ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 10 January, 2026

Wednesday, November 23, 2011

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ / Θεωρία Δικαιοσύνης (και Δικαίου)

Η Αληθινή Αρετή κι η αρετή των ανθρώπων
Η Αληθινή Δικαιοσύνη και το θεσμοθετημένο δίκαιο
Το Φυσικό Δίκαιο μέσα στην Ιστορία
Το Κοινωνικό Συμβόλαιο
Δικαιοσύνη ή δίκαιο;
Ποιά κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι;
Αναζητώντας το Αγαθόν, την Αληθινή Αρετή και την Ιδανική Πολιτεία

Η Αληθινή Αρετή κι η αρετή των ανθρώπων

Ο ανθρώπινος στοχασμός (χρησιμοποιούμε τον όρο «στοχασμός» με την έννοια της βαθιάς σκέψης, σαν κάτι βαθύτερο, κι οξύτερο από την απλή ανθρώπινη σκέψη…) ξεκινά (ή θα έπρεπε να ξεκινά) από μία Γενική Αρχή, για να ερμηνεύσει το «Φαινόμενο της Ύπαρξης»… Υπάρχει Μία και Μόνη Οντική (και Οντολογική) Αρχή Πάνω στην Οποία Στηρίζονται όλα… Αυτό δεν είναι μία απλή διαβεβαίωση Μεγάλων Ανθρώπων, όπως ο Βούδας, η  ο Ορφέας, η ο Ιησούς, για παράδειγμα, ή μία απλή «θεωρία» (κάποιων φιλοσόφων)… Είναι κάτι που μπορεί να «αποδειχθεί» και να διαπιστωθεί (η αλήθεια της διαβεβαίωσης) από όποιον είναι διατεθειμένος να το κάνει…
Πραγματικά, ξεκινώντας αντίστροφα, από την «δεδομένη συνείδηση», (κι αναζητώντας την Πραγματική Εσώτερη Φύση της, μέχρι το Ύστατο Βάθος της…) μπορούμε (διευρύνοντας οντικά, γνωσιολογικά, και πρακτικά την συνείδηση) να ανυψωθούμε σε Μία Συνείδηση Ευρύτερη του εγώ, Ως Μία Παγκόσμια Συνείδηση (που εκφράζει την Ενότητα του Όντος) κι από Εδώ Ως την Αληθινή Μία Φύση του Παντός…
Αυτοί είναι οι δύο τρόποι της ανθρώπινης διερεύνησης του «Φαινομένου της Ύπαρξης», που ισχύουν ταυτόχρονα και αλληλοσυμπληρώνονται…
Η Μία Παγκόσμια Αρχή, η Αληθινή Φύση του Παντός (είτε την Ονομάζουμε Πραγματικότητα, είτε Αληθινό Είναι, είτε Θεό… οι λέξεις δεν έχουν σημασία…) Είναι το Τελείως Είναι των Φιλοσόφων, Είναι η Πλήρης (Αυτογνωσία και) Γνώση, Είναι το Υπέρτατο Αγαθόν, που (Εκδηλώνοντας την Οντική και Γνωσιολογική Ολοκλήρωση) Εκφράζεται σαν Αγαθόν, Ηθική, Αρετή, και Φωτισμένη Δραστηριότητα…
Βεβαίως, το Ον, στο Ξεδίπλωμά Του, μέσα στον Χώρο της Εκδήλωσης και των Φαινομένων, περιλαμβάνει πολλές οντικές καταστάσεις, από την Αρχέγονη Κατάσταση του Τελείως Είναι μέχρι τους κατώτερους κόσμους και τον κόσμο της ύλης… Συνεπώς η «Συμμετοχή» μας στο Ον (στην Ολοκλήρωση του Όντος) έχει διαβαθμίσεις, και η Βίωση της Αληθινής Φύσης μας διαφοροποιείται. Αν στους Ανώτερους Κόσμους τα όντα Βιώνουν την Ενότητα της Οντικής Αρχής τους, στους κατώτερους κόσμους (και μάλιστα στον κόσμο της ύλης) με δυσκολία Βιώνουν την Εσώτερη Φύση τους και Πραγματώνουν την Φυσική Αρετή…
Χρειάζεται κάποιος να Βαδίσει την Οδό της Αυτογνωσίας για να Πραγματοποιήσει Αρετές όπως ο Ανθρωπισμός (δηλαδή η Ευθύνη για τον εαυτό μας και τους άλλους, ο σεβασμός του άλλου, η αλληλοβοήθεια, η κατανόηση, κλπ…), η Ταπεινότητα (δηλαδή το ξεπέρασμα του εγωισμού και η διάθεση για συνεννόηση με τους άλλους…), η Ισότητα (δηλαδή η ίση αντιμετώπιση όλων, που βεβαίως συμπληρώνει τα κενά κι αναπληρώνει τις ελλείψεις στην ζωή…), η Δικαιοσύνη (δηλαδή η αποκατάσταση κάθε ανισότητας, κάθε αδικίας και κάθε «παράλειψης»…
Οι άνθρωποι δεν μπορούν (και ίσως δεν θέλουν) να Βιώσουν την Αληθινή Φύση τους και την Ζωντανή Αρετή κι αρκούνται στην υλική ευημερία, την «όποια» ψυχολογική ισορροπία, και την στερεότυπη σκέψη που προσλαμβάνουν από το «περιβάλλον»… Και επειδή το επίπεδο των ανθρώπων (από οντική, γνωσιολογική, και ηθική άποψη) είναι πολύ χαμηλό, οι κοινωνίες οργανώνονται με ελλιπή τρόπο, κι αντιμετωπίζουν πάντα (εδώ και χιλιάδες χρόνια μέχρι σήμερα) σοβαρά προβλήματα…
Η Αληθινή Αρετή Βασίζεται στην Οντολογική Ολοκλήρωση και στην Γνωσιολογική Πληρότητα κι είναι κάτι Ζωντανό… αλλά η ανθρωπότητα, ανίκανη να ανυψωθεί ως αυτή την «πνευματική ανάπτυξη» αντιλαμβάνεται την Αρετή σαν κάτι «Ιδανικό» που πρέπει να «εφαρμοσθεί». Έτσι δημιουργείται ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην Αληθινή Αρετή και «αυτό που πράττουμε εμείς». Είναι αλήθεια πως εδώ και χιλιάδες χρόνια οι κοινωνίες προβληματίζονται για το πώς να οργανωθούν και να ζήσουν, προσπαθούν (με βάση την ανθρώπινη πανάρχαια πείρα την παράδοση, τον «πολιτισμό») να βάλουν κανόνες… κι αναφέρονται στην Δικαιοσύνη, στην Ισονομία, στα ανθρώπινα δικαιώματα, κλπ., όλα αυτά δεν είναι ουσιαστικά, τυπικά μόνο αναφέρονται κι ισχύουν. Στην πραγματικότητα οι κοινωνίες των ανθρώπων είναι ζούγκλες…
Η Αληθινή Αρετή (η Δικαιοσύνη, η Ισότητα, κλπ…) Προέρχονται από την Οντολογική Ολοκλήρωση ενώ η «δικαιοσύνη των ανθρώπων» προσπαθεί να προσεγγίσει (χωρίς επιτυχία) κάποιο «ιδανικό» που φαντάζονται οι άνθρωποι… Και μολονότι σε όλες τις εποχές, σε όλα τα μέρη της γης, λίγο πολύ η Δικαιοσύνη γίνεται αντιληπτή με παρόμοιο τρόπο, εντούτοις αυτό (η Δικαιοσύνη) δεν εφαρμόζεται πραγματικά…

