ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 10 January, 2026

Tuesday, July 5, 2011

Πρωταγόρας, Σοφιστές… Το Αληθινό Πρόσωπο της Σοφίας

Εισαγωγή 
Αλήθειες και ψεύδη για τους Σοφιστές
Αποκατάσταση της αλήθειας για τους Σοφιστές
Οντολογία και Γνωσιοθεωρία στους Σοφιστές
Η Διδασκαλία της Σοφίας
Η Μέθοδος Διδασκαλίας των Σοφιστών
Αποκρυπτογραφώντας την Σκέψη του Γοργία
Επίλογος

Εισαγωγή
Ο όρος «Σοφιστής» (από το «σοφίζομαι») σημαίνει (σύμφωνα με τον αρχηγέτη και κυριότερο εκπρόσωπο των Σοφιστών, Πρωταγόρα) τον «των σοφών επιστήμονα», δηλαδή τον σοφό, τον κάτοχο της σοφίας, τον επιστήμονα (γνώστη) σοφών (σπουδαίων) πραγμάτων… Αυτό δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν προσδιορίσουμε τι εννοούμε όταν λέμε σοφία, σοφά (σπουδαία) πράγματα. Η σοφία (στην πραγματική της σημασία απαιτεί (προϋποθέτει) να έχουμε αυτογνωσία (αντίληψη «αυτού» που αντιλαμβάνεται, δηλαδή του «ποιος» είναι αυτός που αντιλαμβάνεται), να χρησιμοποιούμε θεμελιωμένη γνωσιολογική πράξη, να αντιλαμβανόμαστε ορθά (σύμφωνα με «κάποιους» κανόνες) την πραγματικότητα, και να ιεραρχούμε «σωστά» το περιεχόμενο της πραγματικότητας…
Ο ορισμός της σοφίας (που συναντάμε στα λεξικά) σαν «την ικανότητα κάποιου να αναλύει σε βάθος τα γεγονότα, να συστοιχίζει στοιχεία, να κατανοεί την πραγματικότητα, και να αξιοποιεί την πείρα και τις γνώσεις του παράγοντας λογικές ωφέλιμες κρίσεις και να δίνει σωστές και δίκαιες συμβουλές», είναι ελλιπής, εσφαλμένος, και επιφανειακός, γιατί δεν «απαντάει» στο «ποιός αντιλαμβάνεται», «πως αντιλαμβάνεται» και με ποιους κανόνες καλείται να αναλύσει «αυτό που αντιλαμβάνεται», μιλά αφηρημένα και γενικά για μία ορθή σκέψη… Με άλλα λόγια είναι ελλιπής γιατί δεν έχει οντολογική θεμελίωση, είναι εσφαλμένος γιατί δεν έχει γνωσιολογική επεξήγηση, και είναι επιφανειακός γιατί αναφέρεται μόνο στο περιεχόμενο της αντίληψης, που είναι έξω από τον σκεπτόμενο νου, ασχολείται μόνο με τα «εξωτερικά πράγματα»…
Ούτε μπορεί εξάλλου να χαρακτηριστεί σαν σοφία η «πολυμάθεια», η συσσώρευση πληροφοριών, γιατί η πραγματική σοφία πρέπει να αναφέρεται σε μία δραστηριότητα στην ποιότητα αυτού που αντιλαμβάνεται, και στην ποιότητα της αντίληψής του) κι όχι σε ποσότητα μνήμης (γνώσεων)…
Συμπερασματικά λοιπόν «Σοφός» είναι αυτός που έχει Αυτογνωσία κατά το ανθρωπίνως δυνατό, στέρεα (θεμελιωμένη) γνώση (γνωστική δραστηριότητα), αντίληψη των αιώνιων νόμων της αλήθειας, της δικαιοσύνης, κλπ, και ερμηνεύει την ζωή (την ζωή του, την ζωή των ανθρώπων) κάτω από το «φως» αυτής της προσωπικής αντικειμενικής αντίληψης, και πορεύεται σύμφωνα με αυτή την οδό της γνώσης, της αλήθειας, της αρετής…
Αυτός είναι ο «Σοφός του Πρωταγόρα», των Σοφιστών, ο «Ιδεώδης Άνθρωπος» (που πρέπει να είμαστε… αν δεν είμαστε ήδη), κι αυτή την «Σοφία» πρέπει να επιδιώκουμε, κι αυτή την «Σοφία» (Γνώση, Αλήθεια, Αρετή) πρέπει να διδάσκουμε στους «νέους»…

Αλήθειες και ψεύδη για τους Σοφιστές
Ενώ όμως αυτή είναι η αλήθεια για τον «Σοφό των Σοφιστών», η αντίληψη που επικρατεί μέχρι σήμερα είναι τελείως αντίθετη (και λανθασμένη). Σύμφωνα με αυτή την λανθασμένη αντίληψη «σοφιστής» είναι ο ευρυμαθής δάσκαλος (στην κλασική αρχαιότητα του 5ου π.Χ. αιώνα) που συνήθως ταξίδευε σε διάφορες πόλεις και προσέφερε επί πληρωμή τις γνώσεις του στην φιλοσοφία, την ρητορική, κλπ., επιδιώκοντας συχνά να κάνει τους μαθητές του ικανούς να «πείθουν», ανεξάρτητα από την ορθότητα της άποψής τους… Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από αυτό…
Αυτή η εσφαλμένη αντίληψη ξεκίνησε από τον Πλάτωνα που κατηγόρησε τους Σοφιστές ότι εμπορεύονται την γνώση, ότι δεν κατέχουν αληθινή γνώση αλλά ψευδή γνώση (ελλιπή ή εσφαλμένη), ότι εισάγουν στην γνώση (στην διανοητική επιχειρηματολογία) και στην πολιτική τον παραλογισμό (την αντιλογική), κι ότι κατευθύνουν λάθος τους νέους ανθρώπους στην ζωή, στην πολιτική, στους τρόπους…
Ασφαλώς όλοι οι Σοφιστές, στην εποχή του Πλάτωνα δεν είναι ίδιοι ούτε ομονοούσαν, ούτε ομοφωνούσαν… Όμως ο Πλάτωνας, «αγνοώντας συνειδητά» το «αληθινό πρόσωπο» του Σοφιστή (τον Σοφό, Αληθινό, Ενάρετο, Άνθρωπο), στον Πρωταγόρα, στον Ιππία, στον Γοργία, θεωρούσε όλους τους Σοφιστές «ψευδοφιλοσόφους», εμπόρους της γνώσης, διαστρεβλωτές της ορθής διανόησης, ανήθικους, κλπ… Σε αυτούς τους ψευδοφιλοσόφους σοφιστές (που βρίσκονται όμως μόνο μέσα στην σκέψη του Πλάτωνα) «αντιπαραθέτει» τον «Σοφό Σωκράτη» σαν αντίποδα… Ήταν όμως άδικος.
Η αντίληψη του Πλάτωνα επηρέασε όλη την αρχαιότητα, και τον Αριστοτέλη, και τους μετέπειτα έλληνες, μέχρι σήμερα… Στην πραγματικότητα όμως ο Σοφός, ο Σοφός των Σοφιστών, όπως τον προσδιορίσαμε πιο πάνω, δεν διαφέρει σε τίποτα από τον Σοφό Σωκράτη του Πλάτωνα. Και μάλιστα ο Σωκράτης είναι ο Μεγαλύτερος των Σοφιστών (με την καλή έννοια που προσδιορίσαμε πιο πάνω)… Οι «σοφιστές» του Πλάτωνα δεν θα μπορούσαν παρά να είναι κάποιοι (σαν τον Ευθύδημο και τον Διονυσόδωρο) που στο όνομα της Σοφιστικής και χωρίς αληθινή σοφία, εκμεταλλεύονταν τους συνανθρώπους τους… Οι Αληθινοί Σοφιστές δεν είχαν καμία σχέση με αυτούς τους ψευδοφιλοσόφους…
Πολλούς αιώνες μετά, ο Χέγκελ (κι αργότερα ο Γκρόουτ) προσπάθησε να ανατρέψει αυτή την εικόνα του Πλάτωνα για τους Σοφιστές και να τους επανεισαγάγει στην ιστορία της φιλοσοφίας… Αλλά ακόμα μέχρι σήμερα υπάρχει άγνοια και σύγχυση για το ποιοι ήταν τελικά οι Σοφιστές, ο Πρωταγόρας, ο Ιππίας, ο Γοργίας, και ποια «Σοφία» δίδασκαν…

Αποκατάσταση της αλήθειας για τους Σοφιστές
Όπως θα αποδείξουμε πιο κάτω, οι Σοφιστές ήταν Αληθινοί Σοφοί (κι όχι ψευδοφιλόσοφοι όπως έλεγε ο Πλάτωνας) κι όλες οι κατηγορίες του Πλάτωνα εναντίον τους μπορούν να ανασκευαστούν.
1) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές ήταν έμποροι γνώσης είναι πολύ επιπόλαιη και επιφανειακή. Μήπως ο ίδιος ο Πλάτωνας δεν είχε αποδεχτεί τον (ανήθικο) θεσμό της ιδιοκτησίας, της κατοχής πλούτου; Δεν ήταν κάτοχος πλούτου, δεν είχε στην ιδιοκτησία του κτήμα δίπλα στον δημόσιο κήπο της Ακαδημίας; Ή μήπως ο Αριστοτέλης για παράδειγμα, όταν δίδασκε τον Αλέξανδρο τον γιό του Φιλίππου αρκούνταν σε ένα πιάτο φαγητό, χωρίς άλλη αμοιβή; Το να «λειτουργείς» σε μία κοινωνία σύμφωνα με θεσμούς της κοινωνίας (με τους οποίους μπορεί να μην συμφωνείς) σε τι είναι επιλήψιμο; Οι Σοφιστές μπορεί να λειτουργούσαν σύμφωνα με τους θεσμούς της κοινωνίας αλλά συχνά έκαναν κριτική σε θεσμούς όπως η ιδιοκτησία, ο πλούτος, κλπ. Ανήθικο θα ήταν να μην έλεγχαν τους θεσμούς όχι να λειτουργούν (αναγκαστικά, για να επιβιώσουν) σύμφωνα με τα θεσμοθετημένα… Άλλωστε δεν είχαν φτιάξει αυτοί τους θεσμούς…
2) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές δεν κατείχαν αληθινή  σοφία και γνώση είναι επίσης ψεύτικη και άδικη. Θα το αποδείξουμε πιο κάτω.
3) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές δεν είχαν Βαθιά Σοφία, δεν είχαν Μεταφυσικές Βάσεις στις αντιλήψεις τους κι ασχολούνταν μόνο με την διανοητική αντιλογία, την πολιτική, ή την ρητορική, και μάλιστα με μη-θεμελιωμένο τρόπο είναι επίσης ψεύτικη κι άδικη και θα το αποδείξουμε πιο κάτω.
4) Η πραγματικότητα είναι ότι οι Σοφιστές ήταν ισάξιοι (το ίδιο Μεγάλοι Σοφοί) με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, και τους άλλους έλληνες σοφούς…

Οντολογία και Γνωσιοθεωρία στους Σοφιστές
1) Ο Πρωταγόρας (κι οι Σοφιστές) ξεκινούν (τον φιλοσοφικό στοχασμό τους) από το ολοφάνερο, το αυτονόητο: Ο άνθρωπος (ο παρών άνθρωπος, ο τυχαίος αλλά συγκεκριμένος άνθρωπος, όχι ο άνθρωπος σαν γένος), σαν ύπαρξη (και σαν συνείδηση, σαν αντίληψη) καταρχήν (και χωρίς περαιτέρω διερεύνηση για την «φύση του ανθρώπου») αποτελεί Προϋπόθεση κάθε Αντίληψης της Αλήθειας. Αν δεν υπήρχε ο άνθρωπος (δεν θα υπήρχε κανείς για να αναρωτηθεί για την Αλήθεια) δεν θα ετίθετο θέμα Αλήθειας. Μετά, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια Αλήθεια (αντικειμενική), έξω από τον άνθρωπο (τον παρόντα, τυχαίο άνθρωπο), δεν μπορεί να μην ληφθεί υπ’ όψιν ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται (με όποιο τρόπο αντιλαμβάνεται) ούτε να αγνοηθούν οι όροι με τους οποίους αντιλαμβάνεται αυτή την έξωθεν αλήθεια… αφού τελικά είναι ο άνθρωπος που πρέπει να αντιληφθεί (αυτό είναι που μας ενδιαφέρει)… Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος (ο παρών, ο τυχαίος άνθρωπος καταρχήν) είναι (σαν ύπαρξη) προϋπόθεση για να θεμελιωθεί οποιαδήποτε δυνατότητα και διαδικασία γνώσης, οποιαδήποτε Αλήθεια. Αυτό είναι κάτι ολοφάνερο, αυτονόητο, αλλά πολλοί άνθρωποι, ακόμα και «σκεπτόμενοι» επιμένουν να το αγνοούν. Όλοι οι «δογματικοί» ξεκινούν από «γενικές αρχές» για να φτάσουν απαγωγικά στον άνθρωπο, ενώ το αντίθετο θα έπρεπε να γίνεται. Αυτό το επισήμαναν πρώτοι οι Σοφιστές. Πολλούς αιώνες μετά οι σύγχρονοι υπαρξιστές ξαναγύρισαν πίσω στην ολοφάνερη και αυτονόητη θέση των Σοφιστών… Έτσι ο Πρωταγόρας καταλήγει, τελείως φυσικά, (στο σύγγραμμά του «Αλήθεια ή Καταβάλλοντες») στην γνωστή φράση του: «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν». Αυτή είναι η Πρώτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

