ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)
3. Το Άπειρο Βάθος της Ύπαρξης: Μια Μυστική Θέαση

CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 10 January, 2026

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

1. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Η ΑΛΗΘΕΙΑ, η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, (αυτό που συμβαίνει πραγματικά) μπορεί να γίνει αντιληπτό ολοκληρωτικά (δηλαδή στο βάθος, την έκταση και το περιεχόμενο του) μονάχα από το Ελεύθερο Πνεύμα που συλλαμβάνει άμεσα αυτό που συμβαίνει στο όλο και στις επιμέρους λειτουργίες που δημιουργούν μια “τοπική”  όψη της πραγματικότητας. Το Ελεύθερο Πνεύμα που δεν δεσμεύεται σε τίποτα χρησιμοποιεί την ολική αντίληψη και τις μερικές αντιλήψεις γνωρίζοντας την σχετικότητά τους και τους περιορισμούς τους. Έτσι έχει πλήρη αντίληψη της πραγματικότητας, ολοκληρωτική και τελεσίδικη. Έχει αντίληψη του όλου και χρησιμοποιεί τις επιμέρους λειτουργίες αναγνωρίζοντας την αλήθεια τους (σαν λειτουργίας) αλλά δεν υιοθετεί το περιεχόμενό τους.
Η αποδοχή μιας επιμέρους λειτουργίας (της αντίληψης, της σκέψης, της ψυχικής διάθεσης, της εξωτερικής αίσθησης) σαν εκφραστή της πραγματικότητας οδηγεί σε μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας. Η υιοθέτηση του περιεχομένου σαν αλήθειας οδηγεί στην υποκειμενικότητα, την προσωπική απομόνωση, την φαντασία, δηλαδή σε μια κατασκευασμένη, μη αληθινή όψη της πραγματικότητας.
Ενώ το Ελεύθερο Πνεύμα αναγνωρίζει, για παράδειγμα, την διανόηση σαν λειτουργία, σαν αληθινή, όμως κατανοεί πως ό,τι κατασκευάζει η σκέψη (δηλαδή το περιεχόμενο της σκέψης) είναι μια τεχνητή κατασκευή. Το λάθος των ανθρώπων είναι ακριβώς ότι πιστεύουν (είναι πεπεισμένοι) πως ό,τι σκέφτονται (η σκέψη τους και τα δημιουργήματά της) είναι η πραγματικότητα, η αλήθεια. Από αυτή την διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας πηγάζουν προσανατολισμοί, διαθέσεις και πράξεις των ανθρώπων. Το αποτέλεσμα φαίνεται στις κοινωνίες, στην κοινωνική ζωή.
Τι είναι λοιπόν Αλήθεια; Αλήθεια είναι αυτό που αντιλαμβάνεται το Ελεύθερο Πνεύμα, όχι το πνεύμα που ανακηρύσσει μια επιμέρους λειτουργία (όπως η σκέψη) σαν  όραμα της αλήθειας και δέχεται ό,τι παράγει αυτή η λειτουργία σαν αληθινό. Αυτό είναι μια “αλήθεια”, η αλήθεια (σαν ιδέα) στο διανοητικό επίπεδο και ήδη από την διατύπωσή της αυτή η αλήθεια οδηγεί στην  υπέρβαση της διανόησης, στην κατάργηση της σκέψης. Όλα όσα σκέφτονται οι άνθρωποι, όσα κατασκευάζουν με την σκέψη τους, είναι ψεύτικες όψεις της πραγματικότητας. Πως ακριβώς συμβαίνει αυτό;
Η πραγματικότητα που αντιλαμβάνεται το Ελεύθερο Πνεύμα είναι μια κίνηση που υπάρχει μόνο την στιγμή που εξελίσσεται και που ρέει κάθε στιγμή κι αλλάζει κι ανανεώνεται και ο μόνος πραγματικός χρόνος είναι ακριβώς αυτή η στιγμή, το απόλυτο παρόν. Σε αυτή την αντίληψη που συλλαμβάνει και το όλο και το μερικό και τοπικό, οι λειτουργίες είναι αληθινές, σαν λειτουργίες, αλλά όχι το ψεύτικο περιεχόμενό τους. Δηλαδή αντιλαμβανόμαστε, εννοούμε (σκεπτόμαστε) συναισθανόμαστε, αισθανόμαστε, σε μια αντίληψη χωρίς όρια, περιορισμούς, διαχωρισμούς του όλου και του μερικού. Δρούμε άμεσα, χωρίς παραμορφώσεις ή περισπασμούς, όπου χρειάζεται, χωρίς να χάνουμε ποτέ την ροή της ζωής. Οι άνθρωποι όμως, με την σκέψη τους, δεν κρατιούνται σε επαφή με την κίνηση, την αέναη αλλαγή των φαινομένων, στην ροή της ζωής. Φτιάχνουν σταθερές εικόνες του “χώρου”, των αντικειμένων, των φαινομένων κι εκεί που υπάρχει μόνο κίνηση κι εξέλιξη βλέπουν σταθερές ουσίες που “εξελίσσονται” κι “αλλάζουν”  (κι αυτό είναι διαφορετικό). Το αποτέλεσμα είναι πως οι άνθρωποι δεν ζουν την ζωή στην ροή της αλλά σκέφτονται (στεκόμενοι έξω από το ρεύμα της ζωής) την ζωή, τα αντικείμενα, τις σχέσεις τους, προσανατολίζονται σύμφωνα με την ιδεολογική “αποθήκη” τους και πράττουν προσπαθώντας να εφαρμόσουν τις επιθυμίες τους. Προσπαθούν να εφαρμόσουν το μοντέλο της σκέψης τους (που συνεχώς ανανεώνουν και αναπροσαρμόζουν στις νέες συνθήκες, αλλά πάντα είναι κάτι “στατικό”) στην πραγματικότητα. Ζουν στην φαντασία τους και προσπαθούν να εφαρμόσουν την φαντασία τους στην ζωή. Φυσικό είναι να αποτυγχάνουν τις πιο πολλές φορές και να απογοητεύονται.
Η αλήθεια λοιπόν βρίσκεται μόνο στην άμεση επαφή με την πραγματικότητα, με αυτό που συμβαίνει, στην παρακολούθηση της ροής της ζωής, στο απόλυτο παρόν, στην στιγμή που ρέει.  Η αλήθεια δεν βρίσκεται στην σκέψη των ανθρώπων. Όλη η σκέψη των ανθρώπων, ο πολιτισμός τους, οι φιλοσοφίες κι οι θρησκείες τους (σαν δόγματα) κι οι πράξεις των ανθρώπων, είναι όλα μάταιες ειδωλολατρείες. Δεν ανήκουν στην πραγματική ζωή αλλά στην φαντασία που έχουν ανακηρύξει οι άνθρωποι σε αλήθεια.
Αλήθεια στον σχετικό κόσμο των ανθρώπων είναι ό,τι οδηγεί προς την Πραγματικότητα πέρα από τις φαντασίες κι αυταπάτες των ανθρώπων. Όλη η σκέψη είναι για πέταμα. Όλες οι επιθυμίες κι οι προσανατολισμοί που μας απομακρύνουν από την Αλήθεια είναι πάθη κι ανοησία και σπατάλη χρόνου. Όλες οι πράξεις των ανθρώπων, ακόμα και αυτές που θεωρούνται οι πιο ιερές, όπως τα ψευτομυστήρια κι οι μαγικές τελετουργίες, είναι αφελής ειδωλολατρεία, που δεν μας ανυψώνει προς την Αλήθεια.
Ο Δρόμος της απάρνησης των περιττών στον κόσμο, της απάθειας στο σκοτάδι των επιθυμιών, της σιωπής μέσα στον θόρυβο της σκέψης, της άμεσης επαφής με ό,τι συμβαίνει πραγματικά (κι όχι με ό,τι σκεφτόμαστε), της απελευθέρωσης από περιορισμούς κι αυταπάτες, είναι ο Μόνος Δρόμος που Οδηγεί στην Ελευθερία, στην Ολοκλήρωση, στην Αλήθεια. Όχι σαν επίτευξη κάποιου εγώ, σαν αποτέλεσμα κάποιας προσπάθειας, αλλά ακριβώς σαν διάλυση κάθε αυταπάτης που αφήνει την Φύση να Λειτουργήσει Ελεύθερα, Αντικειμενικά κι Ολοκληρωμένα.
Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Κι αυτή η “αλήθεια” δεν είναι ένα διανόημα, μια θεωρία, αλήθεια που πρέπει να πιστεύουμε και να διδάσκουμε και να προσπαθούμε να εφαρμόσουμε. Είναι κάτι που διαπιστώθηκε πρακτικά, απαύγασμα εμπειρίας, ο Μόνος Ορθός Τρόπος Ζωής, κάτι απόλυτα πρακτικό. Η Ίδια η Ζωή.
...

2. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ σαν Ανοιχτή Διαδικασία Αντίληψης δεν έχει ιδιότητες. Ούτε ταυτίζεται με το περιεχόμενό της, την Ενότητα, το Υποκείμενο, το Αντικείμενο, Καταστάσεις, Εμπειρίες ή Δραστηριότητες. Μάλιστα, αυτή η διαδικασία αντίληψης, μονάχα όταν είναι άμεση, ανόθευτη σύλληψη αυτού που συμβαίνει, είναι αντικειμενική και συλλαμβάνει την Πραγματικότητα. Όταν η αντίληψη γίνεται επεξεργασία ή συμβολική απεικόνιση ή επηρεάζεται με οποιονδήποτε τρόπο, τότε δεν αντανακλά την Πραγματικότητα αλλά μια “κατασκευασμένη” πλασματική πραγματικότητα.
Η Συνείδηση Αποτελεί το Απόλυτο Υπόβαθρο κάθε αντίληψης, κάθε εμπειρίας. Όταν η Συνείδηση αυτοπεριορίζεται σε ένα κέντρο αντίληψης (σε ένα υποκείμενο) διαχωρίζεται από το Όλον και βιώνει την δυαδικότητα του υποκειμένου που έχει απέναντι το αντικειμενικό. Το Ον (τα όντα, οι άνθρωποι) με απόλυτα δική του ευθύνη αυτοπεριορίζεται σε ένα αντιληπτικό (υπαρξιακό, νοητικό, ψυχικό, ψυχοβιολογικό) κέντρο κι εισέρχεται στον κόσμο της δυαδικότητας που είναι κατασκευασμένος και πλασματικός. Αυτή η δραστηριότητα είναι μια απομονωτική διαδικασία κι η απομόνωση είναι τόσο πιο μεγάλη όσο ισχυρότερο είναι το εγωιστικό κέντρο. Στην πραγματικότητα, το ον, όταν εισέρχεται σε αυτή την κατάσταση, τρόπο ζωής, εισέρχεται σε ένα προσωπικό κόσμο, στον δικό του προσωπικό λαβύρινθο, ύπαρξης, σκέψης, ζωής. Μονάχα αυτός ο ίδιος μπορεί να κατανοήσει τι συμβαίνει και μονάχα αυτός ο ίδιος μπορεί να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς κι αυταπάτες και να ξαναβρεί μέσα του (μέσα στην ίδια του την φύση) την Ελευθερία, την Απεραντοσύνη της Ύπαρξης, το Άχρονο, το Πραγματικό. Αυτή η Πορεία προς το Πραγματικό σημαίνει την εγκατάλειψη της προσωπικής ύπαρξης, του εγώ, των περιορισμών, των εξαρτήσεων κι όλων των παραπλανητικών εμπειριών. Μονάχα όταν το ον ανυψώνεται πάνω από την δυαδικότητα, πάνω από το εγώ, τον διαχωρισμό υποκείμενο-αντικείμενο, στην Άμεση Αντίληψη της Πραγματικότητας (στην άμεση επαφή με αυτό που συμβαίνει), βιώνει την Ενότητα της Ύπαρξης και την άμεση επαφή με όλα (την βαθύτερη ουσία τους κι όχι τις επιφανειακές δραστηριότητές τους). Αυτό όμως, το Αίσθημα Ενότητας της Ύπαρξης, δεν μπορεί να οδηγήσει στην παρεξήγηση ή να στηρίξει την αυταπάτη ότι (σε Αυτή την Κατάσταση Ενότητας) είμαστε σωτήρες του παντός κι ότι πρέπει να σώσουμε όλα τα πλάσματα. Είναι η τελευταία αυταπάτη του εγώ που διαλύεται μέσα στο Παγκόσμιο (και προσπαθεί να αγκιστρωθεί στην ιδέα του “σωτήρα”, του “μποντισάττβα”, του αγίου, κλπ.. Όταν κάποιος βιώνει την Ενότητα είναι πραγματικά Ένα με όλα αλλά κάθε ον ακολουθεί τον δικό του δρόμο. Όπως με δική του ευθύνη μπήκε μέσα στην προσωπική αυταπάτη, μέσα στον λαβύρινθο της ίδιας του της αντίληψης, έτσι πρέπει αυτός ο ίδιος να κατανοήσει την αυταπάτη του και να απελευθερωθεί. Κανένας δεν μπορεί να σώσει κανέναν.
Όταν κάποιος ζει μέσα στην αυταπάτη της σκέψης, του εγώ, της δυαδικότητας, του χρόνου, της εξέλιξης, πιστεύει ότι μπορεί να εξελιχθεί, να κατανοήσει την αλήθεια, να φωτισθεί. Στην πραγματικότητα, όλες αυτές οι δραστηριότητες ανήκουν στην πλασματική κατασκευασμένη πραγματικότητα του εγώ. Όλες οι φιλοσοφίες που φτιάχνουν οι άνθρωποι της σκέψης είναι θεωρητικά οικοδομήματα κι όλες οι θρησκείες είναι ειδωλολατρείες γιατί έχουν να κάνουν με ψεύτικα πράγματα (αντιλήψεις, ιδέες, πεποιθήσεις, συμπεριφορές, πράξεις) κι όχι με αυτά που συμβαίνουν πραγματικά, με πραγματικά πράγματα που υπάρχουν. Η κατανόηση αυτού που συμβαίνει δεν είναι κατανόηση κάποιου πράγματος αλλά διάλυση της αυταπάτης, παύση της διαστρεβλωτικής διαδικασία της σκέψης. Μονάχα στην Άμεση Επαφή με αυτό που συμβαίνει, χωρίς αναλύσεις, διαστρεβλώσεις, μας τοποθετεί στην πραγματικότητα, στον πραγματικό χρόνο, στο απόλυτο παρόν, στην Στιγμή που Ρέει, στην Αλήθεια.
Η Πραγματική Ολοκληρωτική Πλήρης Προσοχή, Εδώ, Τώρα, σε ό,τι συμβαίνει πραγματικά, η άμεση επαφή με την ροή της πραγματικότητας, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ενασχόληση. Πρέπει να ακολουθούμε συνεχώς το Ρεύμα της Ζωής. Το να βγούμε από αυτή την Άμεση Επαφή με την Ζωή σημαίνει ακριβώς ότι βυθιζόμαστε στην προσωπική ονειροπόληση. Κι όσο κι αν αυτή η ονειροπόληση μοιάζει πραγματική εμπειρία δεν παύει να είναι μια διαστρεβλωτική διαδικασία που μας βγάζει από την Πραγματικότητα στο ψεύτικο. Αυτή η Απλή Ολοκληρωτική Πλήρης Προσοχή είναι Αληθινός Διαλογισμός, Αληθινή Όραση, που αγκαλιάζει το σύνολο της ζωής. Όταν Ρέουμε με την Ζωή  δεν έχουμε διαχωρισμούς στον χρόνο ή στις καταστάσεις. Η Ροή είναι Συνεχής, η εμπειρία είναι πραγματική κι όλη αυτή η ζωή είναι διαλογισμός. Κι αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις παιδιάστικες δραστηριότητες που ονομάζουν οι αμαθείς διαλογισμό, δραστηριότητες του εγώ που ζει μέσα στην δυαδικότητα, συγκέντρωση, προσευχή, ή οτιδήποτε άλλο. Η Μόνη Διέξοδος στην Πραγματικότητα είναι Εδώ, Τώρα, στην Άμεση Επαφή με αυτό που συμβαίνει.
Όταν κάποιος κατανοεί αυτό που συμβαίνει, όχι με την έννοια να κατανοήσουμε κάτι αλλά να διαλύσουμε τις αυταπάτες, διαλύονται οι περιορισμοί της Συνείδησης, η Συνείδηση Απελευθερώνεται. Η Συνείδηση δεν ταυτίζεται με κανένα περιεχόμενο αλλά Στέκεται Αιώνια, στην Στιγμή που Ρέει, Πέρα από τον Χρόνο, την Δημιουργία, τις Εμπειρίες, τα Φαινόμενα. Μια Τέτοια Ελεύθερη Συνείδηση, εφόσον είναι συνδεδεμένη με ένα σώμα, μπορεί ελεύθερα να ενεργεί όπου καλείται από τις ανάγκες της ύπαρξης, άμεσα (χωρίς χρόνο) και χωρίς να κρατιέται πουθενά. Βρίσκεται ταυτόχρονα έξω από όλα και μέσα σε όλα. Έχει μια τελείως διαφορετική εμπειρία ζωής από αυτές τις συνειδήσεις που περιορίζονται σε ένα αντιληπτικό κέντρο, σε ένα εγώ και στους περιορισμούς και στις αυταπάτες ενός εγώ. Αυτή η Ελεύθερη Συνείδηση είναι η Αληθινή Φύση του Ανθρώπου.

3. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Όλοι αυτοί που ασχολούνται με τον Εσωτερισμό, τον Μυστικισμό, τις Θρησκευτικές Πρακτικές Πνευματικής Ανάπτυξης, αργά ή γρήγορα βρίσκονται μπροστά σε ένα καθαρά πρακτικό πρόβλημα. Πώς να Δουν πραγματικά, πώς να Βιώσουν την Πραγματικότητα, πώς να ζήσουν Ορθά. Στην πραγματικότητα, σε όποια κατάσταση επίγνωσης κι αν βρίσκεται το ον (τα όντα, οι άνθρωποι) πάντα έχει μια αντίληψη της πραγματικότητας, είτε καθαρή είτε παραμορφωμένη, κατασκευασμένη, πλασματική. Και σε κάθε περίσταση κάποιος έχει μια αντίληψη, μια γνώμη, για οποιοδήποτε θέμα. Προφανώς μιλάμε για το πώς μπορεί να έχει κάποιος πραγματική θέαση της Πραγματικότητας, πώς να ζει πραγματικά, πώς να ζει την πραγματική ζωή κι όχι τις φαντασιώσεις του.
Όλοι οι Μεγάλοι Σοφοί, ο Λάο Τσε, ο Βούδας, οι Διδάσκαλοι της Βεδάντα, ο Πανταζάλι, ο Ορφέας, ο Ιησούς, ο Προφήτης, μέχρι τους σύγχρονους θεόσοφους και τον Κρισναμούρτι, μίλησαν για το πώς μπορούμε να Βιώσουμε την Πραγματικότητα. Όχι σαν μια μέθοδο, σαν μια προσπάθεια, σαν διανοητική κατανόηση ή σαν επίτευξη ενός εγώ, αλλά σαν Άμεση Όραση, Άμεση Θέαση της Πραγματικότητας, χωρίς τις διαστρεβλώσεις της αντίληψης, της σκέψης ή των εξωτερικών αισθήσεων. Το να Δει κάποιος με Πλήρη Προσοχή αυτό που συμβαίνει είναι ο μόνος τρόπος να Δούμε. Τι σημαίνει να Δούμε με Προσοχή; Σημαίνει πολλά πράγματα. Καταρχήν σημαίνει ότι είμαστε εδώ, «παρόντες» αυτή την στιγμή. Ότι βλέπουμε αυτό που συμβαίνει, την ροή των φαινομένων, την αλλαγή, την ανανέωση, (και εσωτερικά, μέσα μας, και εξωτερικά, στο σώμα, στον κόσμο). Είμαστε στο Ρεύμα της Ζωής, στην κίνηση αυτού που συμβαίνει. Σε μια τέτοια Άμεση Επαφή μπορούμε όχι  μόνο να δούμε τα εξωτερικά πράγματα χωρίς παρεμβολές και διαστρεβλώσεις αλλά και να αναγνωρίσουμε όλες τις εσωτερικές κινήσεις, συναισθήματα, σκέψη (ανάλυση, σχολιασμό, σχετιζόμενες μνήμες) και γενικά όλο τον αντιληπτικό μηχανισμό.  Η Άμεση Θέαση είναι απλή θέαση χωρίς τίποτα πρόσθετο κι αποκαλύπτει ακριβώς αυτό που συμβαίνει, μια ανοιχτή αντίληψη ενότητας της ύπαρξης που τα περιλαμβάνει όλα κι όπου δεν αναδύονται ατομικές αντιλήψεις, διαχωρισμοί υποκειμένου-αντικειμένου. Σε μια Κατάσταση Επίγνωσης η Συνείδηση βρίσκεται παντού ταυτόχρονα, σε όλες τις λειτουργίες και δρα όπου την καλεί η ζωή χωρίς να καθυστερεί πουθενά περισσότερο από όσο χρειάζεται η ίδια η ζωή.
Προφανώς μια Τέτοια Προσοχή, μια Συνεχής Εγρήγορση και Παρακολούθηση του Ρεύματος της Ζωής απαιτεί νοημοσύνη και δύναμη. Η Εγρήγορση, το να είσαι συνεχώς «ξύπνιος» απαιτεί τεράστια ποσά ενέργειας και τελικά είναι κουραστικό. Από μόνη της η ίδια η ζωή αναστέλλει αυτή την κατάσταση για να φέρει ισορροπία  και ξεκούραση (με τον ύπνο). Οι άνθρωποι, στην διάρκεια της εξέλιξής τους, προκειμένου να διατηρήσουν την εγρήγορση, την επαφή με την πραγματικότητα, κατέφυγαν στην «αυτοματοποίηση». Οι άνθρωποι δημιουργούν ένα σταθερό πρότυπο (μια σταθερή νοητική αφηρημένη εικόνα) του χώρου, της πραγματικότητας, των αντικειμένων, της ζωής και εντάσσουν μέσα σε αυτό τις δραστηριότητές τους, στρέφοντας την προσοχή τους σε ιδιαίτερα πράγματα. Αυτή η αυτοματοποίηση εξοικονομεί ενέργεια και οι άνθρωποι μπορούν να έχουν πολλές ώρες δραστηριότητας μέχρι πάλι να εξαντληθούν και να πέσουν σε ύπνο (με την αναγκαστική αναστολή της εγρήγορσης). Η ζωή των ανθρώπων μοιράζεται ανάμεσα στην εγρήγορση και τον ύπνο.
Την ίδια στιγμή όμως, ενώ η αυτοματοποίηση βοηθά τον άνθρωπο στην δράση του, ταυτόχρονα τον αποσπά από την άμεση θέαση αυτού που συμβαίνει (αφού στην αντίληψη «παρεμβάλλονται» τα σταθερά πρότυπα χώρου, πραγματικότητας, αντικειμένων) και τον βάζει σε μια κατασκευασμένη πραγματικότητα (που «αναπροσαρμόζεται, σαν πληροφορία, όταν είναι ανάγκη). Έτσι οι άνθρωποι (οι περισσότεροι) δεν έχουν πραγματική εγρήγορση (δηλαδή άμεση θέαση αυτού που συμβαίνει και παρακολούθηση της ροής της ζωής) αλλά ζουν σε μια κατάσταση μισο-συνειδητού, μισο-ύπνου. Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι ζουν σε αυτή την κατάσταση του μισοξύπνιου. Αυτό αποδεικνύεται και από την Πειραματική Ψυχολογία (που μελετά την συνείδηση, την εγρήγορση, την αυτοματοποίηση, τα νοητικά πρότυπα και την παρεκτροπή της αντιληπτικής διαδικασίας) αλλά και από την συμπεριφορά των ανθρώπων. Όλοι σκέπτονται την ζωή. Έχουν σταθερά πρότυπα της πραγματικότητας, των αντικειμένων, των σχέσεων, μνήμες, γνώσεις, πληροφορίες. Όλη αυτή η διαμόρφωση της αντίληψης, της συμπεριφοράς και της εξωτερικής δράσης γίνεται με την κοινωνικοποίηση, την εκπαίδευση (την εκμάθηση της γλώσσας και των όρων που περιγράφουν την πραγματικότητα) και την ζωή μέσα στην κοινωνία, (την πολιτικοοικονομική κατάσταση, την μαζική πληροφόρηση, κλπ.) κι ασφαλώς τις προσωπικές εμπειρίες. Οι άνθρωποι σκέπτονται την ζωή αντί να την ζουν και εφαρμόζουν όσα σκέφτονται στην πραγματική ζωή, άλλοτε με επιτυχία αλλά συνήθως με αποτυχία κι απογοήτευση.
Έτσι, οι άνθρωποι που δεν έχουν Πραγματική Εγρήγορση κι έχουν αυτοματοποιήσει την αντίληψή τους, έχουν ιδέες για τα πράγματα, τα αντικείμενα, τον εαυτό, τον κόσμο. Δημιουργούν, δομούν, ένα αντιληπτικό ψυχολογικό κέντρο, ένα εγώ, μια προσωπικότητα και ζουν την δυαδικότητα του υποκειμένου-αντικειμένου. Παραμένοντας μέσα σε αυτή την κατάσταση επίγνωσης οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ύπαρξη μέσα από το εγώ (μια «απομονωμένη» συνειδησιακή κατάσταση) και προσπαθούν να εξελιχθούν, να κατανοήσουν, να ζήσουν την αλήθεια, μέσα από το εγώ. Οι άνθρωποι, αδυνατώντας να Αφυπνιστούν πραγματικά, να Δουν, να Προσέξουν τι συμβαίνει, να Αντιληφθούν, Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο, ό,τι συμβαίνει, να Μπουν στην Ροή της Πραγματικής Ζωής, σκέπτονται την πραγματικότητα, το εγώ, την εξέλιξη, την αλήθεια, την φώτιση. Φτιάχνουν (μέσα στην σκέψη) μια απομίμηση της πραγματικής ζωής, της αφυπνισμένης ζωής και νομίζουν ότι με δραστηριότητες του εγώ (εφαρμόζοντας όσα σκέπτονται) θα φτάσουν στην αλήθεια. Όταν αυτοί οι άνθρωποι (και μπορεί και εμείς να ανήκουμε σε αυτούς) μιλούν για την θρησκευτική πρακτική, για διαλογισμό, προσευχή, πνευματική άσκηση, κλπ. αντιλαμβάνονται και ξεκινούν ήδη μέσα από τα δεδομένα του εγώ. Λες και το εγώ είναι κάτι πραγματικό, αυτοί οι ίδιοι, η ύπαρξή τους. Δεν κατανοούν ότι το εγώ είναι μια διαστρεβλωτική διαδικασία αντίληψης κι ότι όλα αυτά που ζουν είναι «ψευδαισθητικά». Έτσι, εφαρμόζουν τον εξωτερικό διαλογισμό της δυαδικότητας (του υποκειμένου που έχει απέναντί του το υποκείμενο, ένα αντικείμενο). Ο Πανταζάλι περιέγραψε (ακριβώς για αυτούς τους ανθρώπους) τον Διαλογισμό με υποστήριγμα. Στην πραγματικότητα όλη η διαδικασία του εξωτερικού διαλογισμού (της δυαδικότητας) έχει σκοπό την υπέρβαση της διάκρισης υποκειμένου-αντικειμένου. Το Σαμπράτζνατα Σαμάντι είναι μια κατάσταση επίγνωσης της Ενότητας της Ύπαρξης, όπου διαλύονται οι διαχωρισμοί υποκειμένου-αντικειμένου. Για τους ανθρώπους της δυαδικότητας αυτό είναι μια άγνωστη, θαυμάσια, θεϊκή κατάσταση. Συνήθως όμως αυτό δεν κρατά και οι άνθρωποι της δυαδικότητας ξαναπέφτουν στο εγώ, στην διάκριση από τον κόσμο, στην δυαδικότητα. Στην πραγματικότητα όλη αυτή η προσπάθεια έχει στόχο να σταθεροποιηθούμε στην Κατάσταση του Σαμάντι. Σε αυτή την Κατάσταση έχουμε Άμεση Θέαση της Πραγματικότητας, ζούμε στην πραγματική ζωή, στο απόλυτο παρόν, σε αυτό που συμβαίνει, στην ροή της ζωής. Αυτή η Κατάσταση είναι ακριβώς η Πραγματική Εγρήγορση για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω. Κι εδώ (στην «συνέχεια») βιώνουμε τις διάφορες ποικιλίες του Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα (Ασαμπράτζνατα Σαμάντι) που περιέγραψε ο Πανταζάλι με τεχνικούς όρους. Στην πραγματικότητα, όλοι οι Μεγάλοι Σοφοί μίλησαν για το Βίωμα της Εγρήγορσης και τις Εμπειρίες της Συνείδησης στις Εσωτερικές Καταστάσεις.
Τα είναι λοιπόν Διαλογισμός; Πραγματικός ή Αληθινός Διαλογισμός; Είναι η Πραγματική Εγρήγορση, η Αφύπνιση στην Πραγματικότητα, η Ζωή στο Παρόν, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει κι ανανεώνεται συνεχώς, στην Ίδια την Αιωνιότητα που είναι πέρα από τον χρόνο των ανθρώπων. Ο εξωτερικός διαλογισμός των ανθρώπων της δυαδικότητας δεν είναι παρά μια προετοιμασία για την ενοποίηση της επίγνωσης και την υπέρβαση του διαχωρισμού υποκειμένου-αντικειμένου. Αλλά και αυτόν τον εξωτερικό διαλογισμό οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν την δυνατότητα να τον ασκήσουν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι ζουν μισοξύπνιοι με κατασκευασμένες εικόνες της πραγματικότητας που συνήθως αποδέχονται με την κοινωνικοποίηση, με την συμμετοχή τους σε μια κοινωνία και είναι προσανατολισμένοι προς την εξωτερική κοινωνική-υλική-οικονομική και πρακτική ζωή. Έτσι ξοδεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι τον χρόνο τους. Στην πραγματικότητα χρειάζονται χρόνο, περισσότερο χρόνο (σύμφωνα με την αντίληψη των ανθρώπων για τον χρόνο) για να Αφυπνιστούν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι περνούν την ζωή τους σε αυτή την κατάσταση της ονειροπόλησης. Για κάποιους που έχουν αφυπνιστεί και βλέπουν την κατάσταση των ανθρώπων είναι θλιβερό. Από την άλλη  όμως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Δεν μπορείς να ξυπνήσεις κάποιον από το όνειρό του. Μονάχα όταν χορτάσει ύπνο κι όνειρα θα ξυπνήσει μόνος του. Αυτό λέει η Εμπειρία της ζωής. Για αυτό οι Αφυπνισμένοι ζουν ήσυχα χωρίς να κάνουν θόρυβο στην κοινωνία. Δεν θέλουν να ξυπνήσουν βίαια όσους κοιμούνται. Αυτοί που κάνουν θόρυβο μέσα στην κοινωνία είναι αυτοί που ονειρεύονται ότι είναι ηγέτες, θρησκευτικοί, πολιτικοί, οικονομικοί, ή οτιδήποτε άλλο.
Όλη η ζωή των ανθρώπων, οι αντιλήψεις τους, οι φιλοσοφίες τους, οι θρησκείες τους, ο πολιτισμός τους, η ζωή τους, οι συμπεριφορές τους, είναι όλα μέσα στο όνειρο, όνειρο (αλήθεια αναμεμιγμένη με πολύ ψευδαίσθηση). Η Πραγματική Ζωή είναι έξω από όλο αυτό, στην Εγρήγορση, στην Πραγματική Ζωή, έξω από τον χρόνο, στην Αιωνιότητα.
...

4. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Η Γνήσια Θρησκεία (ή κάθε γνήσιο θρησκευτικό φαινόμενο) είναι καταρχήν «Εμπειρία της Πραγματικότητας», Ολοκληρωτική Αποκάλυψη και Βίωση της Αλήθειας μέσα μας, δηλαδή Βίωση Μιας Απόλυτης Κατάστασης. Είναι Μια Κατάσταση Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες, Χωρίς Αντιληπτικούς Περιορισμούς, Ζωντανή, Ρέουσα, Χωρίς Αλλοιώσεις, Χωρίς Χρόνο. Είναι Μια Αντίληψη Ανοιχτή Χωρίς Όρια, Μια Αντίληψη Ενοποιημένης Ύπαρξης όπου δεν υφίσταται κανένας «διαχωρισμός». Είναι Μια Ελεύθερη Επεκτεινόμενη Αιώνια Αντίληψη που δεν «στέκεται» πουθενά. Είναι τελικά το Βίωμα της Αληθινής Ύπαρξης. Είναι το Αιώνιο Βασίλειο πέρα από όλες τις ψευδαισθητικές δραστηριότητες.
Η Γνήσια Θρησκεία είναι κατά δεύτερο λόγο «Κωδικοποίηση του Βιώματος», σε όποια γλώσσα είναι δυνατόν, σε όλα τα «επίπεδα» στα οποία αντιλαμβάνεται και λειτουργεί το ον. Μεταφέρεται σαν Αλήθεια στο Επίπεδο και στην Γλώσσα της Αντίληψης και γίνεται (μέσα στην εμπειρία του όντος) «Άμεση Θέαση», Ενόραση, Εσωτερική Διαίσθηση, κλπ. Οργανώνεται σαν ιδέα, έννοια,  «πληροφορία», στο επίπεδο και στην γλώσσα της διανόησης και γίνεται αλήθεια, γνώση, διδασκαλία, δόγμα, κλπ. Συνδέεται ακόμα με ψυχολογικές στάσεις, προσανατολισμούς, ή διαθέσεις και γίνεται «θρησκευτικότητα», κλπ. Μπορεί ακόμα να αντιστοιχεί με εξωτερικές δραστηριότητες, λατρευτικές πράξεις, προσευχές, κινήσεις ή στάσεις, κλπ.
Στην πραγματικότητα όμως αυτό που έχει πραγματική, ουσιαστική, σημασία είναι η ίδια η «Εμπειρία» στην οποία «δείχνουν» και οδηγούν ή καταλήγουν, Αντίληψη, διανόηση, ψυχική διάθεση, εξωτερικές πράξεις. Σε μια Ανάδυση προς το Πραγματικό, προς την Εμπειρία της Πραγματικότητας, όλα τα εξωτερικά εγκαταλείπονται ή εσωτερικοποιούνται και μετουσιώνονται σε Εσωτερική Προσοχή, «Υπέρβαση», Σιωπή. Η Αληθινή Θρησκεία, η Αληθινή Προσευχή, ο Αληθινός Διαλογισμός, είναι Σιωπηλά, Είναι Σιωπή. Παραδείγματα τέτοιας Ανάβασης είναι οι Πέντε Μυήσεις του Ορφέα, η Ευγενής Οκταπλή Ατραπός του Βούδα, το Οκταπλό Μονοπάτι (Αστάνγκα Γιόγκα) του Πανταζάλι, η χριστιανική μυστική πρακτική κι ανάλογες πρακτικές σε άλλες παραδόσεις.
Έτσι, Ορίζοντας την Θρησκεία σαν «Εμπειρία της Πραγματικότητας», σαν «Ανάδυση στο Αληθινό», πέρα από όλες τις εξωτερικές εκφράσεις, θα πρέπει να απορρίψουμε την ελλιπή αντίληψη ότι θρησκεία μπορεί να είναι ένα «μέρος» της διαδικασίας, ή μια εξωτερική δραστηριότητα. Θρησκεία (Ολόκληρη Θρησκεία, Ολοκληρωμένη Θρησκεία) δεν μπορεί να είναι μόνο η ενορατική πίστη ή η εσωτερική διαίσθηση της Θείας Παρουσίας. Θρησκεία δεν είναι οι Διδασκαλίες και τα Δόγματα. Θρησκεία δεν είναι η ψυχολογική πίστη και τάση προς το Θείο. Θρησκεία δεν είναι όλη η εξωτερική θρησκεία, των ναών, της τελετουργίας, των εξωτερικών προσευχών και μυστηρίων, των αφιερωμάτων, προσκυνημάτων, κλπ. Όλα αυτά (μόνα τους) είναι αποσπασματικές όψεις της αληθινής θρησκείας.
Τελικά η Αληθινή Θρησκεία είναι μια Πραγματική Εσωτερική Ανάβαση προς το Εσωτερικό Βάθος της Ύπαρξης, προς το Πραγματικό Μέσα μας και ταυτόχρονη εγκατάλειψη των εξωτερικών δραστηριοτήτων, του εξωτερικού κόσμου και των εξωτερικών πράξεων. Αυτός είναι ο Μόνος Αληθινός Δρόμος. Κι Όλοι οι Σοφοί για αυτόν τον Δρόμο μίλησαν. Για αυτόν τον Δρόμο μιλάμε.
...

5. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΥΗΣΗ

Στην Πλήρη Άμεση Αντίληψη της Πραγματικότητας Είναι Όλα Εδώ, Τώρα, Πέρα από την Ακινησία ή την Κίνηση (δηλαδή την απουσία ή την ύπαρξη φαινομένων), πέρα από τον χρόνο, στον Μόνο Πραγματικό Χρόνο που υπάρχει, στην Στιγμή που Ρέει. Είναι Μια Κατάσταση Ολότητας (αφού Όλα Είναι εδώ ταυτόχρονα, Τώρα), Μια Ενοποιημένη Κατάσταση της Συνείδησης που Αναγνωρίζει την Ενότητα της Ύπαρξης, τόσο στο Βάθος της Ύπαρξης όσο και στις επιφανειακές εκδηλώσεις (πίσω και πέρα από τις επιφανειακές εκδηλώσεις τις οποίες αναγνωρίζει, αλλά μόνον σαν εκδηλώσεις, φαινόμενα και όχι σαν πραγματικότητα).
Είναι ακριβώς η Μεταφυσική Άγνοια (δηλαδή η μη πλήρης άμεση αντίληψη της πραγματικότητας) που δημιουργεί σύγχυση και παρουσιάζει μια διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικότητας. Στην πραγματικότητα όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης δεν είναι παρά δραστηριότητες χωρίς δική τους υπαρξιακή ουσία, υπόσταση, είναι δηλαδή απλά φαινόμενα. Κι αυτή η Κατάσταση (της Ύπαρξης, της παρουσίας φαινομένων) δεν είναι κάτι διαφορετικό από την Κατάσταση της Ακινησίας, της Ηρεμίας, της απουσίας φαινομένων. Είναι ο σε κατάσταση σύγχυσης νους (των όντων) που δημιουργεί τον διαχωρισμό, την δυαδικότητα, την αναγνώριση αντιθέσεων. Κι είναι αυτός ο “νους σε σύγχυση” που προσπαθεί μέσα από την διαλεκτική σχέση των αντιθέτων να κατανοήσει το φαινόμενα της ύπαρξης, τα φαινόμενα. Αλλά όλες οι ερμηνείες του δεν είναι παρά κατασκευές του διαχωρισμένου δυαδικού νου.
Πάντα, στη γη, στην ιστορία της ανθρωπότητας, στον ιστορικό χρόνο της μνήμης, υπήρχαν κι υπάρχουν άνθρωποι που Κατανοούν ότι η Πραγματικότητα Είναι Εδώ, Μπροστά μας, στην Άμεση Επαφή με αυτό που συμβαίνει πραγματικά (κι όχι μέσα από διαστρεβλωτικές διαδικασίες). Αυτοί οι άνθρωποι Διαπιστώνουν ότι η Αφύπνιση στην Πραγματικότητα είναι κάτι άμεσο που γίνεται εδώ, στον πραγματικό χρόνο, τώρα και δεν είναι ζήτημα εξέλιξης του διαμορφωμένου (δυαδικού) νου ή προσπάθειας ή επίτευξης. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία “ενότητα της συνείδησης” που πρέπει να πραγματοποιηθεί, υπάρχει μόνο δυαδικότητα (μια ψευδής κατάσταση-εμπειρία) που πρέπει να αναγνωριστεί (πραγματικά, με πραγματική δράση). Κι αυτό μπορεί να γίνει Βλέποντας στην Ρίζα των φαινομένων, εκεί που αναδύεται η ψευδής αντίληψη της διαχωρισμένης ύπαρξης, εκεί που διαμορφώνεται το “εγώ”. Αυτοί οι άνθρωποι “Δημιούργησαν” μια Παγκόσμια Εσωτερική Παράδοση ξεπερνώντας τις τοπικές εκφράσεις της Αλήθειας, τις περιορισμένες περιγραφές της πραγματικότητας. Βιώνοντας την Μοναδική Εσωτερική Πνευματική Πραγματικότητα “Συνδέονται” με Πνευματικούς Δεσμούς (κι όχι με εξωτερικούς δεσμούς, στον κόσμο των φαινομένων). Είναι οι Αληθινοί Διδάσκαλοι της Ανθρωπότητας. Αυτή η Εσωτερική Παράδοση δεν έχει καμία σχέση με όσα αντιλαμβάνονται ή πιστεύουν ή ισχυρίζονται οι άνθρωποι στον κόσμο της δυαδικότητας, στον κόσμο των φαινομένων. Έτσι από παλιά υπάρχει Μια (και Μόνο) Ιερή Παράδοση που είναι η Ουσία όλων των παραδόσεων και το περιεχόμενό της συνίσταται στην Άμεση Αφύπνιση στην Πραγματικότητα, στην Μετάδοση της Ζωής, του Βιώματος της Αληθινής Ζωής, πέρα από την δυαδικότητα και πέρα από διδασκαλίες, θεωρίες, φιλοσοφίες, διανοητικές ερμηνείες. Κατά φτωχή απομίμηση της Αληθινής Ιερής Παράδοσης οι άνθρωποι της δυαδικότητας φτιάχνουν θρησκείες, θρησκευτικές παραδόσεις, θρησκευτικούς οργανισμούς, εκκλησίες, θρησκευτικές ομάδες. Σε όλες αυτές τις δραστηριότητες, σε όλους αυτούς τους ανθρώπινους οργανισμούς, λείπει το Πραγματικό Βίωμα της Πραγματικότητας, που παραμένει πάντα ζητούμενο. Αντί αυτού (του Εσωτερικού Βιώματος) οι άνθρωποι κηρύσσουν θεωρίες για την Πραγματικότητα ή τον Θεό, διδάσκουν αντιλήψεις και τρόπους ζωής και τελούν τελετουργίες, εξωτερικές πράξεις, που ονομάζουν μυστήρια, μυήσεις, αυτογνωσία, κλπ. Όλα αυτά είναι παιδιάστικα παιχνίδια, είναι ειδωλολατρεία.
Η Αληθινή Ιερή Παράδοση, πέρα από την Πραγματική Εσωτερική και Ιστορική Διαδοχή και Συνέχεια (των Διδασκάλων και των Φυλάκων της Παράδοσης (την Μετάδοση του Ζωντανού Βιώματος) από “δάσκαλο” σε “μαθητή” έχει και μια ουσία, ένα περιεχόμενο, αυτό της Άμεσης Αφύπνισης στην Πραγματικότητα, δηλαδή της Πραγματικής Πνευματικής Εμπειρίας. Κάθε γνήσια λοιπόν Παράδοση, για να είναι γνήσια κι όχι μια απάτη, πρέπει να πληροί αυτούς τους δύο ελάχιστους όρους, εκτός από τις υπόλοιπες προϋποθέσεις. Παραδόσεις που υποτίθεται ότι στηρίζονται στην άμεση διαδοχή από τον θείο ή ανθρώπινο ιδρυτή τους, (τον Βούδα, τον Χριστό, τον Προφήτη, κλπ.)  κι έτσι διεκδικούν την αποκλειστική κατοχή της αλήθειας, αλλά δεν είναι σε θέση να Μεταδώσουν την Ζωή, το Ζωντανό Βίωμα, την Άμεση Αφύπνιση στην Πραγματικότητα (άμεσα και αποδεδειγμένα) είναι απλά ιστορικοί θεσμοί (μιας κοινωνίας σε άγνοια) χωρίς πραγματική πνευματική δράση και χωρίς, τελικά, ιστορική σημασία. Πρόκειται για ιστορικές απάτες. Σε αυτές τις Παραδόσεις “διασώζονται” μόνον κάποιες μυστικές ομάδες που διατήρησαν το βίωμα ζωντανό. Τέτοιες Παραδόσεις είναι για παράδειγμα οι χριστιανικές εκκλησίες, για να μην πάμε πιο μακριά. Πρόκειται (αποδεδειγμένα, με ιστορικά, φιλοσοφικά και πνευματικά επιχειρήματα) για μια ιστορική απάτη που για να δημιουργηθεί απορρόφησε το Μήνυμα του Ιησού, εβραϊκά στοιχεία και ελληνικές αντιλήψεις, πεποιθήσεις, ακόμα και γιορτές.
Από την άλλη μεριά, Παραδόσεις, Μυστικές Εταιρείες και Μυητικές Οργανώσεις (που πηγάζουν από την θρησκευτική σύγχυση της Ύστερης  Ελληνικής Αρχαιότητας, στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Εποχή και), που μεταδίδουν όχι το Ζωντανό Βίωμα (την Άμεση Αφύπνιση στην Πραγματικότητα) αλλά μια υποτιθέμενη πνευματική επήρεια (δύναμη) μέσω της μύησης, που θα πρέπει να ενεργοποιηθεί ή να καλλιεργηθεί από τον μυούμενο εκ των υστέρων (μιλάμε ουσιαστικά για μια εν δυνάμει μύηση και αφύπνιση) είναι επίσης ψευτοπαραδόσεις και ιστορικές απάτες. Κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει και να βεβαιώσει ότι η υποτιθέμενη επήρεια (δύναμη) υπάρχει. Η Αληθινή Μύηση δεν έχει καμία σχέση με τις θεατρικές αναπαραστάσεις των ψευδομυητικών οργανώσεων Παράδειγμα τέτοιων παραδόσεων είναι πολλοί επονομαζόμενοι Ροδόσταυροι, πολλά Τάγματα Ελευθεροτεκτόνων και κάθε είδους τέτοιες οργανώσεις. Ακόμα κι η Θεοσοφική Εταιρεία έχει χάσει την Μυητική της Ζωντάνια κι οι άνθρωποί της είναι απλά θεωρητικοί αναζητητές ή σχολιαστές.
Παραδείγματα ψευδομύησης έχουν εμφανιστεί ακόμα και στις ανατολικές θρησκείες, στο Θιβέτ για παράδειγμα (όπως κατέγραψε η Αλεξάνδρα Νταβίντ Νελ). Οι τελετουργικές μυήσεις δεν έχουν καμία σχέση με την Αληθινή Μύηση που είναι μυστικιστική βιωματική εμπειρία, πραγματική αφύπνιση.
Τι είναι λοιπόν η Αληθινή Πνευματική Μύηση; Είναι η Μέσω της Αληθινής Μύησης Άμεση Αφύπνιση στην Πραγματικότητα, δηλαδή η Αναγνώριση, Εδώ, Τώρα, της Πραγματικότητας που τα Περιλαμβάνει Όλα (πέρα από τις διακρίσεις που κάνει ο “νους σε σύγχυση”). Είναι Μια Συνείδηση που Είναι Ελεύθερη, Χωρίς Όρια και δεν δεσμεύεται από την απουσία ή παρουσία φαινομένων (αφού “αναγνωρίζει” τα φαινόμενα σαν φαινόμενα που δεν αλλοιώνουν την Βαθύτερη Πραγματικότητα). Είναι Μια Ύπαρξη που Βιώνεται στον Πραγματικό Χρόνο, στην Αιωνιότητα που Ρέει (είτε υπάρχουν φαινόμενα, είτε όχι). Είναι η Αντίληψη που Είναι Πλήρως Ενοποιημένη κι είναι πέρα από περιορισμένες αντιλήψεις ή διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας.
Μιλάμε πάντα για την Πραγματική Ζωή, για πράγματα που συμβαίνουν, που “υπάρχουν” (σαν ροές φαινομένων) αυτά τα ίδια, σαν γεγονότα, όχι για πράγματα που σκεφτόμαστε ή φανταζόμαστε. Η Εμπειρία ή υπάρχει (εκδηλώνεται) ή όχι. Αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Η Άμεση Αφύπνιση στην Πραγματικότητα είναι εγγενής στο ον, στον άνθρωπο, ανήκει στην ίδια του την φύση. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί, αναγνωρίζοντας την φύση του (την αληθινή βαθύτερη φύση του) να Αφυπνισθεί στην Πραγματικότητα, χωρίς την μεσολάβηση εξωτερικής δραστηριότητας, εξωτερικής πληροφόρησης ή βοήθειας. Αλλά είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι που “έρχονται” στην γη “έτοιμοι” (από προηγούμενες ζωές) για αυτό. Οι πιο πολλοί άνθρωποι, παγιδευμένοι μέσα στους περιορισμούς, στην ατομική αντίληψη στην δυαδικότητα, συχνά απορροφημένοι στα εξωτερικά φαινόμενα, δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν την ίδια τους την φύση, να αποσπαστούν από τα εξωτερικά φαινόμενα και να κατανοήσουν την πραγματική “Ουσία” τους, Ελεύθερη, Απέραντη, Αιώνια, Χωρίς Ιδιότητες, Κενή.
Όταν η Συνείδηση Περιορίζεται, περιορίζεται σαν “αντίληψη του χώρου” και στην συνέχεια απορροφάται στο περιεχόμενο (στα περιεχόμενα) του χώρου ύπαρξης, υιοθετεί μια περιορισμένη αντιληπτική “θέση” και βιώνει την ύπαρξη σαν ατομικότητα, βιώνει την δυαδικότητα, τον διαχωρισμό από το “περιβάλλον” , τον κόσμο και τέλος μέσω του δημιουργημένου δυναμισμού της ατομικής ύπαρξης εξωτερικεύεται, βιώνει την εξωτερική εμπειρία στον εξωτερικό κόσμο, μέσα από την σύνδεση με ένα εξωτερικό “σώμα”. Σε κάθε περίσταση κάποιος βρίσκεται σε μια δεδομένη κατάσταση επίγνωσης, έχει μια δεδομένη συγκεκριμένη κατανόηση της πραγματικότητας, μια επίκαιρη τωρινή αντίληψη της πραγματικότητας και βιώνει μια συγκεκριμένη, αυτός ο ίδιος σαν οντότητα, σχέση με το σώμα και τον εξωτερικό κόσμο. Θα πρέπει λοιπόν κάποιος να ξεκινήσει από αυτή την δεδομένη συνείδηση που είναι, από την τωρινή επίγνωσή του, από την παρούσα σχέση του με το σώμα, από την κατάστασή του εδώ, τώρα. Συνήθως οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργούν στο επίπεδο του νου (εδώ και κάμποσες χιλιάδες χρόνια συμβαίνει αυτό). Παρόλα αυτά  επειδή οι άνθρωποι με την κοινωνικοποίησή τους έχουν αποκτήσει λανθασμένες πεποιθήσεις, συμπεριφορές, δραστηριότητες, χρειάζεται να αναμορφώσουν την δράση τους. Αυτό ακριβώς είναι η Είσοδος στην Οδό, στην Οδό της Απελευθέρωσης, της “Πραγμάτωσης”, της Αυτογνωσίας.
Χρειάζεται κάποιος (ακριβώς για να μην έχει εμπόδια στην Οδό και πριν ασχοληθεί με τον νου, τον διαλογισμό, κλπ) να κατανοήσει την σχέση του με το σώμα. Να μάθει πως λειτουργεί μέσα στο σώμα, πως να κάθεται ήσυχος, απλά να κάθεται και πως να αποσύρει την “πνευματική ενέργεια” από το σώμα. Αυτό είναι η Ηρεμία του σώματος. Χρειάζεται επίσης να κατανοήσει πως λειτουργεί ο ψυχισμός, οι συμπεριφορές, οι επιθυμίες, πως να προσανατολίζεται στον κόσμο και πως να αποκτήσει ησυχία. Αυτό είναι η Ησυχία ή Απάθεια της ψυχής. Συνήθως οι άνθρωποι που ασχολούνται με τον νου, τον διαχωρισμένο νου τους, τον διαλογισμό, ενεργούν ήδη μέσα από μια περιορισμένη ατομική αντίληψη. Δεν κατανοούν ούτε τι είναι ο ίδιος ο νους, η περιορισμένη ατομική αντίληψη, ούτε πως συντηρείται και τροφοδοτείται, ούτε πως ακριβώς “γίνεται” όλη αυτή η δραστηριότητα του εξωτερικού διαλογισμού, του διαλογισμού με υποστήριγμα (δηλαδή της συγκέντρωσης σε κάποιο “αντικείμενο”, οτιδήποτε είναι αυτό το αντικείμενο). Κι ασφαλώς (σαν αποτέλεσμα) δεν μπορούν να έχουν βαθιά κατανόηση του τι ακριβώς είναι το Σαμάντι, η Ενοποιημένη Επίγνωση, η Βαθιά Αίσθηση της Ενότητας της Ύπαρξης. Δεν Βιώνουν το Πραγματικό Σαμάντι, την Οριστική, ολοκληρωτική και Τελειωτική Ενοποίηση της Επίγνωσης. Βιώνουν μια “πειθαρχημένη κατάσταση ένωσης” ένα ψευδοσαμάντι. Οι άνθρωποι που φτάνουν έτσι στο σαμάντι το κάνουν με προσπάθεια, πειθαρχία, ένταση κι όχι όπως θα έπρεπε και για αυτό μετά το τέλος της διαλογιστικής προσπάθειας αναδύεται ξανά η ατομική αντίληψη, το εγώ, ο διαχωρισμός, και η εμπειρία της δυαδικότητας. Προφανώς κάτι γίνεται λάθος, με λάθος τρόπο. Υπάρχει εδώ κάποιο μυστικό που αποκαλύπτεται μονάχα από αυτόν που γνωρίζει σε αυτόν που ενδιαφέρεται και δεν αναφέρεται στις Οδηγίες που υπάρχουν στα Ιερά Κείμενα, ούτε εξηγείται σε βιβλία που ασχολούνται με το θέμα. Ίσως επειδή αυτοί που γράφουν δεν θέλουν (για κάποιους λόγους) να το αποκαλύψουν ή ίσως επειδή κι οι ίδιοι το αγνοούν, δεν το γνωρίζουν.
Στην πραγματικότητα υπάρχει ένας πιο άμεσος τρόπος να Βιώσουμε την Ενότητα της Ύπαρξης, την Παγκόσμια Συνείδηση κι αυτό ονομάζεται Αληθινός Πραγματικός Διαλογισμός. Είναι η άμεση διάλυση της ατομικής αντίληψης, που οδηγεί στην Επίγνωση της Ενότητας της Ύπαρξης. Είναι η Άμεση Αφύπνιση στην Πραγματικότητα. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να δειχθεί από κάποιον που γνωρίζει. Αυτή είναι η Σιωπή του Νου, ο Όχι-Νους, το Πνεύμα που Ξυπνά.
Η Κατανόηση του Εσωτερικού Βάθους της Συνείδησης Οδηγεί στην Υπέρτατη Αντίληψη ότι η Συνείδηση Είναι η Μόνη Πραγματικότητα. Αυτή είναι η Αντίληψη του Ισβάρα των ανατολικών θρησκειών, η Χριστότητα των χριστιανών μυστικών. Δεν έχει νόημα να επιμείνουμε εδώ. Όταν οι άνθρωποι δεν κατανοούν τον νου τους, αυτά που έχουν μπροστά τους, τι νόημα έχει να μιλάς για τα Βάθη του Πνεύματος;
Η Αφύπνιση στην Πραγματικότητα Υπάρχει (δεν πραγματοποιείται, δεν επιτυγχάνεται, εδώ χρειάζεται προσοχή) όταν διαλύεται η Ίδια η Συνείδηση στο Πρωταρχικό Πραγματικό που Γεννά τα Πάντα, στο Άγνωστο Χωρίς Αντίληψη, στο Θείο Σκότος.
Στην πραγματικότητα η Αληθινή Μύηση Είναι Εμπειρία Μεταμόρφωσης της Συνείδησης (αν και γίνεται χωρίς προσπάθεια ή εξέλιξη, σαν Εσωτερική Κατανόηση, Διαφωτισμός), Μετάβαση σε Ανώτερα Εσωτερικά Πεδία Επίγνωσης, Απελευθέρωση από τους περιορισμούς. Πρακτικά είναι Απόσυρση της Πνευματικής Ενέργειας από τις κατώτερες λειτουργίες, λειτουργικά κέντρα, προς την Πλήρη Απελευθέρωση κι Εμπειρία του Πραγματικού Εδώ που τα Περιλαμβάνει Όλα. Είναι Μια Κατάσταση της Συνείδησης που δεν γνωρίζει εμπόδια, που δεν εμπλέκεται στις δραστηριότητες και τα φαινόμενα, ούτε παγιδεύεται πουθενά. Με αυτή την έννοια η Αληθινή Μύηση είναι μία διαδικασία και μπορεί να γίνει άμεσα, εδώ, τώρα, ξαφνικά.
Οι άνθρωποι όμως δεν είναι σε θέση να προχωρήσουν άμεσα και για αυτό προχωρούν σταδιακά (προσαρμόζοντας την διαδικασία στην δική τους κατάσταση στις δικές τους δυνάμεις κατανόησης). Με αυτή την έννοια η Μύηση, τελείως τυπικά, μπορεί να ταξινομηθεί σε βαθμίδες με διάφορους τρόπους, Η ταξινόμηση είναι θέμα αντίληψης κι επιλογών κι ανάλογα με το σε ποιες λειτουργίες ή διαδικασίες αναφερόμαστε μπορεί να ταξινομηθεί ως εξής.
Άμεση Βίωση του Υπέρτατου, πέρα από κάθε αντίληψη.
Δυο Βαθμίδες Απορρόφησης στο Υπέρτατο.
Τρεις Βαθμίδες Μύησης στην Πραγματικότητα.
Πέντε Βαθμίδες Πνευματικής Αυτογνωσίας.
Επτά Βαθμίδες Διαλογισμού.
Εννέα Βαθμίδες Άσκησης.
Όλα αυτά είναι λίγο πολύ “αυθαίρετα” κι έχουν λίγη σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι η Αναγνώριση της Πραγματικότητας, που Είναι Απόλυτη Ελευθερία και είναι πέρα από ταξινομήσεις, πέρα από την “εξέλιξη”. Είναι Πραγματική Μετάβαση στο Άχρονο, στο Αιώνιο, στο Αληθινό (χωρίς προσπάθεια, εξέλιξη κι οτιδήποτε αντιλαμβάνεται ή φαντάζεται ο ανθρώπινος διαμορφωμένος νους).
...




