CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
4. The Mystical Journey: Embracing the Silence Within

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
4. Το Μυστικό Ταξίδι: Αγκαλιάζοντας τη Σιωπή Μέσα

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 28 February, 2026

Wednesday, November 23, 2011

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ / Θεωρία Δικαιοσύνης (και Δικαίου)

Η Αληθινή Αρετή κι η αρετή των ανθρώπων
Η Αληθινή Δικαιοσύνη και το θεσμοθετημένο δίκαιο
Το Φυσικό Δίκαιο μέσα στην Ιστορία
Το Κοινωνικό Συμβόλαιο
Δικαιοσύνη ή δίκαιο;
Ποιά κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι;
Αναζητώντας το Αγαθόν, την Αληθινή Αρετή και την Ιδανική Πολιτεία

Η Αληθινή Αρετή κι η αρετή των ανθρώπων

Ο ανθρώπινος στοχασμός (χρησιμοποιούμε τον όρο «στοχασμός» με την έννοια της βαθιάς σκέψης, σαν κάτι βαθύτερο, κι οξύτερο από την απλή ανθρώπινη σκέψη…) ξεκινά (ή θα έπρεπε να ξεκινά) από μία Γενική Αρχή, για να ερμηνεύσει το «Φαινόμενο της Ύπαρξης»… Υπάρχει Μία και Μόνη Οντική (και Οντολογική) Αρχή Πάνω στην Οποία Στηρίζονται όλα… Αυτό δεν είναι μία απλή διαβεβαίωση Μεγάλων Ανθρώπων, όπως ο Βούδας, η  ο Ορφέας, η ο Ιησούς, για παράδειγμα, ή μία απλή «θεωρία» (κάποιων φιλοσόφων)… Είναι κάτι που μπορεί να «αποδειχθεί» και να διαπιστωθεί (η αλήθεια της διαβεβαίωσης) από όποιον είναι διατεθειμένος να το κάνει…
Πραγματικά, ξεκινώντας αντίστροφα, από την «δεδομένη συνείδηση», (κι αναζητώντας την Πραγματική Εσώτερη Φύση της, μέχρι το Ύστατο Βάθος της…) μπορούμε (διευρύνοντας οντικά, γνωσιολογικά, και πρακτικά την συνείδηση) να ανυψωθούμε σε Μία Συνείδηση Ευρύτερη του εγώ, Ως Μία Παγκόσμια Συνείδηση (που εκφράζει την Ενότητα του Όντος) κι από Εδώ Ως την Αληθινή Μία Φύση του Παντός…
Αυτοί είναι οι δύο τρόποι της ανθρώπινης διερεύνησης του «Φαινομένου της Ύπαρξης», που ισχύουν ταυτόχρονα και αλληλοσυμπληρώνονται…
Η Μία Παγκόσμια Αρχή, η Αληθινή Φύση του Παντός (είτε την Ονομάζουμε Πραγματικότητα, είτε Αληθινό Είναι, είτε Θεό… οι λέξεις δεν έχουν σημασία…) Είναι το Τελείως Είναι των Φιλοσόφων, Είναι η Πλήρης (Αυτογνωσία και) Γνώση, Είναι το Υπέρτατο Αγαθόν, που (Εκδηλώνοντας την Οντική και Γνωσιολογική Ολοκλήρωση) Εκφράζεται σαν Αγαθόν, Ηθική, Αρετή, και Φωτισμένη Δραστηριότητα…
Βεβαίως, το Ον, στο Ξεδίπλωμά Του, μέσα στον Χώρο της Εκδήλωσης και των Φαινομένων, περιλαμβάνει πολλές οντικές καταστάσεις, από την Αρχέγονη Κατάσταση του Τελείως Είναι μέχρι τους κατώτερους κόσμους και τον κόσμο της ύλης… Συνεπώς η «Συμμετοχή» μας στο Ον (στην Ολοκλήρωση του Όντος) έχει διαβαθμίσεις, και η Βίωση της Αληθινής Φύσης μας διαφοροποιείται. Αν στους Ανώτερους Κόσμους τα όντα Βιώνουν την Ενότητα της Οντικής Αρχής τους, στους κατώτερους κόσμους (και μάλιστα στον κόσμο της ύλης) με δυσκολία Βιώνουν την Εσώτερη Φύση τους και Πραγματώνουν την Φυσική Αρετή…
Χρειάζεται κάποιος να Βαδίσει την Οδό της Αυτογνωσίας για να Πραγματοποιήσει Αρετές όπως ο Ανθρωπισμός (δηλαδή η Ευθύνη για τον εαυτό μας και τους άλλους, ο σεβασμός του άλλου, η αλληλοβοήθεια, η κατανόηση, κλπ…), η Ταπεινότητα (δηλαδή το ξεπέρασμα του εγωισμού και η διάθεση για συνεννόηση με τους άλλους…), η Ισότητα (δηλαδή η ίση αντιμετώπιση όλων, που βεβαίως συμπληρώνει τα κενά κι αναπληρώνει τις ελλείψεις στην ζωή…), η Δικαιοσύνη (δηλαδή η αποκατάσταση κάθε ανισότητας, κάθε αδικίας και κάθε «παράλειψης»…
Οι άνθρωποι δεν μπορούν (και ίσως δεν θέλουν) να Βιώσουν την Αληθινή Φύση τους και την Ζωντανή Αρετή κι αρκούνται στην υλική ευημερία, την «όποια» ψυχολογική ισορροπία, και την στερεότυπη σκέψη που προσλαμβάνουν από το «περιβάλλον»… Και επειδή το επίπεδο των ανθρώπων (από οντική, γνωσιολογική, και ηθική άποψη) είναι πολύ χαμηλό, οι κοινωνίες οργανώνονται με ελλιπή τρόπο, κι αντιμετωπίζουν πάντα (εδώ και χιλιάδες χρόνια μέχρι σήμερα) σοβαρά προβλήματα…
Η Αληθινή Αρετή Βασίζεται στην Οντολογική Ολοκλήρωση και στην Γνωσιολογική Πληρότητα κι είναι κάτι Ζωντανό… αλλά η ανθρωπότητα, ανίκανη να ανυψωθεί ως αυτή την «πνευματική ανάπτυξη» αντιλαμβάνεται την Αρετή σαν κάτι «Ιδανικό» που πρέπει να «εφαρμοσθεί». Έτσι δημιουργείται ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην Αληθινή Αρετή και «αυτό που πράττουμε εμείς». Είναι αλήθεια πως εδώ και χιλιάδες χρόνια οι κοινωνίες προβληματίζονται για το πώς να οργανωθούν και να ζήσουν, προσπαθούν (με βάση την ανθρώπινη πανάρχαια πείρα την παράδοση, τον «πολιτισμό») να βάλουν κανόνες… κι αναφέρονται στην Δικαιοσύνη, στην Ισονομία, στα ανθρώπινα δικαιώματα, κλπ., όλα αυτά δεν είναι ουσιαστικά, τυπικά μόνο αναφέρονται κι ισχύουν. Στην πραγματικότητα οι κοινωνίες των ανθρώπων είναι ζούγκλες…
Η Αληθινή Αρετή (η Δικαιοσύνη, η Ισότητα, κλπ…) Προέρχονται από την Οντολογική Ολοκλήρωση ενώ η «δικαιοσύνη των ανθρώπων» προσπαθεί να προσεγγίσει (χωρίς επιτυχία) κάποιο «ιδανικό» που φαντάζονται οι άνθρωποι… Και μολονότι σε όλες τις εποχές, σε όλα τα μέρη της γης, λίγο πολύ η Δικαιοσύνη γίνεται αντιληπτή με παρόμοιο τρόπο, εντούτοις αυτό (η Δικαιοσύνη) δεν εφαρμόζεται πραγματικά…

