CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
20. The Non-Path of True Enlightenment
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
8. The Path Beyond Perception: A Mystical Journey to Full Awakening

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
8. Το Μονοπάτι πέρα από την αντίληψη: Ένα μυστικιστικό ταξίδι στην πλήρη αφύπνιση

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 21 March, 2026

Thursday, December 22, 2011

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ / Θεωρία Πολιτικής

Η Κοινωνία των Ανθρώπων κι οι κοινωνίες των ζώων
Η Αληθινή Πολιτική των Αρχαίων Ελλήνων και η «ψευδοπολιτική»
Μάθημα Δημοκρατίας
Η  «απάτη» των σύγχρονων αστικών φιλελεύθερων δημοκρατιών
Ο σύγχρονος άνθρωπος μέσα στον σύγχρονο αυταρχισμό, και η «επανάσταση»
Η «Αληθινή Επανάσταση»
Το Μέλλον του πλανήτη

Η Κοινωνία των Ανθρώπων κι οι κοινωνίες των ζώων
Κοινωνία είναι ένας (μεγάλος ή μικρός) αριθμός ανθρώπων που ζουν μαζί. Αν και ένας τέτοιος ορισμός μοιάζει αυτονόητος, προφανής, εντούτοις, στην πραγματικότητα, δεν μας λέει τίποτα, γιατί δεν αποσαφηνίζει δύο πολύ βασικές έννοιες: Τι είναι «άνθρωπος»; Τι σημαίνει να ζουν οι «άνθρωποι» «μαζί»;
Πως θα ορίσουμε λοιπόν τον «άνθρωπο»; Το προφανές είναι τελείως επιφανειακό, αμφισβητήσιμο, μη έγκυρο. «Άνθρωπος» δεν είναι απλά το «συνειδητό ον» (ή «ζώο»). Ακόμα κι ένας τέτοιος ορισμός εγείρει πολλά προβλήματα… Όλοι οι Μεγάλοι Στοχαστές κι όλοι σχεδόν οι Αρχαίοι Έλληνες Σοφοί ορίζουν τον άνθρωπο με βάση την  Οντολογική (Μεταφυσική) Αρχή του… Η ΦΥΣΗ Είναι Ενιαία (στο Βάθος της) και Εμφανίζει πολλές «διαβαθμίσεις» (στην Επιφάνειά της). Ο «Άνθρωπος» λοιπόν ορίζεται σαν «Η ΦΥΣΗ (στο Βάθος της Ύπαρξής του) που εκδηλώνεται επιφανειακά σαν συνειδητό ον (Ανώτερη Φύση, Ψυχή) μέσα σε ένα υλικό σώμα». Το «Σύνολο των Συνειδητών Λειτουργιών» αποτελεί την (Μεταφυσική και Υπερβατική και Αιώνια) Ανώτερη Φύση. Ανάμεσα στην Ανώτερη (Αιώνια) Φύση και το κατώτερο υλικό σώμα «εγκαθιδρύεται» μία «σχέση», μία διαρκής «επικοινωνία» και «λειτουργία» που καθορίζεται από το «περιεχόμενό» της. Αυτή η «προκύπτουσα» σχέση, λειτουργία, υφίσταται όσο διαρκεί ο «σύνδεσμος» της Ανώτερης Φύσης με το υλικό σώμα. Αυτή είναι η «υλική ψυχή», που σαν απλή σχέση (του Ανώτερου με το κατώτερο) καταλύεται με το θάνατο. Το βιολογικό υλικό σώμα αποτελεί την κατώτερη φύση του ανθρώπου. (Αυτό τον Ορισμό του «Ανθρώπου» υποστηρίζει και αποδεικνύει με επιχειρήματα ο Πλάτωνας, σε όλο το Έργο του…)… Ένας τέτοιος ορισμός Εντάσσει αυτόματα τον άνθρωπο σε μία Οντολογική Κλίμακα, μία Κλίμακα από το Απόλυτο (Υπερβατικό) Ον ως το εξωτερικό βιολογικό ζώο. Αλλά το σημαντικότερο είναι άλλο. Ότι με αυτή την έννοια ο «Άνθρωπος» είναι «Εν Δυνάμει Ον», Εξελισσόμενο Ον και Αυτολοκληρούμενο  Ον… Η Εξέλιξη του Όντος θεωρείται ως Αυτογνωσία, Αυτοσυνειδητοποίηση, κι Ολοκλήρωση της Γνώσης που το Οδηγεί από το σχετικό ως το Απόλυτο Ον. Ταυτόχρονα η Γνωσιολογική Ολοκλήρωσή του  (στο μέτρο που επιτυγχάνεται) αντανακλάται στην Δραστηριότητά του (εσωτερική κι εξωτερική), Φωτίζει την Δραστηριότητά του, που εκφράζεται έτσι σαν Φωτισμένη Δράση, Αρετή, Λογικότητα, Ορθότητα, κλπ…
Ξαναγυρίζοντας τώρα στον ορισμό της «Κοινωνίας» κατανοούμε ότι μία «κοινωνία ανθρώπων» (όπως ορίσαμε τον άνθρωπο πιο πάνω) είναι μία ομάδα ανθρώπων που έχουν Οντολογική (Μεταφυσική και Υπερβατική) Βάση που Εξελίσσονται Γνωσιολογικά, κι η Δραστηριότητά τους Φωτίζεται από (την Γνωσιολογική Ολοκλήρωση και) την Αρετή, την Λογική, την Ορθή Συμπεριφορά… Πρόκειται δηλαδή για μία Δυναμική, Εξελισσόμενη «Οντότητα», κι όχι για μία αποκρυσταλλωμένη, απολιθωμένη, «οντότητα». Η «Κοινωνία» είναι ένας «ζωντανός οργανισμός»…
Άμεση συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η κοινή δράση των ανθρώπων αποβλέπει στην Ενότητα, στην Συνεννόηση, στην Εναρμόνιση των δράσεων και των σχέσεων, στην Ισότιμη συμμετοχή, στην Αλληλοβοήθεια, κλπ., κλπ…. Με άλλα λόγια από την κοινή δράση των ανθρώπων αναδύεται η «Κοινωνία» σαν Όλον, το «κοινό καλό», με την συνέργεια όλων… ενώ αντικοινωνικά άτομα, πειθαρχούνται με λογικό τρόπο, είτε αποβάλλονται χωρίς «βία», ενώ τυχόν «διαφορές» επιλύονται με βάση την «λογική»… Έτσι φωτίζεται η έννοια του να «ζουν οι άνθρωποι μαζί»…
Μία «τέτοια κοινωνία» που απαιτεί την Άμεση (Ισότιμη) Συμμετοχή Όλων, Αυτορυθμίζεται, Αυτοθεσμοθετείται, και Αυτοκυβερνάται, πάντα σε ισότιμη βάση. Όλοι μπορούν να Συμμετέχουν, οι Θεσμοί που καθιερώνονται αποβλέπουν στο καλό όλων, κι όλοι μπορούν αναδειχτούν σε «κυβερνήτες» ή «δικαστές»… Και για να προχωρήσει η «Κοινωνία»  πρέπει πάντα να «προβάλλονται» οι «Άριστοι»… οι Άριστοι που αποδεικνύουν έμπρακτα ότι είναι Άριστοι, όχι «λόγω καταγωγής» ή οι «αυτοπροσδιοριζόμενοι» σαν άριστοι…
Πάνω σε αυτές τις Αρχές των «Αληθινών Ανθρώπων» (όπως ορίσαμε τον άνθρωπο πιο πάνω), της Ισότητας, της Άμεσης Συμμετοχής Όλων, των Αρίστων, κλπ. βασίστηκε η «Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία», που αποτελεί Πολιτικό Υπόδειγμα, Μοναδικό στην Ιστορία, που όμως δεν εφαρμόσθηκε σε μεγάλη κλίμακα, και ασφαλώς δεν εφαρμόζεται σήμερα… Οι σημερινές λεγόμενες «δημοκρατίες» (οι αστικές φιλελεύθερες αντιπροσωπευτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες) είναι «νόθα» κι «άρρωστα» κατασκευάσματα που δεν έχουν καμία σχέση με Αληθινή Δημοκρατία (κι αυτό θα το αιτιολογήσουμε πιο κάτω)…
Αν εξαιρέσουμε την Αθηναϊκή Δημοκρατία, οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν οργανώθηκαν έτσι. Οι κοινωνίες βασίστηκαν κυρίως στο «δίκαιο του ισχυρού», σε συμφέροντα μειονοτικών ομάδων, στην βίαιη επιβολή, στην χειραγώγηση, στην βία και στον πόλεμο… για να «συγκροτηθούν» και να «επιβιώσουν» σαν ομάδες.
Εκεί που η Αληθινή Δημοκρατία θεωρεί τον «Άνθρωπο» στο Πραγματικό Οντολογικό Μέγεθός του σαν Ένα Εν Δυνάμει (Απόλυτο) Ον, σαν Εξελισσόμενο Ον, που με την Γνωσιολογική Ολοκλήρωσή του μπορεί να Φωτίζει την Δραστηριότητά του και να Θέτει και να Αναθεωρεί, Αρχές και Θεσμούς (από μηδενική βάση) για να τους βελτιώσει… οι μη δημοκρατικές κοινωνίες (οι ψευτοδημοκρατίες) θεωρούν τον άνθρωπο σαν αγελαίο ζώο, και την κοινωνία σαν ομάδα όπου επιβάλλονται οι πιο ισχυροί. Έτσι αυτοί που επέβαλαν θεσμούς (μέσα από αυτή την νοοτροπία) στην κοινωνία επέβαλαν θεσμούς όπως η «εξουσία», η «ιδιοκτησία», κλπ. προσαρμοσμένους στα «δικά» τους συμφέροντα, θεσμούς που λειτουργούν προς όφελος των λίγων ισχυρών (κι όσων «επηρεάζουν») κι όχι προς όφελος των πολλών…
Και για να εξηγούμαστε (και να μην παρεξηγούμαστε) το «πρόβλημα» δεν βρίσκεται στους θεσμούς αλλά στο τι «περιεχόμενο» έχουν και πως εφαρμόζονται… Στην Αληθινή Δημοκρατία υπάρχει Μέτρο κι όλα γίνονται με μέτρο, προς όφελος όλων. Η «εξουσία», για παράδειγμα είναι απλά αντιπροσώπευση της γενικής θέλησης που υπηρετεί το κοινό καλό… ενώ στις μη δημοκρατικές κοινωνίες (στις ψευτοδημοκρατίες) η «εξουσία» εξυπηρετεί συμφέροντα λίγων σε βάρος των πολλών… Η «ιδιοκτησία» επίσης (στην Αληθινή Δημοκρατία) λειτουργεί προς όφελος όλων  κι όταν ξεπερνά το Μέτρο (υπερβολική συσσώρευση πλούτου, ανισότητα, μη δίκαιη συναλλαγή, κλπ.) γίνεται αναδιανομή του πλούτου… ενώ στις μη δημοκρατικές κοινωνίες (στις ψευτοδημοκρατίες) υπάρχει τεράστια συσσώρευση πλούτου από λίγους (έξω από το Μέτρο), εκμετάλλευση των πολλών, πλούτος από την μια κι εξαθλίωση από την άλλη,  και γενικά αδικία… Γενικά οι μη δημοκρατικές κοινωνίες (οι ψευτοδημοκρατίες) δεν λειτουργούν σαν Υγιείς Ζωντανοί Οργανισμοί προς ευημερία και όφελος όλων αλλά σαν «απολιθωμένοι οργανισμοί» με απολιθωμένους θεσμούς που θεσπίσθηκαν από ισχυρές ομάδες και λειτουργούν προς όφελος των λίγων κι όχι των πολλών… ενώ η «οποιαδήποτε εξέλιξη», εναλλαγή ομάδων στην «εξουσία», «εκλογές», κλπ., δεν αγγίζουν ποτέ το «βαθύ κράτος» και είναι μόνο επιφανειακές ψευτοαλλαγές που γίνονται για να «αποσπάσουν» την «λαϊκή νομιμοποίηση»…
Μετά το τέλος του «αρχαίου κόσμου» που ξεκίνησε με την «Αλεξανδρινή κοσμοκρατορία» (στον «μεσογειακό κόσμο») η Αληθινή Δημοκρατία δεν εφαρμόστηκε ξανά… Βεβαίως (θεωρητικά) η Αληθινή Δημοκρατία είναι ένα Πολιτικό Μοντέλο που μπορεί να εφαρμοσθεί σε μικρές κοινωνίες (όπως γίνεται σήμερα σε κάποια «καντόνια» της Ελβετίας) και να λειτουργήσει. Είναι αδύνατο να εφαρμοσθεί (με τον αρχαίο τρόπο) στα πολυπληθή σημερινά έθνη, χωρίς κάποιες «προσαρμογές»… Εν τούτοις, με βάση τις Αρχές και την Εμπειρία της Πραγματικής Δημοκρατίας, θα μπορούσαν να υιοθετηθούν πάρα πολλοί θεσμοί στις σύγχρονες ψευτοδημοκρατίες, που θα μπορούσαν να εξισορροπήσουν κάπως την αυθαιρεσία, τον αυταρχισμό, την αδικία, και την βαρβαρότητα… Στην πραγματικότητα υπάρχουν τεράστια περιθώρια «εκδημοκρατισμού» ώστε οι σημερινές ψευτοδημοκρατίες να γίνουν πιο δημοκρατικές και πιο ανθρώπινες… Για παράδειγμα, λείπει τελείως η Αίσθηση του Μέτρου στο σημερινό Δίκαιο. Λείπουν «θεσμοί ελέγχου» της εξουσίας (και συχνά οι εξουσίες αυθαιρετούν, χειραγωγούν, κι εξαπατούν τα πλήθη). Δεν υπάρχουν «θεσμοί συμμετοχής» του λαού στην διακυβέρνηση (όπως δημοψηφίσματα, κλπ…). Και τέλος η εφαρμογή των όποιων νόμων δεν μπορεί να βοηθήσει στην ομαλή λειτουργία της κοινωνίας. Υπάρχει (σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα, κυβέρνηση, δημόσιο, κοινωνικές ομάδες, λαός…) δυσλειτουργία, αδικία, ανομία, κλπ… Όλα αυτά οφείλονται στο απλό γεγονός, ότι στις σύγχρονες πολιτικές θεωρίες ο Άνθρωπος (στο Πραγματικό Οντολογικό Μέγεθός του) δεν τοποθετείται στο κέντρο του πολιτικού συστήματος, ότι δεν υπάρχει Δημοκρατική Νοοτροπία (ούτε Δημοκρατική Νομιμοποίηση της Εξουσίας, «ψευτονομιμοποίηση» υπάρχει…), και το πολιτικό σύστημα λειτουργεί όχι με κοινωνικούς αλλά με οικονομικούς όρους (όπου οι άνθρωποι, γι αυτούς που διαχειρίζονται την εξουσία, είναι αριθμοί, έσοδα, έξοδα…)…. Αυτή η «λογιστικοποίηση» της κοινωνικής οργάνωσης οδηγεί σε απανθρωπισμό της κοινωνίας, στην βαρβαρότητα, και στην εξαθλίωση…

Η Αληθινή Πολιτική των Αρχαίων Ελλήνων και η «ψευδοπολιτική»
Ολόκληρη η αρχαιότητα διαποτίζεται από την Ορφικής Προέλευσης αντίληψη ότι ο Άνθρωπος είναι Ταυτόσημος (στο Βάθος της Ύπαρξής του) με την Φύση (την Αιώνια Μυστική Φύση που Στηρίζει τα Πάντα)… Αυτή η Αντίληψη που ξεκίνησε   με τους Προσωκρατικούς, πέρασε στον Πλάτωνα, και συνεχίστηκε και στους άλλους μεγάλους έλληνες φιλοσόφους, και κατ’ επέκταση και στους άλλους απλούς έλληνες. Ο Πλάτωνας, που είχε μυηθεί στα Μυστήρια της Φύσης (στα Ελευσίνια Μυστήρια) κι είχε εκλαϊκεύσει την Μυστική Γνώση μεταφέροντάς την με φιλοσοφικούς (και λογοτεχνικούς) όρους στην «διδασκαλία» του (κι εν μέρει και στα «κείμενά» του), αντιλαμβάνονταν τον άνθρωπο ακριβώς με αυτή την έννοια. Για τον Πλάτωνα ο Άνθρωπος όχι μόνο Ταυτίζεται Οντολογικά με την Αιώνια Φύση (στην Πραγματική Ουσία του), αλλά και Ολοκληρώνεται (Οντολογικά και) Γνωσιολογικά μέσω της Αυτογνωσίας (την Γνώση της Πραγματικής Φύσης μας), και Πραγματώνει (ακριβώς μέσω της Γνωσιολογικής Ολοκλήρωσης) το Αγαθόν, την Ηθική, την Αρετή, την Δικαιοσύνη, κι όλες τις Αρετές. Με αυτή την έννοια, πίστευε όχι μόνο στην Φυσική Εξέλιξη (κι Ολοκλήρωση) του Ανθρώπου (που είναι Εν Δυνάμει Ον, όπως θα αναλύσει αργότερα ο μαθητής του Αριστοτέλης…), αλλά και στο ότι η Αυτογνωσία Καλλιεργείται, και συνεπώς η Ηθική, η Αρετή, η Δικαιοσύνη (είναι Γνώση και) Διδάσκεται. Κι αυτόν ακριβώς τον σκοπό έχει η Αγωγή (η διδασκαλία των φιλοσόφων, αλλά και η δημόσια παιδεία κατ’ επέκταση)…
Θεωρώντας έτσι τον Άνθρωπο, ο Πλάτωνας, αλλά και οι άλλοι σοφοί, Σοφιστές και μετέπειτα φιλόσοφοι (και μαζί τους κι οι άλλοι έλληνες, ο λαός), σαν τον ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, το Εν Δυνάμει Ον, που Αναπτύσσεται κι Ολοκληρώνεται, αντιλαμβάνονταν την κοινωνία σαν φυσική ένωση ανθρώπων αυτού του είδους…
Μία τέτοια κοινωνία ανθρώπων, που αν δεν Βίωναν την Βαθύτερη (Αγνή) Φύση τους, τουλάχιστον Αντιλαμβάνονταν Διαισθητικά τον Ιερό Δεσμό τους με την Φύση, και Φρόντιζαν με την Αυτογνωσία να Διευκρινίσουν και να Διευρύνουν αυτό το Δεσμό, Πραγματοποιώντας έτσι το Αγαθόν, την Ηθική, την Αρετή… μπορεί να οργανωθεί… με βάση ακριβώς την Ηθική, την Αρετή, την Δικαιοσύνη… Έτσι η Δραστηριότητα μίας τέτοιας κοινωνίας και των ανθρώπων της, Πηγάζει, Στηρίζεται, και Τροφοδοτείται, συνεχώς από την Αρετή (την Δικαιοσύνη, κλπ.)… Η πολιτική οργάνωση και δράση αυτής της κοινωνίας ταυτίζεται με την Αρετή και την Δικαιοσύνη… Η Δικαιοσύνη Προϋποθέτει την Ισότιμη συμμετοχή όλων στην οργάνωση και στην λειτουργία της κοινότητας. Συνεπάγεται την Κοινή Ευθύνη και την Συνεργασία όλων για την ορθή λειτουργία της κοινότητας, και Αποβλέπει πάντα στο Κοινό Αγαθό. Με άλλα λόγια η Εξουσία κι η Ευθύνη ανήκει σε όλους… Μέσα σε αυτά τα Αξιακά Πλαίσια η κοινότητα (όλοι) με Οδηγό την Αρετή της Δικαιοσύνης και με Γνώμονα το «Μέτρο» θεσπίζει θεσμούς τους οποίους όμως χρησιμοποιεί πάντα προς όφελος όλων, διορθώνοντας όποιες παρεκτροπές εμφανίζονται έτσι ώστε να Αποκαθίσταται η Δικαιοσύνη πάντα…
Αυτή είναι η έννοια της ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ όπως την αντιλαμβάνονταν οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι αλλά και οι υπόλοιποι Έλληνες, και προσπάθησαν να την πραγματοποιήσουν οι Αρχαίοι Αθηναίοι (όχι χωρίς λάθη και παρεκτροπές, αλλά παρ’ όλα αυτά με αρκετή συνέπεια, για την ταραγμένη εποχή τους). Απόδειξη ότι κατανοούσαν πλήρως τι είναι Δημοκρατία είναι ότι την «πραγματοποίησαν»…
Έτσι, για τους Αρχαίους έλληνες Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΕΤΗ, (Ταυτίζεται με την Αρετή). Από εδώ προκύπτει και η κοινή αντίληψη των αρχαίων δημοκρατών ότι αυτός που ήθελε να ασχοληθεί ιδιαίτερα με την Πολιτική πρέπει να είναι Ολοκληρωμένος Άνθρωπος, κι αποδεδειγμένα Ενάρετος, Δίκαιος και Εργάτης (στην πράξη) του Κοινού Αγαθού. Τέτοιοι πολίτες θεωρούνται σαν Άριστοι μεταξύ των πολιτών και σε αυτούς μπορεί η κοινότητα να εμπιστευτεί το κοινωνικό έργο (αφού με το ήθος και την συμπεριφορά τους κατοχυρώνουν την Δικαιοσύνη και την Ισονομία, και δεν τα «υπονομεύουν»…). Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες μιλούν για Άριστους και για «αριστοκρατία» εννοούν τους «έμπρακτα άριστους», όχι τους όποιους ηλίθιους κατάγονται από «κάποιους» (πλούσιες ή ισχυρές, οικογένειες, κλπ.)…
Αν και ο Πλάτωνας δεν μπόρεσε (όπως ομολογεί ο ίδιος στην «Έβδομη Επιστολή» του) να πραγματοποιήσει την Ιδανική Πολιτεία των Αρίστων (γιατί γύρω δεν υπήρχαν πολλοί ώριμοι άνθρωποι για να την πραγματοποιήσουν), όμως αυτός, καθώς κι οι άλλοι σοφοί (οι Σοφιστές κι οι μετέπειτα σοφοί) συνέβαλαν τα μέγιστα στο να αποσαφηνισθεί η πραγματική έννοια του Ενάρετου Βίου, της Δικαιοσύνης, της Αληθινής Πολιτικής, της Πραγματικής Δημοκρατίας, του Κοινού Αγαθού, κλπ… Κι αν με την κατάρρευση του αρχαίου κόσμου (που άρχισε με τις κατακτήσεις και την κοσμοκρατορία του Αλέξανδρου…) άλλαξαν τελείως οι συνθήκες αυτό δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικές Αρχές και Αξίες, έπαψαν να υπάρχουν και να λειτουργούν μέσα στην σκέψη των ανθρώπων και μέσα στην ιστορία…
Βεβαίως, είναι ολοφάνερο, ότι η Κοσμοαντίληψη των Ελλήνων, η Θεώρηση του Ανθρώπου (όπως τον ορίσαμε πιο πάνω) και η Δημοκρατική Οργάνωση της κοινωνίας δεν ίσχυσαν παρά περιορισμένα, στην Αθήνα, στην Σπάρτη και σε κάποιες άλλες πόλεις. Στα περισσότερα μέρη όμως οι κοινωνίες οργανώθηκαν διαφορετικά… Όπως σε όλα τα αγελαία ζώα, επικράτησε ο νόμος του ισχυρότερου. Ισχυροί άνθρωποι και ομάδες οργάνωσαν την κοινωνία κατά τα συμφέροντά τους και καθιέρωσαν θεσμούς, εξουσία, ιδιοκτησία, δικαιοσύνη, ήθη, όχι σύμφωνα με την Αρετή και την Δικαιοσύνη, αλλά σύμφωνα με τα συμφέροντά τους (χρησιμοποίησαν ακόμα και την θρησκεία, και την φιλοσοφία…)… Στην πραγματικότητα οι θεσμοί είναι ουδέτεροι. Εξαρτάται που τους στηρίζει η κοινότητα, πως τους αντιλαμβάνεται, και πως τους θέτει σε εφαρμογή… Ασφαλώς όταν ο θεσμός της εξουσίας αρπάζεται από ομάδες ή συμφέροντα, δεν λειτουργεί προς το καλό όλων αλλά προς όφελος αυτών που διαχειρίζονται την εξουσία… Όταν η ιδιοκτησία δεν έχει Μέτρο κι όταν ο πλούτος δεν αναδιανέμεται προς όφελος όλων, εξυπηρετεί μόνο όσους κατέχουν σε βάρος των πολλών… Έτσι οι μη δημοκρατικές κοινωνίες που δεν εμπνέονται από το Αγαθόν, την Αρετή, την Δικαιοσύνη, αλλά από το «δίκαιο του ισχυρότερου» θεσπίζουν θεσμούς και μέτρα των ισχυρών και νόμους (που πηγάζουν από αυτό το «άνισο δίκαιο» και) που εξασφαλίζουν κι εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ισχυρών… Σε τέτοιες κοινωνίες η Πολιτική δεν είναι η Άσκηση του Αγαθού, της Αρετής, της Δικαιοσύνης, προς όφελος όλων… η Πολιτική είναι η «διαχείριση της εξουσίας»… Χιλιάδες χρόνια, μέχρι σήμερα, οι κοινωνίες κυβερνιούνται με αυτό τον τρόπο. Με τους πανάρχαιους θεσμούς (στα μέτρα των ισχυρών) να μην αλλάζουν η διαχείριση της εξουσίας πέρασε από ισχυρούς άνδρες (τυράννους) σε αυτόανακηρυσσόμενους βασιλιάδες, ολιγαρχικές ομάδες, μέχρι τα σημερινά κόμματα (που εκφράζουν ολιγαρχικά συμφέροντα ακόμα κι όταν μεταμφιέζονται σε λαϊκά κόμματα…)… Οι Βασικοί Θεσμοί (όπως έχουν διαμορφωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια στα μέτρα των ισχυρών), το «βαθύ κράτος», μένει ανέπαφο και μόνο η διαχείριση της εξουσίας αλλάζει φαινομενικά. Οι λαοί εκβιάζονται, χειραγωγούνται, και παραπλανιούνται (για να νομιμοποιήσουν και) να συμμετέχουν σε μία κοινωνία που λειτουργεί όχι προς όφελος όλων αλλά προς όφελος όσων κατέχουν πλούτο, όσων διαχειρίζονται εξουσία, και των κάθε είδους «υπηρετών» τους… Έτσι η Πολιτική σε όλες αυτές τις κοινωνίες, μέχρι τις σημερινές «ψευτοδημοκρατίες» δεν έχει καμία σχέση με την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ των Αρχαίων Ελλήνων… Πολιτική είναι η αρπαγή και η διαχείριση της εξουσίας, όχι από Ηθικούς, όχι από Άριστους, αλλά από ανίδεους, ανάξιους, κακούς επαγγελματίες, που μπαίνουν στην πολιτική μόνο για τα δικά τους συμφέροντα και τα συμφέροντα των εκάστοτε αφεντικών τους (ότι κι αν ισχυρίζονται μπροστά στο «νοήμον κοινό»…)…

