CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
9. The Eternal Return: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
9. Η Αιώνια Επιστροφή: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 February, 2026

Sunday, August 30, 2020

Η ΜΥΘΙΚΗ ΣΚΕΨΗ / 3γ.Τα Πρότυπα της ζωής μέσα στα παραμύθια

 Κρίνοντας αντικειμενικά τις ανθρώπινες κοινωνίες στην διάρκεια του χρόνου και σε ολόκληρο τον πλανήτη, από τις πιο αρχαίες μέχρι τις πιο σύγχρονες, διαπιστώνουμε ότι όλες οι κοινωνίες έχουν τον δικό τους πολιτισμό, την δική τους ηθική, τα δικά τους ήθη και έθιμα, που διαπνέονται από πανανθρώπινες και διαχρονικές αξίες. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν «πρωτόγονοι» και πολιτισμένοι. Αυτή είναι μια λανθασμένη ερμηνεία που δείχνει ακριβώς την έλλειψη πολιτισμού από αυτούς που την διατυπώνουν. Υπάρχουν μόνο κοινωνίες με διαφορετικό τρόπο αντίληψης και διαφορετική νοοτροπία. Από εδώ πηγάζουν όλες οι πολιτιστικές διαφορές.




Υπάρχουν κοινωνίες που χρησιμοποιούν περισσότερο τα βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης νοημοσύνης που εκφράζονται με την λογική γλώσσα των συμβόλων και τους μύθους και κοινωνίες που χρησιμοποιούν περισσότερο την εξωστρεφή αναλυτική σκέψη που εκφράζεται με την επιστημονική σαφήνεια. Αυτοί που χρησιμοποιούν την πιο βαθιά και πιο γενική κι απλή γλώσσα των συμβόλων, των εικόνων και των μύθων μπορούν να διαισθάνονται καλύτερα το εσωτερικό βάθος του όντος και να «επικοινωνούν» με το αόρατο βάθος του κόσμου. Κι από την άλλη αυτοί που χρησιμοποιούν την συγκεκριμένη αναλυτική σκέψη είναι περισσότερο ικανοί να κατακτήσουν τον εξωτερικό κόσμο με την επιστήμη και την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Στην πραγματικότητα, σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος είναι ολόκληρος ο άνθρωπος κι η νοημοσύνη του γενική κι ειδική λειτουργεί συμπληρωματικά. Και στην πραγματικότητα και οι δύο μορφές της πολιτιστικής ανάπτυξης είναι συμπληρωματικές. Όταν η ανθρωπότητα θα μπορεί να χρησιμοποιεί ισορροπημένα όλες τις δυνάμεις της θα βρει τον δρόμο του αληθινού πολιτισμού.

Είναι όμως αλήθεια και γεγονός ότι αυτοί που χρησιμοποιούν την βαθιά γενική αντίληψη του κόσμου, που αντιλαμβάνονται με σύμβολα και εκφράζονται με την μυθική σκέψη και τους μύθους, έχουν όχι μόνο μια βαθύτερη αντίληψη του κόσμου, αλλά και στην διάρκεια των χιλιετηρίδων έχουν διαμορφώσει Σύστημα Αιώνιων Αξιών και πανανθρώπινα πρότυπα ζωής. Κι ο τρόπος έκφρασής τους μέσα από την συμβολική γλώσσα και τους μύθους και τα παραμύθια είναι πιο κατανοητός. Η αναλυτική λογική μοιάζει από αυτή την άποψη ακόμα ανώριμη, παρόλη την επιστημονική επάρκεια που έχει σε επιμέρους τομείς. Έτσι πολλά θα είχαν να διδαχτούν οι άνθρωποι της αναλυτικής λογικής από την Πανάρχαια Αιώνια Σοφία του Ανθρώπου που κινείται στα βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης αντίληψης.

Όσο κι αν οι σύγχρονοι άνθρωποι της καρτεσιανής λογικής αδυνατούν να κατανοήσουν την «Αρχαία Νοοτροπία», που στην πραγματικότητα είναι η ίδια του η νοημοσύνη που λειτουργεί στο επίπεδο της άμεσης σύλληψης της πραγματικότητα και των συμβόλων, όμως μπορούν να διαισθανθούν Βασικές Ανθρώπινες Αντιλήψεις, όπως η Σύλληψη του Όλου, η Ενότητα της Ύπαρξης, να αποδεχθούν Αιώνια Σύμβολα-Πρότυπα και Αιώνιες Αξίες και Υποδείγματα Ζωής. Για την Αρχαία Σκέψη όλα αυτά είναι πραγματικά βιώματα υπαρχόντων πραγμάτων άμεση επαφή με την πραγματικότητα ενώ για την αναλυτική σκέψη όλα αυτά είναι απλές έννοιες. Συνεπώς αυτό για το οποίο μιλάμε εδώ είναι ότι είναι διαφορετική η εμπειρία της πραγματικότητας, είναι διαφορετικός ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα μέσα από τις διάφορες «λογικές». Το περιεχόμενο της εμπειρίας είναι τα ίδια αντικείμενα, αλλά ο τρόπος αντίληψης τα διαφοροποιεί. Για αυτό οι Μύθοι και τα Παραμύθια θα είναι ένα «μυστήριο» για την αναλυτική λογική, θα επιβάλλονται με το αρχέγονο βάθος τους και θα εμπνέουν πάντα τους ανθρώπους.

Στην πραγματικότητα, η Συμβολική Λογική, η Μυθική Σκέψη, οι Μύθοι και τα Παραμύθια με τις χιλιάδες παραλλαγές μιλούν για τον Ιδανικό Κόσμο της Συμβολικής Σκέψης, για τον Μαγικό Κόσμο μέσα στον οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται ασφαλείς, για την Ηρωική Νίκη του Καλού και για την Πραγματική Αθανασία και την Αληθινή Ευτυχία.

Το Πρότυπο Ζωής που προβάλει μέσα από τους μύθους και τα παραμύθια είναι ακριβώς του «Ήρωα» που «μυείται στην ζωή και ξεπερνά με επιτυχία όλες τις δοκιμασίες. Όλοι οι μύθοι κι όλα τα παραμύθια ακολουθούν αυτό το πρότυπο κι εξελίσσονται περίπου με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχουν τόση σημασία τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που απλά έχουν σκοπό να καλύψουν όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες. «ήρωας» μπορεί να είναι πρίγκιπας ή φτωχός, άντρας ή γυναίκα, άσπρος ή μαύρος, πλούσιος ή φτωχός, να κατοικεί στην πόλη ή στο δάσος, κλπ. Με αυτόν τον τρόπο καλύπτονται όλες οι πιθανές περιπτώσεις.

Σε τελευταία ανάλυση διηγούμαστε ή ακούμε πάντα το ίδιο παραμύθι σε χιλιάδες παραλλαγές. Η «παραλλαγή» του Βασικού Μύθου δεν εξυπηρετεί μόνο αφηγηματικές ανάγκες, για να κρατηθεί ζωντανό το ενδιαφέρον. Κυρίως εξυπηρετεί βαθύτερες λειτουργικές ανάγκες της Μυθικής Σκέψης και των ανθρώπινων καταστάσεων και αναγκών. Ο «ήρωας» βρίσκεται κάθε φορά σε διαφορετικές συνθήκες και πρέπει να προσαρμόσει την αντίληψη και την συμπεριφορά του. Έτσι είναι «έξυπνος» γιατί ξεπερνά ανυπέρβλητα σε κανονικές συνθήκες εμπόδια, είναι «γενναίος» γιατί υπερβαίνει με επιτυχία όλες τις δοκιμασίες, είναι «υπομονετικός», «μεγαλόψυχος», κλπ., κλπ. Με αυτό τον αφηγηματικό-λειτουργικό μηχανισμό το πρότυπο του «ήρωα» αφομοιώνει όλα τα καλά ανθρώπινα στοιχεία για να μπορέσει ακριβώς να φέρει σε πέρας την «αποστολή» του

Ο «ήρωας» είναι πάντα καλός, ταγμένος στην Οδό της Αρετής. Γιατί; Επειδή μόνο με τις καλές ιδιότητες μπορεί κάποιος να κατανοήσει την ζωή, να αγωνιστεί δίκαια και να είναι άξιος της ανταμοιβής του. Η καλοσύνη του «ήρωα» συντονίζεται με την Βαθύτερη Ανθρώπινη Ηθική, όπως την έχει αφομοιώσει η πείρα χιλιετηρίδων.

