CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
9. The Eternal Return: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
9. Η Αιώνια Επιστροφή: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 February, 2026

Sunday, July 30, 2017

Θρησκεία


 

Η Θρησκεία, ως προς το περιεχόμενό της αποτελεί, κατ’ αρχήν, για την ανθρώπινη συνείδηση, μία ολική αντίληψη της ύπαρξης και των φαινομένων της, μία κοσμοθεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα…

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Η Θρησκεία είναι κατ’ αρχήν ένα ιστορικό φαινόμενο, με ποικίλες εκδηλώσεις. Σαν ιστορικό φαινόμενο είναι δημιούργημα κάποιας κοινωνίας, είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Είτε δημιουργείται από μέλη της κοινωνίας που έχουν κοινές αντιλήψεις και διαμορφώνουν σιγά-σιγά το φαινόμενο της θρησκείας, είτε δημιουργείται από ένα άτομο, που στηρίζεται όμως στις κοινές αντιλήψεις, τις χρησιμοποιεί, τις ερμηνεύει, τις παρουσιάζει ίσως με κάποιο άλλο τρόπο, και με την μετάδοση γίνεται αποδεκτό κι από άλλα μέλη της κοινωνίας και παίρνει πάλι, έτσι, την κοινωνική του διάσταση. Παράδειγμα του πρώτου τύπου θρησκείας είναι το Σαναντάνα Ντάρμα. Παράδειγμα του δεύτερου τύπου είναι ο Βουδισμός, κι ακόμα οι δυτικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ισλαμισμός...

ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ

Η Θρησκεία, ως προς το περιεχόμενό της αποτελεί, κατ’ αρχήν, για την ανθρώπινη συνείδηση, μία ολική αντίληψη της ύπαρξης και των φαινομένων της, μία κοσμοθεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα. Από αυτή την γενική θεώρηση, απορρέει μία ηθική, που έχει μία ατομική και μία κοινωνική διάσταση. Μετά η Θρησκεία εκφράζεται σαν τρόπος ζωής, αφού οργανώνει την όλη ζωή του ανθρώπου πάνω σε θρησκευτική βάση, καθιερώνει λατρευτικές εκδηλώσεις, κι εντάσσει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες στα πλαίσιά της.

ΜΥΗΣΗ

Η Συνείδηση που σχηματίζει ή μυείται, ή αποδέχεται, την στιγμή που «αντιλαμβάνεται συνειδητά», δέχεται κάποιες βασικές, ολοφάνερες, και γενικά βέβαιες αντιλήψεις, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν γιατί απορρέουν από την ίδια την «αντίληψη της ύπαρξης». Αλήθεια, Αρχή, Αξίωμα, είναι όροι που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν αυτές τις πρώτες βεβαιότητες. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται πρωταρχικά το Είναι της (την Ύπαρξη), το Οποίο όμως δεν μπορεί να προσδιορισθεί παρά μόνο κατά σύμβαση... Είναι Υπερβατικό, Άπειρο, πέραν του χώρου και του χρόνου (άσχετα από το κατά πόσο το συνειδητοποιούμε αυτό...). Η Συνείδηση, είτε αναφέρεται σε Αυτό το Υπερβατικό (αντιλαμβάνεται ότι «είναι έτσι»), είτε αντιλαμβάνεται ότι είναι Αυτό το Υπερβατικό. Από Αυτό το Υπερβατικό απορρέουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) οι κόσμοι, αόρατοι, ορατοί, τα υλικά όντα και φαινόμενα... Η συνείδηση, η κάθε συνείδηση, είναι Αυτή η Συνείδηση, το Είναι στο Σύνολό του, «αναφέρεται» σε Αυτό. Η «ατομικότητα» δεν μπορεί παρά να είναι αυταπάτη... Από την στιγμή που η Συνείδηση «εγκαταλείπει» το Καθαρό Είναι (στον «μεταφυσικό» χώρο και χρόνο...) και βυθίζεται στην αντίληψη μίας ατομικότητας, περνά σε μία κατάσταση που δεν μπορεί παρά να είναι πλασματική...

ΚΟΣΜΟΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται έτσι «Όλο τον Χώρο της Ύπαρξης», κι ερμηνεύει εντός αυτού του πλαισίου αντίληψης, όλες τις πιθανές καταστάσεις της. Αυτό που αντιλαμβάνεται με την νόηση και με άλλους μηχανισμούς (όπως η αίσθηση), είναι εμπειρία από τον χώρο της λογικής και τον εξωτερικό κόσμο, που επαληθεύεται, θεμελιώνεται, κι έτσι γίνεται αντικειμενικότητα. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται διαισθητικά, συμπεραίνει νοητικά (χωρίς να μπορεί να το αποδείξει στον νοητικό χώρο), ότι υπάρχουν διάφοροι κόσμοι, κι ότι αυτός ο υλικός κόσμος είναι τελευταίος στην σειρά... Στην παρούσα κατάσταση η Συνείδηση (που είναι κάτι περισσότερο από την απλή νόηση, το νοητικό σύμπλεγμα «εγώ», την διανόηση...), μαζί με την νοητική της δύναμη και τον δυναμισμό της, είναι συνδεδεμένη με ένα ζωντανό οργανισμό. Η Συνείδηση «υπερβαίνει» τον υλικό φορέα της αλλά ταυτόχρονα είναι παρούσα μέσα στον φορέα, και σαν Παρουσία, και με τις κατώτερες δυνάμεις της. Η Συνείδηση εκδηλώνει την νοητική της δύναμη και την αισθητηριακή δραστηριότητα μέσω ενός νευρικού συστήματος, που αποτελεί την «καρδιά» του οργανισμού. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται (δηλαδή, έχει συνείδηση, νοεί, αισθάνεται, σαν μία λειτουργία με πολλές εκδηλώσεις...), ότι είναι Παρούσα εδώ με τον υλικό φορέα της, μέσα στον υλικό κόσμο, έρχεται σε σχέση με τον κόσμο, βιώνει εμπειρίες, κλπ...

Η Συνείδηση, όντας Υπερβατική, Άπειρη, μπορεί να είναι «Εκτός», ή να αντιλαμβάνεται ότι είναι «εντός» του υλικού κόσμου. Εδώ στηρίζεται όλη μεταφυσική θεώρηση, όλη η πνευματική προσπάθεια, πορεία, εξέλιξη (αν και όλα αυτά είναι συμβατικές εκφράσεις).

Έχοντας αυτή την αντίληψη η Συνείδηση σχηματίζει ηθικές επιταγές και ακολουθεί ηθικές συμπεριφορές (οργανώνει δηλαδή την ζωή της σύμφωνα με τις πιο πάνω αντιλήψεις...)...

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Περιγράψαμε πιο πάνω τι είναι το θρησκευτικό φαινόμενο, από την άποψη της Συνείδησης, θεωρητικά.

Ιστορικά όμως μιλώντας, υπάρχουν Συνειδήσεις που Βίωσαν αυτό το φαινόμενο. Μέσα στα πλαίσια μίας κοινής αντίληψης Συνειδήσεις Βίωσαν την «Ίδια» Πραγματικότητα. Την εξέφρασαν, την κωδικοποίησαν, την μετέδωσαν, κι έτσι εμφανίστηκε το φαινόμενο της Θρησκείας μέσα στην ιστορία.

Από αυτή την ιστορική άποψη η Θρησκεία είναι μία ολική θεωρία της ύπαρξης, μία κοσμοθεωρία η οποία αποδέχεται τα εξής:

1. Το Όντως Ον (στο Οποίο αποδίδονται διάφορα Ονόματα και Προσδιορισμοί), Είναι Υπερβατικό, Αιώνιο, Άπειρο, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο.

2. Από Αυτό το Όντως Ον προέρχονται όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης (η δημιουργία, οι κόσμοι, τα όντα, τα φαινόμενα...)...

3. Με Αυτό το Όντως Ον ταυτίζονται (στην Βαθύτερη Ουσία τους, η σε Αυτό «αναφέρονται», ή με Αυτό έχουν «σχέση» όλα τα όντα.

4. Με βάση αυτή την «σχέση» του όντος με το Όντως Ον, το ον προσδιορίζεται ως προς την Ουσία του, τον προορισμό του, την εξέλιξή του, την δραστηριότητά του, την ολοκλήρωσή του... Ειδικότερα, από αυτή την «σχέση» με το Όντως Ον και την θέση του μέσα στον χώρο της ύπαρξης γεννιέται στο ον η αναγκαιότητα μίας ορισμένης δραστηριότητας μέσα στα πλαίσια αυτής της «σχέσης». Η ζωή θρησκευτικοποιείται, θεμελιώνονται ηθικά αιτήματα, και διαμορφώνεται μία ηθική, καθορίζεται ένας προορισμός, κι η δραστηριότητα προσδιορίζεται με βάση το σκοπό που έχει τεθεί, κλπ...

5. Τίθεται το κυριότερο αίτημα που αποτελεί και την ουσία όλης της θρησκευτικής αντίληψης που είναι η «τελείωση του ανθρώπου», και που νοείται με διάφορους τρόπους μέσα στις ιστορικές θρησκείες.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΤΟΜΟ

Στα πλαίσια της Ιστορίας, πάντα, αυτή η ολική θεωρία για την Ύπαρξη, γίνεται αποδεκτή από πολλούς ανθρώπους, δημιουργεί μία θρησκευτική κοινότητα, που έχει την δική της ιστορική πορεία. Στα πλαίσια αυτής της ιστορικής πορείας εμφανίζονται σημαντικές ιστορικές μορφές, οι θεωρίες και τα δόγματα εξελίσσονται, δημιουργούνται και συσσωρεύονται διάφορα πολιτιστικά στοιχεία...

Έτσι, ένα άτομο που γεννιέται και εξελίσσεται μέσα στα πλαίσια μίας θρησκείας που λειτουργεί σαν κοινωνικό φαινόμενο, πρέπει να δεχθεί αντιλήψεις, να συμμορφωθεί με την ηθική της κοινότητας και να τοποθετεί την δραστηριότητά του μέσα στα πλαίσια της κοινής θρησκευτικής ζωής. Μέσα σε αυτά τα κοινωνικά πλαίσια το άτομο πρέπει να πραγματοποιήσει την δική του εξέλιξη και να επιτύχει τον δικό του προορισμό και να φθάσει στην ολοκλήρωσή του. Σε τελευταία ανάλυση και από αυτή την άποψη η Θρησκεία αποτελεί ένα προσωπικό και μάλιστα εσωτερικό επίτευγμα...

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Η Θρησκεία όπως προσδιορίζεται πιο πάνω, δεν ταυτίζεται απόλυτα με τους επίσημους θρησκευτικούς οργανισμούς που συχνά λειτουργούν όχι σαν θρησκευτικές κοινότητες, αλλά σαν κομμάτια μίας εκκοσμικευμένης κοινωνίας.... Τέτοιες εκκοσμικευμένες θρησκείες που λειτουργούν απλά σαν κοινωνικοί θεσμοί, όχι μόνο έχουν χάσει την Εσωτερική Ζωή, το Βίωμα της Πραγματικότητας, και την δυνατότητα καθοδήγησης άλλων ανθρώπων, αλλά συχνά λειτουργούν εναντίον των λαών...

 

 

Sunday, July 23, 2017

Ψυχολογία της Συνειδητότητας


(ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ)

(Ψυχολογία και Φυσιολογία της Επίγνωσης)

Η αντίληψη που έχουμε για την ύπαρξη στον κόσμο, για μας, για τον κόσμο, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που χρησιμοποιεί όμως πραγματικά στοιχεία… ή αλλιώς, κατασκευάζουμε αυθαίρετα την εικόνα της πραγματικότητας χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία. Είναι το αποτέλεσμα, η σύνθεση, η τελική εικόνα της πραγματικότητας αυθαίρετη, όχι τα στοιχεία της πραγματικότητας που χρησιμοποιούμε.

Ας το εξηγήσουμε αυτό. Η συνηθισμένη επίγνωση της ύπαρξής μας στον κόσμο και του περιβάλλοντος, της πραγματικότητας που συλλαμβάνουμε τελικά, είναι μια εκλεκτική διαδικασία, που επηρεάζεται, και διαφοροποιείται, από αντιλήψεις, πεποιθήσεις, συναισθήματα, τις ίδιες τις αισθήσεις.

Η άμεση εμπειρία της ύπαρξης στον κόσμο, του κόσμου (σαν περιβάλλοντος), φαίνεται καταρχήν αληθινή. Είμαστε εδώ, βλέπουμε, ακούμε, αντιδρούμε στον κόσμο. Όλα φαίνονται τόσο αληθινά. Είναι όμως;

Έχουμε συνεχώς επαφή με τον κόσμο. Αλλά όλα αυτά που συμβαίνουν δεν «εισέρχονται» όλα ανεξέλεγκτα μέσα μας. Και δεν θα ήταν δυνατόν, γιατί ο εγκέφαλος, το νευρικό σύστημα, οι αισθήσεις, θα αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν σε μια τέτοια δραστηριότητα. Από όλα αυτά που συμβαίνουν απομονώνουμε όσα μας «ενδιαφέρουν», ενώ όλα τα άλλα είναι πληροφοριακός θόρυβος. Αυτό το φιλτράρισμα των πληροφοριών μας προφυλάσσει βέβαια από τον κατακλυσμό των πληροφοριών, αλλά και μας «προσανατολίζει» μέσα στον κόσμο. Με την εκλεκτική πρόσληψη των πληροφοριών προσανατολιζόμαστε στην αντίληψη της πραγματικότητας. Ρυθμίζουμε την ζωή μας, και καθοδηγούμε τις εξωτερικές δραστηριότητές μας, τις πράξεις μας, για την επίτευξη των σκοπών που θέτουμε.

Όμως τι είναι αυτό που καθορίζει τα «ενδιαφέροντά» μας; Ανάγκες της ύπαρξης (να υπάρχουμε), της ζωής (να ζήσουμε, να ζούμε), κι εξωτερικές ανάγκες (να πραγματοποιούμε τους σκοπούς μας). Όλα αυτά όμως δεν είναι απλές εσωτερικές αισθήσεις που δημιουργούν δράσεις και πράξεις. Αντιλαμβανόμαστε με ορισμένο τρόπο την ύπαρξή μας, έχουμε σχηματίσει πεποιθήσεις για την ζωή, τον τρόπο που πρέπει να ζούμε (ανάλογα με τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν), κι έχουμε προσανατολίσει την δράση μας στον εξωτερικό κόσμο σύμφωνα με τους προσωπικούς στόχους μας… Διδαχθήκαμε, μάθαμε, να αντιλαμβανόμαστε με ένα ορισμένο τρόπο, ανάλογα με την οικογένεια, την κοινωνία, τον τόπο που βρεθήκαμε, τις εξωτερικές συνθήκες.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται φυσιολογικά για τους περισσότερους ανθρώπους που έχουν ταυτιστεί με το «περιεχόμενο της σκέψης» τους, τις πεποιθήσεις τους, τον τρόπο ζωής… και δρουν απλά σαν αυτόματα, στο επίπεδο της σκέψης, της ψυχολογικής αντίδρασης και της πρακτικής εξωτερικής ζωής. Εύλογα θα μπορούσαν να πουν «και πως πρέπει να ζούμε»; Δεν συνειδητοποιούν το μέγεθος της διαμόρφωσής τους, που δεν προέρχεται απλά από την ζωή, αλλά από την κοινωνία, από ισχυρές ομάδες που διευθύνουν τις τύχες των ανθρώπων και κατευθύνουν τους πληθυσμούς εκεί που θέλουν, σαν πρόβατα… Οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι ζουν σε ένα «κατασκευασμένο κόσμο», όπου αντιλήψεις, εκπαίδευση, πληροφόρηση, ζωή, συνήθειες, τα πάντα «ελέγχονται». Είναι τόσο αφελείς που πιστεύουν ότι ζουν στην αλήθεια, στη δημοκρατία, στην ελευθερία, στην δικαιοσύνη… ενώ δεν εφαρμόζεται πρακτικά τίποτα από αυτά.

Οι άνθρωποι είναι μισοξύπνιοι, μισοκοιμισμένοι, που αγνοούν ότι ζουν σε μια «κατασκευασμένη πραγματικότητα» κι ότι έχουν προγραμματιστεί να «συνεργάζονται» σε αυτή την «κατασκευή»… τελικά οι άνθρωποι κατασκευάζουν μόνοι τους τις αλυσίδες τους… Πάνω στο φόντο του «παγκόσμιου ονείρου» κατασκευάζουν συνεχώς το «προσωπικό όνειρό» τους.

Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι να υιοθετούν παρόμοιες αντιλήψεις, πεποιθήσεις, δράσεις, πράξεις, δεν σημαίνει ότι όλα αυτά είναι αυτόματα αληθινά… Μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η γη είναι επίπεδη, έκανε πράγματι την γη επίπεδη;… Ή μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η «κατασκευασμένη πραγματικότητά» τους είναι η πραγματικότητα, την κάνει αληθινή;

Βέβαια, μπορεί αυτός ο τρόπος αντίληψης να μας προφυλάσσει από την σύγχυση των πληροφοριών, να μας βοηθά να προσανατολιζόμαστε και να επιβιώνουμε, φιλτράροντας την αντίληψη της πραγματικότητας, δεν παύει όμως να είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που μας παραπλανά… δεν είναι η Πραγματικότητα, δεν μπορεί Ποτέ να Γίνει η Πραγματικότητα… Η ασφάλεια που προσφέρει η «κατασκευασμένη πραγματικότητα» είναι η ασφάλεια της φυλακής για κάποιον που δεν γνωρίζει πώς να ζήσει στην ελευθερία… Η Πραγματικότητα μπορεί να είναι Τελείως Διαφορετική από αυτό που φαντάζονται οι άνθρωποι.