Μάθημα Δημοκρατίας
Όσοι φίλοι είχαν την υπομονή να φτάσουν (μέσα από το ξετύλιγμα της σκέψης μας) μέχρις εδώ, (στο κείμενο), ίσως νοιώσουν έκπληξη από την παρακάτω δήλωσή μας. Τους βεβαιώνουμε όμως ότι και επαρκή ιστορικά στοιχεία έχουμε και με λογικά επιχειρήματα μπορούμε να αποδείξουμε αυτά που λέμε: «Το θαύμα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (που ξεκίνησε με τον Σόλωνα, αναπτύχθηκε με τον Κλεισθένη και τον (πολιτικό) Εφιάλτη, κι ολοκληρώθηκε με τον Περικλή…) ήταν αποτέλεσμα της Ορφικής Επιρροής στους ανθρώπους και στην ζωή, αποτέλεσμα της Κοσμοθεωρίας (του Ενιαίου Είναι) που υιοθέτησαν οι Έλληνες, είτε μέσω της θρησκευτικής αγωγής, είτε μέσω της διδασκαλίας των Ελλήνων Σοφών, είτε μέσω της δημόσιας παιδείας»… Κι αν η Αθηναϊκή Δημοκρατία αστόχησε, αστόχησε λόγω της μη πλήρους κατανόησης της Διδασκαλίας (της Φύσης), και στο μέτρο που δεν μπόρεσε να κάνει πράξη την Θεία Σοφία επαρκώς… Όπως κι αν έχει, αν οι Έλληνες (όχι μόνο οι Σοφοί που άνοιγαν μόνοι τους τον δρόμο ή αντλούσαν από την Σοφία των προγόνων τους… αλλά κι ο απλός λαός…) δεν ένοιωθαν (όπως δίδασκαν οι Ορφικοί) ότι η Φύση Είναι Ενιαία, ότι Προερχόμαστε από Μία Ουσία (το Αληθινό Είναι), ότι η Ίδια Ουσία (ό Ίδιος Θεός) Εκδηλώνεται μέσα σε όλους τους ανθρώπους (Οντολογικά, Γνωσιολογικά, Ηθικά) δεν θα μπορούσαν να ανυψωθούν ως την Αντίληψη της (Αληθινής) Δικαιοσύνης, της Ισότητας όλων, κλπ… Και μολονότι η Αθηναϊκή Κοινωνία (όπως όλες οι κοινωνίες) οργανώθηκε (από τα αρχαία χρόνια) με βάση τα συμφέροντα ισχυρών ομάδων, όσο «αφομοιώνονταν» η Αντίληψη του Ενιαίου Όντος (Είναι) και διαδίδονταν η διδασκαλία της κοινής προέλευσης και της κοινής ολοκλήρωσης των όντων μέσα στο Θεό (όπως δίδασκε ο Ορφέας, οι Ελευσίνιοι Μύστες, οι Φιλόσοφοι, ο Πλάτωνας κι οι άλλοι Έλληνες Σοφοί…) τόσο γίνονταν αναγκαία η «Εφαρμογή της Ισότητας μεταξύ των ανθρώπων»…
Έτσι, από την Ελληνική Κοσμοθεωρία, από την Γνώση (και την Επίγνωση της Αληθινής Φύσης μας, μέσω του «γνώθι σαυτόν») κι από την Ηθική Ολοκλήρωση (στο μέτρο του καθενός) επεκράτησε η αντίληψη της ισότητας και της ισότιμης συμμετοχής όλων στην κοινότητα. Η ισονομία, η ισηγορία, κλπ… είναι έννοιες που έγιναν πράξη στην Αθηναϊκή Δημοκρατία… Βέβαια, θα αντικρούσουν κάποιοι, στο σώμα των ενεργών πολιτών (που συμμετείχαν στην οργάνωση και στην λειτουργία της κοινότητας) των 40000-50000 χιλιάδων δεν συμμετείχαν γυναίκες, δούλοι, παιδιά… Στην πραγματικότητα, σε όλες τις εποχές, και σε όλες τις κοινωνίες, είναι λογικό (κατά τις «συνθήκες»… άλλοτε δικαιολογημένες, άλλοτε όχι…) να αποκλείονται κάποιες ομάδες. Δεν ήταν λογικό (κατ’ αυτούς) οι γυναίκες που λόγω των κοινωνικών ηθών περιορίζονταν στο σπίτι και στις ασχολίες του σπιτιού, ή τα μικρά παιδιά να συμμετέχουν στα κοινά. Ούτε ήταν δυνατόν οι χιλιάδες ξένοι που έρχονταν στην Αθήνα να έχουν «λόγο». Ούτε οι δούλοι (που πολλοί προέρχονταν από πολεμικές συγκρούσεις) μπορούσαν να συμμετέχουν… Κι αν η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν βρήκε τρόπο να «αφομοιώνει» τους ξένους… η αν δεν κατήργησε την «δουλεία» θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και τον πολιτιστικό περίγυρο μέσα στον οποίο λειτουργούσε η κοινότητα… Από την άλλη, ας σκεφθούμε μόνο ότι (ιστορικά αποδεδειγμένα) ο «αθηναίος δούλος»  ήταν σε πολύ καλύτερη μοίρα από τον σημερινό «ελεύθερο» εργάτη των πολιτισμένων κοινωνιών της Ευρώπης…
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν μία Αληθινή Δημοκρατία. ΑΜΕΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Όλοι νομοθετούσαν, όλοι εφάρμοζαν τους νόμους (είτε από διοικητικές θέσεις, είτε από την θέση του πολίτη), όλοι δίκαζαν… Όλοι ήταν υπεύθυνοι για όλους και για όλα (τα κοινά)… Η Αθηναϊκή Δημοκρατία κατηγορήθηκε από αυτούς είχαν συμφέρον, από αυτούς που πίστευαν ότι είχαν περισσότερα δικαιώματα από τους άλλους, ή από «σοφούς» που πίστευαν ότι ο «αμόρφωτος λαός» δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε αυτό το «έργο»… Κι όμως, αυτός ο «αμόρφωτος λαός, είχε έναν Ορφέα να τον «διδάξει», είχε «Μύστες» να τον καθοδηγήσουν στα Μυστήρια της Φύσης, είχε Σοφούς σαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη να τον διαφωτίσουν, παρακολουθούσε στο Αρχαίο Θέατρο έναν Αισχύλο, έναν Σοφοκλή, έναν Ευριπίδη, έναν Αριστοφάνη, κι έχτιζε μνημεία σαν τον Παρθενώνα… Οι σημερινοί μορφωμένοι πολίτες της Ευρώπης έχουν τέτοιο πολιτιστικό επίπεδο; Ποιος είναι ο πολιτισμός τους;… Ο Αθηναϊκός Λαός μπορούσε και με το παραπάνω να εφαρμόσει την Δημοκρατία.. Στην πραγματικότητα, όταν είσαι Άνθρωπος, Καθαρός, Δίκαιος, και θες να μοιράζεσαι εξίσου ευθύνες, αγαθά, ζωή, με τους συνανθρώπους σου γνωρίζεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις για το κοινό καλό…
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν Δημοκρατία των Αρίστων (όχι αυτών που είχαν κάποια καταγωγή ή είχαν πλούτο… γιατί όλα αυτά «ξέφτιζαν» καθώς ωρίμαζε η Αθηναϊκή Δημοκρατία… αλλά), των Αρίστων στη Ζωή… Κι αν συχνά «δημαγωγοί» προσπαθούσαν να βλάψουν την Δημοκρατία, η Κοινότητα, επειδή ακριβώς είχε στηριχτεί σε Στέρεες Βάσεις εξισορροπούσε ξανά…
Θα πρέπει πάντως να πούμε ότι υπήρξαν πολλές θετικές συγκυρίες που συνέβαλαν να δημιουργηθεί το Αθηναϊκό Πολιτειακό Σύστημα… Μετά την κατάρρευση του αρχαίου κόσμου χάθηκαν οι «προϋποθέσεις» για να ξαναδημιουργηθεί κάτι τέτοιο…
Αν όλα όσα λέμε είναι αληθινά και σωστά (μπορεί να ρωτήσει κάποιος) τότε γιατί ο Πλάτωνας που Οραματιζόταν μία Κοινωνία Σοφών, Ενάρετων, Δίκαιων, Ανθρώπων, δεν ήταν ικανοποιημένος από την Αθηναϊκή Δημοκρατία;… Στην πραγματικότητα ο Πλάτωνας (για όποιον «γνωρίζει» την σκέψη του, και γνωρίζει να «διαβάζει»…) είχε σαν Πρότυπο την Αθηναϊκή Δημοκρατία… η «αντίρρησή» του ήταν «αλλού». Ο Πλάτωνας επιθυμούσε μία Πολιτεία ακόμα πιο «τέλεια» και χωρίς αστοχίες. Επιζητούσε (σαν Φιλόσοφος) το Ιδανικό. Ζητούσε πολλά, πάρα πολλά, από τους συμπατριώτες του (παραβλέποντας ότι ήταν «άνθρωποι», κι αγνοώντας το πόσο «ψηλά» βρίσκονταν μέσα στην Ιστορία οι σύγχρονοί του, θρησκευτικά, ιδεολογικά, πολιτισμικά, πολιτικά, από όλες τις απόψεις)… Ασφαλώς; αν ο Πλάτωνας μπορούσε να γνωρίσει τις σύγχρονες πολιτισμένες δημοκρατίες, θα εκτιμούσε πολύ περισσότερο την Αθηναϊκή Δημοκρατία…)… Μολονότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν ήταν στο Ύψος της Ιδανικής Πολιτείας των Αρίστων που θα ήθελε ο Πλάτωνας (ή κάποιοι άλλοι Σοφοί), υπήρξε πάντως πολύ καλύτερη από οποιοδήποτε άλλο πολιτειακό σύστημα εμφανίστηκε μέσα στην Ιστορία, μέχρι σήμερα…
Οι σύγχρονες «ψευτοδημοκρατίες» δεν έχουν καμία σχέση (όπως γράψαμε και πιο πάνω) με την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Ιστορικά, Πολιτειακά, δεν προέρχονται από αυτή, αλλά εκτός αυτού, έχουν τελείως διαφορετικό περιεχόμενο και προσανατολισμό. Είναι κατ’ επίφαση δημοκρατίες. Στην πραγματικότητα δεν είναι δημοκρατίες. Είναι ολιγαρχίες που μεταχειρίζονται τους λαούς, τους χειραγωγούν, τους εξαπατούν, και προπάντων δεν τους υπηρετούν. Τα σημερινά κόμματα σε ολόκληρο τον πλανήτη εκφράζουν τα συμφέροντα ισχυρών ομάδων κι όχι τμημάτων  του λαού. Εκλογές, εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία, όλα είναι απάτη για πολλούς και διάφορους λόγους που μπορούμε να εξηγήσουμε.
1) Η «κυριότερη διαφορά» ανάμεσα στην Πραγματική Δημοκρατία και την σύγχρονη (αστική νεοφιλελεύθερη) ψευτοδημοκρατία είναι ότι στην Πραγματική Δημοκρατία την «εξουσία» την είχε ο λαός ο οποίος διόριζε (και έλεγχε) τους εκάστοτε πολιτικούς άρχοντες, ενώ στην σημερινή ψευτοδημοκρατία την «εξουσία» την «διαχειρίζονται» ολιγαρχικές ομάδες (κάποιων συμφερόντων) που ζητούν (χειραγωγούν, εκβιάζουν, κι αρπάζουν) την «νομιμοποίηση» από τον λαό μέσω των νοθευμένων (συνήθως, με το εκλογικό «σύστημα») εκλογών. Πρόκειται για τελείως διαφορετικό πράγμα.
Μετά, η Πραγματική Δημοκρατία είχε σαν Ιδεολογική Βάση μία Παγκόσμια Διαχρονική Ανθρωπιστική Κοσμοθεωρία (ότι η Φύση Είναι Ενιαία κι ότι όλα τα όντα, στο βάθος της ύπαρξής τους, ταυτίζονται με την Φύση), ενώ η σύγχρονη ψευτοδημοκρατία δεν έχει πραγματική ιδεολογική βάση. Η «παραφθαρμένη» χριστιανική κοσμοθεωρία, και οι διάφορες «πολιτικές» και «οικονομικές» θεωρίες, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν όσα εγκλήματα συμβαίνουν στον πλανήτη, από τους αποικιοκράτες, πλουτοκράτες, τραπεζίτες, και «άρπαγες» που χειραγωγούν, εκβιάζουν και καταδυναστεύουν λαούς…
Μετά, (σαν αποτέλεσμα όλων αυτών) δεν υπάρχει (Κοσμοθεωρητική) Ιδεολογική Κάλυψη της Έννοιας της Δικαιοσύνης. Κι η Δικαιοσύνη που διακηρύσσεται, σαν «αφηρημένη έννοια» (στα σύγχρονα συντάγματα και τους νόμους) είναι «ορφανή» μετέωρη, ξεκρέμαστη, και τελικά δεν εφαρμόζεται…
2) Τα ίδια τα «συντάγματα» (οι καταστατικοί χάρτες της πολιτείας) είναι φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο που παρά την διακήρυξη ότι «η εξουσία ανήκει στον λαό» (και την οποία κάνουν για να «νομιμοποιηθούν») στην πραγματικότητα με τις «μεθοδεύσεις» η εξουσία αρπάζεται και αφαιρείται από τον λαό που δεν έχει κανένα έλεγχο στα πολιτειακά και πολιτικά δρώμενα.
3) Όχι μόνο τα συντάγματα αλλά και οι νόμοι και η λειτουργία της πολιτείας είναι βαθιά αντιδημοκρατικά.
4) Δεν εξασφαλίζεται, πάνω από όλα, το κοινό αγαθό, το καλό όλων.
5) Υπάρχει ανισότητα, ανισορροπία στην κοινωνία, εξόφθαλμη παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και μεγάλες αδικίες.
6) Τα κόμματα δεν εκπροσωπούν με την ιδεολογία τους τον λαό (ή τμήματα του λαού), αλλά εξυπηρετούν συμφέροντα λίγων. Η ένταξη στα κόμματα ή η προσκόλληση γίνεται μόνο για να επωφεληθούν οι συμμετέχοντες από την διαχείριση της εξουσίας.
7) Οι εκλογές γίνονται με βάση ψευδή στοιχεία, ψευδείς δηλώσεις και με πρόθεση μόνο την «αρπαγή της ψήφου».
8) Οι «εκπρόσωποι» της λαϊκής βούλησης είναι μέτριοι, ανίδεοι, συχνά ανίκανοι, και μερικές φορές «κοινοί εγκληματίες». Προωθούνται στην πολιτική μόνο για το δικό τους συμφέρον (και το συμφέρον των αφεντάδων τους) και (με κατοχυρωμένο από το σύνταγμα νόμο) δεν «ελέγχονται». Το μόνο προσόν τους είναι η «δήλωση πίστης» στα «αφεντικά» και η κομματική ταυτότητά τους.
9) Τα προβλήματα στον σύγχρονο κόσμο δεν επιλύονται από τους «πολιτικούς». Αντίθετα, «εξ’ αιτίας» τους μεγαλώνουν.
10) Αν έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί ο λαός συμμετέχει σε αυτό το «στημένο βρώμικο παιχνίδι»; Κάποιοι έχουν συμφέρον (γιατί θα βολευτούν από την «κατάσταση»), κάποιοι εξαπατώνται, κάποιοι ελπίζουν ότι «όλα τα γουρούνια δεν έχουν την ίδια μούρη»… Αλλά αυτό δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη… Αλήθεια, όταν ψηφίζεις ψεύτες κι ανίκανους για να σε κυβερνήσουν, γιατί παραπονιέσαι που σε κοροϊδεύουν και κυβερνούν άσχημα και σε οδηγούν στην καταστροφή;
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η «σύγχρονη αστική φιλελεύθερη κοινοβουλευτική αντιπροσωπευτική δημοκρατία», είναι ως προς την ουσία της, την λειτουργία της, και τους στόχους της «ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ» που ευνοεί τους «κατέχοντες πλούτο» και τους «υπηρέτες» τους. Απλά, με την χειραγώγηση του πλήθους, την αρπαγή της ψήφου, ντύνεται τον μανδύα του δημοκρατικού καθεστώτος και «νομιμοποιεί» τον άδικο, αυταρχικό, αντικοινωνικό, χαρακτήρα της… Ο μύθος της «ελεύθερης κοινωνίας με ίσες ευκαιρίες για όλους» θα ήταν ένα κακόγουστο αστείο αν δεν ήταν μία φριχτή τραγωδία… Είσαι ελεύθερος να ζήσεις, αλλά μπορείς; Είσαι ελεύθερος να ταξιδέψεις, αλλά μπορείς; Είσαι ελεύθερος να πλουτίσεις, αλλά έχετε δει πολλούς φτωχούς να γίνονται βιομήχανοι, ή εφοπλιστές;… Επιτέλους, μπορούμε να δούμε λίγο γύρω μας, τι γίνεται;

Η  «απάτη» των σύγχρονων αστικών φιλελεύθερων δημοκρατιών
Η Πραγματική Δημοκρατία (αν εννοούμε αυτό που λένε οι λέξεις… και δεν δίνουμε εμείς ό,τι νόημα θέλουμε, κατά το συμφέρον μας…) αποδίδει Αυτοδίκαια και Άμεσα την Εξουσία στον λαό, στην κοινότητα, στον «δήμο», σε ΟΛΟΥΣ… Πραγματική Δημοκρατία λοιπόν, είναι η Άμεση Συμμετοχική Δημοκρατία, στην Βάση του Δικαίου, της Ισονομίας, της Συλλογικής Ευθύνης, και Συνεχούς Παρέμβασης προς αποκατάσταση των «εκτροπών».
Η Άμεση Δημοκρατία Θεσμοθετεί, Ελέγχει, και Αναθεωρεί (εκ του «μηδενός» τα πάντα). Με Δικαιοσύνη, με Μέτρο, μπορεί να Αναθεωρήσει ακόμα και Βασικούς Θεσμούς (όταν κριθεί αναγκαίο) και δεν περιορίζεται στην «διαχείριση της εξουσίας».
Πραγματική Δημοκρατία δεν εφαρμόζεται σήμερα πουθενά (με εξαίρεση κάποια μέρη της Ελβετίας σε τοπικό επίπεδο…)
Η ψευτοδημοκρατία των σύγχρονων ευρωπαϊκών (και μη) κρατών δεν έχει καμία σχέση με την Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και δεν προέρχεται «ιστορικά» ή «ιδεολογικά» από αυτήν… Η αντιπροσωπευτική (κοινοβουλευτική) δημοκρατία είναι ένα «νόθο κατασκεύασμα» εξουσίας κάποιων ισχυρών ομάδων,  που προήλθε από μη δημοκρατικούς πολιτειακούς οργανισμούς,  και το οποίο με δικαιολογία την λαϊκή εξουσία άρπαξε την εξουσία από άλλους «φορείς εξουσίας» (βασιλιάδες, τυράννους, κλπ…)…
Στην πραγματικότητα οι βασικοί θεσμοί (το βαθύ κράτος) που ίσχυε στα μη δημοκρατικά καθεστώτα έμεινε ανέπαφο… την «εξουσία» πήραν ολιγαρχικές ομάδες (συμφερόντων), και οι δήθεν εκφραστές  της λαϊκής εξουσίας «διαχειρίζονται» την εξουσία προς όφελος των συμφερόντων των ομάδων τους και όσων συμπορεύονται μαζί τους (μέσα από την κομματική οργάνωση, ή τον «επηρεασμό»…), κι όχι προς όφελος όλων… Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι σύγχρονοι φορείς εξουσίας (κόμματα, κινήματα, κλπ.) εκπροσωπούν ολιγαρχικές ομάδες κι όχι το λαό ή τμήματα του λαού… η «νομιμοποίηση» μέσω της «λαϊκής εντολής» των εκλογών, θα ήταν «παρωδία», αν δεν ήταν «τραγωδία»…
Τελικά, το μόνο που έγινε (ιστορικά, τους τελευταίους αιώνες) ήταν ότι οι «πλουτοκράτες» (πραγματικοί φορείς της «εξουσίας» και εντολείς των πολιτικών ανδρείκελων…) παραχώρησαν «φαινομενική εξουσία» στις «ομάδες πίεσης»… ενώ στην πραγματικότητα τους χρησιμοποιούν (όλες αυτές τις «πολιτικές μαριονέτες») και τους χειραγωγούν, να υπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα (της πλουτοκρατίας)… Η πολιτική τάξη (όλοι αυτοί που ασχολούνται με την «πολιτική» και σαν γυμνοσάλιαγκες αναρριχώνται στην «εξουσία) είναι μία τάξη αξιοθρήνητων ανθρώπων, που ενώ υπηρετούν (πιστά) τους αφεντάδες τους, παριστάνουν ότι «υπηρετούν το λαό. Διπρόσωποι, υποκριτές, ρουφιάνοι, μέτριοι άνθρωποι, αξιοθρήνητοι. Οι «δίκαιοι» και «τίμιοι» και «καθαροί» άνθρωποι, δεν εμπλέκονται στην «πολιτική», (κι αν «εμπλακούν» δεν μένουν…)… Οι μόνοι «εξαπατημένοι» είναι οι απλοί άνθρωποι του λαού… που «αυταπατώνται» (ή «πείθονται») ότι ζουν σε έννομο κράτος δικαίου, ότι υπάρχει αληθινή δημοκρατία, κι ότι πρέπει να είμαστε όλοι ευχαριστημένοι που μας «κυβερνούν» τόσο «φωτισμένοι» και «καλοί» και «άξιοι» άνθρωποι σαν τους πολιτικούς (και σε αυτό τον «έρημο τόπο»… και παραπέρα…)…
Γιατί τα ισχυριζόμαστε όλα αυτά; Και πως τα δικαιολογούμε;… Κατ’ αρχήν η Αληθινή Δημοκρατία δίνει την Εξουσία Άμεσα κι Ολοκληρωτικά στο Λαό, Απαιτεί την Άμεση Συμμετοχή Όλων στην λειτουργία της κοινωνίας, κι Εργάζεται προς όφελος όλων (κι όχι συμφερόντων). Αυτό δεν συμβαίνει στις σύγχρονες ψευτοδημοκρατίες. Τα συντάγματα (όπου θεσπίστηκαν) είναι κατά βάση «βαθιά αντιδημοκρατικά κείμενα νόμων» που όχι μόνο παραβιάζουν Βασικές Αρχές της Δημοκρατίας, αλλά ακόμα και Βασικά Ανθρώπινα Δικαιώματα, άσχετα με το τι ισχυρίζονται οι «φωτισμένοι συνταγματολόγοι» που τα επεξεργάζονται, τα υιοθετούν, και τα υπερασπίζονται… Το γεγονός ότι «γράφουν κάτι» στο «σύνταγμα» και το ψηφίζουν μεταξύ τους (χωρίς τον «λαϊκό έλεγχο») δεν το καθιστά ιερό κι απαραβίαστο. Ούτε επειδή «λέει» κάτι το «σύνταγμα» σημαίνει ότι είναι «Δίκαιο» κι ότι δεν πρέπει να αλλάξει… Τα «συντάγματα» (που αποδεδειγμένα είναι «αντιδημοκρατικά» και «αντιλαϊκά») μπορούν και πρέπει να αλλάζουν. Το Απαιτεί η Δικαιοσύνη… Έτσι όπως είναι «φτιαγμένα» τα «συντάγματα» υπηρετούν τα συμφέροντα κάποιων λίγων κι όχι όλων… Οι ολιγαρχικές ομάδες που «διαχειρίζονται την εξουσία» ταυτίζουν (κακώς) το δικό τους συμφέρον με το «δημόσιο συμφέρον». Όταν αναφέρονται στο «δημόσιο συμφέρον» εννοούν πάντα το «δικό τους συμφέρον»… Ποιος κοροϊδεύει ποιόν; Όλοι από το ίδιο «χωριό» είμαστε…
 Η χειραγώγηση, η εξαπάτηση, η μη τήρηση προγραμμάτων, κλπ., υφαρπάζει την λαϊκή εξουσία, αφού η εκλογή γίνεται με ψευδή δεδομένα, παραποιημένα στοιχεία. Η εκλογή των αντιπροσώπων δεν γίνεται με «απλή αναλογική» (για να «αποτυπωθεί» επακριβώς η λαϊκή βούληση), αλλά συχνά με νόθα συστήματα που αλλοιώνουν την αντιπροσώπευση, προς όφελος των κομμάτων εξουσίας… Εξ’ άλλου η «αντιπροσώπευση» (όπως εφαρμόζεται στις σύγχρονες ψευτοδημοκρατίες, μέσω των «εκλογών») στην πραγματικότητα νοθεύει την «λαϊκή εξουσία», αφού δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκλησης όταν ο λαός έχει «εξαπατηθεί» (την λύση δεν την δίνουν τα «συντάγματα»… η λύση είναι να μην ξαναφήσει ο λαός τους «απατεώνες»… εν τω μεταξύ όμως οι «απατεώνες» «διαχειρίζονται την εξουσία»… πολύ δημοκρατικό!…)…
Τα σύγχρονα «συντάγματα» όχι μόνο υφαρπάζουν την λαϊκή εξουσία, αποκλείοντας τον λαό από την διακυβέρνηση, αλλά του αποκλείουν και την δυνατότητα παρέμβασης μέχρι τις επόμενες εκλογές. Δεν υπάρχουν καν δημοψηφίσματα. Δεν υπάρχει δυνατότητα συμμετοχής του λαού στην ψήφιση νόμων, δεν υπάρχει δυνατότητα (σε περίπτωση που ο λαός θεωρεί ένα νόμο άδικο) άρνησης τήρησης του νόμου (με την συγκέντρωση υπογραφών, την λαϊκή διαμαρτυρία, κλπ… ), αντίθετα υπάρχουν εξαναγκαστικοί μηχανισμοί και κατασταλτικές ομάδες, προκειμένου να εφαρμοσθούν ακόμα και «άδικοι» νόμοι… πολύ δημοκρατικό!...
Ακόμα οι υποστηρικτές τέτοιων «συνταγμάτων» έχουν «κατοχυρώσει συνταγματικά» την ατιμωρησία τους «ό,τι κι αν κάνουν»… πολύ δημοκρατικό!
Τελικά, τα σύγχρονα «συντάγματα» είναι αυταρχικά, φτιαγμένα στα μέτρα αυτών που κατέχουν τον πλούτο, και των υπηρετών τους (που «διαχειρίζονται» την εξουσία), και των συνοδοιπόρων τους, κι όχι για τον συμφέρον όλων.
Το χειρότερο από όλα δεν είναι η συνειδητή εξαπάτηση του λαού από τους επαγγελματίες πολιτικούς, είναι η ατιμωρησία… Η «Δικαιοσύνη» που θα έπρεπε να είναι Ανεξάρτητη Αρχή, παρακολουθεί απαθής την «εξουσία» να παραβιάζει ακόμα κι αυτό το «κακό σύνταγμα» και τους «νόμους» και δεν επεμβαίνει. Αντίθετα «απονέμει δικαιοσύνη» κατ’ εντολή της «εξουσίας»…
Έτσι, η «πολιτική» στις σύγχρονες ψευτοδημοκρατίες είναι ένα αισχρό παιχνίδι εξουσίας, «διαχείρισης» της εξουσίας, όχι με καθαρά και τίμια μέσα, αλλά συχνά με μυστικές συμφωνίες, εκβιασμούς, δωροδοκίες, αλλοιώσεις στοιχείων,  προπαγάνδα, εξαπάτηση εαυτών και αλλήλων… Κι οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε όλη αυτή την διαδικασία της πολιτικής διαχείρισης, είναι άνθρωποι χωρίς Ηθική και προσόντα (γιατί οι «τίτλοι πανεπιστημίων» μπορούν και να «αγορασθούν» στο διεφθαρμένο σύστημά τους… δεν λένε απολύτως τίποτα…). Θρασείς, Αυτιστικοί, και συχνά «κοινοί εγκληματίες»… Όλος ο πλανήτης βρίσκεται στην ίδια κατάσταση…
Και δεν μας ενδιαφέρει τι λένε οι πολιτικοί και οι υπερασπιστές τους, είτε από καθέδρας, είτε στους άμβωνες, είτε στα «μέσα μαζικής αποβλάκωσης»… Δεν υπάρχουν «Πολιτικοί Άνδρες», μόνο ανδρείκελα, ανθρωπάκια που φροντίζουν μόνο το συμφέρον της τάξης που υπηρετούν, υποκριτές, ψεύτες, και τελικά μισάνθρωποι, αφού επιμένουν να υπηρετούν «άλλα συμφέροντα», διαφορετικά από το συμφέρον όλων…
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι όλα αυτά τα «κουρελόχαρτα» που ονομάζουν «συντάγματα» είναι βαθιά αντιδημοκρατικά, αντιδραστικά, και προπάντων δεν εξασφαλίζουν «Δικαιοσύνη». Δεν έχει σημασία τι διακηρύσσουν  στα λόγια… Σημασία έχει  να εξασφαλίζουν την εφαρμογή όσων διακηρύσσουν (ισονομία, δικαιοσύνη, κλπ…) στην πράξη. Και δεν το κάνουν. Ούτε Δημοκρατία υπάρχει, ούτε Δικαιοσύνη, ούτε Ισότητα, ούτε Κοινωνία… Η ίδια η «κοινωνία» συγκρατείται τεχνητά σε σύνολο, ενώ στην πραγματικότητα είναι διασπασμένη σε χιλιάδες κομμάτια με διαφορετικά συμφέροντα, κι ας μην θέλουν να το «βλέπουν» οι κάθε είδους «βολεμένοι»… Υπάρχουν τεράστια περιθώρια «εκδημοκρατισμού», των συνταγμάτων, της νομοθεσίας, και της λειτουργίας της κοινωνίας… Το σίγουρο είναι ότι αυτό (τον εκδημοκρατισμό) δεν θα το κάνουν ούτε οι πλουτοκράτες, ούτε οι (εγκάθετοι εντολοδόχοι τους) τα ανδρείκελα οι πολιτικοί… Μόνο η λαϊκή επανάσταση μπορεί να φέρει «αλλαγή»… Αλλά τι είδους επανάσταση; Αυτό χρειάζεται πολλές επεξηγήσεις…

Ο σύγχρονος άνθρωπος μέσα στον σύγχρονο αυταρχισμό, και η «επανάσταση»
Υπάρχει Μία Αντικειμενική Φυσική Πραγματικότητα, Ανεξάρτητη από τις όποιες «αντιλήψεις» των ανθρώπων. Ονομάζουμε Αυτή την Πραγματική Φύση, Πραγματικότητα, Θεό, κλπ. Αυτή η Φύση Είναι η Βάση Όλων, Στηρίζει τα Πάντα, κι Ολοκληρώνει (μέσω της Αυτογνωσίας και της Συνειδητοποίησης) τα Πάντα…
Κάθε ον λοιπόν που έρχεται στην ύπαρξη «εντάσσεται» μέσα σε Αυτή την Φυσική Πραγματικότητα κι ανάλογα το πόσο έχει «συνείδηση» της Πραγματικής Φύσης του ή απορροφιέται στις επιφανειακές δραστηριότητες της ύπαρξης «τοποθετείται» στην Κλίμακα των Όντων… Τόσο απλό!... Αυτό το είχαν αντιληφθεί οι Αρχαίοι Έλληνες (ο Ορφέας, οι Μύστες, οι Φιλόσοφοι, οι απλοί Έλληνες) κι είχαν διαμορφώσει Μία Αντίληψη (Κοσμοθεωρία) που θεωρεί την Φύση (το Απόλυτο Είναι, τον Θεό, τον Δία…) σαν Βάση Όλων… και τον Άνθρωπο σαν Συμμέτοχο της Φύσης (στο βάθος της ύπαρξής του) σαν Εν Δυνάμει Απόλυτο Ον, που μπορούσε με την Αυτογνωσία να Ανυψωθεί Ως την Θεότητα… Έτσι, για τους Αρχαίους Έλληνες η Αντικειμενική Φυσική Πραγματικότητα και η Ζωή (η Κοσμοθεωρία τους, η Οργάνωση της ζωής, η καθημερινότητά τους) ταυτίζονταν… Κάθε Έλληνας λοιπόν που ερχόταν στην ύπαρξη (που γεννιόταν μέσα στην Κοινότητα των Ελλήνων) εντασσόταν μέσα σε Αυτή την Φυσική Πραγματικότητα και μπορούσε μέσω της Αυτογνωσίας (της Μύησης όπως δίδασκε ο Ορφέας κι οι Μύστες της Ελευσίνας, της Φιλοσοφίας όπως δίδασκε ο Πλάτωνας, οι Σοφιστές, ο Αντισθένης, ο Επίκουρος, κι αργότερα ο Πλωτίνος…) να Γνωρίσει την Αληθινή Φύση, τον Εαυτό και να Ανυψωθεί Ως τους Κόλπους της Θεότητας… Μέσα σε αυτό το Κοσμοθεωρητικό Πλαίσιο η Γνώση (η Γνώση της Φύσης, η Αυτογνωσία) μετατρεπόταν σε Αρετή, Δικαιοσύνη, Ανδρεία, Σωφροσύνη, Φρόνηση, με λίγα λόγια Ορθή Ζωή. Σε μία Τέτοια Κοινότητα λοιπόν η Αρετή ταυτιζόταν με την ζωή, με την πολιτική, και με την καθημερινή δράση των ανθρώπων…
Σήμερα όμως τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Ασφαλώς Υπάρχει Μία Φυσική Πραγματικότητα στην Οποία εντάσσονται και λειτουργούν τα όντα, αλλά οι αντιλήψεις των ανθρώπων και η ζωή τους είναι σε διάσταση με Αυτή την Πραγματικότητα. Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται (τουλάχιστον στην «Δύση») στα πλαίσια της χριστιανικής κοσμοθεωρίας (όχι μέσω της  πραγματικής διδασκαλίας του Ιησού και των μυστικών πατέρων αλλά μέσω μίας νόθου χριστιανικής κοσμοθεωρίας…) τον Θεό, όχι σαν την Φυσική Βάση (της Ύπαρξης και της ύπαρξής τους) αλλά σαν κάτι «έξω», «αντικειμενικό»… Δεν βρίσκουν τον Θεό Εντός (στο βάθος της ύπαρξής τους), αλλά Τον αναζητούν σαν αντικείμενο της σκέψης, έξω… Αυτός ο «Θεός» είναι ένα είδωλο, μία προβολή της σκέψης τους. Κι ένας τέτοιος «ψεύτικος θεός» δεν μπορεί να «εμπνεύσει» ούτε Αρετή, ούτε Δικαιοσύνη, ούτε τίποτα (παρ’ όλες τις διακηρύξεις των υπερασπιστών του «ψεύτικου θεού» που ποτέ δεν γίνονται πράξη)… Κάτι ανάλογο συμβαίνει στον ισλαμικό κόσμο, και στον υπόλοιπο πλανήτη… Από την άλλη μεριά η Κοινωνία έχει οργανωθεί όχι με βάση το Φυσικό Δίκαιο (αφού έχει απολεσθεί η Έννοια της Φύσης σαν Βάσης των Πάντων και ταυτόχρονα Πηγής Δικαιοσύνης, έχει απολεσθεί και η Δικαιοσύνη…) αλλά με βάση το «ΖΩΩΔΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΟΥ». Ό,τι συμβαίνει στην ζούγκλα, στις αγέλες των ζώων, συμβαίνει και στην ανθρώπινη κοινωνία. Οποιοσδήποτε άνθρωπος το γνωρίζει αυτό και μπορεί να το βεβαιώσει. Ισχυρές ομάδες, στην διάρκεια χιλιετηρίδων, έχουν διαμορφώσει τους θεσμούς στα μέτρα τους και σύμφωνα με το συμφέρον τους, κι ασκούν μία βίαιη, αυταρχική και κατά κανόνα άδικη εξουσία σε βάρος των πολλών (είτε αυτοί το κατανοούν, είτε όχι). Τα πολιτικά συστήματα των ανθρώπων δίνουν ελάχιστη σημασία στον άνθρωπο και πιο πολύ στην διαχείριση της εξουσίας (πάντα προς όφελος των λίγων) και στην οικονομία (όπως την αντιλαμβάνονται και την εφαρμόζουν οι πλουτοκράτες, οι πολιτικοί εντολοδόχοι τους και οι συνοδοιπόροι τους)…
Έτσι, ανάμεσα στην Αντικειμενική Φυσική Πραγματικότητα και στην Ζωή (δηλαδή την κοσμοθεωρία των ανθρώπων, την κοινωνική οργάνωση, το πολιτικό σύστημα, και την καθημερινή ζωή) υπάρχει πλήρης διάσταση…
Όταν λοιπόν ο σύγχρονος άνθρωπος έρχεται στην ύπαρξη, στον σημερινό κόσμο, ασφαλώς υφίσταται και λειτουργεί μέσα στην Αντικειμενική Φυσική Πραγματικότητα (κι έχει περισσότερη ή λιγότερη Αυτογνωσία, Γνώση της Αληθινής Φύσης του), αλλά ταυτόχρονα αυτή η Φυσική (Οντολογική, Γνωσιολογική, Ηθική) διάστασή του δεν αντιστοιχεί στις επικρατούσες αντιλήψεις που έχουν διαμορφώσει οι σύγχρονες κοινωνίες. Ο σύγχρονος άνθρωπος Είναι Φύση, Ανήκει στη Φύση, Ολοκληρώνεται στην Φύση, ταυτόχρονα εντάσσεται (κι υιοθετεί) σε ένα κοσμοθεωρητικό σύστημα τελείως λανθασμένο, καλείται να ζήσει σε ένα τεχνητό κοινωνικό-πολιτιστικό-πολιτικό-οικονομικό σύστημα (που εκφράζει μόνο τις αντιλήψεις και τα συμφέροντα των λίγων), και να ζήσει μία ζωή αποκλεισμένη από τις Ρίζες της Φύσης, τεχνητή κι αλλοπρόσαλλη…
Τι γίνεται λοιπόν; Όσοι άνθρωποι (είτε από «μεταφυσική καταγωγή», λόγω δηλαδή της συσσωρευμένης εμπειρίας από  προηγούμενες ζωές, είτε από προσωπική κλίση, ενδιαφέρον, έρευνα, είτε από «τύχη»…) αναζητούν την Αλήθεια προσπαθούν να διορθώσουν αυτές τις στρεβλώσεις που αντιμετωπίζουν στην κοινωνία που έρχονται. Αναζητούν την «Αληθινή Θρησκεία», την Αληθινή Σοφία, την Αλήθεια… και τελικά καταλήγουν στο ότι «Όλα Είναι Ένα», κι ότι (κι αυτοί οι ίδιοι) είναι Αυτό το Ένα, και Βρίσκουν τον Θεό Εντός, μέσω του «γνώθι σαυτόν»  (που αναφέρεται βέβαια στην Γνώση της Αληθινής Φύσης μας, κι όχι στην γνώση των επιφανειακών χαρακτηριστικών της ύπαρξης…)… Τέτοιοι άνθρωποι, που Βιώνουν την Πραγματικότητα, την Γνώση, την Αρετή, δεν μπορούν να «ενταχτούν» στην «σύγχρονη άδικη κοινωνία». Είτε θα αποσυρθούν, είτε θα ασκήσουν «κριτική πολιτισμού», είτε θα αναλάβουν «διαφωτιστικό έργο» για να μιλήσουν σε όσους ανθρώπους «ακούνε». Αλλά ποτέ δεν θα ανακατευτούν με την «διαχείριση της εξουσίας», γιατί δεν υπάρχει Ηθική στην εξουσία και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων…
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν άνθρωποι προσανατολισμένοι προς τον εξωτερικό κόσμο, διανοούμενοι και μη, που πιθανώς αντιλαμβάνονται τις αντιφάσεις της Πραγματικότητας με την Ζωή όπως έχει οργανωθεί σήμερα και κρατούν μία κριτική στάση προσπαθώντας να βελτιώσουν το «σύστημα», είτε μέσω του στοχασμού, είτε μέσω της κοινωνικής, ή και πολιτικής δράσης…
Υπάρχει επίσης ένα πλήθος ανθρώπων που επιθυμούν να ενταχθούν στο «σύστημα», στην διαχείριση της εξουσίας, στην κοινωνική ζωή, κλπ… κι αυτοί που είναι που στελεχώνουν τον πολιτικό κόσμο, τον οικονομικό χώρο, και την κοινωνία…
Κι υπάρχει κι ένα τεράστιο απαθές πλήθος που σύρεται κυριολεκτικά μέσα στο «σύστημα» και χρησιμοποιείται σαν πρώτη ύλη, σαν μάζα κατανάλωσης για την κοινωνική μηχανή…
Αυτή είναι η κατάσταση σε γενικές γραμμές…
Ειδικότερα για το Πολίτευμα και τους πολιτικούς… Καθώς η Αντικειμενική Φυσική Πραγματικότητα δεν σχετίζεται με την οργάνωση της ζωής, τις αντιλήψεις, την κοινωνική οργάνωση, τους θεσμούς, τη ζωή,  είναι ολοφάνερο ότι στην κοινωνία, στην πολιτική ζωή και στην ζωή γενικότερα δεν υπάρχει καμία Φυσική Ηθική, αλλά επικρατεί (αποδεδειγμένα εκ των πραγμάτων) η ανηθικότητα…
Βεβαίως, όλος ο πλανήτης είναι θρησκευόμενος. Βεβαίως διακηρύσσουν μία χριστιανική (ή μία ισλαμική, ή άλλου είδους) ηθική αλλά που εφαρμόζονται αυτά; Μήπως ζούμε σε άλλο πλανήτη; Οι χριστιανοί ευρωπαίοι δεν έκαναν τις σταυροφορίες; Δεν είναι οι χριστιανοί αποικιοκράτες που εδώ και αιώνες σκλαβώνουν λαούς; Δεν είναι οι χριστιανοί αμερικανοί που βομβαρδίζουν χώρες ή επιχειρούν μία ανήθικη κατοχή; (όχι ότι σε αυτές τις χώρες επικρατούσε δικαιοσύνη και τάξη… αλλά ποιος θεός έχρισε κάποιους προστάτες του πλανήτη; Και γιατί δεν αφήνουν τους λαούς να λύσουν μόνοι τους τα προβλήματά τους; Προφανώς όλα αυτά εξυπηρετούν κάποια συμφέροντα…). Δεν είναι οι πολιτισμένοι χριστιανοί της δύσης που πρόσφατα βομβάρδισαν την Λιβύη κι έκαναν αλλαγή εξουσίας; Λες και θα αλλάξει τίποτα για τον δύσμοιρο λαό… πεισθήκαμε τώρα…
Επιτέλους! Η υποκρισία έχει και όρια. Και εμείς σε αυτόν τον πλανήτη ζούμε… και μάτια έχουμε να δούμε και αυτιά να ακούσουμε και νου να κρίνουμε. Οι πράξεις νομιμοποιούνται με την Ηθική και το αποτέλεσμα, κι όχι με τα ξύλινα λόγια των πολιτικών…
Το τελικό συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι όταν ο σύγχρονος άνθρωπος έρχεται στη ζωή έρχεται σε ένα σχιζοφρενικό κόσμο κι εντάσσεται σε ένα σύστημα που ούτε έχει σχέση με την Πραγματικότητα, ούτε μπορεί να τον οδηγήσει πουθενά…
Τι κάνει λοιπόν; Ή θα πρέπει (αν το θέλει και μπορεί…) να απαρνηθεί αυτό το σύστημα, την οργάνωσή του, τις αξίες του, την ζωή του, και να ακολουθήσει τον Δρόμο του, τον Δρόμο της Αλήθειας, της Αληθινής Ζωής, και να είναι Άνθρωπος… ή αλλιώς θα πρέπει να «ενταχθεί στην κοινωνία», να μπει στην κρεατομηχανή του συστήματος και να γίνει ένα «νούμερο»… Το θέμα είναι ότι καθένας έχει (σύμφωνα με το Φυσικό Νόμο) την Ευθύνη της Ύπαρξής του, κι αποφασίζει για την ζωή του. Άλλοι θεωρούν σαν μεγάλο μάθημα ζωής την Αλήθεια, την Βίωση της Αλήθειας, άλλοι νομίζουν ότι δικαιούνται και πρέπει να κατακτήσουν τον κόσμο, την εξουσία, την κοινωνία, τον πλούτο, την ζωή, έστω και χωρίς ηθική, έστω και χωρίς αξίες, έστω και χωρίς πραγματική ειρήνη μέσα τους, κι αληθινή ευτυχία στην καρδιά τους… Άλλοι πάλι είναι τόσο ανήμποροι που σύρονται στη ζωή…
Πρέπει λοιπόν καθένας να αναρωτηθεί για τον εαυτό του και πρέπει να διαλέξει ή τον Δρόμο της Γνώσης και της Αρετής, ή τον δρόμο της κακίας, της αποσύνθεσης, και του χάους… Καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει στην ζωή και κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν για τις δικές του επιλογές… Η Αληθινή Επανάσταση είναι αυτό που πρέπει να κάνει ο καθένας μέσα του, για τον εαυτό του… Άλλη Επανάσταση δεν υπάρχει…