Οι μύθοι και τα παραμύθια μιλώντας σε μια βασική ανθρώπινη γλώσσα, κατανοητή από τα παιδιά μπορούν να περάσουν με πιο ανθρώπινο, κατανοητό και εύληπτο τρόπο τα ανθρώπινα μηνύματα που περιέχονται μέσα στην μυθική αφήγηση. Επειδή, στην πραγματικότητα, ο «ήρωας», του παραμυθιού, οι «ήρωες» των χιλιάδων παραλλαγών, μυούνται στην ζωή, τις δυσκολίες, τις επιτεύξεις και τις αποτυχίες, είναι ψυχολογικά βέβαιο ότι ταυτίζονται με όλους μας. Όλοι οι άνθρωποι περνούν τις ίδιες δοκιμασίες. Έτσι οι μύθοι και τα παραμύθια, δεν έχουν απλά παιδαγωγικό, ηθικό σκοπό, αλλά επίσης, κι ίσως αυτό να είναι πιο σημαντικό ψυχολογική λυτρωτική λειτουργία. Ταυτιζόμενοι με τον «ήρωα» της μυθικής αφήγησης, δεν διδασκόμαστε απλά, κυρίως αποσαφηνίζουμε δικά μας εσωτερικά προβλήματα και βρίσκουμε διέξοδο και λύση, όχι μόνο σε βαθύτερες ψυχολογικές ανάγκες αλλά και σε πρακτικό επίπεδο. Εμπνεόμαστε, αποκτάμε θάρρος κι ελπίδα για την δοκιμασία της ζωής. Αυτό δεν είναι μια θεωρητική διαπίστωση αλλά παρατηρήσεις πολλών παιδοψυχολόγων και εκπαιδευτικών και συμπεράσματα από την επαφή τους με τα παιδιά.


 (Βασιλική Προκοπίου)

Sunday, August 23, 2020

Η ΜΥΘΙΚΗ ΣΚΕΨΗ / 2δ. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του «Μυθικού Κόσμου»

 

Στην πραγματικότητα οι Μύθοι τα Παραμύθια, απεικονίζουν την Πραγματικότητα όπως την συλλαμβάνει ενορατικά ο άνθρωπος με μια άμεση όραση. Μια ολοκληρωμένη αντίληψη που την εκφράζει Συμβολικά με εικόνες και σύμβολα κι αλληγορίες, κατανοητά σε όσους συμμετέχουν στο ίδιο «όραμα». Αυτή η Ενορατική Σύλληψη είναι πλήρης κι ολοκληρωμένη σαν γενική αντίληψη αλλά υστερεί σε σαφήνεια κι έτσι οι «λεπτομέρειες»  συμπληρώνονται από την δημιουργική φαντασία, διαδικασία που υπακούει σε κανόνες και δεν είναι αυθαίρετη. Ο πρώτος βασικός νόμος είναι ο νόμος της ενότητας της αντίληψης του κόσμου. Ο δεύτερος κανόνας είναι της μη αντίθεσης του μέρους στο όλο, στην ενότητα του συνόλου. Ο τρίτος κανόνας είναι ο κανόνας της «ασάφειας», όπου η εικόνα, το σύμβολο μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους έτσι ώστε να ταιριάζει πάντα με το σύνολο. Αυτό που έχει σημασία είναι να έχουμε πάντα μια ολοκληρωμένη ισορροπημένη ζωντανή εικόνα του κόσμου, οι λεπτομέρειες δεν έχουν τόση σημασία. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει και στην  ερμηνεία του κόσμου και στον ηθικό προσανατολισμό και στην πρακτική δράση. Είναι ένα σύστημα γνώσης διαφορετικό από αυτό της αναλυτικής σκέψης που επικεντρώνεται στην σαφήνεια της λεπτομέρειας θυσιάζοντας το ολοκληρωτικό όραμα του κόσμου. Όμως έχει την δική του λογική, την δική του χρήση και χρησιμότητα.




Έτσι οι μύθοι και τα παραμύθια μιλούν για μια ιδανική σύλληψη του κόσμου, ή για την αντίληψη ενός Ιδανικού Κόσμου, του «Μυθικού Κόσμου» που έχει αναγνωρισθεί κι έχει γίνει οικείος στην διάρκεια χιλιετηρίδων. Αυτός ο Κόσμος, για την Μυθική Αντίληψη, είναι Πραγματικός, Λειτουργικός, με Αιώνιες Αξίες και Σαφή Διάκριση του Καλού από το κακό. Η είσοδος σε αυτόν τον κόσμο είναι είσοδος σε μια άλλη αντίληψη, μια άλλη συμπεριφορά από αυτήν που γνωρίζει ο σύγχρονος άνθρωπος ο οποίος παρασυρμένος από την εξέλιξη και τον πολιτισμό του έχει χάσει την Μαγική Αίσθηση του όλου και ζει μια διασπασμένη ζωή σε ένα κομματιασμένο κόσμο. Ο σύγχρονος άνθρωπος θυσίασε την Μαγική Αίσθηση του όλου για χάρη της «επιστημονικής» σαφήνειας. Αρνήθηκε το εσώτερο κομμάτι του εαυτού του για την κυριαρχία του εξωτερικού κόσμου. Έτσι όμως έχασε το καλύτερο μέρος του εαυτού του και για αυτό αισθάνεται μόνος στην ύπαρξη και δυστυχισμένος. Υιοθετώντας όμως αυτή την στάση παύει να κατανοεί την Μαγική Γλώσσα των Συμβόλων, κι αισθάνεται ξένος στον Μαγικό Κόσμο του Όλου. Από την άλλη μεριά αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο σύγχρονος άνθρωπος μαγεύεται από τους μύθους και τα παραμύθια. Διαισθάνεται, έστω και αμυδρά κάτι από τον παλιό χαμένο παράδεισο της εμπνευσμένης σύλληψης του κόσμου. Νοσταλγεί, αφήνεται ση μαγεία και το όνειρο αλλά διστάζει να εγκαταλείψει την αναλυτική λογική του. Αυτός είναι ο λόγος που ενώ αντιλαμβάνεται ότι οι μύθοι και τα παραμύθια έχουν την δική τους λογική, στο τέλος τα «απορρίπτει» γιατί δεν μπορεί να τα εντάξει στο δικό του σύστημα σκέψης. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στα συστήματα σκέψης. Σύγκρουση υπάρχει στον άνθρωπο. Κι υπάρχει απόλυτη ευθύνη για τις επιλογές του. Αλλά όποιο σύστημα γνώσης κι αν επιλέξει δεν έχει δικαίωμα να απορρίπτει σαν ψέμα τα άλλα συστήματα γνώσης. Όπως η υιοθέτηση της μητρικής γλώσσας μας δεν καταργεί τις άλλες γλώσσες που μιλούν άλλοι άνθρωποι. Ίσως το πιο σωστό θα ήταν να βρεθεί μια θέση ισορροπίας που να αποδέχεται την Εσωτερική Ενορατική Σύλληψη του Όλου με την εξωτερική επιστημονική μελέτη των πραγμάτων. Μια ισορροπία ανάμεσα στην Δημιουργική Φαντασία και την αναλυτική σκέψη.

Οι μύθοι και τα παραμύθια μιλούν για τον Ιδανικό Κόσμο, μέσα στον οποίο εντάσσουν όχι μόνο την γενική τους αντίληψη αλλά και τα όντα και την δράση τους. Κι αυτός ο Κόσμος έχει κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα.

Καταρχήν ο Μυθικός Κόσμος είναι ένας Όλος Κόσμος στον οποίο εντάσσονται όλα κι όλα έχουν την ίδια ουσία που διαπερνά τα πάντα. Όλα είναι σε αλληλεξάρτηση και τίποτα δεν είναι απομονωμένο.

Η ένταξη των όντων και των πραγμάτων και των φαινομένων δεν αναιρεί τις ιδιαιτερότητες ούτε καταργεί της αντιθέσεις. Κάθε ιδιαιτερότητα όμως, είτε πρόκειται για ον (για τον άνθρωπο) είτε για καταστάσεις ξεπερνά τα όρια του «εαυτού» και συμμετέχει στο Όλο και συγγενεύει με όλα.

Η Ενότητα του Κόσμου υπερέχει όλων των καταστάσεων έτσι όλα, από την φύση τους, επιδιώκουν ή αναζητούν την Ενότητα με το Όλο, την Αρμονία με όλα, μέσα από την ορθή αντίληψη και την ενάρετη πράξη.

