CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)
8. The Luminous Thread: A Journey Through the Heart of All Religions

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)
7. Ο Άπειρος Πολυδιάστατος Χώρος: Η Θρησκεία ως Αρχιτεκτονική της Υπέρβασης

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 24 January, 2026

Sunday, July 30, 2017

Θρησκεία


 

Η Θρησκεία, ως προς το περιεχόμενό της αποτελεί, κατ’ αρχήν, για την ανθρώπινη συνείδηση, μία ολική αντίληψη της ύπαρξης και των φαινομένων της, μία κοσμοθεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα…

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Η Θρησκεία είναι κατ’ αρχήν ένα ιστορικό φαινόμενο, με ποικίλες εκδηλώσεις. Σαν ιστορικό φαινόμενο είναι δημιούργημα κάποιας κοινωνίας, είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Είτε δημιουργείται από μέλη της κοινωνίας που έχουν κοινές αντιλήψεις και διαμορφώνουν σιγά-σιγά το φαινόμενο της θρησκείας, είτε δημιουργείται από ένα άτομο, που στηρίζεται όμως στις κοινές αντιλήψεις, τις χρησιμοποιεί, τις ερμηνεύει, τις παρουσιάζει ίσως με κάποιο άλλο τρόπο, και με την μετάδοση γίνεται αποδεκτό κι από άλλα μέλη της κοινωνίας και παίρνει πάλι, έτσι, την κοινωνική του διάσταση. Παράδειγμα του πρώτου τύπου θρησκείας είναι το Σαναντάνα Ντάρμα. Παράδειγμα του δεύτερου τύπου είναι ο Βουδισμός, κι ακόμα οι δυτικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ισλαμισμός...

ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ

Η Θρησκεία, ως προς το περιεχόμενό της αποτελεί, κατ’ αρχήν, για την ανθρώπινη συνείδηση, μία ολική αντίληψη της ύπαρξης και των φαινομένων της, μία κοσμοθεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα. Από αυτή την γενική θεώρηση, απορρέει μία ηθική, που έχει μία ατομική και μία κοινωνική διάσταση. Μετά η Θρησκεία εκφράζεται σαν τρόπος ζωής, αφού οργανώνει την όλη ζωή του ανθρώπου πάνω σε θρησκευτική βάση, καθιερώνει λατρευτικές εκδηλώσεις, κι εντάσσει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες στα πλαίσιά της.

ΜΥΗΣΗ

Η Συνείδηση που σχηματίζει ή μυείται, ή αποδέχεται, την στιγμή που «αντιλαμβάνεται συνειδητά», δέχεται κάποιες βασικές, ολοφάνερες, και γενικά βέβαιες αντιλήψεις, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν γιατί απορρέουν από την ίδια την «αντίληψη της ύπαρξης». Αλήθεια, Αρχή, Αξίωμα, είναι όροι που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν αυτές τις πρώτες βεβαιότητες. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται πρωταρχικά το Είναι της (την Ύπαρξη), το Οποίο όμως δεν μπορεί να προσδιορισθεί παρά μόνο κατά σύμβαση... Είναι Υπερβατικό, Άπειρο, πέραν του χώρου και του χρόνου (άσχετα από το κατά πόσο το συνειδητοποιούμε αυτό...). Η Συνείδηση, είτε αναφέρεται σε Αυτό το Υπερβατικό (αντιλαμβάνεται ότι «είναι έτσι»), είτε αντιλαμβάνεται ότι είναι Αυτό το Υπερβατικό. Από Αυτό το Υπερβατικό απορρέουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) οι κόσμοι, αόρατοι, ορατοί, τα υλικά όντα και φαινόμενα... Η συνείδηση, η κάθε συνείδηση, είναι Αυτή η Συνείδηση, το Είναι στο Σύνολό του, «αναφέρεται» σε Αυτό. Η «ατομικότητα» δεν μπορεί παρά να είναι αυταπάτη... Από την στιγμή που η Συνείδηση «εγκαταλείπει» το Καθαρό Είναι (στον «μεταφυσικό» χώρο και χρόνο...) και βυθίζεται στην αντίληψη μίας ατομικότητας, περνά σε μία κατάσταση που δεν μπορεί παρά να είναι πλασματική...

ΚΟΣΜΟΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται έτσι «Όλο τον Χώρο της Ύπαρξης», κι ερμηνεύει εντός αυτού του πλαισίου αντίληψης, όλες τις πιθανές καταστάσεις της. Αυτό που αντιλαμβάνεται με την νόηση και με άλλους μηχανισμούς (όπως η αίσθηση), είναι εμπειρία από τον χώρο της λογικής και τον εξωτερικό κόσμο, που επαληθεύεται, θεμελιώνεται, κι έτσι γίνεται αντικειμενικότητα. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται διαισθητικά, συμπεραίνει νοητικά (χωρίς να μπορεί να το αποδείξει στον νοητικό χώρο), ότι υπάρχουν διάφοροι κόσμοι, κι ότι αυτός ο υλικός κόσμος είναι τελευταίος στην σειρά... Στην παρούσα κατάσταση η Συνείδηση (που είναι κάτι περισσότερο από την απλή νόηση, το νοητικό σύμπλεγμα «εγώ», την διανόηση...), μαζί με την νοητική της δύναμη και τον δυναμισμό της, είναι συνδεδεμένη με ένα ζωντανό οργανισμό. Η Συνείδηση «υπερβαίνει» τον υλικό φορέα της αλλά ταυτόχρονα είναι παρούσα μέσα στον φορέα, και σαν Παρουσία, και με τις κατώτερες δυνάμεις της. Η Συνείδηση εκδηλώνει την νοητική της δύναμη και την αισθητηριακή δραστηριότητα μέσω ενός νευρικού συστήματος, που αποτελεί την «καρδιά» του οργανισμού. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται (δηλαδή, έχει συνείδηση, νοεί, αισθάνεται, σαν μία λειτουργία με πολλές εκδηλώσεις...), ότι είναι Παρούσα εδώ με τον υλικό φορέα της, μέσα στον υλικό κόσμο, έρχεται σε σχέση με τον κόσμο, βιώνει εμπειρίες, κλπ...

Η Συνείδηση, όντας Υπερβατική, Άπειρη, μπορεί να είναι «Εκτός», ή να αντιλαμβάνεται ότι είναι «εντός» του υλικού κόσμου. Εδώ στηρίζεται όλη μεταφυσική θεώρηση, όλη η πνευματική προσπάθεια, πορεία, εξέλιξη (αν και όλα αυτά είναι συμβατικές εκφράσεις).

Έχοντας αυτή την αντίληψη η Συνείδηση σχηματίζει ηθικές επιταγές και ακολουθεί ηθικές συμπεριφορές (οργανώνει δηλαδή την ζωή της σύμφωνα με τις πιο πάνω αντιλήψεις...)...

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Περιγράψαμε πιο πάνω τι είναι το θρησκευτικό φαινόμενο, από την άποψη της Συνείδησης, θεωρητικά.

Ιστορικά όμως μιλώντας, υπάρχουν Συνειδήσεις που Βίωσαν αυτό το φαινόμενο. Μέσα στα πλαίσια μίας κοινής αντίληψης Συνειδήσεις Βίωσαν την «Ίδια» Πραγματικότητα. Την εξέφρασαν, την κωδικοποίησαν, την μετέδωσαν, κι έτσι εμφανίστηκε το φαινόμενο της Θρησκείας μέσα στην ιστορία.

Από αυτή την ιστορική άποψη η Θρησκεία είναι μία ολική θεωρία της ύπαρξης, μία κοσμοθεωρία η οποία αποδέχεται τα εξής:

1. Το Όντως Ον (στο Οποίο αποδίδονται διάφορα Ονόματα και Προσδιορισμοί), Είναι Υπερβατικό, Αιώνιο, Άπειρο, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο.

2. Από Αυτό το Όντως Ον προέρχονται όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης (η δημιουργία, οι κόσμοι, τα όντα, τα φαινόμενα...)...

3. Με Αυτό το Όντως Ον ταυτίζονται (στην Βαθύτερη Ουσία τους, η σε Αυτό «αναφέρονται», ή με Αυτό έχουν «σχέση» όλα τα όντα.

4. Με βάση αυτή την «σχέση» του όντος με το Όντως Ον, το ον προσδιορίζεται ως προς την Ουσία του, τον προορισμό του, την εξέλιξή του, την δραστηριότητά του, την ολοκλήρωσή του... Ειδικότερα, από αυτή την «σχέση» με το Όντως Ον και την θέση του μέσα στον χώρο της ύπαρξης γεννιέται στο ον η αναγκαιότητα μίας ορισμένης δραστηριότητας μέσα στα πλαίσια αυτής της «σχέσης». Η ζωή θρησκευτικοποιείται, θεμελιώνονται ηθικά αιτήματα, και διαμορφώνεται μία ηθική, καθορίζεται ένας προορισμός, κι η δραστηριότητα προσδιορίζεται με βάση το σκοπό που έχει τεθεί, κλπ...

5. Τίθεται το κυριότερο αίτημα που αποτελεί και την ουσία όλης της θρησκευτικής αντίληψης που είναι η «τελείωση του ανθρώπου», και που νοείται με διάφορους τρόπους μέσα στις ιστορικές θρησκείες.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΤΟΜΟ

Στα πλαίσια της Ιστορίας, πάντα, αυτή η ολική θεωρία για την Ύπαρξη, γίνεται αποδεκτή από πολλούς ανθρώπους, δημιουργεί μία θρησκευτική κοινότητα, που έχει την δική της ιστορική πορεία. Στα πλαίσια αυτής της ιστορικής πορείας εμφανίζονται σημαντικές ιστορικές μορφές, οι θεωρίες και τα δόγματα εξελίσσονται, δημιουργούνται και συσσωρεύονται διάφορα πολιτιστικά στοιχεία...

Έτσι, ένα άτομο που γεννιέται και εξελίσσεται μέσα στα πλαίσια μίας θρησκείας που λειτουργεί σαν κοινωνικό φαινόμενο, πρέπει να δεχθεί αντιλήψεις, να συμμορφωθεί με την ηθική της κοινότητας και να τοποθετεί την δραστηριότητά του μέσα στα πλαίσια της κοινής θρησκευτικής ζωής. Μέσα σε αυτά τα κοινωνικά πλαίσια το άτομο πρέπει να πραγματοποιήσει την δική του εξέλιξη και να επιτύχει τον δικό του προορισμό και να φθάσει στην ολοκλήρωσή του. Σε τελευταία ανάλυση και από αυτή την άποψη η Θρησκεία αποτελεί ένα προσωπικό και μάλιστα εσωτερικό επίτευγμα...

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Η Θρησκεία όπως προσδιορίζεται πιο πάνω, δεν ταυτίζεται απόλυτα με τους επίσημους θρησκευτικούς οργανισμούς που συχνά λειτουργούν όχι σαν θρησκευτικές κοινότητες, αλλά σαν κομμάτια μίας εκκοσμικευμένης κοινωνίας.... Τέτοιες εκκοσμικευμένες θρησκείες που λειτουργούν απλά σαν κοινωνικοί θεσμοί, όχι μόνο έχουν χάσει την Εσωτερική Ζωή, το Βίωμα της Πραγματικότητας, και την δυνατότητα καθοδήγησης άλλων ανθρώπων, αλλά συχνά λειτουργούν εναντίον των λαών...

 

 

Sunday, July 23, 2017

Ψυχολογία της Συνειδητότητας


(ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ)

(Ψυχολογία και Φυσιολογία της Επίγνωσης)

Η αντίληψη που έχουμε για την ύπαρξη στον κόσμο, για μας, για τον κόσμο, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που χρησιμοποιεί όμως πραγματικά στοιχεία… ή αλλιώς, κατασκευάζουμε αυθαίρετα την εικόνα της πραγματικότητας χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία. Είναι το αποτέλεσμα, η σύνθεση, η τελική εικόνα της πραγματικότητας αυθαίρετη, όχι τα στοιχεία της πραγματικότητας που χρησιμοποιούμε.

Ας το εξηγήσουμε αυτό. Η συνηθισμένη επίγνωση της ύπαρξής μας στον κόσμο και του περιβάλλοντος, της πραγματικότητας που συλλαμβάνουμε τελικά, είναι μια εκλεκτική διαδικασία, που επηρεάζεται, και διαφοροποιείται, από αντιλήψεις, πεποιθήσεις, συναισθήματα, τις ίδιες τις αισθήσεις.

Η άμεση εμπειρία της ύπαρξης στον κόσμο, του κόσμου (σαν περιβάλλοντος), φαίνεται καταρχήν αληθινή. Είμαστε εδώ, βλέπουμε, ακούμε, αντιδρούμε στον κόσμο. Όλα φαίνονται τόσο αληθινά. Είναι όμως;

Έχουμε συνεχώς επαφή με τον κόσμο. Αλλά όλα αυτά που συμβαίνουν δεν «εισέρχονται» όλα ανεξέλεγκτα μέσα μας. Και δεν θα ήταν δυνατόν, γιατί ο εγκέφαλος, το νευρικό σύστημα, οι αισθήσεις, θα αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν σε μια τέτοια δραστηριότητα. Από όλα αυτά που συμβαίνουν απομονώνουμε όσα μας «ενδιαφέρουν», ενώ όλα τα άλλα είναι πληροφοριακός θόρυβος. Αυτό το φιλτράρισμα των πληροφοριών μας προφυλάσσει βέβαια από τον κατακλυσμό των πληροφοριών, αλλά και μας «προσανατολίζει» μέσα στον κόσμο. Με την εκλεκτική πρόσληψη των πληροφοριών προσανατολιζόμαστε στην αντίληψη της πραγματικότητας. Ρυθμίζουμε την ζωή μας, και καθοδηγούμε τις εξωτερικές δραστηριότητές μας, τις πράξεις μας, για την επίτευξη των σκοπών που θέτουμε.

Όμως τι είναι αυτό που καθορίζει τα «ενδιαφέροντά» μας; Ανάγκες της ύπαρξης (να υπάρχουμε), της ζωής (να ζήσουμε, να ζούμε), κι εξωτερικές ανάγκες (να πραγματοποιούμε τους σκοπούς μας). Όλα αυτά όμως δεν είναι απλές εσωτερικές αισθήσεις που δημιουργούν δράσεις και πράξεις. Αντιλαμβανόμαστε με ορισμένο τρόπο την ύπαρξή μας, έχουμε σχηματίσει πεποιθήσεις για την ζωή, τον τρόπο που πρέπει να ζούμε (ανάλογα με τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν), κι έχουμε προσανατολίσει την δράση μας στον εξωτερικό κόσμο σύμφωνα με τους προσωπικούς στόχους μας… Διδαχθήκαμε, μάθαμε, να αντιλαμβανόμαστε με ένα ορισμένο τρόπο, ανάλογα με την οικογένεια, την κοινωνία, τον τόπο που βρεθήκαμε, τις εξωτερικές συνθήκες.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται φυσιολογικά για τους περισσότερους ανθρώπους που έχουν ταυτιστεί με το «περιεχόμενο της σκέψης» τους, τις πεποιθήσεις τους, τον τρόπο ζωής… και δρουν απλά σαν αυτόματα, στο επίπεδο της σκέψης, της ψυχολογικής αντίδρασης και της πρακτικής εξωτερικής ζωής. Εύλογα θα μπορούσαν να πουν «και πως πρέπει να ζούμε»; Δεν συνειδητοποιούν το μέγεθος της διαμόρφωσής τους, που δεν προέρχεται απλά από την ζωή, αλλά από την κοινωνία, από ισχυρές ομάδες που διευθύνουν τις τύχες των ανθρώπων και κατευθύνουν τους πληθυσμούς εκεί που θέλουν, σαν πρόβατα… Οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι ζουν σε ένα «κατασκευασμένο κόσμο», όπου αντιλήψεις, εκπαίδευση, πληροφόρηση, ζωή, συνήθειες, τα πάντα «ελέγχονται». Είναι τόσο αφελείς που πιστεύουν ότι ζουν στην αλήθεια, στη δημοκρατία, στην ελευθερία, στην δικαιοσύνη… ενώ δεν εφαρμόζεται πρακτικά τίποτα από αυτά.

