![]() |
Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει Δρόμος που να Οδηγεί στο Πραγματικό... όλοι οι
δρόμοι είναι φτιαγμένοι από την σκέψη...
Ο
Θεός Είναι Παντού και Πάντα... και μέσα μας, (σαν Παρουσία, ακόμα κι αν δεν το
καταλαβαίνουμε). Ο Θεός Είναι πιο κοντά μας από ό,τι είμαστε εμείς στον εαυτό
μας, που συνεχώς περιπλανιέται εδώ κι εκεί...
Ο
«διαχωρισμός» μας από τον Θεό λοιπόν δεν είναι πραγματικός, υπάρχει μόνο στην
δική μας αντίληψη. Επειδή δεν έχουμε επίγνωση της Παρουσίας του Θεού, της
αληθινής φύσης μας, που είναι παρόμοια με Εκείνον (που πηγάζει, στηρίζεται κι
ολοκληρώνεται σε Εκείνον), της Αιώνιας Σχέσης Μαζί Του, της Ζωοποιού Παρουσίας
Του, «αντιλαμβανόμαστε» (ψευδώς) τον Θεό μακριά, απόντα, μη παρόντα μέσα σε μία
αγωνιώδη αναζήτησή Του...
Αλλά
επειδή αυτός ο «διαχωρισμός» δεν είναι πραγματικός, δεν συμβαίνει στο Επίπεδο
της Πραγματικότητας, του Εσωτερικού Βιώματος, αλλά μόνο αντιληπτικά (είναι
ζήτημα δικής μας επίγνωσης), δεν μπορεί να ξεπερασθεί με κανένα τρόπο
εξωτερικό... Όπου κι αν πάμε δεν θα βρούμε τον Θεό. Ό,τι κι αν κάνουμε δεν θα
βρούμε τον Θεό. Όσο κι αν Τον επικαλούμαστε ο Θεός δεν Παρουσιάζεται... Γιατί;
Γιατί όλα αυτά γίνονται στον φανταστικό χώρο της σκέψης... Γιατί ενώ ο Θεός
Είναι Πάντα Εδώ, μαζί μας, στην πραγματικότητα, εμείς λειτουργούμε στον χώρο
της σκέψης, στο επίπεδο αυτής της εξωτερικής δραστηριότητας, κι
αντιλαμβανόμαστε τον Θεό σαν μία Εικόνα (ένα είδωλο)... κι είναι αυτό το είδωλο
που κυνηγάμε και προσπαθούμε να φτάσουμε... Αλλά μπορούμε να φτάσουμε ποτέ κάτι
ψεύτικο; Όχι!
Τι
πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Να εγκαταλείψουμε τον χώρο του φανταστικού, της
σκέψης, που παραμορφώνει την Πραγματικότητα, και να εισέλθουμε στον Ιερό Χώρο
του Βιώματος, να Συναντήσουμε τον Ζωντανό Θεό, που Είναι Πάντα Εδώ, μαζί μας...
Γιατί Μόνο Ένα Ζωντανό Πρόσωπο μπορεί να «Παρουσιασθεί» και μόνο με Ένα Ζωντανό
Πρόσωπο μπορούμε να Επικοινωνήσουμε, και να Ενωθούμε Μαζί Του...
Η
Πραγματικότητα είναι κάτι που υπάρχει. Ή την Βιώνουμε ή δεν την βιώνουμε...
Αλλά όταν δεν βιώνουμε την Πραγματικότητα, φανταζόμαστε την Πραγματικότητα σαν
την αντίθετη της κατάστασης που βιώνουμε και τρέχουμε πίσω από αυτό το όραμα...
Μάταια... γιατί κι αυτή η σύλληψη της Πραγματικότητας είναι μία κατασκευή της
σκέψης... Τι κυνηγάμε λοιπόν;... Όλοι οι δρόμοι στον χώρο της σκέψης, είναι
αδιέξοδοι...
Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει Δρόμος που να Οδηγεί στο Πραγματικό... όλοι οι
δρόμοι είναι φτιαγμένοι από την σκέψη... Μόλις εγκαταλείψουμε όλες αυτές τις
μάταιες δραστηριότητες... τότε η Πραγματικότητα Αποκαλύπτεται μέσα μας... Ο Θεός Εμφανίζεται και «Κατοικεί»
μέσα μας...
Όταν
η Ψυχή (που έχει Θεία Φύση, σαν Θεϊκή Πνοή, Πνεύμα, Θεία Ενέργεια...) συνδέεται
με το σώμα, οι ανώτερες δυνάμεις της υποβαθμίζονται, «καταστέλλονται», και
«υφίστανται μόνο εν δυνάμει» (είναι η «περιοχή» του «ασυνειδήτου» των
«ψυχολόγων του βάθους»)... Αυτό που αναδύεται από το προσυνειδητό χάος της
γέννησης της Ψυχής στο κόσμο (του ανθρώπου) είναι οι αντιλήψεις μέσω των
αισθήσεων που γρήγορα μπαίνουν στην εποπτεία της ανώτερης «διανόησης» και μετά
του εγώ (το «συνειδησιακό σύμπλεγμα της ατομικής, προσωπικής, ύπαρξης»), στο
οποίο αναφέρονται στο εξής όλες οι άλλες δραστηριότητες, διανόηση, αισθήσεις,
πράξεις... Η ανθρώπινη ύπαρξη περνά από την σωματική ωρίμανση στην
«συναισθηματική» ωρίμανση (που ξεκινά ενόσω διαρκεί η σωματική ανάπτυξη) και
μετά στην διανοητική ωρίμανση (που ξεκινά ενόσω διαρκεί η «συναισθηματική»
ανάπτυξη) ενώ η πνευματική ενηλικίωση (σαν απόσταγμα της εμπειρίας της ζωής και
της προσωπικής προσπάθειας) που μας ανυψώνει προς το Υπερβατικό, συχνά, δεν
πραγματοποιείται ποτέ, στους περισσότερους ανθρώπους... Η πορεία αυτή της
ανθρώπινης ύπαρξης αναπαριστά σε προσωπικό ατομικό επίπεδο, της πορείας της
ίδιας της ανθρωπότητας, που βρίσκεται σήμερα σε διανοητική ανάπτυξη αλλά απέχει
πολύ ακόμα από την πνευματική ενηλικίωση που θα φέρει μία εποχή παγκόσμιας
ειρήνης συνεννόησης, δικαιοσύνης, ισότητας, ελευθερίας, κλπ., για όλους τους
λαούς (εποχή που πρέπει να τοποθετηθεί μετά από κάποιες χιλιετηρίδες...)...
Η
Ενσαρκωμένη Ψυχή είναι συνήθως όχι σε πλήρη επίγνωση της Υπερβατικής Ελεύθερης
Θείας Φύσης της, αλλά απορροφημένη στους μηχανισμούς που προκύπτουν από την
σύνδεσή της με το σώμα, στο εγώ (της ατομικής προσωπικής ύπαρξης), στην
ιδιαίτερη διανόηση και συμπεριφορά, που συχνά συμμορφώνονται με την «κοινωνία»,
την τοπική κουλτούρα, τα τοπικά ήθη, έθιμα, συμπεριφορές. Μόνο εξαιρετικά άτομα
διαπερνούν το τσόφλι της «κοινωνικής συμμόρφωσης» προς μία «ελεύθερη αντίληψη»
που ξεπερνά τις κοινωνικές συμβάσεις... Τέτοια μεγάλα πνεύματα είναι συνήθως
αναμορφωτές του πολιτισμού, της φιλοσοφικής σκέψης, και των θρησκευτικών
αντιλήψεων...
Για
να μπορέσει η Ψυχή να Ελευθερωθεί, να Ανυψωθεί ως την Θεία Φύση της, θα πρέπει
να υπερβεί όλες αυτές τις κατώτερες δραστηριότητες μέσα στις αισθήσεις του
κόσμου, στην διανόηση, ακόμα και την αντίληψη μίας ατομικής προσωπικής
ύπαρξης... Η Ψυχή Είναι Αιώνια, Άπειρη, πέρα από το σώμα και τον κόσμο. Αλλά
αυτό μπορεί να το αντιληφθεί μόνο όταν ελευθερωθεί από τα δεσμά του σώματος...
Η Ψυχή, έχοντας Θεϊκή Προέλευση και Φύση εμπεριέχει εν δυνάμει την δυνατότητα
να αναπτυχθεί, να Ελευθερωθεί από κάθε περιορισμό. Αυτή η Εσωτερική Ορμή που ως
ένα σημείο μπορεί να θεωρηθεί σαν η Θεία Ενέργεια προς το ον και μέσα στο ον,
τον άνθρωπο, η Θεία Πρόνοια (που μας Αγκαλιάζει πριν καν εμείς το συνειδητοποιήσουμε)
είναι κατά κύριο λόγο η Αιτία, ο Σκοπός και το Όριο της Εξέλιξής μας. Ο
άνθρωπος πρέπει απλά να «συνεργήσει» στην Εσωτερική Ώθηση. Άρα, ό,τι κάνει ο
άνθρωπος, στροφή προς το «Εσωτερικό Σύμπαν», Επίκληση του Θεού, Προσευχή,
Πνευματική και προσωπική προσπάθεια, δεν είναι ατομική προσπάθεια αλλά μόνο
«συνέργεια» στην Θεία Πρόνοια...
Η
Στροφή προς τα Έσω, προς τον Θεό, είναι το πρώτο βήμα της πνευματικής
προσπάθειας. Ο Θεός πρέπει να αναζητηθεί Έσω, όχι έξω σαν ένα αντικείμενο
απέναντι στο εγώ, σαν αντικείμενο της διανόησης, ή σαν αντικείμενο των
αισθήσεων. Εκεί έξω υπάρχει μόνο ο εξωτερικός κόσμος, όχι ο Θεός. Ο Θεός
Βρίσκεται πάντα «Πίσω» μας, όχι μπροστά στα «μάτια» μας. Είναι το «Έσω της
ύπαρξής» μας, όχι το απέναντι, το αντικείμενο...
Σκοπός
της Πνευματικής Προσπάθειας είναι η Ανύψωση στο Θεό, που σημαίνει απάρνηση των
κατώτερων δραστηριοτήτων και των αντικειμένων τους. Η Ουσία της Προσευχής
συνίσταται στην Απάρνηση... Απάρνηση των ψυχοσωματικών λειτουργιών (αισθήσεις,
ορμές, αντίληψη, διανόηση, εγώ) που μας «συνδέουν» με τον κόσμο, και του
κόσμου, Απάρνηση των εσωτερικών (εντυπωμένων) ορμών, Απάρνηση μίας προσωπικής
ύπαρξης (που συνιστά τον νοητικό πυρήνα ύπαρξης), Απάρνηση μίας ύπαρξης
ξεχωριστής από τον Θεό (που συνιστά τον πνευματικό πυρήνα ύπαρξης). Μόνο όταν
όλα αυτά, ειλικρινά, βαθιά και τελειωτικά, «πεταχτούν», ξεπεραστούν, μπορεί η
Ψυχή να απελευθερωθεί... Διαγράφονται έτσι (λόγω ακριβώς της Ουσίας μας, της
οντολογικής δομής και λειτουργίας μας) οι Βαθμίδες της «πνευματικής εξέλιξης»,
που προσδιορίζονται σε «Πέντε Βαθμίδες» ως την Πλήρη Ένωση με τον Θεό...
Η
ύπαρξη μπορεί να προσεγγίσει τον Θεό «εσωτερικά» κι όχι με την νόηση ή άλλη
δραστηριότητα. Ο νους πρέπει να απορρίψει κάθε αντιληπτική διαδικασία, να
αδειάσει από κάθε αντίληψη, να γίνει άμορφος. Τότε μόνο γίνεται αντιληπτό το
«Άπειρο Βάθος του Είναι» στο Οποίο η κτιστή ύπαρξη Αναφέρεται, από το Οποίο
δημιουργήθηκε, του Οποίου είναι Εικόνα και με το Οποίο μπορεί να Ενωθεί, να
Θεωθεί μέσα στην Χάρη Του (όχι κατ’ ουσίαν αλλά κατά Χάριν), να συμμετάσχει
στην Θεία Ζωή, στα Μυστήρια του Θεού, στην Αιωνιότητα, στην Βασιλεία των
Ουρανών…
Με
αυτή την έννοια η Ένωση με τον Θεό, η Αντίληψη του Θεού (του «Απείρου Βάθους
του Είναι»), η Γνώση του Θεού, η Όραση του Θεού, η Συμμετοχή στον Θεό, είναι
βιωματική εμπειρία που δεν «επιτυγχάνεται» με νοητικές ενέργειες, ούτε
προσδιορίζεται με λογικούς προσδιορισμούς…
Η
Ένωση με τον Θεό είναι μία Κατάσταση Υπερβατική, πέρα από τον χώρο και τον
χρόνο. Δεν είναι μια διαδικασία. Αντίθετα, είναι η εξάντληση κάθε διαδικασίας
(που ρίχνει τον νου στον εξωτερικό κόσμο). Όσο ο νους βρίσκεται σε κάποια
διαδικασία δεν είναι Πέραν, δεν έχει Ενωθεί με το Θεό…
Εννοείται
ότι όσο ο νους βρίσκεται εντός της διαδικασίας, όσο λειτουργεί στο επίπεδο των
λογισμών, όσο είναι προσκολλημένος στον εξωτερικό κόσμο υπάρχει η ανάγκη να
ξεπερασθεί αυτή η κατάσταση. Με αυτή την έννοια εννοείται η Πνευματική Άσκηση
και έτσι παίρνει περιεχόμενο η Καθαρά Προσευχή σαν Άσκηση, σαν Διαδικασία, σαν
ξεπέρασμα των λειτουργιών της αισθήσεων, των λογισμών, κλπ., μέχρι να φτάσουμε
στον καθαρό νου, που είναι σε θέση να Αντιληφθεί τον Θεό. Με αυτή την έννοια
υπάρχουν Βαθμίδες στον Δρόμο Προς την Τελείωση και με αυτή την έννοια η Θέωση
είναι αποτέλεσμα και κατάληξη της Πνευματικής Άσκησης, της Καθαράς Προσευχής…
(Γίνεται
έτσι φανερό ότι η Καθαρά Προσευχή νοείται διαφορετικά, ανάλογα με το επίπεδο
στο οποίο λειτουργούμε)…
Διακρίνουμε
έτσι διάφορες βαθμίδες Τελείωσης:
1.
Θέωση
2.
Καθαρός νους, εσωτερική πνευματική κατάσταση (Τρεις βαθμίδες). α) Ανείδεος (ή
μονοειδής) νους, χωρίς καμια εσωτερική, μορφοποιητική, ενέργεια, που αντανακλά
το Θείο Άπειρο. β) Ασχημάτιστος, ήρεμος, χωρίς δραστηριότητες, νους, μία
παγκόσμια συνείδηση. γ)
Άμορφος, σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο των μορφών, νους. Μία ευρύτερη του
ατομικού εγώ Συνείδηση, που απλώνεται σε όλο τον «χώρο».
3.
Εξάντληση της λειτουργίας του λογισμού, (Τρεις βαθμίδες) α) Εξάλειψη των αγγελικών λογισμών
(νόηση) β) Εξάλειψη
των ψιλών λογισμών (διανόηση). γ) Εξάλειψη
των σύνθετων, εμπαθών, λογισμών (αντίληψη)
4.
Έλεγχος των αισθήσεων
5.
Απάρνηση του εξωτερικού κόσμου.
Η Καθαρά Προσευχή είτε στην Βαθύτερη Έννοιά της, είτε σαν Διαδικασία, δεν έχει Στόχο απλά να μας φέρει σε Επαφή με το Άπειρο αλλά αποσκοπεί στο να δημιουργήσει μια Μόνιμη Πνευματική Κατάσταση κατά την οποία θα βρισκόμαστε σε Αδιάλειπτη Ένωση με τον Θεό (χωρίς να αποκοπούμε από τον εξωτερικό κόσμο – που βλέπουμε τώρα με άλλα μάτια)…
Η
«Καθαρά Προσευχή» οδηγεί «τελικά» στην υπέρβαση της ψυχονοητικής διαδικασίας,
στην ηρέμηση του νου, στην «απλούστευση» («μη λειτουργία») στον «Καθαρό Νου»,
στην μετουσίωσή του σε «Πνεύμα», δηλαδή μία ανώτερη αντίληψη τελείως
διαφορετικής ποιότητας (από την ψυχονοητική αντίληψη και σύλληψη και το
ψυχονοητικό περιεχόμενο)... Αυτή η Κατάσταση (που σημαίνει την διάλυση του
ψυχονοητικού πυρήνα ύπαρξης) οδηγεί σε μία νέα αντίληψη ύπαρξης, αντίληψη μίας
ύπαρξης που βρίσκεται σε «Άμεση Επαφή» με την Βασική Αρχή του Όντος (που
«Βρίσκουμε» Μέσα μας), με τον Θεό (που «Βρίσκεται Εντός»)...
Μπορούμε,
εξωτερικά, να μιλήσουμε γι’ Αυτή την Κατάσταση, αλλά το Πραγματικό (Εσωτερικό)
Περιεχόμενό της πρέπει να Το Βιώσει κάποιος για να «κατανοήσει» για «τι πράγμα»
μιλάμε. Θα παραμείνει για πάντα ένα «μυστήριο» για όσους το προσεγγίζουν
εξωτερικά κι ένα «σκάνδαλο». Όλοι όσοι δεν έχουν «εμπειρία» του «Θεού Εντός»,
θεωρούν τερατώδες να αναφερόμαστε σε μία τέτοια εμπειρία... Ο Θεός γι’ αυτούς
Είναι πάντα «έξω», ένα «Αντικείμενο»... Αλλά ένας τέτοιος «Θεός» βρίσκεται μόνο
μέσα στο μυαλό τους, σαν ιδέα, ένα είδωλο, τίποτα άλλο...
Πως
μπορούμε λοιπόν, έστω συμβολικά, υπαινικτικά, με πλάγιο τρόπο, να μιλήσουμε γι’
Αυτή την Κατάσταση της «Πνευματικής Ύπαρξης Εντός του Θεού»;
1.
Κατ’ αρχήν πρόκειται για Μία Εσωτερική Κατάσταση (που Φανερώνεται μόλις
υπερβούμε την ψυχονοητική δραστηριότητα)... μία αντίληψη «Άμεσης Επαφής με Κάτι
Άλλο»... Πρόκειται για «Ενσυναίσθηση», ή «ενσυναίσθητη κατανόηση» του «Άλλου»,
που δεν περιορίζεται σε απλή υποκειμενική αντίληψη, αλλά οδηγεί στην υπέρβαση
του υποκειμένου, σε μία Αντικειμενική Κατάσταση «Συγχώνευσης» με το «Άλλο», σε
«Μία Αντικειμενική Πραγματικότητα»... Πρόκειται για Μία Ένωση του εαυτού μας με
«Κάτι Άλλο», Ανώτερο, Μεγαλύτερο, Βαθύτερο, Πλατύτερο, που Αγκαλιάζει τα Πάντα,
που Αποκαλύπτεται Προπάντων σαν το Πραγματικό, το Αληθινό, το Αιώνιο...
Πρόκειται για μία «διάλυση» της μικρής ύπαρξής μας στο «Άπειρο Μεγαλείο της
Παγκόσμιας Ύπαρξης», της Παγκόσμιας Ψυχής, του Παγκόσμιου Θεού... Πρόκειται για
μία «πρώτη επαφή» με το Απόλυτο, που μας προϊδεάζει για το «Αχανές του Θεού»...
Πρόκειται με άλλα λόγια για μία Εσώτατη και Άμεση Ένωση του ανθρώπινου
πνεύματος με την Αρχή του Όντος που Βρίσκεται στην βάση κάθε όντος, μία «Άμεση
Σχέση με το Θείο Πνεύμα», με τον Θεό... Πρόκειται τελικά για μία
«Μετουσίωση»...
2.
Η «Πνευματική Κατάσταση» (της Ένωσης με τον Θεό) δεν είναι μία θεωρητική
κατάσταση ή μία δραστηριότητα αντικειμενικής θεωρητικής αναζήτησης, έρευνας και
συζήτησης... Ο Μυστικός αναζητά (Εντός του) να Βιώσει Αυτή την Κατάσταση, όχι
να την γνωρίσει ψυχονοητικά και να την κάνει αντικείμενο ψυχονοητικών
διεργασιών... Πέρα από την θεωρητική αναζήτηση, ζητά να Βιώσει την «Ουσία της
Ένωσης με τον Θεό», να Ενωθεί με τον Θεό Υποστασιακά, Πραγματικά, να «Βιώσει»
μυστικά, υπερνοητικά (αντί να «σκεφθεί»), να «Πράξει»... Μιλάμε λοιπόν για ένα
τρόπο ύπαρξης, αντίληψης («συνείδησης»), όχι για κάτι θεωρητικό. Όλοι οι
Μυστικοί Βίωσαν τον Θεό, κι Αυτό που Βίωσαν δεν μπόρεσαν ποτέ να Το
«Εκφράσουν». Έτσι ο Θεός Βιώνεται, δεν αποδεικνύεται θεωρητικά. Αναδυόμαστε
(Εντός) στην Ύπαρξη του Θεού, Βυθιζόμαστε στην Ύπαρξη του Θεού, και Χανόμαστε
στην Απεραντοσύνη Του... δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε την Ύπαρξή Του ούτε μέσα
σε ένα «λόγο»... έκθαμβοι, βυθιζόμαστε κι απορροφιόμαστε στην Θεία Σιγή και
Σιωπούμε, με μία Ιερή Σιωπή, πιο εκκωφαντική από όλες τις λέξεις του ανθρώπινου νου μαζί...
3.
Είναι, τουλάχιστον, «λογικό» (γιατί με την υπέρβαση του ψυχονοητικού μηχανισμού
δεν εκλείπει το «λογικό»), ότι, αφού ο ψυχονοητικός μηχανισμός «διαλύεται» κι
έχουμε ενός άλλου είδους (ανώτερου) αντίληψη, εμπειρία, είναι αδύνατον να
εκφραστεί σε ψυχονοητικό επίπεδο και με ψυχονοητικούς όρους, το «περιεχόμενο»
της μυστικής εμπειρίας μας, του μυστικού βιώματος (της Ένωσής μας με τον Θεό).
Έτσι η Πνευματική Κατάσταση χαρακτηρίζεται σαν «Ανέκφραστη». Αυτό όμως δεν
σημαίνει ότι επειδή δεν λειτουργεί ο ψυχονοητικός μηχανισμός και δεν υπάρχουν
λέξεις να την περιγράψουμε, ότι Αυτή η Κατάσταση, Είναι μία Κατάσταση Κενού (αν
και φαίνεται έτσι εκ πρώτης όψης...). Αντίθετα, Είναι Μία Κατάσταση
Πληρότητας... Πληρότητας με Θεία Παρουσία και Άπειρη και Απέραντη Προοπτική
Βίωσης Του Αχανούς, που δεν μπορούμε να «συλλάβουμε». Σε Αυτή την Κατάσταση
έχουμε Εσωτερική Αντίληψη, Ενσυναίσθηση (κατάσταση συνείδησης) μίας Ανώτερης
Κατάστασης Ύπαρξης Στο Θεό... όχι ιδέες... Παρ’ όλο όμως που βρισκόμαστε σε Μία
Περιοχή Ιερής Σιγής (αντικειμενικής κατάστασης) και Σιωπής (υποκειμενικής
αντίληψης), «άλογη» (χωρίς λόγια, άηχη), τέλειας ηρέμησης της σκέψης, όλοι οι
Μυστικοί που Βιώνουν Αυτή την Κατάσταση, «γνωρίζουν» πολύ καλά για «τι πράγμα»
μιλάμε. Έστω και συμβολικά, υπαινικτικά, με πλάγιο τρόπο, όλοι οι Μυστικοί
επικοινωνούν μεταξύ τους. Όσοι δεν Βιώνουν Αυτή την Κατάσταση είναι εκ των
πραγμάτων αδύνατον να «κατανοήσουν» και έτσι θεωρούν όλα αυτά «φαντασίες και
όνειρα και τρέλα»...
4.
Σε Αυτή την Κατάσταση υπάρχει αντίληψη, γνώση, εκ των Έσω. Ποτάμια Γνώσης
Αναβλύζουν από μέσα μας (από το «πουθενά»), άμεσα, χωρίς διαδικασία.
«Γνωρίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε πως γνωρίζουμε». Απλά η Γνώση «μεταδίδεται» Από
το Άπειρο Θείο σε μας «Άμεσα», αφού Κοινωνούμε Μαζί Του (και «τα Δικά Του
γίνονται δικά μας»). Αυτή η Γνώση που μπορούμε να την ονομάσουμε με διάφορα
ονόματα, «Εσωτερική Αντίληψη», «Ενόραση»
(«Άμεση Εποπτεία» της Πραγματικότητας, χωρίς τη μεσολάβηση των ψυχονοητικών
διαδικασιών, των ψυχοδυναμικών μηχανισμών ή
της ψυχοσωματικής διάνοιας ή των ψυχοσωματικών αισθήσεων...), «Ενσυναίσθηση» («Συμμετοχή» στο Θεό,
«Κοινωνία» με το Θεό...), ή ό,τι άλλο θέλουμε, είναι η Αληθινή Θεία Γνώση, η
Άμεση Γνώση που Υπάρχει στο Θείο Πνεύμα (κι όχι μία γνώση εννοιών που δομούμε
μέσα στην άγνοια και την σύγχυση...)... Εδώ μας Αποκαλύπτονται Όλα τα Μυστήρια
του Θεού (στο μέτρο που μπορούμε να τα «χωρέσουμε μέσα μας»), Ένα Βάθος
Αλήθειας πέρα από την λογική και τις σκέψεις. Αυτή η Αλήθεια που Γνωρίζουμε (με
αυτό τον τρόπο) μας Πλουτίζει, μας Ελευθερώνει και μας Θεώνει... Κι Αυτή η
Αλήθεια επηρεάζει όλη μας την ύπαρξη, αλλά και τους κατώτερους (ψυχονοητικούς,
ψυχοδυναμικούς, και ψυχοσωματικούς) μηχανισμούς, που στο εξής μαθαίνουμε να
χρησιμοποιούμε τελείως διαφορετικά, υπό το Φως της Γνώσης... Μία Τέτοια
Κατάσταση αν και μοιάζει «παθητική» κάθε άλλο παρά «παθητική» είναι. Το να
«Αφηνόμαστε στο Θείο Πνεύμα που Φυσά Όπου Θέλει» και να Ταξιδεύουμε με τα Θεία
Φτερά (της μεταμορφωμένης ύπαρξής μας) στην Απεραντοσύνη του Θεού είναι ό,τι
πιο ενεργητικό μπορούμε να κάνουμε (όσοι το κάνουμε)... Σε Αυτή την Κατάσταση
(της Θείας Ένωσης) μπορούμε να Απορροφιόμαστε Τελείως Στο Θεό (με την άμβλυνση
και «κατάργηση» των κατώτερων λειτουργιών), σε μία «γνήσια μυστικιστική
υπερβατική κατάσταση» (που διαρκεί ορισμένο χρόνο), η οποία (σαν «τρόπος
αντίληψης») δεν «χάνεται» τελείως όταν ενεργοποιούνται οι κατώτερες ψυχοσωματικές λειτουργίες, αλλά
παραμένει (σαν «τρόπος αντίληψης») σαν βάση ύπαρξης που υπερκαλύπτει κι
αγκαλιάζει την ύπαρξή μας στον υλικό κόσμο, την σωματική ζωή μας. Αυτή η μόνιμη
κατάσταση Ένωσης με τον Θεό με την ταυτόχρονη εκδήλωση της σωματικής ζωής είναι
η συνηθισμένη κατάσταση (των Μυστικών). Όπως και να έχει, η ύπαρξή μας (που
έχει Υπερβατικές Ρίζες και Προοπτική) έχει μεταμορφωθεί ενώ η σωματική ζωή δεν
είναι παρά ένα απλό συμβάν...
5.
Καθώς στην Κατάσταση (Ένωσης με τον Θεό) υπάρχει ένας Κατακλυσμός Θείας
Κατανόησης και Γνώσης, έχουμε μία «αίσθηση πληρότητας», «πλημμυρίσματος
γνώσης», μία «αίσθηση Φωτισμού». Αυτή η Αντίληψη είναι μία κατάσταση
συνείδησης, κι έτσι ο Φωτισμός, το Φως, λαμβάνει ένα «αντιληπτικό, συμβολικό,
περιεχόμενο»... Η «Απομόνωση» από τους κατώτερους κόσμους και την κατώτερη ζωή,
η Ανύψωση στο Θεό και το Μυστικό Βύθισμα στο Θεό, (η Γνήσια Μυστικιστική Κατάσταση),
Αποκαλύπτει ότι ο «Καθαρός Νους», το «Πνεύμα», ο Θεός, Είναι Αληθινό
Υποστασιακό Φως, Φως Υπερκόσμιο, του Οποίου αγνοούμε την Πηγή, την Ποιότητα, τα
Όρια. Ο Θεός Είναι Φως, Αγνό, Απέραντο, Αιώνιο, τίποτα άλλο από Φως. Όλοι οι
Μυστικοί (τουλάχιστον οι Αληθινοί μυστικοί που έχουν εμπειρία...) διαβεβαιώνουν
αυτή την Αλήθεια, ότι ο Θεός Είναι Φως, Ανεξιχνίαστο, Ακατάληπτο, Άγνωστο...
Αυτό Συμβαίνει επειδή σε Αυτή την Κατάσταση η «Αντίληψη», η «Γνώση»
«Μετουσιώνεται» σε «Είναι»...
Το
Πνεύμα (η Αρχή της Ύπαρξης) Μέσα Στο Θεό, που Αναδύεται όταν Υπερβαίνουμε τις
κατώτερες λειτουργίες του όντος, συνιστά στην Ουσία του, μία Ενοποίηση του
Όντος, και μας Ανυψώνει στο Πραγματικό. «Γνωρίζειν» και «Είναι» τείνουν να
ταυτιστούν. Αντιλαμβανόμαστε το Είναι, Γνωρίζουμε το Είναι κι Είμαστε Αυτό που
Γνωρίζουμε. Επειδή ακριβώς το Είναι Στρέφεται προς τον Εαυτό γι’ αυτό η Γνώση
Είναι Άμεση, χωρίς διαδικασία (γιατί δεν απομακρυνόμαστε από τον Εαυτό προς
κάποιο αντικείμενο, έξω, μακριά...)... Είμαστε Αυτό που Γνωρίζουμε και Γνωρίζουμε
Αυτό που Είμαστε. Είναι και Γνωρίζειν Ταυτίζονται τελικά. Αυτή Είναι η Αλήθεια,
η Γνώση του Θεού, της Ουσίας του Παντός. Είναι η Υπέρτατη Γνώση...
Η
«Περιγραφή» Του Θεού σαν «Φωτός» είναι το πιο Μεγάλο Μυστήριο κι «αποδεικνύει»
ότι τελικά η «Ουσία του Θεού Είναι Συνείδηση», Μόνο «Συνείδηση»...
6.
Η Υπέρβαση των ψυχοσωματικών λειτουργιών, αλλά και των (ασυνείδητων)
ψυχοδυναμικών ορμών και των (ασυνείδητων, εσωτερικών) ψυχονοητικών
διαδικασιών... η Επαφή μας με την Θεία Πραγματικότητα, που από την Φύση Της
Είναι Υπερβατική, οδηγεί συχνά στον «πλουτισμό της αντίληψης».
Συγκρινόμενη αυτή η νέα αντίληψη με την
κατώτερη αντίληψη (του συνηθισμένου ανθρώπου) «εμφανίζει» οράματα και ακροάματα
υπεραισθητά, υπερκόσμια... Τέτοιες εμπειρίες είναι συχνές στους Μυστικούς.
Είναι ενδεικτικές της «μυστικής κατάστασης» αλλά χωρίς δική τους ιδιαίτερη
αξία. Συχνά εμφανίζεται ακόμα μία «αίσθηση αιώρησης»... αποτέλεσμα της λύσις
της Ψυχής από το σώμα (και της ενεργοποίησης του υπερβατικού πνευματικού
σώματος)... Όμως η ιδιαίτερη ενασχόληση με τέτοιες εμπειρίες δεν απασχόλησε
ποτέ σοβαρά τους Αληθινούς Μυστικούς...
7.
Ο Πνευματικός Κόσμος αποκαλύπτεται στα Μύχια της ψυχής, πέρα από την
ψυχοσωματική ενότητα, πέρα από την ψυχοδυναμική ενέργεια, πέρα από την
ψυχονοητική ύπαρξη... Στα Μύχια της Ψυχής Βρίσκουμε το Θεό, σαν τον Ανώτερο
Εαυτό μας. Το Πραγματικό Περιεχόμενο της Ένωσής μας με τον Θεό μόνο Αυτός το
Γνωρίζει... Ό,τι κι αν λέμε εμείς εκ των υστέρων είναι μόνο λόγια... Η Εμπειρία
επαληθεύει τα λόγια των Μεγάλων Μυστών: «Εγώ κι ο Θεός είμαστε Ένα». Αυτό τα
λέει όλα... Σε αυτή λοιπόν την Ανύψωση Ως το Θεό όλα «πνευματοποιούνται» κι όλα
«ξεπερνιούνται». Καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να ανυψωθεί εδώ. Βρίσκουμε
«Εν Εαυτώ την Πραγματικότητα», τον Θεό, σαν την Ουσία μας, το πιο Κοντινό μας
πράγμα, την ίδια μας την ύπαρξη, μία «Άμεση Αίσθηση της Παγκόσμιας Ύπαρξης»,
που ούτε λογικό, ούτε ιδέες, ούτε περιγραφές, μπορούν να φυλακίσουν... Η
«γνώση» καθίσταται υπερβατική. Σε αυτή την Ανάδυση προς τον Θεό ανακαλύπτουμε
τον εαυτό μας όμοιο, ίδιο, με το Αιώνιο Μοναδικό Ον, και σε Ανώτερο Βαθμό
Βύθισης στο Αιώνιο, σε Αυτό το Αιώνιο Μοναδικό Ον, Αντιλαμβανόμαστε ότι Είμαστε
η Πρωταρχική Πηγή Κάθε Ύπαρξης, ο Πυρήνας της Ύπαρξης, το Αιώνιο Κέντρο από
Όπου όλα ξεκινούν κι όλα ξαναγυρίζουν... ο Θεός... Βέβαια σε Αυτή την Κατάσταση
οφείλουμε να κάνουμε μία διάκριση. Λόγω της «ατέλειάς» μας αντιλαμβανόμαστε το
Είναι «σαν Είναι», όχι το «τι Είναι»... Από εδώ πηγάζουν όλες οι θεολογικές
συζητήσεις ότι τελικά Αυτό που Γνωρίζουμε Είναι ο Θεός σαν Ενέργεια κι όχι η
Πραγματική Ουσία Του... Σε τελευταία ανάλυση όμως όλα αυτά πολύ λίγο
ενδιαφέρουν...
Η
Ουσία της Πνευματικής Προσπάθειας συνίσταται στην υπέρβαση των κατώτερων
μηχανισμών και λειτουργιών (και καταστάσεων) της ύπαρξης, στην Ανύψωση Στο Θεό,
στην «παραίτηση» από όλα τα άλλα. Αυτό σημαίνει ότι η Τελική Επίτευξη, η
Ανάδυση Στο Θεό, η Ένωση με τον Θεό, είναι χωρίς προϋποθέσεις. Όταν θέλουμε
πραγματικά, βαθιά, μέσα μας, να Ανυψωθούμε Στο Θεό, το κάνουμε χωρίς καμία
ιδιαίτερη δυσκολία, φυσικά, αυθόρμητα (παραιτούμενοι από όλα τα άλλα...). Η
Πνευματική Προσπάθεια σαν «έργο», δραστηριότητα, που περιγράφεται τυπολογικά
είναι στην πραγματικότητα χωρίς σημασία. Όταν είμαστε στραμμένοι στο κόσμο,
δεμένοι στον κόσμο, στις επιθυμίες, απορροφημένοι στον έξω κόσμο της ύλης,
μπορούμε να μιλάμε για διαδικασίες, προσευχή, τεχνικές, κι όλα αυτά. Αλλά όλα
αυτά αφορούν τους ανθρώπους που είναι ακόμα δεμένοι με τον κόσμο. Όταν αγαπάμε
πραγματικά τον Θεό, τελείως φυσικά κι αυθόρμητα, τα εγκαταλείπουμε όλα και
χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία Βρίσκουμε τον Αληθινό Θησαυρό Εκεί που Είναι η Αγάπη
μας, Στο Θεό... Όπως και να έχει όμως η ψυχοσωματική κάθαρση, η λύσις της Ψυχής
από τα δεσμά του σώματος και του κόσμου, η ψυχονοητική «απλούστευση», είναι
προϋποθέσεις για να Ανυψωθούμε Στο Θεό. Είτε φυσικά κι αυθόρμητα, είτε με
προσπάθεια πνευματική (εφ’ όσον τα δεσμά μας με το κόσμο είναι ακόμα ισχυρά),
είτε έτσι είτε αλλιώς, η Ανύψωση Στον Πνευματικό Κόσμο μπορεί να
Πραγματοποιηθεί Μέσα Στην Βαθύτερη Φύση μας και είναι ο Αληθινός Προορισμός
μας...
Η
Μυστική Εμπειρία υπήρξε μέσα στην ιστορία ο «πυρήνας» κάθε «θρησκευτικής
αποκάλυψης» και η πνευματική βάση κάθε θρησκείας. Η «Μυστική Ανάδυση»,
αυθόρμητη και φυσική στην αρχή, για όλους τους ενθουσιώδεις μύστες της
Αποκάλυψης, «κωδικοποιείται» στην συνέχεια, για τους ανθρώπους που
«σκορπίζονται» σε άλλους προσανατολισμούς... Στην Αρχαία Ινδία, στην Αρχαία
Κίνα, στην Αρχαία Ελλάδα και στην Εγγύς Ανατολή, το Θρησκευτικό Μήνυμα, το Θείο
Ευαγγέλιο, Διδάχτηκε σαν «η Μυστική Βίωση του Θεού από τον Άνθρωπο», (μέσα του), που μπορεί να
πραγματοποιηθεί άμεσα και χωρίς προσπάθεια... Όλες οι μετέπειτα επεξεργασίες,
διαλογιστικές πρακτικές, τεχνικές προσευχής, πνευματικές προσπάθειες,
λατρευτικές διαδικασίες, καθιερώθηκαν μόνο για τους «βραδυκίνητους» και
«βραδυπορούντες»... Όπως και να έχει όμως η Πραγματική Ουσία, το Πραγματικό
Περιεχόμενο, της Μυστικής Εμπειρίας, παραμένει ακέραιο κι αναλλοίωτο... αφορά
την Εσωτερική Φύση μας και τον Θεό (που Βρίσκεται Εντός)... Επιπρόσθετα μόνο...
το Μυστικό Βίωμα γίνεται αντικείμενο μίας «πρακτικής»... Εξ’ άλλου, το Μυστικό
Βίωμα που αναφέρεται στην Πραγματική (Εσωτερική) Φύση μας, μπορεί να μελετηθεί
(από ανθρωπολογική άποψη) τόσο έξω από την θρησκεία, όσο και μέσα στην θρησκεία
και στα ιστορικά θρησκεύματα. Είτε έτσι, είτε αλλιώς πρόκειται για ένα
παγκόσμιο διαχρονικό και πανανθρώπινο φαινόμενο...
Θρησκειολόγοι
(με την γενική ή με την ιδιαίτερη έννοια), φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι,
που μελετούν τον Άνθρωπο, την ανθρώπινη οντότητα, την ανθρώπινη φύση... όλοι
μιλούν για τον Εσωτερικό Άνθρωπο, την Εσωτερική Φύση... Οι θρησκειολόγοι μιλούν
για την Εσωτερική Θεία Φύση, οι φιλόσοφοι για την υπερβατική φύση της
συνείδησης, οι ψυχολόγοι για την «ψυχή στο βάθος» (περιοχή ασυνειδήτου... όχι
σαν μέρος της ανθρώπινης οντότητας, αλλά σαν μη συνειδητή λειτουργία μίας
ευρύτερης οντότητας...), κι οι ανθρωπολόγοι για την «υπερφύση»... Το συμπέρασμα
είναι ότι οφείλουμε να στραφούμε Έσω, Εντός της Ψυχής, προς το Εσωτερικό
Σύμπαν, αν θέλουμε να βγούμε από το σκοτάδι του κόσμου στο Φως της
Πραγματικότητας...
Η
Ανύψωση της Ψυχής Στον Πνευματικό Κόσμο, η «Μετουσίωσις» του Νου σε Πνεύμα, η
Απελευθέρωση της Ψυχής από τους κατώτερους κόσμους δίνει την αντίληψη της
Ελευθερίας, της Πληρότητας, της Μακαριότητας, και της Αιωνιότητας. Είναι το Θείο
Βασίλειο, μία Κατάσταση που μπορεί να προγευτεί ο άνθρωπος ενόσω ζει στην γη,
να βιώσει μεταθανάτια στους ουράνιους κόσμους, (μία κατάσταση που ίσως δεν
έρθει ποτέ στην γη αν και μία μερίδα χριστιανών ομολογεί στο σύμβολο της πίστης
της την προσδοκία της...)... Αυτό που Συναντάμε όταν Ανυψωνόμαστε πάνω από τον
κόσμο των φαινομένων, στον Αληθινό Πνευματικό Κόσμο, είναι (τουλάχιστον στην
αρχή) Μία Ευρύτερη Συνείδηση, δηλαδή «Κάποιος» που Αντιλαμβάνεται όπως εμείς
αλλά με ένα Ευρύτερο, Απόλυτο, Τρόπο. Ο Θεός Είναι Προσωπικός στην Πρώτη Όψη
Του. Αλλά το Πρόσωπο του Θεού δεν έχει καμία σχέση με το περιορισμένο ανθρώπινο
πρόσωπο. Είναι το Παγκόσμιο Πρόσωπο, η Παγκόσμια Ύπαρξη, ο Αχανής Θεός... Η
Ανύψωση Ως Τον Αιώνιο Θεό είναι μία εσωτερική δραστηριότητα. Η Ένωση με Τον Θεό
είναι μία εσωτερική βεβαιότητα και δεν μπορεί ούτε να πιστοποιηθεί, ούτε να
αποδειχθεί εξωτερικά. Ο Εσωτερικός Κόσμος κι ο έξω κόσμος είναι δύο χωριστά
σύμπαντα (έτσι τα αντιλαμβανόμαστε). Η Συνείδηση Είναι η Πύλη που Οδηγεί είτε
στο Πραγματικό, είτε προς το φαινόμενο... είτε προς τα Έσω, Προς Τον Άπειρο
Θεό, είτε προς τα έξω, στον αχανή κόσμο της δημιουργίας... Αλλά η Συνείδηση
Είμαστε Εμείς οι Ίδιοι, κάτι ζωντανό κι όχι απλά μία δυνατότητα ύπαρξης... κι
Εμείς αποφασίζουμε αν θα Στραφούμε Εντός, Εν Εαυτώ, ή έξω, στον κόσμο...
Ο
Χώρος της Μυστικής Εμπειρίας είναι Χώρος Ιερός, Επικοινωνία με τον Θεό, πέρα
από ψυχονοητικές μικρότητες και διαστρεβλώσεις… ένας Χώρος Ελευθερίας… Είναι
λοιπόν Απαραβίαστος, για τους βέβηλους που οχυρώνονται στο εγώ τους ή θέλουν να
χειραγωγήσουν το Ιερό…
Στον
Χώρο της Μυστικής Εμπειρίας Εισέρχονται οι άνθρωποι «χωρίς υποδήματα»… κι απλά
μετουσιώνουν το Βίωμά τους σε ψέλλισμα, θαυμασμό ή σιωπή…
Δεν
είναι δυνατόν το Μυστικό Βίωμα να θεμελιώσει συστηματικές θεωρίες, ούτε είναι
δυνατόν να δώσουμε επεξηγήσεις για όλα… Άρα ούτε «μυστική θεολογία» μπορεί να
θεμελιωθεί πραγματικά, γιατί το Μυστικό Βίωμα είναι Ζωντανό Βίωμα κι όχι λόγια,
ούτε συστηματική έκθεση των συμβαινόντων κατά την «θρησκευτική βίωση μπορεί να
γίνει (όπως νομίζουν κάποιοι θρησκειοψυχολόγοι…)… Όταν η Ζωή κλείνεται σε λόγια
δεν είναι πιά Ζωή, ούτε περιγραφή της Ζωής, είναι μόνο νεκρά λόγια.
Το
Μυστικό Βίωμα είναι απόλυτα προσωπικό και μόνο διά του προσώπου ( διά της
«υπέρβασής» του) μπορούμε να Ανυψωθούμε Ως το Απρόσωπο (που Είναι το Αληθινό
Πρόσωπο του Θεού, το Υπερπρόσωπο του Θεού…)…
Ο
Θεός (σαν Ζωντανό Πρόσωπο ή Υπερπρόσωπο) δεν μπορεί ούτε να κλεισθεί σε θεωρίες
και παραδόσεις, ούτε να χειραγωγηθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε εκκλησιαστικούς
οργανισμούς… ή Ζούμε, Βιώνουμε την Απόλυτη Πραγματικότητα , ή απλά ασχολούμαστε
περί πολλών…
(Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου).
Εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο «άνθρωπος» όταν
«κοιτούσε» ψηλά διαισθανόταν ότι υπάρχει
κάτι πέρα από αυτά που βλέπει… Όταν ένοιωθε μόνος αποκομμένος μέσα σε ένα
εχθρικό κόσμο διαισθανόταν μια άλλη Δύναμη που τα Στηρίζει όλα αυτά… Όταν, στις
ώρες του στοχασμού του αναρωτιόταν «τι υπάρχει» κατανοούσε ότι «Υπάρχει Κάτι»
πέρα από τα όρια του νου του… Ελάχιστοι, που δεν ξεχώριζαν από τους «τρελούς»
τραβούσαν το πέπλο του Μυστηρίου για να βυθιστούν στο Άγνωστο… Κάποιοι
«επέστρεφαν», κάποιοι δεν «επέστρεφαν»…
Κι έτσι δημιουργήθηκαν πριν κάποιες χιλιετηρίδες οι
γνωστές μας θρησκείες, από την «πραγματική επαφή» με το Απεριόριστο… κι η φλόγα
έμενε για λίγο ζωντανή και μετά έσβηνε… κι από το Μήνυμα των Μεγάλων Σοφών δεν
έμεναν παρά μερικά λόγια, κάποιες συνήθειες, κάποιες τελετουργικές πράξεις…
τίποτα «ζωντανό»…
Και σήμερα, την εποχή της παντογνωσίας, όπου όλοι
«γνωρίζουν», (τώρα, το τι «γνωρίζουν» είναι μια θλιβερή ιστορία…), έχουν
θρησκευτικούς οργανισμούς, πανεπιστήμια, θρησκειολογικές και θεολογικές σχολές,
χιλιάδες βιβλία, εκατομμύρια τόνους πληροφοριακό υλικό, όλοι μιλούν, μιλούν,
μιλούν, για την Αλήθεια, για την Πραγματικότητα, για τον Θεό… χωρίς να έχουν
βιώσει τίποτα…
Κι αυτό συμβαίνει σε όλες τις θρησκείες, όλα τα χρόνια,
σε όλα τα μέρη του κόσμου… Ελάχιστοι, που δεν ξεχωρίζουν από τους «τρελούς»
τραβούν το πέπλο του Μυστηρίου για να βυθιστούν στο Άγνωστο… Κάποιοι
«επιστρέφουν», κάποιοι δεν «επιστρέφουν»… Κάποιοι Γνωρίζουν πραγματικά την
Αλήθεια, Βιώνουν την Πραγματικότητα, Γίνονται Ένα με τον Θεό… αλλά και να
μιλήσουν δεν ακούει κανένας, γιατί όλοι «γνωρίζουν»… Το βλέπεις παντού, όλοι
είναι «αυθεντίες» κι είναι φρόνιμο να σωπαίνεις γιατί δεν δέχονται και
αντιρρήσεις…
Επικρατεί πραγματικά μεγάλη αμάθεια, απελπιστική αμάθεια…
τόσο απελπιστική που σου εμπνέει σκέψεις κι επιθυμίες να φύγεις για άλλον
γαλαξία…
Και για να μην λέτε ότι μιλάω έτσι αόριστα (εκ του
ασφαλούς), ας πάρουμε για παράδειγμα το Χριστιανισμό… όλοι σχεδόν έχουμε
μεγαλώσει σε χριστιανικό περιβάλλον, οπότε, (υποτίθεται ότι) μας είναι γνωστά
πράγματα…
Στον Μωσαϊκό Νόμο υπάρχει μια Μεγάλη Εντολή που
αναφέρεται στην «Αγάπη Προς Τον Θεό»…
Ακούστε τώρα, γιατί έχει σημασία… Αναφέρεται σε διάφορα
σημεία στο «Δευτερονόμιο»… κι αναφέρονται και κάποιοι Προφήτες σε αυτό…
«Και θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας
σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου». (Δευτερονόμιο 6, 5).
«Και τώρα, Ισραήλ, τι ζητεί Κύριος ο Θεός σου παρά σου,
ειμή να φοβήσαι Κύριον τον Θεόν σου, να περιπατής εις πάσας τας οδούς αυτού και
να αγαπάς αυτόν, και να λατρεύης Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου
και εξ όλης της ψυχής σου, να φυλάττης τας εντολάς του Κυρίου και τα διατάγματα
αυτού, τα οποία εγώ προστάζω εις σε σήμερον διά το καλόν σου». (Δευτερονόμιο
10… 12,13).
«Και θέλει περιτέμει Κύριος ο Θεός σου την καρδίαν σου
και την καρδίαν του σπέρματός σου, διά να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης
της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου, διά να ζης». (Δευτερονόμιο 30… 6).
Και στο Λευιτικό αναφέρεται η δεύτερη εντολή: «Δεν θέλεις
εκδικείσθαι ουδέ θέλεις μνησικακεί κατά των υιών του λαού σου· αλλά θέλεις
αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εγώ είμαι ο Κύριος». (Λευιτικό 19… 18).
