CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 3 January, 2026

Saturday, July 25, 2015

Προσεγγίζοντας το «Άρρητο Αγαθό»




ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ μπορεί να Βιωθεί με ένα Άμεσο «Χωρίς Διαδικασίες» Τρόπο, σαν Μια Εσωτερική Αποκάλυψη, μια Πλήρη Αίσθηση της Ύπαρξης, αλλά δεν μπορεί ούτε να προσδιορισθεί, ούτε να «μετρηθεί» από την Αντίληψη, ούτε να γίνει γνωστό με την σκέψη μέσα από έτοιμες πληροφορίες για Αυτό, ούτε πολύ περισσότερο μπορεί να «ψηλαφισθεί» με τις εξωτερικές αισθήσεις.
Πολύ σωστά μέσα στην Ελληνική Παράδοση που Διαμορφώνεται τελικά σαν Ορφική Αντίληψη του Κόσμου, ΑΥΤΟ Αντιμετωπίζεται σαν το ΑΡΧΙΚΟ ΧΑΟΣ. Χάος με την έννοια ότι ξεφεύγει από κάθε απόπειρα, κάθε προσπάθεια της Αντίληψης να «πει» κάτι για Αυτό. Δεν «Χωράει» Πουθενά γιατί επεκτείνεται πέρα από όλα τα όρια. Δεν είναι ούτε έτσι, ούτε αλλιώς. Είναι ΑΥΤΟ. Είναι το ΧΑΟΣ των Ορφικών Ύμνων, της Ελληνικής Κοσμογονίας, η Μη Προσδιορίσιμη Αφετηρία κάθε Ύπαρξης. Έτσι το Παρέδωσε ο Ορφέας. Κάτι που μπορούμε να Βιώσουμε Μέσα μας σαν Υπέρτατη «Εμπειρία» Ύπαρξης, αλλά δεν μπορούμε να «Αγγίξουμε». Είναι ΑΥΤΟ που δεν μπορούμε να «αντικρύσουμε» αλλά μόνο να αισθανθούμε τα «Ίχνη» Του.
Ένα αιώνα μετά τον Ορφέα, ο Πυθαγόρας θα το Αντιμετωπίσει σαν το ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΜΗΔΕΝ που Αποτελεί την Υπερκόσμια Βάση κάθε μετρήσιμης αντίληψης. Είναι ΑΥΤΟ που Γεννά το ΕΝΑ, το Δύο, τα Πολλά, που γεννά τον νοητικό κόσμο των ατομικοτήτων, την ψυχή του κόσμου, τα υλικά σώματα.
Στα Χνάρια του Πυθαγόρα, ο Παρμενίδης θα το «Χαρακτηρίσει» σαν το ΑΛΗΘΙΝΟ ΟΝ για το Οποίο ό,τι κι αν πούμε είναι πλεονασμός, κι ο Ηράκλειτος θα το «Διαισθανθεί» σαν το ΣΤΑΘΕΡΟ πίσω από την Συνεχή Εναλλαγή των Φαινομένων.
Με όλη αυτή την Πνευματική Κληρονομιά ο Πλάτωνας μπόρεσε από πολύ νωρίς να Συνειδητοποιήσει ότι ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ μπορεί να Βιωθεί Μέσα μας, να «Κατακτηθεί» σαν η Υπέρτατη Ανάταση της Ύπαρξής μας, σαν η Ολοκληρωτική Ύπαρξη, αλλά δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συλληφθεί, να περιγραφεί, να μεταδοθεί. Είναι το ΑΡΡΗΤΟ ΑΓΑΘΟ, για το Οποίο ταιριάζει να «Σιωπούμε» (είτε έχουμε Πραγματική Εμπειρία Του, είτε όχι), κι όχι να φλυαρούμε χωρίς λόγο.
Ο Μόνος Τρόπος να «Κοινωνήσουμε» την Υπέρτατη Εμπειρία μας (του ΕΙΝΑΙ) είναι απλά να «υποδείξουμε» τους τρόπους Προσέγγισής Του. Η Υπέρτατη Εμπειρία, το ΜΕΓΙΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ, Αντιμετωπίζεται από τον Πλάτωνα σαν ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΜΥΗΣΗ, σαν Κάτι που πρέπει Κάποιος να Κατανοήσει Μέσα του, σαν Εσωτερική Έλλαμψη, και που κανένας δεν μπορεί να του μεταδώσει, με κανένα τρόπο. Είναι η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΜΥΗΣΗ για την οποία Μιλούσαν στους Ορφικούς Θιάσους, στους Πυθαγόρειους Συλλόγους, στον Ιερό Χώρο των Δελφών, και στους Ανώτερους Βαθμούς των Ελευσινίων Μυστηρίων. Ο Πλάτωνας «Κοινωνούσε» λοιπόν αυτή την Μύηση στο Χώρο της Ακαδημίας, σε όσους ήταν άξιοι να την δεχθούν, παράλληλα με την φιλοσοφική περιγραφή του Δρόμου της Αληθινής Φιλοσοφίας, και την εξωτερική περιγραφή της Ζωής και του Κόσμου. Υπήρχε πραγματικά μια «Μυστική Διδασκαλία» στην Ακαδημία, πέρα από αυτά που ήταν ή θα μπορούσαν να γίνουν «γνωστά». Και θα μας δοθεί ευκαιρία να ασχοληθούμε με αυτή την «Διδασκαλία».
*

