CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
1. The True and the False: Navigating the Path to Eternal Truth

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
1. Το Αληθινό και το Ψεύτικο: Πλοήγηση στο Μονοπάτι προς την Αιώνια Αλήθεια

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 14 February, 2026

Sunday, March 13, 2022

ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ 2798 (2022)

 

Η Διάταξη των Μυστηρίων στο Έτος. Ηλιοστάσια και Ισημερίες.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Δελφική Κοινότητα ήταν μια Ιερή Κοινότητα, όπως ήταν κάποιοι Ορφικοί Θίασοι, Πυθαγόρειοι Σύλλογοι, Κοινότητες που ήταν συγκεντρωμένες γύρω από κάποια Ιερά, όπως της Ελευσίνας κι άλλα Ιερά στην Ευρύτερη Περιοχή της Ελλάδας. Ακόμα κι η Ακαδημία του Πλάτωνα είχε οργανωθεί με αυτά τα Πρότυπα σαν Μυστική Κοινότητα και δεν ήταν απλά μια εξωτερική Ακαδημία, ένα απλό σχολείο όπου οι άνθρωποι υποτίθεται ότι φιλοσοφούσαν ή ασχολούνταν με εξωτερικές γνώσεις. Τι γνωρίζουμε πραγματικά από όλα όσα συνέβαιναν τότε στην Ελλάδα; Πολλές από τις Εργασίες της Δελφικής Κοινότητας ήταν Μυστικές, γίνονταν αθόρυβα κι ο πολύς κόσμος δεν μάθαινε τίποτα. Το ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες σημαίνει ότι δεν συνέβαιναν; Η μόνη έγκυρη πληροφόρηση είναι αυτή που έρχεται από την Εσωτερική Παράδοση που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Βεβαίως θα μπορούσε να πει κάποιος πως (και πολλά από αυτά που λέμε) δεν συνέβαιναν γιατί τότε θα γνώριζαν από τότε τι πραγματικά εξελισσόταν. Αυτό είναι σωστό. Από την άλλη μεριά όμως είναι γνωστό ότι υπήρχε αυστηρή μυστικότητα στα Μυστήρια. Ακόμα και αν δεν πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει εσωτερική πληροφόρηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αρκεί να χρησιμοποιήσει απλά την λογική, να βάλει σε σωστή θέση τα γεγονότα και να ερμηνεύσει σωστά τις «ενδείξεις».




Οι Όσιοι των Δελφών θεωρούσαν το Έτος Ιερό Χρόνο αφιερωμένο στην πνευματική συνειδητοποίηση. Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, η πιο Ιερή Εποχή του Έτους, ήταν το Τέλος της Παλιάς Εποχής κι η Αναγέννηση της Δημιουργίας μέσα στην Σιωπή της «Ανάπαυσης». Η Εαρινή Ισημερία σηματοδοτούσε την Φυσική Ανάπτυξη που θα έπρεπε να προσανατολιστεί ορθά προς την δημιουργία. Το Θέρος (το Καλοκαίρι) ήταν το Απόγειο της Δημιουργίας, η Εποχή της Συλλογής των Καρπών της Δημιουργίας και το Θερινό Ηλιοστάσιο σήμαινε την ολοκλήρωση της εξωτερικής δραστηριότητας και την Μεταστροφή όλων των δημιουργικών δυνάμεων προς τα Έσω (ήταν η Αρχή της Περισυλλογής). Η Φθινοπωρινή Ισημερία ήταν η Εποχή της Μεγάλης Αποκάλυψης του Μυστηρίου της Ύπαρξης και της Εισόδου στον Έσω Κόσμο, στα Ηλύσια Πεδία, μέσα στην ωρίμανση του Χρόνου. Η Εποχή της Μεσολάβησης από την Φθινοπωρινή Ισημερία μέχρι το Χειμερινό Ηλιοστάσιο ήταν μια Εποχή Εσωτερικής Εργασίας που Αποκάλυπτε την Ουράνια Φύση της Ύπαρξής μας και Προετοίμαζε για την Χειμερινή Επιστροφή στην Απεραντοσύνη της Αντιληπτικής Απροσδιοριστίας που Αποτελεί το Βάθρο των Πάντων, το Ακατάληπτο Μυστήριο της Ύπαρξης.

Έτσι, στην πραγματικότητα, για τους Μυημένους, ολόκληρη η Δημιουργία, στην Εξέλιξή της  (και την Εισέλιξή της) είναι μια Μυσταγωγία. Το ίδιο είναι και η ζωή του ανθρώπου, μια Συνεχής Πορεία προς την Αυτογνωσία και την Αναγνώριση της Εσώτερης Φύσης σαν της Απόλυτης Ύπαρξης. Η Μυσταγωγία του Ιερού Έτους βοηθούσε όσους ανθρώπους κατανοούσαν να πορευθούν στον Ορθό Δρόμο της Επιστροφής στους Ουράνιους Κόσμους και στο Απόλυτο. Η Συμμετοχή στα Μυστήρια, η Μύηση, η Μυσταγωγία, η Περισυλλογή και το Μυστικό Βίωμα δεν είχαν άλλο προορισμό από την Ολοκλήρωση της Ύπαρξης και της ζωής, την Αποθέωση του Ανθρώπου.


Τα Φανερά Μικρά Μυστήρια της Άνοιξης

Τα Μυστήρια της Εαρινής Ισημερίας ήταν τα Μυστήρια της Προετοιμασίας και η Βάση της Αληθινής Αυτογνωσίας, όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιούσε τον εαυτό του σαν Ψυχή που «συνδέεται» με ένα σώμα. Στην Μύηση αποκαλυπτόταν στον μυούμενο, έμπρακτα (και το βίωνε) ότι το σώμα δεν είναι παρά ένας εξωτερικός φορέας εκδήλωσης στον κόσμο της εξωτερικής εμπειρίας και των φαινομένων. Η ουσία της Μύησης ήταν η Εμπειρία αυτού του πραγματικού οντολογικού διαχωρισμού.

Τέτοια Μυστήρια ήταν τα Μυστήρια της Περσεφόνης, που γίνονταν κάθε Άνοιξη στους πρόποδες του Λόφου Αρδηττού που ανήκε στον Δήμο «Άγραι», («Αγροί», «Εξοχή») περιοχή που εκτεινόταν ανατολικά του Ιλισού, δίπλα στο ποτάμι που κυλούσε τότε ήρεμα προς την θάλασσα, σε μια πευκόφυτη ειδυλλιακή τοποθεσία που περιγράφει θαυμάσια ο Πλάτωνας στην εισαγωγή του «Φαίδρου», (σήμερα η περιοχή είναι κατεστραμμένη από τον «πολιτισμό» των ανθρώπων). Τέτοια Μυστήρια ασφαλώς γινόντουσαν και στους Δελφούς και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Απλά τα «Μικρά Εν Άγραις Μυστήρια» ήταν τα πιο γνωστά.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η ουσία των Μυστηρίων λίγη σχέση είχε με τις εξωτερικές τελετές και τελετουργίες, τις θυσίες και τους συμβολικούς καθαρμούς. Τα Μυστήρια ήταν (κι είναι) Εσωτερική Διαδικασία Κάθαρσης, Διεύρυνσης της Συνείδησης, Επίγνωσης κι Απελευθέρωσης από τα εξωτερικά δεσμά, κι όχι απλές γιορτές και τελετές. Βέβαια, πολλοί άνθρωποι έβλεπαν μόνο αυτό, την «επιφάνεια».

 

Οι Μυστικές Τελετές του Θέρους                                                     

Οι Ιερές Τελετές του Θερινού Ηλιοστασίου γίνονταν με άκρα μυστικότητα στους Δελφούς και σε άλλες περιοχές όπου ζούσαν μυημένοι και σχετίζονταν με την πρακτική της Απόσυρσης και της Προετοιμασίας για την τελική Αποδέσμευση της Ψυχής από το σώμα. Με άλλα λόγια  αυτή η Εποχή ήταν αφιερωμένη στην Εσωτερική Άσκηση μέχρι την Τελική Αποκάλυψη της Αληθινής Φύσης της Ψυχής, της Φωτεινής Ουσίας, που γίνονταν στην Μύηση των Μεγάλων Μυστηρίων με την Αυτοψία, ή την Όραση του Εσωτερικού Φωτός.

Η Διαδικασία της Απόσυρσης είναι μια εγγενής φυσική δυνατότητα της Ψυχής κι είναι θέμα «Βούλησης». Αν όμως δεν εντάσσεται (σαν Πρακτική) σε μια Ολοκληρωμένη Θεολογική Αντίληψη και Μεταφυσική Θεωρία κι αν δεν γίνεται με την Ιερή Καθοδήγηση των Ιεροφαντών μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένους ατραπούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Μύστες των Δελφών (αλλά και των άλλων Ιερών Τόπων) επεδίωκαν την «εξάρτηση» από Αυτούς των μυουμένων αλλά έδειχνε απλά το βαθύ ανθρωπιστικό (και ανιδιοτελές) ενδιαφέρον αυτών που Βίωναν την Μεταφυσική Πραγματικότητα προς αυτούς που δεν είχαν ακόμα απαλλαγεί από τα δεσμά της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού μέσα σε ένα εξωτερικό «αντικειμενικό» κόσμο.

Στην πραγματικότητα, στην Εσωτερική Εργασία, στην Απόσυρση και στην Βίωση των Εσωτερικών Καταστάσεων της Ψυχής, κάποιος είναι μόνος του, μέχρι να αναδυθεί στο Φως της Ολότητας, στην Αντικειμενική Φωτεινή Ουσία, που είναι η Πραγματικότητα, πίσω από τις αυταπάτες και τα φαινόμενα. Όταν κάποιος έβγαινε στο Φως της Παγκόσμιας Συνείδησης οι Μύστες τον καλωσόριζαν σαν Μύστη. Άλλωστε Εδώ δεν υπάρχουν διακρίσεις, «άτομα» και «πρόσωπα». Εδώ η Επίγνωση είναι Ανοιχτή, Παγκόσμια και Κοινή. Αυτή η Εμπειρία γίνεται (από ένα περιορισμένο ον) σαν Συμμετοχή και «Διάλυση» μέσα σε μια Υπερσυνείδηση.


