CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
9. The Eternal Return: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
9. Η Αιώνια Επιστροφή: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 February, 2026

Sunday, March 13, 2022

ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ 2798 (2022)

 

Η Διάταξη των Μυστηρίων στο Έτος. Ηλιοστάσια και Ισημερίες.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Δελφική Κοινότητα ήταν μια Ιερή Κοινότητα, όπως ήταν κάποιοι Ορφικοί Θίασοι, Πυθαγόρειοι Σύλλογοι, Κοινότητες που ήταν συγκεντρωμένες γύρω από κάποια Ιερά, όπως της Ελευσίνας κι άλλα Ιερά στην Ευρύτερη Περιοχή της Ελλάδας. Ακόμα κι η Ακαδημία του Πλάτωνα είχε οργανωθεί με αυτά τα Πρότυπα σαν Μυστική Κοινότητα και δεν ήταν απλά μια εξωτερική Ακαδημία, ένα απλό σχολείο όπου οι άνθρωποι υποτίθεται ότι φιλοσοφούσαν ή ασχολούνταν με εξωτερικές γνώσεις. Τι γνωρίζουμε πραγματικά από όλα όσα συνέβαιναν τότε στην Ελλάδα; Πολλές από τις Εργασίες της Δελφικής Κοινότητας ήταν Μυστικές, γίνονταν αθόρυβα κι ο πολύς κόσμος δεν μάθαινε τίποτα. Το ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες σημαίνει ότι δεν συνέβαιναν; Η μόνη έγκυρη πληροφόρηση είναι αυτή που έρχεται από την Εσωτερική Παράδοση που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Βεβαίως θα μπορούσε να πει κάποιος πως (και πολλά από αυτά που λέμε) δεν συνέβαιναν γιατί τότε θα γνώριζαν από τότε τι πραγματικά εξελισσόταν. Αυτό είναι σωστό. Από την άλλη μεριά όμως είναι γνωστό ότι υπήρχε αυστηρή μυστικότητα στα Μυστήρια. Ακόμα και αν δεν πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει εσωτερική πληροφόρηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αρκεί να χρησιμοποιήσει απλά την λογική, να βάλει σε σωστή θέση τα γεγονότα και να ερμηνεύσει σωστά τις «ενδείξεις».




Οι Όσιοι των Δελφών θεωρούσαν το Έτος Ιερό Χρόνο αφιερωμένο στην πνευματική συνειδητοποίηση. Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, η πιο Ιερή Εποχή του Έτους, ήταν το Τέλος της Παλιάς Εποχής κι η Αναγέννηση της Δημιουργίας μέσα στην Σιωπή της «Ανάπαυσης». Η Εαρινή Ισημερία σηματοδοτούσε την Φυσική Ανάπτυξη που θα έπρεπε να προσανατολιστεί ορθά προς την δημιουργία. Το Θέρος (το Καλοκαίρι) ήταν το Απόγειο της Δημιουργίας, η Εποχή της Συλλογής των Καρπών της Δημιουργίας και το Θερινό Ηλιοστάσιο σήμαινε την ολοκλήρωση της εξωτερικής δραστηριότητας και την Μεταστροφή όλων των δημιουργικών δυνάμεων προς τα Έσω (ήταν η Αρχή της Περισυλλογής). Η Φθινοπωρινή Ισημερία ήταν η Εποχή της Μεγάλης Αποκάλυψης του Μυστηρίου της Ύπαρξης και της Εισόδου στον Έσω Κόσμο, στα Ηλύσια Πεδία, μέσα στην ωρίμανση του Χρόνου. Η Εποχή της Μεσολάβησης από την Φθινοπωρινή Ισημερία μέχρι το Χειμερινό Ηλιοστάσιο ήταν μια Εποχή Εσωτερικής Εργασίας που Αποκάλυπτε την Ουράνια Φύση της Ύπαρξής μας και Προετοίμαζε για την Χειμερινή Επιστροφή στην Απεραντοσύνη της Αντιληπτικής Απροσδιοριστίας που Αποτελεί το Βάθρο των Πάντων, το Ακατάληπτο Μυστήριο της Ύπαρξης.

Έτσι, στην πραγματικότητα, για τους Μυημένους, ολόκληρη η Δημιουργία, στην Εξέλιξή της  (και την Εισέλιξή της) είναι μια Μυσταγωγία. Το ίδιο είναι και η ζωή του ανθρώπου, μια Συνεχής Πορεία προς την Αυτογνωσία και την Αναγνώριση της Εσώτερης Φύσης σαν της Απόλυτης Ύπαρξης. Η Μυσταγωγία του Ιερού Έτους βοηθούσε όσους ανθρώπους κατανοούσαν να πορευθούν στον Ορθό Δρόμο της Επιστροφής στους Ουράνιους Κόσμους και στο Απόλυτο. Η Συμμετοχή στα Μυστήρια, η Μύηση, η Μυσταγωγία, η Περισυλλογή και το Μυστικό Βίωμα δεν είχαν άλλο προορισμό από την Ολοκλήρωση της Ύπαρξης και της ζωής, την Αποθέωση του Ανθρώπου.


Τα Φανερά Μικρά Μυστήρια της Άνοιξης

Τα Μυστήρια της Εαρινής Ισημερίας ήταν τα Μυστήρια της Προετοιμασίας και η Βάση της Αληθινής Αυτογνωσίας, όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιούσε τον εαυτό του σαν Ψυχή που «συνδέεται» με ένα σώμα. Στην Μύηση αποκαλυπτόταν στον μυούμενο, έμπρακτα (και το βίωνε) ότι το σώμα δεν είναι παρά ένας εξωτερικός φορέας εκδήλωσης στον κόσμο της εξωτερικής εμπειρίας και των φαινομένων. Η ουσία της Μύησης ήταν η Εμπειρία αυτού του πραγματικού οντολογικού διαχωρισμού.

Τέτοια Μυστήρια ήταν τα Μυστήρια της Περσεφόνης, που γίνονταν κάθε Άνοιξη στους πρόποδες του Λόφου Αρδηττού που ανήκε στον Δήμο «Άγραι», («Αγροί», «Εξοχή») περιοχή που εκτεινόταν ανατολικά του Ιλισού, δίπλα στο ποτάμι που κυλούσε τότε ήρεμα προς την θάλασσα, σε μια πευκόφυτη ειδυλλιακή τοποθεσία που περιγράφει θαυμάσια ο Πλάτωνας στην εισαγωγή του «Φαίδρου», (σήμερα η περιοχή είναι κατεστραμμένη από τον «πολιτισμό» των ανθρώπων). Τέτοια Μυστήρια ασφαλώς γινόντουσαν και στους Δελφούς και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Απλά τα «Μικρά Εν Άγραις Μυστήρια» ήταν τα πιο γνωστά.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η ουσία των Μυστηρίων λίγη σχέση είχε με τις εξωτερικές τελετές και τελετουργίες, τις θυσίες και τους συμβολικούς καθαρμούς. Τα Μυστήρια ήταν (κι είναι) Εσωτερική Διαδικασία Κάθαρσης, Διεύρυνσης της Συνείδησης, Επίγνωσης κι Απελευθέρωσης από τα εξωτερικά δεσμά, κι όχι απλές γιορτές και τελετές. Βέβαια, πολλοί άνθρωποι έβλεπαν μόνο αυτό, την «επιφάνεια».

 

Οι Μυστικές Τελετές του Θέρους                                                     

Οι Ιερές Τελετές του Θερινού Ηλιοστασίου γίνονταν με άκρα μυστικότητα στους Δελφούς και σε άλλες περιοχές όπου ζούσαν μυημένοι και σχετίζονταν με την πρακτική της Απόσυρσης και της Προετοιμασίας για την τελική Αποδέσμευση της Ψυχής από το σώμα. Με άλλα λόγια  αυτή η Εποχή ήταν αφιερωμένη στην Εσωτερική Άσκηση μέχρι την Τελική Αποκάλυψη της Αληθινής Φύσης της Ψυχής, της Φωτεινής Ουσίας, που γίνονταν στην Μύηση των Μεγάλων Μυστηρίων με την Αυτοψία, ή την Όραση του Εσωτερικού Φωτός.

