία, είναι το Σταθερό Υπόβαθρο κάθε αντίληψης ύπαρξης, δραστηριότητας, δράσης και «φαινομένου». Υπάρχει Πάντα, Παντού, πίσω από κάθε ύπαρξη, δραστηριότητα, δράση και φαινόμενο.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Εσωτερική Πραγματικότητα προσεγγίζεται μόνο Βιωματικά. Αυτό σημαίνει ότι ζεις, ότι έχεις Άμεση Επαφή με την Ουσία κι οποιαδήποτε γνώση παράγεται (αναδύεται) από αυτή την άμεση επαφή κι όχι από κάποια διαδικασία αντίληψης, κι είναι άμεση, αυθόρμητη, πηγαία κι αυτοαναβλύζουσα. Αυτό σημαίνει επίσης ότι αυτή η γνώση υφίσταται μόνον στο παρόν, τώρα, όταν εκδηλώνεται, δεν έχει σχέση με τον χρόνο, με την μνήμη, με την αποθηκευμένη ή μεταδιδόμενη πληροφορία, με άλλα λόγια είναι «ζωντανή». Μετά, αυτή η γνώση με τον αυθόρμητο και πηγαίο τρόπο που εκδηλώνεται φανερώνει Αυτό που Υπάρχει, την Αληθινή Ουσία στην Αμεσότητά της, άμεσα, πραγματικά κι όχι μέσω κάποιας αντίληψης που καθιστά «αντικείμενο» αυτό που γνωρίζεται. Με άλλα λόγια είναι Πραγματική Αυτογνωσία κι όχι έμμεση γνώση ή γνώση εξωτερική των ιδιοτήτων ή των δραστηριοτήτων ή των φαινομένων, αυτού που γνωρίζεται, είτε πρόκειται για τον Εαυτό, είτε οποιουδήποτε αντικειμένου. Έτσι η Ουσία Γνωρίζεται μόνο Βιωματικά, άμεσα, και ποτέ μέσω δραστηριότητας ή αντίληψης, Γνωρίζεται στην Απόλυτη Σιγή (κάθε δραστηριότητας).
Αυτοί που προσπαθούν να περιγράψουν την Εσωτερική Πραγματικότητα, από την μια είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουν κάποιους όρους περιγραφικούς κι από την άλλη έχουν την ευθύνη να διακρίνουν τι είναι Ουσία, τι είναι η Δραστηριότητα και σε τι διαφέρει από την Δράση, τι είναι Φαινόμενο ή Περιεχόμενο της Επίγνωσης, και να διευκρινίσουν τι σχέση έχουν όλα αυτά και πως λειτουργεί τελικά η πραγματικότητα (κι ο άνθρωπος) και τι είναι η ύπαρξη και πως σχετίζεται με την ζωή σαν βιωματική εμπειρία. Καθόλου εύκολο έργο, καθώς υπάρχουν εσφαλμένες αντιλήψεις, λανθασμένες πεποιθήσεις και στρεβλές συμπεριφορές.
Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό, σε όποιον θέλει να κατανοήσει την Πραγματικότητα, την πραγματικότητα που αντιλαμβάνεται, και το αληθινό νόημα των πραγμάτων, και να μην χάνεται στην ορολογία και τις περιγραφές, είναι ότι όλοι οι όροι που χρησιμοποιούνται στην θεολογική και φιλοσοφική γλώσσα αναφέρονται σε τρεις βασικές κατηγορίες, της Ύπαρξης, της Αντίληψης, της Ζωής, αναφέρονται είτε στην Ουσία, είτε στην Δραστηριότητα και την Δράση, είτε στο παραγόμενο αποτέλεσμα, στο «Περιεχόμενο» της δραστηριότητας. Έτσι, γίνεται κατανοητό γιατί η Υπέρτατη Πραγματικότητα, το Υπέρτατο Ον, ο Θεός, κλπ. (όροι της Παραδοσιακής Θεολογικής Σκέψης) περιγράφεται με Φιλοσοφικούς Όρους σαν Ουσία-Δραστηριότητα-Επίγνωση (ή «Περιεχόμενο»). Στην Βεδαντική Παράδοση αναφέρεται σαν Στα-Τσιτ-Ανάντ, ενώ στην Χριστιανική Θεολογική Σκέψη αναφέρεται σαν Πατέρας-Λόγος-Πνεύμα (Θεότητα-Θεός-Πνεύμα, στην Μυστική Παράδοση του Μάιστερ Εκκαρτ), και στην Θεοσοφική Διδασκαλία σαν Τρεις Λόγοι, κλπ.


ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Σύμφωνα με αυτήν την Βασική Αντίληψη (την Διευκρίνιση και την «διάκριση» Ουσίας της Συνείδησης, Δραστηριότητας και Δράσης της Συνείδησης και Επίγνωσης) Περιγράφεται (στην Εσωτερική Παράδοση) η Δημιουργία, ο Κόσμος, στα διάφορα Πεδία και Επίπεδά του. Υπάρχει Πάντα Μία Ουσία που Δραστηριοποιείται (και Δρα) και Παράγει κάποιο Περιεχόμενο (Επίγνωσης). Μάλιστα Υπάρχει Μόνο Μία Ουσία που απλά Δραστηριοποιείται σε διάφορα Πεδία Εκδήλωσης. Έτσι, Ό,τι εμφανίζεται σαν Διαφορετική ή Περιορισμένη Συνείδηση, δεν είναι Ουσία ή Διαφοροποιημένη Ουσία, αλλά μόνο Δραστηριότητες της (Ουσιαστικής) Συνείδησης και Φαινόμενα. Με άλλα λόγια η Δημιουργία, ο Κόσμος, οι Κόσμοι, δεν υπάρχουν σαν Ουσία (σαν Υπόσταση) υπάρχουν μόνο σε Λειτουργικό Επίπεδο, σαν Λειτουργίες και Φαινόμενα. Αυτό έχει τεράστια σημασία για την (θεολογική και φιλοσοφική) κατανόηση της Πραγματικότητας, αφού σε όποιο Πεδίο ή Επίπεδο Ύπαρξης κι αν αναφερόμαστε συνειδητοποιούμε κι αποδεχόμαστε ότι υπάρχει πάντα ένα Ουσιαστικό Πραγματικό Υπόβαθρο (ή Υπόβαθρο Ουσίας) στο Βάθος, που Υποστηρίζει Εξωτερικές Δραστηριότητες, Δράσεις, Μορφές κι Εμπειρίες (βιώματα ζωής). Αυτό το Βάθος Οφείλουμε να Βιώσουμε όπου κι αν βρισκόμαστε ή νομίζουμε ότι βρισκόμαστε. Αυτό σημαίνει επίσης ότι ποτέ δεν αποχωριστήκαμε από την Μία Ουσία κι όλες οι Διαφοροποιημένες Συνειδησιιακές Καταστάσεις είναι μονάχα Φαινόμενα κι όχι κάτι (ουσιαστικό και) πραγματικό.
Όταν μιλάμε για Συνείδηση λοιπόν στον θεολογικό ή φιλοσοφικό λόγο (ο Όρος Συνείδηση υποδηλώνει τον Αρχαίο Όρο της Ψυχής ή της Πνευματικής Ουσίας) συχνά μπερδευόμαστε γιατί δεν αποσαφηνίζουμε που αναφερόμαστε, αν αναφερόμαστε στην Ουσία, στην Δραστηριότητα, ή στην Επίγνωση. Συχνά επικρατεί η λάθος αντίληψη να ουσιαστικοποιούμε δραστηριότητες κι εκεί που υπάρχει μόνο μια «διαδικασία» εμείς βλέπουμε υποστάσεις. Έτσι όμως εκτροχιαζόμαστε από τον ορθό λόγο και τον αληθινό φιλοσοφικό στοχασμό.. Στην πραγματικότητα η Συνείδηση είναι Μία σαν Ουσία, η Μία Συνείδηση. Όταν μιλάμε για Κοσμική Συνείδηση, Παγκόσμια Συνείδηση, Ατομική Συνείδηση, την Συνείδηση που Σκέπτεται, Αισθάνεται και Βιώνει την υλική ύπαρξη, δεν μιλάμε για Ουσίες ή Διαφοροποιήσεις της Ουσίας αλλά μόνο για Δραστηριότητες, Δράσεις κι Εμπειρίες της Μοναδικής Ουσίας (Συνείδησης). Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η Συνείδηση σαν Ουσία Είναι Μία αλλά ότι οι Δραστηριότητες είναι Πολλές κι ότι  σε αυτές τις Δραστηριότητες Οφείλεται η Αντίληψη της Ενότητας, η Μετάβαση από την Ενότητα στην Πολλαπλότητα κι ο Περιορισμός του Παγκόσμιου σε Ατομικότητες, κι ακόμα η Αντίληψη της Ατομικότητας κι η προσωπική εμπειρία κι η ιδιαίτερη ζωή των πλασμάτων.
Αν μπορούμε να διακρίνουμε την Ουσία από την Δραστηριότητα και το Φαινόμενο στην πραγματικότητα έχουμε αποκωδικοποιήσει το Μυστήριο της Ύπαρξης, Κατανοούμε την ζωή και Βλέπουμε τον Δρόμο που Οδηγεί στην Πραγματικότητα (στην Βίωση της Αληθινής Ζωής). Κατανοούμε ότι η Ουσία Είναι Πάντα το Υπόβαθρο της Ύπαρξης που Υποστηρίζει την Δραστηριότητα η Οποία είναι πάντα κάτι δευτερεύον, εξωτερικό που φανερώνει την εξωτερική πραγματικότητα αλλά είναι αδύνατον να συλλάβει την Ουσία που είναι Έσω. Το δεύτερο πολύ σημαντικό που κατανοούμε είναι ότι η Ουσία μπορεί να Βιωθεί μόνο Άμεσα, σαν Εσωτερική Άμεση Βίωση της Ύπαρξης, όταν εγκαταλείπεται κάθε δραστηριότητα κι εξωτερική αντίληψη. Η Αντίληψη μας απομακρύνει από την Ουσία (τον Εαυτό) και μας κατευθύνει είτε προς κάποια Εικόνα του Εαυτού (που καθίσταται έτσι μικρότερο της Αντίληψης και κάτι «αντικειμενικό») είτε προς κάποιο άλλο αντικείμενο μέσα στην Δημιουργία. Έτσι το Υπέρτατο Βίωμα ή η Υπέρτατη Αντίληψη, ή η Υπέρτατη Πραγμάτωση είναι πέρα από κάθε διαδικαστική αντίληψη, πέρα από κάθε διαδικασία, στην Είσοδο στην Απόλυτη Σιγή, στην Καρδιά της Ζωής, στην Θεϊκή Ουσία μας.
Τελικά, η Συνείδηση σαν Ουσία δεν Παραμένει μέσα στην Σιωπηλή Ακινησία της Άμεσης κι Εσωτερικής Αντίληψής Της (στην Αιώνια Υπερβατικότητα και την Αδιατάρακτη Μακαριότητά Της). Η Συνείδηση Δραστηριοποιείται κι έτσι Γεννιούνται τα Διάφορα Πεδία (Λειτουργίας) της Συνείδησης, οι Διάφορες Αντιλήψεις της Ύπαρξης, οι Εξωτερικοί Κόσμοι της Μορφής, κλπ. Όλα αυτά που Εμφανίζονται δεν είναι Ουσία, Ουσίες, αλλά μονάχα Δραστηριότητες της Συνείδησης. Κι έτσι φτάνουμε στο πολύ σημαντικό συμπέρασμα. Τι είναι ο Ενσαρκωμένος Άνθρωπος; Ο Ενσαρκωμένος Άνθρωπος, αυτό που είμαστε, που είναι ο καθένας, στην πραγματικότητα είναι η Μία Μοναδική Συνείδηση που Λειτουργεί σαν παρούσα ατομική περιορισμένη συνείδηση. Λανθασμένα (κι επειδή δεν νοιώθουμε το Πραγματικό Βάθος, την Ουσία της Ύπαρξης) εκλαμβάνουμε λανθασμένα τον εαυτό σαν την περιορισμένη συνείδηση. Αφού όμως έτσι κι αλλιώς η Πραγματική Ουσία Υπάρχει στο Βάθος της Ύπαρξης (σαν Υπόβαθρο της αντίληψης που έχουμε για την ύπαρξη) κι εφόσον η αντίληψη μιας περιορισμένης ατομικής ύπαρξης είναι απλά μια λειτουργία (κάτι που κάνουμε) είναι αρκετό να κατανοήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα, να λειτουργήσουμε διαφορετικά και να πάμε πέρα, πάνω, από τις αυταπάτες στην Ορθή Αντίληψη της Ύπαρξης και στην Αληθινή Ζωή. Είναι αυτό που ονομάζουμε Αφύπνιση, Φώτιση, Απελευθέρωση, Λύτρωση, κλπ. Αυτό δεν οδηγεί απλά σε μια Ανώτερη Αντίληψη της Ύπαρξης, της Ζωής, Οδηγεί στην Καρδιά της Ύπαρξης, στην Ουσία, στον Εαυτό και στην Αληθινή Εσωτερική Ζωή του Εαυτού, στην Υπέρτατη Αφύπνιση, στην Πραγματική Αυτογνωσία, στο Απόλυτο. Με λίγα λόγια, Πάντα, το Υπόβαθρο είναι Ένα, η Μία Μοναδική Ουσία, ενώ ο ατομικός περιορισμός, η ατομική αντίληψη δεν είναι παρά μια δραστηριότητα, μια διαδικασία αντίληψης (και μια βιωματική εμπειρία) που αρκεί να αλλάξει για να αλλάξει η Εμπειρία της Ζωής, η «Αίσθηση» της Ζωής.
Τι είναι λοιπόν ο Άνθρωπος; Είναι η Μία Ουσία που απλά περιορίζει την Λειτουργία της και «νομίζει» ότι είναι μια ατομική οντότητα. «Εκλαμβάνει»  την απλή δραστηριότητα (του περιορισμού) σαν ουσιαστική ύπαρξη, σαν ουσία αυτόνομη. Αυτό δεν είναι απλά μια λανθασμένη αντίληψη ή μια εσφαλμένη ερμηνεία (αν και είναι και αυτό). Απλά δεν νοιώθουμε και δεν κατανοούμε το Αληθινό Βάθος της Ύπαρξής μας και το υποκαθιστούμε με μια λανθασμένη αντίληψη, εντύπωση, «ιδέα». Και μέσα από αυτό το φανταστικό κέντρο ύπαρξης (το εγώ) θεμελιώνουμε την ζωή μας στον κόσμο, δομούμε την αντίληψη του κόσμου και προσανατολίζουμε την εξωτερική ζωή μας και την συμπεριφορά μας. Απλά ενδυόμαστε, σαν ηθοποιοί, τον ρόλο της ατομικής ύπαρξης, ενσαρκώνουμε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτήρα και υποδυόμαστε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε, κάποιο χαρακτήρα στο θέατρο της ζωής. Το Θέατρο της Ζωής είναι μονάχα Θέατρο, δεν είναι ούτε Τραγωδία, ούτε Κωμωδία, ούτε Σατυρικό Δράμα, όλα αυτά συμπεραίνονται μονάχα από την «υπόθεση» του έργου, που έτσι κι αλλιώς είναι ψεύτικο. Γιατί όλα αυτά; Επειδή δεν θέλουμε να δούμε. Αλλά δεν είναι δύσκολο να δούμε και να κατανοήσουμε. Το δύσκολο είναι να θέλουμε.

(συνέχεια)

ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ «ΣΩΜΑΤΩΝ»
ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ «ΚΕΝΤΡΩΝ»
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΙ Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ
Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΣΜΩΝ
ΘΑΝΑΤΟΣ

Sunday, January 12, 2020

Ο ΘΕΪΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


Ο Άνθρωπος (σαν Ύπαρξη) είναι κάτι πολύ Βαθύτερο, πολύ Ανώτερο, πολύ Περισσότερο, από όσο μπορεί να αντιληφθεί, να σκεφθεί, να αισθανθεί, να διαπιστώσει εξωτερικά ο συνηθισμένος άνθρωπος (με την συνηθισμένη ατομική δυαδική συνείδηση).