Προφανώς, οι «εμπνευσμένοι συντάκτες», όταν μιλούν περί
«καρδιάς», «ψυχής», κλπ… αναφέρονται σε κάποια «υπαρξιακά», «ψυχικά»,
«λειτουργικά», «κέντρα» του ανθρώπου.
Το Δευτερονόμιο αναφέρεται στα «κέντρα», της «καρδιάς», της
«ψυχής»… και της «δύναμης».
Το «κέντρο» της «καρδιάς» ο Ιεζεκιήλ το συνδέει με το
«πνεύμα», κι έχει σημασία αυτό: «Και
θέλω δώσει εις αυτούς καρδίαν μίαν και πνεύμα νέον θέλω βάλει εν υμίν· και
αποσπάσας την λιθίνην καρδίαν από της σαρκός αυτών θέλω δώσει εις αυτούς
καρδίαν σαρκίνην»… (Ιεζεκιήλ 11… 19).
Όταν ρώτησαν το Ιησού, για αυτή την Μεγάλη Εντολή, άλλοι
Ευαγγελιστές αναφέρουν ότι απάντησε άμεσα κι άλλοι έμμεσα… Αλήθεια γιατί αυτή η
διαφορά; πρόκειται για διαφορετικά περιστατικά; ή για διαφορετικά «ακούσματα»
του ίδιου γεγονότος;…
«Και εις εξ αυτών, νομικός, ηρώτησε πειράζων αυτόν και
λέγων· Διδάσκαλε, ποία εντολή είναι
μεγάλη εν τω νόμω; Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν
σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας
σου. Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής· Θέλεις αγαπά
τον πλησίον σου ως σεαυτόν». (Ματθαίος 22… 35,36,37, 38, 39).
«Και ιδού, νομικός τις εσηκώθη πειράζων αυτόν και λέγων·
Διδάσκαλε, τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον; Ο δε είπε προς αυτόν· Εν
τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; πως αναγινώσκεις; Ο δε αποκριθείς είπε· Θέλεις
αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και
εξ όλης της δυνάμεώς σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως
σεαυτόν. Είπε δε προς αυτόν· Ορθώς απεκρίθης· τούτο κάμνε και θέλεις ζήσει».
(Λουκάς 10… 25,26,27,28).
Στην απάντηση που έδωσε άμεσα ο Ιησούς (κατά τον Ματθαίο)
αναφέρει τα δύο «κέντρα» του Λευιτικού, την «καρδιά» και την «ψυχή» και ένα που
δεν αναφέρεται στο Λευιτικό (προφανώς γιατί είναι όρος της ελληνιστικής
εποχής), την «διάνοια».
Στην απάντηση που δίνει ο νομικός, σε ερώτηση του Ιησού,
(κατά τον Λουκά), αναφέρονται τέσσερα «κέντρα», «καρδιά», «ψυχή», «δύναμη» (που
αναφέρονται στο Λευιτικό) και το «κέντρο» της «διανοίας»… Και κατά τον Λουκά ο
Ιησούς συμφώνησε… Αν Ο Ιησούς ήταν Παρών στη συζήτηση (κι η όλη συζήτηση δεν
είναι «κατασκευασμένη»), δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει, γιατί ο Ιησούς δεν θα
μπορούσε να αποκρύψει την Αλήθεια, και προφανώς θα ήθελε να διαφωτίσει τον
νομικό και τους παρευρισκομένους…
Η Σωστή Απάντηση είναι: «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου
εξ όλης της καρδίας σου
και εξ όλης της διανοίας σου,
και εξ όλης της ψυχής σου
και εξ όλης της δυνάμεώς σου
και τον πλησίον
σου ως σεαυτόν».
Άραγε δεν Γνώριζε ο Ιησούς την Αλήθεια και την Ορθή
Εκφορά των «κέντρων» του ανθρώπου, με την σειρά τους, από πάνω (από το
πνευματικό «κέντρο» της «καρδιάς») μέχρι κάτω (το σωματικό «κέντρο» της
«δύναμης»; Κι έχει σημασία αυτή η «εκφορά», με αυτή την σειρά… Ή ο Λουκάς (κι ο
Ματθαίος επίσης, παράλληλα) κατασκεύασε την «συζήτηση»; Μήπως είναι ο Λουκάς
που «αγνοούσε» τη βαθύτερη σημασία των «κέντρων»;
Αυτά είναι τα γεγονότα… Ας υποθέσουμε τώρα ότι
μαζευόμαστε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, στο Εθνικό και Καποδιστριακό
Πανεπιστήμιο Αθηνών, για παράδειγμα, ή στη Θεολογική Σχολή, στο Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης… και ζητάμε να μας εξηγήσουν τι σημαίνουν όλα αυτά,
τι σημαίνει Αγάπη (Λατρεία) προς τον Θεό σε συνδυασμό με τα «κέντρα» του
ανθρώπου… Τι νομίζετε πως μπορούν να σας πουν; Καταρχήν οι άνθρωποι αγνοούν την
πραγματική σημασία του «κέντρου» της «καρδιάς»… Ίσως (λέω ίσως) την πραγματική
σημασία να την γνωρίζουν κάποιοι αληθινοί γέροντες στο Άγιο Όρος (έχω ακούσει
κάποιους), που ζουν ξέχωρα από τους «υποκριτές»… Πάντως στις Θεολογικές Σχολές
έχουν άγνοια…
Το «κέντρο» της «καρδιάς», είναι το ανώτερο κέντρο της
ύπαρξης, το πνευματικό «κέντρο», που είναι ανώτερο από το «κέντρο» του νου (της
«διανοίας»), δεν έχει σχέση με την φυσική καρδιά που συνδέεται με τον ψυχικό
κόσμο, του συναισθηματισμού, των επιθυμιών, κλπ.
Αν ήταν έτσι τότε η χρήση δύο διαφορετικών όρων («καρδιά»
και «ψυχή») για την ίδια «λειτουργία», και στο Λευιτικό και στα Ευαγγέλια, θα
ήταν χονδροειδές θεολογικό και ανθρωπολογικό λάθος… Συνεπώς «καρδιά» είναι κάτι
διαφορετικό, υψηλότερο και από τον ψυχικό συναισθηματικό και επιθυμητικό κόσμο,
και από τον νου… Είναι το «Πνευματικό Κέντρο» για το οποίο κάνει λόγο ο
Ιεζεκιήλ.
Κι απλούς χριστιανούς αν ρωτήσεις, έχουν (οι
περισσότεροι) άγνοια αυτών των πραγμάτων… Ο Χριστιανισμός που έχουν «διδαχθεί»
είναι ο χριστιανισμός της πίστης (των δογμάτων), της θεολογικής σκέψης, του
επιφανειακού θρησκευτικού συναισθηματισμού, και των εξωτερικών τελετουργιών
(που σίγουρα δεν είναι Μυστήρια, με το ουσιαστικό νόημα της λέξης)…
Αν σε όλους τους χριστιανούς θέσεις το ερώτημα τι είναι
«Καρδιακή Λατρεία του Θεού», αμφιβάλλω αν γνωρίζει κανένας, αν και είναι
κάποιοι που μιλούν για αυτό, τελείως διανοητικά (πληροφοριακά)… Ίσως, να
γνωρίζουν, κάποιοι αληθινοί γέροντες στο
Άγιο Όρος…
Η «Πνευματική Λατρεία του Θεού», γίνεται «εν πνεύματι και
αληθεία», κατά τον Ιωάννη…
«Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι
και αληθεία δει προσκυνείν». (Ιωάννης δ’… 24),
«Εν πνεύματι και αληθεία», σημαίνει ακριβώς στο «πνευματικό
κέντρο της καρδιάς», όπου εισερχόμαστε αφού έχουμε «ξεπεράσει» το «κέντρο» της
«διανοίας». Είναι ο «χώρος του καθαρού νου» των νηπτικών… όπου το πνεύμα του
ανθρώπου απλώνεται, ενώνεται και γίνεται Ένα με το Πνεύμα του Θεού, κι
Ανυψώνεται στο Θεό.
Σε αυτή την «Καρδιακή Λατρεία του Θεού», αναφέρονται
σπάνια οι πατέρες με λεπτομέρειες…
Η «πρώτη αναφορά» γίνεται στον Παύλο, στην Προς
Κορινθίους Β’.
«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων˙ είτε εν
σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν˙ αρπαγέντα τον
τοιούτον εως τρίτου ουρανού. Και οίδα τον τοιούτον άνθρωπον˙ είτε εν σώματι
είτε εκτός του σώματος, ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν, οτι ηρπάγη εις τον παράδεισον
και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». (Προς Κορινθίους Β’ ιβ’…
2,3,4).
Τι είναι οι Τρεις Ουρανοί, σε τι διαφοροποιείται η
πνευματική εμπειρία από ουρανό σε ουρανό; Και πράγματι ο Παύλος, που είχε
μαθητεύσει κοντά στον Γαμαλιήλ Α’ (εγγονό του Χιλλέλ) κι είχε ακούσει από
εκείνον για την μυστική ιουδαϊκή παράδοση (και την άνοδο στους ουρανούς), είχε
αυτές τις εμπειρίες;… και γιατί δεν αναφέρει, τουλάχιστον γραπτά, λεπτομέρειες…
ήταν μυστικό;
Αυτός που αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στις τρεις
πνευματικές εμπειρίες, στους Τρεις Ουρανούς, ήταν ο Μάξιμος, και μετά κι άλλοι…
Αυτοί πείθουν για την αλήθεια του βιώματός τους… Όποιος θέλει μπορεί να το
ψάξει…
Τελικά… τι ακριβώς γνωρίζουμε από τις θρησκείες μέσα στις
οποίες ανατραφήκαμε; Τι ακριβώς γνωρίζουν και τι διδάσκουν οι θεολόγοι στα
πανεπιστήμια και στα σχολεία της χώρας (κι όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε
ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο); Για ποια «αλήθεια» μιλάνε; Και πως λατρεύουν
τον Χριστιανικό Θεό οι ιερείς κι απλοί λαϊκοί χριστιανοί; Γνωρίζουν την
Αλήθεια; Λατρεύουν πραγματικά, «εν πνεύματι και αληθεία», τον Θεό; Ή μήπως όλοι
αυτοί οι υποκριτές κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τους άλλους; Πάντως τον Θεό,
Παρόντα Παντού, δεν Τον κοροϊδεύουν.
Ποιος χριστιανός έχει πραγματικές πνευματικές εμπειρίες;
Ίσως κάποιοι αληθινοί γέροντες στο Άγιο Όρος, τους έχω «δει»… Οι άλλοι; Αυτοί
που υπηρετούν τον Κύριο σε χειροποίητους ναούς;
Αυτοί που ορκίζονται στο όνομα του Ιησού;… Αυτοί που μιλάνε ακατάπαυστα
(μέχρι βαρεμάρας) για τον Ιησού; Έχει φτάσει κανείς στην Θέωση;
Παρόλα αυτά όλοι νομίζουν πως γνωρίζουν, κι όλοι νομίζουν
πως έχουν δικαίωμα να μιλάνε… Είναι η εποχή της αμάθειας, του θράσους και της
αυθάδειας… και καλό είναι να μην τα βάζεις με αυτούς τους ανθρώπους… το μίσος
τους σκοτώνει…
Η Αντίληψη Από την Φύση της Είναι Ελεύθερη, Απεριόριστη κι Αιώνια…
Κι όταν Αυτή η Αντίληψη ενσαρκώνεται στο σώμα, και
γεννιέται ο άνθρωπος, Δεν χάνει την Φύση της.
Το ότι η Αντίληψη είναι κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό
από το σώμα κι απλά «συνδέεται» και λειτουργεί μέσα στο σώμα αποδεικνύεται
εμπειρικά (μπορούμε να εξηγήσουμε «πως» σε όποιον ενδιαφέρεται…).
Η Αντίληψη «Εδρεύει» στην κορυφή του κεφαλιού και
Διοχετεύεται σε ολόκληρο το σώμα. Στις διάφορες περιοχές του σώματος (και μέσα
από συγκεκριμένα «όργανα») έχει διάφορες δραστηριότητες (επιτελεί διάφορες
«λειτουργίες»)… Στο πρόσθιο μέρος του εγκεφάλου «γίνεται» σκέψη, κλπ.
Η Αντίληψη «Λειτουργεί» μέσα στον άνθρωπο σαν Υπόστρωμα
Επίγνωσης για ό,τι γίνεται αντιληπτό, είναι παρούσα σε όλες τις λειτουργίες και
δραστηριότητες του ανθρώπου… τις Υποστηρίζει αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα μαζί
τους.
Έτσι η Αντίληψη Υπάρχει στο Βάθος της Ύπαρξής μας σαν
Καθαρή Αντίληψη και σαν Υποστήριγμα κάθε δραστηριότητας και ταυτόχρονα χωρίς να
χάνει την Φύση της και χωρίς να ταυτίζεται με τις επιμέρους λειτουργίες της
γίνεται σκέψη μέσα στον εγκέφαλο, συναίσθημα (συγκίνηση), αισθήσεις και
σωματικές δραστηριότητες ( στα εγκεφαλικά νεύρα, στο περιφερικό νευρικό σύστημα
και στο σώμα).
(Για να κατανοήσουμε την «Σχέση» Φύσης-Δραστηριότητας,
μπορούμε να δούμε την σχέση του Νερού με την «κίνησή» του – άλλο είναι η
«ουσία» του νερού κι άλλο είναι η «κίνησή» του…).
Όταν η Αντίληψη περιορίζεται στην περιοχή του εγκεφάλου,
όταν δηλαδή παραμένει Αντίληψη (στην Φύση της) και ταυτόχρονα γίνεται σκέψη
(στην δραστηριότητά της), αναδύεται η αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης (μιας
οντότητας), που λειτουργεί σαν υποκείμενο απέναντι στον κόσμο. Δημιουργείται
δηλαδή ένας περιορισμός κι ένας διαχωρισμός από τον κόσμο… γύρω από το
ψυχολογικό κέντρο του υποκειμένου συσσωρεύονται γνώσεις, εμπειρίες,
δραστηριότητες και οικοδομείται σιγά-σιγά το «εγώ»…
Στην
πραγματικότητα είναι η Αντίληψη που περιορίζεται που γίνεται σκέψη κι είναι η
σκέψη που δημιουργεί όλα τα υπόλοιπα… όλα είναι σκέψη, η αντίληψη μιας οντότητας,
το υποκείμενο, το εγώ, το περιεχόμενο του σκεπτόμενου εγώ, η γνώση, η μνήμη, οι
εμπειρίες, όλα είναι σκέψη.
Όταν λοιπόν η Αντίληψη περιορίζεται στο κεφάλι, στη
λειτουργία της σκέψης, στη σκέψη, αισθανόμαστε περιορισμένοι, εδώ στο σώμα, κι
ο κόσμος είναι «εκεί έξω»… κινούμαστε μέσα σε αυτόν (αλλά είναι πάντα «έξω»).
Όσο κι αν προσπαθούμε – μέσα στον εγκέφαλο, μέσα από την
σκέψη – ό,τι κι αν κάνουμε, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον περιορισμό, τον
διαχωρισμό από τον κόσμο… την αίσθηση της μικρότητας και της ανημποριάς μέσα
στον απέραντο κόσμο και στο (συχνά) εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον (που είναι
δήθεν πολιτισμένο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ζούγκλα) και στις «ανάγκες»
της επιβίωσης.
Τελικά, τι «νομίζετε» πως είναι η «Φώτιση»;
Η Φώτιση είναι η Απελευθέρωση της Αντιληπτικής Ενέργειας
από τον εγκέφαλο, από τον χώρο όπου εκδηλώνεται η σκέψη και δημιουργούνται οι
ψευδαισθήσεις της ατομικότητας, του υποκειμένου, του εγώ και των «εμπειριών»
του… η Ανύψωση της Αντίληψης στο ανώτερο κέντρο της, από όπου αντιλαμβανόμαστε
με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο κι από όπου «χειριζόμαστε» τις δραστηριότητες
της Αντίληψης στα διάφορα κέντρα του σώματος με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο…
κι όπου ανοίγονται πλέον όλοι οι Ορίζοντες της Ύπαρξης…
Χρειάζεται η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες αυτές τις
νοητικές δραστηριότητες (στον μετωπικό εγκέφαλο) – τελείως – και να υπάρξει
Απόλυτη Σιωπή, για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι Υπάρχει Μια Εμπειρία,
Μια Κατάσταση Ύπαρξης και Δράσης πέρα από την σκέψη.
Μέσα στη Σιωπή – της νοητικής δραστηριότητας - υπάρχει μονάχα η Αντίληψη (που Επανέρχεται
σιγά-σιγά στην «Έδρα» της)… Μια Αντίληψη που «Απελευθερώνεται» που Επεκτείνεται
και τα Αγκαλιάζει Όλα… Υπάρχει Εδώ Απεριόριστος Χώρος όπου Υπάρχουμε κι
Υπάρχουν Όλα, σε μια Αληθινή Ενότητα, όπου δεν υφίσταται πλέον κανένας
διαχωρισμός (ούτε «ξεχωριστή ατομικότητα», ούτε υποκείμενο-αντικείμενο, ούτε
εγώ, ούτε εμπειρίες του εγώ, μνήμες, γνώσεις, αντιλήψεις, κρίσεις… τίποτα.
Έχουμε Ένα Καθαρό Όραμα της Ύπαρξης, του Κόσμου, που τα περιλαμβάνει όλα.
Υπάρχει μια Βαθύτερη Σύνδεση με Όλα. Είναι η Ενότητα που
Μετουσιώνεται σε Αγάπη και καθώς (μέσα από την Ενότητα και μέσα από την Ενεργό
Αγάπη, καταλύεται κάθε «διαχωρισμός») δεν υπάρχουν διαχωρισμοί, δεν υπάρχει
απόσταση με τα πράγματα, τα νοιώθεις, τα αγγίζεις, συμμετέχεις στην ύπαρξή
τους… νοιώθεις την απεραντοσύνη του ουρανού, κυματίζεις με την θάλασσα,
ανυψώνεσαι μαζί με το πουλί που πετά ψηλά, είσαι το άρωμα του λουλουδιού, είσαι
το κάθε τι, είσαι ένα με όλα…
Χρειάζεται, η
Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες τις νοητικές δραστηριότητες, να Υπάρχει ΑΥΤΗ
Η ΒΑΘΙΑ ΣΙΩΠΗ, για να είσαι Ελεύθερος, να Είσαι το Όλο, η Ενότητα, Όλα τα
πράγματα.
Χρειάζεται, η Αντίληψη να Ελευθερωθεί, να Είναι Ελεύθερη
για να Κατανοήσει τι Είναι Ελευθερία.
Χρειάζεται, η Αντίληψη να Είναι Ολότητα για να Κατανοήσει
τι Είναι Ολότητα.
Χρειάζεται, η Αντίληψη, να Είναι Ενοποιημένη για να
Κατανοήσει τι Είναι Ενότητα της Ύπαρξης.
Χρειάζεται, να τα Νοιώσουμε Όλα Αυτά, να Έχουμε
Πραγματική Εμπειρία τους, για να Κατανοήσουμε τι Είναι Όλα Αυτά.
Μιλάμε για Ύπαρξη και Δραστηριότητα της Αντίληψης, για
«Κατάσταση» της Αντίληψης πέραν της σκέψης. Εδώ που υπάρχει Μόνο Αντίληψη,
Όραμα του Κόσμου σαν Ενότητας, Πραγματική Ζωή.
(Μιλάμε για Μια Αντίληψη που Είναι Μόνο Αντίληψη, κι όπου
δεν υπάρχει «παρατηρητής», «υποκείμενο», «κάποιος να έχει εμπειρία»… Κι όταν
χρησιμοποιούμε την σκέψη, το συναίσθημα, το σώμα, τις υλικές δραστηριότητες, το
κάνουμε χωρίς να απορροφιόμαστε σε αυτές τις λειτουργίες, χωρίς να
«χανόμαστε»…).
Γνωρίζουμε πως κάποιοι φίλοι θα έχουν απορίες…
Κάποιοι νομίζουν πως όλη η ύπαρξή τους είναι η σκέψη –
δεν γνωρίζουν άλλο τρόπο να «υπάρχουν» - και νομίζουν πως αν σταματήσει η σκέψη
θα βρεθούν σε κάποιο υπαρξιακό κενό, κι είναι φυσικό να «αντιδρούν» σε μια
τέτοια προοπτική…
Είναι όμως έτσι;
Η Αντίληψη Είναι όχι μόνο κάτι διαφορετικό από την σκέψη
και το σώμα… αλλά είναι επίσης η «γενική επίγνωση» που είναι παρούσα σε όλα, σε
όλες τις δραστηριότητες.
Όταν σταματά η σκέψη η Αντίληψη Εξακολουθεί να Υπάρχει
και να Λειτουργεί (πλέον) σε ένα Βαθύτερο Επίπεδο.
Θυμηθείτε το παράδειγμα με το Νερό και την Κίνησή του… Το
Νερό, σαν Ουσία, (και σαν Φύση με όλες τις ιδιότητές της), δεν χάνεται όταν
σταματά η κίνηση… Το ίδιο γίνεται και με την Αντίληψη και την σκέψη (που είναι
απλά μια «κίνηση» της Αντίληψης)… Κι όπως το Νερό απελευθερώνεται από την
κίνηση και μένει ήσυχο στην ουσία του, στη φύση του… έτσι κι η Αντίληψη,
απελευθερώνεται από τις κινήσεις της και Μένει Ήσυχη στην Ουσία της, στην Φύση
της…
Είναι όλα αυτά κατανοητά;
Μετά, αν όλα αυτά είναι κατανοητά, ποιο είναι το επόμενο
βήμα;
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Πραγματικότητα
Είναι Αυτό που δεν μπορεί να αγγίξει η σκέψη, δεν μπορεί να μετρηθεί από την
σκέψη κι από καμία διανοητική ενέργεια, που δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ή να
γίνει ιδέα ή βάση ενός συστήματος... Είναι τελείως έξω από την διανόηση...
Είναι
η Απόλυτη Ελευθερία, το Απέραντο
Είναι
το Αληθινό, Ουσία κάθε Δραστηριότητας,
Η
Ολοκλήρωση κι η Πληρότητα του Λογικού, η Καθαρή Νοημοσύνη,
Το
Δίκαιο κάθε δραστηριότητας,
Το
Ωραίο κάθε αντίληψης...
Η
Πραγματικότητα, η Ύπαρξη, η Ζωή, Είναι Μία, στο Βάθος της. Όσα συμβαίνουν στην
«επιφάνεια», τα σύμπαντα, τα φαινόμενα, οι εμπειρίες, είναι μονάχα
παραισθήσεις...
Η
Πραγματικότητα αποκαλύπτεται στην Απόλυτη Σιωπή, όταν μένεις ήσυχος χωρίς
δραστηριότητα καμιά. Τότε μονάχα βλέπεις. Νοιώθεις Ένα με όλα, κι απλώνεσαι παντού.
Όλα συμβαίνουν μέσα σου, ξετυλίγονται χωρίς διαμάχη, ήσυχα, όπως κυλάει το
ποτάμι...
Ο
Κόσμος της Σιωπής απλώνεται πάνω από τον κόσμο της φασαρίας, της διανόησης, της
προσπάθειας, της εξέλιξης, και του προορισμού...
Ο
Κόσμος της Σιωπής είναι η Πατρίδα σου, που αλλού θα πας; Είναι το τέρμα κάθε
ταξιδιού, που αλλού έχεις να πας; Είναι το τέρμα κάθε αναζήτησης, τι άλλο έχεις
να αναζητήσεις;
Ο
Κόσμος της Πραγματικότητας είναι πέρα από την δραστηριότητα του νου... Μονάχα
μέσα στην Σιωπή ανατέλλει η Πραγματικότητα, το Αληθινό, Αυτό που Είναι για
πάντα, Αυτό που δεν γίνεται, ούτε στηρίζεται σε ό,τι αλλάζει, Αυτό που Είναι
Άχρονο, πέρα από τον κοσμικό χρόνο, Αυτό που Είναι Αιώνιο και δεν τελειώνει
ποτέ, Αυτό που Είναι πέρα από όλους τους ορίζοντες, πέρα από όλες τις
αναζητήσεις, Αυτό που δεν έχει ούτε ερχομό, ούτε πηγαιμό, ούτε κατεύθυνση, ούτε
προορισμό, Ελεύθερο από όλα, Αυτό που Απλώνεται παντού και γεμίζει όλους τους
χώρους...
ΤΟ
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
Η
ανώτερη επίγνωση, η απελευθερωμένη επίγνωση, η διαφωτισμένη επίγνωση,
λειτουργεί σαν ένα καθολικό κέντρο αντίληψης, σαν κέντρο επίγνωσης του
Παγκόσμιου Αντικειμενικού, σαν αντίληψη της Ενότητας της Πραγματικότητας (όπου
έχει ξεπεραστεί η διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου) που τα συμπεριλαμβάνει όλα
στο Είναι: και το Είναι και το φαινόμενο, τον κόσμο: Είναι αντίληψη και της
Υποκρυπτόμενης Αντικειμενικής Πραγματικότητας και του φυσικού κόσμου, τον οποίο
υπερβαίνει...
Είναι
μία αντικειμενική αντίληψη (αφού το υποκείμενο έχει ξεπερασθεί)...
Είναι
μία κοσμική συνείδηση (αφού τα συμπεριλαμβάνει όλα)...