Αν λοιπόν η Υπέρτατη Πραγματικότητα (σαν Εμπειρία, σαν Εσωτερική Κατανόηση του Αληθινού) μπορεί να Βιωθεί αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα για Αυτό, τότε για ποιο πράγμα ακριβώς Μιλούν οι Μύστες, οι Σοφοί, για ποιο πράγμα μιλούσε ο Πλάτωνας στην Ακαδημία;
Όλοι οι Σοφοί Μιλούν για τον ΔΡΟΜΟ, για την ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ, που σημαίνει ότι δεν μιλούν για την ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, αλλά για το πώς εμείς (τα περιορισμένα όντα) μπορούμε να Ανυψωθούμε ως αυτή την Υπέρτατη Εμπειρία της Ύπαρξης, (σαν δική μας επίτευξη).
Ο Πλάτωνας Είχε Εμπειρία ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ κι όταν μιλούσε, κι ό,τι κι αν έλεγε, ήταν από «Εμπειρία». Το θέμα είναι καθαρά πρακτικό, κι έτσι αντιμετωπιζόταν, κι όχι σαν μια θεωρητική διδασκαλία (όπως το αντιλαμβάνονται και το αντιμετωπίζουν οι «διανοούμενοι»). Δεν υπάρχει τίποτα «θεωρητικό» στον Πλάτωνα. Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ήθελε απλά να Υποδείξει τον Δρόμο, κι όχι να «θεωρητικολογήσει» περί ανέμων και υδάτων.
Σαν Κάποιος που ΕΙΧΕ ΕΜΠΕΙΡΙΑ, που ΓΝΩΡΙΖΕ, ο Πλάτωνας, Μιλούσε σαν ΑΥΘΕΝΤΙΑ, γιατί έτσι «έβγαινε». Γνώριζε για ΠΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ Μιλούσε. Τόσο Απλό. Δεν ήταν «ημιμαθής» που παρίστανε ή επιβαλλόταν με την βία σαν «Αυθεντία». Ο Πλάτωνας ΗΤΑΝ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΥΣΤΑΓΩΓΟΣ.
Η «Αυθεντία» του που Πήγαζε από την «Εμπειρία» του και στηριζόταν στην Γνώση του μπορούσε να εκφρασθεί εξωτερικά με διάφορους γλωσσικούς τρόπους έκφρασης.  Και ο Πλάτωνας τους Χρησιμοποίησε όλους αυτούς τους τρόπους. Μιλούσε με Άμεσο Συνεχή Λόγο Διατυπώνοντας την Αλήθεια Αυτού που Συμβαίνει, και των πραγμάτων, εξουδετερώνοντας (με την Πλήρη Γνώση του και την Ολοκληρωμένη Έκφρασή Του) κάθε «αντίλογο» ή επιχείρημα. Άλλοτε πάλι, εκκινώντας από την Πλήρη Αντίληψη της Κατάστασης, μιλούσε διατυπώνοντας αντίλογο κι αντίθετα επιχειρήματα, κατευθύνοντας την «συζήτηση» προς την ολοκλήρωσή της, εφόσον μπορούσε να ολοκληρωθεί. Θέλουμε να πούμε πως ακόμα και στους Διαλόγους του ο Πλάτωνας (είτε ζωντανούς, είτε γραφτούς) Μιλούσε σαν Διδάσκαλος κι όχι σαν κάποιος που «ψαχνότανε» ή που δεν γνώριζε που θα κατέληγε η διαλεκτική αντιπαράθεση, η «συζήτηση».
Επειδή η «Μυσταγωγία», η «Καθοδήγηση στον Δρόμο», είναι κάτι καθαρά πρακτικό, που έχει σχέση με αυτό που ζούμε, που αντιλαμβανόμαστε ( ή πρέπει να αντιλαμβανόμαστε), ο Πλάτωνας Προτιμούσε πάντα (κι αυτό το γνωρίζουμε κι από διηγήσεις του κι από μαρτυρίες) τον Ζωντανό Λόγο, είτε τον Άμεσο Αυθεντικό Λόγο της Εμπειρίας, είτε τον  ζωντανό διάλογο της διευκρίνισης της πραγματικότητας. Ο Γραπτός Λόγος χρησιμοποιήθηκε είτε για την Σύνταξη Υπομνημάτων της Ζωντανής Διδασκαλίας, είτε για την συγγραφή Φιλοσοφικών Διαλόγων, όπου ο Πλάτωνας συνομιλεί ουσιαστικά με τον Πλάτωνα, ή με διαφορετική αντίληψη που ντύνεται την μορφή των προσώπων των «Διαλόγων».
*