2) Αλλά τι είναι άνθρωπος (κατά τον Πρωταγόρα); Ο άνθρωπος, σαν ύπαρξη, ο παρών, τυχαίος, άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος τι είναι; Προφανώς ο «Άνθρωπος στην Ουσία του», αυτό που είναι πραγματικά, είναι κάτι αντικειμενικό, κι ανεξάρτητο από την όποια τυχαία αντίληψη έχει ο ίδιος ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Αλλά και η «συγκροτημένη αντίληψη» που έχει ο άνθρωπος (ο τυχαίος άνθρωπος) για τον εαυτό του (δηλαδή όλες οι υποκειμενικές συγκροτήσεις) είναι επίσης ένα «αντιληπτικό γεγονός» το οποίο εκδηλώνεται στην ύπαρξη και λειτουργεί στην ζωή. Οφείλουμε λοιπόν να «διακρίνουμε» τον Αληθινό Φυσικό Αντικειμενικό Άνθρωπο (σαν Ύπαρξη, Ψυχική Οντότητα, Αντίληψη, κλπ) από την όποια υποκειμενική διαμόρφωση αυτού του ανθρώπου (αυτό που ονομάζουμε «προσωπικότητα»), Αυτή είναι η Δεύτερη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

3) Έτσι όμως οδηγούμαστε ξανά στο αρχικό ερώτημα: Τελικά ποιος είναι ο Αληθινός Άνθρωπος; Αληθινός άνθρωπος είναι ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος, ο Ιδεώδης Άνθρωπος, που Οφείλουμε να Γνωρίσουμε μέσα από την Διαδικασία της Αυτογνωσίας, για να μπορέσουμε να θεμελιώσουμε έτσι την Ύπαρξή μας, την Δυνατότητα και την Βεβαιότητα της Γνώσης μας, την Γνησιότητα της Αλήθειας μας, την Ακεραιότητα της Αρετής μας, την Ολοκλήρωση της Ενάρετης Πράξης… Αληθινός άνθρωπος δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, ο υποκειμενικά διαμορφωμένος άνθρωπος… αυτός ο άνθρωπος είναι «αμαθής» και χρειάζεται (φιλοσοφική) παιδεία…
Για τον Πρωταγόρα άνθρωπος είναι ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος (όπως θα αποδείξουμε πιο κάτω), ο Ιδεώδης άνθρωπος. Μόνο έτσι έχει νόημα η Αυτογνωσία, μόνο έτσι μπορεί να θεμελιωθεί μία Οντολογία, να δομηθεί μία Γνωσιοθεωρία, και να δικαιολογηθεί μία Αντικειμενική  Γνώση και μία Πανανθρώπινη Αρετή (Αγαθότητα, Δικαιοσύνη, κλπ). Μόνο έτσι έχει νόημα η Διδασκαλία της Γνώσης που πρέπει να μας Οδηγήσει να Γνωρίσουμε την Αληθινή Φύση μας, που πρέπει να μας οδηγήσει στην Αλήθεια, στην Αρετή… Η Διδασκαλία της Σοφίας (με αυτή την έννοια) είναι Δραστηριότητα Αυτογνωσίας, Πράξη Γνώσης (της Φύσης μας), Πράξη Αρετής… η Διδασκαλία της Σοφίας δεν είναι μετάδοση γνώσεων, πληροφοριών.
Αντίθετα, αν πιστέψουμε (λανθασμένα) ότι ο Πρωταγόρας άνθρωπο εννοεί τον απλό τυχαίο άνθρωπο της παρούσης στιγμής (τον «αμαθή» άνθρωπο) στην υποκειμενική του διαμόρφωση τότε καταλήγουμε στον απόλυτο υποκειμενισμό, στον διανοητικό σχετικισμό, αλλά και στον ατομικισμό αντιλήψεων και αισθήσεων. Καθένας ζει στον δικό του κόσμο, καθίσταται αδύνατη η «ανάπτυξή» του με περισσότερη γνώση, δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, και δεν έχει νόημα καμία «διδασκαλία» της γνώσης ή της αρετής. Όχι πως δεν υπάρχει υποκειμενισμός και σχετικότητα στην διανόηση, την αντίληψη και τις αισθήσεις… αλλά επειδή ακριβώς υπάρχουν αυτά τα φαινόμενα υπάρχει απόλυτη ανάγκη να ανυψωθούμε σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης και θεώρησης της πραγματικότητας. Έτσι καθίσταται απολύτως απαραίτητη η «Διδασκαλία του ανθρώπου (του «αμαθή» ανθρώπου). Κι αυτό ακριβώς το Έργο ανέλαβαν να πραγματοποιήσουν οι Σοφιστές.
Η Αυτογνωσία, (κατά την ρήση του Χείλωνα του Λακεδαιμόνιου το «Γνώθι σαυτόν» που ήταν χαραγμένο στην κύρια πύλη του Ιερού Χώρου των Δελφών, αλλά και σε άλλα σημεία), είναι η Τρίτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

4) Αυτογνωσία σημαίνει να Γνωρίσουμε τον Αληθινό Φυσικό Άνθρωπο (που είμαστε), την Αληθινή Ουσία του Ανθρώπου (που είμαστε)… Έχοντας σαν Φόντο την Ορφική Παράδοση που διαποτίζει όλη την ελληνική σκέψη, τα Ελευσίνια Μυστήρια, όλη την Φιλοσοφική Παράδοση των Προσωκρατικών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Πρωταγόρας (κι οι άλλοι Σοφιστές) αναζητώντας την Αληθινή Ουσία του Ανθρώπου, Αναζητούν τον Άνθρωπο σαν Οντότητα, σαν Ψυχή, σαν Συνείδηση, σαν Νου, σαν Αντίληψη… δηλαδή σαν μία Μεταφυσική Ουσία…
Ήδη όμως η Ψυχή (και από τους Ορφικούς, και από τους Μύστες των Μυστηρίων, και από τους άλλους Μεγάλους Φιλοσόφους) είχε προσδιορισθεί σαν Ζωντανή Συνειδητή Αρχή, Άυλη, «χωρίς ιδιότητες» (η Ψυχή Καθεαυτή) που όμως «διαμορφώνεται» εξαιτίας της σχέσης της με το σώμα, συγκροτώντας μία υλική ψυχή, μία ψυχοσωματική λειτουργία. Οι «αμαθείς» άνθρωποι, λειτουργούν όχι στο ανώτερο επίπεδο (σαν Καθαρή Ψυχή) αλλά στο κατώτερο επίπεδο των ψυχοσωματικών διαδικασιών… γι’ αυτό και χρειάζονται (φιλοσοφική) παιδεία… Έτσι με αυτή την έννοια οι Σοφιστές μεταφέρουν την Ορφική Παράδοση, και την Ουσία των Μυστηρίων, σε απλή, συστηματική, καθοδήγηση, προκειμένου να διαμορφώσουν ολοκληρωμένους ανθρώπους και κατ’ επέκταση καλούς πολίτες… Η Γνώση της Αληθινής Ουσίας της Ψυχής (σαν Δραστηριότητα, σαν Πράξη) είναι η Τέταρτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

5) Για να φτάσει λοιπόν ο Σοφός (ο Πρωταγόρας) στον Αληθινό Φυσικό Άνθρωπο μέσω της Αυτογνωσίας, στην Αληθινή Ουσία, στον Εσώτερο Εαυτό (στην Ψυχή), κι έτσι, πάνω σε μία Στέρεα Οντολογική Βάση να δομήσει μία Ασφαλή Γνωσιολογία, μία Βέβαιη Γνώση, και Βασικές Ηθικές Αρχές που θα στηρίξουν τον βίο… θα πρέπει να ελέγξει όλες τις ψυχοσωματικές δραστηριότητες (της υλικής ψυχής) ως προς την αλήθεια τους, (κατά πόσο δηλαδή μπορούν να μας δώσουν ασφαλή γνώση)…
α) οι αισθήσεις από την φύση τους είναι ατομικές και σχετικές και δεν μπορούν να αποτελούν ασφαλές θεμέλιο γνώσης.
β) Προσωπικά αισθήματα και αντιλήψεις είναι υποκειμενικά και σχετικά,  αλλά και κοινωνικά ήθη και θεσμοί είναι επίσης δημιουργήματα των ανθρώπων (και κατά συνθήκη αποδεκτά) και δεν έχουν καμία αντικειμενική βάση.
γ) Ακόμα και στο επίπεδο της διανόησης δεν υπάρχει καμία αντικειμενική και ασφαλής αλήθεια. Η λογική μπορεί να υποστηρίξει με επιχειρήματα τόσο μία άποψη όσο και η αντίθετή της. Η εισαγωγή της αντιλογικής, η τέχνη να παρουσιάζεται το ίδιο θέμα και ως ορθό και ως ψευδές, είχε  σκοπό απλά και μόνο να κάνει εμφανή την διττότητα της σκέψης, την διπλή όψη της λογικής (Μήπως ακόμα και σήμερα σε ένα δικαστήριο το ίδιο περιστατικό δεν ερμηνεύεται διαφορετικά και ίσως αντίθετα από την κατηγορούσα και την υπερασπιστική αρχή;).
Το τελικό συμπέρασμα λοιπόν είναι πως ούτε οι αισθήσεις, ούτε προσωπικές αντιλήψεις και ήθη και θεσμοί, ούτε καν η διανόηση μπορεί να οδηγήσει στην Αλήθεια, σε μία ασφαλή γνώση. Τότε;
Μόνο όταν ο άνθρωπος αναζητήσει και αποκτήσει Αληθινή Αυτογνωσία, Γνώση της Αληθινής Ουσίας του, της Μεταφυσικής Αρχής του, της Ψυχής (σαν Καθαρής ουσίας, κι όχι (μέσω των ψυχοσωματικών λειτουργιών) σαν διαμορφωμένης (λόγω ακριβώς των σχέσεων με το σώμα) αντίληψης του εαυτού… μπορεί να Είναι (να Γίνει και να Ονομαστεί) Αληθινός Άνθρωπος. Η Αποκάλυψη της Αληθινής Ουσίας (του Είναι), πέρα από την σχετικότητα των αισθήσεων, πέρα από την σχετικότητα της αντίληψης, πέρα από την διττότητα του νου, αποκαλύπτει Μία Ουσία που «μετέχει» ή «μοιάζει» του «θείου», «Μία Ουσία χωρίς ιδιότητες», Μία Ουσία (που εξαιτίας ακριβώς της απουσίας χαρακτηριστικών) οδηγεί στην Αντίληψη του Ενός (της Μίας Ουσίας, της Ενότητας), της Ταυτότητας, της Ισότητας των όντων…
Πάνω σε αυτή την Καθαρή Οντολογική Βάση (που Φτάνουμε με την Αυτογνωσία) μπορεί να στηριχθεί η Αληθινή Γνώση. Αυτή η Γνώση που έχει σαν Περιεχόμενο το Είναι (την Ενότητα, την Ταυτότητα, την Ισότητα, κλπ) είναι η Αλήθεια. Πάνω σε Αυτή την Αλήθεια μπορεί να οικοδομηθεί η Αρετή που κύρια έκφρασή της είναι, στον κόσμο της δράσης, η Δικαιοσύνη, με συνακόλουθες όλες τις άλλες αρετές…
Η Καλλιέργεια της Αυτογνωσίας, η Γνώση του Αληθινού Όντος, του Είναι (σαν Αποτέλεσμα της Διαδικασίας της Αυτογνωσίας) είναι η Πέμπτη Αρχή της Σοφίας των σοφιστών.