Η «Αληθινή Επανάσταση»
Οποιοσδήποτε άνθρωπος έρχεται σε τούτο τον κόσμο (έτσι όπως έχει οργανωθεί και λειτουργεί…) και διαθέτει «κοινή νοημοσύνη» αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος είναι
χωρίς Αληθινές, Στέρεες, Κοσμοθεωρητικές Βάσεις,
χωρίς Αληθινή Γνώση και Ηθική,
χωρίς Δικαιοσύνη, τελείως παράλογος,
βίαιος, εχθρικό, και γεμάτος προβλήματα, κι αδιέξοδα.
Βεβαίως είναι πολλοί, που όλη αυτή η κατάσταση τους ευνοεί, ευνοεί την τάξη τους, την οικογένειά τους, τους ίδιους… Έτσι θα γίνουν υπερασπιστές αυτού του άδικου κόσμου (που εξασφαλίζει την δική τους ευημερία, κι ας καταστρέφει τεράστιους πληθυσμούς…)… Είναι κι άλλοι που λόγω οντολογικής εξέλιξης, γνωσιολογικής κατάστασης, και ηθικής στάσης, αντιλαμβάνονται και καταγγέλλουν τα γεγονότα και προσπαθούν να διαφωτίσουν τους ανθρώπους και να αλλάξουν όλη αυτή την αδικία, τον παραλογισμό, την φτώχια, την δυστυχία… Πάντως το μεγάλο πλήθος σύρεται, είτε αμέριμνο, είτε ανήσυχο, μέσα σε όλο αυτό το χάος (που κάποιοι ονομάζουν «πολιτισμένο κόσμο»…)…
Για όποιους όμως προβληματίζονται αληθινά για την Ύπαρξη, για την κατάσταση του κόσμου, για τα προβλήματα του απλού ανθρώπου… υπάρχει μόνο ένας δρόμος, ο Δρόμος της Επανάστασης, της Αληθινής Επανάστασης όμως, που μπορεί να φέρει «αλλαγή» στον κόσμο…
Ευτυχώς ή δυστυχώς ο Δρόμος της Αληθινής Επανάστασης Περνάει από Μέσα μας. Αν εμείς (οποιοσδήποτε εξεγείρεται ενάντια σε αυτή την «κατάσταση του κόσμου…) δεν στραφούμε Μέσα μας, να Γνωρίσουμε Αυτό που Είμαστε, κι αν με το Φως Αυτής της Γνώσης δεν Φωτίσουμε την Δράση μας με Ηθική, Αρετή, Δικαιοσύνη… τότε πως θα «αλλάξουμε» τον κόσμο;… Αν δεν το κάνουμε (σαν Πρώτη Κίνηση) αυτό, όντας ανώριμοι κι ανέτοιμοι, όσες εξωτερικές επαναστάσεις κι αν διοργανώσουμε ή πραγματοποιήσουμε θα οδηγήσουν στην ανακύκλωση του χάους, στα ίδια προβλήματα, στα ίδια αδιέξοδα… Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Πρέπει να ξεκινήσει από Μέσα μας (Μέσα στον καθένα μας…)… Όσες, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, επαναστάσεις κι αν κάνουμε, χωρίς πρώτα να έχουμε εμείς οι ίδιοι γίνει Αληθινοί Άνθρωποι, Ηθικοί, Δίκαιοι, όλες θα καταλήξουν στην ίδια κατάσταση που υπάρχει σήμερα…
Τι σημαίνει όμως να Επαναστατήσουμε Αληθινά, ξεκινώντας από εμάς τους ίδιους, Μέσα μας;
1) Κατ’ αρχήν πρέπει να ΑΠΟΧΤΗΣΟΥΜΕ (να ανακαλύψουμε, να δομήσουμε, να εφεύρουμε…) ΣΤΕΡΕΕΣ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ, που θα Θέτουν την Ενότητα του Όντος (στην Πραγματική Ουσία Του) σαν Αρχή, Πάνω στην Οποία μπορεί να δομηθεί εκ των υστέρων οποιαδήποτε κοσμοθεωρητική αντίληψη. Δεν λέμε ότι κάποιος πρέπει να ασπασθεί την (Ορφική) Αρχαία Ελληνική Αντίληψη του Ενιαίου της Φύσης (του Είναι), ή κάποια ανάλογη θεωρητική αντίληψη (όπως η Βεδαντική Αντίληψη, ή η Βουδιστική Κοσμοθεωρία, ή η Ταοϊστική κοσμοαντίληψη, η ο «χριστιανικός μυστικισμός» τύπου Έκκαρτ, ή ο «σουφισμός»…)… Κάλλιστα μπορεί κάποιος με δικές του έρευνες να «αντιληφθεί» την Πραγματικότητα (του Ενιαίου Όντος) και να «δομήσει»  την προσωπική αντίληψή του… Το σημαντικό είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να Εναρμονιζόμαστε με την Αντικειμενική Φυσική Πραγματικότητα οποιαδήποτε αντίληψη κι αν έχουμε για την Ύπαρξη και τον κόσμο (και να μην «πιστεύουμε» για παράδειγμα ότι η γη είναι επίπεδη… ή ότι όλα είναι «χώμα»…)… Γιατί όλα αυτά που διδάσκονται στους σημερινούς ανθρώπους, της χριστιανικής δύσης, του ισλαμικού νότου, ή της ποικίλης ανατολής, δεν έχουν καμία αντιστοιχία με την Αντικειμενική Φυσική Πραγματικότητα…
2) Θα πρέπει να ΑΠΟΡΡΙΨΟΥΜΕ όλο την «αξιακή κλίμακα» του σάπιου συστήματος, αντιλήψεις, ήθη, τρόπους ζωής, και να βρούμε Μέσα μας (μέσα από την Οντολογική Ολοκλήρωση, την Γνώση, την Ηθική, την Λογική, και το Μέτρο) τις Δικές μας Αληθινές Αξίες στην Ζωή, και με αυτές να οργανώσουμε την ζωή μας…
3)Πρέπει να μάθουμε να ζούμε ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ, Φυσικοί, Καθαροί (Ηθικά), κι όχι σύμφωνα με τα «κοινωνικά πρότυπα» που εξαθλιώνουν τον «άνθρωπο»…
4) Αν χρειάζεται να είμαστε μέσα στον κόσμο (λόγω εξάρτησης, εργασίας, ασχολίας, κλπ…) θα πρέπει να είμαστε «μέσα στον κόσμο αλλά όχι εκ του κόσμου», πρέπει να είμαστε μέσα στον κόσμο με το ΔΙΚΟ ΜΑΣ «ΑΞΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ», και με την Συνειδητή, Ηθική, Δίκαια, Δράση μας, όχι μόνο να είμαστε «Φως στο κόσμο», αλλά και «παρηγοριά» στους παγιδευμένους…
5) Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε εδώ για να «συνειδητοποιηθούμε» σαν όντα, κι όχι για να «μείνουμε» για πάντα…
Αν  πραγματικά θέλουμε να Αντιληφθούμε, να Βιώσουμε, Μέσα μας, την  Ενότητα του Όντος (το Ενιαίο του Είναι, στο Βάθος της Ύπαρξης όλων των όντων…) και να διαπιστώσουμε μόνοι μας, προσωπικά, εμείς οι ίδιοι, ότι όντως, Αυτή Είναι η Ύστατη Πραγματικότητα… κι όχι να μένουμε σε θεωρίες, ή ονειροπολήσεις, έχουμε την δυνατότητα να το κάνουμε… αν το αποφασίσουμε, άμεσα, και πολύ απλά…
Αυτό που Αναζητούμε να Αντιληφθούμε (η Πραγματικότητα, μέσα από Εσωτερική Διερεύνηση και Συνειδητοποίηση) Είναι Αυτό που Υπάρχει κι όχι κάτι που θα κατασκευάσουμε εμείς με την «σκέψη» μας, ή θα αποκαλύψουμε με «προσπάθειες», ή πολύπλοκες «δράσεις»… Η Πραγματικότητα (που μπορεί να Αποκαλυφθεί Μέσα μας) Είναι Ήδη Εδώ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΜΕΝΗ… απλά πρέπει να αδειάσουμε την Συνείδησή μας από όλη την κοινωνική, πολιτισμική, εξωτερική, σαβούρα που μας έχουν «φορτώσει»… Πρέπει να αδειάσουμε τον «Χώρο της Συνείδησης», να Κάνουμε «Χώρο» για να μπορεί να  Εισέλθει η Αλήθεια… Δεν έρχεται η Αλήθεια στον «παραγεμισμένο νου», όπως δεν μπορείς να βάλεις φρέσκο καθαρό νερό σε ένα ποτήρι γεμάτο βούρκο… Πρέπει να σωπάσεις μέσα σου την εσωτερική φασαρία, να δώσεις προσοχή, να «τεντώσεις τ’ αυτιά σου», αν θέλεις ν’ ακούσεις τον «Ήχο της Σιωπής», τον «Ψίθυρο του Αιώνιου»…
Αυτό που λέμε δεν είναι δύσκολο. Ούτε προσόντα απαιτεί, ούτε προσπάθεια, ούτε κόπο… Μονάχα όσοι ικανοποιούνται ή βολεύονται με την «βρωμιά» του κόσμου το βρίσκουν δύσκολο… Την Αλήθεια (την Πραγματικότητα, τον Θεό…) θα την Βρεις «Εκεί που δεν παρεμβαίνει ο άνθρωπος»… Είναι το ίδιο να «περπατάς» στην Εξοχή που δεν φτάνει να «μολύνει» ο άνθρωπος, να «βλέπεις» τα πράγματα γύρω σου, να «ακούς» τους ήχους της φύσης, να «αισθάνεσαι» με όλο σου το κορμί τον αέρα, τις μυρουδιές, να «νοιώθεις» ότι είσαι «ένα» με τον κόσμο γύρω σου… κι είναι το ίδιο να είσαι εγκλωβισμένος στον σύγχρονο τρόπο ζωής, με το πολιτικό χάος, την κοινωνική τρικυμία, την ανεξέλεγκτη τεχνολογία, τον ηλίθιο καταναλωτισμό και τις «κακές» συνήθειες;… Με τον ίδιο τρόπο, είναι το ίδιο να Στρέφεσαι Μέσα σου, σε Χώρους που δεν μπορεί να εισέλθει η ανθρώπινη σκέψη, ο ανθρώπινος εγωισμός κι ατομισμός, η ανθρώπινη ανοησία, η άδικη πράξη, στον ΙΕΡΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΑΝΕΓΚΙΧΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ… και το ίδιο να ζεις με ηλίθιες ανθρώπινες αντιλήψεις, που σου έχουν εμφυτέψει από τότε που ήσουνα μικρό παιδί, με ηλίθιες συνήθειες, σε ένα ηλίθιο τρόπο ζωής;…
Η Αυτογνωσία, μολονότι «διδάχτηκε» (λόγω πολιτισμικών συνθηκών) από Μεγάλους Διδασκάλους, και Μεγάλους Φιλοσόφους, σαν «εσωτερική Μετατόπιση της Συνειδητότητας από το «ανθρώπινο κατασκευασμένο» στο «ΑΧΑΝΕΣ ΑΥΘΥΠΑΡΚΤΟ», σαν Μυστική Διεργασία, κι έλαβε τον μανδύα του Διαλογισμού, της Προσευχής, της Πνευματικής Άσκησης, κλπ., στην πραγματικότητα είναι μία Απλή Φυσική Λειτουργία της Συνειδητότητας. Τελείως απλή. Αρκεί να θέλεις να το κάνεις. Κι αυτό το είχαν «εξηγήσει» οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι στους μαθητές τους, κι ο Βούδας, κι ο Ορφέας, κι ο Λάο Τσε, κι ο Ιησούς… υπάρχουν τα «λόγια» τους…
Κι όσοι «αναρωτιούνται» τι θα γίνει αν απαρνηθούν τον κόσμο, τον τρόπο ζωής τους, τις αντιλήψεις τους, την ίδια την «νοητική διαδικασία» με την οποία αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν κάπου μέσα στον κόσμο… αν θα βρεθούν στο «χάος στο «σκοτάδι»… τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει… Η Συνειδητότητα Είναι ο Χώρος της Ύπαρξής μας. Αν σταματήσουμε να «γεμίζουμε» με σκέψεις, αντιλήψεις, δράσεις, οτιδήποτε (αν όλα αυτά τα απορρίψουμε σαν άχρηστα), τότε στον «Άδειο Χώρο» θα Εισρεύσει «ΦΩΣ ΑΛΗΘΙΝΟ». Θα Ξεδιπλωθεί η Φύση μας, το Αιώνιο θα Γεμίσει τον Χώρο της Συνείδησής μας. Με Αυτό το Φως θα «δούμε» αλλιώς. Με Αυτό το Φως (το Φως της Ενότητας των Πάντων) Αυθόρμητα είμαστε Γνώστες, Ενάρετοι, Δίκαιοι, Αγαθοί προς τους «άλλους», Στήριγμα και Παρηγοριά. Κι ό,τι θέλουμε σε Αυτή την Κατάσταση, θα μας «προστεθεί». Τόσο Απλά!...
Το τελικό συμπέρασμα, πέρα από οποιαδήποτε Μεταφυσική Θεώρηση, ή άποψη, είναι ότι αν πραγματικά έχουμε την Οντολογική Ωριμότητα, την Γνωσιολογική Επάρκεια, το Ηθικό Σθένος, α αντιμετωπίσουμε Υπεύθυνα τον «εαυτό» μας απέναντι στο χάος, στο χάος της κοινωνίας, στο χάος της πολιτικής, στο χάος της οικονομίας, στο χάος της καθημερινότητας, τότε ο μόνος δρόμος που έχουμε είναι ο Δρόμος της Αληθινής Επανάστασης (Μέσα μας) που θα μας «αλλάξει»… από εδώ ξεκινάει η «αλλαγή του κόσμου». Αν εμείς (ο καθένας μας) Ολοκληρωθεί σαν Άνθρωπος, τότε μόνο μπορούμε να επικοινωνήσουμε αληθινά με τους συνανθρώπους μας, που αντιλαμβάνονται το ίδιο με μας… και μόνο τότε, όταν κι άλλοι άνθρωποι διαφωτισθούν και γίνουν πολλοί μπορούν να «απαιτήσουν» να «αλλάξει» ο κόσμος, να «αλλάξουν» τον κόσμο…
Άλλος δρόμος (ευτυχώς ή δυστυχώς) δεν υπάρχει. Άνθρωποι που δεν έχουν εξελιχθεί πνευματικά, που δεν έχουν Γνώση, Ηθική, Αρετή, Δικαιοσύνη, πως θα φτιάξουν μία «σωστή» κοινωνία; Η ΕΥΘΥΝΗ (ευτυχώς ή δυστυχώς) είναι Ακέραια Δική μας (του καθενός). Κι αυτή η Ευθύνη δεν αφορά μόνο εμάς. Κάποιοι (όπως εμείς προσωπικά) βρίσκονται στην «δύση της ζωής» τους. Δεν έχουν ούτε να «κερδίσουν», ούτε να «χάσουν» από τον κόσμο. Αλλά υπάρχουν παιδιά που «έρχονται» σε αυτό τον κόσμο της αδικίας. Ποιο «κόσμο» θα τους κληροδοτήσουμε; Όλοι είμαστε Υπεύθυνοι…

Το Μέλλον του πλανήτη
Αλήθεια, τι μέλλον έχει αυτός ο πλανήτης; Κατ’ αρχήν είναι σημαντικό ένα τέτοιο ερώτημα; Η Άπειρη Ύπαρξη Απλώνεται σε Απεριόριστους Χώρους που δεν μπορεί να «συλλάβει» ο μικρός ανθρώπινος νους (ο εγκλωβισμένος μέσα στην υλική ύπαρξη). Υπάρχουν Ανώτεροι Κόσμοι (Ουσίας Καθαρότερης από την υλική ουσία των φαινομένων του κόσμου). Ακόμα, μέσα στο Υλικό Σύμπαν με τα εκατομμύρια γαλαξίες ασφαλώς υπάρχουν πλανήτες με ζώντα όντα, που έχουν διαφορετική ή παρόμοια εξέλιξη όπως της γης. Επομένως, πόσο σημαντικός είναι τούτος ο πλανήτης; Μέσα στον Χώρο της Ύπαρξης δεν έχει παρά «ελάχιστη» σημασία. Σημασία έχει μόνο για τα όντα της γης, για όλους εμάς που βρισκόμαστε τώρα εδώ, σε τούτη την ζωή. Για εμάς λοιπόν, τι μέλλον έχει τούτος ο πλανήτης;
Άραγε, η Εξέλιξη είναι μονάχα θέμα χρόνου; (και γίνεται μηχανικά;), κι άραγε, είναι βέβαιο ότι η Εξέλιξη κατευθύνεται προς κάποια ολοκλήρωση, έχει κάποιο στόχο;
Για την Ζωή, την Εξέλιξη, δεν έχει σημασία ο χρόνος (ούτε τα «ιστορικά» όντα). Και για εμάς δεν έχει σημασία τι θα γίνει σε 1000, 2000, ή 10000 χρόνια. Όλα αυτά για εμάς (αν «περιορίσουμε» την ύπαρξή μας σε αυτό που είμαστε τώρα εδώ) είναι έξω από τα όριά μας. Το μόνο που μπορεί να έχει σημασία είναι «εμείς», «τώρα», «εδώ», πως εντασσόμαστε στην Εξέλιξη, στην ζωή του ανθρώπου, στην κοινωνία… Όλα ξεκινούν από εμάς, γι’ αυτό κι οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν αυτό που έλεγε συχνά ο Πρωταγόρας, ότι «ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων». Αυτό, έχει όχι μόνο μεταφυσικό βάθος (αφού «προϋποθέτει» την έννοια του Αληθινού Ανθρώπου) αλλά και πραγματικό, ιστορικό, κοινωνικό πλάτος… Εμείς, (όλοι, ο καθένας) είμαστε η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα. Εμείς οι ίδιοι πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Τι κάνουμε; Που κατευθυνόμαστε; Κι εμείς οι ίδιοι πρέπει να δώσουμε την Απάντηση.
Όπως αναλύσαμε και πιο πάνω πρέπει να Αφυπνιστούμε, να Επαναστατήσουμε, να Αλλάξουμε τον κόσμο.
Ο Δρόμος μας αναγκαστικά περνάει μέσα από εμάς. Εμείς πρέπει Πρώτα να ΑΦΥΠΝΙΣΤΟΥΜΕ, να γίνουμε «καλύτεροι», ωριμότεροι, πιο ολοκληρωμένοι, για να μπορέσουμε στην συνέχεια να αλλάξουμε τον κόσμο. Όλα λοιπόν ξεκινούν από την Αυτογνωσία, όλων μας, του καθενός.
Το  Δεύτερο που πρέπει να φροντίσουμε είναι τούτο: Όσοι έχουν Επαρκή Γνώση (όχι «γνώσεις»), Ηθικό Σθένος, και Ισχύ («λόγου» και «δράσης») να ΔΙΑΦΩΤΙΣΟΥΝ όσους περισσότερους ανθρώπους είναι δυνατόν. Αυτό μπορεί να γίνει ευκολότερα σήμερα, μέσα από το παγκόσμιο ηλεκτρονικό δίκτυο. Βεβαίως, το Δίκτυο ελέγχεται ως προς την «λειτουργία» του (κι ως ένα βαθμό ως προς το «περιεχόμενό» του) από τους «εχθρούς» του κόσμου, αλλά υπάρχουν τεράστια περιθώρια (επαναστατικής) «δράσης». Μέσα στο φαινομενικό χάος και την αναρχία του Δικτύου μπορούν να οργανωθούν «λειτουργίες» αντίστασης, «φάροι» ενημέρωσης, «βάσεις» πραγματικής γνώσης. Οι «στρατηγικές» τα «όπλα» και οι «δράσεις» είναι ουδέτερα. Σημασία έχει ποιος τα χρησιμοποιεί και για ποιο σκοπό…
Το Τρίτο που πρέπει να γίνει (κι αυτό θα το κάνουν σύντομα οι επερχόμενες γενιές…) είναι η «ΟΡΓΑΝΩΣΗ», με την έννοια της επικοινωνίας και της ανταλλαγής πληροφοριών. Η Πληροφορία συνιστά το «μέλλον» της ιστορίας… Άλλου είδους «οργάνωση» θα καταστρέψει την ίδια την Ουσία της Γνώσης, τον Διαφωτισμό και την Αυθόρμητη Ολοκληρωμένη Ατομική Δράση…
Το Τέταρτο που οφείλουν α κάνουν όσοι θα επωμιστούν το βάρος να αλλάξουν τον κόσμο, είναι να επεξεργαστούν ΔΡΑΣΕΙΣ και δραστηριότητες πίεσης προς το «σύστημα», για να επιφέρουν έμπρακτα, ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές αλλαγές…
Ακόμα, πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι το «ζητούμενο» είναι ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, που να έχει Κοσμοθεωρητικές Βάσεις, και Ιδεολογική Νομιμοποίηση, που να είναι Ηθική, Δίκαιη, κι Ανθρώπινη… Αλίμονο αν εμπλακούμε στο «σύστημα» νομίζοντας ότι μπορούμε «μέσα από το σύστημα» να αλλάξουμε το «σύστημα», τον κόσμο. Όλοι αυτοί που το επιχείρησαν αποδείχτηκαν ανόητοι, αφελείς, δημαγωγοί χωρίς αποτέλεσμα… Πρέπει να «απαρνηθούμε» το «σύστημα», αλλά όχι τους ανθρώπους…
Τέλος, να σημειώσουμε ότι όσοι προβληματίζονται αληθινά, για την ύπαρξή τους, την κοινωνία, την κατάσταση, το μέλλον, γνωρίζουν ότι ο όποιος «αγώνας» γίνεται, γίνεται με στόχο την Αληθινή Αλλαγή του Ανθρώπου, της Ζωής, της Κοινωνίας… δεν γίνεται έτσι απλά για να «επαναστατήσουμε», να καταστρέψουμε, να δημιουργήσουμε χάος…


Wednesday, November 23, 2011

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ / Θεωρία Δικαιοσύνης (και Δικαίου)

Η Αληθινή Αρετή κι η αρετή των ανθρώπων
Η Αληθινή Δικαιοσύνη και το θεσμοθετημένο δίκαιο
Το Φυσικό Δίκαιο μέσα στην Ιστορία
Το Κοινωνικό Συμβόλαιο
Δικαιοσύνη ή δίκαιο;
Ποιά κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι;
Αναζητώντας το Αγαθόν, την Αληθινή Αρετή και την Ιδανική Πολιτεία