Η Αληθινή Δικαιοσύνη και το θεσμοθετημένο δίκαιο

Από πολύ παλιά, οι Αρχαίοι Έλληνες αναζήτησαν την Πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα (που εμφανίζουν οι αισθήσεις ή «διαπιστώνει» η σκέψη…). Ήδη, από την εποχή (των Προσωκρατικών Φιλοσόφων και) του Παρμενίδη, το Είναι (το Αιώνιο, Αναλλοίωτο, Υπερβατικό, Απροσδιόριστο…) θεωρήθηκε σαν η Πραγματικότητα πίσω από όλα τα Φαινόμενα (του γίγνεσθαι). Αυτό το Αναλλοίωτο Είναι θεωρήθηκε σαν η Ουσία του Παντός ενώ όλα τα κατώτερα φαινόμενα θεωρήθηκαν εκδηλώσεις, διαβαθμίσεις, της Ουσίας. Το Είναι θεωρήθηκε σαν η Αληθινή Φύση της Ύπαρξης, ενώ οι κατώτερες εκδηλώσεις της Φυσικής Ουσίας θεωρήθηκαν σαν «κατώτερη φύση»… Έτσι, Πραγματικότητα, Είναι, Ουσία, Φύση, ταυτίζονται μέσα στον στοχασμό των Ελλήνων, ενώ παράλληλα η Πραγματικότητα (στην Πλήρη Εκδήλωσή της, στην Πλήρη Αντίληψη που μπορούμε να έχουμε για Αυτήν) Συμπεριλαμβάνει Μέσα Της (σαν Εκδηλώσεις) και τα κατώτερα φαινόμενα… Οι Έλληνες είχαν πάντα μία Ενιαία Θεώρηση της Πραγματικότητας. Ενώ διέκριναν την Ουσία από το Φαινόμενο ταυτόχρονα η Θεώρηση της Ύπαρξης αντιλαμβανόταν σαν Ενιαία Πραγματικότητα το Είναι και το Γίγνεσθαι (σαν Εκδήλωση του Είναι). Αντιλαμβάνονταν την Ύπαρξη σε Όλες τις Διαβαθμίσεις της, από την Απόλυτη Φύση μέχρι τις διάφορες εκδηλώσεις της. Με άλλα λόγια από την μία διαφύλασσαν τον Απόλυτο Χαρακτήρα  του Είναι (που δεν μπορεί να Ταυτιστεί με τις κατώτερες εκδηλώσεις) κι από την άλλη μεριά δεν απέρριπταν τις κατώτερες εκδηλώσεις του Είναι (τα Φαινόμενα, το Γίγνεσθαι) αλλά τα δέχονταν σαν Εκφράσεις του Είναι μέσα στον Χώρο της Μεταβολής και του Περιορισμένου. Διαφορετικά να το πούμε, δέχονταν την Φύση (το Είναι, το Απόλυτο) σαν την Παγκόσμια Βάση των Πάντων και ταυτόχρονα θεωρούσαν ότι κάθε ον (ύπαρξη, φαινόμενο) «συμμετέχει» στον ένα ή στον άλλο βαθμό στην Αληθινή Φύση. Δηλαδή το ον (σε οποιαδήποτε βαθμίδα της Κλίμακας της Ύπαρξης κι αν το θεωρήσουμε) είναι «Εν Δυνάμει το Ον», Προέρχεται από το Ον, κι Ολοκληρώνεται στο Ον, το Όντως Ον (του Πλάτωνα)… Γι’ αυτό και σαν προορισμός του ανθρώπου είχε τεθεί (κατά την έκφραση του Πλάτωνα) η «Ομοίωσις με τον Θεό» (δηλαδή με το Τελείως Είναι, το Αγαθόν)…
Έτσι, το Είναι, η Αληθινή Φύση, είναι στο στοχασμό των Ελλήνων (αλλά και κάθε λογικού ανθρώπου) το Απόλυτο, το Τελείως Είναι, το Πλήρες Γνώσης (Αντίληψης) και το Ενεργό Αγαθόν που Οδηγεί τα Πάντα στην Ολοκλήρωση. Από Αυτή την Αληθινή Φύση Πηγάζει το Αγαθόν, η Αρετή, Ηθική, η Αξία. Η συμμετοχή στην Αληθινή Φύση ( στον βαθμό που συμμετέχουμε) είναι ταυτόχρονα συμμετοχή στην Αρετή (στον ανάλογο βαθμό που Βιώνουμε την Αληθινή Φύση). Από Αυτή την Αληθινή Φύση Πηγάζει η Αρετή (η Αντίληψη της Ενότητας, η Δικαιοσύνη, η Ισότητα, κλπ.). Αυτή είναι η Έννοια του «Φυσικού Δικαίου», που για όσους Βιώνουν την Αληθινή Φύση τους (στον βαθμό που την βιώνουν) είναι κάτι Αυθόρμητο, Πηγαίο, Ζωντανό, Ενεργό…  
Αλλά βέβαια, όσοι δεν Βιώνουν την Βαθύτερη Ουσία τους, κι είναι απορροφημένοι στην σχέση τους με τον εξωτερικό κόσμο, είναι δύσκολο να κατανοήσουν Καταστάσεις (Αρετές, Έννοιες) όπως η Ενότητα, η Δικαιοσύνη, η Ισότητα… Γι' αυτούς τους ανθρώπους η Φύση (η ανθρώπινη φύση) δεν είναι η Αγαθή Φύση (η Βάση του Παντός) αλλά μία κατάσταση κατώτερη, άγρια και χαώδης. Αυτό είναι αλήθεια από μία άποψη...
Στην πραγματικότητα επειδή ακριβώς οι άνθρωποι  δεν μπορούν να Ανυψωθούν Ως την Αληθινή Φύση τους γι' αυτό εκδηλώνουν στην ζωή την κατώτερη φύση τους. Συνεπώς ισχύουν και τα δύο: Και η Φύση είναι Αγαθή αλλά και η Φύση (όταν δεν την Βιώνουμε στο Βάθος της αλλά στις επιφανειακές εκδηλώσεις της) εμφανίζεται άγρια και ζωώδης. Από αυτό το γεγονός πηγάζουν οι δύο βασικές αντιλήψεις γιά το Φυσικό Δίκαιο που από την εποχή των Ελλήνων Σοφιστών (τον 6ο και τον 5ο π.Χ. Αιώνα) συζητούνται μέχρι σήμερα. Γι' όσους  ή μπορούν να Βιώσουν την Αληθινή Φύση τους μέσα από την Αυτογνωσία και την πνευματική ανάπτυξη η Φύση Είναι Αγαθή και το Φυσικό Δίκαιο Αυθόρμητο και Ζωντανό... ενώ οι κοινωνίες που δεν μπορούν να ανυψωθούν ως Αυτό το Επίπεδο βιώνουν μία διαφορετική πραγματικότητα, χωρίς Αρετή, Αληθινό Δίκαιο, χωρίς “ανθρωπιά”. Έτσι το Φυσικό Δίκαιο γι' αυτούς προηγείται των κανόνων που θεσπίζουν οι άνθρωποι, και θα έπρεπε οι ανθρώπινες κοινωνίες να εμπνέονται και να προσπαθούν να προσεγγίσουν το Φυσικό Δίκαιο αλλά σπάνια το κάνουν.
Το “κατά Φύσιν ζειν” σημαίνει ακριβώς να Διερευνούμε και να Βιώνουμε την Αληθινή Φύση μας κι όχι βέβαια να ζούμε την φύση (την ζωώδη και άγρια) που έχουν υπ' όψιν τους πολλοί... Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα όλων των αιώνων, η “Αντιγόνη” του Σοφοκλή προβληματίζεται ακριβώς πάνω στην σαφή διάκριση του Φυσικού Δικαίου και του ανθρώπινου νόμου. Όλοι οι αληθινοί άνθρωποι είναι με το μέρος του Φυσικού Δικαίου, αλλά σίγουρα υπάρχουν κι ανθρώπινα τέρατα που μπορούν να υποστηρίξουν τους πιο άδικους κι απάνθρωπους νόμους...
Από την άλλη μεριά υπάρχουν άνθρωποι (φιλόσοφοι, κλπ) που υποστηρίζουν ότι η Φύση (κι  ανθρώπινη φύση ειδικότερα) είναι άγρια και χαώδης και συνεπώς η θέσπιση κανόνων και νόμων βάζει σε τάξη την κοινωνία που αλλιώς θα ήταν ζούγκλα. Από την άποψή τους έχουν δίκηο. Θα πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι άλλη έννοια δίνουν στην Φύση οι Αρχαίοι Έλληνες κι όσοι ακολουθούν το στοχασμό τους κι άλλη έννοια δίνουν στην “Φύση” οι οπαδοί αυτής της δεύτερης άποψης... Μάλιστα, μολονότι είμαστε υποχρεωμένοι να διακρίνουμε το Δίκαιο της Φύσης (που είναι Πηγαίο και Ζωντανό) από τις ανθρώπινες κατασκευές (κώδικες, κανόνες, νόμους, ήθη, έθιμα) από την άλλη μεριά δεν μπορούμε να απορρίψουμε το θετικό δίκαιο (το θεσμοθετημένο από κοινωνίες δίκαιο) όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που συμπεριφέρονται σαν “ζώα”. Αντίθετα, οφείλουμε να “δείξουμε” το Δίκαιο της Φύσης και να το έχουμε σαν Πρότυπο (την Αρετή, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, κλπ.) στην θέσπιση των ανθρώπινων νόμων. Τώρα, το κατά πόσο θα εφαρμοσθούν όλα αυτά είναι άλλο θέμα (που θα πρέπει να απασχολήσει τους ανθρωπολόγους, τους κοινωνιολόγους και τους ιστορικούς...)... Επειδή ακριβώς οι ανθρώπινοι νόμοι (κι οι κανόνες συμβίωσης), ακόμα κι όταν επικαλούνται την Αρετή, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, κλπ., δεν εφαρμόζονται γι' αυτό οι κοινωνίες (μολονότι θεσπίζουν νόμους για να μην είναι ζούγκλες) τελικά καταλήγουν σε ζούγκλες... Γι' αυτό και φιλόσοφοι, όπως οι Κυνικοί στην Αρχαιότητα, αναζητούν να Βιώσουν την Αληθινή Φύση και το Δίκαιο της Φύσης γυρίζοντας την πλάτη στην διεφθαρμένη κοινωνία.

Το Φυσικό Δίκαιο μέσα στην Ιστορία

Όλα όσα αφορούν την Φύση, το Δίκαιο της Φύσης, τους ανθρώπινους νόμους, έχουν διερευνηθεί πλήρως από τους Αρχαίους Έλληνες. Έχουμε Κατανοήσει (μαζί με τους Έλληνες) ότι το  Φυσικό Δίκαιο είναι το Αληθινό Δίκαιο, ενώ οι ανθρώπινοι νόμοι όχι μόνο “υπολείπονται” του Δικαίου της Φύσης αλλά συχνά είναι σε αντίθεση με το Αληθινό Δίκαιο (με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να είναι μόνο κατ' όνομα “κοινωνίες δικαίου”, ενώ στην πραγματικότητα οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, ή είναι “άδικοι” και συχνά απάνθρωποι...)...
Πολλούς αιώνες μετά, ευρωπαίοι στοχαστές (φιλόσοφοι, νομοθέτες, κλπ) ασχολήθηκαν ξανά με το θέμα, αλλά είναι ελάχιστα αυτά που πρόσθεσαν σε όσα είπαν οι Έλληνες Σοφοί (τουλάχιστον από φιλοσοφική άποψη, από την άποψη της “Φιλοσοφίας του Δικαίου”... όχι από την άποψη της νομικής επιστήμης)...
Ο Γκρότιους (16ος, 17ος αιώνας) ήταν πάνω από όλα θεολόγος (το έργο του “Περί της Αληθείας της Χριστιανικής Θρησκείας”  μάλιστα, είναι από τους καλύτερους “κώδικες πίστης” της χριστιανικής γραμματείας) και μετά νομοθέτης, κι ό,τι άλλο... Ακολουθώντας την χριστιανική αντίληψη (δεν θεωρεί όπως οι Έλληνες την Φύση Ενιαία στο Βάθος της αλλά) διακρίνει σαφώς την Θεία Φύση από την ανθρώπινη φύση... αλλά θεωρεί την ανθρώπινη φύση αγαθή (λόγω της “θείας” προέλευσής της). Από αυτή την αγαθή φύση λοιπόν που είναι προικισμένη με λογική πηγάζει αυθόρμητα η δικαιοσύνη και οι γενικές αρχές του δικαίου που έχουν απόλυτο χαρακτήρα και πρέπει να εφαρμόζονται από τους ανθρώπους. Ανεξαρτήτως λοιπόν του Θεού, ο άνθρωπος έχει από την φύση του την ικανότητα να θέτει και να εφαρμόζει το Δίκαιο. Αυτό το Φυσικό Δίκαιο λοιπόν πρέπει να εφαρμόζεται κι ανάμεσα στα έθνη (κι εδώ, ο Γκρότιους με το έργο του “Περί του δικαίου του πολέμου και της ειρήνης” γίνεται ιδρυτής του “δημοσίου διεθνούς δικαίου”, πρόδρομος των διεθνών οργανισμών, των Ηνωμένων Εθνών, του Διεθνούς Δικαστηρίου, κλπ....), αλλά και μέσα στα έθνη (όπου το Φυσικό Δίκαιο προηγείται του θετικού δικαίου, το οποίο πρέπει να συντάσσεται με τις γενικές αρχές του Φυσικού Δικαίου... γιατί έτσι μόνο “νομιμοποιείται” το ανθρώπινο δίκαιο, οι νόμοι, κλπ...)... Από το Φυσικό Δίκαιο εξάλλου πηγάζουν και στο Φυσικό Δίκαιο στηρίζονται τα “Ανθρώπινα Δικαιώματα” τα οποία συχνά καταπατώνται από διάφορες εθνικές κυβερνήσεις και νομοθεσίες (ακόμα κι εδώ στην “πολιτισμένη” Ευρώπη, και εντός της “γερμανικής” ευρωζώνης, κοντά μας, δίπλα μας, στην ίδια την “Ελλάδα”...)... Ο Γκρότιους, χωρίς να έχει το “μεταφυσικό ύψος” και την ανάλυση σε βάθος της Έννοιας της Δικαιοσύνης (όπως οι Αρχαίοι Έλληνες) προσέφερε εντούτοις στην ανθρωπότητα κάποιες στέρεες βάσεις για το Δίκαιο, πάνω στις οποίες μπορούσαν να οικοδομήσουν οι άνθρωποι μία αληθινή, δίκαιη κοινωνία. Ο Γκρότιους επηρέασε με την σκέψη του μεγάλους στοχαστές όπως ο Άγγλος Λοκ κι ο Γάλλος Ρουσσώ...
Ο Λοκ (17ος αιώνας), γιατρός στο επάγγελμα, έθεσε (από φιλοσοφική άποψη) πολλές από τις αρχές της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας (σε μία εποχή ταραγμένη), αναδεικνύοντας την στενή σχέση της “πολιτικής” με το “δίκαιο”... Παραβλέποντας κάποιες ολιγαρχικές απόψεις του, που σήμερα έχουν ξεπεραστεί, μπορεί κάποιος να βρει πολλά θετικά στην σκέψη αυτού του σοφού του Διαφωτισμού. Στο “Δύο πραγματείες περί διακυβερνήσεως” ανασκευάζει πλήρως τις θέσεις του Φίλμερ (για την Ελέω Θεού απόλυτη μοναρχία) και του Χομπς (για το απολυταρχικό κράτος) αναδεικνύοντας την νομιμότητα των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών... Κατά τον Λοκ το “κοινωνικό συμβόλαιο” (δηλαδή η απόφαση των ανθρώπων να ζήσουν μαζί σύμφωνα με κάποιους κανόνες) δεν εξουσιοδοτεί και δεν νομιμοποιεί κανένα, άρχοντα, βασιλιά, τύραννο, να διαχειρίζεται την εξουσία όπως θέλει. Είναι απαραίτητο ένα δεύτερο, “πολιτικό συμβόλαιο”, για να νομιμοποιηθεί η πολιτική εξουσία, η οποία, όπως και να έχει, είναι προσωρινή, ελέγξιμη, και ανακαλλέσιμη όταν  συγκρούεται με το αληθινό συμφέρον της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, κάθε αντίσταση και κάθε εξέγερση του λαού, που είναι κάτοχος της κυριαρχίας, της εξουσίας, σε μία “άδικη εξουσία” νομιμοποιείται, (ο “άδικος” χαρακτήρας της διακυβέρνησης αναδεικνύεται και αποδεικνύεται βέβαια από την καταπάτηση των “γενικών αρχών του δικαίου” και των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων”...). Η Κυριαρχία (η Εξουσία) “παραχωρείται” από τον λαό στους “εκπροσώπους της εξουσίας” (σαν πολιτική εξουσία) με ένα σκοπό, να προστατέψει την ελευθερία των ατόμων και της ιδιοκτησίας τους. Δεν είναι ούτε απόλυτη, ούτε αιώνια. Αν δεν επιτελεί τον σκοπό της “αυτοκαταργείται” και... καταλύεται βίαια, όταν ξεπεράσει την ανοχή της κοινωνίας...
Ο Ρουσσώ (18ος αιώνας), όπως οι Αρχαίοι Σοφιστές στην Αθήνα (στον στοχασμό των οποίων οφείλει πολλά...), υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους “κριτικούς του πολιτισμού” και των θεσμών, αναδεικνύοντας (με την δύναμη της λογικής) όλα τα αρνητικά του “πολιτισμού”, όλα τα στραβά στο ήθος των ανθρώπων, κι όλη την ανοησία στα ήθη των κοινωνιών... Ο άνθρωπος από την φύση του είναι “καλός” (λογικός, δίκαιος, κλπ.) αλλά μέσα στην δήθεν πολιτισμένη κοινωνία (που δεν μπορεί, εξαιτίας ισχυρών μειοψηφιών, και αδρανών μαζών, να τηρήσει τις γενικές αρχές του δικαίου) ο άνθρωπος διαφθείρεται και γίνεται “κακός”. Ο άνθρωπος, από την φύση του, είναι ελεύθερος. Η “ελευθερία” αποτελεί προϋπόθεση για την συγκρότηση (με την θέληση όλων) μίας δίκαιης κοινωνίας. Η βίαιη “οργάνωση” μίας κοινότητας δεν αποτελεί κοινωνία. Οι σύγχρονες κοινωνίες (για την εποχή του Ρουσσώ, αλλά και την σημερινή εποχή) στηρίζονται ακριβώς στην “βία” για να υπάρξουν και να λειτουργήσουν, (στην βία που εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, με την - μη αντιπροσωπευτική της λαϊκής θέλησης - πολιτική εξουσία, τις δυνάμεις καταστολής, την οικονομική και συνεπώς βιολογική εξάρτηση, την ιδεολογική χειραγώγηση μέσω της κατευθυνόμενης αγωγής και παιδείας, κλπ...)... Έτσι, ο άνθρωπος από ελεύθερος γίνεται “σκλάβος” μέσα σε ένα σύστημα που τον υπερβαίνει, που δεν μπορεί να ελέγξει, και από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει... Ακόμα, ο άνθρωπος από την φύση του χρειάζεται πολύ λίγα για να είναι “ευτυχισμένος”. Οι πολιτισμένες κοινωνίες (βασισμένες στην ιδιοκτησία, το κέρδος, την κατανάλωση, κλπ) κάνουν τον άνθρωπο δυστυχισμένο... Ο Ρουσσώ, στο έργο του “Λόγος για τις πηγές της ανισότητας των ανθρώπων” αναδεικνύει τις πηγές της ανισότητας, της αδικίας, της δυστυχίας. Ο θεσμός της “ατομικής ιδιοκτησίας” (τουλάχιστον όπως εφαρμόζεται) είναι η πηγή των αναρίθμητων κακών. Η γη δεν είναι κανενός. Αυτός που φράζει την γη είναι εγωιστής, ατομικιστής, αντικοινωνικός... Κι όσοι τον μιμούνται είναι “ανόητοι” και δεν καταλαβαίνουν που οδηγείται έτσι η κοινωνία... Βέβαια, όλα αυτά τα είχαν πει όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι, όλοι οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, κι αργότερα (από τον Ρουσσώ) θα τα ξαναπεί (με πιό επιστημονικό τρόπο) ο Μαρξ και ο Ένγκελς... (Σήμερα, ο πλούτος της γης έχει συσσωρευτεί από ελάχιστους ανθρώπους στον πλανήτη, οι οποίοι ελέγχουν και χειραγωγούν τις πολιτικές εξουσίες, ενώ οι λαοί, έχοντας παρασυρθεί σε κοινωνίες που οργανώθηκαν σύμφωνα με τα συμφέροντα των λίγων που κατέχουν τον πλούτο κι όχι σύμφωνα με τα συμφέροντα των πολλών της κοινωνίας, χειραγωγούνται, ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά, “σύρονται” κυριολεκτικά μέσα σε ένα κύκλο δυστυχίας, από τον οποίο δεν υπάρχει διέξοδος, παρά μόνον, ίσως, μέσω της “λαϊκής επανάστασης”... Ο χειρότερος κόσμος, στην Κλίμακα των Κόσμων, είναι ετούτος εδώ, ο υλικός κόσμος... και ένας από τους χειρότερους πλανήτες ζωής – γιατί σίγουρα υπάρχουν εκατομμύρια πλανήτες ζώντων σε όλους τους γαλαξίες – είναι ετούτος εδώ, της γης... Όλοι οι νοήμονες άνθρωποι αισθάνονται άσχημα γιατί δεν “είμαστε” άνθρωποι, δεν ζούμε σαν άνθρωποι, αλλά σαν ζώα, που αλληλοσπαράσουν το ένα το άλλο...)... Ο Ρουσσώ, διαπιστώνοντας τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού (άλλωστε δεν έχουν αλλάξει πολλά από την εποχή του) δεν αρνείται τον πολιτισμό, αλλά προτείνει μία “διαφορετική” οργάνωση της κοινωνίας, που πρέπει να “μορφωθεί”, να κατανοήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να συμφωνήσει να την αλλάξει... Το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ (“Κοινωνικό Συμβόλαιο, ή αρχές του πολιτικού δικαίου”) υπήρξε ένα από τα πιό επαναστατικά κείμενα σε όλους τους αιώνες, κι αποτέλεσε την Ιδεολογική Βάση της Γαλλικής Επανάστασης (του 1789). Κι αν δεν εφαρμόζεται σήμερα (η “άμεση συμμετοχική δημοκρατία”) είναι γιατί δεν συμφέρει την πλουτοκρατία και τα πολιτικά ανδρείκελα που χρησιμοποιούν γιά να κυβερνούν τον πλανήτη, και γιατί ο “κοιμισμένος” λαός δεν το “απαιτεί” (όπως έχει δικαίωμα και υποχρέωση να το κάνει...)... Αξίζει να αναφερθούμε πιό αναλυτικά σε αυτό το ιερό κείμενο του Διαφωτισμού...