6) Η Αναγκαιότητα της Αυτογνωσίας οδηγεί φυσιολογικά στην Διδασκαλία της Αληθινής Γνώσης, της Αληθινής Αρετής, της Ολοκληρωμένης Πράξης. Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο όχι μόνο γίνεται κατανοητή η διδασκαλία της Γνώσης, της Αρετής, αλλά και κρίνεται αναγκαία η Διδασκαλία αυτή για την διαμόρφωση των νέων και την δημιουργία μίας πιο ώριμης και πιο δίκαιης κοινωνίας ανθρώπων.
Έτσι όχι μόνο ο Πρωταγόρας κι οι Σοφιστές κατέχουν, και μιλούν για, και διδάσκουν την Αληθινή Ουσία, αλλά και αποτελούν τους αληθινούς διαφωτιστές του ανθρώπου και της κοινωνίας. Έτσι καταρρίπτονται όλες οι κατηγορίες του Πλάτωνα και των άλλων εναντίον τους. Σκοπός του Σοφιστή (Πρωταγόρα) είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο να γίνει ο Ιδεώδης Άνθρωπος, ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος που θα Αναζητήσει σε Βαθύτερο Οντολογικό Πεδίο την Αλήθεια και την Γνώση και θα στηρίξει την πράξη του… κι όχι στο επιφανειακό επίπεδο της αίσθησης, της αντίληψης ή των θεσμών, ή της διττής σκεπτοδιαδικασίας… Ο Σοφιστής (Πρωταγόρας) θέλει να  φτιάξει ολοκληρωμένους ανθρώπους που θα είναι ικανοί να δημιουργήσουν μία αληθινή (δίκαιη) κοινωνία ανθρώπων… Μήπως ο Πλάτωνας δεν ήθελε μία ιδανική πολιτεία με ιδανικούς ανθρώπους; Πως μπορούσε να κατηγορεί τους Σοφιστές;…
Αυτή η Διδασκαλία της Σοφίας, είναι η Έκτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

7) Βεβαίως η Αναζήτηση της Αυτογνωσίας, η Προσπάθεια να στηριχθεί ο άνθρωπος στην Αληθινή Μεταφυσική Αρχή του, πέρα ακόμα και από την διττότητα της σκέψης οδηγεί αναγκαστικά στην σύγκρουση με όλα τα καθιερωμένα. Πρέπει να συγκρουστούμε (ο Σοφιστής, κι ο καθένας μας), όχι μόνο με τις κατώτερες δράσεις της (υλικής) ψυχής (αισθήσεις, αντιλήψεις, διττή σκέψη) αλλά και με την ίδια την κοινότητα που συχνά στηρίζεται σε αντί-φυσικούς και αντί-ανθρωπίνους θεσμούς, ακόμα και παράλογους θεσμούς.
Με αυτή την έννοια η κριτική πολιτισμού που ασκούσαν οι Σοφιστές αφορά όλα τα πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης, την εξωτερική πολιτική ζωή, θεσμούς, αντιλήψεις, θρησκευτικές πεποιθήσεις και πράξεις, τα πάντα. Όλα αυτά, δεν είναι «φύσει» (ιερά και απαραβίαστα) αλλά γέννημα της σύμβασης («νόμω», «θέσει»), άρα μπορούν να αλλάξουν και να βελτιωθούν… Όλα θεωρούνται απλά ανθρώπινα δημιουργήματα, όλα είναι υπό έλεγχο, υπό αίρεση. Όλα μπορούν να αναθεωρηθούν και ο άνθρωπος και η κοινωνία να ξεκινήσουν από μηδενική βάση. Μία τέτοια ανατρεπτική θεώρηση δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί χωρίς ισχυρές μεταφυσικές βάσεις. Η κατά φύσιν ύπαρξη, το κατά φύσιν ζειν, η αληθινή αρετή, αποτελούν την προϋπόθεση, όχι μόνο για την ολοκλήρωση του ανθρώπου, αλλά και για την κοινωνική οργάνωση μίας δίκαιης πολιτείας. Αυτή η φιλοσοφία (η κριτική) πολιτισμού είναι η Έβδομη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

Η Διδασκαλία της Σοφίας
Ο Πραγματικός Σκοπός της Διδασκαλίας του Πρωταγόρα (και των Σοφιστών, τουλάχιστον των Αληθινών Σοφιστών, κι όχι των κακών μιμητών τους) ήταν να οδηγήσει τον άνθρωπο στην Αυτογνωσία. Μόνο όταν ο άνθρωπος νοιώσει (δεν έχει σημασία σε ποιο βαθμό) την Στέρεα Βάση του Είναι, της Ψυχής (που είναι Θεία Ουσία, μετέχει του Θείου), μία αντίληψη απαλλαγμένη  από την ταλάντευση της ανθρώπινης σκέψης, τότε μόνο μπορεί να υπάρξει (και να αποδειχτεί ότι υπάρχει) δυνατότητα γνώσης, μόνο τότε μπορούν να θεμελιωθούν οι βασικές ηθικές αρχές (αιώνιες, πανανθρώπινες), και μόνο τότε μπορεί να υποδειχτεί στον άνθρωπο ο αληθινός προορισμός του, ένας σκοπός στην ζωή και στην δράση του… ένας σκοπός που στηρίζεται, αντλείται από, κι αναδεικνύεται κι ολοκληρώνεται στο Βάθος της Ουσίας του…
Αν ο άνθρωπος δεν είναι ολοκληρωμένος (στο μέτρο που μπορεί να είναι ο καθένας) βρίσκεται χαμένος μέσα στον λαβύρινθο της διττής σκέψης, στην αυθαιρεσία της αντίληψης και των θεσμών, στο χάος της εξωτερικής και κακό-οργανωμένης ζωής…
Η Αληθινή Ανθρώπινη Φύση Αποκαλύπτεται στο Βάθος της, Θεία, Αγαθή, Ολοκληρωμένη. Η Ηθική που πηγάζει από αυτή την Φύση («φύσει») έχει σαν Βάση της το Αγαθό, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, την Ενότητα, κλπ… κι από εδώ πηγάζουν όλες οι άλλες αρετές. Η ηθική κι η αρετή που θεμελιώνονται από τους ανολοκλήρωτους ανθρώπους της ανθρώπινης κοινωνίας, είναι δημιουργήματα της ανθρώπινης (διττής) λογικής και συχνά αυτές οι («νόμω», «θέσει») αρχές, αυτοί οι θεσμοί, είναι αυθαίρετοι κι άδικοι. Γι’ αυτό και είναι (στην σκέψη των Σοφιστών) υπό αίρεση…
Αυτό που επιδιώκουν λοιπόν οι Σοφιστές με την Αυτογνωσία του ανθρώπου είναι να φτιάξουν ολοκληρωμένους ανθρώπους (και πολίτες) που θα μπορέσουν να εφαρμόσουν στην ζωή την Αλήθεια και την Δικαιοσύνη, να «παρέμβουν» στους ανθρώπινους θεσμούς, να τους βελτιώσουν, να φτιάξουν μία καλύτερη κοινωνία… Ο Πρωταγόρας (σε αντίθεση με τον Ησίοδο) πίστευε σε μία «πρόοδο» της ανθρώπινης κοινωνίας, μέσω του διαφωτισμού της.
Βέβαια, υπήρξαν Σοφιστές που (χωρίς να γνωρίζουν τι λένε και τι κάνουν) υποστήριξαν ότι η «φύση του ανθρώπου» είναι άγρια, κακή, και γι’ αυτό θεσπίζονται νόμοι για να μετριασθεί αυτή η αγριότητα… Άρα η «φύση» είναι κακή και ο «νόμος» είναι καλός… Αυτό το επιχείρημα όμως καταρρίπτεται από την πραγματικότητα. Στην ζωή, στην κοινωνία οι νόμοι (θεσπισμένοι από ανθρώπους που έχουν συμφέροντα) διατηρούν ένα στάτους άδικο (αφού επιτρέπει την συσσώρευση πλούτου από λίγους, την εκμετάλλευση των ανθρώπων, την «νόμιμη» κλοπή από κάποιες ομάδες, κλπ…)… Το επιχείρημα της «κακής φύσης» και του «καλού νόμου» το επικαλούνται όσοι έχουν συμφέρον να διατηρούν το άδικο στάτους στην κοινωνία. Αλλά η ηθική γυμνότητα των νόμων των ανθρώπινων κοινωνιών αποκαλύπτεται εκ των πραγμάτων, από την κατάσταση των κοινωνιών, και την ανθρώπινη δυστυχία.
Συνεπώς οι (Αληθινοί) Σοφιστές είχαν δίκαιο που ήθελαν να οδηγήσουν τους ανθρώπους να Στηριχθούν στην Στέρεα Ηθική Βάση της Αληθινής Ύπαρξης, από την οποία θα μπορούσαν όχι μόνο να έχουν Αληθινή Γνώση, Καθαρή Ηθική (Αρετή) αλλά και να ελέγξουν και όλα τα ανθρώπινα… και να βελτιώσουν την ζωή τους και την κοινωνία. Άραγε ο Σωκράτης ή ο Πλάτωνας, ή οι άλλοι Μεγάλοι Σοφοί, είχαν κάποιο διαφορετικό σκοπό;
Είναι σίγουρο ότι όλοι οι Σοφιστές δεν ήταν στο ύψος ενός Πρωταγόρα, είναι σίγουρο ότι για να καταλάβουμε όσα έλεγε ο Γοργίας περί «όντος» χρειαζόταν να τα ερμηνεύσουμε στα πλαίσια της γενικότερης αντίληψής του για την ύπαρξη, κι είναι ακόμα σίγουρο ότι υπήρξαν σοφιστές (σαν τον Ευθύδημο και τον Διονυσόδωρο) που εκφύλισαν την Σοφιστική σε ανοησία, σε λογικά τεχνάσματα και σοφίσματα, δυσφημίζοντας έτσι και τους υπόλοιπους Σοφιστές… Είναι όμως άδικο για τον Πλάτωνα (ή τον σημερινό ιστορικό της φιλοσοφίας) να μην γίνεται διάκριση ανάμεσα στους Αληθινούς Σοφιστές (που ήταν διαφωτιστές που δίδασκαν φιλοσοφία της ύπαρξης, φιλοσοφία του πολιτισμού, φιλοσοφία της ζωής) και τους άθλιους μιμητές τους.

