CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
4. The Mystical Journey: Embracing the Silence Within

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
4. Το Μυστικό Ταξίδι: Αγκαλιάζοντας τη Σιωπή Μέσα

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 28 February, 2026

Tuesday, July 5, 2011

Πρωταγόρας, Σοφιστές… Το Αληθινό Πρόσωπο της Σοφίας

Εισαγωγή 
Αλήθειες και ψεύδη για τους Σοφιστές
Αποκατάσταση της αλήθειας για τους Σοφιστές
Οντολογία και Γνωσιοθεωρία στους Σοφιστές
Η Διδασκαλία της Σοφίας
Η Μέθοδος Διδασκαλίας των Σοφιστών
Αποκρυπτογραφώντας την Σκέψη του Γοργία
Επίλογος

Εισαγωγή
Ο όρος «Σοφιστής» (από το «σοφίζομαι») σημαίνει (σύμφωνα με τον αρχηγέτη και κυριότερο εκπρόσωπο των Σοφιστών, Πρωταγόρα) τον «των σοφών επιστήμονα», δηλαδή τον σοφό, τον κάτοχο της σοφίας, τον επιστήμονα (γνώστη) σοφών (σπουδαίων) πραγμάτων… Αυτό δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν προσδιορίσουμε τι εννοούμε όταν λέμε σοφία, σοφά (σπουδαία) πράγματα. Η σοφία (στην πραγματική της σημασία απαιτεί (προϋποθέτει) να έχουμε αυτογνωσία (αντίληψη «αυτού» που αντιλαμβάνεται, δηλαδή του «ποιος» είναι αυτός που αντιλαμβάνεται), να χρησιμοποιούμε θεμελιωμένη γνωσιολογική πράξη, να αντιλαμβανόμαστε ορθά (σύμφωνα με «κάποιους» κανόνες) την πραγματικότητα, και να ιεραρχούμε «σωστά» το περιεχόμενο της πραγματικότητας…
Ο ορισμός της σοφίας (που συναντάμε στα λεξικά) σαν «την ικανότητα κάποιου να αναλύει σε βάθος τα γεγονότα, να συστοιχίζει στοιχεία, να κατανοεί την πραγματικότητα, και να αξιοποιεί την πείρα και τις γνώσεις του παράγοντας λογικές ωφέλιμες κρίσεις και να δίνει σωστές και δίκαιες συμβουλές», είναι ελλιπής, εσφαλμένος, και επιφανειακός, γιατί δεν «απαντάει» στο «ποιός αντιλαμβάνεται», «πως αντιλαμβάνεται» και με ποιους κανόνες καλείται να αναλύσει «αυτό που αντιλαμβάνεται», μιλά αφηρημένα και γενικά για μία ορθή σκέψη… Με άλλα λόγια είναι ελλιπής γιατί δεν έχει οντολογική θεμελίωση, είναι εσφαλμένος γιατί δεν έχει γνωσιολογική επεξήγηση, και είναι επιφανειακός γιατί αναφέρεται μόνο στο περιεχόμενο της αντίληψης, που είναι έξω από τον σκεπτόμενο νου, ασχολείται μόνο με τα «εξωτερικά πράγματα»…
Ούτε μπορεί εξάλλου να χαρακτηριστεί σαν σοφία η «πολυμάθεια», η συσσώρευση πληροφοριών, γιατί η πραγματική σοφία πρέπει να αναφέρεται σε μία δραστηριότητα στην ποιότητα αυτού που αντιλαμβάνεται, και στην ποιότητα της αντίληψής του) κι όχι σε ποσότητα μνήμης (γνώσεων)…
Συμπερασματικά λοιπόν «Σοφός» είναι αυτός που έχει Αυτογνωσία κατά το ανθρωπίνως δυνατό, στέρεα (θεμελιωμένη) γνώση (γνωστική δραστηριότητα), αντίληψη των αιώνιων νόμων της αλήθειας, της δικαιοσύνης, κλπ, και ερμηνεύει την ζωή (την ζωή του, την ζωή των ανθρώπων) κάτω από το «φως» αυτής της προσωπικής αντικειμενικής αντίληψης, και πορεύεται σύμφωνα με αυτή την οδό της γνώσης, της αλήθειας, της αρετής…
Αυτός είναι ο «Σοφός του Πρωταγόρα», των Σοφιστών, ο «Ιδεώδης Άνθρωπος» (που πρέπει να είμαστε… αν δεν είμαστε ήδη), κι αυτή την «Σοφία» πρέπει να επιδιώκουμε, κι αυτή την «Σοφία» (Γνώση, Αλήθεια, Αρετή) πρέπει να διδάσκουμε στους «νέους»…

Αλήθειες και ψεύδη για τους Σοφιστές
Ενώ όμως αυτή είναι η αλήθεια για τον «Σοφό των Σοφιστών», η αντίληψη που επικρατεί μέχρι σήμερα είναι τελείως αντίθετη (και λανθασμένη). Σύμφωνα με αυτή την λανθασμένη αντίληψη «σοφιστής» είναι ο ευρυμαθής δάσκαλος (στην κλασική αρχαιότητα του 5ου π.Χ. αιώνα) που συνήθως ταξίδευε σε διάφορες πόλεις και προσέφερε επί πληρωμή τις γνώσεις του στην φιλοσοφία, την ρητορική, κλπ., επιδιώκοντας συχνά να κάνει τους μαθητές του ικανούς να «πείθουν», ανεξάρτητα από την ορθότητα της άποψής τους… Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από αυτό…
Αυτή η εσφαλμένη αντίληψη ξεκίνησε από τον Πλάτωνα που κατηγόρησε τους Σοφιστές ότι εμπορεύονται την γνώση, ότι δεν κατέχουν αληθινή γνώση αλλά ψευδή γνώση (ελλιπή ή εσφαλμένη), ότι εισάγουν στην γνώση (στην διανοητική επιχειρηματολογία) και στην πολιτική τον παραλογισμό (την αντιλογική), κι ότι κατευθύνουν λάθος τους νέους ανθρώπους στην ζωή, στην πολιτική, στους τρόπους…
Ασφαλώς όλοι οι Σοφιστές, στην εποχή του Πλάτωνα δεν είναι ίδιοι ούτε ομονοούσαν, ούτε ομοφωνούσαν… Όμως ο Πλάτωνας, «αγνοώντας συνειδητά» το «αληθινό πρόσωπο» του Σοφιστή (τον Σοφό, Αληθινό, Ενάρετο, Άνθρωπο), στον Πρωταγόρα, στον Ιππία, στον Γοργία, θεωρούσε όλους τους Σοφιστές «ψευδοφιλοσόφους», εμπόρους της γνώσης, διαστρεβλωτές της ορθής διανόησης, ανήθικους, κλπ… Σε αυτούς τους ψευδοφιλοσόφους σοφιστές (που βρίσκονται όμως μόνο μέσα στην σκέψη του Πλάτωνα) «αντιπαραθέτει» τον «Σοφό Σωκράτη» σαν αντίποδα… Ήταν όμως άδικος.
Η αντίληψη του Πλάτωνα επηρέασε όλη την αρχαιότητα, και τον Αριστοτέλη, και τους μετέπειτα έλληνες, μέχρι σήμερα… Στην πραγματικότητα όμως ο Σοφός, ο Σοφός των Σοφιστών, όπως τον προσδιορίσαμε πιο πάνω, δεν διαφέρει σε τίποτα από τον Σοφό Σωκράτη του Πλάτωνα. Και μάλιστα ο Σωκράτης είναι ο Μεγαλύτερος των Σοφιστών (με την καλή έννοια που προσδιορίσαμε πιο πάνω)… Οι «σοφιστές» του Πλάτωνα δεν θα μπορούσαν παρά να είναι κάποιοι (σαν τον Ευθύδημο και τον Διονυσόδωρο) που στο όνομα της Σοφιστικής και χωρίς αληθινή σοφία, εκμεταλλεύονταν τους συνανθρώπους τους… Οι Αληθινοί Σοφιστές δεν είχαν καμία σχέση με αυτούς τους ψευδοφιλοσόφους…
Πολλούς αιώνες μετά, ο Χέγκελ (κι αργότερα ο Γκρόουτ) προσπάθησε να ανατρέψει αυτή την εικόνα του Πλάτωνα για τους Σοφιστές και να τους επανεισαγάγει στην ιστορία της φιλοσοφίας… Αλλά ακόμα μέχρι σήμερα υπάρχει άγνοια και σύγχυση για το ποιοι ήταν τελικά οι Σοφιστές, ο Πρωταγόρας, ο Ιππίας, ο Γοργίας, και ποια «Σοφία» δίδασκαν…

Αποκατάσταση της αλήθειας για τους Σοφιστές
Όπως θα αποδείξουμε πιο κάτω, οι Σοφιστές ήταν Αληθινοί Σοφοί (κι όχι ψευδοφιλόσοφοι όπως έλεγε ο Πλάτωνας) κι όλες οι κατηγορίες του Πλάτωνα εναντίον τους μπορούν να ανασκευαστούν.
1) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές ήταν έμποροι γνώσης είναι πολύ επιπόλαιη και επιφανειακή. Μήπως ο ίδιος ο Πλάτωνας δεν είχε αποδεχτεί τον (ανήθικο) θεσμό της ιδιοκτησίας, της κατοχής πλούτου; Δεν ήταν κάτοχος πλούτου, δεν είχε στην ιδιοκτησία του κτήμα δίπλα στον δημόσιο κήπο της Ακαδημίας; Ή μήπως ο Αριστοτέλης για παράδειγμα, όταν δίδασκε τον Αλέξανδρο τον γιό του Φιλίππου αρκούνταν σε ένα πιάτο φαγητό, χωρίς άλλη αμοιβή; Το να «λειτουργείς» σε μία κοινωνία σύμφωνα με θεσμούς της κοινωνίας (με τους οποίους μπορεί να μην συμφωνείς) σε τι είναι επιλήψιμο; Οι Σοφιστές μπορεί να λειτουργούσαν σύμφωνα με τους θεσμούς της κοινωνίας αλλά συχνά έκαναν κριτική σε θεσμούς όπως η ιδιοκτησία, ο πλούτος, κλπ. Ανήθικο θα ήταν να μην έλεγχαν τους θεσμούς όχι να λειτουργούν (αναγκαστικά, για να επιβιώσουν) σύμφωνα με τα θεσμοθετημένα… Άλλωστε δεν είχαν φτιάξει αυτοί τους θεσμούς…
2) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές δεν κατείχαν αληθινή  σοφία και γνώση είναι επίσης ψεύτικη και άδικη. Θα το αποδείξουμε πιο κάτω.
3) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές δεν είχαν Βαθιά Σοφία, δεν είχαν Μεταφυσικές Βάσεις στις αντιλήψεις τους κι ασχολούνταν μόνο με την διανοητική αντιλογία, την πολιτική, ή την ρητορική, και μάλιστα με μη-θεμελιωμένο τρόπο είναι επίσης ψεύτικη κι άδικη και θα το αποδείξουμε πιο κάτω.
4) Η πραγματικότητα είναι ότι οι Σοφιστές ήταν ισάξιοι (το ίδιο Μεγάλοι Σοφοί) με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, και τους άλλους έλληνες σοφούς…