Τελικά όμως πως και γιατί δημιουργήθηκε η Ακαδημία; Τι ήταν η Ακαδημία; Και τι «Διδασκόταν» εκεί; Σιγά-σιγά θα απαντήσουμε σε όλα τα ερωτήματα και θα φτάσουμε στην ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ.
Αν και μιλήσαμε πολλές φορές για το Πνευματικό Περιβάλλον του Πλάτωνα, την Πνευματική Κληρονομιά του και τις Πνευματικές Επιρροές, δεν μιλήσαμε για την ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ, που ήταν ο Αληθινός Μυητής του Πλάτωνα στην ΑΛΗΘΕΙΑ.
Άσχετα από αυτά που γνωρίζουμε ή νομίζουμε ότι «γνωρίζουμε» κι αυτά που διδάσκουν στα σχολεία ή μας λένε 25 αιώνες τώρα, ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ; ΤΙ ΗΤΑΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ; ΤΙ ΜΕΤΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ; Και γιατί Επηρέασε τόσο πολύ τον Πλάτωνα;
Είπαμε πως η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΥΗΣΗ είναι κάτι Πρακτικό, μια Εσωτερική Έλλαμψη, μια Κατανόηση Μέσα μας. Δεν είναι κάτι θεωρητικό που μπορείς να ακούσεις ή να διαβάσεις σε βιβλία. Αυτό λοιπόν που «έδωσε» ο Σωκράτης στον Πλάτωνα, δεν ήταν κάτι θεωρητικό αλλά ένας ΑΛΛΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΟΡΑΣΗΣ. Απελευθέρωσε την «Συνείδηση» (την «Αντίληψη») του Πλάτωνα, από την σκέψη, την διαλεκτική διερεύνηση των εννοιών, και την Ανύψωσε στην ΆΜΕΣΗ ΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ, της Ενότητας της Ύπαρξης, της Αντίληψης της Ενότητας Πίσω από την Πολλαπλότητα. Ακόμα Πιο Ψηλά από τον Νοητικό Κόσμο των Ιδεών ο Πλάτωνας Βίωσε Εσωτερικά το ΕΙΝΑΙ, κι Ανυψώθηκε Ως το ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΑΓΑΘΟ, το ΤΕΛΕΙΩΣ ΕΙΝΑΙ, την ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ  ΥΠΑΡΞΗΣ, το ΜΥΣΤΙΚΟ ΔΕΟΣ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ των Αρχαίων Ύμνων.
Ο Σωκράτης Υπήρξε μια από τις Μεγαλύτερες Μορφές της Ανθρωπότητας, Αξιοσέβαστος για πολλούς πολλούς λόγους. Ήταν ένας Φωτισμένος Άνθρωπος, ένας Αληθινός Άνθρωπος. Ήταν ένας ΣΟΦΟΣ. Δεν έχει σημασία τι «γνωρίζουν» ή τι λένε οι άνθρωποι. Ο Πλάτωνας Αποκαλύπτει έναν ΣΟΦΟ ΣΩΚΡΑΤΗ, κι ο Πλάτωνας Γνώριζε τι έλεγε. Γιατί το Γνώριζε; Επειδή ο Σωκράτης τον Οδήγησε στην Άμεση Όραση της Πραγματικότητας, που Απλώνεται πολύ Πέρα από τις Αισθήσεις. Μόνο τότε ο Πλάτωνας μπόρεσε να Κατανοήσει το Αληθινό Περιεχόμενο της Παράδοσης, της Ορφικής Διδασκαλίας, της Πυθαγόρειας Ζωής, του Λόγου των Σοφών. Το πνευματικό ταξίδι του Πλάτωνα είχε ήδη τελειώσει όταν άρχισε μετά τον θάνατο του Σωκράτη να Ερευνά την Παράδοση. Γνώριζε Ήδη τι θα Εύρισκε.
Ο Πλάτωνας είχε «παραλάβει» από τον Σωκράτη την Φλόγα της Ζωής, το Αρχαίο Πυρ που «καίει» Μέσα στην Καρδιά όλων των όντων. Κι ήθελε αυτή την Φλόγα Ζωής να την Μεταδώσει και στους άλλους ανθρώπους. Νόμισε ο «αφελής» (όπως ο ίδιος ομολογεί) ότι θα μπορούσε να «φτιάξει» (μαζί με άλλους ομοϊδεάτες) μια ΙΔΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ. Ταξίδεψε τρεις φορές στην Σικελία, εκεί όπου ο Πυθαγόρας είχε επιχειρήσει (κι είχε επιτύχει για ένα διάστημα) να στηρίξει μια ανθρώπινη κοινωνία. Τελικά ο Πλάτωνας απογοητεύτηκε. Κατανόησε ότι  την Αλήθεια δεν μπορείς να την ζήσεις με τους πολλούς.
Αυτός είναι ο λόγος που ίδρυσε την Ακαδημία, κοντά στο πανέμορφο άλσος του Ακάδημου. Μην «μετράτε» την σημερινή κατάντια της Πόλης των Αθηνών και της «περιοχής». Τότε ήταν όμορφα εκεί, ειρηνικά. Μπορούσε να Ανθίσει η Σοφία. Σήμερα δεν «φυτρώνει» τίποτα, πουθενά, στην ελληνική γη. Εκεί λοιπόν, στην Όμορφη Ακαδημία, ο Πλάτωνας μπορούσε να μεταδώσει την «Πνοή της Ζωής», στους λίγους που θα ήταν άξιοι.
Στο Πρότυπο των Ορφικών Θιάσων, των Πυθαγόρειων Συλλόγων και όλων των Μεγάλων Φιλοσοφικών Σχολών, ο Πλάτωνας δημιούργησε ένα Μυητικό Κέντρο. Μιλούσε για την Άμεση Όραση της Πραγματικότητας, για την Ουράνια Προέλευση του Ανθρώπου, που ενσωματωνόταν προσωρινά στο σώμα, και για τον Αιώνιο Προορισμό του Ανθρώπου, για την Συνειδητοποίηση της Αιώνιας Φύσης του.
Το ΜΕΓΙΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, η ΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΤΑΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ, είναι ένα Πρακτικό Μάθημα, κάτι που πρέπει να Βιώσουμε Όλοι μας, Μέσα μας. Έτσι το ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΡΓΟ στην Ακαδημία ήταν η Μυσταγωγία, η ΜΥΗΣΗ, η Ανύψωση στους Αόρατους Κόσμους, μέχρι τον ΟΥΡΑΝΟ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣ ΕΙΝΑΙ. Έχουν λάθος όλοι όσοι νομίζουν ότι ο Πλάτωνας εξέθετε μια απλή αντίληψη για την νοημοσύνη του ανθρώπου, την λογικότητά του, και όμορφες θεωρίες για άλλους κόσμους. Μάλιστα όχι μόνο είναι εσκεμμένη αυτή η λάθος ερμηνεία (η «παρερμηνεία») του Πλάτωνα, αλλά είναι και κακοήθης. Δεν δικαιώνεις την δική σου αντίληψη για την ύπαρξη «συκοφαντώντας» τους άλλους. Αν η «αντίληψή» σου είναι στέρεη κι έχει «επιχειρήματα» στέκει από μόνη της.
Άλλωστε, το Μυητικό Έργο του Πλάτωνα και της Ακαδημίας, πέρα από τις εξωτερικές πληροφορίες που διέρρεαν ή γίνονταν γνωστές, κράτησε πάνω από μια χιλιετία. Επηρέασε τα Μεγαλύτερα Πνεύματα της Ελληνικής Αρχαιότητας, έφτασε μέχρι τους Νεοπλατωνικούς,  κι αποκρυσταλλώθηκε στην Ερμητική Σοφία που Αποτελεί την Καρδιά του Δυτικού Εσωτερισμού κι όλης της μυστικιστικής και αποκρυφιστικής παράδοσης στον Δυτικό Κόσμο.



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
Monday, 5 January, 2026

The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence

 

(Meditation as Living Action: Freedom from the Known)

 

The Threshold of Unknowing

 

There exists a practice beyond practice, a way that is no way, a path that dissolves even as the seeker places foot upon it. This is the sacred art of meditation—not as a technique to be mastered, nor as a destination to be reached, but as the perpetual liberation from all that binds the soul to yesterday's shadows.

 

The mystic who enters this wordless sanctuary discovers that meditation is nothing less than the continuous emptying of consciousness from the accumulated weight of the known. What is this known? It is the vast storehouse of memory, the endless corridors of yesterday stretching back through countless moments, each one crystallized into certainty, each one claiming permanence in the ever-changing river of existence. The known is time itself made solid, experience transformed into prison, the living waters of awareness frozen into the ice of conclusion.

 

Yet this emptying is not the work of years, not the gradual erosion of accumulated dust from some distant future vantage point. No—here lies the first great mystery: the emptying occurs not at the journey's end, but at its very inception. It means never to gather the dust at all, never to allow the mind to become a museum of the dead past, a mausoleum where living moments go to be entombed in the rigid forms of memory.

 

The seeker stands always at the edge of now, that razor's edge where eternity meets the temporal, where the infinite presses against the finite. Here, in this sacred present moment, what has been accumulated dissolves—not through the machinery of thought, which is itself but another layer of the past, but through action, through the vital doing of what presents itself in the living instant.

 

The Prison of Conclusion

 

Consider the movement of ordinary consciousness, that restless pilgrimage from conclusion to conclusion, like a traveler moving from inn to inn but never truly arriving home. Each experience becomes immediately encased in judgment, wrapped in the grave-clothes of evaluation, labeled and filed in the archives of the self. This is the tragedy of the conditioned mind: it cannot meet life freshly, cannot drink from the fountain of the present without immediately comparing the taste to all the waters it has drunk before.

 

Judgment, that sovereign king of the mental realm, sits upon its throne of certainty and pronounces its verdicts upon each moment as it arises. Whether drawn from the distant past or formed in the immediate present, all judgment is essentially conclusion—the closing of a door, the ending of inquiry, the transformation of the living question into a dead answer. And it is precisely this endless judging, this ceaseless concluding, that prevents the constant renewal of consciousness, the perpetual emptying that alone keeps the mind spacious and free.