Τα Απόκρυφα Μυστήρια του Φθινοπώρου

Για τα Μεγάλα Μυστήρια της Φθινοπωρινής Ισημερίας έχουν ειπωθεί πολλά, και καλά και κακά και αληθή και αναληθή.  Έχουμε αναλύσει ήδη, πολλές φορές, στα Άρθρα μας, ότι η αληθινή ουσία των Μεγάλων Μυστηρίων του Φθινοπώρου είναι η Εμπειρία της Αυτοψίας (η Δεύτερη Βαθμίδα της Μύησης) που καθίσταται δυνατή μόνο όταν η Ψυχή αποδεσμευθεί πραγματικά και πρακτικά, βιωματικά, από το σώμα.

Στην πραγματικότητα η Μύηση στα Μυστήρια του Φθινοπώρου δεν θα ήταν δυνατή αν δεν γινόταν ορθά η Εργασία του Θέρους. Είναι λάθος να νομίζει κάποιος ότι στην Μύηση θα του Αποκαλυπτόταν έτσι άμεσα και χωρίς προετοιμασία το Εσωτερικό Φως. Αυτό γίνεται με την αληθινή προσωπική βουλητική δράση και μόνο όταν κάποιος είναι ήδη προετοιμασμένος κατάλληλα μπορεί να δεχθεί την Μύηση. Αλλιώς αυτό που συλλαμβάνει είναι κάποια καθοδήγηση, κάποιες τελετουργικές πράξεις, ενώ η ουσία (η βιωματική εμπειρία της Αληθινής Εσωτερικής Φύσης) του διαφεύγει τελείως. Σε αυτές της περιπτώσεις αυτός που «απέτυχε» συμπληρώνει με την φαντασία του τα στοιχεία της πραγματικότητας που δεν βίωσε κι είτε προσπαθεί να καπηλευθεί την Εσωτερική Εμπειρία, είτε την συκοφαντεί ή την δυσφημεί. Τέτοια περιστατικά έχουν γίνει (όπως αυτό του «Αλκιβιάδη»).

Τα πιο γνωστά Φθινοπωρινά Μυστήρια, πέρα από τις Εσωτερικές Εργασίες στους Δελφούς, που στήριζαν απόλυτα τις Ιερουργίες της Ελευσίνας, σαν Αδελφό Τόπο, γίνονταν και σε άλλα μέρη της Ευρύτερης Ελλάδας που κάποια εποχή εκτείνονταν μέχρι την Κάτω Ιταλία και την Σικελία στην Δύση και μέχρι την Μικρά Ασία, σε μεγάλο βάθος, στην Ανατολή.

Όλα ήταν υπό την Ιερή Εποπτεία και Καθοδηγούνταν από το Ανώτερο Μυητικό Κέντρο των Δελφών. Αυτό δεν είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός. Πέρα από τις όποιες πληροφορίες έχουμε (μέσω της Εσωτερικής Οδού) υπάρχουν και σαφείς και ξεκάθαρες ενδείξεις για αυτό. Όλα αυτά τα Ιερά Έργα, τα Φθινοπωρινά Μυστήρια, τα Ελευσίνια Μυστήρια και τα Μυστήρια στους άλλους Ιερούς Τόπους στην πραγματικότητα ήταν Προετοιμασία για την Τελετουργική Υποδοχή των Μεγάλων Μυστηρίων των Ανώτερων Βαθμίδων και της Υπέρτατης Μύησης του Χειμερινού Ηλιοστασίου που γίνονταν Μόνο στους Δελφούς. Από το Φθινόπωρο και μετά όλοι οι Αληθινά Μυημένοι ήταν στραμμένοι προς τους Δελφούς αναμένοντας το Ιερό Γεγονός της Ολοκλήρωσης της Δημιουργίας, της Τελικής Απελευθέρωσης της Ψυχής και του Ιερού Νέου Έτους (Γεγονότα που ταυτίζονταν Μυστικά, Συμβολικά, Τελετουργικά και Βιωματικά σε μια Ιερή Στιγμή που ο Χρόνος «Διαλύονταν» μέσα στο Άχρονο).

Βεβαίως δεν μπορούσαν όλοι να προσέλθουν στους Δελφούς για να συμμετάσχουν στις Ιερές Τελετουργίες και Γιορτές του Νέου Έτους και των Θεούγεννων (του Διόνυσου Λικνίτη) και τελούσαν τις Ιερές Γιορτές του Νέου Έτους στους Τόπους τους, αλλά τα αληθινά ιερά γεγονότα συνέβαιναν στους Δελφούς.


Η Υπέρτατη Μύηση του Χειμερινού Ηλιοστασίου

Η πιο βαθιά, θεολογική, μεταφυσική, ανθρωπολογική αντίληψη, της Ορφικής Εσωτερικής Παράδοσης (που διατηρήθηκε στους Ορφικούς Θιάσους, στους Πυθαγόρειους Συλλόγους, στους Δελφικούς Οσίους Ιεροφάντες, στους Μύστες της Ελευσίνας και σε όλα τα Μυητικά Κέντρα της Αρχαιότητας, κι ακόμα στους Μυημένους Φιλοσόφους, μέσα στους αιώνες) είναι η βιωματική αντίληψη μιας Ενιαίας Πραγματικότητας (Χωρίς «Διακρίσεις»), που οι Αρχαίοι Μύστες ονόμαζαν «Φύση», «Μεγάλη Ψυχή». Αυτή η Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή, από Μέσα της, Μέσα της, Εκδηλώνει Ό,τι Υπάρχει, κάθε Φαινόμενο. Αυτή η «Εκδήλωση», η «Δημιουργία» δεν είναι μια «Αλλοίωση» της Φύσης, μια «Μεταβολή» της Ουσίας, αλλά μόνο «Δραστηριότητες», «Δυνάμεις», «Πεδία Δράσης», «Μορφές». Με άλλα λόγια όλο αυτό που Συμβαίνει είναι «Αντιληπτικής», Νοητικής» Υφής κι όχι κάποια χειροπιαστή ουσία που αλλοιώνεται, αλλάζει και παράγει νέες καταστάσεις και μορφές (ανεξάρτητες ως ένα σημείο). Αυτό είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε γιατί από εδώ πηγάζει μια δεύτερη πολύ σημαντική αντίληψη των Ορφικών, η Αντίληψη του «Βάθρου» που Παραμένει σαν Ενιαία Πραγματικότητα και Στηρίζει όλες τις Φαινομενικές Αλλαγές, τις Περιέχει και τις Αφομοιώνει Αποκαθιστώντας την Ενότητα. Έτσι κάθε «Εκδήλωση», κάθε «Δημιουργία», κάθε «Εξελικτικό Ξεδίπλωμα Φαινομένων» είναι αναγκαστικά «Κυκλικό» γιατί όλα Επανέρχονται στην Αρχέγονη Ενότητα. Με άλλα λόγια η Ενιαία Πραγματικότητα, η Ενότητα του «Βάθρου», είναι η Μόνη Ύστατη Πραγματικότητα, πέρα από όλες τις Μεταβολές και τα Φαινόμενα (που «καταλήγουν» όλα στην Ενότητα).

Έτσι, το Μόνο Αληθινό είναι η Ενιαία Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή. Κι ενώ Αυτή η Φύση, Πηγαία κι Αυθόρμητα, Γεννά, Παράγει, Στηρίζει, Περιέχει και Καθοδηγεί τα πάντα στην εξέλιξή τους, γίνεται φανερό ότι Αυτή η Φύση, στην Αληθινή της Κατάσταση Παραμένει η Μόνη Πραγματικότητα κι όλα τα άλλα δεν είναι παρά περαστικά φαινόμενα. Όλα αυτά που «Δημιουργούνται», Πεδία, Κόσμοι, Μορφές, υπάρξεις, ζωή, εμπειρία, όλα είναι παροδικά. Και η Μόνη Αλήθεια είναι η Πραγματική Φύση στο Βάθος των Φαινομένων.

Από εδώ λοιπόν πηγάζει η βασική ορφική αντίληψη ότι η Κατάσταση της Ενότητας είναι η Αληθινή Φυσιολογική Κατάσταση κι ότι η «Διάσπαση» της Ενότητας είναι μια εκτροπή και μια «αμαρτία». Κατανοώντας όμως την φυσική αναγκαιότητα αυτής της διαδικασίας θεωρούν την «Διάσπαση» της Ενότητας όχι σαν «φόνο» αλλά σαν «Ιερή Τελετουργική Πράξη». Έτσι μέσα στον Θεολογικό Μύθο του Διασπαραγμού του Ζαγρέα από τους Τιτάνες, οι Τιτάνες δεν διαπράττουν μια «εχθρική» πράξη αλλά προωθούν μια φυσική εξελικτική ανάγκη. Για αυτό και στην Τελετουργική Αναπαράσταση του Διασπαραγμού οι ιερείς εκτελούν ένα ιερό καθήκον. Με άλλα λόγια η Διάσπαση της Ενότητας, φωτισμένη με την κατανόηση της πραγματικότητας, από «αμαρτία» γίνεται συνειδητή επιλογή που οδηγεί την δημιουργία στα άκρα της. Είναι ακριβώς μια επιλογή κι όχι ένα αθέλητο λάθος, μια πραγματική μοιραία «αμαρτία».