Οντολογία και Γνωσιοθεωρία στους Σοφιστές
1) Ο Πρωταγόρας (κι οι Σοφιστές) ξεκινούν (τον φιλοσοφικό στοχασμό τους) από το ολοφάνερο, το αυτονόητο: Ο άνθρωπος (ο παρών άνθρωπος, ο τυχαίος αλλά συγκεκριμένος άνθρωπος, όχι ο άνθρωπος σαν γένος), σαν ύπαρξη (και σαν συνείδηση, σαν αντίληψη) καταρχήν (και χωρίς περαιτέρω διερεύνηση για την «φύση του ανθρώπου») αποτελεί Προϋπόθεση κάθε Αντίληψης της Αλήθειας. Αν δεν υπήρχε ο άνθρωπος (δεν θα υπήρχε κανείς για να αναρωτηθεί για την Αλήθεια) δεν θα ετίθετο θέμα Αλήθειας. Μετά, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια Αλήθεια (αντικειμενική), έξω από τον άνθρωπο (τον παρόντα, τυχαίο άνθρωπο), δεν μπορεί να μην ληφθεί υπ’ όψιν ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται (με όποιο τρόπο αντιλαμβάνεται) ούτε να αγνοηθούν οι όροι με τους οποίους αντιλαμβάνεται αυτή την έξωθεν αλήθεια… αφού τελικά είναι ο άνθρωπος που πρέπει να αντιληφθεί (αυτό είναι που μας ενδιαφέρει)… Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος (ο παρών, ο τυχαίος άνθρωπος καταρχήν) είναι (σαν ύπαρξη) προϋπόθεση για να θεμελιωθεί οποιαδήποτε δυνατότητα και διαδικασία γνώσης, οποιαδήποτε Αλήθεια. Αυτό είναι κάτι ολοφάνερο, αυτονόητο, αλλά πολλοί άνθρωποι, ακόμα και «σκεπτόμενοι» επιμένουν να το αγνοούν. Όλοι οι «δογματικοί» ξεκινούν από «γενικές αρχές» για να φτάσουν απαγωγικά στον άνθρωπο, ενώ το αντίθετο θα έπρεπε να γίνεται. Αυτό το επισήμαναν πρώτοι οι Σοφιστές. Πολλούς αιώνες μετά οι σύγχρονοι υπαρξιστές ξαναγύρισαν πίσω στην ολοφάνερη και αυτονόητη θέση των Σοφιστών… Έτσι ο Πρωταγόρας καταλήγει, τελείως φυσικά, (στο σύγγραμμά του «Αλήθεια ή Καταβάλλοντες») στην γνωστή φράση του: «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν». Αυτή είναι η Πρώτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

2) Αλλά τι είναι άνθρωπος (κατά τον Πρωταγόρα); Ο άνθρωπος, σαν ύπαρξη, ο παρών, τυχαίος, άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος τι είναι; Προφανώς ο «Άνθρωπος στην Ουσία του», αυτό που είναι πραγματικά, είναι κάτι αντικειμενικό, κι ανεξάρτητο από την όποια τυχαία αντίληψη έχει ο ίδιος ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Αλλά και η «συγκροτημένη αντίληψη» που έχει ο άνθρωπος (ο τυχαίος άνθρωπος) για τον εαυτό του (δηλαδή όλες οι υποκειμενικές συγκροτήσεις) είναι επίσης ένα «αντιληπτικό γεγονός» το οποίο εκδηλώνεται στην ύπαρξη και λειτουργεί στην ζωή. Οφείλουμε λοιπόν να «διακρίνουμε» τον Αληθινό Φυσικό Αντικειμενικό Άνθρωπο (σαν Ύπαρξη, Ψυχική Οντότητα, Αντίληψη, κλπ) από την όποια υποκειμενική διαμόρφωση αυτού του ανθρώπου (αυτό που ονομάζουμε «προσωπικότητα»), Αυτή είναι η Δεύτερη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

3) Έτσι όμως οδηγούμαστε ξανά στο αρχικό ερώτημα: Τελικά ποιος είναι ο Αληθινός Άνθρωπος; Αληθινός άνθρωπος είναι ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος, ο Ιδεώδης Άνθρωπος, που Οφείλουμε να Γνωρίσουμε μέσα από την Διαδικασία της Αυτογνωσίας, για να μπορέσουμε να θεμελιώσουμε έτσι την Ύπαρξή μας, την Δυνατότητα και την Βεβαιότητα της Γνώσης μας, την Γνησιότητα της Αλήθειας μας, την Ακεραιότητα της Αρετής μας, την Ολοκλήρωση της Ενάρετης Πράξης… Αληθινός άνθρωπος δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, ο υποκειμενικά διαμορφωμένος άνθρωπος… αυτός ο άνθρωπος είναι «αμαθής» και χρειάζεται (φιλοσοφική) παιδεία…
Για τον Πρωταγόρα άνθρωπος είναι ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος (όπως θα αποδείξουμε πιο κάτω), ο Ιδεώδης άνθρωπος. Μόνο έτσι έχει νόημα η Αυτογνωσία, μόνο έτσι μπορεί να θεμελιωθεί μία Οντολογία, να δομηθεί μία Γνωσιοθεωρία, και να δικαιολογηθεί μία Αντικειμενική  Γνώση και μία Πανανθρώπινη Αρετή (Αγαθότητα, Δικαιοσύνη, κλπ). Μόνο έτσι έχει νόημα η Διδασκαλία της Γνώσης που πρέπει να μας Οδηγήσει να Γνωρίσουμε την Αληθινή Φύση μας, που πρέπει να μας οδηγήσει στην Αλήθεια, στην Αρετή… Η Διδασκαλία της Σοφίας (με αυτή την έννοια) είναι Δραστηριότητα Αυτογνωσίας, Πράξη Γνώσης (της Φύσης μας), Πράξη Αρετής… η Διδασκαλία της Σοφίας δεν είναι μετάδοση γνώσεων, πληροφοριών.
Αντίθετα, αν πιστέψουμε (λανθασμένα) ότι ο Πρωταγόρας άνθρωπο εννοεί τον απλό τυχαίο άνθρωπο της παρούσης στιγμής (τον «αμαθή» άνθρωπο) στην υποκειμενική του διαμόρφωση τότε καταλήγουμε στον απόλυτο υποκειμενισμό, στον διανοητικό σχετικισμό, αλλά και στον ατομικισμό αντιλήψεων και αισθήσεων. Καθένας ζει στον δικό του κόσμο, καθίσταται αδύνατη η «ανάπτυξή» του με περισσότερη γνώση, δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, και δεν έχει νόημα καμία «διδασκαλία» της γνώσης ή της αρετής. Όχι πως δεν υπάρχει υποκειμενισμός και σχετικότητα στην διανόηση, την αντίληψη και τις αισθήσεις… αλλά επειδή ακριβώς υπάρχουν αυτά τα φαινόμενα υπάρχει απόλυτη ανάγκη να ανυψωθούμε σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης και θεώρησης της πραγματικότητας. Έτσι καθίσταται απολύτως απαραίτητη η «Διδασκαλία του ανθρώπου (του «αμαθή» ανθρώπου). Κι αυτό ακριβώς το Έργο ανέλαβαν να πραγματοποιήσουν οι Σοφιστές.
Η Αυτογνωσία, (κατά την ρήση του Χείλωνα του Λακεδαιμόνιου το «Γνώθι σαυτόν» που ήταν χαραγμένο στην κύρια πύλη του Ιερού Χώρου των Δελφών, αλλά και σε άλλα σημεία), είναι η Τρίτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

4) Αυτογνωσία σημαίνει να Γνωρίσουμε τον Αληθινό Φυσικό Άνθρωπο (που είμαστε), την Αληθινή Ουσία του Ανθρώπου (που είμαστε)… Έχοντας σαν Φόντο την Ορφική Παράδοση που διαποτίζει όλη την ελληνική σκέψη, τα Ελευσίνια Μυστήρια, όλη την Φιλοσοφική Παράδοση των Προσωκρατικών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Πρωταγόρας (κι οι άλλοι Σοφιστές) αναζητώντας την Αληθινή Ουσία του Ανθρώπου, Αναζητούν τον Άνθρωπο σαν Οντότητα, σαν Ψυχή, σαν Συνείδηση, σαν Νου, σαν Αντίληψη… δηλαδή σαν μία Μεταφυσική Ουσία…
Ήδη όμως η Ψυχή (και από τους Ορφικούς, και από τους Μύστες των Μυστηρίων, και από τους άλλους Μεγάλους Φιλοσόφους) είχε προσδιορισθεί σαν Ζωντανή Συνειδητή Αρχή, Άυλη, «χωρίς ιδιότητες» (η Ψυχή Καθεαυτή) που όμως «διαμορφώνεται» εξαιτίας της σχέσης της με το σώμα, συγκροτώντας μία υλική ψυχή, μία ψυχοσωματική λειτουργία. Οι «αμαθείς» άνθρωποι, λειτουργούν όχι στο ανώτερο επίπεδο (σαν Καθαρή Ψυχή) αλλά στο κατώτερο επίπεδο των ψυχοσωματικών διαδικασιών… γι’ αυτό και χρειάζονται (φιλοσοφική) παιδεία… Έτσι με αυτή την έννοια οι Σοφιστές μεταφέρουν την Ορφική Παράδοση, και την Ουσία των Μυστηρίων, σε απλή, συστηματική, καθοδήγηση, προκειμένου να διαμορφώσουν ολοκληρωμένους ανθρώπους και κατ’ επέκταση καλούς πολίτες… Η Γνώση της Αληθινής Ουσίας της Ψυχής (σαν Δραστηριότητα, σαν Πράξη) είναι η Τέταρτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

5) Για να φτάσει λοιπόν ο Σοφός (ο Πρωταγόρας) στον Αληθινό Φυσικό Άνθρωπο μέσω της Αυτογνωσίας, στην Αληθινή Ουσία, στον Εσώτερο Εαυτό (στην Ψυχή), κι έτσι, πάνω σε μία Στέρεα Οντολογική Βάση να δομήσει μία Ασφαλή Γνωσιολογία, μία Βέβαιη Γνώση, και Βασικές Ηθικές Αρχές που θα στηρίξουν τον βίο… θα πρέπει να ελέγξει όλες τις ψυχοσωματικές δραστηριότητες (της υλικής ψυχής) ως προς την αλήθεια τους, (κατά πόσο δηλαδή μπορούν να μας δώσουν ασφαλή γνώση)…
α) οι αισθήσεις από την φύση τους είναι ατομικές και σχετικές και δεν μπορούν να αποτελούν ασφαλές θεμέλιο γνώσης.
β) Προσωπικά αισθήματα και αντιλήψεις είναι υποκειμενικά και σχετικά,  αλλά και κοινωνικά ήθη και θεσμοί είναι επίσης δημιουργήματα των ανθρώπων (και κατά συνθήκη αποδεκτά) και δεν έχουν καμία αντικειμενική βάση.
γ) Ακόμα και στο επίπεδο της διανόησης δεν υπάρχει καμία αντικειμενική και ασφαλής αλήθεια. Η λογική μπορεί να υποστηρίξει με επιχειρήματα τόσο μία άποψη όσο και η αντίθετή της. Η εισαγωγή της αντιλογικής, η τέχνη να παρουσιάζεται το ίδιο θέμα και ως ορθό και ως ψευδές, είχε  σκοπό απλά και μόνο να κάνει εμφανή την διττότητα της σκέψης, την διπλή όψη της λογικής (Μήπως ακόμα και σήμερα σε ένα δικαστήριο το ίδιο περιστατικό δεν ερμηνεύεται διαφορετικά και ίσως αντίθετα από την κατηγορούσα και την υπερασπιστική αρχή;).
Το τελικό συμπέρασμα λοιπόν είναι πως ούτε οι αισθήσεις, ούτε προσωπικές αντιλήψεις και ήθη και θεσμοί, ούτε καν η διανόηση μπορεί να οδηγήσει στην Αλήθεια, σε μία ασφαλή γνώση. Τότε;
Μόνο όταν ο άνθρωπος αναζητήσει και αποκτήσει Αληθινή Αυτογνωσία, Γνώση της Αληθινής Ουσίας του, της Μεταφυσικής Αρχής του, της Ψυχής (σαν Καθαρής ουσίας, κι όχι (μέσω των ψυχοσωματικών λειτουργιών) σαν διαμορφωμένης (λόγω ακριβώς των σχέσεων με το σώμα) αντίληψης του εαυτού… μπορεί να Είναι (να Γίνει και να Ονομαστεί) Αληθινός Άνθρωπος. Η Αποκάλυψη της Αληθινής Ουσίας (του Είναι), πέρα από την σχετικότητα των αισθήσεων, πέρα από την σχετικότητα της αντίληψης, πέρα από την διττότητα του νου, αποκαλύπτει Μία Ουσία που «μετέχει» ή «μοιάζει» του «θείου», «Μία Ουσία χωρίς ιδιότητες», Μία Ουσία (που εξαιτίας ακριβώς της απουσίας χαρακτηριστικών) οδηγεί στην Αντίληψη του Ενός (της Μίας Ουσίας, της Ενότητας), της Ταυτότητας, της Ισότητας των όντων…
Πάνω σε αυτή την Καθαρή Οντολογική Βάση (που Φτάνουμε με την Αυτογνωσία) μπορεί να στηριχθεί η Αληθινή Γνώση. Αυτή η Γνώση που έχει σαν Περιεχόμενο το Είναι (την Ενότητα, την Ταυτότητα, την Ισότητα, κλπ) είναι η Αλήθεια. Πάνω σε Αυτή την Αλήθεια μπορεί να οικοδομηθεί η Αρετή που κύρια έκφρασή της είναι, στον κόσμο της δράσης, η Δικαιοσύνη, με συνακόλουθες όλες τις άλλες αρετές…
Η Καλλιέργεια της Αυτογνωσίας, η Γνώση του Αληθινού Όντος, του Είναι (σαν Αποτέλεσμα της Διαδικασίας της Αυτογνωσίας) είναι η Πέμπτη Αρχή της Σοφίας των σοφιστών.