Η Αληθινή Αρετή κι η αρετή των ανθρώπων

Ο ανθρώπινος στοχασμός (χρησιμοποιούμε τον όρο «στοχασμός» με την έννοια της βαθιάς σκέψης, σαν κάτι βαθύτερο, κι οξύτερο από την απλή ανθρώπινη σκέψη…) ξεκινά (ή θα έπρεπε να ξεκινά) από μία Γενική Αρχή, για να ερμηνεύσει το «Φαινόμενο της Ύπαρξης»… Υπάρχει Μία και Μόνη Οντική (και Οντολογική) Αρχή Πάνω στην Οποία Στηρίζονται όλα… Αυτό δεν είναι μία απλή διαβεβαίωση Μεγάλων Ανθρώπων, όπως ο Βούδας, η  ο Ορφέας, η ο Ιησούς, για παράδειγμα, ή μία απλή «θεωρία» (κάποιων φιλοσόφων)… Είναι κάτι που μπορεί να «αποδειχθεί» και να διαπιστωθεί (η αλήθεια της διαβεβαίωσης) από όποιον είναι διατεθειμένος να το κάνει…
Πραγματικά, ξεκινώντας αντίστροφα, από την «δεδομένη συνείδηση», (κι αναζητώντας την Πραγματική Εσώτερη Φύση της, μέχρι το Ύστατο Βάθος της…) μπορούμε (διευρύνοντας οντικά, γνωσιολογικά, και πρακτικά την συνείδηση) να ανυψωθούμε σε Μία Συνείδηση Ευρύτερη του εγώ, Ως Μία Παγκόσμια Συνείδηση (που εκφράζει την Ενότητα του Όντος) κι από Εδώ Ως την Αληθινή Μία Φύση του Παντός…
Αυτοί είναι οι δύο τρόποι της ανθρώπινης διερεύνησης του «Φαινομένου της Ύπαρξης», που ισχύουν ταυτόχρονα και αλληλοσυμπληρώνονται…
Η Μία Παγκόσμια Αρχή, η Αληθινή Φύση του Παντός (είτε την Ονομάζουμε Πραγματικότητα, είτε Αληθινό Είναι, είτε Θεό… οι λέξεις δεν έχουν σημασία…) Είναι το Τελείως Είναι των Φιλοσόφων, Είναι η Πλήρης (Αυτογνωσία και) Γνώση, Είναι το Υπέρτατο Αγαθόν, που (Εκδηλώνοντας την Οντική και Γνωσιολογική Ολοκλήρωση) Εκφράζεται σαν Αγαθόν, Ηθική, Αρετή, και Φωτισμένη Δραστηριότητα…
Βεβαίως, το Ον, στο Ξεδίπλωμά Του, μέσα στον Χώρο της Εκδήλωσης και των Φαινομένων, περιλαμβάνει πολλές οντικές καταστάσεις, από την Αρχέγονη Κατάσταση του Τελείως Είναι μέχρι τους κατώτερους κόσμους και τον κόσμο της ύλης… Συνεπώς η «Συμμετοχή» μας στο Ον (στην Ολοκλήρωση του Όντος) έχει διαβαθμίσεις, και η Βίωση της Αληθινής Φύσης μας διαφοροποιείται. Αν στους Ανώτερους Κόσμους τα όντα Βιώνουν την Ενότητα της Οντικής Αρχής τους, στους κατώτερους κόσμους (και μάλιστα στον κόσμο της ύλης) με δυσκολία Βιώνουν την Εσώτερη Φύση τους και Πραγματώνουν την Φυσική Αρετή…
Χρειάζεται κάποιος να Βαδίσει την Οδό της Αυτογνωσίας για να Πραγματοποιήσει Αρετές όπως ο Ανθρωπισμός (δηλαδή η Ευθύνη για τον εαυτό μας και τους άλλους, ο σεβασμός του άλλου, η αλληλοβοήθεια, η κατανόηση, κλπ…), η Ταπεινότητα (δηλαδή το ξεπέρασμα του εγωισμού και η διάθεση για συνεννόηση με τους άλλους…), η Ισότητα (δηλαδή η ίση αντιμετώπιση όλων, που βεβαίως συμπληρώνει τα κενά κι αναπληρώνει τις ελλείψεις στην ζωή…), η Δικαιοσύνη (δηλαδή η αποκατάσταση κάθε ανισότητας, κάθε αδικίας και κάθε «παράλειψης»…
Οι άνθρωποι δεν μπορούν (και ίσως δεν θέλουν) να Βιώσουν την Αληθινή Φύση τους και την Ζωντανή Αρετή κι αρκούνται στην υλική ευημερία, την «όποια» ψυχολογική ισορροπία, και την στερεότυπη σκέψη που προσλαμβάνουν από το «περιβάλλον»… Και επειδή το επίπεδο των ανθρώπων (από οντική, γνωσιολογική, και ηθική άποψη) είναι πολύ χαμηλό, οι κοινωνίες οργανώνονται με ελλιπή τρόπο, κι αντιμετωπίζουν πάντα (εδώ και χιλιάδες χρόνια μέχρι σήμερα) σοβαρά προβλήματα…
Η Αληθινή Αρετή Βασίζεται στην Οντολογική Ολοκλήρωση και στην Γνωσιολογική Πληρότητα κι είναι κάτι Ζωντανό… αλλά η ανθρωπότητα, ανίκανη να ανυψωθεί ως αυτή την «πνευματική ανάπτυξη» αντιλαμβάνεται την Αρετή σαν κάτι «Ιδανικό» που πρέπει να «εφαρμοσθεί». Έτσι δημιουργείται ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην Αληθινή Αρετή και «αυτό που πράττουμε εμείς». Είναι αλήθεια πως εδώ και χιλιάδες χρόνια οι κοινωνίες προβληματίζονται για το πώς να οργανωθούν και να ζήσουν, προσπαθούν (με βάση την ανθρώπινη πανάρχαια πείρα την παράδοση, τον «πολιτισμό») να βάλουν κανόνες… κι αναφέρονται στην Δικαιοσύνη, στην Ισονομία, στα ανθρώπινα δικαιώματα, κλπ., όλα αυτά δεν είναι ουσιαστικά, τυπικά μόνο αναφέρονται κι ισχύουν. Στην πραγματικότητα οι κοινωνίες των ανθρώπων είναι ζούγκλες…
Η Αληθινή Αρετή (η Δικαιοσύνη, η Ισότητα, κλπ…) Προέρχονται από την Οντολογική Ολοκλήρωση ενώ η «δικαιοσύνη των ανθρώπων» προσπαθεί να προσεγγίσει (χωρίς επιτυχία) κάποιο «ιδανικό» που φαντάζονται οι άνθρωποι… Και μολονότι σε όλες τις εποχές, σε όλα τα μέρη της γης, λίγο πολύ η Δικαιοσύνη γίνεται αντιληπτή με παρόμοιο τρόπο, εντούτοις αυτό (η Δικαιοσύνη) δεν εφαρμόζεται πραγματικά…

Η Αληθινή Δικαιοσύνη και το θεσμοθετημένο δίκαιο

Από πολύ παλιά, οι Αρχαίοι Έλληνες αναζήτησαν την Πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα (που εμφανίζουν οι αισθήσεις ή «διαπιστώνει» η σκέψη…). Ήδη, από την εποχή (των Προσωκρατικών Φιλοσόφων και) του Παρμενίδη, το Είναι (το Αιώνιο, Αναλλοίωτο, Υπερβατικό, Απροσδιόριστο…) θεωρήθηκε σαν η Πραγματικότητα πίσω από όλα τα Φαινόμενα (του γίγνεσθαι). Αυτό το Αναλλοίωτο Είναι θεωρήθηκε σαν η Ουσία του Παντός ενώ όλα τα κατώτερα φαινόμενα θεωρήθηκαν εκδηλώσεις, διαβαθμίσεις, της Ουσίας. Το Είναι θεωρήθηκε σαν η Αληθινή Φύση της Ύπαρξης, ενώ οι κατώτερες εκδηλώσεις της Φυσικής Ουσίας θεωρήθηκαν σαν «κατώτερη φύση»… Έτσι, Πραγματικότητα, Είναι, Ουσία, Φύση, ταυτίζονται μέσα στον στοχασμό των Ελλήνων, ενώ παράλληλα η Πραγματικότητα (στην Πλήρη Εκδήλωσή της, στην Πλήρη Αντίληψη που μπορούμε να έχουμε για Αυτήν) Συμπεριλαμβάνει Μέσα Της (σαν Εκδηλώσεις) και τα κατώτερα φαινόμενα… Οι Έλληνες είχαν πάντα μία Ενιαία Θεώρηση της Πραγματικότητας. Ενώ διέκριναν την Ουσία από το Φαινόμενο ταυτόχρονα η Θεώρηση της Ύπαρξης αντιλαμβανόταν σαν Ενιαία Πραγματικότητα το Είναι και το Γίγνεσθαι (σαν Εκδήλωση του Είναι). Αντιλαμβάνονταν την Ύπαρξη σε Όλες τις Διαβαθμίσεις της, από την Απόλυτη Φύση μέχρι τις διάφορες εκδηλώσεις της. Με άλλα λόγια από την μία διαφύλασσαν τον Απόλυτο Χαρακτήρα  του Είναι (που δεν μπορεί να Ταυτιστεί με τις κατώτερες εκδηλώσεις) κι από την άλλη μεριά δεν απέρριπταν τις κατώτερες εκδηλώσεις του Είναι (τα Φαινόμενα, το Γίγνεσθαι) αλλά τα δέχονταν σαν Εκφράσεις του Είναι μέσα στον Χώρο της Μεταβολής και του Περιορισμένου. Διαφορετικά να το πούμε, δέχονταν την Φύση (το Είναι, το Απόλυτο) σαν την Παγκόσμια Βάση των Πάντων και ταυτόχρονα θεωρούσαν ότι κάθε ον (ύπαρξη, φαινόμενο) «συμμετέχει» στον ένα ή στον άλλο βαθμό στην Αληθινή Φύση. Δηλαδή το ον (σε οποιαδήποτε βαθμίδα της Κλίμακας της Ύπαρξης κι αν το θεωρήσουμε) είναι «Εν Δυνάμει το Ον», Προέρχεται από το Ον, κι Ολοκληρώνεται στο Ον, το Όντως Ον (του Πλάτωνα)… Γι’ αυτό και σαν προορισμός του ανθρώπου είχε τεθεί (κατά την έκφραση του Πλάτωνα) η «Ομοίωσις με τον Θεό» (δηλαδή με το Τελείως Είναι, το Αγαθόν)…
Έτσι, το Είναι, η Αληθινή Φύση, είναι στο στοχασμό των Ελλήνων (αλλά και κάθε λογικού ανθρώπου) το Απόλυτο, το Τελείως Είναι, το Πλήρες Γνώσης (Αντίληψης) και το Ενεργό Αγαθόν που Οδηγεί τα Πάντα στην Ολοκλήρωση. Από Αυτή την Αληθινή Φύση Πηγάζει το Αγαθόν, η Αρετή, Ηθική, η Αξία. Η συμμετοχή στην Αληθινή Φύση ( στον βαθμό που συμμετέχουμε) είναι ταυτόχρονα συμμετοχή στην Αρετή (στον ανάλογο βαθμό που Βιώνουμε την Αληθινή Φύση). Από Αυτή την Αληθινή Φύση Πηγάζει η Αρετή (η Αντίληψη της Ενότητας, η Δικαιοσύνη, η Ισότητα, κλπ.). Αυτή είναι η Έννοια του «Φυσικού Δικαίου», που για όσους Βιώνουν την Αληθινή Φύση τους (στον βαθμό που την βιώνουν) είναι κάτι Αυθόρμητο, Πηγαίο, Ζωντανό, Ενεργό…  
Αλλά βέβαια, όσοι δεν Βιώνουν την Βαθύτερη Ουσία τους, κι είναι απορροφημένοι στην σχέση τους με τον εξωτερικό κόσμο, είναι δύσκολο να κατανοήσουν Καταστάσεις (Αρετές, Έννοιες) όπως η Ενότητα, η Δικαιοσύνη, η Ισότητα… Γι' αυτούς τους ανθρώπους η Φύση (η ανθρώπινη φύση) δεν είναι η Αγαθή Φύση (η Βάση του Παντός) αλλά μία κατάσταση κατώτερη, άγρια και χαώδης. Αυτό είναι αλήθεια από μία άποψη...
Στην πραγματικότητα επειδή ακριβώς οι άνθρωποι  δεν μπορούν να Ανυψωθούν Ως την Αληθινή Φύση τους γι' αυτό εκδηλώνουν στην ζωή την κατώτερη φύση τους. Συνεπώς ισχύουν και τα δύο: Και η Φύση είναι Αγαθή αλλά και η Φύση (όταν δεν την Βιώνουμε στο Βάθος της αλλά στις επιφανειακές εκδηλώσεις της) εμφανίζεται άγρια και ζωώδης. Από αυτό το γεγονός πηγάζουν οι δύο βασικές αντιλήψεις γιά το Φυσικό Δίκαιο που από την εποχή των Ελλήνων Σοφιστών (τον 6ο και τον 5ο π.Χ. Αιώνα) συζητούνται μέχρι σήμερα. Γι' όσους  ή μπορούν να Βιώσουν την Αληθινή Φύση τους μέσα από την Αυτογνωσία και την πνευματική ανάπτυξη η Φύση Είναι Αγαθή και το Φυσικό Δίκαιο Αυθόρμητο και Ζωντανό... ενώ οι κοινωνίες που δεν μπορούν να ανυψωθούν ως Αυτό το Επίπεδο βιώνουν μία διαφορετική πραγματικότητα, χωρίς Αρετή, Αληθινό Δίκαιο, χωρίς “ανθρωπιά”. Έτσι το Φυσικό Δίκαιο γι' αυτούς προηγείται των κανόνων που θεσπίζουν οι άνθρωποι, και θα έπρεπε οι ανθρώπινες κοινωνίες να εμπνέονται και να προσπαθούν να προσεγγίσουν το Φυσικό Δίκαιο αλλά σπάνια το κάνουν.
Το “κατά Φύσιν ζειν” σημαίνει ακριβώς να Διερευνούμε και να Βιώνουμε την Αληθινή Φύση μας κι όχι βέβαια να ζούμε την φύση (την ζωώδη και άγρια) που έχουν υπ' όψιν τους πολλοί... Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα όλων των αιώνων, η “Αντιγόνη” του Σοφοκλή προβληματίζεται ακριβώς πάνω στην σαφή διάκριση του Φυσικού Δικαίου και του ανθρώπινου νόμου. Όλοι οι αληθινοί άνθρωποι είναι με το μέρος του Φυσικού Δικαίου, αλλά σίγουρα υπάρχουν κι ανθρώπινα τέρατα που μπορούν να υποστηρίξουν τους πιο άδικους κι απάνθρωπους νόμους...
Από την άλλη μεριά υπάρχουν άνθρωποι (φιλόσοφοι, κλπ) που υποστηρίζουν ότι η Φύση (κι  ανθρώπινη φύση ειδικότερα) είναι άγρια και χαώδης και συνεπώς η θέσπιση κανόνων και νόμων βάζει σε τάξη την κοινωνία που αλλιώς θα ήταν ζούγκλα. Από την άποψή τους έχουν δίκηο. Θα πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι άλλη έννοια δίνουν στην Φύση οι Αρχαίοι Έλληνες κι όσοι ακολουθούν το στοχασμό τους κι άλλη έννοια δίνουν στην “Φύση” οι οπαδοί αυτής της δεύτερης άποψης... Μάλιστα, μολονότι είμαστε υποχρεωμένοι να διακρίνουμε το Δίκαιο της Φύσης (που είναι Πηγαίο και Ζωντανό) από τις ανθρώπινες κατασκευές (κώδικες, κανόνες, νόμους, ήθη, έθιμα) από την άλλη μεριά δεν μπορούμε να απορρίψουμε το θετικό δίκαιο (το θεσμοθετημένο από κοινωνίες δίκαιο) όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που συμπεριφέρονται σαν “ζώα”. Αντίθετα, οφείλουμε να “δείξουμε” το Δίκαιο της Φύσης και να το έχουμε σαν Πρότυπο (την Αρετή, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, κλπ.) στην θέσπιση των ανθρώπινων νόμων. Τώρα, το κατά πόσο θα εφαρμοσθούν όλα αυτά είναι άλλο θέμα (που θα πρέπει να απασχολήσει τους ανθρωπολόγους, τους κοινωνιολόγους και τους ιστορικούς...)... Επειδή ακριβώς οι ανθρώπινοι νόμοι (κι οι κανόνες συμβίωσης), ακόμα κι όταν επικαλούνται την Αρετή, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, κλπ., δεν εφαρμόζονται γι' αυτό οι κοινωνίες (μολονότι θεσπίζουν νόμους για να μην είναι ζούγκλες) τελικά καταλήγουν σε ζούγκλες... Γι' αυτό και φιλόσοφοι, όπως οι Κυνικοί στην Αρχαιότητα, αναζητούν να Βιώσουν την Αληθινή Φύση και το Δίκαιο της Φύσης γυρίζοντας την πλάτη στην διεφθαρμένη κοινωνία.

Το Φυσικό Δίκαιο μέσα στην Ιστορία

Όλα όσα αφορούν την Φύση, το Δίκαιο της Φύσης, τους ανθρώπινους νόμους, έχουν διερευνηθεί πλήρως από τους Αρχαίους Έλληνες. Έχουμε Κατανοήσει (μαζί με τους Έλληνες) ότι το  Φυσικό Δίκαιο είναι το Αληθινό Δίκαιο, ενώ οι ανθρώπινοι νόμοι όχι μόνο “υπολείπονται” του Δικαίου της Φύσης αλλά συχνά είναι σε αντίθεση με το Αληθινό Δίκαιο (με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να είναι μόνο κατ' όνομα “κοινωνίες δικαίου”, ενώ στην πραγματικότητα οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, ή είναι “άδικοι” και συχνά απάνθρωποι...)...
Πολλούς αιώνες μετά, ευρωπαίοι στοχαστές (φιλόσοφοι, νομοθέτες, κλπ) ασχολήθηκαν ξανά με το θέμα, αλλά είναι ελάχιστα αυτά που πρόσθεσαν σε όσα είπαν οι Έλληνες Σοφοί (τουλάχιστον από φιλοσοφική άποψη, από την άποψη της “Φιλοσοφίας του Δικαίου”... όχι από την άποψη της νομικής επιστήμης)...
Ο Γκρότιους (16ος, 17ος αιώνας) ήταν πάνω από όλα θεολόγος (το έργο του “Περί της Αληθείας της Χριστιανικής Θρησκείας”  μάλιστα, είναι από τους καλύτερους “κώδικες πίστης” της χριστιανικής γραμματείας) και μετά νομοθέτης, κι ό,τι άλλο... Ακολουθώντας την χριστιανική αντίληψη (δεν θεωρεί όπως οι Έλληνες την Φύση Ενιαία στο Βάθος της αλλά) διακρίνει σαφώς την Θεία Φύση από την ανθρώπινη φύση... αλλά θεωρεί την ανθρώπινη φύση αγαθή (λόγω της “θείας” προέλευσής της). Από αυτή την αγαθή φύση λοιπόν που είναι προικισμένη με λογική πηγάζει αυθόρμητα η δικαιοσύνη και οι γενικές αρχές του δικαίου που έχουν απόλυτο χαρακτήρα και πρέπει να εφαρμόζονται από τους ανθρώπους. Ανεξαρτήτως λοιπόν του Θεού, ο άνθρωπος έχει από την φύση του την ικανότητα να θέτει και να εφαρμόζει το Δίκαιο. Αυτό το Φυσικό Δίκαιο λοιπόν πρέπει να εφαρμόζεται κι ανάμεσα στα έθνη (κι εδώ, ο Γκρότιους με το έργο του “Περί του δικαίου του πολέμου και της ειρήνης” γίνεται ιδρυτής του “δημοσίου διεθνούς δικαίου”, πρόδρομος των διεθνών οργανισμών, των Ηνωμένων Εθνών, του Διεθνούς Δικαστηρίου, κλπ....), αλλά και μέσα στα έθνη (όπου το Φυσικό Δίκαιο προηγείται του θετικού δικαίου, το οποίο πρέπει να συντάσσεται με τις γενικές αρχές του Φυσικού Δικαίου... γιατί έτσι μόνο “νομιμοποιείται” το ανθρώπινο δίκαιο, οι νόμοι, κλπ...)... Από το Φυσικό Δίκαιο εξάλλου πηγάζουν και στο Φυσικό Δίκαιο στηρίζονται τα “Ανθρώπινα Δικαιώματα” τα οποία συχνά καταπατώνται από διάφορες εθνικές κυβερνήσεις και νομοθεσίες (ακόμα κι εδώ στην “πολιτισμένη” Ευρώπη, και εντός της “γερμανικής” ευρωζώνης, κοντά μας, δίπλα μας, στην ίδια την “Ελλάδα”...)... Ο Γκρότιους, χωρίς να έχει το “μεταφυσικό ύψος” και την ανάλυση σε βάθος της Έννοιας της Δικαιοσύνης (όπως οι Αρχαίοι Έλληνες) προσέφερε εντούτοις στην ανθρωπότητα κάποιες στέρεες βάσεις για το Δίκαιο, πάνω στις οποίες μπορούσαν να οικοδομήσουν οι άνθρωποι μία αληθινή, δίκαιη κοινωνία. Ο Γκρότιους επηρέασε με την σκέψη του μεγάλους στοχαστές όπως ο Άγγλος Λοκ κι ο Γάλλος Ρουσσώ...
Ο Λοκ (17ος αιώνας), γιατρός στο επάγγελμα, έθεσε (από φιλοσοφική άποψη) πολλές από τις αρχές της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας (σε μία εποχή ταραγμένη), αναδεικνύοντας την στενή σχέση της “πολιτικής” με το “δίκαιο”... Παραβλέποντας κάποιες ολιγαρχικές απόψεις του, που σήμερα έχουν ξεπεραστεί, μπορεί κάποιος να βρει πολλά θετικά στην σκέψη αυτού του σοφού του Διαφωτισμού. Στο “Δύο πραγματείες περί διακυβερνήσεως” ανασκευάζει πλήρως τις θέσεις του Φίλμερ (για την Ελέω Θεού απόλυτη μοναρχία) και του Χομπς (για το απολυταρχικό κράτος) αναδεικνύοντας την νομιμότητα των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών... Κατά τον Λοκ το “κοινωνικό συμβόλαιο” (δηλαδή η απόφαση των ανθρώπων να ζήσουν μαζί σύμφωνα με κάποιους κανόνες) δεν εξουσιοδοτεί και δεν νομιμοποιεί κανένα, άρχοντα, βασιλιά, τύραννο, να διαχειρίζεται την εξουσία όπως θέλει. Είναι απαραίτητο ένα δεύτερο, “πολιτικό συμβόλαιο”, για να νομιμοποιηθεί η πολιτική εξουσία, η οποία, όπως και να έχει, είναι προσωρινή, ελέγξιμη, και ανακαλλέσιμη όταν  συγκρούεται με το αληθινό συμφέρον της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, κάθε αντίσταση και κάθε εξέγερση του λαού, που είναι κάτοχος της κυριαρχίας, της εξουσίας, σε μία “άδικη εξουσία” νομιμοποιείται, (ο “άδικος” χαρακτήρας της διακυβέρνησης αναδεικνύεται και αποδεικνύεται βέβαια από την καταπάτηση των “γενικών αρχών του δικαίου” και των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων”...). Η Κυριαρχία (η Εξουσία) “παραχωρείται” από τον λαό στους “εκπροσώπους της εξουσίας” (σαν πολιτική εξουσία) με ένα σκοπό, να προστατέψει την ελευθερία των ατόμων και της ιδιοκτησίας τους. Δεν είναι ούτε απόλυτη, ούτε αιώνια. Αν δεν επιτελεί τον σκοπό της “αυτοκαταργείται” και... καταλύεται βίαια, όταν ξεπεράσει την ανοχή της κοινωνίας...
Ο Ρουσσώ (18ος αιώνας), όπως οι Αρχαίοι Σοφιστές στην Αθήνα (στον στοχασμό των οποίων οφείλει πολλά...), υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους “κριτικούς του πολιτισμού” και των θεσμών, αναδεικνύοντας (με την δύναμη της λογικής) όλα τα αρνητικά του “πολιτισμού”, όλα τα στραβά στο ήθος των ανθρώπων, κι όλη την ανοησία στα ήθη των κοινωνιών... Ο άνθρωπος από την φύση του είναι “καλός” (λογικός, δίκαιος, κλπ.) αλλά μέσα στην δήθεν πολιτισμένη κοινωνία (που δεν μπορεί, εξαιτίας ισχυρών μειοψηφιών, και αδρανών μαζών, να τηρήσει τις γενικές αρχές του δικαίου) ο άνθρωπος διαφθείρεται και γίνεται “κακός”. Ο άνθρωπος, από την φύση του, είναι ελεύθερος. Η “ελευθερία” αποτελεί προϋπόθεση για την συγκρότηση (με την θέληση όλων) μίας δίκαιης κοινωνίας. Η βίαιη “οργάνωση” μίας κοινότητας δεν αποτελεί κοινωνία. Οι σύγχρονες κοινωνίες (για την εποχή του Ρουσσώ, αλλά και την σημερινή εποχή) στηρίζονται ακριβώς στην “βία” για να υπάρξουν και να λειτουργήσουν, (στην βία που εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, με την - μη αντιπροσωπευτική της λαϊκής θέλησης - πολιτική εξουσία, τις δυνάμεις καταστολής, την οικονομική και συνεπώς βιολογική εξάρτηση, την ιδεολογική χειραγώγηση μέσω της κατευθυνόμενης αγωγής και παιδείας, κλπ...)... Έτσι, ο άνθρωπος από ελεύθερος γίνεται “σκλάβος” μέσα σε ένα σύστημα που τον υπερβαίνει, που δεν μπορεί να ελέγξει, και από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει... Ακόμα, ο άνθρωπος από την φύση του χρειάζεται πολύ λίγα για να είναι “ευτυχισμένος”. Οι πολιτισμένες κοινωνίες (βασισμένες στην ιδιοκτησία, το κέρδος, την κατανάλωση, κλπ) κάνουν τον άνθρωπο δυστυχισμένο... Ο Ρουσσώ, στο έργο του “Λόγος για τις πηγές της ανισότητας των ανθρώπων” αναδεικνύει τις πηγές της ανισότητας, της αδικίας, της δυστυχίας. Ο θεσμός της “ατομικής ιδιοκτησίας” (τουλάχιστον όπως εφαρμόζεται) είναι η πηγή των αναρίθμητων κακών. Η γη δεν είναι κανενός. Αυτός που φράζει την γη είναι εγωιστής, ατομικιστής, αντικοινωνικός... Κι όσοι τον μιμούνται είναι “ανόητοι” και δεν καταλαβαίνουν που οδηγείται έτσι η κοινωνία... Βέβαια, όλα αυτά τα είχαν πει όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι, όλοι οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, κι αργότερα (από τον Ρουσσώ) θα τα ξαναπεί (με πιό επιστημονικό τρόπο) ο Μαρξ και ο Ένγκελς... (Σήμερα, ο πλούτος της γης έχει συσσωρευτεί από ελάχιστους ανθρώπους στον πλανήτη, οι οποίοι ελέγχουν και χειραγωγούν τις πολιτικές εξουσίες, ενώ οι λαοί, έχοντας παρασυρθεί σε κοινωνίες που οργανώθηκαν σύμφωνα με τα συμφέροντα των λίγων που κατέχουν τον πλούτο κι όχι σύμφωνα με τα συμφέροντα των πολλών της κοινωνίας, χειραγωγούνται, ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά, “σύρονται” κυριολεκτικά μέσα σε ένα κύκλο δυστυχίας, από τον οποίο δεν υπάρχει διέξοδος, παρά μόνον, ίσως, μέσω της “λαϊκής επανάστασης”... Ο χειρότερος κόσμος, στην Κλίμακα των Κόσμων, είναι ετούτος εδώ, ο υλικός κόσμος... και ένας από τους χειρότερους πλανήτες ζωής – γιατί σίγουρα υπάρχουν εκατομμύρια πλανήτες ζώντων σε όλους τους γαλαξίες – είναι ετούτος εδώ, της γης... Όλοι οι νοήμονες άνθρωποι αισθάνονται άσχημα γιατί δεν “είμαστε” άνθρωποι, δεν ζούμε σαν άνθρωποι, αλλά σαν ζώα, που αλληλοσπαράσουν το ένα το άλλο...)... Ο Ρουσσώ, διαπιστώνοντας τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού (άλλωστε δεν έχουν αλλάξει πολλά από την εποχή του) δεν αρνείται τον πολιτισμό, αλλά προτείνει μία “διαφορετική” οργάνωση της κοινωνίας, που πρέπει να “μορφωθεί”, να κατανοήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να συμφωνήσει να την αλλάξει... Το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ (“Κοινωνικό Συμβόλαιο, ή αρχές του πολιτικού δικαίου”) υπήρξε ένα από τα πιό επαναστατικά κείμενα σε όλους τους αιώνες, κι αποτέλεσε την Ιδεολογική Βάση της Γαλλικής Επανάστασης (του 1789). Κι αν δεν εφαρμόζεται σήμερα (η “άμεση συμμετοχική δημοκρατία”) είναι γιατί δεν συμφέρει την πλουτοκρατία και τα πολιτικά ανδρείκελα που χρησιμοποιούν γιά να κυβερνούν τον πλανήτη, και γιατί ο “κοιμισμένος” λαός δεν το “απαιτεί” (όπως έχει δικαίωμα και υποχρέωση να το κάνει...)... Αξίζει να αναφερθούμε πιό αναλυτικά σε αυτό το ιερό κείμενο του Διαφωτισμού...

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο

Βιβλίο Πρώτο. Πέρα από την οποιαδήποτε φιλοσοφική θεωρία περί Δικαίου, και πέρα από θεωρητικές “τοποθετήσεις”, άμεσα, πρακτικά, η μόνη πηγή εξουσίας που νομιμοποιείται είναι η κοινωνία, ο ίδιος ο λαός, όλοι. Κανένα Φυσικό Δίκαιο (ή άλλο δίκαιο) και καμία Δύναμη (φυσική, πολιτική, οικονομική...) δεν μπορεί να θέσει δίκαιο και να νομιμοποιήσει εξουσία. Μόνο ο λαός που εκφράζει την “γενική βούληση” μπορεί να δημιουργήσει δίκαιο και μόνο ο λαός είναι (όσο υφίσταται) ακατάλυτη πηγή εξουσίας. Η “γενική θέληση”, η συμφωνία όλων (με όρους ισότητας) και η φυσική (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία μπορεί να οικοδομήσει κοινωνία και να την κάνει να λειτουργήσει. Το “κοινωνικό συμβόλαιο” δεν καταργεί την ατομική ελευθερία του ανθρώπου. Αντίθετα, την προϋποθέτει. Γιατί μόνο όταν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι και ίσοι μπορούν (οικειοθελώς) να συμφωνήσουν σε μία “κοινή” πορεία.
Σημείωση: α) Βεβαίως η “γενική βούληση” δεν διαμορφώνεται αυθαίρετα. Είναι αποτέλεσμα πολιτισμικών διεργασιών χιλιετηρίδων, στηρίζεται στην Έννοια του Φυσικού Δικαίου, στην εμπειρία των ανθρώπων από την “κοινή” ζωή τους, στην Λογική, σε ήθη και έθιμα, που έχουν κατασταλάξει...
β) Γιά να είναι ολοκληρωμένη, σαφής, και λειτουργική, η “γενική θέληση” χρειάζεται όλοι να είναι “ενήμεροι”, να έχουν γνώση, γνώσεις, πληροφορίες... Γι' αυτό κι ο Ρουσσώ θεωρεί ότι η κοινωνία μπορεί να υπάρξει και να επιβιώσει μόνο με την αληθινή, φωτισμένη, ειλικρινή, και πλήρη “αγωγή”. (Αυτός είναι ο λόγος που έγραψε το δεύτερο σημαντικό βιβλιο του, το “Αιμίλιος, ή Περί Αγωγής”)...
Βιβλίο Δεύτερο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι μόνη πηγή κυριαρχίας, εξουσίας, είναι ο λαός, που εκφράζει την “γενική βούληση”. Η “γενική βούληση” έχει σαν αντικείμενο και περιεχόμενο το κοινό συμφέρον. Δεν είναι δυνατόν η “γενική βούληση” να συγκρουσθεί με το κοινό συμφέρον. Όταν η “γενική βούληση” εκτρέπεται από το “κοινό καλό” σημαίνει ότι δεν είναι “γνήσια”. Μόνο λοιπόν η γνήσια “γενική βούληση” νομιμοποιείται να θέτει κανόνες δικαίου, νόμους. Νόμος που δεν αποβλέπει στο κοινό καλό (όχι το “θεωρητικό”, ή “νοθευμένο”, γενικό καλό, αλλά το άμεσο, πρακτικό, γενικό καλό) δεν είναι νόμος. Είναι ανθρώπινη παρεκτροπή.
Βιβλίο Τρίτο. Η “γενική βούληση” του λαού εκφράζεται με εκπροσώπους που εκλέγονται με απλή (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία. Οι πολιτικοί άρχοντες είναι εκλεγμένοι εντολοδόχοι της “βούλησης του λαού” και πρέπει να συμμορφώνονται με αυτήν. Ούτε δική τους διαφορετική βούληση μπορούν να έχουν, ούτε δικαίωμα έχουν να “χειραγωγούν” τον λαό, ούτε άλλο συμφέρον μπορούν να “υπηρετούν”. Επειδή όμως πρακτικά είναι βέβαιο ότι όλα αυτά θα συμβούν γι' αυτό η “εκάστοτε κυβέρνηση” πρέπει να ελέγχεται. Να ελέγχεται όχι απλά με την εκλογή ή μη εκλογή αλλά και για τα πεπραγμένα της, για τα οποία πρέπει να υπάρχουν κανόνες, συνέπειες, κυρώσεις. Ο λαός δεν παραδίδει ποτέ εν λευκώ την εξουσία για να κάνει η κυβέρνηση ό,τι θέλει. Οι πολιτικοί άρχοντες είναι εντολοδόχοι υπηρέτες του λαού κι όχι “αφεντάδες”. Έτσι το μόνο νόμιμο πολιτικό σύστημα είναι η “Άμεση Συμμετοχική Δημοκρατία” που με απλή (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία αποφασίζει κι εκλέγει, ελέγχει την εξουσία (τους εντολοδόχους της) και στην ανάγκη τους ανακαλεί (όταν δεν κάνουν το έργο για το οποίο έλαβαν εντολή). Γι' αυτό και στο πολιτικό σύστημα πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου και απόδοσης ευθυνών (δημοψήφισμα, λαϊκά δικαστήρια, κλπ). Ο λαός που αφήνει τις τύχες του σε αλλόφρονες υπηρέτες άλλων συμφερόντων (κι όχι των δικών του) είναι άξιος της μοίρας του και των επιλογών του.
Βιβλίο Τέταρτο. Ο λαός (που εκφράζει την “γενική βούληση”) σαν μόνη πηγή εξουσίας είναι πηγή ακατάλυτη. Κι ο λαός πρέπει να συμμετέχει άμεσα και συνεχώς στην εκλογή και (κυρίως) στον έλεγχο της εξουσίας και στην αλλαγή της (όταν χρειάζεται). Ο λαός δεν μπορεί να εμπιστεύεται κανέναν χωρίς να τον ελέγχει, γιατί αυτό σημαίνει παραχώρηση της εξουσίας του κι ένας τέτοιος λαός δεν είναι λαός ελεύθερων ανθρώπων, αλλά λαός δούλων... Τέλος σε περιόδους κρίσεων (κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών...) ο ίδιος ο λαός (και μόνον αυτός) μπορεί παρακάμπτοντας οποιαδήποτε πολιτική εξουσία (συμβαίνει ή λειτουργεί) να αναθέσει στους πιο “άξιους” (αποδεδειγμένα από το ήθος τους, την κοινωνική δράση τους και το ανθρωπιστικό έργο τους) να βγάλουν την κοινωνία από την κρίση. Στο τέταρτο κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου με τίτλο “δικτατορία” αποσαφηνίζεται ότι ο λαός (και μόνον αυτός) έχει όχι μόνο ηθικό δικαίωμα αλλά και έμπρακτη υποχρέωση να παραμερίσει οποιαδήποτε “ανίκανη εξουσία” και να αναθέσει σε κοινά αποδεκτά πρόσωπα (κι όχι εγκάθετους και διορισμένους από άλλα κέντρα εξουσίας) να βρουν διέξοδο σε οποιαδήποτε σοβαρή κρίση, πάντα με γνώμονα το συμφέρον του λαού (κι όχι με γνώμονα άλλα, ξένα, σκοτεινά, συμφέροντα).