 

For the known—that accumulated mass of conclusions, determinations, and fixed beliefs—acts as a dam holding back the flowing river of awareness. Where there should be movement, there is stagnation; where there should be openness, there is closure; where there should be wonder, there is the deadening certainty of "I know."

 

The Tyranny of Will and the Silence Beyond

 

Deep within the architecture of the self resides that which calls itself will—the insistent voice that declares "I shall achieve," "I shall become," "I shall transform myself through effort and determination." This will, so praised in the marketplace of spiritual ambitions, is itself the very mechanism of the known's perpetuation. For will is born of desire, and desire is always rooted in the past, in memory, in the ghost of previous pleasure or the shadow of previous pain.

 

When will operates, it moves always from a center of accumulated knowledge, of concluded experience. The one who wills is the one who remembers, who compares, who seeks to replicate past satisfaction or avoid past suffering. Thus the action of will—no matter how noble its intention, no matter how spiritual its aspiration—cannot possibly empty the vessel of consciousness. It can only fill it further, adding new layers of experience to be stored, new conclusions to be drawn, new determinations to be made.

 

Here the mystic encounters a profound paradox: the empty mind, that state of pure receptivity and boundless awareness, cannot be purchased through any transaction, cannot be won through any battle, cannot be achieved through any effort of will. It does not yield to demand, no matter how fervent. It cannot be captured by the grasping hand of desire, no matter how subtle that desire may appear.

 

Yet neither does this mean passivity or resignation. Rather, the empty mind comes into being through a different kind of awareness altogether—not the awareness of a thinker observing his thoughts, which only creates further division and distance, but the awareness of thought itself becoming conscious of its own movements, its own patterns, its own endless dance of conclusion and judgment.

 

The Innocence of Aloneness

 

In the depths of authentic meditation, consciousness discovers itself as perpetually innocent—not the innocence of naiveté or ignorance, but the innocence of the present moment, untouched by the contaminating hand of memory. This is the innocence of fresh snow before any footprint marks its surface, the innocence of dawn before any interpretation colors its light.

 

Such innocence is necessarily alone. Not the loneliness of separation, not the isolation of the ego cut off from its fellows, but the radical aloneness of that which cannot be compared, cannot be measured against anything else, cannot be known through reference to the past. The mind that is completely alone in this sense stands naked before existence, stripped of all the comfortable garments of conclusion, all the familiar armor of knowledge.

 

When consciousness achieves this sacred solitude, it ceases to accumulate. Like water that does not cling to the lotus leaf, experience passes through awareness without leaving residue, without forming sediment, without building the coral reef of self upon which the ego constructs its fortress. Each moment arises and passes, complete in itself, requiring no addition to the storehouse of memory.

 

In this aloneness, thought itself becomes silent—not suppressed, not violently pushed away, but naturally quiet, like a bird that ceases its song when song is no longer needed. And in that silence, the mind discovers itself untouched, pristine, eternally new.

 

The Dissolution of Tomorrow

 

The mystics of old spoke of the death of time, and here in the practice of true meditation, the seeker encounters what they meant. For the mind that is alone, that dwells completely in the present, finds that the future—which is nothing but the past projected forward, memory masquerading as anticipation—simply ceases to have meaning.

 

Tomorrow is born from yesterday. All our plans, our fears, our hopes, our anxieties about what is to come are constructed from the materials of what has been. We imagine future pleasures based on past pleasures; we fear future pains based on past pains. The future is the past in different costume, the same old actors performing the same old drama on a stage we imagine to be new.

 

But when the emptying happens in the present—that perpetual emptying that is the essence of meditation—the future loses its grip on consciousness. Not through denial or through the pretense that tomorrow does not exist in the realm of practical necessity, but through the recognition that psychologically, spiritually, tomorrow is an illusion, a ghost that haunts us only because we insist on carrying yesterday into today.

 

In the pure present, there is no tomorrow. There is only this—this breath, this light, this awareness that knows itself without the mediation of memory. And in this timeless instant, all that seemed so urgent, so important, so desperately in need of resolution, reveals itself as the fantasy of a mind imprisoned in its own conclusions.

 

The Living Movement

 

Here emerges perhaps the most crucial understanding: meditation is not a destination but a movement, not an achievement but a flowing, not a state to be attained and then maintained but a perpetual dance between consciousness and existence. It is the river, not the bank; the breathing, not the breath held; the living flame, not the captured spark.

 

So many approach the sacred art as though it were a mountain to be climbed, with a summit to be reached where one could plant a flag and declare victory. But this very approach perpetuates the problem it seeks to solve, for it brings the energy of conclusion, of determination, of will into the very space that can only exist when these things dissolve.

 

Meditation as movement means meditation without end, without conclusion, without the closing of the circle. It means entering each moment of awareness as if for the first time, with no map drawn from previous journeys, no certainty about what will be discovered. It is exploration without the explorer, seeing without the seer, knowing without the knower.

 

This movement is not chaotic or aimless. Like the growth of a tree, which follows no conscious plan yet manifests perfect order, the movement of meditation follows its own intrinsic intelligence. It knows where to flow as water knows how to find the sea, not through thought or decision but through the simple recognition of what is.

 

The Death of the Meditator

 

There comes a moment—not in time but beyond time—when the one who meditates discovers that meditation can only truly occur when the meditator dissolves. As long as there is someone doing meditation, there is division, separation, duality. There is the observer and the observed, the controller and the controlled, the one who seeks emptiness and the emptiness that is sought.

 

This division is itself the barrier, the veil that obscures the sacred. For in truth, there is no separate entity that can step outside consciousness and manipulate it, clean it, empty it, transform it. There is only consciousness itself, aware of its own movements, sensitive to its own patterns, understanding itself without a separate understander.

 

When the meditator dies—and this death must happen again and again, moment by moment, for the separate self is constantly seeking to resurrect itself—what remains is not emptiness in the sense of absence, but emptiness in the sense of infinite potential, limitless space, boundless awareness. It is the emptiness of the sky that contains all clouds without being defined by any of them, the emptiness of silence that holds all sound without being disturbed by any of it.

 

The Sacred Ordinariness

 

The paradox that mystifies many seekers is this: the emptiness that meditation reveals is not separate from daily life, not divorced from the ordinary world of tasks and relationships, work and rest. The sacred does not exist in some distant realm accessible only through extraordinary experiences or altered states.

 

Rather, the empty mind discovers that the ordinary is itself the gateway to the infinite. Washing dishes, walking to work, greeting a friend—when done with complete attention, with the innocency of the present, these simple acts become sacraments, portals through which the eternal shines into the temporal.

 

For the mind that is free from the known, there is no division between the sacred and the secular, the spiritual and the mundane, the meditation cushion and the marketplace. All is one seamless whole, one continuous movement of awareness meeting existence in each unfolding moment.