Οι άνθρωποι είναι μισοξύπνιοι, μισοκοιμισμένοι, που αγνοούν ότι ζουν σε μια «κατασκευασμένη πραγματικότητα» κι ότι έχουν προγραμματιστεί να «συνεργάζονται» σε αυτή την «κατασκευή»… τελικά οι άνθρωποι κατασκευάζουν μόνοι τους τις αλυσίδες τους… Πάνω στο φόντο του «παγκόσμιου ονείρου» κατασκευάζουν συνεχώς το «προσωπικό όνειρό» τους.

Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι να υιοθετούν παρόμοιες αντιλήψεις, πεποιθήσεις, δράσεις, πράξεις, δεν σημαίνει ότι όλα αυτά είναι αυτόματα αληθινά… Μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η γη είναι επίπεδη, έκανε πράγματι την γη επίπεδη;… Ή μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η «κατασκευασμένη πραγματικότητά» τους είναι η πραγματικότητα, την κάνει αληθινή;

Βέβαια, μπορεί αυτός ο τρόπος αντίληψης να μας προφυλάσσει από την σύγχυση των πληροφοριών, να μας βοηθά να προσανατολιζόμαστε και να επιβιώνουμε, φιλτράροντας την αντίληψη της πραγματικότητας, δεν παύει όμως να είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που μας παραπλανά… δεν είναι η Πραγματικότητα, δεν μπορεί Ποτέ να Γίνει η Πραγματικότητα… Η ασφάλεια που προσφέρει η «κατασκευασμένη πραγματικότητα» είναι η ασφάλεια της φυλακής για κάποιον που δεν γνωρίζει πώς να ζήσει στην ελευθερία… Η Πραγματικότητα μπορεί να είναι Τελείως Διαφορετική από αυτό που φαντάζονται οι άνθρωποι.

Η Ορθή Αντίληψη της Πραγματικότητας Γίνεται σε Πραγματικό Χρόνο, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει, Παρατηρώντας με Πλήρη Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν»… όχι μέσα από το σύστημα σκέψης, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, τρόπους ζωής… δηλαδή χωρίς να φιλτράρουμε «αυτά που συμβαίνουν», χωρίς να «παραποιούμε»… Αφήνοντας την Ζωή να μας Οδηγεί… Αυτός που Απλά Βλέπει, Παρατηρεί, με Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν», ανακαλύπτει μια Πραγματικότητα Τελείως Διαφορετική από αυτήν που εμφανίζει η φιλτραρισμένη αντίληψη του κόσμου.

Μια Τέτοια Αντίληψη της ύπαρξης, του κόσμου, «αυτού που συμβαίνει», είναι μια χωρίς όρους γνωστική διαδικασία, μια ελεύθερη δράση, μια διευρυμένη επίγνωση της Πραγματικότητας, που Αποκαλύπτει την Ουσιαστική Ενότητά της, αφού παύουν οι διαχωρισμοί υποκειμένου-αντικειμένου, εγώ-κόσμος, εγώ-άλλοι…

Αυτή η Διευρυμένη Αντίληψη (σαν γνωστική διαδικασία), αυτή η χωρίς όρους επίγνωση, είναι ακριβώς ο Στόχος όλων των Εσωτερικών Παραδόσεων… Είναι κάτι που έχει να κάνει με τον Άνθρωπο, την Συνειδητότητά του, την Επίγνωσή του, όχι με θεωρίες, διδασκαλίες, που είναι όλα κατασκευές της σκέψης, δηλαδή διανοητικά σκουπίδια, αφού η σκέψη εκλαμβάνει τις έννοιες-λέξεις σαν αληθινά πράγματα.

Η Καρδιά όλων των αληθινών θρησκειών, είναι ακριβώς Αυτή η Εμπειρία της Πραγματικότητας, που από το Κατώφλι της Διευρυμένης Επίγνωσης (που Συλλαμβάνει την Ενότητα της Ύπαρξης) Βαθαίνει μέχρι την Πλήρη Εμπειρία, Αυτού που Πραγματικά Υπάρχει, Αυτού που Στηρίζει τα Πάντα, της Άχρονης Πηγής των Πάντων, του Θεού.

Όταν λοιπόν στις Παραδόσεις λέμε να απαρνηθούμε τον «κόσμο τούτο», να ανυψωθούμε στην Πραγματικότητα, εννοούμε να βγούμε από το σύστημα σκέψης που φιλτράρει και παραποιεί την πραγματικότητα, να βγούμε από το «σπήλαιο της σκέψης», όπου αντικρύζουμε μόνο σκιές, να βγούμε Έξω, στο Φως της Πραγματικότητας, όπου ο Ήλιος της Αλήθειας Λάμπει και Φανερώνει τα «πράγματα όπως είναι»… Έτσι το περιέγραφε ο Πλάτωνας πριν 2500 χρόνια στον «μύθο του σπηλαίου».

Και το ερώτημα είναι, «Καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ότι είναι μέσα στο σπήλαιο της σκέψης και βλέπουν σκιές»; Καταλαβαίνουν ότι Εκεί Έξω από το σπήλαιο υπάρχει ένας Αληθινός Κόσμος, ένας Φωτεινός Κόσμος; Θέλουν να βγουν από το σπήλαιο; Η προτιμούν να φυτοζωούν μέσα στις αυταπάτες τους;

Η Γνώση Έχει Διατυπωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και δεν υπάρχουν σωτήρες για να σώσουν κανένα. Καθένας έχει την απόλυτη ευθύνη του εαυτού του. Και το μόνο ερώτημα που μπορεί να τεθεί (να θέσει ο καθένας στον εαυτό του) είναι αυτό: «Που θέλεις να ζεις; Στο Φως; Στην αυταπάτη»; Η επιλογή είναι δικαίωμά σου… όπως και οι συνέπειες κάθε επιλογής αναπόφευκτες… κι οφείλεις να τις αντιμετωπίζεις με αξιοπρέπεια…

Το Τελικό Συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει μια Ευρύτερη Επίγνωση, κάτι τελείως διαφορετικό από την απλή επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου που είναι ένα φιλτράρισμα όσων συμβαίνουν, μια προσωπική κατασκευή της πραγματικότητας, μια παραποίηση, ένα όνειρο… όση ασφάλεια κι αν φαίνεται να έχει. Η επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου διαστρεβλώνεται από τις επιλογές, τον ωφελιμισμό, προσωπικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα, παγιωμένες δράσεις…

Αυτό που αντιλαμβάνεται ο συνηθισμένος άνθρωπος μέσα από το οποιοδήποτε σύστημα σκέψης του, δεν είναι ούτε πλήρης, ούτε επαρκής εικόνα της πραγματικότητας, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που δεν μπορεί να προσφέρει ούτε Ελευθερία, ούτε Αλήθεια, ούτε Ευτυχία…

 

 

 

Sunday, July 16, 2017

Εισαγωγή στην Ελληνική Θρησκεία


(ΟΡΦΙΣΜΟΣ)

Η Πρώτη Θρησκευτική Αντίληψη που έχει ο πρωτόγονος άνθρωπος, εδώ και χιλιάδες χρόνια, είναι αυτή του «περιβάλλοντος κόσμου»: μια χαώδης αντίληψη κατ’ αρχήν, που γρήγορα συγκεκριμενοποιείται (ήδη εδώ και 30.000 χρόνια) στην «αντίληψη της Φύσης», που λαβαίνει έτσι μια μυστική έννοια και περιλαμβάνει τα πάντα, όχι μόνο όσα φαίνονται αλλά και όσα δεν φαίνονται. Κατ’ αρχήν η Φύση είναι Άγνωστη, απειλητική, αλλά και Γεννήτρα και Τροφός μαζί. (Η Φύση θα διατηρήσει αυτό τον δισυπόστατο χαρακτήρα και τις επόμενες χιλιετηρίδες).

Σε ένα δεύτερο θρησκευτικό στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να διερευνηθεί η Φύση και διαχωρίζεται ο Ουρανός  (Αυτό που είναι Υψηλά, Αόρατο συχνά, Ιερό, Πλήρες Δύναμης, - όχι απλά ο φυσικός ουρανός), και η Γαία, η ορατή (ή δυνητικά ορατή) Φύση. Σε αυτό το στάδιο διαχωρίζεται η θρησκευτική αντίληψη (ήδη εδώ και 10.000 χρόνια) και γεννιούνται «οι θρησκείες του Ουράνιου», κι «οι θρησκείες της Φύσης».

Σε ένα τρίτο στάδιο (εξέλιξης) οι έννοιες του Ουρανού και της Φύσης, που είναι αρκετά ασαφείς έννοιες, συγκεκριμενοποιούνται. Ο Ουρανός παραχωρεί την θέση του σε Γονιμοποιούς Θεούς  του κόσμου (ή Ηλιακούς Θεούς)… ενώ η Φύση παραχωρεί την θέση της σε Γονιμοποιούς Θεούς της Ζωής. Ίχνη αυτών των αντιλήψεων ανιχνεύονται ήδη εδώ και 5.000 χρόνια.

Σε ένα τέταρτο στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να συγκροτηθεί ένα πλήρες σύστημα που θα ερμηνεύει τα πάντα. Αυτή η κίνηση ξεκινάει εδώ και 4.000 χρόνια κι ολοκληρώνεται γύρω στο 3.000 πριν από σήμερα. Παλιές θρησκευτικές έννοιες και νέες θρησκευτικές αντιλήψεις συνδυάζονται και όλη η συσσωρευμένη θρησκευτική γνώση δένεται σε μια νέα σύνθεση:

Τα στάδια που διανύει ο ανθρώπινος νους, προχωρώντας σε πιο βαθιές ή λεπτομερείς αντιλήψεις της πραγματικότητας δίνονται σαν ιστορική συνέχεια του κόσμου, σαν Θεογονία: Έτσι, από την Ανέκφραστη Αρχή του Χάους, γεννιέται η Γαία (η Ασαφής Φύσης) – όχι η Γαία του Ζεύγους Ουρανός-Γαία (που έρχονται μεταγενέστερα). Μετά, διαχωρίζονται Ουρανός και Γαία: Η Πρώτη Γαία γεννά τον Ουρανό, κι έτσι προκύπτει το Αρχικό Ζευγάρι Ουρανός-Γαία, με πιο συγκεκριμένες έννοιες. Από τον Ουρανό (και την Γαία) γεννιούνται όλες οι  Τιτανικές Δυνάμεις, (Κρόνος και Ρέα, κλπ.),  από τις Οποίες θα αναδυθεί η Μια Ζωογόνος Δύναμη: Είναι ο Ζευς, «ο πατέρας θεών και ανθρώπων», ο Διευθέτης, Κυρίαρχος του Κόσμου.

Αυτού του είδους η θρησκευτική κοσμοθεωρία αρχίζει να διαμορφώνεται στους ινδοευρωπαίους Έλληνες, ήδη εδώ και 4.000 χρόνια πριν. Εδώ και 3.000 χρόνια εμφανίζονται Συγκροτημένες Θεογονίες. Η Θεογονία του Ησιόδου, πριν 29 αιώνες, δεν είναι παρά μία από τις πολλές (κι όχι οποσδήποτε η πιο εμπνευσμένη κι η πιο πλήρης θεογονία). Στους επόμενους αιώνες οι θρησκευτικές αντιλήψεις θα πλουτισθούν, έτσι που θα προκύψει ένα αυστηρά συγκροτημένο πάνθεο.

Λεπτομερής ανάλυση αυτής της θρησκευτικής αντίληψης γίνεται στο άρθρο «Ελληνική Θρησκεία (Κατά Ησίοδο)».

.

Στην Κρήτη, πριν 4.000 χρόνια είχε επικρατήσει η Λατρεία της Θεάς Φύσης. Χίλια χρόνια μετά (γύρω στο 3.000 χρόνια πριν) η Θεά παραχωρεί την θέση της στον Θεό της Γονιμότητας, Ζαγρέα. Ήδη από αυτή την εποχή διαμορφώνονται οι βασικές αντιλήψεις γύρω από τον Θεό, ο Κεντρικός Ιερός Λόγος, και οι διάφοροι συσχετισμοί του Θεού με την δημιουργία, τον άνθρωπο, τον κόσμο, κλπ.

Ο νεογέννητος Ζαγρέας που περιβάλλεται από τους φύλακες-πιστούς του διασπαράσσεται σε μια ιερή τελετή και τρώγεται ωμός: Ένα μεταφυσικό γεγονός αποτυπώνεται και επαναλαμβάνεται τελετουργικά σε μια ιερή τελετή, και ταυτόχρονα η ίδια η ιερή τελετή αναφέρεται σε μια μεταφυσική πραγματικότητα: Οι πιστοί που τελούν την ιερή πράξη εκπροσωπούν τις «εχθρικές» δυνάμεις της διάσπασης της Ενότητας του Όντος, τις δυνάμεις της πολλαπλότητας (Τιτάνες), ενώ η ίδια η ιερή πράξη αναπαριστά την κοσμική θυσία, την δημιουργία, την γέννηση του ανθρώπου. Η μεταφυσική πραγματικότητα από τη μια και η τελετουργική πράξη υφίστανται παράλληλα και η μια αναφέρεται στην άλλη. Το μεταφυσικό γεγονός (που συνέβη σε άλλο χώρο, άλλο χρόνο) επαναλαμβάνεται αιώνια μέσα στην τελετουργική πράξη (σε ετήσια βάση). Από την διάσπαση του Όντος γεννιούνται τα όντα κι έτσι ο Θεός θεωρείται προπάτορας των ανθρώπων. Ο άνθρωπος  όμως δεν είναι απλά το Ον μέσα στο ον (μέσα στα όντα). Η Φύση του Όντος νοθεύεται με την διασπαστική δύναμη, αποκτά τιτανική φύση. Η τιτανική φύση μέσα στον άνθρωπο (που είναι Ον στην Ουσία του) εκδηλώνεται με την διασπαστική λειτουργία του ατομικού νου που ξεπέφτει σε ατομική ψυχή, κι ενσωματώνεται σε ένα υλικό σώμα.