Υπάρχουν Σοφοί (σε διάφορες Παραδόσεις) που από Βιωματική Εμπειρία (κι επειδή το Βίωσαν και το Επιβεβαίωσαν, οπότε μπορούν να πουν ότι είναι πραγματικό, αληθινό) ισχυρίζονται ότι Υπάρχει μόνο Μία Ουσία, Υπάρχει Μία Ψυχή, Μία Συνείδηση, Μία Πραγματικότητα, που Εκδηλώνεται σε Πολλά Πεδία Συνείδησης, στο Υπερκοσμικό, στο Παγκόσμιο, στο Ατομικό Πεδίο (που ξεδιπλώνεται στους Τρεις Κατώτερους Κόσμους, τον Νοητικό, τον Αστρικό και τον Αιθερικό-Υλικό Κόσμο). Αυτό είναι απλά ένας ισχυρισμός κι όσο κι αν προέρχεται από Μύστες της Εσωτερικής Πραγματικότητας, δεν παύει να μένει απλός ισχυρισμός για όλους όσους και για όσο δεν το βιώνουν.
Μένοντας στους ισχυρισμούς των Μυημένων Αυτό που Εκδηλώνεται σαν Ατομικότητα (σαν Παρούσα Συνείδηση Ύπαρξης του Καθενός) Είναι το Απόλυτο που «Εισέρχεται» στο Κοσμικό και  που από Παγκόσμιο Περιορίζεται στο Ατομικό το οποίο λειτουργεί μέσα από κάποιο κατώτερο φορέα (στο αντίστοιχο Πεδίο). Προκειμένου για τον Ενσαρκωμένο Άνθρωπο, ο Αληθινός Άνθρωπος (σαν Ολική Ύπαρξη) Είναι το Απόλυτο, Παγκόσμιο, Ατομικό που χρησιμοποιεί την νοητική δύναμη στον περιφερικό εγκέφαλο, την αισθητική δύναμη μέσα στο νευρικό σύστημα και την ζωτικότητα μέσα στον συγκεκριμένο υλικό φορέα του (και μέσω του φορέα στον υλικό κόσμο). Έτσι ο Άνθρωπος (που «αισθάνεται» περιορισμένος) έχει ήδη ένα Ουσιαστικό, Πνευματικό και Αντικειμενικό Αντιληπτικό Υπόβαθρο που Υποστηρίζουν την Παρούσα Συνείδηση στην Παρουσία της, στις δραστηριότητές της (διανοητική σύλληψη των συμβαινόντων και αίσθηση) και στις δράσεις της στον εξωτερικό κόσμο.
Οι Μυημένοι λένε ότι Αυτό το Ουσιαστικό και Πνευματικό Υπόβαθρο είναι Ασυνείδητα ενώ το Αντικειμενικό Αντιληπτικό Υπόβαθρο νοθεύεται («θολώνει») με την χρήση της Σκέψης, της Αίσθησης και της εξωτερικής εμπειρίας. Το Ασυνείδητο Υπόβαθρο όμως (στο Σύνολό του) Υποστηρίζει και «παρεμβαίνει ανεπαίσθητα» στην ζωή της Περιορισμένης Συνείδησης. Αυτό δεν είναι ένας απίθανος ισχυρισμός και μπορεί κάποιος με λογική να το κατανοήσει.
Οι Ψυχολόγοι του Βάθους (όπως ο Καρλ Γιούγκ) υποστηρίζουν ότι το Κύριο Σώμα της Ύπαρξης είναι Ασυνείδητο (το Ασυνείδητο, Ουσιαστικό, Παγκόσμιο και Ατομικό) κι ότι από τον Παγκόσμιο Ωκεανό του Ασυνειδήτου προβάλλει σαν «νησίδα» το Συνειδητό που αντιλαμβάνεται, σκέπτεται, αισθάνεται και δρα στο σώμα και μέσω του σώματος στον εξωτερικό κόσμο.
Αλλά ακόμα και εμπειρικά μπορεί κάποιος να διαπιστώσει την αλήθεια όλων αυτών που περιγράφονται, παρατηρώντας τον εαυτό του, την ζωή του, τον ημερονύκτιο κύκλο της ζωής του. Για πολλούς λόγους, και Εσωτερικούς και Εξωτερικούς (κοσμολογικούς, αστρονομικούς και τοπικούς) τα όντα στον πλανήτη γη ακολουθούν τον κύκλο του ημερονυκτίου (όπως ισχύει τοπικά). Από την Νύχτα του Ασυνειδήτου ό άνθρωπος έρχεται (στην παιδική ηλικία του) στην αντίληψη της ύπαρξής του, του εγώ και της ατομικής ζωής του, που διατηρεί σε όλη την ζωή του στην γη. Την ημέρα είναι σε εγρήγορση και κάθε νύχτα επιστρέφει σε Αυτό το Άγνωστο Ασυνείδητο για να αναδυθεί ξανά το επόμενο πρωί στην περιορισμένη καθημερινή συνείδησή του. Μήπως την Νύχτα της Ασυνείδητης Ύπαρξης και του Ύπνου (και του Θανάτου) παύουμε να υπάρχουμε; Όχι. Οποιαδήποτε στιγμή, προκειμένου για τον ύπνο, μπορούμε να διακόψουμε αυτή την συνειδησιακή ανάπαυλα και έτσι κι αλλιώς το επόμενο πρωί συνεχίζουμε σαν να μην υπήρξε καμία διακοπή, κανένα «κενό», στην ζωή μας.
Τι συμβαίνει πραγματικά στον Ύπνο; Απλά η Συνείδηση Επιστρέφει  την Νύχτα του Ύπνου στα Βαθύτερα Στρώματα της Ύπαρξης και το πρωί αναδύεται πάλι στον περιορισμένο συνειδητό άνθρωπο. Εισερχόμαστε ασυνείδητοι (ασυνείδητα) στο Βάθος της Ύπαρξης γιατί δεν γνωρίζουμε (δεν μάθαμε) πως να εισερχόμαστε συνειδητοί (συνειδητά). Προφανώς η κοινωνία, η οικογένεια και τα σχολεία μας εκπαιδεύουν για πιο σημαντικά κι ενδιαφέροντα πράγματα. Όσοι άνθρωποι Εισέρχονται Συνειδητά (μέσα από την Εσωτερική Πνευματική Κατανόηση και τον Αληθινό Φυσικό Διαλογισμό κι όχι τον ψευτοδιαλογισμό της δυαδικής συνείδησης, του εγώ), όσοι απελευθερώνονται από τους περιορισμούς της ατομικής ύπαρξης κι εισέρχονται στην Ελευθερία του Απείρου της Μη-Δυαδικής Συνείδησης στην αρχή, στην Παγκόσμια Συνείδηση στην συνέχεια και πέρα από το Κοσμικό στο Απόλυτο Αχανές τέλος, Βιώνουν και Κατανοούν το Βάθος της Ύπαρξης που είναι (το Μόνο) Πραγματικό, Ελεύθερο κι Αιώνιο. Ο συνηθισμένος άνθρωπος που έχει συγκεκριμένη ενέργεια (ποσό ενέργειας) να καταναλώσει στην συνειδητή ζωή του εισέρχεται αναγκαστικά (μετά από κούραση κι εξάντληση) στον ασυνείδητο ύπνο, στο Βάθος της Ύπαρξης, χωρίς να αντιλαμβάνεται,. Όσοι όμως έχουν Βιώσει την Ελευθερία έχουν μια Άλλη Αντίληψη του Βάθους της Ύπαρξης,
Τελικά, οι Πραγματικά Μυημένοι όταν αποσύρονται από την συνειδητή ζωή στον κόσμο αποσύρονται  σε Βαθύ Διαλογισμό, σε ένα άλλο είδος Συνειδητότητας που δεν έχει σχέση ούτε με τον ασυνείδητο ύπνο των ανθρώπων, ούτε με την συνειδητή εμπειρία του εξωτερικού κόσμου. Εισέρχονται στον Αιώνιο Χώρο και πιο Βαθιά στην Κοσμική Νύχτα που Υποστηρίζει τα Πάντα κι Εδώ Όπου δεν υπάρχει ούτε Αντίληψη, ούτε Χώρος, ούτε Χρόνος παρά μόνο η Ζωή που Ρέει στην Αιωνιότητα χωρίς να Αλλοιώνεται, στην Απόλυτη Κατάστασή της, Εδώ που οποιαδήποτε «Γνώση» της Κατάστασης έρχεται από Μέσα, Αυθόρμητα, Πηγαία και δεν έχει καμία σχέση με οτιδήποτε, τίποτα «εξωτερικό»
Έτσι, όταν λέμε ότι ο Αληθινός Άνθρωπος είναι κάτι Βαθύτερο, Ανώτερο, Περισσότερο από την Παρούσα Συνείδηση που βρίσκεται σε αυτό το σώμα και αντιλαμβάνεται, σκέπτεται, αισθάνεται και δρα στο σώμα και στον κόσμο, μιλάμε για τον άνθρωπο που είμαστε, που είναι ο καθένας μας. Ο καθένας μπορεί, έχει την δυνατότητα και «οφείλει» (στον εαυτό του, στην φύση του) να αποκτήσει Εμπειρία του Βάθους της Ύπαρξής του, να Ελευθερωθεί, Βιώνοντας την Μη-Δυαδική Συνείδηση, να Βιώσει την Παγκόσμια Ουσία της Συνείδησης, την Καθαρότητα της Ύπαρξης, την Ζωή που Στηρίζει τα Πάντα.
Ο Άνθρωπος Είναι από την Φύση του Θεϊκός. Θεός, για Όσους Κατανοούν, Είναι το Βάθος της Ύπαρξής μας, το Βάθος που Είναι Κοινό για όλα τα όντα. Κι Αυτόν τον Θεό τον Βρίσκουμε Μέσα μας, τον Βιώνουμε Μέσα μας. Ο Θεός δεν είναι κάτι Εξωτερικό, κάτι Υπεράνω, κάτι Διαχωρισμένο από εμάς. Αν ήταν πραγματικά έτσι δεν θα είχαμε ποτέ καμία ελπίδα να «ενωθούμε» Μαζί Του. Αυτή είναι μια στρεβλή αντίληψη της περιορισμένης, ατομικής, δυαδικής, διαχωρισμένης συνείδησης. Ένας τέτοιος Θεός είναι προϊόν της ανθρώπινης φαντασίας κι είναι μονάχα ένα είδωλο της σκέψης. Προφανώς στις θρησκείες και στις εκκλησίες και στους ναούς σας διδάσκουν λάθος, λάθος πράγματα και λάθος συμπεριφορές και λάθος πράξεις.
Πως λοιπόν θα βρούμε το Βασίλειο του Θεού, τον Θεό, Μέσα μας όπως δίδασκε ο Μεγάλος Διδάσκαλος της Ερήμου των Εσσαίων; Μα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πιο κοντινό και πιο αληθινό και πιο στέρεο από την Παρούσα Συνείδησή μας. Από Εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε. Όπως κι αν αντιλαμβανόμαστε ή σκεπτόμαστε ή νομίζουμε, ή αισθανόμαστε ότι είμαστε, σαν άνθρωποι και σαν πολίτες του κόσμου και της κοινωνίας και σε όποιες καταστάσεις και συνθήκες  ζωής κι αν βρισκόμαστε, μπορούμε, αν το θέλουμε, να Βιώσουμε (Συνειδητά) το Βάθος της Ύπαρξής μας. Οι θρησκείες κι οι παραδόσεις κι οι διδασκαλίες λένε πολλά και έχουν γραφεί χιλιάδες βιβλία και κείμενα, αλλά συνήθως η αλήθεια δεν είναι καθαρή, είναι νοθευμένη με την φαντασία και το ψέμα (ασυνείδητο ή συνειδητό). Η Αλήθεια είναι σαν το Νερό που Πηγάζει Καθαρό από την Πηγή αλλά στην πορεία του βρωμίζεται από κάθε είδους σκουπίδια. Έτσι κι η Αλήθεια γίνεται «αλήθεια» και «ψέμα» και ψέμα στην ιστορία των ανθρώπων.
Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι τελείως απλά, όπως το να ζούμε, όπως το να αναπνέουμε, όπως το να κάνουμε κάτι ή να καθόμαστε ακίνητοι. Αγαπητοί, αυτό που χρειάζεται να κάνουμε είναι να γνωρίσουμε αυτό που είμαστε, να παρατηρήσουμε πως λειτουργούμε σαν όντα, να δούμε τις πραγματικές ανάγκες της ύπαρξης. Η Αληθινή Αυτογνωσία είναι να Γνωρίσουμε Εμάς τους Ίδιους στο Βάθος μας κι όχι απλά να καταγράφουμε τις εξωτερικές συμπεριφορές χωρίς να ξέρουμε καν από που πηγάζουν. Αυτό δεν είναι Αυτογνωσία, είναι μελέτη της άγνοιας και της ανοησίας μας. Το Σημαντικό λοιπόν, το Πολύτιμο, είναι η Αυτογνωσία, να γνωρίσουμε Εμάς τους Ίδιους. Θέλουμε να κάνουμε αυτό το «.αξίδι» της Αυτογνωσίας, να δούμε τι είμαστε, πως λειτουργούμε και τι μπορούμε να νοιώσουμε στο Βάθος, στα Εσώψυχα, στα Τρίσβαθα της Ψυχής μας, της Μίας Ψυχής που Είμαστε Όλοι. Όσοι θέλουν (αν το θέλουν) μπορούν απλά να το δουν να συμβαίνει μέσα τους. Το «Ταξίδι» αρχίζει. Χαλαρώστε. Αφεθείτε στην «θέα».