Αυτό
που γίνεται αντιληπτό είναι το Πραγματικό κι όχι μία υποκειμενική αντίληψη.
Είναι το Αληθινό κι όχι μία παραποιημένη αντίληψη. Είναι το Απέραντο, το
Άχρονο, το Αιώνιο... Είναι αυτό που είναι πέρα από τον νου και την φασαρία του
κόσμου.
Η
ανώτερη επίγνωση, η πλήρης επίγνωση (η προσοχή), είναι άμεση αντίληψη όλων
αυτών που συμβαίνουν, ανταπόκριση χωρίς αντίδραση, χωρίς σχολιασμό, χωρίς
επιλογή. Αφήνοντας όλα να συμβαίνουν χωρίς να παρεμβαίνουμε δεν εξαρτιόμαστε από
τίποτα, δεν «σταματάμε» σε τίποτα. Όλα αυτά παύουν να έχουν σημασία. Είτε
υπάρχουν, είτε απορριφθούν από το πεδίο της αντίληψης είναι το ίδιο: Βιώνουμε
το Είναι, όχι αυτό που συμβαίνει.
Η
πλήρης επίγνωση δεν είναι δραστηριότητα, δεν είναι σύλληψη, σκέψη, έλεγχος, εξέλιξη,
απελευθέρωση, τίποτα... όλα αυτά είναι τελείως ασήμαντα και πρέπει να
εγκαταλειφθούν...
Η
πλήρης επίγνωση του Είναι, που αντιδρά σαν καθρέφτης σε όσα συμβαίνουν, είναι
πέρα από όλα όσα συμβαίνουν αλλά τα περιλαμβάνει... Είναι το Άχρονο που
περιλαμβάνει αλλά υπερβαίνει τα γεγονότα. Είναι το Αιώνιο που ρέει χωρίς να
μεταβάλλεται, υπερβαίνοντας το γίγνεσθαι, που το περιλαμβάνει. Είναι ένας
ανώτερος κόσμος που υπερβαίνει αλλά περιλαμβάνει τον φυσικό κόσμο...
Η
Βίωση του Είναι, είναι δυνατή μόνο όταν πάψουν όλες οι εξωτερικές
δραστηριότητες του Είναι. Οι δραστηριότητες είναι αντιλήψεις – συνήθως
επιλεκτικές... Διανόηση σκέψεις, μνήμες, φαινόμενα, κλπ... Ό,τι σχετίζεται με
το εγώ (υπάρχω, εξελίσσομαι, διαλογίζομαι, παρατηρώ, συγκεντρώνομαι, φωτίζομαι,
απελευθερώνομαι)... όλα είναι λειτουργίες του εγώ και πρέπει να
εγκαταλειφθούν...
Η
Βίωση του Είναι, είναι μία κατάσταση ηρεμίας, ολοκλήρωσης, αιωνιότητας (μη
εξέλιξης), πλήρους επίγνωσης που αντιλαμβάνεται το Είναι μαζί με τον φυσικό
κόσμο (που τον υπερβαίνει)... Αυτή είναι η κατάσταση του Αληθινού
Διαλογισμού...
Όσο
υπάρχει αντίληψη μίας ύπαρξης (εγώ), μίας εξέλιξης, μίας φώτισης, κλπ., είμαστε
μέσα στην δραστηριότητα του εγώ... Δεν είμαστε πέραν... αλλά μέσα στον κόσμο...
Η
ΝΕΑ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ
Η
ανώτερη επίγνωση, η απελευθέρωση της επίγνωσης από τους περιοριστικούς
μηχανισμούς, η διεύρυνση της συνείδησης που αντιλαμβάνεται πέραν του εγώ, της
σκέψης, της επιλεκτικής αντίληψης, οδηγεί πέρα από το εγώ, σε μία νέα αντίληψη
της ύπαρξης, σε μία ατομικότητα που είναι σε ενότητα με το Όλον, είναι το Όλον
(όπου η διάκριση υποκείμενο-αντικείμενο έχει ξεπερασθεί)...
Αυτή
η νέα αντίληψη της ύπαρξης έχει τα χαρακτηριστικά του Κοσμικού, του Παγκόσμιου,
του Αντικειμενικού, του Πραγματικού... κι όχι του περιορισμένου, του ιδιαίτερου,
του προσωπικού, του εγωικού... Είναι ο παγκόσμιος άνθρωπος, ο φωτισμένος
άνθρωπος, ο απελευθερωμένος άνθρωπος...
Η
ανώτερη επίγνωση είναι ο χώρος όπου το ατομικό βιώνει το Παγκόσμιο, πορεύεται
μέσα στο Παγκόσμιο, και γίνεται το Παγκόσμιο σε μία Πλήρη Συγχώνευση που
γίνεται Εικόνα του Απείρου, της Πραγματικότητας...
ΑΛΗΘΙΝΟΣ
ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ
Όταν
η Επίγνωση (ο αληθινός θεατής) ταυτίζεται με την λειτουργία του εγώ, ή
απορροφιέται στην διαδικασία της σκέψης, ή της αντίληψης... χάνεται σε όλα
αυτά...
Αληθινός
Διαλογισμός είναι η απλή, πλήρης, επίγνωση, που είναι μία άμεση ενέργεια κι όχι
μία δραστηριότητα ή μία βαθμιαία εξέλιξη, και οποία αντιλαμβάνεται αυτό που
είναι (χωρίς παρεμβάσεις) σε όλα τα επίπεδα (και τα εξωτερικά και τα
εσωτερικά...)......
Είναι
σχετικά εύκολο να αποδεσμευτούμε από τις επιλογές της αντίληψης... μπορούμε
ακόμα να διευθετήσουμε την σκέψη, να μην διασκορπίζεται εδώ ή εκεί, αλλά όσοι
ταυτίζουν την επίγνωση με την δραστηριότητα του εγώ, προβληματίζονται για το
πως είναι δυνατόν να σταματήσουν όλα αυτά... Αφού είναι ταυτισμένοι με αυτή την
δραστηριότητα, το σταμάτημα αυτής της δραστηριότητας σημαίνει να πάψουν να
«υπάρχουν», να αντιλαμβάνονται μέσα από το κέντρο ύπαρξης (όπως είναι το εγώ),
που παρέχει «αυτοσυνειδησία»... Πως μπορεί να γίνει αυτό;
Όλα
αυτά όμως δεν αναφέρονται στην Πραγματικότητα... ισχύουν μόνο στον χώρο της
αντίληψής μας, στο ερμηνευτικό σύστημα για την Πραγματικότητα, που έχουμε
φτιάξει με την σκέψη (δεν αναφέρονται δηλαδή στο χώρο του Βιώματος, αλλά στην
σκέψη, σε αυτά που αντιλαμβάνεται η σκέψη...)... Όταν όλα αυτά εγκαταλειφθούν,
δηλαδή ό,τι αναφέρεται στο εγώ, οι ερμηνείες της Πραγματικότητας, μέσω του εγώ,
κάθε δραστηριότητα, το ίδιο το εγώ σαν οντολογικός πυρήνας... η συνείδηση δεν
βυθίζεται στην ανυπαρξία... η επίγνωση αναδύεται ελεύθερη από την διαδικασία
του εγώ, καθαρή, άπειρη, άχρονη, απρόσωπη... Καθαρό Είναι...
Ο
Αληθινός Διαλογισμός είναι Βίωση του Είναι, πέρα από την δραστηριότητα του εγώ,
την σκέψη, την επιλεκτική αντίληψη...
Στον
Αληθινό Διαλογισμό δεν υπάρχει κάποιος που φωτίσθηκε, δεν υπάρχει
διαλογιζόμενος, δεν υπάρχει κάποιος που έχει εμπειρία (προσωπική)... όλα αυτά
είναι δραστηριότητες του εγώ, της σκέψης... Η ανώτερη επίγνωση βρίσκεται πέρα
από αυτά... στο Χώρο του Είναι...
On Samadhana,
Mumukshuta, and the Sovereign Grace of Liberation
(Viveka Chudamani
26-30)
· · ·
Chapter I
The Lamp That Does Not Waver
There is a flame that burns within the deepest chamber of
the human being — not the bright, erratic fire of ordinary thought, not the
leaping curiosity that darts from object to object like a moth besieging every
lantern it encounters — but a still, sovereign, unflickering radiance that
requires no wind of desire and no fuel of the world to sustain it. The ancient
teachers spoke of this flame with hushed reverence, for it does not belong to
time, and no darkness has ever truly enclosed it. They called the act of turning
toward it, again and again, with the whole gathered force of the inner self, by
the name Samadhana: self-settledness, the concentration of the affirming faculty
upon the ever-pure ground of all being.
To understand this is not yet to know it. That distinction
is everything. The mind that approaches Samadhana as a concept adds it to its
collection of fine ideas the way a traveller adds foreign coins to a purse —
admiring their weight and shine but never spending them, never allowing them to
buy passage to the country they represent. Samadhana is not an idea to be held.
It is a state to be entered, the way one enters silence: by ceasing, at last, to
produce noise.
The ancient seers were careful to note what Samadhana is
not. It is not the mere indulgence of thought — not even elevated or
philosophical thought. Curiosity, however noble, is still a movement. And
movement, however graceful, is still restlessness. What the sages prescribed was
something altogether more demanding and more luminous: the constant
concentration of the intellect, not upon the shifting forms of the world, not
upon the mirrored surfaces of concepts and doctrines, but upon Brahman itself —
the Absolute, the Unnamed, the substratum beneath every name and form that has
ever arisen or dissolved in the vast theatre of existence.
"There is a silence deeper than quiet — a silence that does
not merely lack sound, but precedes and enfolds every sound that has ever been.
It is toward this silence that Samadhana turns the seeker."
Let the reader sit with this image for a moment: the mind
as a still lake at dawn, its surface undisturbed, reflecting perfectly the sky
above it — that boundless, luminous, unchanging sky which is Brahman. Every
ripple of thought, every gust of preference, every tremor of fear or longing
disturbs the reflection. Not because the sky changes — it does not — but because
the capacity of the water to mirror it is momentarily broken. Samadhana is the
practice of becoming still enough to reflect what was always there.
· · ·
Chapter II
The Burning Desire for Dawn
Yet before one can practice stillness, one must want it —
want it with a depth of longing that exceeds the want for anything else. The
second great pillar of the inner life described by the sages is Mumukshuta: the
yearning for Freedom. Not the freedom of circumstance — not liberation from a
difficult situation or an unpleasant relationship or the burden of one's
accumulated habits — but Freedom in its most radical, most absolute sense. The
desire to be free from the bondage of one's very sense of self. The longing to
dissolve the great illusion that the separate ego, the small story of "I," is
the true and final face of one's being.
This yearning is not a thought. It is a burning. Those who
have felt it even faintly know it as a kind of homesickness — an ache for a
place they cannot quite name, a resonance with a depth they have glimpsed only
in the rarest moments of silence or beauty or grace. A sunrise seen from a
mountain. A passage of music that suddenly opens into something vast. A moment
of grief so pure it becomes, mysteriously, a kind of love. In such instants, the
thin membrane of the ordinary self grows briefly transparent, and something
shines through from behind it — something ancient, immense, and unutterably
familiar.
The teachers described this yearning as the desire to free
oneself from all bondages, from that of egoism to that of the body — bondages
superimposed upon the pure nature of being by the great power of Ignorance,
which the Indian philosophical tradition calls Avidya. Ignorance, here, is not
the simple absence of information. It is the primal and fundamental
misidentification — the tendency of Awareness to look at the contents of its own
experience and conclude: this is what I am. To look at the body and say: I am
this. To look at the emotions and say: I am this. To look at the stream of
thought and say: this stream is the whole of me, the boundary of me, the
definition of me.
"Mumukshuta is the fire that precedes the dawn — not yet
the light itself, but the unmistakable warm breath of what is coming."
Mumukshuta is the recognition — half felt before it is half
understood — that none of these identifications are true. That beneath the
body's transience and the mind's ceaseless movement, there is something that
does not move, does not age, does not suffer loss, does not begin or end. The
yearning for Freedom is the soul's own cry for reunion with that something. It
is, in its essence, the sound of the Absolute calling to itself through the
instrument of a human life.
· · ·
Chapter III
The Grace That Transforms the Ember
Not every seeker arrives at this longing in its fullness.
In most, it flickers rather than blazes. It is present — even the sages
acknowledged this — in a torpid or mediocre form in many who walk the spiritual
path. They seek, but their seeking is intermittent. They long, but their longing
is entangled with other longings. They wish to be free, but not yet entirely —
not if freedom requires the surrender of everything to which they remain,
secretly, attached.
The compassion of the tradition lies in its acknowledgement
of this reality. Even the tepid flame, even the half-formed yearning, need not
be abandoned in despair. For there exists a force that can transform the ember
into a conflagration — a force the tradition calls Guru-kripa: the grace of the
Teacher, the grace of the one who has already crossed the ocean of Ignorance and
stands on the far shore, hand extended, luminous with the knowledge of arrival.
The Guru is not merely an instructive human presence,
though a human presence is often the form the grace takes. In the deepest
teaching, the Guru is the principle of wisdom itself, the liberating
intelligence of the universe, manifesting wherever a prepared heart is ready to
receive it. Grace, in this understanding, does not override the disciple's
freedom — it illuminates it. It does not drag the seeker across the threshold —
it reveals that the threshold was never real, that the door the seeker imagined
stood locked before her was always open, that she had only to cease pushing
against it and simply pass through.
What the grace of the Teacher does is to breathe upon the
ember of Mumukshuta until it begins, however gradually, to glow. And as it
glows, the other great instruments of the inner life become available —
Vairagya, the practice of renunciation, and Shama, the cultivation of inward
calmness — practices that amplify and deepen the yearning until it becomes the
single consuming fire of the seeker's existence.
· · ·
Chapter IV
The Desert and the Rain
Here the teaching arrives at one of its most luminous — and
most sobering — insights, expressed through an image of stark and transparent
beauty. In the one whose renunciation and yearning for Freedom are intense, the
practices of calmness and self-discipline bear real fruit. They are like rain
falling on prepared earth, on soil that has been tilled and opened and made
ready. The water enters. The seed germinates. Something grows.
But where renunciation and yearning remain torpid — where
the seeker goes through the motions of spiritual practice while remaining, in
the deepest chamber of the will, uncommitted — then calmness, discipline,
meditation, all the careful architectures of the inner life become as water
poured into a desert. The image is devastating in its precision. Not water
falling beside the desert. Not water falling before it reaches the desert. Water
falling into the desert — visibly, undeniably present, and yet vanishing without
effect, swallowed by the indifferent sand, leaving no trace of green behind.
This is not cruelty. It is the simple and unalterable
structure of spiritual reality. One cannot purchase liberation by accumulating
practices the way one accumulates possessions. The practices are not ends in
themselves. They are means — and means require an orientation, a direction, a
burning intention, if they are to carry anything forward. The wood of discipline
does not catch fire on its own. It requires the spark of genuine longing, tended
by the breath of genuine renunciation.
"Where yearning is real, even the smallest practice becomes
a door. Where yearning is absent, even the greatest practice becomes a painting
of a door — beautiful, perhaps, but opening onto nothing."
Vairagya — often translated as renunciation, though the
word breathes more subtly than its translation — does not mean the violent
rejection of the world. It means, more precisely, the natural loosening of the
grip of the world upon the heart. It is what happens to the traveller who has
glimpsed, even briefly, the destination: the intermediate landscapes lose some
of their power to detain. Not because they are ugly — they may be luminous with
their own beauty — but because beauty encountered along the way is not the same
as arrival. The fully blossomed Vairagya is not a turning away. It is a turning
toward — toward the source of all beauty, the ground from which every lovely
thing borrows its loveliness.
· · ·
Chapter V
The Shore Beyond the Shore
What awaits the seeker who persists? What is the nature of
the freedom toward which Mumukshuta strains, toward which Samadhana turns the
inner gaze, toward which the Guru's grace quietly and inexorably propels the
prepared soul? Here the tradition speaks most carefully and most reluctantly,
for the destination exceeds the capacity of language to contain it. Every word
used to describe liberation is borrowed from the very realm of duality and
limitation that liberation transcends. To speak of it is always to gesture — to
point a finger at a moon that the finger can indicate but cannot touch.
And yet the sages pointed, again and again, because the
gesture itself has value. Because the seeker, hearing the gesture, may feel
something stir in the depths — something that recognises what it has not yet
rationally encountered. The recognition is the sign. The inexplicable sense of
familiarity before the unknown is the soul's own testimony to its nature.
What the great teachers describe — beneath and beyond all
their careful philosophical elaborations — is a state of being in which the
traveller discovers that she was never truly separate from the destination. That
Brahman, the Absolute, the ever-pure ground toward which Samadhana directs the
concentrated inner gaze, is not something other than the one who gazes. The
wave, looking for the ocean, discovers it was the ocean all along — that its
apparent separateness was a form the ocean took, and that the ocean never ceased
to be itself in the taking of that form.
This discovery is not a thought. It is not an experience
that arises and passes, the way mystical ecstasies arise and pass. It is,
rather, the permanent recognition of what has always been the case — a
recognition so total that the very act of recognising and the one who recognises
and the object of recognition collapse into a single, undivided luminosity. What
the teachers call Moksha. What the Zen tradition calls awakening. What Meister
Eckhart called the birth of the Word in the soul. What Rumi described as the
reed crying for the reed bed from which it was cut — and then, astonishingly,
recognising that it was never cut at all.
"Liberation is not a journey from here to there. It is the
recognition that 'here' was never what it seemed — that beneath the apparent
exile, the homeland was present, vast and undisturbed, waiting only to be seen."
This is why Samadhana — the constant concentration of the
inner faculty upon the ever-pure Brahman — is not a strategy for acquiring
something new. It is a practice of un-forgetting. Of returning, over and over,
the attention that has wandered into the forest of multiplicity, back to the
clearing at the forest's centre — a clearing that was always there, that the
trees of thought and desire and fear had only temporarily hidden from view. Each
return is a small liberation. The sustained practice of return is the path. And
the moment when returning is no longer necessary — when there is nowhere else
the mind wishes to go, nothing else it seeks to grasp, nothing it mourns or
anticipates, only the vast, luminous, self-evident presence of what is — that
moment is the great Liberation to which Mumukshuta has been pointing all along,
in its turbulent, yearning, imperfect, beautiful way.
· · ·
Conclusion
The Invitation Beneath the Teaching
These teachings, which have come down through centuries
like light through layered water, gradually shifting and softening but never
losing their essential brightness, are not finally doctrines to be believed.
They are invitations to be accepted. They extend to every human being, in every
age, in every condition of life, the same fundamental offer: that the freedom
you most deeply long for is not impossibly remote, that the ground of being you
sense in your rarest, most luminous moments is not an illusion born of wishful
thinking but the truest fact of your existence, that the practices of Samadhana
and Mumukshuta and Vairagya are not arbitrary disciplines imposed from outside
but the natural movements of a life that has begun to remember what it always
was.
The path asks much. It asks for honesty about the depth of
one's longing — for the willingness to acknowledge whether the yearning burns
truly or whether it has merely been adopted as a pleasing spiritual identity. It
asks for the humility to receive grace, to open toward the Guru's presence in
whatever form it takes — teacher, text, silence, nature, the sudden inexplicable
peace that descends in the midst of ordinary life and leaves one briefly,
breathtakingly, unable to pretend that the small self is all there is. And it
asks, above all, for patience — for the willingness to tend the ember through
the long seasons when the flame seems absent, trusting the fire that burns
without consuming, the light that illuminates without source, the silence that
speaks the only word worth hearing.
For the seeker who persists — who waters the yearning
rather than smothering it, who practices stillness rather than feeding
restlessness, who opens again and again to the possibility that what lies beyond
the mind's last frontier is not emptiness but fullness beyond imagining — for
that seeker, the ancient promise remains unbroken. The ever-pure Brahman does
not recede. It does not reward and punish, does not grant favour to the clever
or withhold itself from the humble. It simply is — as the sky simply is,
indifferent to whether it is seen or unseen, unchanged by cloud or clarity alike
— radiant, vast, silent, complete. And closer, the teachers say, than breathing.
Closer than the next thought. Closer, even, than the one who seeks.
Thus has it always been. Thus will it always be.
The flame awaits the one who finally, wholly, turns toward
it.
…
Η Ακίνητη Φλόγα
Περί Σαμαντάνα,
Μουμουκσούτα και της Κυρίαρχης Χάριτος της Απελευθέρωσης
· · ·
Κεφάλαιο Ι
Η Λάμπα που δεν Ταλαντεύεται
Υπάρχει μια φλόγα που καίει μέσα
στο βαθύτερο θάλαμο του ανθρώπινου όντος — όχι η λαμπρή, ασταθής φωτιά της
συνηθισμένης σκέψης, ούτε η αιφνιδιαστική περιέργεια που πετά από αντικείμενο σε
αντικείμενο σαν πεταλούδα που πολιορκεί κάθε φανό που συναντά — αλλά μια
ακίνητη, κυρίαρχη, αταλάντευτη ακτινοβολία που δεν χρειάζεται ούτε τον άνεμο της
επιθυμίας ούτε το καύσιμο του κόσμου για να συντηρηθεί. Οι αρχαίοι δάσκαλοι
μιλούσαν γι’ αυτή τη φλόγα με σιωπηλή ευλάβεια, γιατί δεν ανήκει στον χρόνο και
κανένα σκοτάδι δεν την έχει ποτέ πραγματικά περικλείσει. Αποκαλούσαν την πράξη
του να στρέφεσαι προς αυτήν, ξανά και ξανά, με όλη τη συγκεντρωμένη δύναμη του
εσωτερικού εαυτού, με το όνομα Σαμαντάνα (Samadhana): η αυτο-εγκατάσταση, η συγκέντρωση της καταφατικής ικανότητας πάνω στο
αιώνια καθαρό έδαφος όλου του είναι.
Το να το κατανοείς αυτό δεν
σημαίνει ακόμα ότι το γνωρίζεις. Αυτή η διάκριση είναι το παν. Το μυαλό που
προσεγγίζει το Σαμαντάνα ως έννοια το προσθέτει στη συλλογή των ωραίων ιδεών του
όπως ο ταξιδιώτης προσθέτει ξένα νομίσματα σε ένα πορτοφόλι — θαυμάζοντας το
βάρος και τη λάμψη τους αλλά χωρίς ποτέ να τα ξοδεύει, χωρίς ποτέ να τους
επιτρέπει να αγοράσουν εισιτήριο για τη χώρα που αντιπροσωπεύουν. Το Σαμαντάνα
δεν είναι μια ιδέα για να την κρατάς. Είναι μια κατάσταση για να εισέλθεις, όπως
εισέρχεται κανείς στη σιωπή: παύοντας, επιτέλους, να παράγεις θόρυβο.
Οι αρχαίοι σοφοί ήταν προσεκτικοί
να σημειώσουν τι δεν είναι το Σαμαντάνα. Δεν είναι η απλή παραχώρηση στη σκέψη —
ούτε καν η ανυψωμένη ή φιλοσοφική σκέψη. Η περιέργεια, όσο ευγενής κι αν είναι,
είναι ακόμα μια κίνηση. Και η κίνηση, όσο χαριτωμένη κι αν είναι, είναι ακόμα
ανησυχία. Αυτό που συνταγογραφούσαν οι σοφοί ήταν κάτι εντελώς πιο απαιτητικό
και πιο φωτεινό: η συνεχής συγκέντρωση του διανοητικού, όχι πάνω στις
μεταβαλλόμενες μορφές του κόσμου, όχι πάνω στις κατοπτρικές επιφάνειες των
εννοιών και των δογμάτων, αλλά πάνω στο ίδιο το Μπράχμαν — το Απόλυτο, το
Ανώνυμο, το υπόστρωμα κάτω από κάθε όνομα και μορφή που έχει ποτέ ανακύψει ή
διαλυθεί στο μεγάλο θέατρο της ύπαρξης.
«Υπάρχει μια σιωπή βαθύτερη από την
ησυχία — μια σιωπή που δεν στερείται απλώς ήχου, αλλά προηγείται και περιβάλλει
κάθε ήχο που έχει ποτέ υπάρξει. Προς αυτή τη σιωπή στρέφει το Σαμαντάνα τον
αναζητητή.»
Ας αφήσει ο αναγνώστης να καθίσει
για μια στιγμή με αυτή την εικόνα: το μυαλό ως μια ακίνητη λίμνη τα χαράματα, η
επιφάνειά της αδιατάρακτη, αντανακλώντας τέλεια τον ουρανό από πάνω της —
εκείνον τον απεριόριστο, φωτεινό, αμετάβλητο ουρανό που είναι το Μπράχμαν. Κάθε
ρυτίδα σκέψης, κάθε ριπή προτίμησης, κάθε τρόμος φόβου ή λαχτάρας διαταράσσει
την αντανάκλαση. Όχι επειδή ο ουρανός αλλάζει — δεν αλλάζει — αλλά επειδή η
ικανότητα του νερού να τον αντανακλά σπάει για μια στιγμή. Το Σαμαντάνα είναι η
πρακτική του να γίνεσαι αρκετά ακίνητος ώστε να αντανακλάς αυτό που ήταν πάντα
εκεί.