Με την ιερή τελετή και ωμοφαγία οι άνθρωποι συμμετέχουν όχι μόνο στην Ουσία του Θεού, αλλά και στην Κοσμική Θυσία, και με αυτή την συμμετοχή ακριβώς ξαναενώνονται με τον Θεό, μετέχουν της Αιωνιότητας του Όντος.

Ο Θεός Ταυτίζεται με τον Ταύρο, (το κατ’ εξοχήν Γονιμοποιό Ζώο). Η ιερή τελετουργία «ταυτίζεται» με την θυσία, τον διασπαραγμό και την ωμοφαγία του Ταύρου. Ο  Θεός ταυτίζεται ακόμα με το σύνολο της Δημιουργίας και σχετίζεται με την βλάστηση (που εκφράζει την ζωή). Δεν είναι βέβαιο ότι σχετίζεται (τουλάχιστον στην Κρήτη) ιδιαίτερα με την άμπελο.

Αυτές οι αντιλήψεις κι η Λατρεία του Γονιμοποιού Θεού και του Ταύρου επικρατούν σε όλο τον τότε μεσογειακό κόσμο, και ίχνη αυτής της λατρείας ανιχνεύονται αιώνες μετά, στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Ιωνία, και στην Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία).

Στην Μυκηναϊκή Ελλάδα, αλλά κυρίως τους επόμενους αιώνες, η Λατρεία του Ζαγρέα  θα διαμορφωθεί σύμφωνα με το ελληνικό πνεύμα και θα αφομοιωθεί από τους εκεί πληθυσμούς. Ο Ζαγρέας γίνεται έτσι Γιός του Δία (του Κατ’ εξοχήν Θεού), ο Διόνυσος - όπου το Διόνυσος χρησιμοποιείται περισσότερο στην προσδιοριστική του σημασία, σαν επίθετο, για να καταλήξει με τα χρόνια σε κύριο όνομα, που φανερώνει το Γιό του Θεού. Ο Διόνυσος εντάσσεται , ήδη πριν 3.000 χρόνια στην ελληνική θεολογία.

Από το 3.000 χρόνια πριν, και μετά, σιγά-σιγά θα διαμορφωθούν οι κυριότεροι μύθοι γύρω από τον Θεό, και η λατρεία του θα εξαπλωθεί, όχι χωρίς αντιδράσεις, σε πολλά μέρη. Διαμορφώνονται διάφορες λατρευτικές πράξεις από τις οποίες θα προέλθουν αργότερα και οι κυριότερες γιορτές του Θεού.

.

Ο Ορφέας έζησε πριν 29 αιώνες.  Ήταν πραγματικό πρόσωπο, κι όχι μυθικός ήρωας του πολιτισμού, και ο Αριστοτέλης τον τοποθετεί στην εποχή των θεολόγων, δηλαδή μετά τους μεγάλους ποιητές  (Όμηρο, Ησίοδο), και πάντως πριν τους μεγάλους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Ορφέας έδωσε μια άλλη ερμηνεία στην Διονυσιακή Λατρεία, πιο βαθιά πιο εσωτερική «μετατρέποντας» το μεταφυσικό γεγονός που αποτυπωνόταν στην ιερή πράξη και την εξωτερική λατρεία σε προσωπικό βίωμα μέσα στον κάθε άνθρωπο. Για τον Ορφέα, και τους ορφικούς, κατ’ εξοχήν θεολόγους, το «μεταφυσικό αντικειμενικό γεγονός» (της Διάσπασης της Ενότητας του Όντος σε πολλαπλότητα), δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που συμβαίνει έξω από εμάς, σε άλλους χρόνους, συντελείται μέσα στον άνθρωπο: Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι το Ον που ξεπέφτει από την Κατάσταση της Ενότητας, στην πολλαπλότητα και στην ατομικότητα, και μέσα στο υλικό σώμα. Έτσι το Κοσμικό Δράμα γίνεται το προσωπικό δράμα της εξέλιξης του κάθε όντος, (του καθενός μας).

Γύρω από αυτή την κεντρική μεταφυσική αντίληψη  θα διαμορφωθεί μια θεολογία που ταυτίζει το Ον με το κάθε ον. Κυρίως όμως θα εσωτερικευθεί η λατρεία (και θα γίνει προσωπική σχέση με την Θεία Πραγματικότητα, προσωπική πνευματική εξέλιξη, και προσωπική ταύτιση με το Ον, το Θεό). Αυτή η αντίληψη όχι μόνο θα επικρατήσει σαν Ορφισμός (ορφική αντίληψη της ζωής), αλλά κυρίως θα επηρεάσει τις θρησκευτικές αντιλήψεις στα δύο μεγάλα θρησκευτικά κέντρα της Αρχαίας Ελλάδας, τους Δελφούς (και την Δελφική Λατρεία) και την Ελευσίνα (και τα Ελευσίνια Μυστήρια). Ο Ορφισμός θα εμπνεύσει όλους τους μεγάλους Έλληνες Φιλοσόφους, από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, μέχρι τους Στωικούς και τον Πλωτίνο.

Στα χρόνια του Πεισίστρατου (ενός λαοπρόβλητου ηγέτη που οι «αμαθείς ιστορικοί», από την αρχαιότητα ακόμα, ονομάζουν τύραννο),πριν 27 αιώνες,  ο Ορφισμός θα γίνει η επίσημη θρησκεία του Αθηναϊκού Κράτους. Ο Ορφισμός είναι η Αληθινή και Επίσημη Θρησκεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.  Το αποδεικνύουν οι θρησκευτικές αντιλήψεις, που εμπνέουν την φιλοσοφική σκέψη,  και επηρεάζουν την πολιτική πράξη (πολιτική αρετή, δικαιοσύνη, ισονομία, αληθινή δημοκρατία), οι επίσημες γιορτές της Πόλης, (Διονύσια, Ελευσίνια Μυστήρια, κλπ.), και ακόμα το θέατρο, που προέρχεται από την καρδιά της Ορφικής λατρείας.

Είναι, όχι απλά ιστορική ανακρίβεια, αλλά ηθελημένη διαστρέβλωση της ιστορίας, ότι οι Αρχαίοι Έλληνες της Κλασσικής Εποχής λατρεύαν το «Δωδεκάθεο» κι ήταν ειδωλολάτρες. Οι «δωδεκαθεϊστικές αντιλήψεις» (του Ομήρου, και του Ησίοδου…) είναι πολλούς αιώνες πίσω. Αυτή η διαστρεβλωμένη αντίληψη της ιστορίας «επιβλήθηκε» από «χριστιανούς ιστορικούς» και διδάσκεται ακόμα και σήμερα στα ελληνικά σχολεία, στους απογόνους των Ελλήνων. Ο λόγος είναι απλός. Θέλουν να κρύψουν το αληθινό περιεχόμενο της Ορφικής Λατρείας, από το οποίο προήλθε κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος ο μετά τον Ιησού χριστιανισμός.  Στην πραγματικότητα όλη η «θεολογία του Γιού του Θεού» του χριστιανισμού προέρχεται από τον Ορφισμό. Τα Μυστήρια, οι πνευματικές πρακτικές, ακόμα κι οι γιορτές,  είναι όλα παρμένα από τον Ορφισμό. Έπρεπε λοιπόν οι «χριστιανοί», όχι μόνο να αποκρύψουν την αλήθεια για τον Ορφισμό, αλλά να τον «εξαφανίσουν» από την ιστορία, αν ήταν δυνατόν, για να μην αποκαλυφθεί η ιστορική απάτη τους. Αυτό βέβαια δεν έχει τίποτα να κάνει με τον Αληθινό Ιησού και την Διδασκαλία του (για την Βασιλεία των Ουρανών) που διατηρήθηκε ανόθευτη, «έξω από την επίσημη εκκλησία», στα γραπτά και στον βίο των μυστικών πατέρων της ερήμου. (Για την σχέση Ορφισμού-Χριστιανισμού θα μιλήσουμε αναλυτικά σε επόμενο άρθρο).

.

Στα πλαίσια της Ορφικής Λατρείας διαμορφώθηκαν νέες θεογονίες, που δεν ήταν ακριβώς παραλλαγές της ελληνικής θεογονίας (του Ησιόδου), αφού έφερναν μια νέα αντίληψη για το Θεό (Ον),  για την σχέση Θεού-ανθρώπου, και την θρησκευτική πρακτική. Αυτές έμειναν γνωστές σαν  Ορφικές Θεογονίες. Απόσπασμα μιας τέτοιας Θεογονίας μεταφέρει (αυτούσιο) ο Αριστοφάνης στις «Όρνιθές» του (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 692-703). Παραθέτουμε το απόσπασμα στο τέλος του άρθρου.

.

Οι δύο τάσεις της Διονυσιακής Λατρείας, η πανάρχαια Διονυσιακή Λατρεία, κι η Ορφική Μεταρρύθμιση θα συνυπάρχουν για αιώνες προκαλώντας συγκρούσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες και σύγχυση σε όσους δεν γνωρίζουν καλά την ιστορία (γι’ αυτό όμως θα μιλήσουμε σε άλλο άρθρο). Η διάσταση και οι «αντιφάσεις» που υπάρχουν μέσα στην Διονυσιακή Λατρεία, εξηγούνται εύκολα, όταν διευκρινίσουμε τι προέρχεται από την «παλιά λατρεία», και τι αποτελεί «ορφική μεταρρύθμιση». Πάντως η Διονυσιακή Λατρεία κι η Ορφική Ερμηνεία, όλους αυτούς τους αιώνες, θα συνυπάρχουν, θα σχετίζονται ή θα διαχωρίζονται, αλλά πάντα θα βρίσκονται σε εξάρτηση.

.

Αριστοφάνης «Όρνιθες, 693 – 702»

.

«Χάος ἦν καὶ Νὺξ Ἔρεβός τε μέλαν πρῶτον καὶ Τάρταρος εὐρύς·

γῆ δ᾽ οὐδ᾽ ἀὴρ οὐδ᾽ οὐρανὸς ἦν· Ἐρέβους δ᾽ ἐν ἀπείροσι κόλποις

τίκτει πρώτιστον ὑπηνέμιον Νὺξ ἡ μελανόπτερος ᾠόν,

ἐξ οὗ περιτελλομέναις ὥραις ἔβλαστεν Ἔρως ὁ ποθεινός,

στίλβων νῶτον πτερύγοιν χρυσαῖν, εἰκὼς ἀνεμώκεσι δίναις.

Οὗτος δὲ Χάει πτερόεντι μιγεὶς νύχιος κατὰ Τάρταρον εὐρὺν

ἐνεόττευσεν γένος ἡμέτερον, καὶ πρῶτον ἀνήγαγεν εἰς φῶς.

Πρότερον δ᾽ οὐκ ἦν γένος ἀθανάτων, πρὶν Ἔρως

ξυνέμειξεν ἅπαντα·

ξυμμειγνυμένων δ᾽ ἑτέρων ἑτέροις γένετ᾽ οὐρανὸς ὠκεανός τε

καὶ γῆ πάντων τε θεῶν μακάρων γένος ἄφθιτον».  

  .

Η  απλή μετάφραση

«Πρώτα ήταν το Χάος, η Νύχτα, το μέλαν Έρεβος κι ο ευρύς Τάρταρος.

Δεν υπήρχε ούτε γη, ούτε Αήρ, ούτε Ουρανός. Μέσα στους απέραντους κόλπους του Ερέβους

γέννησε στην αρχή η μελανόπτερος Νύχτα δίχως αρσενική σπορά ένα Ωό,

από το οποίο, σαν πέρασε ο καιρός, βγήκε ο ποθητός Έρως

με τις χρυσές φτερούγες στην πλάτη που έλαμπαν και γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός έσμιξε στο σκοτάδι με το πτερωτό Χάος μέσα στον ευρύ Τάρταρο,

κλώσησε το ημέτερον γένος και το ανήγαγε στο φως.

Πρωτύτερα δεν υπήρχε το γένος των αθανάτων, ώσπου ο Έρως

συνέμειξε τα πάντα.

Κι όπως ενώθηκαν το ένα με το άλλο, γεννήθηκε ο Ουρανός, ο Ωκεανός,

η Γαία κι όλο το αθάνατο γένος των μακάριων θεών».

.

Το κείμενο αποκρυπτογραφημένο σύμφωνα με τον

«αρχαίο μυητικό κώδικα»

«(Πριν απ’ όλα) Στην Αρχή, υπήρχε το Απροσδιόριστο (Χάος), το Άχρονο (Νυξ), και το Σκοτεινό Άγνωστο (Έρεβος), και το Μη-μετρήσιμο Απεριόριστο (Τάρταρος).

Δεν υπήρχε  (τότε) ούτε γη (ύλη), ούτε αέρας (υπερφύση), ούτε ουρανός (ον). Μέσα στους Απέραντους Κόλπους του Αγνώστου

το Άχρονο που παραμένει Άγνωστο, «γέννησε» πρώτα, (στην αρχή, πριν απ’ όλα), από Μόνο του (χωρίς την βοήθεια κανενός), το Πρώτο Ον (Ωόν)

από το Οποίο, όταν ωρίμασε ο καιρός, αναδύθηκε ο Έρως (η πρωταρχική ελκτική δύναμη) με τις ιερές λαμπρές χρυσές φτερούγες στην πλάτη, που αγκαλιάζει τον κόσμο, γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός (ο Έρως) έχοντας την Ίδια Ουσία με το Απροσδιόριστο (Χάος) που απλώνεται παντού, Άχρονος στον χαρακτήρα του, μέσα στο Απεριόριστο (Τάρταρο)

γέννησε (με απορροή) το δικό μας γένος (των περιορισμένων όντων), και το έφερε στο φως της ύπαρξης, στη «ζωή».

Στην Αρχή δεν υπήρχαν θεϊκές δυνάμεις, πριν ο Έρωτας (η Πρωταρχική Δύναμη)

τα εκδηλώσει, τα φανερώσει, όλα.

Κι όπως σχετίστηκαν (αυτές οι δυνάμεις) η μία με την άλλη δημιουργήθηκε ο ουρανός του όντος (νους), ο ωκεανός της ζωής (ψυχή),

και η γη (ο υλικός κόσμος), κι όλες οι άφθαρτες θεϊκές δυνάμεις».

.

Σημειώσεις

(Χάος, Νυξ, Έρεβος, Τάρταρος, είναι προσδιοριστικές έννοιες της Ύστατης Πραγματικότητας, που διαφοροποιούνται ως προς τον ρόλο τους και την σημασία τους για την δημιουργία και τα όντα…

 Ό Έρωτας ο Ωογέννητος, είναι ο Πρωτόγονος, ο Φάνης, ο Ζαγρέας, ο Διόνυσος ο Ταυρόφωνος ( ο Γεννήτορας των μακαρίων και των θνητών ανθρώπων)…  κι όλες οι θεϊκές δυνάμεις, ολόκληρο το σύμπαν…

Θεοί, θεϊκές δυνάμεις, είναι οι Όψεις του Θείου μέσα στην δημιουργία

Άνθρωπος είναι το πρόσωπο του Θεού στους κατώτερους κόσμους).