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι οι Ορφικοί θεωρούν την Κατάσταση της Οντολογικής Ενότητας (που μπορούμε να βιώσουμε στο Βάθος της ύπαρξής μας) σαν την Πραγματική Κατάσταση που μπορεί ο άνθρωπος, μέσα στην Κατανόησή του, να Αναζητήσει και να Βιώσει δείχνοντας «ανοχή» στην άλλη (αντίθετη) επιλογή που ακολουθούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Αυτό δείχνει την Ευγένεια της Ορφικής Αντίληψης και την έλλειψη φανατισμού από τους Ορφικούς. Αυτή η θεολογική, φιλοσοφική, ανθρωπολογική, κατανόηση, της Τελικής Πραγματικότητας και του Αληθινού Προορισμού του ανθρώπου οδηγεί την Δράση και την Συμπεριφορά σε ένα ιερό τρόπο ζωής, σε αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν «Ορφικό Βίο».

Εφόσον οι Ορφικοί Αναζητούσαν (να Βιώσουν) την Οντολογική Ενότητα κι εφόσον αναγνώριζαν (αισθάνονταν, ένοιωθαν) ότι (άσχετα αν το βίωναν ή όχι) όλα Είναι Ένα στο Βάθος (της οντολογικής αναζήτησης) κατανοούσαν βαθιά ότι αυτή η Ενότητα δεν μπορεί να «διαχωρίζει», να «μάχεται», να «βλάπτει» οτιδήποτε. Έτσι ακολουθούσαν μια ζωή μη-βίας κι απέφευγαν την συνειδητή βλάβη οποιουδήποτε πλάσματος. Αυτός είναι ο λόγος που αρνούνταν τις αιματηρές θυσίες των ζώων (κι είχαν προσφορές μόνο καρπών, λουλουδιών, αρωμάτων, κλπ.) και απέφευγαν την κατανάλωση κρέατος, αυγών, κλπ. Αλλά η βαθιά κατανόηση της Ενότητας δεν περιόριζε τον Ορφικό Βίο σε κάποιους κανόνες εξωτερικής συμπεριφοράς και «αποχής», ούτε σε απλές τυπικές καθαρτήριες τελετουργίες, τους «καθαρμούς». Η Αναζήτηση της Οντολογικής Ενότητας, στο Βάθος μας, οδηγούσε σε μια πιο θρησκευτική, φιλοσοφική κι οντολογική (βιωματική) στάση ζωής. Εδώ βασίζεται η «Φιλοσοφία» της Απόσυρσης, της Περισυλλογής, της Απελευθέρωσης («Λύσις»). Οι Ορφικοί ήθελαν έμπρακτα να Επιστρέψουν στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα. Αυτός είναι ο λόγος της «ύπαρξης» (της «Καθιέρωσης») των Ιερών Μυστηρίων, δηλαδή της Μυητικής Διαδικασίας που θα μπορούσε να οδηγήσει τον άνθρωπο πίσω στην Αρχέγονη Ενότητα του Όντος.

Γινόταν κατανοητό, στους Κύκλους των Ορφικών, ότι εφόσον η Μόνη Πραγματικότητα είναι Ενιαία, ότι Μόνο Φύση υπάρχει, ότι Αυτή η Φύση είναι η Ψυχή που Εμψυχώνει τα πάντα, και βρίσκεται στο Βάθος (σαν «Βάθρο» της Ύπαρξης) πέρα από όλες τις παροδικές αντιληπτικές καταστάσεις που βιώνουν τα όντα, ο Δρόμος της επιστροφής στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα είναι Μέσα στον άνθρωπο, Μέσα μας, κι όχι στην εξωτερική αναζήτηση (με εξωτερικά μέσα) κάποιας αντικειμενικής πραγματικότητας, κάποιου αντικειμενικού θεού, γιατί ό,τι συλλαμβάνει η αντίληψη, η σκέψη, οι αισθήσεις, η εμπειρία, είναι «περιεχόμενο» και μικρότερο της ανθρώπινης αντίληψης. Η αναζήτηση ενός τέτοιου θεού είναι ειδωλολατρία κι ο «θεός» αυτής της σύλληψης είναι ένα «είδωλο» (της αντίληψης) κι όχι κάτι πραγματικό. Με άλλα λόγια οι Ορφικοί ήταν τελείως Εσωτερικοί (στην Αντίληψή τους), αναζητούσαν Έσω (στο Εσωτερικό Βίωμα) την Πραγματικότητα, την Αλήθεια και δεν ήταν ειδωλολάτρες όπως οι πιο πολλοί άνθρωποι γύρω τους. Βάζοντας τα Θεμέλια της Εσωτερικής Παράδοσης διατήρησαν και μετέδωσαν το Φως (το Εσωτερικό Βίωμα, το Βίωμα του Εσωτερικού Φωτός, της Φωτεινής Ουσίας μας) μέσα στους αιώνες, μέχρι σήμερα. Σε αυτή την Εσωτερική Παράδοση χρωστάμε πολλές από τις «πληροφορίες» που έχουμε για την Αρχαιότητα.

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβαινε στην Αρχαιότητα πρέπει να πάμε πέρα από την εξωτερική επιφανειακή εικόνα της Αρχαίας Ελλάδας που μεταδίδουν αιώνες τώρα οι «χριστιανοί» στην επίσημη αντίληψη, στην εκπαίδευση και στα σχολεία. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά από ό,τι τα παρουσιάζουν. Υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι Μυημένοι που ξεκινώντας από τον Όλυμπο (την Πατρίδα του Ορφέα) εγκαθίδρυσαν Ένα Ιερό Κέντρο στους Δελφούς και μέσω των Μυστικών Ιερών Σχέσεων, που η Ιερή Αμφικτυονία ήταν μόνο η εξωτερική δραστηριότητα (η εξωτερική εικόνα), είχαν δημιουργήσει ένα Ιερό Δίκτυο, με Ανώτερο Μυητικό Κέντρο τους Δελφούς, Εξωτερικό Λατρευτικό Κέντρο την Ελευσίνα, και Ιερά σε όλη την Ευρύτερη Ελλάδα. Όλα αυτά λειτουργούσαν Φυσικά χάρις στην Ύπαρξη Μυημένων κι όχι μέσα από ανθρώπινη εποπτεία, διοικητικό έλεγχο ή εξωτερικές δραστηριότητες. Η Εσωτερική Ζωή Λειτουργούσε στο Βάθος καθοδηγώντας με φωτισμένη δράση και τις εξωτερικές δραστηριότητες. Οι πιο πολλοί άνθρωποι, ακόμα και στην αρχαιότητα, έβλεπαν μόνο την επιφάνεια, τα ασήμαντα εξωτερικά γεγονότα. Με την κατάρρευση του Αρχαίου Κόσμου και την επικράτηση της «χριστιανικής» βαρβαρότητας, η Εσωτερική Παράδοση περιορίστηκε σε Μυστικούς Κύκλους Μυημένων, που μετέφεραν το Αρχαίο Φως μέχρι τις μέρες μας.

Σκοπός όλης αυτής της Μυητικής Δράσης και Δραστηριότητας ήταν ακριβώς να Εκπληρωθεί ο Εγγενής (Φυσικός) Προορισμός του Ανθρώπου, η Επιστροφή πίσω στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα. Η Υιοθέτηση της Ορφικής Διδασκαλίας, της Ορφικής Αντίληψης της Ζωής απαιτούσε τον «Ορφικό Βίο», την ορφική συμπεριφορά και ζωή. Αυτό Οδηγούσε στα Μυητικά Κέντρα, στα Μυστήρια, στην Μύηση. Κι η Μύηση, η Μυητική Διαδικασία είχε οργανωθεί από τους Ορφικούς Οσίους των Δελφών και τους Άλλους Ιεροφάντες με τέτοιο τρόπο που ο άνθρωπος να οδηγείται μέσω των Βαθμίδων της Μύησης στην Τελική Απελευθέρωση, στην Ύστατη Κατανόηση που Αναγνωρίζει στο Βάθος της Ύπαρξης την Αρχή, την Πραγματικότητα, την Αρχέγονη Φύση, την Ψυχή του Απείρου.

Όταν κάποιος Υιοθετεί (ακόμα και σήμερα) την Ορφική Αντίληψη για την Ύπαρξη, τον Κόσμο, την Ζωή, αρχίζει να αντιλαμβάνεται την Πραγματικότητα σαν Μια Ενότητα Εντός της Οποίας Συμβαίνουν όλα κι αρχίζει να Διερευνά την Σχέση του Όλου με την ατομικότητα που βιώνει, την Σχέση της Πραγματικής Ουσίας με το σώμα και τον εξωτερικό κόσμο. Με άλλα λόγια Συνδέει την Ύπαρξή του με το Βάθος της Ύπαρξης (ακόμα κι αν δεν το βιώνει καθαρά και στην έκτασή του) και Βλέπει όλα όσα συμβαίνουν Μέσα σε Αυτό το Πλαίσιο. Παύει να βλέπει τον εαυτό του σαν μια αποκομμένη ατομικότητα μέσα σε ένα αντικειμενικό εξωτερικό κόσμο. Αυτή είναι μια πλήρης αντιστροφή της Αντίληψης και της Φιλοσοφίας της Ζωής στα πλαίσια της οποίας αντιλαμβάνεται και δρα πλέον. Αυτή η κοσμοαντίληψη δεν περιορίστηκε στους Ορφικούς και Μυστικούς Κύκλους. Διαπνέει όλους τους αιώνες της Αρχαιότητας (μέχρι τους μεταχριστιανικούς αιώνες), εμπνέει τον Φιλοσοφικό Στοχασμό, στηρίζει την Κοινωνική Αντίληψη της Δημοκρατίας (που θεμελίωσε στην πραγματικότητα, σαν καθοδηγητής, ό «τύραννος» Πεισίστρατος) και αποτυπώνεται στον λόγο του Στωικού Κλεάνθη, τον 3ο π.Χ. αιώνα, «Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν», που «κακώς» (πολύ «κακώς») αποδίδεται στον Απόστολο Παύλο (αν και ο ίδιος ομολόγησε στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο, κάποιους αιώνες μετά, ότι δανείστηκε την φράση).