6) Η Αναγκαιότητα της Αυτογνωσίας οδηγεί φυσιολογικά στην Διδασκαλία της Αληθινής Γνώσης, της Αληθινής Αρετής, της Ολοκληρωμένης Πράξης. Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο όχι μόνο γίνεται κατανοητή η διδασκαλία της Γνώσης, της Αρετής, αλλά και κρίνεται αναγκαία η Διδασκαλία αυτή για την διαμόρφωση των νέων και την δημιουργία μίας πιο ώριμης και πιο δίκαιης κοινωνίας ανθρώπων.
Έτσι όχι μόνο ο Πρωταγόρας κι οι Σοφιστές κατέχουν, και μιλούν για, και διδάσκουν την Αληθινή Ουσία, αλλά και αποτελούν τους αληθινούς διαφωτιστές του ανθρώπου και της κοινωνίας. Έτσι καταρρίπτονται όλες οι κατηγορίες του Πλάτωνα και των άλλων εναντίον τους. Σκοπός του Σοφιστή (Πρωταγόρα) είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο να γίνει ο Ιδεώδης Άνθρωπος, ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος που θα Αναζητήσει σε Βαθύτερο Οντολογικό Πεδίο την Αλήθεια και την Γνώση και θα στηρίξει την πράξη του… κι όχι στο επιφανειακό επίπεδο της αίσθησης, της αντίληψης ή των θεσμών, ή της διττής σκεπτοδιαδικασίας… Ο Σοφιστής (Πρωταγόρας) θέλει να  φτιάξει ολοκληρωμένους ανθρώπους που θα είναι ικανοί να δημιουργήσουν μία αληθινή (δίκαιη) κοινωνία ανθρώπων… Μήπως ο Πλάτωνας δεν ήθελε μία ιδανική πολιτεία με ιδανικούς ανθρώπους; Πως μπορούσε να κατηγορεί τους Σοφιστές;…
Αυτή η Διδασκαλία της Σοφίας, είναι η Έκτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

7) Βεβαίως η Αναζήτηση της Αυτογνωσίας, η Προσπάθεια να στηριχθεί ο άνθρωπος στην Αληθινή Μεταφυσική Αρχή του, πέρα ακόμα και από την διττότητα της σκέψης οδηγεί αναγκαστικά στην σύγκρουση με όλα τα καθιερωμένα. Πρέπει να συγκρουστούμε (ο Σοφιστής, κι ο καθένας μας), όχι μόνο με τις κατώτερες δράσεις της (υλικής) ψυχής (αισθήσεις, αντιλήψεις, διττή σκέψη) αλλά και με την ίδια την κοινότητα που συχνά στηρίζεται σε αντί-φυσικούς και αντί-ανθρωπίνους θεσμούς, ακόμα και παράλογους θεσμούς.
Με αυτή την έννοια η κριτική πολιτισμού που ασκούσαν οι Σοφιστές αφορά όλα τα πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης, την εξωτερική πολιτική ζωή, θεσμούς, αντιλήψεις, θρησκευτικές πεποιθήσεις και πράξεις, τα πάντα. Όλα αυτά, δεν είναι «φύσει» (ιερά και απαραβίαστα) αλλά γέννημα της σύμβασης («νόμω», «θέσει»), άρα μπορούν να αλλάξουν και να βελτιωθούν… Όλα θεωρούνται απλά ανθρώπινα δημιουργήματα, όλα είναι υπό έλεγχο, υπό αίρεση. Όλα μπορούν να αναθεωρηθούν και ο άνθρωπος και η κοινωνία να ξεκινήσουν από μηδενική βάση. Μία τέτοια ανατρεπτική θεώρηση δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί χωρίς ισχυρές μεταφυσικές βάσεις. Η κατά φύσιν ύπαρξη, το κατά φύσιν ζειν, η αληθινή αρετή, αποτελούν την προϋπόθεση, όχι μόνο για την ολοκλήρωση του ανθρώπου, αλλά και για την κοινωνική οργάνωση μίας δίκαιης πολιτείας. Αυτή η φιλοσοφία (η κριτική) πολιτισμού είναι η Έβδομη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

Η Διδασκαλία της Σοφίας
Ο Πραγματικός Σκοπός της Διδασκαλίας του Πρωταγόρα (και των Σοφιστών, τουλάχιστον των Αληθινών Σοφιστών, κι όχι των κακών μιμητών τους) ήταν να οδηγήσει τον άνθρωπο στην Αυτογνωσία. Μόνο όταν ο άνθρωπος νοιώσει (δεν έχει σημασία σε ποιο βαθμό) την Στέρεα Βάση του Είναι, της Ψυχής (που είναι Θεία Ουσία, μετέχει του Θείου), μία αντίληψη απαλλαγμένη  από την ταλάντευση της ανθρώπινης σκέψης, τότε μόνο μπορεί να υπάρξει (και να αποδειχτεί ότι υπάρχει) δυνατότητα γνώσης, μόνο τότε μπορούν να θεμελιωθούν οι βασικές ηθικές αρχές (αιώνιες, πανανθρώπινες), και μόνο τότε μπορεί να υποδειχτεί στον άνθρωπο ο αληθινός προορισμός του, ένας σκοπός στην ζωή και στην δράση του… ένας σκοπός που στηρίζεται, αντλείται από, κι αναδεικνύεται κι ολοκληρώνεται στο Βάθος της Ουσίας του…
Αν ο άνθρωπος δεν είναι ολοκληρωμένος (στο μέτρο που μπορεί να είναι ο καθένας) βρίσκεται χαμένος μέσα στον λαβύρινθο της διττής σκέψης, στην αυθαιρεσία της αντίληψης και των θεσμών, στο χάος της εξωτερικής και κακό-οργανωμένης ζωής…
Η Αληθινή Ανθρώπινη Φύση Αποκαλύπτεται στο Βάθος της, Θεία, Αγαθή, Ολοκληρωμένη. Η Ηθική που πηγάζει από αυτή την Φύση («φύσει») έχει σαν Βάση της το Αγαθό, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, την Ενότητα, κλπ… κι από εδώ πηγάζουν όλες οι άλλες αρετές. Η ηθική κι η αρετή που θεμελιώνονται από τους ανολοκλήρωτους ανθρώπους της ανθρώπινης κοινωνίας, είναι δημιουργήματα της ανθρώπινης (διττής) λογικής και συχνά αυτές οι («νόμω», «θέσει») αρχές, αυτοί οι θεσμοί, είναι αυθαίρετοι κι άδικοι. Γι’ αυτό και είναι (στην σκέψη των Σοφιστών) υπό αίρεση…
Αυτό που επιδιώκουν λοιπόν οι Σοφιστές με την Αυτογνωσία του ανθρώπου είναι να φτιάξουν ολοκληρωμένους ανθρώπους (και πολίτες) που θα μπορέσουν να εφαρμόσουν στην ζωή την Αλήθεια και την Δικαιοσύνη, να «παρέμβουν» στους ανθρώπινους θεσμούς, να τους βελτιώσουν, να φτιάξουν μία καλύτερη κοινωνία… Ο Πρωταγόρας (σε αντίθεση με τον Ησίοδο) πίστευε σε μία «πρόοδο» της ανθρώπινης κοινωνίας, μέσω του διαφωτισμού της.
Βέβαια, υπήρξαν Σοφιστές που (χωρίς να γνωρίζουν τι λένε και τι κάνουν) υποστήριξαν ότι η «φύση του ανθρώπου» είναι άγρια, κακή, και γι’ αυτό θεσπίζονται νόμοι για να μετριασθεί αυτή η αγριότητα… Άρα η «φύση» είναι κακή και ο «νόμος» είναι καλός… Αυτό το επιχείρημα όμως καταρρίπτεται από την πραγματικότητα. Στην ζωή, στην κοινωνία οι νόμοι (θεσπισμένοι από ανθρώπους που έχουν συμφέροντα) διατηρούν ένα στάτους άδικο (αφού επιτρέπει την συσσώρευση πλούτου από λίγους, την εκμετάλλευση των ανθρώπων, την «νόμιμη» κλοπή από κάποιες ομάδες, κλπ…)… Το επιχείρημα της «κακής φύσης» και του «καλού νόμου» το επικαλούνται όσοι έχουν συμφέρον να διατηρούν το άδικο στάτους στην κοινωνία. Αλλά η ηθική γυμνότητα των νόμων των ανθρώπινων κοινωνιών αποκαλύπτεται εκ των πραγμάτων, από την κατάσταση των κοινωνιών, και την ανθρώπινη δυστυχία.
Συνεπώς οι (Αληθινοί) Σοφιστές είχαν δίκαιο που ήθελαν να οδηγήσουν τους ανθρώπους να Στηριχθούν στην Στέρεα Ηθική Βάση της Αληθινής Ύπαρξης, από την οποία θα μπορούσαν όχι μόνο να έχουν Αληθινή Γνώση, Καθαρή Ηθική (Αρετή) αλλά και να ελέγξουν και όλα τα ανθρώπινα… και να βελτιώσουν την ζωή τους και την κοινωνία. Άραγε ο Σωκράτης ή ο Πλάτωνας, ή οι άλλοι Μεγάλοι Σοφοί, είχαν κάποιο διαφορετικό σκοπό;
Είναι σίγουρο ότι όλοι οι Σοφιστές δεν ήταν στο ύψος ενός Πρωταγόρα, είναι σίγουρο ότι για να καταλάβουμε όσα έλεγε ο Γοργίας περί «όντος» χρειαζόταν να τα ερμηνεύσουμε στα πλαίσια της γενικότερης αντίληψής του για την ύπαρξη, κι είναι ακόμα σίγουρο ότι υπήρξαν σοφιστές (σαν τον Ευθύδημο και τον Διονυσόδωρο) που εκφύλισαν την Σοφιστική σε ανοησία, σε λογικά τεχνάσματα και σοφίσματα, δυσφημίζοντας έτσι και τους υπόλοιπους Σοφιστές… Είναι όμως άδικο για τον Πλάτωνα (ή τον σημερινό ιστορικό της φιλοσοφίας) να μην γίνεται διάκριση ανάμεσα στους Αληθινούς Σοφιστές (που ήταν διαφωτιστές που δίδασκαν φιλοσοφία της ύπαρξης, φιλοσοφία του πολιτισμού, φιλοσοφία της ζωής) και τους άθλιους μιμητές τους.