(συνέχεια)




Sunday, January 5, 2020

ΨΥΧΗ, ΑΚΙΝΗΣΙΑ, ΚΙΝΗΣΗ


Βλέπουμε πάντα μέσα από μια Προσωπική Προοπτική, που μπορεί να είναι  Αντικειμενική, Απεριόριστη, Παγκόσμια, ή «υποκειμενική», περιορισμένη, ατομική. Από την Άποψη Μιας Συνείδησης Ελεύθερης τα πράγματα φαίνονται κάπως και κάπως διαφορετικά από την άποψη μιας περιορισμένης συνείδησης. Να «θυμάστε» πως όλα είναι σχετικά.

Η Ακινησία Υπάρχει Εξαρχής και Υπάρχει ακόμα σαν Υπόστρωμα (Βάθος) κάθε Κίνησης, κάθε Δραστηριότητας. Είναι η Δραστηριότητα που «Κρύβει» την Υποστασιακή Ακινησία. Η Ακινησία δεν μπορεί να επιτευχθεί, να πραγματωθεί με Δράση, γιατί είναι η Δράση που αναιρεί την Ακινησία. Πρέπει να υπάρξει φυσική παραίτηση από κάθε δράση για να Αναδυθεί η Ακινησία. Με άλλα λόγια η «πραγμάτωση» γίνεται στο φυσικό πεδίο, σαν φυσικό γεγονός (με την παραίτηση από την δράση) κι όχι στο επίπεδο της αντίληψης, της διανοητικής σύλληψης, της οποιασδήποτε δράσης. Η Ακινησία γίνεται έτσι συνώνυμο της Ανάπαυσης, της Ησυχίας, της Σιωπής, της Απάθειας, της Ηρεμίας
Σε Όποιο Επίπεδο Ύπαρξης κι αν ενεργήσουμε ισχύει πάντα η ίδια Αρχή της Φυσικής Πραγματικότητας. Η Ακινησία Υπάρχει Εξαρχής και διακόπτεται με την Κίνηση. Η Ησυχία της Ύπαρξης Υπάρχει Εξαρχής και διακόπτεται με την Δραστηριότητα, με την Δράση. Η Σιωπή της Σκέψης Υπάρχει Εξαρχής και διακόπτεται με την διανοητική επεξεργασία. Η Απάθεια Υπάρχει Εξαρχής και διακόπτεται με το συναίσθημα και την συγκίνηση, με το «πάθος». Η Ηρεμία Υπάρχει Εξαρχής και διακόπτεται με την αντικειμενική δράση του σώματος.
Η  Απελευθέρωση, η «παραίτηση» από την κίνηση, την δραστηριότητα, την δράση, (σε όποιο επίπεδο κι αν λειτουργούμε), δεν οδηγεί στην ανυπαρξία, στο τίποτα, αλλά στην πλήρη απελευθέρωση της Δυνατότητάς μας, να υπάρχουμε, να αντιλαμβανόμαστε, να σκεπτόμαστε, να αισθανόμαστε, να δρούμε στο φυσικό πεδίο. Με πλήρη επίγνωση, με πλήρη έλεγχο. Άρα, η Απελευθέρωση δεν είναι ακινητοποίηση, αλλά Ελευθερία Ορθής Δράσης, όπου και όταν χρειάζεται. Η Απελευθέρωση γίνεται έτσι συνώνυμο της Ελευθερίας, της Πλήρους Επίγνωσης, της Ορθής Δράσης.
Αληθινή Δράση είναι η Δράση που Εκκινεί από το Υποστασιακό Βάθος και Φωτίζεται από την Επίγνωση, όπου και όταν χρειάζεται. Αληθινή Δράση δεν είναι η Δραστηριότητα στην Επιφάνεια της Ύπαρξης, στην Σκέψη ή στην σωματική δράση. Ακριβώς όπως το Βάθος του Ωκεανού Είναι Ακίνητο κι αφήνει απλά την Επιφάνεια να προσαρμόζεται στις εξωτερικές συνθήκες. Η Κίνηση της Επιφάνειας στηρίζεται πάντα στην Ακινησία του Βάθους και εξαρτάται πάντα από το Βάθος, Ποτέ η κίνηση, το «κύμα», δεν αποχωρίζεται πραγματικά, όσο παραμένει ενωμένο με την Μάζα του Νερού. Με τον ίδιο τρόπο η Ύπαρξη, η Ψυχή, Είναι Μία. Σαν Μία Ψυχή Εκδηλώνεται και Λειτουργεί στα Διάφορα Επίπεδα της Ύπαρξης. Η Απορρόφηση σε περιφερειακές δραστηριότητες που δημιουργεί την αυταπάτη της ανεξάρτητης ύπαρξης, είναι απλά μια λάθος προοπτική, μια λάθος «ερμηνεία». Η Ψυχή Λειτουργεί Πάντα σαν Μία και στο επιφανειακό επίπεδο της λάθος ερμηνείας λειτουργεί συλλογικά. Για αυτό όλα τα όντα ζουν σαν «κοινωνίες».
Σε Υπαρξιακό Επίπεδο αφού η Ψυχή είναι Μία κι όλες οι δήθεν ατομικές ψυχές δεν είναι παρά Αντανακλάσεις της Μίας Ψυχής στον χώρο της φαντασίας, της λάθος ερμηνείας, της αυταπάτης, «καθήκον» όλων των όντων (που αισθάνονται ξεχωριστά) είναι να Συντονιστούν με την Μία Ψυχή, να Βιώσουν την Ενότητα της Ψυχής, της Ύπαρξης και της Δράσης. Από εδώ πηγάζει το Μυστικό Βίωμα, η Αλήθεια, η Παράδοση, ο Εσωτερισμός, η Θρησκεία και τα διάφορα θρησκεύματα.
Μία «Ψυχή» δεν είναι παρά η Μία Ψυχή, η Δύναμη της Μίας Ψυχής, που διοχετεύεται προς την Περιφέρεια της Ύπαρξης. Αυτή η «Δύναμη» μπορεί να συντηρεί την Δράση, τον «Διαχωρισμό» ή να πάψει να υπάρχει, έτσι απλά. Κάποιοι Μεγάλοι Μύστες αποκάλυψαν πως δεν είναι απαραίτητο όλες οι «ατομικές ψυχές» να Συντονιστούν με την Μία Ψυχή, μπορεί στην Πορεία της (Σχετικής) Ύπαρξης κι εφόσον «αποχωρίζονται» (επιμένοντας σε μια μόνιμη αντίληψη αποχωρισμού) να χαθούν στην ανυπαρξία. Αυτή είναι η υπαρξιακή απώλεια, η γέενα του πυρός (από την εβραϊκή «Γκε Μπεν Χιννώμ», την καταραμένη κοιλάδα, που πήρε ένα υπαρξιακό και θεολογικό νόημα μέσα στην εβραϊκή σκέψη, στην χριστιανική θεολογία και στον παγκόσμιο στοχασμό). Είναι όπως στην Φωτιά, όπου κάποιες σπίθες αποχωρίζονται από τον κύριο όγκο της φωτιάς και χάνονται στον γύρω χώρο. Είναι οι καταραμένες ψυχές. Είναι κι αυτή μια προοπτική της εξέλιξης. Αυτό συμβαίνει γιατί απλά η Δύναμη Αποσύρεται, Παύει να υποστηρίζει αυτή την επιφανειακή δραστηριότητα. Ας το στοχαστούν αυτό οι άνθρωποι της Σκιάς, που επιμένουν στον αποχωρισμό. Δεν τους «τιμωρεί» κάποιος, απλά έτσι εκδηλώνεται η Ζωή. Έτσι κι αλλιώς η Μόνη Πραγματική Ζωή είναι η Ζωή της Μιας Ψυχής κι όλες οι ατομικές αντιλήψεις δεν είναι παρά υπαρξιακή αυταπάτη. Έτσι από την Άποψη της Ύπαρξης δεν Χάνεται Τίποτα, Μόνο Δραστηριότητες (που Δημιουργούν Επιφανειακά Φαινόμενα) «χάνονται». Απλά οι «Φωτισμένες» Ψυχές Διασώζουν την «ατομικότητα» Διευρύνοντάς την Ως το Άπειρο. Αυτή την έννοια έχει η Λύτρωση, η Σωτηρία. Και πάντα όσοι βαδίζουν τον Δρόμο του Φωτός προσεύχονται για όσους δεν βρίσκουν τον Δρόμο. Τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε; (Διαβάστε ακόμα τι λέει η Έλενα Μπλαβάτσκυ σχετικά με αυτό το θέμα, «Το Κλειδί της Θεοσοφίας», Κεφάλαιο 9,5).
Από όλα αυτά μπορεί κάποιος να στοχαστεί γιατί η Αλήθεια έχει τόση Ζωτική Σημασία, γιατί η Αληθινή Θρησκεία (του Εσωτερικού Βιώματος) είναι τόσο Σημαντική, γιατί η Πραγματική Κοινωνική Δικαιοσύνη έχει αξία και γιατί οι σημερινές κοινωνίες είναι σε λάθος δρόμους. Απλά στοχαστείτε!