 

This is the great liberation: not an escape from life but the discovery of life in its fullness, not a withdrawal from the world but an engagement with the world so complete, so total, that the separation between self and other, between inner and outer, simply dissolves like mist before the morning sun.

 

The Unspeakable Gift

 

What words can capture the perfume of this freedom? What language can contain the vastness of the empty mind? The mystic returns from these depths knowing that all description is betrayal, all explanation is reduction, all teaching is merely pointing at the moon while foolish students examine the finger.

 

Yet still the words must come, not to define or confine the experience but to awaken in others the recognition that what is being spoken of is not foreign or distant but intimately close—closer than their own breath, more immediate than their own thoughts, more present than their own presence.

 

The empty mind is not something to be created; it is what remains when all creation ceases. It is not something to be achieved; it is what has always been here, obscured only by the endless accumulation of the known. It is not something to be understood; it is the very ground of understanding itself, the awareness prior to all knowledge, the silence from which all sound emerges and to which all sound returns.

 

The Eternal Beginning

 

And so the journey ends where it began—in the present moment, in this breath, in this awareness that knows itself without conclusion. The seeker discovers that there was never anywhere to go, never anything to achieve, never any separation to overcome. There was only ever this—this living emptiness, this sacred void that is simultaneously the fullness of all existence.

 

Meditation as the emptying of the mind from the known is not a practice for the future, not a technique to be perfected over years of discipline. It is the invitation to die to yesterday in this very instant, to let all conclusions dissolve in the face of what is, to stand naked and alone before the mystery that cannot be named.

 

In this dying, there is no loss but infinite gain. In this emptiness, there is no absence but the presence of all that is. In this aloneness, there is no isolation but the discovery of unity with all existence.

 

The empty mind asks nothing, seeks nothing, demands nothing. It simply is—and in that simple being, all seeking ends, all questions dissolve, and the sacred silence that has always been here reveals itself as the very ground of consciousness, the source from which all arises and to which all returns.

 

This is meditation: not as conclusion but as eternal beginning, not as achievement but as continuous letting go, not as becoming but as the discovery of what has never not been. The known empties itself in the present, and what remains is the ineffable, the unspeakable, the sacred mystery that each soul must discover for itself in the living silence of the alone.

 

Η Ιερή Κενότητα: Ένα Ταξίδι Μέσα από τη Ζωντανή Σιωπή

 

(Διαλογισμός ως Ζωντανή Δράση: Απελευθέρωση από το Γνωστό)

 

Το Κατώφλι του Αγνώστου

 

Υπάρχει μια πρακτική πέρα από την πρακτική, ένας δρόμος που δεν είναι δρόμος, ένα μονοπάτι που διαλύεται ακριβώς τη στιγμή που ο αναζητητής πατάει το πόδι του πάνω του. Αυτή είναι η ιερή τέχνη του διαλογισμού—όχι ως τεχνική που πρέπει να κατακτηθεί, ούτε ως προορισμός που πρέπει να επιτευχθεί, αλλά ως η διαρκής απελευθέρωση από όλα όσα δένουν την ψυχή με τις σκιές του χθες.

 

Ο μύστης που εισέρχεται σε αυτό το άλεκτο ιερό καταφύγιο ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός δεν είναι τίποτα λιγότερο από το συνεχές άδειασμα της συνείδησης από το συσσωρευμένο βάρος του γνωστού. Τι είναι αυτό το γνωστό; Είναι η απέραντη αποθήκη της μνήμης, οι ατελείωτοι διάδρομοι του χθες που εκτείνονται πίσω μέσα από αμέτρητες στιγμές, καθεμιά κρυσταλλωμένη σε βεβαιότητα, καθεμιά που διεκδικεί μονιμότητα στον ασταμάτητα μεταβαλλόμενο ποταμό της ύπαρξης. Το γνωστό είναι ο ίδιος ο χρόνος που έχει γίνει στερεός, η εμπειρία που έχει μετατραπεί σε φυλακή, τα ζωντανά νερά της επίγνωσης παγωμένα σε πάγο συμπερασμάτων.

 

Ωστόσο, αυτό το άδειασμα δεν είναι έργο ετών, ούτε η σταδιακή διάβρωση της συσσωρευμένης σκόνης από κάποιο μακρινό μελλοντικό σημείο. Όχι—εδώ κρύβεται το πρώτο μεγάλο μυστήριο: το άδειασμα δεν συμβαίνει στο τέλος του ταξιδιού, αλλά στην ίδια του την αρχή. Σημαίνει να μην μαζεύει ποτέ κανείς τη σκόνη, να μην επιτρέπει ποτέ στο νου να γίνει μουσείο του νεκρού παρελθόντος, μαυσωλείο όπου οι ζωντανές στιγμές πηγαίνουν για να ενταφιαστούν στις άκαμπτες μορφές της μνήμης.

 

Ο αναζητητής στέκεται πάντα στο χείλος του τώρα, εκείνο το ξυράφι όπου η αιωνιότητα συναντά το πρόσκαιρο, όπου το άπειρο πιέζει το πεπερασμένο. Εδώ, σε αυτή την ιερή παρούσα στιγμή, ό,τι έχει συσσωρευτεί διαλύεται—όχι μέσω της μηχανής της σκέψης, που είναι η ίδια μια ακόμα στρώση του παρελθόντος, αλλά μέσω της δράσης, μέσω της ζωτικής πράξης αυτού που παρουσιάζεται στη ζωντανή στιγμή.

 

Η Φυλακή του Συμπεράσματος

 

Σκεφτείτε την κίνηση της συνηθισμένης συνείδησης, εκείνο το ανήσυχο προσκύνημα από συμπέρασμα σε συμπέρασμα, σαν ταξιδιώτη που μετακινείται από πανδοχείο σε πανδοχείο χωρίς ποτέ να φτάνει πραγματικά στο σπίτι. Κάθε εμπειρία εγκλωβίζεται αμέσως σε κρίση, τυλίγεται στα σάβανα της αξιολόγησης, επισημαίνεται και αρχειοθετείται στα αρχεία του εαυτού. Αυτή είναι η τραγωδία του κλιμακωμένου νου: δεν μπορεί να συναντήσει τη ζωή φρέσκα, δεν μπορεί να πιει από την πηγή του παρόντος χωρίς αμέσως να συγκρίνει τη γεύση με όλα τα νερά που έχει πιει πριν.