Η πραγματική όμως πνευματική εργασία, πέρα από μια γενική κι αφηρημένη κοσμοαντίληψη, άρχιζε με την Μύηση της Άνοιξης, που άσχετα από τον αντικειμενικό τόπο που θα γίνονταν (στους Δελφούς του Παρνασσού, στο Ιερό της Περσεφόνης στις ειδυλλιακές όχθες του Αττικού Ιλισού, ή σε κάποιο από τα πολλά διάσπαρτα Ιερά, σε όλη την Ελλάδα), ο πραγματικός σκοπός και το «περιεχόμενο» της Μύησης ήταν να αντιληφθεί έμπρακτα ο μύστης, να βιώσει, ότι «Αυτός» (η Αληθινή Ουσία) είναι κάτι ξεχωριστό από την «εμπειρία» του, από τις δυνάμεις, που χρησιμοποιούσε, την σκέψη, τις αισθήσεις, το σώμα, τις πράξεις στον εξωτερικό κόσμο (που έκανε μέσω του σώματος), τον εξωτερικό κόσμο. Αυτή η συνειδητοποίηση (που σήμαινε στην πραγματικότητα την «ενεργοποίηση», την «αφύπνιση» του Βαθύτερου Κέντρου της Ψυχής μέσα στο σώμα, ή την «μετατόπιση» σε αυτό το Κέντρο, την απόσυρση από τα περιφερειακά μέρη όπου λειτουργεί ο συνηθισμένος άνθρωπος) γινόταν όχι με θεωρητική διδασκαλία αλλά με συγκεκριμένες στάσεις και δράσεις κι ανάληψη του ελέγχου των εξωτερικών λειτουργιών (της σκέψης, της αίσθησης, της αίσθησης του σώματος, της σωματικής δράσης). Μόνο όταν ο μύστης βίωνε πραγματικά αυτή την «διάκριση» του αληθινού εαυτού από τις λειτουργίες και το σώμα αποκτούσε νόημα και περιεχόμενο η Μύηση. Επειδή όμως ήταν μια περίοδος μαθητείας, δοκιμασίας, πνευματικής προσπάθειας, κι υπήρχαν πάντα αστοχίες για αυτό τον λόγο είχαν καθιερωθεί οι ιεροί «καθαρμοί» που δεν ήταν συνδεμένοι μόνο με το νερό (υδάτινοι καθαρμοί, βάπτισμα, κλπ.) αλλά και με άλλες δραστηριότητες. Όπως και να έχει αυτή η Πρώτη Μύηση ήταν η Βάση κι από αυτό αντλεί την σημασία της.

Ο αντικειμενικός στόχος της Θερινής Προετοιμασίας ήταν να Εδραιωθεί ο μύστης στο Πραγματικό Κέντρο του Εαυτού και να ελέγξει απόλυτα όλες τις περιφερειακές εξωτερικές λειτουργίες, δράσεις κι εμπειρίες. Αυτό γινόταν με την Εποπτεία των Μυστών στα Διάφορα Ιερά Κέντρα, στους Δελφούς, στην Ελευσίνα, (στο Πλουτώνιο), κι αλλού. Η πραγματική εμπειρία του μύστη «ελεγχόταν» με την έμπρακτη απόσυρσή του από όλα τα εξωτερικά, πράγμα που αποδείκνυε τον πλήρη έλεγχο των εξωτερικών λειτουργιών. Αυτό Προετοίμαζε την μύστη για την Μεγάλη Μύηση του Φθινοπώρου. Αυτό που διαφοροποιούσε την Περίοδο Προετοιμασίας από την Μεγάλη Μύηση του Φθινοπώρου ήταν ότι η δράση είχε σαν περιεχόμενο τον «έλεγχο» των εξωτερικών λειτουργιών, ενώ η Φθινοπωρινή Μύηση σηματοδοτούσε το οριστικό πέρασμα από τον εξωτερικό κόσμο στο Εσωτερικό Διάστημα, μια πλήρη αλλαγή της Συνείδησης και του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε.

Οι Μυήσεις στην διάρκεια του Ιερού Έτους δεν συνδέονται αποκλειστικά με ένα μόνο κέντρο αλλά ήταν αντικείμενο ιερών εργασιών σε όλα τα Ιερά Κέντρα. Έτσι, κακώς συνδέεται η Φθινοπωρινή Μύηση μόνο με την Ελευσίνα, με τα Μεγάλα Μυστήρια. Αυτό δεν προβλημάτιζε τους Αρχαίους Μύστες, τους Οσίους των Δελφών ή τους άλλους Ιεροφάντες. Εξάλλου οι Δελφικοί Μύστες είχαν διατηρήσει την πιο ιερή αποκλειστικότητα, αυτή των Χειμωνιάτικων Ιερουργιών του Νέου Έτους και των Γιορτών του Χειμώνα στον Παρνασσό. Η Μυητική Εμπειρία των Μεγάλων Μυστηρίων, η «Αυτοψία», η Όραση της Αληθινής Ουσίας μας, είναι ένα Οριστικό Πέρασμα σε μια Άλλη Πραγματικότητα (έτσι το ερμηνεύει η «εμπειρία» μας, η εμπειρία μιας συνείδησης που μετουσιώνεται αντιληπτικά). Είναι ταυτόχρονα «Έξοδος» από τον κόσμο των Φαινομένων, είναι «Είσοδος» στην Εσωτερική Πραγματικότητα, αλλά κυρίως είναι μια Πλήρης Μεταστροφή της Συνείδησης, της Αντιληπτικής Διαδικασίας και της Εμπειρίας της Ύπαρξης. Πρακτικά (για την εμπειρία του μύστη) σημαίνει μια πλήρη απόσυρση από τα «εξωτερικά», μια ολοκληρωτική απομόνωση από λειτουργίες και «πληροφορίες» από τον εξωτερικό κόσμο. Καθώς η Συνείδηση Αποσύρεται στον Εαυτό της η Αντίληψη έχει εμπειρία μόνο από τον Εσωτερικό Χώρο, νοιώθουμε να «βρισκόμαστε» αλλού, σε ένα άλλο κόσμο. Το Σύθαμπο Καθαρίζει σε Φως, Χωρίς Όρια. Αυτή η Εμπειρία της Αληθινής φωτεινής Ουσίας μας οδηγεί σταδιακά στην Απελευθέρωσή μας από τα δεσμά, στην Επέκταση στην Απεραντοσύνη της Φύσης μας, στην Άχρονη Πραγματικότητά της. Όταν ο μύστης που έχει αυτή την Εσωτερική Εμπειρία «επανέρχεται» στον περιορισμένο εαυτό, στο σώμα και στην αίσθηση του εξωτερικού κόσμου, αντιλαμβάνεται (λόγω της Μεταμόρφωσης της Συνείδησης από την Εσωτερική Εμπειρία) τελείως διαφορετικά. Αντιλαμβανόμαστε ότι (επειδή έχουμε συνδεθεί με το Άπειρο Βάθος μας) όλα είναι Μέσα μας κι όχι ότι είμαστε «εμείς» μέσα σε ένα εξωτερικό κόσμο. Έχει συμβεί μια Πλήρης Αντιστροφή στην Αντιληπτικότητά μας. Έτσι Κατανοούμε Πλήρως, τώρα, την Ορφική Κοσμοθεωρία της Ενιαίας Πραγματικότητας, της Μιας Φύσης που τα Εμπεριέχει όλα (αντιληπτικές καταστάσεις, κόσμους, ζωή, εμπειρίες, όλα). Έχουμε Βιώσει την Ταύτιση με αυτή την Πραγματικότητα, με την Αληθινή Φύση, με την Μεγάλη Ψυχή.