Η Αληθινή Δικαιοσύνη και το θεσμοθετημένο δίκαιο

Από πολύ παλιά, οι Αρχαίοι Έλληνες αναζήτησαν την Πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα (που εμφανίζουν οι αισθήσεις ή «διαπιστώνει» η σκέψη…). Ήδη, από την εποχή (των Προσωκρατικών Φιλοσόφων και) του Παρμενίδη, το Είναι (το Αιώνιο, Αναλλοίωτο, Υπερβατικό, Απροσδιόριστο…) θεωρήθηκε σαν η Πραγματικότητα πίσω από όλα τα Φαινόμενα (του γίγνεσθαι). Αυτό το Αναλλοίωτο Είναι θεωρήθηκε σαν η Ουσία του Παντός ενώ όλα τα κατώτερα φαινόμενα θεωρήθηκαν εκδηλώσεις, διαβαθμίσεις, της Ουσίας. Το Είναι θεωρήθηκε σαν η Αληθινή Φύση της Ύπαρξης, ενώ οι κατώτερες εκδηλώσεις της Φυσικής Ουσίας θεωρήθηκαν σαν «κατώτερη φύση»… Έτσι, Πραγματικότητα, Είναι, Ουσία, Φύση, ταυτίζονται μέσα στον στοχασμό των Ελλήνων, ενώ παράλληλα η Πραγματικότητα (στην Πλήρη Εκδήλωσή της, στην Πλήρη Αντίληψη που μπορούμε να έχουμε για Αυτήν) Συμπεριλαμβάνει Μέσα Της (σαν Εκδηλώσεις) και τα κατώτερα φαινόμενα… Οι Έλληνες είχαν πάντα μία Ενιαία Θεώρηση της Πραγματικότητας. Ενώ διέκριναν την Ουσία από το Φαινόμενο ταυτόχρονα η Θεώρηση της Ύπαρξης αντιλαμβανόταν σαν Ενιαία Πραγματικότητα το Είναι και το Γίγνεσθαι (σαν Εκδήλωση του Είναι). Αντιλαμβάνονταν την Ύπαρξη σε Όλες τις Διαβαθμίσεις της, από την Απόλυτη Φύση μέχρι τις διάφορες εκδηλώσεις της. Με άλλα λόγια από την μία διαφύλασσαν τον Απόλυτο Χαρακτήρα  του Είναι (που δεν μπορεί να Ταυτιστεί με τις κατώτερες εκδηλώσεις) κι από την άλλη μεριά δεν απέρριπταν τις κατώτερες εκδηλώσεις του Είναι (τα Φαινόμενα, το Γίγνεσθαι) αλλά τα δέχονταν σαν Εκφράσεις του Είναι μέσα στον Χώρο της Μεταβολής και του Περιορισμένου. Διαφορετικά να το πούμε, δέχονταν την Φύση (το Είναι, το Απόλυτο) σαν την Παγκόσμια Βάση των Πάντων και ταυτόχρονα θεωρούσαν ότι κάθε ον (ύπαρξη, φαινόμενο) «συμμετέχει» στον ένα ή στον άλλο βαθμό στην Αληθινή Φύση. Δηλαδή το ον (σε οποιαδήποτε βαθμίδα της Κλίμακας της Ύπαρξης κι αν το θεωρήσουμε) είναι «Εν Δυνάμει το Ον», Προέρχεται από το Ον, κι Ολοκληρώνεται στο Ον, το Όντως Ον (του Πλάτωνα)… Γι’ αυτό και σαν προορισμός του ανθρώπου είχε τεθεί (κατά την έκφραση του Πλάτωνα) η «Ομοίωσις με τον Θεό» (δηλαδή με το Τελείως Είναι, το Αγαθόν)…
Έτσι, το Είναι, η Αληθινή Φύση, είναι στο στοχασμό των Ελλήνων (αλλά και κάθε λογικού ανθρώπου) το Απόλυτο, το Τελείως Είναι, το Πλήρες Γνώσης (Αντίληψης) και το Ενεργό Αγαθόν που Οδηγεί τα Πάντα στην Ολοκλήρωση. Από Αυτή την Αληθινή Φύση Πηγάζει το Αγαθόν, η Αρετή, Ηθική, η Αξία. Η συμμετοχή στην Αληθινή Φύση ( στον βαθμό που συμμετέχουμε) είναι ταυτόχρονα συμμετοχή στην Αρετή (στον ανάλογο βαθμό που Βιώνουμε την Αληθινή Φύση). Από Αυτή την Αληθινή Φύση Πηγάζει η Αρετή (η Αντίληψη της Ενότητας, η Δικαιοσύνη, η Ισότητα, κλπ.). Αυτή είναι η Έννοια του «Φυσικού Δικαίου», που για όσους Βιώνουν την Αληθινή Φύση τους (στον βαθμό που την βιώνουν) είναι κάτι Αυθόρμητο, Πηγαίο, Ζωντανό, Ενεργό…  
Αλλά βέβαια, όσοι δεν Βιώνουν την Βαθύτερη Ουσία τους, κι είναι απορροφημένοι στην σχέση τους με τον εξωτερικό κόσμο, είναι δύσκολο να κατανοήσουν Καταστάσεις (Αρετές, Έννοιες) όπως η Ενότητα, η Δικαιοσύνη, η Ισότητα… Γι' αυτούς τους ανθρώπους η Φύση (η ανθρώπινη φύση) δεν είναι η Αγαθή Φύση (η Βάση του Παντός) αλλά μία κατάσταση κατώτερη, άγρια και χαώδης. Αυτό είναι αλήθεια από μία άποψη...
Στην πραγματικότητα επειδή ακριβώς οι άνθρωποι  δεν μπορούν να Ανυψωθούν Ως την Αληθινή Φύση τους γι' αυτό εκδηλώνουν στην ζωή την κατώτερη φύση τους. Συνεπώς ισχύουν και τα δύο: Και η Φύση είναι Αγαθή αλλά και η Φύση (όταν δεν την Βιώνουμε στο Βάθος της αλλά στις επιφανειακές εκδηλώσεις της) εμφανίζεται άγρια και ζωώδης. Από αυτό το γεγονός πηγάζουν οι δύο βασικές αντιλήψεις γιά το Φυσικό Δίκαιο που από την εποχή των Ελλήνων Σοφιστών (τον 6ο και τον 5ο π.Χ. Αιώνα) συζητούνται μέχρι σήμερα. Γι' όσους  ή μπορούν να Βιώσουν την Αληθινή Φύση τους μέσα από την Αυτογνωσία και την πνευματική ανάπτυξη η Φύση Είναι Αγαθή και το Φυσικό Δίκαιο Αυθόρμητο και Ζωντανό... ενώ οι κοινωνίες που δεν μπορούν να ανυψωθούν ως Αυτό το Επίπεδο βιώνουν μία διαφορετική πραγματικότητα, χωρίς Αρετή, Αληθινό Δίκαιο, χωρίς “ανθρωπιά”. Έτσι το Φυσικό Δίκαιο γι' αυτούς προηγείται των κανόνων που θεσπίζουν οι άνθρωποι, και θα έπρεπε οι ανθρώπινες κοινωνίες να εμπνέονται και να προσπαθούν να προσεγγίσουν το Φυσικό Δίκαιο αλλά σπάνια το κάνουν.
Το “κατά Φύσιν ζειν” σημαίνει ακριβώς να Διερευνούμε και να Βιώνουμε την Αληθινή Φύση μας κι όχι βέβαια να ζούμε την φύση (την ζωώδη και άγρια) που έχουν υπ' όψιν τους πολλοί... Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα όλων των αιώνων, η “Αντιγόνη” του Σοφοκλή προβληματίζεται ακριβώς πάνω στην σαφή διάκριση του Φυσικού Δικαίου και του ανθρώπινου νόμου. Όλοι οι αληθινοί άνθρωποι είναι με το μέρος του Φυσικού Δικαίου, αλλά σίγουρα υπάρχουν κι ανθρώπινα τέρατα που μπορούν να υποστηρίξουν τους πιο άδικους κι απάνθρωπους νόμους...
Από την άλλη μεριά υπάρχουν άνθρωποι (φιλόσοφοι, κλπ) που υποστηρίζουν ότι η Φύση (κι  ανθρώπινη φύση ειδικότερα) είναι άγρια και χαώδης και συνεπώς η θέσπιση κανόνων και νόμων βάζει σε τάξη την κοινωνία που αλλιώς θα ήταν ζούγκλα. Από την άποψή τους έχουν δίκηο. Θα πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι άλλη έννοια δίνουν στην Φύση οι Αρχαίοι Έλληνες κι όσοι ακολουθούν το στοχασμό τους κι άλλη έννοια δίνουν στην “Φύση” οι οπαδοί αυτής της δεύτερης άποψης... Μάλιστα, μολονότι είμαστε υποχρεωμένοι να διακρίνουμε το Δίκαιο της Φύσης (που είναι Πηγαίο και Ζωντανό) από τις ανθρώπινες κατασκευές (κώδικες, κανόνες, νόμους, ήθη, έθιμα) από την άλλη μεριά δεν μπορούμε να απορρίψουμε το θετικό δίκαιο (το θεσμοθετημένο από κοινωνίες δίκαιο) όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που συμπεριφέρονται σαν “ζώα”. Αντίθετα, οφείλουμε να “δείξουμε” το Δίκαιο της Φύσης και να το έχουμε σαν Πρότυπο (την Αρετή, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, κλπ.) στην θέσπιση των ανθρώπινων νόμων. Τώρα, το κατά πόσο θα εφαρμοσθούν όλα αυτά είναι άλλο θέμα (που θα πρέπει να απασχολήσει τους ανθρωπολόγους, τους κοινωνιολόγους και τους ιστορικούς...)... Επειδή ακριβώς οι ανθρώπινοι νόμοι (κι οι κανόνες συμβίωσης), ακόμα κι όταν επικαλούνται την Αρετή, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, κλπ., δεν εφαρμόζονται γι' αυτό οι κοινωνίες (μολονότι θεσπίζουν νόμους για να μην είναι ζούγκλες) τελικά καταλήγουν σε ζούγκλες... Γι' αυτό και φιλόσοφοι, όπως οι Κυνικοί στην Αρχαιότητα, αναζητούν να Βιώσουν την Αληθινή Φύση και το Δίκαιο της Φύσης γυρίζοντας την πλάτη στην διεφθαρμένη κοινωνία.

Το Φυσικό Δίκαιο μέσα στην Ιστορία

Όλα όσα αφορούν την Φύση, το Δίκαιο της Φύσης, τους ανθρώπινους νόμους, έχουν διερευνηθεί πλήρως από τους Αρχαίους Έλληνες. Έχουμε Κατανοήσει (μαζί με τους Έλληνες) ότι το  Φυσικό Δίκαιο είναι το Αληθινό Δίκαιο, ενώ οι ανθρώπινοι νόμοι όχι μόνο “υπολείπονται” του Δικαίου της Φύσης αλλά συχνά είναι σε αντίθεση με το Αληθινό Δίκαιο (με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να είναι μόνο κατ' όνομα “κοινωνίες δικαίου”, ενώ στην πραγματικότητα οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, ή είναι “άδικοι” και συχνά απάνθρωποι...)...
Πολλούς αιώνες μετά, ευρωπαίοι στοχαστές (φιλόσοφοι, νομοθέτες, κλπ) ασχολήθηκαν ξανά με το θέμα, αλλά είναι ελάχιστα αυτά που πρόσθεσαν σε όσα είπαν οι Έλληνες Σοφοί (τουλάχιστον από φιλοσοφική άποψη, από την άποψη της “Φιλοσοφίας του Δικαίου”... όχι από την άποψη της νομικής επιστήμης)...
Ο Γκρότιους (16ος, 17ος αιώνας) ήταν πάνω από όλα θεολόγος (το έργο του “Περί της Αληθείας της Χριστιανικής Θρησκείας”  μάλιστα, είναι από τους καλύτερους “κώδικες πίστης” της χριστιανικής γραμματείας) και μετά νομοθέτης, κι ό,τι άλλο... Ακολουθώντας την χριστιανική αντίληψη (δεν θεωρεί όπως οι Έλληνες την Φύση Ενιαία στο Βάθος της αλλά) διακρίνει σαφώς την Θεία Φύση από την ανθρώπινη φύση... αλλά θεωρεί την ανθρώπινη φύση αγαθή (λόγω της “θείας” προέλευσής της). Από αυτή την αγαθή φύση λοιπόν που είναι προικισμένη με λογική πηγάζει αυθόρμητα η δικαιοσύνη και οι γενικές αρχές του δικαίου που έχουν απόλυτο χαρακτήρα και πρέπει να εφαρμόζονται από τους ανθρώπους. Ανεξαρτήτως λοιπόν του Θεού, ο άνθρωπος έχει από την φύση του την ικανότητα να θέτει και να εφαρμόζει το Δίκαιο. Αυτό το Φυσικό Δίκαιο λοιπόν πρέπει να εφαρμόζεται κι ανάμεσα στα έθνη (κι εδώ, ο Γκρότιους με το έργο του “Περί του δικαίου του πολέμου και της ειρήνης” γίνεται ιδρυτής του “δημοσίου διεθνούς δικαίου”, πρόδρομος των διεθνών οργανισμών, των Ηνωμένων Εθνών, του Διεθνούς Δικαστηρίου, κλπ....), αλλά και μέσα στα έθνη (όπου το Φυσικό Δίκαιο προηγείται του θετικού δικαίου, το οποίο πρέπει να συντάσσεται με τις γενικές αρχές του Φυσικού Δικαίου... γιατί έτσι μόνο “νομιμοποιείται” το ανθρώπινο δίκαιο, οι νόμοι, κλπ...)... Από το Φυσικό Δίκαιο εξάλλου πηγάζουν και στο Φυσικό Δίκαιο στηρίζονται τα “Ανθρώπινα Δικαιώματα” τα οποία συχνά καταπατώνται από διάφορες εθνικές κυβερνήσεις και νομοθεσίες (ακόμα κι εδώ στην “πολιτισμένη” Ευρώπη, και εντός της “γερμανικής” ευρωζώνης, κοντά μας, δίπλα μας, στην ίδια την “Ελλάδα”...)... Ο Γκρότιους, χωρίς να έχει το “μεταφυσικό ύψος” και την ανάλυση σε βάθος της Έννοιας της Δικαιοσύνης (όπως οι Αρχαίοι Έλληνες) προσέφερε εντούτοις στην ανθρωπότητα κάποιες στέρεες βάσεις για το Δίκαιο, πάνω στις οποίες μπορούσαν να οικοδομήσουν οι άνθρωποι μία αληθινή, δίκαιη κοινωνία. Ο Γκρότιους επηρέασε με την σκέψη του μεγάλους στοχαστές όπως ο Άγγλος Λοκ κι ο Γάλλος Ρουσσώ...
Ο Λοκ (17ος αιώνας), γιατρός στο επάγγελμα, έθεσε (από φιλοσοφική άποψη) πολλές από τις αρχές της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας (σε μία εποχή ταραγμένη), αναδεικνύοντας την στενή σχέση της “πολιτικής” με το “δίκαιο”... Παραβλέποντας κάποιες ολιγαρχικές απόψεις του, που σήμερα έχουν ξεπεραστεί, μπορεί κάποιος να βρει πολλά θετικά στην σκέψη αυτού του σοφού του Διαφωτισμού. Στο “Δύο πραγματείες περί διακυβερνήσεως” ανασκευάζει πλήρως τις θέσεις του Φίλμερ (για την Ελέω Θεού απόλυτη μοναρχία) και του Χομπς (για το απολυταρχικό κράτος) αναδεικνύοντας την νομιμότητα των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών... Κατά τον Λοκ το “κοινωνικό συμβόλαιο” (δηλαδή η απόφαση των ανθρώπων να ζήσουν μαζί σύμφωνα με κάποιους κανόνες) δεν εξουσιοδοτεί και δεν νομιμοποιεί κανένα, άρχοντα, βασιλιά, τύραννο, να διαχειρίζεται την εξουσία όπως θέλει. Είναι απαραίτητο ένα δεύτερο, “πολιτικό συμβόλαιο”, για να νομιμοποιηθεί η πολιτική εξουσία, η οποία, όπως και να έχει, είναι προσωρινή, ελέγξιμη, και ανακαλλέσιμη όταν  συγκρούεται με το αληθινό συμφέρον της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, κάθε αντίσταση και κάθε εξέγερση του λαού, που είναι κάτοχος της κυριαρχίας, της εξουσίας, σε μία “άδικη εξουσία” νομιμοποιείται, (ο “άδικος” χαρακτήρας της διακυβέρνησης αναδεικνύεται και αποδεικνύεται βέβαια από την καταπάτηση των “γενικών αρχών του δικαίου” και των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων”...). Η Κυριαρχία (η Εξουσία) “παραχωρείται” από τον λαό στους “εκπροσώπους της εξουσίας” (σαν πολιτική εξουσία) με ένα σκοπό, να προστατέψει την ελευθερία των ατόμων και της ιδιοκτησίας τους. Δεν είναι ούτε απόλυτη, ούτε αιώνια. Αν δεν επιτελεί τον σκοπό της “αυτοκαταργείται” και... καταλύεται βίαια, όταν ξεπεράσει την ανοχή της κοινωνίας...
Ο Ρουσσώ (18ος αιώνας), όπως οι Αρχαίοι Σοφιστές στην Αθήνα (στον στοχασμό των οποίων οφείλει πολλά...), υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους “κριτικούς του πολιτισμού” και των θεσμών, αναδεικνύοντας (με την δύναμη της λογικής) όλα τα αρνητικά του “πολιτισμού”, όλα τα στραβά στο ήθος των ανθρώπων, κι όλη την ανοησία στα ήθη των κοινωνιών... Ο άνθρωπος από την φύση του είναι “καλός” (λογικός, δίκαιος, κλπ.) αλλά μέσα στην δήθεν πολιτισμένη κοινωνία (που δεν μπορεί, εξαιτίας ισχυρών μειοψηφιών, και αδρανών μαζών, να τηρήσει τις γενικές αρχές του δικαίου) ο άνθρωπος διαφθείρεται και γίνεται “κακός”. Ο άνθρωπος, από την φύση του, είναι ελεύθερος. Η “ελευθερία” αποτελεί προϋπόθεση για την συγκρότηση (με την θέληση όλων) μίας δίκαιης κοινωνίας. Η βίαιη “οργάνωση” μίας κοινότητας δεν αποτελεί κοινωνία. Οι σύγχρονες κοινωνίες (για την εποχή του Ρουσσώ, αλλά και την σημερινή εποχή) στηρίζονται ακριβώς στην “βία” για να υπάρξουν και να λειτουργήσουν, (στην βία που εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, με την - μη αντιπροσωπευτική της λαϊκής θέλησης - πολιτική εξουσία, τις δυνάμεις καταστολής, την οικονομική και συνεπώς βιολογική εξάρτηση, την ιδεολογική χειραγώγηση μέσω της κατευθυνόμενης αγωγής και παιδείας, κλπ...)... Έτσι, ο άνθρωπος από ελεύθερος γίνεται “σκλάβος” μέσα σε ένα σύστημα που τον υπερβαίνει, που δεν μπορεί να ελέγξει, και από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει... Ακόμα, ο άνθρωπος από την φύση του χρειάζεται πολύ λίγα για να είναι “ευτυχισμένος”. Οι πολιτισμένες κοινωνίες (βασισμένες στην ιδιοκτησία, το κέρδος, την κατανάλωση, κλπ) κάνουν τον άνθρωπο δυστυχισμένο... Ο Ρουσσώ, στο έργο του “Λόγος για τις πηγές της ανισότητας των ανθρώπων” αναδεικνύει τις πηγές της ανισότητας, της αδικίας, της δυστυχίας. Ο θεσμός της “ατομικής ιδιοκτησίας” (τουλάχιστον όπως εφαρμόζεται) είναι η πηγή των αναρίθμητων κακών. Η γη δεν είναι κανενός. Αυτός που φράζει την γη είναι εγωιστής, ατομικιστής, αντικοινωνικός... Κι όσοι τον μιμούνται είναι “ανόητοι” και δεν καταλαβαίνουν που οδηγείται έτσι η κοινωνία... Βέβαια, όλα αυτά τα είχαν πει όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι, όλοι οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, κι αργότερα (από τον Ρουσσώ) θα τα ξαναπεί (με πιό επιστημονικό τρόπο) ο Μαρξ και ο Ένγκελς... (Σήμερα, ο πλούτος της γης έχει συσσωρευτεί από ελάχιστους ανθρώπους στον πλανήτη, οι οποίοι ελέγχουν και χειραγωγούν τις πολιτικές εξουσίες, ενώ οι λαοί, έχοντας παρασυρθεί σε κοινωνίες που οργανώθηκαν σύμφωνα με τα συμφέροντα των λίγων που κατέχουν τον πλούτο κι όχι σύμφωνα με τα συμφέροντα των πολλών της κοινωνίας, χειραγωγούνται, ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά, “σύρονται” κυριολεκτικά μέσα σε ένα κύκλο δυστυχίας, από τον οποίο δεν υπάρχει διέξοδος, παρά μόνον, ίσως, μέσω της “λαϊκής επανάστασης”... Ο χειρότερος κόσμος, στην Κλίμακα των Κόσμων, είναι ετούτος εδώ, ο υλικός κόσμος... και ένας από τους χειρότερους πλανήτες ζωής – γιατί σίγουρα υπάρχουν εκατομμύρια πλανήτες ζώντων σε όλους τους γαλαξίες – είναι ετούτος εδώ, της γης... Όλοι οι νοήμονες άνθρωποι αισθάνονται άσχημα γιατί δεν “είμαστε” άνθρωποι, δεν ζούμε σαν άνθρωποι, αλλά σαν ζώα, που αλληλοσπαράσουν το ένα το άλλο...)... Ο Ρουσσώ, διαπιστώνοντας τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού (άλλωστε δεν έχουν αλλάξει πολλά από την εποχή του) δεν αρνείται τον πολιτισμό, αλλά προτείνει μία “διαφορετική” οργάνωση της κοινωνίας, που πρέπει να “μορφωθεί”, να κατανοήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να συμφωνήσει να την αλλάξει... Το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ (“Κοινωνικό Συμβόλαιο, ή αρχές του πολιτικού δικαίου”) υπήρξε ένα από τα πιό επαναστατικά κείμενα σε όλους τους αιώνες, κι αποτέλεσε την Ιδεολογική Βάση της Γαλλικής Επανάστασης (του 1789). Κι αν δεν εφαρμόζεται σήμερα (η “άμεση συμμετοχική δημοκρατία”) είναι γιατί δεν συμφέρει την πλουτοκρατία και τα πολιτικά ανδρείκελα που χρησιμοποιούν γιά να κυβερνούν τον πλανήτη, και γιατί ο “κοιμισμένος” λαός δεν το “απαιτεί” (όπως έχει δικαίωμα και υποχρέωση να το κάνει...)... Αξίζει να αναφερθούμε πιό αναλυτικά σε αυτό το ιερό κείμενο του Διαφωτισμού...