Η Διαδικασία της Απόσυρσης είναι μια εγγενής φυσική δυνατότητα της Ψυχής κι είναι θέμα «Βούλησης». Αν όμως δεν εντάσσεται (σαν Πρακτική) σε μια Ολοκληρωμένη Θεολογική Αντίληψη και Μεταφυσική Θεωρία κι αν δεν γίνεται με την Ιερή Καθοδήγηση των Ιεροφαντών μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένους ατραπούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Μύστες των Δελφών (αλλά και των άλλων Ιερών Τόπων) επεδίωκαν την «εξάρτηση» από Αυτούς των μυουμένων αλλά έδειχνε απλά το βαθύ ανθρωπιστικό (και ανιδιοτελές) ενδιαφέρον αυτών που Βίωναν την Μεταφυσική Πραγματικότητα προς αυτούς που δεν είχαν ακόμα απαλλαγεί από τα δεσμά της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού μέσα σε ένα εξωτερικό «αντικειμενικό» κόσμο.

Στην πραγματικότητα, στην Εσωτερική Εργασία, στην Απόσυρση και στην Βίωση των Εσωτερικών Καταστάσεων της Ψυχής, κάποιος είναι μόνος του, μέχρι να αναδυθεί στο Φως της Ολότητας, στην Αντικειμενική Φωτεινή Ουσία, που είναι η Πραγματικότητα, πίσω από τις αυταπάτες και τα φαινόμενα. Όταν κάποιος έβγαινε στο Φως της Παγκόσμιας Συνείδησης οι Μύστες τον καλωσόριζαν σαν Μύστη. Άλλωστε Εδώ δεν υπάρχουν διακρίσεις, «άτομα» και «πρόσωπα». Εδώ η Επίγνωση είναι Ανοιχτή, Παγκόσμια και Κοινή. Αυτή η Εμπειρία γίνεται (από ένα περιορισμένο ον) σαν Συμμετοχή και «Διάλυση» μέσα σε μια Υπερσυνείδηση.


Τα Απόκρυφα Μυστήρια του Φθινοπώρου

Για τα Μεγάλα Μυστήρια της Φθινοπωρινής Ισημερίας έχουν ειπωθεί πολλά, και καλά και κακά και αληθή και αναληθή.  Έχουμε αναλύσει ήδη, πολλές φορές, στα Άρθρα μας, ότι η αληθινή ουσία των Μεγάλων Μυστηρίων του Φθινοπώρου είναι η Εμπειρία της Αυτοψίας (η Δεύτερη Βαθμίδα της Μύησης) που καθίσταται δυνατή μόνο όταν η Ψυχή αποδεσμευθεί πραγματικά και πρακτικά, βιωματικά, από το σώμα.

Στην πραγματικότητα η Μύηση στα Μυστήρια του Φθινοπώρου δεν θα ήταν δυνατή αν δεν γινόταν ορθά η Εργασία του Θέρους. Είναι λάθος να νομίζει κάποιος ότι στην Μύηση θα του Αποκαλυπτόταν έτσι άμεσα και χωρίς προετοιμασία το Εσωτερικό Φως. Αυτό γίνεται με την αληθινή προσωπική βουλητική δράση και μόνο όταν κάποιος είναι ήδη προετοιμασμένος κατάλληλα μπορεί να δεχθεί την Μύηση. Αλλιώς αυτό που συλλαμβάνει είναι κάποια καθοδήγηση, κάποιες τελετουργικές πράξεις, ενώ η ουσία (η βιωματική εμπειρία της Αληθινής Εσωτερικής Φύσης) του διαφεύγει τελείως. Σε αυτές της περιπτώσεις αυτός που «απέτυχε» συμπληρώνει με την φαντασία του τα στοιχεία της πραγματικότητας που δεν βίωσε κι είτε προσπαθεί να καπηλευθεί την Εσωτερική Εμπειρία, είτε την συκοφαντεί ή την δυσφημεί. Τέτοια περιστατικά έχουν γίνει (όπως αυτό του «Αλκιβιάδη»).

Τα πιο γνωστά Φθινοπωρινά Μυστήρια, πέρα από τις Εσωτερικές Εργασίες στους Δελφούς, που στήριζαν απόλυτα τις Ιερουργίες της Ελευσίνας, σαν Αδελφό Τόπο, γίνονταν και σε άλλα μέρη της Ευρύτερης Ελλάδας που κάποια εποχή εκτείνονταν μέχρι την Κάτω Ιταλία και την Σικελία στην Δύση και μέχρι την Μικρά Ασία, σε μεγάλο βάθος, στην Ανατολή.

Όλα ήταν υπό την Ιερή Εποπτεία και Καθοδηγούνταν από το Ανώτερο Μυητικό Κέντρο των Δελφών. Αυτό δεν είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός. Πέρα από τις όποιες πληροφορίες έχουμε (μέσω της Εσωτερικής Οδού) υπάρχουν και σαφείς και ξεκάθαρες ενδείξεις για αυτό. Όλα αυτά τα Ιερά Έργα, τα Φθινοπωρινά Μυστήρια, τα Ελευσίνια Μυστήρια και τα Μυστήρια στους άλλους Ιερούς Τόπους στην πραγματικότητα ήταν Προετοιμασία για την Τελετουργική Υποδοχή των Μεγάλων Μυστηρίων των Ανώτερων Βαθμίδων και της Υπέρτατης Μύησης του Χειμερινού Ηλιοστασίου που γίνονταν Μόνο στους Δελφούς. Από το Φθινόπωρο και μετά όλοι οι Αληθινά Μυημένοι ήταν στραμμένοι προς τους Δελφούς αναμένοντας το Ιερό Γεγονός της Ολοκλήρωσης της Δημιουργίας, της Τελικής Απελευθέρωσης της Ψυχής και του Ιερού Νέου Έτους (Γεγονότα που ταυτίζονταν Μυστικά, Συμβολικά, Τελετουργικά και Βιωματικά σε μια Ιερή Στιγμή που ο Χρόνος «Διαλύονταν» μέσα στο Άχρονο).

Βεβαίως δεν μπορούσαν όλοι να προσέλθουν στους Δελφούς για να συμμετάσχουν στις Ιερές Τελετουργίες και Γιορτές του Νέου Έτους και των Θεούγεννων (του Διόνυσου Λικνίτη) και τελούσαν τις Ιερές Γιορτές του Νέου Έτους στους Τόπους τους, αλλά τα αληθινά ιερά γεγονότα συνέβαιναν στους Δελφούς.