Δικαιοσύνη ή δίκαιο

Αν ο άνθρωπος χρειάζεται (να Ανυψωθεί Πνευματικά και) να Κατανοήσει την Αληθινή (Εσώτερη, Ανώτερη) Φύση του για να Βιώσει την Αληθινή Αρετή και την Έννοια της “Πραγματικής Δικαιοσύνης” εντούτοις, επειδή η Φύση Είναι Μία (κι ας Διαβαθμίζεται σε οντικά, κοσμικά, αντιληπτικά επίπεδα) κι Αντανακλάται (η Ανώτερη Φύση) και στους κατώτερους κόσμους, οποιοσδήποτε (διαθέτει κοινό νου, λογική) μπορεί να συλλάβει, έστω και έμμεσα, την Έννοια της Πραγματικής Δικαιοσύνης με την βοήθεια άλλων εννοιών που είναι “περιεχόμενες” μέσα στην Πλατιά Έννοια της Δικαιοσύνης. Μπορούμε να κατανοήσουμε την Δικαιοσύνη,
σαν Ισότητα των Ανθρώπων,
σαν Ανθρωπισμό (δηλαδή ενδιαφέρον και μέριμνα για τους συνανθρώπους μας),
σαν δικαίωμα αξιοπρεπούς επιβίωσης (όχι διαβίωσης, που σημαίνει μία καλύτερη ποιότητα ζωής) που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος πάνω στην γη.
Η Πραγματική Δικαιοσύνη απαιτεί αυτά τα τρία ελάχιστα που αναφέραμε. Αλλά το θετικό θεσμοθετημένο δίκαιο, σε ολόκληρο τον πλανήτη (παρά τις “διακηρύξεις” του) δεν εξασφαλίζει τίποτα από όλα αυτά. Η Δικαιοσύνη είναι πολύ απλή όταν την νοιώθουμε και θέλουμε να την εφαρμόσουμε. Αλλά επειδή οι άνθρωποι είναι μπερδεμένοι (ή τους έχουν μπερδέψει) έχουν χτίσει ένα τεράστιο όγκο θεσμοθετημένου δικαίου που είναι όμως σκουπίδια (αφού δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την ελάχιστη Δικαιοσύνη). Ενώ τα συντάγματα (όπου υπάρχουν) κι οι νόμοι μιλούν θεωρητικά για Δικαιοσύνη, ισονομία, ανθρώπινα δικαιώματα, κλπ., όλα αυτά δεν εφαρμόζονται στην πράξη αλλά πάντα βλέπουμε (ακόμα και σε “πολιτισμένες”  υποτίθεται χώρες, όπως οι ευρωπαϊκές... προπάντων σε αυτές...) όλα αυτά να “καταστρατηγούνται” βάναυσα. Τα συντάγματα και οι νόμοι δεν είναι για να “διακηρύττουν” απλώς, αλλά για να εξασφαλίζουν την Εφαρμογή της Δικαιοσύνης...
Υπάρχει Δικαιοσύνη; Ας αναρωτηθεί ο καθένας κι ας απαντήσει στον εαυτό του. Προσωπικά δεν βλέπουμε να υπάρχει Δικαιοσύνη... Είναι οι άνθρωποι ίσοι; Πως γίνεται άλλοι να συσσωρεύουν τεράστιο πλούτο (συχνά “κλέβοντας” τους συνανθρώπους τους) κι άλλοι να μην μπορούν να επιβιώσουν;... Υπάρχει ανθρωπισμός στην κοινωνία ή η κοινωνία είναι μία ζούγκλα; Πως γίνεται κάποιοι να οχυρώνονται μέσα στον “πλούτο του ατομισμού” τους και άλλοι άνθρωποι να “αφήνονται” κυριολεκτικά στην τύχη τους, που είναι η φτώχεια και η δυστυχία; Υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα; Πως γίνεται να έχουν δικαιώματα όσοι “έννομα” ή παράνομα (όπως υποστηρίζουμε εμείς) συσσωρεύουν πλούτο κι άλλοι δεν έχουν δικαίωμα να επιβιώσουν; Πως γίνεται ο μισός πλανήτης να καταναλώνει ασυλλόγιστα και να πετάει πλούτο στις χωματερές κι ο άλλος μισός πλανήτης να λιμοκτονεί;.. Δυστυχώς ο “πολιτισμός” μας (παρ' όλη την τεχνολογική ανάπτυξη) είναι στο μηδέν.
Αλλά το σοβαρότερο ερώτημα είναι άλλο. Θέλουμε Δικαιοσύνη; Αληθινή Δικαιοσύνη; Ή θέλουμε αυτό το άψυχο, ανήθικο, άδικο, δίκαιο των εθνών; Θέλουμε μία Αληθινή Κοινωνία; ΄Ή θέλουμε να σώσουμε το τομάρι μας μέσα στην πολιτισμένη ζούγκλα που φτιάξαμε; Τι θέλουμε; Δικαιοσύνη ή δίκαιο; Γιατί αν θέλουμε Δικαιοσύνη, Αληθινή Δικαιοσύνη, Πρέπει να Φτιάξουμε μία Άλλη Κοινωνία.

Ποιά Κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι;

Προσωπικά (από “μεταφυσική καταγωγή”, από παιδεία, από πεποίθηση...) θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε πνευματικοί άνθρωποι (με την έννοια του προσανατολισμού, όχι της τελειωμένης κατάστασης) κι έχουμε σαν μέριμνα (δεν λέμε σκοπό, στόχο...) την Αυτογνωσία, την Πνευματική Ανάπτυξη, να Ζήσουμε σύμφωνα με την Αληθινή Φύση μας... αλλά παράλληλα είμαστε μέσα στην κοινωνία, μέσα στα προβλήματά της... Αν και Βαδίζουμε την Οδό που Δίδαξε ο Βούδας, ο Ορφέας, ο Ιησούς, οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, δεν λέμε ότι μπορεί ή χρειάζεται να το κάνει ο καθένας. Αν θέλει κάποιος να Ανυψωθεί Μέσα του Ως την Αληθινή Ανώτερη Φύση του μπορεί να το κάνει (και δυνατότητα έχει, και ελευθερία, κι είναι απόλυτα δική του επιλογή) και μακάρι να το κάνει. Θα είναι Ευλογημένος... Αλλά πέρα από αυτό, όλοι μας, ο καθένας μας, έχει (όχι μόνο οντική και οντολογική αλλά και) ηθική υποχρέωση να είναι Παρών στον κόσμο, στην κοινωνία, ανάμεσα στους ανθρώπους. (Άλλωστε όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι και Φιλόσοφοι, είχαν κοινωνική δράση, δίδαξαν, άνοιξαν δρόμους, ακόμα και σε πρακτικά ζητήματα...)... Όλοι μας, ο καθένας μας, έχει υποχρέωση να συνεισφέρει με την παρουσία του ένα Ελάχιστο Δικαιοσύνης, να προσφέρει στην ισότητα των ανθρώπων (με  τις αντιλήψεις του, την συμπεριφορά του), να προσφέρει στον ανθρωπισμό (κι εξανθρωπισμό) της κοινωνίας (και τουλάχιστον να μην συγκρούεται με τους άλλους, αν δεν μπορεί να μεριμνήσει για τον συνάνθρωπό του). Κι όταν πέφτει (μετά τον κάματο της μέρας) να κοιμηθεί να μην ¨ξεχνά” πόσοι ξαγρυπνούν μέσα στην φτώχεια, την αρρώστια, την δυστυχία...
Αν ο καθένας μας δεν Προσφέρει αυτό το Ελάχιστο Δικαιοσύνης στον άνθρωπο, στην ανθρωπότητα, στην κοινωνία, τότε ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ..
Μην κοροϊδευόμαστε. Ούτε Θεός, ούτε σωτήρες, ούτε διανοούμενοι, ούτε πολιτικοί, ούτε κανένας άλλος θα μας σώσει. Εμείς, μόνοι μας, ο καθένας όσο μπορεί, πρέπει να Αλλάξουμε την Κοινωνία...
Επιτέλους! Ποιά κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι; Ποιά κοινωνία θέλεις εσύ;

Αναζητώντας το Αγαθόν, την Αληθινή Αρετή και την Ιδανική Πολιτεία

Η Φύση (η Φύση μας, η Πραγματική, Υπερβατική, Αιώνια, Φύση μας, που Είναι το Υπόβαθρο κάθε ύπαρξης, και της δικής μας ύπαρξης) Είναι Αυτό που Είναι, Ελεύθερη (στην πραγματικότητα), Αναλλοίωτη (μέσα στην εξέλιξη), και Πάντα, Στήριγμα της “περιορισμένης ύπαρξής” μας... Η Φύση Στηρίζεται μόνο στον Εαυτό Της και Μπορεί να “Αυτορυθμίζεται”, όσο κι αν περιπλανιέται μέσα στους κόσμους, και στις πιο “αφύσικες” καταστάσεις, για εκατομμύρια χρόνια...
Εν τω μεταξύ όμως, για μάς, τα περιορισμένα πλάσματα (είτε στους ανώτερους αόρατους κόσμους, είτε στη “γη”) είναι σημαντικό να “κατανοήσουμε” την κατάστασή μας και να ζήσουμε όσο πιο “σωστά” γίνεται, για να αποκομίσουμε το μέγιστο κέρδος από την ύπαρξή μας... Το Μόνο Σταθερό Θεμέλιο, ο Μόνος Γνώμονας Κατανόησης, και η Μόνη Πυξίδα Προσανατολισμού, Είναι η “Φύση” μας (η Βαθύτερη Άγνωστη Φύση μας, που όμως Υπάρχει και μας Στηρίζει...). Ο Μόνος Δρόμος λοιπόν που μπορούμε να Βαδίσουμε είναι ο “Δρόμος της Αυτογνωσίας”. Η Αυτογνωσία δεν είναι ούτε το ιδανικό τέρμα κάποιας πνευματικής προσπάθειας, ούτε κάποια πρακτική, ή τεχνική, που ασκούν κάποιοι ασκητές, ούτε τίποτα άλλο. Η Αυτογνωσία είναι το Συνεχές Άνοιγμα της Φύσης μας, η Απελευθέρωση της Φύσης μας, Εδώ, Τώρα, στην Παρούσα Κατάσταση που Βιώνουμε. Η Πραγματικότητα είναι “αυτό που βιώνουμε”: Γι' αυτό χρειάζεται να “βλέπουμε καθαρά” (χωρίς την παρέμβαση της σκέψης, του ατομικού συμφέροντος, ή της ζωώδους υλικής φύσης μας...). Η Αλήθεια Αποκαλύπτεται όταν βλέπουμε, όταν “βλέπουμε απλά” (χωρίς παραμορφώσεις)...
Η Φύση Είναι Ελεύθερη (από την Ίδια την Ουσία της), δεν πρέπει να την περιορίζουμε. Όταν η Φύση Αφήνεται Ελεύθερη, να Ενεργεί Τελείως Αυθόρμητα, Πηγάζει από Μέσα μας, η Αληθινή Κατανόηση, η Ορθή Δράση, κι η Αληθινή Αρετή... Τι σημαίνει αυτό σε απλά λόγια; σε πρακτικό επίπεδο; Η εμπειρία που έχει συσωρεύσει η ανθρωπότητα είναι χρήσιμη σε πρακτικό επίπεδο αλλά όλη αυτή η εμπειρία, οι γνώσεις, οι θεωρίες, δεν μπορούν να μας “προσανατολίσουν”. Οι ανθρώπινες γνώσεις, η μνήμη, το “παρελθόν”, δεν μπορεί να δημιουργήσει “Ηθική”. Σε πνευματικό επίπεδο όλα αυτά πρέπει να παραμεριστούν, κι η Αληθινή Φύση μας πρέπει να Αναδυθεί, γιά να μπορέσει (αφού Κατανοήσει) να Προσανατολιστεί και να Εκδηλώσει Αυθόρμητα την Αληθινή Αρετή. Η Ηθική Είναι Αυθόρμητη, Πηγαία, κι Αποτέλεσμα Γνώσης. Πρέπει Μέσα μας, να Βρούμε την Βάση της Ύπαρξής μας (τον Θεό), να Κατανοήσουμε το αληθινό νόημα της ύπαρξής μας (που Πηγάζει από την Αιωνιότητα) και να Θεμελιώσουμε με την Γνώση μας, την θέλησή μας, και τις πράξεις μας, τις “Βασικές Αξίες της Ζωής”, που είναι (Αιώνια) Ύπαρξη, Ενότητα (των πάντων), Δικαιοσύνη (στην ύπαρξή μας, στην αντίληψή μας, στην συμπεριφορά μας), Ισότητα (όλων των όντων μεταξύ τους), Υπέρβαση του εγώ χάριν του εμείς (κι αυτό είναι το πνευματικό νόημα της ταπεινότητας), και τέλος Ανθρωπισμό κι αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων... Όλα αυτά Πηγάζουν Αυθόρμητα από Μέσα μας, όταν Αφήνουμε την Αληθινή Φύση μας να Εκδηλωθεί (όταν δεν εμπλέκεται η σκέψη, οι θεωρίες, οι αντιλήψεις, τα συμφέροντα, οι υστεροβουλίες, κι όλη η ανθρώπινη ανοησία...)...
Η “Υπέρτατη Φώτιση” του Βούδα, ή η “Υπέρτατη Ένωση με τον Θεό” του Ιησού έρχεται όταν Απελευθερώνουμε την Αληθινή Φύση μας από την ανθρώπινη ανοησία... όταν σπάμε το δίχτυ της σκέψης, τα σχοινιά των εγωιστικών σκοπών, τις αλυσίδες των ατομικών στόχων... Το μόνο που χρειάζεται είναι απλά να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από την “ανοησία”... Και τότε Γινόμαστε (αυτό που Είμαστε Πάντα) Βούδες ή Γιοί του Θεού... και τότε Γνωρίζουμε Ποιοί Είμαστε, Που Είμαστε, και Τι Πρέπει να Κάνουμε...
Αν οι άνθρωποι Λειτουργούσαμε Σύμφωνα με την Αληθινή Φύση μας, αν Φροντίζαμε να Απελευθερώσουμε την Φύση μας από όλη την ανθρώπινη ανοησία (σε επίπεδο σκέψης, ψυχολογικό, υλικό), αν προσπαθούσαμε να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από τις πολιτισμένες συνήθειές μας (τις θεωρίες, τον τρόπο ζωής, τις κοινωνικές επιταγές...), αν Βρίσκαμε Μέσα μας τις “Βασικές Αξίες της Ζωής”, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, τον Ανθρωπισμό, θα μπορούσαμε να “συνεννοηθούμε” και να Φτιάξουμε μία Καλύτερη Κοινωνία... Αν οι άνθρωποι δεν γίνουν “σοφοί” (κατά την Φύση τους, όπως δίδασκε ο θείος Πλάτωνας, κι όχι με ηλίθιες γνώσεις, και θεωρίες, και δράσεις) δεν μπορούν να Φτιάξουν Αληθινή Κοινωνία...
Οι κοινωνίες δείχνουν την ποιότητα των ανθρώπων που τις φτιάχνουν, κι οι σημερινές “πολιτισμένες” ζούγκλες δείχνουν ακριβώς ότι είμαστε ακόμα στο επίπεδο του ζώου (βέβαια, του “πολιτισμένου” ζώου, αλλά του ζώου παρόλα αυτά, που δεν διστάζει να βομβαρδίζει λαούς γιά οικονομικά συμφέροντα, ή να καταδικάζει σε φτώχεια κι εξαθλίωση τεράστιους πληθυσμούς με νόμους που περνάμε από εθνικά κοινοβούλια....)...
Χρειάζεται πρώτα απ' όλα, εμείς οι ίδιοι, ο καθένας μας, να βγει από τον λαβύρινθο του εγωισμού του, να αντιληφθεί ότι είναι ύπαρξη εξαρτώμενη (από Κάπου Αλλού) κι ότι γύρω του υπάρχουν άνθρωποι, αληθινοί άνθρωποι, σαν αυτόν, σάρκα από την σάρκα του, αίμα από το αίμα του, συνάνθρωποί του (όχι σκιές, οι νούμερα, όπως βλέπουν πολλοί τους συνανθρώπους τους)... Πρέπει πρώτα να “σώσουμε” τον εαυτό μας και μετά την κοινωνία. Κι αν εμείς, είμαστε πραγματικά “συνειδητοποιημένοι” πως επιτρέπουμε σε κάποιους θρασείς ανίδεους να μας κυβερνούν, να μας κατευθύνουν, να μας εκμεταλλεύονται και να κάνουν την κοινωνία ζούγκλα;...
Έτσι, πρέπει οι άνθρωποι, (ο καθένας μας) να γίνουμε Ηθικοί (με την έννοια που αναλύσαμε πιο πάνω) και μετά να απαιτήσουμε και να απαιτούμε από την κοινωνία να είναι “Ηθική”. Όσοι είναι Ηθικοί (και πρέπει να το αποδείξουν έμπρακτα) πρέπει να καθαρίσουν την κοινωνία από την ανηθικότητα... Σήμερα, όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, καθένας γνωρίζει ποιός είναι ποιός. Γνωρίζουμε τον ρόλο πο παίζουν οι πλουτοκράτες, γνωρίζουμε τον ρόλο που παίζουν τα πολιτικά ανδρείκελα σε ολόκληρο τον πλανήτη, και στην “Ελλάδα” τους (γιατί δυστυχώς η Ελλάδα δεν ανήκει στους Έλληνες, αλλά σε τραπεζίτες, εγκάθετους, και ρουφιάνους...)... Κανένας (αχρείος) δεν νομιμοποιείται με την νόθευση της λαϊκής θέλησης, με την παράκαμψη συντάγματος και νόμων, με την βία, να “κυβερνά”, Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει ερήμην μας. Κανένας πια, σήμερα, δεν μπορεί να ξεγελάσει κανένα. Κι όταν γραφτεί η “αληθινή ιστορία” (όχι η “κρατική ιστορία” των ρουφιάνων) θα αποδώσει ευθύνες για το ποιός είναι ο καθένας και τι ρόλο έπαιξε σε αυτό τον έρημο τόπο...
Όποιος δεν μπορεί να ζει σε μία Αληθινή Ηθική και Δίκαιη Κοινωνία, ας πάει σπίτι του, ας κλειστεί σπίτι του, κι ας πάψει να ενοχλεί τους συνανθρώπους του και να καταστρέφει την κοινωνία... Εκβιαστές τραπεζίτες, ξεπουλημένοι πολιτικοί, αδρανείς δικαστικοί, επίορκοι διανοούμενοι, κομματόσκυλα, κάθε είδους παράσιτο που βρωμίζει αυτή την κοινωνία πρέπει να καταλάβουν (όλοι τους) ότι δεν είναι αυτοί η κοινωνία. Η Κοινωνία είναι οι απλοί άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν με δικαιοσύνη, ήσυχα, ίσοι μεταξύ ίσων, άνθρωποι μεταξύ ανθρώπων... απλά να ζήσουν, τίποτα άλλο... Πως; Πότε; Ως πότε παλληκάρια μπορούμε να υπομένουμε χωρίς να Επαναστατούμε;...



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 20. The Wisdom of Unknowing
SUNDAY, 22 March, 2026

Chapter 20. The Wisdom of Unknowing

 

(The Sacred Poverty of Not-Knowing)

 

The Burden of Accumulated Knowledge

 

There exists a peculiar paradox at the heart of the spiritual life, one that confounds those who pursue wisdom through conventional means. The seeker discovers, often after years of arduous study, that the renunciation of learning itself becomes a gateway to profound tranquility. This is not the abandonment of understanding born from laziness or indifference, but rather a conscious release of the accumulated weight of concepts, definitions, and carefully constructed certainties that burden the soul seeking union with the Absolute.

 

When one sets down the heavy tablets of acquired knowledge, when the mind ceases its restless cataloguing of information and its endless categorization of experience, a remarkable stillness emerges. This stillness is not empty; it is pregnant with possibility, vibrating with an intelligence that precedes and transcends the intellect. The troubles that plague the learned—the doubts, the contradictions, the endless debates that fragment consciousness—begin to dissolve like morning mist beneath the rising sun of direct awareness.

 

Consider the nature of human discourse, with its eager affirmations and polite agreements. Between the ready "yes" and the flattering "yea," what true difference exists? On the surface, these expressions of accord seem nearly identical, mere variations in pronunciation and custom. Yet observe carefully the fruits these two responses bear in the garden of existence. One yes may spring from genuine insight, while another merely echoes the opinion of the crowd. One affirmation may arise from the depths of authentic understanding, while another represents only the brittle shell of social conformity.

 

The gulf between these seemingly similar responses—between authentic presence and mere performance—extends wider than the abyss between heaven and earth. In this chasm lie all the sorrows and joys of human existence, all the genuine transformations and hollow mimicries, all the real encounters with the Divine and the countless substitutes civilization offers in place of actual transcendence.

 

The Universal Fear and the Infinite Question

 

What humanity fears collectively is indeed worthy of fear, for the instinct of the species contains ancient wisdom that the individual rational mind cannot always perceive. Yet this acknowledgment opens onto a landscape so vast, so endless in its questioning, that the mind accustomed to solid ground feels itself suddenly suspended over an infinite depth.

 

How many questions arise when one truly begins to examine existence? How many philosophical inquiries demand attention? How many spiritual paradoxes present themselves for contemplation? The range of these questions extends beyond measure, stretching into territories that language cannot map and logic cannot navigate. They form an ocean without shore, and the soul that ventures into these waters must learn to swim in a medium where the ordinary laws of mental gravity no longer apply.

 

The mystic understands that this vastness is not meant to be conquered through systematic inquiry or resolved through clever argumentation. These questions form the very texture of existence itself—they are not problems requiring solutions but mysteries inviting participation. To stand before them in reverence, to feel their weight and depth without rushing to answer, is to assume the posture of genuine wisdom.

 

The Solitary Figure Among the Satisfied

 

The world presents itself as a great banquet where multitudes gather in satisfaction and pleasure. They feast on certainties, they drink deeply from the wells of conventional success, they stand elevated on towers of accomplishment, surveying their domains in the springtime of material prosperity. Their faces glow with the confidence of those who know their place, who have secured their positions, who move forward with clear purpose and defined goals.

 

Yet amid this celebration, there walks a solitary figure who appears listless and still. This one seems unmoved by the festivities, untouched by the general enthusiasm, indifferent to the rewards that motivate others. The desires that drive ordinary ambition have not yet stirred in this soul, or perhaps they have stirred and been released, returned to the silence from which all movement emerges.

 

This figure resembles an infant who has not yet learned to smile at the appropriate social cues, who gazes upon the world with eyes not yet trained to see what society insists is there. There is something dejected in this appearance, something forlorn, as though this wanderer possesses no home to return to, no fixed address in the geography of worldly achievement. While others display their abundance, their "enough and to spare," this one seems to have lost everything—or perhaps has never possessed anything in the conventional sense.

 

The Divine Foolishness

 

The mind of this solitary wanderer operates differently from the bright intellects that populate the marketplace of ideas. Where ordinary consciousness discriminates, divides, and definitively judges, this awareness dwells in a state that appears chaotic to external observation. It is the chaos not of disorder but of pre-order, the fertile void from which genuine creation emerges, the darkness that precedes and makes possible all manifestation of light.

 

Ordinary individuals shine with the brightness of reflected knowledge, their intelligence glittering with borrowed concepts and rehearsed conclusions. They appear full of discrimination, capable of drawing fine distinctions and making subtle arguments. Their mental faculties operate with impressive efficiency, sorting experience into neat categories, filing perceptions into predetermined structures.

 

But the mystic appears benighted—shrouded in a darkness that is actually a different kind of illumination. This one seems dull and confused by the standards of worldly cleverness, unable or unwilling to participate in the sharp discriminations that others make so readily. It is the dullness of profound simplicity, the confusion that arises when consciousness refuses to fragment reality into the artificial divisions that make conversation easy but truth elusive.

 

This figure seems carried about on a vast sea, drifting without fixed destination, tossed by currents that move according to laws beyond personal control. There appears to be nowhere to rest, no solid ground on which to plant the flag of certainty. While others possess clearly defined spheres of action—their careers, their projects, their roles in society—this one drifts through existence appearing dull and incapable, like someone from the borderlands who hasn't learned the sophisticated manners of the metropolis.

 

The Nursing-Mother

 

Yet this difference from the multitude is not accidental or unfortunate—it is the very mark of a profound orientation toward the source of existence itself. What this solitary figure values above all else is the nursing-mother, that primal generative principle from which all things emerge and to which all things return.

 

This nursing-mother is the Absolute itself, conceived not as distant transcendence but as intimate nourishment, as the very substance that sustains consciousness from moment to moment. It is the Tao, the Way, the ground of being that cannot be grasped by concepts yet reveals itself continuously to those who approach with empty hands and open hearts.

 

To value this nursing-mother is to orient one's entire existence around a relationship with the sacred source rather than with the products and derivatives that flow from it. It is to seek sustenance at the original spring rather than filling one's vessels at the secondary streams where water has already lost some of its freshness and vitality. It is to return, again and again, to the primordial emptiness that is simultaneously absolute fullness, to the silence that contains all music, to the stillness that encompasses all movement.

 

The Wisdom Beyond Wisdom

 

This orientation toward the source rather than toward manifestations represents a wisdom that transcends ordinary wisdom. It is the knowing that emerges from unknowing, the understanding that flowers from bewilderment, the clarity that crystallizes from confusion. Where conventional wisdom accumulates knowledge, this deeper wisdom releases it. Where ordinary intelligence constructs elaborate mental systems, this sacred simplicity dissolves them.

 

The mystic recognizes that every act of learning, every addition to the storehouse of knowledge, every refinement of intellectual skill, can become another layer of separation from direct experience of reality. The mind builds its castles of concept and theory, and these structures, however elegant and impressive, cast shadows that obscure the immediate presence of the Divine.

 

Thus the spiritual path often involves a progressive simplification, a stripping away of the accumulated debris of learning until consciousness stands naked before existence itself. This is not anti-intellectualism but rather a movement toward an intelligence more fundamental than intellect, toward a knowing that does not depend on the knower and the known remaining separate.

 

The Sacred Emptiness

 

In the depths of contemplative practice, the practitioner discovers an emptiness that is paradoxically the fullest possible state. This is not the empty of deprivation but the empty of potentiality—like the hollow of a bowl that makes it useful, like the space within a room that makes it habitable. The mind emptied of its frantic accumulations becomes a vessel capable of receiving the infinite.

 

This emptiness manifests as a peculiar kind of poverty, a spiritual destitution that is simultaneously supreme richness. To possess nothing in the realm of conceptual certainty is to own everything in the realm of immediate presence. To claim no fixed position is to be free to occupy any position. To defend no particular interpretation is to remain open to the continuous revelation of truth.

 

The multitudes cling to their possessions—their opinions, their beliefs, their carefully constructed identities—and in this clinging find a temporary sense of security. But the mystic releases these holdings and discovers in the release a security far more profound: the security of one who rests in the arms of the nursing-mother, sustained not by personal achievement but by the unconditional generosity of existence itself.

 

The Path of Sacred Foolishness

 

To walk this path requires a willingness to appear foolish in the eyes of the world. The spiritual aspirant must be prepared to abandon the bright appearance of intelligence, to relinquish the satisfaction of being understood and approved by the crowd, to dwell in a simplicity that sophisticated minds interpret as simpleness.

 

This sacred foolishness is not the foolishness of ignorance but the foolishness of transcended knowledge. It is the foolishness of one who has passed through learning and emerged on the other side, carrying not the burden of accumulated facts but the lightness of direct perception. It is the foolishness celebrated in mystical traditions across cultures—the holy fool, the divine idiot, the innocent whose simplicity conceals supreme wisdom.

 

The bright and intelligent remain trapped in the prison of their own cleverness, unable to perceive realities that do not fit within their conceptual frameworks. But the apparently dull and confused mystic moves freely through dimensions of experience that remain forever closed to those who insist on understanding everything through rational analysis.

 

The Return to Origins

 

At the heart of mystical consciousness lies a continuous return to origins, a perpetual coming home to the source. This is not regression to infantile states but rather a recovery of the pristine awareness that precedes the overlay of social conditioning and conceptual learning. The infant who has not yet smiled social smiles possesses a quality of pure presence that adults have generally lost—and which the mystic seeks to recover at a higher level of integration.

 

This return requires releasing everything that has been acquired on the journey away from the source. Every achievement must be set down, every identity must be questioned, every certainty must be surrendered. The spiritual path often feels like a systematic loss of everything the world considers valuable—until the seeker discovers that what appeared as loss was actually liberation, what seemed like poverty was actually boundless wealth.

 

The nursing-mother awaits those who return with empty hands. She asks nothing of her children except that they come as they are, without pretense or performance, without the decorated masks that social life requires. She nourishes not according to merit or achievement but according to need and receptivity. And her nourishment satisfies in ways that no worldly feast ever can.

 

The Peace Beyond Understanding

 

In the end, the wisdom of unknowing leads to a peace that passes understanding—not because it is incomprehensible but because it transcends the mode of consciousness that seeks to comprehend. This peace arises when the frantic quest for knowledge ceases, when the mind stops its restless movement and settles into stillness, when consciousness recognizes its own nature as mirror rather than accumulator.

 

The mystic's apparent listlessness conceals profound vitality. The mystic's apparent confusion masks crystalline clarity. The mystic's apparent poverty harbors infinite riches. And the mystic's apparent foolishness demonstrates wisdom that the worldly wise cannot fathom.

 

To value the nursing-mother above all else is to orient one's entire existence around relationship with the sacred source. It is to choose being over having, presence over accumulation, depth over breadth. It is to recognize that the troubles accompanying learning are not incidental to the learning process but inherent in it—and that their renunciation opens pathways to dimensions of understanding that conceptual knowledge can never access.

 

This is the invitation extended to every soul: to release the burden of accumulated learning, to embrace the sacred poverty of not-knowing, to trust the nursing-mother who sustains all existence. In this release and this trust, consciousness discovers its true nature as inseparable from the Absolute, as always already immersed in the Divine presence that no amount of learning can bring closer and no amount of ignorance can remove.

 

The multitude will continue their celebrations, secure in their possessions and proud of their accomplishments. But the solitary figure will continue to drift on the infinite sea, appearing forlorn yet inwardly sustained, seeming to have lost everything yet actually possessing the one thing needful—intimate connection with the source of all that is.

