CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
9. The Eternal Return: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
9. Η Αιώνια Επιστροφή: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 February, 2026

Tuesday, July 5, 2011

Πρωταγόρας, Σοφιστές… Το Αληθινό Πρόσωπο της Σοφίας

Εισαγωγή 
Αλήθειες και ψεύδη για τους Σοφιστές
Αποκατάσταση της αλήθειας για τους Σοφιστές
Οντολογία και Γνωσιοθεωρία στους Σοφιστές
Η Διδασκαλία της Σοφίας
Η Μέθοδος Διδασκαλίας των Σοφιστών
Αποκρυπτογραφώντας την Σκέψη του Γοργία
Επίλογος

Εισαγωγή
Ο όρος «Σοφιστής» (από το «σοφίζομαι») σημαίνει (σύμφωνα με τον αρχηγέτη και κυριότερο εκπρόσωπο των Σοφιστών, Πρωταγόρα) τον «των σοφών επιστήμονα», δηλαδή τον σοφό, τον κάτοχο της σοφίας, τον επιστήμονα (γνώστη) σοφών (σπουδαίων) πραγμάτων… Αυτό δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν προσδιορίσουμε τι εννοούμε όταν λέμε σοφία, σοφά (σπουδαία) πράγματα. Η σοφία (στην πραγματική της σημασία απαιτεί (προϋποθέτει) να έχουμε αυτογνωσία (αντίληψη «αυτού» που αντιλαμβάνεται, δηλαδή του «ποιος» είναι αυτός που αντιλαμβάνεται), να χρησιμοποιούμε θεμελιωμένη γνωσιολογική πράξη, να αντιλαμβανόμαστε ορθά (σύμφωνα με «κάποιους» κανόνες) την πραγματικότητα, και να ιεραρχούμε «σωστά» το περιεχόμενο της πραγματικότητας…
Ο ορισμός της σοφίας (που συναντάμε στα λεξικά) σαν «την ικανότητα κάποιου να αναλύει σε βάθος τα γεγονότα, να συστοιχίζει στοιχεία, να κατανοεί την πραγματικότητα, και να αξιοποιεί την πείρα και τις γνώσεις του παράγοντας λογικές ωφέλιμες κρίσεις και να δίνει σωστές και δίκαιες συμβουλές», είναι ελλιπής, εσφαλμένος, και επιφανειακός, γιατί δεν «απαντάει» στο «ποιός αντιλαμβάνεται», «πως αντιλαμβάνεται» και με ποιους κανόνες καλείται να αναλύσει «αυτό που αντιλαμβάνεται», μιλά αφηρημένα και γενικά για μία ορθή σκέψη… Με άλλα λόγια είναι ελλιπής γιατί δεν έχει οντολογική θεμελίωση, είναι εσφαλμένος γιατί δεν έχει γνωσιολογική επεξήγηση, και είναι επιφανειακός γιατί αναφέρεται μόνο στο περιεχόμενο της αντίληψης, που είναι έξω από τον σκεπτόμενο νου, ασχολείται μόνο με τα «εξωτερικά πράγματα»…
Ούτε μπορεί εξάλλου να χαρακτηριστεί σαν σοφία η «πολυμάθεια», η συσσώρευση πληροφοριών, γιατί η πραγματική σοφία πρέπει να αναφέρεται σε μία δραστηριότητα στην ποιότητα αυτού που αντιλαμβάνεται, και στην ποιότητα της αντίληψής του) κι όχι σε ποσότητα μνήμης (γνώσεων)…
Συμπερασματικά λοιπόν «Σοφός» είναι αυτός που έχει Αυτογνωσία κατά το ανθρωπίνως δυνατό, στέρεα (θεμελιωμένη) γνώση (γνωστική δραστηριότητα), αντίληψη των αιώνιων νόμων της αλήθειας, της δικαιοσύνης, κλπ, και ερμηνεύει την ζωή (την ζωή του, την ζωή των ανθρώπων) κάτω από το «φως» αυτής της προσωπικής αντικειμενικής αντίληψης, και πορεύεται σύμφωνα με αυτή την οδό της γνώσης, της αλήθειας, της αρετής…
Αυτός είναι ο «Σοφός του Πρωταγόρα», των Σοφιστών, ο «Ιδεώδης Άνθρωπος» (που πρέπει να είμαστε… αν δεν είμαστε ήδη), κι αυτή την «Σοφία» πρέπει να επιδιώκουμε, κι αυτή την «Σοφία» (Γνώση, Αλήθεια, Αρετή) πρέπει να διδάσκουμε στους «νέους»…

Αλήθειες και ψεύδη για τους Σοφιστές
Ενώ όμως αυτή είναι η αλήθεια για τον «Σοφό των Σοφιστών», η αντίληψη που επικρατεί μέχρι σήμερα είναι τελείως αντίθετη (και λανθασμένη). Σύμφωνα με αυτή την λανθασμένη αντίληψη «σοφιστής» είναι ο ευρυμαθής δάσκαλος (στην κλασική αρχαιότητα του 5ου π.Χ. αιώνα) που συνήθως ταξίδευε σε διάφορες πόλεις και προσέφερε επί πληρωμή τις γνώσεις του στην φιλοσοφία, την ρητορική, κλπ., επιδιώκοντας συχνά να κάνει τους μαθητές του ικανούς να «πείθουν», ανεξάρτητα από την ορθότητα της άποψής τους… Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από αυτό…
Αυτή η εσφαλμένη αντίληψη ξεκίνησε από τον Πλάτωνα που κατηγόρησε τους Σοφιστές ότι εμπορεύονται την γνώση, ότι δεν κατέχουν αληθινή γνώση αλλά ψευδή γνώση (ελλιπή ή εσφαλμένη), ότι εισάγουν στην γνώση (στην διανοητική επιχειρηματολογία) και στην πολιτική τον παραλογισμό (την αντιλογική), κι ότι κατευθύνουν λάθος τους νέους ανθρώπους στην ζωή, στην πολιτική, στους τρόπους…
Ασφαλώς όλοι οι Σοφιστές, στην εποχή του Πλάτωνα δεν είναι ίδιοι ούτε ομονοούσαν, ούτε ομοφωνούσαν… Όμως ο Πλάτωνας, «αγνοώντας συνειδητά» το «αληθινό πρόσωπο» του Σοφιστή (τον Σοφό, Αληθινό, Ενάρετο, Άνθρωπο), στον Πρωταγόρα, στον Ιππία, στον Γοργία, θεωρούσε όλους τους Σοφιστές «ψευδοφιλοσόφους», εμπόρους της γνώσης, διαστρεβλωτές της ορθής διανόησης, ανήθικους, κλπ… Σε αυτούς τους ψευδοφιλοσόφους σοφιστές (που βρίσκονται όμως μόνο μέσα στην σκέψη του Πλάτωνα) «αντιπαραθέτει» τον «Σοφό Σωκράτη» σαν αντίποδα… Ήταν όμως άδικος.
Η αντίληψη του Πλάτωνα επηρέασε όλη την αρχαιότητα, και τον Αριστοτέλη, και τους μετέπειτα έλληνες, μέχρι σήμερα… Στην πραγματικότητα όμως ο Σοφός, ο Σοφός των Σοφιστών, όπως τον προσδιορίσαμε πιο πάνω, δεν διαφέρει σε τίποτα από τον Σοφό Σωκράτη του Πλάτωνα. Και μάλιστα ο Σωκράτης είναι ο Μεγαλύτερος των Σοφιστών (με την καλή έννοια που προσδιορίσαμε πιο πάνω)… Οι «σοφιστές» του Πλάτωνα δεν θα μπορούσαν παρά να είναι κάποιοι (σαν τον Ευθύδημο και τον Διονυσόδωρο) που στο όνομα της Σοφιστικής και χωρίς αληθινή σοφία, εκμεταλλεύονταν τους συνανθρώπους τους… Οι Αληθινοί Σοφιστές δεν είχαν καμία σχέση με αυτούς τους ψευδοφιλοσόφους…
Πολλούς αιώνες μετά, ο Χέγκελ (κι αργότερα ο Γκρόουτ) προσπάθησε να ανατρέψει αυτή την εικόνα του Πλάτωνα για τους Σοφιστές και να τους επανεισαγάγει στην ιστορία της φιλοσοφίας… Αλλά ακόμα μέχρι σήμερα υπάρχει άγνοια και σύγχυση για το ποιοι ήταν τελικά οι Σοφιστές, ο Πρωταγόρας, ο Ιππίας, ο Γοργίας, και ποια «Σοφία» δίδασκαν…