Η Μέθοδος της Διδασκαλίας των Σοφιστών
Η Διδασκαλία της Σοφίας απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στους νέους (αλλά και σε όσους μεγαλύτερους ήθελαν να αποκτήσουν φιλοσοφική παιδεία). Γίνονταν κυρίως με διαλέξεις. Οι Σοφιστές διοργάνωναν κύκλους διαλέξεων με συγκεκριμένο θέμα (σειρές μαθημάτων), ή ελεύθερες διαλέξεις με κάποιο συγκεκριμένο θέμα ή με θέμα προτεινόμενο από το ακροατήριο. Γίνονταν ακόμα μαθήματα με διαλογική μορφή.
Μέχρι την εποχή των Σοφιστών η μόρφωση της νεολαίας περιοριζόταν σε ανάγνωση και γραφή, ενασχόληση με την ποίηση (κυρίως τον Όμηρο, που ήταν η «Βίβλος» της αρχαιότητας) και την μουσική, και γυμναστική. Όποιος ήθελε να προχωρήσει βαθύτερα, στα μυστήρια της ζωής έπρεπε να το κάνει με προσωπική προσπάθεια καταφεύγοντας σε κάποιο Σοφό, ή σε θρησκευτικούς κύκλους, ή στους Μύστες των Μυστηρίων… Τον 5ο π.Χ. αιώνα όμως (και μετά τα «Μηδικά», 492-479 π.Χ.) όλα αυτά ήταν ανεπαρκή. Οι άνθρωποι χρειάζονταν περισσότερη μόρφωση και σε αυτή την ανάγκη ανταποκρίθηκαν οι Σοφιστές, άλλοι επάξια, κι άλλοι όχι
1) (Πρωταγόρας, «Αλήθεια ή Καταβάλλοντες»). Το Βασικό Κεντρικό Θέμα της Διδασκαλίας των Σοφιστών είναι ο άνθρωπος, η πραγματική έννοια του ανθρώπου. Όταν ο Πρωταγόρας αναφέρεται στον άνθρωπο, δεν εννοεί ούτε τον τυχαίο άνθρωπο (που είναι συνήθως χωρίς φιλοσοφική παιδεία), ούτε τον άνθρωπο σαν γένος, σαν είδος. Εννοούσε αποδεδειγμένα τον «φιλόσοφο άνθρωπο», τον Ιδεώδη Άνθρωπο. Μόνο ο άνθρωπος που έχει Αυτογνωσία είναι Αληθινός Άνθρωπος. Μόνο Αυτός μπορεί να είναι Αληθινός Άνθρωπος, να έχει Αληθινή Αρετή,  μόνο Αυτός μπορεί να είναι σωστός κυβερνήτης ή σωστός πολίτης… Άραγε ο Πλάτωνας δίδασκε κάτι διαφορετικό;
2) (Πρωταγόρας, «Αντιλογίαι»). Άλλο Κεντρικό θέμα της Διδασκαλίας των Σοφιστών ήταν η Αληθινή Γνώση, η διττότητα της σκέψης, η σχετικότητα των αντιλήψεων και η ατομικότητα των αισθήσεων. Ο Πρωταγόρας στο σύγγραμμά του «Αντιλογίαι», αλλά και σε διαλέξεις και συζητήσεις (κατά τις μαρτυρίες) αποδείκνυε έμπρακτα ότι για οποιοδήποτε θέμα είναι αληθείς δύο (ή περισσότερες) αντιφατικές προτάσεις, αναιρώντας έτσι το λογικό αξίωμα της αντίφασης. Οι Σοφιστές πολύ πριν τους Δάσκαλους του Ζεν στην μακρινή Κίνα (και Ιαπωνία) απόδειξαν ότι σύμφωνα με την λογική «κάτι» μπορεί να είναι μαύρο και άσπρο και κάτι άλλο, και τίποτα από όλα αυτά…
Ο «φαινομενικός» οντολογικός και γνωσιολογικός μηδενισμός του Γοργία είχε σκοπό να οδηγήσει ακριβώς σε μία ανώτερη θεώρηση της πραγματικότητας. Το «Ον», για τον Γοργία, βρίσκεται σε μία ανώτερη σφαίρα αντίληψης, «δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μέσα στην σκέψη, να συλληφθεί από την σκέψη». Ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι μπορεί να υπάρξει μέσα στην σκέψη (σαν απόσταγμα ανώτερης βιωματικής εμπειρίας), ότι μπορεί να συλληφθεί κάποια «έννοια του όντος», δεν μπορεί να μεταδοθεί (να ανακοινωθεί) στους άλλους, γιατί αυτό που «μεταδίδεται» είναι όχι το «ον» αλά το «σύμβολό» του, ο λόγος, η λέξη…
Το πρόβλημα για τους Σοφιστές δεν ήταν να βρούμε την αλήθεια στο επίπεδο της διττής σκέψης. Ούτε να υποστηρίξουμε την μία ή την άλλη άποψη κατά το συμφέρον μας, αλλά να ανυψωθούμε σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης, πάνω από την διττή σκέψη, να θεωρήσουμε την πραγματικότητα με ένα διαφορετικό τρόπο. Η Αλήθεια Βιώνεται στο Δικό της Οντολογικό Επίπεδο (σαν Ύπαρξη, Καθαρή Αντίληψη, Γνώση, Αλήθεια, Αρετή) κι όχι μέσα στην διανόηση. Στο επίπεδο της σκέψης πάντα τα πράγματα θα είναι αυθαίρετα, σχετικά, κατασκευασμένα και υπό αίρεση…
Με άλλα λόγια διδάσκοντας οι Σοφιστές τους ανθρώπους να χειρίζονται την διττή σκέψη το έκαναν για να τους οδηγήσουν σε μία ανώτερη θεώρηση, να αποκτήσουν με την υπέρβαση της σκέψης Αληθινή Γνώση, και Αρετή και με αυτά τα εφόδια να χρησιμοποιήσουν την σκέψη, να κατευθύνουν την σκέψη σε αγαθές προθέσεις και σκοπούς, την αντίληψη στην ορθότητα και την ζωή και την πράξη σε αληθινή δικαιοσύνη και σε αληθινή κοινωνική τάξη και ευημερία… κι όχι εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες της σκέψης, του συλλογισμού και του λόγου, να «παραπλανούν» τους συνανθρώπους τους.
3) (Πρωταγόρας, «Περί θεών»). Οι Σοφιστές δεν αρνιόνταν ούτε την Ενότητα της Μεταφυσικής Οντολογικής Βάσης των όντων (που κληρονόμησαν από την «ορφική θεολογία» και την «φιλοσοφική παράδοση»), ούτε αρνιόνταν την θειότητα της Ανθρώπινης Ψυχής, (μόνο την «υλική ψυχή» θεωρούσαν «διαμορφωμένη» και προσωρινή…), αλλά φυσικά έκριναν ότι οι αντιλήψεις των ανθρώπων για τους θεούς ούτε επαρκείς είναι (αφού δεν οδηγούν στην Ενότητα του Όντος), ούτε ηθικές (αφού συχνά είναι υποκριτικές), ούτε επωφελείς (αφού συχνά οι άνθρωποι, στην θρησκευτική ζωή, εξαπατούνται από τον εαυτό τους, είτε από άλλους)… Λογικό (τουλάχιστον για τους Σοφούς) ήταν λοιπόν όλες αυτές οι αντιλήψεις να κριθούν και να ανασκευαστούν… Βεβαίως αυτό δεν συνέφερε το (οποιοδήποτε) καθεστώς… Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη…
4) (Πρωταγόρας, «Περί της εν αρχή καταστάσεως»). Η Βασική Αντίληψη των Σοφιστών (για το Δίκαιο), όπως διατυπώθηκε από τον Πρωταγόρα, όπως διακηρύχθηκε από τον Ιππία, κι όπως καταγράφηκε από τον Αντιφώντα, ήταν  ότι «Οι νόμοι της πολιτείας είναι αυθαίρετοι καθορισμοί, οι νόμοι όμως της φύσεως υπάρχουν κατ’ αναγκαιότητα. Και οι μεν διατάξεις των νόμων είναι αποτέλεσμα αμοιβαίας συμφωνίας και δεν έχουν φυσική προέλευση. Όσα όμως προέρχονται από την φύση είναι αυτοφυή και δεν προέρχονται από συμφωνία»…. Οι Σοφιστές όχι μόνο Όρισαν το Φυσικό Δίκαιο, αλλά και το «διέκριναν» από τον «νόμο», και προσδιόρισαν την σύγκρουση του «νόμου» με το Αληθινό δίκαιο (που είναι το Φυσικό Δίκαιο)…
Πολλούς αιώνες μετά ο Ρουσσώ («Κοινωνικό Συμβόλαιο») απλά θα επαναλάβει όσα έχουν ήδη αναλύσει διεξοδικά οι Σοφιστές…
Ξεκινώντας από αυτή την «θέση» (σύμφωνα με τους Σοφιστές) κρίνεται αναγκαίο, όχι μόνο να Αναφερθούμε στην Φύση για να βρούμε την Αλήθεια, την Δικαιοσύνη, και να οργανώσουμε την κοινωνική ζωή, αλλά πολύ περισσότερο κρίνεται αναγκαίο να «κρίνουμε» και να «αναθεωρήσουμε» όλους τους ανθρώπινους θεσμούς, εφόσον αντίκεινται στην Αγαθή Φύση και εφόσον δεν οδηγούν στην ευημερία των ανθρώπων.
Έτσι οι Σοφιστές κήρυξαν πόλεμο ενάντια στους ανθρώπους που κοιμούνται ανυποψίαστοι και νομίζουν ότι ζουν σε μία αληθινή και δίκαιη ανθρώπινη κοινωνία, στους ανόητους που παρασύρονται από φαύλους πολιτικούς, αλλά και στους ανήθικους πολιτικούς που με ψευτορητορείες (και χωρίς ηθική και αίσθημα δικαιοσύνης) κρατούν τους πολίτες δέσμιους σε μία άδικη κοινωνία.
Θέλοντας οι Σοφιστές να διαμορφώσουν ολοκληρωμένους ανθρώπους και δίκαιους πολίτες, τους δίνουν τα εφόδια, για να διεκδικήσουν από τους φαύλους την πολιτική, την ζωή… Όσο οι άνθρωποι δεν «ξυπνούν» να διεκδικήσουν την Αλήθεια και το Δίκαιο θα χειραγωγούνται και θα είναι έρμαια στην ψευτοπολιτική, και θα ζουν με άδικους νόμους την αδικία. Μόνο μέσα από την Διαφώτιση της Ψυχής, με Στέρεες Ηθικές Αρχές και με «Άμεση Δημοκρατία» μπορούν οι άνθρωποι να φτιάξουν μία αληθινή κοινωνία ανθρώπων (κι όχι μία αγέλη που κρατιέται με την βία σε μία άδικη κι ανισσόροπη συνοχή).
Το αποτέλεσμα ήταν οι Σοφιστές από άλλους να θαυμάζονται για την Σοφία τους και την Ωριμότητά τους, και την αληθινή και δίκαια κριτική των θεσμών, από άλλους (που είχαν συμφέρον) να πολεμιούνται, και άλλους (πολιτικούς άρχοντες) να διώκονται. Όχι μόνο ο Πρωταγόρας (στο τέλος της ζωής του) διώχτηκε αλλά και άλλοι Σοφιστές οδηγήθηκαν στον θάνατο…
Όχι μόνο οι Σοφιστές αλλά και κάθε άνθρωπος (σαν τον Σωκράτη που ακολουθούσε τον δικό του δρόμο) που τολμούσε να πει την Αλήθεια οδηγούνταν στην φυλακή και τον θάνατο…
5) Με το Σύνολο της Διδασκαλίας τους οι Σοφιστές προσπαθούσαν να βοηθήσουν τον άνθρωπο (τον άνθρωπο που ήθελε να μορφωθεί φιλοσοφικά) να ζήσει πιο σωστά, πιο δίκαια, πιο ευτυχισμένα. Πέρα από όλα τα άλλα λοιπόν η Φιλοσοφία τους ήταν «φιλοσοφία της ζωής», διερεύνηση και διαφώτιση της ζωής σε όλα της τα πεδία, και το εσωτερικό και το εξωτερικό, και το ατομικό και το κοινωνικό, και το φυσικό και το πολιτικό…
Οι Σοφιστές υπήρξαν  «Φιλόσοφοι της Ύπαρξης», «Θεωρητικοί του πολιτισμού» και «Δάσκαλοι της τέχνης της ζωής». Συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού και είναι άδικο να μην τους αναγνωρίζουμε το μερίδιό τους σε αυτή την προσπάθεια…