· · ·
Κεφάλαιο ΙΙ
Η Φλογερή Επιθυμία για την Αυγή
Ωστόσο, προτού μπορέσει κανείς να
εξασκήσει την ακινησία, πρέπει να την θέλει — να την θέλει με ένα βάθος λαχτάρας
που υπερβαίνει την επιθυμία για οτιδήποτε άλλο. Η δεύτερη μεγάλη στήλη της
εσωτερικής ζωής που περιγράφουν οι σοφοί είναι η Μουμουκσούτα (Mumukshuta):
ο πόθος για την Ελευθερία. Όχι την ελευθερία των περιστάσεων — όχι την
απελευθέρωση από μια δύσκολη κατάσταση ή μια δυσάρεστη σχέση ή το βάρος των
συσσωρευμένων συνηθειών — αλλά την Ελευθερία με την πιο ριζική, την πιο απόλυτη
της έννοια. Η επιθυμία να απελευθερωθεί κανείς από τον δεσμό της ίδιας του της
αίσθησης του εαυτού. Η λαχτάρα να διαλυθεί η μεγάλη ψευδαίσθηση ότι το ξεχωριστό
εγώ, η μικρή ιστορία του «εγώ», είναι το αληθινό και τελικό πρόσωπο του είναι
του.
Αυτός ο πόθος δεν είναι μια σκέψη.
Είναι μια καύση. Όσοι τον έχουν νιώσει έστω και αμυδρά τον γνωρίζουν ως ένα
είδος νοσταλγίας — έναν πόνο για έναν τόπο που δεν μπορούν να ονομάσουν ακριβώς,
μια αντήχηση με ένα βάθος που έχουν μόνο στιγμιαία αντικρίσει σε σπάνιες στιγμές
σιωπής ή ομορφιάς ή χάριτος. Ένα ηλιοβασίλεμα που είδες από ένα βουνό. Ένα
απόσπασμα μουσικής που ξαφνικά ανοίγει σε κάτι απέραντο. Μια στιγμή θλίψης τόσο
καθαρή που γίνεται, μυστηριωδώς, ένα είδος αγάπης. Σε τέτοιες στιγμές, η λεπτή
μεμβράνη του συνηθισμένου εαυτού γίνεται για λίγο διαφανής και κάτι λάμπει από
πίσω της — κάτι αρχαίο, τεράστιο και ανέκφραστα οικείο.
Οι δάσκαλοι περιέγραψαν αυτόν τον
πόθο ως την επιθυμία να απελευθερωθεί κανείς από όλους τους δεσμούς, από εκείνον
του εγωισμού μέχρι εκείνον του σώματος — δεσμούς που έχουν επιβληθεί πάνω στην
καθαρή φύση του είναι από τη μεγάλη δύναμη της Άγνοιας, την οποία η ινδική
φιλοσοφική παράδοση ονομάζει Αβίντια (Avidya).
Η Άγνοια εδώ δεν είναι η απλή απουσία πληροφορίας. Είναι η πρωταρχική και
θεμελιώδης λανθασμένη ταύτιση — η τάση της Συνειδητότητας να κοιτάζει τα
περιεχόμενα της δικής της εμπειρίας και να συμπεραίνει: αυτό είμαι εγώ. Να
κοιτάζει το σώμα και να λέει: εγώ είμαι αυτό. Να κοιτάζει τα συναισθήματα και να
λέει: εγώ είμαι αυτά. Να κοιτάζει τη ροή της σκέψης και να λέει: αυτή η ροή
είναι όλο μου το είναι, το όριο μου, ο ορισμός μου.
«Η Μουμουκσούτα είναι η φωτιά που
προηγείται της αυγής — όχι ακόμα το ίδιο το φως, αλλά η αναμφισβήτητη ζεστή πνοή
αυτού που έρχεται.»
Η Μουμουκσούτα είναι η αναγνώριση —
μισοαισθητή προτού μισοκατανοηθεί — ότι καμία από αυτές τις ταυτίσεις δεν είναι
αληθινή. Ότι κάτω από τη φευγαλέα φύση του σώματος και την αδιάκοπη κίνηση του
νου υπάρχει κάτι που δεν κινείται, δεν γερνάει, δεν υποφέρει απώλεια, δεν
αρχίζει ούτε τελειώνει. Ο πόθος για την Ελευθερία είναι η ίδια η κραυγή της
ψυχής για επανένωση με εκείνο το κάτι. Είναι, στην ουσία του, ο ήχος του
Απόλυτου που καλεί τον εαυτό του μέσα από το όργανο μιας ανθρώπινης ζωής.
· · ·
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Η Χάρις που Μεταμορφώνει τον
Σπινθήρα
Δεν φτάνει κάθε αναζητητής σε αυτόν
τον πόθο στην πληρότητά του. Στους περισσότερους, τρεμοπαίζει παρά φλογίζεται.
Υπάρχει — ακόμα και οι σοφοί το παραδέχονταν αυτό — σε μια νωθρή ή μέτρια μορφή
σε πολλούς που βαδίζουν τον πνευματικό δρόμο. Αναζητούν, αλλά η αναζήτησή τους
είναι διαλείπουσα. Λαχταρούν, αλλά η λαχτάρα τους είναι μπλεγμένη με άλλες
λαχτάρες. Επιθυμούν να είναι ελεύθεροι, αλλά όχι ακόμα εντελώς — όχι αν η
ελευθερία απαιτεί την παράδοση όλων εκείνων στα οποία παραμένουν, κρυφά,
προσκολλημένοι.
Η συμπόνια της παράδοσης βρίσκεται
στην αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας. Ακόμα και η χλιαρή φλόγα, ακόμα και ο
μισοσχηματισμένος πόθος, δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθεί στην απόγνωση. Γιατί
υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να μεταμορφώσει τον σπινθήρα σε πυρκαγιά — μια
δύναμη που η παράδοση ονομάζει Γκουρου-κρίπα (Guru-kripa): η χάρις του Δασκάλου, η χάρις εκείνου που έχει ήδη διασχίσει τον ωκεανό
της Άγνοιας και στέκεται στην απέναντι όχθη, με το χέρι απλωμένο, φωτεινός από
τη γνώση της άφιξης.
Ο Γκουρού δεν είναι απλώς μια
διδακτική ανθρώπινη παρουσία, αν και μια ανθρώπινη παρουσία είναι συχνά η μορφή
που παίρνει η χάρις. Στη βαθύτερη διδασκαλία, ο Γκουρού είναι η ίδια η αρχή της
σοφίας, η απελευθερωτική νοημοσύνη του σύμπαντος, που εκδηλώνεται όπου μια
προετοιμασμένη καρδιά είναι έτοιμη να τη δεχτεί. Η χάρις, σε αυτή την κατανόηση,
δεν παραβιάζει την ελευθερία του μαθητή — την φωτίζει. Δεν σέρνει τον αναζητητή
πέρα από το κατώφλι — αποκαλύπτει ότι το κατώφλι δεν ήταν ποτέ πραγματικό, ότι η
πόρτα που ο αναζητητής φανταζόταν κλειδωμένη μπροστά της ήταν πάντα ανοιχτή, ότι
έπρεπε απλώς να πάψει να σπρώχνει εναντίον της και να περάσει μέσα.
Αυτό που κάνει η χάρις του Δασκάλου
είναι να φυσά πάνω στον σπινθήρα της Μουμουκσούτα μέχρι να αρχίσει, όσο αργά κι
αν είναι, να λάμπει. Και καθώς λάμπει, τα άλλα μεγάλα εργαλεία της εσωτερικής
ζωής γίνονται διαθέσιμα — το Βαιράγκια (Vairagya), η πρακτική της απάθειας/αποκοπής, και το Σάμα (Shama),
η καλλιέργεια της εσωτερικής γαλήνης — πρακτικές που ενισχύουν και βαθαίνουν τον
πόθο μέχρι να γίνει η μοναδική καταναλωτική φωτιά της ύπαρξης του αναζητητή.
· · ·
Κεφάλαιο ΙV
Η Έρημος και η Βροχή
Εδώ η διδασκαλία φτάνει σε μια από
τις πιο φωτεινές — και πιο νηφάλιες — της ενοράσεις, που εκφράζεται μέσα από μια
εικόνα σκληρής και διαφανούς ομορφιάς. Σε εκείνον του οποίου η αποκοπή και ο
πόθος για την Ελευθερία είναι έντονοι, οι πρακτικές της γαλήνης και της
αυτοπειθαρχίας φέρνουν πραγματικό καρπό. Είναι σαν βροχή που πέφτει σε έτοιμο
έδαφος, σε χώμα που έχει οργωθεί, ανοιχτεί και προετοιμαστεί. Το νερό
εισέρχεται. Ο σπόρος βλασταίνει. Κάτι φυτρώνει.
Αλλά όπου η αποκοπή και ο πόθος
παραμένουν νωθροί — όπου ο αναζητητής εκτελεί τις κινήσεις της πνευματικής
πρακτικής ενώ παραμένει, στον βαθύτερο θάλαμο της βούλησης, μη δεσμευμένος —
τότε η γαλήνη, η πειθαρχία, ο διαλογισμός, όλες οι προσεκτικές αρχιτεκτονικές
της εσωτερικής ζωής γίνονται σαν νερό που χύνεται στην έρημο. Η εικόνα είναι
συντριπτική στην ακρίβειά της. Όχι νερό που πέφτει δίπλα στην έρημο. Όχι νερό
που πέφτει προτού φτάσει στην έρημο. Νερό που πέφτει μέσα στην έρημο — ορατά,
αναμφισβήτητα παρόν, και όμως εξαφανίζεται χωρίς αποτέλεσμα, καταπίνεται από την
αδιάφορη άμμο, χωρίς να αφήσει πίσω του ίχνος πράσινου.
Αυτό δεν είναι σκληρότητα. Είναι η
απλή και αμετάβλητη δομή της πνευματικής πραγματικότητας. Δεν μπορεί κανείς να
αγοράσει την απελευθέρωση συσσωρεύοντας πρακτικές όπως συσσωρεύει κανείς
περιουσία. Οι πρακτικές δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσα — και τα μέσα
χρειάζονται έναν προσανατολισμό, μια κατεύθυνση, μια φλογερή πρόθεση, αν
πρόκειται να μεταφέρουν κάτι μπροστά. Το ξύλο της πειθαρχίας δεν ανάβει από μόνο
του. Χρειάζεται τον σπινθήρα του γνήσιου πόθου, που φροντίζεται από την πνοή της
γνήσιας αποκοπής.
«Όπου ο πόθος είναι αληθινός, ακόμα
και η πιο μικρή πρακτική γίνεται πόρτα. Όπου ο πόθος απουσιάζει, ακόμα και η
μεγαλύτερη πρακτική γίνεται ζωγραφιά μιας πόρτας — όμορφη, ίσως, αλλά που
ανοίγει στο τίποτα.»
Το Βαιράγκια — συχνά μεταφράζεται
ως αποκοπή/απάθεια, αν και η λέξη αναπνέει πιο λεπτά από τη μετάφρασή της — δεν
σημαίνει την βίαιη απόρριψη του κόσμου. Σημαίνει, πιο ακριβώς, την φυσική
χαλάρωση της λαβής του κόσμου πάνω στην καρδιά. Είναι αυτό που συμβαίνει στον
ταξιδιώτη που έχει έστω και στιγμιαία αντικρίσει τον προορισμό: τα ενδιάμεσα
τοπία χάνουν κάτι από τη δύναμή τους να τον κρατούν. Όχι επειδή είναι άσχημα —
μπορεί να είναι φωτεινά με τη δική τους ομορφιά — αλλά επειδή η ομορφιά που
συναντάται στον δρόμο δεν είναι η ίδια με την άφιξη. Το πλήρως ανθισμένο
Βαιράγκια δεν είναι μια στροφή μακριά. Είναι μια στροφή προς — προς την πηγή
όλης της ομορφιάς, το έδαφος από το οποίο κάθε όμορφο πράγμα δανείζεται την
ομορφιά του.
· · ·
Κεφάλαιο V
Η Όχθη Πέρα από την Όχθη
Τι περιμένει τον αναζητητή που
επιμένει; Ποια είναι η φύση της ελευθερίας προς την οποία τεντώνεται η
Μουμουκσούτα, προς την οποία στρέφει το εσωτερικό βλέμμα το Σαμαντάνα, προς την
οποία η χάρις του Γκουρού ήσυχα και αμετάκλητα ωθεί την προετοιμασμένη ψυχή; Εδώ
η παράδοση μιλάει πιο προσεκτικά και πιο απρόθυμα, γιατί ο προορισμός υπερβαίνει
την ικανότητα της γλώσσας να τον περιέχει. Κάθε λέξη που χρησιμοποιείται για να
περιγράψει την απελευθέρωση είναι δανεική από το ίδιο το βασίλειο της
δυαδικότητας και του περιορισμού που η απελευθέρωση υπερβαίνει. Το να μιλάς γι’
αυτήν είναι πάντα να δείχνεις — να δείχνεις με το δάχτυλο ένα φεγγάρι που το
δάχτυλο μπορεί να υποδείξει αλλά δεν μπορεί να αγγίξει.
Κι όμως οι σοφοί έδειχναν, ξανά και
ξανά, γιατί η ίδια η χειρονομία έχει αξία. Γιατί ο αναζητητής, ακούγοντας τη
χειρονομία, μπορεί να νιώσει κάτι να αναδεύεται στα βάθη — κάτι που αναγνωρίζει
αυτό που δεν έχει ακόμα συναντήσει ορθολογικά. Η αναγνώριση είναι το σημάδι. Η
ανεξήγητη αίσθηση οικειότητας μπροστά στο άγνωστο είναι η ίδια η μαρτυρία της
ψυχής για τη φύση της.
Αυτό που περιγράφουν οι μεγάλοι
δάσκαλοι — κάτω και πέρα από όλες τις προσεκτικές φιλοσοφικές τους επεξεργασίες
— είναι μια κατάσταση του είναι στην οποία ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν
ήταν πραγματικά ξεχωριστός από τον προορισμό. Ότι το Μπράχμαν, το Απόλυτο, το
αιώνια καθαρό έδαφος προς το οποίο το Σαμαντάνα κατευθύνει το συγκεντρωμένο
εσωτερικό βλέμμα, δεν είναι κάτι άλλο από εκείνον που κοιτάζει. Το κύμα,
ψάχνοντας τον ωκεανό, ανακαλύπτει ότι ήταν ο ωκεανός όλη την ώρα — ότι η
φαινομενική του ξεχωριστότητα ήταν μια μορφή που πήρε ο ωκεανός και ότι ο
ωκεανός ποτέ δεν έπαψε να είναι ο εαυτός του παίρνοντας αυτή τη μορφή.
Αυτή η ανακάλυψη δεν είναι μια
σκέψη. Δεν είναι μια εμπειρία που ανακύπτει και περνάει, όπως περνούν οι
μυστικιστικές εκστάσεις. Είναι, μάλλον, η μόνιμη αναγνώριση αυτού που ήταν πάντα
η περίπτωση — μια αναγνώριση τόσο ολική που η ίδια η πράξη της αναγνώρισης και
εκείνος που αναγνωρίζει και το αντικείμενο της αναγνώρισης καταρρέουν σε μια
ενιαία, αδιαίρετη φωτεινότητα. Αυτό που οι δάσκαλοι ονομάζουν Μόκσα (Moksha).
Αυτό που η παράδοση του Ζεν ονομάζει αφύπνιση. Αυτό που ο Μάιστερ Έκχαρτ ονόμασε
τη γέννηση του Λόγου μέσα στην ψυχή. Αυτό που ο Ρουμί περιέγραψε ως το καλάμι
που κλαίει για το καλαμιώνα από τον οποίο κόπηκε — και που, καταπληκτικά,
αναγνωρίζει ότι ποτέ δεν κόπηκε.
«Η απελευθέρωση δεν είναι ένα
ταξίδι από εδώ προς εκεί. Είναι η αναγνώριση ότι το “εδώ” ποτέ δεν ήταν αυτό που
φαινόταν — ότι κάτω από την φαινομενική εξορία, η πατρίδα ήταν παρούσα, απέραντη
και αδιατάρακτη, περιμένοντας απλώς να φανεί.»
Αυτός είναι ο λόγος που το
Σαμαντάνα — η συνεχής συγκέντρωση της εσωτερικής ικανότητας πάνω στο αιώνια
καθαρό Μπράχμαν — δεν είναι μια στρατηγική για την απόκτηση κάτι νέου. Είναι μια
πρακτική του ξε-λησμονήματος. Του να επιστρέφεις, ξανά και ξανά, την προσοχή που
έχει περιπλανηθεί στο δάσος της πολλαπλότητας, πίσω στο ξέφωτο στο κέντρο του
δάσους — ένα ξέφωτο που ήταν πάντα εκεί, που τα δέντρα της σκέψης, της επιθυμίας
και του φόβου το είχαν μόνο προσωρινά κρύψει από τα μάτια. Κάθε επιστροφή είναι
μια μικρή απελευθέρωση. Η συνεχής πρακτική της επιστροφής είναι ο δρόμος. Και η
στιγμή που η επιστροφή δεν είναι πια απαραίτητη — όταν δεν υπάρχει πουθενά αλλού
που το μυαλό επιθυμεί να πάει, τίποτα άλλο που αναζητά να πιάσει, τίποτα που
θρηνεί ή προσδοκά, μόνο η απέραντη, φωτεινή, αυταπόδεικτη παρουσία αυτού που
είναι — εκείνη η στιγμή είναι η μεγάλη Απελευθέρωση προς την οποία η
Μουμουκσούτα έδειχνε όλη την ώρα, με τον ταραχώδη, λαχταριστό, ατελή, όμορφο
τρόπο της.
· · ·
Συμπέρασμα
Η Πρόσκληση Κάτω από τη Διδασκαλία
Αυτές οι διδασκαλίες, που έχουν
φτάσει μέσα από αιώνες σαν φως μέσα από στρωματωμένο νερό, μετατοπιζόμενες και
μαλακώνοντας σταδιακά αλλά χωρίς ποτέ να χάνουν την ουσιαστική τους λάμψη, δεν
είναι τελικά δόγματα για να πιστευτούν. Είναι προσκλήσεις για να γίνουν
αποδεκτές. Απευθύνονται σε κάθε ανθρώπινο ον, σε κάθε εποχή, σε κάθε κατάσταση
ζωής, την ίδια θεμελιώδη προσφορά: ότι η ελευθερία που πιο βαθιά λαχταράς δεν
είναι αδύνατα μακρινή, ότι το έδαφος του είναι που αισθάνεσαι στις πιο σπάνιες,
πιο φωτεινές σου στιγμές δεν είναι μια ψευδαίσθηση γεννημένη από ευσεβείς πόθους
αλλά το πιο αληθινό γεγονός της ύπαρξής σου, ότι οι πρακτικές του Σαμαντάνα και
της Μουμουκσούτα και του Βαιράγκια δεν είναι αυθαίρετες πειθαρχίες που
επιβάλλονται από έξω αλλά οι φυσικές κινήσεις μιας ζωής που έχει αρχίσει να
θυμάται αυτό που πάντα ήταν.
Ο δρόμος ζητά πολλά. Ζητά
ειλικρίνεια για το βάθος του πόθου κάποιου — για την προθυμία να αναγνωρίσει
κανείς αν η λαχτάρα καίει πραγματικά ή αν έχει απλώς υιοθετηθεί ως μια ευχάριστη
πνευματική ταυτότητα. Ζητά την ταπεινοφροσύνη να δεχτεί τη χάρη, να ανοιχτεί
προς την παρουσία του Γκουρού σε όποια μορφή κι αν πάρει — δάσκαλος, κείμενο,
σιωπή, φύση, η ξαφνική ανεξήγητη γαλήνη που κατεβαίνει εν μέσω της συνηθισμένης
ζωής και αφήνει κανείς για λίγο, αναπάντεχα, ανίκανος να προσποιηθεί ότι ο
μικρός εαυτός είναι όλο κι όλο. Και ζητά, πάνω από όλα, υπομονή — την προθυμία
να φροντίζει τον σπινθήρα μέσα από τις μακρές εποχές που η φλόγα φαίνεται να
απουσιάζει, εμπιστευόμενος τη φωτιά που καίει χωρίς να καταναλώνει, το φως που
φωτίζει χωρίς πηγή, τη σιωπή που μιλάει τη μόνη λέξη που αξίζει να ακουστεί.
Για τον αναζητητή που επιμένει —
που ποτίζει τον πόθο αντί να τον πνίγει, που εξασκεί την ακινησία αντί να τρέφει
την ανησυχία, που ανοίγεται ξανά και ξανά στην πιθανότητα ότι αυτό που βρίσκεται
πέρα από το τελευταίο σύνορο του νου δεν είναι κενό αλλά πληρότητα πέρα από κάθε
φαντασία — για εκείνον τον αναζητητή, η αρχαία υπόσχεση παραμένει ακέραια. Το
αιώνια καθαρό Μπράχμαν δεν υποχωρεί. Δεν ανταμείβει και δεν τιμωρεί, δεν χαρίζει
εύνοια στον έξυπνο ούτε το κρατά μακριά από τον ταπεινό. Απλώς είναι — όπως ο
ουρανός απλώς είναι, αδιάφορος στο αν βλέπεται ή όχι, αμετάβλητος από σύννεφο ή
καθαρότητα το ίδιο — ακτινοβόλο, απέραντο, σιωπηλό, ολοκληρωμένο. Και πιο κοντά,
λένε οι δάσκαλοι, από την ανάσα. Πιο κοντά από την επόμενη σκέψη. Πιο κοντά,
ακόμα, και από εκείνον που αναζητά.
Έτσι ήταν πάντα. Έτσι θα
είναι πάντα.
Η φλόγα περιμένει εκείνον που
επιτέλους, ολοκληρωτικά, στρέφεται προς αυτήν.
· · ·
Chapter VI — The
Gift Hidden in the Fall
✦
✦
✦
I.
There is a peculiar temptation, when reading the opening
chapter of the Bhagavad Gita, to pass quickly through Arjuna's despair in eager
anticipation of the wisdom that follows. The teachings of Krishna are vast and
luminous; his words concerning the immortality of the soul, the nature of
selfless action, and the path of devotion have illuminated the spiritual journey
of countless seekers across centuries without number. And so the despondency of
the great archer — his trembling, his grief, his collapse upon the chariot floor
— can appear as little more than a prologue, a dramatic preamble whose only
purpose is to provide a frame for the divine instruction that follows. To read
it thus is to miss everything.
For the mystical eye perceives in Arjuna's fall not a
preface to the teaching but the teaching itself — or rather, the teaching's
necessary precondition, its sacred soil. The despondency is not the darkness
before the dawn; it is the dawn, arriving in a form the expecting mind does not
recognize. It is grace disguised as grief, liberation wearing the face of
collapse, the gift of the Divine hidden within the most devastating moment of
the warrior's life. To understand this is to understand something essential
about the nature of spiritual transformation — something that every authentic
tradition has whispered, in its own tongue, to those willing to listen with the
ear of the heart.
✦
✦
✦
II.
Consider what Arjuna carried onto that field. Consider the
architecture of a life built upon identity, upon role, upon the unquestioned
assumption of who one is and what one is made for. Arjuna was not simply a
skilled warrior; he was the warrior — the finest bowman of his age, the favorite
of the gods, the man whose very name had become synonymous with martial
excellence and unswerving valor. He was the son, the brother, the student, the
friend, the hero. He was every role that a lifetime of relationship and duty had
fashioned for him, layer upon layer, until the accumulated structure of self
seemed as solid and immovable as the earth beneath the chariot wheels.
And then — in a single, shattering moment of perception —
he saw. He saw the faces of those he loved arrayed on the opposite shore of
battle, and the elaborate construction of identity through which he had always
moved suddenly revealed itself for what it was: not the truth of his being, but
its garment. Not the soul, but the story. Not the self, but its shadow, however
long and complex and dear that shadow had become. The bow slipped from his hands
not because he was weak, but because he was, for the first time, genuinely awake
to the cost of what he had always taken for granted — and that awakening was
more than the constructed self could bear.
This is the first hidden gift within the fall: the gift of
sight. What appears as breakdown is, in the mystical reading, a breakthrough in
vision — a sudden, involuntary clarity about the nature of what one has been
carrying, and the terrible weight of it. Many souls move through their entire
earthly lives without this moment of naked seeing. They manage, through the
merciful ordinances of habit and distraction and the relentless business of the
world, to maintain their constructed identities intact. They never reach the
edge. They never stand where Arjuna stood. And so, while they are spared his
particular anguish, they are also denied his particular grace.
✦
✦
✦
III.
The second gift is harder still to recognize, for it
arrives clothed in the very thing that ordinary wisdom most dreads:
helplessness. When Arjuna sinks onto the seat of the chariot and declares that
he cannot fight, that his mind is overwhelmed, that he does not know what is
right — he performs, in the outer drama, an act of surrender that mirrors
precisely what the mystic traditions of every culture have identified as the
indispensable threshold of spiritual life. He reaches the end of his own
resources. He exhausts the strategies of the self-sufficient ego. He arrives at
the place where the constructed self, with all its accumulated competence and
confidence and certainty, confesses at last that it does not know how to
proceed.
This is the place the Sufi poets called the desert of
bewilderment — the maqam of hayra, the station of sacred confusion. It is the
cloud of unknowing that the anonymous medieval mystic described as the place
where the rational mind must be left behind entirely if the soul is to make any
further progress toward the Divine. It is the dark night through which John of
the Cross walked, stripped of every consolation, every certainty, every
practiced form of spiritual comfort, until he discovered that what waited on the
far side of that darkness was not emptiness but fullness — not absence but the
very presence he had sought through all his years of contemplative striving.