 

Η Σοφία της Άγνοιας 

 

(Η Ιερή Φτώχεια του Μη-Γνωρίζειν)

 

Το Βάρος της Συσσωρευμένης Γνώσης

 

Υπάρχει ένα παράδοξο στην καρδιά της πνευματικής ζωής, που μπερδεύει όσους αναζητούν τη σοφία με συμβατικούς τρόπους. Ο αναζητητής ανακαλύπτει, συχνά μετά από χρόνια επίπονης μελέτης, ότι η «αποκήρυξη» της ίδιας της μάθησης γίνεται πύλη προς βαθιά ηρεμία. Αυτό δεν είναι εγκατάλειψη της κατανόησης από τεμπελιά ή αδιαφορία, αλλά συνειδητή απελευθέρωση από το συσσωρευμένο βάρος εννοιών, ορισμών και προσεκτικά κατασκευασμένων βεβαιοτήτων που βαραίνουν την ψυχή που επιδιώκει ένωση με το Απόλυτο.

 

Όταν κάποιος αφήνει κάτω τις βαριές πλάκες της αποκτημένης γνώσης, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη καταλογογράφηση πληροφοριών και την ατέλειωτη κατηγοριοποίηση της εμπειρίας, αναδύεται μια αξιοσημείωτη «νηνεμία». Αυτή η νηνεμία δεν είναι άδεια· είναι έγκυος δυνατοτήτων, δονείται από μια νοημοσύνη που προηγείται και υπερβαίνει τον διανοητικό νου. Τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τους μορφωμένους —οι αμφιβολίες, οι αντιφάσεις, οι ατέρμονες συζητήσεις που κατακερματίζουν τη συνείδηση— αρχίζουν να διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη κάτω από τον ανατέλλοντα ήλιο της άμεσης επίγνωσης.

 

Σκεφτείτε τη φύση του ανθρώπινου λόγου, με τις πρόθυμες επιβεβαιώσεις και τις ευγενικές συμφωνίες του. Ανάμεσα στο έτοιμο «ναι» και το κολακευτικό «βεβαίως», ποια πραγματική διαφορά υπάρχει; Στην επιφάνεια, αυτές οι εκφράσεις συμφωνίας φαίνονται σχεδόν ίδιες, απλές παραλλαγές στην προφορά και το έθιμο. Ωστόσο, παρατηρήστε προσεκτικά τους καρπούς που φέρουν αυτές οι δύο απαντήσεις στον κήπο της ύπαρξης. Το ένα ναι μπορεί να πηγάζει από γνήσια διορατικότητα, ενώ το άλλο απλώς αντηχεί τη γνώμη του πλήθους. Η μία επιβεβαίωση μπορεί να αναδύεται από τα βάθη της αυθεντικής κατανόησης, ενώ η άλλη αντιπροσωπεύει μόνο το εύθραυστο κέλυφος της κοινωνικής συμμόρφωσης.

 

Το χάσμα ανάμεσα σε αυτές τις φαινομενικά παρόμοιες απαντήσεις —ανάμεσα στην αυθεντική παρουσία και την απλή παράσταση— εκτείνεται πλατύτερα από την άβυσσο ανάμεσα σε ουρανό και γη. Σε αυτό το χάσμα βρίσκονται όλες οι λύπες και οι χαρές της ανθρώπινης ύπαρξης, όλες οι γνήσιες μεταμορφώσεις και οι κούφιες μιμήσεις, όλες οι πραγματικές συναντήσεις με το Θείο και τα αμέτρητα υποκατάστατα που προσφέρει ο πολιτισμός στη θέση της πραγματικής υπέρβασης.

 

Ο Καθολικός Φόβος και η Άπειρη Ερώτηση

 

Αυτό που η ανθρωπότητα φοβάται συλλογικά είναι πράγματι άξιο φόβου, διότι το ένστικτο του είδους περιέχει αρχαία σοφία που ο ατομικός λογικός νους δεν μπορεί πάντα να αντιληφθεί. Ωστόσο, αυτή η αναγνώριση ανοίγει σε ένα τοπίο τόσο απέραντο, τόσο ατέλειωτο στην ερωτηματικότητά του, που ο νους συνηθισμένος σε στέρεο έδαφος νιώθει ξαφνικά να αιωρείται πάνω από ένα άπειρο βάθος.

 

Πόσες ερωτήσεις αναδύονται όταν κάποιος αρχίζει πραγματικά να εξετάζει την ύπαρξη; Πόσες φιλοσοφικές έρευνες απαιτούν προσοχή; Πόσα πνευματικά παράδοξα παρουσιάζονται για στοχασμό; Το εύρος αυτών των ερωτήσεων εκτείνεται πέρα από κάθε μέτρο, απλώνεται σε εδάφη που η γλώσσα δεν μπορεί να χαρτογραφήσει και η λογική να πλοηγηθεί. Σχηματίζουν έναν ωκεανό χωρίς ακτή, και η ψυχή που τολμά να εισέλθει σε αυτά τα νερά πρέπει να μάθει να κολυμπά σε ένα μέσο όπου οι συνηθισμένοι νόμοι της νοητικής βαρύτητας δεν ισχύουν πλέον.

 

Ο μύστης κατανοεί ότι αυτό το απέραντο δεν προορίζεται να κατακτηθεί μέσω συστηματικής έρευνας ή να επιλυθεί με έξυπνη επιχειρηματολογία. Αυτές οι ερωτήσεις σχηματίζουν την ίδια την υφή της ύπαρξης — δεν είναι προβλήματα που απαιτούν λύσεις, αλλά μυστήρια που προσκαλούν συμμετοχή. Το να στέκεται κανείς μπροστά τους με σεβασμό, να νιώθει το βάρος και το βάθος τους χωρίς να βιάζεται να απαντήσει, είναι να υιοθετεί τη στάση της γνήσιας σοφίας.

 

Η Μοναχική Φιγούρα Ανάμεσα στους Ικανοποιημένους

 

Ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο συμπόσιο όπου πλήθη συγκεντρώνονται σε ικανοποίηση και απόλαυση. Γλεντοκοπούν με βεβαιότητες, πίνουν βαθιά από τα πηγάδια της συμβατικής επιτυχίας, στέκονται υψηλά σε πύργους επιτευγμάτων, επιθεωρώντας τα κτήματά τους στην άνοιξη της υλικής ευημερίας. Τα πρόσωπά τους λάμπουν με την αυτοπεποίθηση εκείνων που γνωρίζουν τη θέση τους, που έχουν εξασφαλίσει τις θέσεις τους, που προχωρούν με σαφή σκοπό και καθορισμένους στόχους.

 

Ωστόσο, μέσα σε αυτή την εορτή, βαδίζει μια μοναχική φιγούρα που φαίνεται νωθρή και ακίνητη. Αυτή φαίνεται ανεπηρέαστη από τις γιορτές, ανέγγιχτη από τον γενικό ενθουσιασμό, αδιάφορη προς τις ανταμοιβές που κινητοποιούν τους άλλους. Οι επιθυμίες που ωθούν τη συνηθισμένη φιλοδοξία δεν έχουν ακόμη ξυπνήσει σε αυτή την ψυχή, ή ίσως έχουν ξυπνήσει και απελευθερωθεί, επιστρέφοντας στη σιωπή από την οποία αναδύεται κάθε κίνηση.

 

Αυτή η φιγούρα μοιάζει με βρέφος που δεν έχει ακόμη μάθει να χαμογελά στα κατάλληλα κοινωνικά ερεθίσματα, που κοιτάζει τον κόσμο με μάτια που δεν έχουν ακόμη εκπαιδευτεί να βλέπουν αυτό που η κοινωνία επιμένει ότι υπάρχει. Υπάρχει κάτι πτοημένο σε αυτή την εμφάνιση, κάτι εγκαταλελειμμένο, σαν αυτός ο περιπλανώμενος να μην έχει σπίτι να επιστρέψει, καμία σταθερή διεύθυνση στη γεωγραφία των κοσμικών επιτευγμάτων. Ενώ οι άλλοι επιδεικνύουν την αφθονία τους, το «αρκετό και με το παραπάνω», αυτός φαίνεται να έχει χάσει τα πάντα — ή ίσως να μην κατείχε ποτέ τίποτα με την συμβατική έννοια.

 

Η Θεϊκή Μωρία

 

Ο νους αυτής της μοναχικής φιγούρας λειτουργεί διαφορετικά από τις λαμπρές διάνοιες που κατοικούν στην αγορά των ιδεών. Εκεί που η συνηθισμένη συνείδηση διακρίνει, διαιρεί και κρίνει οριστικά, αυτή η επίγνωση κατοικεί σε μια κατάσταση που φαίνεται χαοτική στην εξωτερική παρατήρηση. Είναι το χάος όχι της αταξίας αλλά της προ-τάξης, το γόνιμο κενό από το οποίο αναδύεται η γνήσια δημιουργία, το σκοτάδι που προηγείται και καθιστά δυνατή κάθε εκδήλωση φωτός.

 

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι λάμπουν με τη φωτεινότητα της αντανακλώμενης γνώσης, η νοημοσύνη τους γυαλίζει με δανεισμένες έννοιες και πρόβες συμπεράσματα. Φαίνονται γεμάτοι διάκριση, ικανοί να κάνουν λεπτές διακρίσεις και υποτίτλους επιχειρηματολογίες. Οι νοητικές τους ικανότητες λειτουργούν με εντυπωσιακή αποδοτικότητα, ταξινομώντας την εμπειρία σε τακτοποιημένες κατηγορίες, αρχειοθετώντας αντιλήψεις σε προκαθορισμένες δομές.

 

Αλλά ο μύστης φαίνεται σκοτεινιασμένος — τυλιγμένος σε ένα σκοτάδι που είναι στην πραγματικότητα ένα διαφορετικό είδος φωτισμού. Αυτός φαίνεται θαμπός και μπερδεμένος σύμφωνα με τα πρότυπα της κοσμικής εξυπνάδας, ανίκανος ή απρόθυμος να συμμετάσχει στις κοφτερές διακρίσεις που οι άλλοι κάνουν τόσο εύκολα. Είναι η θαμπάδα της βαθιάς απλότητας, η σύγχυση που αναδύεται όταν η συνείδηση αρνείται να κατακερματίσει την πραγματικότητα σε τεχνητές διαιρέσεις που κάνουν την συζήτηση εύκολη αλλά την αλήθεια άπιαστη.

 

Αυτή η φιγούρα φαίνεται να παρασύρεται σε μια απέραντη θάλασσα, να πλέει χωρίς σταθερό προορισμό, να ρίχνεται από ρεύματα που κινούνται σύμφωνα με νόμους πέρα από προσωπικό έλεγχο. Φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά για ξεκούραση, κανένα στέρεο έδαφος για να υψωθεί η σημαία της βεβαιότητας. Ενώ οι άλλοι κατέχουν σαφώς καθορισμένες σφαίρες δράσης — τις καριέρες τους, τα έργα τους, τους ρόλους τους στην κοινωνία — αυτός πλέει μέσα στην ύπαρξη φαινόμενος θαμπός και ανίκανος, σαν κάποιον από τα σύνορα που δεν έχει μάθει τους εκλεπτυσμένους τρόπους της μητρόπολης.

 

Η Θηλάζουσα Μητέρα

 

Ωστόσο, αυτή η διαφορά από το πλήθος δεν είναι τυχαία ή ατυχής — είναι το ίδιο το σημάδι ενός βαθιού προσανατολισμού προς την πηγή της ύπαρξης καθαυτήν. Αυτό που αυτή η μοναχική φιγούρα εκτιμά πάνω από όλα είναι η «θηλάζουσα μητέρα», εκείνη η πρωταρχική γενετική αρχή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτή η θηλάζουσα μητέρα είναι το Απόλυτο καθαυτό, συλληφθέν όχι ως μακρινή υπέρβαση αλλά ως οικεία τροφή, ως η ίδια η ουσία που συντηρεί τη συνείδηση από στιγμή σε στιγμή. Είναι το Τάο, ο Δρόμος, το έδαφος του είναι που δεν μπορεί να συλληφθεί από έννοιες αλλά αποκαλύπτεται συνεχώς σε όσους πλησιάζουν με άδεια χέρια και ανοιχτές καρδιές.

 

Το να εκτιμά κανείς αυτή τη θηλάζουσα μητέρα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από μια σχέση με την ιερή πηγή παρά με τα προϊόντα και τα παράγωγα που ρέουν από αυτήν. Σημαίνει να αναζητά τροφή στην αρχική πηγή παρά να γεμίζει τα δοχεία του σε δευτερεύοντα ρυάκια όπου το νερό έχει ήδη χάσει μέρος της φρεσκάδας και της ζωτικότητάς του. Σημαίνει να επιστρέφει, ξανά και ξανά, στο πρωταρχικό κενό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη πληρότητα, στη σιωπή που περιέχει όλη τη μουσική, στην ακινησία που περιλαμβάνει όλη την κίνηση.

 

Η Σοφία Πέρα από τη Σοφία

 

Αυτός ο προσανατολισμός προς την πηγή παρά προς τις εκδηλώσεις αντιπροσωπεύει μια σοφία που υπερβαίνει τη συνηθισμένη σοφία. Είναι η γνώση που αναδύεται από την άγνοια, η κατανόηση που ανθίζει από την απορία, η σαφήνεια που κρυσταλλώνεται από τη σύγχυση. Εκεί που η συμβατική σοφία συσσωρεύει γνώση, αυτή η βαθύτερη σοφία την απελευθερώνει. Εκεί που η συνηθισμένη νοημοσύνη κατασκευάζει περίτεχνα νοητικά συστήματα, αυτή η ιερή απλότητα τα διαλύει.

 

Ο μύστης αναγνωρίζει ότι κάθε πράξη μάθησης, κάθε προσθήκη στο απόθεμα της γνώσης, κάθε τελειοποίηση της διανοητικής δεξιότητας, μπορεί να γίνει άλλο ένα στρώμα διαχωρισμού από την άμεση εμπειρία της πραγματικότητας. Ο νους χτίζει τα κάστρα του από έννοιες και θεωρίες, και αυτές οι δομές, όσο κομψές και εντυπωσιακές, ρίχνουν σκιές που σκιάζουν την άμεση παρουσία του Θείου.

 

Έτσι, η πνευματική πορεία συχνά περιλαμβάνει μια προοδευτική απλοποίηση, μια απογύμνωση από τα συσσωρευμένα συντρίμμια της μάθησης μέχρι η συνείδηση να σταθεί γυμνή μπροστά στην ύπαρξη καθαυτήν. Αυτό δεν είναι αντι-διανοητισμός αλλά μια κίνηση προς μια νοημοσύνη πιο θεμελιώδη από τον διανοητικό νου, προς μια γνώση που δεν εξαρτάται από το να παραμένουν ο γνωρίζων και το γνωστό ξεχωριστά.

 

Η Ιερή Κενότητα

 

Στα βάθη της στοχαστικής πρακτικής, ο ασκούμενος ανακαλύπτει ένα κενό που είναι παραδόξως η πληρέστερη δυνατή κατάσταση. Αυτό δεν είναι το κενό της στέρησης αλλά το κενό της δυνατότητας — σαν το κοίλο ενός μπολ που το κάνει χρήσιμο, σαν τον χώρο μέσα σε ένα δωμάτιο που το κάνει κατοικήσιμο. Ο νους αδειασμένος από τις φρενήρεις συσσωρεύσεις του γίνεται δοχείο ικανό να δεχθεί το άπειρο.

 

Αυτό το κενό εκδηλώνεται ως ένα ιδιόμορφο είδος φτώχειας, μια πνευματική ένδεια που είναι ταυτόχρονα υπέρτατος πλούτος. Το να μην κατέχει κανείς τίποτα στο βασίλειο της εννοιολογικής βεβαιότητας σημαίνει να κατέχει τα πάντα στο βασίλειο της άμεσης παρουσίας. Το να μην διεκδικεί σταθερή θέση σημαίνει να είναι ελεύθερος να καταλάβει οποιαδήποτε θέση. Το να μην υπερασπίζεται καμία συγκεκριμένη ερμηνεία σημαίνει να παραμένει ανοιχτός στη συνεχή αποκάλυψη της αλήθειας.

 

Τα πλήθη προσκολλώνται στις κτήσεις τους — τις γνώμες τους, τις πεποιθήσεις τους, τις προσεκτικά κατασκευασμένες ταυτότητές τους — και σε αυτή την προσκόλληση βρίσκουν μια προσωρινή αίσθηση ασφάλειας. Αλλά ο μύστης απελευθερώνει αυτές τις κτήσεις και ανακαλύπτει στην απελευθέρωση μια ασφάλεια πολύ πιο βαθιά: την ασφάλεια εκείνου που αναπαύεται στην αγκαλιά της θηλάζουσας μητέρας, συντηρούμενος όχι από προσωπικό επίτευγμα αλλά από την άνευ όρων γενναιοδωρία της ύπαρξης καθαυτήν.

 

Η Πορεία της Ιερής Μωρίας

 

Το να βαδίζει κανείς αυτή την πορεία απαιτεί προθυμία να φαίνεται μωρός στα μάτια του κόσμου. Ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τη λαμπρή εμφάνιση της νοημοσύνης, να παραιτηθεί από την ικανοποίηση του να γίνεται κατανοητός και εγκρινόμενος από το πλήθος, να κατοικεί σε μια απλότητα που οι εκλεπτυσμένες διάνοιες ερμηνεύουν ως απλοϊκότητα.

 

Αυτή η ιερή μωρία δεν είναι η μωρία της άγνοιας αλλά η μωρία της υπερβαμένης γνώσης. Είναι η μωρία εκείνου που έχει περάσει μέσα από τη μάθηση και έχει αναδυθεί από την άλλη πλευρά, κουβαλώντας όχι το βάρος των συσσωρευμένων γεγονότων αλλά την ελαφρότητα της άμεσης αντίληψης. Είναι η μωρία που γιορτάζεται σε μυστικές παραδόσεις σε όλους τους πολιτισμούς — ο άγιος τρελός, ο θεϊκός ηλίθιος, ο αθώος του οποίου η απλότητα κρύβει υπέρτατη σοφία.

 

Οι λαμπροί και νοήμονες παραμένουν παγιδευμένοι στη φυλακή της δικής τους εξυπνάδας, ανίκανοι να αντιληφθούν πραγματικότητες που δεν ταιριάζουν στα εννοιολογικά τους πλαίσια. Αλλά ο φαινομενικά θαμπός και μπερδεμένος μύστης κινείται ελεύθερα μέσα σε διαστάσεις εμπειρίας που παραμένουν για πάντα κλειστές σε όσους επιμένουν να κατανοούν τα πάντα μέσω λογικής ανάλυσης.

 

Η Επιστροφή στις Αρχές

 

Στην καρδιά της μυστικής συνείδησης βρίσκεται μια συνεχής επιστροφή στις αρχές, ένα αέναο επιστρέφω στο σπίτι προς την πηγή. Αυτό δεν είναι παλινδρόμηση σε βρεφικές καταστάσεις αλλά ανάκτηση της παρθένας επίγνωσης που προηγείται της επικάλυψης από κοινωνική προσαρμογή και εννοιολογική μάθηση. Το βρέφος που δεν έχει ακόμη χαμογελάσει κοινωνικά χαμόγελα κατέχει μια ποιότητα καθαρής παρουσίας που οι ενήλικες έχουν γενικά χάσει — και την οποία ο μύστης επιδιώκει να ανακτήσει σε υψηλότερο επίπεδο ενσωμάτωσης.

 

Αυτή η επιστροφή απαιτεί απελευθέρωση όλων όσων έχουν αποκτηθεί στο ταξίδι μακριά από την πηγή. Κάθε επίτευγμα πρέπει να αφεθεί, κάθε ταυτότητα να αμφισβητηθεί, κάθε βεβαιότητα να παραδοθεί. Η πνευματική πορεία συχνά μοιάζει με συστηματική απώλεια όλων όσων ο κόσμος θεωρεί πολύτιμα — μέχρι ο αναζητητής να ανακαλύψει ότι αυτό που φαινόταν ως απώλεια ήταν στην πραγματικότητα απελευθέρωση, αυτό που έμοιαζε με φτώχεια ήταν απεριόριστος πλούτος.

 

Η θηλάζουσα μητέρα περιμένει όσους επιστρέφουν με άδεια χέρια. Δεν ζητά τίποτα από τα παιδιά της παρά να έρθουν όπως είναι, χωρίς προσποίηση ή παράσταση, χωρίς τις διακοσμημένες μάσκες που απαιτεί η κοινωνική ζωή. Τρέφει όχι σύμφωνα με αξία ή επίτευγμα αλλά σύμφωνα με ανάγκη και δεκτικότητα. Και η τροφή της ικανοποιεί με τρόπους που κανένα κοσμικό συμπόσιο δεν μπορεί ποτέ.

 

Η Ειρήνη Πέρα από την Κατανόηση

 

Στο τέλος, η σοφία της άγνοιας οδηγεί σε μια ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση — όχι επειδή είναι ακατανόητη αλλά επειδή υπερβαίνει τον τρόπο συνείδησης που επιδιώκει να κατανοήσει. Αυτή η ειρήνη αναδύεται όταν η φρενήρης αναζήτηση γνώσης παύει, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη κίνησή του και εγκαθίσταται σε νηνεμία, όταν η συνείδηση αναγνωρίζει τη φύση της ως καθρέφτη παρά ως συσσωρευτή.

 

Η φαινομενική νωθρότητα του μύστη κρύβει βαθιά ζωτικότητα. Η φαινομενική σύγχυσή του καλύπτει κρυστάλλινη σαφήνεια. Η φαινομενική φτώχεια του φιλοξενεί άπειρο πλούτο. Και η φαινομενική μωρία του αποδεικνύει σοφία που οι κοσμικά σοφοί δεν μπορούν να συλλάβουν.

 

Το να εκτιμά κανείς τη θηλάζουσα μητέρα πάνω από όλα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από σχέση με την ιερή πηγή. Σημαίνει να επιλέγει το είναι αντί του έχειν, την παρουσία αντί της συσσώρευσης, το βάθος αντί του πλάτους. Σημαίνει να αναγνωρίζει ότι τα προβλήματα που συνοδεύουν τη μάθηση δεν είναι τυχαία στη διαδικασία μάθησης αλλά εγγενή σε αυτήν — και ότι η αποκήρυξή τους ανοίγει μονοπάτια σε διαστάσεις κατανόησης που η εννοιολογική γνώση δεν μπορεί ποτέ να προσεγγίσει.

 

Αυτή είναι η πρόσκληση που απευθύνεται σε κάθε ψυχή: να απελευθερώσει το βάρος της συσσωρευμένης μάθησης, να αγκαλιάσει την ιερή φτώχεια του μη-γνωρίζειν, να εμπιστευθεί τη θηλάζουσα μητέρα που συντηρεί όλη την ύπαρξη. Σε αυτή την απελευθέρωση και αυτή την εμπιστοσύνη, η συνείδηση ανακαλύπτει την αληθινή της φύση ως αχώριστη από το Απόλυτο, ως πάντα ήδη βυθισμένη στην Θεϊκή παρουσία που καμία ποσότητα μάθησης δεν μπορεί να φέρει πιο κοντά και καμία ποσότητα άγνοιας να απομακρύνει.

 

Το πλήθος θα συνεχίσει τις γιορτές του, ασφαλές στις κτήσεις του και περήφανο για τα επιτεύγματά του. Αλλά η μοναχική φιγούρα θα συνεχίσει να πλέει στην άπειρη θάλασσα, φαινόμενη πτοημένη αλλά εσωτερικά συντηρούμενη, φαινόμενη να έχει χάσει τα πάντα αλλά στην πραγματικότητα να κατέχει το ένα απαραίτητο — την οικεία σύνδεση με την πηγή όλων όσων υπάρχουν.

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna - Chapter IV — The Language of the Ineffable
MONDAY, 23 March, 2026

1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

 

THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter IV — The Language of the Ineffable

I. The Wound That Speaks

There is a moment in Arjuna's lament when something shifts. It is subtle, almost imperceptible beneath the avalanche of his grief — yet the mystic who reads with unhurried attention will feel it, the way one feels the first tremor of an earthquake before the walls begin to move. It is the moment when Arjuna's grief ceases to be merely his own. When the personal dissolves, almost imperceptibly, into the universal. When the voice of one suffering man becomes, without his knowing it, the voice of all suffering humanity across every age and every tradition that has ever grappled with the terrible weight of being alive.

He has spoken of kingdoms and pleasures, of the emptiness of victory when the beloved are gone. He has named the beloved ones — Bheeshma, Drona, the grandfathers and teachers and kinsmen — and in the act of naming them, he has done something that language theorists would centuries later call a performative act: he has made them present. He has conjured them from the abstract mass of the opposing army into individual, irreplaceable, mortal faces. And in so doing, he has placed himself — and us, who read — at the precise point where the personal becomes cosmic.

For the wound that Arjuna articulates is not only the wound of a warrior who loves those he must fight. It is the wound that lives at the very center of conscious existence itself. The wound of awareness. The wound of being a creature luminous enough to love and fragile enough to lose. Every tradition that has descended into the depths of human experience has found this wound waiting there — not as an aberration, not as a problem to be solved, but as the very ground from which the spiritual life grows. It is the crack in the vessel through which, as the poet said, the light gets in.

II. When Words Reach Their Own Horizon

The Sanskrit tradition possesses a term of extraordinary resonance: anirvacaniya. It means, roughly, that which cannot be spoken — the ineffable, the unspeakable, the reality that stands forever beyond the reach of language's longest arm. The Upanishadic sages invoked it when they attempted to describe the nature of Brahman, the ultimate ground of being. They said: not this, not this — neti, neti — understanding that every positive description was also a limitation, that to name the infinite was already to diminish it. Better to circle the silence than to mistake the finger for the moon it points toward.

It is into this same territory of the unspeakable that Arjuna now stumbles — not through philosophical sophistication, but through the brute force of grief. His body speaks what his mind cannot formulate. His limbs tremble; his skin burns with an interior fire that has no external source; his renowned bow, an extension of his very identity as warrior and hero, slips from fingers that have held it steady against every earthly adversary. The body, in its ancient wisdom, knows what the mind is only beginning to suspect: that what is occurring cannot be contained within the categories of ordinary human experience. Something is breaking open that cannot be closed again.

This is the first language of the ineffable — the language of the body overwhelmed. Every tradition of genuine spiritual depth has recognized it. The Sufi poets wrote of the tavern and the wine, of drunkenness and dissolution, as metaphors for the states of being that accompany the approach of the Divine. The Christian mystics spoke of rapture, of the soul's swoon before the magnitude of what it encountered. The Zen masters recorded moments of sudden illumination — kensho, satori — in which the ordinary constructions of self and world were shattered beyond reconstruction. Always, beneath these accounts, runs the same thread: the body announces what the mind cannot yet say.

Arjuna's burning skin is thus not mere physiological distress. It is the body's testimony to a truth that the intellect will take the remaining seventeen chapters of the Gita to begin to approach. It is the flesh's way of saying: something absolute is near. Something that cannot be looked at directly, as one cannot look directly at the sun, but whose proximity is felt in every cell, whose light casts every ordinary thing into sudden and startling relief.

III. Grief as a Form of Knowledge

The philosophical traditions of the West have, until relatively recently, been suspicious of emotion as a vehicle of knowledge. Since at least the Platonic tradition, with its hierarchy that places reason above passion and the intellect above the body, there has been a persistent tendency to regard grief, fear, love, and longing as distortions of clear perception rather than modes of access to deeper truth. The sage, in this view, is the one who has transcended emotion — who stands above the turbulence of feeling in the serene atmosphere of pure reason.

But the mystical traditions — whether drawn from the Vedic East, the Sufi heart of Islam, the Kabbalistic depths of Judaism, or the apophatic streams of Christian contemplation — have known otherwise. They have understood that certain truths are accessible only through the dissolution of the rational ego, only in the states that pure reason cannot enter. Grief, in particular, has been recognized as one of the great openers — one of the experiences that, by stripping away the comfortable insulation of the ordinary self, exposes the raw nerve of deeper being.

When Arjuna grieves, he knows something he did not know before. Not something that can be formulated into a proposition and examined in the clear light of logic — but something felt, in the way one feels the weight of stone or the warmth of fire: immediately, bodily, undeniably. He knows the weight of love. He knows what it means that the beloved are mortal and that mortality is irrevocable. He knows — and this is perhaps the most vertiginous knowledge of all — that the self he has taken himself to be, the hero, the archer, the son of kings, is not sufficient to navigate what he now faces. This knowledge, born entirely from grief, is the indispensable precondition for everything the Gita will teach.

The great Sufi mystic Rumi opens his masterwork, the Masnavi, with the image of the reed flute crying for its origin, for the reed bed from which it was cut. The cry of the reed is the cry of the separated soul — and it is precisely this cry, this grief of separation, that is the beginning of the spiritual path. Not the absence of grief, but grief itself, fully felt and fully inhabited, becomes the vehicle of transformation. Arjuna's lament is his reed-cry. And like the reed's cry, it is simultaneously the expression of his wound and the first note of the music that will eventually heal it.

IV. The Collective Voice

There is a dimension to Arjuna's speech that unfolds slowly, like a landscape seen from a gradually ascending height. As one reads his words with sustained attention, one begins to notice that he has ceased to speak only for himself. His language has expanded beyond the personal into something wider — something that carries the resonance of all human lamentation, the accumulated sorrow of all the generations that have stood at the crossroads of love and duty, existence and annihilation.

When he speaks of the destruction of families, of the collapse of the ancient dharmic order, of ancestors wandering untended and traditions fraying at their edges — he enters the realm that the depth psychologist Carl Jung called the collective unconscious: that vast, shared substrate of human experience that underlies and precedes all individual identity. He is no longer merely Arjuna, the son of Pandu, standing on a particular battlefield on a particular morning in the ancient world. He is the voice of every civilization that has watched its coherence threatened. He is the voice of every child who has sensed the fragility of the world the elders built. He is the voice of every soul that has understood, with a cold clarity, that the structures by which human beings make sense of their existence are not permanent but constructed — and therefore capable of being unmade.

This widening of Arjuna's voice beyond the personal is itself a mystical phenomenon. The great teachers of the contemplative traditions — Meister Eckhart in the medieval Christian West, Ramana Maharshi in the modern Hindu East, Lao Tzu in the ancient Chinese tradition — have each pointed, in their different vocabularies, toward the same discovery: that when the individual self is sufficiently dissolved, what speaks through it is not merely an enlarged individual, but something genuinely transpersonal. Something that has always been there, beneath the noise of personal preoccupation — vast, still, and shared among all sentient beings.

Arjuna does not choose this expansion. It happens to him, as the most profound transformations always happen: not through an act of will, but through the collapse of the will's ordinary mechanisms. His ego, confronted with what it cannot manage, releases its grip on the personal story — and in that release, however involuntary and momentary, something larger speaks through him. His grief has become, without his intending it, a vehicle for the grief of the world.

V. Metaphor as the Mystic's Bridge

The mystical traditions have always understood that direct speech about ultimate reality is impossible — not because the traditions are evasive or obscure for its own sake, but because language is a tool fashioned from the materials of the ordinary world, and the territory it is here being asked to map exceeds the ordinary world in every dimension. The map is not the territory; and when the territory is infinite, the map must always acknowledge its own inadequacy.

This is why the great spiritual texts of humanity speak so largely in metaphor, symbol, and story. The Parables of the New Testament do not explain the Kingdom of Heaven — they approach it obliquely, through the unexpected logic of mustard seeds and lost coins and prodigal sons. The Sufi poets speak of wine and taverns and the Beloved's face, knowing that these images carry something that theological propositions cannot carry: the fragrance of the thing itself, as a word carries the ghost of what it names. The Upanishads offer their great equations — Tat tvam asi, That thou art — not as logical assertions to be debated but as meditative seeds to be planted in the soil of consciousness and watered with years of sustained contemplation.

Arjuna's language, in his moment of extremity, is also the language of metaphor — though he employs it unconsciously, under the pressure of experience rather than by the design of a skilled poet. His trembling limbs, his burning skin, his slipping bow — these are simultaneously literal and symbolic. They are the body's own metaphors for what the soul is undergoing. They say: the ordinary self is failing. They say: what I have built my life upon is insufficient for what I now face. They say: I am being asked to enter a country for which none of my maps have prepared me.

And in this very failure of his ordinary vocabulary, this collapse into the language of bodily sensation and raw emotion, Arjuna actually comes closer to the truth than he would have if he had remained composed, articulate, and masterful. The body, when language fails, does not become less expressive — it becomes more so. It speaks the dialect of the threshold: that ancient, pre-verbal tongue in which the soul's deepest recognitions have always been communicated. The trembling is a word. The burning is a word. The falling bow is a sentence that the most sophisticated philosophical treatise could not improve upon.