Η Υπέρτατη Μύηση του Χειμερινού Ηλιοστασίου

Η πιο βαθιά, θεολογική, μεταφυσική, ανθρωπολογική αντίληψη, της Ορφικής Εσωτερικής Παράδοσης (που διατηρήθηκε στους Ορφικούς Θιάσους, στους Πυθαγόρειους Συλλόγους, στους Δελφικούς Οσίους Ιεροφάντες, στους Μύστες της Ελευσίνας και σε όλα τα Μυητικά Κέντρα της Αρχαιότητας, κι ακόμα στους Μυημένους Φιλοσόφους, μέσα στους αιώνες) είναι η βιωματική αντίληψη μιας Ενιαίας Πραγματικότητας (Χωρίς «Διακρίσεις»), που οι Αρχαίοι Μύστες ονόμαζαν «Φύση», «Μεγάλη Ψυχή». Αυτή η Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή, από Μέσα της, Μέσα της, Εκδηλώνει Ό,τι Υπάρχει, κάθε Φαινόμενο. Αυτή η «Εκδήλωση», η «Δημιουργία» δεν είναι μια «Αλλοίωση» της Φύσης, μια «Μεταβολή» της Ουσίας, αλλά μόνο «Δραστηριότητες», «Δυνάμεις», «Πεδία Δράσης», «Μορφές». Με άλλα λόγια όλο αυτό που Συμβαίνει είναι «Αντιληπτικής», Νοητικής» Υφής κι όχι κάποια χειροπιαστή ουσία που αλλοιώνεται, αλλάζει και παράγει νέες καταστάσεις και μορφές (ανεξάρτητες ως ένα σημείο). Αυτό είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε γιατί από εδώ πηγάζει μια δεύτερη πολύ σημαντική αντίληψη των Ορφικών, η Αντίληψη του «Βάθρου» που Παραμένει σαν Ενιαία Πραγματικότητα και Στηρίζει όλες τις Φαινομενικές Αλλαγές, τις Περιέχει και τις Αφομοιώνει Αποκαθιστώντας την Ενότητα. Έτσι κάθε «Εκδήλωση», κάθε «Δημιουργία», κάθε «Εξελικτικό Ξεδίπλωμα Φαινομένων» είναι αναγκαστικά «Κυκλικό» γιατί όλα Επανέρχονται στην Αρχέγονη Ενότητα. Με άλλα λόγια η Ενιαία Πραγματικότητα, η Ενότητα του «Βάθρου», είναι η Μόνη Ύστατη Πραγματικότητα, πέρα από όλες τις Μεταβολές και τα Φαινόμενα (που «καταλήγουν» όλα στην Ενότητα).

Έτσι, το Μόνο Αληθινό είναι η Ενιαία Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή. Κι ενώ Αυτή η Φύση, Πηγαία κι Αυθόρμητα, Γεννά, Παράγει, Στηρίζει, Περιέχει και Καθοδηγεί τα πάντα στην εξέλιξή τους, γίνεται φανερό ότι Αυτή η Φύση, στην Αληθινή της Κατάσταση Παραμένει η Μόνη Πραγματικότητα κι όλα τα άλλα δεν είναι παρά περαστικά φαινόμενα. Όλα αυτά που «Δημιουργούνται», Πεδία, Κόσμοι, Μορφές, υπάρξεις, ζωή, εμπειρία, όλα είναι παροδικά. Και η Μόνη Αλήθεια είναι η Πραγματική Φύση στο Βάθος των Φαινομένων.

Από εδώ λοιπόν πηγάζει η βασική ορφική αντίληψη ότι η Κατάσταση της Ενότητας είναι η Αληθινή Φυσιολογική Κατάσταση κι ότι η «Διάσπαση» της Ενότητας είναι μια εκτροπή και μια «αμαρτία». Κατανοώντας όμως την φυσική αναγκαιότητα αυτής της διαδικασίας θεωρούν την «Διάσπαση» της Ενότητας όχι σαν «φόνο» αλλά σαν «Ιερή Τελετουργική Πράξη». Έτσι μέσα στον Θεολογικό Μύθο του Διασπαραγμού του Ζαγρέα από τους Τιτάνες, οι Τιτάνες δεν διαπράττουν μια «εχθρική» πράξη αλλά προωθούν μια φυσική εξελικτική ανάγκη. Για αυτό και στην Τελετουργική Αναπαράσταση του Διασπαραγμού οι ιερείς εκτελούν ένα ιερό καθήκον. Με άλλα λόγια η Διάσπαση της Ενότητας, φωτισμένη με την κατανόηση της πραγματικότητας, από «αμαρτία» γίνεται συνειδητή επιλογή που οδηγεί την δημιουργία στα άκρα της. Είναι ακριβώς μια επιλογή κι όχι ένα αθέλητο λάθος, μια πραγματική μοιραία «αμαρτία».

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι οι Ορφικοί θεωρούν την Κατάσταση της Οντολογικής Ενότητας (που μπορούμε να βιώσουμε στο Βάθος της ύπαρξής μας) σαν την Πραγματική Κατάσταση που μπορεί ο άνθρωπος, μέσα στην Κατανόησή του, να Αναζητήσει και να Βιώσει δείχνοντας «ανοχή» στην άλλη (αντίθετη) επιλογή που ακολουθούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Αυτό δείχνει την Ευγένεια της Ορφικής Αντίληψης και την έλλειψη φανατισμού από τους Ορφικούς. Αυτή η θεολογική, φιλοσοφική, ανθρωπολογική, κατανόηση, της Τελικής Πραγματικότητας και του Αληθινού Προορισμού του ανθρώπου οδηγεί την Δράση και την Συμπεριφορά σε ένα ιερό τρόπο ζωής, σε αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν «Ορφικό Βίο».

Εφόσον οι Ορφικοί Αναζητούσαν (να Βιώσουν) την Οντολογική Ενότητα κι εφόσον αναγνώριζαν (αισθάνονταν, ένοιωθαν) ότι (άσχετα αν το βίωναν ή όχι) όλα Είναι Ένα στο Βάθος (της οντολογικής αναζήτησης) κατανοούσαν βαθιά ότι αυτή η Ενότητα δεν μπορεί να «διαχωρίζει», να «μάχεται», να «βλάπτει» οτιδήποτε. Έτσι ακολουθούσαν μια ζωή μη-βίας κι απέφευγαν την συνειδητή βλάβη οποιουδήποτε πλάσματος. Αυτός είναι ο λόγος που αρνούνταν τις αιματηρές θυσίες των ζώων (κι είχαν προσφορές μόνο καρπών, λουλουδιών, αρωμάτων, κλπ.) και απέφευγαν την κατανάλωση κρέατος, αυγών, κλπ. Αλλά η βαθιά κατανόηση της Ενότητας δεν περιόριζε τον Ορφικό Βίο σε κάποιους κανόνες εξωτερικής συμπεριφοράς και «αποχής», ούτε σε απλές τυπικές καθαρτήριες τελετουργίες, τους «καθαρμούς». Η Αναζήτηση της Οντολογικής Ενότητας, στο Βάθος μας, οδηγούσε σε μια πιο θρησκευτική, φιλοσοφική κι οντολογική (βιωματική) στάση ζωής. Εδώ βασίζεται η «Φιλοσοφία» της Απόσυρσης, της Περισυλλογής, της Απελευθέρωσης («Λύσις»). Οι Ορφικοί ήθελαν έμπρακτα να Επιστρέψουν στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα. Αυτός είναι ο λόγος της «ύπαρξης» (της «Καθιέρωσης») των Ιερών Μυστηρίων, δηλαδή της Μυητικής Διαδικασίας που θα μπορούσε να οδηγήσει τον άνθρωπο πίσω στην Αρχέγονη Ενότητα του Όντος.

Γινόταν κατανοητό, στους Κύκλους των Ορφικών, ότι εφόσον η Μόνη Πραγματικότητα είναι Ενιαία, ότι Μόνο Φύση υπάρχει, ότι Αυτή η Φύση είναι η Ψυχή που Εμψυχώνει τα πάντα, και βρίσκεται στο Βάθος (σαν «Βάθρο» της Ύπαρξης) πέρα από όλες τις παροδικές αντιληπτικές καταστάσεις που βιώνουν τα όντα, ο Δρόμος της επιστροφής στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα είναι Μέσα στον άνθρωπο, Μέσα μας, κι όχι στην εξωτερική αναζήτηση (με εξωτερικά μέσα) κάποιας αντικειμενικής πραγματικότητας, κάποιου αντικειμενικού θεού, γιατί ό,τι συλλαμβάνει η αντίληψη, η σκέψη, οι αισθήσεις, η εμπειρία, είναι «περιεχόμενο» και μικρότερο της ανθρώπινης αντίληψης. Η αναζήτηση ενός τέτοιου θεού είναι ειδωλολατρία κι ο «θεός» αυτής της σύλληψης είναι ένα «είδωλο» (της αντίληψης) κι όχι κάτι πραγματικό. Με άλλα λόγια οι Ορφικοί ήταν τελείως Εσωτερικοί (στην Αντίληψή τους), αναζητούσαν Έσω (στο Εσωτερικό Βίωμα) την Πραγματικότητα, την Αλήθεια και δεν ήταν ειδωλολάτρες όπως οι πιο πολλοί άνθρωποι γύρω τους. Βάζοντας τα Θεμέλια της Εσωτερικής Παράδοσης διατήρησαν και μετέδωσαν το Φως (το Εσωτερικό Βίωμα, το Βίωμα του Εσωτερικού Φωτός, της Φωτεινής Ουσίας μας) μέσα στους αιώνες, μέχρι σήμερα. Σε αυτή την Εσωτερική Παράδοση χρωστάμε πολλές από τις «πληροφορίες» που έχουμε για την Αρχαιότητα.