Από εδώ και πέρα η Αντίληψή μας και η Πνευματική Πορεία μας ακολουθούν ένα άλλο δρόμο. Καθώς έχουμε Εδραιωθεί στο Πραγματικό Κέντρο του Εαυτού, στο «Σημείο» που Εμείς σαν Ψυχή (Άχρονη, Άπειρη, Ελεύθερη Πραγματικότητα, Παρουσία) «συνδεόμαστε» με το σώμα κι έχουμε πλέον Εμπειρία και της Εσωτερικής Πραγματικότητας και του «εξωτερικού» κόσμου, βρισκόμαστε στην πραγματικότητα σε μια Πύλη που χωρίζει το έσω από το έξω, μπορούμε να κατευθυνθούμε κι Εδώ (στο Έσω) και εδώ (στο έξω). Γίνεται λοιπόν απόλυτα κατανοητό ότι βρισκόμαστε σε μια Προσωρινή Στάση, μια Κατάσταση Ισορροπίας ανάμεσα στο Άχρονο και τον Παροδικό Κόσμο των Φαινομένων. Λόγω της Κατάστασής μας (και της Προηγούμενης Εμπειρίας μας) κατανοούμε ότι η ζωή μας στον εξωτερικό κόσμο δεν έχει άλλη σημασία κι άλλο προορισμό από το να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι προσωρινή κι ότι ο Τελικός Προορισμός μας είναι οι Ανώτεροι Εσωτερικοί Ουράνιοι Κόσμοι. Ακριβώς εδώ αποκτά τον πολύτιμο χαρακτήρα του το Ιερό Χρονικό Διάστημα ανάμεσα στην Φθινοπωρινή Ισημερία και το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Μέσα από τις Ανώτερες Μυήσεις, Αποσυρόμαστε Οριστικά από τον Εξωτερικό Κόσμο και Εισερχόμαστε στην Ανώτερη Πραγματικότητα όπου Αποκτάμε Εμπειρία της Ενιαίας Πραγματικότητας όπου δεν υπάρχει πλέον «διάκριση» ανάμεσα στο Έσω και το Έξω. Είναι Όλα Εδώ, Μέσα στην Ανώτερη Επίγνωση, Τώρα. Πρακτικά, (για την εμπειρία του μύστη), αυτό σημαίνει μια Εμβάθυνση της Εσωτερικής Εμπειρίας, μια Βαθύτερη Ενεργοποίηση του Ψυχικού Κέντρου του Εαυτού, μια Βαθύτερη Αφύπνιση της Επίγνωσης της Πραγματικότητας, που Οδηγεί στην Μετάβαση στα Βαθύτερα Στρώματα της Ύπαρξης, μια Αλλαγή στην Αντίληψη του Χώρου που Αναγνωρίζεται όχι σαν Εξωτερικός Χώρος, αλλά σαν Εγγενής Αντίληψη της Ίδιας της Συνείδησης. Έτσι Ενοποιούνται Υποκείμενο Αντικείμενο στην Μοναδική Ουσία της Συνείδησης. Αυτή η Μετάβαση από την Παγκόσμια συνείδηση στον Χώρο, στην Ενοποίηση Υποκειμένου-Αντικειμένου και στην Ανάδειξη της Μόνης Ουσίας, αναγνωρίζεται από τον μύστη σαν Διάφορες Μυητικές Βαθμίδες, σαν Ανώτερες Καταστάσεις της Ψυχής, που στον Θεολογικό Συμβολισμό Εκπροσωπούνται από τον Εξωτερικό Απόλλωνα του Θέρους τον Διόνυσο (της Άνοιξης) - Βάκχο (του Φθινοπώρου) και τον Μυστικό Απόλλωνα του Χειμώνα (τον Φάνη των Ιερατικών Ύμνων). Στην Ελευσίνα ήταν γνωστή στους μύστες και στους λάτρες μόνο η ανώτερη Μύηση της Εποπτείας (της Εμπειρίας της Παγκόσμιας Συνείδησης στον Χώρο). Ασφαλώς ήταν γνωστές στους Ιεροφάντες και οι Ανώτερες Καταστάσεις (και Μυήσεις), αλλά δεν γινόταν λόγος για αυτά. Αυτοί που Ασχολούνταν πραγματικά με τις Μυήσεις του Ιερού Χρόνου πριν το Ιερό Χειμερινό Ηλιοστάσιο ήταν στους Δελφούς, όπου Γνώριζαν ότι χωρίς αυτή την Ιερή Προετοιμασία δεν ήταν δυνατή η Εμπειρία της Υπέρτατης Μύησης.

Οι Καταστάσεις που Βιώνουμε στις Ανώτερες Μυήσεις είναι Καταστάσεις Αντικειμενικές που Συμβαίνουν Ταυτόχρονα και στην Ψυχή (στην Συνείδηση) και στο Κέντρο του Εαυτού στο σώμα. Κι αυτό είναι που τις διαφοροποιεί από το αν τις βιώναμε χωρίς σώμα (όπως όταν αποχωριζόμαστε με τον θάνατο). Σε Αυτές τις Καταστάσεις Είμαστε (σαν Ψυχή, σαν Συνείδηση, σαν Παρουσία) συνδεδεμένοι με το σώμα. Όσο «Προχωράμε» Βαθύτερα (στην Ύπαρξή μας), ή  Ψηλότερα (από άποψη «πνευματικής εξέλιξης»), ή Ανώτερα (σαν «επίγνωση»), τόσο η «σύνδεση» εκλεπτύνεται (η «εξασθενεί»), δίνοντάς μας την δυνατότητα και την ευκαιρία να Βιώσουμε (σαν Ψυχή) Μεγαλύτερη Ελευθερία, (πράγμα που διαφοροποιεί την ποιότητα της Εμπειρίας, τον «χαρακτήρα» της, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της).

Όπως δίδασκαν οι Όσιοι στους Δελφούς η Υπέρτατη Κατάσταση όπου ο Μύστης Βιώνει την Αληθινή Θεϊκή Ουσία της Ψυχής είναι όχι μια κατάσταση αλλά η Απόλυτη Εμπειρία της Ζωής που Πηγάζει Αυθόρμητα από την Ίδια την Πραγματικότητα ( Φύση, Ψυχή, Ουσία) και Στηρίζεται στην ίδια την εκδήλωσή της, χωρίς προσδιορισμούς, ιδιότητες, τελείως ακατάληπτη από οποιαδήποτε προσπάθεια αντίληψης. Είναι μια «Κατάσταση» που ελάχιστοι άνθρωποι βιώνουν και μόνο σε στιγμές Βαθιάς Έκστασης κι όχι σε μια διαρκή βάση. Η Εμπειρία Αυτή Προετοιμάζονταν και Συνέβαινε στις πιο Ιερές Στιγμές του Νέου Έτους, σε μια Ιερή Τελετουργία Απόλυτης Μυστικότητας και Σιγής.

Για να Προετοιμαστούν οι Μύστες για την Υπέρτατη Κατάσταση έπρεπε να μπουν σε μια «Κατάσταση Απόλυτης Νύχτας» όπου η «σύνδεση» με το σώμα έφτανε στο «ελάχιστο». Αυτό το βίωναν (όσοι το βίωναν) καθώς ο ηλιακός χρόνος πλησίαζε προς το τέλος του, στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Οι Πραγματικές Τελετές του Νέου Έτους γίνονταν Μυστικά από τους Μύστες ενώ οι Εξωτερικές Τελετές αποτύπωναν συμβολικά τα Ιερά Γεγονότα. Κι ασφαλώς υπήρχαν κι εξωτερικές γιορτές που ελάχιστη σχέση είχαν με όσα συνέβαιναν εσωτερικά.

Βέβαια για τον αμύητο, ακόμα κι αν έχει ασχοληθεί με αυτά τα θέματα και τις πνευματικές πρακτικές, όλα αυτά που λέμε μπορεί να φαίνονται μη αληθινά ή υπερβολικά. Στην πραγματικότητα, για να καταλάβουμε, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όχι μόνο την Ορφική Διδασκαλία αλλά και τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν πριν τόσους αιώνες στην Ελλάδα και ιδιαίτερα σε Ιερούς Χώρους όπως οι Δελφοί, η Ελευσίνα κι Άλλα Ιερά. Όλα αυτά, οι Μυήσεις, οι Καταστάσεις Περισυλλογής οι Μυστικές Εμπειρίες ήταν κάτι γνωστό, τουλάχιστον σαν «πληροφορία» στον Αρχαίο Κόσμο και ιδιαίτερα στους Ιερούς Χώρους όπου προσέρχονταν οι Αρχαίοι Λάτρες. Εξάλλου όλα αυτά είναι γνωστά και σε άλλες Παραδόσεις, σε διάφορες εποχές της Ιστορίας. Έτσι το τι θεωρούμε αληθινό, ψεύτικο, υπερβολικό ή συνηθισμένο, εξαρτάται από το από «που» το «βλέπουμε».

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
Monday, 16 February, 2026

4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation

 

(Meditation Without Memory, Possession, or Past)

 

The Sanctity of Darkness

 

In the great rhythm of existence, there is a sacred alternation that few truly comprehend. The seeker walks through daylight hours with eyes wide open, observing the endless procession of phenomena that parade before consciousness. Yet it is in the darkness, in the blessed surrender of sleep, that the deepest mysteries make themselves known. For the one who has learned to watch—truly watch—the movements of life with unwavering attention, the night becomes not an absence but a presence, not a void but a vessel.

 

Sleep, in its purest form, is not merely rest for the weary body. It is a threshold, a portal through which the soul may pass into territories unknown to the waking mind. When the daylight consciousness has been vigilant, when awareness has moved like a clear stream through the hours of activity, then something miraculous occurs as darkness falls. The mind does not collapse into unconsciousness but rather awakens into a different order of being altogether.

 

This awakening comes unbidden, like grace itself. No amount of striving can produce it, no technique can guarantee its arrival. It emerges from depths that have no name, rising from the stillness that lies beneath all thought, all memory, all the accumulated knowledge of a lifetime. It is meditation in its most authentic form—not the meditation of practice and discipline, though these have their place, but meditation as a gift, as benediction, as the spontaneous flowering of a consciousness that has been prepared without knowing it was being prepared.

 

The Enchantment That Cannot Be Summoned

 

There exists an enchantment that no human imagination can conjure, no flight of fancy can approximate. It belongs to a different order of reality entirely, one that exists outside the boundaries of thought, beyond the territories mapped by memory and expectation. This is the enchantment of true meditation, and it comes into being only when all invitations have ceased, when the mind has finally exhausted its endless efforts to capture, to hold, to possess.

 

The consciousness that has learned to be tranquil—not through suppression but through understanding, not through force but through clarity—becomes a silent witness to its own depths. And from somewhere beyond these depths, from a realm that is neither within consciousness nor separate from it, the mystery descends. It does not enter the mind; rather, the mind discovers itself already immersed in it, like a fish suddenly aware of the ocean.

 

This mystery dwells in a space that thought cannot reach. Thought, with all its brilliant capacity for analysis and categorization, finds itself powerless here. It is like trying to catch the wind in a net, trying to bottle starlight, trying to measure the infinite with finite instruments. The periphery of thought marks the boundary of the known world, but meditation lives in the vast unknown beyond those boundaries—not as an idea about the unknown, but as direct encounter with it.

 

The Impossibility of Remembrance

 

Here lies one of the great paradoxes of spiritual experience: that which is most profound leaves no trace in memory. Memory belongs to time, to the sequential unfolding of moments in which the past can be distinguished from the present. But meditation, in its deepest sense, belongs to the timeless. It cannot be stored, cannot be archived in the mind's vast library of experiences.

 

When one tries to remember meditation—to recall its qualities, to compare this experience with that one, to build a treasury of spiritual moments—the very act of remembering destroys the living reality. Remembrance is always a resurrection of what has died, an attempt to bring back to life something that has already passed into the realm of the finished, the completed, the gone. It is like pressing flowers in a book and calling them gardens.