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο

Βιβλίο Πρώτο. Πέρα από την οποιαδήποτε φιλοσοφική θεωρία περί Δικαίου, και πέρα από θεωρητικές “τοποθετήσεις”, άμεσα, πρακτικά, η μόνη πηγή εξουσίας που νομιμοποιείται είναι η κοινωνία, ο ίδιος ο λαός, όλοι. Κανένα Φυσικό Δίκαιο (ή άλλο δίκαιο) και καμία Δύναμη (φυσική, πολιτική, οικονομική...) δεν μπορεί να θέσει δίκαιο και να νομιμοποιήσει εξουσία. Μόνο ο λαός που εκφράζει την “γενική βούληση” μπορεί να δημιουργήσει δίκαιο και μόνο ο λαός είναι (όσο υφίσταται) ακατάλυτη πηγή εξουσίας. Η “γενική θέληση”, η συμφωνία όλων (με όρους ισότητας) και η φυσική (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία μπορεί να οικοδομήσει κοινωνία και να την κάνει να λειτουργήσει. Το “κοινωνικό συμβόλαιο” δεν καταργεί την ατομική ελευθερία του ανθρώπου. Αντίθετα, την προϋποθέτει. Γιατί μόνο όταν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι και ίσοι μπορούν (οικειοθελώς) να συμφωνήσουν σε μία “κοινή” πορεία.
Σημείωση: α) Βεβαίως η “γενική βούληση” δεν διαμορφώνεται αυθαίρετα. Είναι αποτέλεσμα πολιτισμικών διεργασιών χιλιετηρίδων, στηρίζεται στην Έννοια του Φυσικού Δικαίου, στην εμπειρία των ανθρώπων από την “κοινή” ζωή τους, στην Λογική, σε ήθη και έθιμα, που έχουν κατασταλάξει...
β) Γιά να είναι ολοκληρωμένη, σαφής, και λειτουργική, η “γενική θέληση” χρειάζεται όλοι να είναι “ενήμεροι”, να έχουν γνώση, γνώσεις, πληροφορίες... Γι' αυτό κι ο Ρουσσώ θεωρεί ότι η κοινωνία μπορεί να υπάρξει και να επιβιώσει μόνο με την αληθινή, φωτισμένη, ειλικρινή, και πλήρη “αγωγή”. (Αυτός είναι ο λόγος που έγραψε το δεύτερο σημαντικό βιβλιο του, το “Αιμίλιος, ή Περί Αγωγής”)...
Βιβλίο Δεύτερο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι μόνη πηγή κυριαρχίας, εξουσίας, είναι ο λαός, που εκφράζει την “γενική βούληση”. Η “γενική βούληση” έχει σαν αντικείμενο και περιεχόμενο το κοινό συμφέρον. Δεν είναι δυνατόν η “γενική βούληση” να συγκρουσθεί με το κοινό συμφέρον. Όταν η “γενική βούληση” εκτρέπεται από το “κοινό καλό” σημαίνει ότι δεν είναι “γνήσια”. Μόνο λοιπόν η γνήσια “γενική βούληση” νομιμοποιείται να θέτει κανόνες δικαίου, νόμους. Νόμος που δεν αποβλέπει στο κοινό καλό (όχι το “θεωρητικό”, ή “νοθευμένο”, γενικό καλό, αλλά το άμεσο, πρακτικό, γενικό καλό) δεν είναι νόμος. Είναι ανθρώπινη παρεκτροπή.
Βιβλίο Τρίτο. Η “γενική βούληση” του λαού εκφράζεται με εκπροσώπους που εκλέγονται με απλή (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία. Οι πολιτικοί άρχοντες είναι εκλεγμένοι εντολοδόχοι της “βούλησης του λαού” και πρέπει να συμμορφώνονται με αυτήν. Ούτε δική τους διαφορετική βούληση μπορούν να έχουν, ούτε δικαίωμα έχουν να “χειραγωγούν” τον λαό, ούτε άλλο συμφέρον μπορούν να “υπηρετούν”. Επειδή όμως πρακτικά είναι βέβαιο ότι όλα αυτά θα συμβούν γι' αυτό η “εκάστοτε κυβέρνηση” πρέπει να ελέγχεται. Να ελέγχεται όχι απλά με την εκλογή ή μη εκλογή αλλά και για τα πεπραγμένα της, για τα οποία πρέπει να υπάρχουν κανόνες, συνέπειες, κυρώσεις. Ο λαός δεν παραδίδει ποτέ εν λευκώ την εξουσία για να κάνει η κυβέρνηση ό,τι θέλει. Οι πολιτικοί άρχοντες είναι εντολοδόχοι υπηρέτες του λαού κι όχι “αφεντάδες”. Έτσι το μόνο νόμιμο πολιτικό σύστημα είναι η “Άμεση Συμμετοχική Δημοκρατία” που με απλή (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία αποφασίζει κι εκλέγει, ελέγχει την εξουσία (τους εντολοδόχους της) και στην ανάγκη τους ανακαλεί (όταν δεν κάνουν το έργο για το οποίο έλαβαν εντολή). Γι' αυτό και στο πολιτικό σύστημα πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου και απόδοσης ευθυνών (δημοψήφισμα, λαϊκά δικαστήρια, κλπ). Ο λαός που αφήνει τις τύχες του σε αλλόφρονες υπηρέτες άλλων συμφερόντων (κι όχι των δικών του) είναι άξιος της μοίρας του και των επιλογών του.
Βιβλίο Τέταρτο. Ο λαός (που εκφράζει την “γενική βούληση”) σαν μόνη πηγή εξουσίας είναι πηγή ακατάλυτη. Κι ο λαός πρέπει να συμμετέχει άμεσα και συνεχώς στην εκλογή και (κυρίως) στον έλεγχο της εξουσίας και στην αλλαγή της (όταν χρειάζεται). Ο λαός δεν μπορεί να εμπιστεύεται κανέναν χωρίς να τον ελέγχει, γιατί αυτό σημαίνει παραχώρηση της εξουσίας του κι ένας τέτοιος λαός δεν είναι λαός ελεύθερων ανθρώπων, αλλά λαός δούλων... Τέλος σε περιόδους κρίσεων (κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών...) ο ίδιος ο λαός (και μόνον αυτός) μπορεί παρακάμπτοντας οποιαδήποτε πολιτική εξουσία (συμβαίνει ή λειτουργεί) να αναθέσει στους πιο “άξιους” (αποδεδειγμένα από το ήθος τους, την κοινωνική δράση τους και το ανθρωπιστικό έργο τους) να βγάλουν την κοινωνία από την κρίση. Στο τέταρτο κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου με τίτλο “δικτατορία” αποσαφηνίζεται ότι ο λαός (και μόνον αυτός) έχει όχι μόνο ηθικό δικαίωμα αλλά και έμπρακτη υποχρέωση να παραμερίσει οποιαδήποτε “ανίκανη εξουσία” και να αναθέσει σε κοινά αποδεκτά πρόσωπα (κι όχι εγκάθετους και διορισμένους από άλλα κέντρα εξουσίας) να βρουν διέξοδο σε οποιαδήποτε σοβαρή κρίση, πάντα με γνώμονα το συμφέρον του λαού (κι όχι με γνώμονα άλλα, ξένα, σκοτεινά, συμφέροντα).