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο

Βιβλίο Πρώτο. Πέρα από την οποιαδήποτε φιλοσοφική θεωρία περί Δικαίου, και πέρα από θεωρητικές “τοποθετήσεις”, άμεσα, πρακτικά, η μόνη πηγή εξουσίας που νομιμοποιείται είναι η κοινωνία, ο ίδιος ο λαός, όλοι. Κανένα Φυσικό Δίκαιο (ή άλλο δίκαιο) και καμία Δύναμη (φυσική, πολιτική, οικονομική...) δεν μπορεί να θέσει δίκαιο και να νομιμοποιήσει εξουσία. Μόνο ο λαός που εκφράζει την “γενική βούληση” μπορεί να δημιουργήσει δίκαιο και μόνο ο λαός είναι (όσο υφίσταται) ακατάλυτη πηγή εξουσίας. Η “γενική θέληση”, η συμφωνία όλων (με όρους ισότητας) και η φυσική (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία μπορεί να οικοδομήσει κοινωνία και να την κάνει να λειτουργήσει. Το “κοινωνικό συμβόλαιο” δεν καταργεί την ατομική ελευθερία του ανθρώπου. Αντίθετα, την προϋποθέτει. Γιατί μόνο όταν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι και ίσοι μπορούν (οικειοθελώς) να συμφωνήσουν σε μία “κοινή” πορεία.
Σημείωση: α) Βεβαίως η “γενική βούληση” δεν διαμορφώνεται αυθαίρετα. Είναι αποτέλεσμα πολιτισμικών διεργασιών χιλιετηρίδων, στηρίζεται στην Έννοια του Φυσικού Δικαίου, στην εμπειρία των ανθρώπων από την “κοινή” ζωή τους, στην Λογική, σε ήθη και έθιμα, που έχουν κατασταλάξει...
β) Γιά να είναι ολοκληρωμένη, σαφής, και λειτουργική, η “γενική θέληση” χρειάζεται όλοι να είναι “ενήμεροι”, να έχουν γνώση, γνώσεις, πληροφορίες... Γι' αυτό κι ο Ρουσσώ θεωρεί ότι η κοινωνία μπορεί να υπάρξει και να επιβιώσει μόνο με την αληθινή, φωτισμένη, ειλικρινή, και πλήρη “αγωγή”. (Αυτός είναι ο λόγος που έγραψε το δεύτερο σημαντικό βιβλιο του, το “Αιμίλιος, ή Περί Αγωγής”)...
Βιβλίο Δεύτερο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι μόνη πηγή κυριαρχίας, εξουσίας, είναι ο λαός, που εκφράζει την “γενική βούληση”. Η “γενική βούληση” έχει σαν αντικείμενο και περιεχόμενο το κοινό συμφέρον. Δεν είναι δυνατόν η “γενική βούληση” να συγκρουσθεί με το κοινό συμφέρον. Όταν η “γενική βούληση” εκτρέπεται από το “κοινό καλό” σημαίνει ότι δεν είναι “γνήσια”. Μόνο λοιπόν η γνήσια “γενική βούληση” νομιμοποιείται να θέτει κανόνες δικαίου, νόμους. Νόμος που δεν αποβλέπει στο κοινό καλό (όχι το “θεωρητικό”, ή “νοθευμένο”, γενικό καλό, αλλά το άμεσο, πρακτικό, γενικό καλό) δεν είναι νόμος. Είναι ανθρώπινη παρεκτροπή.
Βιβλίο Τρίτο. Η “γενική βούληση” του λαού εκφράζεται με εκπροσώπους που εκλέγονται με απλή (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία. Οι πολιτικοί άρχοντες είναι εκλεγμένοι εντολοδόχοι της “βούλησης του λαού” και πρέπει να συμμορφώνονται με αυτήν. Ούτε δική τους διαφορετική βούληση μπορούν να έχουν, ούτε δικαίωμα έχουν να “χειραγωγούν” τον λαό, ούτε άλλο συμφέρον μπορούν να “υπηρετούν”. Επειδή όμως πρακτικά είναι βέβαιο ότι όλα αυτά θα συμβούν γι' αυτό η “εκάστοτε κυβέρνηση” πρέπει να ελέγχεται. Να ελέγχεται όχι απλά με την εκλογή ή μη εκλογή αλλά και για τα πεπραγμένα της, για τα οποία πρέπει να υπάρχουν κανόνες, συνέπειες, κυρώσεις. Ο λαός δεν παραδίδει ποτέ εν λευκώ την εξουσία για να κάνει η κυβέρνηση ό,τι θέλει. Οι πολιτικοί άρχοντες είναι εντολοδόχοι υπηρέτες του λαού κι όχι “αφεντάδες”. Έτσι το μόνο νόμιμο πολιτικό σύστημα είναι η “Άμεση Συμμετοχική Δημοκρατία” που με απλή (κι όχι νοθευμένη) πλειοψηφία αποφασίζει κι εκλέγει, ελέγχει την εξουσία (τους εντολοδόχους της) και στην ανάγκη τους ανακαλεί (όταν δεν κάνουν το έργο για το οποίο έλαβαν εντολή). Γι' αυτό και στο πολιτικό σύστημα πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου και απόδοσης ευθυνών (δημοψήφισμα, λαϊκά δικαστήρια, κλπ). Ο λαός που αφήνει τις τύχες του σε αλλόφρονες υπηρέτες άλλων συμφερόντων (κι όχι των δικών του) είναι άξιος της μοίρας του και των επιλογών του.
Βιβλίο Τέταρτο. Ο λαός (που εκφράζει την “γενική βούληση”) σαν μόνη πηγή εξουσίας είναι πηγή ακατάλυτη. Κι ο λαός πρέπει να συμμετέχει άμεσα και συνεχώς στην εκλογή και (κυρίως) στον έλεγχο της εξουσίας και στην αλλαγή της (όταν χρειάζεται). Ο λαός δεν μπορεί να εμπιστεύεται κανέναν χωρίς να τον ελέγχει, γιατί αυτό σημαίνει παραχώρηση της εξουσίας του κι ένας τέτοιος λαός δεν είναι λαός ελεύθερων ανθρώπων, αλλά λαός δούλων... Τέλος σε περιόδους κρίσεων (κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών...) ο ίδιος ο λαός (και μόνον αυτός) μπορεί παρακάμπτοντας οποιαδήποτε πολιτική εξουσία (συμβαίνει ή λειτουργεί) να αναθέσει στους πιο “άξιους” (αποδεδειγμένα από το ήθος τους, την κοινωνική δράση τους και το ανθρωπιστικό έργο τους) να βγάλουν την κοινωνία από την κρίση. Στο τέταρτο κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου με τίτλο “δικτατορία” αποσαφηνίζεται ότι ο λαός (και μόνον αυτός) έχει όχι μόνο ηθικό δικαίωμα αλλά και έμπρακτη υποχρέωση να παραμερίσει οποιαδήποτε “ανίκανη εξουσία” και να αναθέσει σε κοινά αποδεκτά πρόσωπα (κι όχι εγκάθετους και διορισμένους από άλλα κέντρα εξουσίας) να βρουν διέξοδο σε οποιαδήποτε σοβαρή κρίση, πάντα με γνώμονα το συμφέρον του λαού (κι όχι με γνώμονα άλλα, ξένα, σκοτεινά, συμφέροντα).