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβαινε στην Αρχαιότητα πρέπει να πάμε πέρα από την εξωτερική επιφανειακή εικόνα της Αρχαίας Ελλάδας που μεταδίδουν αιώνες τώρα οι «χριστιανοί» στην επίσημη αντίληψη, στην εκπαίδευση και στα σχολεία. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά από ό,τι τα παρουσιάζουν. Υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι Μυημένοι που ξεκινώντας από τον Όλυμπο (την Πατρίδα του Ορφέα) εγκαθίδρυσαν Ένα Ιερό Κέντρο στους Δελφούς και μέσω των Μυστικών Ιερών Σχέσεων, που η Ιερή Αμφικτυονία ήταν μόνο η εξωτερική δραστηριότητα (η εξωτερική εικόνα), είχαν δημιουργήσει ένα Ιερό Δίκτυο, με Ανώτερο Μυητικό Κέντρο τους Δελφούς, Εξωτερικό Λατρευτικό Κέντρο την Ελευσίνα, και Ιερά σε όλη την Ευρύτερη Ελλάδα. Όλα αυτά λειτουργούσαν Φυσικά χάρις στην Ύπαρξη Μυημένων κι όχι μέσα από ανθρώπινη εποπτεία, διοικητικό έλεγχο ή εξωτερικές δραστηριότητες. Η Εσωτερική Ζωή Λειτουργούσε στο Βάθος καθοδηγώντας με φωτισμένη δράση και τις εξωτερικές δραστηριότητες. Οι πιο πολλοί άνθρωποι, ακόμα και στην αρχαιότητα, έβλεπαν μόνο την επιφάνεια, τα ασήμαντα εξωτερικά γεγονότα. Με την κατάρρευση του Αρχαίου Κόσμου και την επικράτηση της «χριστιανικής» βαρβαρότητας, η Εσωτερική Παράδοση περιορίστηκε σε Μυστικούς Κύκλους Μυημένων, που μετέφεραν το Αρχαίο Φως μέχρι τις μέρες μας.

Σκοπός όλης αυτής της Μυητικής Δράσης και Δραστηριότητας ήταν ακριβώς να Εκπληρωθεί ο Εγγενής (Φυσικός) Προορισμός του Ανθρώπου, η Επιστροφή πίσω στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα. Η Υιοθέτηση της Ορφικής Διδασκαλίας, της Ορφικής Αντίληψης της Ζωής απαιτούσε τον «Ορφικό Βίο», την ορφική συμπεριφορά και ζωή. Αυτό Οδηγούσε στα Μυητικά Κέντρα, στα Μυστήρια, στην Μύηση. Κι η Μύηση, η Μυητική Διαδικασία είχε οργανωθεί από τους Ορφικούς Οσίους των Δελφών και τους Άλλους Ιεροφάντες με τέτοιο τρόπο που ο άνθρωπος να οδηγείται μέσω των Βαθμίδων της Μύησης στην Τελική Απελευθέρωση, στην Ύστατη Κατανόηση που Αναγνωρίζει στο Βάθος της Ύπαρξης την Αρχή, την Πραγματικότητα, την Αρχέγονη Φύση, την Ψυχή του Απείρου.

Όταν κάποιος Υιοθετεί (ακόμα και σήμερα) την Ορφική Αντίληψη για την Ύπαρξη, τον Κόσμο, την Ζωή, αρχίζει να αντιλαμβάνεται την Πραγματικότητα σαν Μια Ενότητα Εντός της Οποίας Συμβαίνουν όλα κι αρχίζει να Διερευνά την Σχέση του Όλου με την ατομικότητα που βιώνει, την Σχέση της Πραγματικής Ουσίας με το σώμα και τον εξωτερικό κόσμο. Με άλλα λόγια Συνδέει την Ύπαρξή του με το Βάθος της Ύπαρξης (ακόμα κι αν δεν το βιώνει καθαρά και στην έκτασή του) και Βλέπει όλα όσα συμβαίνουν Μέσα σε Αυτό το Πλαίσιο. Παύει να βλέπει τον εαυτό του σαν μια αποκομμένη ατομικότητα μέσα σε ένα αντικειμενικό εξωτερικό κόσμο. Αυτή είναι μια πλήρης αντιστροφή της Αντίληψης και της Φιλοσοφίας της Ζωής στα πλαίσια της οποίας αντιλαμβάνεται και δρα πλέον. Αυτή η κοσμοαντίληψη δεν περιορίστηκε στους Ορφικούς και Μυστικούς Κύκλους. Διαπνέει όλους τους αιώνες της Αρχαιότητας (μέχρι τους μεταχριστιανικούς αιώνες), εμπνέει τον Φιλοσοφικό Στοχασμό, στηρίζει την Κοινωνική Αντίληψη της Δημοκρατίας (που θεμελίωσε στην πραγματικότητα, σαν καθοδηγητής, ό «τύραννος» Πεισίστρατος) και αποτυπώνεται στον λόγο του Στωικού Κλεάνθη, τον 3ο π.Χ. αιώνα, «Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν», που «κακώς» (πολύ «κακώς») αποδίδεται στον Απόστολο Παύλο (αν και ο ίδιος ομολόγησε στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο, κάποιους αιώνες μετά, ότι δανείστηκε την φράση).

Η πραγματική όμως πνευματική εργασία, πέρα από μια γενική κι αφηρημένη κοσμοαντίληψη, άρχιζε με την Μύηση της Άνοιξης, που άσχετα από τον αντικειμενικό τόπο που θα γίνονταν (στους Δελφούς του Παρνασσού, στο Ιερό της Περσεφόνης στις ειδυλλιακές όχθες του Αττικού Ιλισού, ή σε κάποιο από τα πολλά διάσπαρτα Ιερά, σε όλη την Ελλάδα), ο πραγματικός σκοπός και το «περιεχόμενο» της Μύησης ήταν να αντιληφθεί έμπρακτα ο μύστης, να βιώσει, ότι «Αυτός» (η Αληθινή Ουσία) είναι κάτι ξεχωριστό από την «εμπειρία» του, από τις δυνάμεις, που χρησιμοποιούσε, την σκέψη, τις αισθήσεις, το σώμα, τις πράξεις στον εξωτερικό κόσμο (που έκανε μέσω του σώματος), τον εξωτερικό κόσμο. Αυτή η συνειδητοποίηση (που σήμαινε στην πραγματικότητα την «ενεργοποίηση», την «αφύπνιση» του Βαθύτερου Κέντρου της Ψυχής μέσα στο σώμα, ή την «μετατόπιση» σε αυτό το Κέντρο, την απόσυρση από τα περιφερειακά μέρη όπου λειτουργεί ο συνηθισμένος άνθρωπος) γινόταν όχι με θεωρητική διδασκαλία αλλά με συγκεκριμένες στάσεις και δράσεις κι ανάληψη του ελέγχου των εξωτερικών λειτουργιών (της σκέψης, της αίσθησης, της αίσθησης του σώματος, της σωματικής δράσης). Μόνο όταν ο μύστης βίωνε πραγματικά αυτή την «διάκριση» του αληθινού εαυτού από τις λειτουργίες και το σώμα αποκτούσε νόημα και περιεχόμενο η Μύηση. Επειδή όμως ήταν μια περίοδος μαθητείας, δοκιμασίας, πνευματικής προσπάθειας, κι υπήρχαν πάντα αστοχίες για αυτό τον λόγο είχαν καθιερωθεί οι ιεροί «καθαρμοί» που δεν ήταν συνδεμένοι μόνο με το νερό (υδάτινοι καθαρμοί, βάπτισμα, κλπ.) αλλά και με άλλες δραστηριότητες. Όπως και να έχει αυτή η Πρώτη Μύηση ήταν η Βάση κι από αυτό αντλεί την σημασία της.