Η Ορθή Αντίληψη της Πραγματικότητας Γίνεται σε Πραγματικό Χρόνο, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει, Παρατηρώντας με Πλήρη Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν»… όχι μέσα από το σύστημα σκέψης, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, τρόπους ζωής… δηλαδή χωρίς να φιλτράρουμε «αυτά που συμβαίνουν», χωρίς να «παραποιούμε»… Αφήνοντας την Ζωή να μας Οδηγεί… Αυτός που Απλά Βλέπει, Παρατηρεί, με Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν», ανακαλύπτει μια Πραγματικότητα Τελείως Διαφορετική από αυτήν που εμφανίζει η φιλτραρισμένη αντίληψη του κόσμου.

Μια Τέτοια Αντίληψη της ύπαρξης, του κόσμου, «αυτού που συμβαίνει», είναι μια χωρίς όρους γνωστική διαδικασία, μια ελεύθερη δράση, μια διευρυμένη επίγνωση της Πραγματικότητας, που Αποκαλύπτει την Ουσιαστική Ενότητά της, αφού παύουν οι διαχωρισμοί υποκειμένου-αντικειμένου, εγώ-κόσμος, εγώ-άλλοι…

Αυτή η Διευρυμένη Αντίληψη (σαν γνωστική διαδικασία), αυτή η χωρίς όρους επίγνωση, είναι ακριβώς ο Στόχος όλων των Εσωτερικών Παραδόσεων… Είναι κάτι που έχει να κάνει με τον Άνθρωπο, την Συνειδητότητά του, την Επίγνωσή του, όχι με θεωρίες, διδασκαλίες, που είναι όλα κατασκευές της σκέψης, δηλαδή διανοητικά σκουπίδια, αφού η σκέψη εκλαμβάνει τις έννοιες-λέξεις σαν αληθινά πράγματα.

Η Καρδιά όλων των αληθινών θρησκειών, είναι ακριβώς Αυτή η Εμπειρία της Πραγματικότητας, που από το Κατώφλι της Διευρυμένης Επίγνωσης (που Συλλαμβάνει την Ενότητα της Ύπαρξης) Βαθαίνει μέχρι την Πλήρη Εμπειρία, Αυτού που Πραγματικά Υπάρχει, Αυτού που Στηρίζει τα Πάντα, της Άχρονης Πηγής των Πάντων, του Θεού.

Όταν λοιπόν στις Παραδόσεις λέμε να απαρνηθούμε τον «κόσμο τούτο», να ανυψωθούμε στην Πραγματικότητα, εννοούμε να βγούμε από το σύστημα σκέψης που φιλτράρει και παραποιεί την πραγματικότητα, να βγούμε από το «σπήλαιο της σκέψης», όπου αντικρύζουμε μόνο σκιές, να βγούμε Έξω, στο Φως της Πραγματικότητας, όπου ο Ήλιος της Αλήθειας Λάμπει και Φανερώνει τα «πράγματα όπως είναι»… Έτσι το περιέγραφε ο Πλάτωνας πριν 2500 χρόνια στον «μύθο του σπηλαίου».

Και το ερώτημα είναι, «Καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ότι είναι μέσα στο σπήλαιο της σκέψης και βλέπουν σκιές»; Καταλαβαίνουν ότι Εκεί Έξω από το σπήλαιο υπάρχει ένας Αληθινός Κόσμος, ένας Φωτεινός Κόσμος; Θέλουν να βγουν από το σπήλαιο; Η προτιμούν να φυτοζωούν μέσα στις αυταπάτες τους;

Η Γνώση Έχει Διατυπωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και δεν υπάρχουν σωτήρες για να σώσουν κανένα. Καθένας έχει την απόλυτη ευθύνη του εαυτού του. Και το μόνο ερώτημα που μπορεί να τεθεί (να θέσει ο καθένας στον εαυτό του) είναι αυτό: «Που θέλεις να ζεις; Στο Φως; Στην αυταπάτη»; Η επιλογή είναι δικαίωμά σου… όπως και οι συνέπειες κάθε επιλογής αναπόφευκτες… κι οφείλεις να τις αντιμετωπίζεις με αξιοπρέπεια…

Το Τελικό Συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει μια Ευρύτερη Επίγνωση, κάτι τελείως διαφορετικό από την απλή επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου που είναι ένα φιλτράρισμα όσων συμβαίνουν, μια προσωπική κατασκευή της πραγματικότητας, μια παραποίηση, ένα όνειρο… όση ασφάλεια κι αν φαίνεται να έχει. Η επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου διαστρεβλώνεται από τις επιλογές, τον ωφελιμισμό, προσωπικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα, παγιωμένες δράσεις…

Αυτό που αντιλαμβάνεται ο συνηθισμένος άνθρωπος μέσα από το οποιοδήποτε σύστημα σκέψης του, δεν είναι ούτε πλήρης, ούτε επαρκής εικόνα της πραγματικότητας, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που δεν μπορεί να προσφέρει ούτε Ελευθερία, ούτε Αλήθεια, ούτε Ευτυχία…

 

 

 

Sunday, July 16, 2017

Εισαγωγή στην Ελληνική Θρησκεία


(ΟΡΦΙΣΜΟΣ)

Η Πρώτη Θρησκευτική Αντίληψη που έχει ο πρωτόγονος άνθρωπος, εδώ και χιλιάδες χρόνια, είναι αυτή του «περιβάλλοντος κόσμου»: μια χαώδης αντίληψη κατ’ αρχήν, που γρήγορα συγκεκριμενοποιείται (ήδη εδώ και 30.000 χρόνια) στην «αντίληψη της Φύσης», που λαβαίνει έτσι μια μυστική έννοια και περιλαμβάνει τα πάντα, όχι μόνο όσα φαίνονται αλλά και όσα δεν φαίνονται. Κατ’ αρχήν η Φύση είναι Άγνωστη, απειλητική, αλλά και Γεννήτρα και Τροφός μαζί. (Η Φύση θα διατηρήσει αυτό τον δισυπόστατο χαρακτήρα και τις επόμενες χιλιετηρίδες).

Σε ένα δεύτερο θρησκευτικό στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να διερευνηθεί η Φύση και διαχωρίζεται ο Ουρανός  (Αυτό που είναι Υψηλά, Αόρατο συχνά, Ιερό, Πλήρες Δύναμης, - όχι απλά ο φυσικός ουρανός), και η Γαία, η ορατή (ή δυνητικά ορατή) Φύση. Σε αυτό το στάδιο διαχωρίζεται η θρησκευτική αντίληψη (ήδη εδώ και 10.000 χρόνια) και γεννιούνται «οι θρησκείες του Ουράνιου», κι «οι θρησκείες της Φύσης».

Σε ένα τρίτο στάδιο (εξέλιξης) οι έννοιες του Ουρανού και της Φύσης, που είναι αρκετά ασαφείς έννοιες, συγκεκριμενοποιούνται. Ο Ουρανός παραχωρεί την θέση του σε Γονιμοποιούς Θεούς  του κόσμου (ή Ηλιακούς Θεούς)… ενώ η Φύση παραχωρεί την θέση της σε Γονιμοποιούς Θεούς της Ζωής. Ίχνη αυτών των αντιλήψεων ανιχνεύονται ήδη εδώ και 5.000 χρόνια.

Σε ένα τέταρτο στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να συγκροτηθεί ένα πλήρες σύστημα που θα ερμηνεύει τα πάντα. Αυτή η κίνηση ξεκινάει εδώ και 4.000 χρόνια κι ολοκληρώνεται γύρω στο 3.000 πριν από σήμερα. Παλιές θρησκευτικές έννοιες και νέες θρησκευτικές αντιλήψεις συνδυάζονται και όλη η συσσωρευμένη θρησκευτική γνώση δένεται σε μια νέα σύνθεση:

Τα στάδια που διανύει ο ανθρώπινος νους, προχωρώντας σε πιο βαθιές ή λεπτομερείς αντιλήψεις της πραγματικότητας δίνονται σαν ιστορική συνέχεια του κόσμου, σαν Θεογονία: Έτσι, από την Ανέκφραστη Αρχή του Χάους, γεννιέται η Γαία (η Ασαφής Φύσης) – όχι η Γαία του Ζεύγους Ουρανός-Γαία (που έρχονται μεταγενέστερα). Μετά, διαχωρίζονται Ουρανός και Γαία: Η Πρώτη Γαία γεννά τον Ουρανό, κι έτσι προκύπτει το Αρχικό Ζευγάρι Ουρανός-Γαία, με πιο συγκεκριμένες έννοιες. Από τον Ουρανό (και την Γαία) γεννιούνται όλες οι  Τιτανικές Δυνάμεις, (Κρόνος και Ρέα, κλπ.),  από τις Οποίες θα αναδυθεί η Μια Ζωογόνος Δύναμη: Είναι ο Ζευς, «ο πατέρας θεών και ανθρώπων», ο Διευθέτης, Κυρίαρχος του Κόσμου.

Αυτού του είδους η θρησκευτική κοσμοθεωρία αρχίζει να διαμορφώνεται στους ινδοευρωπαίους Έλληνες, ήδη εδώ και 4.000 χρόνια πριν. Εδώ και 3.000 χρόνια εμφανίζονται Συγκροτημένες Θεογονίες. Η Θεογονία του Ησιόδου, πριν 29 αιώνες, δεν είναι παρά μία από τις πολλές (κι όχι οποσδήποτε η πιο εμπνευσμένη κι η πιο πλήρης θεογονία). Στους επόμενους αιώνες οι θρησκευτικές αντιλήψεις θα πλουτισθούν, έτσι που θα προκύψει ένα αυστηρά συγκροτημένο πάνθεο.

Λεπτομερής ανάλυση αυτής της θρησκευτικής αντίληψης γίνεται στο άρθρο «Ελληνική Θρησκεία (Κατά Ησίοδο)».

.

Στην Κρήτη, πριν 4.000 χρόνια είχε επικρατήσει η Λατρεία της Θεάς Φύσης. Χίλια χρόνια μετά (γύρω στο 3.000 χρόνια πριν) η Θεά παραχωρεί την θέση της στον Θεό της Γονιμότητας, Ζαγρέα. Ήδη από αυτή την εποχή διαμορφώνονται οι βασικές αντιλήψεις γύρω από τον Θεό, ο Κεντρικός Ιερός Λόγος, και οι διάφοροι συσχετισμοί του Θεού με την δημιουργία, τον άνθρωπο, τον κόσμο, κλπ.

Ο νεογέννητος Ζαγρέας που περιβάλλεται από τους φύλακες-πιστούς του διασπαράσσεται σε μια ιερή τελετή και τρώγεται ωμός: Ένα μεταφυσικό γεγονός αποτυπώνεται και επαναλαμβάνεται τελετουργικά σε μια ιερή τελετή, και ταυτόχρονα η ίδια η ιερή τελετή αναφέρεται σε μια μεταφυσική πραγματικότητα: Οι πιστοί που τελούν την ιερή πράξη εκπροσωπούν τις «εχθρικές» δυνάμεις της διάσπασης της Ενότητας του Όντος, τις δυνάμεις της πολλαπλότητας (Τιτάνες), ενώ η ίδια η ιερή πράξη αναπαριστά την κοσμική θυσία, την δημιουργία, την γέννηση του ανθρώπου. Η μεταφυσική πραγματικότητα από τη μια και η τελετουργική πράξη υφίστανται παράλληλα και η μια αναφέρεται στην άλλη. Το μεταφυσικό γεγονός (που συνέβη σε άλλο χώρο, άλλο χρόνο) επαναλαμβάνεται αιώνια μέσα στην τελετουργική πράξη (σε ετήσια βάση). Από την διάσπαση του Όντος γεννιούνται τα όντα κι έτσι ο Θεός θεωρείται προπάτορας των ανθρώπων. Ο άνθρωπος  όμως δεν είναι απλά το Ον μέσα στο ον (μέσα στα όντα). Η Φύση του Όντος νοθεύεται με την διασπαστική δύναμη, αποκτά τιτανική φύση. Η τιτανική φύση μέσα στον άνθρωπο (που είναι Ον στην Ουσία του) εκδηλώνεται με την διασπαστική λειτουργία του ατομικού νου που ξεπέφτει σε ατομική ψυχή, κι ενσωματώνεται σε ένα υλικό σώμα.

Με την ιερή τελετή και ωμοφαγία οι άνθρωποι συμμετέχουν όχι μόνο στην Ουσία του Θεού, αλλά και στην Κοσμική Θυσία, και με αυτή την συμμετοχή ακριβώς ξαναενώνονται με τον Θεό, μετέχουν της Αιωνιότητας του Όντος.

Ο Θεός Ταυτίζεται με τον Ταύρο, (το κατ’ εξοχήν Γονιμοποιό Ζώο). Η ιερή τελετουργία «ταυτίζεται» με την θυσία, τον διασπαραγμό και την ωμοφαγία του Ταύρου. Ο  Θεός ταυτίζεται ακόμα με το σύνολο της Δημιουργίας και σχετίζεται με την βλάστηση (που εκφράζει την ζωή). Δεν είναι βέβαιο ότι σχετίζεται (τουλάχιστον στην Κρήτη) ιδιαίτερα με την άμπελο.

Αυτές οι αντιλήψεις κι η Λατρεία του Γονιμοποιού Θεού και του Ταύρου επικρατούν σε όλο τον τότε μεσογειακό κόσμο, και ίχνη αυτής της λατρείας ανιχνεύονται αιώνες μετά, στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Ιωνία, και στην Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία).

Στην Μυκηναϊκή Ελλάδα, αλλά κυρίως τους επόμενους αιώνες, η Λατρεία του Ζαγρέα  θα διαμορφωθεί σύμφωνα με το ελληνικό πνεύμα και θα αφομοιωθεί από τους εκεί πληθυσμούς. Ο Ζαγρέας γίνεται έτσι Γιός του Δία (του Κατ’ εξοχήν Θεού), ο Διόνυσος - όπου το Διόνυσος χρησιμοποιείται περισσότερο στην προσδιοριστική του σημασία, σαν επίθετο, για να καταλήξει με τα χρόνια σε κύριο όνομα, που φανερώνει το Γιό του Θεού. Ο Διόνυσος εντάσσεται , ήδη πριν 3.000 χρόνια στην ελληνική θεολογία.

Από το 3.000 χρόνια πριν, και μετά, σιγά-σιγά θα διαμορφωθούν οι κυριότεροι μύθοι γύρω από τον Θεό, και η λατρεία του θα εξαπλωθεί, όχι χωρίς αντιδράσεις, σε πολλά μέρη. Διαμορφώνονται διάφορες λατρευτικές πράξεις από τις οποίες θα προέλθουν αργότερα και οι κυριότερες γιορτές του Θεού.

.

Ο Ορφέας έζησε πριν 29 αιώνες.  Ήταν πραγματικό πρόσωπο, κι όχι μυθικός ήρωας του πολιτισμού, και ο Αριστοτέλης τον τοποθετεί στην εποχή των θεολόγων, δηλαδή μετά τους μεγάλους ποιητές  (Όμηρο, Ησίοδο), και πάντως πριν τους μεγάλους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Ορφέας έδωσε μια άλλη ερμηνεία στην Διονυσιακή Λατρεία, πιο βαθιά πιο εσωτερική «μετατρέποντας» το μεταφυσικό γεγονός που αποτυπωνόταν στην ιερή πράξη και την εξωτερική λατρεία σε προσωπικό βίωμα μέσα στον κάθε άνθρωπο. Για τον Ορφέα, και τους ορφικούς, κατ’ εξοχήν θεολόγους, το «μεταφυσικό αντικειμενικό γεγονός» (της Διάσπασης της Ενότητας του Όντος σε πολλαπλότητα), δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που συμβαίνει έξω από εμάς, σε άλλους χρόνους, συντελείται μέσα στον άνθρωπο: Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι το Ον που ξεπέφτει από την Κατάσταση της Ενότητας, στην πολλαπλότητα και στην ατομικότητα, και μέσα στο υλικό σώμα. Έτσι το Κοσμικό Δράμα γίνεται το προσωπικό δράμα της εξέλιξης του κάθε όντος, (του καθενός μας).

Γύρω από αυτή την κεντρική μεταφυσική αντίληψη  θα διαμορφωθεί μια θεολογία που ταυτίζει το Ον με το κάθε ον. Κυρίως όμως θα εσωτερικευθεί η λατρεία (και θα γίνει προσωπική σχέση με την Θεία Πραγματικότητα, προσωπική πνευματική εξέλιξη, και προσωπική ταύτιση με το Ον, το Θεό). Αυτή η αντίληψη όχι μόνο θα επικρατήσει σαν Ορφισμός (ορφική αντίληψη της ζωής), αλλά κυρίως θα επηρεάσει τις θρησκευτικές αντιλήψεις στα δύο μεγάλα θρησκευτικά κέντρα της Αρχαίας Ελλάδας, τους Δελφούς (και την Δελφική Λατρεία) και την Ελευσίνα (και τα Ελευσίνια Μυστήρια). Ο Ορφισμός θα εμπνεύσει όλους τους μεγάλους Έλληνες Φιλοσόφους, από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, μέχρι τους Στωικούς και τον Πλωτίνο.