~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
Monday, 12 January, 2026

The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute

 

The Threshold of Mystery

 

In the depths of human consciousness, beyond the chattering marketplace of thoughts and the restless theater of desires, there exists a gateway—invisible yet undeniable—that opens onto dimensions of reality that language can barely whisper about. This is the realm where mystics throughout the ages have ventured, returning with tales not of distant lands but of an encounter so profound, so overwhelming in its intimacy, that the very foundations of selfhood tremble and dissolve like morning mist before the rising sun.

 

The journey toward the Absolute begins not with a map but with a yearning—an ache in the soul that no earthly satisfaction can quench. It is as though the human spirit remembers, however faintly, a home it has never consciously known, a unity from which it has been severed by the very act of individual existence. This longing is not weakness but the highest aspiration of consciousness: the impulse to transcend its own limitations and merge with that which is limitless, eternal, and utterly beyond comprehension.

 

What the mystics seek is not an idea or a concept, not a philosophical proposition that can be debated in the halls of reason. They seek contact—direct, immediate, transformative contact—with the ground of all being, the source from which all existence flows like rivers from an inexhaustible spring. Some have named this ultimate reality God, investing it with personality and will. Others have called it Brahman, the unchanging substrate beneath the dancing illusions of the phenomenal world. Still others speak of the Tao, the nameless way that cannot be spoken, or Nirvana, the extinguishing of the fires of craving and delusion. Yet all these names are but fingers pointing at the moon, shadows cast by a light too brilliant for the eyes of ordinary perception.

 

The Nature of the Ineffable

 

To speak of the Absolute is to engage in a paradox, for it is precisely that which cannot be spoken. It is the silence before the first word, the darkness before the first light, the emptiness that is somehow fuller than all fullness. The Absolute transcends all categories by which the human mind organizes reality: it is neither being nor non-being, neither one nor many, neither here nor there. It is beyond time, yet all moments exist within it. It is beyond space, yet all places are its dwelling. It is beyond change, yet all transformation unfolds within its unchanging presence.

 

The mystics describe the Absolute as infinite—not in the mathematical sense of endless extension, but in the sense of absolute completeness, lacking nothing, bounded by nothing, limited by nothing. It is eternal, not as a duration that stretches forward and backward without end, but as a timeless now in which past and future collapse into a single, ever-present moment. It is unchanging, not as something frozen or static, but as a stillness so profound that all movement appears as mere ripples on its surface, never disturbing its essential tranquility.

 

And yet, for all this transcendence, the Absolute is not distant or separate from the world of ordinary experience. Indeed, the mystics proclaim a truth that shatters the comfortable boundaries between sacred and profane: the Absolute is not elsewhere but here, not then but now, not in some remote heaven but in the very ground of this present moment. It is closer to us than our own breath, more intimate than our own thoughts, nearer than the beating of our own hearts. The tragedy of human existence, in the mystical view, is not that we are separated from the Absolute, but that we fail to recognize its presence, veiled as it is by the thick curtains of habitual perception and the endless noise of mental activity.

 

The Testimony of Vision

 

Throughout the centuries, across the vast tapestry of human cultures and religions, certain individuals have pierced through these veils and gazed upon the face of the Absolute. Their testimonies, though expressed in the symbolic languages of their respective traditions, bear a remarkable similarity—as though they had all visited the same country and returned to describe it in different dialects.

 

There was Teresa, the Spanish woman who walked the dusty roads of sixteenth-century Castile, who found herself seized by a love so intense that her very being seemed to melt like wax before a flame. In her descriptions of union with the Divine Beloved, she spoke of dissolution—not the annihilation of death, but a dissolution into something vaster and more real than her individual self had ever been. Her experiences were marked by what she called the "interior castle," a landscape of the soul with many chambers, each drawing the pilgrim deeper into the mystery, until at the center, in the innermost chamber, the soul and God become indistinguishable, merged in a union beyond all description.

 

Across the vast distances of geography and time, in the heat and color of medieval India, there lived Shankara, whose penetrating intellect discerned beneath the multiplicity of forms a single, undivided reality. For him, the realization was stark and absolute: the individual self, the atman, is none other than Brahman, the supreme reality. All apparent separation is illusion, maya, like the rope mistaken for a snake in the dim light of ignorance. When knowledge dawns, the snake vanishes, not because it has gone anywhere, but because it was never truly there. So too, when the mystic awakens, the boundaries that seemed to separate self from Self, soul from God, creature from Creator, are revealed as phantoms, and what remains is the simple, stunning recognition: "I am That."

 

In the deserts and gardens of Persia, Rumi—poet, lover, dancer—whirled himself into ecstasy, drunk not on wine but on the intoxication of divine presence. His verses overflow with the language of love, for he understood that the path to the Absolute is not through philosophical analysis but through the opening of the heart. In his vision, the lover and the Beloved are engaged in an eternal dance, and the ultimate secret is that they were never two but always one, playing at separation for the sheer joy of reunion. "I have lived on the lip of insanity," he wrote, "wanting to know reasons, knocking on a door. It opens. I've been knocking from the inside!"

 

In the austere beauty of Japanese Zen, Dogen taught that enlightenment is not something to be attained but something to be realized as already present. To sit in meditation is not to journey toward some distant goal but to embody the Buddha-nature that is one's true essence. In a paradox that delights in confounding the rational mind, he proclaimed: "To study the Way is to study the self. To study the self is to forget the self. To forget the self is to be enlightened by all things." In this forgetting, there is a supreme remembering; in this death of the ego, there is the birth of true life.