Δικαιοσύνη ή δίκαιο

Αν ο άνθρωπος χρειάζεται (να Ανυψωθεί Πνευματικά και) να Κατανοήσει την Αληθινή (Εσώτερη, Ανώτερη) Φύση του για να Βιώσει την Αληθινή Αρετή και την Έννοια της “Πραγματικής Δικαιοσύνης” εντούτοις, επειδή η Φύση Είναι Μία (κι ας Διαβαθμίζεται σε οντικά, κοσμικά, αντιληπτικά επίπεδα) κι Αντανακλάται (η Ανώτερη Φύση) και στους κατώτερους κόσμους, οποιοσδήποτε (διαθέτει κοινό νου, λογική) μπορεί να συλλάβει, έστω και έμμεσα, την Έννοια της Πραγματικής Δικαιοσύνης με την βοήθεια άλλων εννοιών που είναι “περιεχόμενες” μέσα στην Πλατιά Έννοια της Δικαιοσύνης. Μπορούμε να κατανοήσουμε την Δικαιοσύνη,
σαν Ισότητα των Ανθρώπων,
σαν Ανθρωπισμό (δηλαδή ενδιαφέρον και μέριμνα για τους συνανθρώπους μας),
σαν δικαίωμα αξιοπρεπούς επιβίωσης (όχι διαβίωσης, που σημαίνει μία καλύτερη ποιότητα ζωής) που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος πάνω στην γη.
Η Πραγματική Δικαιοσύνη απαιτεί αυτά τα τρία ελάχιστα που αναφέραμε. Αλλά το θετικό θεσμοθετημένο δίκαιο, σε ολόκληρο τον πλανήτη (παρά τις “διακηρύξεις” του) δεν εξασφαλίζει τίποτα από όλα αυτά. Η Δικαιοσύνη είναι πολύ απλή όταν την νοιώθουμε και θέλουμε να την εφαρμόσουμε. Αλλά επειδή οι άνθρωποι είναι μπερδεμένοι (ή τους έχουν μπερδέψει) έχουν χτίσει ένα τεράστιο όγκο θεσμοθετημένου δικαίου που είναι όμως σκουπίδια (αφού δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την ελάχιστη Δικαιοσύνη). Ενώ τα συντάγματα (όπου υπάρχουν) κι οι νόμοι μιλούν θεωρητικά για Δικαιοσύνη, ισονομία, ανθρώπινα δικαιώματα, κλπ., όλα αυτά δεν εφαρμόζονται στην πράξη αλλά πάντα βλέπουμε (ακόμα και σε “πολιτισμένες”  υποτίθεται χώρες, όπως οι ευρωπαϊκές... προπάντων σε αυτές...) όλα αυτά να “καταστρατηγούνται” βάναυσα. Τα συντάγματα και οι νόμοι δεν είναι για να “διακηρύττουν” απλώς, αλλά για να εξασφαλίζουν την Εφαρμογή της Δικαιοσύνης...
Υπάρχει Δικαιοσύνη; Ας αναρωτηθεί ο καθένας κι ας απαντήσει στον εαυτό του. Προσωπικά δεν βλέπουμε να υπάρχει Δικαιοσύνη... Είναι οι άνθρωποι ίσοι; Πως γίνεται άλλοι να συσσωρεύουν τεράστιο πλούτο (συχνά “κλέβοντας” τους συνανθρώπους τους) κι άλλοι να μην μπορούν να επιβιώσουν;... Υπάρχει ανθρωπισμός στην κοινωνία ή η κοινωνία είναι μία ζούγκλα; Πως γίνεται κάποιοι να οχυρώνονται μέσα στον “πλούτο του ατομισμού” τους και άλλοι άνθρωποι να “αφήνονται” κυριολεκτικά στην τύχη τους, που είναι η φτώχεια και η δυστυχία; Υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα; Πως γίνεται να έχουν δικαιώματα όσοι “έννομα” ή παράνομα (όπως υποστηρίζουμε εμείς) συσσωρεύουν πλούτο κι άλλοι δεν έχουν δικαίωμα να επιβιώσουν; Πως γίνεται ο μισός πλανήτης να καταναλώνει ασυλλόγιστα και να πετάει πλούτο στις χωματερές κι ο άλλος μισός πλανήτης να λιμοκτονεί;.. Δυστυχώς ο “πολιτισμός” μας (παρ' όλη την τεχνολογική ανάπτυξη) είναι στο μηδέν.
Αλλά το σοβαρότερο ερώτημα είναι άλλο. Θέλουμε Δικαιοσύνη; Αληθινή Δικαιοσύνη; Ή θέλουμε αυτό το άψυχο, ανήθικο, άδικο, δίκαιο των εθνών; Θέλουμε μία Αληθινή Κοινωνία; ΄Ή θέλουμε να σώσουμε το τομάρι μας μέσα στην πολιτισμένη ζούγκλα που φτιάξαμε; Τι θέλουμε; Δικαιοσύνη ή δίκαιο; Γιατί αν θέλουμε Δικαιοσύνη, Αληθινή Δικαιοσύνη, Πρέπει να Φτιάξουμε μία Άλλη Κοινωνία.

Ποιά Κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι;

Προσωπικά (από “μεταφυσική καταγωγή”, από παιδεία, από πεποίθηση...) θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε πνευματικοί άνθρωποι (με την έννοια του προσανατολισμού, όχι της τελειωμένης κατάστασης) κι έχουμε σαν μέριμνα (δεν λέμε σκοπό, στόχο...) την Αυτογνωσία, την Πνευματική Ανάπτυξη, να Ζήσουμε σύμφωνα με την Αληθινή Φύση μας... αλλά παράλληλα είμαστε μέσα στην κοινωνία, μέσα στα προβλήματά της... Αν και Βαδίζουμε την Οδό που Δίδαξε ο Βούδας, ο Ορφέας, ο Ιησούς, οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, δεν λέμε ότι μπορεί ή χρειάζεται να το κάνει ο καθένας. Αν θέλει κάποιος να Ανυψωθεί Μέσα του Ως την Αληθινή Ανώτερη Φύση του μπορεί να το κάνει (και δυνατότητα έχει, και ελευθερία, κι είναι απόλυτα δική του επιλογή) και μακάρι να το κάνει. Θα είναι Ευλογημένος... Αλλά πέρα από αυτό, όλοι μας, ο καθένας μας, έχει (όχι μόνο οντική και οντολογική αλλά και) ηθική υποχρέωση να είναι Παρών στον κόσμο, στην κοινωνία, ανάμεσα στους ανθρώπους. (Άλλωστε όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι και Φιλόσοφοι, είχαν κοινωνική δράση, δίδαξαν, άνοιξαν δρόμους, ακόμα και σε πρακτικά ζητήματα...)... Όλοι μας, ο καθένας μας, έχει υποχρέωση να συνεισφέρει με την παρουσία του ένα Ελάχιστο Δικαιοσύνης, να προσφέρει στην ισότητα των ανθρώπων (με  τις αντιλήψεις του, την συμπεριφορά του), να προσφέρει στον ανθρωπισμό (κι εξανθρωπισμό) της κοινωνίας (και τουλάχιστον να μην συγκρούεται με τους άλλους, αν δεν μπορεί να μεριμνήσει για τον συνάνθρωπό του). Κι όταν πέφτει (μετά τον κάματο της μέρας) να κοιμηθεί να μην ¨ξεχνά” πόσοι ξαγρυπνούν μέσα στην φτώχεια, την αρρώστια, την δυστυχία...
Αν ο καθένας μας δεν Προσφέρει αυτό το Ελάχιστο Δικαιοσύνης στον άνθρωπο, στην ανθρωπότητα, στην κοινωνία, τότε ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ..
Μην κοροϊδευόμαστε. Ούτε Θεός, ούτε σωτήρες, ούτε διανοούμενοι, ούτε πολιτικοί, ούτε κανένας άλλος θα μας σώσει. Εμείς, μόνοι μας, ο καθένας όσο μπορεί, πρέπει να Αλλάξουμε την Κοινωνία...
Επιτέλους! Ποιά κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι; Ποιά κοινωνία θέλεις εσύ;