Στα χρόνια του Πεισίστρατου (ενός λαοπρόβλητου ηγέτη που οι «αμαθείς ιστορικοί», από την αρχαιότητα ακόμα, ονομάζουν τύραννο),πριν 27 αιώνες,  ο Ορφισμός θα γίνει η επίσημη θρησκεία του Αθηναϊκού Κράτους. Ο Ορφισμός είναι η Αληθινή και Επίσημη Θρησκεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.  Το αποδεικνύουν οι θρησκευτικές αντιλήψεις, που εμπνέουν την φιλοσοφική σκέψη,  και επηρεάζουν την πολιτική πράξη (πολιτική αρετή, δικαιοσύνη, ισονομία, αληθινή δημοκρατία), οι επίσημες γιορτές της Πόλης, (Διονύσια, Ελευσίνια Μυστήρια, κλπ.), και ακόμα το θέατρο, που προέρχεται από την καρδιά της Ορφικής λατρείας.

Είναι, όχι απλά ιστορική ανακρίβεια, αλλά ηθελημένη διαστρέβλωση της ιστορίας, ότι οι Αρχαίοι Έλληνες της Κλασσικής Εποχής λατρεύαν το «Δωδεκάθεο» κι ήταν ειδωλολάτρες. Οι «δωδεκαθεϊστικές αντιλήψεις» (του Ομήρου, και του Ησίοδου…) είναι πολλούς αιώνες πίσω. Αυτή η διαστρεβλωμένη αντίληψη της ιστορίας «επιβλήθηκε» από «χριστιανούς ιστορικούς» και διδάσκεται ακόμα και σήμερα στα ελληνικά σχολεία, στους απογόνους των Ελλήνων. Ο λόγος είναι απλός. Θέλουν να κρύψουν το αληθινό περιεχόμενο της Ορφικής Λατρείας, από το οποίο προήλθε κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος ο μετά τον Ιησού χριστιανισμός.  Στην πραγματικότητα όλη η «θεολογία του Γιού του Θεού» του χριστιανισμού προέρχεται από τον Ορφισμό. Τα Μυστήρια, οι πνευματικές πρακτικές, ακόμα κι οι γιορτές,  είναι όλα παρμένα από τον Ορφισμό. Έπρεπε λοιπόν οι «χριστιανοί», όχι μόνο να αποκρύψουν την αλήθεια για τον Ορφισμό, αλλά να τον «εξαφανίσουν» από την ιστορία, αν ήταν δυνατόν, για να μην αποκαλυφθεί η ιστορική απάτη τους. Αυτό βέβαια δεν έχει τίποτα να κάνει με τον Αληθινό Ιησού και την Διδασκαλία του (για την Βασιλεία των Ουρανών) που διατηρήθηκε ανόθευτη, «έξω από την επίσημη εκκλησία», στα γραπτά και στον βίο των μυστικών πατέρων της ερήμου. (Για την σχέση Ορφισμού-Χριστιανισμού θα μιλήσουμε αναλυτικά σε επόμενο άρθρο).

.

Στα πλαίσια της Ορφικής Λατρείας διαμορφώθηκαν νέες θεογονίες, που δεν ήταν ακριβώς παραλλαγές της ελληνικής θεογονίας (του Ησιόδου), αφού έφερναν μια νέα αντίληψη για το Θεό (Ον),  για την σχέση Θεού-ανθρώπου, και την θρησκευτική πρακτική. Αυτές έμειναν γνωστές σαν  Ορφικές Θεογονίες. Απόσπασμα μιας τέτοιας Θεογονίας μεταφέρει (αυτούσιο) ο Αριστοφάνης στις «Όρνιθές» του (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 692-703). Παραθέτουμε το απόσπασμα στο τέλος του άρθρου.

.

Οι δύο τάσεις της Διονυσιακής Λατρείας, η πανάρχαια Διονυσιακή Λατρεία, κι η Ορφική Μεταρρύθμιση θα συνυπάρχουν για αιώνες προκαλώντας συγκρούσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες και σύγχυση σε όσους δεν γνωρίζουν καλά την ιστορία (γι’ αυτό όμως θα μιλήσουμε σε άλλο άρθρο). Η διάσταση και οι «αντιφάσεις» που υπάρχουν μέσα στην Διονυσιακή Λατρεία, εξηγούνται εύκολα, όταν διευκρινίσουμε τι προέρχεται από την «παλιά λατρεία», και τι αποτελεί «ορφική μεταρρύθμιση». Πάντως η Διονυσιακή Λατρεία κι η Ορφική Ερμηνεία, όλους αυτούς τους αιώνες, θα συνυπάρχουν, θα σχετίζονται ή θα διαχωρίζονται, αλλά πάντα θα βρίσκονται σε εξάρτηση.

.

Αριστοφάνης «Όρνιθες, 693 – 702»

.

«Χάος ἦν καὶ Νὺξ Ἔρεβός τε μέλαν πρῶτον καὶ Τάρταρος εὐρύς·

γῆ δ᾽ οὐδ᾽ ἀὴρ οὐδ᾽ οὐρανὸς ἦν· Ἐρέβους δ᾽ ἐν ἀπείροσι κόλποις

τίκτει πρώτιστον ὑπηνέμιον Νὺξ ἡ μελανόπτερος ᾠόν,

ἐξ οὗ περιτελλομέναις ὥραις ἔβλαστεν Ἔρως ὁ ποθεινός,

στίλβων νῶτον πτερύγοιν χρυσαῖν, εἰκὼς ἀνεμώκεσι δίναις.

Οὗτος δὲ Χάει πτερόεντι μιγεὶς νύχιος κατὰ Τάρταρον εὐρὺν

ἐνεόττευσεν γένος ἡμέτερον, καὶ πρῶτον ἀνήγαγεν εἰς φῶς.

Πρότερον δ᾽ οὐκ ἦν γένος ἀθανάτων, πρὶν Ἔρως

ξυνέμειξεν ἅπαντα·

ξυμμειγνυμένων δ᾽ ἑτέρων ἑτέροις γένετ᾽ οὐρανὸς ὠκεανός τε

καὶ γῆ πάντων τε θεῶν μακάρων γένος ἄφθιτον».  

  .

Η  απλή μετάφραση

«Πρώτα ήταν το Χάος, η Νύχτα, το μέλαν Έρεβος κι ο ευρύς Τάρταρος.

Δεν υπήρχε ούτε γη, ούτε Αήρ, ούτε Ουρανός. Μέσα στους απέραντους κόλπους του Ερέβους

γέννησε στην αρχή η μελανόπτερος Νύχτα δίχως αρσενική σπορά ένα Ωό,

από το οποίο, σαν πέρασε ο καιρός, βγήκε ο ποθητός Έρως

με τις χρυσές φτερούγες στην πλάτη που έλαμπαν και γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός έσμιξε στο σκοτάδι με το πτερωτό Χάος μέσα στον ευρύ Τάρταρο,

κλώσησε το ημέτερον γένος και το ανήγαγε στο φως.

Πρωτύτερα δεν υπήρχε το γένος των αθανάτων, ώσπου ο Έρως

συνέμειξε τα πάντα.

Κι όπως ενώθηκαν το ένα με το άλλο, γεννήθηκε ο Ουρανός, ο Ωκεανός,

η Γαία κι όλο το αθάνατο γένος των μακάριων θεών».

.

Το κείμενο αποκρυπτογραφημένο σύμφωνα με τον

«αρχαίο μυητικό κώδικα»

«(Πριν απ’ όλα) Στην Αρχή, υπήρχε το Απροσδιόριστο (Χάος), το Άχρονο (Νυξ), και το Σκοτεινό Άγνωστο (Έρεβος), και το Μη-μετρήσιμο Απεριόριστο (Τάρταρος).

Δεν υπήρχε  (τότε) ούτε γη (ύλη), ούτε αέρας (υπερφύση), ούτε ουρανός (ον). Μέσα στους Απέραντους Κόλπους του Αγνώστου

το Άχρονο που παραμένει Άγνωστο, «γέννησε» πρώτα, (στην αρχή, πριν απ’ όλα), από Μόνο του (χωρίς την βοήθεια κανενός), το Πρώτο Ον (Ωόν)

από το Οποίο, όταν ωρίμασε ο καιρός, αναδύθηκε ο Έρως (η πρωταρχική ελκτική δύναμη) με τις ιερές λαμπρές χρυσές φτερούγες στην πλάτη, που αγκαλιάζει τον κόσμο, γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός (ο Έρως) έχοντας την Ίδια Ουσία με το Απροσδιόριστο (Χάος) που απλώνεται παντού, Άχρονος στον χαρακτήρα του, μέσα στο Απεριόριστο (Τάρταρο)

γέννησε (με απορροή) το δικό μας γένος (των περιορισμένων όντων), και το έφερε στο φως της ύπαρξης, στη «ζωή».

Στην Αρχή δεν υπήρχαν θεϊκές δυνάμεις, πριν ο Έρωτας (η Πρωταρχική Δύναμη)

τα εκδηλώσει, τα φανερώσει, όλα.

Κι όπως σχετίστηκαν (αυτές οι δυνάμεις) η μία με την άλλη δημιουργήθηκε ο ουρανός του όντος (νους), ο ωκεανός της ζωής (ψυχή),

και η γη (ο υλικός κόσμος), κι όλες οι άφθαρτες θεϊκές δυνάμεις».

.

Σημειώσεις

(Χάος, Νυξ, Έρεβος, Τάρταρος, είναι προσδιοριστικές έννοιες της Ύστατης Πραγματικότητας, που διαφοροποιούνται ως προς τον ρόλο τους και την σημασία τους για την δημιουργία και τα όντα…

 Ό Έρωτας ο Ωογέννητος, είναι ο Πρωτόγονος, ο Φάνης, ο Ζαγρέας, ο Διόνυσος ο Ταυρόφωνος ( ο Γεννήτορας των μακαρίων και των θνητών ανθρώπων)…  κι όλες οι θεϊκές δυνάμεις, ολόκληρο το σύμπαν…

Θεοί, θεϊκές δυνάμεις, είναι οι Όψεις του Θείου μέσα στην δημιουργία

Άνθρωπος είναι το πρόσωπο του Θεού στους κατώτερους κόσμους).


 

 

Sunday, July 9, 2017

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΙΣ ΕΠΤΑ ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ


 

(Ομιλία στην Ακαδημία, Τρίτη Περίοδος)

Εισαγωγή

Οι Επτά Δράσεις της Συνείδησης

Ο Εσωτερικός Συμβολισμός

Η Γλώσσα των Συμβόλων της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας

Η διανοητική γλώσσα, της σκέψης, των εννοιών, των «σκιών»

Η Απελευθέρωση

Η Απελευθέρωση του Γιόγκα (νιρόντχα)

Ο Αληθινός Διαλογισμός

Η Ερμητική Μύηση

Η Οδός των Μυστικών (Μάιστερ Έκκαρτ)

Η Αληθινή Δράση

Τελικά!

 

Εισαγωγή


Υπάρχει Ένα Μοναδικό Θεμέλιο των Πάντων, που είναι το Βαθύτερο Μέρος Κάθε Όντος. Για την «Ύπαρξή» Του «Μαρτυρεί» Αυτό το Ίδιο (και το διαπιστώνουν όσοι το βιώνουν). Αυτό είναι μια εμπειρική διαπίστωση κι αλήθεια κι όχι ένα διανόημα. Αυτό το Μοναδικό Θεμέλιο Είναι Χωρίς Ιδιότητες, χωρίς εμπειρία, ή παρατηρητή. Είναι μια Άβυσσος Αντίληψης, Απόλυτα Πραγματική, Ζωντανή. Γίνεται Αντιληπτή από τις Δράσεις Της. Αυτό Είναι η Ουσία της Ψυχής των Αρχαίων, του Άτμαν των Ανατολικών. Είναι η Συνείδηση της Σύγχρονης Φιλοσοφίας και της Σύγχρονης Ψυχολογίας.

Η Ψυχή (η Συνείδηση) μπορεί να Αντιλαμβάνεται με διάφορους και διαφορετικούς τρόπους ή αλλιώς να αντιλαμβάνεται σε πολλά «επίπεδα». Να έχει διαφορετικές δράσεις. Έτσι μιλάμε για διάφορες δράσεις ή διαστάσεις της Συνείδησης, για πολλά πεδία δραστηριότητας, ή επίπεδα λειτουργίας. Από εδώ προκύπτουν σε μεταφυσικό επίπεδο οι κόσμοι και οι διάφορες καταστάσεις του όντος. Έτσι η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται με διάφορους τρόπους κι όλες οι αντιληπτικές δράσεις της (που μπορεί να είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις ή Υποκειμενικές Αντιλήψεις, Θεωρήσεις της Πραγματικότητας) είναι «εξωτερικές» ως προς την Ουσία. Είναι Δραστηριότητες Αυτής της Άγνωστης Ουσίας.

Έτσι, η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται Εσωτερικά, με μια Άμεση Εσωτερική Αίσθηση αυτό που είναι, το Είναι, σαν Χώρο, σαν Παρουσία, σαν Εδώ. Αυτή Εσωτερική Αντίληψη του Ίδιου του Είναι, σαν Χώρου, είναι Μια Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης. Υπάρχει μόνο Αντίληψη. Δεν υπάρχει αντιλαμβανόμενος, παρατηρητής, διάκριση υποκειμένου, αντικειμένου, τίποτα από αυτά που βιώνει ο συνηθισμένος άνθρωπος. Αυτή η Εσωτερική Αίσθηση (η Ενόραση των Φιλοσόφων) διαβαθμίζεται από την Απόλυτη Καθαρότητα που Αντανακλά το Χωρίς Ιδιότητες σαν Αδιαφοροποίητο Είναι, μέχρι την Αντίληψη του Είναι σαν Χώρου και την Πανταχού Παρουσία που Αγκαλιάζει τα Πάντα σε μια Ενότητα όπου δεν «διακρίνονται» ακόμα «υποκείμενο και αντικείμενο». Όλα αυτά είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις της Συνείδησης. Είναι Άμεση Αντίληψη του Είναι σαν Χώρου. Πρόκειται για μια Άχρονη Κατάσταση, μια Αιωνιότητα που Ρέει, που είναι Ζωντανή και Εκδηλώνεται σαν Παρουσία, σαν Αίσθηση του Εδώ που Αγκαλιάζει τα Πάντα.

Η Συνείδηση μπορεί ακόμα μέσα από εξωτερικές δραστηριότητες να έχει εμπειρία του «εξωτερικού κόσμου», των φαινομένων που αλλάζουν συνεχώς. Αυτός ο κόσμος των φαινομένων προβάλλεται αντικειμενικά από την δραστηριότητα της Παγκόσμιας Συνείδησης και γίνεται αντιληπτός από τα διάφορα υποκείμενα που δημιουργούνται από την Συνείδηση όταν γίνεται τοπική και συνδέεται με κάποιο φορέα του πεδίου στο οποίο εκδηλώνεται. Στην πραγματικότητα ο Εξωτερικός Κόσμος των Φαινομένων είναι προϊόν μιας δραστηριότητας, είναι δραστηριότητα, κίνηση, ροή φαινομένων, που αλλάζει συνεχώς. Όλα ρέουν, είναι παροδικά και αντικειμενικά αλλά και το ίδιο το υποκείμενο, οποιοδήποτε υποκείμενο. Στην πραγματικότητα το υποκείμενο δεν είναι παρά μια ροή αντίληψης που ρέει μαζί με όλα και παρακολουθεί την ροή των φαινομένων. Αυτή η συνεχής ροή της αντίληψης μαζί με την ροή των φαινομένων, η συνεχής «επαφή» με την ροή των φαινομένων δείχνει τον πραγματικό χαρακτήρα του υποκειμένου. Ζούμε στο Απόλυτο Παρόν, εδώ (σε σύνδεση με τον φορέα εκδήλωσης), τώρα, στην Στιγμή που Ρέει. Αυτή είναι η πραγματική εμπειρία του Χρόνου, ή η εμπειρία του απόλυτου παρόντος, του Τώρα, που ρέει συνεχώς.

Έτσι η Συνείδηση Βιώνει Άμεσα Εσωτερικά το Είναι σαν Άχρονο Χώρο, σαν μια Αιώνια Αντικειμενική Παρουσία και Βιώνει Έμμεσα (μέσω δραστηριοτήτων, εννόησης, συναίσθησης, αίσθησης, μέσω κάποιου φορέα εκδήλωσης) την Ροή των Φαινομένων. Στην Εξωτερική Εμπειρία Βιώνει τον Χρόνο, την Ροή, την Στιγμή που Ρέει, την συνεχή αλλαγή, όσο διαρκεί (όσο διαρκεί η σύνδεση με τον φορέα εκδήλωσης).

Οι Επτά Δράσεις της Συνείδησης


Όταν το Ον Βιώνει την Πραγματικότητα, αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει, τότε μπορεί Στηριζόμενο στο Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξής του να Αντιλαμβάνεται Εσωτερικά το Αιώνιο Είναι του, σαν Παρουσία, σαν Εσωτερικό Άχρονο Χώρο και επίσης να Αντιλαμβάνεται, μέσω δραστηριοτήτων την τοπική παρουσία του, μέσω του φορέα εκδήλωσης, σε ένα εξωτερικό κόσμο, να ζει την ρέουσα ιστορική πραγματικότητά του. Με άλλα λόγια αυτό το ον δρα, δραστηριοποιείται, λειτουργεί, εκδηλώνεται σε διάφορα «επίπεδα». Από την Φύση του έχει την Δυνατότητα να εκδηλώνεται σε διάφορα επίπεδα, να αντιλαμβάνεται όλο το Βάθος, της Ύπαρξής του, όλη την έκταση της εμπειρίας του. Με αυτή την έννοια μιλάμε για διάφορες «λειτουργίες» του ανθρώπου, για εσωτερικές κι εξωτερικές δραστηριότητες, για ανώτερες και κατώτερες λειτουργίες. Και με αυτή την έννοια μιλάμε για διάφορες θεωρήσεις της πραγματικότητας, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο λειτουργούμε.