Η Μέθοδος της Διδασκαλίας των Σοφιστών
Η Διδασκαλία της Σοφίας απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στους νέους (αλλά και σε όσους μεγαλύτερους ήθελαν να αποκτήσουν φιλοσοφική παιδεία). Γίνονταν κυρίως με διαλέξεις. Οι Σοφιστές διοργάνωναν κύκλους διαλέξεων με συγκεκριμένο θέμα (σειρές μαθημάτων), ή ελεύθερες διαλέξεις με κάποιο συγκεκριμένο θέμα ή με θέμα προτεινόμενο από το ακροατήριο. Γίνονταν ακόμα μαθήματα με διαλογική μορφή.
Μέχρι την εποχή των Σοφιστών η μόρφωση της νεολαίας περιοριζόταν σε ανάγνωση και γραφή, ενασχόληση με την ποίηση (κυρίως τον Όμηρο, που ήταν η «Βίβλος» της αρχαιότητας) και την μουσική, και γυμναστική. Όποιος ήθελε να προχωρήσει βαθύτερα, στα μυστήρια της ζωής έπρεπε να το κάνει με προσωπική προσπάθεια καταφεύγοντας σε κάποιο Σοφό, ή σε θρησκευτικούς κύκλους, ή στους Μύστες των Μυστηρίων… Τον 5ο π.Χ. αιώνα όμως (και μετά τα «Μηδικά», 492-479 π.Χ.) όλα αυτά ήταν ανεπαρκή. Οι άνθρωποι χρειάζονταν περισσότερη μόρφωση και σε αυτή την ανάγκη ανταποκρίθηκαν οι Σοφιστές, άλλοι επάξια, κι άλλοι όχι
1) (Πρωταγόρας, «Αλήθεια ή Καταβάλλοντες»). Το Βασικό Κεντρικό Θέμα της Διδασκαλίας των Σοφιστών είναι ο άνθρωπος, η πραγματική έννοια του ανθρώπου. Όταν ο Πρωταγόρας αναφέρεται στον άνθρωπο, δεν εννοεί ούτε τον τυχαίο άνθρωπο (που είναι συνήθως χωρίς φιλοσοφική παιδεία), ούτε τον άνθρωπο σαν γένος, σαν είδος. Εννοούσε αποδεδειγμένα τον «φιλόσοφο άνθρωπο», τον Ιδεώδη Άνθρωπο. Μόνο ο άνθρωπος που έχει Αυτογνωσία είναι Αληθινός Άνθρωπος. Μόνο Αυτός μπορεί να είναι Αληθινός Άνθρωπος, να έχει Αληθινή Αρετή,  μόνο Αυτός μπορεί να είναι σωστός κυβερνήτης ή σωστός πολίτης… Άραγε ο Πλάτωνας δίδασκε κάτι διαφορετικό;
2) (Πρωταγόρας, «Αντιλογίαι»). Άλλο Κεντρικό θέμα της Διδασκαλίας των Σοφιστών ήταν η Αληθινή Γνώση, η διττότητα της σκέψης, η σχετικότητα των αντιλήψεων και η ατομικότητα των αισθήσεων. Ο Πρωταγόρας στο σύγγραμμά του «Αντιλογίαι», αλλά και σε διαλέξεις και συζητήσεις (κατά τις μαρτυρίες) αποδείκνυε έμπρακτα ότι για οποιοδήποτε θέμα είναι αληθείς δύο (ή περισσότερες) αντιφατικές προτάσεις, αναιρώντας έτσι το λογικό αξίωμα της αντίφασης. Οι Σοφιστές πολύ πριν τους Δάσκαλους του Ζεν στην μακρινή Κίνα (και Ιαπωνία) απόδειξαν ότι σύμφωνα με την λογική «κάτι» μπορεί να είναι μαύρο και άσπρο και κάτι άλλο, και τίποτα από όλα αυτά…
Ο «φαινομενικός» οντολογικός και γνωσιολογικός μηδενισμός του Γοργία είχε σκοπό να οδηγήσει ακριβώς σε μία ανώτερη θεώρηση της πραγματικότητας. Το «Ον», για τον Γοργία, βρίσκεται σε μία ανώτερη σφαίρα αντίληψης, «δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μέσα στην σκέψη, να συλληφθεί από την σκέψη». Ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι μπορεί να υπάρξει μέσα στην σκέψη (σαν απόσταγμα ανώτερης βιωματικής εμπειρίας), ότι μπορεί να συλληφθεί κάποια «έννοια του όντος», δεν μπορεί να μεταδοθεί (να ανακοινωθεί) στους άλλους, γιατί αυτό που «μεταδίδεται» είναι όχι το «ον» αλά το «σύμβολό» του, ο λόγος, η λέξη…
Το πρόβλημα για τους Σοφιστές δεν ήταν να βρούμε την αλήθεια στο επίπεδο της διττής σκέψης. Ούτε να υποστηρίξουμε την μία ή την άλλη άποψη κατά το συμφέρον μας, αλλά να ανυψωθούμε σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης, πάνω από την διττή σκέψη, να θεωρήσουμε την πραγματικότητα με ένα διαφορετικό τρόπο. Η Αλήθεια Βιώνεται στο Δικό της Οντολογικό Επίπεδο (σαν Ύπαρξη, Καθαρή Αντίληψη, Γνώση, Αλήθεια, Αρετή) κι όχι μέσα στην διανόηση. Στο επίπεδο της σκέψης πάντα τα πράγματα θα είναι αυθαίρετα, σχετικά, κατασκευασμένα και υπό αίρεση…
Με άλλα λόγια διδάσκοντας οι Σοφιστές τους ανθρώπους να χειρίζονται την διττή σκέψη το έκαναν για να τους οδηγήσουν σε μία ανώτερη θεώρηση, να αποκτήσουν με την υπέρβαση της σκέψης Αληθινή Γνώση, και Αρετή και με αυτά τα εφόδια να χρησιμοποιήσουν την σκέψη, να κατευθύνουν την σκέψη σε αγαθές προθέσεις και σκοπούς, την αντίληψη στην ορθότητα και την ζωή και την πράξη σε αληθινή δικαιοσύνη και σε αληθινή κοινωνική τάξη και ευημερία… κι όχι εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες της σκέψης, του συλλογισμού και του λόγου, να «παραπλανούν» τους συνανθρώπους τους.
3) (Πρωταγόρας, «Περί θεών»). Οι Σοφιστές δεν αρνιόνταν ούτε την Ενότητα της Μεταφυσικής Οντολογικής Βάσης των όντων (που κληρονόμησαν από την «ορφική θεολογία» και την «φιλοσοφική παράδοση»), ούτε αρνιόνταν την θειότητα της Ανθρώπινης Ψυχής, (μόνο την «υλική ψυχή» θεωρούσαν «διαμορφωμένη» και προσωρινή…), αλλά φυσικά έκριναν ότι οι αντιλήψεις των ανθρώπων για τους θεούς ούτε επαρκείς είναι (αφού δεν οδηγούν στην Ενότητα του Όντος), ούτε ηθικές (αφού συχνά είναι υποκριτικές), ούτε επωφελείς (αφού συχνά οι άνθρωποι, στην θρησκευτική ζωή, εξαπατούνται από τον εαυτό τους, είτε από άλλους)… Λογικό (τουλάχιστον για τους Σοφούς) ήταν λοιπόν όλες αυτές οι αντιλήψεις να κριθούν και να ανασκευαστούν… Βεβαίως αυτό δεν συνέφερε το (οποιοδήποτε) καθεστώς… Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη…
4) (Πρωταγόρας, «Περί της εν αρχή καταστάσεως»). Η Βασική Αντίληψη των Σοφιστών (για το Δίκαιο), όπως διατυπώθηκε από τον Πρωταγόρα, όπως διακηρύχθηκε από τον Ιππία, κι όπως καταγράφηκε από τον Αντιφώντα, ήταν  ότι «Οι νόμοι της πολιτείας είναι αυθαίρετοι καθορισμοί, οι νόμοι όμως της φύσεως υπάρχουν κατ’ αναγκαιότητα. Και οι μεν διατάξεις των νόμων είναι αποτέλεσμα αμοιβαίας συμφωνίας και δεν έχουν φυσική προέλευση. Όσα όμως προέρχονται από την φύση είναι αυτοφυή και δεν προέρχονται από συμφωνία»…. Οι Σοφιστές όχι μόνο Όρισαν το Φυσικό Δίκαιο, αλλά και το «διέκριναν» από τον «νόμο», και προσδιόρισαν την σύγκρουση του «νόμου» με το Αληθινό δίκαιο (που είναι το Φυσικό Δίκαιο)…
Πολλούς αιώνες μετά ο Ρουσσώ («Κοινωνικό Συμβόλαιο») απλά θα επαναλάβει όσα έχουν ήδη αναλύσει διεξοδικά οι Σοφιστές…
Ξεκινώντας από αυτή την «θέση» (σύμφωνα με τους Σοφιστές) κρίνεται αναγκαίο, όχι μόνο να Αναφερθούμε στην Φύση για να βρούμε την Αλήθεια, την Δικαιοσύνη, και να οργανώσουμε την κοινωνική ζωή, αλλά πολύ περισσότερο κρίνεται αναγκαίο να «κρίνουμε» και να «αναθεωρήσουμε» όλους τους ανθρώπινους θεσμούς, εφόσον αντίκεινται στην Αγαθή Φύση και εφόσον δεν οδηγούν στην ευημερία των ανθρώπων.
Έτσι οι Σοφιστές κήρυξαν πόλεμο ενάντια στους ανθρώπους που κοιμούνται ανυποψίαστοι και νομίζουν ότι ζουν σε μία αληθινή και δίκαιη ανθρώπινη κοινωνία, στους ανόητους που παρασύρονται από φαύλους πολιτικούς, αλλά και στους ανήθικους πολιτικούς που με ψευτορητορείες (και χωρίς ηθική και αίσθημα δικαιοσύνης) κρατούν τους πολίτες δέσμιους σε μία άδικη κοινωνία.
Θέλοντας οι Σοφιστές να διαμορφώσουν ολοκληρωμένους ανθρώπους και δίκαιους πολίτες, τους δίνουν τα εφόδια, για να διεκδικήσουν από τους φαύλους την πολιτική, την ζωή… Όσο οι άνθρωποι δεν «ξυπνούν» να διεκδικήσουν την Αλήθεια και το Δίκαιο θα χειραγωγούνται και θα είναι έρμαια στην ψευτοπολιτική, και θα ζουν με άδικους νόμους την αδικία. Μόνο μέσα από την Διαφώτιση της Ψυχής, με Στέρεες Ηθικές Αρχές και με «Άμεση Δημοκρατία» μπορούν οι άνθρωποι να φτιάξουν μία αληθινή κοινωνία ανθρώπων (κι όχι μία αγέλη που κρατιέται με την βία σε μία άδικη κι ανισσόροπη συνοχή).
Το αποτέλεσμα ήταν οι Σοφιστές από άλλους να θαυμάζονται για την Σοφία τους και την Ωριμότητά τους, και την αληθινή και δίκαια κριτική των θεσμών, από άλλους (που είχαν συμφέρον) να πολεμιούνται, και άλλους (πολιτικούς άρχοντες) να διώκονται. Όχι μόνο ο Πρωταγόρας (στο τέλος της ζωής του) διώχτηκε αλλά και άλλοι Σοφιστές οδηγήθηκαν στον θάνατο…
Όχι μόνο οι Σοφιστές αλλά και κάθε άνθρωπος (σαν τον Σωκράτη που ακολουθούσε τον δικό του δρόμο) που τολμούσε να πει την Αλήθεια οδηγούνταν στην φυλακή και τον θάνατο…
5) Με το Σύνολο της Διδασκαλίας τους οι Σοφιστές προσπαθούσαν να βοηθήσουν τον άνθρωπο (τον άνθρωπο που ήθελε να μορφωθεί φιλοσοφικά) να ζήσει πιο σωστά, πιο δίκαια, πιο ευτυχισμένα. Πέρα από όλα τα άλλα λοιπόν η Φιλοσοφία τους ήταν «φιλοσοφία της ζωής», διερεύνηση και διαφώτιση της ζωής σε όλα της τα πεδία, και το εσωτερικό και το εξωτερικό, και το ατομικό και το κοινωνικό, και το φυσικό και το πολιτικό…
Οι Σοφιστές υπήρξαν  «Φιλόσοφοι της Ύπαρξης», «Θεωρητικοί του πολιτισμού» και «Δάσκαλοι της τέχνης της ζωής». Συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού και είναι άδικο να μην τους αναγνωρίζουμε το μερίδιό τους σε αυτή την προσπάθεια…