 

 

Sunday, July 9, 2017

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΙΣ ΕΠΤΑ ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ


 

(Ομιλία στην Ακαδημία, Τρίτη Περίοδος)

Εισαγωγή

Οι Επτά Δράσεις της Συνείδησης

Ο Εσωτερικός Συμβολισμός

Η Γλώσσα των Συμβόλων της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας

Η διανοητική γλώσσα, της σκέψης, των εννοιών, των «σκιών»

Η Απελευθέρωση

Η Απελευθέρωση του Γιόγκα (νιρόντχα)

Ο Αληθινός Διαλογισμός

Η Ερμητική Μύηση

Η Οδός των Μυστικών (Μάιστερ Έκκαρτ)

Η Αληθινή Δράση

Τελικά!

 

Εισαγωγή


Υπάρχει Ένα Μοναδικό Θεμέλιο των Πάντων, που είναι το Βαθύτερο Μέρος Κάθε Όντος. Για την «Ύπαρξή» Του «Μαρτυρεί» Αυτό το Ίδιο (και το διαπιστώνουν όσοι το βιώνουν). Αυτό είναι μια εμπειρική διαπίστωση κι αλήθεια κι όχι ένα διανόημα. Αυτό το Μοναδικό Θεμέλιο Είναι Χωρίς Ιδιότητες, χωρίς εμπειρία, ή παρατηρητή. Είναι μια Άβυσσος Αντίληψης, Απόλυτα Πραγματική, Ζωντανή. Γίνεται Αντιληπτή από τις Δράσεις Της. Αυτό Είναι η Ουσία της Ψυχής των Αρχαίων, του Άτμαν των Ανατολικών. Είναι η Συνείδηση της Σύγχρονης Φιλοσοφίας και της Σύγχρονης Ψυχολογίας.

Η Ψυχή (η Συνείδηση) μπορεί να Αντιλαμβάνεται με διάφορους και διαφορετικούς τρόπους ή αλλιώς να αντιλαμβάνεται σε πολλά «επίπεδα». Να έχει διαφορετικές δράσεις. Έτσι μιλάμε για διάφορες δράσεις ή διαστάσεις της Συνείδησης, για πολλά πεδία δραστηριότητας, ή επίπεδα λειτουργίας. Από εδώ προκύπτουν σε μεταφυσικό επίπεδο οι κόσμοι και οι διάφορες καταστάσεις του όντος. Έτσι η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται με διάφορους τρόπους κι όλες οι αντιληπτικές δράσεις της (που μπορεί να είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις ή Υποκειμενικές Αντιλήψεις, Θεωρήσεις της Πραγματικότητας) είναι «εξωτερικές» ως προς την Ουσία. Είναι Δραστηριότητες Αυτής της Άγνωστης Ουσίας.

Έτσι, η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται Εσωτερικά, με μια Άμεση Εσωτερική Αίσθηση αυτό που είναι, το Είναι, σαν Χώρο, σαν Παρουσία, σαν Εδώ. Αυτή Εσωτερική Αντίληψη του Ίδιου του Είναι, σαν Χώρου, είναι Μια Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης. Υπάρχει μόνο Αντίληψη. Δεν υπάρχει αντιλαμβανόμενος, παρατηρητής, διάκριση υποκειμένου, αντικειμένου, τίποτα από αυτά που βιώνει ο συνηθισμένος άνθρωπος. Αυτή η Εσωτερική Αίσθηση (η Ενόραση των Φιλοσόφων) διαβαθμίζεται από την Απόλυτη Καθαρότητα που Αντανακλά το Χωρίς Ιδιότητες σαν Αδιαφοροποίητο Είναι, μέχρι την Αντίληψη του Είναι σαν Χώρου και την Πανταχού Παρουσία που Αγκαλιάζει τα Πάντα σε μια Ενότητα όπου δεν «διακρίνονται» ακόμα «υποκείμενο και αντικείμενο». Όλα αυτά είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις της Συνείδησης. Είναι Άμεση Αντίληψη του Είναι σαν Χώρου. Πρόκειται για μια Άχρονη Κατάσταση, μια Αιωνιότητα που Ρέει, που είναι Ζωντανή και Εκδηλώνεται σαν Παρουσία, σαν Αίσθηση του Εδώ που Αγκαλιάζει τα Πάντα.

Η Συνείδηση μπορεί ακόμα μέσα από εξωτερικές δραστηριότητες να έχει εμπειρία του «εξωτερικού κόσμου», των φαινομένων που αλλάζουν συνεχώς. Αυτός ο κόσμος των φαινομένων προβάλλεται αντικειμενικά από την δραστηριότητα της Παγκόσμιας Συνείδησης και γίνεται αντιληπτός από τα διάφορα υποκείμενα που δημιουργούνται από την Συνείδηση όταν γίνεται τοπική και συνδέεται με κάποιο φορέα του πεδίου στο οποίο εκδηλώνεται. Στην πραγματικότητα ο Εξωτερικός Κόσμος των Φαινομένων είναι προϊόν μιας δραστηριότητας, είναι δραστηριότητα, κίνηση, ροή φαινομένων, που αλλάζει συνεχώς. Όλα ρέουν, είναι παροδικά και αντικειμενικά αλλά και το ίδιο το υποκείμενο, οποιοδήποτε υποκείμενο. Στην πραγματικότητα το υποκείμενο δεν είναι παρά μια ροή αντίληψης που ρέει μαζί με όλα και παρακολουθεί την ροή των φαινομένων. Αυτή η συνεχής ροή της αντίληψης μαζί με την ροή των φαινομένων, η συνεχής «επαφή» με την ροή των φαινομένων δείχνει τον πραγματικό χαρακτήρα του υποκειμένου. Ζούμε στο Απόλυτο Παρόν, εδώ (σε σύνδεση με τον φορέα εκδήλωσης), τώρα, στην Στιγμή που Ρέει. Αυτή είναι η πραγματική εμπειρία του Χρόνου, ή η εμπειρία του απόλυτου παρόντος, του Τώρα, που ρέει συνεχώς.

Έτσι η Συνείδηση Βιώνει Άμεσα Εσωτερικά το Είναι σαν Άχρονο Χώρο, σαν μια Αιώνια Αντικειμενική Παρουσία και Βιώνει Έμμεσα (μέσω δραστηριοτήτων, εννόησης, συναίσθησης, αίσθησης, μέσω κάποιου φορέα εκδήλωσης) την Ροή των Φαινομένων. Στην Εξωτερική Εμπειρία Βιώνει τον Χρόνο, την Ροή, την Στιγμή που Ρέει, την συνεχή αλλαγή, όσο διαρκεί (όσο διαρκεί η σύνδεση με τον φορέα εκδήλωσης).

Οι Επτά Δράσεις της Συνείδησης


Όταν το Ον Βιώνει την Πραγματικότητα, αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει, τότε μπορεί Στηριζόμενο στο Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξής του να Αντιλαμβάνεται Εσωτερικά το Αιώνιο Είναι του, σαν Παρουσία, σαν Εσωτερικό Άχρονο Χώρο και επίσης να Αντιλαμβάνεται, μέσω δραστηριοτήτων την τοπική παρουσία του, μέσω του φορέα εκδήλωσης, σε ένα εξωτερικό κόσμο, να ζει την ρέουσα ιστορική πραγματικότητά του. Με άλλα λόγια αυτό το ον δρα, δραστηριοποιείται, λειτουργεί, εκδηλώνεται σε διάφορα «επίπεδα». Από την Φύση του έχει την Δυνατότητα να εκδηλώνεται σε διάφορα επίπεδα, να αντιλαμβάνεται όλο το Βάθος, της Ύπαρξής του, όλη την έκταση της εμπειρίας του. Με αυτή την έννοια μιλάμε για διάφορες «λειτουργίες» του ανθρώπου, για εσωτερικές κι εξωτερικές δραστηριότητες, για ανώτερες και κατώτερες λειτουργίες. Και με αυτή την έννοια μιλάμε για διάφορες θεωρήσεις της πραγματικότητας, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο λειτουργούμε.

Κι ασφαλώς όταν μιλάμε για ένα ον συνδεδεμένο με κάποιο φορέα εκδήλωσης υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ανάμεσα στις δράσεις, δραστηριότητες, λειτουργίες της συνείδησης και τα αντίστοιχα μέρη του φορέα. Η «Σύνδεση» της Συνείδησης με τον φορέα δεν είναι ακριβώς σύνδεση. Είναι Παρουσία κι έλεγχος του σώματος. Στην πραγματικότητα η Συνείδηση είναι Ανεξάρτητη από τον φορέα, το σώμα. Μπορεί να βιώνει αυτή την ανεξαρτησία και μέσα από την Πνευματική Άσκηση και στον οριστικό διαχωρισμό της από τον φορέα, σώμα. Είναι και Έξω από το σώμα και εδώ στο σώμα. Η εσωτερική Αίσθηση του Είναι είναι «κρυμμένη» στον εσωτερικό εγκέφαλο, στην «καρδιά» του νευρικού συστήματος, ενώ οι εξωτερικές δραστηριότητες της εννόησης, της συναίσθησης και της αίσθησης εντοπίζονται στον εξωτερικό εγκέφαλο. Το «πέρασμα» από την εξωτερική εμπειρία της χρονικής ροής στον εσωτερικό άχρονο χώρο (ή αλλιώς από τις κατώτερες εξωτερικές λειτουργίες στις ανώτερες εσωτερικές αντιλήψεις) βρίσκεται ακριβώς στο μέρος του εγκεφάλου που συνδέει την εξωτερική πληροφόρηση με την εσωτερική συνειδητοποίηση. Όταν στην Εσωτερική Παράδοση μιλούν για κέντρα λειτουργίας του ανθρώπου («κέντρα», πάντμας, τσάκρας, λατάιφ, κλπ.) στην πραγματικότητα αναφέρονται σε δραστηριότητες της Συνείδησης που συνδέονται με κάποια «περιοχή» του φορέα. Έτσι, με αυτή την έννοια, αφύπνιση των κέντρων, αφύπνιση ενός κέντρου, σημαίνει αφύπνιση μιας λειτουργίας της Συνείδησης.

Τελικά ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργεί σε Επτά Πεδία, σε Επτά Επίπεδα. Το Θεμέλιο που Στηρίζει τα Πάντα (κάθε Εμπειρία), τα Τρία Εσωτερικά Επίπεδα της Αίσθησης του Είναι και τα Τρία Εξωτερικά Επίπεδα της εξωτερικής δραστηριότητας, της εννόησης, της συναίσθησης και της αίσθησης, που μας φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο στον οποίο εκδηλωνόμαστε (τον υλικό κόσμο στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Ένα ον, ένας ενσαρκωμένος άνθρωπος, που λειτουργεί έτσι, ολοκληρωμένα και με πλήρη έλεγχο και ελευθερία, είναι ασφαλώς ένας ιδανικός άνθρωπος, ένας Ελεύθερος, Αναγεννημένος, ή Αφυπνισμένος (Φωτισμένος) άνθρωπος. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν λειτουργούν έτσι. Ο Φωτισμένος άνθρωπος δεν είναι παρά ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται πλήρως, αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει. Μπορεί να Έχει Αίσθηση της Πραγματικής Φύσης και της Ανεξαρτησίας της Συνείδησης (να Νοιώσει το Απέραντο Εσωτερικό Βάθος του Είναι) και ταυτόχρονα να είναι εδώ, στο σώμα, στο κόσμο. Η Ψυχική ενέργεια Ρέει Ελεύθερα, σε Όλα τα Επίπεδα και σε όποιο επίπεδο κρίνεται απαραίτητο, χωρίς να «κρατιέται» ή να μπλοκάρεται πουθενά. Όπως και να έχει, ο Φωτισμένος άνθρωπος έχει Πλήρη Αντίληψη της Ύπαρξης, και είναι Πλήρως Λειτουργικός. Ζει ταυτόχρονα το Άχρονο Είναι και την χρονική παροδικότητα, την ροή της ζωής, εδώ, τώρα.

Όταν ο ενσαρκωμένος άνθρωπος δεν έχει Πλήρη Αντίληψη, γιατί δεν έχει «εκπαιδευθεί», είτε γιατί έχει εκπαιδευθεί από την κοινωνία με ένα διαφορετικό τρόπο και διοχετεύει όλη του την Ψυχική Ενέργεια, την προσοχή του, στην διάνοια, που εννοεί κι αναπαριστάνει εσωτερικά (διανοητικά) την πραγματικότητα, τότε έχει μια διαφορετική εικόνα για την πραγματικότητα, από αυτή του Πλήρως Λειτουργικού ανθρώπου.

Καταρχήν αυτή η εμμονή σε μία συγκεκριμένη λειτουργία μας αποκλείει την δυνατότητα να λειτουργήσουμε σε ένα άλλο επίπεδο, να έχουμε και μια άλλη θέαση της πραγματικότητας. Μας αποκλείει εντελώς από την Εσωτερική Εμπειρία. Μας απομονώνει στον διανοητικό χώρο. Αυτό οδηγεί στο να ταυτίζουμε αυτό που αντιλαμβανόμαστε, μέσω της διανόησης, με την πραγματικότητα. Είμαστε πεπεισμένοι πως αυτό αντιλαμβανόμαστε είναι το πραγματικό, αφού δεν έχουμε εμπειρία μιας άλλης θέασης. Κι αυτό που αντιλαμβανόμαστε δεν προέρχεται από την άμεση επαφή μας με την ροή (αφού δεν ρέουμε μαζί με την ροή των φαινομένων) αλλά δομείται με την αναπαραστατική δύναμη της διάνοιας και με την βοήθεια της μνήμης από την εμπειρία. Είναι ο,τι αντιληφθήκαμε, το καταστάλαγμα της εμπειρίας, η αποκρυστάλλωσή της σε «έννοιες», είναι «μνήμη», κάτι μόνιμο στη διάνοια (μέχρι να τροποποιηθεί από καινούργιες εμπειρίες). Όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι τα ζωντανά πράγματα που ρέουν αλλά οι «σκιές» των πραγμάτων. Ζούμε σε ένα κόσμο «σκιών». Ενώ ο Φωτισμένος άνθρωπος μπορεί να έχει εμπειρία και του Ανώτερου Εσωτερικού Κόσμου του Είναι και του χρονικού παροδικού φαινομένου (ακριβώς σαν παροδικού φαινομένου, από το οποίο δεν εξαρτάται) χωρίς να «κρατιέται» πουθενά, ο διανοητικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται μόνο μέσω της διάνοιας και πιστεύει όχι μόνο πως ο κόσμος που αντιλαμβάνεται (των εννοιών, των «σκιών» των πραγμάτων) είναι πραγματικός αλλά και πως είναι ο μόνος υπαρκτός κόσμος.