The mystic sees in this parallel not coincidence but cosmic
pattern. The soul that has genuinely exhausted its own power stands at the
precise threshold where divine power can enter. Not before. The cup must be
empty before it can receive. The hands must be open before the gift can be
placed in them. And the hands of the ego are always, by their very nature,
closed — closed around their strategies, their certainties, their sense of what
they already know and what they already deserve. Only when those hands are
opened by the pressure of extremity — only when the bow falls — does the
possibility of a completely different kind of knowing become available.
✦
✦
✦
IV.
The third gift hidden within Arjuna's fall is perhaps the
most counterintuitive of all: the gift of grief itself, understood not as a
weakness to be overcome but as a form of love so large it has temporarily
overwhelmed the vessel attempting to contain it. When Arjuna weeps — and he does
weep, this hero whose arrows have never trembled in flight — he weeps not out of
selfishness or cowardice or spiritual immaturity alone. He weeps because he
loves. Because he has looked upon the faces of those he is commanded to destroy
and perceived in them, with devastating clarity, the irreplaceable mystery of
each individual soul. He has seen them not as enemies, not as obstacles, not as
strategic realities to be calculated and overcome, but as people — beloved,
vulnerable, mortal people — and the sight has broken him open.
The contemplative traditions have long understood that the
capacity to be broken open by love — to be undone by the recognition of
another's sacred particularity — is not a spiritual liability but a spiritual
gift. It is the first movement of what the Christian mystical tradition calls
caritas and what the Sanskrit tradition names prema: the love that perceives the
divine nature within every form, that recognizes in every face the face of the
Beloved. Arjuna's grief is such a love in its raw and early and overwhelmed
state — a love that has not yet learned how to encompass what it sees, a love
that has not yet received the teaching that will transform it from a paralyzing
sorrow into a liberated compassion. But it is love nonetheless. It is the right
response to the wrong teaching — the right heart awaiting the right
understanding.
And here the text enacts one of its deepest mysteries. For
Krishna, the Divine in the form of the charioteer, does not rebuke Arjuna's
love. He does not tell him that his grief is wrong, that his attachment is
shameful, that a true warrior should feel nothing at the prospect of killing
those he holds dear. What he offers instead is not the suppression of love but
its transformation — a vast expansion of the heart's capacity that does not deny
the grief but transcends it, that does not abolish the love but purifies it
until it can hold everything without being shattered by anything. The
despondency is not the problem to be solved. It is the wound through which the
medicine enters.
✦
✦
✦
V.
There is a further dimension to this hidden gifting that
the mystical reading cannot pass over in silence. It concerns the nature of what
becomes possible — within the soul and within the narrative — precisely because
Arjuna falls. Had he retained his composure. Had he lifted his bow with
untroubled resolve and launched himself into the battle with the confident
efficiency of a warrior who knows his duty and feels no conflict about
fulfilling it, the Bhagavad Gita would not exist. There would be no teaching.
There would be no revelation. There would be no moment in which the infinite
chose to speak to the finite, in which the eternal addressed the temporal, in
which the divine stood revealed in the chariot of a single human crisis and
offered everything it knew to a soul willing to hear.
The fall of Arjuna is, in this sense, the opening of the
cosmos. It is the crack in the wall of the ordinary through which the
extraordinary pours. The mystics of every tradition have understood that the
Divine does not force its way into the defended citadel of the self-sufficient
ego; it waits, patient as eternity, for the moment when the walls come down —
not through conquest but through the soul's own exhaustion, its own grief, its
own finally honest reckoning with the limits of what it can do alone. And when
those walls come down, as they came down for Arjuna on the field of Kurukshetra,
what enters is not merely consolation, not merely good advice, not merely a
useful philosophical framework for managing the difficulties of existence. What
enters is the very voice of Being itself, vast and intimate at once, speaking
from a depth that makes all the noise of the world fall silent.
This, then, is the supreme gift hidden within the fall: the
gift of divine address. Arjuna sinks, and the universe bends toward him. The
infinite makes itself small enough to be heard by a single broken heart. The
absolute dons the form of a friend, a teacher, a charioteer — and speaks. The
gift is not comfort, though comfort is present. The gift is not knowledge,
though knowledge is imparted. The gift is the encounter itself: the direct,
immediate, transforming encounter between the finite soul in its most naked
vulnerability and the infinite presence that has always been waiting, with
inexhaustible patience, for exactly this moment of opened hands.
✦
✦
✦
VI.
It is the peculiar genius of the Bhagavad Gita — and of the
mystical understanding that has always attended it — to begin where it begins.
Not in triumph. Not in certainty. Not in the elevated clarity of a soul that has
already arrived at enlightenment and surveys the landscape of its own liberation
with serene detachment. But here: in the dust of the battlefield, in the
trembling of the body, in the sorrow that cannot find its name, in the silence
that falls when all arguments have been exhausted and all strategies have failed
and the bow lies on the chariot floor where love has dropped it.
The text begins here because this is where most of us
actually are — or where, if we are fortunate enough to be shaken loose from our
comfortable certainties, we will eventually find ourselves. Standing at the
threshold between the life we have built and the life the Divine is asking us to
enter. Confronted with the cost of transformation and finding it higher than
anything we had imagined. Holding in our trembling hands the bow of our
identity, our duty, our carefully cultivated sense of who we are and what we are
for — and feeling it slip, unstoppably, from our grip.
What the mystic has always known, and what this first
chapter of an ancient and inexhaustible text knows, is that this moment is not
the end. It is not defeat. It is not evidence of spiritual failure or human
inadequacy or the tragic insufficiency of love. It is the beginning. It is the
threshold. It is the luminous and terrible border that the soul must cross if it
is ever to discover what lies beyond the world it has always known. And what
lies beyond — what has always been waiting, patient as starlight, on the other
side of the fall — is not darkness, but a light so vast and so intimate and so
completely unlike anything the unbroken self could ever have imagined, that the
only honest response, upon encountering it, is the one Arjuna's crisis has
already made possible: wonder, and silence, and the complete surrender of every
last pretense of knowing where you are.
✦
✦
✦
The bow falls. The hands open.
The teaching begins.
✦
Το Ιερό
Κατώφλι: Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απελπισία του Αρτζούνα
Κεφάλαιο VI —
Το Δώρο Κρυμμένο στην Πτώση
✦
✦
✦
I.
Υπάρχει ένας ιδιαίτερος πειρασμός,
όταν διαβάζουμε το πρώτο κεφάλαιο της Μπαγκαβάτ Γκίτα, να περάσουμε γρήγορα από
την απόγνωση του Αρτζούνα, με ανυπομονησία περιμένοντας τη σοφία που ακολουθεί.
Οι διδασκαλίες του Κρίσνα είναι τεράστιες και φωτεινές· τα λόγια του σχετικά με
την αθανασία της ψυχής, τη φύση της ανιδιοτελούς δράσης και το μονοπάτι της
αφοσίωσης έχουν φωτίσει το πνευματικό ταξίδι αμέτρητων αναζητητών μέσα στους
αιώνες. Και έτσι η απογοήτευση του μεγάλου τοξότη — ο τρόμος του, η θλίψη του, η
κατάρρευσή του πάνω στο άρμα — μπορεί να φανεί σαν κάτι παραπάνω από πρόλογος,
ένα δραματικό προοίμιο του οποίου ο μοναδικός σκοπός είναι να παρέχει ένα
πλαίσιο για τη θεϊκή διδασκαλία που ακολουθεί. Το να το διαβάζουμε έτσι είναι να
χάνουμε τα πάντα.
Γιατί το μυστικό μάτι βλέπει στην
πτώση του Αρτζούνα όχι έναν πρόλογο στη διδασκαλία, αλλά την ίδια τη διδασκαλία
— ή μάλλον, την απαραίτητη προϋπόθεση της διδασκαλίας, το ιερό έδαφός της. Η
απογνωσία δεν είναι το σκοτάδι πριν την αυγή· είναι η αυγή, που φτάνει με μια
μορφή που το προσδοκών μυαλό δεν αναγνωρίζει. Είναι η χάρη μεταμφιεσμένη σε
θλίψη, η απελευθέρωση που φοράει το πρόσωπο της κατάρρευσης, το δώρο του Θείου
κρυμμένο μέσα στη πιο καταστροφική στιγμή της ζωής του πολεμιστή. Το να
κατανοήσουμε αυτό είναι να κατανοήσουμε κάτι ουσιώδες για τη φύση της
πνευματικής μεταμόρφωσης — κάτι που κάθε αυθεντική παράδοση έχει ψιθυρίσει, στη
δική της γλώσσα, σε εκείνους που είναι πρόθυμοι να ακούσουν με το αυτί της
καρδιάς.
✦
✦
✦
II.
Σκεφτείτε τι μετέφερε ο Αρτζούνα σε
εκείνο το πεδίο. Σκεφτείτε την αρχιτεκτονική μιας ζωής χτισμένης πάνω στην
ταυτότητα, στον ρόλο, στην αδιαμφισβήτητη υπόθεση του ποιος είναι κανείς και για
τι έχει πλαστεί. Ο Αρτζούνα δεν ήταν απλώς ένας ικανός πολεμιστής· ήταν ο
πολεμιστής — ο καλύτερος τοξότης της εποχής του, ο αγαπημένος των θεών, ο άντρας
του οποίου το όνομα είχε γίνει συνώνυμο της πολεμικής αριστείας και της
ακλόνητης ανδρείας. Ήταν ο γιος, ο αδελφός, ο μαθητής, ο φίλος, ο ήρωας. Ήταν
κάθε ρόλος που μια ζωή σχέσεων και καθήκοντος είχε φτιάξει γι' αυτόν, στρώμα
πάνω σε στρώμα, μέχρι που η συσσωρευμένη δομή του εαυτού φαινόταν τόσο στερεή
και ακίνητη όσο η γη κάτω από τους τροχούς του άρματος.
Και τότε — σε μια μοναδική,
συντριπτική στιγμή αντίληψης — είδε. Είδε τα πρόσωπα εκείνων που αγαπούσε
παραταγμένα στην απέναντι όχθη της μάχης, και η περίπλοκη κατασκευή της
ταυτότητας μέσα από την οποία πάντα κινούνταν αποκαλύφθηκε ξαφνικά για αυτό που
ήταν: όχι η αλήθεια της ύπαρξής του, αλλά το ένδυμά της. Όχι η ψυχή, αλλά η
ιστορία. Όχι ο εαυτός, αλλά η σκιά του, όσο μακριά και περίπλοκη και αγαπημένη
κι αν είχε γίνει αυτή η σκιά. Το τόξο γλίστρησε από τα χέρια του όχι επειδή ήταν
αδύναμος, αλλά επειδή, για πρώτη φορά, ήταν πραγματικά ξύπνιος στο κόστος αυτού
που πάντα θεωρούσε δεδομένο — και αυτή η αφύπνιση ήταν περισσότερο από ό,τι
μπορούσε να αντέξει ο κατασκευασμένος εαυτός.
Αυτό είναι το πρώτο κρυμμένο δώρο
μέσα στην πτώση: το δώρο της όρασης. Αυτό που φαίνεται σαν κατάρρευση είναι, στη
μυστική ανάγνωση, μια διάρρηξη στην όραση — μια ξαφνική, ακούσια διαύγεια
σχετικά με τη φύση αυτού που κουβαλούσε κανείς, και το τρομερό βάρος του. Πολλές
ψυχές περνούν ολόκληρη τη γήινη ζωή τους χωρίς αυτή τη στιγμή της γυμνής θέασης.
Καταφέρνουν, μέσα από τις ελεήμονες διατάξεις της συνήθειας και της απόσπασης
και της αδιάκοπης ασχολίας του κόσμου, να διατηρήσουν τις κατασκευασμένες
ταυτότητές τους άθικτες. Ποτέ δεν φτάνουν στην άκρη. Ποτέ δεν στέκονται εκεί που
στάθηκε ο Αρτζούνα. Και έτσι, ενώ γλιτώνουν τον ιδιαίτερο πόνο του, στερούνται
και την ιδιαίτερη χάρη του.
✦
✦
✦
III.
Το δεύτερο δώρο είναι ακόμα πιο
δύσκολο να αναγνωριστεί, γιατί φτάνει ντυμένο με ακριβώς αυτό που η συνηθισμένη
σοφία φοβάται περισσότερο: την αβοηθησία. Όταν ο Αρτζούνα βυθίζεται στο κάθισμα
του άρματος και δηλώνει ότι δεν μπορεί να πολεμήσει, ότι το μυαλό του είναι
καταβεβλημένο, ότι δεν ξέρει τι είναι σωστό — εκτελεί, στο εξωτερικό δράμα, μια
πράξη παράδοσης που αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό που οι μυστικές παραδόσεις κάθε
πολιτισμού έχουν αναγνωρίσει ως το απαραίτητο κατώφλι της πνευματικής ζωής.
Φτάνει στο τέλος των δικών του πόρων. Εξαντλεί τις στρατηγικές του αυτοδύναμου
εγώ. Φτάνει στο μέρος όπου ο κατασκευασμένος εαυτός, με όλη την συσσωρευμένη
ικανότητα, αυτοπεποίθηση και βεβαιότητα, ομολογεί επιτέλους ότι δεν ξέρει πώς να
προχωρήσει.
Αυτό είναι το μέρος που οι Σούφι
ποιητές ονόμασαν έρημο της απορίας — το maqam της hayra, ο σταθμός της ιερής
σύγχυσης. Είναι το σύννεφο της αγνωσίας που ο ανώνυμος μεσαιωνικός μυστικός
περιέγραψε ως το μέρος όπου ο λογικός νους πρέπει να αφεθεί εντελώς πίσω αν η
ψυχή πρόκειται να προχωρήσει περαιτέρω προς το Θείο. Είναι η σκοτεινή νύχτα μέσα
από την οποία περπάτησε ο Ιωάννης του Σταυρού, γυμνωμένος από κάθε παρηγοριά,
κάθε βεβαιότητα, κάθε εξασκημένη μορφή πνευματικής ανακούφισης, μέχρι που
ανακάλυψε ότι αυτό που περίμενε στην άλλη πλευρά εκείνου του σκότους δεν ήταν
κενό αλλά πληρότητα — όχι απουσία αλλά η ίδια η παρουσία που αναζητούσε μέσα από
όλα τα χρόνια της στοχαστικής προσπάθειας.
Ο μυστικός βλέπει σε αυτή την
παράλληλη όχι σύμπτωση αλλά κοσμικό μοτίβο. Η ψυχή που έχει πραγματικά
εξαντλήσει τη δική της δύναμη στέκεται στο ακριβές κατώφλι όπου η θεϊκή δύναμη
μπορεί να εισέλθει. Όχι πριν. Το κύπελλο πρέπει να είναι άδειο πριν μπορέσει να
δεχτεί. Τα χέρια πρέπει να είναι ανοιχτά πριν το δώρο τοποθετηθεί σ' αυτά. Και
τα χέρια του εγώ είναι πάντα, από τη φύση τους, κλειστά — κλειστά γύρω από τις
στρατηγικές τους, τις βεβαιότητές τους, την αίσθηση του τι ήδη γνωρίζουν και τι
ήδη αξίζουν. Μόνο όταν αυτά τα χέρια ανοίγονται από την πίεση της ακρότητας —
μόνο όταν το τόξο πέφτει — γίνεται διαθέσιμη η δυνατότητα ενός εντελώς
διαφορετικού είδους γνώσης.
✦
✦
✦
IV.
Το τρίτο δώρο κρυμμένο μέσα στην
πτώση του Αρτζούνα είναι ίσως το πιο αντιφατικό από όλα: το δώρο της ίδιας της
θλίψης, που κατανοείται όχι ως αδυναμία που πρέπει να ξεπεραστεί αλλά ως μορφή
αγάπης τόσο μεγάλη που έχει προσωρινά υπερφορτώσει το δοχείο που προσπαθεί να
την περιέχει. Όταν ο Αρτζούνα κλαίει — και πράγματι κλαίει, αυτός ο ήρωας του
οποίου τα βέλη ποτέ δεν έτρεμαν στον αέρα — δεν κλαίει μόνο από εγωισμό ή δειλία
ή πνευματική ανωριμότητα. Κλαίει επειδή αγαπά. Επειδή έχει κοιτάξει τα πρόσωπα
εκείνων που του διατάσσεται να καταστρέψει και έχει αντιληφθεί σ' αυτούς, με
καταστροφική διαύγεια, το ανεπανάληπτο μυστήριο κάθε ατομικής ψυχής. Τους έχει
δει όχι ως εχθρούς, όχι ως εμπόδια, όχι ως στρατηγικές πραγματικότητες που
πρέπει να υπολογιστούν και να ξεπεραστούν, αλλά ως ανθρώπους — αγαπημένους,
ευάλωτους, θνητούς ανθρώπους — και η θέα τον έχει σπάσει.
Οι στοχαστικές παραδόσεις έχουν από
καιρό κατανοήσει ότι η ικανότητα να σπάει κανείς από την αγάπη — να ξετυλίγεται
από την αναγνώριση της ιερής ιδιαιτερότητας του άλλου — δεν είναι πνευματικό
ελάττωμα αλλά πνευματικό δώρο. Είναι η πρώτη κίνηση αυτού που η χριστιανική
μυστική παράδοση ονομάζει caritas και η σανσκριτική παράδοση prema: η αγάπη που
αντιλαμβάνεται τη θεϊκή φύση μέσα σε κάθε μορφή, που αναγνωρίζει σε κάθε πρόσωπο
το πρόσωπο του Αγαπημένου. Η θλίψη του Αρτζούνα είναι τέτοια αγάπη στη ωμή,
πρώιμη και υπερφορτωμένη κατάστασή της — μια αγάπη που δεν έχει ακόμα μάθει πώς
να περιλαμβάνει αυτό που βλέπει, μια αγάπη που δεν έχει ακόμα λάβει τη
διδασκαλία που θα τη μεταμορφώσει από παραλύουσα θλίψη σε απελευθερωμένη
συμπόνια. Αλλά είναι αγάπη παρ' όλα αυτά. Είναι η σωστή απάντηση στη λάθος
διδασκαλία — η σωστή καρδιά που περιμένει τη σωστή κατανόηση.
Και εδώ το κείμενο ενσαρκώνει ένα
από τα βαθύτερα μυστήριά του. Γιατί ο Κρίσνα, το Θείο με τη μορφή του ηνιόχου,
δεν επιπλήττει την αγάπη του Αρτζούνα. Δεν του λέει ότι η θλίψη του είναι λάθος,
ότι η προσκόλλησή του είναι ντροπιαστική, ότι ένας αληθινός πολεμιστής δεν
πρέπει να νιώθει τίποτα μπροστά στην προοπτική να σκοτώσει αυτούς που αγαπά.
Αυτό που προσφέρει αντ' αυτού δεν είναι η καταστολή της αγάπης αλλά η
μεταμόρφωσή της — μια τεράστια επέκταση της ικανότητας της καρδιάς που δεν
αρνείται τη θλίψη αλλά την υπερβαίνει, που δεν καταργεί την αγάπη αλλά την
καθαρίζει μέχρι που μπορεί να κρατήσει τα πάντα χωρίς να συντριβεί από τίποτα. Η
απογνωσία δεν είναι το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Είναι το τραύμα μέσα από το
οποίο μπαίνει το φάρμακο.
✦
✦
✦
V.
Υπάρχει μια περαιτέρω διάσταση σε
αυτό το κρυμμένο δώρο που η μυστική ανάγνωση δεν μπορεί να προσπεράσει σιωπηλά.
Αφορά τη φύση αυτού που γίνεται δυνατό — μέσα στην ψυχή και μέσα στην αφήγηση —
ακριβώς επειδή ο Αρτζούνα πέφτει. Αν διατηρούσε την ψυχραιμία του. Αν σήκωνε το
τόξο του με αταραξία και αυτοπεποίθηση και ξεκινούσε στη μάχη με την αποδοτική
αυτοπεποίθηση ενός πολεμιστή που γνωρίζει το καθήκον του και δεν νιώθει
σύγκρουση για την εκπλήρωσή του, η Μπαγκαβάτ Γκίτα δεν θα υπήρχε. Δεν θα υπήρχε
διδασκαλία. Δεν θα υπήρχε αποκάλυψη. Δεν θα υπήρχε στιγμή στην οποία το άπειρο
επέλεξε να μιλήσει στο πεπερασμένο, στην οποία το αιώνιο απευθύνθηκε στο
χρονικό, στην οποία το θείο αποκαλύφθηκε στο άρμα μιας μοναδικής ανθρώπινης
κρίσης και πρόσφερε τα πάντα που γνώριζε σε μια ψυχή πρόθυμη να ακούσει.
Η πτώση του Αρτζούνα είναι, με αυτή
την έννοια, το άνοιγμα του κόσμου. Είναι η ρωγμή στον τοίχο του συνηθισμένου
μέσα από την οποία χύνεται το εξαιρετικό. Οι μυστικοί κάθε παράδοσης έχουν
κατανοήσει ότι το Θείο δεν εισβάλλει με τη βία στην οχυρωμένη ακρόπολη του
αυτοδύναμου εγώ· περιμένει, υπομονετικό σαν την αιωνιότητα, τη στιγμή που τα
τείχη πέφτουν — όχι με κατάκτηση αλλά μέσα από την εξάντληση της ίδιας της
ψυχής, τη θλίψη της, την τελικά ειλικρινή αντιμετώπιση των ορίων αυτού που
μπορεί να κάνει μόνη της. Και όταν αυτά τα τείχη πέφτουν, όπως έπεσαν για τον
Αρτζούνα στο πεδίο του Κουρουξέτρα, αυτό που εισέρχεται δεν είναι απλώς
παρηγοριά, όχι απλώς καλή συμβουλή, όχι απλώς ένα χρήσιμο φιλοσοφικό πλαίσιο για
τη διαχείριση των δυσκολιών της ύπαρξης. Αυτό που εισέρχεται είναι η ίδια η φωνή
του Είναι, τεράστια και ταυτόχρονα οικεία, που μιλάει από ένα βάθος που κάνει
όλο τον θόρυβο του κόσμου να σωπαίνει.
Αυτό, λοιπόν, είναι το υπέρτατο
δώρο κρυμμένο μέσα στην πτώση: το δώρο της θεϊκής απεύθυνσης. Ο Αρτζούνα
βυθίζεται, και το σύμπαν σκύβει προς αυτόν. Το άπειρο γίνεται αρκετά μικρό ώστε
να ακουστεί από μια μοναδική σπασμένη καρδιά. Το απόλυτο φοράει τη μορφή ενός
φίλου, ενός δασκάλου, ενός ηνιόχου — και μιλάει. Το δώρο δεν είναι η παρηγοριά,
παρόλο που η παρηγοριά είναι παρούσα. Το δώρο δεν είναι η γνώση, παρόλο που η
γνώση μεταδίδεται. Το δώρο είναι η ίδια η συνάντηση: η άμεση, κατευθείαν,
μεταμορφωτική συνάντηση ανάμεσα στην πεπερασμένη ψυχή στη πιο γυμνή ευαλωτότητά
της και την άπειρη παρουσία που πάντα περίμενε, με ανεξάντλητη υπομονή, ακριβώς
αυτή τη στιγμή των ανοιχτών χεριών.
✦
✦
✦
VI.
Είναι η ιδιαίτερη ιδιοφυΐα της
Μπαγκαβάτ Γκίτα — και της μυστικής κατανόησης που πάντα τη συνόδευε — να ξεκινά
εκεί που ξεκινά. Όχι στη νίκη. Όχι στη βεβαιότητα. Όχι στην υψηλή διαύγεια μιας
ψυχής που έχει ήδη φτάσει στη φώτιση και παρατηρεί το τοπίο της δικής της
απελευθέρωσης με ήρεμη απόσταση. Αλλά εδώ: στη σκόνη του πεδίου της μάχης, στον
τρόμο του σώματος, στη θλίψη που δεν μπορεί να βρει το όνομά της, στη σιωπή που
πέφτει όταν όλα τα επιχειρήματα έχουν εξαντληθεί και όλες οι στρατηγικές έχουν
αποτύχει και το τόξο κείτεται στο πάτωμα του άρματος εκεί που η αγάπη το άφησε.
Το κείμενο ξεκινά εδώ επειδή εδώ
είναι που οι περισσότεροι από εμάς πραγματικά βρισκόμαστε — ή εκεί όπου, αν
είμαστε αρκετά τυχεροί ώστε να ξεφύγουμε από τις άνετες βεβαιότητές μας, τελικά
θα βρεθούμε. Στεκόμενοι στο κατώφλι ανάμεσα στη ζωή που χτίσαμε και στη ζωή που
το Θείο μας ζητά να εισέλθουμε. Αντιμέτωποι με το κόστος της μεταμόρφωσης και
βρίσκοντας το υψηλότερο από οτιδήποτε είχαμε φανταστεί. Κρατώντας στα τρεμάμενα
χέρια μας το τόξο της ταυτότητάς μας, του καθήκοντός μας, της προσεκτικά
καλλιεργημένης αίσθησης του ποιοι είμαστε και για τι είμαστε — και νιώθοντας το
να γλιστράει, ασταμάτητα, από τη λαβή μας.