Αποκατάσταση της αλήθειας για τους Σοφιστές
Όπως θα αποδείξουμε πιο κάτω, οι Σοφιστές ήταν Αληθινοί Σοφοί (κι όχι ψευδοφιλόσοφοι όπως έλεγε ο Πλάτωνας) κι όλες οι κατηγορίες του Πλάτωνα εναντίον τους μπορούν να ανασκευαστούν.
1) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές ήταν έμποροι γνώσης είναι πολύ επιπόλαιη και επιφανειακή. Μήπως ο ίδιος ο Πλάτωνας δεν είχε αποδεχτεί τον (ανήθικο) θεσμό της ιδιοκτησίας, της κατοχής πλούτου; Δεν ήταν κάτοχος πλούτου, δεν είχε στην ιδιοκτησία του κτήμα δίπλα στον δημόσιο κήπο της Ακαδημίας; Ή μήπως ο Αριστοτέλης για παράδειγμα, όταν δίδασκε τον Αλέξανδρο τον γιό του Φιλίππου αρκούνταν σε ένα πιάτο φαγητό, χωρίς άλλη αμοιβή; Το να «λειτουργείς» σε μία κοινωνία σύμφωνα με θεσμούς της κοινωνίας (με τους οποίους μπορεί να μην συμφωνείς) σε τι είναι επιλήψιμο; Οι Σοφιστές μπορεί να λειτουργούσαν σύμφωνα με τους θεσμούς της κοινωνίας αλλά συχνά έκαναν κριτική σε θεσμούς όπως η ιδιοκτησία, ο πλούτος, κλπ. Ανήθικο θα ήταν να μην έλεγχαν τους θεσμούς όχι να λειτουργούν (αναγκαστικά, για να επιβιώσουν) σύμφωνα με τα θεσμοθετημένα… Άλλωστε δεν είχαν φτιάξει αυτοί τους θεσμούς…
2) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές δεν κατείχαν αληθινή  σοφία και γνώση είναι επίσης ψεύτικη και άδικη. Θα το αποδείξουμε πιο κάτω.
3) Η κατηγορία ότι οι Σοφιστές δεν είχαν Βαθιά Σοφία, δεν είχαν Μεταφυσικές Βάσεις στις αντιλήψεις τους κι ασχολούνταν μόνο με την διανοητική αντιλογία, την πολιτική, ή την ρητορική, και μάλιστα με μη-θεμελιωμένο τρόπο είναι επίσης ψεύτικη κι άδικη και θα το αποδείξουμε πιο κάτω.
4) Η πραγματικότητα είναι ότι οι Σοφιστές ήταν ισάξιοι (το ίδιο Μεγάλοι Σοφοί) με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, και τους άλλους έλληνες σοφούς…

Οντολογία και Γνωσιοθεωρία στους Σοφιστές
1) Ο Πρωταγόρας (κι οι Σοφιστές) ξεκινούν (τον φιλοσοφικό στοχασμό τους) από το ολοφάνερο, το αυτονόητο: Ο άνθρωπος (ο παρών άνθρωπος, ο τυχαίος αλλά συγκεκριμένος άνθρωπος, όχι ο άνθρωπος σαν γένος), σαν ύπαρξη (και σαν συνείδηση, σαν αντίληψη) καταρχήν (και χωρίς περαιτέρω διερεύνηση για την «φύση του ανθρώπου») αποτελεί Προϋπόθεση κάθε Αντίληψης της Αλήθειας. Αν δεν υπήρχε ο άνθρωπος (δεν θα υπήρχε κανείς για να αναρωτηθεί για την Αλήθεια) δεν θα ετίθετο θέμα Αλήθειας. Μετά, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια Αλήθεια (αντικειμενική), έξω από τον άνθρωπο (τον παρόντα, τυχαίο άνθρωπο), δεν μπορεί να μην ληφθεί υπ’ όψιν ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται (με όποιο τρόπο αντιλαμβάνεται) ούτε να αγνοηθούν οι όροι με τους οποίους αντιλαμβάνεται αυτή την έξωθεν αλήθεια… αφού τελικά είναι ο άνθρωπος που πρέπει να αντιληφθεί (αυτό είναι που μας ενδιαφέρει)… Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος (ο παρών, ο τυχαίος άνθρωπος καταρχήν) είναι (σαν ύπαρξη) προϋπόθεση για να θεμελιωθεί οποιαδήποτε δυνατότητα και διαδικασία γνώσης, οποιαδήποτε Αλήθεια. Αυτό είναι κάτι ολοφάνερο, αυτονόητο, αλλά πολλοί άνθρωποι, ακόμα και «σκεπτόμενοι» επιμένουν να το αγνοούν. Όλοι οι «δογματικοί» ξεκινούν από «γενικές αρχές» για να φτάσουν απαγωγικά στον άνθρωπο, ενώ το αντίθετο θα έπρεπε να γίνεται. Αυτό το επισήμαναν πρώτοι οι Σοφιστές. Πολλούς αιώνες μετά οι σύγχρονοι υπαρξιστές ξαναγύρισαν πίσω στην ολοφάνερη και αυτονόητη θέση των Σοφιστών… Έτσι ο Πρωταγόρας καταλήγει, τελείως φυσικά, (στο σύγγραμμά του «Αλήθεια ή Καταβάλλοντες») στην γνωστή φράση του: «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν». Αυτή είναι η Πρώτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

2) Αλλά τι είναι άνθρωπος (κατά τον Πρωταγόρα); Ο άνθρωπος, σαν ύπαρξη, ο παρών, τυχαίος, άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος τι είναι; Προφανώς ο «Άνθρωπος στην Ουσία του», αυτό που είναι πραγματικά, είναι κάτι αντικειμενικό, κι ανεξάρτητο από την όποια τυχαία αντίληψη έχει ο ίδιος ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Αλλά και η «συγκροτημένη αντίληψη» που έχει ο άνθρωπος (ο τυχαίος άνθρωπος) για τον εαυτό του (δηλαδή όλες οι υποκειμενικές συγκροτήσεις) είναι επίσης ένα «αντιληπτικό γεγονός» το οποίο εκδηλώνεται στην ύπαρξη και λειτουργεί στην ζωή. Οφείλουμε λοιπόν να «διακρίνουμε» τον Αληθινό Φυσικό Αντικειμενικό Άνθρωπο (σαν Ύπαρξη, Ψυχική Οντότητα, Αντίληψη, κλπ) από την όποια υποκειμενική διαμόρφωση αυτού του ανθρώπου (αυτό που ονομάζουμε «προσωπικότητα»), Αυτή είναι η Δεύτερη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

3) Έτσι όμως οδηγούμαστε ξανά στο αρχικό ερώτημα: Τελικά ποιος είναι ο Αληθινός Άνθρωπος; Αληθινός άνθρωπος είναι ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος, ο Ιδεώδης Άνθρωπος, που Οφείλουμε να Γνωρίσουμε μέσα από την Διαδικασία της Αυτογνωσίας, για να μπορέσουμε να θεμελιώσουμε έτσι την Ύπαρξή μας, την Δυνατότητα και την Βεβαιότητα της Γνώσης μας, την Γνησιότητα της Αλήθειας μας, την Ακεραιότητα της Αρετής μας, την Ολοκλήρωση της Ενάρετης Πράξης… Αληθινός άνθρωπος δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, ο υποκειμενικά διαμορφωμένος άνθρωπος… αυτός ο άνθρωπος είναι «αμαθής» και χρειάζεται (φιλοσοφική) παιδεία…
Για τον Πρωταγόρα άνθρωπος είναι ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος (όπως θα αποδείξουμε πιο κάτω), ο Ιδεώδης άνθρωπος. Μόνο έτσι έχει νόημα η Αυτογνωσία, μόνο έτσι μπορεί να θεμελιωθεί μία Οντολογία, να δομηθεί μία Γνωσιοθεωρία, και να δικαιολογηθεί μία Αντικειμενική  Γνώση και μία Πανανθρώπινη Αρετή (Αγαθότητα, Δικαιοσύνη, κλπ). Μόνο έτσι έχει νόημα η Διδασκαλία της Γνώσης που πρέπει να μας Οδηγήσει να Γνωρίσουμε την Αληθινή Φύση μας, που πρέπει να μας οδηγήσει στην Αλήθεια, στην Αρετή… Η Διδασκαλία της Σοφίας (με αυτή την έννοια) είναι Δραστηριότητα Αυτογνωσίας, Πράξη Γνώσης (της Φύσης μας), Πράξη Αρετής… η Διδασκαλία της Σοφίας δεν είναι μετάδοση γνώσεων, πληροφοριών.
Αντίθετα, αν πιστέψουμε (λανθασμένα) ότι ο Πρωταγόρας άνθρωπο εννοεί τον απλό τυχαίο άνθρωπο της παρούσης στιγμής (τον «αμαθή» άνθρωπο) στην υποκειμενική του διαμόρφωση τότε καταλήγουμε στον απόλυτο υποκειμενισμό, στον διανοητικό σχετικισμό, αλλά και στον ατομικισμό αντιλήψεων και αισθήσεων. Καθένας ζει στον δικό του κόσμο, καθίσταται αδύνατη η «ανάπτυξή» του με περισσότερη γνώση, δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, και δεν έχει νόημα καμία «διδασκαλία» της γνώσης ή της αρετής. Όχι πως δεν υπάρχει υποκειμενισμός και σχετικότητα στην διανόηση, την αντίληψη και τις αισθήσεις… αλλά επειδή ακριβώς υπάρχουν αυτά τα φαινόμενα υπάρχει απόλυτη ανάγκη να ανυψωθούμε σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης και θεώρησης της πραγματικότητας. Έτσι καθίσταται απολύτως απαραίτητη η «Διδασκαλία του ανθρώπου (του «αμαθή» ανθρώπου). Κι αυτό ακριβώς το Έργο ανέλαβαν να πραγματοποιήσουν οι Σοφιστές.
Η Αυτογνωσία, (κατά την ρήση του Χείλωνα του Λακεδαιμόνιου το «Γνώθι σαυτόν» που ήταν χαραγμένο στην κύρια πύλη του Ιερού Χώρου των Δελφών, αλλά και σε άλλα σημεία), είναι η Τρίτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