 

Η κρίση, αυτός ο κυρίαρχος βασιλιάς του νοητικού βασιλείου, κάθεται στον θρόνο της βεβαιότητας και εκφέρει τις ετυμηγορίες του σε κάθε στιγμή καθώς αναδύεται. Είτε προέρχεται από το μακρινό παρελθόν είτε σχηματίζεται στην άμεση παρούσα, όλη η κρίση είναι ουσιαστικά συμπέρασμα—το κλείσιμο μιας πόρτας, το τέλος της έρευνας, η μετατροπή της ζωντανής ερώτησης σε νεκρή απάντηση. Και είναι ακριβώς αυτή η ασταμάτητη κρίση, αυτό το αδιάκοπο συμπερασματολογείν, που εμποδίζει τη συνεχή ανανέωση της συνείδησης, το διαρκές άδειασμα που μόνον αυτό κρατάει το νου ευρύχωρο και ελεύθερο.

 

Διότι το γνωστό—αυτή η συσσωρευμένη μάζα συμπερασμάτων, αποφάσεων και σταθερών πεποιθήσεων—λειτουργεί σαν φράγμα που συγκρατεί τον ρέοντα ποταμό της επίγνωσης. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει κίνηση, υπάρχει στασιμότητα· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ανοιχτότητα, υπάρχει κλείσιμο· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει θαυμασμός, υπάρχει η νεκρωτική βεβαιότητα του «ξέρω».

 

Η Τυραννία της Θέλησης και η Σιωπή Πέρα από Αυτήν

 

Βαθιά μέσα στην αρχιτεκτονική του εαυτού κατοικεί αυτό που ονομάζει τον εαυτό του θέληση—η επίμονη φωνή που διακηρύσσει «Θα επιτύχω», «Θα γίνω», «Θα μεταμορφώσω τον εαυτό μου μέσω προσπάθειας και αποφασιστικότητας». Αυτή η θέληση, τόσο επαινεμένη στην αγορά των πνευματικών φιλοδοξιών, είναι η ίδια ο μηχανισμός που διαιωνίζει το γνωστό. Διότι η θέληση γεννιέται από την επιθυμία, και η επιθυμία είναι πάντα ριζωμένη στο παρελθόν, στη μνήμη, στο φάντασμα προηγούμενης ηδονής ή στη σκιά προηγούμενου πόνου.

 

Όταν η θέληση λειτουργεί, κινείται πάντα από ένα κέντρο συσσωρευμένης γνώσης, συναγμένης εμπειρίας. Αυτός που θέλει είναι αυτός που θυμάται, που συγκρίνει, που επιδιώκει να αναπαράγει προηγούμενη ικανοποίηση ή να αποφύγει προηγούμενο πόνο. Έτσι η δράση της θέλησης—όσο ευγενής κι αν είναι η πρόθεσή της, όσο πνευματική κι αν είναι η φιλοδοξία της—δεν μπορεί ποτέ να αδειάσει το δοχείο της συνείδησης. Μπορεί μόνο να το γεμίσει περαιτέρω, προσθέτοντας νέες στρώσεις εμπειρίας για αποθήκευση, νέα συμπεράσματα για εξαγωγή, νέες αποφάσεις για λήψη.

 

Εδώ ο μύστης συναντά ένα βαθύ παράδοξο: ο κενός νους, αυτή η κατάσταση καθαρής δεκτικότητας και απεριόριστης επίγνωσης, δεν μπορεί να αγοραστεί με καμία συναλλαγή, δεν μπορεί να κερδηθεί με καμία μάχη, δεν μπορεί να επιτευχθεί με καμία προσπάθεια θέλησης. Δεν υποχωρεί σε καμία απαίτηση, όσο ένθερμη κι αν είναι. Δεν μπορεί να συλληφθεί από το αρπακτικό χέρι της επιθυμίας, όσο λεπτή κι αν φαίνεται αυτή η επιθυμία.

 

Ωστόσο, ούτε αυτό σημαίνει παθητικότητα ή παραίτηση. Μάλλον, ο κενός νους έρχεται στην ύπαρξη μέσω ενός διαφορετικού είδους επίγνωσης—όχι της επίγνωσης ενός σκεπτόμενου που παρατηρεί τις σκέψεις του, που μόνο δημιουργεί περαιτέρω διαίρεση και απόσταση, αλλά της επίγνωσης της ίδιας της σκέψης που γίνεται συνειδητή των δικών της κινήσεων, των δικών της μοτίβων, του δικού της ατελείωτου χορού συμπερασμάτων και κρίσεων.

 

Η Αθωότητα της Μοναξιάς

 

Στα βάθη του αυθεντικού διαλογισμού, η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της ως διαρκώς αθώο—όχι την αθωότητα της αφέλειας ή της άγνοιας, αλλά την αθωότητα της παρούσας στιγμής, ανέγγιχτη από το μολυσματικό χέρι της μνήμης. Αυτή είναι η αθωότητα του φρέσκου χιονιού πριν οποιοδήποτε αποτύπωμα σημαδέψει την επιφάνειά του, η αθωότητα της αυγής πριν οποιαδήποτε ερμηνεία χρωματίσει το φως της.

 

Μια τέτοια αθωότητα είναι απαραίτητα μόνη. Όχι η μοναξιά της αποχωρισμού, όχι η απομόνωση του εγώ αποκομμένου από τους συνανθρώπους του, αλλά η ριζική μοναξιά αυτού που δεν μπορεί να συγκριθεί, δεν μπορεί να μετρηθεί σε σχέση με οτιδήποτε άλλο, δεν μπορεί να γίνει γνωστό μέσω αναφοράς στο παρελθόν. Ο νους που είναι εντελώς μόνος με αυτή την έννοια στέκεται γυμνός μπροστά στην ύπαρξη, γυμνωμένος από όλα τα άνετα ενδύματα των συμπερασμάτων, από όλη την οικεία πανοπλία της γνώσης.

 

Όταν η συνείδηση επιτυγχάνει αυτή την ιερή μοναχικότητα, παύει να συσσωρεύει. Σαν το νερό που δεν κολλάει στο φύλλο του λωτού, η εμπειρία περνάει μέσα από την επίγνωση χωρίς να αφήνει κατάλοιπο, χωρίς να σχηματίζει ίζημα, χωρίς να χτίζει τον κοραλλιογενή ύφαλο του εαυτού πάνω στον οποίο το εγώ κατασκευάζει το φρούριό του. Κάθε στιγμή αναδύεται και παρέρχεται, πλήρης από μόνη της, χωρίς να απαιτεί προσθήκη στην αποθήκη της μνήμης.

 

Σε αυτή τη μοναξιά, η ίδια η σκέψη γίνεται σιωπηλή—όχι καταπιεσμένη, όχι βίαια απωθημένη, αλλά φυσικά ήσυχη, σαν πουλί που σταματάει το τραγούδι του όταν το τραγούδι δεν χρειάζεται πια. Και σε εκείνη τη σιωπή, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ανέγγιχτο, παρθένο, αιώνια νέο.