Αυτό που ο μυστικός πάντα γνώριζε,
και αυτό που το πρώτο κεφάλαιο ενός αρχαίου και ανεξάντλητου κειμένου γνωρίζει,
είναι ότι αυτή η στιγμή δεν είναι το τέλος. Δεν είναι ήττα. Δεν είναι απόδειξη
πνευματικής αποτυχίας ή ανθρώπινης ανεπάρκειας ή της τραγικής ανεπάρκειας της
αγάπης. Είναι η αρχή. Είναι το κατώφλι. Είναι το φωτεινό και τρομερό σύνορο που
η ψυχή πρέπει να διασχίσει αν πρόκειται ποτέ να ανακαλύψει τι βρίσκεται πέρα από
τον κόσμο που πάντα γνώριζε. Και αυτό που βρίσκεται πέρα — αυτό που πάντα
περίμενε, υπομονετικό σαν το φως των άστρων, στην άλλη πλευρά της πτώσης — δεν
είναι σκοτάδι, αλλά ένα φως τόσο τεράστιο και τόσο οικείο και τόσο εντελώς
διαφορετικό από οτιδήποτε ο άθικτος εαυτός θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, ώστε η
μόνη ειλικρινής απάντηση, κατά την συνάντησή του, είναι αυτή που η κρίση του
Αρτζούνα έχει ήδη καταστήσει δυνατή: θαυμασμός, και σιωπή, και η πλήρης παράδοση
κάθε τελευταίας προσποίησης γνώσης για το πού βρίσκεσαι.
✦
✦
✦
Το τόξο πέφτει. Τα χέρια ανοίγουν.
Η διδασκαλία αρχίζει.
✦
✦
✦
✦
ELYSIUM
A Mystical Treatise on the Inner Fields of Being
Proem
The Question
That Precedes All Questions
There is a
horizon the eye cannot see and the mind cannot reach through the ordinary
instruments of its waking. It does not lie beyond the mountains, nor across the
wide grey face of the sea, nor in the silent regions above the last cloud. It
lies — if indeed "lying" is a word that may rightfully be applied to what has no
location — within the very structure of the one who seeks it. The ancients knew
this. The mystics of every tradition have whispered it across the centuries in
the hushed vocabulary of those who have touched something that cannot be touched
and returned to speak of it only in paradox and image. And yet the message has
endured: there exists, at the root of all human experience, a state so complete,
so luminous, so saturated with the fullness of being, that every other condition
of the soul is but its pale shadow.
This state has
been given many names across the vast archive of human spiritual longing. The
Greeks of the Orphic tradition called it the Elysian Fields — Elysion, the
radiant plain where the purified soul came at last to rest, not in the sleep of
extinction but in the wakefulness of perfect knowing. Yet it would be the
profoundest of misunderstandings to read this as merely a geographical
destination in the topography of the afterlife, a paradise of cool rivers and
untiring light to which the deserving dead are ferried at the end of their days.
The deeper teaching — the esoteric core that the Orphic initiates preserved in
their hymns and their golden tablets — points to something far more immediate,
far more interior, and far more demanding: the Elysian Fields as an inner state,
a condition of consciousness, a mode of awareness that is not granted to the
dead but awakened in the living.
What follows
is an attempt — necessarily incomplete, necessarily clothed in the imprecise
garments of language — to trace the nature of that awakening, to describe what
cannot be described, and to invite the reader not merely to comprehend these
words but to feel, behind them, the faint warmth of that light toward which they
gesture.
· · ·
Chapter I
The Map Drawn
from Within
When the
Orphic initiate descended into the underworld — not in death, but in the ritual
of initiation, in the deliberate plunge of consciousness into its own depths —
he carried with him a map. Not a map of roads or rivers, but a map of
recognitions, a series of passwords for the guardians of inner thresholds. Among
the promises offered to the soul upon its arrival at the white cypress and the
cold waters of Lethe was this: that the one who remembered, the one who did not
drink of forgetfulness, would be led at last to the Elysian Fields. To remember,
in the Orphic sense, was not to recall a piece of historical information. It was
to re-member — to restore the scattered limbs of Dionysus, to gather the
fragments of a self that had been dispersed into the manifold illusions of
ordinary existence — and to reconstitute, in that gathering, the wholeness that
was always already present beneath the surface of the fragmented life.
The Elysian
Fields, therefore, are not a reward appended to a virtuous biography. They are
the recovery of what was never truly lost: the awareness of the Unity of Being.
The soul that wanders through the labyrinth of incarnation wanders precisely
because it has forgotten that it was never separate from the source it seeks.
The fields of bliss are not elsewhere. They are the very ground beneath the
wandering, visible only when the wandering ceases — not through exhaustion, not
through death, but through the radical act of turning the light of attention
inward and allowing it to illuminate the one who searches.
"The seeker
and the sought are one and the same light, curved back upon itself in the act of
recognition."
This is the
great subversive secret of all authentic mysticism: that the divine is not
distant. It does not wait at the end of a pilgrimage measured in miles. It waits
— if waiting is the right word — at the end of a pilgrimage measured in silence.
Every tradition has its version of this discovery. The Sufi speaks of the wine
already poured, of the tavern within the heart. The Hindu recognizes in the
Upanishadic declaration Tat tvam asi — That thou art — the same collapse of
distance between seeker and sought. The Christian mystic, driven to the edge of
language, speaks of the spark of the soul touching the Godhead and becoming, in
that touch, indistinguishable from it. The Orphic initiate, emerging from the
depths of the sacred cave with eyes still blinded by the darkness he has passed
through, finds that the darkness itself was luminous.
Chapter II
Complete
Awareness and the Dissolution of Time
There is a
quality of consciousness that ordinary life does not reach, though ordinary life
always skirts along its edges in moments of unexpected beauty — in the prolonged
stillness of a note that has not yet ceased, in the sight of light falling
across water in a way that arrests thought, in the instant between sleeping and
waking when the self has not yet assembled its habitual armour. These are
threshold moments, moments when the veil of the conditioned mind grows thin and
something else — wordless, vast, and utterly intimate — becomes briefly
perceptible. The mystic is the one who refuses to let such moments pass
unremarked. More than that: the mystic is the one who discovers that these
moments are not interruptions of ordinary reality but glimpses of its underlying
nature.
Complete
Awareness — the state that constitutes, in the deepest sense, the Elysian Fields
— is not the accumulation of more experiences. It is the recognition of that
which underlies all experience. It is, in the precise language of the Orphic
tradition, the a-mnesia overcome: not the forgetting of some particular thing,
but the forgetting of forgetfulness itself, the awakening from the dream of
separation into the clarity of what has always been. In this awakening, time
undergoes a transformation more radical than any mere acceleration or
deceleration. Time, as the human mind ordinarily constructs it — as a thread of
before, now, and after, wound upon the spool of personal narrative — dissolves.
Not because the present moment lasts forever in some prolonged suspension, but
because the category of temporal succession ceases to be the organizing
principle of awareness.
What remains
is not timelessness as a kind of empty eternity, a blank and featureless
endlessness. What remains is the eternal now in its full and inexhaustible
richness — a now that contains all of what was and all of what will be, not as
memory and anticipation, but as the seamless presence of the Real. The rivers of
the Elysian Fields do not flow into a past or toward a future. They flow only in
the present, and in that flowing they are always still.
"To enter time
completely is to exit it — for the one who is entirely present has nowhere else
to be, and in having nowhere else to be, is everywhere at once."
Chapter III
Existential
Perfection as a State of Being, Not Achievement
The
contemporary mind, shaped by a civilization that measures worth in
accomplishment, is tempted to read the Elysian Fields as the ultimate
achievement — the final trophy awarded to a soul that has competed well across
the arena of its lifetimes. This reading is both understandable and entirely
mistaken. It is understandable because the language in which the ancient
teachings have come down to us is inevitably coloured by the moral frameworks of
its age — by the vocabulary of reward and punishment, desert and judgment, merit
and grace. It is mistaken because it locates Existential Perfection at the end
of a process of acquisition, as though the soul, by accumulating enough of the
right qualities, could eventually purchase its admission to the fields of bliss.
The tradition
of Orphism, understood in its deepest register, teaches something far more
radical and far more liberating: that Existential Perfection is not a quality to
be acquired but a condition to be recognized. It is the native state of
consciousness when consciousness has been freed from the overlays of fear,
desire, identification with the impermanent, and the habitual misrecognition of
the conditioned self as the real self. The soul is not improved into bliss. It
is awakened into it — and in that awakening, it discovers that the bliss was
always its nature, obscured but never destroyed by the long dream of separation.
This is why
the Elysian Fields cannot be described in terms of external conditions. There is
no particular landscape that constitutes them, no particular arrangement of
light and water and flower that defines their nature. They are, at their core, a
mode of awareness — the mode in which consciousness knows itself as
consciousness, in which being recognizes itself as being, in which the wave
recognizes itself as the ocean without ceasing to be a wave. External conditions
— the body's health or illness, the world's peace or turmoil, the presence or
absence of beauty around one — become irrelevant to this state, not because they
do not exist, but because they are no longer taken to be the definition of what
is real. The real, in the Elysian state, is the Awareness that contains them
all.
Chapter IV
The
Metaphysical Threshold: Where the Inner and the Outer Become One
The ancient
teachings speak of a threshold — a passage through which the soul must move in
order to arrive at the Elysian Fields. In the mythological language of the
Orphic gold tablets, this passage is described in spatial and narrative terms:
there is a road, a guardianship of springs, a declaration of identity, a
drinking from the Lake of Memory rather than the Lake of Forgetting. The soul
that knows its origin, that can say "I am a child of Earth and starry Heaven"
with the full weight of realized knowledge rather than mere belief, is the soul
that passes through. But what does this passage mean when understood not as a
geographical event in the afterlife but as an inner movement of consciousness?
The threshold
is the moment in which the distinction between Inner State and Outer Reality
ceases to function as a governing duality. In ordinary consciousness, the inner
and the outer are experienced as two distinct realms, separated by the membrane
of the skin, of the skull, of the self-concept. The world is "out there," and
the experiencing subject is "in here," and between them runs the entire drama of
desire and aversion, of reaching out and pulling back, of the self perpetually
seeking its completion in what lies beyond it. The mystical threshold is crossed
when this division reveals itself to be a construction — useful, perhaps, for
the practical navigation of daily existence, but not ultimately real.
"At the
threshold, the traveller discovers that the journey was circular — that the
destination was the point of departure, seen for the first time without the
obscuring lens of forgetting."
When the
seeker stands at this threshold — not in theory, not as a concept held in the
mind, but in the direct recognition that perception itself has opened into
something far wider than personal experience — the inner and the outer are no
longer two. What was called "the world" is seen to be arising within Awareness.
What was called "the self" is seen to be a modulation of the same Awareness. The
Metaphysical Transition to the Supermundane — to what the Orphics called the
realm above and beyond the ordinary world — is not a journey outward into some
other dimension of existence. It is the recognition that Awareness itself is
already the ground of all dimensions, that to rest in pure Awareness is to
inhabit, simultaneously, the most interior and the most universal of all
possible spaces.
In this
transition, the Inner State and the Objective State are revealed to be identical
— not as a philosophical proposition to be agreed with, but as an immediate,
unmediated, self-evident truth. The world does not disappear. The senses do not
cease their reporting. The body does not dissolve into light. But the meaning of
the world, the meaning of sensation, the meaning of the body — all of this is
transformed, as though a veil that had been mistaken for a wall has been drawn
aside, revealing that there was never any enclosure.
Chapter V
The Universal
Horizon: Divinity as the Only Reality
At the
furthest reach of contemplation — or rather, at the point where the gesture of
reaching is finally relinquished — the soul arrives at what can only be called
the Universal Metaphysical Horizon. This is not a limit but a recognition of
limitlessness. It is the moment in which Consciousness becomes aware of itself
as the single substance of which all things are composed, the light of which
every particular form is a unique refraction, the silence of which every sound
is a momentary modulation. To stand at this horizon is not to stand at the edge
of being and peer out into nothingness. It is to stand as being, and to discover
that being has no edges.
The Orphic
tradition speaks of the soul's ultimate destination as the realm of Persephone
and the blessed dead — but the highest Orphic teaching, preserved in the gold
tablets found in the graves of initiates across the ancient Mediterranean world,
points to something beyond even this: a complete reabsorption into the divine
ground, a return to the source that is simultaneously a first and final
awakening. This reabsorption is not annihilation. It is, paradoxically, the
fullest possible expression of individuality — for in recognizing itself as the
divine ground, the soul does not lose itself but finally, completely, finds
itself. The drop does not disappear in the ocean. The drop discovers that it was
always the ocean, dreaming itself into the shape of a drop.
What is this
divinity into which the soul is absorbed, or rather, within which it recognizes
itself? The Orphics were careful not to name it too precisely, knowing that
every name is a limitation and the divine is beyond all limitation. They spoke
in mythological language — of Zeus and Dionysus, of Persephone and Hermes
Psychopomp — not because they believed these to be literal beings with
anthropomorphic characteristics, but because the mythological image preserves
something of the living quality of the experience that pure abstraction cannot.
The divine, in the Orphic sense, is not a theological proposition. It is a
living reality — the most real of all realities, the Unique Reality of which all
other realities are the appearance.
"Divinity is
not a being among other beings. It is the being of being — the is-ness that
allows all things to be, the knowing that knows itself through every moment of
every form of awareness in every world."
To be
conscious of Divinity is therefore not to have a religious experience in the
ordinary sense — not to feel the presence of a powerful external being, not to
undergo an emotional upheaval of devotion or awe, though both of these may
accompany the deeper recognition. To be conscious of Divinity is to be aware of
Awareness itself — to recognize, in the most immediate and unmediated of all
possible ways, that what one fundamentally is, is not a body, not a mind, not a
history, not a collection of beliefs and memories and desires, but the pure,
self-luminous, self-knowing, self-sufficient ground of all experience. This
recognition is the Elysian Fields. Not the place called by that name. Not the
mythological destination. But the living truth to which the myth has always been
pointing: that Consciousness, in its complete awakening to itself, is already,
and has always been, at home.
Chapter VI
The Return:
Bringing the Fields Into the World
There is a
final paradox to which every authentic account of mystical awakening must
attend, and it is this: the one who truly arrives at the Elysian Fields does not
stay there in the sense of departing from the world. The world does not cease to
exist for the awakened consciousness. Time does not stop. Sensation does not
dissolve. The body continues its work, the mind continues its processing, the
ordinary commerce of existence continues unabated. But the relationship to all
of this is utterly transformed — not improved in the manner of a life made more
comfortable, but transformed in the manner of a dream recognized as a dream by
the dreamer who has not yet woken but has become aware, within the dream, that
she is dreaming.
The Orphic
initiate who emerged from the cave of initiation carried the memory of the light
he had touched in the darkness. He carried it not as a souvenir but as a living
orientation — a re-alignment of his entire being toward the source that he had,
however briefly, directly known. Every act of his subsequent life was coloured
by that knowing. Not because he was now perfect in the sense of being beyond
error or difficulty, but because the direction of his being had been permanently
altered. He knew, now, where he was going. More than that: he knew, now, where
he had always already been.
This is what
the Elysian Fields ultimately offer: not escape from the world, but a
transformed presence within it. The mystic who has touched the Universal
Metaphysical Horizon returns to the particular with new eyes — eyes that can
see, in the humblest and most transient of earthly things, the shimmer of the
infinite that underlies them. The reed-bed sings, and the mystic hears in its
song the longing of the separated soul for its source. The light falls on water,
and the mystic sees in the play of reflections an image of the way in which the
One becomes, without ceasing to be One, the manifold. A child laughs, and the
mystic recognizes in that laughter an eruption of the Elysian joy into the
ordinary world — uncaused, unmotivated, prior to all reason.
"The sage who
knows does not speak of having visited the fields of the blessed. She walks
through the market in the morning and buys bread with the same hands with which
she once touched the hem of the ineffable."
The Elysian
Fields, then, are neither a myth to be outgrown nor a doctrine to be accepted on
faith. They are a possibility that lives, quietly and persistently, at the very
core of every moment of every conscious life — the possibility that the one who
is reading these words might pause, might allow the habitual forward motion of
thought to slow, might let the attention rest upon itself rather than upon its
objects, and might discover, in that resting, something that has no name but is
more familiar than any name — the ground of the ground, the light behind the
light, the silence that is not the absence of sound but its source.
The ancient
Orphics called it Elysion. Others have called it Nirvana, Moksha, the Kingdom of
Heaven, the Clear Light, the Tao, the Void that is not empty. The words do not
matter. What matters is that it is real — more real than any of the
circumstances through which the soul passes on its long wandering — and that its
reality is not elsewhere. It has never been elsewhere. It is here, now, in the
very act of awareness by which these words are known.
That knowing —
immediate, effortless, without distance between the knower and the known — is
the Elysian Field into which every soul is finally, inevitably, lovingly
gathered. Not at the end of time. Not after death. But in the fullness of the
present moment, which has no beginning and no end and which is, in truth, the
only moment there has ever been.
✦
✦
✦
Finis · On the
Nature of the Elysian as Inner State of Awareness
ELYSIUM
Μια Μυστική Πραγματεία για τα
Εσωτερικά Πεδία του Είναι
Πρόλογος
Η Ερώτηση που
Προηγείται Κάθε Ερώτησης
Υπάρχει ένας
ορίζοντας που το μάτι δεν μπορεί να δει και ο νους δεν μπορεί να φτάσει μέσα από
τα συνηθισμένα εργαλεία της εγρήγορσής του. Δεν βρίσκεται πέρα από τα βουνά,
ούτε απέναντι από το πλατύ γκρίζο πρόσωπο της θάλασσας, ούτε στις σιωπηλές
περιοχές πάνω από το τελευταίο σύννεφο. Βρίσκεται — αν πράγματι η λέξη
«βρίσκεται» μπορεί να εφαρμοστεί σε κάτι που δεν έχει τοποθεσία — μέσα στην ίδια
τη δομή εκείνου που τον αναζητά. Οι αρχαίοι το γνώριζαν. Οι μύστες κάθε
παράδοσης το ψιθύρισαν μέσα στους αιώνες με το σιωπηλό λεξιλόγιο εκείνων που
έχουν αγγίξει κάτι που δεν μπορεί να αγγιχτεί και επέστρεψαν για να μιλήσουν γι’
αυτό μόνο με παράδοξα και εικόνες. Κι όμως το μήνυμα έχει επιβιώσει: υπάρχει,
στη ρίζα κάθε ανθρώπινης εμπειρίας, μια κατάσταση τόσο ολοκληρωμένη, τόσο
φωτεινή, τόσο κορεσμένη με την πληρότητα του είναι, ώστε κάθε άλλη κατάσταση της
ψυχής δεν είναι παρά η χλωμή της σκιά.
Αυτή η
κατάσταση έχει πάρει πολλά ονόματα μέσα στο τεράστιο αρχείο της ανθρώπινης
πνευματικής λαχτάρας. Οι Έλληνες της Ορφικής παράδοσης την ονόμαζαν Ηλύσια Πεδία
— Ηλύσιον, το ακτινοβόλο πεδίο όπου η εξαγνισμένη ψυχή ερχόταν επιτέλους να
αναπαυθεί, όχι στον ύπνο της ανυπαρξίας αλλά στην εγρήγορση της τέλειας γνώσης.
Ωστόσο, θα ήταν η βαθύτερη παρεξήγηση να διαβάσει κανείς αυτό ως απλώς ένα
γεωγραφικό προορισμό στην τοπογραφία της μετά θάνατον ζωής, έναν παράδεισο
δροσερών ποταμών και ακούραστου φωτός στον οποίο οι άξιοι νεκροί μεταφέρονται
στο τέλος των ημερών τους. Η βαθύτερη διδασκαλία — ο εσωτερικός πυρήνας που οι
Ορφικοί μύστες διέσωσαν στους ύμνους και στις χρυσές πλάκες τους — δείχνει σε
κάτι πολύ πιο άμεσο, πολύ πιο εσωτερικό και πολύ πιο απαιτητικό: τα Ηλύσια Πεδία
ως εσωτερική κατάσταση, ως κατάσταση συνείδησης, ως τρόπο επίγνωσης που δεν
δίνεται στους νεκρούς αλλά ξυπνά στους ζωντανούς.
Αυτό που
ακολουθεί είναι μια απόπειρα — αναγκαστικά ελλιπής, αναγκαστικά ντυμένη με τα
ακριβή ρούχα της γλώσσας — να ιχνηλατήσει τη φύση αυτού του ξυπνήματος, να
περιγράψει αυτό που δεν μπορεί να περιγραφεί και να προσκαλέσει τον αναγνώστη
όχι απλώς να κατανοήσει αυτές τις λέξεις αλλά να νιώσει, πίσω από αυτές, την
ελαφριά ζεστασιά εκείνου του φωτός προς το οποίο δείχνουν.
· · ·
Κεφάλαιο Ι
Ο Χάρτης
Σχεδιασμένος από Μέσα
Όταν ο Ορφικός
μύστης κατέβαινε στον κάτω κόσμο — όχι στον θάνατο, αλλά στο τελετουργικό της
μύησης, στην εσκεμμένη βουτιά της συνείδησης στα δικά της βάθη — κουβαλούσε μαζί
του έναν χάρτη. Όχι χάρτη δρόμων ή ποταμών, αλλά χάρτη αναγνωρίσεων, μια σειρά
από συνθηματικές λέξεις για τους φύλακες των εσωτερικών ορίων. Ανάμεσα στις
υποσχέσεις που προσφέρονταν στην ψυχή κατά την άφιξή της στον λευκό κυπαρίσσι
και στα κρύα νερά της Λήθης ήταν αυτή: ότι εκείνος που θυμόταν, εκείνος που δεν
έπινε από τη λήθη, θα οδηγούνταν επιτέλους στα Ηλύσια Πεδία. Το να θυμάται, με
την Ορφική έννοια, δεν σήμαινε να ανακαλεί ένα κομμάτι ιστορικής πληροφορίας.
Σήμαινε να ξανα-συνθέτει — να αποκαθιστά τα διασκορπισμένα μέλη του Διονύσου, να
μαζεύει τα θραύσματα ενός εαυτού που είχε διασκορπιστεί στις πολλαπλές
ψευδαισθήσεις της συνηθισμένης ύπαρξης — και να ανασυγκροτεί, σε εκείνη τη
συγκέντρωση, την ολότητα που ήταν πάντα ήδη παρούσα κάτω από την επιφάνεια της
κατακερματισμένης ζωής.
Τα Ηλύσια
Πεδία, επομένως, δεν είναι μια ανταμοιβή που προστίθεται σε μια ενάρετη
βιογραφία. Είναι η ανάκτηση αυτού που ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά: η επίγνωση της
Ενότητας του Είναι. Η ψυχή που περιπλανιέται μέσα στον λαβύρινθο της ενσάρκωσης
περιπλανιέται ακριβώς επειδή έχει ξεχάσει ότι ποτέ δεν ήταν χωριστή από την πηγή
που αναζητά. Τα πεδία της μακαριότητας δεν είναι αλλού. Είναι το ίδιο το έδαφος
κάτω από την περιπλάνηση, ορατό μόνο όταν η περιπλάνηση σταματά — όχι από
εξάντληση, όχι από θάνατο, αλλά μέσα από τη ριζική πράξη του να στρέψει το φως
της προσοχής προς τα μέσα και να επιτρέψει να φωτίσει εκείνον που ψάχνει.
«Ο αναζητητής
και το αναζητούμενο είναι το ίδιο φως, καμπυλωμένο πίσω στον εαυτό του στην
πράξη της αναγνώρισης.»
Αυτό είναι το
μεγάλο ανατρεπτικό μυστικό κάθε αυθεντικής μυστικής διδασκαλίας: ότι το θείο δεν
είναι μακρινό. Δεν περιμένει στο τέλος ενός προσκυνήματος που μετριέται σε
μίλια. Περιμένει — αν η λέξη «περιμένει» είναι η σωστή — στο τέλος ενός
προσκυνήματος που μετριέται σε σιωπή. Κάθε παράδοση έχει τη δική της εκδοχή
αυτής της ανακάλυψης. Ο Σουφιστής μιλά για το κρασί που έχει ήδη σερβιριστεί,
για την ταβέρνα μέσα στην καρδιά. Ο Ινδουιστής αναγνωρίζει στην Ουπανισαδική
διακήρυξη «Τατ τβαμ άσι» — Εσύ είσαι Εκείνο — την ίδια κατάρρευση της απόστασης
ανάμεσα στον αναζητητή και στο αναζητούμενο. Ο Χριστιανός μυστικός, οδηγημένος
στα όρια της γλώσσας, μιλά για τη σπίθα της ψυχής που αγγίζει την Θεότητα και
γίνεται, σε εκείνο το άγγιγμα, αδιαχώριστη από αυτήν. Ο Ορφικός μύστης, που
αναδύεται από τα βάθη του ιερού σπηλαίου με μάτια ακόμα τυφλωμένα από το σκοτάδι
που έχει περάσει, ανακαλύπτει ότι το ίδιο το σκοτάδι ήταν φωτεινό.