4) Αυτογνωσία σημαίνει να Γνωρίσουμε τον Αληθινό Φυσικό Άνθρωπο (που είμαστε), την Αληθινή Ουσία του Ανθρώπου (που είμαστε)… Έχοντας σαν Φόντο την Ορφική Παράδοση που διαποτίζει όλη την ελληνική σκέψη, τα Ελευσίνια Μυστήρια, όλη την Φιλοσοφική Παράδοση των Προσωκρατικών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Πρωταγόρας (κι οι άλλοι Σοφιστές) αναζητώντας την Αληθινή Ουσία του Ανθρώπου, Αναζητούν τον Άνθρωπο σαν Οντότητα, σαν Ψυχή, σαν Συνείδηση, σαν Νου, σαν Αντίληψη… δηλαδή σαν μία Μεταφυσική Ουσία…
Ήδη όμως η Ψυχή (και από τους Ορφικούς, και από τους Μύστες των Μυστηρίων, και από τους άλλους Μεγάλους Φιλοσόφους) είχε προσδιορισθεί σαν Ζωντανή Συνειδητή Αρχή, Άυλη, «χωρίς ιδιότητες» (η Ψυχή Καθεαυτή) που όμως «διαμορφώνεται» εξαιτίας της σχέσης της με το σώμα, συγκροτώντας μία υλική ψυχή, μία ψυχοσωματική λειτουργία. Οι «αμαθείς» άνθρωποι, λειτουργούν όχι στο ανώτερο επίπεδο (σαν Καθαρή Ψυχή) αλλά στο κατώτερο επίπεδο των ψυχοσωματικών διαδικασιών… γι’ αυτό και χρειάζονται (φιλοσοφική) παιδεία… Έτσι με αυτή την έννοια οι Σοφιστές μεταφέρουν την Ορφική Παράδοση, και την Ουσία των Μυστηρίων, σε απλή, συστηματική, καθοδήγηση, προκειμένου να διαμορφώσουν ολοκληρωμένους ανθρώπους και κατ’ επέκταση καλούς πολίτες… Η Γνώση της Αληθινής Ουσίας της Ψυχής (σαν Δραστηριότητα, σαν Πράξη) είναι η Τέταρτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

5) Για να φτάσει λοιπόν ο Σοφός (ο Πρωταγόρας) στον Αληθινό Φυσικό Άνθρωπο μέσω της Αυτογνωσίας, στην Αληθινή Ουσία, στον Εσώτερο Εαυτό (στην Ψυχή), κι έτσι, πάνω σε μία Στέρεα Οντολογική Βάση να δομήσει μία Ασφαλή Γνωσιολογία, μία Βέβαιη Γνώση, και Βασικές Ηθικές Αρχές που θα στηρίξουν τον βίο… θα πρέπει να ελέγξει όλες τις ψυχοσωματικές δραστηριότητες (της υλικής ψυχής) ως προς την αλήθεια τους, (κατά πόσο δηλαδή μπορούν να μας δώσουν ασφαλή γνώση)…
α) οι αισθήσεις από την φύση τους είναι ατομικές και σχετικές και δεν μπορούν να αποτελούν ασφαλές θεμέλιο γνώσης.
β) Προσωπικά αισθήματα και αντιλήψεις είναι υποκειμενικά και σχετικά,  αλλά και κοινωνικά ήθη και θεσμοί είναι επίσης δημιουργήματα των ανθρώπων (και κατά συνθήκη αποδεκτά) και δεν έχουν καμία αντικειμενική βάση.
γ) Ακόμα και στο επίπεδο της διανόησης δεν υπάρχει καμία αντικειμενική και ασφαλής αλήθεια. Η λογική μπορεί να υποστηρίξει με επιχειρήματα τόσο μία άποψη όσο και η αντίθετή της. Η εισαγωγή της αντιλογικής, η τέχνη να παρουσιάζεται το ίδιο θέμα και ως ορθό και ως ψευδές, είχε  σκοπό απλά και μόνο να κάνει εμφανή την διττότητα της σκέψης, την διπλή όψη της λογικής (Μήπως ακόμα και σήμερα σε ένα δικαστήριο το ίδιο περιστατικό δεν ερμηνεύεται διαφορετικά και ίσως αντίθετα από την κατηγορούσα και την υπερασπιστική αρχή;).
Το τελικό συμπέρασμα λοιπόν είναι πως ούτε οι αισθήσεις, ούτε προσωπικές αντιλήψεις και ήθη και θεσμοί, ούτε καν η διανόηση μπορεί να οδηγήσει στην Αλήθεια, σε μία ασφαλή γνώση. Τότε;
Μόνο όταν ο άνθρωπος αναζητήσει και αποκτήσει Αληθινή Αυτογνωσία, Γνώση της Αληθινής Ουσίας του, της Μεταφυσικής Αρχής του, της Ψυχής (σαν Καθαρής ουσίας, κι όχι (μέσω των ψυχοσωματικών λειτουργιών) σαν διαμορφωμένης (λόγω ακριβώς των σχέσεων με το σώμα) αντίληψης του εαυτού… μπορεί να Είναι (να Γίνει και να Ονομαστεί) Αληθινός Άνθρωπος. Η Αποκάλυψη της Αληθινής Ουσίας (του Είναι), πέρα από την σχετικότητα των αισθήσεων, πέρα από την σχετικότητα της αντίληψης, πέρα από την διττότητα του νου, αποκαλύπτει Μία Ουσία που «μετέχει» ή «μοιάζει» του «θείου», «Μία Ουσία χωρίς ιδιότητες», Μία Ουσία (που εξαιτίας ακριβώς της απουσίας χαρακτηριστικών) οδηγεί στην Αντίληψη του Ενός (της Μίας Ουσίας, της Ενότητας), της Ταυτότητας, της Ισότητας των όντων…
Πάνω σε αυτή την Καθαρή Οντολογική Βάση (που Φτάνουμε με την Αυτογνωσία) μπορεί να στηριχθεί η Αληθινή Γνώση. Αυτή η Γνώση που έχει σαν Περιεχόμενο το Είναι (την Ενότητα, την Ταυτότητα, την Ισότητα, κλπ) είναι η Αλήθεια. Πάνω σε Αυτή την Αλήθεια μπορεί να οικοδομηθεί η Αρετή που κύρια έκφρασή της είναι, στον κόσμο της δράσης, η Δικαιοσύνη, με συνακόλουθες όλες τις άλλες αρετές…
Η Καλλιέργεια της Αυτογνωσίας, η Γνώση του Αληθινού Όντος, του Είναι (σαν Αποτέλεσμα της Διαδικασίας της Αυτογνωσίας) είναι η Πέμπτη Αρχή της Σοφίας των σοφιστών.

6) Η Αναγκαιότητα της Αυτογνωσίας οδηγεί φυσιολογικά στην Διδασκαλία της Αληθινής Γνώσης, της Αληθινής Αρετής, της Ολοκληρωμένης Πράξης. Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο όχι μόνο γίνεται κατανοητή η διδασκαλία της Γνώσης, της Αρετής, αλλά και κρίνεται αναγκαία η Διδασκαλία αυτή για την διαμόρφωση των νέων και την δημιουργία μίας πιο ώριμης και πιο δίκαιης κοινωνίας ανθρώπων.
Έτσι όχι μόνο ο Πρωταγόρας κι οι Σοφιστές κατέχουν, και μιλούν για, και διδάσκουν την Αληθινή Ουσία, αλλά και αποτελούν τους αληθινούς διαφωτιστές του ανθρώπου και της κοινωνίας. Έτσι καταρρίπτονται όλες οι κατηγορίες του Πλάτωνα και των άλλων εναντίον τους. Σκοπός του Σοφιστή (Πρωταγόρα) είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο να γίνει ο Ιδεώδης Άνθρωπος, ο Αληθινός Φυσικός Άνθρωπος που θα Αναζητήσει σε Βαθύτερο Οντολογικό Πεδίο την Αλήθεια και την Γνώση και θα στηρίξει την πράξη του… κι όχι στο επιφανειακό επίπεδο της αίσθησης, της αντίληψης ή των θεσμών, ή της διττής σκεπτοδιαδικασίας… Ο Σοφιστής (Πρωταγόρας) θέλει να  φτιάξει ολοκληρωμένους ανθρώπους που θα είναι ικανοί να δημιουργήσουν μία αληθινή (δίκαιη) κοινωνία ανθρώπων… Μήπως ο Πλάτωνας δεν ήθελε μία ιδανική πολιτεία με ιδανικούς ανθρώπους; Πως μπορούσε να κατηγορεί τους Σοφιστές;…
Αυτή η Διδασκαλία της Σοφίας, είναι η Έκτη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