Ο αντικειμενικός στόχος της Θερινής Προετοιμασίας ήταν να Εδραιωθεί ο μύστης στο Πραγματικό Κέντρο του Εαυτού και να ελέγξει απόλυτα όλες τις περιφερειακές εξωτερικές λειτουργίες, δράσεις κι εμπειρίες. Αυτό γινόταν με την Εποπτεία των Μυστών στα Διάφορα Ιερά Κέντρα, στους Δελφούς, στην Ελευσίνα, (στο Πλουτώνιο), κι αλλού. Η πραγματική εμπειρία του μύστη «ελεγχόταν» με την έμπρακτη απόσυρσή του από όλα τα εξωτερικά, πράγμα που αποδείκνυε τον πλήρη έλεγχο των εξωτερικών λειτουργιών. Αυτό Προετοίμαζε την μύστη για την Μεγάλη Μύηση του Φθινοπώρου. Αυτό που διαφοροποιούσε την Περίοδο Προετοιμασίας από την Μεγάλη Μύηση του Φθινοπώρου ήταν ότι η δράση είχε σαν περιεχόμενο τον «έλεγχο» των εξωτερικών λειτουργιών, ενώ η Φθινοπωρινή Μύηση σηματοδοτούσε το οριστικό πέρασμα από τον εξωτερικό κόσμο στο Εσωτερικό Διάστημα, μια πλήρη αλλαγή της Συνείδησης και του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε.

Οι Μυήσεις στην διάρκεια του Ιερού Έτους δεν συνδέονται αποκλειστικά με ένα μόνο κέντρο αλλά ήταν αντικείμενο ιερών εργασιών σε όλα τα Ιερά Κέντρα. Έτσι, κακώς συνδέεται η Φθινοπωρινή Μύηση μόνο με την Ελευσίνα, με τα Μεγάλα Μυστήρια. Αυτό δεν προβλημάτιζε τους Αρχαίους Μύστες, τους Οσίους των Δελφών ή τους άλλους Ιεροφάντες. Εξάλλου οι Δελφικοί Μύστες είχαν διατηρήσει την πιο ιερή αποκλειστικότητα, αυτή των Χειμωνιάτικων Ιερουργιών του Νέου Έτους και των Γιορτών του Χειμώνα στον Παρνασσό. Η Μυητική Εμπειρία των Μεγάλων Μυστηρίων, η «Αυτοψία», η Όραση της Αληθινής Ουσίας μας, είναι ένα Οριστικό Πέρασμα σε μια Άλλη Πραγματικότητα (έτσι το ερμηνεύει η «εμπειρία» μας, η εμπειρία μιας συνείδησης που μετουσιώνεται αντιληπτικά). Είναι ταυτόχρονα «Έξοδος» από τον κόσμο των Φαινομένων, είναι «Είσοδος» στην Εσωτερική Πραγματικότητα, αλλά κυρίως είναι μια Πλήρης Μεταστροφή της Συνείδησης, της Αντιληπτικής Διαδικασίας και της Εμπειρίας της Ύπαρξης. Πρακτικά (για την εμπειρία του μύστη) σημαίνει μια πλήρη απόσυρση από τα «εξωτερικά», μια ολοκληρωτική απομόνωση από λειτουργίες και «πληροφορίες» από τον εξωτερικό κόσμο. Καθώς η Συνείδηση Αποσύρεται στον Εαυτό της η Αντίληψη έχει εμπειρία μόνο από τον Εσωτερικό Χώρο, νοιώθουμε να «βρισκόμαστε» αλλού, σε ένα άλλο κόσμο. Το Σύθαμπο Καθαρίζει σε Φως, Χωρίς Όρια. Αυτή η Εμπειρία της Αληθινής φωτεινής Ουσίας μας οδηγεί σταδιακά στην Απελευθέρωσή μας από τα δεσμά, στην Επέκταση στην Απεραντοσύνη της Φύσης μας, στην Άχρονη Πραγματικότητά της. Όταν ο μύστης που έχει αυτή την Εσωτερική Εμπειρία «επανέρχεται» στον περιορισμένο εαυτό, στο σώμα και στην αίσθηση του εξωτερικού κόσμου, αντιλαμβάνεται (λόγω της Μεταμόρφωσης της Συνείδησης από την Εσωτερική Εμπειρία) τελείως διαφορετικά. Αντιλαμβανόμαστε ότι (επειδή έχουμε συνδεθεί με το Άπειρο Βάθος μας) όλα είναι Μέσα μας κι όχι ότι είμαστε «εμείς» μέσα σε ένα εξωτερικό κόσμο. Έχει συμβεί μια Πλήρης Αντιστροφή στην Αντιληπτικότητά μας. Έτσι Κατανοούμε Πλήρως, τώρα, την Ορφική Κοσμοθεωρία της Ενιαίας Πραγματικότητας, της Μιας Φύσης που τα Εμπεριέχει όλα (αντιληπτικές καταστάσεις, κόσμους, ζωή, εμπειρίες, όλα). Έχουμε Βιώσει την Ταύτιση με αυτή την Πραγματικότητα, με την Αληθινή Φύση, με την Μεγάλη Ψυχή.