Αναζητώντας το Αγαθόν, την Αληθινή Αρετή και την Ιδανική Πολιτεία

Η Φύση (η Φύση μας, η Πραγματική, Υπερβατική, Αιώνια, Φύση μας, που Είναι το Υπόβαθρο κάθε ύπαρξης, και της δικής μας ύπαρξης) Είναι Αυτό που Είναι, Ελεύθερη (στην πραγματικότητα), Αναλλοίωτη (μέσα στην εξέλιξη), και Πάντα, Στήριγμα της “περιορισμένης ύπαρξής” μας... Η Φύση Στηρίζεται μόνο στον Εαυτό Της και Μπορεί να “Αυτορυθμίζεται”, όσο κι αν περιπλανιέται μέσα στους κόσμους, και στις πιο “αφύσικες” καταστάσεις, για εκατομμύρια χρόνια...
Εν τω μεταξύ όμως, για μάς, τα περιορισμένα πλάσματα (είτε στους ανώτερους αόρατους κόσμους, είτε στη “γη”) είναι σημαντικό να “κατανοήσουμε” την κατάστασή μας και να ζήσουμε όσο πιο “σωστά” γίνεται, για να αποκομίσουμε το μέγιστο κέρδος από την ύπαρξή μας... Το Μόνο Σταθερό Θεμέλιο, ο Μόνος Γνώμονας Κατανόησης, και η Μόνη Πυξίδα Προσανατολισμού, Είναι η “Φύση” μας (η Βαθύτερη Άγνωστη Φύση μας, που όμως Υπάρχει και μας Στηρίζει...). Ο Μόνος Δρόμος λοιπόν που μπορούμε να Βαδίσουμε είναι ο “Δρόμος της Αυτογνωσίας”. Η Αυτογνωσία δεν είναι ούτε το ιδανικό τέρμα κάποιας πνευματικής προσπάθειας, ούτε κάποια πρακτική, ή τεχνική, που ασκούν κάποιοι ασκητές, ούτε τίποτα άλλο. Η Αυτογνωσία είναι το Συνεχές Άνοιγμα της Φύσης μας, η Απελευθέρωση της Φύσης μας, Εδώ, Τώρα, στην Παρούσα Κατάσταση που Βιώνουμε. Η Πραγματικότητα είναι “αυτό που βιώνουμε”: Γι' αυτό χρειάζεται να “βλέπουμε καθαρά” (χωρίς την παρέμβαση της σκέψης, του ατομικού συμφέροντος, ή της ζωώδους υλικής φύσης μας...). Η Αλήθεια Αποκαλύπτεται όταν βλέπουμε, όταν “βλέπουμε απλά” (χωρίς παραμορφώσεις)...
Η Φύση Είναι Ελεύθερη (από την Ίδια την Ουσία της), δεν πρέπει να την περιορίζουμε. Όταν η Φύση Αφήνεται Ελεύθερη, να Ενεργεί Τελείως Αυθόρμητα, Πηγάζει από Μέσα μας, η Αληθινή Κατανόηση, η Ορθή Δράση, κι η Αληθινή Αρετή... Τι σημαίνει αυτό σε απλά λόγια; σε πρακτικό επίπεδο; Η εμπειρία που έχει συσωρεύσει η ανθρωπότητα είναι χρήσιμη σε πρακτικό επίπεδο αλλά όλη αυτή η εμπειρία, οι γνώσεις, οι θεωρίες, δεν μπορούν να μας “προσανατολίσουν”. Οι ανθρώπινες γνώσεις, η μνήμη, το “παρελθόν”, δεν μπορεί να δημιουργήσει “Ηθική”. Σε πνευματικό επίπεδο όλα αυτά πρέπει να παραμεριστούν, κι η Αληθινή Φύση μας πρέπει να Αναδυθεί, γιά να μπορέσει (αφού Κατανοήσει) να Προσανατολιστεί και να Εκδηλώσει Αυθόρμητα την Αληθινή Αρετή. Η Ηθική Είναι Αυθόρμητη, Πηγαία, κι Αποτέλεσμα Γνώσης. Πρέπει Μέσα μας, να Βρούμε την Βάση της Ύπαρξής μας (τον Θεό), να Κατανοήσουμε το αληθινό νόημα της ύπαρξής μας (που Πηγάζει από την Αιωνιότητα) και να Θεμελιώσουμε με την Γνώση μας, την θέλησή μας, και τις πράξεις μας, τις “Βασικές Αξίες της Ζωής”, που είναι (Αιώνια) Ύπαρξη, Ενότητα (των πάντων), Δικαιοσύνη (στην ύπαρξή μας, στην αντίληψή μας, στην συμπεριφορά μας), Ισότητα (όλων των όντων μεταξύ τους), Υπέρβαση του εγώ χάριν του εμείς (κι αυτό είναι το πνευματικό νόημα της ταπεινότητας), και τέλος Ανθρωπισμό κι αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων... Όλα αυτά Πηγάζουν Αυθόρμητα από Μέσα μας, όταν Αφήνουμε την Αληθινή Φύση μας να Εκδηλωθεί (όταν δεν εμπλέκεται η σκέψη, οι θεωρίες, οι αντιλήψεις, τα συμφέροντα, οι υστεροβουλίες, κι όλη η ανθρώπινη ανοησία...)...
Η “Υπέρτατη Φώτιση” του Βούδα, ή η “Υπέρτατη Ένωση με τον Θεό” του Ιησού έρχεται όταν Απελευθερώνουμε την Αληθινή Φύση μας από την ανθρώπινη ανοησία... όταν σπάμε το δίχτυ της σκέψης, τα σχοινιά των εγωιστικών σκοπών, τις αλυσίδες των ατομικών στόχων... Το μόνο που χρειάζεται είναι απλά να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από την “ανοησία”... Και τότε Γινόμαστε (αυτό που Είμαστε Πάντα) Βούδες ή Γιοί του Θεού... και τότε Γνωρίζουμε Ποιοί Είμαστε, Που Είμαστε, και Τι Πρέπει να Κάνουμε...
Αν οι άνθρωποι Λειτουργούσαμε Σύμφωνα με την Αληθινή Φύση μας, αν Φροντίζαμε να Απελευθερώσουμε την Φύση μας από όλη την ανθρώπινη ανοησία (σε επίπεδο σκέψης, ψυχολογικό, υλικό), αν προσπαθούσαμε να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από τις πολιτισμένες συνήθειές μας (τις θεωρίες, τον τρόπο ζωής, τις κοινωνικές επιταγές...), αν Βρίσκαμε Μέσα μας τις “Βασικές Αξίες της Ζωής”, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, τον Ανθρωπισμό, θα μπορούσαμε να “συνεννοηθούμε” και να Φτιάξουμε μία Καλύτερη Κοινωνία... Αν οι άνθρωποι δεν γίνουν “σοφοί” (κατά την Φύση τους, όπως δίδασκε ο θείος Πλάτωνας, κι όχι με ηλίθιες γνώσεις, και θεωρίες, και δράσεις) δεν μπορούν να Φτιάξουν Αληθινή Κοινωνία...
Οι κοινωνίες δείχνουν την ποιότητα των ανθρώπων που τις φτιάχνουν, κι οι σημερινές “πολιτισμένες” ζούγκλες δείχνουν ακριβώς ότι είμαστε ακόμα στο επίπεδο του ζώου (βέβαια, του “πολιτισμένου” ζώου, αλλά του ζώου παρόλα αυτά, που δεν διστάζει να βομβαρδίζει λαούς γιά οικονομικά συμφέροντα, ή να καταδικάζει σε φτώχεια κι εξαθλίωση τεράστιους πληθυσμούς με νόμους που περνάμε από εθνικά κοινοβούλια....)...
Χρειάζεται πρώτα απ' όλα, εμείς οι ίδιοι, ο καθένας μας, να βγει από τον λαβύρινθο του εγωισμού του, να αντιληφθεί ότι είναι ύπαρξη εξαρτώμενη (από Κάπου Αλλού) κι ότι γύρω του υπάρχουν άνθρωποι, αληθινοί άνθρωποι, σαν αυτόν, σάρκα από την σάρκα του, αίμα από το αίμα του, συνάνθρωποί του (όχι σκιές, οι νούμερα, όπως βλέπουν πολλοί τους συνανθρώπους τους)... Πρέπει πρώτα να “σώσουμε” τον εαυτό μας και μετά την κοινωνία. Κι αν εμείς, είμαστε πραγματικά “συνειδητοποιημένοι” πως επιτρέπουμε σε κάποιους θρασείς ανίδεους να μας κυβερνούν, να μας κατευθύνουν, να μας εκμεταλλεύονται και να κάνουν την κοινωνία ζούγκλα;...
Έτσι, πρέπει οι άνθρωποι, (ο καθένας μας) να γίνουμε Ηθικοί (με την έννοια που αναλύσαμε πιο πάνω) και μετά να απαιτήσουμε και να απαιτούμε από την κοινωνία να είναι “Ηθική”. Όσοι είναι Ηθικοί (και πρέπει να το αποδείξουν έμπρακτα) πρέπει να καθαρίσουν την κοινωνία από την ανηθικότητα... Σήμερα, όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, καθένας γνωρίζει ποιός είναι ποιός. Γνωρίζουμε τον ρόλο πο παίζουν οι πλουτοκράτες, γνωρίζουμε τον ρόλο που παίζουν τα πολιτικά ανδρείκελα σε ολόκληρο τον πλανήτη, και στην “Ελλάδα” τους (γιατί δυστυχώς η Ελλάδα δεν ανήκει στους Έλληνες, αλλά σε τραπεζίτες, εγκάθετους, και ρουφιάνους...)... Κανένας (αχρείος) δεν νομιμοποιείται με την νόθευση της λαϊκής θέλησης, με την παράκαμψη συντάγματος και νόμων, με την βία, να “κυβερνά”, Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει ερήμην μας. Κανένας πια, σήμερα, δεν μπορεί να ξεγελάσει κανένα. Κι όταν γραφτεί η “αληθινή ιστορία” (όχι η “κρατική ιστορία” των ρουφιάνων) θα αποδώσει ευθύνες για το ποιός είναι ο καθένας και τι ρόλο έπαιξε σε αυτό τον έρημο τόπο...
Όποιος δεν μπορεί να ζει σε μία Αληθινή Ηθική και Δίκαιη Κοινωνία, ας πάει σπίτι του, ας κλειστεί σπίτι του, κι ας πάψει να ενοχλεί τους συνανθρώπους του και να καταστρέφει την κοινωνία... Εκβιαστές τραπεζίτες, ξεπουλημένοι πολιτικοί, αδρανείς δικαστικοί, επίορκοι διανοούμενοι, κομματόσκυλα, κάθε είδους παράσιτο που βρωμίζει αυτή την κοινωνία πρέπει να καταλάβουν (όλοι τους) ότι δεν είναι αυτοί η κοινωνία. Η Κοινωνία είναι οι απλοί άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν με δικαιοσύνη, ήσυχα, ίσοι μεταξύ ίσων, άνθρωποι μεταξύ ανθρώπων... απλά να ζήσουν, τίποτα άλλο... Πως; Πότε; Ως πότε παλληκάρια μπορούμε να υπομένουμε χωρίς να Επαναστατούμε;...



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1. PART I. THE SACRED THRESHOLD, A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna, Chapter I, The Battlefield as the Soul's Mirror
Monday, 2 March, 2026

1. PART I. THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter I

The Battlefield as the Soul's Mirror

"The battlefield is the soul. The armies are the forces within every human consciousness: the forces of attachment and the forces of liberation, the love that binds and the love that sets free."

 

I. The Invisible Frontier

In the deepest strata of spiritual tradition — across the Vedic forests where rishis sat in sustained contemplation, across the desert silences where prophets received their searing visions, across the candlelit cells of medieval mystics — there exists a recurring recognition: that the most decisive geography of the human journey is not external but interior. There is, in the language of perennial wisdom, a threshold. It is not found upon any map drawn by human hands, not marked by stone or river or the boundary lines of kingdoms. It is, rather, the invisible frontier of the soul itself — a trembling edge where the ordinary self dissolves and something ancient and vast begins to speak.

This threshold has been named in many ways across the traditions. The Sufis called it the station of annihilation — fana — where the small self is emptied of its habitual contents. The Christian contemplatives spoke of the dark night, that terrible passage through which the soul moves from the consolations of the surface life toward the abyss where God alone remains. The Zen tradition points to it through its impossible questions, its koans that crash like waves against the wall of the rational mind until that wall, at last, begins to give way. In every case, the threshold is recognized not as a comfortable crossing but as a shattering one — not as a gentle transition but as a radical rupture with everything the constructed self has taken for solid ground.

It is upon such a threshold that the warrior Arjuna found himself — not merely upon the sacred plain of Kurukshetra where the two great armies stood arrayed in the morning light, but within the infinite interior landscape of his own being. The outer drama — the horses, the conches, the terrible symmetry of armies prepared for slaughter — was real. But it was also symbolic, in the deepest sense of that word: it was a visible image of something that had always been invisibly true. The battle that was about to be fought had been gathering, in one form or another, in the soul of Arjuna — and in the soul of every human being who has ever stood at a crossroads that matters — for a very long time.

II. Kurukshetra: The Sacred Field of Inner Warfare

Kurukshetra — whose very name means the field of sacred action — is presented to the outward eye as a battlefield, vast and terrible, lined with armies whose banners snap in the morning wind. The scene is one of extraordinary sensory intensity: the roar of conch-shells splitting the dawn, the restless stamping of horses, the glitter of armor and the cold gleam of weapons, the faces of warriors hardened by years of preparation for precisely this moment. To the strategic mind, it is a complex military situation, pregnant with tactical possibilities and mortal dangers. To the political mind, it is the culmination of a dynastic struggle with profound consequences for the future of a civilization.

But to the mystic's vision — to the eye that has learned to read the outer world as a text written in the language of the soul — every detail of that scene speaks a deeper language. The conches that cry out across the field are not merely instruments of war: they are the voices of creation and dissolution, the sound of the sacred syllable that underlies all existence, the primordial vibration that both initiates and consummates every cycle of manifestation. The white horses drawing the divine chariot are not merely animals bred for speed and endurance: they are symbols of the purified senses, the faculties of perception disciplined and consecrated for the journey toward truth. And the two armies, arranged in their perfect and terrible symmetry, are not merely historical actors in a political conflict: they are the forces within every human consciousness, locked in the eternal struggle that is the very essence of the spiritual life.

For there is no one who does not carry within themselves these two armies. On one side stand the Kauravas — and in their symbolic meaning, they represent attachment, ego, the grasping of the small self after the pleasures and securities and identities it has fashioned for itself. On the other side stand the Pandavas — representing the deeper impulses of the soul: the longing for truth, the capacity for sacrifice, the courageous willingness to surrender what must be surrendered in order to become what one is truly called to be. The battlefield of Kurukshetra is the soul. The war is the war that has always been waging within every human heart that is honest enough to acknowledge it.

III. The Charioteer Who Holds the Stars

There is no detail in this opening chapter of the Bhagavad Gita more astonishing, more theologically audacious, more mystically precise than the role assigned to the Lord Shri Krishna. He who is, in the fullness of the Gita's revelation, the Absolute itself — that infinite, inexhaustible, self-luminous presence from which all existence arises and into which all existence returns — takes the role not of a warrior, not of a king, not of a general marshaling the forces of righteousness. He takes the role of a charioteer. He drives the horses. He holds the reins. He waits, with perfect patience and perfect love, for the moment when his despairing passenger is ready to receive what only the Absolute can give.