 

True meditation is not a resurrection. It does not arise from the past, does not depend on accumulated experience or spiritual credentials. It comes from fullness—the fullness of the heart that has learned to be simple, to be present, to be available to the moment without the burden of yesterday. This fullness has nothing to do with intellectual capacity or the brightness of the analytical mind. One may be brilliant in thought and impoverished in meditation; one may be simple in intellect and rich beyond measure in spiritual depth.

 

The Blessing of Eternal Newness

 

For those who are blessed—and it is truly a blessing, not an achievement—meditation may arrive night after night, like a faithful friend who needs no announcement of arrival. Yet each visitation is utterly new. Not new in the sense that it differs from what came before, for such comparison would already introduce the old into the new. Rather, it is new in a way that has no relationship to the old at all. It is newness without precedent, without reference point, without the shadow of memory lurking in the background.

 

This newness expresses itself in infinite diversity. Each encounter with the mystery reveals different facets, different qualities, different depths. Yet within this ceaseless change lies something changeless—not the changelessness of stagnation, but the unchanging ground from which all authentic change emerges. It is change that does not accumulate, transformation that leaves no trace, movement that returns always to stillness.

 

To witness this is to stand before the great mystery of existence itself: that life can be simultaneously eternal and ever-fresh, that the divine presence can be both unchanging and infinitely creative, that the soul can experience something again and again and yet find it each time as if for the first time.

 

The Sacred Art of Sleep

 

Sleep itself becomes transformed when consciousness has learned the art of watchfulness. Not the sleep of exhaustion, when the body simply collapses under the weight of fatigue. Not the sleep induced by chemicals or substances that force the mind into unconsciousness. Not even the sleep that follows physical satisfaction, the heavy slumber of contentment. These forms of sleep are escapes, small deaths, temporary absences from awareness.

 

The sleep that serves meditation is different in kind. It is light as air, quick as intuition, delicate as the first breath of dawn. The body that enters this sleep is a sensitive instrument, finely tuned through the day's alertness. When awareness has moved through waking hours with precision and care, the body absorbs this quality. It becomes responsive rather than dull, alive rather than merely functional, capable of that exquisite sensitivity that allows the deepest mysteries to make themselves known.

 

This sensitivity is not cultivated through ascetic practices or harsh disciplines. It arises naturally from alertness itself—from the simple act of being present to life as it unfolds. When one watches the movements of thought, the arising of emotion, the interplay of desire and resistance, the body learns a different way of being. It relaxes not into torpor but into readiness, like a deer in a forest, simultaneously at ease and completely aware.

 

The Infinite Depths

 

Sometimes the meditation that comes in the night is light, barely perceptible—a whisper of presence, a subtle shift in the quality of consciousness, gentle as a breeze that moves through leaves so softly one can hardly be certain it was there at all. At such times, the mystery touches the soul with extraordinary delicacy, like the brush of a butterfly's wing against skin, leaving behind not an impression but a sense of having been blessed by something too subtle for words.

 

At other times, the depth is beyond all measure. The soul finds itself plunging into abysses that have no bottom, or rather, whose bottom is infinity itself. These are the moments when all concepts of depth and height, of inner and outer, of self and other dissolve completely. The individual consciousness discovers itself to be a drop that contains the ocean, a single point that encompasses all space, a momentary existence that touches eternity.

 

Such experiences cannot be compared, cannot be ranked on any scale of spiritual achievement. The light touch and the infinite depth are equally sacred, equally complete in themselves. To prefer one over the other, to desire the profound over the subtle or the gentle over the overwhelming, is already to miss the point. Each manifestation of the mystery is perfect as it is, complete in its own right, requiring nothing beyond itself.

 

The Danger of Possession

 

Here lies the great danger that awaits every seeker: the temptation to possess. The mind, by its very nature, wants to grasp, to hold, to accumulate. It wants to build a treasury of experiences, to say "I have meditated deeply" or "I have touched the infinite." This possessiveness, subtle as it is, destroys the very thing it seeks to preserve.

 

When the mind holds a spiritual experience as a remembrance, when it indulges in the memory of ecstasy, when it returns again and again to savor what once was, the living stream of meditation comes to an end. What remains is only a corpse, a dead thing that the mind keeps wrapped in the grave-clothes of memory, occasionally taking it out to examine and admire. But the living mystery has departed, leaving only its shadow.

 

The quality of possessiveness must be recognized for what it is: a barrier to the sacred, a wall between the seeker and the sought, a veil that obscures the very thing one most deeply desires. This does not mean one should try forcefully to become non-possessive, for such effort is itself a subtle form of possession. Rather, one must see clearly the mechanism of possession, must understand how the mind operates, how it grasps and clings and tries to make permanent what is by nature impermanent.

 

The Rootless Mystery

 

Meditation, in its truest sense, has no root. It is not grounded in any system of thought, does not grow from any seed of practice or technique. It has no substance that the mind can hold, no form that can be grasped, no essence that can be captured in words or concepts. It is like wind—present and powerful, yet without solidity. Like space—all-encompassing, yet empty of content. Like light—revealing everything, yet itself invisible.

 

This rootlessness is not a deficiency but the very nature of the mystery itself. Because it has no root, it cannot be cultivated in any ordinary sense. Because it has no substance, it cannot be possessed or stored. Because it belongs to the realm beyond thought, it cannot be understood through analysis or study.

 

Yet this does not mean meditation is unreachable or impossibly distant. On the contrary, it is closer than breath, more intimate than thought, more present than the sense of self. It is always already here, always already available. What is required is not the addition of something new but the removal of what obscures: the constant churning of thought, the grasping of desire, the weight of memory, the burden of the accumulated past.

 

The Eternal Present

 

In the end, what reveals itself to the one who has learned to be still is the simple, extraordinary fact of presence itself. Not presence as opposed to absence, not presence as one half of a duality, but presence as the ground of all experience—the unchanging awareness within which all change occurs, the silent witness that observes the entire drama of existence without ever being touched by it.

 

This presence has no history. It was not born and cannot die. It does not accumulate experiences or grow in wisdom or develop over time. It simply is, eternally and completely, the same yesterday, today, and forever. Yet within this changeless presence, all change becomes possible. Within this eternal now, all of time unfolds. Within this stillness, all movement arises.

 

To rest in this presence is to discover what one has always been, to come home to a place one never truly left, to awaken from a dream one never quite believed. It is the end of seeking and the beginning of simply being. It is meditation without meditation, awareness without an aware one, presence without anyone being present.

 

The Sacred Invitation

 

The mystery extends an invitation to every human soul—not an invitation that requires acceptance or rejection, for such choice already implies separation, but an invitation that is always already accepted by virtue of one's very existence. The question is not whether one will respond to this invitation but whether one will recognize that the response is already happening, has always been happening, in every breath, in every moment of awareness, in every fleeting instant of being.

 

To live with this recognition is to walk through the world as both pilgrim and destination, as both seeker and sought, as both question and answer. It is to discover that the sacred is not separate from the ordinary, that transcendence is not opposed to immanence, that the infinite dwells in every finite moment.

 

This is the gift of meditation without memory, the blessing of experience without possession, the grace of presence without past. It asks nothing of us except that we be what we already are, know what we already know, and rest in what has never left us. And in that simple rest, in that profound ease, the mystery reveals itself—not as something other than ourselves, but as our own deepest nature, always present, forever new, eternally complete.

 

4. Το Μυστήριο Πέρα από τη Μνήμη: Ένα Ταξίδι στο Διαχρονικό Διαλογισμό

 

(Διαλογισμός Χωρίς Μνήμη, Κατοχή ή Παρελθόν)

 

Η Ιερότητα του Σκότους

 

Στον μεγάλο ρυθμό της ύπαρξης, υπάρχει μια ιερή εναλλαγή που λίγοι κατανοούν πραγματικά. Ο αναζητητής περπατά στις ώρες της ημέρας με τα μάτια ορθάνοιχτα, παρατηρώντας την ατελείωτη παρέλαση των φαινομένων που παρελαύνουν μπροστά από τη συνείδηση. Ωστόσο, είναι στο σκότος, στην ευλογημένη παράδοση του ύπνου, που τα βαθύτερα μυστήρια αποκαλύπτονται. Για εκείνον που έχει μάθει να παρακολουθεί —πραγματικά να παρακολουθεί— τις κινήσεις της ζωής με αταλάντευτη προσοχή, η νύχτα γίνεται όχι απουσία αλλά παρουσία, όχι κενό αλλά δοχείο.

 

Ο ύπνος, στην καθαρότερη μορφή του, δεν είναι απλώς ανάπαυση για το κουρασμένο σώμα. Είναι ένα κατώφλι, μια πύλη από την οποία η ψυχή μπορεί να περάσει σε εδάφη άγνωστα στον ξύπνιο νου. Όταν η συνείδηση της ημέρας ήταν αφυπνισμένη, όταν η επίγνωση έχει κινηθεί σαν καθαρό ρυάκι μέσα στις ώρες της δραστηριότητας, τότε κάτι θαυμαστό συμβαίνει καθώς πέφτει το σκότος. Ο νους δεν καταρρέει στην ασυνειδησία, αλλά μάλλον ξυπνά σε μια διαφορετική τάξη ύπαρξης συνολικά.

 

Αυτό το ξύπνημα έρχεται απροσκάλεστο, σαν την ίδια τη χάρη. Καμία προσπάθεια δεν μπορεί να το παράγει, καμία τεχνική δεν μπορεί να εγγυηθεί την άφιξή του. Αναδύεται από βάθη που δεν έχουν όνομα, ανεβαίνοντας από την ακινησία που βρίσκεται κάτω από κάθε σκέψη, κάθε μνήμη, κάθε συσσωρευμένη γνώση μιας ζωής. Είναι ο διαλογισμός στην πιο αυθεντική του μορφή —όχι ο διαλογισμός της εξάσκησης και της πειθαρχίας, αν και αυτά έχουν τη θέση τους, αλλά ο διαλογισμός ως δώρο, ως ευλογία, ως το αυθόρμητο άνθισμα μιας συνείδησης που έχει προετοιμαστεί χωρίς να το γνωρίζει.