Κι ασφαλώς όταν μιλάμε για ένα ον συνδεδεμένο με κάποιο φορέα εκδήλωσης υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ανάμεσα στις δράσεις, δραστηριότητες, λειτουργίες της συνείδησης και τα αντίστοιχα μέρη του φορέα. Η «Σύνδεση» της Συνείδησης με τον φορέα δεν είναι ακριβώς σύνδεση. Είναι Παρουσία κι έλεγχος του σώματος. Στην πραγματικότητα η Συνείδηση είναι Ανεξάρτητη από τον φορέα, το σώμα. Μπορεί να βιώνει αυτή την ανεξαρτησία και μέσα από την Πνευματική Άσκηση και στον οριστικό διαχωρισμό της από τον φορέα, σώμα. Είναι και Έξω από το σώμα και εδώ στο σώμα. Η εσωτερική Αίσθηση του Είναι είναι «κρυμμένη» στον εσωτερικό εγκέφαλο, στην «καρδιά» του νευρικού συστήματος, ενώ οι εξωτερικές δραστηριότητες της εννόησης, της συναίσθησης και της αίσθησης εντοπίζονται στον εξωτερικό εγκέφαλο. Το «πέρασμα» από την εξωτερική εμπειρία της χρονικής ροής στον εσωτερικό άχρονο χώρο (ή αλλιώς από τις κατώτερες εξωτερικές λειτουργίες στις ανώτερες εσωτερικές αντιλήψεις) βρίσκεται ακριβώς στο μέρος του εγκεφάλου που συνδέει την εξωτερική πληροφόρηση με την εσωτερική συνειδητοποίηση. Όταν στην Εσωτερική Παράδοση μιλούν για κέντρα λειτουργίας του ανθρώπου («κέντρα», πάντμας, τσάκρας, λατάιφ, κλπ.) στην πραγματικότητα αναφέρονται σε δραστηριότητες της Συνείδησης που συνδέονται με κάποια «περιοχή» του φορέα. Έτσι, με αυτή την έννοια, αφύπνιση των κέντρων, αφύπνιση ενός κέντρου, σημαίνει αφύπνιση μιας λειτουργίας της Συνείδησης.

Τελικά ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργεί σε Επτά Πεδία, σε Επτά Επίπεδα. Το Θεμέλιο που Στηρίζει τα Πάντα (κάθε Εμπειρία), τα Τρία Εσωτερικά Επίπεδα της Αίσθησης του Είναι και τα Τρία Εξωτερικά Επίπεδα της εξωτερικής δραστηριότητας, της εννόησης, της συναίσθησης και της αίσθησης, που μας φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο στον οποίο εκδηλωνόμαστε (τον υλικό κόσμο στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Ένα ον, ένας ενσαρκωμένος άνθρωπος, που λειτουργεί έτσι, ολοκληρωμένα και με πλήρη έλεγχο και ελευθερία, είναι ασφαλώς ένας ιδανικός άνθρωπος, ένας Ελεύθερος, Αναγεννημένος, ή Αφυπνισμένος (Φωτισμένος) άνθρωπος. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν λειτουργούν έτσι. Ο Φωτισμένος άνθρωπος δεν είναι παρά ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται πλήρως, αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει. Μπορεί να Έχει Αίσθηση της Πραγματικής Φύσης και της Ανεξαρτησίας της Συνείδησης (να Νοιώσει το Απέραντο Εσωτερικό Βάθος του Είναι) και ταυτόχρονα να είναι εδώ, στο σώμα, στο κόσμο. Η Ψυχική ενέργεια Ρέει Ελεύθερα, σε Όλα τα Επίπεδα και σε όποιο επίπεδο κρίνεται απαραίτητο, χωρίς να «κρατιέται» ή να μπλοκάρεται πουθενά. Όπως και να έχει, ο Φωτισμένος άνθρωπος έχει Πλήρη Αντίληψη της Ύπαρξης, και είναι Πλήρως Λειτουργικός. Ζει ταυτόχρονα το Άχρονο Είναι και την χρονική παροδικότητα, την ροή της ζωής, εδώ, τώρα.

Όταν ο ενσαρκωμένος άνθρωπος δεν έχει Πλήρη Αντίληψη, γιατί δεν έχει «εκπαιδευθεί», είτε γιατί έχει εκπαιδευθεί από την κοινωνία με ένα διαφορετικό τρόπο και διοχετεύει όλη του την Ψυχική Ενέργεια, την προσοχή του, στην διάνοια, που εννοεί κι αναπαριστάνει εσωτερικά (διανοητικά) την πραγματικότητα, τότε έχει μια διαφορετική εικόνα για την πραγματικότητα, από αυτή του Πλήρως Λειτουργικού ανθρώπου.

Καταρχήν αυτή η εμμονή σε μία συγκεκριμένη λειτουργία μας αποκλείει την δυνατότητα να λειτουργήσουμε σε ένα άλλο επίπεδο, να έχουμε και μια άλλη θέαση της πραγματικότητας. Μας αποκλείει εντελώς από την Εσωτερική Εμπειρία. Μας απομονώνει στον διανοητικό χώρο. Αυτό οδηγεί στο να ταυτίζουμε αυτό που αντιλαμβανόμαστε, μέσω της διανόησης, με την πραγματικότητα. Είμαστε πεπεισμένοι πως αυτό αντιλαμβανόμαστε είναι το πραγματικό, αφού δεν έχουμε εμπειρία μιας άλλης θέασης. Κι αυτό που αντιλαμβανόμαστε δεν προέρχεται από την άμεση επαφή μας με την ροή (αφού δεν ρέουμε μαζί με την ροή των φαινομένων) αλλά δομείται με την αναπαραστατική δύναμη της διάνοιας και με την βοήθεια της μνήμης από την εμπειρία. Είναι ο,τι αντιληφθήκαμε, το καταστάλαγμα της εμπειρίας, η αποκρυστάλλωσή της σε «έννοιες», είναι «μνήμη», κάτι μόνιμο στη διάνοια (μέχρι να τροποποιηθεί από καινούργιες εμπειρίες). Όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι τα ζωντανά πράγματα που ρέουν αλλά οι «σκιές» των πραγμάτων. Ζούμε σε ένα κόσμο «σκιών». Ενώ ο Φωτισμένος άνθρωπος μπορεί να έχει εμπειρία και του Ανώτερου Εσωτερικού Κόσμου του Είναι και του χρονικού παροδικού φαινομένου (ακριβώς σαν παροδικού φαινομένου, από το οποίο δεν εξαρτάται) χωρίς να «κρατιέται» πουθενά, ο διανοητικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται μόνο μέσω της διάνοιας και πιστεύει όχι μόνο πως ο κόσμος που αντιλαμβάνεται (των εννοιών, των «σκιών» των πραγμάτων) είναι πραγματικός αλλά και πως είναι ο μόνος υπαρκτός κόσμος.

Με αυτόν τον τρόπο, μέσω της διανόησης, δομούμε μια αντίληψη ενός εαυτού, απομονωμένου, μέσα σε ένα εξωτερικό κόσμο. Αυτό μας εισάγει αυτόματα στην δυαδική αντίληψη της πραγματικότητας. Αντιλαμβανόμαστε σαν υποκείμενα διαχωρισμένα από τον κόσμο, έναν αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας. Ενώ ο Φωτισμένος άνθρωπος χρησιμοποιεί επίσης την υποκειμενική θέαση, μέσα από τον φορέα του, εντούτοις δεν της δίνει απόλυτη αξία, γνωρίζοντας από εμπειρία ότι είναι μια περιορισμένη (κι αναγκαία ως το σημείο που μας εξυπηρετεί) θέαση, ενώ από εμπειρία μπορεί να ανυψωθεί πάνω από αυτό το επίπεδο λειτουργίας ως την Θέαση της Παγκόσμιας Συνείδησης. Ο διανοητικός άνθρωπος όμως, ταυτισμένος με αυτό που αντιλαμβάνεται είναι εγκλωβισμένος στην δική του υποκειμενική θέαση. Δεν μπορεί να βγει έξω από αυτή την θέαση.  Ό,τι κι αν αντιλαμβάνεται, ό,τι κι αν προσπαθεί, ό,τι κι αν κάνει είναι διανόηση. Ακόμα κι η αντίληψη του Εσωτερικού Κόσμου, ή ενός κόσμου πέρα από τον άνθρωπο και την δημιουργία, δεν είναι παρά μια έννοια, μια «σκιά». Ακόμα κι ο Θεός για τον διανοητικό άνθρωπο είναι έννοια, «σκιά». Μπορεί να χρησιμοποιεί λέξεις όπως αδημιούργητο, υπερβατικό, απόλυτο, ακατάληπτο, παντοδύναμο, αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά έννοιες, συλλήψεις της διανόησης που αποδίδονται σε ένα αντικείμενο. Τα Ζωντανά πράγματα προσεγγίζονται μόνο βιωματικά. Εδώ εγκαταλείπεται όλη η διανοητική θεολογία και δικαιώνεται ο μυστικισμός και το μυστικό βίωμα.

Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος, σαν Ζωντανός, πραγματικός άνθρωπος, από την Φύση του είναι αυτό που είναι. Είναι το Θεμέλιο, που βρίσκεται στο Βάθος της Συνείδησης και έχει από την Φύση του την δυνατότητα της Εσωτερικής Αίσθησης του Είναι κι ασφαλώς την δυνατότητα μέσω του φορέα του να έχει εμπειρία του εξωτερικού κόσμου. Το πρόβλημα με τον άνθρωπο είναι ότι μαθαίνει να λειτουργεί ιδιαίτερα και πολλές φορές κατ’ αποκλειστικότητα στο διανοητικό επίπεδο. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Καταρχήν η κοινωνία, για την διατήρησή της, δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο. Ούτε κι άνθρωπος για την υλική επιβίωσή του χρειάζεται κάτι παραπάνω. Μετά η διανοητική εμπειρία και γνώση είναι πληροφορίες διαχειρίσιμες που μπορούν να μεταδοθούν, μέσω της κοινωνικοποίησης, στις επόμενες γενιές. Επιπρόσθετα οι πληροφορίες ελέγχονται και «διαμορφώνονται», για την χειραγώγηση των ανθρώπων. Αν οι άνθρωποι ανέπτυξαν ένα διανοητικό, τεχνολογικό, πολιτισμό είναι γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο.

Η εκπαίδευση του πραγματικού ανθρώπου ήταν πάντα στο περιθώριο, έργο της Εσωτερικής Παράδοσης και των μυστικών κινημάτων, που δεν έχουν βέβαια καμία σχέση με τις εξωτερικές θρησκείες. Οι αληθινοί άνθρωποι ζούσαν πάντα έξω από την κοινωνία, είναι οι «κρυμμένοι σοφοί». Η διαφορά ανάμεσα σε ένα Πραγματικό Αναζητητή κι ένα απλό θρησκευόμενο είναι ότι ο Πραγματικός Αναζητητής ενεργοποιεί την Εσωτερική Άμεση Αίσθηση του Είναι κι Ανυψώνεται Ως το Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξής του, ενώ ο θρησκευόμενος διανοητικός άνθρωπος κινείται στον κόσμο των «σκιών» κι η εξέλιξή του συμβαίνει πάντα μέσα στον περιορισμένο διανοητικό χώρο των «σκιών».

Ο Εσωτερικός Συμβολισμός


Να διευκρινίσουμε καταρχήν ότι η Εσωτερική Παράδοση εκφράζεται στην Γλώσσα των Συμβόλων. Όταν η Εσωτερική Παράδοση χρησιμοποιεί λέξεις τις χρησιμοποιεί για πράγματα που έχουν βιωθεί ή μπορούν και πρέπει να βιωθούν. Υποδεικνύει την ενεργοποίηση της Εσωτερικής Αίσθησης των πραγμάτων και την άμεση βιωματική αντίληψη των πραγμάτων. Δεν χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν έννοιες για να μεταφέρει διανοητικές πληροφορίες και μηνύματα. Η Εσωτερική Παράδοση κινείται στον Βιωματικό Χώρο κι οι λέξεις της περιέχουν βιώματα, κι απευθύνονται στην Εσωτερική Διάσταση του ανθρώπου δεν είναι έννοιες που περιέχουν πληροφορίες, άλλες έννοιες κι απευθύνονται στην διανόηση.

Σε όλες τις Παραδόσεις και τις Εσωτερικές Διδασκαλίες μιλούν για το Θεμέλιο. Είναι το Χάος των Ορφικών, η Άβυσσος της Ερμητικής Παράδοσης, το Ασαμσκρίτα του Βούδα ή το Βάθρο του Χούι-Νεγκ, το Άτμαν των Βεδαντιστών ή το «I am» του Νισαργκατάτα, το Γκρουντ ή Θεότητα, του Μάιστερ Εκκαρτ. Αυτό είναι Κάτι που πρέπει να Βιώσει κάποιος στο Βάθος της Ύπαρξής του, να το Βιώσει Πραγματικά. Οι διανοητικοί άνθρωποι μπορεί να το εκλάβουν σα την έννοια της Αρχής στα πλαίσια μιας διανοητικής θεώρησης. Προφανώς αυτό δεν έχει σχέση με την Εσωτερική Παράδοση. Είναι μια κάκιστη μεταφορά της Βιωματικής Αλήθειας στο διανοητικό επίπεδο των εννοιών, των «σκιών» των πραγμάτων. Όσο κι αν οι διανοούμενοι επιστήμονες θέλουν να πιστεύουν και να υποστηρίζουν ότι ερμηνεύουν τα πράγματα στην πραγματικότητα εκθέτουν απλά τις διανοητικές απόψεις τους περί των πραγμάτων. Ο Εσωτερισμός δεν έχει καμιά σχέση με την ακαδημαϊκή διανοητική θεολογία.

Ο Κόσμος που Αποκαλύπτεται στην Άμεση Εσωτερική Αίσθηση του Είναι, εφόσον αυτή η Αίσθηση λειτουργεί ή αφυπνίζεται είναι ο Αιώνιος Κόσμος του Φωτός. Εδώ όπου όλα είναι Φανερά πηγαία, αυθόρμητα, άμεσα και χωρίς καμιά διαδικασία. Ο Εξωτερικός Κόσμος είναι αποτέλεσμα δραστηριότητας, κίνησης κι υπάρχει μόνο στο απόλυτο παρόν, την στιγμή που εκδηλώνεται. Είναι ένας Κόσμος Σκιάς. Ο Ελεύθερος Φωτισμένος Άνθρωπος μπορεί να υπάρχει και να δρα τόσο στον Άχρονο Χώρο του Εσωτερικού Είναι όσο και στον παροδικό κόσμο των φαινομένων, στον Κόσμο της Σκιάς. Δεν παραπλανάται. Οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργώντας αποκλειστικά με την διανόηση, μέσα στην διανόηση γνωρίζουν μόνο τον κόσμο της Σκιάς και με την διανοητική λειτουργία γνωρίζουν τα πράγματα του κόσμου της σκιάς όχι σαν παροδικά φαινόμενα που υφίστανται μόνο στην Στιγμή που ρέει αλλά σαν υπολείμματα της Σκιάς, σαν μνήμες, σαν στάχτες της ζωής.

Συχνά το Εσωτερικό Είναι του Ανθρώπου χαρακτηρίζεται σαν ο Άνω Κόσμος κι ο εξωτερικός κόσμος σαν ο κάτω ή κατώτερος κόσμος που αλλάζει και φθείρεται.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Πλήρης Αντίληψη που Εδράζεται στην Αληθινή Φύση μας είναι Πλήρως Λειτουργική σε όλη την Έκταση της Ύπαρξης. Περιλαμβάνει τόσο τον Χώρο του Είναι όσο και την εμπειρία του χρόνου, της παροδικής ζωής στους κατώτερους κόσμους. Ο περιορισμός στην διανοητική λειτουργία κι η θέαση της πραγματικότητας μέσα από την διάνοια τα μετατρέπει όλα σε αντιλήψεις της διάνοιας, σε έννοιες, σε «σκιές» των πραγμάτων. Όσο κι αν η διάνοια θέλει να κατανοήσει τα πάντα, να επιτύχει τα πάντα, το μόνο που κάνει είναι να προεκτείνει τον εαυτό της, να επεκτείνει τις συλλήψεις της.

Η Γλώσσα των Συμβόλων της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας


Η Συνείδηση Μοιάζει να είναι το Απόλυτο Άγνωστο Υπόβαθρο κάθε παρουσίας, κάθε κατάστασης, κάθε δραστηριότητας ή φαινομένου. Αυτή η έκφραση «Απόλυτο Άγνωστο Υπόβαθρο» στην ουσία δεν λέει τίποτα (δεν δίνει καμία «πληροφορία»). Εδώ υπονοείται ότι Αυτό, ενώ Είναι Ζωντανό, εμφανίζεται από τις συνέπειές του. Μοιάζει με το Κενό Εντός του Οποίου εμφανίζονται τα πάντα. Πρέπει να υπάρχει το Κενό για να εμφανισθεί οτιδήποτε. Υπάρχει μόνο Αυτή η Μοναδική Πραγματικότητα. Δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός. Έτσι όλες οι λέξεις που αναφέρονται εδώ, Συνείδηση, Θεός Ψυχή, υπονοούν το ίδιο πράγμα. Μια Τέτοια Συνείδηση Είναι Χωρίς Ιδιότητες, Άχρονη, Υπερβατική, Ανεξάρτητη από οποιοδήποτε περιεχόμενο. Η Βίωση Αυτού του Βάθους της Συνείδησης είναι η Μόνη Αληθινή Εμπειρία. Με αυτή την έννοια οποιαδήποτε λέξη αναφέρεται σε Αυτό δεν έχει στην πραγματικότητα περιεχόμενο. Είναι ένα απλό σύμβολο που υπονοεί την βιωματική προσέγγιση του. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το «γνωρίσεις». Πρέπει να το αγγίξεις, να έρθεις σε «επαφή» μαζί του.