7) Βεβαίως η Αναζήτηση της Αυτογνωσίας, η Προσπάθεια να στηριχθεί ο άνθρωπος στην Αληθινή Μεταφυσική Αρχή του, πέρα ακόμα και από την διττότητα της σκέψης οδηγεί αναγκαστικά στην σύγκρουση με όλα τα καθιερωμένα. Πρέπει να συγκρουστούμε (ο Σοφιστής, κι ο καθένας μας), όχι μόνο με τις κατώτερες δράσεις της (υλικής) ψυχής (αισθήσεις, αντιλήψεις, διττή σκέψη) αλλά και με την ίδια την κοινότητα που συχνά στηρίζεται σε αντί-φυσικούς και αντί-ανθρωπίνους θεσμούς, ακόμα και παράλογους θεσμούς.
Με αυτή την έννοια η κριτική πολιτισμού που ασκούσαν οι Σοφιστές αφορά όλα τα πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης, την εξωτερική πολιτική ζωή, θεσμούς, αντιλήψεις, θρησκευτικές πεποιθήσεις και πράξεις, τα πάντα. Όλα αυτά, δεν είναι «φύσει» (ιερά και απαραβίαστα) αλλά γέννημα της σύμβασης («νόμω», «θέσει»), άρα μπορούν να αλλάξουν και να βελτιωθούν… Όλα θεωρούνται απλά ανθρώπινα δημιουργήματα, όλα είναι υπό έλεγχο, υπό αίρεση. Όλα μπορούν να αναθεωρηθούν και ο άνθρωπος και η κοινωνία να ξεκινήσουν από μηδενική βάση. Μία τέτοια ανατρεπτική θεώρηση δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί χωρίς ισχυρές μεταφυσικές βάσεις. Η κατά φύσιν ύπαρξη, το κατά φύσιν ζειν, η αληθινή αρετή, αποτελούν την προϋπόθεση, όχι μόνο για την ολοκλήρωση του ανθρώπου, αλλά και για την κοινωνική οργάνωση μίας δίκαιης πολιτείας. Αυτή η φιλοσοφία (η κριτική) πολιτισμού είναι η Έβδομη Αρχή της Σοφίας των Σοφιστών.

Η Διδασκαλία της Σοφίας
Ο Πραγματικός Σκοπός της Διδασκαλίας του Πρωταγόρα (και των Σοφιστών, τουλάχιστον των Αληθινών Σοφιστών, κι όχι των κακών μιμητών τους) ήταν να οδηγήσει τον άνθρωπο στην Αυτογνωσία. Μόνο όταν ο άνθρωπος νοιώσει (δεν έχει σημασία σε ποιο βαθμό) την Στέρεα Βάση του Είναι, της Ψυχής (που είναι Θεία Ουσία, μετέχει του Θείου), μία αντίληψη απαλλαγμένη  από την ταλάντευση της ανθρώπινης σκέψης, τότε μόνο μπορεί να υπάρξει (και να αποδειχτεί ότι υπάρχει) δυνατότητα γνώσης, μόνο τότε μπορούν να θεμελιωθούν οι βασικές ηθικές αρχές (αιώνιες, πανανθρώπινες), και μόνο τότε μπορεί να υποδειχτεί στον άνθρωπο ο αληθινός προορισμός του, ένας σκοπός στην ζωή και στην δράση του… ένας σκοπός που στηρίζεται, αντλείται από, κι αναδεικνύεται κι ολοκληρώνεται στο Βάθος της Ουσίας του…
Αν ο άνθρωπος δεν είναι ολοκληρωμένος (στο μέτρο που μπορεί να είναι ο καθένας) βρίσκεται χαμένος μέσα στον λαβύρινθο της διττής σκέψης, στην αυθαιρεσία της αντίληψης και των θεσμών, στο χάος της εξωτερικής και κακό-οργανωμένης ζωής…
Η Αληθινή Ανθρώπινη Φύση Αποκαλύπτεται στο Βάθος της, Θεία, Αγαθή, Ολοκληρωμένη. Η Ηθική που πηγάζει από αυτή την Φύση («φύσει») έχει σαν Βάση της το Αγαθό, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, την Ενότητα, κλπ… κι από εδώ πηγάζουν όλες οι άλλες αρετές. Η ηθική κι η αρετή που θεμελιώνονται από τους ανολοκλήρωτους ανθρώπους της ανθρώπινης κοινωνίας, είναι δημιουργήματα της ανθρώπινης (διττής) λογικής και συχνά αυτές οι («νόμω», «θέσει») αρχές, αυτοί οι θεσμοί, είναι αυθαίρετοι κι άδικοι. Γι’ αυτό και είναι (στην σκέψη των Σοφιστών) υπό αίρεση…
Αυτό που επιδιώκουν λοιπόν οι Σοφιστές με την Αυτογνωσία του ανθρώπου είναι να φτιάξουν ολοκληρωμένους ανθρώπους (και πολίτες) που θα μπορέσουν να εφαρμόσουν στην ζωή την Αλήθεια και την Δικαιοσύνη, να «παρέμβουν» στους ανθρώπινους θεσμούς, να τους βελτιώσουν, να φτιάξουν μία καλύτερη κοινωνία… Ο Πρωταγόρας (σε αντίθεση με τον Ησίοδο) πίστευε σε μία «πρόοδο» της ανθρώπινης κοινωνίας, μέσω του διαφωτισμού της.
Βέβαια, υπήρξαν Σοφιστές που (χωρίς να γνωρίζουν τι λένε και τι κάνουν) υποστήριξαν ότι η «φύση του ανθρώπου» είναι άγρια, κακή, και γι’ αυτό θεσπίζονται νόμοι για να μετριασθεί αυτή η αγριότητα… Άρα η «φύση» είναι κακή και ο «νόμος» είναι καλός… Αυτό το επιχείρημα όμως καταρρίπτεται από την πραγματικότητα. Στην ζωή, στην κοινωνία οι νόμοι (θεσπισμένοι από ανθρώπους που έχουν συμφέροντα) διατηρούν ένα στάτους άδικο (αφού επιτρέπει την συσσώρευση πλούτου από λίγους, την εκμετάλλευση των ανθρώπων, την «νόμιμη» κλοπή από κάποιες ομάδες, κλπ…)… Το επιχείρημα της «κακής φύσης» και του «καλού νόμου» το επικαλούνται όσοι έχουν συμφέρον να διατηρούν το άδικο στάτους στην κοινωνία. Αλλά η ηθική γυμνότητα των νόμων των ανθρώπινων κοινωνιών αποκαλύπτεται εκ των πραγμάτων, από την κατάσταση των κοινωνιών, και την ανθρώπινη δυστυχία.
Συνεπώς οι (Αληθινοί) Σοφιστές είχαν δίκαιο που ήθελαν να οδηγήσουν τους ανθρώπους να Στηριχθούν στην Στέρεα Ηθική Βάση της Αληθινής Ύπαρξης, από την οποία θα μπορούσαν όχι μόνο να έχουν Αληθινή Γνώση, Καθαρή Ηθική (Αρετή) αλλά και να ελέγξουν και όλα τα ανθρώπινα… και να βελτιώσουν την ζωή τους και την κοινωνία. Άραγε ο Σωκράτης ή ο Πλάτωνας, ή οι άλλοι Μεγάλοι Σοφοί, είχαν κάποιο διαφορετικό σκοπό;
Είναι σίγουρο ότι όλοι οι Σοφιστές δεν ήταν στο ύψος ενός Πρωταγόρα, είναι σίγουρο ότι για να καταλάβουμε όσα έλεγε ο Γοργίας περί «όντος» χρειαζόταν να τα ερμηνεύσουμε στα πλαίσια της γενικότερης αντίληψής του για την ύπαρξη, κι είναι ακόμα σίγουρο ότι υπήρξαν σοφιστές (σαν τον Ευθύδημο και τον Διονυσόδωρο) που εκφύλισαν την Σοφιστική σε ανοησία, σε λογικά τεχνάσματα και σοφίσματα, δυσφημίζοντας έτσι και τους υπόλοιπους Σοφιστές… Είναι όμως άδικο για τον Πλάτωνα (ή τον σημερινό ιστορικό της φιλοσοφίας) να μην γίνεται διάκριση ανάμεσα στους Αληθινούς Σοφιστές (που ήταν διαφωτιστές που δίδασκαν φιλοσοφία της ύπαρξης, φιλοσοφία του πολιτισμού, φιλοσοφία της ζωής) και τους άθλιους μιμητές τους.