Αποκρυπτογραφώντας την Σκέψη του Γοργία
(Γοργίας, «Περί του μη όντος, είτε περί φύσεως)
Στο έργο αυτό («Περί του μη όντος»), από το οποίο έμειναν μόνο δύο επιτομές ο Γοργίας υποστηρίζει τρία αξιώματα: πως τίποτα δεν υπάρχει, πως κι αν υπάρχει δεν μπορεί να γίνει γνωστό, πως κι αν γίνει γνωστό δεν μπορεί να ανακοινωθεί (στους άλλους)… Εμβαθύνοντας λίγο στην Φιλοσοφική Σκέψη του Γοργία και διαβάζοντας σωστά αυτά που λέει, μπορούμε να καταλήξουμε σε τελείως διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά στα οποία καταλήγει κάποιος με την επιφανειακή ανάγνωση των λεγομένων του…
Είναι παραπάνω από ολοφάνερο (κι αυτό είναι Βασική Αρχή της Σοφιστικής Σκέψης, κι  ο Γοργίας δεν το αμφισβητεί) ότι  η Αρχή της Σκέψης (Αυτός που Σκέπτεται, που αναρωτιέται) Ανήκει στο Είναι, Υπάρχει.. κι όχι μόνο Υπάρχει αλλά είναι η Βάση της Σκέψης… διαφορετικά (αν δεν υπάρχει η Αρχή της Σκέψης) δεν μπορεί να υπάρξει σκέψη… Όμως Αυτή η Αρχή του Είναι, η Αρχή της Σκέψης, είναι Ουσία Άγνωστη, κι Απροσπέλαστη (τουλάχιστον από την σκέψη)… Όταν, στο επίπεδο της σκέψης, προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το ον τότε βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.
«Τίποτα δεν υπάρχει» (σαν αντικείμενο της σκέψης), αφού η σκέψη δεν μπορεί να συλλάβει το «ον». Αυτό που συλλαμβάνει η σκέψη είναι μόνο έννοιες.
«Αν υπάρχει κάτι δεν μπορεί να γίνει γνωστό» με τους όρους της σκέψης, αφού η σκέψη δεν μπορεί να ανυψωθεί πάνω από τις έννοιες ως το Αληθινό Είναι.
«Κι αν κάτι γίνει γνωστό» (μέσα από βιωματική εμπειρία) «δεν μπορεί να ανακοινωθεί στους άλλους», αφού ότι μεταδίδεται είναι σύμβολα των όντων, οι λέξεις, όχι τα πραγματικά όντα (δηλαδή η βιωματική εμπειρία των όντων).
Αν λοιπόν (σύμφωνα με την Σκέψη του Γοργία) θέλουμε να ανυψωθούμε ως την Σφαίρα του Είναι (του «όντος») πρέπει να ανυψωθούμε πάνω από την σκέψη. Μένοντας στο επίπεδο της σκέψης όλα είναι και παραμένουν σχετικά. Στο επίπεδο της σκέψης όλα είναι «ρητορεία», «ρητορική». Αν κάποιος δεν έχει Ασφαλείς Οντολογικές Βάσεις, Στέρεα Φυσική Ηθική, χάνεται στο χάος της σκέψης και των λέξεων… κι η «ρητορική» γίνεται «δίκοπο μαχαίρι»… Μόνο με την Φωτισμένη Λογική Σκέψη μπορεί να αναπτυχθεί ο άνθρωπος, κι ο πολιτισμός, κι οι ανθρώπινες κοινωνίες…
Αν κάποιος δεν κατανοήσει (το Βάθος της Σκέψης, τις Προϋποθέσεις της Σκέψης, και) την σκέψη του Γοργία και μείνει στο επίπεδο της διττής (και χαώδους) σκέψης, είναι αναγκασμένος να υιοθετήσει τελικά δύο τελείως αντίθετους δρόμους, δύο ολότελα αντίθετες θεωρίες για το «φυσικό δίκαιο»… Η μία θεωρία που ακολουθεί ο Καλλικλής (σύμφωνα με τον Πλάτωνα), κι ο Μένων (σύμφωνα με τον Ξενοφώντα) είναι η θεωρία για το «Δίκαιο του ισχυρότερου», σύμφωνα με την οποία έθιμα και νόμοι είναι έργο της πλειοψηφίας των αδύνατων ανθρώπων που έτσι θέλουν να ελέγξουν την ανεξέλεγκτη δράση των ισχυρών… Από την φύση του όμως ο «ισχυρός» μπορεί να «σπάσει» όλους αυτούς τους θεσμούς και να κυριαρχήσει… Στην πραγματικότητα όμως μία τέτοια θεωρία δεν ισχύει στην πράξη αφού τους νόμους τους φτιάχνουν «ισχυροί» για να «ασφαλίσουν» τα συμφέροντά τους σε βάρος των αδύνατων. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η ζωή… Ακριβώς τα αντίθετα για το «Φυσικό Δίκαιο» υποστήριζε ο Λυκόφρων κι ο Αλκιδάμας. Σύμφωνα με τον Λυκόφρονα «Ο νόμος είναι συμβόλαιο που σ’ αυτό ο καθένας εγγυάται αμοιβαία το δίκαιο του άλλου. Δεν είναι όμως (ο νόμος) σε θέση να παιδαγωγήσει τους πολίτες σε ηθικότητα και δικαιοσύνη» Αναγκαστικά λοιπόν ο νόμος πρέπει να συμμορφωθεί με το Φυσικό Δίκαιο, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, την Ελευθερία, να «αναθεωρηθεί», να «διορθωθεί»… Σύμφωνα με τον Αλκιδάμα στο όνομα του φυσικού δικαίου έπρεπε να καταργηθεί η «δουλεία», αφού ο Θεός άφησε όλους τους ανθρώπους ελεύθερους. Η φύση δεν έπλασε κανέναν για σκλάβο.

Επίλογος
Η Σοφία των Σοφιστών προσέφερε πολλά στην «φιλοσοφική σκέψη», στον ελληνικό πολιτισμό, και στον άνθρωπο…
Καταρχήν η Σοφιστική έστρεψε την ελληνική διανόηση στον άνθρωπο διατυπώνοντας βασικές φιλοσοφικές αρχές της σκέψης του υπαρξισμού, πολλούς αιώνες πριν τους σύγχρονους υπαρξιστές.
Δεύτερον οι Σοφιστές αποσαφήνισαν την διττότητα (και την σχετικότητα) της σκέψης, πολλούς αιώνες πριν μιλήσουν οι Δάσκαλοι του Ζεν.
Τρίτον ανέπτυξαν μια φιλοσοφία του πολιτισμού που είναι ακόμα επίκαιρη και μία θεωρία για το Φυσικό Δίκαιο, πολλούς αιώνες πριν τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και τον Ρουσσώ.
Τέταρτον έβαλαν τις βάσεις της αληθινής πολιτικής και της άμεσης δημοκρατίας, πέρα από την πολιτική φαυλότητα.
Πέμπτον θεμελίωσαν την συστηματική μόρφωση της νεολαίας, πάνω σε υγιείς βάσεις.
Έκτον ήταν αληθινοί «δάσκαλοι της ζωής» αφού βοηθούσαν τους ανθρώπους όχι μόνο να καλυτερέψουν την ζωή τους αλλά και να είναι σωστοί πολίτες σε μία κοινωνία δικαίου (κι όχι αρπακτικά σε μία αγέλη ζώων).
Τέλος οι Σοφιστές ήταν Αληθινοί Άνθρωποι, Αληθινοί Σοφοί, έστω κι αν το έργο τους δεν είχε την απήχηση που θα άξιζε να έχει… αφού τελικά δεν μπόρεσαν παρά ελάχιστα να «βελτιώσουν» την κοινωνία των ανθρώπων… Αυτό όμως δεν οφείλεται στην δική τους μη ικανότητα αλλά στο ότι οι άνθρωποι μέσα στην «αμάθειά» τους βαδίζουν στα «πατροπαράδοτα» μονοπάτια. Ακόμα κι ο μεγαλύτερος επαναστάτης, χρειάζεται κάποιους να τον ακολουθήσουν… αλλιώς τα πράγματα δεν αλλάζουν…
Πρωταγόρας, Πρόδικος, Ιππίας, Γοργίας, Λυκόφρων, Αλκιδάμας, και τόσοι άλλοι Μεγάλοι Έλληνες, Έλληνες που τους έχουμε ανάγκη σήμερα στην «ελλάδα της παρακμής», της λογικής ανοησίας, της πολιτικής αλητείας, και της υλιστικής αισχρότητας. Οι Γνήσιοι Έλληνες αναγνωρίζουν τους Προγόνους τους και την σκέψη τους, ακούνε, ακόμα σήμερα, την φωνή τους…
Οι «εχθροί που αναθρέψαμε» έλληνες στην καταγωγή αλλά «αλλόφρονες» στην ψυχή είναι της άλλης σχολής των σοφιστών, (των ψευδοφιλοσόφων του Πλάτωνα), του λογικού τεχνάσματος, των σοφισμάτων, του ξύλινου λόγου, της πολιτικής απάτης, της οικονομικής αλητείας, και του κοινωνικού χάους που ντύνεται τον μανδύα της «δημοκρατίας», της κοινωνικής τάξης… δυστυχώς,  σήμερα, ζούμε την «μεγάλη πολιτική απάτη»…







~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1. PART I. THE SACRED THRESHOLD, A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna, Chapter I, The Battlefield as the Soul's Mirror
Monday, 2 March, 2026

1. PART I. THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter I

The Battlefield as the Soul's Mirror

"The battlefield is the soul. The armies are the forces within every human consciousness: the forces of attachment and the forces of liberation, the love that binds and the love that sets free."

 

I. The Invisible Frontier

In the deepest strata of spiritual tradition — across the Vedic forests where rishis sat in sustained contemplation, across the desert silences where prophets received their searing visions, across the candlelit cells of medieval mystics — there exists a recurring recognition: that the most decisive geography of the human journey is not external but interior. There is, in the language of perennial wisdom, a threshold. It is not found upon any map drawn by human hands, not marked by stone or river or the boundary lines of kingdoms. It is, rather, the invisible frontier of the soul itself — a trembling edge where the ordinary self dissolves and something ancient and vast begins to speak.

This threshold has been named in many ways across the traditions. The Sufis called it the station of annihilation — fana — where the small self is emptied of its habitual contents. The Christian contemplatives spoke of the dark night, that terrible passage through which the soul moves from the consolations of the surface life toward the abyss where God alone remains. The Zen tradition points to it through its impossible questions, its koans that crash like waves against the wall of the rational mind until that wall, at last, begins to give way. In every case, the threshold is recognized not as a comfortable crossing but as a shattering one — not as a gentle transition but as a radical rupture with everything the constructed self has taken for solid ground.

It is upon such a threshold that the warrior Arjuna found himself — not merely upon the sacred plain of Kurukshetra where the two great armies stood arrayed in the morning light, but within the infinite interior landscape of his own being. The outer drama — the horses, the conches, the terrible symmetry of armies prepared for slaughter — was real. But it was also symbolic, in the deepest sense of that word: it was a visible image of something that had always been invisibly true. The battle that was about to be fought had been gathering, in one form or another, in the soul of Arjuna — and in the soul of every human being who has ever stood at a crossroads that matters — for a very long time.

II. Kurukshetra: The Sacred Field of Inner Warfare

Kurukshetra — whose very name means the field of sacred action — is presented to the outward eye as a battlefield, vast and terrible, lined with armies whose banners snap in the morning wind. The scene is one of extraordinary sensory intensity: the roar of conch-shells splitting the dawn, the restless stamping of horses, the glitter of armor and the cold gleam of weapons, the faces of warriors hardened by years of preparation for precisely this moment. To the strategic mind, it is a complex military situation, pregnant with tactical possibilities and mortal dangers. To the political mind, it is the culmination of a dynastic struggle with profound consequences for the future of a civilization.

But to the mystic's vision — to the eye that has learned to read the outer world as a text written in the language of the soul — every detail of that scene speaks a deeper language. The conches that cry out across the field are not merely instruments of war: they are the voices of creation and dissolution, the sound of the sacred syllable that underlies all existence, the primordial vibration that both initiates and consummates every cycle of manifestation. The white horses drawing the divine chariot are not merely animals bred for speed and endurance: they are symbols of the purified senses, the faculties of perception disciplined and consecrated for the journey toward truth. And the two armies, arranged in their perfect and terrible symmetry, are not merely historical actors in a political conflict: they are the forces within every human consciousness, locked in the eternal struggle that is the very essence of the spiritual life.

For there is no one who does not carry within themselves these two armies. On one side stand the Kauravas — and in their symbolic meaning, they represent attachment, ego, the grasping of the small self after the pleasures and securities and identities it has fashioned for itself. On the other side stand the Pandavas — representing the deeper impulses of the soul: the longing for truth, the capacity for sacrifice, the courageous willingness to surrender what must be surrendered in order to become what one is truly called to be. The battlefield of Kurukshetra is the soul. The war is the war that has always been waging within every human heart that is honest enough to acknowledge it.

III. The Charioteer Who Holds the Stars

There is no detail in this opening chapter of the Bhagavad Gita more astonishing, more theologically audacious, more mystically precise than the role assigned to the Lord Shri Krishna. He who is, in the fullness of the Gita's revelation, the Absolute itself — that infinite, inexhaustible, self-luminous presence from which all existence arises and into which all existence returns — takes the role not of a warrior, not of a king, not of a general marshaling the forces of righteousness. He takes the role of a charioteer. He drives the horses. He holds the reins. He waits, with perfect patience and perfect love, for the moment when his despairing passenger is ready to receive what only the Absolute can give.