This image — the infinite made humble, the absolute made intimate, the Divine choosing to serve — is not merely a narrative device. It is one of the most profound teachings that spiritual wisdom has ever offered to the human soul. It tells us something essential about the nature of the sacred: that the Divine does not impose. That the highest presence is also, in some mysterious and inexhaustible way, the most patient. That the light which created the galaxies and breathes life into every particle of existence is content to wait — at the center of every human heart, at the still point around which all the tumult of the world revolves — until the soul, exhausted and emptied and honest at last, turns and asks its deepest question.

Krishna does not fight in the battle of Kurukshetra. He holds the reins. And in holding them, he demonstrates what the mystics of all traditions have affirmed: that the deepest form of guidance is not coercion but presence. It is not the voice that commands but the stillness that invites. It is not the force that drives the soul forward but the love that calls it home. The Divine Charioteer is the image of that inexhaustible divine patience — that quality of the sacred which the Psalmist glimpsed when he wrote that even in the valley of death's shadow, a presence walks beside us, not eliminating the darkness but transforming its meaning entirely.

IV. The Trembling of the Bow and the Birth of Genuine Seeing

When Arjuna stands in the chariot between the two armies and gazes upon the faces arrayed before him, something extraordinary occurs. The hero — celebrated for his skill, his valor, his unmatched mastery of the bow — is suddenly undone. His limbs tremble. His throat becomes parched. The magnificent bow Gandiva slips from fingers that have held it unwavering through a thousand trials. His skin burns. His mind whirls in a darkness it cannot name. And crucially, impossibly — he sees.

For the first time, perhaps, in all his years of training and warfare and preparation, Arjuna truly sees what is arrayed before him. Not enemies. Not abstractions. Not strategic obstacles to be neutralized by superior technique. He sees faces. Beloved faces. The grandfather Bheeshma, whose white hair is the color of wisdom and whose blessings have been the shelter of Arjuna's entire life. Teachers and uncles and brothers and sons — all the intricate weaving of love and memory and shared existence that constitutes what human beings know as home. The very ones for whose sake, in some earlier chapter of his life, he had desired glory and victory. He sees them, and in seeing them with the full force of his humanity — as vulnerable, mortal, beloved — he is pierced to the very core of his being by a grief so vast it is almost indistinguishable from love.

The trembling of Arjuna's body is the trembling of a soul standing at the very edge of transformation. It is the shudder that precedes illumination, the darkness that comes just before the dawn breaks over an unsuspected horizon. When the self that has been constructed through years of duty and identity and attachment is suddenly confronted with the enormity of what it is asked to do, it does not merely hesitate — it collapses. And in that collapse, something sacred becomes possible. For it is only in the moment when the old self cannot go forward that the deeper self — the one that has always been present, always been watching, always been waiting — is given room to emerge.

V. The Ancient Question at the Heart of Things

Arjuna speaks, and his words are not merely the words of a warrior paralyzed by sentiment. They are the words of a soul sounding the depths of an ancient question — the question that has always haunted human consciousness wherever it is honest enough to ask it: What is worth suffering for? What is worth killing for? What, in truth, is worth living for? These questions are not rhetorical. They are not evasions of duty or symptoms of weakness. They are the honest cries of a soul suddenly awake to the terrible cost of existence, suddenly aware that the victories the world offers are purchased at a price the heart finds impossible to pay.

He speaks of kingdoms and pleasures — and in speaking of them, reveals how hollow they have become in this moment of searing clarity. What use is a kingdom, he asks, when those for whose sake one desired it stand on the opposite shore, preparing to die? What use is pleasure when it is built upon the ruins of those one loves? The words carry within them, almost despite themselves, a recognition that the contemplative traditions have always understood: that the things of the world, pursued for their own sake, can never satisfy the longing that drives the human soul. They are not wrong in themselves — but they are incomplete. They point toward something they cannot contain.

In this despairing inquiry, Arjuna unknowingly becomes a teacher. His very confusion is a form of wisdom, for it arises from a refusal to pretend that the easy answers are sufficient. The warrior who has slain ten thousand enemies is undone not by an enemy but by love — by the impossibility of the choice that love places before him. And it is precisely this undoing, this radical honesty about the cost of things, that prepares the ground for the teaching that follows. For the Divine has always spoken most clearly to souls that have stopped pretending they already know the answers.

VI. The Silence That Holds Everything

There is a moment of extraordinary significance in this opening chapter that is easily overlooked in the drama of what surrounds it. It is the moment of silence — the moment after Arjuna has spoken all his sorrow and all his confusion, after he has laid down his bow and sunk, broken-hearted, onto the seat of the chariot. For a breath — perhaps for many breaths — nothing is said. The vast armies wait in their terrible stillness. The drums are silent. The conch-shells are still. And in that silence, which is both the lowest point of Arjuna's despair and the highest point of his readiness, the Divine prepares to speak.

This silence is itself a teaching. It is the silence that every genuine seeker eventually encounters — the silence that follows the exhaustion of every argument, every strategy, every attempt to think one's way through the mystery of existence. It is the silence that the Zen tradition evokes with its koans — those impossible questions designed to bring the rational mind to its knees before a reality that exceeds it. It is the silence of the Quaker meeting, where gathered souls wait in shared expectation of a word that arises not from human cleverness but from the deep well of presence that underlies all things. It is the silence that the desert fathers and mothers cultivated through decades of solitude and prayer — not the silence of absence, but the silence of a fullness so complete it has no need of words.

In this silence, the entire tradition of mystical inquiry finds its most concentrated expression. For the mystic has always understood that the most important movements in the life of the soul happen not in the noise of activity but in the stillness that activity has made impossible until now. The falling of the bow is the falling away of everything Arjuna has used to define and sustain himself. And in the space left by that falling, in the emptiness that the ego cannot fill, the divine voice — patient as eternity, tender as the first light of morning — begins its inexhaustible work.

VII. The Gift Hidden in the Fall

The despondency of Arjuna — the title of this first chapter of the Gita — might seem at first glance to be something merely preliminary, a weakness to be corrected by the wisdom that follows, a darkness valued only for the light it makes possible. But the deeper mystical reading refuses this dismissal. The despondency is not merely the darkness before the dawn; it is itself a form of light. It is the light of radical honesty, the light of a soul that will no longer pretend, that can no longer maintain the comfortable fictions by which ordinary life sustains itself. It is, in its own way, an act of seeing — the most costly and courageous kind of seeing, the kind that does not spare itself the full weight of what it perceives.

When Arjuna sinks in his chariot and lets the bow fall from his hands, he performs — unknowingly, involuntarily, in the very depths of his despair — the most profound spiritual act it is possible to perform: he surrenders. Not the surrender of defeat. Not the surrender of a spirit broken beyond recovery. But the surrender of self-sufficiency, the surrender of the illusion that human beings can navigate the deepest waters of existence by the power of their own understanding alone. He surrenders the bow — and in surrendering it, he opens his hands to receive something infinitely more potent than any weapon the world can offer.

The mystical traditions of East and West have recognized this moment, this dark gift hidden within apparent catastrophe, this grace that arrives precisely when the human soul has exhausted every other resource. The Sufi poet Rumi, whose verses pulse with the ache of divine longing, understood it: the wound is the place where the light enters. The Christian mystic Meister Eckhart understood it: God cannot fill what is already full; the soul must be empty before it can be filled with the divine. The Buddhist traditions understand it in the teaching of beginner's mind — that the mind which knows nothing is the mind open to everything. What all these traditions are pointing toward is precisely the gift hidden in Arjuna's fall: that the collapse of the ego's certainties is not the end of the spiritual life but its true beginning.

VIII. The Threshold Crossed — The Teaching Begins

And so it is that this ancient text — preserved across millennia, carried through the long history of human longing and seeking — begins not with triumph but with collapse, not with certainty but with confusion, not with the answer but with the question. In this choice of beginning, the Gita reveals its deepest wisdom: that the question, asked with sufficient honesty and sufficient desperation, is already a form of prayer. That the falling of the bow is already a kind of worship. That the moment when the hero becomes, for the first time, genuinely lost — is the moment when the possibility of being genuinely found becomes real.

Arjuna's despondency is not an obstacle to the sacred encounter; it is its very precondition. The divine cannot give what the human refuses to receive, and the human cannot receive what the ego's hands are too full to hold. Only when those hands are empty — only when the bow has fallen, the identity has shattered, the comfortable certainties have dissolved in the heat of what cannot be avoided — can the gift that was always being offered find its way home. This is not merely the teaching of the Gita. It is the unanimous testimony of every soul that has ever traveled far enough into the interior to discover what waits at the center of all things.

The great battlefield falls silent. The armies wait, suspended in a moment that contains all of time. Arjuna sits in his chariot, emptied of everything that he thought he was, everything that he thought he wanted, everything that he thought he knew. And beside him — patient as the stars, present as breath, as intimate as the pulse of his own bewildered heart — the Divine Charioteer turns, and speaks.

 

"Arjuna sinks. The bow falls. The silence descends. And in that silence — vast as the sky above Kurukshetra, still as the eye of the divine storm — the teaching begins."

1. ΜΕΡΟΣ Ι: ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

 

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απελπισία του Αρτζούνα

 

Κεφάλαιο Ι

 

Το Πεδίο της Μάχης ως Καθρέφτης της Ψυχής

 

«Το πεδίο της μάχης είναι η ψυχή. Οι στρατοί είναι οι δυνάμεις μέσα σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση: οι δυνάμεις της προσκόλλησης και οι δυνάμεις της απελευθέρωσης, η αγάπη που δένει και η αγάπη που ελευθερώνει.»

 

I. Το Αόρατο Σύνορο

 

Στα βαθύτερα στρώματα της πνευματικής παράδοσης — μέσα στα βεδικά δάση όπου οι ρίσι κάθονταν σε αδιάκοπη περισυλλογή, μέσα στις ερημικές σιωπές όπου οι προφήτες δέχονταν τις καυτές οράσεις τους, μέσα στα κελιά με τα κεριά των μεσαιωνικών μυστικών — υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη αναγνώριση: ότι η πιο αποφασιστική γεωγραφία του ανθρώπινου ταξιδιού δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερική. Υπάρχει, στη γλώσσα της αιώνιας σοφίας, ένα κατώφλι. Δεν βρίσκεται σε κανέναν χάρτη που χάραξαν ανθρώπινα χέρια, δεν σημειώνεται από πέτρα ή ποτάμι ή από τα σύνορα βασιλείων. Είναι, αντιθέτως, το αόρατο σύνορο της ίδιας της ψυχής — μια τρεμάμενη άκρη όπου το συνηθισμένο εγώ διαλύεται και κάτι αρχαίο και απέραντο αρχίζει να μιλά.

 

Αυτό το κατώφλι έχει ονομαστεί με πολλούς τρόπους μέσα στις παραδόσεις. Οι Σούφι το ονόμασαν σταθμό της αφανίσεως — fana — όπου το μικρό εγώ αδειάζει από τα συνήθη περιεχόμενά του. Οι χριστιανοί στοχαστές μίλησαν για τη σκοτεινή νύχτα, εκείνο τον τρομερό διάδρομο μέσα από τον οποίο η ψυχή περνά από τις παρηγοριές της επιφανειακής ζωής προς την άβυσσο όπου παραμένει μόνο ο Θεός. Η παράδοση του Ζεν το δείχνει μέσα από αδύνατες ερωτήσεις, τα κοάν της που σκάνε σαν κύματα στον τοίχο του λογικού νου μέχρι που ο τοίχος, επιτέλους, αρχίζει να υποχωρεί. Σε κάθε περίπτωση, το κατώφλι αναγνωρίζεται όχι ως μια άνετη διάβαση αλλά ως μια συντριπτική — όχι ως μια ήπια μετάβαση αλλά ως μια ριζική ρήξη με ό,τι ο κατασκευασμένος εαυτός έχει θεωρήσει στέρεο έδαφος.

 

Πάνω σε ένα τέτοιο κατώφλι βρέθηκε ο πολεμιστής Αρτζούνα — όχι απλώς στο ιερό πεδίο του Κουρουξέτρα όπου οι δύο μεγάλοι στρατοί στέκονταν παρατεταγμένοι στο πρωινό φως, αλλά μέσα στο άπειρο εσωτερικό τοπίο της ίδιας του της ύπαρξης. Το εξωτερικό δράμα — τα άλογα, οι σάλπιγγες, η τρομερή συμμετρία των στρατών έτοιμων για σφαγή — ήταν πραγματικό. Αλλά ήταν επίσης συμβολικό, με την πιο βαθιά έννοια της λέξης: ήταν μια ορατή εικόνα κάτι που πάντοτε ήταν αόρατα αληθινό. Η μάχη που επρόκειτο να δοθεί είχε συγκεντρωθεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, στην ψυχή του Αρτζούνα — και στην ψυχή κάθε ανθρώπου που έχει σταθεί ποτέ σε ένα σταυροδρόμι που πραγματικά μετράει — εδώ και πολύ καιρό.