Δικαιοσύνη ή δίκαιο

Αν ο άνθρωπος χρειάζεται (να Ανυψωθεί Πνευματικά και) να Κατανοήσει την Αληθινή (Εσώτερη, Ανώτερη) Φύση του για να Βιώσει την Αληθινή Αρετή και την Έννοια της “Πραγματικής Δικαιοσύνης” εντούτοις, επειδή η Φύση Είναι Μία (κι ας Διαβαθμίζεται σε οντικά, κοσμικά, αντιληπτικά επίπεδα) κι Αντανακλάται (η Ανώτερη Φύση) και στους κατώτερους κόσμους, οποιοσδήποτε (διαθέτει κοινό νου, λογική) μπορεί να συλλάβει, έστω και έμμεσα, την Έννοια της Πραγματικής Δικαιοσύνης με την βοήθεια άλλων εννοιών που είναι “περιεχόμενες” μέσα στην Πλατιά Έννοια της Δικαιοσύνης. Μπορούμε να κατανοήσουμε την Δικαιοσύνη,
σαν Ισότητα των Ανθρώπων,
σαν Ανθρωπισμό (δηλαδή ενδιαφέρον και μέριμνα για τους συνανθρώπους μας),
σαν δικαίωμα αξιοπρεπούς επιβίωσης (όχι διαβίωσης, που σημαίνει μία καλύτερη ποιότητα ζωής) που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος πάνω στην γη.
Η Πραγματική Δικαιοσύνη απαιτεί αυτά τα τρία ελάχιστα που αναφέραμε. Αλλά το θετικό θεσμοθετημένο δίκαιο, σε ολόκληρο τον πλανήτη (παρά τις “διακηρύξεις” του) δεν εξασφαλίζει τίποτα από όλα αυτά. Η Δικαιοσύνη είναι πολύ απλή όταν την νοιώθουμε και θέλουμε να την εφαρμόσουμε. Αλλά επειδή οι άνθρωποι είναι μπερδεμένοι (ή τους έχουν μπερδέψει) έχουν χτίσει ένα τεράστιο όγκο θεσμοθετημένου δικαίου που είναι όμως σκουπίδια (αφού δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την ελάχιστη Δικαιοσύνη). Ενώ τα συντάγματα (όπου υπάρχουν) κι οι νόμοι μιλούν θεωρητικά για Δικαιοσύνη, ισονομία, ανθρώπινα δικαιώματα, κλπ., όλα αυτά δεν εφαρμόζονται στην πράξη αλλά πάντα βλέπουμε (ακόμα και σε “πολιτισμένες”  υποτίθεται χώρες, όπως οι ευρωπαϊκές... προπάντων σε αυτές...) όλα αυτά να “καταστρατηγούνται” βάναυσα. Τα συντάγματα και οι νόμοι δεν είναι για να “διακηρύττουν” απλώς, αλλά για να εξασφαλίζουν την Εφαρμογή της Δικαιοσύνης...
Υπάρχει Δικαιοσύνη; Ας αναρωτηθεί ο καθένας κι ας απαντήσει στον εαυτό του. Προσωπικά δεν βλέπουμε να υπάρχει Δικαιοσύνη... Είναι οι άνθρωποι ίσοι; Πως γίνεται άλλοι να συσσωρεύουν τεράστιο πλούτο (συχνά “κλέβοντας” τους συνανθρώπους τους) κι άλλοι να μην μπορούν να επιβιώσουν;... Υπάρχει ανθρωπισμός στην κοινωνία ή η κοινωνία είναι μία ζούγκλα; Πως γίνεται κάποιοι να οχυρώνονται μέσα στον “πλούτο του ατομισμού” τους και άλλοι άνθρωποι να “αφήνονται” κυριολεκτικά στην τύχη τους, που είναι η φτώχεια και η δυστυχία; Υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα; Πως γίνεται να έχουν δικαιώματα όσοι “έννομα” ή παράνομα (όπως υποστηρίζουμε εμείς) συσσωρεύουν πλούτο κι άλλοι δεν έχουν δικαίωμα να επιβιώσουν; Πως γίνεται ο μισός πλανήτης να καταναλώνει ασυλλόγιστα και να πετάει πλούτο στις χωματερές κι ο άλλος μισός πλανήτης να λιμοκτονεί;.. Δυστυχώς ο “πολιτισμός” μας (παρ' όλη την τεχνολογική ανάπτυξη) είναι στο μηδέν.
Αλλά το σοβαρότερο ερώτημα είναι άλλο. Θέλουμε Δικαιοσύνη; Αληθινή Δικαιοσύνη; Ή θέλουμε αυτό το άψυχο, ανήθικο, άδικο, δίκαιο των εθνών; Θέλουμε μία Αληθινή Κοινωνία; ΄Ή θέλουμε να σώσουμε το τομάρι μας μέσα στην πολιτισμένη ζούγκλα που φτιάξαμε; Τι θέλουμε; Δικαιοσύνη ή δίκαιο; Γιατί αν θέλουμε Δικαιοσύνη, Αληθινή Δικαιοσύνη, Πρέπει να Φτιάξουμε μία Άλλη Κοινωνία.

Ποιά Κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι;

Προσωπικά (από “μεταφυσική καταγωγή”, από παιδεία, από πεποίθηση...) θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε πνευματικοί άνθρωποι (με την έννοια του προσανατολισμού, όχι της τελειωμένης κατάστασης) κι έχουμε σαν μέριμνα (δεν λέμε σκοπό, στόχο...) την Αυτογνωσία, την Πνευματική Ανάπτυξη, να Ζήσουμε σύμφωνα με την Αληθινή Φύση μας... αλλά παράλληλα είμαστε μέσα στην κοινωνία, μέσα στα προβλήματά της... Αν και Βαδίζουμε την Οδό που Δίδαξε ο Βούδας, ο Ορφέας, ο Ιησούς, οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, δεν λέμε ότι μπορεί ή χρειάζεται να το κάνει ο καθένας. Αν θέλει κάποιος να Ανυψωθεί Μέσα του Ως την Αληθινή Ανώτερη Φύση του μπορεί να το κάνει (και δυνατότητα έχει, και ελευθερία, κι είναι απόλυτα δική του επιλογή) και μακάρι να το κάνει. Θα είναι Ευλογημένος... Αλλά πέρα από αυτό, όλοι μας, ο καθένας μας, έχει (όχι μόνο οντική και οντολογική αλλά και) ηθική υποχρέωση να είναι Παρών στον κόσμο, στην κοινωνία, ανάμεσα στους ανθρώπους. (Άλλωστε όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι και Φιλόσοφοι, είχαν κοινωνική δράση, δίδαξαν, άνοιξαν δρόμους, ακόμα και σε πρακτικά ζητήματα...)... Όλοι μας, ο καθένας μας, έχει υποχρέωση να συνεισφέρει με την παρουσία του ένα Ελάχιστο Δικαιοσύνης, να προσφέρει στην ισότητα των ανθρώπων (με  τις αντιλήψεις του, την συμπεριφορά του), να προσφέρει στον ανθρωπισμό (κι εξανθρωπισμό) της κοινωνίας (και τουλάχιστον να μην συγκρούεται με τους άλλους, αν δεν μπορεί να μεριμνήσει για τον συνάνθρωπό του). Κι όταν πέφτει (μετά τον κάματο της μέρας) να κοιμηθεί να μην ¨ξεχνά” πόσοι ξαγρυπνούν μέσα στην φτώχεια, την αρρώστια, την δυστυχία...
Αν ο καθένας μας δεν Προσφέρει αυτό το Ελάχιστο Δικαιοσύνης στον άνθρωπο, στην ανθρωπότητα, στην κοινωνία, τότε ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ..
Μην κοροϊδευόμαστε. Ούτε Θεός, ούτε σωτήρες, ούτε διανοούμενοι, ούτε πολιτικοί, ούτε κανένας άλλος θα μας σώσει. Εμείς, μόνοι μας, ο καθένας όσο μπορεί, πρέπει να Αλλάξουμε την Κοινωνία...
Επιτέλους! Ποιά κοινωνία θέλουν οι άνθρωποι; Ποιά κοινωνία θέλεις εσύ;