Αποκρυπτογραφώντας την Σκέψη του Γοργία
(Γοργίας, «Περί του μη όντος, είτε περί φύσεως)
Στο έργο αυτό («Περί του μη όντος»), από το οποίο έμειναν μόνο δύο επιτομές ο Γοργίας υποστηρίζει τρία αξιώματα: πως τίποτα δεν υπάρχει, πως κι αν υπάρχει δεν μπορεί να γίνει γνωστό, πως κι αν γίνει γνωστό δεν μπορεί να ανακοινωθεί (στους άλλους)… Εμβαθύνοντας λίγο στην Φιλοσοφική Σκέψη του Γοργία και διαβάζοντας σωστά αυτά που λέει, μπορούμε να καταλήξουμε σε τελείως διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά στα οποία καταλήγει κάποιος με την επιφανειακή ανάγνωση των λεγομένων του…
Είναι παραπάνω από ολοφάνερο (κι αυτό είναι Βασική Αρχή της Σοφιστικής Σκέψης, κι  ο Γοργίας δεν το αμφισβητεί) ότι  η Αρχή της Σκέψης (Αυτός που Σκέπτεται, που αναρωτιέται) Ανήκει στο Είναι, Υπάρχει.. κι όχι μόνο Υπάρχει αλλά είναι η Βάση της Σκέψης… διαφορετικά (αν δεν υπάρχει η Αρχή της Σκέψης) δεν μπορεί να υπάρξει σκέψη… Όμως Αυτή η Αρχή του Είναι, η Αρχή της Σκέψης, είναι Ουσία Άγνωστη, κι Απροσπέλαστη (τουλάχιστον από την σκέψη)… Όταν, στο επίπεδο της σκέψης, προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το ον τότε βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.
«Τίποτα δεν υπάρχει» (σαν αντικείμενο της σκέψης), αφού η σκέψη δεν μπορεί να συλλάβει το «ον». Αυτό που συλλαμβάνει η σκέψη είναι μόνο έννοιες.
«Αν υπάρχει κάτι δεν μπορεί να γίνει γνωστό» με τους όρους της σκέψης, αφού η σκέψη δεν μπορεί να ανυψωθεί πάνω από τις έννοιες ως το Αληθινό Είναι.
«Κι αν κάτι γίνει γνωστό» (μέσα από βιωματική εμπειρία) «δεν μπορεί να ανακοινωθεί στους άλλους», αφού ότι μεταδίδεται είναι σύμβολα των όντων, οι λέξεις, όχι τα πραγματικά όντα (δηλαδή η βιωματική εμπειρία των όντων).
Αν λοιπόν (σύμφωνα με την Σκέψη του Γοργία) θέλουμε να ανυψωθούμε ως την Σφαίρα του Είναι (του «όντος») πρέπει να ανυψωθούμε πάνω από την σκέψη. Μένοντας στο επίπεδο της σκέψης όλα είναι και παραμένουν σχετικά. Στο επίπεδο της σκέψης όλα είναι «ρητορεία», «ρητορική». Αν κάποιος δεν έχει Ασφαλείς Οντολογικές Βάσεις, Στέρεα Φυσική Ηθική, χάνεται στο χάος της σκέψης και των λέξεων… κι η «ρητορική» γίνεται «δίκοπο μαχαίρι»… Μόνο με την Φωτισμένη Λογική Σκέψη μπορεί να αναπτυχθεί ο άνθρωπος, κι ο πολιτισμός, κι οι ανθρώπινες κοινωνίες…
Αν κάποιος δεν κατανοήσει (το Βάθος της Σκέψης, τις Προϋποθέσεις της Σκέψης, και) την σκέψη του Γοργία και μείνει στο επίπεδο της διττής (και χαώδους) σκέψης, είναι αναγκασμένος να υιοθετήσει τελικά δύο τελείως αντίθετους δρόμους, δύο ολότελα αντίθετες θεωρίες για το «φυσικό δίκαιο»… Η μία θεωρία που ακολουθεί ο Καλλικλής (σύμφωνα με τον Πλάτωνα), κι ο Μένων (σύμφωνα με τον Ξενοφώντα) είναι η θεωρία για το «Δίκαιο του ισχυρότερου», σύμφωνα με την οποία έθιμα και νόμοι είναι έργο της πλειοψηφίας των αδύνατων ανθρώπων που έτσι θέλουν να ελέγξουν την ανεξέλεγκτη δράση των ισχυρών… Από την φύση του όμως ο «ισχυρός» μπορεί να «σπάσει» όλους αυτούς τους θεσμούς και να κυριαρχήσει… Στην πραγματικότητα όμως μία τέτοια θεωρία δεν ισχύει στην πράξη αφού τους νόμους τους φτιάχνουν «ισχυροί» για να «ασφαλίσουν» τα συμφέροντά τους σε βάρος των αδύνατων. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η ζωή… Ακριβώς τα αντίθετα για το «Φυσικό Δίκαιο» υποστήριζε ο Λυκόφρων κι ο Αλκιδάμας. Σύμφωνα με τον Λυκόφρονα «Ο νόμος είναι συμβόλαιο που σ’ αυτό ο καθένας εγγυάται αμοιβαία το δίκαιο του άλλου. Δεν είναι όμως (ο νόμος) σε θέση να παιδαγωγήσει τους πολίτες σε ηθικότητα και δικαιοσύνη» Αναγκαστικά λοιπόν ο νόμος πρέπει να συμμορφωθεί με το Φυσικό Δίκαιο, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, την Ελευθερία, να «αναθεωρηθεί», να «διορθωθεί»… Σύμφωνα με τον Αλκιδάμα στο όνομα του φυσικού δικαίου έπρεπε να καταργηθεί η «δουλεία», αφού ο Θεός άφησε όλους τους ανθρώπους ελεύθερους. Η φύση δεν έπλασε κανέναν για σκλάβο.

Επίλογος
Η Σοφία των Σοφιστών προσέφερε πολλά στην «φιλοσοφική σκέψη», στον ελληνικό πολιτισμό, και στον άνθρωπο…
Καταρχήν η Σοφιστική έστρεψε την ελληνική διανόηση στον άνθρωπο διατυπώνοντας βασικές φιλοσοφικές αρχές της σκέψης του υπαρξισμού, πολλούς αιώνες πριν τους σύγχρονους υπαρξιστές.
Δεύτερον οι Σοφιστές αποσαφήνισαν την διττότητα (και την σχετικότητα) της σκέψης, πολλούς αιώνες πριν μιλήσουν οι Δάσκαλοι του Ζεν.
Τρίτον ανέπτυξαν μια φιλοσοφία του πολιτισμού που είναι ακόμα επίκαιρη και μία θεωρία για το Φυσικό Δίκαιο, πολλούς αιώνες πριν τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και τον Ρουσσώ.
Τέταρτον έβαλαν τις βάσεις της αληθινής πολιτικής και της άμεσης δημοκρατίας, πέρα από την πολιτική φαυλότητα.
Πέμπτον θεμελίωσαν την συστηματική μόρφωση της νεολαίας, πάνω σε υγιείς βάσεις.
Έκτον ήταν αληθινοί «δάσκαλοι της ζωής» αφού βοηθούσαν τους ανθρώπους όχι μόνο να καλυτερέψουν την ζωή τους αλλά και να είναι σωστοί πολίτες σε μία κοινωνία δικαίου (κι όχι αρπακτικά σε μία αγέλη ζώων).
Τέλος οι Σοφιστές ήταν Αληθινοί Άνθρωποι, Αληθινοί Σοφοί, έστω κι αν το έργο τους δεν είχε την απήχηση που θα άξιζε να έχει… αφού τελικά δεν μπόρεσαν παρά ελάχιστα να «βελτιώσουν» την κοινωνία των ανθρώπων… Αυτό όμως δεν οφείλεται στην δική τους μη ικανότητα αλλά στο ότι οι άνθρωποι μέσα στην «αμάθειά» τους βαδίζουν στα «πατροπαράδοτα» μονοπάτια. Ακόμα κι ο μεγαλύτερος επαναστάτης, χρειάζεται κάποιους να τον ακολουθήσουν… αλλιώς τα πράγματα δεν αλλάζουν…
Πρωταγόρας, Πρόδικος, Ιππίας, Γοργίας, Λυκόφρων, Αλκιδάμας, και τόσοι άλλοι Μεγάλοι Έλληνες, Έλληνες που τους έχουμε ανάγκη σήμερα στην «ελλάδα της παρακμής», της λογικής ανοησίας, της πολιτικής αλητείας, και της υλιστικής αισχρότητας. Οι Γνήσιοι Έλληνες αναγνωρίζουν τους Προγόνους τους και την σκέψη τους, ακούνε, ακόμα σήμερα, την φωνή τους…
Οι «εχθροί που αναθρέψαμε» έλληνες στην καταγωγή αλλά «αλλόφρονες» στην ψυχή είναι της άλλης σχολής των σοφιστών, (των ψευδοφιλοσόφων του Πλάτωνα), του λογικού τεχνάσματος, των σοφισμάτων, του ξύλινου λόγου, της πολιτικής απάτης, της οικονομικής αλητείας, και του κοινωνικού χάους που ντύνεται τον μανδύα της «δημοκρατίας», της κοινωνικής τάξης… δυστυχώς,  σήμερα, ζούμε την «μεγάλη πολιτική απάτη»…







~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
Monday, 12 January, 2026

The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute

 

The Threshold of Mystery

 

In the depths of human consciousness, beyond the chattering marketplace of thoughts and the restless theater of desires, there exists a gateway—invisible yet undeniable—that opens onto dimensions of reality that language can barely whisper about. This is the realm where mystics throughout the ages have ventured, returning with tales not of distant lands but of an encounter so profound, so overwhelming in its intimacy, that the very foundations of selfhood tremble and dissolve like morning mist before the rising sun.

 

The journey toward the Absolute begins not with a map but with a yearning—an ache in the soul that no earthly satisfaction can quench. It is as though the human spirit remembers, however faintly, a home it has never consciously known, a unity from which it has been severed by the very act of individual existence. This longing is not weakness but the highest aspiration of consciousness: the impulse to transcend its own limitations and merge with that which is limitless, eternal, and utterly beyond comprehension.

 

What the mystics seek is not an idea or a concept, not a philosophical proposition that can be debated in the halls of reason. They seek contact—direct, immediate, transformative contact—with the ground of all being, the source from which all existence flows like rivers from an inexhaustible spring. Some have named this ultimate reality God, investing it with personality and will. Others have called it Brahman, the unchanging substrate beneath the dancing illusions of the phenomenal world. Still others speak of the Tao, the nameless way that cannot be spoken, or Nirvana, the extinguishing of the fires of craving and delusion. Yet all these names are but fingers pointing at the moon, shadows cast by a light too brilliant for the eyes of ordinary perception.

 

The Nature of the Ineffable

 

To speak of the Absolute is to engage in a paradox, for it is precisely that which cannot be spoken. It is the silence before the first word, the darkness before the first light, the emptiness that is somehow fuller than all fullness. The Absolute transcends all categories by which the human mind organizes reality: it is neither being nor non-being, neither one nor many, neither here nor there. It is beyond time, yet all moments exist within it. It is beyond space, yet all places are its dwelling. It is beyond change, yet all transformation unfolds within its unchanging presence.

 

The mystics describe the Absolute as infinite—not in the mathematical sense of endless extension, but in the sense of absolute completeness, lacking nothing, bounded by nothing, limited by nothing. It is eternal, not as a duration that stretches forward and backward without end, but as a timeless now in which past and future collapse into a single, ever-present moment. It is unchanging, not as something frozen or static, but as a stillness so profound that all movement appears as mere ripples on its surface, never disturbing its essential tranquility.

 

And yet, for all this transcendence, the Absolute is not distant or separate from the world of ordinary experience. Indeed, the mystics proclaim a truth that shatters the comfortable boundaries between sacred and profane: the Absolute is not elsewhere but here, not then but now, not in some remote heaven but in the very ground of this present moment. It is closer to us than our own breath, more intimate than our own thoughts, nearer than the beating of our own hearts. The tragedy of human existence, in the mystical view, is not that we are separated from the Absolute, but that we fail to recognize its presence, veiled as it is by the thick curtains of habitual perception and the endless noise of mental activity.

 

The Testimony of Vision

 

Throughout the centuries, across the vast tapestry of human cultures and religions, certain individuals have pierced through these veils and gazed upon the face of the Absolute. Their testimonies, though expressed in the symbolic languages of their respective traditions, bear a remarkable similarity—as though they had all visited the same country and returned to describe it in different dialects.

 

There was Teresa, the Spanish woman who walked the dusty roads of sixteenth-century Castile, who found herself seized by a love so intense that her very being seemed to melt like wax before a flame. In her descriptions of union with the Divine Beloved, she spoke of dissolution—not the annihilation of death, but a dissolution into something vaster and more real than her individual self had ever been. Her experiences were marked by what she called the "interior castle," a landscape of the soul with many chambers, each drawing the pilgrim deeper into the mystery, until at the center, in the innermost chamber, the soul and God become indistinguishable, merged in a union beyond all description.

 

Across the vast distances of geography and time, in the heat and color of medieval India, there lived Shankara, whose penetrating intellect discerned beneath the multiplicity of forms a single, undivided reality. For him, the realization was stark and absolute: the individual self, the atman, is none other than Brahman, the supreme reality. All apparent separation is illusion, maya, like the rope mistaken for a snake in the dim light of ignorance. When knowledge dawns, the snake vanishes, not because it has gone anywhere, but because it was never truly there. So too, when the mystic awakens, the boundaries that seemed to separate self from Self, soul from God, creature from Creator, are revealed as phantoms, and what remains is the simple, stunning recognition: "I am That."

 

In the deserts and gardens of Persia, Rumi—poet, lover, dancer—whirled himself into ecstasy, drunk not on wine but on the intoxication of divine presence. His verses overflow with the language of love, for he understood that the path to the Absolute is not through philosophical analysis but through the opening of the heart. In his vision, the lover and the Beloved are engaged in an eternal dance, and the ultimate secret is that they were never two but always one, playing at separation for the sheer joy of reunion. "I have lived on the lip of insanity," he wrote, "wanting to know reasons, knocking on a door. It opens. I've been knocking from the inside!"

 

In the austere beauty of Japanese Zen, Dogen taught that enlightenment is not something to be attained but something to be realized as already present. To sit in meditation is not to journey toward some distant goal but to embody the Buddha-nature that is one's true essence. In a paradox that delights in confounding the rational mind, he proclaimed: "To study the Way is to study the self. To study the self is to forget the self. To forget the self is to be enlightened by all things." In this forgetting, there is a supreme remembering; in this death of the ego, there is the birth of true life.

 

And in the cold cloisters of medieval Germany, Meister Eckhart preached a doctrine so radical that it brought him into conflict with ecclesiastical authorities. He spoke of a "God beyond God," a Godhead that transcends even the personal God of conventional religion. He taught that the soul must become empty, stripped of all attachments, desires, and even of its attachment to spiritual experiences themselves, so that God might be born anew in the soul's depths. "The eye with which I see God," he declared, "is the same eye with which God sees me."

 

The Qualities of Mystical Encounter

 

When the veil parts and the soul stands—however briefly—in the presence of the Absolute, the experience bears certain unmistakable characteristics that distinguish it from ordinary states of consciousness. These features have been documented across traditions with such consistency that they point to a genuine phenomenology of mystical experience.