Τα Σύμβολα υπονοούν Καταστάσεις ή Δράσεις της Συνείδησης που πρέπει να βιώσουμε. Η αλήθεια (του πράγματος) πρέπει να γίνει αντιληπτή με αυτή την Βαθύτερη Αντίληψη (την Ενόραση) κι όχι μέσα από τις εξωτερικές δραστηριότητες της Συνείδησης, όπως η διανόηση. Με άλλα λόγια η Συνειδητοποίηση, η Κατανόηση της αλήθειας πρέπει να γίνει στο Φυσικό Επίπεδο, με πραγματική δράση. Η πληροφόρηση στο διανοητικό επίπεδο, η διανοητική κατανόηση, δεν είναι αληθινή κατανόηση αφού τροφοδοτεί και συνεχίζει την διανοητική δραστηριότητα.

Με άλλα λόγια τα Σύμβολα αναφέρονται σε Φυσικά Υπάρχοντα και σε Φυσικά Συμβαίνοντα. Δεν είναι διανοητικές συλλήψεις που μεταφέρουν ένα διανοητικό νόημα ή μήνυμα. Πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν «οδοδείκτες» που οδηγούν στην άμεση, απευθείας, αντίληψη κι όχι σαν «γνώση». Η αληθινή γνώση είναι μόνο η βιωματική γνώση και μάλιστα όταν είναι ζωντανή, όχι η ανάμνησή της. Με αυτή την έννοια ολόκληρη η Μυστική Γλώσσα είναι Γλώσσα Συμβόλων που υποδεικνύουν Υπάρχοντα και Συμβαίνοντα.. Είναι μια Γλώσσα Βαθύτερη και Ουσιαστικότερη από την διανοητική γλώσσα των εννοιών.

Στην πραγματικότητα δεν είναι το Σύμβολο που περιέχει κάτι ή λέει κάτι. Είναι η δική μας δράση που πρέπει να μας αποκαλύψει αυτό που υποδεικνύει το Σύμβολο. Αν δεν γίνει αυτή η πράξη κατανόησης, προσέγγισης της πραγματικότητας, των αληθινών πραγμάτων και συμβαινόντων τότε το Σύμβολο μένει ανενεργό, κενό, χωρίς χρησιμότητα.

Η Μυστική Γλώσσα των Συμβόλων επεκτείνει την Κατανόηση πέρα από τα στενά όρια της διανόησης και μας εισάγει στην «Καρδιά» της Πραγματικότητας.

Η διανοητική γλώσσα, της σκέψης, των εννοιών, των «σκιών»


Ενώ η Αντίληψη είναι μια ζωντανή δραστηριότητα, λειτουργία, που ακολουθεί την συνεχή ροή των φαινομένων, στο απόλυτο παρόν, η διανόηση χρησιμοποιεί σαν βάση το πρωτογενές βίωμα της επαφής με την πραγματικότητα για να δημιουργήσει μια πιο σύνθετη αντίληψη της πραγματικότητας. Δεν ακολουθεί, σαν την Αντίληψη, την ροή των φαινομένων που εισέρχονται στην επίγνωσή μας αλλά προσπαθεί να συλλάβει την «Κίνηση» την ροή σαν μια «σταθερή πραγματικότητα» με σταθερά πράγματα των οποίων αλλάζουν μόνο οι σχέσεις. Ενώ η  διανόηση, σαν δραστηριότητα, σαν λειτουργία, ανήκει στην πραγματικότητα (στον κόσμο της πραγματικότητας) εν τούτοις αυτό που δομεί είναι μια κατασκευή. Ακινητοποιεί την πραγματικότητα σε μια σταθερή αναπροσαρμοζόμενη εικόνα και βλέπει σταθερά πράγματα εκεί που υπάρχουν μόνο ροές φαινομένων. Αυτό δίνει βέβαια την ευκαιρία για καλύτερη οργάνωση του υλικού της εμπειρίας για σχεδιασμό της δράσης μας αλλά μας έχει βγάλει τελείως έξω από την ζωντανή ρέουσα πραγματικότητα και μας έχει εισάγει σε μια εικονική πραγματικότητα. Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι μαζί να υιοθετούν την ίδια εικόνα της πραγματικότητας ή να συντονίζουν την δράση τους (με βάση κοινές πεποιθήσεις) δεν αποδεικνύει τίποτα πέρα από το συμβάν της συμβατικής συμφωνίας τους.Αυτό καθεαυτό το γεγονός δεν αναβαθμίζει την νοητική κατάσταση αυτών των ανθρώπων (αυτό που αντιλαμβάνονται) σε πραγματικότητα.

Αυτές οι νοητικές συλλήψεις της όλης πραγματικότητας, των στοιχείων της, των όντων, οι σταθερές αντιλήψεις, είναι οι απογυμνωμένες κι αφηρημένες παραστάσεις που έχουν εσωτερικοποιηθεί σε έννοιες. Οι έννοιες δεν είναι απλά σύμβολα της πραγματικότητας. Είναι σταθερές κατασκευές της νόησης, με προσδιορισμένο περιεχόμενο (που ορίζεται στις εγκυκλοπαίδειες και τα λεξικά), αφηρημένες νοητικές πληροφορίες, που μπορούν να απομνημονευθούν, να καταγραφούν, να μεταδοθούν, να διδαχτούν, να υπάρχουν αντικειμενικά σαν πληροφορίες.

Στην πραγματικότητα ο κόσμος των φαινομένων, της ροής των φαινομένων, είναι ένας κόσμος αντανάκλασης μιας βαθύτερης δράσης. Η Αντίληψη μπορεί να παρακολουθεί αυτόν τον κόσμο της ροής σαν ζωντανή λειτουργία. Η σκέψη από αυτόν τον κόσμο της αντανάκλασης συγκρατεί μόνο τα κατάλοιπα της κίνησης, τα ίχνη που αφήνει η κίνηση στην μνήμη. Είναι ίχνη μνήμης. Είναι στάχτες της αντίληψης. Οι άνθρωποι, έτσι, δεν ζουν στον αληθινό κόσμο της ροής με ζωντανή αντίληψη. Ζουν στον κόσμο της σκέψης, της μνήμης, της διανοητικής πληροφορίας. Ζουν σε ένα ψεύτικο κατασκευασμένο κόσμο. Με την κοινωνικοποίηση εισερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο της κοινωνικής σύμβασης που διαφοροποιείται από κοινωνία σε κοινωνία. Με την γλώσσα και την εκπαίδευση προσδιορίζουμε καλύτερα αυτόν τον κόσμο. Επικοινωνούμε σε διανοητικό-λεκτικό επίπεδο. Η γλώσσα της διανόησης είναι ακριβώς η γλώσσα των κατασκευασμένων εννοιών για όλα τα πράγματα που εισέρχονται στην εμπειρία μας.

Ο αληθινός κόσμος της ροής των φαινομένων είναι τελείως έξω από όλη αυτή την (διανοητική) δράση μας, τις αντιλήψεις μας και τα βιώματά μας. Η αφύπνιση στον κόσμο της ζωντανής αντίληψης είναι πραγματικά μια νέα γέννηση σε ένα νέο κόσμο. Κι ασφαλώς η Εμβάθυνση στον Κόσμο της Αιώνιας Πραγματικότητας είναι μια εμπειρία τελείως διαφορετική από τον σταθερό κόσμο της σκέψης που είναι μια κατασκευή, ένα όνειρο, ένα ψέμα.

Η Απελευθέρωση


Όταν μιλάμε για Πραγματική Απελευθέρωση, Πραγματική Φώτιση, για Πνευματική Αναγέννηση, Βίωση της Ανώτερης Πραγματικότητας, μιλάμε για ενεργοποίηση των ανώτερων εσωτερικών δυνάμεων του ανθρώπου ή αλλιώς για δράση στα ανώτερα κέντρα δράσης του ανθρώπου.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Πραγματικότητα, το Απόλυτο, η Δυνατότητα Βίωσης του Απολύτου είναι έμφυτη στον Άνθρωπο, βρίσκεται στην Ίδια την Φύση του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βιώσει κάτι αν δεν έχει εξαρχής, από την φύση του, την δυνατότητα να το βιώσει. Στην πραγματικότητα μιλάμε για ενεργοποίηση της Ίδιας της Φύσης μας, ή για συνειδητοποίηση των ίδιων μας των δυνάμεων. Δεν υπάρχει κάποια εξωτερική αλλαγή ή εξέλιξη, ούτε έξωθεν βοήθεια για να ζήσουμε κάτι.

Μετά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατή, η ενεργοποίηση σε ένα ανώτερο κέντρο αντίληψης με την επιθυμία, την επιδίωξη, ή την προσπάθεια. Αντίθετα πρέπει να ξεπερασθεί η δραστηριότητα στο κατώτερο κέντρο για να μετατοπιστεί η δραστηριότητα στην ανώτερη περιοχή δράσης. Δεν μπορείς να επιδιώξεις την καθαρότητα ή την καλή λειτουργία, πρέπει να απομακρύνεις τα σκουπίδια ή τα εμπόδια, για να συμβεί αυτό.

Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση πρέπει να είναι πραγματική. Το να συλλαμβάνουμε, θεωρητικά, διανοητικά, ή διαισθητικά, μια κατάσταση και να προσπαθούμε μέσα από την προσωπική προσπάθεια να «αναδυθούμε» κάπου είναι υποκειμενική αυταπάτη. Ούτε η απομόνωση στο υποκείμενο, η «απομάκρυνση» από το αντικείμενο, ή η αποκοπή από τις πληροφορίες του εξωτερικού κόσμου, οδηγεί στον πραγματικό πνευματικό χώρο. Αντίθετα μας απομονώνει στο υποκείμενο, οδηγεί στον απόλυτο υποκειμενισμό (σολιψισμός). Αυτό είναι αυτοΰπνωση, όχι πνευματική πραγματοποίηση. Στην πραγματικότητα η πνευματική ανύψωση οδηγεί πέρα από την διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου, πέρα από το υποκείμενο, σε μια Ανώτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα, που τα περιλαμβάνει όλα σε μια ενότητα. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

Ακόμα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση σε ανώτερα κέντρα λειτουργίας ή δράσης, με το ταυτόχρονο ξεπέρασμα των κατώτερων λειτουργιών, δεν είναι «ποιοτική» αλλά «ποσοτική». Θέλουμε να πούμε ότι η ενεργοποίηση μιας ανώτερης λειτουργίας, η μετατόπισή μας σε μια ανώτερη περιοχή δράσης, δεν καταργεί τελείως τις κατώτερες λειτουργίες. Απλά μεταφέρεται η κύρια δράση σε μια ανώτερη περιοχή ενώ οι κατώτερες λειτουργίες είναι σε πλήρη ετοιμότητα, λειτουργούν αμυδρά ή ανεπαίσθητα ή κατ’ ελάχιστο, μέχρι οι ανάγκες της ζωής να μεταφέρουν την προσοχή μας εκεί. Με άλλα λόγια μιλάμε για μια μετατόπιση της προσοχής και της ενασχόλησής μας κι όχι για μια ολοκληρωτική μετατόπιση. Βεβαίως όταν λειτουργούμε στα ανώτερα εσωτερικά κέντρα, στον πνευματικό χώρο, είναι δυνατή η απομόνωση, η αποκοπή της ροής των πληροφοριών από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτό μπορεί να γίνει για να μπορέσουμε να βιώσουμε πιο έντονα τις εσωτερικές καταστάσεις, αλλά και πάλι η επανασύνδεση με τον εξωτερικό κόσμο είναι πάντα δυνατή κι αυτόματη, χωρίς χρόνο. Όμως αυτή η εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με την αποκοπή του υποκειμένου που περιγράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο.

Τέλος πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ξεπέρασμα των κατώτερων λειτουργιών και της σκέψης που κατασκευάζει τον παρατηρητή, τον διχασμό υποκειμένου-αντικειμένου κι όλη αυτή την ονειρική ζωή που βιώνουν οι άνθρωποι, οδηγεί, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε μια Ανώτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα, στον Αιώνιο Χώρο του Είναι που τα Αγκαλιάζει Όλα, Εδώ. Και τον Άχρονο Χώρο και την χρονική ροή των φαινομένων. Αυτή η Αιώνια Παρουσία που τα Περιλαμβάνει Όλα δεν είναι παρατήρηση από κάποιο «κέντρο», ούτε υποκειμενική εμπειρία. Είναι μια κατάσταση τελείως έξω από κάθε τι υποκειμενικό ή περιορισμένο. Δεν υπάρχει κανένα «κέντρο» παρατήρησης κι επομένως κανενός είδους υποκειμενική εμπειρία.

Κι ακόμα αυτή η Ανώτερη Πνευματική Κατάσταση στην οποία βιώνουμε την Εσωτερική Ελευθερία της Ψυχής ή την Αντικειμενική Συνείδηση, δεν είναι η Τελική Κατάσταση. Πέρα από όλα υπάρχει Μια Κατάσταση χωρίς κανένα απολύτως αντιληπτικό περιεχόμενο. Είναι η Αληθινή Πραγματικότητα, το Θεμέλιο, η Άβυσσος των Αρχαίων Γνωστικών. Είναι Μια Κατάσταση Όπου Αυτό Ανασαίνει Σιωπηλά.

Η Απελευθέρωση, του Γιόγκα (νιρόντχα)


Ο Πανταζάλι ορίζει το Γιόγκα σαν κατάπαυση των διακυμάνσεων του νου («Γιόγκα, τσιττά βρίττι νιρόντχα», στο Κεφάλαιο 1 Σαμάντι Πάντα, σούτρα 2, των Γιόγκα Σούτρας). Μιλά για μια κατάσταση της Συνείδησης Αντικειμενική, όπου η Αντίληψη απλά συμβαίνει, πηγαία, αυθόρμητα, φυσικά, ανεμπόδιστα, αγκαλιάζοντας όλα όσα εισέρχονται στην επίγνωση σε μια ενότητα. Δεν υπάρχουν δραστηριότητες, διαδικασίες (σκέψη, κλπ.) που να δημιουργούν ένα κέντρο αντίληψης, ένα υποκείμενο που να αλλοιώνει ην αντίληψη της πραγματικότητας δημιουργώντας διαχωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου ή αντίληψη δυαδικότητας. Δεν υπάρχει υποκειμενική εμπειρία, υποκειμενική μνήμη, υποκειμενική ζωή. Το «νιρόντχα», η κατάπαυση όλων των δραστηριοτήτων σημαίνει την μετάβαση σε μια κατάσταση αντικειμενική, διαφορετική από την κατάσταση της υποκειμενικής βίωσης της πραγματικότητας. Η Αντίληψη, απελευθερώνεται κι απλά συμβαίνει. Η σκέψη, η υποκειμενική εμπειρία, η υποκειμενική βίωση της πραγματικότητας είναι κάτι που κάνουμε. Αν θέλουμε λοιπόν, πραγματικά, να αντιληφθούμε την πραγματικότητα πρέπει να αφήσουμε την αντίληψη να συμβαίνει ανεμπόδιστα, να σταματήσουμε να παρεμβαίνουμε και να αλλοιώνουμε την αντίληψή μας. Η μετάβαση σε αυτή την Κατάσταση είναι μια φυσική δράση, μια αλλαγή της συνείδησης από μια υποκειμενική κατάσταση-δράση σε μια Αντικειμενική Κατάσταση. Είναι μια πραγματική Μετάβαση, μια μετάβαση τελείως έξω από το υποκειμενικό βίωμα. Δεν είναι υποκειμενική εμπειρία, βίωμα μέσα από ένα κέντρο αντίληψης, ούτε αλλαγή ή εξέλιξη των βιωμάτων του υποκειμένου. Δεν είναι δραστηριότητα του υποκειμένου, ούτε εμπειρία του υποκειμένου. Κι αυτό γιατί σταματούν ακριβώς όλες οι δραστηριότητες που παράγουν την υποκειμενική αντίληψη, την υποκειμενική εμπειρία, την υποκειμενική μνήμη. Όταν υπάρχει δραστηριότητα δημιουργείται κέντρο αντίληψης, υποκείμενο, υποκειμενική εμπειρία και οποιαδήποτε εμπειρία, εξέλιξη, αλλαγή, είναι υποκειμενική, εντός των δραστηριοτήτων του υποκειμένου.

Με άλλα λόγια αυτό που πολύ απλά λέει ο Πανταζάλι είναι ότι το το «νιρόντχα» είναι μια η φυσική δράση της μετάβασης από την υποκειμενική δραστηριότητα σε μια αντικειμενική ανοιχτή συνείδηση, ενώ σε οποιαδήποτε υποκειμενική δραστηριότητα, αλλαγή ή εξέλιξη η φυσική δράση είναι πάντα η υποκειμενική δραστηριότητα, δηλαδή αυτό που «κάνουμε», η σκέψη, κλπ. Στην δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει καμιά πραγματική αλλαγή, σε φυσικό επίπεδο. Συνεπώς η μόνη πραγματική έξοδος προς την ελευθερία είναι το «νιρόντχα», το σταμάτημα της παρέμβασής μας, η απόλυτη ηρεμία, η πλήρης διάλυση όλων των διαδικασιών που δημιουργούν οποιοδήποτε υποκείμενο, οποιαδήποτε υποκειμενική εμπειρία. Στο Αληθινό Γιόγκα, στο Αληθινό Σαμάντι, στο Αληθινό Νιρόντχα δεν υπάρχει υποκειμενική εμπειρία, απλά όλα συμβαίνουν. Γιόγκα είναι η έξοδος (η ολοκληρωτική έξοδος) από όλη την υποκειμενική δραστηριότητα. Δεν είναι ούτε δράση του υποκειμένου, ούτε εξέλιξη του υποκειμένου αλλά υπέρβαση του υποκειμένου σε μια Αντικειμενική Κατάσταση, στην Παγκόσμια Συνείδηση.