Αναζητώντας το Αγαθόν, την Αληθινή Αρετή και την Ιδανική Πολιτεία

Η Φύση (η Φύση μας, η Πραγματική, Υπερβατική, Αιώνια, Φύση μας, που Είναι το Υπόβαθρο κάθε ύπαρξης, και της δικής μας ύπαρξης) Είναι Αυτό που Είναι, Ελεύθερη (στην πραγματικότητα), Αναλλοίωτη (μέσα στην εξέλιξη), και Πάντα, Στήριγμα της “περιορισμένης ύπαρξής” μας... Η Φύση Στηρίζεται μόνο στον Εαυτό Της και Μπορεί να “Αυτορυθμίζεται”, όσο κι αν περιπλανιέται μέσα στους κόσμους, και στις πιο “αφύσικες” καταστάσεις, για εκατομμύρια χρόνια...
Εν τω μεταξύ όμως, για μάς, τα περιορισμένα πλάσματα (είτε στους ανώτερους αόρατους κόσμους, είτε στη “γη”) είναι σημαντικό να “κατανοήσουμε” την κατάστασή μας και να ζήσουμε όσο πιο “σωστά” γίνεται, για να αποκομίσουμε το μέγιστο κέρδος από την ύπαρξή μας... Το Μόνο Σταθερό Θεμέλιο, ο Μόνος Γνώμονας Κατανόησης, και η Μόνη Πυξίδα Προσανατολισμού, Είναι η “Φύση” μας (η Βαθύτερη Άγνωστη Φύση μας, που όμως Υπάρχει και μας Στηρίζει...). Ο Μόνος Δρόμος λοιπόν που μπορούμε να Βαδίσουμε είναι ο “Δρόμος της Αυτογνωσίας”. Η Αυτογνωσία δεν είναι ούτε το ιδανικό τέρμα κάποιας πνευματικής προσπάθειας, ούτε κάποια πρακτική, ή τεχνική, που ασκούν κάποιοι ασκητές, ούτε τίποτα άλλο. Η Αυτογνωσία είναι το Συνεχές Άνοιγμα της Φύσης μας, η Απελευθέρωση της Φύσης μας, Εδώ, Τώρα, στην Παρούσα Κατάσταση που Βιώνουμε. Η Πραγματικότητα είναι “αυτό που βιώνουμε”: Γι' αυτό χρειάζεται να “βλέπουμε καθαρά” (χωρίς την παρέμβαση της σκέψης, του ατομικού συμφέροντος, ή της ζωώδους υλικής φύσης μας...). Η Αλήθεια Αποκαλύπτεται όταν βλέπουμε, όταν “βλέπουμε απλά” (χωρίς παραμορφώσεις)...
Η Φύση Είναι Ελεύθερη (από την Ίδια την Ουσία της), δεν πρέπει να την περιορίζουμε. Όταν η Φύση Αφήνεται Ελεύθερη, να Ενεργεί Τελείως Αυθόρμητα, Πηγάζει από Μέσα μας, η Αληθινή Κατανόηση, η Ορθή Δράση, κι η Αληθινή Αρετή... Τι σημαίνει αυτό σε απλά λόγια; σε πρακτικό επίπεδο; Η εμπειρία που έχει συσωρεύσει η ανθρωπότητα είναι χρήσιμη σε πρακτικό επίπεδο αλλά όλη αυτή η εμπειρία, οι γνώσεις, οι θεωρίες, δεν μπορούν να μας “προσανατολίσουν”. Οι ανθρώπινες γνώσεις, η μνήμη, το “παρελθόν”, δεν μπορεί να δημιουργήσει “Ηθική”. Σε πνευματικό επίπεδο όλα αυτά πρέπει να παραμεριστούν, κι η Αληθινή Φύση μας πρέπει να Αναδυθεί, γιά να μπορέσει (αφού Κατανοήσει) να Προσανατολιστεί και να Εκδηλώσει Αυθόρμητα την Αληθινή Αρετή. Η Ηθική Είναι Αυθόρμητη, Πηγαία, κι Αποτέλεσμα Γνώσης. Πρέπει Μέσα μας, να Βρούμε την Βάση της Ύπαρξής μας (τον Θεό), να Κατανοήσουμε το αληθινό νόημα της ύπαρξής μας (που Πηγάζει από την Αιωνιότητα) και να Θεμελιώσουμε με την Γνώση μας, την θέλησή μας, και τις πράξεις μας, τις “Βασικές Αξίες της Ζωής”, που είναι (Αιώνια) Ύπαρξη, Ενότητα (των πάντων), Δικαιοσύνη (στην ύπαρξή μας, στην αντίληψή μας, στην συμπεριφορά μας), Ισότητα (όλων των όντων μεταξύ τους), Υπέρβαση του εγώ χάριν του εμείς (κι αυτό είναι το πνευματικό νόημα της ταπεινότητας), και τέλος Ανθρωπισμό κι αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων... Όλα αυτά Πηγάζουν Αυθόρμητα από Μέσα μας, όταν Αφήνουμε την Αληθινή Φύση μας να Εκδηλωθεί (όταν δεν εμπλέκεται η σκέψη, οι θεωρίες, οι αντιλήψεις, τα συμφέροντα, οι υστεροβουλίες, κι όλη η ανθρώπινη ανοησία...)...
Η “Υπέρτατη Φώτιση” του Βούδα, ή η “Υπέρτατη Ένωση με τον Θεό” του Ιησού έρχεται όταν Απελευθερώνουμε την Αληθινή Φύση μας από την ανθρώπινη ανοησία... όταν σπάμε το δίχτυ της σκέψης, τα σχοινιά των εγωιστικών σκοπών, τις αλυσίδες των ατομικών στόχων... Το μόνο που χρειάζεται είναι απλά να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από την “ανοησία”... Και τότε Γινόμαστε (αυτό που Είμαστε Πάντα) Βούδες ή Γιοί του Θεού... και τότε Γνωρίζουμε Ποιοί Είμαστε, Που Είμαστε, και Τι Πρέπει να Κάνουμε...
Αν οι άνθρωποι Λειτουργούσαμε Σύμφωνα με την Αληθινή Φύση μας, αν Φροντίζαμε να Απελευθερώσουμε την Φύση μας από όλη την ανθρώπινη ανοησία (σε επίπεδο σκέψης, ψυχολογικό, υλικό), αν προσπαθούσαμε να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από τις πολιτισμένες συνήθειές μας (τις θεωρίες, τον τρόπο ζωής, τις κοινωνικές επιταγές...), αν Βρίσκαμε Μέσα μας τις “Βασικές Αξίες της Ζωής”, την Δικαιοσύνη, την Ισότητα, τον Ανθρωπισμό, θα μπορούσαμε να “συνεννοηθούμε” και να Φτιάξουμε μία Καλύτερη Κοινωνία... Αν οι άνθρωποι δεν γίνουν “σοφοί” (κατά την Φύση τους, όπως δίδασκε ο θείος Πλάτωνας, κι όχι με ηλίθιες γνώσεις, και θεωρίες, και δράσεις) δεν μπορούν να Φτιάξουν Αληθινή Κοινωνία...
Οι κοινωνίες δείχνουν την ποιότητα των ανθρώπων που τις φτιάχνουν, κι οι σημερινές “πολιτισμένες” ζούγκλες δείχνουν ακριβώς ότι είμαστε ακόμα στο επίπεδο του ζώου (βέβαια, του “πολιτισμένου” ζώου, αλλά του ζώου παρόλα αυτά, που δεν διστάζει να βομβαρδίζει λαούς γιά οικονομικά συμφέροντα, ή να καταδικάζει σε φτώχεια κι εξαθλίωση τεράστιους πληθυσμούς με νόμους που περνάμε από εθνικά κοινοβούλια....)...
Χρειάζεται πρώτα απ' όλα, εμείς οι ίδιοι, ο καθένας μας, να βγει από τον λαβύρινθο του εγωισμού του, να αντιληφθεί ότι είναι ύπαρξη εξαρτώμενη (από Κάπου Αλλού) κι ότι γύρω του υπάρχουν άνθρωποι, αληθινοί άνθρωποι, σαν αυτόν, σάρκα από την σάρκα του, αίμα από το αίμα του, συνάνθρωποί του (όχι σκιές, οι νούμερα, όπως βλέπουν πολλοί τους συνανθρώπους τους)... Πρέπει πρώτα να “σώσουμε” τον εαυτό μας και μετά την κοινωνία. Κι αν εμείς, είμαστε πραγματικά “συνειδητοποιημένοι” πως επιτρέπουμε σε κάποιους θρασείς ανίδεους να μας κυβερνούν, να μας κατευθύνουν, να μας εκμεταλλεύονται και να κάνουν την κοινωνία ζούγκλα;...
Έτσι, πρέπει οι άνθρωποι, (ο καθένας μας) να γίνουμε Ηθικοί (με την έννοια που αναλύσαμε πιο πάνω) και μετά να απαιτήσουμε και να απαιτούμε από την κοινωνία να είναι “Ηθική”. Όσοι είναι Ηθικοί (και πρέπει να το αποδείξουν έμπρακτα) πρέπει να καθαρίσουν την κοινωνία από την ανηθικότητα... Σήμερα, όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, καθένας γνωρίζει ποιός είναι ποιός. Γνωρίζουμε τον ρόλο πο παίζουν οι πλουτοκράτες, γνωρίζουμε τον ρόλο που παίζουν τα πολιτικά ανδρείκελα σε ολόκληρο τον πλανήτη, και στην “Ελλάδα” τους (γιατί δυστυχώς η Ελλάδα δεν ανήκει στους Έλληνες, αλλά σε τραπεζίτες, εγκάθετους, και ρουφιάνους...)... Κανένας (αχρείος) δεν νομιμοποιείται με την νόθευση της λαϊκής θέλησης, με την παράκαμψη συντάγματος και νόμων, με την βία, να “κυβερνά”, Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει ερήμην μας. Κανένας πια, σήμερα, δεν μπορεί να ξεγελάσει κανένα. Κι όταν γραφτεί η “αληθινή ιστορία” (όχι η “κρατική ιστορία” των ρουφιάνων) θα αποδώσει ευθύνες για το ποιός είναι ο καθένας και τι ρόλο έπαιξε σε αυτό τον έρημο τόπο...
Όποιος δεν μπορεί να ζει σε μία Αληθινή Ηθική και Δίκαιη Κοινωνία, ας πάει σπίτι του, ας κλειστεί σπίτι του, κι ας πάψει να ενοχλεί τους συνανθρώπους του και να καταστρέφει την κοινωνία... Εκβιαστές τραπεζίτες, ξεπουλημένοι πολιτικοί, αδρανείς δικαστικοί, επίορκοι διανοούμενοι, κομματόσκυλα, κάθε είδους παράσιτο που βρωμίζει αυτή την κοινωνία πρέπει να καταλάβουν (όλοι τους) ότι δεν είναι αυτοί η κοινωνία. Η Κοινωνία είναι οι απλοί άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν με δικαιοσύνη, ήσυχα, ίσοι μεταξύ ίσων, άνθρωποι μεταξύ ανθρώπων... απλά να ζήσουν, τίποτα άλλο... Πως; Πότε; Ως πότε παλληκάρια μπορούμε να υπομένουμε χωρίς να Επαναστατούμε;...



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
Monday, 12 January, 2026

The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute

 

The Threshold of Mystery

 

In the depths of human consciousness, beyond the chattering marketplace of thoughts and the restless theater of desires, there exists a gateway—invisible yet undeniable—that opens onto dimensions of reality that language can barely whisper about. This is the realm where mystics throughout the ages have ventured, returning with tales not of distant lands but of an encounter so profound, so overwhelming in its intimacy, that the very foundations of selfhood tremble and dissolve like morning mist before the rising sun.

 

The journey toward the Absolute begins not with a map but with a yearning—an ache in the soul that no earthly satisfaction can quench. It is as though the human spirit remembers, however faintly, a home it has never consciously known, a unity from which it has been severed by the very act of individual existence. This longing is not weakness but the highest aspiration of consciousness: the impulse to transcend its own limitations and merge with that which is limitless, eternal, and utterly beyond comprehension.

 

What the mystics seek is not an idea or a concept, not a philosophical proposition that can be debated in the halls of reason. They seek contact—direct, immediate, transformative contact—with the ground of all being, the source from which all existence flows like rivers from an inexhaustible spring. Some have named this ultimate reality God, investing it with personality and will. Others have called it Brahman, the unchanging substrate beneath the dancing illusions of the phenomenal world. Still others speak of the Tao, the nameless way that cannot be spoken, or Nirvana, the extinguishing of the fires of craving and delusion. Yet all these names are but fingers pointing at the moon, shadows cast by a light too brilliant for the eyes of ordinary perception.

 

The Nature of the Ineffable

 

To speak of the Absolute is to engage in a paradox, for it is precisely that which cannot be spoken. It is the silence before the first word, the darkness before the first light, the emptiness that is somehow fuller than all fullness. The Absolute transcends all categories by which the human mind organizes reality: it is neither being nor non-being, neither one nor many, neither here nor there. It is beyond time, yet all moments exist within it. It is beyond space, yet all places are its dwelling. It is beyond change, yet all transformation unfolds within its unchanging presence.

 

The mystics describe the Absolute as infinite—not in the mathematical sense of endless extension, but in the sense of absolute completeness, lacking nothing, bounded by nothing, limited by nothing. It is eternal, not as a duration that stretches forward and backward without end, but as a timeless now in which past and future collapse into a single, ever-present moment. It is unchanging, not as something frozen or static, but as a stillness so profound that all movement appears as mere ripples on its surface, never disturbing its essential tranquility.

 

And yet, for all this transcendence, the Absolute is not distant or separate from the world of ordinary experience. Indeed, the mystics proclaim a truth that shatters the comfortable boundaries between sacred and profane: the Absolute is not elsewhere but here, not then but now, not in some remote heaven but in the very ground of this present moment. It is closer to us than our own breath, more intimate than our own thoughts, nearer than the beating of our own hearts. The tragedy of human existence, in the mystical view, is not that we are separated from the Absolute, but that we fail to recognize its presence, veiled as it is by the thick curtains of habitual perception and the endless noise of mental activity.

 

The Testimony of Vision

 

Throughout the centuries, across the vast tapestry of human cultures and religions, certain individuals have pierced through these veils and gazed upon the face of the Absolute. Their testimonies, though expressed in the symbolic languages of their respective traditions, bear a remarkable similarity—as though they had all visited the same country and returned to describe it in different dialects.

 

There was Teresa, the Spanish woman who walked the dusty roads of sixteenth-century Castile, who found herself seized by a love so intense that her very being seemed to melt like wax before a flame. In her descriptions of union with the Divine Beloved, she spoke of dissolution—not the annihilation of death, but a dissolution into something vaster and more real than her individual self had ever been. Her experiences were marked by what she called the "interior castle," a landscape of the soul with many chambers, each drawing the pilgrim deeper into the mystery, until at the center, in the innermost chamber, the soul and God become indistinguishable, merged in a union beyond all description.

 

Across the vast distances of geography and time, in the heat and color of medieval India, there lived Shankara, whose penetrating intellect discerned beneath the multiplicity of forms a single, undivided reality. For him, the realization was stark and absolute: the individual self, the atman, is none other than Brahman, the supreme reality. All apparent separation is illusion, maya, like the rope mistaken for a snake in the dim light of ignorance. When knowledge dawns, the snake vanishes, not because it has gone anywhere, but because it was never truly there. So too, when the mystic awakens, the boundaries that seemed to separate self from Self, soul from God, creature from Creator, are revealed as phantoms, and what remains is the simple, stunning recognition: "I am That."

 

In the deserts and gardens of Persia, Rumi—poet, lover, dancer—whirled himself into ecstasy, drunk not on wine but on the intoxication of divine presence. His verses overflow with the language of love, for he understood that the path to the Absolute is not through philosophical analysis but through the opening of the heart. In his vision, the lover and the Beloved are engaged in an eternal dance, and the ultimate secret is that they were never two but always one, playing at separation for the sheer joy of reunion. "I have lived on the lip of insanity," he wrote, "wanting to know reasons, knocking on a door. It opens. I've been knocking from the inside!"

 

In the austere beauty of Japanese Zen, Dogen taught that enlightenment is not something to be attained but something to be realized as already present. To sit in meditation is not to journey toward some distant goal but to embody the Buddha-nature that is one's true essence. In a paradox that delights in confounding the rational mind, he proclaimed: "To study the Way is to study the self. To study the self is to forget the self. To forget the self is to be enlightened by all things." In this forgetting, there is a supreme remembering; in this death of the ego, there is the birth of true life.

 

And in the cold cloisters of medieval Germany, Meister Eckhart preached a doctrine so radical that it brought him into conflict with ecclesiastical authorities. He spoke of a "God beyond God," a Godhead that transcends even the personal God of conventional religion. He taught that the soul must become empty, stripped of all attachments, desires, and even of its attachment to spiritual experiences themselves, so that God might be born anew in the soul's depths. "The eye with which I see God," he declared, "is the same eye with which God sees me."

 

The Qualities of Mystical Encounter

 

When the veil parts and the soul stands—however briefly—in the presence of the Absolute, the experience bears certain unmistakable characteristics that distinguish it from ordinary states of consciousness. These features have been documented across traditions with such consistency that they point to a genuine phenomenology of mystical experience.