Μπορούμε να «φανταστούμε» πως από την άποψη μιας συνείδησης περιορισμένης τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Καθώς η συνείδηση περιορίζεται σε μια ατομική οντότητα, εδώ, στο σώμα, ταυτίζει την ύπαρξη με τον περιορισμένο εαυτό, την παρούσα αντίληψη του κόσμου, την σκέψη με το περιεχόμενό της, τις γνώσεις, τις πεποιθήσεις τις μνήμες, τα αισθήματα, τις εμπειρίες, σωματικές δραστηριότητες κι εξωτερικά γεγονότα, θεωρεί την «υπέρβαση» του εαυτού σχεδόν σαν ανυπαρξία. Στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει έτσι. Η Υπέρβαση του εαυτού οδηγεί σε μια Διευρυμένη Αντίληψη όπου η αντίληψη της ύπαρξης όχι μόνο διατηρείται αλλά έχει μια ανώτερη ποιότητα αφού «αισθανόμαστε» Ελεύθεροι (από περιορισμούς), κι Ένα με όλα (σε μια ενοποιημένη Επίγνωση που τα Αγκαλιάζει όλα). Αλλά αυτό το διαπιστώνει κάποιος εμπειρικά και μόνο αν τολμήσει να κάνει το βήμα στο κενό. Διαφορετικά κι εφόσον ο άνθρωπος παραμένει περιορισμένος στον εαυτό και την δράση του απλά διαιωνίζει αυτόν τον τρόπο ύπαρξης. Η Απελευθέρωση, η Αφύπνιση, η Φώτιση σημαίνουν πάντα την Πρακτική Βιωματική Μετάβαση στην Ελεύθερη (πέραν του εαυτού και των περιορισμών) Συνείδηση, σε μια ποιοτικά διαφορετική συνείδηση. Αυτό σημαίνει πως εδώ υπάρχει μια οντολογική ποιοτική διαφοροποίηση κι όχι μεταμόρφωση ή φώτιση του εαυτού (του εγώ). Ο εαυτός, το εγώ δεν μπορεί να φωτισθεί. Με την δράση του (ακόμα και την πνευματική δράση, τον διαλογισμό, την προσευχή, την πνευματική άσκηση) απλά διαιωνίζει την ύπαρξή του. Και η όποια πραγματοποίηση του εαυτού εξακολουθεί να είναι εαυτός, δηλαδή μια φανταστική πραγματοποίηση, φώτιση ή σωτηρία.
Στην Αληθινή Φώτιση δεν υπάρχει Φωτισμένος και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εμφανίζεται σαν φωτισμένος, σοφός, άγιος, σωσμένος ή οτιδήποτε. Με αυτή την έννοια όσοι εμφανίζονται σαν διδάσκαλοι ή καθοδηγητές ή οτιδήποτε είναι το λιγότερο φαντασιόπληκτοι ή απατεώνες. Κι οι Αρχαίοι Μύστες; κι οι Διδάσκαλοι; Κι όσοι ισχυρίζονται ότι συνεχίζουν την Ιερή Παράδοση; Μην έχετε αυταπάτες. Αν ποτέ συναντήσετε κάποιον Πραγματικό Μύστη ή Διδάσκαλο, δεν θα σας παρουσιαστεί έτσι, ούτε θα υπάρχει αυτή η θεατρική σχέση Δασκάλου-μαθητή. Η ζωή είναι κάτι σοβαρό κι όλοι οφείλουμε να είμαστε σοβαροί. Στους Εσωτερικούς Κύκλους των Πραγματικά Μυημένων δεν λειτουργούν και δεν συμπεριφέρονται έτσι. Αυτά τα κάνουν στους εξωτερικούς οργανισμούς, εκκλησίες, ιδρύματα κι οργανώσεις.
Υπάρχει πραγματικά κάποιο Ιερό Μυστικό, κρυμμένο βαθιά μέσα στην Καρδιά της Ύπαρξης, στο Εσώψυχο κάθε όντος, όλων των όντων, που πρέπει ο καθένας να ανακαλύψει, να κατανοήσει και να κάνει. Είναι κάτι απόλυτα απλό κι ολοφάνερο αλλά και το πιο δύσκολο πράγμα που καλείται ο άνθρωπος να κάνει. Να στραφεί Έσω εγκαταλείποντας όλες τις εξωτερικές δραστηριότητες και να Βιώσει στην Απόλυτη Ησυχία και Σιωπή την Αληθινή Ουσία. Αυτό σημαίνει σε απλά λόγια την εγκατάλειψη όλης της προηγούμενης συμπεριφοράς και των προσκολλήσεων στα «εξωτερικά». Είναι ό,τι πιο δύσκολο μπορείς να ζητήσεις από τον άνθρωπο. Γιατί; Επειδή το συλλαμβάνει μέσα από τον εαυτό και προσπαθεί να το πραγματοποιήσει σαν εαυτός. Κι όση καλή πρόθεση και να έχει κι όσες προσπάθειες κι αν κάνει συνεχώς αποτυχαίνει. Προφανώς δεν Κατανοεί το Μυστικό. Το Κατανοεί μονάχα όταν ο καιρός (της αυταπάτης) ωριμάζει. Η Ζωή δεν έχει Χώρο, δεν έχει Χρόνο, αλλά προφανώς η αυταπάτη χρειάζεται διαδικασία για να ολοκληρωθεί και να διαλυθεί, σαν τα σύννεφα στον ουρανό.
Προφανώς η Αληθινή Δράση είναι Πράξη, Πράξη Μετάβασης, πέρα από Χώρο και Χρόνο κι όχι διαδικασία, προσπάθεια, τεχνική, εξέλιξη ή πραγματοποίηση. Προφανώς μόνο η Αληθινή Δράση είναι Δράση. Όλα τα άλλα είναι σπατάλη ζωής μέσα στην αυταπάτη.