Όταν  βιώνεται η Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης (κι επειδή ακριβώς δεν υπάρχει διαδικασία δημιουργίας υποκειμενικής αντίληψης, διαχωρισμού υποκειμένου-αντικειμένου, δυαδικότητας) βιώνεται μια Κατάσταση Ενότητας της Επίγνωσης που τα περιλαμβάνει όλα. Σε αυτή την Κατάσταση η Αντίληψη είναι Πηγαία Αυθόρμητη Φυσική Ανεμπόδιστη Ανοιχτή. Στην πραγματικότητα λειτουργούμε σε μια Ανώτερη Περιοχή της Ύπαρξης, της Άμεσης Αντικειμενικής Αντίληψης που Συμβαίνει, σε ένα Ανώτερο Κέντρο Λειτουργίας της ύπαρξής μας. Αντιλαμβανόμαστε από μια Ανώτερη Σκοπιά, με μια Ανώτερη Όραση. Η Αντίληψη είναι Ενεργός και καλύπτει και τις κατώτερες περιοχές της αντίληψης, τις κατώτερες λειτουργίες της σκέψης, της συναίσθησης, της αίσθησης και της επαφής με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά όλα γίνονται από το ανώτερο κέντρο ελέγχου κι η εμπειρία είναι αντικειμενική, χωρίς να χρωματίζεται από καμία υποκειμενική δραστηριότητα ή αντίληψη ή «αίσθηση». Τελικά η Μετάβαση από την υποκειμενική εμπειρία της ύπαρξης στην Αντικειμενική Αντίληψη της Ζωής είναι μια «λειτουργική μετάβαση». Κι αποτελεί μια Νέα Εμπειρία της ζωής.

Αυτή η Κατάσταση που περιγράφουμε (Δράση, Εμπειρία Ζωής) είναι ακριβώς το Αληθινό Σαμάντι, το Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα. Μια Κατάσταση όπου δεν υπάρχει υποκείμενο, αντίληψη διαχωρισμού. Μια Επίγνωση ενότητας που δεν κρατιέται πουθενά και ρέει ελεύθερα. Μια κατάσταση επίγνωσης χωρίς κέντρο που τα περιλαμβάνει όλα (όλα όσα εισέρχονται στο πεδίο της). Είναι μια Κατάσταση όπου βιώνεται το Απόλυτο Παρόν, η Στιγμή που Ρέει. Ρέουμε μαζί με όλα. Εδώ. Τώρα. Κι αυτή η Εμπειρία (αυτό το Εδώ, Τώρα) περιλαμβάνει τα Πάντα κι όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο των αισθήσεων. Αυτή η Αίσθηση Παρουσίας Εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα κι αν δεν υπάρχουν μηνύματα από τον εξωτερικό κόσμο ή δεν υπάρχει καθόλου εξωτερικός κόσμος. Η Αληθινή Ύπαρξη Στηρίζεται μόνο στον Εαυτό της, όχι στην Αντίληψη, ή στην δημιουργία του κόσμου των φαινομένων.

Όταν δεν έχει επιτευχθεί αυτή η Κατάσταση της Απελευθέρωσης αυτό σημαίνει ότι λειτουργούμε ακόμα μέσα στην υποκειμενική συνείδηση, μέσα από ένα κέντρο αντίληψης και βιώνουμε τον διαχωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου, βιώνουμε την δυαδικότητα. Μόνο σε μια τέτοια κατάσταση έχει νόημα η άσκηση του γιόγκα, το σαμάντι με υποστήριγμα που έρχεται σαν ωρίμανση και ολοκλήρωση του σαμγιάμα, η συγκέντρωση, η διαδικασία η επίτευξη, κλπ. Στην πραγματικότητα όλη αυτή η άσκηση που περιγράφεται στα Γιόγκα Σούτρας, σαν ασάνα, πραναγιάμα, σαμγιάμα (νταράνα, ντυάνα, σαμάντι), είναι προπαρασκευαστική. Όλα αυτά είναι ένας έμμεσος τρόπος, ένας πλάγιος τρόπος να επιτευχθεί το «νιρόντχα». Από αυτή την άποψη το Σαμάντι με υποστήριγμα (με συγκέντρωση, κλπ) δεν διαφέρει από το Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα. Γιατί την στιγμή που το Σαμάντι με τποστήριγμα ολοκληρώνεται , διαλύεται η διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου κι έχουμε εμπειρία μιας ενιαίας επίγνωσης της πραγματικότητας, μιας αντικειμενικής εμπειρίας της πραγματικότητας. Τότε το Σαμάντι με υποστήριγμα γίνεται Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα, «νιρόντχα», Καϊβαλγία. Έτσι ενώ με την άσκηση του Σαμάντι με υποστήριγμα φαίνεται ότι η εξέλιξη είναι «βαθμιαία» (γιατί κινούμαστε ακόμα μέσα στην υποκειμενική εμπειρία) την στιγμά ακριβώς που «επιτυγχάνουμε» το Αληθινό Σαμάντι και παύουν τελείως οι υποκειμενικές παρεμβολές στην αντίληψη, οι διακυμάνσεις της υποκειμενικής εμπειρίας (οι δικές μας δραστηριότητες) συμβαίνει μια «αιφνίδια» μεταβολή, εισερχόμαστε στην αντικειμενική εμπειρία της πραγματικότητας.  Με αυτή την έννοια διδάσκεται ότι η «Φώτιση» είναι και βαθμιαία και αιφνίδια.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά που ήθελε να πει ο Πανταζάλι και που προσπαθούμε να περιγράψουμε εδώ είναι πολύ απλά, αν δώσουμε λίγη προσοχή. Η Ύπαρξη, η Συνείδηση λειτουργεί στο Βαθύτερο Υπαρξιακό Επίπεδο της Αληθινής Ύπαρξης, στο Επίπεδο της Φυσικής Ανόθευτης Αντίληψης που είναι μια Άμεση Σύλληψη της Πραγματικότητας, Ελεύθερη, Ανοιχτή Ανεμπόδιστη και Χωρίς Κέντρο και στο Επίπεδο της Εξωτερικής Δραστηριότητας όπου βιώνεται η υποκειμενική εμπειρία. Με άλλα λόγια η Συνείδηση Είναι Μέσα στο Αντικειμενικό (Πηγάζει και Στηρίζεται στο Αντικειμενικό), Αντιλαμβάνεται Φυσικά και Δρα Υποκειμενικά. Είναι, Αντιλαμβάνεται, Δρα. Πρέπει, σύμφωνα με τον Πανταζάλι να σταματήσει η εξωτερική υποκειμενική δραστηριότητα (που διαχωρίζει την ύπαρξη σε υποκείμενο-αντικείμενο) για να Αντιληφθούμε το Εσωτερικό Είναι σαν μια Ενότητα που τα περιλαμβάνει όλα. Αυτή η Αντικειμενική Συνείδηση, η Παγκόσμια Συνείδηση είναι μια Ανώτερη Κατάσταση σε σχέση με την περιορισμένη υποκειμενική εμπειρία. Εμβαθύνοντας στο Εσωτερικό Βίωμα του Είναι, διατρέχοντας τις Τρεις Εσωτερικές Περιοχές της Εμπειρίας του Είναι, εισερχόμαστε στην Περιοχή της Απόλυτης Σιωπής της Αληθινής Ύπαρξης, όπου κάθε αντίληψη καταπαύει (κι αυτό είναι το Αληθινό Καϊβαλγία). Εδώ η Ύπαρξη Αναπαύεται σον Εαυτό της, Απλά Ζει. Αυτή είναι η Οδός του Γιόγκα.

Ο Αληθινός Διαλογισμός


Ο Αληθινός Διαλογισμός είναι αυθόρμητη φυσική αντίληψη, άμεση ανεμπόδιστη σύλληψη της πραγματικότητας, ανοιχτή επίγνωση χωρίς «κέντρο» που τα αγκαλιάζει όλα. Είναι με άλλα λόγια τρόπος αντίληψης, τρόπος όρασης της πραγματικότητας. Είναι η εμπειρία της πραγματικότητας, η πραγματικότητα, η αλήθεια. Εξορισμού είναι κάτι που βιώνεται αλλά δεν είναι κάτι που μπορεί να «επιτευχθεί», δεν είναι διαδικασία. Οποιαδήποτε δραστηριότητα, διαμόρφωση της φυσικής αντίληψης, αυτόματα είναι υποκειμενική δράση, δράση μέσω ενός κέντρου αντίληψης, είναι υποκειμενική εμπειρία. Μια τέτοια δράση δεν οδηγεί πέρα από το υποκείμενο. Συνεπώς δεν είναι αυτή η Οδός, αφού κάθε δράση είναι μια αδιέξοδη δραστηριότητα. Ούτε η «παραίτηση», απάρνηση ή απόρριψη, οδηγεί κάπου. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει δρόμος να οδηγεί στην ελευθερία. Γιατί; Επειδή κάθε προσπάθεια είναι υποκειμενική προσπάθεια, είναι προσπάθεια του υποκειμένου να βιώσει την ελευθερία. Προφανώς η Ελευθερία δεν μπορεί να είναι υποκειμενική εμπειρία, δεν μπορεί να επιτευχθεί από ένα υποκείμενο. Ο Αληθινός Διαλογισμός, η Βίωση της Πραγματικότητας, η Ελευθερία είναι μια Αντικειμενική Δράση που υπερβαίνει το υποκείμενο, απαιτεί την πλήρη διάλυση της υποκειμενικής αντίληψης, κάτι πέρα από την υποκειμενική εμπειρία.

Λαμβάνοντας υπόψη μας όλα αυτά μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν τίθεται θέμα διαλογιστικής προσπάθειας. Γιατί, ποιος θα διαλογιστεί; Από την στιγμή που αναδύεται η πρόθεση του διαλογισμού γίνεται φανερό ότι αναδύεται μέσα από μια υποκειμενική αντίληψη, βρισκόμαστε σε κατάσταση υποκειμενικής δραστηριότητας. Είναι μάταιο. Άρα η παραίτηση από όλα αυτά πρέπει να είναι αποτέλεσμα κατανόησης αυτού που συμβαίνει κι όχι να είναι «πρόθεση» ή «προσπάθεια». Και πρέπει να είναι πλήρης, ολοκληρωτική κι αμετάκλητη. Στην πραγματικότητα τι ακριβώς λέμε; Ότι πρέπει ακριβώς να ξεριζώσουμε το ίδιο το εγώ. Κι αυτό είναι τόσο πιο δύσκολο όσο περισσότερο ταυτίζουμε την ύπαρξή μας με την υποκειμενική αντίληψη, την υποκειμενική εμπειρία, την υποκειμενική ζωή.

Στην πραγματικότητα εμείς οι ίδιοι κρατιόμαστε μέσα στην αντίληψη του υποκειμένου και στην υποκειμενική δραστηριότητα κι εμπειρία. Είναι κάτι που εμείς κάνουμε. Δεν μας το επιβάλλει ούτε η μεταφυσική άγνοια, ούτε το κάρμα, ούτε οτιδήποτε άλλο. Είναι θέμα καθαρής θέλησης, επιθυμίας. Εμείς γατζωνόμαστε σε αυτού του είδους την εμπειρία και ζωή. Τελικά το τι ζούμε, πως ζούμε είναι καθαρά θέμα ηθικής.

Τελικά ο Αληθινός Διαλογισμός είναι μη-διαλογισμός, απόρριψη κάθε υποκειμενικής δραστηριότητας. Να είμαστε ήσυχοι, να αντιλαμβανόμαστε, φυσικά κι ανεμπόδιστα, κατανοώντας ότι όλα συμβαίνουν εδώ, τώρα, καθώς πρέπει να συμβαίνουν. Ο Αληθινός Διαλογισμός, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια την ζωή, από την πλήρη αποδοχή της ζωής, όπως είναι, όπως συμβαίνει, μια ροή φαινομένων, εμπειρία της ροής. Εμπειρία στην οποία σημασία έχει «αυτός που βιώνει» κι όχι τα φαινόμενα. Κι αυτός που βιώνει δεν είναι κάποιος, κάποιο υποκείμενο, είναι η ίδια η  Αντικειμενική Συνείδηση, η ίδια η Ζωή, η ίδια η Ύπαρξη, Αυτό που Υπάρχει.

Η Ερμητική Μύηση


Ο Ερμητισμός της Ύστερης Αρχαιότητας αποτελεί αποκρυστάλλωση  της Ελληνικής Σοφίας που πηγαίνει τουλάχιστον 10 αιώνες πίσω. Έχοντας σαν αφετηρία τη Ορφική Μύηση και τα Μυστήρια κι έχοντας αφομοιώσει την Διδασκαλία όλων τω Διδασκάλων της Φιλοσοφίας, του Πλάτωνα, των Στωικών αναδύθηκε μέσα από το Γνωστικό Κίνημα (που ξεκίνησε ήδη τον 2ο π.Χ. αιώνα) σαν η κορύφωση της Ελληνικής Σοφίας (τους πρώτους μ.Χ. αιώνες). Αποτελεί ουσιαστικά τη τελική διατύπωση της Ελληνικής Σοφίας. Πολύ περισσότερο από μια διδασκαλία για την ύπαρξη, το άνθρωπο, την οδό, είναι μια πρακτική λύτρωσης, που δεν απομακρύνεται από την Πρακτική όπως την διατύπωσε ο Πλάτωνας στον Τίμαιο ή Περί Ψυχής, (67, c, d), αλλά την φωτίζει περισσότερο και την κάνει πιο συγκεκριμένη. Η Απελευθέρωση της Ψυχής νοείται σα Εμπειρία του Απολύτου, σαν Ανύψωση στην Τελική Πραγματικότητα κι όχι σαν πρόθεση ή προσπάθεια λύτρωσης μιας προσωπικής ψυχής, ενός υποκειμένου. Η Απελευθέρωση προσδιορίζεται σαν μια υπερυποκειμενική Αντικειμενική Εμπειρία της Συνείδησης. Κι αυτό είναι αποτέλεσμα της Εσωτερικής Κατανόησης που βαθαίνει ως την Αληθινή Ύπαρξη, ως το Κοινό Υπόβαθρο των πάντων.

Σύμφωνα με το Ερμητικό Κίνημα η Πραγματικότητα Είναι Μία. Δεν γίνεται αντιληπτή στην Βαθύτερη Ενότητά της που Υποστηρίζει τα πάντα, κάθε δραστηριότητα αντίληψης, κάθε εμπειρία ύπαρξης ή ζωής, κάθε φαινόμενο που αποτελεί περιεχόμενο επίγνωσης. Από Αυτή την Ζωντανή Πραγματικότητα (που συμβολικά ονομάζεται Πρώτος Νους ή Πατέρας, ή Άβυσσος) μπορεί να γίνει αντιληπτή μονάχα η Φωτεινή Παρουσία, σαν Αδιαίρετη Νοητική Ουσία που Αντανακλά το Βάθος της Πραγματικότητας. Είναι ο Δεύτερος Νους, ο Λόγος που γίνεται Πνεύμα Ενότητας και Ζωογόνος Ψυχή (στην Δημιουργική Εξέλιξή του). Ο Λόγος είναι Μια Αιώνια Φωτεινή Παρουσία του Είναι (το «Αιθέριο Φως») που αντανακλάται σαν Σταθερή Πραγματικότητα στον κόσμο του γίγνεσθαι, της κίνησης. Αυτή η δεύτερη αντανάκλαση είναι ο Δημιουργός Νους, ο «Δημιουργός», (το «Πυρ της Δημιουργίας»), το Στήριγμα όλων των παροδικών φαινομένων, των κόσμων και των όντων τους, δηλαδή του κατώτερου νοητικού κόσμου της δυαδικότητας, (του «αέρινου» κόσμου»), του κόσμου της ψυχικής πραγματικότητας (του «υδάτινου» κόσμου») και του εξωτερικού κόσμου που συντίθεται από την κατώτερη μορφή των Τεσσάρων Στοιχείων, του πυρός, του αέρα, του ύδατος και της γης, (ο «υλικός κόσμος»). Η Πραγματική Ουσία του Όντος, ο Λόγος που μετουσιώνεται σε Πνεύμα και Ψυχή μπορεί να αποκτήσει εμπειρία των κατώτερων κόσμων και της εξωτερικής ζωής όταν «ατομικοποιείται», όταν περιορίζεται σε ένα «κέντρο αντίληψης», όταν γίνεται υποκείμενο. Αυτή η υποκειμενική εμπειρία, ασφαλώς εδράζεται στην Αντικειμενική Πραγματικότητα κι είναι σαν γεγονός κάτι αντικειμενικό αλλά το περιεχόμενο της υποκειμενικής εμπειρίας (ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε κι ερμηνεύουμε τα πράγματα) είναι μια δική μας κατασκευή. Η Ανώτερη Ουσία, σαν ατομική ψυχή, υποκείμενο, είναι εδώ, στον εξωτερικό φορέα της και χρησιμοποιεί τις κατώτερες λειτουργίες (που αποτελούν ταυτόχρονα φορείς εκδήλωσης στα κατώτερα πεδία) του νου, της σκέψης δηλαδή, της ψυχικής συναίσθησης και των σωματικών αισθήσεων (με την χρήση του υλικού σώματος), που μας φέρνουν σε άμεση επαφή με τον εξωτερικό υλικό κόσμο.