Με αυτόν τον τρόπο, μέσω της διανόησης, δομούμε μια αντίληψη ενός εαυτού, απομονωμένου, μέσα σε ένα εξωτερικό κόσμο. Αυτό μας εισάγει αυτόματα στην δυαδική αντίληψη της πραγματικότητας. Αντιλαμβανόμαστε σαν υποκείμενα διαχωρισμένα από τον κόσμο, έναν αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας. Ενώ ο Φωτισμένος άνθρωπος χρησιμοποιεί επίσης την υποκειμενική θέαση, μέσα από τον φορέα του, εντούτοις δεν της δίνει απόλυτη αξία, γνωρίζοντας από εμπειρία ότι είναι μια περιορισμένη (κι αναγκαία ως το σημείο που μας εξυπηρετεί) θέαση, ενώ από εμπειρία μπορεί να ανυψωθεί πάνω από αυτό το επίπεδο λειτουργίας ως την Θέαση της Παγκόσμιας Συνείδησης. Ο διανοητικός άνθρωπος όμως, ταυτισμένος με αυτό που αντιλαμβάνεται είναι εγκλωβισμένος στην δική του υποκειμενική θέαση. Δεν μπορεί να βγει έξω από αυτή την θέαση.  Ό,τι κι αν αντιλαμβάνεται, ό,τι κι αν προσπαθεί, ό,τι κι αν κάνει είναι διανόηση. Ακόμα κι η αντίληψη του Εσωτερικού Κόσμου, ή ενός κόσμου πέρα από τον άνθρωπο και την δημιουργία, δεν είναι παρά μια έννοια, μια «σκιά». Ακόμα κι ο Θεός για τον διανοητικό άνθρωπο είναι έννοια, «σκιά». Μπορεί να χρησιμοποιεί λέξεις όπως αδημιούργητο, υπερβατικό, απόλυτο, ακατάληπτο, παντοδύναμο, αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά έννοιες, συλλήψεις της διανόησης που αποδίδονται σε ένα αντικείμενο. Τα Ζωντανά πράγματα προσεγγίζονται μόνο βιωματικά. Εδώ εγκαταλείπεται όλη η διανοητική θεολογία και δικαιώνεται ο μυστικισμός και το μυστικό βίωμα.

Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος, σαν Ζωντανός, πραγματικός άνθρωπος, από την Φύση του είναι αυτό που είναι. Είναι το Θεμέλιο, που βρίσκεται στο Βάθος της Συνείδησης και έχει από την Φύση του την δυνατότητα της Εσωτερικής Αίσθησης του Είναι κι ασφαλώς την δυνατότητα μέσω του φορέα του να έχει εμπειρία του εξωτερικού κόσμου. Το πρόβλημα με τον άνθρωπο είναι ότι μαθαίνει να λειτουργεί ιδιαίτερα και πολλές φορές κατ’ αποκλειστικότητα στο διανοητικό επίπεδο. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Καταρχήν η κοινωνία, για την διατήρησή της, δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο. Ούτε κι άνθρωπος για την υλική επιβίωσή του χρειάζεται κάτι παραπάνω. Μετά η διανοητική εμπειρία και γνώση είναι πληροφορίες διαχειρίσιμες που μπορούν να μεταδοθούν, μέσω της κοινωνικοποίησης, στις επόμενες γενιές. Επιπρόσθετα οι πληροφορίες ελέγχονται και «διαμορφώνονται», για την χειραγώγηση των ανθρώπων. Αν οι άνθρωποι ανέπτυξαν ένα διανοητικό, τεχνολογικό, πολιτισμό είναι γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο.

Η εκπαίδευση του πραγματικού ανθρώπου ήταν πάντα στο περιθώριο, έργο της Εσωτερικής Παράδοσης και των μυστικών κινημάτων, που δεν έχουν βέβαια καμία σχέση με τις εξωτερικές θρησκείες. Οι αληθινοί άνθρωποι ζούσαν πάντα έξω από την κοινωνία, είναι οι «κρυμμένοι σοφοί». Η διαφορά ανάμεσα σε ένα Πραγματικό Αναζητητή κι ένα απλό θρησκευόμενο είναι ότι ο Πραγματικός Αναζητητής ενεργοποιεί την Εσωτερική Άμεση Αίσθηση του Είναι κι Ανυψώνεται Ως το Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξής του, ενώ ο θρησκευόμενος διανοητικός άνθρωπος κινείται στον κόσμο των «σκιών» κι η εξέλιξή του συμβαίνει πάντα μέσα στον περιορισμένο διανοητικό χώρο των «σκιών».

Ο Εσωτερικός Συμβολισμός


Να διευκρινίσουμε καταρχήν ότι η Εσωτερική Παράδοση εκφράζεται στην Γλώσσα των Συμβόλων. Όταν η Εσωτερική Παράδοση χρησιμοποιεί λέξεις τις χρησιμοποιεί για πράγματα που έχουν βιωθεί ή μπορούν και πρέπει να βιωθούν. Υποδεικνύει την ενεργοποίηση της Εσωτερικής Αίσθησης των πραγμάτων και την άμεση βιωματική αντίληψη των πραγμάτων. Δεν χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν έννοιες για να μεταφέρει διανοητικές πληροφορίες και μηνύματα. Η Εσωτερική Παράδοση κινείται στον Βιωματικό Χώρο κι οι λέξεις της περιέχουν βιώματα, κι απευθύνονται στην Εσωτερική Διάσταση του ανθρώπου δεν είναι έννοιες που περιέχουν πληροφορίες, άλλες έννοιες κι απευθύνονται στην διανόηση.

Σε όλες τις Παραδόσεις και τις Εσωτερικές Διδασκαλίες μιλούν για το Θεμέλιο. Είναι το Χάος των Ορφικών, η Άβυσσος της Ερμητικής Παράδοσης, το Ασαμσκρίτα του Βούδα ή το Βάθρο του Χούι-Νεγκ, το Άτμαν των Βεδαντιστών ή το «I am» του Νισαργκατάτα, το Γκρουντ ή Θεότητα, του Μάιστερ Εκκαρτ. Αυτό είναι Κάτι που πρέπει να Βιώσει κάποιος στο Βάθος της Ύπαρξής του, να το Βιώσει Πραγματικά. Οι διανοητικοί άνθρωποι μπορεί να το εκλάβουν σα την έννοια της Αρχής στα πλαίσια μιας διανοητικής θεώρησης. Προφανώς αυτό δεν έχει σχέση με την Εσωτερική Παράδοση. Είναι μια κάκιστη μεταφορά της Βιωματικής Αλήθειας στο διανοητικό επίπεδο των εννοιών, των «σκιών» των πραγμάτων. Όσο κι αν οι διανοούμενοι επιστήμονες θέλουν να πιστεύουν και να υποστηρίζουν ότι ερμηνεύουν τα πράγματα στην πραγματικότητα εκθέτουν απλά τις διανοητικές απόψεις τους περί των πραγμάτων. Ο Εσωτερισμός δεν έχει καμιά σχέση με την ακαδημαϊκή διανοητική θεολογία.

Ο Κόσμος που Αποκαλύπτεται στην Άμεση Εσωτερική Αίσθηση του Είναι, εφόσον αυτή η Αίσθηση λειτουργεί ή αφυπνίζεται είναι ο Αιώνιος Κόσμος του Φωτός. Εδώ όπου όλα είναι Φανερά πηγαία, αυθόρμητα, άμεσα και χωρίς καμιά διαδικασία. Ο Εξωτερικός Κόσμος είναι αποτέλεσμα δραστηριότητας, κίνησης κι υπάρχει μόνο στο απόλυτο παρόν, την στιγμή που εκδηλώνεται. Είναι ένας Κόσμος Σκιάς. Ο Ελεύθερος Φωτισμένος Άνθρωπος μπορεί να υπάρχει και να δρα τόσο στον Άχρονο Χώρο του Εσωτερικού Είναι όσο και στον παροδικό κόσμο των φαινομένων, στον Κόσμο της Σκιάς. Δεν παραπλανάται. Οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργώντας αποκλειστικά με την διανόηση, μέσα στην διανόηση γνωρίζουν μόνο τον κόσμο της Σκιάς και με την διανοητική λειτουργία γνωρίζουν τα πράγματα του κόσμου της σκιάς όχι σαν παροδικά φαινόμενα που υφίστανται μόνο στην Στιγμή που ρέει αλλά σαν υπολείμματα της Σκιάς, σαν μνήμες, σαν στάχτες της ζωής.

Συχνά το Εσωτερικό Είναι του Ανθρώπου χαρακτηρίζεται σαν ο Άνω Κόσμος κι ο εξωτερικός κόσμος σαν ο κάτω ή κατώτερος κόσμος που αλλάζει και φθείρεται.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Πλήρης Αντίληψη που Εδράζεται στην Αληθινή Φύση μας είναι Πλήρως Λειτουργική σε όλη την Έκταση της Ύπαρξης. Περιλαμβάνει τόσο τον Χώρο του Είναι όσο και την εμπειρία του χρόνου, της παροδικής ζωής στους κατώτερους κόσμους. Ο περιορισμός στην διανοητική λειτουργία κι η θέαση της πραγματικότητας μέσα από την διάνοια τα μετατρέπει όλα σε αντιλήψεις της διάνοιας, σε έννοιες, σε «σκιές» των πραγμάτων. Όσο κι αν η διάνοια θέλει να κατανοήσει τα πάντα, να επιτύχει τα πάντα, το μόνο που κάνει είναι να προεκτείνει τον εαυτό της, να επεκτείνει τις συλλήψεις της.

Η Γλώσσα των Συμβόλων της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας


Η Συνείδηση Μοιάζει να είναι το Απόλυτο Άγνωστο Υπόβαθρο κάθε παρουσίας, κάθε κατάστασης, κάθε δραστηριότητας ή φαινομένου. Αυτή η έκφραση «Απόλυτο Άγνωστο Υπόβαθρο» στην ουσία δεν λέει τίποτα (δεν δίνει καμία «πληροφορία»). Εδώ υπονοείται ότι Αυτό, ενώ Είναι Ζωντανό, εμφανίζεται από τις συνέπειές του. Μοιάζει με το Κενό Εντός του Οποίου εμφανίζονται τα πάντα. Πρέπει να υπάρχει το Κενό για να εμφανισθεί οτιδήποτε. Υπάρχει μόνο Αυτή η Μοναδική Πραγματικότητα. Δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός. Έτσι όλες οι λέξεις που αναφέρονται εδώ, Συνείδηση, Θεός Ψυχή, υπονοούν το ίδιο πράγμα. Μια Τέτοια Συνείδηση Είναι Χωρίς Ιδιότητες, Άχρονη, Υπερβατική, Ανεξάρτητη από οποιοδήποτε περιεχόμενο. Η Βίωση Αυτού του Βάθους της Συνείδησης είναι η Μόνη Αληθινή Εμπειρία. Με αυτή την έννοια οποιαδήποτε λέξη αναφέρεται σε Αυτό δεν έχει στην πραγματικότητα περιεχόμενο. Είναι ένα απλό σύμβολο που υπονοεί την βιωματική προσέγγιση του. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το «γνωρίσεις». Πρέπει να το αγγίξεις, να έρθεις σε «επαφή» μαζί του.

Τα Σύμβολα υπονοούν Καταστάσεις ή Δράσεις της Συνείδησης που πρέπει να βιώσουμε. Η αλήθεια (του πράγματος) πρέπει να γίνει αντιληπτή με αυτή την Βαθύτερη Αντίληψη (την Ενόραση) κι όχι μέσα από τις εξωτερικές δραστηριότητες της Συνείδησης, όπως η διανόηση. Με άλλα λόγια η Συνειδητοποίηση, η Κατανόηση της αλήθειας πρέπει να γίνει στο Φυσικό Επίπεδο, με πραγματική δράση. Η πληροφόρηση στο διανοητικό επίπεδο, η διανοητική κατανόηση, δεν είναι αληθινή κατανόηση αφού τροφοδοτεί και συνεχίζει την διανοητική δραστηριότητα.

Με άλλα λόγια τα Σύμβολα αναφέρονται σε Φυσικά Υπάρχοντα και σε Φυσικά Συμβαίνοντα. Δεν είναι διανοητικές συλλήψεις που μεταφέρουν ένα διανοητικό νόημα ή μήνυμα. Πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν «οδοδείκτες» που οδηγούν στην άμεση, απευθείας, αντίληψη κι όχι σαν «γνώση». Η αληθινή γνώση είναι μόνο η βιωματική γνώση και μάλιστα όταν είναι ζωντανή, όχι η ανάμνησή της. Με αυτή την έννοια ολόκληρη η Μυστική Γλώσσα είναι Γλώσσα Συμβόλων που υποδεικνύουν Υπάρχοντα και Συμβαίνοντα.. Είναι μια Γλώσσα Βαθύτερη και Ουσιαστικότερη από την διανοητική γλώσσα των εννοιών.

Στην πραγματικότητα δεν είναι το Σύμβολο που περιέχει κάτι ή λέει κάτι. Είναι η δική μας δράση που πρέπει να μας αποκαλύψει αυτό που υποδεικνύει το Σύμβολο. Αν δεν γίνει αυτή η πράξη κατανόησης, προσέγγισης της πραγματικότητας, των αληθινών πραγμάτων και συμβαινόντων τότε το Σύμβολο μένει ανενεργό, κενό, χωρίς χρησιμότητα.

Η Μυστική Γλώσσα των Συμβόλων επεκτείνει την Κατανόηση πέρα από τα στενά όρια της διανόησης και μας εισάγει στην «Καρδιά» της Πραγματικότητας.

Η διανοητική γλώσσα, της σκέψης, των εννοιών, των «σκιών»


Ενώ η Αντίληψη είναι μια ζωντανή δραστηριότητα, λειτουργία, που ακολουθεί την συνεχή ροή των φαινομένων, στο απόλυτο παρόν, η διανόηση χρησιμοποιεί σαν βάση το πρωτογενές βίωμα της επαφής με την πραγματικότητα για να δημιουργήσει μια πιο σύνθετη αντίληψη της πραγματικότητας. Δεν ακολουθεί, σαν την Αντίληψη, την ροή των φαινομένων που εισέρχονται στην επίγνωσή μας αλλά προσπαθεί να συλλάβει την «Κίνηση» την ροή σαν μια «σταθερή πραγματικότητα» με σταθερά πράγματα των οποίων αλλάζουν μόνο οι σχέσεις. Ενώ η  διανόηση, σαν δραστηριότητα, σαν λειτουργία, ανήκει στην πραγματικότητα (στον κόσμο της πραγματικότητας) εν τούτοις αυτό που δομεί είναι μια κατασκευή. Ακινητοποιεί την πραγματικότητα σε μια σταθερή αναπροσαρμοζόμενη εικόνα και βλέπει σταθερά πράγματα εκεί που υπάρχουν μόνο ροές φαινομένων. Αυτό δίνει βέβαια την ευκαιρία για καλύτερη οργάνωση του υλικού της εμπειρίας για σχεδιασμό της δράσης μας αλλά μας έχει βγάλει τελείως έξω από την ζωντανή ρέουσα πραγματικότητα και μας έχει εισάγει σε μια εικονική πραγματικότητα. Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι μαζί να υιοθετούν την ίδια εικόνα της πραγματικότητας ή να συντονίζουν την δράση τους (με βάση κοινές πεποιθήσεις) δεν αποδεικνύει τίποτα πέρα από το συμβάν της συμβατικής συμφωνίας τους.Αυτό καθεαυτό το γεγονός δεν αναβαθμίζει την νοητική κατάσταση αυτών των ανθρώπων (αυτό που αντιλαμβάνονται) σε πραγματικότητα.