Ο Μυθικός Κόσμος είναι Τριμερής. Υπάρχει ο Μυστηριώδης Απροσπέλαστος Κόσμος του Όλου, ο Αόρατος Κόσμος των Δυνάμεων και ο Εξωτερικός Κόσμος των Φαινομένων. Το Ον, τα όντα, συμμετέχουν σε αυτούς τους κόσμους  του Πνεύματος, της Ψυχής και του Σώματος. Όλα εξελίσσονται μέσα στο Μυστηριώδες Όλο, που ταυτίζεται με την Φύση, τη Μεγάλη Μητέρα, ή την Μυστηριώδη Πηγή του Παντός, Οι Δυνάμεις του Αόρατου Κόσμου συμμετέχουν και συν-λειτουργούν με τα εξωτερικά όντα και φαινόμενα. Μέσα σε αυτόν τον Μαγικό Κόσμο τοποθετείται κι εξελίσσεται κάθε μύθος, κάθε παραμύθι. Αυτός ο Κόσμος είναι ένας Χώρος Πλατύτερος από τον κόσμο της καθημερινής εμπειρίας. Είναι ένας Υπερχώρος που τα περιλαμβάνει όλα, τον Υπέρκοσμο και τον Εξωτερικό Κόσμο. Είναι ένας Κόσμος όπου τίποτα δεν χάνεται, απλά μεταβαίνει σε άλλους χώρους..

Σε Αυτόν τον Μαγικό Κόσμο δεν υπάρχει χρόνος. Είναι ένας Κόσμος Άχρονος όπου ο ιεξωτερικός ιστορικός χρόνος είναι ένα πολύ περιορισμένο κομμάτι.

Όλα στον Μαγικό Κόσμο υπηρετούν την Ενότητα, τείνουν προς την Ολοκλήρωση και την Πλήρη Αρμονία. Έτσι όποιες κι αν είναι οι καταστάσεις που βιώνουν τα όντα ο τελικός στόχος είναι η Αποκατάσταση της Τελικής Κατάστασης της Ενότητας.

Ο Κόσμος εξελίσσεται και προχωρά μέσα από τις αντιθέσεις και την διαρκή αλλαγή. Έτσι ο Κόσμος είναι Διφυής, Φως και σκοτάδι, πάνω και κάτω, εμπρός και πίσω.

Από τον δισυπόστατο κόσμο των αντιθέσεων δημιουργείται η βαθύτερη αντίληψη του Καλού κι η αναγνώριση του κακού, του βλαβερού ή του άχρηστου. Έτσι στον Μαγικό Κόσμο επικρατούν Αιώνιες Αξίες, Ακατάλυτες, Φάροι αντίληψης και συμπεριφοράς.

Η Κατανόηση του Κόσμου, η Αναγνώριση των καταστάσεων και των αναγκών κι η βαθιά αίσθηση ηθικής ευθύνης προς τον εαυτό μας και τους άλλους καθορίζει την Ορθή Δράση, την Ενάρετη Πράξη.

Η Ζωή είναι μια πορεία, μια Μύηση στην Ζωή της Ενότητας, που δεν γίνεται αυτόματα αλλά μέσα από εμπόδια, δοκιμασίες και περιπέτειες. Αυτή την Πορεία προς την Ολοκλήρωση περιγράφουν οι μύθοι και τα παραμύθια. Κι αυτή ακριβώς την Μύηση στην Αληθινή Ζωή, στην Αλήθεια και στην Ευτυχισμένη Ολοκλήρωση την βρίσκουμε στον αφηγηματικό σκελετό όλων των παραμυθιών.

Τα παραμύθια δεν είναι παρά εφαρμογές της μιας πορείας που ακολουθούμε όλοι προς την τελική επίτευξη, προς την τελική ευτυχία. Όλα τα παραμύθια είναι παραλλαγές αυτού του Μοναδικού Μύθου, που είναι η Ίδια η Ζωή, εκφρασμένη με Συμβολικό Τρόπο, μέσα από τις αφηγηματικές παραλλαγές.

Πάντα το Τέλος είναι ένα. Η Ολοκλήρωση, η Τελική Ευτυχία. Για αυτό όλα τα παραμύθια τελειώνουν με την διαπίστωση ότι όλα τελειώνουν καλά, όλα είναι καλά. Αυτό δεν είναι μια επιφανειακή αισιοδοξία ή μια ευχή. Η Ζωή Πάντα Ολοκληρώνεται.


(Βασιλική Προκοπιου)


Sunday, August 16, 2020

Η ΜΥΘΙΚΗ ΣΚΕΨΗ / 2γ. Το Παραμύθι στην ζωή των ανθρώπων

Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε σήμερα – και μετά τις τελευταίες φιλοσοφικές αναλύσεις για τον Συμβολισμό και τις επιστημονικές διαπιστώσεις για την φυσική πραγματικότητα – είναι ότι η ανθρώπινη νοημοσύνη λειτουργεί «συμβολικά».

Η ανθρώπινη νοημοσύνη εκφράζεται με συμβολικό τρόπο για να αντιληφθεί, να ερμηνεύσει την πραγματικότητα, να επικοινωνήσει με τα άλλα όντα και να οργανώσει την κοινωνία και την ζωή.

Υπάρχουν πολλές συμβολικές λογικές που περιγράφουν εξίσου ικανοποιητικά την πραγματικότητα.




Η Γλώσσα των Συμβόλων, της αλληγορίας, της μεταφοράς, των μύθων και των παραμυθιών, με τα οποία εκφράζεται η Μυθική Σκέψη είναι επίσης μια λογική διαδικασία ισότιμη με την διανόηση. Ο ορθολογισμός – η λογική των εννοιών – δεν είναι ούτε η μόνη γλώσσα, ούτε η μόνη που μπορεί να εκφράσει την αλήθεια (την όποια αλήθεια συλλαμβάνουμε).

Στην πραγματικότητα η Μυθική Σκέψη είναι το Πλατύτερο Πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί η καρτεσιανή λογική και η σύγχρονη επιστημονική σκέψη.

Ο Αληθινός Άνθρωπος είναι ο νοήμων άνθρωπος που οικοδομεί την πραγματικότητα, επιλέγοντας την «λογική γλώσσα» του και την ερμηνεία της πραγματικότητας αλλά έχει, ταυτόχρονα, πλήρη συνείδηση ότι πρόκειται μονάχα για συμβολική θεώρηση της πραγματικότητας. Ποτέ δεν εκλαμβάνει σαν απόλυτη πραγματικότητα αυτό που ο ίδιος οικοδομεί.

Η Μυθική Σκέψη, η Γλώσσα των Συμβόλων, των μύθων και των παραμυθιών, χρησιμοποιούνται γιατί μπορεί όντως να χρησιμεύσει στην ερμηνεία του κόσμου, στην επικοινωνία των ανθρώπων, στην οργάνωση της κοινωνίας και στην λειτουργία της ζωής.

Ο Ορθολογισμός, η λογική των εννοιών  είναι απλά ακόμα ένας συμβολικός τρόπος ερμηνείας της πραγματικότητας. Είναι μύθος και πρόληψη να νομίζουμε ότι ο άνθρωπος πρέπει αναγκαστικά να λειτουργεί έτσι ή ότι όλοι οι λαοί του κόσμου πρέπει να «εκπολιτιστούν» και να «υιοθετήσουν» αυτή την αντίληψη του κόσμου. Κρίνοντας αυτή την κατάσταση ο Mircea Eliade διαπιστώνει ότι «η ευρωπαϊκή κουλτούρα, αν δεν θέλει να περιχαρακωθεί σε ένα στειρωτικό επαρχιωτισμό, είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της κι άλλους τρόπους γνώσης κι άλλες κλίμακες αξιών. Η Ευρώπη ποτέ δεν έγραφε την «ιστορία» μόνη της. Κι ούτε είχε πάντα την πιο ορθή αντίληψη για τον κόσμο.

Το ερώτημα τι ρόλο έπαιξε ή παίζει η Μυθική Σκέψη, η Συμβολική Γλώσσα κι οι Μύθοι και τα παραμύθια στην ανθρώπινη κοινωνία και στην ζωή έχει μόνο μια απάντηση. Η Συμβολική Σκέψη είναι ο τρόπος που λειτουργεί η ανθρώπινη νοημοσύνη. Η Γλώσσα των Συμβόλων είναι πλατύτερη και βαθύτερη της λογικής γλώσσας των εννοιών. Η λογική των εννοιών δεν είναι παρά μια περιορισμένη γλώσσα. Κι αν οι Μύθοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ακόμα σήμερα είναι γιατί εκφράζουν ακριβώς αυτή την βασική λειτουργία της νοημοσύνης, το βάθος της σύλληψης και την έκταση του οράματος της πραγματικότητας, μια εικόνα του κόσμου πολύ πιο ολοκληρωμένη από την αντίληψη της στενής λογικής. Πρέπει να βλέπουμε την ουσία των Μύθων σε αυτή ακριβώς την λειτουργία τους και να μην βλέπουμε (λανθασμένα) τους μύθους σαν διανοητική «δημιουργήματα» που παρείχαν κάποτε μια ερμηνεία του κόσμου ή είχαν μια κοινωνική λειτουργία κάποτε ή ένα ρόλο στην ζωή. Με άλλα λόγια είναι ο «Συμβολισμός», η «Λειτουργική Ουσία» των μύθων που χρησιμεύει στον άνθρωπο, στην κοινωνία, όχι ο μύθος αυτός καθ’ εαυτός (σαν διανοητικό αφήγημα).