Έτσι ο Άνθρωπος, σαν Ον, σαν είδος, και κατ’ επέκταση κάθε άνθρωπος, δεν είναι παρά η Αιώνια Αιθέρια Φωτεινή Ουσία που εκδηλώνεται ατομικά και συνδέεται μέσω των κατώτερων λειτουργιών με το σώμα και τον εξωτερικό υλικό κόσμο. Η «Σύνδεση» ανιχνεύεται εμπειρικά από τον Μυούμενο και δεν είναι μια θεωρητική γνώση ή νοητικές πληροφορίες. Με άλλα λόγια ο Μυούμενος «λειτουργεί», μαθαίνει να «λειτουργεί» στο σώμα και να χρησιμοποιεί ορθά τις δυνάμεις του. Αυτό που γίνεται τελικά κατανοητό είναι ότι ο Άνθρωπος είναι μια Παρουσία, Εδώ, στο σώμα, στις αισθήσεις, στις εμπειρίες της ζωής και του κόσμου. Αυτό συμβαίνει Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει. Ο άνθρωπος όμως επεξεργάζεται αυτό το πρωταρχικό βίωμα της ζωής και δημιουργεί μια πιο πολύπλοκη αντίληψη της πραγματικότητας, που συχνά όμως γίνεται αναληθής, ψεύτικη. Τελικά, ο Άνθρωπος «Είναι» (η Αιώνια Ουσία). Κι αυτό μπορεί να το βιώσει εσωτερικά σαν μια Αιώνια Σταθερή Πραγματικότητα, πέρα από εξωτερικές εμπειρίες. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος «λειτουργεί», ενεργεί,, σκέπτεται, συναισθάνεται, αισθάνεται, πράττει, ζει στον κόσμο (όλα αυτά είναι δράσεις, λειτουργίες).

Η Απελευθέρωση μπορεί να βιωθεί σαν απόσυρση της Ψυχής, της Ψυχικής Ενέργειας, της Προσοχής και δραστηριότητας από τις εξωτερικές λειτουργίες. Σταδιακά, από το σώμα, την ψυχική λειτουργία, την σκέψη, την αντίληψη του χωριστού υποκειμένου. Με άλλα λόγια η Απελευθέρωση βιώνεται σαν παύση όλων των εξωτερικών δράσεων, σαν βίωση της Εσωτερικής Πραγματικότητας. Η Απελευθέρωση της Ψυχής από τον εξωτερικό φορέα, σημαίνει την ανεξαρτησία της από την «σύνδεση», τις εμπειρίες, τις πληροφορίες. Δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι λειτουργίες δεν χρησιμοποιούνται. Απλά μπορούμε και χωρίς όλες αυτές τις δραστηριότητες.

Η Στροφή Έσω, η Απελευθέρωση της Ψυχής από τις εξωτερικές δραστηριότητες είναι στην πραγματικότητα καθαρά θέμα κατανόησης και θέλησης, απόφασης. Η Ψυχή απλά σταματά να κάνει αυτό που έκανε, να διοχετεύει ενέργεια στην σκέψη (δηλαδή στην «διαμόρφωση» της αντίληψης, των εισερχομένων πληροφοριών) και στις εξωτερικές δραστηριότητες. Αυτή η μετατόπιση προς το Εσωτερικό Είναι, που βιώνεται μέσα στην Ησυχία, στην παύση των εξωτερικών δραστηριοτήτων, αποτελεί μια Νέα Εμπειρία της Ύπαρξης, μια Νέα Αντίληψη της Ζωής, μια Νέα Όραση της Πραγματικότητας. Καθώς διαλύονται όλες οι παρεμβάσεις της σκέψης που αλλοιώνουν την αντίληψη, περιορίζοντάς την σε ένα «κέντρο», σε μια υποκειμενική αντίληψη, η αντίληψη, απελευθερωμένη, είναι πλέον αντικειμενική, ανοιχτή και ενοποιημένη, αγκαλιάζει τα πάντα, σε μια ενότητα. Αυτή η Νέα Εμπειρία της Ύπαρξης είναι μια Νέα Ύπαρξη, μια Νέα Γέννηση, Συνειδητοποίηση της Αιώνιας Φύσης μας. Αυτό είναι το περιεχόμενο της Ερμητικής «Παλλιγγενεσίας». Όσο η Ψυχή εξακολουθεί να συνδέεται με το σώμα βιώνεται η Ενότητα της Πραγματικότητας, η Αιώνια Παρουσία κι η ροή των παροδικών φαινομένων. Η «αποκοπή» από τις «εξωτερικές πληροφορίες» βιώνεται σαν πραγματική ανεξαρτησία της Ψυχής. Αυτό που βιώνεται εδώ, μέσα στην Περισυλλογή, γίνεται άμεση πραγματικότητα με τον οριστικό αποχωρισμό από το σώμα. Τότε, δεν έχουμε απλά Εμπειρία της Εσωτερικής Αιώνιας Πραγματικότητάς μας, αλλά εισερχόμαστε πραγματικά στο Φωτεινό Κόσμο της Ψυχής, του Πνεύματος, του Λόγου, και τελικά στο Άγνωστο Βασίλειο του Πατέρα.

Αυτό που θέλει να μεταδώσει τελικά η Ερμητική Παράδοση δεν είναι μια θεωρητική γνώση, διανοητικές πληροφορίες, έννοιες που προσπαθούν να περιγράψουν την πραγματικότητα. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα σκουπίδια της σκέψης. Η Γνώση για την οποία μιλάμε εδώ, είναι η Άμεση Σύλληψη του Εσωτερικού Όντος, η Άμεση Βίωση της Εσωτερικής Πραγματικότητας και τελικά ή Άμεση Εμπειρία του Θεού μέσα στην απόλυτη ακινησία της αντίληψης. Εδώ, στο Αληθινό Βασίλειο του Πατέρα Νου Μονάχα η Ζωή Ανασαίνει, χωρίς διακριτικά σημάδια ή οτιδήποτε μπορεί να περιγραφεί.

Η Οδός των Μυστικών (Μάιστερ Έκκαρτ)


Μιλώντας για τους Μυστικούς του Χριστιανισμού, ιδιαίτερα για τον Μάιστερ Έκκαρτ, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτός ο άνθρωπος όταν αναφέρεται στην διάκριση του Θεού από την Θεότητα, στην Αληθινή Φύση της Ψυχής, στην Μυστική Ένωση με τον Θεό, αναφέρεται σε βιωματικές εμπειρίες του, σε πράγματα που βίωσε ο ίδιος, όχι σε θεολογικές έννοιες που συλλαμβάνονται με την διανόηση, σε πραγματικότητες που επεξεργάζεται η σκέψη. Ο Έκκαρτ ζούσε στον Πραγματικό Κόσμο των εμπειριών, όχι στον διανοητικό κόσμο των θεολόγων, των φιλοσόφων και των ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος που, όλοι αυτοί, ούτε τον «κατάλαβαν», ούτε μπορούσαν να τον δεχθούν σαν «δικό» τους. Ο Έκκαρτ παραμένει ακόμα σήμερα «αιρετικός». Ίσως αυτός να είναι και ο σοβαρότερος λόγος για να ενδιαφερθεί κάποιος για την Βιωματική Διδασκαλία του και να βαδίσει μαζί του μέχρι την Άμεση Εμπειρία της Θεότητας.

Υπάρχει (για τον Έκκαρτ) Μια και Μόνο Πραγματικότητα που τα περιλαμβάνει όλα. Αυτή η Μία Πραγματικότητα δεν μπορεί να ανιχνευθεί στην Βαθύτερη Ενότητά Της. Είναι η Ζωντανή Ακίνητη Θεία Ουσία που Πάλλει από Ζωή. Είναι το Βάθος της Θεότητας (Grund der Gottheit), το Θεμέλιο, η Ουσία κι η Ζωή όλων. Το Grund είναι το «Έδαφος», το Θεμέλιο, το Βάθος, η Πρώτη Αιτία κι Αρχή, η Βαθύτερη Κρυμμένη Ουσία, το Ανεξερεύνητο Βάθος της Θεότητας, η Πρωταρχική Αδιαφοροποίητη Ενότητα που Υποστηρίζει κάθε εκδήλωση ύπαρξης. Με άλλα λόγια η Θεότητα είναι το Απόλυτο Βάθρο που Περιέχει τα πάντα. Κι είναι η Ουσία των Πάντων, το Βάθος όλων των υπάρξεων. Όλες οι άλλες καταστάσεις του Όντος δεν είναι παρά «εξωτερικές εκδηλώσεις». Αυτό που μπορεί να γίνει αντιληπτό από το Άγνωστο Βάθος είναι ο «Θεός», Αυτό που συλλαμβάνεται σαν Αληθινό Είναι, Αιώνια Νοητική Ουσία που Αντανακλά το Βάθος της Θεότητας και Μεταδίδει το Είναι μέσα στην «Δημιουργία». Όλα τα όντα υπάρχουν εκ του Πατρός (Εδράζονται στην Θεία Ουσία), δια του Υιού (Ταυτίζονται με την Θεία Ουσία), εν Αγίω Πνεύματι (Αποτελούν Μια Ενότητα). Η Εξωτερική Δημιουργία δεν έχει αληθινή ουσία, («αληθινό είναι»), είναι μονάχα κίνηση μέσα στον χρόνο που ρέει, κίνηση που δεν αφήνει ίχνη.

Η Θεότητα, το Βάθος της Θείας Ουσίας, είναι ξ Άρρητη Ενότητα των Πάντων. Εδώ Ταυτίζονται όλα. Το Βάθος του Θεού, το Βάθος των όντων, το Βάθος του ανθρώπου είναι η Ίδια Ουσία. Σύμφωνα με τον Έκκαρτ «Θεός κι Άνθρωπος έχουν το ίδιο Βάθος».  Αυτό δεν είναι μια θεωρητική διαπίστωση ή μια απλή πεποίθηση για τον Έκκαρτ. Είναι κάτι που βίωσε και κατανόησε και προσπάθησε να μεταδώσει. Αυτή ακριβώς η εμπειρική διαπίστωση που την εξέφρασε δημόσια τον οδήγησε στην καταδίκη από την επίσημη εκκλησία.

Η Ψυχή (η Ουσία του Ανθρώπου), ταυτιζόμενη με το Βάθος του Θεού είναι κάτι αδημιούργητο. Ταυτόχρονα, καθώς η Ψυχή αναδύεται στην Ύπαρξη είναι κάτι που Αντανακλά το Βάθος της Θεότητας, Μια Εικόνα της Θεότητας, που Αντανακλά την Θεότητα σε διάφορους βαθμούς, που αντιστοιχούν στην Αποκάλυψη του Θεού σαν Πατέρα, Υιού και Πνεύματος και συνιστούν τις Τρεις Ανώτερες Λειτουργίες του Εσωτερικού Ανθρώπου (την Εσωτερική Αντίληψη του Είναι, τον «εσωτερικό οφθαλμό» του ανθρώπου). Η Ψυχή έχει Εμπειρία της Ενότητας στο Φωτεινό Βασίλειο του Είναι. Παράλληλα η Ψυχή εκδηλώνεται στους κατώτερους κόσμους της δημιουργίας, (κατώτερο νοητικό, ψυχικό και υλικό) με ανάλογες δυνάμεις φορείς. Η Ψυχή, στον εξωτερικό υλικό κόσμο εκδηλώνεται με τις Τρεις Κατώτερες Λειτουργίες του Εξωτερικού Ανθρώπου (την διανόηση-σκέψη, την συναίσθηση και τις αισθήσεις του σώματος, που μας φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, τον «εξωτερικό οφθαλμό» του ανθρώπου). Η εξωτερική εμπειρία και ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά σύνδεση με φαινόμενα που συνεχώς αλλάζουν κι αναλώνονται χωρίς να αφήνουν τίποτα.

Η Αληθινή Ουσία της Ψυχής, ο «Σπινθήρας» όπως το ονομάζει ο Έκκαρτ, είναι ταυτόχρονα, το Βάθος του Θεού, κάτι αδημιούργητο που γίνεται αντιληπτό σαν Αντανάκλαση του Θεού, Εικόνα του Θεού, κάτι που «δίδεται» κατά Χάριν. Η Αληθινή Ουσία της Ψυχής βρίσκεται στο Εσώτερο Βάθος μας, Αδημιούργητη και δημιουργημένη ταυτόχρονα. Κάτι που ο Έκκαρτ βίωσε εμπειρικά, αλλά όλοι όσοι δεν είχαν αυτή την εμπειρία δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν διανοητικά και να ερμηνεύσουν θεολογικά. Έτσι ο Έκκαρτ παρέμεινε, μέχρι σήμερα, παρεξηγημένος. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία, κατά τον Έκκαρτ, για τον άνθρωπο, είναι να αποσπασθούμε από τον εξωτερικό παροδικό φαινομενικό κόσμο και να βιώσουμε εσωτερικά την Πνευματική Ενότητα, την Μοναδικότητα του Λόγου, την Αληθινή Φύση του Πατέρα, που Εδράζονται στην Μοναδική Θεία Ουσία, στην Θεότητα.

Η Πλήρης κι Ολοκληρωτική Απόσπαση (Abgeschiedenheit) είναι η Αληθινή Οδός του Ανθρώπου, που μπορεί να μας Οδηγήσει στο Φωτεινό Βασίλειο του Είναι, πέρα από τον κόσμο των παροδικών φαινομένων. Η Απόσπαση έχει το νόημα της εσωτερικής απελευθέρωσης, την μη εξάρτηση. Η χρήση των κατωτέρων λειτουργιών, όπου κρίνεται αναγκαίο, γίνεται απρόσκοπτα και χωρίς περιπλοκές. Στην πραγματικότητα, για τον Έκκαρτ, αυτή η «απόσπαση» είναι θέμα θέλησης, «ηθικής» κι όχι μια μέθοδος ή μια αυστηρή πρακτική. Παρόλα αυτά ο Έκκαρτ, για παιδαγωγικούς λόγους, μιλά για τον άνθρωπο, την «σύνθεση» του ανθρώπου, τις Επτά Δυνάμεις του ανθρώπου (τον Θείο «Σπινθήρα», τις Τρεις Ανώτερες Εσωτερικές Δυνάμεις Αντίληψης της Ενότητας του Είναι, τις τρεις κατώτερες εξωτερικές δυνάμεις της σκέψης που συνθέτει το ψεύτικο εγώ του ανθρώπου, της συναίσθησης και της σωματικής αίσθησης) και τα Έξη Σκαλοπάτια της πνευματικής προόδου που οδηγούν ως την Τελική Ένωση με τον Θεό, στην Βίωση του Εσώτερου Βάθους της Ψυχής, που Ταυτίζεται με το Βάθος της Θεότητας. Αυτό το Βίωσε ο Έκκαρτ για αυτό και ομολόγησε ότι «Στο Βάθος της Ψυχής, εκεί το Βάθος του Θεού και το Βάθος της Ψυχής είναι Ένα Βάθος». Για όσους ανέρχονται βιωματικά Ως τον Θεό, Θεός και Ψυχή αποτελούν μια Τέλεια Αδιάρρηκτη Ενότητα-Ταυτότητα. Όλα τα άλλα που λέγονται προέρχονται από την ταπεινή σκέψη των ανθρώπων που σέρνεται στις σκιές των πραγμάτων και κονταροχτυπιέται με τις λέξεις.

Ο Έκκαρτ είχε Άμεση Εμπειρία του Θεού, πέρα από κάθε αντίληψη, είχε εισχωρήσει με τον θάνατο του εγώ και την Πλήρη Παράδοση στον Θεό, στο Μεγάλο μυστήριο της Θεότητας. Δεν ήταν δυνατόν να τον καταλάβουν αυτοί που σέρνονται στις εξωτερικές δραστηριότητες κι αισθήσεις. Ο Έκκαρτ μιλούσε για το Φωτεινό Βασίλειο της Ενότητας του Είναι, για την Ουσία των πάντων κι οι άλλοι φλυαρούσαν θεολογικές ανοησίες. Ίσως αυτό που εξόργισε τους διώκτες του ήταν η απόλυτη ειλικρίνειά του. Είπε, «Λέγω ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι υπεράνω της δημιουργημένης φύσης της ψυχής, κι όμως μερικοί ιερείς δεν καταλαβαίνουν ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι τόσο συγγενές με τον Θεό και τόσο ένα (με τον Θεό)». Στον πλανήτη των ανθρώπων (των homo simian) κανένας δεν καταλαβαίνει τίποτα.

Η ΑληθινήΔράση


Αυτοί που κατανόησαν, ίσως περισσότερο και καλύτερα, τι είναι πραγματικότητα και που ο άνθρωπος «ξεφεύγει» είναι οι ταοϊστές σοφοί που ακολουθούσαν απλά το Ρεύμα της Ζωής. Πολύτιμη σοφία που πέρασε ήσυχα στους δασκάλους του Τσαν και τους γνήσιους ακόλουθους του Ζεν.