Αυτό που δεν κατανοούν οι άνθρωποι (κι έτσι χάνουν την ευκαιρία της Απελευθέρωσης) είναι ότι η Ζωή είναι μονάχα γεγονότα κι όχι αυτό που αντιλαμβάνονται, που σκέπτονται, που αισθάνονται ή πράττουν (όλα αυτά, σαν διαδικασίες μόνο,  είναι γεγονότα, αλλά όχι σαν «περιεχόμενο»). Η Απελευθέρωση είναι το Γεγονός (κάτι που κάνουμε και βιώνουμε) της Μετάβασης από την κίνηση του εαυτού στην Ακινησία που δεν έχει εαυτό (σκεπτόμενο, αντιλαμβανόμενο, παρατηρητή). Είναι μια Καθαρά Αντικειμενική Εμπειρία. Η Μετάβαση είναι Άχωρη, Άχρονη, Χωρίς Μνήμη, είναι το Αιώνιο Παρόν που Ρέει Χωρίς να Αλλάζει. Αυτό δεν επιτυγχάνεται με κανένα «τρόπο» του εαυτού. Η δραστηριότητα του εαυτού είναι πάντα κίνηση και διαιωνίζει την κίνηση που δεν μπορεί να φτάσει (όσο και να «τρέχει») στην Ακινησία. Η Ακινησία είναι το «σταμάτημα» της κίνησης, ένα απλό φυσικό γεγονός. Η Ακινησία της Συνείδησης Οδηγεί στην Απελευθέρωση από όπου μπορείς να κάνεις οποιαδήποτε κίνηση (προφανώς δεν είναι ούτε «θάνατος» ούτε «απόρριψη» της κίνησης). Είναι απλά Μετάβαση στην Βαθύτερη Έδρα της Ύπαρξης, από Όπου, μέσα στην Απόλυτη Ησυχία, στην Ολοκληρωτική Σιωπή, Βιώνεις την Πληρότητα της Ζωής. Είναι το Αιώνιο Βασίλειο του Θεού, που περιγράφεται μέσα στον Αγιογραφικό Συμβολισμό.

Πολλά χρόνια τώρα, αυτό που βλέπουμε (με την έννοια της άμεσης αντίληψης της αλήθειας) είναι ότι υπάρχουν Αρχαίες Διδασκαλίες και Παραδόσεις κάθε είδους, θρησκευτικές κοινότητες, οργανισμοί, εκκλησίες, και ιερείς, διδάσκαλοι και εκπαιδευτές και «επαγγελματίες» κάθε είδους, τίμιοι ή απατεώνες. Όμως αληθινή θρησκεία, αληθινή διδασκαλία, αληθινή λατρεία, πραγματική άσκηση, διαλογισμός ή προσευχή, οτιδήποτε, δεν υπάρχει. Κι όλοι αυτοί οι Διδάσκαλοι, Αληθινοί ή ψεύτικοι, Σωτήρες (που μπορεί να πιστεύουν στην αγνότητά τους ή να εξαπατούν συνειδητά) ασχολούνται με τους ανθρώπους που βρίσκονται στην διαδικασία της αυταπάτης, της σκέψης, της προσκόλλησης στον εξωτερικό κόσμο, ή της απορρόφησης στα υλικά «πράγματα» κι ασφαλώς αναγνωρίζονται από τους «καρπούς» της δράσης τους και της δραστηριότητάς τους. Στην πραγματικότητα όλοι αυτοί οι Σοφοί κι οι σοφοί κι οι «σοφοί» (που μπορεί κι οι ίδιοι να είναι «νήπια», πνευματικά) ασχολούνται με νήπια κι όχι με νοήμονες ολοκληρωμένους ανθρώπους. Όλο αυτό μερικές φορές φέρνει ντροπή (σε όσους έχουν αίμα μέσα τους και κοκκινίζουν όταν πρέπει).
Οι Αληθινοί Αρχαίοι Μύστες ήταν σοβαροί άνθρωποι κι αντιμετώπιζαν την ζωή με σοβαρότητα κι έδειχναν σε όσους μυούνταν τι σημαίνει «σοβαρότητα» στην ζωή. Απλά Μετέδιδαν την Γνώση την Ανθρώπινη Εμπειρία της Ζωής, κι όχι κάποια εμπειρία. Οδηγούσαν τους ανθρώπους στην Αληθινή Ζωή, στην Ζωή των Γεγονότων, στο Άχρονο Που Ρέει Τώρα, μέσα στο Παρόν, στον Χρόνο των ανθρώπων. Τους Οδηγούσαν Έξω από τον Κόσμο της Σκέψης, της ψεύτικης αντίληψης της ζωής, στον Αληθινό Κόσμο αυτού που συμβαίνει πραγματικά. Όταν ο Άνθρωπος (και στην προκειμένη περίπτωση ο μυούμενος, ο μύστης) φτάνει στην Ολοκληρωτική Κατανόηση της Ζωής και της ζωής (υπό τις όποιες συνθήκες) είναι Ελεύθερος να Ζήσει, να Δράσει. Κι αν θέλει να Πάει Πέραν (στις Ανώτερες Σφαίρες της Ύπαρξης) απλά το Κάνει, το Κάνει, δεν το σκέπτεται, δεν το ερευνά, δεν το μελετά, δεν το προσπαθεί, ούτε εφαρμόζει ασκήσεις, ούτε μπαίνει σε διαδικασίες, ούτε περιμένει τον χρόνο να φέρει την εξέλιξη ή την αλλαγή και την ολοκλήρωση. Η Μύηση είναι Άμεση Μετάβαση Πέραν, Μετάβαση στον Αληθινό Κόσμο, της Πραγματικής Ζωής. Αληθινός Μύστης (όπως ήταν οι Αρχαίοι Μύστες, στους Δελφούς και στα Άλλα Μυητικά Κέντρα της Αρχαιότητας) είναι Αυτός που όντως Οδηγεί τον μύστη στην Άμεση Μετάβαση Πέραν, γιατί εργάζεται στον πραγματικό κόσμο των γεγονότων (κι όχι στον φανταστικό κόσμο της εξέλιξης του όντος και της διαφώτισης του εγώ). Κι Αληθινή Μύηση είναι η πραγματική άμεση μετάβαση κι όχι η προσπάθεια του εγώ να φτάσει κάπου.
Όλοι οι ψεύτικοι διδάσκαλοι (πολλοί αναγνωρισμένοι από τους συνανθρώπους τους) ασχολούνται με τα παραζαλισμένα μυαλά, με την θολή σύγχυση του εγώ και με τις ψεύτικες πτήσεις της σκέψης στον απέραντο ουρανό της φαντασίας. Διδάσκαλοι και μαθητές ονειροπολούν στον φανταστικό κόσμο της σκέψης. Μπορεί (επειδή το «άκουσαν») να μιλούν για την Απόλυτη Εμπειρία, για την Παγκόσμια Συνείδηση, για την Υπέρβαση του εγώ, για την Σιωπή της Σκέψης, για την Κατάσταση της Ακινησίας ή της Σιγής, αλλά είναι απλά διανοητικοί μιμητές της αλήθειας κι όχι άνθρωποι που βίωσαν πραγματικά αυτές της καταστάσεις. Όλοι οι χριστιανοί γνωρίζουν τον απόστολο Παύλο. Ισχυριζόταν ότι ανέβηκε μέχρι τον Τρίτο Ουρανό. Τον πιστεύετε; Πιστέψτε ό,τι θέλετε, αλλά ο Παύλος δεν ανέβηκε πουθενά, λειτουργούσε πάντα στον απατηλό κόσμο της δυαδικής θεολογίας του ακόμα κι όταν ορκιζόταν ότι δεν ζει πλέον αυτός αλλά ο Χριστός Ζει μέσα του. Δεν υπάρχει κάποια εμπάθεια εδώ ή ιστορική ανακρίβεια, απλά λέμε πως ακόμα και αναγνωρισμένοι άνθρωποι μπορεί να ψεύδονται. Κι αν ψεύδονταν ο Παύλος μπορείτε να αναρωτηθείτε πόσοι ψεύδονται γύρω σας; Όπου ακούτε Διδασκάλους, Διδασκαλίες, Πνευματικές Διαδικασίες κουμπώστε το πανωφόρι σας. Αληθινός Δάσκαλος είναι Αυτός που σου δείχνει τον Αληθινό Κόσμο των Γεγονότων κι Αληθινή Διδασκαλία είναι η Ζωή των Γεγονότων, να Βλέπεις τα Γεγονότα και να μην ονειροπολείς. Κι Αληθινή Μύηση, Απελευθέρωση και Φώτιση είναι να Πας Άμεσα Πέραν, να το Κάνεις, (κι αυτό δεν χρειάζεται χρόνο), όλα τα άλλα είναι σαν τα όνειρα του ανήσυχου ύπνου.
Είναι πραγματικά δύσκολο να κατανοήσουν οι άνθρωποι ότι η Σκέψη χρησιμοποιεί την έννοια της Αλήθειας κι ότι μιμείται με «φανταστική» ακρίβεια την Φώτιση. Που φαίνεται η απάτη; Πως φαίνεται η απάτη; Απλά η Σκέψη είναι διαδικασία και λειτουργεί μέσα στον χρόνο, στην διεργασία, στην εμπειρία, στην μνήμη. Ενώ τα Γεγονότα υπάρχουν μόνο στο Απόλυτο Παρόν που Ρέει, και τη άλλη στιγμή έχουν «τελειώσει». Η Αληθινή Φώτιση είναι Ζωντανή, Ανανεώνεται Πηγαία Συνεχώς, ενώ η Ψεύτικη Φώτιση Διαρκεί στην Αιωνιότητα. Καταλαβαίνετε πόσο λεπτές είναι οι διακρίσεις ανάμεσα στο Πραγματικό και το Φανταστικό; Απλά το ένα Υπάρχει, Ζει, και το άλλο βιώνεται σαν διάρκεια, εμπειρία και μνήμη. Είναι σαν το Φεγγάρι και την αντανάκλασή του στο Νερό. Τι Βλέπεις; Τι θεωρείς Πραγματικό; Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν μέσα στον κόσμο των αντανακλάσεων, σε όσα αντιλαμβάνονται, σκέπτονται ή αγγίζουν με τις αισθήσεις. Η Πραγματικότητα είναι έξω από όλα αυτά, (μόνο έτσι μπορούν να το αντιληφθούν οι άνθρωποι). Για μια Φωτισμένη Συνείδηση υπάρχει μόνο Εδώ, Τώρα, δεν υπάρχει εδώ ή εκεί, τώρα ή μετά, μέσα ή έξω, όλος ο κόσμος των αντιθέτων της δυαδικότητας.