 

II. Κουρουξέτρα: Το Ιερό Πεδίο του Εσωτερικού Πολέμου

 

Το Κουρουξέτρα — του οποίου το ίδιο το όνομα σημαίνει το πεδίο της ιερής δράσης — παρουσιάζεται στο εξωτερικό μάτι ως πεδίο μάχης, απέραντο και τρομερό, γεμάτο στρατούς των οποίων οι σημαίες ανεμίζουν στον πρωινό άνεμο. Η σκηνή είναι γεμάτη εξαιρετική αισθητηριακή ένταση: ο βρυχηθμός των κελυφών κονχών που σχίζουν την αυγή, το ανήσυχο χτύπημα των αλόγων, η λάμψη της πανοπλίας και η κρύα λάμψη των όπλων, τα πρόσωπα των πολεμιστών σκληραγωγημένα από χρόνια προετοιμασίας ακριβώς γι’ αυτή τη στιγμή. Για τον στρατηγικό νου, είναι μια περίπλοκη στρατιωτική κατάσταση, έγκυος με τακτικές δυνατότητες και θανάσιμους κινδύνους. Για τον πολιτικό νου, είναι η κορύφωση μιας δυναστικής διαμάχης με βαθιές συνέπειες για το μέλλον ενός πολιτισμού.

 

Αλλά για την όραση του μύστη — για το μάτι που έχει μάθει να διαβάζει τον εξωτερικό κόσμο σαν κείμενο γραμμένο στη γλώσσα της ψυχής — κάθε λεπτομέρεια αυτής της σκηνής μιλά μια βαθύτερη γλώσσα. Οι κέλυφες κόνχες που κραυγάζουν πάνω από το πεδίο δεν είναι απλώς όργανα πολέμου: είναι οι φωνές της δημιουργίας και της διάλυσης, ο ήχος της ιερής συλλαβής που υποβόσκει σε όλη την ύπαρξη, η πρωταρχική δόνηση που και ξεκινά και ολοκληρώνει κάθε κύκλο εκδήλωσης. Τα λευκά άλογα που τραβούν το θεϊκό άρμα δεν είναι απλώς ζώα εκτραφέντα για ταχύτητα και αντοχή: είναι σύμβολα των εξαγνισμένων αισθήσεων, των ικανοτήτων της αντίληψης που έχουν πειθαρχηθεί και αφιερωθεί για το ταξίδι προς την αλήθεια. Και οι δύο στρατοί, παραταγμένοι στην τέλεια και τρομερή συμμετρία τους, δεν είναι απλώς ιστορικοί δρώντες σε μια πολιτική σύγκρουση: είναι οι δυνάμεις μέσα σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση, κλειδωμένες στον αιώνιο αγώνα που αποτελεί την ίδια την ουσία της πνευματικής ζωής.

 

Γιατί δεν υπάρχει κανείς που να μην κουβαλάει μέσα του αυτούς τους δύο στρατούς. Από τη μια πλευρά στέκονται οι Καουράβα — και στο συμβολικό τους νόημα, αντιπροσωπεύουν την προσκόλληση, το εγώ, την αρπαγή του μικρού εαυτού μετά τις ηδονές, τις ασφάλειες και τις ταυτότητες που έχει φτιάξει για τον εαυτό του. Από την άλλη πλευρά στέκονται οι Πάνταβα — αντιπροσωπεύοντας τις βαθύτερες παρορμήσεις της ψυχής: την λαχτάρα για αλήθεια, την ικανότητα για θυσία, το θαρραλέο πρόθυμο να παραδώσει ό,τι πρέπει να παραδοθεί για να γίνει αυτό που πραγματικά καλείται να είναι. Το πεδίο μάχης του Κουρουξέτρα είναι η ψυχή. Ο πόλεμος είναι ο πόλεμος που πάντοτε μαίνεται μέσα σε κάθε ανθρώπινη καρδιά που είναι αρκετά ειλικρινής για να το αναγνωρίσει.

 

III. Ο Ηνίοχος που Κρατά τα Άστρα

 

Δεν υπάρχει λεπτομέρεια σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο της Μπαγκάβαντ Γκίτα πιο εκπληκτική, πιο θεολογικά τολμηρή, πιο μυστικά ακριβής από τον ρόλο που αποδίδεται στον Κύριο Σρι Κρίσνα. Εκείνος που είναι, στην πληρότητα της αποκάλυψης της Γκίτα, το Απόλυτο το ίδιο — εκείνη η άπειρη, ανεξάντλητη, αυτοφώτιστη παρουσία από την οποία αναδύεται όλη η ύπαρξη και στην οποία επιστρέφει όλη η ύπαρξη — παίρνει τον ρόλο όχι πολεμιστή, όχι βασιλιά, όχι στρατηγού που παρατάσσει τις δυνάμεις της δικαιοσύνης. Παίρνει τον ρόλο του ηνιόχου. Οδηγεί τα άλογα. Κρατά τα ηνία. Περιμένει, με τέλεια υπομονή και τέλεια αγάπη, τη στιγμή που ο απελπισμένος επιβάτης του είναι έτοιμος να δεχτεί αυτό που μόνο το Απόλυτο μπορεί να δώσει.

 

Αυτή η εικόνα — το άπειρο να γίνεται ταπεινό, το απόλυτο να γίνεται οικείο, το Θείο να επιλέγει να υπηρετήσει — δεν είναι απλώς αφηγηματική τεχνική. Είναι μία από τις πιο βαθιές διδασκαλίες που η πνευματική σοφία έχει προσφέρει ποτέ στην ανθρώπινη ψυχή. Μας λέει κάτι ουσιώδες για τη φύση του ιερού: ότι το Θείο δεν επιβάλλεται. Ότι η υψηλότερη παρουσία είναι επίσης, με κάποιο μυστηριώδη και ανεξάντλητο τρόπο, η πιο υπομονετική. Ότι το φως που δημιούργησε τους γαλαξίες και δίνει ζωή σε κάθε σωματίδιο της ύπαρξης είναι πρόθυμο να περιμένει — στο κέντρο κάθε ανθρώπινης καρδιάς, στο ακίνητο σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται όλος ο θόρυβος του κόσμου — μέχρι η ψυχή, εξαντλημένη και αδειανή και ειλικρινής επιτέλους, να στραφεί και να θέσει την πιο βαθιά της ερώτηση.

 

Ο Κρίσνα δεν πολεμά στο πεδίο του Κουρουξέτρα. Κρατά τα ηνία. Και κρατώντας τα, δείχνει αυτό που οι μύστες όλων των παραδόσεων έχουν επιβεβαιώσει: ότι η βαθύτερη μορφή καθοδήγησης δεν είναι εξαναγκασμός αλλά παρουσία. Δεν είναι η φωνή που διατάζει αλλά η ησυχία που προσκαλεί. Δεν είναι η δύναμη που ωθεί την ψυχή μπροστά αλλά η αγάπη που την καλεί σπίτι. Ο Θεϊκός Ηνίοχος είναι η εικόνα εκείνης της ανεξάντλητης θεϊκής υπομονής — εκείνης της ιδιότητας του ιερού που ο Ψαλμωδός διείδε όταν έγραψε ότι ακόμα και στη κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, μια παρουσία περπατά δίπλα μας, όχι εξαλείφοντας το σκοτάδι αλλά μεταμορφώνοντας εντελώς το νόημά του.

 

IV. Το Τρέμουλο του Τόξου και η Γέννηση της Γνήσιας Όρασης

 

Όταν ο Αρτζούνα στέκεται στο άρμα ανάμεσα στους δύο στρατούς και κοιτάζει τα πρόσωπα που παρατάσσονται μπροστά του, συμβαίνει κάτι εξαιρετικό. Ο ήρωας — διάσημος για την ικανότητά του, την ανδρεία του, την απαράμιλλη μαεστρία του στο τόξο — ξαφνικά καταρρέει. Τα μέλη του τρέμουν. Ο λαιμός του ξεραίνεται. Το μεγαλοπρεπές τόξο Γκάντιβα γλιστράει από δάχτυλα που το κρατούσαν ακλόνητο μέσα από χίλιες δοκιμασίες. Το δέρμα του καίει. Ο νους του στροβιλίζεται μέσα σε ένα σκοτάδι που δεν μπορεί να ονομάσει. Και καθοριστικά, αδύνατα — βλέπει.

 

Για πρώτη φορά, ίσως, σε όλα τα χρόνια της εκπαίδευσής του, του πολέμου και της προετοιμασίας του, ο Αρτζούνα βλέπει πραγματικά τι είναι παραταγμένο μπροστά του. Όχι εχθρούς. Όχι αφηρημένες έννοιες. Όχι στρατηγικά εμπόδια που πρέπει να εξουδετερωθούν με ανώτερη τεχνική. Βλέπει πρόσωπα. Αγαπημένα πρόσωπα. Τον παππού Μπίσιμα, του οποίου τα λευκά μαλλιά είναι το χρώμα της σοφίας και οι ευλογίες του υπήρξαν το καταφύγιο όλης της ζωής του Αρτζούνα. Δασκάλους και θείους και αδελφούς και γιους — όλο το περίπλοκο πλέγμα αγάπης και μνήμης και κοινής ύπαρξης που αποτελεί αυτό που οι άνθρωποι γνωρίζουν ως σπίτι. Ακριβώς εκείνους για χάρη των οποίων, σε κάποιο προηγούμενο κεφάλαιο της ζωής του, είχε επιθυμήσει δόξα και νίκη. Τους βλέπει, και βλέποντάς τους με όλη τη δύναμη της ανθρωπιάς του — ευάλωτους, θνητούς, αγαπημένους — διαπερνάται μέχρι τον πυρήνα της ύπαρξής του από μια θλίψη τόσο τεράστια που είναι σχεδόν αδιαχώριστη από την αγάπη.

 

Το τρέμουλο του σώματος του Αρτζούνα είναι το τρέμουλο μιας ψυχής που στέκεται στην ίδια την άκρη της μεταμόρφωσης. Είναι το ρίγος που προηγείται του φωτισμού, το σκοτάδι που έρχεται ακριβώς πριν η αυγή σπάσει πάνω από έναν ανυποψίαστο ορίζοντα. Όταν ο εαυτός που έχει κατασκευαστεί μέσα από χρόνια καθήκοντος, ταυτότητας και προσκόλλησης βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με το μέγεθος αυτού που του ζητείται να κάνει, δεν διστάζει απλώς — καταρρέει. Και σε αυτή την κατάρρευση, κάτι ιερό γίνεται δυνατό. Γιατί μόνο τη στιγμή που ο παλιός εαυτός δεν μπορεί να προχωρήσει μπροστά, ο βαθύτερος εαυτός — εκείνος που πάντοτε ήταν παρών, πάντοτε παρακολουθούσε, πάντοτε περίμενε — βρίσκει χώρο να αναδυθεί.

 

V. Η Αρχαία Ερώτηση στην Καρδιά των Πραγμάτων

 

Ο Αρτζούνα μιλά, και τα λόγια του δεν είναι απλώς τα λόγια ενός πολεμιστή που παραλύει από συναίσθημα. Είναι τα λόγια μιας ψυχής που βυθίζεται στα βάθη μιας αρχαίας ερώτησης — της ερώτησης που πάντοτε στοίχειωνε την ανθρώπινη συνείδηση όπου ήταν αρκετά ειλικρινής για να τη θέσει: Τι αξίζει να υποφέρει κανείς γι’ αυτό; Τι αξίζει να σκοτώσει κανείς γι’ αυτό; Τι, στην πραγματικότητα, αξίζει να ζήσει κανείς γι’ αυτό; Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι ρητορικές. Δεν είναι αποφυγές του καθήκοντος ούτε συμπτώματα αδυναμίας. Είναι οι ειλικρινείς κραυγές μιας ψυχής που ξύπνησε ξαφνικά στο τρομερό κόστος της ύπαρξης, ξαφνικά συνειδητοποιώντας ότι οι νίκες που προσφέρει ο κόσμος αγοράζονται με μια τιμή που η καρδιά βρίσκει αδύνατο να πληρώσει.