 

Η Μαγεία που Δεν Μπορεί να Επικληθεί

 

Υπάρχει μια μαγεία που καμία ανθρώπινη φαντασία δεν μπορεί να δημιουργήσει, καμία πτήση της φαντασίας δεν μπορεί να προσεγγίσει. Ανήκει σε μια διαφορετική τάξη πραγματικότητας εντελώς, μια τάξη που υπάρχει έξω από τα όρια της σκέψης, πέρα από τα εδάφη που έχουν χαρτογραφηθεί από τη μνήμη και την προσδοκία. Αυτή είναι η μαγεία του αληθινού διαλογισμού, και έρχεται στην ύπαρξη μόνο όταν όλες οι προσκλήσεις έχουν σταματήσει, όταν ο νους έχει επιτέλους εξαντλήσει τις ατελείωτες προσπάθειές του να συλλάβει, να κρατήσει, να κατέχει.

 

Η συνείδηση που έχει μάθει να είναι ήρεμη —όχι μέσω καταστολής αλλά μέσω κατανόησης, όχι μέσω βίας αλλά μέσω σαφήνειας— γίνεται ένας σιωπηλός μάρτυρας των ίδιων της των βαθών. Και από κάπου πέρα από αυτά τα βάθη, από ένα βασίλειο που δεν είναι ούτε μέσα στη συνείδηση ούτε ξεχωριστό από αυτήν, το μυστήριο κατεβαίνει. Δεν εισέρχεται στον νου· μάλλον, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ήδη βυθισμένο σε αυτό, σαν ένα ψάρι που ξαφνικά συνειδητοποιεί τον ωκεανό.

 

Αυτό το μυστήριο κατοικεί σε έναν χώρο που η σκέψη δεν μπορεί να φτάσει. Η σκέψη, με όλη της την λαμπρή ικανότητα για ανάλυση και κατηγοριοποίηση, βρίσκεται ανίσχυρη εδώ. Είναι σαν να προσπαθείς να πιάσεις τον άνεμο σε δίχτυ, να εμφιαλώσεις το φως των αστεριών, να μετρήσεις το άπειρο με πεπερασμένα όργανα. Η περιφέρεια της σκέψης σημαδεύει το όριο του γνωστού κόσμου, αλλά ο διαλογισμός ζει στο απέραντο άγνωστο πέρα από αυτά τα όρια —όχι ως ιδέα για το άγνωστο, αλλά ως άμεση συνάντηση με αυτό.

 

Η Αδυναμία της Ανάμνησης

 

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες παραδοξότητες της πνευματικής εμπειρίας: αυτό που είναι το πιο βαθύ δεν αφήνει ίχνος στη μνήμη. Η μνήμη ανήκει στον χρόνο, στην αλληλουχία της ανάπτυξης των στιγμών όπου το παρελθόν μπορεί να διακριθεί από το παρόν. Αλλά ο διαλογισμός, στην βαθύτερη έννοιά του, ανήκει στο άχρονο. Δεν μπορεί να αποθηκευτεί, δεν μπορεί να αρχειοθετηθεί στη μεγάλη βιβλιοθήκη εμπειριών του νου.

 

Όταν κάποιος προσπαθεί να θυμηθεί τον διαλογισμό —να ανακαλέσει τις ιδιότητές του, να συγκρίνει αυτή την εμπειρία με εκείνη, να χτίσει έναν θησαυρό πνευματικών στιγμών— η ίδια η πράξη της ανάμνησης καταστρέφει την ζωντανή πραγματικότητα. Η ανάμνηση είναι πάντα μια ανάσταση αυτού που έχει πεθάνει, μια προσπάθεια να επαναφέρει στη ζωή κάτι που έχει ήδη περάσει στο βασίλειο του τετελεσμένου, του ολοκληρωμένου, του χαμένου. Είναι σαν να πιέζεις λουλούδια σε ένα βιβλίο και να τα αποκαλείς κήπους.

 

Ο αληθινός διαλογισμός δεν είναι ανάσταση. Δεν αναδύεται από το παρελθόν, δεν εξαρτάται από συσσωρευμένη εμπειρία ή πνευματικά διαπιστευτήρια. Έρχεται από την πληρότητα —την πληρότητα της καρδιάς που έχει μάθει να είναι απλή, να είναι παρούσα, να είναι διαθέσιμη στη στιγμή χωρίς το βάρος του χθες. Αυτή η πληρότητα δεν έχει καμία σχέση με την πνευματική ικανότητα ή τη λάμψη του αναλυτικού νου. Κάποιος μπορεί να είναι λαμπρός στη σκέψη και φτωχός στον διαλογισμό· κάποιος μπορεί να είναι απλός στον νου και πλούσιος πέρα από κάθε μέτρο σε πνευματικό βάθος.

 

Η Ευλογία της Αιώνιας Καινοτομίας

 

Για εκείνους που είναι ευλογημένοι —και είναι πραγματικά ευλογία, όχι επίτευγμα— ο διαλογισμός μπορεί να έρχεται νύχτα με νύχτα, σαν ένας πιστός φίλος που δεν χρειάζεται αναγγελία άφιξης. Ωστόσο, κάθε επίσκεψη είναι απόλυτα νέα. Όχι νέα με την έννοια ότι διαφέρει από αυτό που ήρθε πριν, γιατί τέτοια σύγκριση θα εισήγαγε ήδη το παλιό στο νέο. Μάλλον, είναι νέα με έναν τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με το παλιό καθόλου. Είναι καινοτομία χωρίς προηγούμενο, χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς τη σκιά της μνήμης να παραμονεύει στο παρασκήνιο.

 

Αυτή η καινοτομία εκφράζεται σε άπειρη ποικιλία. Κάθε συνάντηση με το μυστήριο αποκαλύπτει διαφορετικές πλευρές, διαφορετικές ιδιότητες, διαφορετικά βάθη. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την ασταμάτητη αλλαγή βρίσκεται κάτι αμετάβλητο —όχι η αμεταβλητότητα της στασιμότητας, αλλά το αμετάβλητο έδαφος από το οποίο αναδύεται κάθε αυθεντική αλλαγή. Είναι αλλαγή που δεν συσσωρεύεται, μεταμόρφωση που δεν αφήνει ίχνος, κίνηση που επιστρέφει πάντα στην ακινησία.

 

Το να το μαρτυρείς αυτό είναι να στέκεσαι μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της ίδιας της ύπαρξης: ότι η ζωή μπορεί να είναι ταυτόχρονα αιώνια και πάντα φρέσκια, ότι η θεϊκή παρουσία μπορεί να είναι τόσο αμετάβλητη όσο και άπειρα δημιουργική, ότι η ψυχή μπορεί να βιώνει κάτι ξανά και ξανά και ωστόσο να το βρίσκει κάθε φορά σαν για πρώτη φορά.

 

Η Ιερή Τέχνη του Ύπνου

 

Ο ίδιος ο ύπνος μεταμορφώνεται όταν η συνείδηση έχει μάθει την τέχνη της επαγρύπνησης. Όχι ο ύπνος της εξάντλησης, όταν το σώμα απλώς καταρρέει κάτω από το βάρος της κούρασης. Όχι ο ύπνος που προκαλείται από χημικές ουσίες ή ουσίες που εξαναγκάζουν τον νου σε ασυνειδησία. Ούτε καν ο ύπνος που ακολουθεί τη φυσική ικανοποίηση, ο βαρύς ύπνος της ικανοποίησης. Αυτές οι μορφές ύπνου είναι αποδράσεις, μικροί θάνατοι, προσωρινές απουσίες από την επίγνωση.

 

Ο ύπνος που υπηρετεί τον διαλογισμό είναι διαφορετικός σε είδος. Είναι ελαφρύς σαν τον αέρα, γρήγορος σαν την διαίσθηση, λεπτός σαν την πρώτη ανάσα της αυγής. Το σώμα που εισέρχεται σε αυτόν τον ύπνο είναι ένα ευαίσθητο όργανο, λεπτά συντονισμένο μέσω της επαγρύπνησης της ημέρας. Όταν η επίγνωση έχει κινηθεί μέσα στις ώρες του ξύπνιου με ακρίβεια και φροντίδα, το σώμα απορροφά αυτή την ιδιότητα. Γίνεται ανταποκρινόμενο αντί για θαμπό, ζωντανό αντί για απλώς λειτουργικό, ικανό για εκείνη την εξαιρετική ευαισθησία που επιτρέπει στα βαθύτερα μυστήρια να αποκαλυφθούν.

 

Αυτή η ευαισθησία δεν καλλιεργείται μέσω ασκητικών πρακτικών ή σκληρών πειθαρχιών. Αναδύεται φυσικά από την ίδια την επαγρύπνηση —από την απλή πράξη του να είσαι παρών στη ζωή καθώς ξεδιπλώνεται. Όταν κάποιος παρακολουθεί τις κινήσεις της σκέψης, την ανάδυση του συναισθήματος, την αλληλεπίδραση της επιθυμίας και της αντίστασης, το σώμα μαθαίνει έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης. Χαλαρώνει όχι σε νάρκη αλλά σε ετοιμότητα, σαν ένα ελάφι σε δάσος, ταυτόχρονα άνετο και πλήρως ενήμερο.

 

Τα Άπειρα Βάθη

 

Μερικές φορές ο διαλογισμός που έρχεται τη νύχτα είναι ελαφρύς, μετά βίας αντιληπτός —ένας ψίθυρος παρουσίας, μια λεπτή αλλαγή στην ποιότητα της συνείδησης, απαλός σαν αύρα που κινείται μέσα από φύλλα τόσο απαλά που δύσκολα μπορείς να είσαι σίγουρος ότι ήταν εκεί. Σε τέτοιες στιγμές, το μυστήριο αγγίζει την ψυχή με εξαιρετική λεπτότητα, σαν το άγγιγμα της φτερούγας πεταλούδας στο δέρμα, αφήνοντας πίσω όχι εντύπωση αλλά μια αίσθηση ότι ευλογήθηκες από κάτι πολύ λεπτό για λέξεις.