Το να βλέπουμε τον μύθο όχι στην πραγματική συμβολική λειτουργία του και χρήση του αλλά σαν αυτόνομο διανοητικό προϊόν και να ερευνούμε την καταγωγή του σαν αυτόνομου δημιουργήματος ή να προσδιορίζουμε την χρήση του ή να κρίνουμε την χρησιμότητά του, είναι μια επιφανειακή έρευνα. Το να θεωρούν, ακόμα και αξιόλογοι φιλόσοφοι όπως ο Bertrand Russell  ότι η μυθική σκέψη είναι μια ελαττωματική σκέψη που εξηγεί απλοϊκά τον κόσμο κι ότι σήμερα είναι παρωχημένη, ξεπερασμένη από τον χρόνο, αποδεικνύει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν κατανοούν την συμβολική λειτουργία της ανθρώπινης αντίληψης και δεν αντιλαμβάνονται ότι και η άποψή τους είναι το ίδιο μυθική κι απλοϊκή, όσο και οι αρχαίοι μύθοι . Όπως και να έχει η Μυθική Σκέψη (η Συμβολική Γλώσσα) χρησιμοποιείται ακόμα, σήμερα. Είναι το Βαθύτερο Υπόβαθρο της λογικής σκέψης μας. Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν αν θα υιοθετήσουμε ή θα απορρίψουμε την Μυθική Σκέψη, τους μύθους και τα παραμύθια αλλά Πως θα διαχειριστούμε το τεράστιο υλικό που έχει συσσωρευθεί. Πως θα το κατανοήσουμε, πως θα το κατατάξουμε, πως θα το χρησιμοποιήσουμε σαν εκπαιδευτικό υλικό, πως θα το χρησιμοποιήσουμε καλύτερα στην ζωή μας.

Ο «μύθος της εκπαίδευσης» που υποτίθεται ότι κατέχει την αλήθεια και μεταφέρει την αλήθεια στις επόμενες γενιές δεν γίνεται σήμερα πιστευτός. Τα εκπαιδευτικά συστήματα σε ολόκληρο τον κόσμο είναι προβληματικά. Το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο αντίληψης και θεώρησης των πραγμάτων, όχι στην ποικιλία των αντικειμένων ή τον τεράστιο όγκο των πληροφοριών. Οι άνθρωποι εξακολουθούν και σήμερα, στον 21ο αιώνα να ανατρέφονται με ψέματα, να μένουν στην ημιμάθεια των πανεπιστημίων τους και να λειτουργούν με λανθασμένες ηθικές πεποιθήσεις. Το που βαδίζει η ανθρωπότητα είναι ένα ερώτημα για την φιλοσοφία. Την αληθινή ανεξάρτητη φιλοσοφία, όχι την καθ’ υπαγόρευση σκέψη

Η Μυθική Σκέψη είναι Μια Ζωντανή Συμβολική Λειτουργία κι ο Μύθος έχει μια ανθρωπολογική, κοινωνική και πρακτική σημασία, χρήση και χρησιμότητα. Δεν είναι ένα διανοητικό απολίθωμα που εμπεριέχει όλη την ουσία του στην λεκτική του έκφραση. Εκλαμβάνοντας τους μύθους και τα παραμύθια σαν λεκτικές εκφράσεις μόνο τους έχουμε αφαιρέσει ολόκληρη την ζωή από μέσα τους. Πρόκειται για τσόφλια της ζωής.

Οι Μύθοι σαν εκφράσεις της Μυθικής Συμβολικής Σκέψης ικανοποιούν από παλιά, θρησκευτικές, διανοητικές, ηθικές, κοινωνικές και πρακτικές ανάγκες. Υπάρχουν μύθοι και παραμύθια που ακολουθούν αυτή την κατηγοριοποίηση γιατί προβάλλουν περισσότερο ή λιγότερο το ένα ή το άλλο στοιχείο (θρησκευτικό, ηθικό, κλπ.) Στην πραγματικότητα κάθε μύθος ή παραμύθι εντάσσεται στην Γενική Μυθική Αντίληψη κι έχει πάντα θρησκευτική, διανοητική, ηθική, κοινωνική και πρακτική σημασία.

Ο Σκοπός που δημιουργούνται και χρησιμοποιούνται οι μύθοι και τα παραμύθια είναι πολύ βαθύτερος από την διανοητική ή ηθική διαπαιδαγώγηση ή την διασκέδαση. Το «παράλογο», το «αδύνατο», το «φανταστικό», δεν είναι ένα ωφέλιμο ή διασκεδαστικό ψέμα. Όλα αυτά λειτουργούν σε ένα βαθύτερο ανθρωπολογικό, νοητικό επίπεδο κι επιτελούν κοινωνικούς, ή πρακτικούς στόχους που ίσως μας διαφεύγουν. Στην πραγματικότητα ο Μύθος, το Παραμύθι είναι ένα κωδικοποιημένο μήνυμα που δεν είναι εύκολο να αποκωδικοποιήσουμε στο σύνολό του, σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας του, σε όλο το νοηματικό βάθος του. Καθένας κατανοεί όσα μπορεί να κατανοήσει, όχι όλα όσα υπάρχουν στην αφήγηση. Κι όταν κάποιος βρίσκεται έξω από την μυθική κουλτούρα κι είναι προκατειλημμένος τότε είναι σίγουρο ότι δεν θα κατανοήσει, θα παρεξηγήσει, θα διαστρεβλώσει και θα αδικήσει το θέμα.


(Βασιλική Προκοπίου)

 

Sunday, August 9, 2020

Η ΜΥΘΙΚΗ ΣΚΕΨΗ / 2α. Η γέννηση κι η εξέλιξη της Μυθικής Σκέψης

 

Από τις αρχές της ανθρώπινης ιστορίας ο άνθρωπος ένοιωθε την ανάγκη να αναγνωρίζει το περιβάλλον του για να μπορεί να ζήσει και να επιβιώσει μέσα στις διάφορες συνθήκες. Στην προσπάθειά του αυτή ήθελε να έχει μια γενική αντίληψη του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο θα μπορούσε να «εντάσσει» τα ιδιαίτερα πράγματα. Αναγκαστικά, με τις λιγοστές δυνάμεις που διαθέτει ο άνθρωπος, εξαρχής σκέφτηκε, φαντάστηκε, υπέθεσε, πως είναι ή πως θα μπορούσε να είναι ο κόσμος, οι σχέσεις των πραγμάτων, τα γεγονότα κι οι ιδιότητες των πραγμάτων. Με άλλα λόγια εξαρχής ο άνθρωπος χρησιμοποίησε την Φαντασία, την Δημιουργική Μυθική Σκέψη για να αντιληφθεί τον κόσμο. Κι αυτό το κάνει μέχρι σήμερα. Η περιοχή της πραγματικά επιστημονικής γνώσης είναι ακόμα και σήμερα πολύ περιορισμένη. Χιλιάδες χρόνια χρησιμοποιούμε την Μυθική Σκέψη και ζούμε μέσα στις διάφορες Μυθολογικές Αντιλήψεις, τις δικές μας προσωπικές μυθολογίες. Έτσι η αναζήτηση της Προέλευσης, της Καταγωγής της Μυθικής Σκέψης, των Μύθων, των Παραμυθιών πρέπει να αναζητηθεί στο Φως της Ανθρωπολογίας, μέσα στην ίδια την Φύση του Ανθρώπου, στον τρόπο που λειτουργεί η αντίληψή του και η διανόησή του κι όχι ιστορικά, αυστηρά ιστορικά μέσα στον χρόνο. Η Φαντασία, το Φανταστικό, η Μυθική Σκέψη, η Μυθολογία, οι Μύθοι, τα Παραμύθια, είναι περισσότερο ανθρώπινη διανοητική λειτουργία κι όχι απλά ιστορικό φαινόμενο. Είναι λάθος να πιστεύουμε σε μια φανταστική εξέλιξη του ανθρώπου που βεβαιώνει (ψευδώς, κατά την γνώμη μας) ότι ο άνθρωπος παλιά χρησιμοποιούσε την Μυθική Σκέψη για να ερμηνεύσει τον κόσμο και να περιγράψει την ζωή και τώρα, στην σύγχρονη πολιτισμένη επιστημονική εποχή χρησιμοποιεί μια ανώτερη επιστημονική αντίληψη του κόσμου. Αυτό είναι ακόμα ένας μύθος των ανθρώπων.