 

First, there is what has been called the noetic quality—an overwhelming sense that one has been granted knowledge, that profound truths have been revealed not through argument or evidence but through direct perception. The mystic returns from the encounter with a certainty that cannot be shaken by doubt or debate, for it is not based on belief but on vision. It is as though one had been blind and suddenly gained sight, or as though the world had been seen through a clouded glass that has now become transparent.

 

Yet, paradoxically, this knowledge cannot be fully communicated to others. The second characteristic is ineffability—the experience resists translation into words and concepts. Language, which evolved to describe the world of ordinary experience, breaks down when confronted with realities that transcend subject and object, time and space, self and other. The mystic struggles to convey what has been seen, resorting to poetry, paradox, and symbolism, knowing all the while that these are but crude approximations, gestures toward a reality that cannot be captured in speech.

 

Related to this is the quality of paradoxicality—the experience seems to involve contradictions that violate the laws of logic. The mystic may speak of emptiness that is fullness, of darkness that is light, of silence that is sound, of death that is life. These are not errors in thinking but attempts to describe a reality that transcends the either-or categories of rational thought. The Absolute includes and transcends all opposites; it is beyond the reach of the discriminating intellect.

 

The mystical experience is also characterized by transiency—it does not last. However profound and transformative, the encounter fades. The mystic returns to ordinary consciousness, though forever changed by what has been glimpsed. It is as though one had been granted a brief visit to a homeland from which one has been long exiled, only to be sent back to the foreign land of everyday existence. Yet the memory remains, a burning coal in the heart, a compass that continues to orient the soul toward its true north.

 

Finally, there is the quality of passivity—the experience is not something one can manufacture or control. It comes as grace, as gift, unbidden and unexpected. The mystic can prepare the ground through spiritual practices, can remove obstacles and cultivate receptivity, but the final breakthrough is not a human achievement. It is as though one had been waiting at the door, and suddenly the door opens from the other side. The soul is seized, lifted, transported into dimensions it could not have reached by its own efforts.

 

The Practices of Preparation

 

Though the mystical encounter ultimately transcends all methods and techniques, the wisdom traditions have long recognized that certain practices prepare the soil of consciousness for the seed of divine experience. These are not mechanical procedures that guarantee results, but disciplines that purify awareness and deepen receptivity.

 

Meditation stands as one of the primary pathways. In the stillness of meditation, the practitioner learns to observe the ceaseless activity of the mind—the thoughts that arise and pass like clouds across the sky of awareness. Gradually, through patient practice, one discovers that one is not identical with these thoughts, that there is a witnessing presence that remains untouched by the content it observes. As the mind settles, like sediment in a jar of water that has ceased to be shaken, a clarity emerges. In this clarity, there may arise glimpses of a deeper reality, intimations of the Absolute that underlies and transcends the play of mental phenomena.

 

Prayer, in its deepest sense, is not mere petition or conversation with a God imagined as separate from oneself. It is an opening of the heart, a making of oneself vulnerable and receptive to the divine presence. In prayer, the soul pours itself out in devotion, gratitude, and longing. It is a relationship, a dialogue that gradually reveals itself to be a monologue, for the one who prays and the One who is prayed to are discovered to be, in the final analysis, not two but one. Prayer dissolves the boundaries of the separate self, creating a space in which grace can enter.

 

Contemplation goes beyond meditation and prayer into a region of pure silence. Here, all effort ceases, all striving stops. The contemplative simply rests in the presence of the Divine, without thought, without image, without desire even for spiritual experience. This is the practice of radical letting-go, of surrendering even the self that seeks. In this nakedness, this poverty of spirit, the soul becomes like a clear window through which the light of the Absolute can shine unobstructed.

 

Ethics, too, plays a crucial role, though it may seem far removed from mystical experience. The cultivation of virtue—compassion, truthfulness, non-violence, generosity—purifies the heart and aligns the soul with the fundamental harmony of existence. Selfishness, cruelty, and deception create turbulence in consciousness, making it impossible for the still, small voice of the Absolute to be heard. By living in accordance with moral principles, the mystic removes the obstacles that block the flow of divine grace. Ethics is not merely a matter of external behavior but of inner transformation, the reshaping of consciousness in the image of the Divine.

 

Yet the mystics warn against a subtle danger: the temptation to seek mystical experiences for their own sake, to treat them as spiritual achievements or as means to power and prestige. Such seeking is itself a form of grasping, an assertion of the ego that must be transcended. The true goal is not the experience but the transformation it brings, not the momentary vision but the permanent reorientation of one's life toward the Divine.

 

The Transformation of Being

 

When authentic mystical experience occurs, it does not leave the individual unchanged. Like a lightning strike that transforms sand into glass, the encounter with the Absolute restructures consciousness at its deepest levels. The effects ripple outward, touching every dimension of the person's life, worldview, and relationships.

 

There emerges a sense of awe and wonder that never entirely fades. The mystic walks through the world with new eyes, perceiving the extraordinary hiding within the ordinary, the infinite dwelling within the finite. A flower becomes a miracle, a breath becomes a prayer, a moment becomes eternity. Where others see only the surface of things, the mystic perceives depth upon depth, each layer revealing yet another dimension of the sacred mystery that permeates all existence.

 

Gratitude and joy arise spontaneously, not as emotional states that come and go, but as fundamental tonalities of being. To have glimpsed the Absolute is to know oneself as utterly gifted, graced beyond all deserving. Existence itself becomes a cause for celebration, for the mystic has discovered that beneath all suffering and struggle, there is a joy that has no opposite, a peace that transcends all understanding. This is not the happiness that depends on circumstances but the bliss that is one's true nature.

 

Paradoxically, this encounter with the supreme reality brings profound humility. The mystic who has touched the Infinite knows the smallness and fragility of the separate self. Yet this humility is not self-deprecation but a realistic assessment of the human condition, combined with compassion for all beings who struggle in the same predicament. Having experienced the dissolution of ego boundaries, the mystic develops a natural empathy, recognizing in every other being the same essential nature, the same spark of the Divine, the same potential for awakening.

 

There comes also a detachment from worldly concerns—not the cold indifference of someone who does not care, but the freedom of someone who is no longer enslaved by desires and fears. Having tasted the nectar of the Absolute, the mystic finds that worldly satisfactions have lost their grip. Wealth, fame, pleasure, success—these no longer compel as they once did. This is not renunciation born of duty or discipline, but a natural falling away, like a snake shedding its skin. The mystic remains engaged with the world, fulfilling necessary duties and responsibilities, but without the desperate grasping and clinging that characterizes ordinary existence.

 

Finally, there emerges a sense of purpose and direction. The mystic returns from the encounter with a mission: to serve, to love, to alleviate suffering, to help others find the path. This is not felt as an obligation imposed from outside but as the natural expression of what has been realized. When one has experienced unity with all beings, service to others becomes service to oneself; when one has known the Divine as the ground of all existence, working for the welfare of creation becomes working for the glory of God.

 

The Invitation to the Infinite

 

The mystical theory of the Absolute stands as a perennial challenge to the assumptions of materialist culture, which sees reality as exhausted by physical processes and human experience as reducible to brain states. It invites us to consider that consciousness is not a mere epiphenomenon of matter but a fundamental feature of reality, perhaps reality's deepest dimension. It suggests that the feeling of separation that characterizes ordinary awareness is not the final truth but a kind of trance from which we might awaken.

 

This is not merely an interesting philosophical speculation but a living invitation—an invitation to undertake the journey ourselves, to test the claims of the mystics in the laboratory of our own consciousness. The path is arduous, requiring commitment, discipline, and the willingness to question our most cherished assumptions about who we are. It demands that we loosen our grip on the familiar and venture into the unknown. It asks us to surrender the illusion of control and open ourselves to possibilities that exceed our current comprehension.

 

Yet the mystics assure us that the effort is worthwhile beyond all measure. For what is at stake is nothing less than the discovery of our true nature, the realization of our deepest identity. We are not, they tell us, merely the small, separate selves we take ourselves to be, buffeted by circumstances, trapped in time, doomed to inevitable dissolution. We are, in our essence, one with the Absolute—that boundless reality that has no beginning and no end, that underlies all appearance, that is the source and substance of all that exists.

 

This truth cannot be grasped by the intellect alone, cannot be learned from books or accepted on authority. It must be realized, lived, embodied. And when it is, the mystics promise, everything changes while nothing changes. The world remains the same, yet it is transfigured. The self remains, yet it is no longer the center of the universe. Life continues with its joys and sorrows, its challenges and triumphs, yet beneath it all there is a stillness, a silence, a peace that cannot be disturbed.

 

In the end, the mystical path is not an escape from reality but a plunge into its depths, not a denial of existence but an affirmation of its ultimate meaning. It is a journey from the surface to the depths, from multiplicity to unity, from ignorance to knowledge, from bondage to freedom. It is the soul's return to its source, the drop's recognition that it is the ocean, the wave's discovery that it is the water.

 

And in that discovery, there is rest.

 

Ο Φωτεινός Δρόμος: Ένα Ταξίδι Προς το Απόλυτο

 

Το Κατώφλι του Μυστηρίου

 

Στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, πέρα από την πολυάσχολη αγορά των σκέψεων και το ανήσυχο θέατρο των επιθυμιών, υπάρχει μια πύλη — αόρατη αλλά αναμφισβήτητη — που ανοίγει σε διαστάσεις της πραγματικότητας για τις οποίες η γλώσσα μόλις και μπορεί να ψιθυρίσει. Αυτή είναι η σφαίρα όπου οι μύστες όλων των εποχών έχουν τολμήσει να εισέλθουν, επιστρέφοντας με διηγήσεις όχι για μακρινές χώρες, αλλά για μια συνάντηση τόσο βαθιά, τόσο συντριπτική στην οικειότητά της, που τα ίδια τα θεμέλια της ατομικότητας τρέμουν και διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

 

Το ταξίδι προς το Απόλυτο δεν αρχίζει με έναν χάρτη, αλλά με μια λαχτάρα — έναν πόνο στην ψυχή που καμία γήινη ικανοποίηση δεν μπορεί να σβήσει. Είναι σαν η ανθρώπινη ψυχή να θυμάται, όσο αμυδρά κι αν είναι, ένα σπίτι που δεν έχει γνωρίσει συνειδητά ποτέ, μια ενότητα από την οποία έχει αποχωριστεί με την ίδια την πράξη της ατομικής ύπαρξης. Αυτή η λαχτάρα δεν είναι αδυναμία, αλλά η υψηλότερη φιλοδοξία της συνείδησης: η παρόρμηση να υπερβεί τα δικά της όρια και να συγχωνευθεί με αυτό που είναι απεριόριστο, αιώνιο και εντελώς πέρα από κάθε κατανόηση.

 

Αυτό που αναζητούν οι μύστες δεν είναι μια ιδέα ή μια έννοια, ούτε μια φιλοσοφική πρόταση που μπορεί να συζητηθεί στους διαδρόμους της λογικής. Αναζητούν επαφή — κατευθείαν, άμεση, μεταμορφωτική επαφή — με το έδαφος όλης της ύπαρξης, την πηγή από την οποία ρέει όλη η ύπαρξη σαν ποτάμι από μια ανεξάντλητη πηγή. Κάποιοι έχουν ονομάσει αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα Θεό, επενδύοντάς την με προσωπικότητα και θέληση. Άλλοι την έχουν αποκαλέσει Μπράχμαν, το αμετάβλητο υπόστρωμα κάτω από τις χορευτικές ψευδαισθήσεις του φαινομενικού κόσμου. Άλλοι πάλι μιλούν για το Τάο, τον ανώνυμο δρόμο που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή για τη Νιρβάνα, το σβήσιμο των πυρκαγιών της πόθησης και της πλάνης. Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα είναι απλώς δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, σκιές που ρίχνονται από ένα φως πολύ λαμπρό για τα μάτια της συνηθισμένης αντίληψης.

 

Η Φύση του Ανεκλάλητου

 

Το να μιλάμε για το Απόλυτο είναι να εμπλεκόμαστε σε ένα παράδοξο, διότι είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η σιωπή πριν από την πρώτη λέξη, το σκοτάδι πριν από το πρώτο φως, το κενό που είναι κατά κάποιο τρόπο πιο γεμάτο από κάθε πληρότητα. Το Απόλυτο υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες με τις οποίες το ανθρώπινο μυαλό οργανώνει την πραγματικότητα: δεν είναι ούτε ύπαρξη ούτε μη-ύπαρξη, ούτε ένα ούτε πολλά, ούτε εδώ ούτε εκεί. Είναι πέρα από τον χρόνο, αλλά όλες οι στιγμές υπάρχουν μέσα του. Είναι πέρα από τον χώρο, αλλά όλοι οι τόποι είναι η κατοικία του. Είναι πέρα από την αλλαγή, αλλά κάθε μεταμόρφωση ξεδιπλώνεται μέσα στην αμετάβλητη παρουσία του.