 

Άλλες φορές, το βάθος είναι πέρα από κάθε μέτρο. Η ψυχή βρίσκει τον εαυτό της να βουτά σε αβύσσους χωρίς πάτο, ή μάλλον, των οποίων ο πάτος είναι το άπειρο το ίδιο. Αυτές είναι οι στιγμές όταν όλες οι έννοιες βάθους και ύψους, εσωτερικού και εξωτερικού, εαυτού και άλλου διαλύονται εντελώς. Η ατομική συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της να είναι μια σταγόνα που περιέχει τον ωκεανό, ένα μόνο σημείο που περιλαμβάνει όλο τον χώρο, μια στιγμιαία ύπαρξη που αγγίζει την αιωνιότητα.

 

Τέτοιες εμπειρίες δεν μπορούν να συγκριθούν, δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε καμία κλίμακα πνευματικού επιτεύγματος. Το ελαφρύ άγγιγμα και το άπειρο βάθος είναι εξίσου ιερά, εξίσου ολοκληρωμένα από μόνα τους. Το να προτιμάς το ένα από το άλλο, να επιθυμείς το βαθύ πάνω από το λεπτό ή το απαλό πάνω από το συντριπτικό, είναι ήδη να χάνεις το νόημα. Κάθε εκδήλωση του μυστηρίου είναι τέλεια όπως είναι, ολοκληρωμένη από μόνη της, χωρίς να απαιτεί τίποτα πέρα από τον εαυτό της.

 

Ο Κίνδυνος της Κατοχής

 

Εδώ βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος που περιμένει κάθε αναζητητή: ο πειρασμός της κατοχής. Ο νους, από την ίδια του τη φύση, θέλει να αρπάξει, να κρατήσει, να συσσωρεύσει. Θέλει να χτίσει έναν θησαυρό εμπειριών, να πει «Έχω διαλογιστεί βαθιά» ή «Έχω αγγίξει το άπειρο». Αυτή η κατοχικότητα, όσο λεπτή και αν είναι, καταστρέφει το ίδιο το πράγμα που επιδιώκει να διατηρήσει.

 

Όταν ο νους κρατά μια πνευματική εμπειρία ως ανάμνηση, όταν επιδίδεται στη μνήμη της έκστασης, όταν επιστρέφει ξανά και ξανά να γευτεί αυτό που ήταν κάποτε, το ζωντανό ρεύμα του διαλογισμού τερματίζεται. Αυτό που μένει είναι μόνο ένα πτώμα, ένα νεκρό πράγμα που ο νους κρατά τυλιγμένο στα σάβανα της μνήμης, βγάζοντάς το περιστασιακά για να το εξετάσει και να το θαυμάσει. Αλλά το ζωντανό μυστήριο έχει φύγει, αφήνοντας μόνο τη σκιά του.

 

Η ιδιότητα της κατοχικότητας πρέπει να αναγνωριστεί για αυτό που είναι: ένα εμπόδιο στο ιερό, ένα τείχος μεταξύ του αναζητητή και του αναζητούμενου, ένα πέπλο που σκιάζει το ίδιο το πράγμα που κάποιος επιθυμεί πιο βαθιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσει κανείς με δύναμη να γίνει μη κατοχικός, γιατί τέτοια προσπάθεια είναι η ίδια μια λεπτή μορφή κατοχής. Μάλλον, πρέπει να δει κανείς καθαρά τον μηχανισμό της κατοχής, να κατανοήσει πώς λειτουργεί ο νους, πώς αρπάζει και προσκολλάται και προσπαθεί να κάνει μόνιμο αυτό που από τη φύση του είναι παροδικό.

 

Το Μυστήριο Χωρίς Ρίζα

 

Ο διαλογισμός, στην αληθέστερη έννοιά του, δεν έχει ρίζα. Δεν είναι ριζωμένος σε κανένα σύστημα σκέψης, δεν μεγαλώνει από κανέναν σπόρο εξάσκησης ή τεχνικής. Δεν έχει ουσία που ο νους μπορεί να κρατήσει, καμία μορφή που μπορεί να αρπαχτεί, καμία ουσία που μπορεί να συλληφθεί σε λέξεις ή έννοιες. Είναι σαν τον άνεμο —παρών και ισχυρός, ωστόσο χωρίς στερεότητα. Σαν τον χώρο —περιεκτικός όλων, ωστόσο άδειος από περιεχόμενο. Σαν το φως —αποκαλύπτει τα πάντα, ωστόσο το ίδιο είναι αόρατο.

 

Αυτή η χωρίς ρίζα κατάσταση δεν είναι ελάττωμα αλλά η ίδια η φύση του μυστηρίου. Επειδή δεν έχει ρίζα, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί με οποιονδήποτε συνηθισμένο τρόπο. Επειδή δεν έχει ουσία, δεν μπορεί να κατεχθεί ή να αποθηκευτεί. Επειδή ανήκει στο βασίλειο πέρα από τη σκέψη, δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσω ανάλυσης ή μελέτης.

 

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαλογισμός είναι απρόσιτος ή αδύνατα μακρινός. Αντίθετα, είναι πιο κοντά από την αναπνοή, πιο οικείος από τη σκέψη, πιο παρών από την αίσθηση του εαυτού. Είναι πάντα ήδη εδώ, πάντα ήδη διαθέσιμος. Αυτό που απαιτείται δεν είναι η προσθήκη κάτι νέου αλλά η αφαίρεση αυτού που σκιάζει: την συνεχή αναταραχή της σκέψης, την αρπαγή της επιθυμίας, το βάρος της μνήμης, το φορτίο του συσσωρευμένου παρελθόντος.

 

Το Αιώνιο Παρόν

 

Στο τέλος, αυτό που αποκαλύπτεται σε εκείνον που έχει μάθει να είναι ακίνητος είναι το απλό, εξαιρετικό γεγονός της παρουσίας της ίδιας. Όχι παρουσία σε αντίθεση με απουσία, όχι παρουσία ως το ένα μισό μιας δυϊκότητας, αλλά παρουσία ως το έδαφος όλης της εμπειρίας —η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει όλη η αλλαγή, ο σιωπηλός μάρτυρας που παρατηρεί ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης χωρίς ποτέ να αγγίζεται από αυτό.

 

Αυτή η παρουσία δεν έχει ιστορία. Δεν γεννήθηκε και δεν μπορεί να πεθάνει. Δεν συσσωρεύει εμπειρίες ούτε μεγαλώνει σε σοφία ούτε εξελίσσεται με τον χρόνο. Απλώς είναι, αιώνια και ολοκληρωμένα, η ίδια χθες, σήμερα και για πάντα. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την αμετάβλητη παρουσία, όλη η αλλαγή γίνεται δυνατή. Μέσα σε αυτό το αιώνιο τώρα, όλος ο χρόνος ξεδιπλώνεται. Μέσα σε αυτή την ακινησία, όλη η κίνηση αναδύεται.

 

Το να αναπαύεσαι σε αυτή την παρουσία είναι να ανακαλύπτεις αυτό που πάντα ήσουν, να επιστρέφεις σπίτι σε έναν τόπο που ποτέ πραγματικά δεν άφησες, να ξυπνάς από ένα όνειρο που ποτέ δεν πίστεψες πλήρως. Είναι το τέλος της αναζήτησης και η αρχή του απλού είναι. Είναι διαλογισμός χωρίς διαλογισμό, επίγνωση χωρίς κάποιον που γνωρίζει, παρουσία χωρίς κάποιον να είναι παρών.

 

Η Ιερή Πρόσκληση

 

Το μυστήριο επεκτείνει μια πρόσκληση σε κάθε ανθρώπινη ψυχή —όχι μια πρόσκληση που απαιτεί αποδοχή ή απόρριψη, γιατί τέτοια επιλογή ήδη υπονοεί διαχωρισμό, αλλά μια πρόσκληση που είναι πάντα ήδη αποδεκτή λόγω της ίδιας της ύπαρξης κάποιου. Το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόσκληση αλλά αν θα αναγνωρίσει ότι η ανταπόκριση ήδη συμβαίνει, πάντα συνέβαινε, σε κάθε αναπνοή, σε κάθε στιγμή επίγνωσης, σε κάθε φευγαλέα στιγμή του είναι.

 

Το να ζει κανείς με αυτή την αναγνώριση είναι να περπατά στον κόσμο ως ταυτόχρονα προσκυνητής και προορισμός, ως ταυτόχρονα αναζητητής και αναζητούμενος, ως ταυτόχρονα ερώτηση και απάντηση. Είναι να ανακαλύπτει ότι το ιερό δεν είναι ξεχωριστό από το συνηθισμένο, ότι η υπέρβαση δεν αντιτίθεται στην εμμένεια, ότι το άπειρο κατοικεί σε κάθε πεπερασμένη στιγμή.

 

Αυτό είναι το δώρο του διαλογισμού χωρίς μνήμη, η ευλογία της εμπειρίας χωρίς κατοχή, η χάρη της παρουσίας χωρίς παρελθόν. Δεν ζητά τίποτα από εμάς εκτός από το να είμαστε αυτό που ήδη είμαστε, να γνωρίζουμε αυτό που ήδη γνωρίζουμε, και να αναπαυόμαστε σε αυτό που ποτέ δεν μας άφησε. Και σε αυτή την απλή ανάπαυση, σε αυτή την βαθιά ευκολία, το μυστήριο αποκαλύπτεται —όχι ως κάτι άλλο από εμάς, αλλά ως η βαθύτερη φύση μας, πάντα παρούσα, για πάντα νέα, αιώνια ολοκληρωμένη.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~