 

Μιλά για βασίλεια και ηδονές — και μιλώντας γι’ αυτά, αποκαλύπτει πόσο κούφια έχουν γίνει αυτή τη στιγμή της καυτής διαύγειας. Τι χρησιμότητα έχει ένα βασίλειο, ρωτά, όταν εκείνοι για χάρη των οποίων το επιθύμησε στέκονται στην απέναντι όχθη, έτοιμοι να πεθάνουν; Τι χρησιμότητα έχει η ηδονή όταν χτίζεται πάνω στα ερείπια εκείνων που αγαπά; Τα λόγια του κουβαλούν μέσα τους, σχεδόν παρά τη θέλησή τους, μια αναγνώριση που οι στοχαστικές παραδόσεις πάντοτε κατανοούσαν: ότι τα πράγματα του κόσμου, όταν επιδιώκονται για τον εαυτό τους, δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα που οδηγεί την ανθρώπινη ψυχή. Δεν είναι λάθος από μόνα τους — αλλά είναι ελλιπή. Δείχνουν προς κάτι που δεν μπορούν να περιέχουν.

 

Σε αυτή την απελπισμένη έρευνα, ο Αρτζούνα γίνεται άθελά του δάσκαλος. Η ίδια του η σύγχυση είναι μια μορφή σοφίας, γιατί προκύπτει από την άρνηση να προσποιηθεί ότι οι εύκολες απαντήσεις αρκούν. Ο πολεμιστής που έχει σκοτώσει δέκα χιλιάδες εχθρούς καταρρέει όχι από εχθρό αλλά από αγάπη — από την αδυναμία της επιλογής που η αγάπη τοποθετεί μπροστά του. Και είναι ακριβώς αυτή η κατάρρευση, αυτή η ριζική ειλικρίνεια για το κόστος των πραγμάτων, που προετοιμάζει το έδαφος για τη διδασκαλία που ακολουθεί. Γιατί το Θείο πάντοτε μιλά πιο καθαρά σε ψυχές που έχουν σταματήσει να προσποιούνται ότι ήδη γνωρίζουν τις απαντήσεις.

 

VI. Η Σιωπή που Κρατά τα Πάντα

 

Υπάρχει μια στιγμή εξαιρετικής σημασίας σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο που εύκολα παραβλέπεται μέσα στο δράμα όσων την περιβάλλουν. Είναι η στιγμή της σιωπής — η στιγμή μετά την οποία ο Αρτζούνα έχει πει όλη τη θλίψη του και όλη τη σύγχυσή του, μετά την οποία έχει αφήσει το τόξο του και έχει βυθιστεί, με σπασμένη καρδιά, στο κάθισμα του άρματος. Για μια ανάσα — ίσως για πολλές ανάσες — δεν λέγεται τίποτα. Οι απέραντοι στρατοί περιμένουν στην τρομερή ακινησία τους. Τα τύμπανα σιωπούν. Οι κέλυφες κόνχες είναι ακίνητες. Και σε αυτή τη σιωπή, που είναι ταυτόχρονα το χαμηλότερο σημείο της απελπισίας του Αρτζούνα και το υψηλότερο σημείο της ετοιμότητάς του, το Θείο ετοιμάζεται να μιλήσει.

 

Αυτή η σιωπή είναι η ίδια διδασκαλία. Είναι η σιωπή που συναντά κάθε γνήσιος αναζητητής τελικά — η σιωπή που ακολουθεί την εξάντληση κάθε επιχειρήματος, κάθε στρατηγικής, κάθε προσπάθειας να σκεφτεί κανείς τον τρόπο μέσα από το μυστήριο της ύπαρξης. Είναι η σιωπή που η παράδοση του Ζεν επικαλείται με τα κοάν της — εκείνες τις αδύνατες ερωτήσεις σχεδιασμένες να φέρουν τον λογικό νου στα γόνατα μπροστά σε μια πραγματικότητα που τον ξεπερνά. Είναι η σιωπή της συνάντησης των Κουάκερ, όπου συγκεντρωμένες ψυχές περιμένουν σε κοινή προσδοκία ενός λόγου που αναδύεται όχι από ανθρώπινη ευφυΐα αλλά από το βαθύ πηγάδι της παρουσίας που υποβόσκει σε όλα τα πράγματα. Είναι η σιωπή που οι πατέρες και οι μητέρες της ερήμου καλλιέργησαν μέσα από δεκαετίες μοναξιάς και προσευχής — όχι η σιωπή της απουσίας, αλλά η σιωπή μιας πληρότητας τόσο πλήρους που δεν έχει ανάγκη από λόγια.

 

Σε αυτή τη σιωπή, ολόκληρη η παράδοση της μυστικής έρευνας βρίσκει την πιο συμπυκνωμένη έκφρασή της. Γιατί ο μύστης πάντοτε κατανοούσε ότι οι πιο σημαντικές κινήσεις στη ζωή της ψυχής συμβαίνουν όχι στον θόρυβο της δραστηριότητας αλλά στην ησυχία που η δραστηριότητα έχει κάνει αδύνατη μέχρι τώρα. Η πτώση του τόξου είναι η πτώση όσων ο Αρτζούνα χρησιμοποιούσε για να ορίσει και να συντηρήσει τον εαυτό του. Και στον χώρο που αφήνει αυτή η πτώση, στο κενό που το εγώ δεν μπορεί να γεμίσει, η θεϊκή φωνή — υπομονετική σαν την αιωνιότητα, τρυφερή σαν το πρώτο φως του πρωινού — αρχίζει το ανεξάντλητο έργο της.

 

VII. Το Δώρο Κρυμμένο στην Πτώση

 

Η απελπισία του Αρτζούνα — ο τίτλος αυτού του πρώτου κεφαλαίου της Γκίτα — μπορεί στην πρώτη ματιά να φαίνεται κάτι απλώς προκαταρκτικό, μια αδυναμία που πρέπει να διορθωθεί από τη σοφία που ακολουθεί, ένα σκοτάδι που εκτιμάται μόνο για το φως που καθιστά δυνατό. Αλλά η βαθύτερη μυστική ανάγνωση αρνείται αυτή την απόρριψη. Η απελπισία δεν είναι απλώς το σκοτάδι πριν την αυγή· είναι η ίδια μια μορφή φωτός. Είναι το φως της ριζικής ειλικρίνειας, το φως μιας ψυχής που δεν θα προσποιηθεί πια, που δεν μπορεί πια να διατηρήσει τις άνετες φαντασιώσεις με τις οποίες η συνηθισμένη ζωή συντηρείται. Είναι, με τον δικό της τρόπο, μια πράξη όρασης — η πιο δαπανηρή και θαρραλέα μορφή όρασης, εκείνη που δεν χαρίζει στον εαυτό της το πλήρες βάρος αυτού που αντιλαμβάνεται.

 

Όταν ο Αρτζούνα βυθίζεται στο άρμα του και αφήνει το τόξο να πέσει από τα χέρια του, εκτελεί — άθελά του, ακούσια, στα ίδια τα βάθη της απελπισίας του — την πιο βαθιά πνευματική πράξη που είναι δυνατό να εκτελέσει: παραδίδεται. Όχι η παράδοση της ήττας. Όχι η παράδοση ενός πνεύματος σπασμένου πέρα από κάθε ανάκαμψη. Αλλά η παράδοση της αυτοδυναμίας, η παράδοση της ψευδαίσθησης ότι οι άνθρωποι μπορούν να πλοηγηθούν στα βαθύτερα νερά της ύπαρξης μόνο με τη δύναμη της δικής τους κατανόησης. Παραδίδει το τόξο — και παραδίδοντάς το, ανοίγει τα χέρια του για να δεχτεί κάτι απείρως πιο ισχυρό από κάθε όπλο που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος.

 

Οι μυστικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης έχουν αναγνωρίσει αυτή τη στιγμή, αυτό το σκοτεινό δώρο κρυμμένο μέσα στην φαινομενική καταστροφή, αυτή τη χάρη που φτάνει ακριβώς όταν η ανθρώπινη ψυχή έχει εξαντλήσει κάθε άλλο πόρο. Ο Σούφι ποιητής Ρουμί, του οποίου οι στίχοι πάλλονται με τον πόνο της θεϊκής λαχτάρας, το κατανοούσε: η πληγή είναι ο τόπος όπου μπαίνει το φως. Ο χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ το κατανοούσε: ο Θεός δεν μπορεί να γεμίσει ό,τι είναι ήδη γεμάτο· η ψυχή πρέπει να είναι άδεια πριν γεμίσει με το θείο. Οι βουδιστικές παραδόσεις το κατανοούν στη διδασκαλία του νου του αρχάριου — ότι ο νους που δεν γνωρίζει τίποτα είναι ο νους ανοιχτός σε όλα. Αυτό προς το οποίο όλες αυτές οι παραδόσεις δείχνουν είναι ακριβώς το δώρο κρυμμένο στην πτώση του Αρτζούνα: ότι η κατάρρευση των βεβαιοτήτων του εγώ δεν είναι το τέλος της πνευματικής ζωής αλλά η αληθινή αρχή της.

 

VIII. Το Κατώφλι Διασχίζεται — Η Διδασκαλία Αρχίζει

 

Και έτσι αυτό το αρχαίο κείμενο — διατηρημένο μέσα από χιλιετίες, μεταφερόμενο μέσα από τη μακριά ιστορία της ανθρώπινης λαχτάρας και αναζήτησης — αρχίζει όχι με θρίαμβο αλλά με κατάρρευση, όχι με βεβαιότητα αλλά με σύγχυση, όχι με την απάντηση αλλά με την ερώτηση. Σε αυτή την επιλογή αρχής, η Γκίτα αποκαλύπτει τη βαθύτερη σοφία της: ότι η ερώτηση, όταν τεθεί με αρκετή ειλικρίνεια και αρκετή απελπισία, είναι ήδη μια μορφή προσευχής. Ότι η πτώση του τόξου είναι ήδη μια μορφή λατρείας. Ότι η στιγμή που ο ήρωας γίνεται, για πρώτη φορά, πραγματικά χαμένος — είναι η στιγμή που η δυνατότητα να βρεθεί πραγματικά γίνεται αληθινή.

 

Η απελπισία του Αρτζούνα δεν είναι εμπόδιο στη συνάντηση με το ιερό· είναι η ίδια η προϋπόθεσή της. Το θείο δεν μπορεί να δώσει ό,τι ο άνθρωπος αρνείται να δεχτεί, και ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ό,τι τα χέρια του εγώ είναι πολύ γεμάτα για να κρατήσουν. Μόνο όταν αυτά τα χέρια είναι άδεια — μόνο όταν το τόξο έχει πέσει, η ταυτότητα έχει θρυμματιστεί, οι άνετες βεβαιότητες έχουν διαλυθεί στη ζέστη αυτού που δεν μπορεί να αποφευχθεί — το δώρο που πάντοτε προσφερόταν μπορεί να βρει τον δρόμο του σπίτι. Αυτό δεν είναι απλώς η διδασκαλία της Γκίτα. Είναι η ομόφωνη μαρτυρία κάθε ψυχής που έχει ταξιδέψει αρκετά βαθιά στο εσωτερικό για να ανακαλύψει τι περιμένει στο κέντρο όλων των πραγμάτων.

 

Το μεγάλο πεδίο μάχης πέφτει σε σιωπή. Οι στρατοί περιμένουν, αιωρούμενοι σε μια στιγμή που περιέχει όλο τον χρόνο. Ο Αρτζούνα κάθεται στο άρμα του, αδειανός από ό,τι νόμιζε ότι ήταν, ό,τι νόμιζε ότι ήθελε, ό,τι νόμιζε ότι γνώριζε. Και δίπλα του — υπομονετικός σαν τα άστρα, παρών σαν η ανάσα, οικείος σαν ο παλμός της ίδιας της αμήχανης καρδιάς του — ο Θεϊκός Ηνίοχος στρέφεται και μιλά.

 

«Ο Αρτζούνα βυθίζεται. Το τόξο πέφτει. Η σιωπή κατεβαίνει. Και σε αυτή τη σιωπή — απέραντη σαν τον ουρανό πάνω από το Κουρουξέτρα, ήρεμη σαν το μάτι της θεϊκής καταιγίδας — η διδασκαλία αρχίζει.»

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~