 

Οι μύστες περιγράφουν το Απόλυτο ως άπειρο — όχι με την μαθηματική έννοια της ατέρμονης επέκτασης, αλλά με την έννοια της απόλυτης πληρότητας, που δεν στερείται τίποτα, δεν οριοθετείται από τίποτα, δεν περιορίζεται από τίποτα. Είναι αιώνιο, όχι ως διάρκεια που εκτείνεται μπροστά και πίσω χωρίς τέλος, αλλά ως ένα άχρονο τώρα στο οποίο το παρελθόν και το μέλλον καταρρέουν σε μια μοναδική, αιώνια παρούσα στιγμή. Είναι αμετάβλητο, όχι ως κάτι παγωμένο ή στατικό, αλλά ως μια ηρεμία τόσο βαθιά που κάθε κίνηση φαίνεται σαν απλά κυματάκια στην επιφάνειά του, χωρίς ποτέ να διαταράσσει την ουσιαστική γαλήνη του.

 

Και όμως, παρά όλη αυτή την υπέρβαση, το Απόλυτο δεν είναι μακρινό ή ξεχωριστό από τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας. Πράγματι, οι μύστες διακηρύσσουν μια αλήθεια που θρυμματίζει τα άνετα όρια μεταξύ ιερού και βέβηλου: το Απόλυτο δεν είναι αλλού αλλά εδώ, όχι τότε αλλά τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο αλλά στο ίδιο το έδαφος αυτής της παρούσας στιγμής. Είναι πιο κοντά μας από την ίδια μας την αναπνοή, πιο οικείο από τις ίδιες μας τις σκέψεις, πιο κοντά από τον χτύπο της ίδιας μας της καρδιάς. Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά την μυστική άποψη, δεν είναι ότι είμαστε χωρισμένοι από το Απόλυτο, αλλά ότι αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε την παρουσία του, καλυμμένη όπως είναι από τα παχιά παραπετάσματα της συνήθους αντίληψης και τον ατέλειωτο θόρυβο της νοητικής δραστηριότητας.

 

Η Μαρτυρία της Όρασης

 

Στους αιώνες, μέσα από τον τεράστιο ιστό των ανθρώπινων πολιτισμών και θρησκειών, ορισμένα άτομα έχουν διαπεράσει αυτά τα πέπλα και έχουν αντικρίσει το πρόσωπο του Απόλυτου. Οι μαρτυρίες τους, αν και εκφρασμένες στις συμβολικές γλώσσες των αντίστοιχων παραδόσεών τους, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα — σαν να είχαν όλοι επισκεφθεί την ίδια χώρα και να επέστρεψαν για να την περιγράψουν σε διαφορετικές διαλέκτους.

 

Υπήρχε η Τερέζα, η Ισπανίδα γυναίκα που περπατούσε τους σκονισμένους δρόμους της Καστίλης του δέκατου έκτου αιώνα, η οποία βρέθηκε κατακλυσμένη από μια αγάπη τόσο έντονη που η ίδια η ύπαρξή της έμοιαζε να λιώνει σαν κερί μπροστά σε φλόγα. Στις περιγραφές της για την ένωση με τον Θείο Αγαπημένο, μιλούσε για διάλυση — όχι για την ανυπαρξία του θανάτου, αλλά για μια διάλυση σε κάτι πιο πλατύ και πιο πραγματικό από ό,τι ήταν ποτέ ο ατομικός της εαυτός. Οι εμπειρίες της χαρακτηρίζονταν από αυτό που αποκαλούσε «εσωτερικό κάστρο», ένα τοπίο της ψυχής με πολλά δωμάτια, όπου κάθε ένα έλκει τον προσκυνητή βαθύτερα στο μυστήριο, μέχρι το κέντρο, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο, όπου η ψυχή και ο Θεός γίνονται αδιαίρετοι, συγχωνευμένοι σε μια ένωση πέρα από κάθε περιγραφή.

 

Πέρα από τις τεράστιες αποστάσεις γεωγραφίας και χρόνου, στη ζέστη και το χρώμα της μεσαιωνικής Ινδίας, ζούσε ο Σανκάρα, του οποίου ο διαπεραστικός νους διέκρινε κάτω από την πολλαπλότητα των μορφών μια μοναδική, αδιαίρετη πραγματικότητα. Γι' αυτόν, η συνειδητοποίηση ήταν απόλυτη και κατηγορηματική: ο ατομικός εαυτός, το άτμαν, δεν είναι τίποτε άλλο από το Μπράχμαν, την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάθε φαινομενικός χωρισμός είναι ψευδαίσθηση, μάγια, σαν το σχοινί που περνιέται για φίδι στο αμυδρό φως της άγνοιας. Όταν η γνώση ανατέλλει, το φίδι εξαφανίζεται, όχι επειδή πήγε κάπου, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Έτσι και όταν ο μύστης ξυπνά, τα όρια που φαίνονταν να χωρίζουν τον εαυτό από τον Εαυτό, την ψυχή από τον Θεό, το πλάσμα από τον Δημιουργό, αποκαλύπτονται ως φαντάσματα, και αυτό που απομένει είναι η απλή, συγκλονιστική αναγνώριση: «Εγώ Είμαι Εκείνο».

 

Στις ερήμους και τους κήπους της Περσίας, ο Ρούμι — ποιητής, εραστής, χορευτής — στροβιλιζόταν σε έκσταση, μεθυσμένος όχι από κρασί αλλά από τη μέθη της θείας παρουσίας. Οι στίχοι του ξεχειλίζουν από τη γλώσσα της αγάπης, διότι κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το Απόλυτο δεν είναι μέσω φιλοσοφικής ανάλυσης αλλά μέσω του ανοίγματος της καρδιάς. Στην όρασή του, ο εραστής και ο Αγαπημένος εμπλέκονται σε έναν αιώνιο χορό, και το υπέρτατο μυστικό είναι ότι δεν ήταν ποτέ δύο αλλά πάντα ένας, παίζοντας τον χωρισμό για την καθαρή χαρά της επανένωσης. «Έχω ζήσει στο χείλος της τρέλας», έγραψε, «θέλοντας να γνωρίσω λόγους, χτυπώντας μια πόρτα. Ανοίγει. Χτυπούσα από μέσα!»

 

Στην αυστηρή ομορφιά του ιαπωνικού Ζεν, ο Ντόγκεν δίδασκε ότι ο διαφωτισμός δεν είναι κάτι που αποκτάται αλλά κάτι που συνειδητοποιείται ως ήδη παρών. Το να κάθεται κανείς σε διαλογισμό δεν είναι να ταξιδεύει προς κάποιο μακρινό στόχο αλλά να ενσαρκώνει τη φύση του Βούδα που είναι η αληθινή ουσία του. Σε ένα παράδοξο που ευχαριστιέται να μπερδεύει το λογικό μυαλό, διακήρυξε: «Το να μελετάς τον Δρόμο είναι να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό είναι να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό είναι να διαφωτίζεσαι από όλα τα πράγματα». Σε αυτή την λήθη, υπάρχει μια υπέρτατη ανάμνηση· σε αυτόν τον θάνατο του εγώ, υπάρχει η γέννηση της αληθινής ζωής.

 

Και στα κρύα μοναστήρια της μεσαιωνικής Γερμανίας, ο Μάιστερ Έκχαρτ κήρυττε μια διδασκαλία τόσο ριζοσπαστική που τον έφερε σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μιλούσε για έναν «Θεό πέρα από τον Θεό», μια Θεότητα που υπερβαίνει ακόμα και τον προσωπικό Θεό της συμβατικής θρησκείας. Δίδασκε ότι η ψυχή πρέπει να γίνει κενή, γυμνωμένη από όλες τις προσκολλήσεις, τις επιθυμίες, και ακόμα από την προσκόλλησή της στις ίδιες τις πνευματικές εμπειρίες, ώστε ο Θεός να μπορέσει να γεννηθεί ξανά στα βάθη της ψυχής. «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό», διακήρυξε, «είναι το ίδιο μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει».

 

Οι Ιδιότητες της Μυστικής Συνάντησης

 

Όταν το πέπλο σχίζεται και η ψυχή στέκεται — όσο σύντομα κι αν είναι — στην παρουσία του Απόλυτου, η εμπειρία φέρει ορισμένα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης. Αυτά τα γνωρίσματα έχουν καταγραφεί σε όλες τις παραδόσεις με τέτοια συνέπεια που υποδεικνύουν μια γνήσια φαινομενολογία της μυστικής εμπειρίας.

 

Πρώτον, υπάρχει αυτό που έχει αποκαλεστεί η νοητική ιδιότητα — μια συντριπτική αίσθηση ότι έχει δοθεί γνώση, ότι βαθιές αλήθειες έχουν αποκαλυφθεί όχι μέσω επιχειρημάτων ή αποδείξεων αλλά μέσω άμεσης αντίληψης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να κλονιστεί από αμφιβολία ή συζήτηση, διότι δεν βασίζεται σε πίστη αλλά σε όραση. Είναι σαν να ήταν τυφλός και ξαφνικά να απέκτησε όραση, ή σαν ο κόσμος να είχε θεαθεί μέσα από ένα θολό τζάμι που τώρα έχει γίνει διαφανές.

 

Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η γνώση δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως στους άλλους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανεκλαλητότητα — η εμπειρία αντιστέκεται στη μετάφραση σε λέξεις και έννοιες. Η γλώσσα, που εξελίχθηκε για να περιγράφει τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας, καταρρέει όταν αντιμετωπίζει πραγματικότητες που υπερβαίνουν υποκείμενο και αντικείμενο, χρόνο και χώρο, εαυτό και άλλο. Ο μύστης παλεύει να μεταδώσει αυτό που έχει δει, καταφεύγοντας σε ποίηση, παράδοξο και συμβολισμό, γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά είναι μόνο χονδροειδείς προσεγγίσεις, χειρονομίες προς μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με λόγια.

 

Σχετικό με αυτό είναι η ιδιότητα της παραδοξότητας — η εμπειρία φαίνεται να περιλαμβάνει αντιφάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής. Ο μύστης μπορεί να μιλά για κενό που είναι πληρότητα, για σκοτάδι που είναι φως, για σιωπή που είναι ήχος, για θάνατο που είναι ζωή. Αυτά δεν είναι λάθη σκέψης αλλά προσπάθειες να περιγραφεί μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις κατηγορίες είτε-είτε της λογικής σκέψης. Το Απόλυτο περιλαμβάνει και υπερβαίνει όλα τα αντίθετα· είναι πέρα από την εμβέλεια του διακριτικού νου.

 

Η μυστική εμπειρία χαρακτηρίζεται επίσης από παροδικότητα — δεν διαρκεί. Όσο βαθιά και μεταμορφωτική κι αν είναι, η συνάντηση ξεθωριάζει. Ο μύστης επιστρέφει στην συνηθισμένη συνείδηση, αν και για πάντα αλλαγμένος από αυτό που έχει αντικρίσει. Είναι σαν να είχε δοθεί μια σύντομη επίσκεψη σε μια πατρίδα από την οποία είχε εξοριστεί εδώ και καιρό, μόνο για να σταλεί πίσω στη ξένη γη της καθημερινής ύπαρξης. Ωστόσο, η ανάμνηση παραμένει, ένα φλεγόμενο κάρβουνο στην καρδιά, μια πυξίδα που συνεχίζει να προσανατολίζει την ψυχή προς τον αληθινό της βορρά.

 

Τέλος, υπάρχει η ιδιότητα της παθητικότητας — η εμπειρία δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ή να ελέγξει. Έρχεται ως χάρη, ως δώρο, απρόσκλητη και απροσδόκητη. Ο μύστης μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος μέσω πνευματικών πρακτικών, να αφαιρέσει εμπόδια και να καλλιεργήσει δεκτικότητα, αλλά η τελική επίτευξη δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι σαν να περίμενε κανείς στην πόρτα, και ξαφνικά η πόρτα να ανοίγει από την άλλη πλευρά. Η ψυχή αρπάζεται, υψώνεται, μεταφέρεται σε διαστάσεις που δεν μπορούσε να φτάσει με τις δικές της προσπάθειες.

 

Οι Πρακτικές της Προετοιμασίας

 

Αν και η μυστική συνάντηση τελικά υπερβαίνει όλες τις μεθόδους και τεχνικές, οι παραδόσεις σοφίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ότι ορισμένες πρακτικές προετοιμάζουν το έδαφος της συνείδησης για τον σπόρο της θείας εμπειρίας. Αυτές δεν είναι μηχανικές διαδικασίες που εγγυώνται αποτελέσματα, αλλά πειθαρχίες που καθαρίζουν την επίγνωση και βαθαίνουν την δεκτικότητα.