Αυτές οι νοητικές συλλήψεις της όλης πραγματικότητας, των στοιχείων της, των όντων, οι σταθερές αντιλήψεις, είναι οι απογυμνωμένες κι αφηρημένες παραστάσεις που έχουν εσωτερικοποιηθεί σε έννοιες. Οι έννοιες δεν είναι απλά σύμβολα της πραγματικότητας. Είναι σταθερές κατασκευές της νόησης, με προσδιορισμένο περιεχόμενο (που ορίζεται στις εγκυκλοπαίδειες και τα λεξικά), αφηρημένες νοητικές πληροφορίες, που μπορούν να απομνημονευθούν, να καταγραφούν, να μεταδοθούν, να διδαχτούν, να υπάρχουν αντικειμενικά σαν πληροφορίες.

Στην πραγματικότητα ο κόσμος των φαινομένων, της ροής των φαινομένων, είναι ένας κόσμος αντανάκλασης μιας βαθύτερης δράσης. Η Αντίληψη μπορεί να παρακολουθεί αυτόν τον κόσμο της ροής σαν ζωντανή λειτουργία. Η σκέψη από αυτόν τον κόσμο της αντανάκλασης συγκρατεί μόνο τα κατάλοιπα της κίνησης, τα ίχνη που αφήνει η κίνηση στην μνήμη. Είναι ίχνη μνήμης. Είναι στάχτες της αντίληψης. Οι άνθρωποι, έτσι, δεν ζουν στον αληθινό κόσμο της ροής με ζωντανή αντίληψη. Ζουν στον κόσμο της σκέψης, της μνήμης, της διανοητικής πληροφορίας. Ζουν σε ένα ψεύτικο κατασκευασμένο κόσμο. Με την κοινωνικοποίηση εισερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο της κοινωνικής σύμβασης που διαφοροποιείται από κοινωνία σε κοινωνία. Με την γλώσσα και την εκπαίδευση προσδιορίζουμε καλύτερα αυτόν τον κόσμο. Επικοινωνούμε σε διανοητικό-λεκτικό επίπεδο. Η γλώσσα της διανόησης είναι ακριβώς η γλώσσα των κατασκευασμένων εννοιών για όλα τα πράγματα που εισέρχονται στην εμπειρία μας.

Ο αληθινός κόσμος της ροής των φαινομένων είναι τελείως έξω από όλη αυτή την (διανοητική) δράση μας, τις αντιλήψεις μας και τα βιώματά μας. Η αφύπνιση στον κόσμο της ζωντανής αντίληψης είναι πραγματικά μια νέα γέννηση σε ένα νέο κόσμο. Κι ασφαλώς η Εμβάθυνση στον Κόσμο της Αιώνιας Πραγματικότητας είναι μια εμπειρία τελείως διαφορετική από τον σταθερό κόσμο της σκέψης που είναι μια κατασκευή, ένα όνειρο, ένα ψέμα.

Η Απελευθέρωση


Όταν μιλάμε για Πραγματική Απελευθέρωση, Πραγματική Φώτιση, για Πνευματική Αναγέννηση, Βίωση της Ανώτερης Πραγματικότητας, μιλάμε για ενεργοποίηση των ανώτερων εσωτερικών δυνάμεων του ανθρώπου ή αλλιώς για δράση στα ανώτερα κέντρα δράσης του ανθρώπου.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Πραγματικότητα, το Απόλυτο, η Δυνατότητα Βίωσης του Απολύτου είναι έμφυτη στον Άνθρωπο, βρίσκεται στην Ίδια την Φύση του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βιώσει κάτι αν δεν έχει εξαρχής, από την φύση του, την δυνατότητα να το βιώσει. Στην πραγματικότητα μιλάμε για ενεργοποίηση της Ίδιας της Φύσης μας, ή για συνειδητοποίηση των ίδιων μας των δυνάμεων. Δεν υπάρχει κάποια εξωτερική αλλαγή ή εξέλιξη, ούτε έξωθεν βοήθεια για να ζήσουμε κάτι.

Μετά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατή, η ενεργοποίηση σε ένα ανώτερο κέντρο αντίληψης με την επιθυμία, την επιδίωξη, ή την προσπάθεια. Αντίθετα πρέπει να ξεπερασθεί η δραστηριότητα στο κατώτερο κέντρο για να μετατοπιστεί η δραστηριότητα στην ανώτερη περιοχή δράσης. Δεν μπορείς να επιδιώξεις την καθαρότητα ή την καλή λειτουργία, πρέπει να απομακρύνεις τα σκουπίδια ή τα εμπόδια, για να συμβεί αυτό.

Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση πρέπει να είναι πραγματική. Το να συλλαμβάνουμε, θεωρητικά, διανοητικά, ή διαισθητικά, μια κατάσταση και να προσπαθούμε μέσα από την προσωπική προσπάθεια να «αναδυθούμε» κάπου είναι υποκειμενική αυταπάτη. Ούτε η απομόνωση στο υποκείμενο, η «απομάκρυνση» από το αντικείμενο, ή η αποκοπή από τις πληροφορίες του εξωτερικού κόσμου, οδηγεί στον πραγματικό πνευματικό χώρο. Αντίθετα μας απομονώνει στο υποκείμενο, οδηγεί στον απόλυτο υποκειμενισμό (σολιψισμός). Αυτό είναι αυτοΰπνωση, όχι πνευματική πραγματοποίηση. Στην πραγματικότητα η πνευματική ανύψωση οδηγεί πέρα από την διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου, πέρα από το υποκείμενο, σε μια Ανώτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα, που τα περιλαμβάνει όλα σε μια ενότητα. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

Ακόμα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση σε ανώτερα κέντρα λειτουργίας ή δράσης, με το ταυτόχρονο ξεπέρασμα των κατώτερων λειτουργιών, δεν είναι «ποιοτική» αλλά «ποσοτική». Θέλουμε να πούμε ότι η ενεργοποίηση μιας ανώτερης λειτουργίας, η μετατόπισή μας σε μια ανώτερη περιοχή δράσης, δεν καταργεί τελείως τις κατώτερες λειτουργίες. Απλά μεταφέρεται η κύρια δράση σε μια ανώτερη περιοχή ενώ οι κατώτερες λειτουργίες είναι σε πλήρη ετοιμότητα, λειτουργούν αμυδρά ή ανεπαίσθητα ή κατ’ ελάχιστο, μέχρι οι ανάγκες της ζωής να μεταφέρουν την προσοχή μας εκεί. Με άλλα λόγια μιλάμε για μια μετατόπιση της προσοχής και της ενασχόλησής μας κι όχι για μια ολοκληρωτική μετατόπιση. Βεβαίως όταν λειτουργούμε στα ανώτερα εσωτερικά κέντρα, στον πνευματικό χώρο, είναι δυνατή η απομόνωση, η αποκοπή της ροής των πληροφοριών από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτό μπορεί να γίνει για να μπορέσουμε να βιώσουμε πιο έντονα τις εσωτερικές καταστάσεις, αλλά και πάλι η επανασύνδεση με τον εξωτερικό κόσμο είναι πάντα δυνατή κι αυτόματη, χωρίς χρόνο. Όμως αυτή η εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με την αποκοπή του υποκειμένου που περιγράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο.

Τέλος πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ξεπέρασμα των κατώτερων λειτουργιών και της σκέψης που κατασκευάζει τον παρατηρητή, τον διχασμό υποκειμένου-αντικειμένου κι όλη αυτή την ονειρική ζωή που βιώνουν οι άνθρωποι, οδηγεί, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε μια Ανώτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα, στον Αιώνιο Χώρο του Είναι που τα Αγκαλιάζει Όλα, Εδώ. Και τον Άχρονο Χώρο και την χρονική ροή των φαινομένων. Αυτή η Αιώνια Παρουσία που τα Περιλαμβάνει Όλα δεν είναι παρατήρηση από κάποιο «κέντρο», ούτε υποκειμενική εμπειρία. Είναι μια κατάσταση τελείως έξω από κάθε τι υποκειμενικό ή περιορισμένο. Δεν υπάρχει κανένα «κέντρο» παρατήρησης κι επομένως κανενός είδους υποκειμενική εμπειρία.

Κι ακόμα αυτή η Ανώτερη Πνευματική Κατάσταση στην οποία βιώνουμε την Εσωτερική Ελευθερία της Ψυχής ή την Αντικειμενική Συνείδηση, δεν είναι η Τελική Κατάσταση. Πέρα από όλα υπάρχει Μια Κατάσταση χωρίς κανένα απολύτως αντιληπτικό περιεχόμενο. Είναι η Αληθινή Πραγματικότητα, το Θεμέλιο, η Άβυσσος των Αρχαίων Γνωστικών. Είναι Μια Κατάσταση Όπου Αυτό Ανασαίνει Σιωπηλά.

Η Απελευθέρωση, του Γιόγκα (νιρόντχα)


Ο Πανταζάλι ορίζει το Γιόγκα σαν κατάπαυση των διακυμάνσεων του νου («Γιόγκα, τσιττά βρίττι νιρόντχα», στο Κεφάλαιο 1 Σαμάντι Πάντα, σούτρα 2, των Γιόγκα Σούτρας). Μιλά για μια κατάσταση της Συνείδησης Αντικειμενική, όπου η Αντίληψη απλά συμβαίνει, πηγαία, αυθόρμητα, φυσικά, ανεμπόδιστα, αγκαλιάζοντας όλα όσα εισέρχονται στην επίγνωση σε μια ενότητα. Δεν υπάρχουν δραστηριότητες, διαδικασίες (σκέψη, κλπ.) που να δημιουργούν ένα κέντρο αντίληψης, ένα υποκείμενο που να αλλοιώνει ην αντίληψη της πραγματικότητας δημιουργώντας διαχωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου ή αντίληψη δυαδικότητας. Δεν υπάρχει υποκειμενική εμπειρία, υποκειμενική μνήμη, υποκειμενική ζωή. Το «νιρόντχα», η κατάπαυση όλων των δραστηριοτήτων σημαίνει την μετάβαση σε μια κατάσταση αντικειμενική, διαφορετική από την κατάσταση της υποκειμενικής βίωσης της πραγματικότητας. Η Αντίληψη, απελευθερώνεται κι απλά συμβαίνει. Η σκέψη, η υποκειμενική εμπειρία, η υποκειμενική βίωση της πραγματικότητας είναι κάτι που κάνουμε. Αν θέλουμε λοιπόν, πραγματικά, να αντιληφθούμε την πραγματικότητα πρέπει να αφήσουμε την αντίληψη να συμβαίνει ανεμπόδιστα, να σταματήσουμε να παρεμβαίνουμε και να αλλοιώνουμε την αντίληψή μας. Η μετάβαση σε αυτή την Κατάσταση είναι μια φυσική δράση, μια αλλαγή της συνείδησης από μια υποκειμενική κατάσταση-δράση σε μια Αντικειμενική Κατάσταση. Είναι μια πραγματική Μετάβαση, μια μετάβαση τελείως έξω από το υποκειμενικό βίωμα. Δεν είναι υποκειμενική εμπειρία, βίωμα μέσα από ένα κέντρο αντίληψης, ούτε αλλαγή ή εξέλιξη των βιωμάτων του υποκειμένου. Δεν είναι δραστηριότητα του υποκειμένου, ούτε εμπειρία του υποκειμένου. Κι αυτό γιατί σταματούν ακριβώς όλες οι δραστηριότητες που παράγουν την υποκειμενική αντίληψη, την υποκειμενική εμπειρία, την υποκειμενική μνήμη. Όταν υπάρχει δραστηριότητα δημιουργείται κέντρο αντίληψης, υποκείμενο, υποκειμενική εμπειρία και οποιαδήποτε εμπειρία, εξέλιξη, αλλαγή, είναι υποκειμενική, εντός των δραστηριοτήτων του υποκειμένου.

Με άλλα λόγια αυτό που πολύ απλά λέει ο Πανταζάλι είναι ότι το το «νιρόντχα» είναι μια η φυσική δράση της μετάβασης από την υποκειμενική δραστηριότητα σε μια αντικειμενική ανοιχτή συνείδηση, ενώ σε οποιαδήποτε υποκειμενική δραστηριότητα, αλλαγή ή εξέλιξη η φυσική δράση είναι πάντα η υποκειμενική δραστηριότητα, δηλαδή αυτό που «κάνουμε», η σκέψη, κλπ. Στην δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει καμιά πραγματική αλλαγή, σε φυσικό επίπεδο. Συνεπώς η μόνη πραγματική έξοδος προς την ελευθερία είναι το «νιρόντχα», το σταμάτημα της παρέμβασής μας, η απόλυτη ηρεμία, η πλήρης διάλυση όλων των διαδικασιών που δημιουργούν οποιοδήποτε υποκείμενο, οποιαδήποτε υποκειμενική εμπειρία. Στο Αληθινό Γιόγκα, στο Αληθινό Σαμάντι, στο Αληθινό Νιρόντχα δεν υπάρχει υποκειμενική εμπειρία, απλά όλα συμβαίνουν. Γιόγκα είναι η έξοδος (η ολοκληρωτική έξοδος) από όλη την υποκειμενική δραστηριότητα. Δεν είναι ούτε δράση του υποκειμένου, ούτε εξέλιξη του υποκειμένου αλλά υπέρβαση του υποκειμένου σε μια Αντικειμενική Κατάσταση, στην Παγκόσμια Συνείδηση.

Όταν  βιώνεται η Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης (κι επειδή ακριβώς δεν υπάρχει διαδικασία δημιουργίας υποκειμενικής αντίληψης, διαχωρισμού υποκειμένου-αντικειμένου, δυαδικότητας) βιώνεται μια Κατάσταση Ενότητας της Επίγνωσης που τα περιλαμβάνει όλα. Σε αυτή την Κατάσταση η Αντίληψη είναι Πηγαία Αυθόρμητη Φυσική Ανεμπόδιστη Ανοιχτή. Στην πραγματικότητα λειτουργούμε σε μια Ανώτερη Περιοχή της Ύπαρξης, της Άμεσης Αντικειμενικής Αντίληψης που Συμβαίνει, σε ένα Ανώτερο Κέντρο Λειτουργίας της ύπαρξής μας. Αντιλαμβανόμαστε από μια Ανώτερη Σκοπιά, με μια Ανώτερη Όραση. Η Αντίληψη είναι Ενεργός και καλύπτει και τις κατώτερες περιοχές της αντίληψης, τις κατώτερες λειτουργίες της σκέψης, της συναίσθησης, της αίσθησης και της επαφής με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά όλα γίνονται από το ανώτερο κέντρο ελέγχου κι η εμπειρία είναι αντικειμενική, χωρίς να χρωματίζεται από καμία υποκειμενική δραστηριότητα ή αντίληψη ή «αίσθηση». Τελικά η Μετάβαση από την υποκειμενική εμπειρία της ύπαρξης στην Αντικειμενική Αντίληψη της Ζωής είναι μια «λειτουργική μετάβαση». Κι αποτελεί μια Νέα Εμπειρία της ζωής.