 

And in the cold cloisters of medieval Germany, Meister Eckhart preached a doctrine so radical that it brought him into conflict with ecclesiastical authorities. He spoke of a "God beyond God," a Godhead that transcends even the personal God of conventional religion. He taught that the soul must become empty, stripped of all attachments, desires, and even of its attachment to spiritual experiences themselves, so that God might be born anew in the soul's depths. "The eye with which I see God," he declared, "is the same eye with which God sees me."

 

The Qualities of Mystical Encounter

 

When the veil parts and the soul stands—however briefly—in the presence of the Absolute, the experience bears certain unmistakable characteristics that distinguish it from ordinary states of consciousness. These features have been documented across traditions with such consistency that they point to a genuine phenomenology of mystical experience.

 

First, there is what has been called the noetic quality—an overwhelming sense that one has been granted knowledge, that profound truths have been revealed not through argument or evidence but through direct perception. The mystic returns from the encounter with a certainty that cannot be shaken by doubt or debate, for it is not based on belief but on vision. It is as though one had been blind and suddenly gained sight, or as though the world had been seen through a clouded glass that has now become transparent.

 

Yet, paradoxically, this knowledge cannot be fully communicated to others. The second characteristic is ineffability—the experience resists translation into words and concepts. Language, which evolved to describe the world of ordinary experience, breaks down when confronted with realities that transcend subject and object, time and space, self and other. The mystic struggles to convey what has been seen, resorting to poetry, paradox, and symbolism, knowing all the while that these are but crude approximations, gestures toward a reality that cannot be captured in speech.

 

Related to this is the quality of paradoxicality—the experience seems to involve contradictions that violate the laws of logic. The mystic may speak of emptiness that is fullness, of darkness that is light, of silence that is sound, of death that is life. These are not errors in thinking but attempts to describe a reality that transcends the either-or categories of rational thought. The Absolute includes and transcends all opposites; it is beyond the reach of the discriminating intellect.

 

The mystical experience is also characterized by transiency—it does not last. However profound and transformative, the encounter fades. The mystic returns to ordinary consciousness, though forever changed by what has been glimpsed. It is as though one had been granted a brief visit to a homeland from which one has been long exiled, only to be sent back to the foreign land of everyday existence. Yet the memory remains, a burning coal in the heart, a compass that continues to orient the soul toward its true north.

 

Finally, there is the quality of passivity—the experience is not something one can manufacture or control. It comes as grace, as gift, unbidden and unexpected. The mystic can prepare the ground through spiritual practices, can remove obstacles and cultivate receptivity, but the final breakthrough is not a human achievement. It is as though one had been waiting at the door, and suddenly the door opens from the other side. The soul is seized, lifted, transported into dimensions it could not have reached by its own efforts.

 

The Practices of Preparation

 

Though the mystical encounter ultimately transcends all methods and techniques, the wisdom traditions have long recognized that certain practices prepare the soil of consciousness for the seed of divine experience. These are not mechanical procedures that guarantee results, but disciplines that purify awareness and deepen receptivity.

 

Meditation stands as one of the primary pathways. In the stillness of meditation, the practitioner learns to observe the ceaseless activity of the mind—the thoughts that arise and pass like clouds across the sky of awareness. Gradually, through patient practice, one discovers that one is not identical with these thoughts, that there is a witnessing presence that remains untouched by the content it observes. As the mind settles, like sediment in a jar of water that has ceased to be shaken, a clarity emerges. In this clarity, there may arise glimpses of a deeper reality, intimations of the Absolute that underlies and transcends the play of mental phenomena.

 

Prayer, in its deepest sense, is not mere petition or conversation with a God imagined as separate from oneself. It is an opening of the heart, a making of oneself vulnerable and receptive to the divine presence. In prayer, the soul pours itself out in devotion, gratitude, and longing. It is a relationship, a dialogue that gradually reveals itself to be a monologue, for the one who prays and the One who is prayed to are discovered to be, in the final analysis, not two but one. Prayer dissolves the boundaries of the separate self, creating a space in which grace can enter.

 

Contemplation goes beyond meditation and prayer into a region of pure silence. Here, all effort ceases, all striving stops. The contemplative simply rests in the presence of the Divine, without thought, without image, without desire even for spiritual experience. This is the practice of radical letting-go, of surrendering even the self that seeks. In this nakedness, this poverty of spirit, the soul becomes like a clear window through which the light of the Absolute can shine unobstructed.

 

Ethics, too, plays a crucial role, though it may seem far removed from mystical experience. The cultivation of virtue—compassion, truthfulness, non-violence, generosity—purifies the heart and aligns the soul with the fundamental harmony of existence. Selfishness, cruelty, and deception create turbulence in consciousness, making it impossible for the still, small voice of the Absolute to be heard. By living in accordance with moral principles, the mystic removes the obstacles that block the flow of divine grace. Ethics is not merely a matter of external behavior but of inner transformation, the reshaping of consciousness in the image of the Divine.

 

Yet the mystics warn against a subtle danger: the temptation to seek mystical experiences for their own sake, to treat them as spiritual achievements or as means to power and prestige. Such seeking is itself a form of grasping, an assertion of the ego that must be transcended. The true goal is not the experience but the transformation it brings, not the momentary vision but the permanent reorientation of one's life toward the Divine.

 

The Transformation of Being

 

When authentic mystical experience occurs, it does not leave the individual unchanged. Like a lightning strike that transforms sand into glass, the encounter with the Absolute restructures consciousness at its deepest levels. The effects ripple outward, touching every dimension of the person's life, worldview, and relationships.

 

There emerges a sense of awe and wonder that never entirely fades. The mystic walks through the world with new eyes, perceiving the extraordinary hiding within the ordinary, the infinite dwelling within the finite. A flower becomes a miracle, a breath becomes a prayer, a moment becomes eternity. Where others see only the surface of things, the mystic perceives depth upon depth, each layer revealing yet another dimension of the sacred mystery that permeates all existence.

 

Gratitude and joy arise spontaneously, not as emotional states that come and go, but as fundamental tonalities of being. To have glimpsed the Absolute is to know oneself as utterly gifted, graced beyond all deserving. Existence itself becomes a cause for celebration, for the mystic has discovered that beneath all suffering and struggle, there is a joy that has no opposite, a peace that transcends all understanding. This is not the happiness that depends on circumstances but the bliss that is one's true nature.

 

Paradoxically, this encounter with the supreme reality brings profound humility. The mystic who has touched the Infinite knows the smallness and fragility of the separate self. Yet this humility is not self-deprecation but a realistic assessment of the human condition, combined with compassion for all beings who struggle in the same predicament. Having experienced the dissolution of ego boundaries, the mystic develops a natural empathy, recognizing in every other being the same essential nature, the same spark of the Divine, the same potential for awakening.

 

There comes also a detachment from worldly concerns—not the cold indifference of someone who does not care, but the freedom of someone who is no longer enslaved by desires and fears. Having tasted the nectar of the Absolute, the mystic finds that worldly satisfactions have lost their grip. Wealth, fame, pleasure, success—these no longer compel as they once did. This is not renunciation born of duty or discipline, but a natural falling away, like a snake shedding its skin. The mystic remains engaged with the world, fulfilling necessary duties and responsibilities, but without the desperate grasping and clinging that characterizes ordinary existence.

 

Finally, there emerges a sense of purpose and direction. The mystic returns from the encounter with a mission: to serve, to love, to alleviate suffering, to help others find the path. This is not felt as an obligation imposed from outside but as the natural expression of what has been realized. When one has experienced unity with all beings, service to others becomes service to oneself; when one has known the Divine as the ground of all existence, working for the welfare of creation becomes working for the glory of God.

 

The Invitation to the Infinite

 

The mystical theory of the Absolute stands as a perennial challenge to the assumptions of materialist culture, which sees reality as exhausted by physical processes and human experience as reducible to brain states. It invites us to consider that consciousness is not a mere epiphenomenon of matter but a fundamental feature of reality, perhaps reality's deepest dimension. It suggests that the feeling of separation that characterizes ordinary awareness is not the final truth but a kind of trance from which we might awaken.

 

This is not merely an interesting philosophical speculation but a living invitation—an invitation to undertake the journey ourselves, to test the claims of the mystics in the laboratory of our own consciousness. The path is arduous, requiring commitment, discipline, and the willingness to question our most cherished assumptions about who we are. It demands that we loosen our grip on the familiar and venture into the unknown. It asks us to surrender the illusion of control and open ourselves to possibilities that exceed our current comprehension.

 

Yet the mystics assure us that the effort is worthwhile beyond all measure. For what is at stake is nothing less than the discovery of our true nature, the realization of our deepest identity. We are not, they tell us, merely the small, separate selves we take ourselves to be, buffeted by circumstances, trapped in time, doomed to inevitable dissolution. We are, in our essence, one with the Absolute—that boundless reality that has no beginning and no end, that underlies all appearance, that is the source and substance of all that exists.

 

This truth cannot be grasped by the intellect alone, cannot be learned from books or accepted on authority. It must be realized, lived, embodied. And when it is, the mystics promise, everything changes while nothing changes. The world remains the same, yet it is transfigured. The self remains, yet it is no longer the center of the universe. Life continues with its joys and sorrows, its challenges and triumphs, yet beneath it all there is a stillness, a silence, a peace that cannot be disturbed.

 

In the end, the mystical path is not an escape from reality but a plunge into its depths, not a denial of existence but an affirmation of its ultimate meaning. It is a journey from the surface to the depths, from multiplicity to unity, from ignorance to knowledge, from bondage to freedom. It is the soul's return to its source, the drop's recognition that it is the ocean, the wave's discovery that it is the water.

 

And in that discovery, there is rest.

 

Ο Φωτεινός Δρόμος: Ένα Ταξίδι Προς το Απόλυτο

 

Το Κατώφλι του Μυστηρίου

 

Στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, πέρα από την πολυάσχολη αγορά των σκέψεων και το ανήσυχο θέατρο των επιθυμιών, υπάρχει μια πύλη — αόρατη αλλά αναμφισβήτητη — που ανοίγει σε διαστάσεις της πραγματικότητας για τις οποίες η γλώσσα μόλις και μπορεί να ψιθυρίσει. Αυτή είναι η σφαίρα όπου οι μύστες όλων των εποχών έχουν τολμήσει να εισέλθουν, επιστρέφοντας με διηγήσεις όχι για μακρινές χώρες, αλλά για μια συνάντηση τόσο βαθιά, τόσο συντριπτική στην οικειότητά της, που τα ίδια τα θεμέλια της ατομικότητας τρέμουν και διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

 

Το ταξίδι προς το Απόλυτο δεν αρχίζει με έναν χάρτη, αλλά με μια λαχτάρα — έναν πόνο στην ψυχή που καμία γήινη ικανοποίηση δεν μπορεί να σβήσει. Είναι σαν η ανθρώπινη ψυχή να θυμάται, όσο αμυδρά κι αν είναι, ένα σπίτι που δεν έχει γνωρίσει συνειδητά ποτέ, μια ενότητα από την οποία έχει αποχωριστεί με την ίδια την πράξη της ατομικής ύπαρξης. Αυτή η λαχτάρα δεν είναι αδυναμία, αλλά η υψηλότερη φιλοδοξία της συνείδησης: η παρόρμηση να υπερβεί τα δικά της όρια και να συγχωνευθεί με αυτό που είναι απεριόριστο, αιώνιο και εντελώς πέρα από κάθε κατανόηση.

 

Αυτό που αναζητούν οι μύστες δεν είναι μια ιδέα ή μια έννοια, ούτε μια φιλοσοφική πρόταση που μπορεί να συζητηθεί στους διαδρόμους της λογικής. Αναζητούν επαφή — κατευθείαν, άμεση, μεταμορφωτική επαφή — με το έδαφος όλης της ύπαρξης, την πηγή από την οποία ρέει όλη η ύπαρξη σαν ποτάμι από μια ανεξάντλητη πηγή. Κάποιοι έχουν ονομάσει αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα Θεό, επενδύοντάς την με προσωπικότητα και θέληση. Άλλοι την έχουν αποκαλέσει Μπράχμαν, το αμετάβλητο υπόστρωμα κάτω από τις χορευτικές ψευδαισθήσεις του φαινομενικού κόσμου. Άλλοι πάλι μιλούν για το Τάο, τον ανώνυμο δρόμο που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή για τη Νιρβάνα, το σβήσιμο των πυρκαγιών της πόθησης και της πλάνης. Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα είναι απλώς δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, σκιές που ρίχνονται από ένα φως πολύ λαμπρό για τα μάτια της συνηθισμένης αντίληψης.