Η Μέθοδος της Διδασκαλίας των Σοφιστών
Η Διδασκαλία της Σοφίας απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στους νέους (αλλά και σε όσους μεγαλύτερους ήθελαν να αποκτήσουν φιλοσοφική παιδεία). Γίνονταν κυρίως με διαλέξεις. Οι Σοφιστές διοργάνωναν κύκλους διαλέξεων με συγκεκριμένο θέμα (σειρές μαθημάτων), ή ελεύθερες διαλέξεις με κάποιο συγκεκριμένο θέμα ή με θέμα προτεινόμενο από το ακροατήριο. Γίνονταν ακόμα μαθήματα με διαλογική μορφή.
Μέχρι την εποχή των Σοφιστών η μόρφωση της νεολαίας περιοριζόταν σε ανάγνωση και γραφή, ενασχόληση με την ποίηση (κυρίως τον Όμηρο, που ήταν η «Βίβλος» της αρχαιότητας) και την μουσική, και γυμναστική. Όποιος ήθελε να προχωρήσει βαθύτερα, στα μυστήρια της ζωής έπρεπε να το κάνει με προσωπική προσπάθεια καταφεύγοντας σε κάποιο Σοφό, ή σε θρησκευτικούς κύκλους, ή στους Μύστες των Μυστηρίων… Τον 5ο π.Χ. αιώνα όμως (και μετά τα «Μηδικά», 492-479 π.Χ.) όλα αυτά ήταν ανεπαρκή. Οι άνθρωποι χρειάζονταν περισσότερη μόρφωση και σε αυτή την ανάγκη ανταποκρίθηκαν οι Σοφιστές, άλλοι επάξια, κι άλλοι όχι
1) (Πρωταγόρας, «Αλήθεια ή Καταβάλλοντες»). Το Βασικό Κεντρικό Θέμα της Διδασκαλίας των Σοφιστών είναι ο άνθρωπος, η πραγματική έννοια του ανθρώπου. Όταν ο Πρωταγόρας αναφέρεται στον άνθρωπο, δεν εννοεί ούτε τον τυχαίο άνθρωπο (που είναι συνήθως χωρίς φιλοσοφική παιδεία), ούτε τον άνθρωπο σαν γένος, σαν είδος. Εννοούσε αποδεδειγμένα τον «φιλόσοφο άνθρωπο», τον Ιδεώδη Άνθρωπο. Μόνο ο άνθρωπος που έχει Αυτογνωσία είναι Αληθινός Άνθρωπος. Μόνο Αυτός μπορεί να είναι Αληθινός Άνθρωπος, να έχει Αληθινή Αρετή,  μόνο Αυτός μπορεί να είναι σωστός κυβερνήτης ή σωστός πολίτης… Άραγε ο Πλάτωνας δίδασκε κάτι διαφορετικό;
2) (Πρωταγόρας, «Αντιλογίαι»). Άλλο Κεντρικό θέμα της Διδασκαλίας των Σοφιστών ήταν η Αληθινή Γνώση, η διττότητα της σκέψης, η σχετικότητα των αντιλήψεων και η ατομικότητα των αισθήσεων. Ο Πρωταγόρας στο σύγγραμμά του «Αντιλογίαι», αλλά και σε διαλέξεις και συζητήσεις (κατά τις μαρτυρίες) αποδείκνυε έμπρακτα ότι για οποιοδήποτε θέμα είναι αληθείς δύο (ή περισσότερες) αντιφατικές προτάσεις, αναιρώντας έτσι το λογικό αξίωμα της αντίφασης. Οι Σοφιστές πολύ πριν τους Δάσκαλους του Ζεν στην μακρινή Κίνα (και Ιαπωνία) απόδειξαν ότι σύμφωνα με την λογική «κάτι» μπορεί να είναι μαύρο και άσπρο και κάτι άλλο, και τίποτα από όλα αυτά…
Ο «φαινομενικός» οντολογικός και γνωσιολογικός μηδενισμός του Γοργία είχε σκοπό να οδηγήσει ακριβώς σε μία ανώτερη θεώρηση της πραγματικότητας. Το «Ον», για τον Γοργία, βρίσκεται σε μία ανώτερη σφαίρα αντίληψης, «δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μέσα στην σκέψη, να συλληφθεί από την σκέψη». Ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι μπορεί να υπάρξει μέσα στην σκέψη (σαν απόσταγμα ανώτερης βιωματικής εμπειρίας), ότι μπορεί να συλληφθεί κάποια «έννοια του όντος», δεν μπορεί να μεταδοθεί (να ανακοινωθεί) στους άλλους, γιατί αυτό που «μεταδίδεται» είναι όχι το «ον» αλά το «σύμβολό» του, ο λόγος, η λέξη…
Το πρόβλημα για τους Σοφιστές δεν ήταν να βρούμε την αλήθεια στο επίπεδο της διττής σκέψης. Ούτε να υποστηρίξουμε την μία ή την άλλη άποψη κατά το συμφέρον μας, αλλά να ανυψωθούμε σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης, πάνω από την διττή σκέψη, να θεωρήσουμε την πραγματικότητα με ένα διαφορετικό τρόπο. Η Αλήθεια Βιώνεται στο Δικό της Οντολογικό Επίπεδο (σαν Ύπαρξη, Καθαρή Αντίληψη, Γνώση, Αλήθεια, Αρετή) κι όχι μέσα στην διανόηση. Στο επίπεδο της σκέψης πάντα τα πράγματα θα είναι αυθαίρετα, σχετικά, κατασκευασμένα και υπό αίρεση…
Με άλλα λόγια διδάσκοντας οι Σοφιστές τους ανθρώπους να χειρίζονται την διττή σκέψη το έκαναν για να τους οδηγήσουν σε μία ανώτερη θεώρηση, να αποκτήσουν με την υπέρβαση της σκέψης Αληθινή Γνώση, και Αρετή και με αυτά τα εφόδια να χρησιμοποιήσουν την σκέψη, να κατευθύνουν την σκέψη σε αγαθές προθέσεις και σκοπούς, την αντίληψη στην ορθότητα και την ζωή και την πράξη σε αληθινή δικαιοσύνη και σε αληθινή κοινωνική τάξη και ευημερία… κι όχι εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες της σκέψης, του συλλογισμού και του λόγου, να «παραπλανούν» τους συνανθρώπους τους.
3) (Πρωταγόρας, «Περί θεών»). Οι Σοφιστές δεν αρνιόνταν ούτε την Ενότητα της Μεταφυσικής Οντολογικής Βάσης των όντων (που κληρονόμησαν από την «ορφική θεολογία» και την «φιλοσοφική παράδοση»), ούτε αρνιόνταν την θειότητα της Ανθρώπινης Ψυχής, (μόνο την «υλική ψυχή» θεωρούσαν «διαμορφωμένη» και προσωρινή…), αλλά φυσικά έκριναν ότι οι αντιλήψεις των ανθρώπων για τους θεούς ούτε επαρκείς είναι (αφού δεν οδηγούν στην Ενότητα του Όντος), ούτε ηθικές (αφού συχνά είναι υποκριτικές), ούτε επωφελείς (αφού συχνά οι άνθρωποι, στην θρησκευτική ζωή, εξαπατούνται από τον εαυτό τους, είτε από άλλους)… Λογικό (τουλάχιστον για τους Σοφούς) ήταν λοιπόν όλες αυτές οι αντιλήψεις να κριθούν και να ανασκευαστούν… Βεβαίως αυτό δεν συνέφερε το (οποιοδήποτε) καθεστώς… Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη…
4) (Πρωταγόρας, «Περί της εν αρχή καταστάσεως»). Η Βασική Αντίληψη των Σοφιστών (για το Δίκαιο), όπως διατυπώθηκε από τον Πρωταγόρα, όπως διακηρύχθηκε από τον Ιππία, κι όπως καταγράφηκε από τον Αντιφώντα, ήταν  ότι «Οι νόμοι της πολιτείας είναι αυθαίρετοι καθορισμοί, οι νόμοι όμως της φύσεως υπάρχουν κατ’ αναγκαιότητα. Και οι μεν διατάξεις των νόμων είναι αποτέλεσμα αμοιβαίας συμφωνίας και δεν έχουν φυσική προέλευση. Όσα όμως προέρχονται από την φύση είναι αυτοφυή και δεν προέρχονται από συμφωνία»…. Οι Σοφιστές όχι μόνο Όρισαν το Φυσικό Δίκαιο, αλλά και το «διέκριναν» από τον «νόμο», και προσδιόρισαν την σύγκρουση του «νόμου» με το Αληθινό δίκαιο (που είναι το Φυσικό Δίκαιο)…
Πολλούς αιώνες μετά ο Ρουσσώ («Κοινωνικό Συμβόλαιο») απλά θα επαναλάβει όσα έχουν ήδη αναλύσει διεξοδικά οι Σοφιστές…
Ξεκινώντας από αυτή την «θέση» (σύμφωνα με τους Σοφιστές) κρίνεται αναγκαίο, όχι μόνο να Αναφερθούμε στην Φύση για να βρούμε την Αλήθεια, την Δικαιοσύνη, και να οργανώσουμε την κοινωνική ζωή, αλλά πολύ περισσότερο κρίνεται αναγκαίο να «κρίνουμε» και να «αναθεωρήσουμε» όλους τους ανθρώπινους θεσμούς, εφόσον αντίκεινται στην Αγαθή Φύση και εφόσον δεν οδηγούν στην ευημερία των ανθρώπων.
Έτσι οι Σοφιστές κήρυξαν πόλεμο ενάντια στους ανθρώπους που κοιμούνται ανυποψίαστοι και νομίζουν ότι ζουν σε μία αληθινή και δίκαιη ανθρώπινη κοινωνία, στους ανόητους που παρασύρονται από φαύλους πολιτικούς, αλλά και στους ανήθικους πολιτικούς που με ψευτορητορείες (και χωρίς ηθική και αίσθημα δικαιοσύνης) κρατούν τους πολίτες δέσμιους σε μία άδικη κοινωνία.
Θέλοντας οι Σοφιστές να διαμορφώσουν ολοκληρωμένους ανθρώπους και δίκαιους πολίτες, τους δίνουν τα εφόδια, για να διεκδικήσουν από τους φαύλους την πολιτική, την ζωή… Όσο οι άνθρωποι δεν «ξυπνούν» να διεκδικήσουν την Αλήθεια και το Δίκαιο θα χειραγωγούνται και θα είναι έρμαια στην ψευτοπολιτική, και θα ζουν με άδικους νόμους την αδικία. Μόνο μέσα από την Διαφώτιση της Ψυχής, με Στέρεες Ηθικές Αρχές και με «Άμεση Δημοκρατία» μπορούν οι άνθρωποι να φτιάξουν μία αληθινή κοινωνία ανθρώπων (κι όχι μία αγέλη που κρατιέται με την βία σε μία άδικη κι ανισσόροπη συνοχή).
Το αποτέλεσμα ήταν οι Σοφιστές από άλλους να θαυμάζονται για την Σοφία τους και την Ωριμότητά τους, και την αληθινή και δίκαια κριτική των θεσμών, από άλλους (που είχαν συμφέρον) να πολεμιούνται, και άλλους (πολιτικούς άρχοντες) να διώκονται. Όχι μόνο ο Πρωταγόρας (στο τέλος της ζωής του) διώχτηκε αλλά και άλλοι Σοφιστές οδηγήθηκαν στον θάνατο…
Όχι μόνο οι Σοφιστές αλλά και κάθε άνθρωπος (σαν τον Σωκράτη που ακολουθούσε τον δικό του δρόμο) που τολμούσε να πει την Αλήθεια οδηγούνταν στην φυλακή και τον θάνατο…
5) Με το Σύνολο της Διδασκαλίας τους οι Σοφιστές προσπαθούσαν να βοηθήσουν τον άνθρωπο (τον άνθρωπο που ήθελε να μορφωθεί φιλοσοφικά) να ζήσει πιο σωστά, πιο δίκαια, πιο ευτυχισμένα. Πέρα από όλα τα άλλα λοιπόν η Φιλοσοφία τους ήταν «φιλοσοφία της ζωής», διερεύνηση και διαφώτιση της ζωής σε όλα της τα πεδία, και το εσωτερικό και το εξωτερικό, και το ατομικό και το κοινωνικό, και το φυσικό και το πολιτικό…
Οι Σοφιστές υπήρξαν  «Φιλόσοφοι της Ύπαρξης», «Θεωρητικοί του πολιτισμού» και «Δάσκαλοι της τέχνης της ζωής». Συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού και είναι άδικο να μην τους αναγνωρίζουμε το μερίδιό τους σε αυτή την προσπάθεια…