This image — the infinite made humble, the absolute made intimate, the Divine choosing to serve — is not merely a narrative device. It is one of the most profound teachings that spiritual wisdom has ever offered to the human soul. It tells us something essential about the nature of the sacred: that the Divine does not impose. That the highest presence is also, in some mysterious and inexhaustible way, the most patient. That the light which created the galaxies and breathes life into every particle of existence is content to wait — at the center of every human heart, at the still point around which all the tumult of the world revolves — until the soul, exhausted and emptied and honest at last, turns and asks its deepest question.

Krishna does not fight in the battle of Kurukshetra. He holds the reins. And in holding them, he demonstrates what the mystics of all traditions have affirmed: that the deepest form of guidance is not coercion but presence. It is not the voice that commands but the stillness that invites. It is not the force that drives the soul forward but the love that calls it home. The Divine Charioteer is the image of that inexhaustible divine patience — that quality of the sacred which the Psalmist glimpsed when he wrote that even in the valley of death's shadow, a presence walks beside us, not eliminating the darkness but transforming its meaning entirely.

IV. The Trembling of the Bow and the Birth of Genuine Seeing

When Arjuna stands in the chariot between the two armies and gazes upon the faces arrayed before him, something extraordinary occurs. The hero — celebrated for his skill, his valor, his unmatched mastery of the bow — is suddenly undone. His limbs tremble. His throat becomes parched. The magnificent bow Gandiva slips from fingers that have held it unwavering through a thousand trials. His skin burns. His mind whirls in a darkness it cannot name. And crucially, impossibly — he sees.

For the first time, perhaps, in all his years of training and warfare and preparation, Arjuna truly sees what is arrayed before him. Not enemies. Not abstractions. Not strategic obstacles to be neutralized by superior technique. He sees faces. Beloved faces. The grandfather Bheeshma, whose white hair is the color of wisdom and whose blessings have been the shelter of Arjuna's entire life. Teachers and uncles and brothers and sons — all the intricate weaving of love and memory and shared existence that constitutes what human beings know as home. The very ones for whose sake, in some earlier chapter of his life, he had desired glory and victory. He sees them, and in seeing them with the full force of his humanity — as vulnerable, mortal, beloved — he is pierced to the very core of his being by a grief so vast it is almost indistinguishable from love.

The trembling of Arjuna's body is the trembling of a soul standing at the very edge of transformation. It is the shudder that precedes illumination, the darkness that comes just before the dawn breaks over an unsuspected horizon. When the self that has been constructed through years of duty and identity and attachment is suddenly confronted with the enormity of what it is asked to do, it does not merely hesitate — it collapses. And in that collapse, something sacred becomes possible. For it is only in the moment when the old self cannot go forward that the deeper self — the one that has always been present, always been watching, always been waiting — is given room to emerge.

V. The Ancient Question at the Heart of Things

Arjuna speaks, and his words are not merely the words of a warrior paralyzed by sentiment. They are the words of a soul sounding the depths of an ancient question — the question that has always haunted human consciousness wherever it is honest enough to ask it: What is worth suffering for? What is worth killing for? What, in truth, is worth living for? These questions are not rhetorical. They are not evasions of duty or symptoms of weakness. They are the honest cries of a soul suddenly awake to the terrible cost of existence, suddenly aware that the victories the world offers are purchased at a price the heart finds impossible to pay.

He speaks of kingdoms and pleasures — and in speaking of them, reveals how hollow they have become in this moment of searing clarity. What use is a kingdom, he asks, when those for whose sake one desired it stand on the opposite shore, preparing to die? What use is pleasure when it is built upon the ruins of those one loves? The words carry within them, almost despite themselves, a recognition that the contemplative traditions have always understood: that the things of the world, pursued for their own sake, can never satisfy the longing that drives the human soul. They are not wrong in themselves — but they are incomplete. They point toward something they cannot contain.

In this despairing inquiry, Arjuna unknowingly becomes a teacher. His very confusion is a form of wisdom, for it arises from a refusal to pretend that the easy answers are sufficient. The warrior who has slain ten thousand enemies is undone not by an enemy but by love — by the impossibility of the choice that love places before him. And it is precisely this undoing, this radical honesty about the cost of things, that prepares the ground for the teaching that follows. For the Divine has always spoken most clearly to souls that have stopped pretending they already know the answers.

VI. The Silence That Holds Everything

There is a moment of extraordinary significance in this opening chapter that is easily overlooked in the drama of what surrounds it. It is the moment of silence — the moment after Arjuna has spoken all his sorrow and all his confusion, after he has laid down his bow and sunk, broken-hearted, onto the seat of the chariot. For a breath — perhaps for many breaths — nothing is said. The vast armies wait in their terrible stillness. The drums are silent. The conch-shells are still. And in that silence, which is both the lowest point of Arjuna's despair and the highest point of his readiness, the Divine prepares to speak.

This silence is itself a teaching. It is the silence that every genuine seeker eventually encounters — the silence that follows the exhaustion of every argument, every strategy, every attempt to think one's way through the mystery of existence. It is the silence that the Zen tradition evokes with its koans — those impossible questions designed to bring the rational mind to its knees before a reality that exceeds it. It is the silence of the Quaker meeting, where gathered souls wait in shared expectation of a word that arises not from human cleverness but from the deep well of presence that underlies all things. It is the silence that the desert fathers and mothers cultivated through decades of solitude and prayer — not the silence of absence, but the silence of a fullness so complete it has no need of words.

In this silence, the entire tradition of mystical inquiry finds its most concentrated expression. For the mystic has always understood that the most important movements in the life of the soul happen not in the noise of activity but in the stillness that activity has made impossible until now. The falling of the bow is the falling away of everything Arjuna has used to define and sustain himself. And in the space left by that falling, in the emptiness that the ego cannot fill, the divine voice — patient as eternity, tender as the first light of morning — begins its inexhaustible work.

VII. The Gift Hidden in the Fall

The despondency of Arjuna — the title of this first chapter of the Gita — might seem at first glance to be something merely preliminary, a weakness to be corrected by the wisdom that follows, a darkness valued only for the light it makes possible. But the deeper mystical reading refuses this dismissal. The despondency is not merely the darkness before the dawn; it is itself a form of light. It is the light of radical honesty, the light of a soul that will no longer pretend, that can no longer maintain the comfortable fictions by which ordinary life sustains itself. It is, in its own way, an act of seeing — the most costly and courageous kind of seeing, the kind that does not spare itself the full weight of what it perceives.

When Arjuna sinks in his chariot and lets the bow fall from his hands, he performs — unknowingly, involuntarily, in the very depths of his despair — the most profound spiritual act it is possible to perform: he surrenders. Not the surrender of defeat. Not the surrender of a spirit broken beyond recovery. But the surrender of self-sufficiency, the surrender of the illusion that human beings can navigate the deepest waters of existence by the power of their own understanding alone. He surrenders the bow — and in surrendering it, he opens his hands to receive something infinitely more potent than any weapon the world can offer.

The mystical traditions of East and West have recognized this moment, this dark gift hidden within apparent catastrophe, this grace that arrives precisely when the human soul has exhausted every other resource. The Sufi poet Rumi, whose verses pulse with the ache of divine longing, understood it: the wound is the place where the light enters. The Christian mystic Meister Eckhart understood it: God cannot fill what is already full; the soul must be empty before it can be filled with the divine. The Buddhist traditions understand it in the teaching of beginner's mind — that the mind which knows nothing is the mind open to everything. What all these traditions are pointing toward is precisely the gift hidden in Arjuna's fall: that the collapse of the ego's certainties is not the end of the spiritual life but its true beginning.

VIII. The Threshold Crossed — The Teaching Begins

And so it is that this ancient text — preserved across millennia, carried through the long history of human longing and seeking — begins not with triumph but with collapse, not with certainty but with confusion, not with the answer but with the question. In this choice of beginning, the Gita reveals its deepest wisdom: that the question, asked with sufficient honesty and sufficient desperation, is already a form of prayer. That the falling of the bow is already a kind of worship. That the moment when the hero becomes, for the first time, genuinely lost — is the moment when the possibility of being genuinely found becomes real.

Arjuna's despondency is not an obstacle to the sacred encounter; it is its very precondition. The divine cannot give what the human refuses to receive, and the human cannot receive what the ego's hands are too full to hold. Only when those hands are empty — only when the bow has fallen, the identity has shattered, the comfortable certainties have dissolved in the heat of what cannot be avoided — can the gift that was always being offered find its way home. This is not merely the teaching of the Gita. It is the unanimous testimony of every soul that has ever traveled far enough into the interior to discover what waits at the center of all things.

The great battlefield falls silent. The armies wait, suspended in a moment that contains all of time. Arjuna sits in his chariot, emptied of everything that he thought he was, everything that he thought he wanted, everything that he thought he knew. And beside him — patient as the stars, present as breath, as intimate as the pulse of his own bewildered heart — the Divine Charioteer turns, and speaks.

 

"Arjuna sinks. The bow falls. The silence descends. And in that silence — vast as the sky above Kurukshetra, still as the eye of the divine storm — the teaching begins."

1. ΜΕΡΟΣ Ι: ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

 

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απελπισία του Αρτζούνα

 

Κεφάλαιο Ι

 

Το Πεδίο της Μάχης ως Καθρέφτης της Ψυχής

 

«Το πεδίο της μάχης είναι η ψυχή. Οι στρατοί είναι οι δυνάμεις μέσα σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση: οι δυνάμεις της προσκόλλησης και οι δυνάμεις της απελευθέρωσης, η αγάπη που δένει και η αγάπη που ελευθερώνει.»

 

I. Το Αόρατο Σύνορο

 

Στα βαθύτερα στρώματα της πνευματικής παράδοσης — μέσα στα βεδικά δάση όπου οι ρίσι κάθονταν σε αδιάκοπη περισυλλογή, μέσα στις ερημικές σιωπές όπου οι προφήτες δέχονταν τις καυτές οράσεις τους, μέσα στα κελιά με τα κεριά των μεσαιωνικών μυστικών — υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη αναγνώριση: ότι η πιο αποφασιστική γεωγραφία του ανθρώπινου ταξιδιού δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερική. Υπάρχει, στη γλώσσα της αιώνιας σοφίας, ένα κατώφλι. Δεν βρίσκεται σε κανέναν χάρτη που χάραξαν ανθρώπινα χέρια, δεν σημειώνεται από πέτρα ή ποτάμι ή από τα σύνορα βασιλείων. Είναι, αντιθέτως, το αόρατο σύνορο της ίδιας της ψυχής — μια τρεμάμενη άκρη όπου το συνηθισμένο εγώ διαλύεται και κάτι αρχαίο και απέραντο αρχίζει να μιλά.

 

Αυτό το κατώφλι έχει ονομαστεί με πολλούς τρόπους μέσα στις παραδόσεις. Οι Σούφι το ονόμασαν σταθμό της αφανίσεως — fana — όπου το μικρό εγώ αδειάζει από τα συνήθη περιεχόμενά του. Οι χριστιανοί στοχαστές μίλησαν για τη σκοτεινή νύχτα, εκείνο τον τρομερό διάδρομο μέσα από τον οποίο η ψυχή περνά από τις παρηγοριές της επιφανειακής ζωής προς την άβυσσο όπου παραμένει μόνο ο Θεός. Η παράδοση του Ζεν το δείχνει μέσα από αδύνατες ερωτήσεις, τα κοάν της που σκάνε σαν κύματα στον τοίχο του λογικού νου μέχρι που ο τοίχος, επιτέλους, αρχίζει να υποχωρεί. Σε κάθε περίπτωση, το κατώφλι αναγνωρίζεται όχι ως μια άνετη διάβαση αλλά ως μια συντριπτική — όχι ως μια ήπια μετάβαση αλλά ως μια ριζική ρήξη με ό,τι ο κατασκευασμένος εαυτός έχει θεωρήσει στέρεο έδαφος.

 

Πάνω σε ένα τέτοιο κατώφλι βρέθηκε ο πολεμιστής Αρτζούνα — όχι απλώς στο ιερό πεδίο του Κουρουξέτρα όπου οι δύο μεγάλοι στρατοί στέκονταν παρατεταγμένοι στο πρωινό φως, αλλά μέσα στο άπειρο εσωτερικό τοπίο της ίδιας του της ύπαρξης. Το εξωτερικό δράμα — τα άλογα, οι σάλπιγγες, η τρομερή συμμετρία των στρατών έτοιμων για σφαγή — ήταν πραγματικό. Αλλά ήταν επίσης συμβολικό, με την πιο βαθιά έννοια της λέξης: ήταν μια ορατή εικόνα κάτι που πάντοτε ήταν αόρατα αληθινό. Η μάχη που επρόκειτο να δοθεί είχε συγκεντρωθεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, στην ψυχή του Αρτζούνα — και στην ψυχή κάθε ανθρώπου που έχει σταθεί ποτέ σε ένα σταυροδρόμι που πραγματικά μετράει — εδώ και πολύ καιρό.