VI. The Silence That Awaits at the Edge of All Speaking

Every great mystical tradition contains, at its core, an understanding that the deepest truth lies not in speech but in silence. This is not the silence of emptiness or of the absence of meaning, but the silence that is so full of meaning that no finite arrangement of words can contain it. The Taoists called it wu — the void that is also the source of all things. The Christian apophatic mystics called it the Divine Darkness — not the darkness of ignorance, but the darkness of an excess of light beyond what the human eye can bear. The Buddhist traditions speak of sunyata, the emptiness that is also the ground of all form, the silence from which all sounds arise and to which all sounds return.

Arjuna's lament is moving, inexorably, toward this silence. Every word he speaks is a word spoken at the edge of what language can do. He is not merely describing his situation — he is being carried by his grief to the very frontier of articulable experience, to the place where words begin to dissolve into something larger than themselves. And when, at last, he lets the bow fall and sinks upon the seat of the chariot, when he runs out of words and his grief outstrips his ability to speak it — in that moment, the silence that follows is not the silence of defeat. It is the silence that has been waiting behind all the words, the silence that the words were always trying to approach, the silence in which something absolute can finally be heard.

This is why Krishna waits. He does not interrupt. He does not rush to fill the silence with reassurance or instruction. He holds the reins. He waits. And in his waiting, in his perfect, unhurried presence, there is a teaching that precedes all the teachings that will follow — a teaching that has no words because it is prior to words, because it is the ground from which words arise. It is the teaching of presence itself: that the Divine is here, always here, not distant and not withholding, but simply waiting, with the patience of eternity, for the moment when the speaking soul at last falls silent enough to listen.

And so Arjuna's language of the ineffable — his trembling, his burning, his grief-widened lament, his stumbling into metaphor, his final collapse into silence — is not the failure of communication. It is communication at its most essential. It is the soul speaking in the only way available to it at the edge of the ordinary world: not in propositions but in gestures, not in doctrine but in presence, not in answers but in the most honest of all questions — the question that arises not in the mind but in the whole being, the question that has no words because it does not need them, the question that is itself the beginning of the answer.

In the next chapter, we shall follow Arjuna into the silence — and attend, with him, to what at last begins to speak.

….

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στη Θλίψη του Αρτζούνα

Κεφάλαιο IV — Η Γλώσσα του Άρρητου

 

I. Η Πληγή που Μιλά

 

Υπάρχει μια στιγμή στο θρήνο του Αρτζούνα όπου κάτι αλλάζει. Είναι λεπτή, σχεδόν αδιόρατη κάτω από την χιονοστιβάδα της θλίψης του — ωστόσο ο μύστης που διαβάζει με αργή, ανυπόμονη προσοχή θα την αισθανθεί, όπως αισθάνεται κανείς τον πρώτο σεισμικό κραδασμό πριν αρχίσουν να κουνιούνται οι τοίχοι. Είναι η στιγμή που η θλίψη του Αρτζούνα παύει να είναι απλώς δική του. Όταν το προσωπικό διαλύεται, σχεδόν απαρατήρητα, στο καθολικό. Όταν η φωνή ενός πονεμένου ανθρώπου γίνεται, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει, η φωνή όλης της πονεμένης ανθρωπότητας σε κάθε εποχή και σε κάθε παράδοση που έχει ποτέ παλέψει με το τρομερό βάρος του να είναι κανείς ζωντανός.

 

Έχει μιλήσει για βασίλεια και ηδονές, για το κενό της νίκης όταν οι αγαπημένοι έχουν φύγει. Έχει ονοματίσει τους αγαπημένους — τον Μπχίσμα, τον Ντρόνα, τους παππούδες και τους δασκάλους και τους συγγενείς — και με την πράξη της ονομασίας έχει κάνει κάτι που αιώνες αργότερα οι θεωρητικοί της γλώσσας θα ονόμαζαν επιτελεστική πράξη: τους έχει κάνει παρόντες. Τους έχει ανακαλέσει από την αφηρημένη μάζα του αντίπαλου στρατού σε ατομικά, ασύγκριτα, θνητά πρόσωπα. Και κάνοντάς το αυτό, έχει τοποθετήσει τον εαυτό του — και εμάς που διαβάζουμε — στο ακριβές σημείο όπου το προσωπικό γίνεται κοσμικό.

 

Γιατί η πληγή που εκφράζει ο Αρτζούνα δεν είναι μόνο η πληγή ενός πολεμιστή που αγαπά αυτούς που πρέπει να πολεμήσει. Είναι η πληγή που ζει στο ίδιο το κέντρο της συνειδητής ύπαρξης. Η πληγή της επίγνωσης. Η πληγή του να είσαι πλάσμα αρκετά φωτεινό για να αγαπά και αρκετά εύθραυστο για να χάνει. Κάθε παράδοση που έχει κατέβει στα βάθη της ανθρώπινης εμπειρίας έχει βρει αυτή την πληγή να περιμένει εκεί — όχι ως ανωμαλία, όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως το ίδιο το έδαφος από το οποίο αναπτύσσεται η πνευματική ζωή. Είναι η ρωγμή στο δοχείο από την οποία, όπως είπε ο ποιητής, μπαίνει το φως.

 

II. Όταν οι Λέξεις Φτάνουν στον Ορίζοντά Τους

 

Η σανσκριτική παράδοση διαθέτει έναν όρο εξαιρετικής αντηχήσεως: anirvacaniya. Σημαίνει, περίπου, εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί — το άρρητο, το ανείπωτο, η πραγματικότητα που στέκεται για πάντα πέρα από το μακρύτερο χέρι της γλώσσας. Οι σοφοί των Ουπανισάδων τον επικαλούνταν όταν προσπαθούσαν να περιγράψουν τη φύση του Μπράχμαν, του έσχατου εδάφους της ύπαρξης. Έλεγαν: όχι αυτό, όχι αυτό — neti, neti — κατανοώντας ότι κάθε θετική περιγραφή ήταν ταυτόχρονα και περιορισμός, ότι το να ονομάσεις το άπειρο ήταν ήδη το να το μειώσεις. Καλύτερα να περιβάλλεις τη σιωπή παρά να μπερδέψεις το δάχτυλο με το φεγγάρι που δείχνει.

 

Σε αυτόν ακριβώς τον χώρο του ανείπωτου σκοντάφτει τώρα ο Αρτζούνα — όχι μέσα από φιλοσοφική εκλέπτυνση, αλλά μέσα από τη ωμή δύναμη της θλίψης. Το σώμα του λέει αυτό που ο νους του δεν μπορεί ακόμα να διατυπώσει. Τα μέλη του τρέμουν· το δέρμα του καίγεται από μια εσωτερική φωτιά που δεν έχει εξωτερική πηγή· το περίφημο τόξο του, προέκταση της ίδιας του της ταυτότητας ως πολεμιστή και ήρωα, γλιστρά από δάχτυλα που το κρατούσαν σταθερό απέναντι σε κάθε επίγειο αντίπαλο. Το σώμα, με την αρχαία του σοφία, γνωρίζει αυτό που ο νους μόλις αρχίζει να υποψιάζεται: ότι αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να χωρέσει στις κατηγορίες της συνηθισμένης ανθρώπινης εμπειρίας. Κάτι σπάει που δεν μπορεί πια να κλείσει.

 

Αυτή είναι η πρώτη γλώσσα του άρρητου — η γλώσσα του σώματος που υπερβαίνεται. Κάθε παράδοση γνήσιου πνευματικού βάθους την έχει αναγνωρίσει. Οι Σούφι ποιητές έγραφαν για το ταβερνάκι και το κρασί, για τη μέθη και τη διάλυση, ως μεταφορές για τις καταστάσεις του είναι που συνοδεύουν την προσέγγιση του Θείου. Οι χριστιανοί μύστες μιλούσαν για έκσταση, για την λιποθυμία της ψυχής μπροστά στο μέγεθος αυτού που συναντούσε. Οι δάσκαλοι του Ζεν κατέγραφαν στιγμές ξαφνικής φώτισης — kensho, satori — στις οποίες οι συνηθισμένες κατασκευές του εαυτού και του κόσμου συντρίβονταν πέρα από κάθε ανακατασκευή. Πάντοτε, κάτω από αυτές τις αφηγήσεις, τρέχει η ίδια κλωστή: το σώμα αναγγέλλει αυτό που ο νους δεν μπορεί ακόμα να πει.

 

Το καμένο δέρμα του Αρτζούνα δεν είναι λοιπόν απλή φυσιολογική ταλαιπωρία. Είναι η μαρτυρία του σώματος σε μια αλήθεια που ο νους θα χρειαστεί τα υπόλοιπα δεκαεπτά κεφάλαια της Γκίτα για να αρχίσει να την προσεγγίζει. Είναι ο τρόπος της σάρκας να πει: κάτι απόλυτο είναι κοντά. Κάτι που δεν μπορεί να κοιταχτεί κατευθείαν, όπως δεν μπορεί κανείς να κοιτάξει κατευθείαν τον ήλιο, αλλά η εγγύτητά του γίνεται αισθητή σε κάθε κύτταρο, το φως του ρίχνει κάθε συνηθισμένο πράγμα σε ξαφνική και συγκλονιστική ανακούφιση.

 

III. Η Θλίψη ως Μορφή Γνώσης

 

Οι φιλοσοφικές παραδόσεις της Δύσης, μέχρι πρόσφατα, ήταν καχύποπτες απέναντι στο συναίσθημα ως όχημα γνώσης. Από την πλατωνική παράδοση τουλάχιστον, με την ιεραρχία της που τοποθετεί τη λογική πάνω από το πάθος και τον νου πάνω από το σώμα, υπάρχει μια επίμονη τάση να θεωρούνται η θλίψη, ο φόβος, η αγάπη και η λαχτάρα ως διαστρεβλώσεις της καθαρής αντίληψης παρά ως τρόποι πρόσβασης σε βαθύτερη αλήθεια. Ο σοφός, σε αυτή την άποψη, είναι αυτός που έχει υπερβεί το συναίσθημα — που στέκεται πάνω από την ταραχή του συναισθήματος στην ήρεμη ατμόσφαιρα της καθαρής λογικής.

 

Αλλά οι μυστικές παραδόσεις — είτε από τον βεδικό  της Ανατολής, είτε από την καρδιά του Σουφισμού στο Ισλάμ, είτε από τα βάθη της Καμπάλα στον Ιουδαϊσμό, είτε από τις αποφατικές ροές της χριστιανικής θεωρίας — γνωρίζουν αλλιώς. Έχουν κατανοήσει ότι ορισμένες αλήθειες είναι προσιτές μόνο μέσα από τη διάλυση του λογικού εγώ, μόνο σε καταστάσεις που η καθαρή λογική δεν μπορεί να εισέλθει. Η θλίψη, ειδικά, έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους μεγάλους ανοίγοντες — μία από τις εμπειρίες που, απογυμνώνοντας την άνετη μόνωση του συνηθισμένου εαυτού, εκθέτει το ωμό νεύρο της βαθύτερης ύπαρξης.

 

Όταν ο Αρτζούνα θρηνεί, γνωρίζει κάτι που δεν γνώριζε πριν. Όχι κάτι που μπορεί να διατυπωθεί σε πρόταση και να εξεταστεί στο καθαρό φως της λογικής — αλλά κάτι που νιώθεται, όπως νιώθει κανείς το βάρος της πέτρας ή τη ζεστασιά της φωτιάς: αμέσως, σωματικά, αδιαμφισβήτητα. Γνωρίζει το βάρος της αγάπης. Γνωρίζει τι σημαίνει ότι οι αγαπημένοι είναι θνητοί και ότι η θνητότητα είναι αμετάκλητη. Γνωρίζει — και αυτή ίσως είναι η πιο ζαλιστική γνώση από όλες — ότι ο εαυτός που θεωρούσε τον εαυτό του, ο ήρωας, ο τοξότης, ο γιος βασιλιάδων, δεν επαρκεί για να περιηγηθεί σε αυτό που τώρα αντιμετωπίζει. Αυτή η γνώση, που γεννιέται εξ ολοκλήρου από τη θλίψη, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για όλα όσα θα διδάξει η Γκίτα.

 

Ο μεγάλος Σούφι μύστης Ρουμί ανοίγει το αριστούργημά του, το Μαθνάβι, με την εικόνα του καλαμιού-φλάουτου που κλαίει για την καταγωγή του, για το καλαμοβότανο από το οποίο κόπηκε. Το κλάμα του καλαμιού είναι το κλάμα της χωρισμένης ψυχής — και ακριβώς αυτό το κλάμα, αυτή η θλίψη του χωρισμού, είναι η αρχή του πνευματικού μονοπατιού. Όχι η απουσία θλίψης, αλλά η ίδια η θλίψη, πλήρως νιώθοντας και πλήρως κατοικούμενη, γίνεται το όχημα της μεταμόρφωσης. Ο θρήνος του Αρτζούνα είναι το κλάμα του καλαμιού του. Και όπως το κλάμα του καλαμιού, είναι ταυτόχρονα η έκφραση της πληγής του και η πρώτη νότα της μουσικής που τελικά θα την θεραπεύσει.

 

IV. Η Συλλογική Φωνή

 

Υπάρχει μια διάσταση στον λόγο του Αρτζούνα που ξεδιπλώνεται αργά, σαν τοπίο που φαίνεται από ύψος που ανεβαίνει σταδιακά. Καθώς κανείς διαβάζει τα λόγια του με παρατεταμένη προσοχή, αρχίζει να παρατηρεί ότι έχει πάψει να μιλά μόνο για τον εαυτό του. Η γλώσσα του έχει επεκταθεί πέρα από το προσωπικό σε κάτι ευρύτερο — σε κάτι που φέρει την αντήχηση όλου του ανθρώπινου θρήνου, της συσσωρευμένης θλίψης όλων των γενεών που στάθηκαν στο σταυροδρόμι της αγάπης και του καθήκοντος, της ύπαρξης και της αφανίσεως.

 

Όταν μιλά για την καταστροφή των οικογενειών, για την κατάρρευση της αρχαίας τάξης του ντάρμα, για τους προγόνους που περιπλανώνται αφρόντιστοι και τις παραδόσεις που ξεφτίζουν στις άκρες — εισέρχεται στον χώρο που ο ψυχολόγος του βάθους Καρλ Γιουνγκ ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο: αυτό το τεράστιο, κοινό υπόστρωμα της ανθρώπινης εμπειρίας που υποκρύπτεται και προηγείται κάθε ατομικής ταυτότητας. Δεν είναι πια απλώς ο Αρτζούνα, ο γιος του Πάντου, που στέκεται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο μάχης σε ένα συγκεκριμένο πρωινό του αρχαίου κόσμου. Είναι η φωνή κάθε πολιτισμού που έχει δει την συνοχή του να απειλείται. Είναι η φωνή κάθε παιδιού που έχει αισθανθεί την εύθραυστη φύση του κόσμου που έχτισαν οι μεγαλύτεροι. Είναι η φωνή κάθε ψυχής που έχει κατανοήσει, με κρύα διαύγεια, ότι οι δομές με τις οποίες οι άνθρωποι δίνουν νόημα στην ύπαρξή τους δεν είναι μόνιμες αλλά κατασκευασμένες — και επομένως ικανές να αποδομηθούν.

 

Αυτή η διεύρυνση της φωνής του Αρτζούνα πέρα από το προσωπικό είναι από μόνη της ένα μυστικό φαινόμενο. Οι μεγάλοι δάσκαλοι των θεωρητικών παραδόσεων — ο Μάιστερ Έκχαρτ στη μεσαιωνική χριστιανική Δύση, ο Ραμάνα Μαχάρσι στη σύγχρονη ινδουιστική Ανατολή, ο Λάο Τσε στην αρχαία κινεζική παράδοση — έχουν ο καθένας δείξει, με διαφορετικά λεξιλόγια, προς την ίδια ανακάλυψη: ότι όταν ο ατομικός εαυτός διαλύεται επαρκώς, αυτό που μιλά μέσα από αυτόν δεν είναι απλώς ένας διευρυμένος ατομικός, αλλά κάτι γνήσια υπερπροσωπικό. Κάτι που υπήρχε πάντοτε εκεί, κάτω από τον θόρυβο της προσωπικής ενασχόλησης — τεράστιο, ήσυχο και κοινό σε όλα τα αισθανόμενα όντα.

 

Ο Αρτζούνα δεν επιλέγει αυτή την επέκταση. Του συμβαίνει, όπως συμβαίνουν πάντοτε οι βαθύτερες μεταμορφώσεις: όχι μέσω πράξης βούλησης, αλλά μέσω της κατάρρευσης των συνηθισμένων μηχανισμών της βούλησης. Το εγώ του, αντιμέτωπο με αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί, αφήνει τη λαβή του από την προσωπική ιστορία — και σε αυτή την απελευθέρωση, όσο ακούσια και στιγμιαία, κάτι μεγαλύτερο μιλά μέσα από αυτόν. Η θλίψη του έχει γίνει, χωρίς να το επιδιώξει, όχημα για τη θλίψη του κόσμου.

 

V. Η Μεταφορά ως Γέφυρα του Μύστη

 

Οι μυστικές παραδόσεις έχουν πάντοτε κατανοήσει ότι η άμεση ομιλία για την έσχατη πραγματικότητα είναι αδύνατη — όχι επειδή οι παραδόσεις είναι ασαφείς ή σκοτεινές για χάρη της ασάφειας, αλλά επειδή η γλώσσα είναι εργαλείο φτιαγμένο από τα υλικά του συνηθισμένου κόσμου, και το έδαφος που καλείται εδώ να χαρτογραφήσει υπερβαίνει τον συνηθισμένο κόσμο σε κάθε διάσταση. Ο χάρτης δεν είναι το έδαφος· και όταν το έδαφος είναι άπειρο, ο χάρτης πρέπει πάντοτε να αναγνωρίζει την ίδια του την ανεπάρκεια.

 

Γι’ αυτό τα μεγάλα πνευματικά κείμενα της ανθρωπότητας μιλούν τόσο εκτενώς με μεταφορές, σύμβολα και ιστορίες. Οι Παραβολές της Καινής Διαθήκης δεν εξηγούν τη Βασιλεία των Ουρανών — την προσεγγίζουν πλάγια, μέσα από την απροσδόκητη λογική των κόκκων μουστάρδας, των χαμένων νομισμάτων και των άσωτων υιών. Οι Σούφι ποιητές μιλούν για κρασί και ταβέρνες και το πρόσωπο του Αγαπημένου, γνωρίζοντας ότι αυτές οι εικόνες μεταφέρουν κάτι που οι θεολογικές προτάσεις δεν μπορούν να μεταφέρουν: το άρωμα του ίδιου του πράγματος, όπως μια λέξη μεταφέρει το φάντασμα αυτού που ονομάζει. Οι Ουπανισάδες προσφέρουν τις μεγάλες εξισώσεις τους — Tat tvam asi, Αυτό είσαι εσύ — όχι ως λογικές βεβαιώσεις προς συζήτηση αλλά ως σπόρους διαλογισμού που πρέπει να φυτευτούν στο έδαφος της συνείδησης και να ποτιστούν με χρόνια παρατεταμένης περισυλλογής.

 

Η γλώσσα του Αρτζούνα, στη στιγμή της ακρότητάς του, είναι επίσης γλώσσα μεταφοράς — αν και τη χρησιμοποιεί ασυνείδητα, υπό την πίεση της εμπειρίας και όχι από σχεδιασμό έμπειρου ποιητή. Τα τρεμάμενα μέλη του, το καμένο δέρμα του, το γλιστρώντας τόξο του — αυτά είναι ταυτόχρονα κυριολεκτικά και συμβολικά. Είναι οι δικές του μεταφορές του σώματος για αυτό που υφίσταται η ψυχή. Λένε: ο συνηθισμένος εαυτός αποτυγχάνει. Λένε: αυτό πάνω στο οποίο έχτισα τη ζωή μου δεν επαρκεί για αυτό που τώρα αντιμετωπίζω. Λένε: μου ζητείται να εισέλθω σε μια χώρα για την οποία κανένας από τους χάρτες μου δεν με έχει προετοιμάσει.

 

Και σε αυτή ακριβώς την αποτυχία του συνηθισμένου του λεξιλογίου, σε αυτή την κατάρρευση στη γλώσσα της σωματικής αίσθησης και του ωμού συναισθήματος, ο Αρτζούνα στην πραγματικότητα πλησιάζει την αλήθεια περισσότερο απ’ ό,τι θα είχε κάνει αν παρέμενε ήρεμος, άρθρωτος και κυρίαρχος. Το σώμα, όταν η γλώσσα αποτυγχάνει, δεν γίνεται λιγότερο εκφραστικό — γίνεται περισσότερο. Μιλά τη διάλεκτο του κατωφλιού: αυτή την αρχαία, προ-λεκτική γλώσσα στην οποία έχουν πάντοτε επικοινωνηθεί οι βαθύτερες αναγνωρίσεις της ψυχής. Το τρέμουλο είναι μια λέξη. Το κάψιμο είναι μια λέξη. Το πεσμένο τόξο είναι μια πρόταση που η πιο εκλεπτυσμένη φιλοσοφική πραγματεία δεν θα μπορούσε να βελτιώσει.

 

VI. Η Σιωπή που Περιμένει στο Όριο Όλης της Ομιλίας

 

Κάθε μεγάλη μυστική παράδοση περιέχει, στον πυρήνα της, μια κατανόηση ότι η βαθύτερη αλήθεια βρίσκεται όχι στην ομιλία αλλά στη σιωπή. Δεν είναι αυτή η σιωπή της κενότητας ή της απουσίας νοήματος, αλλά η σιωπή που είναι τόσο γεμάτη νόημα ώστε καμία πεπερασμένη διάταξη λέξεων δεν μπορεί να την περιέχει. Οι Ταοϊστές την ονόμαζαν wu — το κενό που είναι ταυτόχρονα η πηγή όλων των πραγμάτων. Οι χριστιανοί αποφατικοί μύστες την ονόμαζαν Θεϊκό Σκοτάδι — όχι το σκοτάδι της άγνοιας, αλλά το σκοτάδι μιας υπερβολής φωτός πέρα από αυτό που μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο μάτι. Οι βουδιστικές παραδόσεις μιλούν για sunyata, την κενότητα που είναι ταυτόχρονα το έδαφος κάθε μορφής, τη σιωπή από την οποία αναδύονται όλοι οι ήχοι και στην οποία επιστρέφουν όλοι οι ήχοι.

 

Ο θρήνος του Αρτζούνα κινείται, ακαταμάχητα, προς αυτή τη σιωπή. Κάθε λέξη που λέει είναι μια λέξη ειπωμένη στο όριο αυτού που μπορεί να κάνει η γλώσσα. Δεν περιγράφει απλώς την κατάστασή του — μεταφέρεται από τη θλίψη του στο ίδιο το σύνορο της αρθρώσιμης εμπειρίας, στον τόπο όπου οι λέξεις αρχίζουν να διαλύονται σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Και όταν, τελικά, αφήνει το τόξο να πέσει και βυθίζεται στο κάθισμα του άρματος, όταν τελειώνουν οι λέξεις και η θλίψη του ξεπερνά την ικανότητά του να την εκφράσει — εκείνη τη στιγμή, η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι σιωπή ήττας. Είναι η σιωπή που περίμενε πίσω από όλες τις λέξεις, η σιωπή που οι λέξεις προσπαθούσαν πάντοτε να προσεγγίσουν, η σιωπή στην οποία κάτι απόλυτο μπορεί επιτέλους να ακουστεί.

 

Γι’ αυτό ο Κρίσνα περιμένει. Δεν διακόπτει. Δεν βιάζεται να γεμίσει τη σιωπή με καθησυχασμό ή οδηγία. Κρατά τα ηνία. Περιμένει. Και στην αναμονή του, στην τέλεια, αβίαστη παρουσία του, υπάρχει μια διδασκαλία που προηγείται όλων των διδασκαλιών που θα ακολουθήσουν — μια διδασκαλία που δεν έχει λέξεις επειδή είναι προγενέστερη των λέξεων, επειδή είναι το έδαφος από το οποίο αναδύονται οι λέξεις. Είναι η διδασκαλία της ίδιας της παρουσίας: ότι το Θείο είναι εδώ, πάντοτε εδώ, όχι μακρινό και όχι συγκρατημένο, αλλά απλώς περιμένει, με την υπομονή της αιωνιότητας, τη στιγμή που η ομιλούσα ψυχή θα σιωπήσει αρκετά ώστε να ακούσει.

 

Και έτσι η γλώσσα του άρρητου του Αρτζούνα — το τρέμουλό του, το κάψιμό του, ο θρήνος του που διευρύνθηκε από τη θλίψη, η πτώση του στη μεταφορά, η τελική του κατάρρευση στη σιωπή — δεν είναι αποτυχία επικοινωνίας. Είναι η επικοινωνία στην πιο ουσιαστική της μορφή. Είναι η ψυχή που μιλά με τον μόνο τρόπο που της είναι διαθέσιμος στο όριο του συνηθισμένου κόσμου: όχι με προτάσεις αλλά με χειρονομίες, όχι με δόγματα αλλά με παρουσία, όχι με απαντήσεις αλλά με την πιο ειλικρινή από όλες τις ερωτήσεις — την ερώτηση που αναδύεται όχι στο μυαλό αλλά σε όλο το είναι, την ερώτηση που δεν έχει λέξεις επειδή δεν τις χρειάζεται, την ερώτηση που είναι η ίδια η αρχή της απάντησης.

 

 

Στο επόμενο κεφάλαιο, θα ακολουθήσουμε τον Αρτζούνα στη σιωπή — και θα παρακολουθήσουμε, μαζί του, τι τελικά αρχίζει να μιλά.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

SYMBOLIC WORLDS

SYMBOLIC WORLDS
SHAMBHALA
WEDNESDAY, 25 March, 2026

Shambhala

 

The Kingdom Within — A Mystical Inquiry

On the hidden realm where time dissolves, the soul remembers, and silence speaks with a voice older than creation.

Descend

Chapter I

The Name That Cannot Be Spoken in Haste

There exists, in the vast architecture of human longing, a word that does not merely denote a place but opens something — a door set in the wall of ordinary consciousness, behind which the light is of a different quality altogether. That word is Shambhala. To speak it slowly, in stillness, is already to begin the journey it describes.

The Sanskrit root yields "place of happiness," or — more precisely, more tenderly — "place of peace." Yet no translation quite captures what the word carries in the silence between its syllables. Peace, in the deepest register in which Shambhala employs the word, is not the mere cessation of conflict. It is the original condition of the sky before the first cloud drifted across it: vast, luminous, indestructible, and — here is the paradox that lies at the heart of all mystical traditions — never truly absent.

Shambhala appears in the sacred literature of Vajrayana Buddhism, in the great streams of Hindu cosmology, and later, like a wind crossing cultural borders, in the Theosophical writings of the West. It is spoken of as a hidden kingdom — tucked beyond the northern face of the Himalayas in some accounts, suspended somewhere between geography and pure symbol in others. Its coordinates cannot be plotted on any map drawn by the hand of ambition. It reveals itself only to those who have learned to look with different eyes.

 To seek Shambhala on the surface of the earth is to chase the reflection of the moon across water — the image is real, the meaning is real, but the moon itself is elsewhere, and always overhead.

The great Kalachakra texts — those labyrinthine rivers of tantric wisdom composed around the tenth century of the common era — describe a kingdom of ninety-six provinces arranged in the form of a blooming lotus. At its centre reigns a line of thirty-two kings, the Kalkins, guardians of an unbroken transmission of enlightened knowledge. The last among them will emerge, so the prophecy promises, when the forces of ignorance have reached their fullest swell — and in one gesture of sacred clarity, will restore the original order of light. This is not merely political myth. It is cosmology dressed in the garments of history, whispering of something the soul already knows.

Chapter II

The Outer Form: A Kingdom Dressed in Light

In its outermost aspect — what the Tibetan teachers call the bāhya, the exterior face — Shambhala presents itself as a place. The traditions that preserve its memory speak of snow-crowned mountains encircling a valley of impossible beauty, where rivers move with the deliberateness of thought, where the air carries a kind of nourishment that has no equivalent in the diet of the ordinary world. It is a geography of the sacred imagination, and it performs the function all such geographies perform: it grants the pilgrim a direction.

One does not dismiss the outer image as mere fantasy. The outer is the first teacher. The Himalayan ranges that conceal and suggest Shambhala are themselves instructors — their silence is a curriculum, their scale a kind of sermon. Many souls across many centuries have set their faces northward, toward those impossible heights, drawn by something they could not name but could not ignore. That impulse is holy. Even if the journey ends at a mountain wall rather than a hidden gate, something essential has been engaged in the traveller: the willingness to move toward the sacred, to inconvenience the comfortable self on behalf of a longing deeper than comfort.

The Hindu streams add another colour to this outer vision. In the myth of Kalki — the tenth and final avatar of Vishnu, who is yet to come — Shambhala is the birthplace of the world's redeemer. When the Kali Yuga, the dark age of fragmentation and forgetting, has exhausted its course, Kalki will emerge from Shambhala on a white horse, carrying a blazing sword. He will not conquer with violence; he will conquer with the simple, overwhelming fact of truth reimposed upon a world that has wandered from it too long. The sword is light. The horse is grace. The rider is the part of the divine that never consented to sleep.

 Every tradition that has glimpsed eternity has also felt the need to place it somewhere — to give the infinite a longitude, to grant the absolute an address. Shambhala is that address.

Helena Blavatsky and Nicholas Roerich, in their separate and complementary ways, brought this vision into the Western imagination during the late nineteenth and early twentieth centuries. Roerich — painter, philosopher, and pilgrim — crossed Central Asia in what was both an expedition and a sacrament. He painted Shambhala's mountains in colours that do not belong entirely to the visible spectrum, as though his brushes had touched something the eye does not quite reach. He understood that the outer kingdom and the inner kingdom speak the same language, and that the language is beauty.

Chapter III

The Inner Map: The Kingdom of the Body's Silence

But the tradition does not permit the pilgrim to remain outside indefinitely. It turns, with great gentleness and great insistence, the pilgrim's gaze back toward herself. For in the Kalachakra system — that magnificent architecture of tantric wisdom — Shambhala is simultaneously the hidden kingdom beyond the mountains and the hidden kingdom within the body. The ādhyātmika, the inner level, reveals that the map drawn in scripture is also drawn, with perfect fidelity, in flesh and breath and consciousness.

The human body, in this vision, is no accidental arrangement of matter. It is a cosmos in miniature, a replica of the greater order compressed into the improbable miracle of a breathing, feeling being. Running through it — invisible to the dissecting eye but utterly apparent to the eye of contemplation — are the nāḍī: channels through which the vital current known as prāṇa flows like water through riverbeds carved by eons of living. Where these channels converge in their most significant gatherings, they form the cakra: centres of condensed energy that correspond to dimensions of experience, to qualities of consciousness, to the various aspects of the divine as it descends into manifestation.

The practitioner who enters this understanding does not leave her body to find Shambhala. She descends more fully into it. She follows the breath downward into the body's interior landscape, learning the geography of her own depths — the burning clarity at the heart's centre, the vast openness at the crown, the rooted gravity at the base where the serpent power coils in patient readiness. This is the inner journey: not an escape from embodiment but its fullest exploration.

 The breath is the ferry. The body is the river. And somewhere in the depths of the river, beneath the currents of thought and sensation, the kingdom waits — still, radiant, patient as stone.

In meditation — that ancient technology of interiority — the practitioner learns to still the winds of mental agitation until the channels of the subtle body run clear and unobstructed. What was turbulent becomes transparent. What was opaque becomes luminous. The experiences that arise in deep practice defy ordinary language: there is a quality of expansion without boundary, of warmth without source, of knowing without an object known. These are not hallucinations or poetic exaggerations. They are the authentic phenomenology of a consciousness approaching its own origin — approaching, that is, the innermost Shambhala.

Chapter IV

The Secret Face: Where the Seeker Becomes the Sought

And then — in the fullness of a ripened practice, in the grace-moment that no technique can manufacture but only prepare the ground for — there is the third level. The tradition names it guhya: the secret, the concealed. It names this level Vajra Shambhala — the adamantine, the indestructible, the very ground of mind that was never lost, never contaminated, never absent from itself even for the duration of a single breath.

This is the teaching that shatters the seeker's framework as dawn shatters darkness — not through violence, but through the simple, overwhelming fact of its own nature. The Dalai Lama, speaking with the precision that only profound experience can generate, has said plainly that Shambhala is "a pure land of the mind." Not a place the mind goes to. Not a reward the mind earns. A quality of mind that has always been present, waiting, with the infinite patience of space, to be recognised.