 

First, there is what has been called the noetic quality—an overwhelming sense that one has been granted knowledge, that profound truths have been revealed not through argument or evidence but through direct perception. The mystic returns from the encounter with a certainty that cannot be shaken by doubt or debate, for it is not based on belief but on vision. It is as though one had been blind and suddenly gained sight, or as though the world had been seen through a clouded glass that has now become transparent.

 

Yet, paradoxically, this knowledge cannot be fully communicated to others. The second characteristic is ineffability—the experience resists translation into words and concepts. Language, which evolved to describe the world of ordinary experience, breaks down when confronted with realities that transcend subject and object, time and space, self and other. The mystic struggles to convey what has been seen, resorting to poetry, paradox, and symbolism, knowing all the while that these are but crude approximations, gestures toward a reality that cannot be captured in speech.

 

Related to this is the quality of paradoxicality—the experience seems to involve contradictions that violate the laws of logic. The mystic may speak of emptiness that is fullness, of darkness that is light, of silence that is sound, of death that is life. These are not errors in thinking but attempts to describe a reality that transcends the either-or categories of rational thought. The Absolute includes and transcends all opposites; it is beyond the reach of the discriminating intellect.

 

The mystical experience is also characterized by transiency—it does not last. However profound and transformative, the encounter fades. The mystic returns to ordinary consciousness, though forever changed by what has been glimpsed. It is as though one had been granted a brief visit to a homeland from which one has been long exiled, only to be sent back to the foreign land of everyday existence. Yet the memory remains, a burning coal in the heart, a compass that continues to orient the soul toward its true north.

 

Finally, there is the quality of passivity—the experience is not something one can manufacture or control. It comes as grace, as gift, unbidden and unexpected. The mystic can prepare the ground through spiritual practices, can remove obstacles and cultivate receptivity, but the final breakthrough is not a human achievement. It is as though one had been waiting at the door, and suddenly the door opens from the other side. The soul is seized, lifted, transported into dimensions it could not have reached by its own efforts.

 

The Practices of Preparation

 

Though the mystical encounter ultimately transcends all methods and techniques, the wisdom traditions have long recognized that certain practices prepare the soil of consciousness for the seed of divine experience. These are not mechanical procedures that guarantee results, but disciplines that purify awareness and deepen receptivity.

 

Meditation stands as one of the primary pathways. In the stillness of meditation, the practitioner learns to observe the ceaseless activity of the mind—the thoughts that arise and pass like clouds across the sky of awareness. Gradually, through patient practice, one discovers that one is not identical with these thoughts, that there is a witnessing presence that remains untouched by the content it observes. As the mind settles, like sediment in a jar of water that has ceased to be shaken, a clarity emerges. In this clarity, there may arise glimpses of a deeper reality, intimations of the Absolute that underlies and transcends the play of mental phenomena.

 

Prayer, in its deepest sense, is not mere petition or conversation with a God imagined as separate from oneself. It is an opening of the heart, a making of oneself vulnerable and receptive to the divine presence. In prayer, the soul pours itself out in devotion, gratitude, and longing. It is a relationship, a dialogue that gradually reveals itself to be a monologue, for the one who prays and the One who is prayed to are discovered to be, in the final analysis, not two but one. Prayer dissolves the boundaries of the separate self, creating a space in which grace can enter.

 

Contemplation goes beyond meditation and prayer into a region of pure silence. Here, all effort ceases, all striving stops. The contemplative simply rests in the presence of the Divine, without thought, without image, without desire even for spiritual experience. This is the practice of radical letting-go, of surrendering even the self that seeks. In this nakedness, this poverty of spirit, the soul becomes like a clear window through which the light of the Absolute can shine unobstructed.

 

Ethics, too, plays a crucial role, though it may seem far removed from mystical experience. The cultivation of virtue—compassion, truthfulness, non-violence, generosity—purifies the heart and aligns the soul with the fundamental harmony of existence. Selfishness, cruelty, and deception create turbulence in consciousness, making it impossible for the still, small voice of the Absolute to be heard. By living in accordance with moral principles, the mystic removes the obstacles that block the flow of divine grace. Ethics is not merely a matter of external behavior but of inner transformation, the reshaping of consciousness in the image of the Divine.

 

Yet the mystics warn against a subtle danger: the temptation to seek mystical experiences for their own sake, to treat them as spiritual achievements or as means to power and prestige. Such seeking is itself a form of grasping, an assertion of the ego that must be transcended. The true goal is not the experience but the transformation it brings, not the momentary vision but the permanent reorientation of one's life toward the Divine.

 

The Transformation of Being

 

When authentic mystical experience occurs, it does not leave the individual unchanged. Like a lightning strike that transforms sand into glass, the encounter with the Absolute restructures consciousness at its deepest levels. The effects ripple outward, touching every dimension of the person's life, worldview, and relationships.

 

There emerges a sense of awe and wonder that never entirely fades. The mystic walks through the world with new eyes, perceiving the extraordinary hiding within the ordinary, the infinite dwelling within the finite. A flower becomes a miracle, a breath becomes a prayer, a moment becomes eternity. Where others see only the surface of things, the mystic perceives depth upon depth, each layer revealing yet another dimension of the sacred mystery that permeates all existence.

 

Gratitude and joy arise spontaneously, not as emotional states that come and go, but as fundamental tonalities of being. To have glimpsed the Absolute is to know oneself as utterly gifted, graced beyond all deserving. Existence itself becomes a cause for celebration, for the mystic has discovered that beneath all suffering and struggle, there is a joy that has no opposite, a peace that transcends all understanding. This is not the happiness that depends on circumstances but the bliss that is one's true nature.

 

Paradoxically, this encounter with the supreme reality brings profound humility. The mystic who has touched the Infinite knows the smallness and fragility of the separate self. Yet this humility is not self-deprecation but a realistic assessment of the human condition, combined with compassion for all beings who struggle in the same predicament. Having experienced the dissolution of ego boundaries, the mystic develops a natural empathy, recognizing in every other being the same essential nature, the same spark of the Divine, the same potential for awakening.

 

There comes also a detachment from worldly concerns—not the cold indifference of someone who does not care, but the freedom of someone who is no longer enslaved by desires and fears. Having tasted the nectar of the Absolute, the mystic finds that worldly satisfactions have lost their grip. Wealth, fame, pleasure, success—these no longer compel as they once did. This is not renunciation born of duty or discipline, but a natural falling away, like a snake shedding its skin. The mystic remains engaged with the world, fulfilling necessary duties and responsibilities, but without the desperate grasping and clinging that characterizes ordinary existence.

 

Finally, there emerges a sense of purpose and direction. The mystic returns from the encounter with a mission: to serve, to love, to alleviate suffering, to help others find the path. This is not felt as an obligation imposed from outside but as the natural expression of what has been realized. When one has experienced unity with all beings, service to others becomes service to oneself; when one has known the Divine as the ground of all existence, working for the welfare of creation becomes working for the glory of God.

 

The Invitation to the Infinite

 

The mystical theory of the Absolute stands as a perennial challenge to the assumptions of materialist culture, which sees reality as exhausted by physical processes and human experience as reducible to brain states. It invites us to consider that consciousness is not a mere epiphenomenon of matter but a fundamental feature of reality, perhaps reality's deepest dimension. It suggests that the feeling of separation that characterizes ordinary awareness is not the final truth but a kind of trance from which we might awaken.

 

This is not merely an interesting philosophical speculation but a living invitation—an invitation to undertake the journey ourselves, to test the claims of the mystics in the laboratory of our own consciousness. The path is arduous, requiring commitment, discipline, and the willingness to question our most cherished assumptions about who we are. It demands that we loosen our grip on the familiar and venture into the unknown. It asks us to surrender the illusion of control and open ourselves to possibilities that exceed our current comprehension.

 

Yet the mystics assure us that the effort is worthwhile beyond all measure. For what is at stake is nothing less than the discovery of our true nature, the realization of our deepest identity. We are not, they tell us, merely the small, separate selves we take ourselves to be, buffeted by circumstances, trapped in time, doomed to inevitable dissolution. We are, in our essence, one with the Absolute—that boundless reality that has no beginning and no end, that underlies all appearance, that is the source and substance of all that exists.

 

This truth cannot be grasped by the intellect alone, cannot be learned from books or accepted on authority. It must be realized, lived, embodied. And when it is, the mystics promise, everything changes while nothing changes. The world remains the same, yet it is transfigured. The self remains, yet it is no longer the center of the universe. Life continues with its joys and sorrows, its challenges and triumphs, yet beneath it all there is a stillness, a silence, a peace that cannot be disturbed.

 

In the end, the mystical path is not an escape from reality but a plunge into its depths, not a denial of existence but an affirmation of its ultimate meaning. It is a journey from the surface to the depths, from multiplicity to unity, from ignorance to knowledge, from bondage to freedom. It is the soul's return to its source, the drop's recognition that it is the ocean, the wave's discovery that it is the water.

 

And in that discovery, there is rest.

 

Ο Φωτεινός Δρόμος: Ένα Ταξίδι Προς το Απόλυτο

 

Το Κατώφλι του Μυστηρίου

 

Στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, πέρα από την πολυάσχολη αγορά των σκέψεων και το ανήσυχο θέατρο των επιθυμιών, υπάρχει μια πύλη — αόρατη αλλά αναμφισβήτητη — που ανοίγει σε διαστάσεις της πραγματικότητας για τις οποίες η γλώσσα μόλις και μπορεί να ψιθυρίσει. Αυτή είναι η σφαίρα όπου οι μύστες όλων των εποχών έχουν τολμήσει να εισέλθουν, επιστρέφοντας με διηγήσεις όχι για μακρινές χώρες, αλλά για μια συνάντηση τόσο βαθιά, τόσο συντριπτική στην οικειότητά της, που τα ίδια τα θεμέλια της ατομικότητας τρέμουν και διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

 

Το ταξίδι προς το Απόλυτο δεν αρχίζει με έναν χάρτη, αλλά με μια λαχτάρα — έναν πόνο στην ψυχή που καμία γήινη ικανοποίηση δεν μπορεί να σβήσει. Είναι σαν η ανθρώπινη ψυχή να θυμάται, όσο αμυδρά κι αν είναι, ένα σπίτι που δεν έχει γνωρίσει συνειδητά ποτέ, μια ενότητα από την οποία έχει αποχωριστεί με την ίδια την πράξη της ατομικής ύπαρξης. Αυτή η λαχτάρα δεν είναι αδυναμία, αλλά η υψηλότερη φιλοδοξία της συνείδησης: η παρόρμηση να υπερβεί τα δικά της όρια και να συγχωνευθεί με αυτό που είναι απεριόριστο, αιώνιο και εντελώς πέρα από κάθε κατανόηση.

 

Αυτό που αναζητούν οι μύστες δεν είναι μια ιδέα ή μια έννοια, ούτε μια φιλοσοφική πρόταση που μπορεί να συζητηθεί στους διαδρόμους της λογικής. Αναζητούν επαφή — κατευθείαν, άμεση, μεταμορφωτική επαφή — με το έδαφος όλης της ύπαρξης, την πηγή από την οποία ρέει όλη η ύπαρξη σαν ποτάμι από μια ανεξάντλητη πηγή. Κάποιοι έχουν ονομάσει αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα Θεό, επενδύοντάς την με προσωπικότητα και θέληση. Άλλοι την έχουν αποκαλέσει Μπράχμαν, το αμετάβλητο υπόστρωμα κάτω από τις χορευτικές ψευδαισθήσεις του φαινομενικού κόσμου. Άλλοι πάλι μιλούν για το Τάο, τον ανώνυμο δρόμο που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή για τη Νιρβάνα, το σβήσιμο των πυρκαγιών της πόθησης και της πλάνης. Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα είναι απλώς δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, σκιές που ρίχνονται από ένα φως πολύ λαμπρό για τα μάτια της συνηθισμένης αντίληψης.

 

Η Φύση του Ανεκλάλητου

 

Το να μιλάμε για το Απόλυτο είναι να εμπλεκόμαστε σε ένα παράδοξο, διότι είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η σιωπή πριν από την πρώτη λέξη, το σκοτάδι πριν από το πρώτο φως, το κενό που είναι κατά κάποιο τρόπο πιο γεμάτο από κάθε πληρότητα. Το Απόλυτο υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες με τις οποίες το ανθρώπινο μυαλό οργανώνει την πραγματικότητα: δεν είναι ούτε ύπαρξη ούτε μη-ύπαρξη, ούτε ένα ούτε πολλά, ούτε εδώ ούτε εκεί. Είναι πέρα από τον χρόνο, αλλά όλες οι στιγμές υπάρχουν μέσα του. Είναι πέρα από τον χώρο, αλλά όλοι οι τόποι είναι η κατοικία του. Είναι πέρα από την αλλαγή, αλλά κάθε μεταμόρφωση ξεδιπλώνεται μέσα στην αμετάβλητη παρουσία του.