Αυτή η Κατάσταση που περιγράφουμε (Δράση, Εμπειρία Ζωής) είναι ακριβώς το Αληθινό Σαμάντι, το Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα. Μια Κατάσταση όπου δεν υπάρχει υποκείμενο, αντίληψη διαχωρισμού. Μια Επίγνωση ενότητας που δεν κρατιέται πουθενά και ρέει ελεύθερα. Μια κατάσταση επίγνωσης χωρίς κέντρο που τα περιλαμβάνει όλα (όλα όσα εισέρχονται στο πεδίο της). Είναι μια Κατάσταση όπου βιώνεται το Απόλυτο Παρόν, η Στιγμή που Ρέει. Ρέουμε μαζί με όλα. Εδώ. Τώρα. Κι αυτή η Εμπειρία (αυτό το Εδώ, Τώρα) περιλαμβάνει τα Πάντα κι όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο των αισθήσεων. Αυτή η Αίσθηση Παρουσίας Εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα κι αν δεν υπάρχουν μηνύματα από τον εξωτερικό κόσμο ή δεν υπάρχει καθόλου εξωτερικός κόσμος. Η Αληθινή Ύπαρξη Στηρίζεται μόνο στον Εαυτό της, όχι στην Αντίληψη, ή στην δημιουργία του κόσμου των φαινομένων.

Όταν δεν έχει επιτευχθεί αυτή η Κατάσταση της Απελευθέρωσης αυτό σημαίνει ότι λειτουργούμε ακόμα μέσα στην υποκειμενική συνείδηση, μέσα από ένα κέντρο αντίληψης και βιώνουμε τον διαχωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου, βιώνουμε την δυαδικότητα. Μόνο σε μια τέτοια κατάσταση έχει νόημα η άσκηση του γιόγκα, το σαμάντι με υποστήριγμα που έρχεται σαν ωρίμανση και ολοκλήρωση του σαμγιάμα, η συγκέντρωση, η διαδικασία η επίτευξη, κλπ. Στην πραγματικότητα όλη αυτή η άσκηση που περιγράφεται στα Γιόγκα Σούτρας, σαν ασάνα, πραναγιάμα, σαμγιάμα (νταράνα, ντυάνα, σαμάντι), είναι προπαρασκευαστική. Όλα αυτά είναι ένας έμμεσος τρόπος, ένας πλάγιος τρόπος να επιτευχθεί το «νιρόντχα». Από αυτή την άποψη το Σαμάντι με υποστήριγμα (με συγκέντρωση, κλπ) δεν διαφέρει από το Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα. Γιατί την στιγμή που το Σαμάντι με τποστήριγμα ολοκληρώνεται , διαλύεται η διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου κι έχουμε εμπειρία μιας ενιαίας επίγνωσης της πραγματικότητας, μιας αντικειμενικής εμπειρίας της πραγματικότητας. Τότε το Σαμάντι με υποστήριγμα γίνεται Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα, «νιρόντχα», Καϊβαλγία. Έτσι ενώ με την άσκηση του Σαμάντι με υποστήριγμα φαίνεται ότι η εξέλιξη είναι «βαθμιαία» (γιατί κινούμαστε ακόμα μέσα στην υποκειμενική εμπειρία) την στιγμά ακριβώς που «επιτυγχάνουμε» το Αληθινό Σαμάντι και παύουν τελείως οι υποκειμενικές παρεμβολές στην αντίληψη, οι διακυμάνσεις της υποκειμενικής εμπειρίας (οι δικές μας δραστηριότητες) συμβαίνει μια «αιφνίδια» μεταβολή, εισερχόμαστε στην αντικειμενική εμπειρία της πραγματικότητας.  Με αυτή την έννοια διδάσκεται ότι η «Φώτιση» είναι και βαθμιαία και αιφνίδια.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά που ήθελε να πει ο Πανταζάλι και που προσπαθούμε να περιγράψουμε εδώ είναι πολύ απλά, αν δώσουμε λίγη προσοχή. Η Ύπαρξη, η Συνείδηση λειτουργεί στο Βαθύτερο Υπαρξιακό Επίπεδο της Αληθινής Ύπαρξης, στο Επίπεδο της Φυσικής Ανόθευτης Αντίληψης που είναι μια Άμεση Σύλληψη της Πραγματικότητας, Ελεύθερη, Ανοιχτή Ανεμπόδιστη και Χωρίς Κέντρο και στο Επίπεδο της Εξωτερικής Δραστηριότητας όπου βιώνεται η υποκειμενική εμπειρία. Με άλλα λόγια η Συνείδηση Είναι Μέσα στο Αντικειμενικό (Πηγάζει και Στηρίζεται στο Αντικειμενικό), Αντιλαμβάνεται Φυσικά και Δρα Υποκειμενικά. Είναι, Αντιλαμβάνεται, Δρα. Πρέπει, σύμφωνα με τον Πανταζάλι να σταματήσει η εξωτερική υποκειμενική δραστηριότητα (που διαχωρίζει την ύπαρξη σε υποκείμενο-αντικείμενο) για να Αντιληφθούμε το Εσωτερικό Είναι σαν μια Ενότητα που τα περιλαμβάνει όλα. Αυτή η Αντικειμενική Συνείδηση, η Παγκόσμια Συνείδηση είναι μια Ανώτερη Κατάσταση σε σχέση με την περιορισμένη υποκειμενική εμπειρία. Εμβαθύνοντας στο Εσωτερικό Βίωμα του Είναι, διατρέχοντας τις Τρεις Εσωτερικές Περιοχές της Εμπειρίας του Είναι, εισερχόμαστε στην Περιοχή της Απόλυτης Σιωπής της Αληθινής Ύπαρξης, όπου κάθε αντίληψη καταπαύει (κι αυτό είναι το Αληθινό Καϊβαλγία). Εδώ η Ύπαρξη Αναπαύεται σον Εαυτό της, Απλά Ζει. Αυτή είναι η Οδός του Γιόγκα.

Ο Αληθινός Διαλογισμός


Ο Αληθινός Διαλογισμός είναι αυθόρμητη φυσική αντίληψη, άμεση ανεμπόδιστη σύλληψη της πραγματικότητας, ανοιχτή επίγνωση χωρίς «κέντρο» που τα αγκαλιάζει όλα. Είναι με άλλα λόγια τρόπος αντίληψης, τρόπος όρασης της πραγματικότητας. Είναι η εμπειρία της πραγματικότητας, η πραγματικότητα, η αλήθεια. Εξορισμού είναι κάτι που βιώνεται αλλά δεν είναι κάτι που μπορεί να «επιτευχθεί», δεν είναι διαδικασία. Οποιαδήποτε δραστηριότητα, διαμόρφωση της φυσικής αντίληψης, αυτόματα είναι υποκειμενική δράση, δράση μέσω ενός κέντρου αντίληψης, είναι υποκειμενική εμπειρία. Μια τέτοια δράση δεν οδηγεί πέρα από το υποκείμενο. Συνεπώς δεν είναι αυτή η Οδός, αφού κάθε δράση είναι μια αδιέξοδη δραστηριότητα. Ούτε η «παραίτηση», απάρνηση ή απόρριψη, οδηγεί κάπου. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει δρόμος να οδηγεί στην ελευθερία. Γιατί; Επειδή κάθε προσπάθεια είναι υποκειμενική προσπάθεια, είναι προσπάθεια του υποκειμένου να βιώσει την ελευθερία. Προφανώς η Ελευθερία δεν μπορεί να είναι υποκειμενική εμπειρία, δεν μπορεί να επιτευχθεί από ένα υποκείμενο. Ο Αληθινός Διαλογισμός, η Βίωση της Πραγματικότητας, η Ελευθερία είναι μια Αντικειμενική Δράση που υπερβαίνει το υποκείμενο, απαιτεί την πλήρη διάλυση της υποκειμενικής αντίληψης, κάτι πέρα από την υποκειμενική εμπειρία.

Λαμβάνοντας υπόψη μας όλα αυτά μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν τίθεται θέμα διαλογιστικής προσπάθειας. Γιατί, ποιος θα διαλογιστεί; Από την στιγμή που αναδύεται η πρόθεση του διαλογισμού γίνεται φανερό ότι αναδύεται μέσα από μια υποκειμενική αντίληψη, βρισκόμαστε σε κατάσταση υποκειμενικής δραστηριότητας. Είναι μάταιο. Άρα η παραίτηση από όλα αυτά πρέπει να είναι αποτέλεσμα κατανόησης αυτού που συμβαίνει κι όχι να είναι «πρόθεση» ή «προσπάθεια». Και πρέπει να είναι πλήρης, ολοκληρωτική κι αμετάκλητη. Στην πραγματικότητα τι ακριβώς λέμε; Ότι πρέπει ακριβώς να ξεριζώσουμε το ίδιο το εγώ. Κι αυτό είναι τόσο πιο δύσκολο όσο περισσότερο ταυτίζουμε την ύπαρξή μας με την υποκειμενική αντίληψη, την υποκειμενική εμπειρία, την υποκειμενική ζωή.

Στην πραγματικότητα εμείς οι ίδιοι κρατιόμαστε μέσα στην αντίληψη του υποκειμένου και στην υποκειμενική δραστηριότητα κι εμπειρία. Είναι κάτι που εμείς κάνουμε. Δεν μας το επιβάλλει ούτε η μεταφυσική άγνοια, ούτε το κάρμα, ούτε οτιδήποτε άλλο. Είναι θέμα καθαρής θέλησης, επιθυμίας. Εμείς γατζωνόμαστε σε αυτού του είδους την εμπειρία και ζωή. Τελικά το τι ζούμε, πως ζούμε είναι καθαρά θέμα ηθικής.

Τελικά ο Αληθινός Διαλογισμός είναι μη-διαλογισμός, απόρριψη κάθε υποκειμενικής δραστηριότητας. Να είμαστε ήσυχοι, να αντιλαμβανόμαστε, φυσικά κι ανεμπόδιστα, κατανοώντας ότι όλα συμβαίνουν εδώ, τώρα, καθώς πρέπει να συμβαίνουν. Ο Αληθινός Διαλογισμός, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια την ζωή, από την πλήρη αποδοχή της ζωής, όπως είναι, όπως συμβαίνει, μια ροή φαινομένων, εμπειρία της ροής. Εμπειρία στην οποία σημασία έχει «αυτός που βιώνει» κι όχι τα φαινόμενα. Κι αυτός που βιώνει δεν είναι κάποιος, κάποιο υποκείμενο, είναι η ίδια η  Αντικειμενική Συνείδηση, η ίδια η Ζωή, η ίδια η Ύπαρξη, Αυτό που Υπάρχει.

Η Ερμητική Μύηση


Ο Ερμητισμός της Ύστερης Αρχαιότητας αποτελεί αποκρυστάλλωση  της Ελληνικής Σοφίας που πηγαίνει τουλάχιστον 10 αιώνες πίσω. Έχοντας σαν αφετηρία τη Ορφική Μύηση και τα Μυστήρια κι έχοντας αφομοιώσει την Διδασκαλία όλων τω Διδασκάλων της Φιλοσοφίας, του Πλάτωνα, των Στωικών αναδύθηκε μέσα από το Γνωστικό Κίνημα (που ξεκίνησε ήδη τον 2ο π.Χ. αιώνα) σαν η κορύφωση της Ελληνικής Σοφίας (τους πρώτους μ.Χ. αιώνες). Αποτελεί ουσιαστικά τη τελική διατύπωση της Ελληνικής Σοφίας. Πολύ περισσότερο από μια διδασκαλία για την ύπαρξη, το άνθρωπο, την οδό, είναι μια πρακτική λύτρωσης, που δεν απομακρύνεται από την Πρακτική όπως την διατύπωσε ο Πλάτωνας στον Τίμαιο ή Περί Ψυχής, (67, c, d), αλλά την φωτίζει περισσότερο και την κάνει πιο συγκεκριμένη. Η Απελευθέρωση της Ψυχής νοείται σα Εμπειρία του Απολύτου, σαν Ανύψωση στην Τελική Πραγματικότητα κι όχι σαν πρόθεση ή προσπάθεια λύτρωσης μιας προσωπικής ψυχής, ενός υποκειμένου. Η Απελευθέρωση προσδιορίζεται σαν μια υπερυποκειμενική Αντικειμενική Εμπειρία της Συνείδησης. Κι αυτό είναι αποτέλεσμα της Εσωτερικής Κατανόησης που βαθαίνει ως την Αληθινή Ύπαρξη, ως το Κοινό Υπόβαθρο των πάντων.

Σύμφωνα με το Ερμητικό Κίνημα η Πραγματικότητα Είναι Μία. Δεν γίνεται αντιληπτή στην Βαθύτερη Ενότητά της που Υποστηρίζει τα πάντα, κάθε δραστηριότητα αντίληψης, κάθε εμπειρία ύπαρξης ή ζωής, κάθε φαινόμενο που αποτελεί περιεχόμενο επίγνωσης. Από Αυτή την Ζωντανή Πραγματικότητα (που συμβολικά ονομάζεται Πρώτος Νους ή Πατέρας, ή Άβυσσος) μπορεί να γίνει αντιληπτή μονάχα η Φωτεινή Παρουσία, σαν Αδιαίρετη Νοητική Ουσία που Αντανακλά το Βάθος της Πραγματικότητας. Είναι ο Δεύτερος Νους, ο Λόγος που γίνεται Πνεύμα Ενότητας και Ζωογόνος Ψυχή (στην Δημιουργική Εξέλιξή του). Ο Λόγος είναι Μια Αιώνια Φωτεινή Παρουσία του Είναι (το «Αιθέριο Φως») που αντανακλάται σαν Σταθερή Πραγματικότητα στον κόσμο του γίγνεσθαι, της κίνησης. Αυτή η δεύτερη αντανάκλαση είναι ο Δημιουργός Νους, ο «Δημιουργός», (το «Πυρ της Δημιουργίας»), το Στήριγμα όλων των παροδικών φαινομένων, των κόσμων και των όντων τους, δηλαδή του κατώτερου νοητικού κόσμου της δυαδικότητας, (του «αέρινου» κόσμου»), του κόσμου της ψυχικής πραγματικότητας (του «υδάτινου» κόσμου») και του εξωτερικού κόσμου που συντίθεται από την κατώτερη μορφή των Τεσσάρων Στοιχείων, του πυρός, του αέρα, του ύδατος και της γης, (ο «υλικός κόσμος»). Η Πραγματική Ουσία του Όντος, ο Λόγος που μετουσιώνεται σε Πνεύμα και Ψυχή μπορεί να αποκτήσει εμπειρία των κατώτερων κόσμων και της εξωτερικής ζωής όταν «ατομικοποιείται», όταν περιορίζεται σε ένα «κέντρο αντίληψης», όταν γίνεται υποκείμενο. Αυτή η υποκειμενική εμπειρία, ασφαλώς εδράζεται στην Αντικειμενική Πραγματικότητα κι είναι σαν γεγονός κάτι αντικειμενικό αλλά το περιεχόμενο της υποκειμενικής εμπειρίας (ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε κι ερμηνεύουμε τα πράγματα) είναι μια δική μας κατασκευή. Η Ανώτερη Ουσία, σαν ατομική ψυχή, υποκείμενο, είναι εδώ, στον εξωτερικό φορέα της και χρησιμοποιεί τις κατώτερες λειτουργίες (που αποτελούν ταυτόχρονα φορείς εκδήλωσης στα κατώτερα πεδία) του νου, της σκέψης δηλαδή, της ψυχικής συναίσθησης και των σωματικών αισθήσεων (με την χρήση του υλικού σώματος), που μας φέρνουν σε άμεση επαφή με τον εξωτερικό υλικό κόσμο.