Από εδώ και πέρα η Αντίληψή μας και η Πνευματική Πορεία μας ακολουθούν ένα άλλο δρόμο. Καθώς έχουμε Εδραιωθεί στο Πραγματικό Κέντρο του Εαυτού, στο «Σημείο» που Εμείς σαν Ψυχή (Άχρονη, Άπειρη, Ελεύθερη Πραγματικότητα, Παρουσία) «συνδεόμαστε» με το σώμα κι έχουμε πλέον Εμπειρία και της Εσωτερικής Πραγματικότητας και του «εξωτερικού» κόσμου, βρισκόμαστε στην πραγματικότητα σε μια Πύλη που χωρίζει το έσω από το έξω, μπορούμε να κατευθυνθούμε κι Εδώ (στο Έσω) και εδώ (στο έξω). Γίνεται λοιπόν απόλυτα κατανοητό ότι βρισκόμαστε σε μια Προσωρινή Στάση, μια Κατάσταση Ισορροπίας ανάμεσα στο Άχρονο και τον Παροδικό Κόσμο των Φαινομένων. Λόγω της Κατάστασής μας (και της Προηγούμενης Εμπειρίας μας) κατανοούμε ότι η ζωή μας στον εξωτερικό κόσμο δεν έχει άλλη σημασία κι άλλο προορισμό από το να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι προσωρινή κι ότι ο Τελικός Προορισμός μας είναι οι Ανώτεροι Εσωτερικοί Ουράνιοι Κόσμοι. Ακριβώς εδώ αποκτά τον πολύτιμο χαρακτήρα του το Ιερό Χρονικό Διάστημα ανάμεσα στην Φθινοπωρινή Ισημερία και το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Μέσα από τις Ανώτερες Μυήσεις, Αποσυρόμαστε Οριστικά από τον Εξωτερικό Κόσμο και Εισερχόμαστε στην Ανώτερη Πραγματικότητα όπου Αποκτάμε Εμπειρία της Ενιαίας Πραγματικότητας όπου δεν υπάρχει πλέον «διάκριση» ανάμεσα στο Έσω και το Έξω. Είναι Όλα Εδώ, Μέσα στην Ανώτερη Επίγνωση, Τώρα. Πρακτικά, (για την εμπειρία του μύστη), αυτό σημαίνει μια Εμβάθυνση της Εσωτερικής Εμπειρίας, μια Βαθύτερη Ενεργοποίηση του Ψυχικού Κέντρου του Εαυτού, μια Βαθύτερη Αφύπνιση της Επίγνωσης της Πραγματικότητας, που Οδηγεί στην Μετάβαση στα Βαθύτερα Στρώματα της Ύπαρξης, μια Αλλαγή στην Αντίληψη του Χώρου που Αναγνωρίζεται όχι σαν Εξωτερικός Χώρος, αλλά σαν Εγγενής Αντίληψη της Ίδιας της Συνείδησης. Έτσι Ενοποιούνται Υποκείμενο Αντικείμενο στην Μοναδική Ουσία της Συνείδησης. Αυτή η Μετάβαση από την Παγκόσμια συνείδηση στον Χώρο, στην Ενοποίηση Υποκειμένου-Αντικειμένου και στην Ανάδειξη της Μόνης Ουσίας, αναγνωρίζεται από τον μύστη σαν Διάφορες Μυητικές Βαθμίδες, σαν Ανώτερες Καταστάσεις της Ψυχής, που στον Θεολογικό Συμβολισμό Εκπροσωπούνται από τον Εξωτερικό Απόλλωνα του Θέρους τον Διόνυσο (της Άνοιξης) - Βάκχο (του Φθινοπώρου) και τον Μυστικό Απόλλωνα του Χειμώνα (τον Φάνη των Ιερατικών Ύμνων). Στην Ελευσίνα ήταν γνωστή στους μύστες και στους λάτρες μόνο η ανώτερη Μύηση της Εποπτείας (της Εμπειρίας της Παγκόσμιας Συνείδησης στον Χώρο). Ασφαλώς ήταν γνωστές στους Ιεροφάντες και οι Ανώτερες Καταστάσεις (και Μυήσεις), αλλά δεν γινόταν λόγος για αυτά. Αυτοί που Ασχολούνταν πραγματικά με τις Μυήσεις του Ιερού Χρόνου πριν το Ιερό Χειμερινό Ηλιοστάσιο ήταν στους Δελφούς, όπου Γνώριζαν ότι χωρίς αυτή την Ιερή Προετοιμασία δεν ήταν δυνατή η Εμπειρία της Υπέρτατης Μύησης.

Οι Καταστάσεις που Βιώνουμε στις Ανώτερες Μυήσεις είναι Καταστάσεις Αντικειμενικές που Συμβαίνουν Ταυτόχρονα και στην Ψυχή (στην Συνείδηση) και στο Κέντρο του Εαυτού στο σώμα. Κι αυτό είναι που τις διαφοροποιεί από το αν τις βιώναμε χωρίς σώμα (όπως όταν αποχωριζόμαστε με τον θάνατο). Σε Αυτές τις Καταστάσεις Είμαστε (σαν Ψυχή, σαν Συνείδηση, σαν Παρουσία) συνδεδεμένοι με το σώμα. Όσο «Προχωράμε» Βαθύτερα (στην Ύπαρξή μας), ή  Ψηλότερα (από άποψη «πνευματικής εξέλιξης»), ή Ανώτερα (σαν «επίγνωση»), τόσο η «σύνδεση» εκλεπτύνεται (η «εξασθενεί»), δίνοντάς μας την δυνατότητα και την ευκαιρία να Βιώσουμε (σαν Ψυχή) Μεγαλύτερη Ελευθερία, (πράγμα που διαφοροποιεί την ποιότητα της Εμπειρίας, τον «χαρακτήρα» της, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της).

Όπως δίδασκαν οι Όσιοι στους Δελφούς η Υπέρτατη Κατάσταση όπου ο Μύστης Βιώνει την Αληθινή Θεϊκή Ουσία της Ψυχής είναι όχι μια κατάσταση αλλά η Απόλυτη Εμπειρία της Ζωής που Πηγάζει Αυθόρμητα από την Ίδια την Πραγματικότητα ( Φύση, Ψυχή, Ουσία) και Στηρίζεται στην ίδια την εκδήλωσή της, χωρίς προσδιορισμούς, ιδιότητες, τελείως ακατάληπτη από οποιαδήποτε προσπάθεια αντίληψης. Είναι μια «Κατάσταση» που ελάχιστοι άνθρωποι βιώνουν και μόνο σε στιγμές Βαθιάς Έκστασης κι όχι σε μια διαρκή βάση. Η Εμπειρία Αυτή Προετοιμάζονταν και Συνέβαινε στις πιο Ιερές Στιγμές του Νέου Έτους, σε μια Ιερή Τελετουργία Απόλυτης Μυστικότητας και Σιγής.

Για να Προετοιμαστούν οι Μύστες για την Υπέρτατη Κατάσταση έπρεπε να μπουν σε μια «Κατάσταση Απόλυτης Νύχτας» όπου η «σύνδεση» με το σώμα έφτανε στο «ελάχιστο». Αυτό το βίωναν (όσοι το βίωναν) καθώς ο ηλιακός χρόνος πλησίαζε προς το τέλος του, στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Οι Πραγματικές Τελετές του Νέου Έτους γίνονταν Μυστικά από τους Μύστες ενώ οι Εξωτερικές Τελετές αποτύπωναν συμβολικά τα Ιερά Γεγονότα. Κι ασφαλώς υπήρχαν κι εξωτερικές γιορτές που ελάχιστη σχέση είχαν με όσα συνέβαιναν εσωτερικά.

Βέβαια για τον αμύητο, ακόμα κι αν έχει ασχοληθεί με αυτά τα θέματα και τις πνευματικές πρακτικές, όλα αυτά που λέμε μπορεί να φαίνονται μη αληθινά ή υπερβολικά. Στην πραγματικότητα, για να καταλάβουμε, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όχι μόνο την Ορφική Διδασκαλία αλλά και τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν πριν τόσους αιώνες στην Ελλάδα και ιδιαίτερα σε Ιερούς Χώρους όπως οι Δελφοί, η Ελευσίνα κι Άλλα Ιερά. Όλα αυτά, οι Μυήσεις, οι Καταστάσεις Περισυλλογής οι Μυστικές Εμπειρίες ήταν κάτι γνωστό, τουλάχιστον σαν «πληροφορία» στον Αρχαίο Κόσμο και ιδιαίτερα στους Ιερούς Χώρους όπου προσέρχονταν οι Αρχαίοι Λάτρες. Εξάλλου όλα αυτά είναι γνωστά και σε άλλες Παραδόσεις, σε διάφορες εποχές της Ιστορίας. Έτσι το τι θεωρούμε αληθινό, ψεύτικο, υπερβολικό ή συνηθισμένο, εξαρτάται από το από «που» το «βλέπουμε».

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
Monday, 9 February, 2026

5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman

(An Essay on the Essential Qualities for Realization of the Self)

(Viveka Chudamani 21-25)

 

The Threshold of the Eternal

There exists, beyond the clamor of the marketplace and the fevered dreams of ambition, a path that winds toward the infinite. It is not carved into mountainsides, nor does it stretch across desert plains. Rather, it unfolds within the silent chambers of the soul, where the seeker discovers that the journey home begins precisely where one has always stood. The ancient wisdom speaks of certain qualities—not acquisitions from without, but revelations from within—that must be cultivated by those who would know the Ultimate Reality, that ineffable presence some call Brahman, others the Absolute, and still others simply Truth.