 

Η Φύση του Ανεκλάλητου

 

Το να μιλάμε για το Απόλυτο είναι να εμπλεκόμαστε σε ένα παράδοξο, διότι είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η σιωπή πριν από την πρώτη λέξη, το σκοτάδι πριν από το πρώτο φως, το κενό που είναι κατά κάποιο τρόπο πιο γεμάτο από κάθε πληρότητα. Το Απόλυτο υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες με τις οποίες το ανθρώπινο μυαλό οργανώνει την πραγματικότητα: δεν είναι ούτε ύπαρξη ούτε μη-ύπαρξη, ούτε ένα ούτε πολλά, ούτε εδώ ούτε εκεί. Είναι πέρα από τον χρόνο, αλλά όλες οι στιγμές υπάρχουν μέσα του. Είναι πέρα από τον χώρο, αλλά όλοι οι τόποι είναι η κατοικία του. Είναι πέρα από την αλλαγή, αλλά κάθε μεταμόρφωση ξεδιπλώνεται μέσα στην αμετάβλητη παρουσία του.

 

Οι μύστες περιγράφουν το Απόλυτο ως άπειρο — όχι με την μαθηματική έννοια της ατέρμονης επέκτασης, αλλά με την έννοια της απόλυτης πληρότητας, που δεν στερείται τίποτα, δεν οριοθετείται από τίποτα, δεν περιορίζεται από τίποτα. Είναι αιώνιο, όχι ως διάρκεια που εκτείνεται μπροστά και πίσω χωρίς τέλος, αλλά ως ένα άχρονο τώρα στο οποίο το παρελθόν και το μέλλον καταρρέουν σε μια μοναδική, αιώνια παρούσα στιγμή. Είναι αμετάβλητο, όχι ως κάτι παγωμένο ή στατικό, αλλά ως μια ηρεμία τόσο βαθιά που κάθε κίνηση φαίνεται σαν απλά κυματάκια στην επιφάνειά του, χωρίς ποτέ να διαταράσσει την ουσιαστική γαλήνη του.

 

Και όμως, παρά όλη αυτή την υπέρβαση, το Απόλυτο δεν είναι μακρινό ή ξεχωριστό από τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας. Πράγματι, οι μύστες διακηρύσσουν μια αλήθεια που θρυμματίζει τα άνετα όρια μεταξύ ιερού και βέβηλου: το Απόλυτο δεν είναι αλλού αλλά εδώ, όχι τότε αλλά τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο αλλά στο ίδιο το έδαφος αυτής της παρούσας στιγμής. Είναι πιο κοντά μας από την ίδια μας την αναπνοή, πιο οικείο από τις ίδιες μας τις σκέψεις, πιο κοντά από τον χτύπο της ίδιας μας της καρδιάς. Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά την μυστική άποψη, δεν είναι ότι είμαστε χωρισμένοι από το Απόλυτο, αλλά ότι αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε την παρουσία του, καλυμμένη όπως είναι από τα παχιά παραπετάσματα της συνήθους αντίληψης και τον ατέλειωτο θόρυβο της νοητικής δραστηριότητας.

 

Η Μαρτυρία της Όρασης

 

Στους αιώνες, μέσα από τον τεράστιο ιστό των ανθρώπινων πολιτισμών και θρησκειών, ορισμένα άτομα έχουν διαπεράσει αυτά τα πέπλα και έχουν αντικρίσει το πρόσωπο του Απόλυτου. Οι μαρτυρίες τους, αν και εκφρασμένες στις συμβολικές γλώσσες των αντίστοιχων παραδόσεών τους, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα — σαν να είχαν όλοι επισκεφθεί την ίδια χώρα και να επέστρεψαν για να την περιγράψουν σε διαφορετικές διαλέκτους.

 

Υπήρχε η Τερέζα, η Ισπανίδα γυναίκα που περπατούσε τους σκονισμένους δρόμους της Καστίλης του δέκατου έκτου αιώνα, η οποία βρέθηκε κατακλυσμένη από μια αγάπη τόσο έντονη που η ίδια η ύπαρξή της έμοιαζε να λιώνει σαν κερί μπροστά σε φλόγα. Στις περιγραφές της για την ένωση με τον Θείο Αγαπημένο, μιλούσε για διάλυση — όχι για την ανυπαρξία του θανάτου, αλλά για μια διάλυση σε κάτι πιο πλατύ και πιο πραγματικό από ό,τι ήταν ποτέ ο ατομικός της εαυτός. Οι εμπειρίες της χαρακτηρίζονταν από αυτό που αποκαλούσε «εσωτερικό κάστρο», ένα τοπίο της ψυχής με πολλά δωμάτια, όπου κάθε ένα έλκει τον προσκυνητή βαθύτερα στο μυστήριο, μέχρι το κέντρο, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο, όπου η ψυχή και ο Θεός γίνονται αδιαίρετοι, συγχωνευμένοι σε μια ένωση πέρα από κάθε περιγραφή.

 

Πέρα από τις τεράστιες αποστάσεις γεωγραφίας και χρόνου, στη ζέστη και το χρώμα της μεσαιωνικής Ινδίας, ζούσε ο Σανκάρα, του οποίου ο διαπεραστικός νους διέκρινε κάτω από την πολλαπλότητα των μορφών μια μοναδική, αδιαίρετη πραγματικότητα. Γι' αυτόν, η συνειδητοποίηση ήταν απόλυτη και κατηγορηματική: ο ατομικός εαυτός, το άτμαν, δεν είναι τίποτε άλλο από το Μπράχμαν, την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάθε φαινομενικός χωρισμός είναι ψευδαίσθηση, μάγια, σαν το σχοινί που περνιέται για φίδι στο αμυδρό φως της άγνοιας. Όταν η γνώση ανατέλλει, το φίδι εξαφανίζεται, όχι επειδή πήγε κάπου, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Έτσι και όταν ο μύστης ξυπνά, τα όρια που φαίνονταν να χωρίζουν τον εαυτό από τον Εαυτό, την ψυχή από τον Θεό, το πλάσμα από τον Δημιουργό, αποκαλύπτονται ως φαντάσματα, και αυτό που απομένει είναι η απλή, συγκλονιστική αναγνώριση: «Εγώ Είμαι Εκείνο».

 

Στις ερήμους και τους κήπους της Περσίας, ο Ρούμι — ποιητής, εραστής, χορευτής — στροβιλιζόταν σε έκσταση, μεθυσμένος όχι από κρασί αλλά από τη μέθη της θείας παρουσίας. Οι στίχοι του ξεχειλίζουν από τη γλώσσα της αγάπης, διότι κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το Απόλυτο δεν είναι μέσω φιλοσοφικής ανάλυσης αλλά μέσω του ανοίγματος της καρδιάς. Στην όρασή του, ο εραστής και ο Αγαπημένος εμπλέκονται σε έναν αιώνιο χορό, και το υπέρτατο μυστικό είναι ότι δεν ήταν ποτέ δύο αλλά πάντα ένας, παίζοντας τον χωρισμό για την καθαρή χαρά της επανένωσης. «Έχω ζήσει στο χείλος της τρέλας», έγραψε, «θέλοντας να γνωρίσω λόγους, χτυπώντας μια πόρτα. Ανοίγει. Χτυπούσα από μέσα!»

 

Στην αυστηρή ομορφιά του ιαπωνικού Ζεν, ο Ντόγκεν δίδασκε ότι ο διαφωτισμός δεν είναι κάτι που αποκτάται αλλά κάτι που συνειδητοποιείται ως ήδη παρών. Το να κάθεται κανείς σε διαλογισμό δεν είναι να ταξιδεύει προς κάποιο μακρινό στόχο αλλά να ενσαρκώνει τη φύση του Βούδα που είναι η αληθινή ουσία του. Σε ένα παράδοξο που ευχαριστιέται να μπερδεύει το λογικό μυαλό, διακήρυξε: «Το να μελετάς τον Δρόμο είναι να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό είναι να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό είναι να διαφωτίζεσαι από όλα τα πράγματα». Σε αυτή την λήθη, υπάρχει μια υπέρτατη ανάμνηση· σε αυτόν τον θάνατο του εγώ, υπάρχει η γέννηση της αληθινής ζωής.

 

Και στα κρύα μοναστήρια της μεσαιωνικής Γερμανίας, ο Μάιστερ Έκχαρτ κήρυττε μια διδασκαλία τόσο ριζοσπαστική που τον έφερε σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μιλούσε για έναν «Θεό πέρα από τον Θεό», μια Θεότητα που υπερβαίνει ακόμα και τον προσωπικό Θεό της συμβατικής θρησκείας. Δίδασκε ότι η ψυχή πρέπει να γίνει κενή, γυμνωμένη από όλες τις προσκολλήσεις, τις επιθυμίες, και ακόμα από την προσκόλλησή της στις ίδιες τις πνευματικές εμπειρίες, ώστε ο Θεός να μπορέσει να γεννηθεί ξανά στα βάθη της ψυχής. «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό», διακήρυξε, «είναι το ίδιο μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει».

 

Οι Ιδιότητες της Μυστικής Συνάντησης

 

Όταν το πέπλο σχίζεται και η ψυχή στέκεται — όσο σύντομα κι αν είναι — στην παρουσία του Απόλυτου, η εμπειρία φέρει ορισμένα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης. Αυτά τα γνωρίσματα έχουν καταγραφεί σε όλες τις παραδόσεις με τέτοια συνέπεια που υποδεικνύουν μια γνήσια φαινομενολογία της μυστικής εμπειρίας.

 

Πρώτον, υπάρχει αυτό που έχει αποκαλεστεί η νοητική ιδιότητα — μια συντριπτική αίσθηση ότι έχει δοθεί γνώση, ότι βαθιές αλήθειες έχουν αποκαλυφθεί όχι μέσω επιχειρημάτων ή αποδείξεων αλλά μέσω άμεσης αντίληψης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να κλονιστεί από αμφιβολία ή συζήτηση, διότι δεν βασίζεται σε πίστη αλλά σε όραση. Είναι σαν να ήταν τυφλός και ξαφνικά να απέκτησε όραση, ή σαν ο κόσμος να είχε θεαθεί μέσα από ένα θολό τζάμι που τώρα έχει γίνει διαφανές.

 

Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η γνώση δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως στους άλλους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανεκλαλητότητα — η εμπειρία αντιστέκεται στη μετάφραση σε λέξεις και έννοιες. Η γλώσσα, που εξελίχθηκε για να περιγράφει τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας, καταρρέει όταν αντιμετωπίζει πραγματικότητες που υπερβαίνουν υποκείμενο και αντικείμενο, χρόνο και χώρο, εαυτό και άλλο. Ο μύστης παλεύει να μεταδώσει αυτό που έχει δει, καταφεύγοντας σε ποίηση, παράδοξο και συμβολισμό, γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά είναι μόνο χονδροειδείς προσεγγίσεις, χειρονομίες προς μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με λόγια.

 

Σχετικό με αυτό είναι η ιδιότητα της παραδοξότητας — η εμπειρία φαίνεται να περιλαμβάνει αντιφάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής. Ο μύστης μπορεί να μιλά για κενό που είναι πληρότητα, για σκοτάδι που είναι φως, για σιωπή που είναι ήχος, για θάνατο που είναι ζωή. Αυτά δεν είναι λάθη σκέψης αλλά προσπάθειες να περιγραφεί μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις κατηγορίες είτε-είτε της λογικής σκέψης. Το Απόλυτο περιλαμβάνει και υπερβαίνει όλα τα αντίθετα· είναι πέρα από την εμβέλεια του διακριτικού νου.

 

Η μυστική εμπειρία χαρακτηρίζεται επίσης από παροδικότητα — δεν διαρκεί. Όσο βαθιά και μεταμορφωτική κι αν είναι, η συνάντηση ξεθωριάζει. Ο μύστης επιστρέφει στην συνηθισμένη συνείδηση, αν και για πάντα αλλαγμένος από αυτό που έχει αντικρίσει. Είναι σαν να είχε δοθεί μια σύντομη επίσκεψη σε μια πατρίδα από την οποία είχε εξοριστεί εδώ και καιρό, μόνο για να σταλεί πίσω στη ξένη γη της καθημερινής ύπαρξης. Ωστόσο, η ανάμνηση παραμένει, ένα φλεγόμενο κάρβουνο στην καρδιά, μια πυξίδα που συνεχίζει να προσανατολίζει την ψυχή προς τον αληθινό της βορρά.

 

Τέλος, υπάρχει η ιδιότητα της παθητικότητας — η εμπειρία δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ή να ελέγξει. Έρχεται ως χάρη, ως δώρο, απρόσκλητη και απροσδόκητη. Ο μύστης μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος μέσω πνευματικών πρακτικών, να αφαιρέσει εμπόδια και να καλλιεργήσει δεκτικότητα, αλλά η τελική επίτευξη δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι σαν να περίμενε κανείς στην πόρτα, και ξαφνικά η πόρτα να ανοίγει από την άλλη πλευρά. Η ψυχή αρπάζεται, υψώνεται, μεταφέρεται σε διαστάσεις που δεν μπορούσε να φτάσει με τις δικές της προσπάθειες.