 

Η Διάλυση του Αύριο

 

Οι μύστες του παρελθόντος μιλούσαν για τον θάνατο του χρόνου, και εδώ, στην πρακτική του αληθινού διαλογισμού, ο αναζητητής συναντά τι εννοούσαν. Διότι ο νους που είναι μόνος, που κατοικεί εντελώς στο παρόν, βρίσκει ότι το μέλλον—που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το παρελθόν προβαλλόμενο προς τα εμπρός, η μνήμη μεταμφιεσμένη σε προσδοκία—απλώς παύει να έχει νόημα.

 

Το αύριο γεννιέται από το χθες. Όλα μας τα σχέδια, οι φόβοι μας, οι ελπίδες μας, οι αγωνίες μας για το τι θα έρθει είναι κατασκευασμένα από τα υλικά του τι υπήρξε. Φανταζόμαστε μελλοντικές ηδονές βασισμένοι σε παρελθοντικές ηδονές· φοβόμαστε μελλοντικούς πόνους βασισμένοι σε παρελθοντικούς πόνους. Το μέλλον είναι το παρελθόν με διαφορετική ενδυμασία, οι ίδιοι παλιοί ηθοποιοί που παίζουν το ίδιο παλιό δράμα σε μια σκηνή που φανταζόμαστε ότι είναι νέα.

 

Αλλά όταν το άδειασμα συμβαίνει στο παρόν—αυτό το διαρκές άδειασμα που είναι η ουσία του διαλογισμού—το μέλλον χάνει την λαβή του στη συνείδηση. Όχι μέσω άρνησης ή μέσω της προσποίησης ότι το αύριο δεν υπάρχει στο πεδίο της πρακτικής αναγκαιότητας, αλλά μέσω της αναγνώρισης ότι ψυχολογικά, πνευματικά, το αύριο είναι μια ψευδαίσθηση, ένα φάντασμα που μας στοιχειώνει μόνο επειδή επιμένουμε να κουβαλάμε το χθες στο σήμερα.

 

Στο καθαρό παρόν, δεν υπάρχει αύριο. Υπάρχει μόνο αυτό—αυτή η αναπνοή, αυτό το φως, αυτή η επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς τη μεσολάβηση της μνήμης. Και σε αυτή την άχρονη στιγμή, όλα όσα φαίνονταν τόσο επείγοντα, τόσο σημαντικά, τόσο απεγνωσμένα σε ανάγκη επίλυσης, αποκαλύπτονται ως η φαντασία ενός νου φυλακισμένου στα ίδια του τα συμπεράσματα.

 

Η Ζωντανή Κίνηση

 

Εδώ αναδύεται ίσως η πιο κρίσιμη κατανόηση: ο διαλογισμός δεν είναι προορισμός αλλά κίνηση, όχι επίτευγμα αλλά ροή, όχι κατάσταση που επιτυγχάνεται και μετά διατηρείται αλλά διαρκής χορός μεταξύ συνείδησης και ύπαρξης. Είναι ο ποταμός, όχι η όχθη· η αναπνοή, όχι η κρατημένη ανάσα· η ζωντανή φλόγα, όχι ο αιχμαλωτισμένος σπινθήρας.

 

Τόσοι πολλοί προσεγγίζουν την ιερή τέχνη σαν να ήταν βουνό για αναρρίχηση, με κορυφή για κατάκτηση όπου θα μπορούσε κανείς να καρφώσει μια σημαία και να διακηρύξει νίκη. Αλλά αυτή ακριβώς η προσέγγιση διαιωνίζει το πρόβλημα που επιδιώκει να λύσει, διότι φέρνει την ενέργεια του συμπεράσματος, της αποφασιστικότητας, της θέλησης ακριβώς στον χώρο που μπορεί να υπάρχει μόνο όταν αυτά τα πράγματα διαλύονται.

 

Ο διαλογισμός ως κίνηση σημαίνει διαλογισμός χωρίς τέλος, χωρίς συμπέρασμα, χωρίς το κλείσιμο του κύκλου. Σημαίνει να εισέρχεται κανείς σε κάθε στιγμή επίγνωσης σαν για πρώτη φορά, χωρίς χάρτη σχεδιασμένο από προηγούμενα ταξίδια, χωρίς βεβαιότητα για το τι θα ανακαλυφθεί. Είναι εξερεύνηση χωρίς τον εξερευνητή, όραση χωρίς τον βλέποντα, γνώση χωρίς τον γνωρίζοντα.

 

Αυτή η κίνηση δεν είναι χαοτική ή χωρίς σκοπό. Σαν την ανάπτυξη ενός δέντρου, που δεν ακολουθεί κανένα συνειδητό σχέδιο αλλά εκδηλώνει τέλεια τάξη, η κίνηση του διαλογισμού ακολουθεί τη δική της εγγενή νοημοσύνη. Ξέρει πού να ρέει όπως το νερό ξέρει πώς να βρει τη θάλασσα, όχι μέσω σκέψης ή απόφασης αλλά μέσω της απλής αναγνώρισης του τι είναι.

 

Ο Θάνατος του Διαλογιζόμενου

 

Έρχεται μια στιγμή—όχι στον χρόνο αλλά πέρα από τον χρόνο—όπου αυτός που διαλογίζεται ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός μπορεί να συμβεί πραγματικά μόνο όταν ο διαλογιζόμενος διαλύεται. Όσο υπάρχει κάποιος που κάνει διαλογισμό, υπάρχει διαίρεση, αποχωρισμός, δυϊσμός. Υπάρχει ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, ο ελεγκτής και το ελεγχόμενο, αυτός που αναζητά την κενότητα και η κενότητα που αναζητείται.

 

Αυτή η διαίρεση είναι η ίδια το εμπόδιο, το πέπλο που σκεπάζει το ιερό. Διότι στην αλήθεια, δεν υπάρχει ξεχωριστή οντότητα που μπορεί να βγει έξω από τη συνείδηση και να τη χειριστεί, να την καθαρίσει, να την αδειάσει, να την μεταμορφώσει. Υπάρχει μόνο η ίδια η συνείδηση, επίγνωση των δικών της κινήσεων, ευαίσθητη στα δικά της μοτίβα, που κατανοεί τον εαυτό της χωρίς ξεχωριστό κατανοούντα.

 

Όταν ο διαλογιζόμενος πεθαίνει—και αυτός ο θάνατος πρέπει να συμβαίνει ξανά και ξανά, στιγμή προς στιγμή, διότι ο ξεχωριστός εαυτός συνεχώς επιδιώκει να αναστηθεί—αυτό που απομένει δεν είναι κενότητα με την έννοια της απουσίας, αλλά κενότητα με την έννοια του άπειρου δυναμικού, απεριόριστου χώρου, απεριόριστης επίγνωσης. Είναι η κενότητα του ουρανού που περιέχει όλα τα σύννεφα χωρίς να ορίζεται από κανένα από αυτά, η κενότητα της σιωπής που κρατάει όλους τους ήχους χωρίς να διαταράσσεται από κανέναν από αυτούς.