These virtues are not ornaments worn for display, nor achievements accumulated like coins in a purse. They are transformations of consciousness itself, fundamental reorderings of perception that allow the veil of illusion to fall away, revealing what has always been present but never seen. Like a sculptor who does not create the statue but merely removes the excess stone, the aspirant does not manufacture spiritual realization but strips away the obscurations that prevent its recognition.

The seeker stands at the threshold, gazing into an abyss of mystery that is simultaneously emptiness and fullness, silence and song. The ordinary mind recoils from such paradox, seeking the solid ground of certainty and the bright edges of definition. Yet the mystical path demands a different courage: the willingness to dissolve into that which cannot be grasped, to become intimate with the unspeakable, to rest in the groundless ground where all distinctions collapse into undifferentiated awareness.

Vairagya—The Great Letting Go

In the deepest recesses of the human heart burns a fire that consumes all it touches, leaving only ash and longing. This is the fire of desire, the insatiable hunger that drives beings from pleasure to pleasure, like moths circling an ever-receding flame. The worldly person, intoxicated by the promise of fulfillment, chases shadows across the landscape of experience, never recognizing that satisfaction perpetually eludes grasp precisely because it is sought in objects that cannot contain it.

Vairagya, which the sages call renunciation or dispassion, arises not from bitter disappointment or world-weary cynicism, but from a profound seeing—a penetrating vision that perceives the fundamental nature of all conditional existence. Like one who has tasted nectar and can no longer be satisfied by sugar water, the awakening soul begins to recognize the subtle poison hidden within even the sweetest of temporal pleasures. The joy of possession contains the seed of loss; the ecstasy of union conceals the anguish of separation; the glory of worldly achievement masks the hollow emptiness that follows acclaim.

This virtue is not the forced suppression of natural desires, not the grim self-flagellation of those who war against their own humanity. Rather, it emerges organically when clear seeing dispels the enchantment that makes transient things appear permanent, limited pleasures appear infinite, and fragmentary experiences appear whole. The renunciate does not abandon the world through hatred but releases attachment through understanding, like a person who stops clutching at reflections in water upon realizing they can never be grasped.

Even the loftiest states of consciousness, even the exalted experiences available to refined beings in subtle realms—what the texts call "Brahmahood"—are recognized as ultimately unsatisfying, for they too arise and pass away in the vast ocean of being and non-being. The soul that has glimpsed the Eternal can no longer mistake the temporal for ultimate refuge, no matter how sublime its appearance. This radical disillusionment with all that comes and goes becomes the fertile soil in which true liberation takes root.

Shama—The Stilling of the Storm

Picture a lake whose surface is constantly agitated by wind, its waters churned into countless waves that catch the light and cast it in a thousand fragmentary reflections. No clear image can form in such turbulence; the moon above remains invisible to the restless waters below. So it is with the mind that leaps endlessly from object to object, never resting, never settling, forever dispersing its attention across the infinite multiplicity of phenomena.

Shama—that sacred calmness which the mystics treasure above all worldly wealth—arises when the mind gradually withdraws its outward-flowing energies and begins to stabilize in its own luminous nature. This is not the dull torpor of sleep, nor the forced concentration of one who strains to hold attention through sheer will. Rather, it resembles the natural settling that occurs when muddy water is left undisturbed: gradually, inevitably, the sediment sinks and clarity emerges of its own accord.

The aspirant learns through patient observation to see the fundamental unsatisfactoriness that permeates all sense experience. Each pleasure contains within it the worm of satiation; each acquisition brings new anxieties of preservation and loss; each relationship carries the burden of expectation and the shadow of eventual parting. This is not pessimism but clear-eyed realism, the unflinching recognition of existence as it actually presents itself rather than as we desperately wish it to be.

As this understanding deepens, something miraculous occurs: the mind's habitual rush toward external objects begins to slow, like a river approaching the sea. The magnetic pull of sensory allure weakens; the tyranny of craving relaxes its grip. In the resulting stillness, the mind discovers its capacity to rest in itself, directed steadfastly toward that ineffable Goal which has no location in space, no position in time, yet remains more intimate than breath, more fundamental than heartbeat.

This inward-turning is not an escape from reality but a movement toward the Real, away from the endless proliferation of appearances toward the silent source from which all appearances arise. Like a wanderer who finally turns homeward after years of aimless roaming, the mind in shama discovers the peace that needs nothing external to complete it, the fullness that wants for nothing because it has recognized its own infinite nature.

Dama—The Sacred Discipline

The sense organs are like wild horses, each pulling in its own direction, each demanding to be indulged. The eyes hunger for beautiful forms; the ears strain toward pleasant sounds; the tongue craves delectable tastes; the skin seeks comfortable sensations; the nose pursues agreeable fragrances. Meanwhile, the internal faculties—imagination, memory, emotion—generate their own clamorous demands, weaving endless narratives of past and future, hope and fear, attraction and aversion.

Dama—that virtue of self-control or mastery—involves neither violent suppression nor indulgent license, but rather the intelligent redirection of these energies toward their ultimate source. The mystic understands that the senses themselves are not enemies to be destroyed but instruments that have been misdirected, like tools used for purposes other than those for which they were designed. The eye that endlessly consumes visual stimuli can be taught to close in meditation, discovering the inner light that shines independently of any external object. The ear that chases after melodious sounds can learn to attend to the soundless resonance that underlies all manifestation.

This turning inward of the sense faculties is not a denial of their reality but a restoration of their proper function. Just as a river that has overflowed its banks must be guided back to its channel, so the outward-flowing energies of perception must be returned to their respective centers—those subtle points within consciousness where outer meets inner, where the limited connects with the unlimited, where the particular dissolves into the universal.

The practitioner discovers that each sense organ, when withdrawn from its habitual objects and established in its source, reveals a dimension of peace and stability previously unknown. The restless eyes, no longer darting after every passing form, find rest in the formless awareness that perceives all forms without being defined by any. The chattering mind, no longer spinning its endless commentaries, discovers the silence that contains all speech without being disturbed by noise.

This is the work of patient years, not accomplished through force but through gentle persistence, not seized through effort but allowed through understanding. Like the gradual taming of a wild animal through kindness and consistency, the senses slowly learn to trust a new master, one who does not exploit them for fleeting pleasures but guides them toward their own deepest fulfillment.

Uparati—The Great Withdrawal

Beyond the mere control of the senses lies a deeper transformation, one that the sages call uparati—that supreme self-withdrawal in which the mind-function itself ceases to be affected by external circumstances. This is not indifference born of exhaustion or detachment arising from disappointment, but rather a profound independence rooted in the recognition of what truly matters and what is merely superficial.

Imagine a lotus that grows in muddy waters yet remains untouched by the mire, its petals pristine despite the murk from which it emerges. Or consider a clear crystal that reflects whatever color is placed before it yet is not itself colored by any reflection. Such is the mind established in uparati: fully present in the world of phenomena, functioning appropriately in response to circumstances, yet fundamentally unaffected at its core, maintaining an inner sanctuary of peace that no external event can violate.

This virtue represents a radical shift in one's center of gravity, a migration of identity from the periphery to the center, from the circumference of experience to its still heart. The ordinary person identifies completely with the flow of mental and emotional states, rising and falling with each wave of pleasure and pain, success and failure, praise and blame. But the one established in uparati has discovered that awareness itself—pure, witnessing consciousness—remains untouched by the content it illuminates, like space that is never altered by the objects it contains.

External objects and events continue to arise in perception, but they no longer penetrate to the essence of what one is. They appear like clouds drifting across the sky, like images projected on a screen, like waves rising and falling on the ocean's surface. The mind observes these movements with equanimity, neither grasping after pleasant experiences nor recoiling from difficult ones, abiding in its own nature with unshakeable stability.