Υπάρχει Μόνο Μία Ουσία στην πραγματικότητα, που Είναι η Πραγματικότητα. Υπάρχουν Τρία Πράγματα στην Ζωή, Αυτός που Παρατηρεί, ο Καθρέφτης κι οι Σκιές του Καθρέφτη. Υπάρχουν ακόμα Τρεις Τύποι Συνείδησης, ή τριών ειδών όντα. Υπάρχει ο Άγιος που Παρατηρεί, υπάρχει ο Σοφός που Γίνεται Καθρέφτης κι υπάρχουν κι οι ανόητοι που χάνονται στον Καθρέφτη κυνηγώντας τις Σκιές. Κι υπάρχει μονάχα Μία Πραγματική Οδός που Οδηγεί στην Πραγματικότητα, όλοι οι άλλοι δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά. Οπουδήποτε, Οποτεδήποτε, υπάρχει μονάχα ένας φυσικός τρόπος να φτάσεις στην Πραγματικότητα, με το Άνθισμα της Κατανόησης από Μέσα  και την Αληθινή Δράση, κι όχι μέσα από εξωτερικές πράξεις.



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
Monday, 9 February, 2026

5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman

(An Essay on the Essential Qualities for Realization of the Self)

(Viveka Chudamani 21-25)

 

The Threshold of the Eternal

There exists, beyond the clamor of the marketplace and the fevered dreams of ambition, a path that winds toward the infinite. It is not carved into mountainsides, nor does it stretch across desert plains. Rather, it unfolds within the silent chambers of the soul, where the seeker discovers that the journey home begins precisely where one has always stood. The ancient wisdom speaks of certain qualities—not acquisitions from without, but revelations from within—that must be cultivated by those who would know the Ultimate Reality, that ineffable presence some call Brahman, others the Absolute, and still others simply Truth.

These virtues are not ornaments worn for display, nor achievements accumulated like coins in a purse. They are transformations of consciousness itself, fundamental reorderings of perception that allow the veil of illusion to fall away, revealing what has always been present but never seen. Like a sculptor who does not create the statue but merely removes the excess stone, the aspirant does not manufacture spiritual realization but strips away the obscurations that prevent its recognition.

The seeker stands at the threshold, gazing into an abyss of mystery that is simultaneously emptiness and fullness, silence and song. The ordinary mind recoils from such paradox, seeking the solid ground of certainty and the bright edges of definition. Yet the mystical path demands a different courage: the willingness to dissolve into that which cannot be grasped, to become intimate with the unspeakable, to rest in the groundless ground where all distinctions collapse into undifferentiated awareness.

Vairagya—The Great Letting Go

In the deepest recesses of the human heart burns a fire that consumes all it touches, leaving only ash and longing. This is the fire of desire, the insatiable hunger that drives beings from pleasure to pleasure, like moths circling an ever-receding flame. The worldly person, intoxicated by the promise of fulfillment, chases shadows across the landscape of experience, never recognizing that satisfaction perpetually eludes grasp precisely because it is sought in objects that cannot contain it.

Vairagya, which the sages call renunciation or dispassion, arises not from bitter disappointment or world-weary cynicism, but from a profound seeing—a penetrating vision that perceives the fundamental nature of all conditional existence. Like one who has tasted nectar and can no longer be satisfied by sugar water, the awakening soul begins to recognize the subtle poison hidden within even the sweetest of temporal pleasures. The joy of possession contains the seed of loss; the ecstasy of union conceals the anguish of separation; the glory of worldly achievement masks the hollow emptiness that follows acclaim.

This virtue is not the forced suppression of natural desires, not the grim self-flagellation of those who war against their own humanity. Rather, it emerges organically when clear seeing dispels the enchantment that makes transient things appear permanent, limited pleasures appear infinite, and fragmentary experiences appear whole. The renunciate does not abandon the world through hatred but releases attachment through understanding, like a person who stops clutching at reflections in water upon realizing they can never be grasped.

Even the loftiest states of consciousness, even the exalted experiences available to refined beings in subtle realms—what the texts call "Brahmahood"—are recognized as ultimately unsatisfying, for they too arise and pass away in the vast ocean of being and non-being. The soul that has glimpsed the Eternal can no longer mistake the temporal for ultimate refuge, no matter how sublime its appearance. This radical disillusionment with all that comes and goes becomes the fertile soil in which true liberation takes root.

Shama—The Stilling of the Storm

Picture a lake whose surface is constantly agitated by wind, its waters churned into countless waves that catch the light and cast it in a thousand fragmentary reflections. No clear image can form in such turbulence; the moon above remains invisible to the restless waters below. So it is with the mind that leaps endlessly from object to object, never resting, never settling, forever dispersing its attention across the infinite multiplicity of phenomena.

Shama—that sacred calmness which the mystics treasure above all worldly wealth—arises when the mind gradually withdraws its outward-flowing energies and begins to stabilize in its own luminous nature. This is not the dull torpor of sleep, nor the forced concentration of one who strains to hold attention through sheer will. Rather, it resembles the natural settling that occurs when muddy water is left undisturbed: gradually, inevitably, the sediment sinks and clarity emerges of its own accord.

The aspirant learns through patient observation to see the fundamental unsatisfactoriness that permeates all sense experience. Each pleasure contains within it the worm of satiation; each acquisition brings new anxieties of preservation and loss; each relationship carries the burden of expectation and the shadow of eventual parting. This is not pessimism but clear-eyed realism, the unflinching recognition of existence as it actually presents itself rather than as we desperately wish it to be.

As this understanding deepens, something miraculous occurs: the mind's habitual rush toward external objects begins to slow, like a river approaching the sea. The magnetic pull of sensory allure weakens; the tyranny of craving relaxes its grip. In the resulting stillness, the mind discovers its capacity to rest in itself, directed steadfastly toward that ineffable Goal which has no location in space, no position in time, yet remains more intimate than breath, more fundamental than heartbeat.

This inward-turning is not an escape from reality but a movement toward the Real, away from the endless proliferation of appearances toward the silent source from which all appearances arise. Like a wanderer who finally turns homeward after years of aimless roaming, the mind in shama discovers the peace that needs nothing external to complete it, the fullness that wants for nothing because it has recognized its own infinite nature.

Dama—The Sacred Discipline

The sense organs are like wild horses, each pulling in its own direction, each demanding to be indulged. The eyes hunger for beautiful forms; the ears strain toward pleasant sounds; the tongue craves delectable tastes; the skin seeks comfortable sensations; the nose pursues agreeable fragrances. Meanwhile, the internal faculties—imagination, memory, emotion—generate their own clamorous demands, weaving endless narratives of past and future, hope and fear, attraction and aversion.

Dama—that virtue of self-control or mastery—involves neither violent suppression nor indulgent license, but rather the intelligent redirection of these energies toward their ultimate source. The mystic understands that the senses themselves are not enemies to be destroyed but instruments that have been misdirected, like tools used for purposes other than those for which they were designed. The eye that endlessly consumes visual stimuli can be taught to close in meditation, discovering the inner light that shines independently of any external object. The ear that chases after melodious sounds can learn to attend to the soundless resonance that underlies all manifestation.

This turning inward of the sense faculties is not a denial of their reality but a restoration of their proper function. Just as a river that has overflowed its banks must be guided back to its channel, so the outward-flowing energies of perception must be returned to their respective centers—those subtle points within consciousness where outer meets inner, where the limited connects with the unlimited, where the particular dissolves into the universal.

The practitioner discovers that each sense organ, when withdrawn from its habitual objects and established in its source, reveals a dimension of peace and stability previously unknown. The restless eyes, no longer darting after every passing form, find rest in the formless awareness that perceives all forms without being defined by any. The chattering mind, no longer spinning its endless commentaries, discovers the silence that contains all speech without being disturbed by noise.

This is the work of patient years, not accomplished through force but through gentle persistence, not seized through effort but allowed through understanding. Like the gradual taming of a wild animal through kindness and consistency, the senses slowly learn to trust a new master, one who does not exploit them for fleeting pleasures but guides them toward their own deepest fulfillment.