 

Οι Πρακτικές της Προετοιμασίας

 

Αν και η μυστική συνάντηση τελικά υπερβαίνει όλες τις μεθόδους και τεχνικές, οι παραδόσεις σοφίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ότι ορισμένες πρακτικές προετοιμάζουν το έδαφος της συνείδησης για τον σπόρο της θείας εμπειρίας. Αυτές δεν είναι μηχανικές διαδικασίες που εγγυώνται αποτελέσματα, αλλά πειθαρχίες που καθαρίζουν την επίγνωση και βαθαίνουν την δεκτικότητα.

 

Ο διαλογισμός στέκεται ως μία από τις κύριες οδούς. Στην ηρεμία του διαλογισμού, ο ασκούμενος μαθαίνει να παρατηρεί την ασταμάτητη δραστηριότητα του νου — τις σκέψεις που αναδύονται και παρέρχονται σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσης. Σταδιακά, μέσω υπομονετικής πρακτικής, ανακαλύπτει κανείς ότι δεν ταυτίζεται με αυτές τις σκέψεις, ότι υπάρχει μια μαρτυρούσα παρουσία που παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο που παρατηρεί. Καθώς ο νους ηρεμεί, σαν ιζήματα σε ένα βάζο με νερό που έχει σταματήσει να ταρακουνιέται, αναδύεται μια διαύγεια. Σε αυτή τη διαύγεια, μπορεί να προκύψουν ματιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας, υπονοούμενα του Απόλυτου που υποβαστάζει και υπερβαίνει το παιχνίδι των νοητικών φαινομένων.

 

Η προσευχή, στην βαθύτερη έννοιά της, δεν είναι απλή ικεσία ή συνομιλία με έναν Θεό φανταζόμενο ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Είναι ένα άνοιγμα της καρδιάς, μια έκθεση του εαυτού ευάλωτου και δεκτικού στην θεία παρουσία. Στην προσευχή, η ψυχή χύνεται σε αφοσίωση, ευγνωμοσύνη και λαχτάρα. Είναι μια σχέση, ένας διάλογος που σταδιακά αποκαλύπτεται ως μονόλογος, διότι αυτός που προσεύχεται και Εκείνος στον Οποίο απευθύνεται η προσευχή ανακαλύπτονται, στην τελική ανάλυση, να μην είναι δύο αλλά ένας. Η προσευχή διαλύει τα όρια του ξεχωριστού εαυτού, δημιουργώντας χώρο όπου η χάρη μπορεί να εισέλθει.

 

Η θεώρηση υπερβαίνει τον διαλογισμό και την προσευχή σε μια περιοχή καθαρής σιωπής. Εδώ, κάθε προσπάθεια παύει, κάθε αγώνας σταματά. Ο θεωρητικός απλώς αναπαύεται στην παρουσία του Θείου, χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς επιθυμία ακόμα και για πνευματική εμπειρία. Αυτή είναι η πρακτική της ριζικής απελευθέρωσης, της παράδοσης ακόμα και του εαυτού που αναζητά. Σε αυτή την γύμνια, αυτή την πτωχεία πνεύματος, η ψυχή γίνεται σαν ένα καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Απόλυτου μπορεί να λάμψει ανεμπόδιστα.

 

Η ηθική επίσης παίζει κρίσιμο ρόλο, αν και μπορεί να φαίνεται μακριά από την μυστική εμπειρία. Η καλλιέργεια της αρετής — συμπόνια, αληθοφάνεια, μη-βία, γενναιοδωρία — καθαρίζει την καρδιά και ευθυγραμμίζει την ψυχή με την θεμελιώδη αρμονία της ύπαρξης. Ο εγωισμός, η σκληρότητα και η απάτη δημιουργούν αναταραχή στη συνείδηση, καθιστώντας αδύνατο να ακουστεί η ήρεμη, μικρή φωνή του Απόλυτου. Ζώντας σύμφωνα με ηθικές αρχές, ο μύστης αφαιρεί τα εμπόδια που εμποδίζουν τη ροή της θείας χάριτος. Η ηθική δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά εσωτερικής μεταμόρφωσης, της διαμόρφωσης της συνείδησης κατ' εικόνα του Θείου.

 

Ωστόσο, οι μύστες προειδοποιούν για έναν λεπτό κίνδυνο: τον πειρασμό να αναζητά κανείς μυστικές εμπειρίες για χάρη τους, να τις αντιμετωπίζει ως πνευματικά επιτεύγματα ή ως μέσα για δύναμη και κύρος. Τέτοια αναζήτηση είναι από μόνη της μια μορφή αρπαγής, μια διεκδίκηση του εγώ που πρέπει να υπερβεί. Ο αληθινός στόχος δεν είναι η εμπειρία αλλά η μεταμόρφωση που φέρνει, όχι η στιγμιαία όραση αλλά ο μόνιμος επαναπροσανατολισμός της ζωής προς το Θείο.

 

Η Μεταμόρφωση της Ύπαρξης

 

Όταν συμβαίνει γνήσια μυστική εμπειρία, δεν αφήνει το άτομο αμετάβλητο. Σαν κεραυνός που μετατρέπει την άμμο σε γυαλί, η συνάντηση με το Απόλυτο αναδομεί τη συνείδηση στα βαθύτερα επίπεδά της. Τα αποτελέσματα κυματίζονται προς τα έξω, αγγίζοντας κάθε διάσταση της ζωής, της κοσμοθεωρίας και των σχέσεων του ατόμου.

 

Αναδύεται μια αίσθηση δέους και θαυμασμού που ποτέ δεν ξεθωριάζει εντελώς. Ο μύστης περπατά στον κόσμο με νέα μάτια, αντιλαμβανόμενος το εξαιρετικό που κρύβεται μέσα στο συνηθισμένο, το άπειρο που κατοικεί μέσα στο πεπερασμένο. Ένα λουλούδι γίνεται θαύμα, μια αναπνοή γίνεται προσευχή, μια στιγμή γίνεται αιωνιότητα. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, ο μύστης αντιλαμβάνεται βάθος επί βάθους, κάθε στρώμα αποκαλύπτει μια ακόμα διάσταση του ιερού μυστηρίου που διαπερνά όλη την ύπαρξη.

 

Ευγνωμοσύνη και χαρά αναδύονται αυθόρμητα, όχι ως συναισθηματικές καταστάσεις που έρχονται και παρέρχονται, αλλά ως θεμελιώδεις τόνοι της ύπαρξης. Το να έχει αντικρίσει κανείς το Απόλυτο είναι να γνωρίζει τον εαυτό ως απόλυτα προικισμένο, χαρισμένο πέρα από κάθε αξίωση. Η ίδια η ύπαρξη γίνεται αιτία εορτασμού, διότι ο μύστης έχει ανακαλύψει ότι κάτω από κάθε πάθος και αγώνα, υπάρχει μια χαρά χωρίς αντίθετο, μια ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Αυτή δεν είναι η ευτυχία που εξαρτάται από περιστάσεις αλλά η μακαριότητα που είναι η αληθινή φύση του.

 

Παραδόξως, αυτή η συνάντηση με την υπέρτατη πραγματικότητα φέρνει βαθιά ταπείνωση. Ο μύστης που έχει αγγίξει το Άπειρο γνωρίζει το μικρό και εύθραυστο του ξεχωριστού εαυτού. Ωστόσο αυτή η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης κατάστασης, συνδυασμένη με συμπόνια για όλα τα όντα που παλεύουν στην ίδια κατάσταση. Έχοντας βιώσει τη διάλυση των ορίων του εγώ, ο μύστης αναπτύσσει μια φυσική ενσυναίσθηση, αναγνωρίζοντας σε κάθε άλλο ον την ίδια ουσιαστική φύση, την ίδια σπίθα του Θείου, την ίδια δυνατότητα για αφύπνιση.

 

Έρχεται επίσης μια απόσπαση από κοσμικές ανησυχίες — όχι η κρύα αδιαφορία κάποιου που δεν νοιάζεται, αλλά η ελευθερία κάποιου που δεν είναι πλέον σκλαβωμένος από επιθυμίες και φόβους. Έχοντας γευτεί το νέκταρ του Απόλυτου, ο μύστης βρίσκει ότι οι κοσμικές ικανοποιήσεις έχουν χάσει την λαβή τους. Πλούτος, φήμη, ηδονή, επιτυχία — αυτά δεν τον εξαναγκάζουν πλέον όπως παλιά. Αυτή δεν είναι αποκήρυξη από καθήκον ή πειθαρχία, αλλά μια φυσική αποβολή, σαν φίδι που ρίχνει το δέρμα του. Ο μύστης παραμένει εμπλεγμένος με τον κόσμο, εκπληρώνοντας απαραίτητα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά χωρίς την απελπισμένη αρπαγή και προσκόλληση που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη ύπαρξη.

 

Τέλος, αναδύεται μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια αποστολή: να υπηρετεί, να αγαπά, να απαλύνει τον πόνο, να βοηθά τους άλλους να βρουν τον δρόμο. Αυτό δεν γίνεται αισθητό ως υποχρέωση επιβλημένη από έξω αλλά ως η φυσική έκφραση αυτού που έχει συνειδητοποιηθεί. Όταν κανείς έχει βιώσει ενότητα με όλα τα όντα, η υπηρεσία στους άλλους γίνεται υπηρεσία στον εαυτό· όταν έχει γνωρίσει το Θείο ως το έδαφος όλης της ύπαρξης, η εργασία για την ευημερία της δημιουργίας γίνεται εργασία για τη δόξα του Θεού.

 

Η Πρόσκληση στο Άπειρο

 

Η μυστική θεωρία του Απόλυτου στέκεται ως αιώνια πρόκληση στις υποθέσεις της υλιστικής κουλτούρας, η οποία βλέπει την πραγματικότητα ως εξαντλημένη από φυσικές διεργασίες και την ανθρώπινη εμπειρία ως αναγόμενη σε καταστάσεις εγκεφάλου. Μας προσκαλεί να σκεφτούμε ότι η συνείδηση δεν είναι απλό επακόλουθο της ύλης αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, ίσως η βαθύτερη διάστασή της. Υποδηλώνει ότι το αίσθημα χωρισμού που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη επίγνωση δεν είναι η τελική αλήθεια αλλά ένα είδος έκσταση από την οποία μπορεί να ξυπνήσουμε.

 

Αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική εικασία αλλά μια ζωντανή πρόσκληση — πρόσκληση να αναλάβουμε το ταξίδι οι ίδιοι, να δοκιμάσουμε τις διεκδικήσεις των μυστών στο εργαστήριο της δικής μας συνείδησης. Ο δρόμος είναι κοπιαστικός, απαιτώντας δέσμευση, πειθαρχία και προθυμία να αμφισβητήσουμε τις πιο αγαπημένες μας υποθέσεις για το ποιοι είμαστε. Απαιτεί να χαλαρώσουμε τη λαβή μας στο οικείο και να τολμήσουμε στο άγνωστο. Μας ζητά να παραδώσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να ανοιχτούμε σε δυνατότητες που υπερβαίνουν την τρέχουσα κατανόησή μας.

 

Ωστόσο, οι μύστες μας διαβεβαιώνουν ότι η προσπάθεια αξίζει πέρα από κάθε μέτρο. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανακάλυψη της αληθινής μας φύσης, την συνειδητοποίηση της βαθύτερης ταυτότητάς μας. Δεν είμαστε, μας λένε, απλώς οι μικροί, ξεχωριστοί εαυτοί που θεωρούμε ότι είμαστε, χτυπημένοι από περιστάσεις, παγιδευμένοι στον χρόνο, καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη διάλυση. Είμαστε, στην ουσία μας, ένα με το Απόλυτο — εκείνη την απεριόριστη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που υποβαστάζει κάθε εμφάνιση, που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.

 

Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συλληφθεί από τον νου μόνο, δεν μπορεί να μαθευτεί από βιβλία ή να γίνει αποδεκτή με αυθεντία. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, να βιωθεί, να ενσαρκωθεί. Και όταν γίνει, οι μύστες υπόσχονται, όλα αλλάζουν ενώ τίποτα δεν αλλάζει. Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά μεταμορφώνεται. Ο εαυτός παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το κέντρο του σύμπαντος. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τους θριάμβους της, αλλά κάτω από όλα υπάρχει μια ηρεμία, μια σιωπή, μια ειρήνη που δεν μπορεί να διαταραχθεί.

 

Στο τέλος, ο μυστικός δρόμος δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά βουτιά στα βάθη της, όχι άρνηση της ύπαρξης αλλά επιβεβαίωση της υπέρτατης σημασίας της. Είναι ένα ταξίδι από την επιφάνεια στα βάθη, από την πολλαπλότητα στην ενότητα, από την άγνοια στη γνώση, από την δουλεία στην ελευθερία. Είναι η επιστροφή της ψυχής στην πηγή της, η αναγνώριση της σταγόνας ότι είναι ο ωκεανός, η ανακάλυψη του κύματος ότι είναι το νερό.

 

Και σε αυτή την ανακάλυψη, υπάρχει ανάπαυση.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~