This is the peace that passes understanding, the rest that does not depend on comfortable circumstances, the joy that needs no external cause. It is discovered not through arrangement of outer conditions but through the profound recognition of what one has always been beneath the turbulent surface of psychological activity—that unchanging awareness in which all change occurs, that silent witness before which the entire drama of existence unfolds.

Titiksha—The Alchemy of Suffering

The spiritual path inevitably leads through territories of discomfort, through deserts of dryness and dark nights of the soul. The body ages and weakens; relationships disappoint; cherished plans crumble; the world refuses to conform to our expectations. These afflictions—whether gross physical pain or subtle psychological distress—test the aspirant's commitment, revealing the depth of understanding and the genuineness of spiritual maturity.

Titiksha, that noble forbearance which the mystics cultivate with such care, is not the gritting of teeth in stoic resignation, nor the passive acceptance of abuse or injustice. Rather, it is a profound shift in relationship to difficulty, rooted in the understanding that external circumstances possess only the power we grant them through our reactive patterns. The pain is inevitable—this the wise acknowledge—but the suffering that arises from resistance to pain, from the mental elaboration that transforms sensation into story, from the fearful anticipation of future difficulty or the bitter rumination on past injury—this is optional.

The practitioner learns to meet affliction with a quality of presence that neither flees nor fights, neither dramatizes nor denies. Like a skilled sailor who cannot control the wind but can adjust the sails, the aspirant discovers the freedom to choose response rather than being imprisoned in mechanical reaction. Physical discomfort is acknowledged without catastrophizing; emotional turmoil is witnessed without identification; external opposition is noted without the construction of elaborate narratives of victimhood or justified resentment.

This forbearance is rooted in a deeper vision that perceives the transient nature of all conditional experience. Just as morning mist inevitably dissolves when the sun rises, so all afflictions—no matter how solid and permanent they appear—are recognized as temporary visitors in the vast space of awareness. They come unbidden and depart uninvited, arising and passing in accordance with causes and conditions far beyond the individual's control or responsibility.

Moreover, the mature practitioner begins to perceive difficulty itself as a sacred teacher, a fierce grace that strips away illusion and reveals what is truly indestructible. In the fire of affliction, false refuges are burned away, shallow understandings are exposed, superficial consolations are shown to be inadequate. What remains after this purification is not the broken remnant of a defeated spirit but the diamond core of consciousness itself, that which cannot be harmed by any circumstance because it is not a thing that can be damaged but the very space in which all things arise and pass away.

Shraddha—The Light of Faith

At the foundation of all spiritual endeavor lies a quality that modern minds often misunderstand, dismissing it as blind credulity or wishful thinking. Yet shraddha—that profound faith which the sages declare essential for realization—is neither the opposite of reason nor the abandonment of discrimination. Rather, it is a deep trust rooted in direct insight, a confidence born from the resonance between sacred teaching and innermost knowing, a recognition that what the scriptures and the awakened ones declare corresponds to something already intuited in the depths of one's own being.

This faith is not belief in propositions that contradict experience or reason, but rather the firm acceptance—through both wisdom and direct perception—of truths that transcend the ordinary mind's capacity for conceptual grasp yet reveal themselves to the purified heart. When the genuine teacher speaks of the Self that was never born and can never die, when the ancient texts proclaim the identity of individual consciousness with universal Consciousness, when the mystics testify to a peace beyond all comprehension—something within the sincere seeker trembles with recognition, as if remembering what has always been known but temporarily forgotten.

This faith provides the foundation upon which the entire edifice of spiritual practice is built. Without it, the aspirant lacks the conviction necessary to sustain effort through difficulties, the confidence to persist when progress seems absent, the willingness to surrender cherished beliefs and comfortable identities in service of truth. With it, the path unfolds naturally, each step revealing new vistas that confirm and deepen the initial intuition that drew one toward the sacred mystery in the first place.

Shraddha is simultaneously gift and achievement, grace and attainment. It descends upon the prepared heart like rain upon plowed earth, yet it must also be cultivated through study, reflection, and the testing of spiritual propositions against lived experience. The aspirant learns to distinguish genuine faith—which opens and expands awareness—from mere belief, which closes and contracts understanding. True faith makes the mind supple and receptive; false belief makes it rigid and defensive.

As this virtue matures, it becomes the very means by which Reality is perceived. Just as physical eyes are required to perceive visible forms and ears necessary to detect sounds, so faith becomes the organ through which the soul apprehends the Ultimate. Not faith as opposed to knowledge, but faith as the deepest knowing—immediate, intimate, indubitable—that rises from the ground of being itself when all obscurations have been cleared and the witness stands naked before the witnessed, discovering that seer and seen have always been one undivided wholeness masquerading as multiplicity.

The Convergence of Virtues

These qualities—renunciation, calmness, self-control, self-withdrawal, forbearance, and faith—are not separate accomplishments to be acquired sequentially, like items checked off a list. Rather, they interpenetrate and support one another, forming an integrated whole that transforms consciousness from its ordinary fragmented state into the unified awareness capable of recognizing its own true nature.

Renunciation without calmness becomes mere aversion; calmness without self-control remains superficial; self-control without forbearance breeds rigidity; forbearance without faith lacks foundation. Yet when these virtues mature together, they create the conditions in which the great awakening can occur—not as something achieved through effort but as the natural revelation of what has always been present but veiled by ignorance, agitation, and misdirected attention.

The aspirant who cultivates these qualities discovers that spiritual transformation is not the acquisition of something new but the removal of obstructions, not the creation of a different self but the recognition of what the self has always been beneath its temporary identifications and conditioned patterns. Like clouds dispersing to reveal the sun that has never ceased to shine, or like the cleaning of a mirror to restore its native reflective capacity, the foundational virtues clear away the accumulated obscurations that prevent the soul from knowing itself.

The Return to Source

At journey's end—which is simultaneously its beginning, for the seeker never left the place toward which the search was directed—the multiplicity of virtues dissolves into the simplicity of pure being. The one who has walked this path discovers that Brahman, the Absolute Reality, was never truly distant or foreign, never genuinely other than one's own deepest nature. All the practices, all the disciplines, all the virtues were not means of reaching some far-off destination but ways of removing the barriers we ourselves constructed between what we are and what we think we are.

In that recognition, a great peace descends—or rather, has always been present but is finally acknowledged. The search ends not in finding what was lost but in realizing what was never absent. The questions that drove the spiritual quest dissolve not through being answered but through being outgrown, like children's concerns that lose relevance when maturity dawns.

This is the fruit of the foundational virtues: not spiritual achievement to be displayed, not exotic experiences to be recounted, but the simple, profound ordinariness of being what one has always been, seeing what has always been visible, resting in what has never moved. The mystical journey, traveled through such effort and discipline, reveals itself finally as the cosmic joke—that we sought everywhere for what we could never lose, that we struggled mightily to become what we have never ceased to be, that the kingdom we longed for was never elsewhere but always within, always here, always now, waiting only for recognition.

And in that recognition, the soul rests—not in achievement but in completion, not in arrival but in homecoming, not in becoming something new but in remembering what is eternally true. The path to Brahman is revealed as Brahman itself, the seeker discovered as the sought, the journey and the destination merged in the eternal present where all distinctions collapse into the luminous silence from which they first emerged and to which they eternally return.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

 

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

 

Το Κατώφλι του Αιώνιου

 

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

 

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

 

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

 

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

 

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

 

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

 

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

 

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

 

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

 

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

 

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

 

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

 

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

 

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

 

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

 

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

 

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

 

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

 

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

 

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

 

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

 

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

 

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

 

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

 

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

 

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

 

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

 

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

 

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

 

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

 

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

 

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

 

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

 

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

 

Η Σύγκλιση των Αρετών

 

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

 

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

 

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

 

Η Επιστροφή στην Πηγή

 

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

 

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

 

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

 

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~