Αποκρυπτογραφώντας την Σκέψη του Γοργία
(Γοργίας, «Περί του μη όντος, είτε περί φύσεως)
Στο έργο αυτό («Περί του μη όντος»), από το οποίο έμειναν μόνο δύο επιτομές ο Γοργίας υποστηρίζει τρία αξιώματα: πως τίποτα δεν υπάρχει, πως κι αν υπάρχει δεν μπορεί να γίνει γνωστό, πως κι αν γίνει γνωστό δεν μπορεί να ανακοινωθεί (στους άλλους)… Εμβαθύνοντας λίγο στην Φιλοσοφική Σκέψη του Γοργία και διαβάζοντας σωστά αυτά που λέει, μπορούμε να καταλήξουμε σε τελείως διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά στα οποία καταλήγει κάποιος με την επιφανειακή ανάγνωση των λεγομένων του…
Είναι παραπάνω από ολοφάνερο (κι αυτό είναι Βασική Αρχή της Σοφιστικής Σκέψης, κι  ο Γοργίας δεν το αμφισβητεί) ότι  η Αρχή της Σκέψης (Αυτός που Σκέπτεται, που αναρωτιέται) Ανήκει στο Είναι, Υπάρχει.. κι όχι μόνο Υπάρχει αλλά είναι η Βάση της Σκέψης… διαφορετικά (αν δεν υπάρχει η Αρχή της Σκέψης) δεν μπορεί να υπάρξει σκέψη… Όμως Αυτή η Αρχή του Είναι, η Αρχή της Σκέψης, είναι Ουσία Άγνωστη, κι Απροσπέλαστη (τουλάχιστον από την σκέψη)… Όταν, στο επίπεδο της σκέψης, προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το ον τότε βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.
«Τίποτα δεν υπάρχει» (σαν αντικείμενο της σκέψης), αφού η σκέψη δεν μπορεί να συλλάβει το «ον». Αυτό που συλλαμβάνει η σκέψη είναι μόνο έννοιες.
«Αν υπάρχει κάτι δεν μπορεί να γίνει γνωστό» με τους όρους της σκέψης, αφού η σκέψη δεν μπορεί να ανυψωθεί πάνω από τις έννοιες ως το Αληθινό Είναι.
«Κι αν κάτι γίνει γνωστό» (μέσα από βιωματική εμπειρία) «δεν μπορεί να ανακοινωθεί στους άλλους», αφού ότι μεταδίδεται είναι σύμβολα των όντων, οι λέξεις, όχι τα πραγματικά όντα (δηλαδή η βιωματική εμπειρία των όντων).
Αν λοιπόν (σύμφωνα με την Σκέψη του Γοργία) θέλουμε να ανυψωθούμε ως την Σφαίρα του Είναι (του «όντος») πρέπει να ανυψωθούμε πάνω από την σκέψη. Μένοντας στο επίπεδο της σκέψης όλα είναι και παραμένουν σχετικά. Στο επίπεδο της σκέψης όλα είναι «ρητορεία», «ρητορική». Αν κάποιος δεν έχει Ασφαλείς Οντολογικές Βάσεις, Στέρεα Φυσική Ηθική, χάνεται στο χάος της σκέψης και των λέξεων… κι η «ρητορική» γίνεται «δίκοπο μαχαίρι»… Μόνο με την Φωτισμένη Λογική Σκέψη μπορεί να αναπτυχθεί ο άνθρωπος, κι ο πολιτισμός, κι οι ανθρώπινες κοινωνίες…
Αν κάποιος δεν κατανοήσει (το Βάθος της Σκέψης, τις Προϋποθέσεις της Σκέψης, και) την σκέψη του Γοργία και μείνει στο επίπεδο της διττής (και χαώδους) σκέψης, είναι αναγκασμένος να υιοθετήσει τελικά δύο τελείως αντίθετους δρόμους, δύο ολότελα αντίθετες θεωρίες για το «φυσικό δίκαιο»… Η μία θεωρία που ακολουθεί ο Καλλικλής (σύμφωνα με τον Πλάτωνα), κι ο Μένων (σύμφωνα με τον Ξενοφώντα) είναι η θεωρία για το «Δίκαιο του ισχυρότερου», σύμφωνα με την οποία έθιμα και νόμοι είναι έργο της πλειοψηφίας των αδύνατων ανθρώπων που έτσι θέλουν να ελέγξουν την ανεξέλεγκτη δράση των ισχυρών… Από την φύση του όμως ο «ισχυρός» μπορεί να «σπάσει» όλους αυτούς τους θεσμούς και να κυριαρχήσει… Στην πραγματικότητα όμως μία τέτοια θεωρία δεν ισχύει στην πράξη αφού τους νόμους τους φτιάχνουν «ισχυροί» για να «ασφαλίσουν» τα συμφέροντά τους σε βάρος των αδύνατων. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η ζωή… Ακριβώς τα αντίθετα για το «Φυσικό Δίκαιο» υποστήριζε ο Λυκόφρων κι ο Αλκιδάμας. Σύμφωνα με τον Λυκόφρονα «Ο νόμος είναι συμβόλαιο που σ’ αυτό ο καθένας εγγυάται αμοιβαία το δίκαιο του άλλου. Δεν είναι όμως (ο νόμος) σε θέση να παιδαγωγήσει τους πολίτες σε ηθικότητα και δικαιοσύνη» Αναγκαστικά λοιπόν ο νόμος πρέπει να συμμορφωθεί με το Φυσικό Δίκαιο, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, την Ελευθερία, να «αναθεωρηθεί», να «διορθωθεί»… Σύμφωνα με τον Αλκιδάμα στο όνομα του φυσικού δικαίου έπρεπε να καταργηθεί η «δουλεία», αφού ο Θεός άφησε όλους τους ανθρώπους ελεύθερους. Η φύση δεν έπλασε κανέναν για σκλάβο.