Η Ζωή είναι αυτό το Συνολικό Φαινόμενο που εκδηλώνεται εδώ, τώρα (το σύνολο της πραγματικότητας κι όχι ό,τι αντιλαμβάνεται ο κάθε ανόητος). Η Ζωή απλά εκδηλώνεται, ρέει. Δεν χρειάζεται ούτε ερμηνείες, ούτε καθοδήγηση. Συμβαίνει από μόνη της κι ακολουθεί πάντα τον ορθότερο δρόμο. Δεν χρειάζεται να νοιάζεται κανένας για τίποτα. Δεν χρειάζεται διδασκαλία, δεν χρειάζονται γνώσεις ή μνήμες, στάχτες του παρελθόντος. Η αληθινή ζωή βρίσκεται στην άμεση επαφή με αυτό που συμβαίνει. Η πραγματική ζωή δεν έχει να κάνει ούτε με σκέψεις, ούτε με πεποιθήσεις, ούτε με πράξεις. Όταν όλα συμβαίνουν, όπως πρέπει να συμβούν, οποιοδήποτε σχόλιο είναι περιττό. Η αληθινή ζωή (ή η ζωή του ζεν) είναι πραγματική δράση, δεν έχει καμιά σχέση με τον διανοητικό κόσμο των ανθρώπων, με την σκέψη τους και τις λέξεις τους. Την ζωή απλά την ζεις. Δεν την περιγράφεις, δεν την διδάσκεις. Και το μόνο που μπορείς να υποδείξεις είναι η ανθρώπινη ανοησία.

Ε! Ξύπνα! Δες, πόσο ήσυχα είναι όλα! Λειτουργεί!

Τελικά!


Τελικά; Τελικά τι; Μπορείς να Μείνεις Ήσυχος; Να αφουγκραστείς την Ζωή; Να Είσαι Εδώ, Τώρα; Όχι μόνο σε αυτά που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις. Όχι μόνο στα χωρίς ίχνη φτερουγίσματα της φαντασίας. Όχι μόνο σε  Ό,τι μπορεί να γίνει αντιληπτό. Μπορείς να Είσαι Εδώ, Τώρα, στο Απέραντο Βάθος που δεν είναι ούτε ύπαρξη, ούτε παρατηρητής, ούτε εμπειρία. Εδώ. Τώρα! Εδώ, που Σβήνουν Όλα, Τώρα, που δεν Τελειώνει Ποτέ!
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
Monday, 9 February, 2026

5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman

(An Essay on the Essential Qualities for Realization of the Self)

(Viveka Chudamani 21-25)

 

The Threshold of the Eternal

There exists, beyond the clamor of the marketplace and the fevered dreams of ambition, a path that winds toward the infinite. It is not carved into mountainsides, nor does it stretch across desert plains. Rather, it unfolds within the silent chambers of the soul, where the seeker discovers that the journey home begins precisely where one has always stood. The ancient wisdom speaks of certain qualities—not acquisitions from without, but revelations from within—that must be cultivated by those who would know the Ultimate Reality, that ineffable presence some call Brahman, others the Absolute, and still others simply Truth.

These virtues are not ornaments worn for display, nor achievements accumulated like coins in a purse. They are transformations of consciousness itself, fundamental reorderings of perception that allow the veil of illusion to fall away, revealing what has always been present but never seen. Like a sculptor who does not create the statue but merely removes the excess stone, the aspirant does not manufacture spiritual realization but strips away the obscurations that prevent its recognition.

The seeker stands at the threshold, gazing into an abyss of mystery that is simultaneously emptiness and fullness, silence and song. The ordinary mind recoils from such paradox, seeking the solid ground of certainty and the bright edges of definition. Yet the mystical path demands a different courage: the willingness to dissolve into that which cannot be grasped, to become intimate with the unspeakable, to rest in the groundless ground where all distinctions collapse into undifferentiated awareness.

Vairagya—The Great Letting Go

In the deepest recesses of the human heart burns a fire that consumes all it touches, leaving only ash and longing. This is the fire of desire, the insatiable hunger that drives beings from pleasure to pleasure, like moths circling an ever-receding flame. The worldly person, intoxicated by the promise of fulfillment, chases shadows across the landscape of experience, never recognizing that satisfaction perpetually eludes grasp precisely because it is sought in objects that cannot contain it.

Vairagya, which the sages call renunciation or dispassion, arises not from bitter disappointment or world-weary cynicism, but from a profound seeing—a penetrating vision that perceives the fundamental nature of all conditional existence. Like one who has tasted nectar and can no longer be satisfied by sugar water, the awakening soul begins to recognize the subtle poison hidden within even the sweetest of temporal pleasures. The joy of possession contains the seed of loss; the ecstasy of union conceals the anguish of separation; the glory of worldly achievement masks the hollow emptiness that follows acclaim.

This virtue is not the forced suppression of natural desires, not the grim self-flagellation of those who war against their own humanity. Rather, it emerges organically when clear seeing dispels the enchantment that makes transient things appear permanent, limited pleasures appear infinite, and fragmentary experiences appear whole. The renunciate does not abandon the world through hatred but releases attachment through understanding, like a person who stops clutching at reflections in water upon realizing they can never be grasped.

Even the loftiest states of consciousness, even the exalted experiences available to refined beings in subtle realms—what the texts call "Brahmahood"—are recognized as ultimately unsatisfying, for they too arise and pass away in the vast ocean of being and non-being. The soul that has glimpsed the Eternal can no longer mistake the temporal for ultimate refuge, no matter how sublime its appearance. This radical disillusionment with all that comes and goes becomes the fertile soil in which true liberation takes root.

Shama—The Stilling of the Storm

Picture a lake whose surface is constantly agitated by wind, its waters churned into countless waves that catch the light and cast it in a thousand fragmentary reflections. No clear image can form in such turbulence; the moon above remains invisible to the restless waters below. So it is with the mind that leaps endlessly from object to object, never resting, never settling, forever dispersing its attention across the infinite multiplicity of phenomena.

Shama—that sacred calmness which the mystics treasure above all worldly wealth—arises when the mind gradually withdraws its outward-flowing energies and begins to stabilize in its own luminous nature. This is not the dull torpor of sleep, nor the forced concentration of one who strains to hold attention through sheer will. Rather, it resembles the natural settling that occurs when muddy water is left undisturbed: gradually, inevitably, the sediment sinks and clarity emerges of its own accord.

The aspirant learns through patient observation to see the fundamental unsatisfactoriness that permeates all sense experience. Each pleasure contains within it the worm of satiation; each acquisition brings new anxieties of preservation and loss; each relationship carries the burden of expectation and the shadow of eventual parting. This is not pessimism but clear-eyed realism, the unflinching recognition of existence as it actually presents itself rather than as we desperately wish it to be.

As this understanding deepens, something miraculous occurs: the mind's habitual rush toward external objects begins to slow, like a river approaching the sea. The magnetic pull of sensory allure weakens; the tyranny of craving relaxes its grip. In the resulting stillness, the mind discovers its capacity to rest in itself, directed steadfastly toward that ineffable Goal which has no location in space, no position in time, yet remains more intimate than breath, more fundamental than heartbeat.

This inward-turning is not an escape from reality but a movement toward the Real, away from the endless proliferation of appearances toward the silent source from which all appearances arise. Like a wanderer who finally turns homeward after years of aimless roaming, the mind in shama discovers the peace that needs nothing external to complete it, the fullness that wants for nothing because it has recognized its own infinite nature.

Dama—The Sacred Discipline

The sense organs are like wild horses, each pulling in its own direction, each demanding to be indulged. The eyes hunger for beautiful forms; the ears strain toward pleasant sounds; the tongue craves delectable tastes; the skin seeks comfortable sensations; the nose pursues agreeable fragrances. Meanwhile, the internal faculties—imagination, memory, emotion—generate their own clamorous demands, weaving endless narratives of past and future, hope and fear, attraction and aversion.

Dama—that virtue of self-control or mastery—involves neither violent suppression nor indulgent license, but rather the intelligent redirection of these energies toward their ultimate source. The mystic understands that the senses themselves are not enemies to be destroyed but instruments that have been misdirected, like tools used for purposes other than those for which they were designed. The eye that endlessly consumes visual stimuli can be taught to close in meditation, discovering the inner light that shines independently of any external object. The ear that chases after melodious sounds can learn to attend to the soundless resonance that underlies all manifestation.

This turning inward of the sense faculties is not a denial of their reality but a restoration of their proper function. Just as a river that has overflowed its banks must be guided back to its channel, so the outward-flowing energies of perception must be returned to their respective centers—those subtle points within consciousness where outer meets inner, where the limited connects with the unlimited, where the particular dissolves into the universal.

The practitioner discovers that each sense organ, when withdrawn from its habitual objects and established in its source, reveals a dimension of peace and stability previously unknown. The restless eyes, no longer darting after every passing form, find rest in the formless awareness that perceives all forms without being defined by any. The chattering mind, no longer spinning its endless commentaries, discovers the silence that contains all speech without being disturbed by noise.

This is the work of patient years, not accomplished through force but through gentle persistence, not seized through effort but allowed through understanding. Like the gradual taming of a wild animal through kindness and consistency, the senses slowly learn to trust a new master, one who does not exploit them for fleeting pleasures but guides them toward their own deepest fulfillment.

Uparati—The Great Withdrawal

Beyond the mere control of the senses lies a deeper transformation, one that the sages call uparati—that supreme self-withdrawal in which the mind-function itself ceases to be affected by external circumstances. This is not indifference born of exhaustion or detachment arising from disappointment, but rather a profound independence rooted in the recognition of what truly matters and what is merely superficial.

Imagine a lotus that grows in muddy waters yet remains untouched by the mire, its petals pristine despite the murk from which it emerges. Or consider a clear crystal that reflects whatever color is placed before it yet is not itself colored by any reflection. Such is the mind established in uparati: fully present in the world of phenomena, functioning appropriately in response to circumstances, yet fundamentally unaffected at its core, maintaining an inner sanctuary of peace that no external event can violate.

This virtue represents a radical shift in one's center of gravity, a migration of identity from the periphery to the center, from the circumference of experience to its still heart. The ordinary person identifies completely with the flow of mental and emotional states, rising and falling with each wave of pleasure and pain, success and failure, praise and blame. But the one established in uparati has discovered that awareness itself—pure, witnessing consciousness—remains untouched by the content it illuminates, like space that is never altered by the objects it contains.

External objects and events continue to arise in perception, but they no longer penetrate to the essence of what one is. They appear like clouds drifting across the sky, like images projected on a screen, like waves rising and falling on the ocean's surface. The mind observes these movements with equanimity, neither grasping after pleasant experiences nor recoiling from difficult ones, abiding in its own nature with unshakeable stability.

This is the peace that passes understanding, the rest that does not depend on comfortable circumstances, the joy that needs no external cause. It is discovered not through arrangement of outer conditions but through the profound recognition of what one has always been beneath the turbulent surface of psychological activity—that unchanging awareness in which all change occurs, that silent witness before which the entire drama of existence unfolds.

Titiksha—The Alchemy of Suffering

The spiritual path inevitably leads through territories of discomfort, through deserts of dryness and dark nights of the soul. The body ages and weakens; relationships disappoint; cherished plans crumble; the world refuses to conform to our expectations. These afflictions—whether gross physical pain or subtle psychological distress—test the aspirant's commitment, revealing the depth of understanding and the genuineness of spiritual maturity.

Titiksha, that noble forbearance which the mystics cultivate with such care, is not the gritting of teeth in stoic resignation, nor the passive acceptance of abuse or injustice. Rather, it is a profound shift in relationship to difficulty, rooted in the understanding that external circumstances possess only the power we grant them through our reactive patterns. The pain is inevitable—this the wise acknowledge—but the suffering that arises from resistance to pain, from the mental elaboration that transforms sensation into story, from the fearful anticipation of future difficulty or the bitter rumination on past injury—this is optional.

The practitioner learns to meet affliction with a quality of presence that neither flees nor fights, neither dramatizes nor denies. Like a skilled sailor who cannot control the wind but can adjust the sails, the aspirant discovers the freedom to choose response rather than being imprisoned in mechanical reaction. Physical discomfort is acknowledged without catastrophizing; emotional turmoil is witnessed without identification; external opposition is noted without the construction of elaborate narratives of victimhood or justified resentment.

This forbearance is rooted in a deeper vision that perceives the transient nature of all conditional experience. Just as morning mist inevitably dissolves when the sun rises, so all afflictions—no matter how solid and permanent they appear—are recognized as temporary visitors in the vast space of awareness. They come unbidden and depart uninvited, arising and passing in accordance with causes and conditions far beyond the individual's control or responsibility.

Moreover, the mature practitioner begins to perceive difficulty itself as a sacred teacher, a fierce grace that strips away illusion and reveals what is truly indestructible. In the fire of affliction, false refuges are burned away, shallow understandings are exposed, superficial consolations are shown to be inadequate. What remains after this purification is not the broken remnant of a defeated spirit but the diamond core of consciousness itself, that which cannot be harmed by any circumstance because it is not a thing that can be damaged but the very space in which all things arise and pass away.

Shraddha—The Light of Faith

At the foundation of all spiritual endeavor lies a quality that modern minds often misunderstand, dismissing it as blind credulity or wishful thinking. Yet shraddha—that profound faith which the sages declare essential for realization—is neither the opposite of reason nor the abandonment of discrimination. Rather, it is a deep trust rooted in direct insight, a confidence born from the resonance between sacred teaching and innermost knowing, a recognition that what the scriptures and the awakened ones declare corresponds to something already intuited in the depths of one's own being.

This faith is not belief in propositions that contradict experience or reason, but rather the firm acceptance—through both wisdom and direct perception—of truths that transcend the ordinary mind's capacity for conceptual grasp yet reveal themselves to the purified heart. When the genuine teacher speaks of the Self that was never born and can never die, when the ancient texts proclaim the identity of individual consciousness with universal Consciousness, when the mystics testify to a peace beyond all comprehension—something within the sincere seeker trembles with recognition, as if remembering what has always been known but temporarily forgotten.

This faith provides the foundation upon which the entire edifice of spiritual practice is built. Without it, the aspirant lacks the conviction necessary to sustain effort through difficulties, the confidence to persist when progress seems absent, the willingness to surrender cherished beliefs and comfortable identities in service of truth. With it, the path unfolds naturally, each step revealing new vistas that confirm and deepen the initial intuition that drew one toward the sacred mystery in the first place.

Shraddha is simultaneously gift and achievement, grace and attainment. It descends upon the prepared heart like rain upon plowed earth, yet it must also be cultivated through study, reflection, and the testing of spiritual propositions against lived experience. The aspirant learns to distinguish genuine faith—which opens and expands awareness—from mere belief, which closes and contracts understanding. True faith makes the mind supple and receptive; false belief makes it rigid and defensive.

As this virtue matures, it becomes the very means by which Reality is perceived. Just as physical eyes are required to perceive visible forms and ears necessary to detect sounds, so faith becomes the organ through which the soul apprehends the Ultimate. Not faith as opposed to knowledge, but faith as the deepest knowing—immediate, intimate, indubitable—that rises from the ground of being itself when all obscurations have been cleared and the witness stands naked before the witnessed, discovering that seer and seen have always been one undivided wholeness masquerading as multiplicity.

The Convergence of Virtues

These qualities—renunciation, calmness, self-control, self-withdrawal, forbearance, and faith—are not separate accomplishments to be acquired sequentially, like items checked off a list. Rather, they interpenetrate and support one another, forming an integrated whole that transforms consciousness from its ordinary fragmented state into the unified awareness capable of recognizing its own true nature.

Renunciation without calmness becomes mere aversion; calmness without self-control remains superficial; self-control without forbearance breeds rigidity; forbearance without faith lacks foundation. Yet when these virtues mature together, they create the conditions in which the great awakening can occur—not as something achieved through effort but as the natural revelation of what has always been present but veiled by ignorance, agitation, and misdirected attention.

The aspirant who cultivates these qualities discovers that spiritual transformation is not the acquisition of something new but the removal of obstructions, not the creation of a different self but the recognition of what the self has always been beneath its temporary identifications and conditioned patterns. Like clouds dispersing to reveal the sun that has never ceased to shine, or like the cleaning of a mirror to restore its native reflective capacity, the foundational virtues clear away the accumulated obscurations that prevent the soul from knowing itself.

The Return to Source

At journey's end—which is simultaneously its beginning, for the seeker never left the place toward which the search was directed—the multiplicity of virtues dissolves into the simplicity of pure being. The one who has walked this path discovers that Brahman, the Absolute Reality, was never truly distant or foreign, never genuinely other than one's own deepest nature. All the practices, all the disciplines, all the virtues were not means of reaching some far-off destination but ways of removing the barriers we ourselves constructed between what we are and what we think we are.

In that recognition, a great peace descends—or rather, has always been present but is finally acknowledged. The search ends not in finding what was lost but in realizing what was never absent. The questions that drove the spiritual quest dissolve not through being answered but through being outgrown, like children's concerns that lose relevance when maturity dawns.

This is the fruit of the foundational virtues: not spiritual achievement to be displayed, not exotic experiences to be recounted, but the simple, profound ordinariness of being what one has always been, seeing what has always been visible, resting in what has never moved. The mystical journey, traveled through such effort and discipline, reveals itself finally as the cosmic joke—that we sought everywhere for what we could never lose, that we struggled mightily to become what we have never ceased to be, that the kingdom we longed for was never elsewhere but always within, always here, always now, waiting only for recognition.

And in that recognition, the soul rests—not in achievement but in completion, not in arrival but in homecoming, not in becoming something new but in remembering what is eternally true. The path to Brahman is revealed as Brahman itself, the seeker discovered as the sought, the journey and the destination merged in the eternal present where all distinctions collapse into the luminous silence from which they first emerged and to which they eternally return.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

 

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

 

Το Κατώφλι του Αιώνιου

 

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

 

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

 

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

 

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

 

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

 

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

 

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

 

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

 

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

 

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

 

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

 

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

 

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

 

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

 

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

 

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

 

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

 

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

 

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

 

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

 

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

 

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

 

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

 

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

 

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

 

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

 

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

 

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

 

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

 

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

 

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

 

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

 

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

 

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

 

Η Σύγκλιση των Αρετών

 

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

 

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

 

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

 

Η Επιστροφή στην Πηγή

 

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

 

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

 

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

 

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~