Uparati—The Great Withdrawal

Beyond the mere control of the senses lies a deeper transformation, one that the sages call uparati—that supreme self-withdrawal in which the mind-function itself ceases to be affected by external circumstances. This is not indifference born of exhaustion or detachment arising from disappointment, but rather a profound independence rooted in the recognition of what truly matters and what is merely superficial.

Imagine a lotus that grows in muddy waters yet remains untouched by the mire, its petals pristine despite the murk from which it emerges. Or consider a clear crystal that reflects whatever color is placed before it yet is not itself colored by any reflection. Such is the mind established in uparati: fully present in the world of phenomena, functioning appropriately in response to circumstances, yet fundamentally unaffected at its core, maintaining an inner sanctuary of peace that no external event can violate.

This virtue represents a radical shift in one's center of gravity, a migration of identity from the periphery to the center, from the circumference of experience to its still heart. The ordinary person identifies completely with the flow of mental and emotional states, rising and falling with each wave of pleasure and pain, success and failure, praise and blame. But the one established in uparati has discovered that awareness itself—pure, witnessing consciousness—remains untouched by the content it illuminates, like space that is never altered by the objects it contains.

External objects and events continue to arise in perception, but they no longer penetrate to the essence of what one is. They appear like clouds drifting across the sky, like images projected on a screen, like waves rising and falling on the ocean's surface. The mind observes these movements with equanimity, neither grasping after pleasant experiences nor recoiling from difficult ones, abiding in its own nature with unshakeable stability.

This is the peace that passes understanding, the rest that does not depend on comfortable circumstances, the joy that needs no external cause. It is discovered not through arrangement of outer conditions but through the profound recognition of what one has always been beneath the turbulent surface of psychological activity—that unchanging awareness in which all change occurs, that silent witness before which the entire drama of existence unfolds.

Titiksha—The Alchemy of Suffering

The spiritual path inevitably leads through territories of discomfort, through deserts of dryness and dark nights of the soul. The body ages and weakens; relationships disappoint; cherished plans crumble; the world refuses to conform to our expectations. These afflictions—whether gross physical pain or subtle psychological distress—test the aspirant's commitment, revealing the depth of understanding and the genuineness of spiritual maturity.

Titiksha, that noble forbearance which the mystics cultivate with such care, is not the gritting of teeth in stoic resignation, nor the passive acceptance of abuse or injustice. Rather, it is a profound shift in relationship to difficulty, rooted in the understanding that external circumstances possess only the power we grant them through our reactive patterns. The pain is inevitable—this the wise acknowledge—but the suffering that arises from resistance to pain, from the mental elaboration that transforms sensation into story, from the fearful anticipation of future difficulty or the bitter rumination on past injury—this is optional.

The practitioner learns to meet affliction with a quality of presence that neither flees nor fights, neither dramatizes nor denies. Like a skilled sailor who cannot control the wind but can adjust the sails, the aspirant discovers the freedom to choose response rather than being imprisoned in mechanical reaction. Physical discomfort is acknowledged without catastrophizing; emotional turmoil is witnessed without identification; external opposition is noted without the construction of elaborate narratives of victimhood or justified resentment.

This forbearance is rooted in a deeper vision that perceives the transient nature of all conditional experience. Just as morning mist inevitably dissolves when the sun rises, so all afflictions—no matter how solid and permanent they appear—are recognized as temporary visitors in the vast space of awareness. They come unbidden and depart uninvited, arising and passing in accordance with causes and conditions far beyond the individual's control or responsibility.

Moreover, the mature practitioner begins to perceive difficulty itself as a sacred teacher, a fierce grace that strips away illusion and reveals what is truly indestructible. In the fire of affliction, false refuges are burned away, shallow understandings are exposed, superficial consolations are shown to be inadequate. What remains after this purification is not the broken remnant of a defeated spirit but the diamond core of consciousness itself, that which cannot be harmed by any circumstance because it is not a thing that can be damaged but the very space in which all things arise and pass away.

Shraddha—The Light of Faith

At the foundation of all spiritual endeavor lies a quality that modern minds often misunderstand, dismissing it as blind credulity or wishful thinking. Yet shraddha—that profound faith which the sages declare essential for realization—is neither the opposite of reason nor the abandonment of discrimination. Rather, it is a deep trust rooted in direct insight, a confidence born from the resonance between sacred teaching and innermost knowing, a recognition that what the scriptures and the awakened ones declare corresponds to something already intuited in the depths of one's own being.

This faith is not belief in propositions that contradict experience or reason, but rather the firm acceptance—through both wisdom and direct perception—of truths that transcend the ordinary mind's capacity for conceptual grasp yet reveal themselves to the purified heart. When the genuine teacher speaks of the Self that was never born and can never die, when the ancient texts proclaim the identity of individual consciousness with universal Consciousness, when the mystics testify to a peace beyond all comprehension—something within the sincere seeker trembles with recognition, as if remembering what has always been known but temporarily forgotten.

This faith provides the foundation upon which the entire edifice of spiritual practice is built. Without it, the aspirant lacks the conviction necessary to sustain effort through difficulties, the confidence to persist when progress seems absent, the willingness to surrender cherished beliefs and comfortable identities in service of truth. With it, the path unfolds naturally, each step revealing new vistas that confirm and deepen the initial intuition that drew one toward the sacred mystery in the first place.

Shraddha is simultaneously gift and achievement, grace and attainment. It descends upon the prepared heart like rain upon plowed earth, yet it must also be cultivated through study, reflection, and the testing of spiritual propositions against lived experience. The aspirant learns to distinguish genuine faith—which opens and expands awareness—from mere belief, which closes and contracts understanding. True faith makes the mind supple and receptive; false belief makes it rigid and defensive.

As this virtue matures, it becomes the very means by which Reality is perceived. Just as physical eyes are required to perceive visible forms and ears necessary to detect sounds, so faith becomes the organ through which the soul apprehends the Ultimate. Not faith as opposed to knowledge, but faith as the deepest knowing—immediate, intimate, indubitable—that rises from the ground of being itself when all obscurations have been cleared and the witness stands naked before the witnessed, discovering that seer and seen have always been one undivided wholeness masquerading as multiplicity.

The Convergence of Virtues

These qualities—renunciation, calmness, self-control, self-withdrawal, forbearance, and faith—are not separate accomplishments to be acquired sequentially, like items checked off a list. Rather, they interpenetrate and support one another, forming an integrated whole that transforms consciousness from its ordinary fragmented state into the unified awareness capable of recognizing its own true nature.

Renunciation without calmness becomes mere aversion; calmness without self-control remains superficial; self-control without forbearance breeds rigidity; forbearance without faith lacks foundation. Yet when these virtues mature together, they create the conditions in which the great awakening can occur—not as something achieved through effort but as the natural revelation of what has always been present but veiled by ignorance, agitation, and misdirected attention.

The aspirant who cultivates these qualities discovers that spiritual transformation is not the acquisition of something new but the removal of obstructions, not the creation of a different self but the recognition of what the self has always been beneath its temporary identifications and conditioned patterns. Like clouds dispersing to reveal the sun that has never ceased to shine, or like the cleaning of a mirror to restore its native reflective capacity, the foundational virtues clear away the accumulated obscurations that prevent the soul from knowing itself.

The Return to Source

At journey's end—which is simultaneously its beginning, for the seeker never left the place toward which the search was directed—the multiplicity of virtues dissolves into the simplicity of pure being. The one who has walked this path discovers that Brahman, the Absolute Reality, was never truly distant or foreign, never genuinely other than one's own deepest nature. All the practices, all the disciplines, all the virtues were not means of reaching some far-off destination but ways of removing the barriers we ourselves constructed between what we are and what we think we are.

In that recognition, a great peace descends—or rather, has always been present but is finally acknowledged. The search ends not in finding what was lost but in realizing what was never absent. The questions that drove the spiritual quest dissolve not through being answered but through being outgrown, like children's concerns that lose relevance when maturity dawns.

This is the fruit of the foundational virtues: not spiritual achievement to be displayed, not exotic experiences to be recounted, but the simple, profound ordinariness of being what one has always been, seeing what has always been visible, resting in what has never moved. The mystical journey, traveled through such effort and discipline, reveals itself finally as the cosmic joke—that we sought everywhere for what we could never lose, that we struggled mightily to become what we have never ceased to be, that the kingdom we longed for was never elsewhere but always within, always here, always now, waiting only for recognition.

And in that recognition, the soul rests—not in achievement but in completion, not in arrival but in homecoming, not in becoming something new but in remembering what is eternally true. The path to Brahman is revealed as Brahman itself, the seeker discovered as the sought, the journey and the destination merged in the eternal present where all distinctions collapse into the luminous silence from which they first emerged and to which they eternally return.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

 

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

 

Το Κατώφλι του Αιώνιου

 

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

 

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

 

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

 

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

 

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

 

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

 

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

 

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

 

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

 

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

 

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

 

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

 

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

 

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

 

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

 

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

 

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

 

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

 

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

 

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

 

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

 

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

 

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

 

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

 

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

 

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

 

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

 

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

 

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

 

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

 

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

 

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

 

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

 

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

 

Η Σύγκλιση των Αρετών

 

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

 

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

 

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

 

Η Επιστροφή στην Πηγή

 

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

 

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

 

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

 

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~