Επίλογος
Η Σοφία των Σοφιστών προσέφερε πολλά στην «φιλοσοφική σκέψη», στον ελληνικό πολιτισμό, και στον άνθρωπο…
Καταρχήν η Σοφιστική έστρεψε την ελληνική διανόηση στον άνθρωπο διατυπώνοντας βασικές φιλοσοφικές αρχές της σκέψης του υπαρξισμού, πολλούς αιώνες πριν τους σύγχρονους υπαρξιστές.
Δεύτερον οι Σοφιστές αποσαφήνισαν την διττότητα (και την σχετικότητα) της σκέψης, πολλούς αιώνες πριν μιλήσουν οι Δάσκαλοι του Ζεν.
Τρίτον ανέπτυξαν μια φιλοσοφία του πολιτισμού που είναι ακόμα επίκαιρη και μία θεωρία για το Φυσικό Δίκαιο, πολλούς αιώνες πριν τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και τον Ρουσσώ.
Τέταρτον έβαλαν τις βάσεις της αληθινής πολιτικής και της άμεσης δημοκρατίας, πέρα από την πολιτική φαυλότητα.
Πέμπτον θεμελίωσαν την συστηματική μόρφωση της νεολαίας, πάνω σε υγιείς βάσεις.
Έκτον ήταν αληθινοί «δάσκαλοι της ζωής» αφού βοηθούσαν τους ανθρώπους όχι μόνο να καλυτερέψουν την ζωή τους αλλά και να είναι σωστοί πολίτες σε μία κοινωνία δικαίου (κι όχι αρπακτικά σε μία αγέλη ζώων).
Τέλος οι Σοφιστές ήταν Αληθινοί Άνθρωποι, Αληθινοί Σοφοί, έστω κι αν το έργο τους δεν είχε την απήχηση που θα άξιζε να έχει… αφού τελικά δεν μπόρεσαν παρά ελάχιστα να «βελτιώσουν» την κοινωνία των ανθρώπων… Αυτό όμως δεν οφείλεται στην δική τους μη ικανότητα αλλά στο ότι οι άνθρωποι μέσα στην «αμάθειά» τους βαδίζουν στα «πατροπαράδοτα» μονοπάτια. Ακόμα κι ο μεγαλύτερος επαναστάτης, χρειάζεται κάποιους να τον ακολουθήσουν… αλλιώς τα πράγματα δεν αλλάζουν…
Πρωταγόρας, Πρόδικος, Ιππίας, Γοργίας, Λυκόφρων, Αλκιδάμας, και τόσοι άλλοι Μεγάλοι Έλληνες, Έλληνες που τους έχουμε ανάγκη σήμερα στην «ελλάδα της παρακμής», της λογικής ανοησίας, της πολιτικής αλητείας, και της υλιστικής αισχρότητας. Οι Γνήσιοι Έλληνες αναγνωρίζουν τους Προγόνους τους και την σκέψη τους, ακούνε, ακόμα σήμερα, την φωνή τους…
Οι «εχθροί που αναθρέψαμε» έλληνες στην καταγωγή αλλά «αλλόφρονες» στην ψυχή είναι της άλλης σχολής των σοφιστών, (των ψευδοφιλοσόφων του Πλάτωνα), του λογικού τεχνάσματος, των σοφισμάτων, του ξύλινου λόγου, της πολιτικής απάτης, της οικονομικής αλητείας, και του κοινωνικού χάους που ντύνεται τον μανδύα της «δημοκρατίας», της κοινωνικής τάξης… δυστυχώς,  σήμερα, ζούμε την «μεγάλη πολιτική απάτη»…







~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
Monday, 9 February, 2026

5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman

(An Essay on the Essential Qualities for Realization of the Self)

(Viveka Chudamani 21-25)

 

The Threshold of the Eternal

There exists, beyond the clamor of the marketplace and the fevered dreams of ambition, a path that winds toward the infinite. It is not carved into mountainsides, nor does it stretch across desert plains. Rather, it unfolds within the silent chambers of the soul, where the seeker discovers that the journey home begins precisely where one has always stood. The ancient wisdom speaks of certain qualities—not acquisitions from without, but revelations from within—that must be cultivated by those who would know the Ultimate Reality, that ineffable presence some call Brahman, others the Absolute, and still others simply Truth.

These virtues are not ornaments worn for display, nor achievements accumulated like coins in a purse. They are transformations of consciousness itself, fundamental reorderings of perception that allow the veil of illusion to fall away, revealing what has always been present but never seen. Like a sculptor who does not create the statue but merely removes the excess stone, the aspirant does not manufacture spiritual realization but strips away the obscurations that prevent its recognition.

The seeker stands at the threshold, gazing into an abyss of mystery that is simultaneously emptiness and fullness, silence and song. The ordinary mind recoils from such paradox, seeking the solid ground of certainty and the bright edges of definition. Yet the mystical path demands a different courage: the willingness to dissolve into that which cannot be grasped, to become intimate with the unspeakable, to rest in the groundless ground where all distinctions collapse into undifferentiated awareness.

Vairagya—The Great Letting Go

In the deepest recesses of the human heart burns a fire that consumes all it touches, leaving only ash and longing. This is the fire of desire, the insatiable hunger that drives beings from pleasure to pleasure, like moths circling an ever-receding flame. The worldly person, intoxicated by the promise of fulfillment, chases shadows across the landscape of experience, never recognizing that satisfaction perpetually eludes grasp precisely because it is sought in objects that cannot contain it.

Vairagya, which the sages call renunciation or dispassion, arises not from bitter disappointment or world-weary cynicism, but from a profound seeing—a penetrating vision that perceives the fundamental nature of all conditional existence. Like one who has tasted nectar and can no longer be satisfied by sugar water, the awakening soul begins to recognize the subtle poison hidden within even the sweetest of temporal pleasures. The joy of possession contains the seed of loss; the ecstasy of union conceals the anguish of separation; the glory of worldly achievement masks the hollow emptiness that follows acclaim.

This virtue is not the forced suppression of natural desires, not the grim self-flagellation of those who war against their own humanity. Rather, it emerges organically when clear seeing dispels the enchantment that makes transient things appear permanent, limited pleasures appear infinite, and fragmentary experiences appear whole. The renunciate does not abandon the world through hatred but releases attachment through understanding, like a person who stops clutching at reflections in water upon realizing they can never be grasped.

Even the loftiest states of consciousness, even the exalted experiences available to refined beings in subtle realms—what the texts call "Brahmahood"—are recognized as ultimately unsatisfying, for they too arise and pass away in the vast ocean of being and non-being. The soul that has glimpsed the Eternal can no longer mistake the temporal for ultimate refuge, no matter how sublime its appearance. This radical disillusionment with all that comes and goes becomes the fertile soil in which true liberation takes root.

Shama—The Stilling of the Storm

Picture a lake whose surface is constantly agitated by wind, its waters churned into countless waves that catch the light and cast it in a thousand fragmentary reflections. No clear image can form in such turbulence; the moon above remains invisible to the restless waters below. So it is with the mind that leaps endlessly from object to object, never resting, never settling, forever dispersing its attention across the infinite multiplicity of phenomena.

Shama—that sacred calmness which the mystics treasure above all worldly wealth—arises when the mind gradually withdraws its outward-flowing energies and begins to stabilize in its own luminous nature. This is not the dull torpor of sleep, nor the forced concentration of one who strains to hold attention through sheer will. Rather, it resembles the natural settling that occurs when muddy water is left undisturbed: gradually, inevitably, the sediment sinks and clarity emerges of its own accord.

The aspirant learns through patient observation to see the fundamental unsatisfactoriness that permeates all sense experience. Each pleasure contains within it the worm of satiation; each acquisition brings new anxieties of preservation and loss; each relationship carries the burden of expectation and the shadow of eventual parting. This is not pessimism but clear-eyed realism, the unflinching recognition of existence as it actually presents itself rather than as we desperately wish it to be.

As this understanding deepens, something miraculous occurs: the mind's habitual rush toward external objects begins to slow, like a river approaching the sea. The magnetic pull of sensory allure weakens; the tyranny of craving relaxes its grip. In the resulting stillness, the mind discovers its capacity to rest in itself, directed steadfastly toward that ineffable Goal which has no location in space, no position in time, yet remains more intimate than breath, more fundamental than heartbeat.

This inward-turning is not an escape from reality but a movement toward the Real, away from the endless proliferation of appearances toward the silent source from which all appearances arise. Like a wanderer who finally turns homeward after years of aimless roaming, the mind in shama discovers the peace that needs nothing external to complete it, the fullness that wants for nothing because it has recognized its own infinite nature.

Dama—The Sacred Discipline

The sense organs are like wild horses, each pulling in its own direction, each demanding to be indulged. The eyes hunger for beautiful forms; the ears strain toward pleasant sounds; the tongue craves delectable tastes; the skin seeks comfortable sensations; the nose pursues agreeable fragrances. Meanwhile, the internal faculties—imagination, memory, emotion—generate their own clamorous demands, weaving endless narratives of past and future, hope and fear, attraction and aversion.

Dama—that virtue of self-control or mastery—involves neither violent suppression nor indulgent license, but rather the intelligent redirection of these energies toward their ultimate source. The mystic understands that the senses themselves are not enemies to be destroyed but instruments that have been misdirected, like tools used for purposes other than those for which they were designed. The eye that endlessly consumes visual stimuli can be taught to close in meditation, discovering the inner light that shines independently of any external object. The ear that chases after melodious sounds can learn to attend to the soundless resonance that underlies all manifestation.

This turning inward of the sense faculties is not a denial of their reality but a restoration of their proper function. Just as a river that has overflowed its banks must be guided back to its channel, so the outward-flowing energies of perception must be returned to their respective centers—those subtle points within consciousness where outer meets inner, where the limited connects with the unlimited, where the particular dissolves into the universal.

The practitioner discovers that each sense organ, when withdrawn from its habitual objects and established in its source, reveals a dimension of peace and stability previously unknown. The restless eyes, no longer darting after every passing form, find rest in the formless awareness that perceives all forms without being defined by any. The chattering mind, no longer spinning its endless commentaries, discovers the silence that contains all speech without being disturbed by noise.

This is the work of patient years, not accomplished through force but through gentle persistence, not seized through effort but allowed through understanding. Like the gradual taming of a wild animal through kindness and consistency, the senses slowly learn to trust a new master, one who does not exploit them for fleeting pleasures but guides them toward their own deepest fulfillment.