 

II. Κουρουξέτρα: Το Ιερό Πεδίο του Εσωτερικού Πολέμου

 

Το Κουρουξέτρα — του οποίου το ίδιο το όνομα σημαίνει το πεδίο της ιερής δράσης — παρουσιάζεται στο εξωτερικό μάτι ως πεδίο μάχης, απέραντο και τρομερό, γεμάτο στρατούς των οποίων οι σημαίες ανεμίζουν στον πρωινό άνεμο. Η σκηνή είναι γεμάτη εξαιρετική αισθητηριακή ένταση: ο βρυχηθμός των κελυφών κονχών που σχίζουν την αυγή, το ανήσυχο χτύπημα των αλόγων, η λάμψη της πανοπλίας και η κρύα λάμψη των όπλων, τα πρόσωπα των πολεμιστών σκληραγωγημένα από χρόνια προετοιμασίας ακριβώς γι’ αυτή τη στιγμή. Για τον στρατηγικό νου, είναι μια περίπλοκη στρατιωτική κατάσταση, έγκυος με τακτικές δυνατότητες και θανάσιμους κινδύνους. Για τον πολιτικό νου, είναι η κορύφωση μιας δυναστικής διαμάχης με βαθιές συνέπειες για το μέλλον ενός πολιτισμού.

 

Αλλά για την όραση του μύστη — για το μάτι που έχει μάθει να διαβάζει τον εξωτερικό κόσμο σαν κείμενο γραμμένο στη γλώσσα της ψυχής — κάθε λεπτομέρεια αυτής της σκηνής μιλά μια βαθύτερη γλώσσα. Οι κέλυφες κόνχες που κραυγάζουν πάνω από το πεδίο δεν είναι απλώς όργανα πολέμου: είναι οι φωνές της δημιουργίας και της διάλυσης, ο ήχος της ιερής συλλαβής που υποβόσκει σε όλη την ύπαρξη, η πρωταρχική δόνηση που και ξεκινά και ολοκληρώνει κάθε κύκλο εκδήλωσης. Τα λευκά άλογα που τραβούν το θεϊκό άρμα δεν είναι απλώς ζώα εκτραφέντα για ταχύτητα και αντοχή: είναι σύμβολα των εξαγνισμένων αισθήσεων, των ικανοτήτων της αντίληψης που έχουν πειθαρχηθεί και αφιερωθεί για το ταξίδι προς την αλήθεια. Και οι δύο στρατοί, παραταγμένοι στην τέλεια και τρομερή συμμετρία τους, δεν είναι απλώς ιστορικοί δρώντες σε μια πολιτική σύγκρουση: είναι οι δυνάμεις μέσα σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση, κλειδωμένες στον αιώνιο αγώνα που αποτελεί την ίδια την ουσία της πνευματικής ζωής.

 

Γιατί δεν υπάρχει κανείς που να μην κουβαλάει μέσα του αυτούς τους δύο στρατούς. Από τη μια πλευρά στέκονται οι Καουράβα — και στο συμβολικό τους νόημα, αντιπροσωπεύουν την προσκόλληση, το εγώ, την αρπαγή του μικρού εαυτού μετά τις ηδονές, τις ασφάλειες και τις ταυτότητες που έχει φτιάξει για τον εαυτό του. Από την άλλη πλευρά στέκονται οι Πάνταβα — αντιπροσωπεύοντας τις βαθύτερες παρορμήσεις της ψυχής: την λαχτάρα για αλήθεια, την ικανότητα για θυσία, το θαρραλέο πρόθυμο να παραδώσει ό,τι πρέπει να παραδοθεί για να γίνει αυτό που πραγματικά καλείται να είναι. Το πεδίο μάχης του Κουρουξέτρα είναι η ψυχή. Ο πόλεμος είναι ο πόλεμος που πάντοτε μαίνεται μέσα σε κάθε ανθρώπινη καρδιά που είναι αρκετά ειλικρινής για να το αναγνωρίσει.

 

III. Ο Ηνίοχος που Κρατά τα Άστρα

 

Δεν υπάρχει λεπτομέρεια σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο της Μπαγκάβαντ Γκίτα πιο εκπληκτική, πιο θεολογικά τολμηρή, πιο μυστικά ακριβής από τον ρόλο που αποδίδεται στον Κύριο Σρι Κρίσνα. Εκείνος που είναι, στην πληρότητα της αποκάλυψης της Γκίτα, το Απόλυτο το ίδιο — εκείνη η άπειρη, ανεξάντλητη, αυτοφώτιστη παρουσία από την οποία αναδύεται όλη η ύπαρξη και στην οποία επιστρέφει όλη η ύπαρξη — παίρνει τον ρόλο όχι πολεμιστή, όχι βασιλιά, όχι στρατηγού που παρατάσσει τις δυνάμεις της δικαιοσύνης. Παίρνει τον ρόλο του ηνιόχου. Οδηγεί τα άλογα. Κρατά τα ηνία. Περιμένει, με τέλεια υπομονή και τέλεια αγάπη, τη στιγμή που ο απελπισμένος επιβάτης του είναι έτοιμος να δεχτεί αυτό που μόνο το Απόλυτο μπορεί να δώσει.

 

Αυτή η εικόνα — το άπειρο να γίνεται ταπεινό, το απόλυτο να γίνεται οικείο, το Θείο να επιλέγει να υπηρετήσει — δεν είναι απλώς αφηγηματική τεχνική. Είναι μία από τις πιο βαθιές διδασκαλίες που η πνευματική σοφία έχει προσφέρει ποτέ στην ανθρώπινη ψυχή. Μας λέει κάτι ουσιώδες για τη φύση του ιερού: ότι το Θείο δεν επιβάλλεται. Ότι η υψηλότερη παρουσία είναι επίσης, με κάποιο μυστηριώδη και ανεξάντλητο τρόπο, η πιο υπομονετική. Ότι το φως που δημιούργησε τους γαλαξίες και δίνει ζωή σε κάθε σωματίδιο της ύπαρξης είναι πρόθυμο να περιμένει — στο κέντρο κάθε ανθρώπινης καρδιάς, στο ακίνητο σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται όλος ο θόρυβος του κόσμου — μέχρι η ψυχή, εξαντλημένη και αδειανή και ειλικρινής επιτέλους, να στραφεί και να θέσει την πιο βαθιά της ερώτηση.

 

Ο Κρίσνα δεν πολεμά στο πεδίο του Κουρουξέτρα. Κρατά τα ηνία. Και κρατώντας τα, δείχνει αυτό που οι μύστες όλων των παραδόσεων έχουν επιβεβαιώσει: ότι η βαθύτερη μορφή καθοδήγησης δεν είναι εξαναγκασμός αλλά παρουσία. Δεν είναι η φωνή που διατάζει αλλά η ησυχία που προσκαλεί. Δεν είναι η δύναμη που ωθεί την ψυχή μπροστά αλλά η αγάπη που την καλεί σπίτι. Ο Θεϊκός Ηνίοχος είναι η εικόνα εκείνης της ανεξάντλητης θεϊκής υπομονής — εκείνης της ιδιότητας του ιερού που ο Ψαλμωδός διείδε όταν έγραψε ότι ακόμα και στη κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, μια παρουσία περπατά δίπλα μας, όχι εξαλείφοντας το σκοτάδι αλλά μεταμορφώνοντας εντελώς το νόημά του.

 

IV. Το Τρέμουλο του Τόξου και η Γέννηση της Γνήσιας Όρασης

 

Όταν ο Αρτζούνα στέκεται στο άρμα ανάμεσα στους δύο στρατούς και κοιτάζει τα πρόσωπα που παρατάσσονται μπροστά του, συμβαίνει κάτι εξαιρετικό. Ο ήρωας — διάσημος για την ικανότητά του, την ανδρεία του, την απαράμιλλη μαεστρία του στο τόξο — ξαφνικά καταρρέει. Τα μέλη του τρέμουν. Ο λαιμός του ξεραίνεται. Το μεγαλοπρεπές τόξο Γκάντιβα γλιστράει από δάχτυλα που το κρατούσαν ακλόνητο μέσα από χίλιες δοκιμασίες. Το δέρμα του καίει. Ο νους του στροβιλίζεται μέσα σε ένα σκοτάδι που δεν μπορεί να ονομάσει. Και καθοριστικά, αδύνατα — βλέπει.

 

Για πρώτη φορά, ίσως, σε όλα τα χρόνια της εκπαίδευσής του, του πολέμου και της προετοιμασίας του, ο Αρτζούνα βλέπει πραγματικά τι είναι παραταγμένο μπροστά του. Όχι εχθρούς. Όχι αφηρημένες έννοιες. Όχι στρατηγικά εμπόδια που πρέπει να εξουδετερωθούν με ανώτερη τεχνική. Βλέπει πρόσωπα. Αγαπημένα πρόσωπα. Τον παππού Μπίσιμα, του οποίου τα λευκά μαλλιά είναι το χρώμα της σοφίας και οι ευλογίες του υπήρξαν το καταφύγιο όλης της ζωής του Αρτζούνα. Δασκάλους και θείους και αδελφούς και γιους — όλο το περίπλοκο πλέγμα αγάπης και μνήμης και κοινής ύπαρξης που αποτελεί αυτό που οι άνθρωποι γνωρίζουν ως σπίτι. Ακριβώς εκείνους για χάρη των οποίων, σε κάποιο προηγούμενο κεφάλαιο της ζωής του, είχε επιθυμήσει δόξα και νίκη. Τους βλέπει, και βλέποντάς τους με όλη τη δύναμη της ανθρωπιάς του — ευάλωτους, θνητούς, αγαπημένους — διαπερνάται μέχρι τον πυρήνα της ύπαρξής του από μια θλίψη τόσο τεράστια που είναι σχεδόν αδιαχώριστη από την αγάπη.

 

Το τρέμουλο του σώματος του Αρτζούνα είναι το τρέμουλο μιας ψυχής που στέκεται στην ίδια την άκρη της μεταμόρφωσης. Είναι το ρίγος που προηγείται του φωτισμού, το σκοτάδι που έρχεται ακριβώς πριν η αυγή σπάσει πάνω από έναν ανυποψίαστο ορίζοντα. Όταν ο εαυτός που έχει κατασκευαστεί μέσα από χρόνια καθήκοντος, ταυτότητας και προσκόλλησης βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με το μέγεθος αυτού που του ζητείται να κάνει, δεν διστάζει απλώς — καταρρέει. Και σε αυτή την κατάρρευση, κάτι ιερό γίνεται δυνατό. Γιατί μόνο τη στιγμή που ο παλιός εαυτός δεν μπορεί να προχωρήσει μπροστά, ο βαθύτερος εαυτός — εκείνος που πάντοτε ήταν παρών, πάντοτε παρακολουθούσε, πάντοτε περίμενε — βρίσκει χώρο να αναδυθεί.

 

V. Η Αρχαία Ερώτηση στην Καρδιά των Πραγμάτων

 

Ο Αρτζούνα μιλά, και τα λόγια του δεν είναι απλώς τα λόγια ενός πολεμιστή που παραλύει από συναίσθημα. Είναι τα λόγια μιας ψυχής που βυθίζεται στα βάθη μιας αρχαίας ερώτησης — της ερώτησης που πάντοτε στοίχειωνε την ανθρώπινη συνείδηση όπου ήταν αρκετά ειλικρινής για να τη θέσει: Τι αξίζει να υποφέρει κανείς γι’ αυτό; Τι αξίζει να σκοτώσει κανείς γι’ αυτό; Τι, στην πραγματικότητα, αξίζει να ζήσει κανείς γι’ αυτό; Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι ρητορικές. Δεν είναι αποφυγές του καθήκοντος ούτε συμπτώματα αδυναμίας. Είναι οι ειλικρινείς κραυγές μιας ψυχής που ξύπνησε ξαφνικά στο τρομερό κόστος της ύπαρξης, ξαφνικά συνειδητοποιώντας ότι οι νίκες που προσφέρει ο κόσμος αγοράζονται με μια τιμή που η καρδιά βρίσκει αδύνατο να πληρώσει.