Χιλιάδες χρόνια τώρα οι άνθρωποι χρησιμοποιούν, μέχρι σήμερα, την Μυθική Σκέψη. Με αυτόν τον τρόπο μίλησαν για τον κόσμο, για την προέλευση του ανθρώπου, για την ζωή, για τις σχέσεις των ανθρώπων, για την ιστορία και τα γεγονότα. Οι άνθρωποι, σε ολόκληρο τον πλανήτη, όλες τις εποχές, επειδή ακριβώς στηρίζονται στην ίδια, κοινή σε όλους, φύση, αντιλαμβάνονται με ίδιους ή παρόμοιους τρόπους, τα ίδια πράγματα. Έτσι οι Μύθοι για την προέλευση της ύπαρξης, της ζωής, για την ίδια την ζωή, για τον σκοπό της ζωής, δημιουργήθηκαν στους διάφορους λαούς, μέσα από τις ίδιες ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, μέσα από παρόμοιες ανάγκες και λίγο-πολύ με τους ίδιους στόχους. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που σε όλους τους λαούς συναντώνται παρόμοιοι μύθοι, με παρόμοια θέματα και σχεδόν την ίδια εξιστόρηση. Δεν πρόκειται ούτε για επηρεασμό (αν και θα μπορούσε να συμβαίνει και αυτό σε κάποιες περιπτώσεις), ούτε για λογοκλοπή. Απλά όλους τους ανθρώπους, όλες τις εποχές, τους απασχολούν τα ίδια προβλήματα και όλοι οι άνθρωποι δίνουν, με τις ίδιες δυνάμεις, παρόμοιες απαντήσεις.

Μύθοι, Παραμύθια, ανιχνεύονται χιλιάδες χρόνια πίσω. Μεταδίδονται από γενιά σε γενιά, μεταφέροντας την γνώση της ζωής, την ηθική εμπειρία, ήθη και έθιμα και συνήθειες. Ο Μύθος, το Παραμύθι, ήταν πάντα Μέσο Διδασκαλίας και Διαπαιδαγώγησης. Απευθύνεται κυρίως στις νεότερες γενιές που πρέπει να κοινωνικοποιηθούν, να «μυηθούν» στην ζωή της κοινότητας. Αλλά ακριβώς αυτή η χρήση του Μύθου, των Παραμυθιών, για τον σκοπό της κοινωνικοποίησης, σαν εκπαιδευτικού υλικού, αποδεικνύει την μύηση όλων στους μύθους της φυλής, είτε μιλάμε για πρωτόγονες φυλές, είτε για αρχαίους πολιτισμούς, είτε για τις σύγχρονες κοινωνίες. Αποδεικνύει ακόμα την γνώση των μύθων και την χρήση τους, στην καθημερινή ζωή, από όλα τα μέλη της κοινότητας. Οι Μύθοι ήταν, κι είναι μέχρι σήμερα, τόσο σημαντικοί που χρησιμοποιούνταν πάντα σαν βάση της κοινωνικής ιδεολογίας κι ακόμα χρησιμοποιούνται στην καθημερινή επιχειρηματολογία των ανθρώπων.

Το Περιεχόμενο των Μύθων αναδεικνύει όχι μόνο παρόμοια θέματα, σε όλες τις εποχές, σε όλους τους λαούς, αλλά επίσης αποκρυσταλλώνει όμοια σύμβολα, την Πηγή της Ζωής, τον Αρχηγό, τον Πατέρα, τον Βασιλιά, τον Γιό ή την Κόρη, το Αγαπημένο πρόσωπο, τον Ήρωα, τον Αγωνιστή, τον Νικητή, τον Καλό, τον κακό, κλπ. Όλα αυτά είναι και θα είναι πάντα λογικά αιτήματα της ανθρώπινης σκέψης και ευσεβείς πόθοι της ανθρώπινης δημιουργικότητας και φαντασίας. Προέρχονται από την ίδια την Ανθρώπινη Φύση μας κι απαντούν στα ίδια ανθρωπολογικά, υπαρξιακά κι ιστορικά προβλήματα.. Είναι η αληθινή κληρονομιά των ανθρώπων. Οφείλονται στην ίδια την Λειτουργία της Ανθρώπινης Φύσης. Δεν θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε αλλιώς. Πρόκειται για Ανθρώπινα Παγκόσμια, Αιώνια Σύμβολα κι όχι για απλά ψυχολογικά αιτήματα, απλά ψυχολογικά αρχέτυπα, όπως ίσως τα περιορίζει ο Καρλ Γιούγκ. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι Έκφραση της Ίδιας της Ζωής.

Έτσι, αν θελήσουμε να βρούμε την καταγωγή της Μυθικής Σκέψης, των Μύθων, των Παραμυθιών, πρέπει να την αναζητήσουμε στην ίδια την ανθρώπινη φύση μας, στην λειτουργία της αντίληψής μας, από την αρχή της παρουσίας μας στην ζωή, σε αυτόν τον πλανήτη. Δεν είναι απλά ένα ιστορικό γεγονός, γέννημα του χρόνου, της εξέλιξης, που εμφανίστηκε κάποια εποχή κι ίσως σταματήσει κάποια στιγμή να χρειάζεται και έτσι πάψει να υπάρχει. Οι άνθρωποι πάντα θα χρησιμοποιούν την Δημιουργική Φαντασία γιατί αυτή τους απελευθερώνει και τους δίνει φτερά να πετάξουν σε κόσμους πλατύτερους από την απλή καθημερινή ζωή. Το γεγονός είναι ότι ιστορικά η χρήση των Μύθων, των Παραμυθιών, πάει χιλιάδες χρόνια πίσω. Και στην διάρκεια αυτής της ανθρώπινης ιστορίας διασώθηκαν Παραδόσεις, Μυθικά Θέματα, Διηγηματικά Μοτίβα, Συμβολισμοί και Ηθικά Συμπεράσματα.


(Βασιλική Προκοπίου)


Sunday, August 2, 2020

Η ΜΥΘΙΚΗ ΣΚΕΨΗ / 1ε. Ανθρωπολογία της Μυθικής Σκέψης (Αποσυμβολισμός)

Η Μυθολογία. η Μυθική Σκέψη, όταν εφαρμόζεται από την κοινωνία (κοινωνική μυθολογία) έχει σκοπό όχι να «παραπλανήσει» τους ανθρώπους αλλά να τους εκπαιδεύσει για να μπορέσουν να λειτουργήσουν στα πλαίσια της κοινωνίας κι η κοινωνία να «συνεχιστεί» απρόσκοπτα. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν οι φορείς της αγωγής των ανθρώπων (πολιτεία, εκπαιδευτικό σύστημα, εκπαιδευτές και διαμορφωτές της κοινής γνώμης) δεν προσαρμόζονται και δεν προσαρμόζουν την «κρατούσα ιδεολογία» (και το «εκπαιδευτικό υλικό») στις ανάγκες των καιρών, της κοινωνίας και της ζωής. Τότε η κρατούσα ιδεολογία, η κοινωνική μυθολογία, γίνεται τροχοπέδη στην πρόοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας. Όταν λοιπόν μιλάμε για αλλαγή της ιδεολογίας, για απελευθέρωση από την κρατούσα τάξη, δεν εννοούμε την κατάργηση των θεσμών (γιατί δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία χωρίς θεσμούς και χωρίς σεβασμό στους θεσμούς), εννοούμε την αλλαγή του «περιεχομένου» των θεσμών. Οι άνθρωποι θα πρέπει πάντα να έχουν μια ιδεολογία, να ακολουθούν ηθικά πρότυπα και να εναρμονίζουν τις πράξεις τους με την κοινωνική τάξη.