Uparati—The Great Withdrawal

Beyond the mere control of the senses lies a deeper transformation, one that the sages call uparati—that supreme self-withdrawal in which the mind-function itself ceases to be affected by external circumstances. This is not indifference born of exhaustion or detachment arising from disappointment, but rather a profound independence rooted in the recognition of what truly matters and what is merely superficial.

Imagine a lotus that grows in muddy waters yet remains untouched by the mire, its petals pristine despite the murk from which it emerges. Or consider a clear crystal that reflects whatever color is placed before it yet is not itself colored by any reflection. Such is the mind established in uparati: fully present in the world of phenomena, functioning appropriately in response to circumstances, yet fundamentally unaffected at its core, maintaining an inner sanctuary of peace that no external event can violate.

This virtue represents a radical shift in one's center of gravity, a migration of identity from the periphery to the center, from the circumference of experience to its still heart. The ordinary person identifies completely with the flow of mental and emotional states, rising and falling with each wave of pleasure and pain, success and failure, praise and blame. But the one established in uparati has discovered that awareness itself—pure, witnessing consciousness—remains untouched by the content it illuminates, like space that is never altered by the objects it contains.

External objects and events continue to arise in perception, but they no longer penetrate to the essence of what one is. They appear like clouds drifting across the sky, like images projected on a screen, like waves rising and falling on the ocean's surface. The mind observes these movements with equanimity, neither grasping after pleasant experiences nor recoiling from difficult ones, abiding in its own nature with unshakeable stability.

This is the peace that passes understanding, the rest that does not depend on comfortable circumstances, the joy that needs no external cause. It is discovered not through arrangement of outer conditions but through the profound recognition of what one has always been beneath the turbulent surface of psychological activity—that unchanging awareness in which all change occurs, that silent witness before which the entire drama of existence unfolds.

Titiksha—The Alchemy of Suffering

The spiritual path inevitably leads through territories of discomfort, through deserts of dryness and dark nights of the soul. The body ages and weakens; relationships disappoint; cherished plans crumble; the world refuses to conform to our expectations. These afflictions—whether gross physical pain or subtle psychological distress—test the aspirant's commitment, revealing the depth of understanding and the genuineness of spiritual maturity.

Titiksha, that noble forbearance which the mystics cultivate with such care, is not the gritting of teeth in stoic resignation, nor the passive acceptance of abuse or injustice. Rather, it is a profound shift in relationship to difficulty, rooted in the understanding that external circumstances possess only the power we grant them through our reactive patterns. The pain is inevitable—this the wise acknowledge—but the suffering that arises from resistance to pain, from the mental elaboration that transforms sensation into story, from the fearful anticipation of future difficulty or the bitter rumination on past injury—this is optional.

The practitioner learns to meet affliction with a quality of presence that neither flees nor fights, neither dramatizes nor denies. Like a skilled sailor who cannot control the wind but can adjust the sails, the aspirant discovers the freedom to choose response rather than being imprisoned in mechanical reaction. Physical discomfort is acknowledged without catastrophizing; emotional turmoil is witnessed without identification; external opposition is noted without the construction of elaborate narratives of victimhood or justified resentment.

This forbearance is rooted in a deeper vision that perceives the transient nature of all conditional experience. Just as morning mist inevitably dissolves when the sun rises, so all afflictions—no matter how solid and permanent they appear—are recognized as temporary visitors in the vast space of awareness. They come unbidden and depart uninvited, arising and passing in accordance with causes and conditions far beyond the individual's control or responsibility.

Moreover, the mature practitioner begins to perceive difficulty itself as a sacred teacher, a fierce grace that strips away illusion and reveals what is truly indestructible. In the fire of affliction, false refuges are burned away, shallow understandings are exposed, superficial consolations are shown to be inadequate. What remains after this purification is not the broken remnant of a defeated spirit but the diamond core of consciousness itself, that which cannot be harmed by any circumstance because it is not a thing that can be damaged but the very space in which all things arise and pass away.

Shraddha—The Light of Faith

At the foundation of all spiritual endeavor lies a quality that modern minds often misunderstand, dismissing it as blind credulity or wishful thinking. Yet shraddha—that profound faith which the sages declare essential for realization—is neither the opposite of reason nor the abandonment of discrimination. Rather, it is a deep trust rooted in direct insight, a confidence born from the resonance between sacred teaching and innermost knowing, a recognition that what the scriptures and the awakened ones declare corresponds to something already intuited in the depths of one's own being.

This faith is not belief in propositions that contradict experience or reason, but rather the firm acceptance—through both wisdom and direct perception—of truths that transcend the ordinary mind's capacity for conceptual grasp yet reveal themselves to the purified heart. When the genuine teacher speaks of the Self that was never born and can never die, when the ancient texts proclaim the identity of individual consciousness with universal Consciousness, when the mystics testify to a peace beyond all comprehension—something within the sincere seeker trembles with recognition, as if remembering what has always been known but temporarily forgotten.

This faith provides the foundation upon which the entire edifice of spiritual practice is built. Without it, the aspirant lacks the conviction necessary to sustain effort through difficulties, the confidence to persist when progress seems absent, the willingness to surrender cherished beliefs and comfortable identities in service of truth. With it, the path unfolds naturally, each step revealing new vistas that confirm and deepen the initial intuition that drew one toward the sacred mystery in the first place.

Shraddha is simultaneously gift and achievement, grace and attainment. It descends upon the prepared heart like rain upon plowed earth, yet it must also be cultivated through study, reflection, and the testing of spiritual propositions against lived experience. The aspirant learns to distinguish genuine faith—which opens and expands awareness—from mere belief, which closes and contracts understanding. True faith makes the mind supple and receptive; false belief makes it rigid and defensive.

As this virtue matures, it becomes the very means by which Reality is perceived. Just as physical eyes are required to perceive visible forms and ears necessary to detect sounds, so faith becomes the organ through which the soul apprehends the Ultimate. Not faith as opposed to knowledge, but faith as the deepest knowing—immediate, intimate, indubitable—that rises from the ground of being itself when all obscurations have been cleared and the witness stands naked before the witnessed, discovering that seer and seen have always been one undivided wholeness masquerading as multiplicity.

The Convergence of Virtues

These qualities—renunciation, calmness, self-control, self-withdrawal, forbearance, and faith—are not separate accomplishments to be acquired sequentially, like items checked off a list. Rather, they interpenetrate and support one another, forming an integrated whole that transforms consciousness from its ordinary fragmented state into the unified awareness capable of recognizing its own true nature.

Renunciation without calmness becomes mere aversion; calmness without self-control remains superficial; self-control without forbearance breeds rigidity; forbearance without faith lacks foundation. Yet when these virtues mature together, they create the conditions in which the great awakening can occur—not as something achieved through effort but as the natural revelation of what has always been present but veiled by ignorance, agitation, and misdirected attention.

The aspirant who cultivates these qualities discovers that spiritual transformation is not the acquisition of something new but the removal of obstructions, not the creation of a different self but the recognition of what the self has always been beneath its temporary identifications and conditioned patterns. Like clouds dispersing to reveal the sun that has never ceased to shine, or like the cleaning of a mirror to restore its native reflective capacity, the foundational virtues clear away the accumulated obscurations that prevent the soul from knowing itself.

The Return to Source

At journey's end—which is simultaneously its beginning, for the seeker never left the place toward which the search was directed—the multiplicity of virtues dissolves into the simplicity of pure being. The one who has walked this path discovers that Brahman, the Absolute Reality, was never truly distant or foreign, never genuinely other than one's own deepest nature. All the practices, all the disciplines, all the virtues were not means of reaching some far-off destination but ways of removing the barriers we ourselves constructed between what we are and what we think we are.

In that recognition, a great peace descends—or rather, has always been present but is finally acknowledged. The search ends not in finding what was lost but in realizing what was never absent. The questions that drove the spiritual quest dissolve not through being answered but through being outgrown, like children's concerns that lose relevance when maturity dawns.

This is the fruit of the foundational virtues: not spiritual achievement to be displayed, not exotic experiences to be recounted, but the simple, profound ordinariness of being what one has always been, seeing what has always been visible, resting in what has never moved. The mystical journey, traveled through such effort and discipline, reveals itself finally as the cosmic joke—that we sought everywhere for what we could never lose, that we struggled mightily to become what we have never ceased to be, that the kingdom we longed for was never elsewhere but always within, always here, always now, waiting only for recognition.

And in that recognition, the soul rests—not in achievement but in completion, not in arrival but in homecoming, not in becoming something new but in remembering what is eternally true. The path to Brahman is revealed as Brahman itself, the seeker discovered as the sought, the journey and the destination merged in the eternal present where all distinctions collapse into the luminous silence from which they first emerged and to which they eternally return.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

 

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

 

Το Κατώφλι του Αιώνιου

 

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

 

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

 

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

 

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

 

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

 

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

 

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

 

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

 

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

 

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

 

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

 

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

 

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

 

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

 

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

 

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

 

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

 

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

 

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

 

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

 

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

 

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

 

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

 

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

 

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

 

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

 

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

 

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

 

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

 

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

 

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

 

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

 

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

 

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

 

Η Σύγκλιση των Αρετών

 

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

 

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

 

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

 

Η Επιστροφή στην Πηγή

 

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

 

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

 

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

 

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~