 

Οι μύστες περιγράφουν το Απόλυτο ως άπειρο — όχι με την μαθηματική έννοια της ατέρμονης επέκτασης, αλλά με την έννοια της απόλυτης πληρότητας, που δεν στερείται τίποτα, δεν οριοθετείται από τίποτα, δεν περιορίζεται από τίποτα. Είναι αιώνιο, όχι ως διάρκεια που εκτείνεται μπροστά και πίσω χωρίς τέλος, αλλά ως ένα άχρονο τώρα στο οποίο το παρελθόν και το μέλλον καταρρέουν σε μια μοναδική, αιώνια παρούσα στιγμή. Είναι αμετάβλητο, όχι ως κάτι παγωμένο ή στατικό, αλλά ως μια ηρεμία τόσο βαθιά που κάθε κίνηση φαίνεται σαν απλά κυματάκια στην επιφάνειά του, χωρίς ποτέ να διαταράσσει την ουσιαστική γαλήνη του.

 

Και όμως, παρά όλη αυτή την υπέρβαση, το Απόλυτο δεν είναι μακρινό ή ξεχωριστό από τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας. Πράγματι, οι μύστες διακηρύσσουν μια αλήθεια που θρυμματίζει τα άνετα όρια μεταξύ ιερού και βέβηλου: το Απόλυτο δεν είναι αλλού αλλά εδώ, όχι τότε αλλά τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο αλλά στο ίδιο το έδαφος αυτής της παρούσας στιγμής. Είναι πιο κοντά μας από την ίδια μας την αναπνοή, πιο οικείο από τις ίδιες μας τις σκέψεις, πιο κοντά από τον χτύπο της ίδιας μας της καρδιάς. Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά την μυστική άποψη, δεν είναι ότι είμαστε χωρισμένοι από το Απόλυτο, αλλά ότι αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε την παρουσία του, καλυμμένη όπως είναι από τα παχιά παραπετάσματα της συνήθους αντίληψης και τον ατέλειωτο θόρυβο της νοητικής δραστηριότητας.

 

Η Μαρτυρία της Όρασης

 

Στους αιώνες, μέσα από τον τεράστιο ιστό των ανθρώπινων πολιτισμών και θρησκειών, ορισμένα άτομα έχουν διαπεράσει αυτά τα πέπλα και έχουν αντικρίσει το πρόσωπο του Απόλυτου. Οι μαρτυρίες τους, αν και εκφρασμένες στις συμβολικές γλώσσες των αντίστοιχων παραδόσεών τους, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα — σαν να είχαν όλοι επισκεφθεί την ίδια χώρα και να επέστρεψαν για να την περιγράψουν σε διαφορετικές διαλέκτους.

 

Υπήρχε η Τερέζα, η Ισπανίδα γυναίκα που περπατούσε τους σκονισμένους δρόμους της Καστίλης του δέκατου έκτου αιώνα, η οποία βρέθηκε κατακλυσμένη από μια αγάπη τόσο έντονη που η ίδια η ύπαρξή της έμοιαζε να λιώνει σαν κερί μπροστά σε φλόγα. Στις περιγραφές της για την ένωση με τον Θείο Αγαπημένο, μιλούσε για διάλυση — όχι για την ανυπαρξία του θανάτου, αλλά για μια διάλυση σε κάτι πιο πλατύ και πιο πραγματικό από ό,τι ήταν ποτέ ο ατομικός της εαυτός. Οι εμπειρίες της χαρακτηρίζονταν από αυτό που αποκαλούσε «εσωτερικό κάστρο», ένα τοπίο της ψυχής με πολλά δωμάτια, όπου κάθε ένα έλκει τον προσκυνητή βαθύτερα στο μυστήριο, μέχρι το κέντρο, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο, όπου η ψυχή και ο Θεός γίνονται αδιαίρετοι, συγχωνευμένοι σε μια ένωση πέρα από κάθε περιγραφή.

 

Πέρα από τις τεράστιες αποστάσεις γεωγραφίας και χρόνου, στη ζέστη και το χρώμα της μεσαιωνικής Ινδίας, ζούσε ο Σανκάρα, του οποίου ο διαπεραστικός νους διέκρινε κάτω από την πολλαπλότητα των μορφών μια μοναδική, αδιαίρετη πραγματικότητα. Γι' αυτόν, η συνειδητοποίηση ήταν απόλυτη και κατηγορηματική: ο ατομικός εαυτός, το άτμαν, δεν είναι τίποτε άλλο από το Μπράχμαν, την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάθε φαινομενικός χωρισμός είναι ψευδαίσθηση, μάγια, σαν το σχοινί που περνιέται για φίδι στο αμυδρό φως της άγνοιας. Όταν η γνώση ανατέλλει, το φίδι εξαφανίζεται, όχι επειδή πήγε κάπου, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Έτσι και όταν ο μύστης ξυπνά, τα όρια που φαίνονταν να χωρίζουν τον εαυτό από τον Εαυτό, την ψυχή από τον Θεό, το πλάσμα από τον Δημιουργό, αποκαλύπτονται ως φαντάσματα, και αυτό που απομένει είναι η απλή, συγκλονιστική αναγνώριση: «Εγώ Είμαι Εκείνο».

 

Στις ερήμους και τους κήπους της Περσίας, ο Ρούμι — ποιητής, εραστής, χορευτής — στροβιλιζόταν σε έκσταση, μεθυσμένος όχι από κρασί αλλά από τη μέθη της θείας παρουσίας. Οι στίχοι του ξεχειλίζουν από τη γλώσσα της αγάπης, διότι κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το Απόλυτο δεν είναι μέσω φιλοσοφικής ανάλυσης αλλά μέσω του ανοίγματος της καρδιάς. Στην όρασή του, ο εραστής και ο Αγαπημένος εμπλέκονται σε έναν αιώνιο χορό, και το υπέρτατο μυστικό είναι ότι δεν ήταν ποτέ δύο αλλά πάντα ένας, παίζοντας τον χωρισμό για την καθαρή χαρά της επανένωσης. «Έχω ζήσει στο χείλος της τρέλας», έγραψε, «θέλοντας να γνωρίσω λόγους, χτυπώντας μια πόρτα. Ανοίγει. Χτυπούσα από μέσα!»

 

Στην αυστηρή ομορφιά του ιαπωνικού Ζεν, ο Ντόγκεν δίδασκε ότι ο διαφωτισμός δεν είναι κάτι που αποκτάται αλλά κάτι που συνειδητοποιείται ως ήδη παρών. Το να κάθεται κανείς σε διαλογισμό δεν είναι να ταξιδεύει προς κάποιο μακρινό στόχο αλλά να ενσαρκώνει τη φύση του Βούδα που είναι η αληθινή ουσία του. Σε ένα παράδοξο που ευχαριστιέται να μπερδεύει το λογικό μυαλό, διακήρυξε: «Το να μελετάς τον Δρόμο είναι να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό είναι να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό είναι να διαφωτίζεσαι από όλα τα πράγματα». Σε αυτή την λήθη, υπάρχει μια υπέρτατη ανάμνηση· σε αυτόν τον θάνατο του εγώ, υπάρχει η γέννηση της αληθινής ζωής.

 

Και στα κρύα μοναστήρια της μεσαιωνικής Γερμανίας, ο Μάιστερ Έκχαρτ κήρυττε μια διδασκαλία τόσο ριζοσπαστική που τον έφερε σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μιλούσε για έναν «Θεό πέρα από τον Θεό», μια Θεότητα που υπερβαίνει ακόμα και τον προσωπικό Θεό της συμβατικής θρησκείας. Δίδασκε ότι η ψυχή πρέπει να γίνει κενή, γυμνωμένη από όλες τις προσκολλήσεις, τις επιθυμίες, και ακόμα από την προσκόλλησή της στις ίδιες τις πνευματικές εμπειρίες, ώστε ο Θεός να μπορέσει να γεννηθεί ξανά στα βάθη της ψυχής. «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό», διακήρυξε, «είναι το ίδιο μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει».

 

Οι Ιδιότητες της Μυστικής Συνάντησης

 

Όταν το πέπλο σχίζεται και η ψυχή στέκεται — όσο σύντομα κι αν είναι — στην παρουσία του Απόλυτου, η εμπειρία φέρει ορισμένα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης. Αυτά τα γνωρίσματα έχουν καταγραφεί σε όλες τις παραδόσεις με τέτοια συνέπεια που υποδεικνύουν μια γνήσια φαινομενολογία της μυστικής εμπειρίας.

 

Πρώτον, υπάρχει αυτό που έχει αποκαλεστεί η νοητική ιδιότητα — μια συντριπτική αίσθηση ότι έχει δοθεί γνώση, ότι βαθιές αλήθειες έχουν αποκαλυφθεί όχι μέσω επιχειρημάτων ή αποδείξεων αλλά μέσω άμεσης αντίληψης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να κλονιστεί από αμφιβολία ή συζήτηση, διότι δεν βασίζεται σε πίστη αλλά σε όραση. Είναι σαν να ήταν τυφλός και ξαφνικά να απέκτησε όραση, ή σαν ο κόσμος να είχε θεαθεί μέσα από ένα θολό τζάμι που τώρα έχει γίνει διαφανές.

 

Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η γνώση δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως στους άλλους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανεκλαλητότητα — η εμπειρία αντιστέκεται στη μετάφραση σε λέξεις και έννοιες. Η γλώσσα, που εξελίχθηκε για να περιγράφει τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας, καταρρέει όταν αντιμετωπίζει πραγματικότητες που υπερβαίνουν υποκείμενο και αντικείμενο, χρόνο και χώρο, εαυτό και άλλο. Ο μύστης παλεύει να μεταδώσει αυτό που έχει δει, καταφεύγοντας σε ποίηση, παράδοξο και συμβολισμό, γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά είναι μόνο χονδροειδείς προσεγγίσεις, χειρονομίες προς μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με λόγια.

 

Σχετικό με αυτό είναι η ιδιότητα της παραδοξότητας — η εμπειρία φαίνεται να περιλαμβάνει αντιφάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής. Ο μύστης μπορεί να μιλά για κενό που είναι πληρότητα, για σκοτάδι που είναι φως, για σιωπή που είναι ήχος, για θάνατο που είναι ζωή. Αυτά δεν είναι λάθη σκέψης αλλά προσπάθειες να περιγραφεί μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις κατηγορίες είτε-είτε της λογικής σκέψης. Το Απόλυτο περιλαμβάνει και υπερβαίνει όλα τα αντίθετα· είναι πέρα από την εμβέλεια του διακριτικού νου.

 

Η μυστική εμπειρία χαρακτηρίζεται επίσης από παροδικότητα — δεν διαρκεί. Όσο βαθιά και μεταμορφωτική κι αν είναι, η συνάντηση ξεθωριάζει. Ο μύστης επιστρέφει στην συνηθισμένη συνείδηση, αν και για πάντα αλλαγμένος από αυτό που έχει αντικρίσει. Είναι σαν να είχε δοθεί μια σύντομη επίσκεψη σε μια πατρίδα από την οποία είχε εξοριστεί εδώ και καιρό, μόνο για να σταλεί πίσω στη ξένη γη της καθημερινής ύπαρξης. Ωστόσο, η ανάμνηση παραμένει, ένα φλεγόμενο κάρβουνο στην καρδιά, μια πυξίδα που συνεχίζει να προσανατολίζει την ψυχή προς τον αληθινό της βορρά.

 

Τέλος, υπάρχει η ιδιότητα της παθητικότητας — η εμπειρία δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ή να ελέγξει. Έρχεται ως χάρη, ως δώρο, απρόσκλητη και απροσδόκητη. Ο μύστης μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος μέσω πνευματικών πρακτικών, να αφαιρέσει εμπόδια και να καλλιεργήσει δεκτικότητα, αλλά η τελική επίτευξη δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι σαν να περίμενε κανείς στην πόρτα, και ξαφνικά η πόρτα να ανοίγει από την άλλη πλευρά. Η ψυχή αρπάζεται, υψώνεται, μεταφέρεται σε διαστάσεις που δεν μπορούσε να φτάσει με τις δικές της προσπάθειες.

 

Οι Πρακτικές της Προετοιμασίας

 

Αν και η μυστική συνάντηση τελικά υπερβαίνει όλες τις μεθόδους και τεχνικές, οι παραδόσεις σοφίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ότι ορισμένες πρακτικές προετοιμάζουν το έδαφος της συνείδησης για τον σπόρο της θείας εμπειρίας. Αυτές δεν είναι μηχανικές διαδικασίες που εγγυώνται αποτελέσματα, αλλά πειθαρχίες που καθαρίζουν την επίγνωση και βαθαίνουν την δεκτικότητα.