Σε αντιπαράθεση με την ισχύουσα κοινωνική μυθολογία (την μυθολογία που επιβάλλει η ισχύουσα τάξη) η Αληθινή Καθαρή Μυθολογία είναι μια άλλη ερμηνεία του κόσμου  που έχει πανάρχαιες ανθρωπολογικές βάσεις. Δεν είναι μόνο ότι πηγάζει από την Πανάρχαια Εμπειρία της Ανθρώπινης Φυλής κι ότι έχει παγιωμένες κι εξακριβωμένες από την εμπειρία της ζωής αντιλήψεις αλλά μέσα στα γενικά αυτά Ανθρωπολογικά Πλαίσια έχει μια άλλη εικόνα για τον Άνθρωπο. Μέσα σε αυτό το άλλοτε φιλικό, άλλοτε εχθρικό σύμπαν, πιστεύει στον Αληθινό Άνθρωπο, στον Ολοκληρωμένο Άνθρωπο, στον Δίκαιο Άνθρωπο, στον Καλό Άνθρωπο. Εδώ δεν υποκρύπτονται απλά κάποιες πανάρχαιες ανθρωπολογικές ανθρώπινες αξίες, τις οποίες πάντα σέβονταν οι πιο πολλοί άνθρωποι. Κυρίως, η Αλληγορία στο Παραμύθι χρησιμεύει σαν Πρότυπο Αντίληψης και Δράσης. Μιλά για την Ζωή όπως θα έπρεπε να είναι. Ασφαλώς μέσα στο Μυθολογικό Σύμπαν δεν είναι όλα τακτοποιημένα, ούτε όλοι οι ήρωες του έργου (σε κάθε διήγηση) είναι τέλειοι. Τα πιο πολλά όντα, πνεύματα, ψυχές, άνθρωποι, ζώα, είναι αυτά που γνωρίζουμε κι από την καθημερινή ζωή. Μέσα όμως σε όλους αυτούς τους ήρωες του έργου θα ξεχωρίζει πάντα ο Εκλεκτός, ο Ευλογημένος, ο Ξεχωριστός, που θα δώσει την απαραίτητη ώθηση προς την ορθή κατεύθυνση δράσης κι εξέλιξης, μέχρι τα πράγματα να οδηγηθούν σταδιακά εκεί που πρέπει.

Τελικά, ανεξάρτητα από τον μύθο, το παραμύθι, που διαβάζουμε ή ακούμε, κι ανεξάρτητα από την χώρα προέλευσής του και την εποχή που καταγράφηκε ή την εποχή στην οποία αναφέρεται, καθώς και τις παραλλαγές του, οι ήρωες του παραμυθιού, ήρωες ή απλοί άνθρωποι, ή θύματα των περιστάσεων και του κόσμου, είναι οι άνθρωποι που είμαστε εμείς, που θα έπρεπε να είμαστε εμείς. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η Μαγεία του Παραμυθιού. Αν ταυτιζόμαστε με τον ήρωα του παραμυθιού είναι γιατί ακριβώς ανταποκρίνεται στις βαθύτερες ανάγκες της ψυχής μας, γιατί πληροί τις προδιαγραφές του ολοκληρωμένου ανθρώπου και γιατί όλα συμβαίνουν μέσα στο ορθό Αξιολογικό Πλαίσιο (κι όχι στην απολίτιστη βίαιη κοινωνία που ζούμε). Το Παραμύθι μας εισάγει στην Αληθινό Ανθρώπινο Κόσμο των Αξιών. Μας παίρνει από το χέρι και μας ταξιδεύει μέσα από χίλιες δυο περιπέτειες. ηρωισμούς και παθήματα στην ίδια την ζωή, για να φτάσουμε στο Φως της Πραγμάτωσης, της Πραγμάτωσης του Αληθινού Ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου. 

Ήδη από όσα είπαμε γίνεται ολοφάνερη η Πανάρχαια Καταγωγή της Μυθικής Σκέψης, η Ιστορική Συνέπεια της Ανθρώπινης Εμπειρίας, ο Ορθολογισμός της Φανταστικής Διήγησης και η Αποδεδειγμένη Αξιολογική Κρίση που υπονοεί, εκθέτει, ή εμπνέει, η αφήγηση της περιπέτειας. Η Μυθική Σκέψη, ο Μύθος, το Παραμύθι, τα παραμύθια, μεταφέρουν πανάρχαιες ανθρώπινες αντιλήψεις που έχει επιβεβαιώσει η ζωή. Η «υπόθεση» της ιστορίας, κάθε εξιστόρησης, δεν λειτουργεί απλά μέσα σε ένα επιβεβαιωμένο αξιολογικό πλαίσιο αλλά χρησιμοποιεί πανάρχαια παγκόσμια σύμβολα, αποδεκτά από όλους μέσα στην ιστορία και στην ζωή κι έχει σαν στόχο να μας οδηγεί στην Αληθινή Ζωή, σε μια πραγματική ζωή μέσα στις όποιες συνθήκες.

Ο Μύθος, το Παραμύθι, δεν χρησιμοποιεί απλά την συμβολική γλώσσα, ούτε αναφέρεται σε «κάποια» σύμβολα. Όλα μπορούν κάλλιστα να είναι σύμβολα, τα όντα, τα πράγματα, οι καταστάσεις, οι διαδικασίες, οι βαθμίδες της εξελικτικής πορείας των ηρώων. Ταυτόχρονα ο Συμβολισμός μέσα στον Μύθο, μέσα στο Παραμύθι, δεν είναι αποκλειστικά αντικειμενικός. Στην πραγματικότητα όλο το νόημα που υποκρύπτεται στον Μύθο, στο Παραμύθι δεν αποκαλύπτεται ολόκληρο, με μιας, και σε όλους. Παρόλο που υπάρχει μια Αντικειμενική Αλήθεια μέσα στον Συμβολισμό, στα Σύμβολα, στην Διήγηση, στην Εξέλιξη και στον Στόχο της αφήγησης, το Κλειδί της Αποκωδικοποίησης, της Αληθινής Ερμηνείας του Παραμυθιού, βρίσκεται μέσα στον αναγνώστη ή στον ακροατή. Κάθε Μύθος, κάθε Παραμύθι, όλα τα παραμύθια, έχουν μια πνευματική, μια λογική, μια ψυχολογική-ηθική και μια φυσική διάσταση. Με άλλα λόγια μπορούν να «διαβαστούν» ή να «ακουστούν» με τις διαφορετικές λειτουργίες του ανθρώπου και να έχουν ταυτόχρονα ένα πνευματικό, ένα λογικό, ένα ηθικό ή ένα έμπρακτο φυσικό μήνυμα. Εξαρτάται λοιπόν από τον αναγνώστη ή τον ακροατή πως θα εισπράξει τον Μυθικό Λόγο, το Παραμύθι, την Διήγηση, τα λεγόμενα. Καθένας, ανάλογα με την ανθρώπινη εξέλιξή του, μπορεί να δει πέρα από την εξιστόρηση φυσικών γεγονότων, το ηθικό βάθος, την λογική ελευθερία την απεραντοσύνη της έμπνευσης, το Πνευματικό Άγνωστο που Αγκαλιάζει τα Πάντα.

Το καλό είναι ότι οι Μύθοι, τα Παραμύθια, δεν δημιουργούνται τυχαία, ούτε είναι ασυνάρτητες παιδικές ιστορίες. Εκτός του ότι δημιουργήθηκαν στην πάροδο των χιλιετηρίδων, από σοφούς ανθρώπους, επίσης, κι αυτό είναι το πιο ουσιαστικό, απευθύνονται σε όλες τις ηλικίες. Τα παραμύθια δεν είναι για μικρά παιδιά, μόνο για μικρά παιδιά. Αν το παιδί μπορεί να διακρίνει πέρα από τα φυσικά γεγονότα κάποιο ηθικό συμβολισμό ή μια αξιολογική κρίση, ένας μεγαλύτερος άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει πολλά περισσότερα. Ο άνθρωπος εξελίσσεται φυσικά, ψυχολογικά, διανοητικά, πνευματικά, πέρα από διάφορες ηλικίες και φάσεις ολοκλήρωσης. Δεν είναι μόνο η εκπαίδευση του ανθρώπου που ακολουθεί, ανάλογα με την ηλικία του, διάφορες βαθμίδες. Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης προσαρμόζεται ανάλογα. Έτσι το Παραμύθι δεν χρησιμοποιείται απλά στην ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών παιδιών. Μπορεί να διδαχτεί, με την κατάλληλες προσαρμογές και επιλογές, σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Το Παραμύθι μπορεί να γίνει αντικείμενο μελέτης και συζήτησης ακόμα και σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα. Και ήδη αυτό συμβαίνει, τουλάχιστον σε πανεπιστήμια εκτός της Ελλάδας.