 

Η Ιερή Καθημερινότητα

 

Το παράδοξο που μπερδεύει πολλούς αναζητητές είναι αυτό: η κενότητα που αποκαλύπτει ο διαλογισμός δεν είναι ξεχωριστή από την καθημερινή ζωή, δεν είναι αποκομμένη από τον συνηθισμένο κόσμο των εργασιών και των σχέσεων, της δουλειάς και της ανάπαυσης. Το ιερό δεν υπάρχει σε κάποιο μακρινό βασίλειο προσβάσιμο μόνο μέσω εξαιρετικών εμπειριών ή αλλοιωμένων καταστάσεων.

 

Μάλλον, ο κενός νους ανακαλύπτει ότι το συνηθισμένο είναι η ίδια η πύλη προς το άπειρο. Το πλύσιμο των πιάτων, το περπάτημα προς τη δουλειά, ο χαιρετισμός ενός φίλου—όταν γίνονται με πλήρη προσοχή, με την αθωότητα του παρόντος, αυτές οι απλές πράξεις γίνονται μυστήρια, πύλες μέσα από τις οποίες το αιώνιο λάμπει μέσα στο πρόσκαιρο.

 

Διότι για τον νου που είναι ελεύθερος από το γνωστό, δεν υπάρχει διαίρεση μεταξύ ιερού και κοσμικού, πνευματικού και καθημερινού, μαξιλαριού διαλογισμού και αγοράς. Όλα είναι ένα απρόσκοπτο όλο, μια συνεχής κίνηση επίγνωσης που συναντά την ύπαρξη σε κάθε ξεδιπλούμενη στιγμή.

 

Αυτή είναι η μεγάλη απελευθέρωση: όχι μια απόδραση από τη ζωή αλλά η ανακάλυψη της ζωής στην πληρότητά της, όχι μια απόσυρση από τον κόσμο αλλά μια εμπλοκή με τον κόσμο τόσο πλήρης, τόσο ολική, που ο διαχωρισμός μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, απλώς διαλύεται σαν ομίχλη μπροστά στον πρωινό ήλιο.

 

Το Απόρρητο Δώρο

 

Ποιες λέξεις μπορούν να συλλάβουν το άρωμα αυτής της ελευθερίας; Ποια γλώσσα μπορεί να περιέχει την απέραντη έκταση του κενού νου; Ο μύστης επιστρέφει από αυτά τα βάθη γνωρίζοντας ότι κάθε περιγραφή είναι προδοσία, κάθε εξήγηση είναι αναγωγή, κάθε διδασκαλία είναι απλώς δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι ενώ οι ανόητοι μαθητές εξετάζουν το δάχτυλο.

 

Ωστόσο, οι λέξεις πρέπει να έρχονται, όχι για να ορίσουν ή να περιορίσουν την εμπειρία αλλά για να ξυπνήσουν στους άλλους την αναγνώριση ότι αυτό για το οποίο μιλάμε δεν είναι ξένο ή μακρινό αλλά οικείο—πιο κοντά από την ίδια τους την αναπνοή, πιο άμεσο από τις ίδιες τους τις σκέψεις, πιο παρόν από την ίδια τους την παρουσία.

 

Ο κενός νους δεν είναι κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί· είναι αυτό που απομένει όταν όλη η δημιουργία παύει. Δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί· είναι αυτό που πάντα ήταν εδώ, σκεπασμένο μόνο από την ασταμάτητη συσσώρευση του γνωστού. Δεν είναι κάτι που πρέπει να κατανοηθεί· είναι το ίδιο το έδαφος της κατανόησης, η επίγνωση πριν από κάθε γνώση, η σιωπή από την οποία όλοι οι ήχοι αναδύονται και στην οποία όλοι οι ήχοι επιστρέφουν.

 

Η Αιώνια Αρχή

 

Και έτσι το ταξίδι τελειώνει εκεί που άρχισε—στην παρούσα στιγμή, σε αυτή την αναπνοή, σε αυτή την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς συμπέρασμα. Ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν υπήρχε κάπου να πάει, ποτέ κάτι να επιτύχει, ποτέ κανένας αποχωρισμός να υπερνικηθεί. Υπήρχε μόνο πάντοτε αυτό—αυτή η ζωντανή κενότητα, αυτό το ιερό κενό που είναι ταυτόχρονα η πληρότητα όλης της ύπαρξης.

 

Ο διαλογισμός ως άδειασμα του νου από το γνωστό δεν είναι πρακτική για το μέλλον, ούτε τεχνική που τελειοποιείται μέσα από χρόνια πειθαρχίας. Είναι η πρόσκληση να πεθάνει κανείς στο χθες σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, να αφήσει όλα τα συμπεράσματα να διαλυθούν μπροστά σε αυτό που είναι, να σταθεί γυμνός και μόνος μπροστά στο μυστήριο που δεν μπορεί να ονομαστεί.

 

Σε αυτό τον θάνατο, δεν υπάρχει απώλεια αλλά άπειρο κέρδος. Σε αυτή την κενότητα, δεν υπάρχει απουσία αλλά η παρουσία όλων όσων είναι. Σε αυτή τη μοναξιά, δεν υπάρχει απομόνωση αλλά η ανακάλυψη της ενότητας με όλη την ύπαρξη.

 

Ο κενός νους δεν ζητάει τίποτα, δεν αναζητάει τίποτα, δεν απαιτεί τίποτα. Απλώς είναι—και σε αυτό το απλό είναι, όλη η αναζήτηση τελειώνει, όλες οι ερωτήσεις διαλύονται, και η ιερή σιωπή που πάντα ήταν εδώ αποκαλύπτεται ως το ίδιο το έδαφος της συνείδησης, η πηγή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτός είναι ο διαλογισμός: όχι ως συμπέρασμα αλλά ως αιώνια αρχή, όχι ως επίτευγμα αλλά ως συνεχές άφημα, όχι ως γίγνεσθαι αλλά ως η ανακάλυψη αυτού που ποτέ δεν έπαψε να είναι. Το γνωστό αδειάζει τον εαυτό του στο παρόν, και αυτό που απομένει είναι το απόρρητο, το άλεκτο, το ιερό μυστήριο που κάθε ψυχή πρέπει να ανακαλύψει μόνη της στη ζωντανή σιωπή της μοναξιάς.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
17. The Unveiling: A Journey to the Shores of Transcendence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~