 

Ο διαλογισμός στέκεται ως μία από τις κύριες οδούς. Στην ηρεμία του διαλογισμού, ο ασκούμενος μαθαίνει να παρατηρεί την ασταμάτητη δραστηριότητα του νου — τις σκέψεις που αναδύονται και παρέρχονται σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσης. Σταδιακά, μέσω υπομονετικής πρακτικής, ανακαλύπτει κανείς ότι δεν ταυτίζεται με αυτές τις σκέψεις, ότι υπάρχει μια μαρτυρούσα παρουσία που παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο που παρατηρεί. Καθώς ο νους ηρεμεί, σαν ιζήματα σε ένα βάζο με νερό που έχει σταματήσει να ταρακουνιέται, αναδύεται μια διαύγεια. Σε αυτή τη διαύγεια, μπορεί να προκύψουν ματιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας, υπονοούμενα του Απόλυτου που υποβαστάζει και υπερβαίνει το παιχνίδι των νοητικών φαινομένων.

 

Η προσευχή, στην βαθύτερη έννοιά της, δεν είναι απλή ικεσία ή συνομιλία με έναν Θεό φανταζόμενο ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Είναι ένα άνοιγμα της καρδιάς, μια έκθεση του εαυτού ευάλωτου και δεκτικού στην θεία παρουσία. Στην προσευχή, η ψυχή χύνεται σε αφοσίωση, ευγνωμοσύνη και λαχτάρα. Είναι μια σχέση, ένας διάλογος που σταδιακά αποκαλύπτεται ως μονόλογος, διότι αυτός που προσεύχεται και Εκείνος στον Οποίο απευθύνεται η προσευχή ανακαλύπτονται, στην τελική ανάλυση, να μην είναι δύο αλλά ένας. Η προσευχή διαλύει τα όρια του ξεχωριστού εαυτού, δημιουργώντας χώρο όπου η χάρη μπορεί να εισέλθει.

 

Η θεώρηση υπερβαίνει τον διαλογισμό και την προσευχή σε μια περιοχή καθαρής σιωπής. Εδώ, κάθε προσπάθεια παύει, κάθε αγώνας σταματά. Ο θεωρητικός απλώς αναπαύεται στην παρουσία του Θείου, χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς επιθυμία ακόμα και για πνευματική εμπειρία. Αυτή είναι η πρακτική της ριζικής απελευθέρωσης, της παράδοσης ακόμα και του εαυτού που αναζητά. Σε αυτή την γύμνια, αυτή την πτωχεία πνεύματος, η ψυχή γίνεται σαν ένα καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Απόλυτου μπορεί να λάμψει ανεμπόδιστα.

 

Η ηθική επίσης παίζει κρίσιμο ρόλο, αν και μπορεί να φαίνεται μακριά από την μυστική εμπειρία. Η καλλιέργεια της αρετής — συμπόνια, αληθοφάνεια, μη-βία, γενναιοδωρία — καθαρίζει την καρδιά και ευθυγραμμίζει την ψυχή με την θεμελιώδη αρμονία της ύπαρξης. Ο εγωισμός, η σκληρότητα και η απάτη δημιουργούν αναταραχή στη συνείδηση, καθιστώντας αδύνατο να ακουστεί η ήρεμη, μικρή φωνή του Απόλυτου. Ζώντας σύμφωνα με ηθικές αρχές, ο μύστης αφαιρεί τα εμπόδια που εμποδίζουν τη ροή της θείας χάριτος. Η ηθική δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά εσωτερικής μεταμόρφωσης, της διαμόρφωσης της συνείδησης κατ' εικόνα του Θείου.

 

Ωστόσο, οι μύστες προειδοποιούν για έναν λεπτό κίνδυνο: τον πειρασμό να αναζητά κανείς μυστικές εμπειρίες για χάρη τους, να τις αντιμετωπίζει ως πνευματικά επιτεύγματα ή ως μέσα για δύναμη και κύρος. Τέτοια αναζήτηση είναι από μόνη της μια μορφή αρπαγής, μια διεκδίκηση του εγώ που πρέπει να υπερβεί. Ο αληθινός στόχος δεν είναι η εμπειρία αλλά η μεταμόρφωση που φέρνει, όχι η στιγμιαία όραση αλλά ο μόνιμος επαναπροσανατολισμός της ζωής προς το Θείο.

 

Η Μεταμόρφωση της Ύπαρξης

 

Όταν συμβαίνει γνήσια μυστική εμπειρία, δεν αφήνει το άτομο αμετάβλητο. Σαν κεραυνός που μετατρέπει την άμμο σε γυαλί, η συνάντηση με το Απόλυτο αναδομεί τη συνείδηση στα βαθύτερα επίπεδά της. Τα αποτελέσματα κυματίζονται προς τα έξω, αγγίζοντας κάθε διάσταση της ζωής, της κοσμοθεωρίας και των σχέσεων του ατόμου.

 

Αναδύεται μια αίσθηση δέους και θαυμασμού που ποτέ δεν ξεθωριάζει εντελώς. Ο μύστης περπατά στον κόσμο με νέα μάτια, αντιλαμβανόμενος το εξαιρετικό που κρύβεται μέσα στο συνηθισμένο, το άπειρο που κατοικεί μέσα στο πεπερασμένο. Ένα λουλούδι γίνεται θαύμα, μια αναπνοή γίνεται προσευχή, μια στιγμή γίνεται αιωνιότητα. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, ο μύστης αντιλαμβάνεται βάθος επί βάθους, κάθε στρώμα αποκαλύπτει μια ακόμα διάσταση του ιερού μυστηρίου που διαπερνά όλη την ύπαρξη.

 

Ευγνωμοσύνη και χαρά αναδύονται αυθόρμητα, όχι ως συναισθηματικές καταστάσεις που έρχονται και παρέρχονται, αλλά ως θεμελιώδεις τόνοι της ύπαρξης. Το να έχει αντικρίσει κανείς το Απόλυτο είναι να γνωρίζει τον εαυτό ως απόλυτα προικισμένο, χαρισμένο πέρα από κάθε αξίωση. Η ίδια η ύπαρξη γίνεται αιτία εορτασμού, διότι ο μύστης έχει ανακαλύψει ότι κάτω από κάθε πάθος και αγώνα, υπάρχει μια χαρά χωρίς αντίθετο, μια ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Αυτή δεν είναι η ευτυχία που εξαρτάται από περιστάσεις αλλά η μακαριότητα που είναι η αληθινή φύση του.

 

Παραδόξως, αυτή η συνάντηση με την υπέρτατη πραγματικότητα φέρνει βαθιά ταπείνωση. Ο μύστης που έχει αγγίξει το Άπειρο γνωρίζει το μικρό και εύθραυστο του ξεχωριστού εαυτού. Ωστόσο αυτή η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης κατάστασης, συνδυασμένη με συμπόνια για όλα τα όντα που παλεύουν στην ίδια κατάσταση. Έχοντας βιώσει τη διάλυση των ορίων του εγώ, ο μύστης αναπτύσσει μια φυσική ενσυναίσθηση, αναγνωρίζοντας σε κάθε άλλο ον την ίδια ουσιαστική φύση, την ίδια σπίθα του Θείου, την ίδια δυνατότητα για αφύπνιση.

 

Έρχεται επίσης μια απόσπαση από κοσμικές ανησυχίες — όχι η κρύα αδιαφορία κάποιου που δεν νοιάζεται, αλλά η ελευθερία κάποιου που δεν είναι πλέον σκλαβωμένος από επιθυμίες και φόβους. Έχοντας γευτεί το νέκταρ του Απόλυτου, ο μύστης βρίσκει ότι οι κοσμικές ικανοποιήσεις έχουν χάσει την λαβή τους. Πλούτος, φήμη, ηδονή, επιτυχία — αυτά δεν τον εξαναγκάζουν πλέον όπως παλιά. Αυτή δεν είναι αποκήρυξη από καθήκον ή πειθαρχία, αλλά μια φυσική αποβολή, σαν φίδι που ρίχνει το δέρμα του. Ο μύστης παραμένει εμπλεγμένος με τον κόσμο, εκπληρώνοντας απαραίτητα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά χωρίς την απελπισμένη αρπαγή και προσκόλληση που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη ύπαρξη.

 

Τέλος, αναδύεται μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια αποστολή: να υπηρετεί, να αγαπά, να απαλύνει τον πόνο, να βοηθά τους άλλους να βρουν τον δρόμο. Αυτό δεν γίνεται αισθητό ως υποχρέωση επιβλημένη από έξω αλλά ως η φυσική έκφραση αυτού που έχει συνειδητοποιηθεί. Όταν κανείς έχει βιώσει ενότητα με όλα τα όντα, η υπηρεσία στους άλλους γίνεται υπηρεσία στον εαυτό· όταν έχει γνωρίσει το Θείο ως το έδαφος όλης της ύπαρξης, η εργασία για την ευημερία της δημιουργίας γίνεται εργασία για τη δόξα του Θεού.

 

Η Πρόσκληση στο Άπειρο

 

Η μυστική θεωρία του Απόλυτου στέκεται ως αιώνια πρόκληση στις υποθέσεις της υλιστικής κουλτούρας, η οποία βλέπει την πραγματικότητα ως εξαντλημένη από φυσικές διεργασίες και την ανθρώπινη εμπειρία ως αναγόμενη σε καταστάσεις εγκεφάλου. Μας προσκαλεί να σκεφτούμε ότι η συνείδηση δεν είναι απλό επακόλουθο της ύλης αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, ίσως η βαθύτερη διάστασή της. Υποδηλώνει ότι το αίσθημα χωρισμού που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη επίγνωση δεν είναι η τελική αλήθεια αλλά ένα είδος έκσταση από την οποία μπορεί να ξυπνήσουμε.

 

Αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική εικασία αλλά μια ζωντανή πρόσκληση — πρόσκληση να αναλάβουμε το ταξίδι οι ίδιοι, να δοκιμάσουμε τις διεκδικήσεις των μυστών στο εργαστήριο της δικής μας συνείδησης. Ο δρόμος είναι κοπιαστικός, απαιτώντας δέσμευση, πειθαρχία και προθυμία να αμφισβητήσουμε τις πιο αγαπημένες μας υποθέσεις για το ποιοι είμαστε. Απαιτεί να χαλαρώσουμε τη λαβή μας στο οικείο και να τολμήσουμε στο άγνωστο. Μας ζητά να παραδώσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να ανοιχτούμε σε δυνατότητες που υπερβαίνουν την τρέχουσα κατανόησή μας.

 

Ωστόσο, οι μύστες μας διαβεβαιώνουν ότι η προσπάθεια αξίζει πέρα από κάθε μέτρο. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανακάλυψη της αληθινής μας φύσης, την συνειδητοποίηση της βαθύτερης ταυτότητάς μας. Δεν είμαστε, μας λένε, απλώς οι μικροί, ξεχωριστοί εαυτοί που θεωρούμε ότι είμαστε, χτυπημένοι από περιστάσεις, παγιδευμένοι στον χρόνο, καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη διάλυση. Είμαστε, στην ουσία μας, ένα με το Απόλυτο — εκείνη την απεριόριστη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που υποβαστάζει κάθε εμφάνιση, που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.

 

Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συλληφθεί από τον νου μόνο, δεν μπορεί να μαθευτεί από βιβλία ή να γίνει αποδεκτή με αυθεντία. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, να βιωθεί, να ενσαρκωθεί. Και όταν γίνει, οι μύστες υπόσχονται, όλα αλλάζουν ενώ τίποτα δεν αλλάζει. Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά μεταμορφώνεται. Ο εαυτός παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το κέντρο του σύμπαντος. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τους θριάμβους της, αλλά κάτω από όλα υπάρχει μια ηρεμία, μια σιωπή, μια ειρήνη που δεν μπορεί να διαταραχθεί.

 

Στο τέλος, ο μυστικός δρόμος δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά βουτιά στα βάθη της, όχι άρνηση της ύπαρξης αλλά επιβεβαίωση της υπέρτατης σημασίας της. Είναι ένα ταξίδι από την επιφάνεια στα βάθη, από την πολλαπλότητα στην ενότητα, από την άγνοια στη γνώση, από την δουλεία στην ελευθερία. Είναι η επιστροφή της ψυχής στην πηγή της, η αναγνώριση της σταγόνας ότι είναι ο ωκεανός, η ανακάλυψη του κύματος ότι είναι το νερό.

 

Και σε αυτή την ανακάλυψη, υπάρχει ανάπαυση.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~