Η Μελέτη της Μυθολογίας είναι Επιστήμη  κι οι Λαογραφικές Μελέτες των Μύθων και των Παραμυθιών είναι επιστημονικές εργασίες κι όχι ερασιτεχνικές συλλογές ιστοριών. Ο Μύθος, το Παραμύθι, ο τεράστιος όγκος των παραμυθιών και των μυθικών διηγήσεων αποτελούνένα ανεξάντλητο εκπαιδευτικό υλικό που ίσως δεν δεν έχει αξιολογηθεί σωστά μέχρι τώρα, ούτε έχει αξιοποιηθεί με τον σωστό τρόπο στην εκπαίδευση. Το Παραμύθι, τα παραμύθια, δεν μπορούν να περιοριστούν στην προσχολική ηλικία για λόγους απλής διασκέδασης ή ηθικού εντυπωσιασμού των νηπίων. Θα έπρεπε –και σε μερικές χώρες γίνεται- να εκμεταλευτούμε περισσότερο αυτό το τεράστιο πλούτο ης ανθρώπινης εμπειρίας. Αλλά οι αποφάσεις για τις κοινωνίες και την εκπαίδευση συχνά παίρνονται από ανίδεους πολιτικούς κι αμόρφωτους διανοούμενους. Μάταια οι υπερασπιστές της Μυθικής Σκέψης (που δεν έχει καμία σχέση με το ψέμα) υπερασπίζονται το υλικό τους. Το Παραμύθι, στην πραγματικότητα, απαιτεί, πέρα από την δυνατότητα της ανάγνωσης, ηθικό περιεχόμενο, διανοητικό βάθος και πνευματική ωριμότητα. Σπάνια στους ανθρώπους της εποχής μας.


(Βασιλική Προκοπίου)
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
Monday, 9 February, 2026

5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman

(An Essay on the Essential Qualities for Realization of the Self)

(Viveka Chudamani 21-25)

 

The Threshold of the Eternal

There exists, beyond the clamor of the marketplace and the fevered dreams of ambition, a path that winds toward the infinite. It is not carved into mountainsides, nor does it stretch across desert plains. Rather, it unfolds within the silent chambers of the soul, where the seeker discovers that the journey home begins precisely where one has always stood. The ancient wisdom speaks of certain qualities—not acquisitions from without, but revelations from within—that must be cultivated by those who would know the Ultimate Reality, that ineffable presence some call Brahman, others the Absolute, and still others simply Truth.

These virtues are not ornaments worn for display, nor achievements accumulated like coins in a purse. They are transformations of consciousness itself, fundamental reorderings of perception that allow the veil of illusion to fall away, revealing what has always been present but never seen. Like a sculptor who does not create the statue but merely removes the excess stone, the aspirant does not manufacture spiritual realization but strips away the obscurations that prevent its recognition.

The seeker stands at the threshold, gazing into an abyss of mystery that is simultaneously emptiness and fullness, silence and song. The ordinary mind recoils from such paradox, seeking the solid ground of certainty and the bright edges of definition. Yet the mystical path demands a different courage: the willingness to dissolve into that which cannot be grasped, to become intimate with the unspeakable, to rest in the groundless ground where all distinctions collapse into undifferentiated awareness.

Vairagya—The Great Letting Go

In the deepest recesses of the human heart burns a fire that consumes all it touches, leaving only ash and longing. This is the fire of desire, the insatiable hunger that drives beings from pleasure to pleasure, like moths circling an ever-receding flame. The worldly person, intoxicated by the promise of fulfillment, chases shadows across the landscape of experience, never recognizing that satisfaction perpetually eludes grasp precisely because it is sought in objects that cannot contain it.

Vairagya, which the sages call renunciation or dispassion, arises not from bitter disappointment or world-weary cynicism, but from a profound seeing—a penetrating vision that perceives the fundamental nature of all conditional existence. Like one who has tasted nectar and can no longer be satisfied by sugar water, the awakening soul begins to recognize the subtle poison hidden within even the sweetest of temporal pleasures. The joy of possession contains the seed of loss; the ecstasy of union conceals the anguish of separation; the glory of worldly achievement masks the hollow emptiness that follows acclaim.

This virtue is not the forced suppression of natural desires, not the grim self-flagellation of those who war against their own humanity. Rather, it emerges organically when clear seeing dispels the enchantment that makes transient things appear permanent, limited pleasures appear infinite, and fragmentary experiences appear whole. The renunciate does not abandon the world through hatred but releases attachment through understanding, like a person who stops clutching at reflections in water upon realizing they can never be grasped.

Even the loftiest states of consciousness, even the exalted experiences available to refined beings in subtle realms—what the texts call "Brahmahood"—are recognized as ultimately unsatisfying, for they too arise and pass away in the vast ocean of being and non-being. The soul that has glimpsed the Eternal can no longer mistake the temporal for ultimate refuge, no matter how sublime its appearance. This radical disillusionment with all that comes and goes becomes the fertile soil in which true liberation takes root.

Shama—The Stilling of the Storm

Picture a lake whose surface is constantly agitated by wind, its waters churned into countless waves that catch the light and cast it in a thousand fragmentary reflections. No clear image can form in such turbulence; the moon above remains invisible to the restless waters below. So it is with the mind that leaps endlessly from object to object, never resting, never settling, forever dispersing its attention across the infinite multiplicity of phenomena.

Shama—that sacred calmness which the mystics treasure above all worldly wealth—arises when the mind gradually withdraws its outward-flowing energies and begins to stabilize in its own luminous nature. This is not the dull torpor of sleep, nor the forced concentration of one who strains to hold attention through sheer will. Rather, it resembles the natural settling that occurs when muddy water is left undisturbed: gradually, inevitably, the sediment sinks and clarity emerges of its own accord.

The aspirant learns through patient observation to see the fundamental unsatisfactoriness that permeates all sense experience. Each pleasure contains within it the worm of satiation; each acquisition brings new anxieties of preservation and loss; each relationship carries the burden of expectation and the shadow of eventual parting. This is not pessimism but clear-eyed realism, the unflinching recognition of existence as it actually presents itself rather than as we desperately wish it to be.

As this understanding deepens, something miraculous occurs: the mind's habitual rush toward external objects begins to slow, like a river approaching the sea. The magnetic pull of sensory allure weakens; the tyranny of craving relaxes its grip. In the resulting stillness, the mind discovers its capacity to rest in itself, directed steadfastly toward that ineffable Goal which has no location in space, no position in time, yet remains more intimate than breath, more fundamental than heartbeat.

This inward-turning is not an escape from reality but a movement toward the Real, away from the endless proliferation of appearances toward the silent source from which all appearances arise. Like a wanderer who finally turns homeward after years of aimless roaming, the mind in shama discovers the peace that needs nothing external to complete it, the fullness that wants for nothing because it has recognized its own infinite nature.

Dama—The Sacred Discipline

The sense organs are like wild horses, each pulling in its own direction, each demanding to be indulged. The eyes hunger for beautiful forms; the ears strain toward pleasant sounds; the tongue craves delectable tastes; the skin seeks comfortable sensations; the nose pursues agreeable fragrances. Meanwhile, the internal faculties—imagination, memory, emotion—generate their own clamorous demands, weaving endless narratives of past and future, hope and fear, attraction and aversion.

Dama—that virtue of self-control or mastery—involves neither violent suppression nor indulgent license, but rather the intelligent redirection of these energies toward their ultimate source. The mystic understands that the senses themselves are not enemies to be destroyed but instruments that have been misdirected, like tools used for purposes other than those for which they were designed. The eye that endlessly consumes visual stimuli can be taught to close in meditation, discovering the inner light that shines independently of any external object. The ear that chases after melodious sounds can learn to attend to the soundless resonance that underlies all manifestation.

This turning inward of the sense faculties is not a denial of their reality but a restoration of their proper function. Just as a river that has overflowed its banks must be guided back to its channel, so the outward-flowing energies of perception must be returned to their respective centers—those subtle points within consciousness where outer meets inner, where the limited connects with the unlimited, where the particular dissolves into the universal.

The practitioner discovers that each sense organ, when withdrawn from its habitual objects and established in its source, reveals a dimension of peace and stability previously unknown. The restless eyes, no longer darting after every passing form, find rest in the formless awareness that perceives all forms without being defined by any. The chattering mind, no longer spinning its endless commentaries, discovers the silence that contains all speech without being disturbed by noise.

This is the work of patient years, not accomplished through force but through gentle persistence, not seized through effort but allowed through understanding. Like the gradual taming of a wild animal through kindness and consistency, the senses slowly learn to trust a new master, one who does not exploit them for fleeting pleasures but guides them toward their own deepest fulfillment.

Uparati—The Great Withdrawal

Beyond the mere control of the senses lies a deeper transformation, one that the sages call uparati—that supreme self-withdrawal in which the mind-function itself ceases to be affected by external circumstances. This is not indifference born of exhaustion or detachment arising from disappointment, but rather a profound independence rooted in the recognition of what truly matters and what is merely superficial.

Imagine a lotus that grows in muddy waters yet remains untouched by the mire, its petals pristine despite the murk from which it emerges. Or consider a clear crystal that reflects whatever color is placed before it yet is not itself colored by any reflection. Such is the mind established in uparati: fully present in the world of phenomena, functioning appropriately in response to circumstances, yet fundamentally unaffected at its core, maintaining an inner sanctuary of peace that no external event can violate.