 

Μιλά για βασίλεια και ηδονές — και μιλώντας γι’ αυτά, αποκαλύπτει πόσο κούφια έχουν γίνει αυτή τη στιγμή της καυτής διαύγειας. Τι χρησιμότητα έχει ένα βασίλειο, ρωτά, όταν εκείνοι για χάρη των οποίων το επιθύμησε στέκονται στην απέναντι όχθη, έτοιμοι να πεθάνουν; Τι χρησιμότητα έχει η ηδονή όταν χτίζεται πάνω στα ερείπια εκείνων που αγαπά; Τα λόγια του κουβαλούν μέσα τους, σχεδόν παρά τη θέλησή τους, μια αναγνώριση που οι στοχαστικές παραδόσεις πάντοτε κατανοούσαν: ότι τα πράγματα του κόσμου, όταν επιδιώκονται για τον εαυτό τους, δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα που οδηγεί την ανθρώπινη ψυχή. Δεν είναι λάθος από μόνα τους — αλλά είναι ελλιπή. Δείχνουν προς κάτι που δεν μπορούν να περιέχουν.

 

Σε αυτή την απελπισμένη έρευνα, ο Αρτζούνα γίνεται άθελά του δάσκαλος. Η ίδια του η σύγχυση είναι μια μορφή σοφίας, γιατί προκύπτει από την άρνηση να προσποιηθεί ότι οι εύκολες απαντήσεις αρκούν. Ο πολεμιστής που έχει σκοτώσει δέκα χιλιάδες εχθρούς καταρρέει όχι από εχθρό αλλά από αγάπη — από την αδυναμία της επιλογής που η αγάπη τοποθετεί μπροστά του. Και είναι ακριβώς αυτή η κατάρρευση, αυτή η ριζική ειλικρίνεια για το κόστος των πραγμάτων, που προετοιμάζει το έδαφος για τη διδασκαλία που ακολουθεί. Γιατί το Θείο πάντοτε μιλά πιο καθαρά σε ψυχές που έχουν σταματήσει να προσποιούνται ότι ήδη γνωρίζουν τις απαντήσεις.

 

VI. Η Σιωπή που Κρατά τα Πάντα

 

Υπάρχει μια στιγμή εξαιρετικής σημασίας σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο που εύκολα παραβλέπεται μέσα στο δράμα όσων την περιβάλλουν. Είναι η στιγμή της σιωπής — η στιγμή μετά την οποία ο Αρτζούνα έχει πει όλη τη θλίψη του και όλη τη σύγχυσή του, μετά την οποία έχει αφήσει το τόξο του και έχει βυθιστεί, με σπασμένη καρδιά, στο κάθισμα του άρματος. Για μια ανάσα — ίσως για πολλές ανάσες — δεν λέγεται τίποτα. Οι απέραντοι στρατοί περιμένουν στην τρομερή ακινησία τους. Τα τύμπανα σιωπούν. Οι κέλυφες κόνχες είναι ακίνητες. Και σε αυτή τη σιωπή, που είναι ταυτόχρονα το χαμηλότερο σημείο της απελπισίας του Αρτζούνα και το υψηλότερο σημείο της ετοιμότητάς του, το Θείο ετοιμάζεται να μιλήσει.

 

Αυτή η σιωπή είναι η ίδια διδασκαλία. Είναι η σιωπή που συναντά κάθε γνήσιος αναζητητής τελικά — η σιωπή που ακολουθεί την εξάντληση κάθε επιχειρήματος, κάθε στρατηγικής, κάθε προσπάθειας να σκεφτεί κανείς τον τρόπο μέσα από το μυστήριο της ύπαρξης. Είναι η σιωπή που η παράδοση του Ζεν επικαλείται με τα κοάν της — εκείνες τις αδύνατες ερωτήσεις σχεδιασμένες να φέρουν τον λογικό νου στα γόνατα μπροστά σε μια πραγματικότητα που τον ξεπερνά. Είναι η σιωπή της συνάντησης των Κουάκερ, όπου συγκεντρωμένες ψυχές περιμένουν σε κοινή προσδοκία ενός λόγου που αναδύεται όχι από ανθρώπινη ευφυΐα αλλά από το βαθύ πηγάδι της παρουσίας που υποβόσκει σε όλα τα πράγματα. Είναι η σιωπή που οι πατέρες και οι μητέρες της ερήμου καλλιέργησαν μέσα από δεκαετίες μοναξιάς και προσευχής — όχι η σιωπή της απουσίας, αλλά η σιωπή μιας πληρότητας τόσο πλήρους που δεν έχει ανάγκη από λόγια.

 

Σε αυτή τη σιωπή, ολόκληρη η παράδοση της μυστικής έρευνας βρίσκει την πιο συμπυκνωμένη έκφρασή της. Γιατί ο μύστης πάντοτε κατανοούσε ότι οι πιο σημαντικές κινήσεις στη ζωή της ψυχής συμβαίνουν όχι στον θόρυβο της δραστηριότητας αλλά στην ησυχία που η δραστηριότητα έχει κάνει αδύνατη μέχρι τώρα. Η πτώση του τόξου είναι η πτώση όσων ο Αρτζούνα χρησιμοποιούσε για να ορίσει και να συντηρήσει τον εαυτό του. Και στον χώρο που αφήνει αυτή η πτώση, στο κενό που το εγώ δεν μπορεί να γεμίσει, η θεϊκή φωνή — υπομονετική σαν την αιωνιότητα, τρυφερή σαν το πρώτο φως του πρωινού — αρχίζει το ανεξάντλητο έργο της.

 

VII. Το Δώρο Κρυμμένο στην Πτώση

 

Η απελπισία του Αρτζούνα — ο τίτλος αυτού του πρώτου κεφαλαίου της Γκίτα — μπορεί στην πρώτη ματιά να φαίνεται κάτι απλώς προκαταρκτικό, μια αδυναμία που πρέπει να διορθωθεί από τη σοφία που ακολουθεί, ένα σκοτάδι που εκτιμάται μόνο για το φως που καθιστά δυνατό. Αλλά η βαθύτερη μυστική ανάγνωση αρνείται αυτή την απόρριψη. Η απελπισία δεν είναι απλώς το σκοτάδι πριν την αυγή· είναι η ίδια μια μορφή φωτός. Είναι το φως της ριζικής ειλικρίνειας, το φως μιας ψυχής που δεν θα προσποιηθεί πια, που δεν μπορεί πια να διατηρήσει τις άνετες φαντασιώσεις με τις οποίες η συνηθισμένη ζωή συντηρείται. Είναι, με τον δικό της τρόπο, μια πράξη όρασης — η πιο δαπανηρή και θαρραλέα μορφή όρασης, εκείνη που δεν χαρίζει στον εαυτό της το πλήρες βάρος αυτού που αντιλαμβάνεται.

 

Όταν ο Αρτζούνα βυθίζεται στο άρμα του και αφήνει το τόξο να πέσει από τα χέρια του, εκτελεί — άθελά του, ακούσια, στα ίδια τα βάθη της απελπισίας του — την πιο βαθιά πνευματική πράξη που είναι δυνατό να εκτελέσει: παραδίδεται. Όχι η παράδοση της ήττας. Όχι η παράδοση ενός πνεύματος σπασμένου πέρα από κάθε ανάκαμψη. Αλλά η παράδοση της αυτοδυναμίας, η παράδοση της ψευδαίσθησης ότι οι άνθρωποι μπορούν να πλοηγηθούν στα βαθύτερα νερά της ύπαρξης μόνο με τη δύναμη της δικής τους κατανόησης. Παραδίδει το τόξο — και παραδίδοντάς το, ανοίγει τα χέρια του για να δεχτεί κάτι απείρως πιο ισχυρό από κάθε όπλο που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος.

 

Οι μυστικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης έχουν αναγνωρίσει αυτή τη στιγμή, αυτό το σκοτεινό δώρο κρυμμένο μέσα στην φαινομενική καταστροφή, αυτή τη χάρη που φτάνει ακριβώς όταν η ανθρώπινη ψυχή έχει εξαντλήσει κάθε άλλο πόρο. Ο Σούφι ποιητής Ρουμί, του οποίου οι στίχοι πάλλονται με τον πόνο της θεϊκής λαχτάρας, το κατανοούσε: η πληγή είναι ο τόπος όπου μπαίνει το φως. Ο χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ το κατανοούσε: ο Θεός δεν μπορεί να γεμίσει ό,τι είναι ήδη γεμάτο· η ψυχή πρέπει να είναι άδεια πριν γεμίσει με το θείο. Οι βουδιστικές παραδόσεις το κατανοούν στη διδασκαλία του νου του αρχάριου — ότι ο νους που δεν γνωρίζει τίποτα είναι ο νους ανοιχτός σε όλα. Αυτό προς το οποίο όλες αυτές οι παραδόσεις δείχνουν είναι ακριβώς το δώρο κρυμμένο στην πτώση του Αρτζούνα: ότι η κατάρρευση των βεβαιοτήτων του εγώ δεν είναι το τέλος της πνευματικής ζωής αλλά η αληθινή αρχή της.

 

VIII. Το Κατώφλι Διασχίζεται — Η Διδασκαλία Αρχίζει

 

Και έτσι αυτό το αρχαίο κείμενο — διατηρημένο μέσα από χιλιετίες, μεταφερόμενο μέσα από τη μακριά ιστορία της ανθρώπινης λαχτάρας και αναζήτησης — αρχίζει όχι με θρίαμβο αλλά με κατάρρευση, όχι με βεβαιότητα αλλά με σύγχυση, όχι με την απάντηση αλλά με την ερώτηση. Σε αυτή την επιλογή αρχής, η Γκίτα αποκαλύπτει τη βαθύτερη σοφία της: ότι η ερώτηση, όταν τεθεί με αρκετή ειλικρίνεια και αρκετή απελπισία, είναι ήδη μια μορφή προσευχής. Ότι η πτώση του τόξου είναι ήδη μια μορφή λατρείας. Ότι η στιγμή που ο ήρωας γίνεται, για πρώτη φορά, πραγματικά χαμένος — είναι η στιγμή που η δυνατότητα να βρεθεί πραγματικά γίνεται αληθινή.

 

Η απελπισία του Αρτζούνα δεν είναι εμπόδιο στη συνάντηση με το ιερό· είναι η ίδια η προϋπόθεσή της. Το θείο δεν μπορεί να δώσει ό,τι ο άνθρωπος αρνείται να δεχτεί, και ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ό,τι τα χέρια του εγώ είναι πολύ γεμάτα για να κρατήσουν. Μόνο όταν αυτά τα χέρια είναι άδεια — μόνο όταν το τόξο έχει πέσει, η ταυτότητα έχει θρυμματιστεί, οι άνετες βεβαιότητες έχουν διαλυθεί στη ζέστη αυτού που δεν μπορεί να αποφευχθεί — το δώρο που πάντοτε προσφερόταν μπορεί να βρει τον δρόμο του σπίτι. Αυτό δεν είναι απλώς η διδασκαλία της Γκίτα. Είναι η ομόφωνη μαρτυρία κάθε ψυχής που έχει ταξιδέψει αρκετά βαθιά στο εσωτερικό για να ανακαλύψει τι περιμένει στο κέντρο όλων των πραγμάτων.

 

Το μεγάλο πεδίο μάχης πέφτει σε σιωπή. Οι στρατοί περιμένουν, αιωρούμενοι σε μια στιγμή που περιέχει όλο τον χρόνο. Ο Αρτζούνα κάθεται στο άρμα του, αδειανός από ό,τι νόμιζε ότι ήταν, ό,τι νόμιζε ότι ήθελε, ό,τι νόμιζε ότι γνώριζε. Και δίπλα του — υπομονετικός σαν τα άστρα, παρών σαν η ανάσα, οικείος σαν ο παλμός της ίδιας της αμήχανης καρδιάς του — ο Θεϊκός Ηνίοχος στρέφεται και μιλά.

 

«Ο Αρτζούνα βυθίζεται. Το τόξο πέφτει. Η σιωπή κατεβαίνει. Και σε αυτή τη σιωπή — απέραντη σαν τον ουρανό πάνω από το Κουρουξέτρα, ήρεμη σαν το μάτι της θεϊκής καταιγίδας — η διδασκαλία αρχίζει.»

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~