Κεφάλαιο ΙΙ
Πλήρης
Επίγνωση και η Διάλυση του Χρόνου
Υπάρχει μια
ποιότητα συνείδησης που η συνηθισμένη ζωή δεν φτάνει, παρόλο που η συνηθισμένη
ζωή πάντα περνάει στα όριά της σε στιγμές απρόσμενης ομορφιάς — στην
παρατεταμένη ηρεμία μιας νότας που δεν έχει ακόμα σταματήσει, στην όψη του φωτός
που πέφτει πάνω στο νερό με τρόπο που σταματά τη σκέψη, στην στιγμή ανάμεσα στον
ύπνο και το ξύπνημα όταν ο εαυτός δεν έχει ακόμα συναρμολογήσει την συνήθη
πανοπλία του. Αυτές είναι στιγμές κατωφλίου, στιγμές όπου το πέπλο του
προδιαμορφωμένου νου γίνεται λεπτό και κάτι άλλο — άλεκτο, τεράστιο και απόλυτα
οικείο — γίνεται για λίγο αντιληπτό. Ο μυστικός είναι εκείνος που αρνείται να
αφήσει τέτοιες στιγμές να περάσουν απαρατήρητες. Περισσότερο από αυτό: ο
μυστικός είναι εκείνος που ανακαλύπτει ότι αυτές οι στιγμές δεν είναι διακοπές
της συνηθισμένης πραγματικότητας αλλά στιγμιαίες ματιές στην υποκείμενη φύση
της.
Η Πλήρης
Επίγνωση — η κατάσταση που αποτελεί, με την βαθύτερη έννοια, τα Ηλύσια Πεδία —
δεν είναι η συσσώρευση περισσότερων εμπειριών. Είναι η αναγνώριση εκείνου που
υποστηρίζει κάθε εμπειρία. Είναι, με την ακριβή γλώσσα της Ορφικής παράδοσης, η
υπέρβαση της αμνησίας: όχι η λήθη κάποιου συγκεκριμένου πράγματος, αλλά η λήθη
της ίδιας της λήθης, το ξύπνημα από το όνειρο του χωρισμού στην διαύγεια αυτού
που υπήρχε πάντα. Σε αυτό το ξύπνημα, ο χρόνος υφίσταται μια μεταμόρφωση πιο
ριζική από οποιαδήποτε απλή επιτάχυνση ή επιβράδυνση. Ο χρόνος, όπως τον
κατασκευάζει συνήθως ο ανθρώπινος νους — ως ένα νήμα του πριν, τώρα και μετά,
τυλιγμένο στο καρούλι της προσωπικής αφήγησης — διαλύεται. Όχι επειδή η παρούσα
στιγμή διαρκεί για πάντα σε κάποια παρατεταμένη αναστολή, αλλά επειδή η
κατηγορία της χρονικής διαδοχής παύει να είναι η οργανωτική αρχή της επίγνωσης.
Αυτό που μένει
δεν είναι η αχρονικότητα ως ένα είδος κενής αιωνιότητας, μιας κενής και άχρωμης
ατέλειωτης διάρκειας. Αυτό που μένει είναι το αιώνιο τώρα στον πλήρη και
ανεξάντλητο πλούτο του — ένα τώρα που περιέχει όλα όσα ήταν και όλα όσα θα
είναι, όχι ως μνήμη και προσμονή, αλλά ως την αδιαίρετη παρουσία του
Πραγματικού. Οι ποταμοί των Ηλυσίων Πεδίων δεν ρέουν προς το παρελθόν ούτε προς
το μέλλον. Ρέουν μόνο στο παρόν, και σε εκείνο το ρεύμα είναι πάντα ακίνητοι.
«Το να
εισέλθεις εντελώς στον χρόνο είναι να βγεις από αυτόν — γιατί εκείνος που είναι
απόλυτα παρών δεν έχει πουθενά αλλού να είναι, και στο να μην έχει πουθενά αλλού
να είναι, είναι παντού ταυτόχρονα.»
Κεφάλαιο ΙΙΙ
Υπαρξιακή
Τελειότητα ως Κατάσταση του Είναι, Όχι ως Επίτευγμα
Ο σύγχρονος
νους, διαμορφωμένος από έναν πολιτισμό που μετράει την αξία σε επιτεύγματα,
είναι πειρασμένος να διαβάσει τα Ηλύσια Πεδία ως το απόλυτο επίτευγμα — το
τελικό τρόπαιο που απονέμεται σε μια ψυχή που έχει αγωνιστεί καλά στην αρένα των
ζωών της. Αυτή η ανάγνωση είναι και κατανοητή και εντελώς λανθασμένη. Είναι
κατανοητή επειδή η γλώσσα με την οποία έχουν φτάσει σε εμάς οι αρχαίες
διδασκαλίες είναι αναπόφευκτα χρωματισμένη από τα ηθικά πλαίσια της εποχής τους
— από το λεξιλόγιο της ανταμοιβής και της τιμωρίας, της αξίας και της κρίσης,
του αξιώματος και της χάριτος. Είναι λανθασμένη επειδή τοποθετεί την Υπαρξιακή
Τελειότητα στο τέλος μιας διαδικασίας απόκτησης, σαν να μπορούσε η ψυχή,
συσσωρεύοντας αρκετές από τις σωστές ιδιότητες, να αγοράσει τελικά την είσοδό
της στα πεδία της μακαριότητας.
Η παράδοση του
Ορφισμού, κατανοημένη στον βαθύτερο βαθμό της, διδάσκει κάτι πολύ πιο ριζικό και
πολύ πιο απελευθερωτικό: ότι η Υπαρξιακή Τελειότητα δεν είναι μια ιδιότητα που
πρέπει να αποκτηθεί αλλά μια κατάσταση που πρέπει να αναγνωριστεί. Είναι η
φυσική κατάσταση της συνείδησης όταν η συνείδηση έχει απελευθερωθεί από τα
επικαλύμματα του φόβου, της επιθυμίας, της ταύτισης με το παροδικό και της
συνήθους λανθασμένης αναγνώρισης του διαμορφωμένου εαυτού ως του πραγματικού
εαυτού. Η ψυχή δεν βελτιώνεται σε μακαριότητα. Ξυπνά σε αυτήν — και σε εκείνο το
ξύπνημα ανακαλύπτει ότι η μακαριότητα ήταν πάντα η φύση της, κρυμμένη αλλά ποτέ
καταστραμμένη από το μακρύ όνειρο του χωρισμού.
Αυτός είναι ο
λόγος για τον οποίο τα Ηλύσια Πεδία δεν μπορούν να περιγραφούν σε όρους
εξωτερικών συνθηκών. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο τοπίο που να τα αποτελεί, δεν
υπάρχει συγκεκριμένη διάταξη φωτός και νερού και λουλουδιού που να ορίζει τη
φύση τους. Είναι, στον πυρήνα τους, ένας τρόπος επίγνωσης — ο τρόπος με τον
οποίο η συνείδηση γνωρίζει τον εαυτό της ως συνείδηση, με τον οποίο το είναι
αναγνωρίζει τον εαυτό του ως είναι, με τον οποίο το κύμα αναγνωρίζει τον εαυτό
του ως ωκεανό χωρίς να παύει να είναι κύμα. Οι εξωτερικές συνθήκες — η υγεία ή η
ασθένεια του σώματος, η ειρήνη ή η αναταραχή του κόσμου, η παρουσία ή η απουσία
ομορφιάς γύρω μας — γίνονται άσχετες με αυτή την κατάσταση, όχι επειδή δεν
υπάρχουν, αλλά επειδή δεν λαμβάνονται πλέον ως ο ορισμός του τι είναι
πραγματικό. Το πραγματικό, στην Ηλύσια κατάσταση, είναι η Επίγνωση που τα
περιέχει όλα.
Κεφάλαιο
IV
Το Μεταφυσικό
Κατώφλι: Όπου το Εσωτερικό και το Εξωτερικό Γίνονται Ένα
Οι αρχαίες
διδασκαλίες μιλούν για ένα κατώφλι — μια διάβαση μέσα από την οποία η ψυχή
πρέπει να περάσει για να φτάσει στα Ηλύσια Πεδία. Στη μυθολογική γλώσσα των
Ορφικών χρυσών πλακών, αυτή η διάβαση περιγράφεται σε χωρικούς και αφηγηματικούς
όρους: υπάρχει ένας δρόμος, μια φρουρά πηγών, μια δήλωση ταυτότητας, ένα πόσιμο
από τη Λίμνη της Μνήμης αντί για τη Λίμνη της Λήθης. Η ψυχή που γνωρίζει την
προέλευσή της, που μπορεί να πει «Είμαι παιδί της Γης και του Αστερωτού Ουρανού»
με το πλήρες βάρος της πραγματωμένης γνώσης και όχι απλής πίστης, είναι η ψυχή
που περνάει. Αλλά τι σημαίνει αυτή η διάβαση όταν γίνεται κατανοητή όχι ως
γεωγραφικό γεγονός στη μετά θάνατον ζωή αλλά ως εσωτερική κίνηση της συνείδησης;
Το κατώφλι
είναι η στιγμή κατά την οποία η διάκριση ανάμεσα στην Εσωτερική Κατάσταση και
την Εξωτερική Πραγματικότητα παύει να λειτουργεί ως κυρίαρχη δυαδικότητα. Στη
συνηθισμένη συνείδηση, το εσωτερικό και το εξωτερικό βιώνονται ως δύο ξεχωριστοί
κόσμοι, χωρισμένοι από την μεμβράνη του δέρματος, του κρανίου, της αυτο-εικόνας.
Ο κόσμος είναι «εκεί έξω», και το υποκείμενο που βιώνει είναι «εδώ μέσα», και
ανάμεσά τους εκτυλίσσεται ολόκληρο το δράμα της επιθυμίας και της αποστροφής,
του τεντώματος προς τα έξω και του τραβήγματος πίσω, του εαυτού που διαρκώς
αναζητά την ολοκλήρωσή του σε αυτό που βρίσκεται πέρα από αυτόν. Το μυστικό
κατώφλι διασχίζεται όταν αυτή η διαίρεση αποκαλύπτεται ως κατασκευή — χρήσιμη,
ίσως, για την πρακτική πλοήγηση στην καθημερινή ύπαρξη, αλλά όχι τελικά
πραγματική.
«Στο κατώφλι,
ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει ότι το ταξίδι ήταν κυκλικό — ότι ο προορισμός ήταν το
σημείο αναχώρησης, που φαίνεται για πρώτη φορά χωρίς τον θολωτικό φακό της
λήθης.»
Όταν ο
αναζητητής στέκεται σε αυτό το κατώφλι — όχι θεωρητικά, όχι ως έννοια που
κρατιέται στο νου, αλλά στην άμεση αναγνώριση ότι η ίδια η αντίληψη έχει ανοίξει
σε κάτι πολύ ευρύτερο από την προσωπική εμπειρία — το εσωτερικό και το εξωτερικό
δεν είναι πλέον δύο. Αυτό που ονομαζόταν «ο κόσμος» φαίνεται να αναδύεται μέσα
στην Επίγνωση. Αυτό που ονομαζόταν «ο εαυτός» φαίνεται να είναι μια διαμόρφωση
της ίδιας Επίγνωσης. Η Μεταφυσική Μετάβαση στο Υπερκόσμιο — σε αυτό που οι
Ορφικοί ονόμαζαν βασίλειο πάνω και πέρα από τον συνηθισμένο κόσμο — δεν είναι
ένα ταξίδι προς τα έξω σε κάποια άλλη διάσταση της ύπαρξης. Είναι η αναγνώριση
ότι η ίδια η Επίγνωση είναι ήδη το έδαφος όλων των διαστάσεων, ότι το να
αναπαύεσαι στην καθαρή Επίγνωση είναι το να κατοικείς ταυτόχρονα τον πιο
εσωτερικό και τον πιο καθολικό από όλους τους δυνατούς χώρους.
Σε αυτή τη
μετάβαση, η Εσωτερική Κατάσταση και η Αντικειμενική Κατάσταση αποκαλύπτονται ως
ταυτόσημες — όχι ως φιλοσοφική πρόταση με την οποία συμφωνούμε, αλλά ως άμεση,
αδιαμεσολάβητη, αυταπόδεικτη αλήθεια. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται. Οι αισθήσεις
δεν παύουν να αναφέρουν. Το σώμα δεν διαλύεται σε φως. Αλλά το νόημα του κόσμου,
το νόημα της αίσθησης, το νόημα του σώματος — όλα αυτά μεταμορφώνονται, σαν ένα
πέπλο που είχε λανθασμένα θεωρηθεί τοίχος να έχει τραβηχτεί στην άκρη,
αποκαλύπτοντας ότι ποτέ δεν υπήρχε περίφραξη.
Κεφάλαιο
V
Ο Καθολικός
Ορίζοντας: Η Θεότητα ως η Μοναδική Πραγματικότητα
Στο πιο
μακρινό σημείο της περισυλλογής — ή μάλλον, στο σημείο όπου η χειρονομία του να
φτάνεις επιτέλους εγκαταλείπεται — η ψυχή φτάνει σε αυτό που μπορεί να ονομαστεί
μόνο Καθολικός Μεταφυσικός Ορίζοντας. Αυτό δεν είναι όριο αλλά αναγνώριση του
απεριόριστου. Είναι η στιγμή κατά την οποία η Συνείδηση γίνεται επίγνωση του
εαυτού της ως της μοναδικής ουσίας από την οποία αποτελούνται όλα τα πράγματα,
το φως του οποίου κάθε ιδιαίτερη μορφή είναι μια μοναδική διάθλαση, η σιωπή του
οποίου κάθε ήχος είναι μια στιγμιαία διαμόρφωση. Το να στέκεσαι σε αυτόν τον
ορίζοντα δεν σημαίνει να στέκεσαι στο χείλος του είναι και να κοιτάζεις έξω στο
τίποτα. Σημαίνει να στέκεσαι ως είναι, και να ανακαλύπτεις ότι το είναι δεν έχει
χείλη.
Η Ορφική
παράδοση μιλά για τον τελικό προορισμό της ψυχής ως το βασίλειο της Περσεφόνης
και των μακάριων νεκρών — αλλά η υψηλότερη Ορφική διδασκαλία, που διασώθηκε στις
χρυσές πλάκες που βρέθηκαν στους τάφους μυημένων σε όλο τον αρχαίο μεσογειακό
κόσμο, δείχνει σε κάτι πέρα ακόμα και από αυτό: μια πλήρη επαναπορρόφηση στο
θεϊκό έδαφος, μια επιστροφή στην πηγή που είναι ταυτόχρονα πρώτο και τελικό
ξύπνημα. Αυτή η επαναπορρόφηση δεν είναι ανυπαρξία. Είναι, παραδοξικά, η
πληρέστερη δυνατή έκφραση της ατομικότητας — γιατί αναγνωρίζοντας τον εαυτό της
ως το θεϊκό έδαφος, η ψυχή δεν χάνει τον εαυτό της αλλά επιτέλους, πλήρως, τον
βρίσκει. Η σταγόνα δεν εξαφανίζεται στον ωκεανό. Η σταγόνα ανακαλύπτει ότι ήταν
πάντα ο ωκεανός, που ονειρευόταν τον εαυτό του στη μορφή μιας σταγόνας.
Τι είναι αυτή
η θεότητα στην οποία η ψυχή απορροφάται, ή μάλλον, μέσα στην οποία αναγνωρίζει
τον εαυτό της; Οι Ορφικοί ήταν προσεκτικοί να μην την ονομάσουν πολύ ακριβώς,
γνωρίζοντας ότι κάθε όνομα είναι περιορισμός και το θείο είναι πέρα από κάθε
περιορισμό. Μιλούσαν με μυθολογική γλώσσα — για τον Δία και τον Διόνυσο, για την
Περσεφόνη και τον Ερμή Ψυχοπομπό — όχι επειδή πίστευαν ότι αυτοί ήταν
κυριολεκτικά όντα με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, αλλά επειδή η μυθολογική
εικόνα διατηρεί κάτι από την ζωντανή ποιότητα της εμπειρίας που η καθαρή
αφαίρεση δεν μπορεί. Το θείο, με την Ορφική έννοια, δεν είναι μια θεολογική
πρόταση. Είναι μια ζωντανή πραγματικότητα — η πιο πραγματική από όλες τις
πραγματικότητες, η Μοναδική Πραγματικότητα της οποίας όλες οι άλλες
πραγματικότητες είναι η εμφάνιση.
«Η Θεότητα δεν
είναι ένα ον ανάμεσα σε άλλα όντα. Είναι το είναι του είναι — το «είναι» που
επιτρέπει σε όλα τα πράγματα να υπάρχουν, η γνώση που γνωρίζει τον εαυτό της
μέσα από κάθε στιγμή κάθε μορφής επίγνωσης σε κάθε κόσμο.»
Το να είσαι
συνειδητός της Θεότητας δεν είναι επομένως να έχεις μια θρησκευτική εμπειρία με
την συνηθισμένη έννοια — όχι να νιώθεις την παρουσία ενός ισχυρού εξωτερικού
όντος, όχι να υποστείς μια συναισθηματική αναταραχή αφοσίωσης ή δέους, παρόλο
που και τα δύο μπορεί να συνοδεύουν την βαθύτερη αναγνώριση. Το να είσαι
συνειδητός της Θεότητας είναι να είσαι επίγνωση της ίδιας της Επίγνωσης — να
αναγνωρίζεις, με τον πιο άμεσο και αδιαμεσολάβητο από όλους τους δυνατούς
τρόπους, ότι αυτό που είσαι θεμελιωδώς δεν είναι ένα σώμα, δεν είναι ένας νους,
δεν είναι μια ιστορία, δεν είναι μια συλλογή πεποιθήσεων και αναμνήσεων και
επιθυμιών, αλλά το καθαρό, αυτοφωτιζόμενο, αυτογνωρίζον, αυτοεπαρκές έδαφος κάθε
εμπειρίας. Αυτή η αναγνώριση είναι τα Ηλύσια Πεδία. Όχι ο τόπος που ονομάζεται
έτσι. Όχι ο μυθολογικός προορισμός. Αλλά η ζωντανή αλήθεια προς την οποία ο
μύθος πάντα έδειχνε: ότι η Συνείδηση, στο πλήρες ξύπνημά της στον εαυτό της,
είναι ήδη, και ήταν πάντα, στο σπίτι της.
Κεφάλαιο
VI
Η Επιστροφή:
Φέρνοντας τα Πεδία στον Κόσμο
Υπάρχει ένα
τελικό παράδοξο στο οποίο πρέπει να προσέξει κάθε αυθεντική αφήγηση μυστικού
ξυπνήματος, και είναι αυτό: εκείνος που πραγματικά φτάνει στα Ηλύσια Πεδία δεν
μένει εκεί με την έννοια ότι αποχωρεί από τον κόσμο. Ο κόσμος δεν παύει να
υπάρχει για την ξυπνημένη συνείδηση. Ο χρόνος δεν σταματά. Η αίσθηση δεν
διαλύεται. Το σώμα συνεχίζει το έργο του, ο νους συνεχίζει την επεξεργασία του,
το συνηθισμένο εμπόριο της ύπαρξης συνεχίζεται αμείωτο. Αλλά η σχέση με όλα αυτά
έχει μεταμορφωθεί ριζικά — όχι βελτιωμένη με τον τρόπο μιας ζωής που έγινε πιο
άνετη, αλλά μεταμορφωμένη με τον τρόπο ενός ονείρου που αναγνωρίζεται ως όνειρο
από τον ονειρευόμενο που δεν έχει ακόμα ξυπνήσει αλλά έχει γίνει επίγνωση, μέσα
στο όνειρο, ότι ονειρεύεται.
Ο Ορφικός
μύστης που αναδύθηκε από το σπήλαιο της μύησης κουβαλούσε τη μνήμη του φωτός που
είχε αγγίξει στο σκοτάδι. Το κουβαλούσε όχι ως ενθύμιο αλλά ως ζωντανό
προσανατολισμό — μια επαναστοίχιση ολόκληρου του είναι του προς την πηγή που
είχε, έστω και για λίγο, γνωρίσει άμεσα. Κάθε πράξη της μετέπειτα ζωής του ήταν
χρωματισμένη από εκείνη τη γνώση. Όχι επειδή ήταν τώρα τέλειος με την έννοια ότι
ήταν πέρα από λάθος ή δυσκολία, αλλά επειδή η κατεύθυνση του είναι του είχε
αλλάξει μόνιμα. Γνώριζε, τώρα, πού πήγαινε. Περισσότερο από αυτό: γνώριζε, τώρα,
πού ήταν πάντα ήδη.
Αυτό είναι
αυτό που προσφέρουν τελικά τα Ηλύσια Πεδία: όχι διαφυγή από τον κόσμο, αλλά μια
μεταμορφωμένη παρουσία μέσα σε αυτόν. Ο μυστικός που έχει αγγίξει τον Καθολικό
Μεταφυσικό Ορίζοντα επιστρέφει στο ιδιαίτερο με νέα μάτια — μάτια που μπορούν να
δουν, στα πιο ταπεινά και πιο παροδικά επίγεια πράγματα, το τρεμόπαιγμα του
άπειρου που τα υποστηρίζει. Το καλάμι τραγουδάει, και ο μυστικός ακούει στο
τραγούδι του τη λαχτάρα της χωρισμένης ψυχής για την πηγή της. Το φως πέφτει στο
νερό, και ο μυστικός βλέπει στο παιχνίδι των αντανακλάσεων μια εικόνα του τρόπου
με τον οποίο το Ένα γίνεται, χωρίς να παύει να είναι Ένα, το πολλαπλό. Ένα παιδί
γελάει, και ο μυστικός αναγνωρίζει σε εκείνο το γέλιο μια έκρηξη της Ηλύσιας
χαράς μέσα στον συνηθισμένο κόσμο — χωρίς αιτία, χωρίς κίνητρο, προγενέστερη από
κάθε λόγο.
«Ο σοφός που
γνωρίζει δεν μιλάει για το ότι έχει επισκεφθεί τα πεδία των μακάριων. Περπατάει
στην αγορά το πρωί και αγοράζει ψωμί με τα ίδια χέρια με τα οποία κάποτε άγγιξε
το άκρο του ανέκφραστου.»
Τα Ηλύσια
Πεδία, λοιπόν, δεν είναι ούτε ένας μύθος που πρέπει να ξεπεραστεί ούτε μια
διδασκαλία που πρέπει να γίνει αποδεκτή με πίστη. Είναι μια δυνατότητα που ζει,
ήσυχα και επίμονα, στον ίδιο τον πυρήνα κάθε στιγμής κάθε συνειδητής ζωής — η
δυνατότητα ότι εκείνος που διαβάζει αυτές τις λέξεις μπορεί να σταματήσει, να
αφήσει την συνηθισμένη μπροστινή κίνηση της σκέψης να επιβραδυνθεί, να αφήσει
την προσοχή να αναπαυθεί στον εαυτό της αντί στα αντικείμενά της, και να
ανακαλύψει, σε εκείνη την ανάπαυση, κάτι που δεν έχει όνομα αλλά είναι πιο
οικείο από κάθε όνομα — το έδαφος του εδάφους, το φως πίσω από το φως, τη σιωπή
που δεν είναι η απουσία ήχου αλλά η πηγή του.
Οι αρχαίοι
Ορφικοί το ονόμαζαν Ηλύσιον. Άλλοι το έχουν ονομάσει Νιρβάνα, Μόκσα, το Βασίλειο
των Ουρανών, το Καθαρό Φως, το Ταό, το Κενό που δεν είναι άδειο. Οι λέξεις δεν
έχουν σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι είναι πραγματικό — πιο πραγματικό
από κάθε περίσταση μέσα από την οποία περνάει η ψυχή στο μακρύ της ταξίδι — και
ότι η πραγματικότητά του δεν είναι αλλού. Δεν ήταν ποτέ αλλού. Είναι εδώ, τώρα,
στην ίδια την πράξη της επίγνωσης με την οποία γνωρίζονται αυτές οι λέξεις.
Εκείνη η γνώση
— άμεση, χωρίς προσπάθεια, χωρίς απόσταση ανάμεσα στον γνωρίζοντα και στο γνωστό
— είναι το Ηλύσιο Πεδίο μέσα στο οποίο κάθε ψυχή συγκεντρώνεται τελικά,
αναπόφευκτα, με αγάπη. Όχι στο τέλος του χρόνου. Όχι μετά τον θάνατο. Αλλά στην
πληρότητα της παρούσας στιγμής, που δεν έχει αρχή και δεν έχει τέλος και που
είναι, στην αλήθεια, η μόνη στιγμή που υπήρξε ποτέ.
✦
✦
✦
Τέλος · Για τη
Φύση του Ηλυσίου ως Εσωτερική Κατάσταση Επίγνωσης
Intellectual
property rights
Δικαιώματα
πνευματικής ιδιοκτησίας
Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας
τόπου,
συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων,
ειδήσεων,
γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων
υπηρεσιών και
γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής
ιδιοκτησίας (copyright)
και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής
Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.
Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή,
αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή,
έκδοση,
εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε
τρόπο,
τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του
Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα
συναινέσει,
ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks)
στο
σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή
του
αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη
συναίνεση του
Ιδρύματος.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση
και
αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για
αυστηρά
προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς),
χωρίς
πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση
της
αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’
οιονδήποτε
τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για
λόγους
προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την
προϋπόθεση ότι
θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής
ιδιοκτησίας,
δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.
Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες
του
Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα
πνευματικής
ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως
έχει να
κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.