This virtue represents a radical shift in one's center of gravity, a migration of identity from the periphery to the center, from the circumference of experience to its still heart. The ordinary person identifies completely with the flow of mental and emotional states, rising and falling with each wave of pleasure and pain, success and failure, praise and blame. But the one established in uparati has discovered that awareness itself—pure, witnessing consciousness—remains untouched by the content it illuminates, like space that is never altered by the objects it contains.

External objects and events continue to arise in perception, but they no longer penetrate to the essence of what one is. They appear like clouds drifting across the sky, like images projected on a screen, like waves rising and falling on the ocean's surface. The mind observes these movements with equanimity, neither grasping after pleasant experiences nor recoiling from difficult ones, abiding in its own nature with unshakeable stability.

This is the peace that passes understanding, the rest that does not depend on comfortable circumstances, the joy that needs no external cause. It is discovered not through arrangement of outer conditions but through the profound recognition of what one has always been beneath the turbulent surface of psychological activity—that unchanging awareness in which all change occurs, that silent witness before which the entire drama of existence unfolds.

Titiksha—The Alchemy of Suffering

The spiritual path inevitably leads through territories of discomfort, through deserts of dryness and dark nights of the soul. The body ages and weakens; relationships disappoint; cherished plans crumble; the world refuses to conform to our expectations. These afflictions—whether gross physical pain or subtle psychological distress—test the aspirant's commitment, revealing the depth of understanding and the genuineness of spiritual maturity.

Titiksha, that noble forbearance which the mystics cultivate with such care, is not the gritting of teeth in stoic resignation, nor the passive acceptance of abuse or injustice. Rather, it is a profound shift in relationship to difficulty, rooted in the understanding that external circumstances possess only the power we grant them through our reactive patterns. The pain is inevitable—this the wise acknowledge—but the suffering that arises from resistance to pain, from the mental elaboration that transforms sensation into story, from the fearful anticipation of future difficulty or the bitter rumination on past injury—this is optional.

The practitioner learns to meet affliction with a quality of presence that neither flees nor fights, neither dramatizes nor denies. Like a skilled sailor who cannot control the wind but can adjust the sails, the aspirant discovers the freedom to choose response rather than being imprisoned in mechanical reaction. Physical discomfort is acknowledged without catastrophizing; emotional turmoil is witnessed without identification; external opposition is noted without the construction of elaborate narratives of victimhood or justified resentment.

This forbearance is rooted in a deeper vision that perceives the transient nature of all conditional experience. Just as morning mist inevitably dissolves when the sun rises, so all afflictions—no matter how solid and permanent they appear—are recognized as temporary visitors in the vast space of awareness. They come unbidden and depart uninvited, arising and passing in accordance with causes and conditions far beyond the individual's control or responsibility.

Moreover, the mature practitioner begins to perceive difficulty itself as a sacred teacher, a fierce grace that strips away illusion and reveals what is truly indestructible. In the fire of affliction, false refuges are burned away, shallow understandings are exposed, superficial consolations are shown to be inadequate. What remains after this purification is not the broken remnant of a defeated spirit but the diamond core of consciousness itself, that which cannot be harmed by any circumstance because it is not a thing that can be damaged but the very space in which all things arise and pass away.

Shraddha—The Light of Faith

At the foundation of all spiritual endeavor lies a quality that modern minds often misunderstand, dismissing it as blind credulity or wishful thinking. Yet shraddha—that profound faith which the sages declare essential for realization—is neither the opposite of reason nor the abandonment of discrimination. Rather, it is a deep trust rooted in direct insight, a confidence born from the resonance between sacred teaching and innermost knowing, a recognition that what the scriptures and the awakened ones declare corresponds to something already intuited in the depths of one's own being.

This faith is not belief in propositions that contradict experience or reason, but rather the firm acceptance—through both wisdom and direct perception—of truths that transcend the ordinary mind's capacity for conceptual grasp yet reveal themselves to the purified heart. When the genuine teacher speaks of the Self that was never born and can never die, when the ancient texts proclaim the identity of individual consciousness with universal Consciousness, when the mystics testify to a peace beyond all comprehension—something within the sincere seeker trembles with recognition, as if remembering what has always been known but temporarily forgotten.

This faith provides the foundation upon which the entire edifice of spiritual practice is built. Without it, the aspirant lacks the conviction necessary to sustain effort through difficulties, the confidence to persist when progress seems absent, the willingness to surrender cherished beliefs and comfortable identities in service of truth. With it, the path unfolds naturally, each step revealing new vistas that confirm and deepen the initial intuition that drew one toward the sacred mystery in the first place.

Shraddha is simultaneously gift and achievement, grace and attainment. It descends upon the prepared heart like rain upon plowed earth, yet it must also be cultivated through study, reflection, and the testing of spiritual propositions against lived experience. The aspirant learns to distinguish genuine faith—which opens and expands awareness—from mere belief, which closes and contracts understanding. True faith makes the mind supple and receptive; false belief makes it rigid and defensive.

As this virtue matures, it becomes the very means by which Reality is perceived. Just as physical eyes are required to perceive visible forms and ears necessary to detect sounds, so faith becomes the organ through which the soul apprehends the Ultimate. Not faith as opposed to knowledge, but faith as the deepest knowing—immediate, intimate, indubitable—that rises from the ground of being itself when all obscurations have been cleared and the witness stands naked before the witnessed, discovering that seer and seen have always been one undivided wholeness masquerading as multiplicity.

The Convergence of Virtues

These qualities—renunciation, calmness, self-control, self-withdrawal, forbearance, and faith—are not separate accomplishments to be acquired sequentially, like items checked off a list. Rather, they interpenetrate and support one another, forming an integrated whole that transforms consciousness from its ordinary fragmented state into the unified awareness capable of recognizing its own true nature.

Renunciation without calmness becomes mere aversion; calmness without self-control remains superficial; self-control without forbearance breeds rigidity; forbearance without faith lacks foundation. Yet when these virtues mature together, they create the conditions in which the great awakening can occur—not as something achieved through effort but as the natural revelation of what has always been present but veiled by ignorance, agitation, and misdirected attention.

The aspirant who cultivates these qualities discovers that spiritual transformation is not the acquisition of something new but the removal of obstructions, not the creation of a different self but the recognition of what the self has always been beneath its temporary identifications and conditioned patterns. Like clouds dispersing to reveal the sun that has never ceased to shine, or like the cleaning of a mirror to restore its native reflective capacity, the foundational virtues clear away the accumulated obscurations that prevent the soul from knowing itself.

The Return to Source

At journey's end—which is simultaneously its beginning, for the seeker never left the place toward which the search was directed—the multiplicity of virtues dissolves into the simplicity of pure being. The one who has walked this path discovers that Brahman, the Absolute Reality, was never truly distant or foreign, never genuinely other than one's own deepest nature. All the practices, all the disciplines, all the virtues were not means of reaching some far-off destination but ways of removing the barriers we ourselves constructed between what we are and what we think we are.

In that recognition, a great peace descends—or rather, has always been present but is finally acknowledged. The search ends not in finding what was lost but in realizing what was never absent. The questions that drove the spiritual quest dissolve not through being answered but through being outgrown, like children's concerns that lose relevance when maturity dawns.

This is the fruit of the foundational virtues: not spiritual achievement to be displayed, not exotic experiences to be recounted, but the simple, profound ordinariness of being what one has always been, seeing what has always been visible, resting in what has never moved. The mystical journey, traveled through such effort and discipline, reveals itself finally as the cosmic joke—that we sought everywhere for what we could never lose, that we struggled mightily to become what we have never ceased to be, that the kingdom we longed for was never elsewhere but always within, always here, always now, waiting only for recognition.

And in that recognition, the soul rests—not in achievement but in completion, not in arrival but in homecoming, not in becoming something new but in remembering what is eternally true. The path to Brahman is revealed as Brahman itself, the seeker discovered as the sought, the journey and the destination merged in the eternal present where all distinctions collapse into the luminous silence from which they first emerged and to which they eternally return.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

 

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

 

Το Κατώφλι του Αιώνιου

 

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

 

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

 

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

 

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

 

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

 

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

 

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

 

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

 

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

 

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

 

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

 

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

 

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

 

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

 

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

 

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

 

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

 

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

 

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

 

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

 

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

 

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

 

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

 

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

 

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

 

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

 

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

 

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

 

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

 

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

 

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

 

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

 

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

 

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

 

Η Σύγκλιση των Αρετών

 

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

 

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

 

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

 

Η Επιστροφή στην Πηγή

 

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

 

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

 

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

 

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~