At this depth, the pilgrim discovers that what she was seeking was also what was seeking — that the longing for the sacred and the sacred itself were never two different things. The yearning for Shambhala is Shambhala reaching for itself through the instrument of a human heart. There is, at this level, no arrival, because there was never a departure. There is only the cessation of the story of separation, and in that cessation, a silence so complete it seems to ring like a bell heard at the edge of sleep.

 You have been the kingdom you were seeking. The wandering was not wasted. It was the long way home — and every step was already home, even when you could not recognise the threshold beneath your feet.

This is not solipsism. The realisation of the secret Shambhala does not collapse the world into the individual. It reveals, rather, that the individual was never as individual as she believed — that the clear light of awareness she discovers in her own depths is the same light that illuminates every consciousness, the same light that shines as compassion in every act of genuine tenderness, the same light that the mystics of all traditions, in all ages, have been attempting to describe with the limited implements of language. It is the light behind the sun, as Plotinus said. It is the silence behind all sound, as the Upanishads breathe. It is, as the Tibetan masters teach, rigpa: the naked, unmodified, self-aware quality of awareness itself.

Chapter V

The Universal Archetype: Every Tradition's Hidden Country

It would be a diminishment — a kind of spiritual provincialism — to confine the Shambhala archetype within a single tradition's vocabulary. The human soul, in every latitude and every century, has felt the pull of this same magnetic north. It has named the destination differently, dressed it in the imagery of its own landscape and mythology, but the longing is unmistakable in each case, and it points in the same direction.

In the Judeo-Christian imagination, there is the Garden of Eden — not as a place in geography but as a condition of consciousness that preceded the fall into self-consciousness, into the painful knowledge of separation from the divine ground. The longing for Eden is the longing for Shambhala: the desire to recover a wholeness that was lost, or that seems to have been lost, but that the mystics of every tradition insist was never truly taken away.

In the Celtic tradition, Avalon — that island at the world's edge where Arthur does not die but waits — carries the same freight of meaning. It is the place where the wound can be healed, where time operates differently, where the veil between the human and the divine is gossamer rather than stone. The Elysian Fields of the Greeks, the Thule of the Norse, the Agartha of the esoteric traditions — each is a coordinate in the same sacred map, a different name for the same impossible geography of perfection.

Plato's Atlantis, often read as history, is more fruitfully read as this same archetype: a civilisation that once embodied wisdom, that once ordered itself around the divine rather than around appetite, and whose memory haunts the present like the fragrance of a flower one cannot quite locate. The haunting is the teaching. What we cannot find in the external world — the perfect, the harmonious, the eternally ordered — we are invited to find within.

 Humanity does not invent these visions. It remembers them. And in the remembering, something essential is preserved — a knowledge of what is possible, a refusal to accept that the present condition is the final one.

This universality is not a dilution of any tradition's specificity. The Kalachakra system remains as precise and demanding as ever; the Hindu cosmology of the avatars retains its own integrity. But beneath the specific, the archetype operates like a deep river beneath diverse tributaries — giving sustenance without insisting on uniformity, nourishing each tradition from the same inexhaustible source. The source is the direct, immediate experience of the sacred: that encounter with a reality larger than the self, more luminous than thought, more intimate than breath.

Chapter VI

The Return: When the Journey Becomes the Destination

There is a teaching embedded in the very structure of the Shambhala mystery that is worth dwelling with, in stillness, at the end of this inquiry. It is this: the journey toward Shambhala and the arrival at Shambhala are not two separate events. They are the same event, seen from different angles. The outer quest — with all its difficulty, its disorientation, its descent into unfamiliar terrain — is itself the purification that makes the inner recognition possible. The wandering, in other words, is not a detour. It is the curriculum.

Every tradition that has taken this mystery seriously has understood that the path cannot be bypassed. One cannot leap to the secret level without having walked, however haltingly, through the outer and the inner. The outer gives the direction. The inner gives the method. The secret gives the recognition. And the recognition, when it comes, is not something new. It is the oldest thing there is — the awareness that was present before the first thought arose, before the first breath was drawn, before the first separation between self and world was imagined.

What Shambhala asks of the one who seeks it is not extraordinary ability. It asks for attention — the sustained, devoted, loving attention of a consciousness willing to stop running from itself. It asks for the willingness to sit with the unknown, to bear the discomfort of not-knowing, to trust that the silence that emerges when thought exhausts itself is not an absence but a presence. It asks, in the end, for what all genuine spiritual traditions ask: the willingness to be changed, not by acquiring something new, but by releasing the accumulated weight of what was never truly there.

 The deepest teaching of Shambhala is silence. Not the silence of the grave, but the silence of the sky — vast, clear, capable of containing all weather without being diminished by any of it. This is the silence of your own awareness, when it rests in itself.

And so the great wheel turns and arrives — as all genuine philosophical and spiritual enquiry eventually does — at the same still point. Shambhala is not north of the Himalayas, though it may feel that way when the longing first rises. It is not in the encoded channels of the subtle body, though the body's silence is one of its doors. It is not in any text, however luminous. It is at the centre — the unreachable, always-present, utterly available centre — of the one who reads these words. Not waiting to be found, but waiting to be recognised. Not hidden in some distant kingdom, but hidden in plain sight, in the only place it was never sought: the unwavering ground of awareness itself, before the seeking began.

Let this, then, be the final word — or rather, the final silence toward which all words gesture, as rivers gesture toward the sea they are already part of. You do not need to travel anywhere. Shambhala is already here, breathing with you, seeing through your eyes, present in the very recognition that something in you has always known this and has been, across all the long geography of a human life, slowly, quietly, and with extraordinary patience, returning home.

Śambhala  ·  The Place of Peace  ·  Already Here

Σαμπχάλα

 

Το Βασίλειο Εντός — Μια Μυστικιστική Αναζήτηση

 

Για τον κρυφό τόπο όπου ο χρόνος διαλύεται, η ψυχή θυμάται, και η σιωπή μιλά με φωνή παλαιότερη από τη Δημιουργία.

 

Κατάβαση

 

Κεφάλαιο Α΄

 

Το Όνομα που Δεν Μπορεί να Λεχθεί Βιαστικά

Υπάρχει, μέσα στη μεγαλειώδη αρχιτεκτονική του ανθρώπινου πόθου, μια λέξη που δεν ορίζει απλώς έναν τόπο αλλά ανοίγει κάτι — μια πόρτα χαραγμένη στο τείχος της καθημερινής συνείδησης, πίσω από την οποία το φως έχει εντελώς διαφορετική ποιότητα. Αυτή η λέξη είναι το Σαμπχάλα. Να το προφέρεις αργά, μέσα στη γαλήνη, είναι ήδη να αρχίζεις το ταξίδι που περιγράφει.

 

Η σανσκριτική ρίζα αποδίδει «τόπος ευτυχίας» ή — πιο ακριβώς, πιο τρυφερά — «τόπος ειρήνης». Ωστόσο, καμία μετάφραση δεν αποτυπώνει πλήρως το βάρος που κουβαλά η λέξη στη σιωπή ανάμεσα στις συλλαβές της. Η ειρήνη, στο βαθύτερο επίπεδο στο οποίο το Σαμπχάλα τη χρησιμοποιεί, δεν είναι απλώς η παύση της σύγκρουσης. Είναι η αρχέγονη κατάσταση του ουρανού προτού το πρώτο σύννεφο τον διασχίσει: απέραντη, φωτεινή, άφθαρτη, και — εδώ βρίσκεται το παράδοξο που κρύβεται στην καρδιά κάθε μυστικής παράδοσης — ποτέ πραγματικά απούσα.

 

Το Σαμπχάλα εμφανίζεται στην ιερή γραμματεία του Βαντζραγιάνα Βουδισμού, στα μεγάλα ρεύματα της ινδουιστικής κοσμολογίας και αργότερα, σαν άνεμος που διασχίζει πολιτισμικά σύνορα, στα θεοσοφικά γραπτά της Δύσης. Αναφέρεται ως ένα κρυφό βασίλειο — κρυμμένο πέρα από την βόρεια πλευρά των Ιμαλαΐων σε ορισμένες παραδόσεις, αιωρούμενο κάπου ανάμεσα στη γεωγραφία και το καθαρό σύμβολο σε άλλες. Οι συντεταγμένες του δεν μπορούν να σημειωθούν σε κανέναν χάρτη που σχεδιάστηκε από το χέρι της φιλοδοξίας. Αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που έχουν μάθει να βλέπουν με διαφορετικά μάτια.

 

Να αναζητάς το Σαμπχάλα στην επιφάνεια της γης είναι σαν να κυνηγάς την αντανάκλαση της σελήνης πάνω στο νερό — η εικόνα είναι αληθινή, η σημασία είναι αληθινή, αλλά η ίδια η σελήνη βρίσκεται αλλού, και πάντα ψηλά.

Τα μεγάλα κείμενα Καλάτσακρα — εκείνοι οι λαβυρινθώδεις ποταμοί της ταντρικής σοφίας που συντάχθηκαν γύρω στον δέκατο αιώνα της κοινής χρονολογίας — περιγράφουν ένα βασίλειο ενενήντα έξι επαρχιών σχηματισμένο όπως ένα άνθος λωτού. Στο κέντρο του βασιλεύει μια σειρά τριάντα δύο βασιλέων, των Κάλκιν, φυλάκων μιας αδιάκοπης παράδοσης φωτισμένης γνώσης. Ο τελευταίος εξ αυτών θα αναδυθεί, όπως υπόσχεται η προφητεία, όταν οι δυνάμεις της αμάθειας θα έχουν φτάσει στην πλήρη ακμή τους — και με μια χειρονομία ιερής σαφήνειας θα αποκαταστήσει την αρχέγονη τάξη του φωτός. Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικός μύθος. Είναι κοσμολογία ντυμένη με την ενδυμασία της ιστορίας, που ψιθυρίζει κάτι που η ψυχή ήδη γνωρίζει.

 

 

Κεφάλαιο Β΄

 

Η Εξωτερική Μορφή: Ένα Βασίλειο Ντυμένο στο Φως

 

Στην πιο εξωτερική του όψη — αυτό που οι Θιβετιανοί δάσκαλοι ονομάζουν bāhya, την εξωτερική πρόσοψη — το Σαμπχάλα παρουσιάζεται ως τόπος. Οι παραδόσεις που διατηρούν τη μνήμη του μιλούν για βουνά στεφανωμένα με χιόνι που περικλείουν μια κοιλάδα αδύνατης ομορφιάς, όπου τα ποτάμια κινούνται με την αυθεντικότητα της σκέψης, όπου ο αέρας κουβαλά ένα είδος τροφής που δεν έχει αντίστοιχο στη διατροφή του συνηθισμένου κόσμου. Είναι μια γεωγραφία της ιερής φαντασίας, και εκτελεί τη λειτουργία που εκτελούν όλες τέτοιες γεωγραφίες: χαρίζει στον προσκυνητή μια κατεύθυνση.

 

Κανείς δεν απορρίπτει την εξωτερική εικόνα ως απλή φαντασία. Το εξωτερικό είναι ο πρώτος δάσκαλος. Οι ιμαλαϊκές οροσειρές που αποκρύπτουν και υπονοούν το Σαμπχάλα είναι οι ίδιες διδάσκαλοι — η σιωπή τους είναι πρόγραμμα σπουδών, η κλίμακά τους ένα είδος κηρύγματος. Πολλές ψυχές σε πολλούς αιώνες έστρεψαν το πρόσωπό τους προς βορρά, προς εκείνα τα αδύνατα ύψη, τραβηγμένες από κάτι που δεν μπορούσαν να ονομάσουν αλλά δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Αυτή η παρόρμηση είναι αγία. Ακόμη κι αν το ταξίδι τελειώνει σε έναν βουνοτοίχο αντί σε μια κρυφή πύλη, κάτι ουσιώδες έχει κινητοποιηθεί στον ταξιδιώτη: η προθυμία να κινηθεί προς το ιερό, να ενοχλήσει τον άνετο εαυτό του για χάρη ενός πόθου βαθύτερου από την ευκολία.

 

Τα ινδουιστικά ρεύματα προσθέτουν άλλο χρώμα σε αυτή την εξωτερική όραση. Στον μύθο του Κάλκι — τη δέκατη και τελευταία ενσάρκωση του Βισνού, που δεν έχει ακόμα έρθει — το Σαμπχάλα είναι ο τόπος γέννησης του λυτρωτή του κόσμου. Όταν το Κάλι Γιούγκα, η σκοτεινή εποχή της κατακερματισμένης λήθης, εξαντλήσει την πορεία του, ο Κάλκι θα αναδυθεί από το Σαμπχάλα πάνω σε λευκό άλογο, κρατώντας ένα φλεγόμενο ξίφος. Δεν θα κατακτήσει με βία· θα κατακτήσει με την απλή, συντριπτική πραγματικότητα της αλήθειας που επιβάλλεται εκ νέου σε έναν κόσμο που έχει παρεκκλίνει από αυτήν για πολύ καιρό. Το ξίφος είναι φως. Το άλογο είναι χάρη. Ο αναβάτης είναι το μέρος του Θείου που δεν δέχτηκε ποτέ να κοιμηθεί.

 

Κάθε παράδοση που αντίκρισε έστω και για μια στιγμή την αιωνιότητα ένιωσε και την ανάγκη να της αποδώσει έναν τόπο — να δώσει στο άπειρο ένα γεωγραφικό μήκος, να χαρίσει στο απόλυτο μια διεύθυνση. Το Σαμπχάλα είναι αυτή η διεύθυνση.

Η Ελένα Μπλαβάτσκι και ο Νικολάι Ρέριχ, με τους χωριστούς και αλληλοσυμπληρούμενους τρόπους τους, έφεραν αυτή την όραση στη δυτική φαντασία κατά τα τέλη του δεκάτου ενάτου και τις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο Ρέριχ — ζωγράφος, φιλόσοφος και προσκυνητής — διέσχισε την Κεντρική Ασία σε μια αποστολή που ήταν ταυτόχρονα εξερεύνηση και ιερουργία. Ζωγράφισε τα βουνά του Σαμπχάλα με χρώματα που δεν ανήκουν ολοκληρωτικά στο ορατό φάσμα, σαν τα πινέλα του να είχαν αγγίξει κάτι που το μάτι δεν φτάνει ακριβώς. Κατάλαβε ότι το εξωτερικό βασίλειο και το εσωτερικό βασίλειο μιλούν την ίδια γλώσσα, και ότι αυτή η γλώσσα είναι η ομορφιά.

 

 

Κεφάλαιο Γ΄

 

Ο Εσωτερικός Χάρτης: Το Βασίλειο της Σιωπής του Σώματος

 

Αλλά η παράδοση δεν επιτρέπει στον προσκυνητή να παραμένει έξω επ' αόριστον. Στρέφει, με μεγάλη απαλότητα και μεγάλη επιμονή, το βλέμμα του προσκυνητή πίσω προς τον εαυτό του. Διότι στο σύστημα Καλάτσακρα — εκείνη η μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική της ταντρικής σοφίας — το Σαμπχάλα είναι ταυτόχρονα το κρυφό βασίλειο πέρα από τα βουνά και το κρυφό βασίλειο μέσα στο σώμα. Το ādhyātmika, το εσωτερικό επίπεδο, αποκαλύπτει ότι ο χάρτης που σχεδιάστηκε στη γραφή είναι επίσης σχεδιασμένος, με τέλεια πιστότητα, σε σάρκα, ανάσα και συνείδηση.

 

Το ανθρώπινο σώμα, σε αυτή την οπτική, δεν είναι μια τυχαία διάταξη ύλης. Είναι ένας κόσμος σε σμίκρυνση, ένα αντίγραφο της μεγαλύτερης τάξης συμπυκνωμένο στο απίθανο θαύμα ενός αναπνέοντος, αισθανόμενου όντος. Διατρέχουν το σώμα — αόρατα στο ανατομικό μάτι αλλά πλήρως εμφανή στο μάτι της ενατένισης — τα nāī: κανάλια μέσα από τα οποία το ζωτικό ρεύμα γνωστό ως prāṇa ρέει σαν νερό μέσα από κοίτες χαραγμένες από αιώνες ζωής. Εκεί όπου αυτά τα κανάλια συγκλίνουν στις πιο σημαντικές τους συνενώσεις, σχηματίζουν τα cakra: κέντρα συμπυκνωμένης ενέργειας που αντιστοιχούν σε διαστάσεις εμπειρίας, σε ποιότητες συνείδησης, στις διάφορες εκφάνσεις του Θείου καθώς κατεβαίνει στην εκδήλωση.

 

Ο ασκούμενος που εισέρχεται σε αυτή την κατανόηση δεν εγκαταλείπει το σώμα του για να βρει το Σαμπχάλα. Κατεβαίνει πιο πλήρως μέσα σε αυτό. Ακολουθεί την αναπνοή βαθιά στο εσωτερικό τοπίο του σώματος, μαθαίνοντας τη γεωγραφία των δικών του βαθών — τη φλεγόμενη διαύγεια στο κέντρο της καρδιάς, την απέραντη ανοιχτοσύνη στην κορυφή, τη ριζωμένη βαρύτητα στη βάση όπου η δύναμη του φιδιού περιελίσσεται σε υπομονετική ετοιμότητα. Αυτό είναι το εσωτερικό ταξίδι: όχι μια διαφυγή από την ενσάρκωση αλλά η πληρέστατη εξερεύνησή της.

 

Η αναπνοή είναι το πλοίο. Το σώμα είναι ο ποταμός. Και κάπου στα βάθη του ποταμού, κάτω από τα ρεύματα της σκέψης και της αίσθησης, το βασίλειο περιμένει — ακίνητο, φωτεινό, υπομονετικό σαν πέτρα.

Στον διαλογισμό — εκείνη την αρχαία τεχνολογία της εσωτερικότητας — ο ασκούμενος μαθαίνει να καταπραΰνει τους ανέμους της νοητικής αναταραχής ώσπου τα κανάλια του λεπτού σώματος να ρέουν καθαρά και απαλλαγμένα από εμπόδια. Αυτό που ήταν ταραγμένο γίνεται διαφανές. Αυτό που ήταν αδιαφανές γίνεται φωτεινό. Οι εμπειρίες που αναδύονται στη βαθιά πρακτική αψηφούν την κοινή γλώσσα: υπάρχει μια ποιότητα επέκτασης χωρίς όρια, θερμότητας χωρίς πηγή, γνώσης χωρίς αντικείμενο γνωστό. Αυτά δεν είναι ψευδαισθήσεις ή ποιητικές υπερβολές. Είναι η αυθεντική φαινομενολογία μιας συνείδησης που πλησιάζει τη δική της αρχή — που πλησιάζει, δηλαδή, το πιο εσωτερικό Σαμπχάλα.

 

 

Κεφάλαιο Δ΄

 

Το Μυστικό Πρόσωπο: Εκεί Όπου ο Αναζητητής Γίνεται το Ζητούμενο

 

Και τότε — στην πληρότητα μιας ωριμασμένης πρακτικής, στη στιγμή χάρης που καμία τεχνική δεν μπορεί να κατασκευάσει αλλά μόνο να προετοιμάσει το έδαφος — υπάρχει το τρίτο επίπεδο. Η παράδοση το ονομάζει guhya: το μυστικό, το κεκρυμμένο. Ονομάζει αυτό το επίπεδο Βάτζρα Σαμπχάλα — το αδαμάντινο, το άφθαρτο, το ίδιο το έδαφος του νου που δεν χάθηκε ποτέ, δεν μολύνθηκε ποτέ, δεν απουσίασε ποτέ από τον εαυτό του ούτε για τη διάρκεια μιας μόνης αναπνοής.

 

Αυτή είναι η διδασκαλία που συντρίβει το πλαίσιο του αναζητητή όπως η αυγή συντρίβει το σκοτάδι — όχι με βία, αλλά μέσα από την απλή, συντριπτική πραγματικότητα της ίδιας της φύσης της. Ο Δαλάι Λάμα, μιλώντας με την ακρίβεια που μόνο η βαθιά εμπειρία μπορεί να παράγει, έχει πει ξεκάθαρα ότι το Σαμπχάλα είναι «μια καθαρή χώρα του νου». Όχι ένας τόπος στον οποίο πηγαίνει ο νους. Όχι μια ανταμοιβή που κερδίζει ο νους. Μια ποιότητα νου που ήταν πάντα παρούσα, περιμένοντας, με την απέραντη υπομονή του διαστήματος, να αναγνωριστεί.

 

Σε αυτό το βάθος, ο προσκυνητής ανακαλύπτει ότι αυτό που αναζητούσε ήταν επίσης αυτό που αναζητά — ότι ο πόθος για το ιερό και το ίδιο το ιερό δεν ήταν ποτέ δύο διαφορετικά πράγματα. Ο πόθος για το Σαμπχάλα είναι το Σαμπχάλα που αναζητά τον εαυτό του μέσα από το εργαλείο μιας ανθρώπινης καρδιάς. Δεν υπάρχει, σε αυτό το επίπεδο, άφιξη, επειδή δεν υπήρξε ποτέ αναχώρηση. Υπάρχει μόνο η παύση της ιστορίας του χωρισμού, και σε αυτή την παύση, μια σιωπή τόσο πλήρης που φαίνεται να ηχεί σαν καμπάνα που ακούγεται στο χείλος του ύπνου.

 

Εσύ ήσουν το βασίλειο που αναζητούσες. Η πλάνη δεν ήταν χαμένη. Ήταν ο μακρύς δρόμος προς το σπίτι — και κάθε βήμα ήταν ήδη σπίτι, ακόμα κι όταν δεν μπορούσες να αναγνωρίσεις το κατώφλι κάτω από τα πόδια σου.

Αυτό δεν είναι σολιψισμός. Η συνειδητοποίηση του μυστικού Σαμπχάλα δεν συρρικνώνει τον κόσμο στο άτομο. Αποκαλύπτει, μάλλον, ότι το άτομο δεν ήταν ποτέ τόσο ατομικό όσο πίστευε — ότι το καθαρό φως της επίγνωσης που ανακαλύπτει στα δικά του βάθη είναι το ίδιο φως που φωτίζει κάθε συνείδηση, το ίδιο φως που λάμπει ως συμπόνια σε κάθε πράξη αληθινής τρυφερότητας, το ίδιο φως που οι μύστες όλων των παραδόσεων, σε όλες τις εποχές, προσπαθούσαν να περιγράψουν με τα περιορισμένα εργαλεία της γλώσσας. Είναι το φως πίσω από τον ήλιο, όπως είπε ο Πλωτίνος. Είναι η σιωπή πίσω από κάθε ήχο, όπως αναπνέουν οι Ουπανισάντ. Είναι, όπως διδάσκουν οι Θιβετιανοί δάσκαλοι, το rigpa: η γυμνή, αναλλοίωτη, αυτοεπίγνοστη ποιότητα της ίδιας της επίγνωσης.

 

 

Κεφάλαιο Ε΄

 

Το Οικουμενικό Αρχέτυπο: Η Κρυφή Χώρα Κάθε Παράδοσης

 

Θα ήταν μια υποτίμηση — ένα είδος πνευματικού επαρχιωτισμού — να περιορίσει κανείς το αρχέτυπο του Σαμπχάλα στο λεξιλόγιο μιας μόνο παράδοσης. Η ανθρώπινη ψυχή, σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε κάθε αιώνα, έχει νιώσει την έλξη αυτού του ίδιου μαγνητικού Βορρά. Έχει ονομάσει τον προορισμό διαφορετικά, τον έχει ντύσει με τις εικόνες του δικού της τοπίου και της δικής της μυθολογίας, αλλά ο πόθος είναι αναγνωρίσιμος σε κάθε περίπτωση, και δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση.

 

Στην ιουδαιο-χριστιανική φαντασία, υπάρχει ο Κήπος της Εδέμ — όχι ως τόπος στη γεωγραφία αλλά ως κατάσταση συνείδησης που προηγήθηκε της πτώσης στην αυτοσυνείδηση, στη οδυνηρή γνώση του χωρισμού από το θείο έδαφος. Ο πόθος για την Εδέμ είναι ο πόθος για το Σαμπχάλα: η επιθυμία να ανακτηθεί μια ολότητα που χάθηκε, ή που φαίνεται να χάθηκε, αλλά που οι μύστες κάθε παράδοσης επιμένουν ότι δεν αφαιρέθηκε ποτέ πραγματικά.

 

Στην κελτική παράδοση, το Άβαλον — εκείνο το νησί στην άκρη του κόσμου όπου ο Αρθούρος δεν πεθαίνει αλλά περιμένει — κουβαλά το ίδιο φορτίο νοήματος. Είναι ο τόπος όπου η πληγή μπορεί να θεραπευθεί, όπου ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά, όπου το πέπλο ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο είναι μεταξένιο αντί για πέτρα. Τα Ηλύσια Πεδία των αρχαίων Ελλήνων, η Θούλη των Νορβηγών, η Αγκάρθα των εσωτεριστικών παραδόσεων — καθένα είναι μια συντεταγμένη στον ίδιο ιερό χάρτη, ένα διαφορετικό όνομα για την ίδια αδύνατη γεωγραφία τελειότητας.

 

Η Ατλαντίδα του Πλάτωνα, που συχνά διαβάζεται ως ιστορία, διαβάζεται πιο γόνιμα ως αυτό το ίδιο αρχέτυπο: ένας πολιτισμός που κάποτε ενσάρκωνε τη σοφία, που κάποτε οργανωνόταν γύρω από το θείο αντί για την επιθυμία, και η μνήμη του οποίου στοιχειώνει το παρόν σαν το άρωμα ενός λουλουδιού που δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει ακριβώς. Η στοιχειωμένη αυτή παρουσία είναι η ίδια η διδασκαλία. Αυτό που δεν μπορούμε να βρούμε στον εξωτερικό κόσμο — το τέλειο, το αρμονικό, το αιωνίως ταξινομημένο — μας καλείται να το βρούμε εντός μας.

 

Η ανθρωπότητα δεν εφευρίσκει αυτές τις οράσεις. Τις θυμάται. Και στη ανάμνηση, κάτι ουσιώδες διατηρείται — μια γνώση για το τι είναι δυνατόν, μια άρνηση να αποδεχθεί ότι η παρούσα κατάσταση είναι η τελική.

Αυτή η οικουμενικότητα δεν είναι αραίωση της ιδιαιτερότητας καμιάς παράδοσης. Το σύστημα Καλάτσακρα παραμένει τόσο ακριβές και απαιτητικό όσο πάντα· η ινδουιστική κοσμολογία των αβατάρ διατηρεί τη δική της ακεραιότητα. Αλλά κάτω από το ειδικό, το αρχέτυπο λειτουργεί σαν ένας βαθύς ποταμός κάτω από διαφορετικούς παραπόταμους — δίνοντας τροφή χωρίς να επιμένει στην ομοιομορφία, τρέφοντας κάθε παράδοση από την ίδια αστείρευτη πηγή. Η πηγή είναι η άμεση, παρούσα εμπειρία του ιερού: εκείνη η συνάντηση με μια πραγματικότητα μεγαλύτερη από τον εαυτό, πιο φωτεινή από τη σκέψη, πιο οικεία από την αναπνοή.

 

 

Κεφάλαιο ΣΤ΄

 

Η Επιστροφή: Όταν το Ταξίδι Γίνεται ο Προορισμός

 

Υπάρχει μια διδασκαλία εντοιχισμένη στην ίδια τη δομή του μυστηρίου του Σαμπχάλα που αξίζει να στεκόμαστε με αυτή, μέσα στη γαλήνη, στο τέλος αυτής της αναζήτησης. Είναι η εξής: το ταξίδι προς το Σαμπχάλα και η άφιξη στο Σαμπχάλα δεν είναι δύο χωριστά γεγονότα. Είναι το ίδιο γεγονός, ορώμενο από διαφορετικές γωνίες. Η εξωτερική αναζήτηση — με όλη της τη δυσκολία, τον αποσυντονισμό, την κάθοδό της σε άγνωστο έδαφος — είναι η ίδια η κάθαρση που καθιστά δυνατή την εσωτερική αναγνώριση. Η πλάνη, με άλλα λόγια, δεν είναι παρέκκλιση. Είναι το πρόγραμμα σπουδών.

 

Κάθε παράδοση που έλαβε σοβαρά αυτό το μυστήριο κατάλαβε ότι η οδός δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Δεν μπορεί κανείς να αναπηδήσει στο μυστικό επίπεδο χωρίς να έχει βαδίσει, έστω και κλυδωνιζόμενος, μέσα από το εξωτερικό και το εσωτερικό. Το εξωτερικό δίνει την κατεύθυνση. Το εσωτερικό δίνει τη μέθοδο. Το μυστικό δίνει την αναγνώριση. Και η αναγνώριση, όταν έρθει, δεν είναι κάτι νέο. Είναι το παλαιότερο πράγμα που υπάρχει — η επίγνωση που ήταν παρούσα πριν από την πρώτη σκέψη, πριν από την πρώτη αναπνοή, πριν από τον πρώτο χωρισμό ανάμεσα σε εαυτό και κόσμο να φανταστεί κανείς.

 

Αυτό που το Σαμπχάλα ζητά από εκείνον που το αναζητά δεν είναι εξαιρετική ικανότητα. Ζητά προσοχή — την επίμονη, αφοσιωμένη, αγαπητική προσοχή μιας συνείδησης πρόθυμης να σταματήσει να φεύγει από τον εαυτό της. Ζητά την προθυμία να καθίσεις με το άγνωστο, να ανεχθείς την ενόχληση της μη-γνώσης, να εμπιστευτείς ότι η σιωπή που αναδύεται όταν η σκέψη εξαντλείται δεν είναι μια απουσία αλλά μια παρουσία. Ζητά, τελικά, αυτό που ζητούν όλες οι αληθινές πνευματικές παραδόσεις: την προθυμία να αλλάξεις, όχι αποκτώντας κάτι νέο, αλλά αποδεσμεύοντας το συσσωρευμένο βάρος αυτού που δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί.

 

Η βαθύτερη διδασκαλία του Σαμπχάλα είναι η σιωπή. Όχι η σιωπή του τάφου, αλλά η σιωπή του ουρανού — απέραντη, διαυγής, ικανή να περιέχει όλους τους καιρούς χωρίς να μειώνεται από κανέναν. Αυτή είναι η σιωπή της δικής σου επίγνωσης, όταν αναπαύεται στον εαυτό της.

Και έτσι ο μεγάλος τροχός στρέφεται και φθάνει — όπως κάθε αληθινή φιλοσοφική και πνευματική αναζήτηση τελικά κάνει — στο ίδιο ακίνητο σημείο. Το Σαμπχάλα δεν βρίσκεται βόρεια των Ιμαλαΐων, αν και μπορεί να το νιώθεις έτσι όταν ο πόθος αναδύεται για πρώτη φορά. Δεν βρίσκεται στα κωδικοποιημένα κανάλια του λεπτού σώματος, αν και η σιωπή του σώματος είναι μια από τις πόρτες του. Δεν βρίσκεται σε κανένα κείμενο, όσο φωτεινό κι αν είναι. Βρίσκεται στο κέντρο — το ανέφικτο, πάντα-παρόν, απολύτως-διαθέσιμο κέντρο — εκείνου που διαβάζει αυτές τις λέξεις. Δεν περιμένει να βρεθεί, αλλά περιμένει να αναγνωριστεί. Δεν κρύβεται σε κάποιο μακρινό βασίλειο, αλλά κρύβεται μπροστά στα μάτια μας, στο μοναδικό μέρος όπου δεν αναζητήθηκε ποτέ: το αμετακίνητο έδαφος της ίδιας της επίγνωσης, πριν η αναζήτηση αρχίσει.

 

Ας είναι αυτή, λοιπόν, η τελευταία λέξη — ή μάλλον, η τελευταία σιωπή προς την οποία κάθε λέξη χειρονομεί, όπως τα ποτάμια χειρονομούν προς τη θάλασσα που ήδη αποτελούν μέρος της. Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις πουθενά. Το Σαμπχάλα είναι ήδη εδώ, αναπνέει μαζί σου, βλέπει μέσα από τα μάτια σου, παρόν στην ίδια την αναγνώριση ότι κάτι μέσα σου το ήξερε πάντα αυτό και ήταν, μέσα σε ολόκληρη τη μακρά γεωγραφία μιας ανθρώπινης ζωής, σιγά-σιγά, ήσυχα, και με εξαιρετική υπομονή, επιστρέφοντας σπίτι.

 

 

Śambhala  ·  Ο Τόπος της Ειρήνης  ·  Ήδη Εδώ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~