 

Ο διαλογισμός στέκεται ως μία από τις κύριες οδούς. Στην ηρεμία του διαλογισμού, ο ασκούμενος μαθαίνει να παρατηρεί την ασταμάτητη δραστηριότητα του νου — τις σκέψεις που αναδύονται και παρέρχονται σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσης. Σταδιακά, μέσω υπομονετικής πρακτικής, ανακαλύπτει κανείς ότι δεν ταυτίζεται με αυτές τις σκέψεις, ότι υπάρχει μια μαρτυρούσα παρουσία που παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο που παρατηρεί. Καθώς ο νους ηρεμεί, σαν ιζήματα σε ένα βάζο με νερό που έχει σταματήσει να ταρακουνιέται, αναδύεται μια διαύγεια. Σε αυτή τη διαύγεια, μπορεί να προκύψουν ματιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας, υπονοούμενα του Απόλυτου που υποβαστάζει και υπερβαίνει το παιχνίδι των νοητικών φαινομένων.

 

Η προσευχή, στην βαθύτερη έννοιά της, δεν είναι απλή ικεσία ή συνομιλία με έναν Θεό φανταζόμενο ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Είναι ένα άνοιγμα της καρδιάς, μια έκθεση του εαυτού ευάλωτου και δεκτικού στην θεία παρουσία. Στην προσευχή, η ψυχή χύνεται σε αφοσίωση, ευγνωμοσύνη και λαχτάρα. Είναι μια σχέση, ένας διάλογος που σταδιακά αποκαλύπτεται ως μονόλογος, διότι αυτός που προσεύχεται και Εκείνος στον Οποίο απευθύνεται η προσευχή ανακαλύπτονται, στην τελική ανάλυση, να μην είναι δύο αλλά ένας. Η προσευχή διαλύει τα όρια του ξεχωριστού εαυτού, δημιουργώντας χώρο όπου η χάρη μπορεί να εισέλθει.

 

Η θεώρηση υπερβαίνει τον διαλογισμό και την προσευχή σε μια περιοχή καθαρής σιωπής. Εδώ, κάθε προσπάθεια παύει, κάθε αγώνας σταματά. Ο θεωρητικός απλώς αναπαύεται στην παρουσία του Θείου, χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς επιθυμία ακόμα και για πνευματική εμπειρία. Αυτή είναι η πρακτική της ριζικής απελευθέρωσης, της παράδοσης ακόμα και του εαυτού που αναζητά. Σε αυτή την γύμνια, αυτή την πτωχεία πνεύματος, η ψυχή γίνεται σαν ένα καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Απόλυτου μπορεί να λάμψει ανεμπόδιστα.

 

Η ηθική επίσης παίζει κρίσιμο ρόλο, αν και μπορεί να φαίνεται μακριά από την μυστική εμπειρία. Η καλλιέργεια της αρετής — συμπόνια, αληθοφάνεια, μη-βία, γενναιοδωρία — καθαρίζει την καρδιά και ευθυγραμμίζει την ψυχή με την θεμελιώδη αρμονία της ύπαρξης. Ο εγωισμός, η σκληρότητα και η απάτη δημιουργούν αναταραχή στη συνείδηση, καθιστώντας αδύνατο να ακουστεί η ήρεμη, μικρή φωνή του Απόλυτου. Ζώντας σύμφωνα με ηθικές αρχές, ο μύστης αφαιρεί τα εμπόδια που εμποδίζουν τη ροή της θείας χάριτος. Η ηθική δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά εσωτερικής μεταμόρφωσης, της διαμόρφωσης της συνείδησης κατ' εικόνα του Θείου.

 

Ωστόσο, οι μύστες προειδοποιούν για έναν λεπτό κίνδυνο: τον πειρασμό να αναζητά κανείς μυστικές εμπειρίες για χάρη τους, να τις αντιμετωπίζει ως πνευματικά επιτεύγματα ή ως μέσα για δύναμη και κύρος. Τέτοια αναζήτηση είναι από μόνη της μια μορφή αρπαγής, μια διεκδίκηση του εγώ που πρέπει να υπερβεί. Ο αληθινός στόχος δεν είναι η εμπειρία αλλά η μεταμόρφωση που φέρνει, όχι η στιγμιαία όραση αλλά ο μόνιμος επαναπροσανατολισμός της ζωής προς το Θείο.

 

Η Μεταμόρφωση της Ύπαρξης

 

Όταν συμβαίνει γνήσια μυστική εμπειρία, δεν αφήνει το άτομο αμετάβλητο. Σαν κεραυνός που μετατρέπει την άμμο σε γυαλί, η συνάντηση με το Απόλυτο αναδομεί τη συνείδηση στα βαθύτερα επίπεδά της. Τα αποτελέσματα κυματίζονται προς τα έξω, αγγίζοντας κάθε διάσταση της ζωής, της κοσμοθεωρίας και των σχέσεων του ατόμου.

 

Αναδύεται μια αίσθηση δέους και θαυμασμού που ποτέ δεν ξεθωριάζει εντελώς. Ο μύστης περπατά στον κόσμο με νέα μάτια, αντιλαμβανόμενος το εξαιρετικό που κρύβεται μέσα στο συνηθισμένο, το άπειρο που κατοικεί μέσα στο πεπερασμένο. Ένα λουλούδι γίνεται θαύμα, μια αναπνοή γίνεται προσευχή, μια στιγμή γίνεται αιωνιότητα. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, ο μύστης αντιλαμβάνεται βάθος επί βάθους, κάθε στρώμα αποκαλύπτει μια ακόμα διάσταση του ιερού μυστηρίου που διαπερνά όλη την ύπαρξη.

 

Ευγνωμοσύνη και χαρά αναδύονται αυθόρμητα, όχι ως συναισθηματικές καταστάσεις που έρχονται και παρέρχονται, αλλά ως θεμελιώδεις τόνοι της ύπαρξης. Το να έχει αντικρίσει κανείς το Απόλυτο είναι να γνωρίζει τον εαυτό ως απόλυτα προικισμένο, χαρισμένο πέρα από κάθε αξίωση. Η ίδια η ύπαρξη γίνεται αιτία εορτασμού, διότι ο μύστης έχει ανακαλύψει ότι κάτω από κάθε πάθος και αγώνα, υπάρχει μια χαρά χωρίς αντίθετο, μια ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Αυτή δεν είναι η ευτυχία που εξαρτάται από περιστάσεις αλλά η μακαριότητα που είναι η αληθινή φύση του.

 

Παραδόξως, αυτή η συνάντηση με την υπέρτατη πραγματικότητα φέρνει βαθιά ταπείνωση. Ο μύστης που έχει αγγίξει το Άπειρο γνωρίζει το μικρό και εύθραυστο του ξεχωριστού εαυτού. Ωστόσο αυτή η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης κατάστασης, συνδυασμένη με συμπόνια για όλα τα όντα που παλεύουν στην ίδια κατάσταση. Έχοντας βιώσει τη διάλυση των ορίων του εγώ, ο μύστης αναπτύσσει μια φυσική ενσυναίσθηση, αναγνωρίζοντας σε κάθε άλλο ον την ίδια ουσιαστική φύση, την ίδια σπίθα του Θείου, την ίδια δυνατότητα για αφύπνιση.

 

Έρχεται επίσης μια απόσπαση από κοσμικές ανησυχίες — όχι η κρύα αδιαφορία κάποιου που δεν νοιάζεται, αλλά η ελευθερία κάποιου που δεν είναι πλέον σκλαβωμένος από επιθυμίες και φόβους. Έχοντας γευτεί το νέκταρ του Απόλυτου, ο μύστης βρίσκει ότι οι κοσμικές ικανοποιήσεις έχουν χάσει την λαβή τους. Πλούτος, φήμη, ηδονή, επιτυχία — αυτά δεν τον εξαναγκάζουν πλέον όπως παλιά. Αυτή δεν είναι αποκήρυξη από καθήκον ή πειθαρχία, αλλά μια φυσική αποβολή, σαν φίδι που ρίχνει το δέρμα του. Ο μύστης παραμένει εμπλεγμένος με τον κόσμο, εκπληρώνοντας απαραίτητα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά χωρίς την απελπισμένη αρπαγή και προσκόλληση που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη ύπαρξη.

 

Τέλος, αναδύεται μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια αποστολή: να υπηρετεί, να αγαπά, να απαλύνει τον πόνο, να βοηθά τους άλλους να βρουν τον δρόμο. Αυτό δεν γίνεται αισθητό ως υποχρέωση επιβλημένη από έξω αλλά ως η φυσική έκφραση αυτού που έχει συνειδητοποιηθεί. Όταν κανείς έχει βιώσει ενότητα με όλα τα όντα, η υπηρεσία στους άλλους γίνεται υπηρεσία στον εαυτό· όταν έχει γνωρίσει το Θείο ως το έδαφος όλης της ύπαρξης, η εργασία για την ευημερία της δημιουργίας γίνεται εργασία για τη δόξα του Θεού.

 

Η Πρόσκληση στο Άπειρο

 

Η μυστική θεωρία του Απόλυτου στέκεται ως αιώνια πρόκληση στις υποθέσεις της υλιστικής κουλτούρας, η οποία βλέπει την πραγματικότητα ως εξαντλημένη από φυσικές διεργασίες και την ανθρώπινη εμπειρία ως αναγόμενη σε καταστάσεις εγκεφάλου. Μας προσκαλεί να σκεφτούμε ότι η συνείδηση δεν είναι απλό επακόλουθο της ύλης αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, ίσως η βαθύτερη διάστασή της. Υποδηλώνει ότι το αίσθημα χωρισμού που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη επίγνωση δεν είναι η τελική αλήθεια αλλά ένα είδος έκσταση από την οποία μπορεί να ξυπνήσουμε.

 

Αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική εικασία αλλά μια ζωντανή πρόσκληση — πρόσκληση να αναλάβουμε το ταξίδι οι ίδιοι, να δοκιμάσουμε τις διεκδικήσεις των μυστών στο εργαστήριο της δικής μας συνείδησης. Ο δρόμος είναι κοπιαστικός, απαιτώντας δέσμευση, πειθαρχία και προθυμία να αμφισβητήσουμε τις πιο αγαπημένες μας υποθέσεις για το ποιοι είμαστε. Απαιτεί να χαλαρώσουμε τη λαβή μας στο οικείο και να τολμήσουμε στο άγνωστο. Μας ζητά να παραδώσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να ανοιχτούμε σε δυνατότητες που υπερβαίνουν την τρέχουσα κατανόησή μας.

 

Ωστόσο, οι μύστες μας διαβεβαιώνουν ότι η προσπάθεια αξίζει πέρα από κάθε μέτρο. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανακάλυψη της αληθινής μας φύσης, την συνειδητοποίηση της βαθύτερης ταυτότητάς μας. Δεν είμαστε, μας λένε, απλώς οι μικροί, ξεχωριστοί εαυτοί που θεωρούμε ότι είμαστε, χτυπημένοι από περιστάσεις, παγιδευμένοι στον χρόνο, καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη διάλυση. Είμαστε, στην ουσία μας, ένα με το Απόλυτο — εκείνη την απεριόριστη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που υποβαστάζει κάθε εμφάνιση, που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.

 

Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συλληφθεί από τον νου μόνο, δεν μπορεί να μαθευτεί από βιβλία ή να γίνει αποδεκτή με αυθεντία. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, να βιωθεί, να ενσαρκωθεί. Και όταν γίνει, οι μύστες υπόσχονται, όλα αλλάζουν ενώ τίποτα δεν αλλάζει. Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά μεταμορφώνεται. Ο εαυτός παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το κέντρο του σύμπαντος. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τους θριάμβους της, αλλά κάτω από όλα υπάρχει μια ηρεμία, μια σιωπή, μια ειρήνη που δεν μπορεί να διαταραχθεί.

 

Στο τέλος, ο μυστικός δρόμος δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά βουτιά στα βάθη της, όχι άρνηση της ύπαρξης αλλά επιβεβαίωση της υπέρτατης σημασίας της. Είναι ένα ταξίδι από την επιφάνεια στα βάθη, από την πολλαπλότητα στην ενότητα, από την άγνοια στη γνώση, από την δουλεία στην ελευθερία. Είναι η επιστροφή της ψυχής στην πηγή της, η αναγνώριση της σταγόνας ότι είναι ο ωκεανός, η ανακάλυψη του κύματος ότι είναι το νερό.

 

Και σε αυτή την ανακάλυψη, υπάρχει ανάπαυση.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~