Έτσι ο Άνθρωπος, σαν Ον, σαν είδος, και κατ’ επέκταση κάθε άνθρωπος, δεν είναι παρά η Αιώνια Αιθέρια Φωτεινή Ουσία που εκδηλώνεται ατομικά και συνδέεται μέσω των κατώτερων λειτουργιών με το σώμα και τον εξωτερικό υλικό κόσμο. Η «Σύνδεση» ανιχνεύεται εμπειρικά από τον Μυούμενο και δεν είναι μια θεωρητική γνώση ή νοητικές πληροφορίες. Με άλλα λόγια ο Μυούμενος «λειτουργεί», μαθαίνει να «λειτουργεί» στο σώμα και να χρησιμοποιεί ορθά τις δυνάμεις του. Αυτό που γίνεται τελικά κατανοητό είναι ότι ο Άνθρωπος είναι μια Παρουσία, Εδώ, στο σώμα, στις αισθήσεις, στις εμπειρίες της ζωής και του κόσμου. Αυτό συμβαίνει Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει. Ο άνθρωπος όμως επεξεργάζεται αυτό το πρωταρχικό βίωμα της ζωής και δημιουργεί μια πιο πολύπλοκη αντίληψη της πραγματικότητας, που συχνά όμως γίνεται αναληθής, ψεύτικη. Τελικά, ο Άνθρωπος «Είναι» (η Αιώνια Ουσία). Κι αυτό μπορεί να το βιώσει εσωτερικά σαν μια Αιώνια Σταθερή Πραγματικότητα, πέρα από εξωτερικές εμπειρίες. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος «λειτουργεί», ενεργεί,, σκέπτεται, συναισθάνεται, αισθάνεται, πράττει, ζει στον κόσμο (όλα αυτά είναι δράσεις, λειτουργίες).

Η Απελευθέρωση μπορεί να βιωθεί σαν απόσυρση της Ψυχής, της Ψυχικής Ενέργειας, της Προσοχής και δραστηριότητας από τις εξωτερικές λειτουργίες. Σταδιακά, από το σώμα, την ψυχική λειτουργία, την σκέψη, την αντίληψη του χωριστού υποκειμένου. Με άλλα λόγια η Απελευθέρωση βιώνεται σαν παύση όλων των εξωτερικών δράσεων, σαν βίωση της Εσωτερικής Πραγματικότητας. Η Απελευθέρωση της Ψυχής από τον εξωτερικό φορέα, σημαίνει την ανεξαρτησία της από την «σύνδεση», τις εμπειρίες, τις πληροφορίες. Δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι λειτουργίες δεν χρησιμοποιούνται. Απλά μπορούμε και χωρίς όλες αυτές τις δραστηριότητες.

Η Στροφή Έσω, η Απελευθέρωση της Ψυχής από τις εξωτερικές δραστηριότητες είναι στην πραγματικότητα καθαρά θέμα κατανόησης και θέλησης, απόφασης. Η Ψυχή απλά σταματά να κάνει αυτό που έκανε, να διοχετεύει ενέργεια στην σκέψη (δηλαδή στην «διαμόρφωση» της αντίληψης, των εισερχομένων πληροφοριών) και στις εξωτερικές δραστηριότητες. Αυτή η μετατόπιση προς το Εσωτερικό Είναι, που βιώνεται μέσα στην Ησυχία, στην παύση των εξωτερικών δραστηριοτήτων, αποτελεί μια Νέα Εμπειρία της Ύπαρξης, μια Νέα Αντίληψη της Ζωής, μια Νέα Όραση της Πραγματικότητας. Καθώς διαλύονται όλες οι παρεμβάσεις της σκέψης που αλλοιώνουν την αντίληψη, περιορίζοντάς την σε ένα «κέντρο», σε μια υποκειμενική αντίληψη, η αντίληψη, απελευθερωμένη, είναι πλέον αντικειμενική, ανοιχτή και ενοποιημένη, αγκαλιάζει τα πάντα, σε μια ενότητα. Αυτή η Νέα Εμπειρία της Ύπαρξης είναι μια Νέα Ύπαρξη, μια Νέα Γέννηση, Συνειδητοποίηση της Αιώνιας Φύσης μας. Αυτό είναι το περιεχόμενο της Ερμητικής «Παλλιγγενεσίας». Όσο η Ψυχή εξακολουθεί να συνδέεται με το σώμα βιώνεται η Ενότητα της Πραγματικότητας, η Αιώνια Παρουσία κι η ροή των παροδικών φαινομένων. Η «αποκοπή» από τις «εξωτερικές πληροφορίες» βιώνεται σαν πραγματική ανεξαρτησία της Ψυχής. Αυτό που βιώνεται εδώ, μέσα στην Περισυλλογή, γίνεται άμεση πραγματικότητα με τον οριστικό αποχωρισμό από το σώμα. Τότε, δεν έχουμε απλά Εμπειρία της Εσωτερικής Αιώνιας Πραγματικότητάς μας, αλλά εισερχόμαστε πραγματικά στο Φωτεινό Κόσμο της Ψυχής, του Πνεύματος, του Λόγου, και τελικά στο Άγνωστο Βασίλειο του Πατέρα.

Αυτό που θέλει να μεταδώσει τελικά η Ερμητική Παράδοση δεν είναι μια θεωρητική γνώση, διανοητικές πληροφορίες, έννοιες που προσπαθούν να περιγράψουν την πραγματικότητα. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα σκουπίδια της σκέψης. Η Γνώση για την οποία μιλάμε εδώ, είναι η Άμεση Σύλληψη του Εσωτερικού Όντος, η Άμεση Βίωση της Εσωτερικής Πραγματικότητας και τελικά ή Άμεση Εμπειρία του Θεού μέσα στην απόλυτη ακινησία της αντίληψης. Εδώ, στο Αληθινό Βασίλειο του Πατέρα Νου Μονάχα η Ζωή Ανασαίνει, χωρίς διακριτικά σημάδια ή οτιδήποτε μπορεί να περιγραφεί.

Η Οδός των Μυστικών (Μάιστερ Έκκαρτ)


Μιλώντας για τους Μυστικούς του Χριστιανισμού, ιδιαίτερα για τον Μάιστερ Έκκαρτ, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτός ο άνθρωπος όταν αναφέρεται στην διάκριση του Θεού από την Θεότητα, στην Αληθινή Φύση της Ψυχής, στην Μυστική Ένωση με τον Θεό, αναφέρεται σε βιωματικές εμπειρίες του, σε πράγματα που βίωσε ο ίδιος, όχι σε θεολογικές έννοιες που συλλαμβάνονται με την διανόηση, σε πραγματικότητες που επεξεργάζεται η σκέψη. Ο Έκκαρτ ζούσε στον Πραγματικό Κόσμο των εμπειριών, όχι στον διανοητικό κόσμο των θεολόγων, των φιλοσόφων και των ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος που, όλοι αυτοί, ούτε τον «κατάλαβαν», ούτε μπορούσαν να τον δεχθούν σαν «δικό» τους. Ο Έκκαρτ παραμένει ακόμα σήμερα «αιρετικός». Ίσως αυτός να είναι και ο σοβαρότερος λόγος για να ενδιαφερθεί κάποιος για την Βιωματική Διδασκαλία του και να βαδίσει μαζί του μέχρι την Άμεση Εμπειρία της Θεότητας.

Υπάρχει (για τον Έκκαρτ) Μια και Μόνο Πραγματικότητα που τα περιλαμβάνει όλα. Αυτή η Μία Πραγματικότητα δεν μπορεί να ανιχνευθεί στην Βαθύτερη Ενότητά Της. Είναι η Ζωντανή Ακίνητη Θεία Ουσία που Πάλλει από Ζωή. Είναι το Βάθος της Θεότητας (Grund der Gottheit), το Θεμέλιο, η Ουσία κι η Ζωή όλων. Το Grund είναι το «Έδαφος», το Θεμέλιο, το Βάθος, η Πρώτη Αιτία κι Αρχή, η Βαθύτερη Κρυμμένη Ουσία, το Ανεξερεύνητο Βάθος της Θεότητας, η Πρωταρχική Αδιαφοροποίητη Ενότητα που Υποστηρίζει κάθε εκδήλωση ύπαρξης. Με άλλα λόγια η Θεότητα είναι το Απόλυτο Βάθρο που Περιέχει τα πάντα. Κι είναι η Ουσία των Πάντων, το Βάθος όλων των υπάρξεων. Όλες οι άλλες καταστάσεις του Όντος δεν είναι παρά «εξωτερικές εκδηλώσεις». Αυτό που μπορεί να γίνει αντιληπτό από το Άγνωστο Βάθος είναι ο «Θεός», Αυτό που συλλαμβάνεται σαν Αληθινό Είναι, Αιώνια Νοητική Ουσία που Αντανακλά το Βάθος της Θεότητας και Μεταδίδει το Είναι μέσα στην «Δημιουργία». Όλα τα όντα υπάρχουν εκ του Πατρός (Εδράζονται στην Θεία Ουσία), δια του Υιού (Ταυτίζονται με την Θεία Ουσία), εν Αγίω Πνεύματι (Αποτελούν Μια Ενότητα). Η Εξωτερική Δημιουργία δεν έχει αληθινή ουσία, («αληθινό είναι»), είναι μονάχα κίνηση μέσα στον χρόνο που ρέει, κίνηση που δεν αφήνει ίχνη.

Η Θεότητα, το Βάθος της Θείας Ουσίας, είναι ξ Άρρητη Ενότητα των Πάντων. Εδώ Ταυτίζονται όλα. Το Βάθος του Θεού, το Βάθος των όντων, το Βάθος του ανθρώπου είναι η Ίδια Ουσία. Σύμφωνα με τον Έκκαρτ «Θεός κι Άνθρωπος έχουν το ίδιο Βάθος».  Αυτό δεν είναι μια θεωρητική διαπίστωση ή μια απλή πεποίθηση για τον Έκκαρτ. Είναι κάτι που βίωσε και κατανόησε και προσπάθησε να μεταδώσει. Αυτή ακριβώς η εμπειρική διαπίστωση που την εξέφρασε δημόσια τον οδήγησε στην καταδίκη από την επίσημη εκκλησία.

Η Ψυχή (η Ουσία του Ανθρώπου), ταυτιζόμενη με το Βάθος του Θεού είναι κάτι αδημιούργητο. Ταυτόχρονα, καθώς η Ψυχή αναδύεται στην Ύπαρξη είναι κάτι που Αντανακλά το Βάθος της Θεότητας, Μια Εικόνα της Θεότητας, που Αντανακλά την Θεότητα σε διάφορους βαθμούς, που αντιστοιχούν στην Αποκάλυψη του Θεού σαν Πατέρα, Υιού και Πνεύματος και συνιστούν τις Τρεις Ανώτερες Λειτουργίες του Εσωτερικού Ανθρώπου (την Εσωτερική Αντίληψη του Είναι, τον «εσωτερικό οφθαλμό» του ανθρώπου). Η Ψυχή έχει Εμπειρία της Ενότητας στο Φωτεινό Βασίλειο του Είναι. Παράλληλα η Ψυχή εκδηλώνεται στους κατώτερους κόσμους της δημιουργίας, (κατώτερο νοητικό, ψυχικό και υλικό) με ανάλογες δυνάμεις φορείς. Η Ψυχή, στον εξωτερικό υλικό κόσμο εκδηλώνεται με τις Τρεις Κατώτερες Λειτουργίες του Εξωτερικού Ανθρώπου (την διανόηση-σκέψη, την συναίσθηση και τις αισθήσεις του σώματος, που μας φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, τον «εξωτερικό οφθαλμό» του ανθρώπου). Η εξωτερική εμπειρία και ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά σύνδεση με φαινόμενα που συνεχώς αλλάζουν κι αναλώνονται χωρίς να αφήνουν τίποτα.

Η Αληθινή Ουσία της Ψυχής, ο «Σπινθήρας» όπως το ονομάζει ο Έκκαρτ, είναι ταυτόχρονα, το Βάθος του Θεού, κάτι αδημιούργητο που γίνεται αντιληπτό σαν Αντανάκλαση του Θεού, Εικόνα του Θεού, κάτι που «δίδεται» κατά Χάριν. Η Αληθινή Ουσία της Ψυχής βρίσκεται στο Εσώτερο Βάθος μας, Αδημιούργητη και δημιουργημένη ταυτόχρονα. Κάτι που ο Έκκαρτ βίωσε εμπειρικά, αλλά όλοι όσοι δεν είχαν αυτή την εμπειρία δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν διανοητικά και να ερμηνεύσουν θεολογικά. Έτσι ο Έκκαρτ παρέμεινε, μέχρι σήμερα, παρεξηγημένος. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία, κατά τον Έκκαρτ, για τον άνθρωπο, είναι να αποσπασθούμε από τον εξωτερικό παροδικό φαινομενικό κόσμο και να βιώσουμε εσωτερικά την Πνευματική Ενότητα, την Μοναδικότητα του Λόγου, την Αληθινή Φύση του Πατέρα, που Εδράζονται στην Μοναδική Θεία Ουσία, στην Θεότητα.

Η Πλήρης κι Ολοκληρωτική Απόσπαση (Abgeschiedenheit) είναι η Αληθινή Οδός του Ανθρώπου, που μπορεί να μας Οδηγήσει στο Φωτεινό Βασίλειο του Είναι, πέρα από τον κόσμο των παροδικών φαινομένων. Η Απόσπαση έχει το νόημα της εσωτερικής απελευθέρωσης, την μη εξάρτηση. Η χρήση των κατωτέρων λειτουργιών, όπου κρίνεται αναγκαίο, γίνεται απρόσκοπτα και χωρίς περιπλοκές. Στην πραγματικότητα, για τον Έκκαρτ, αυτή η «απόσπαση» είναι θέμα θέλησης, «ηθικής» κι όχι μια μέθοδος ή μια αυστηρή πρακτική. Παρόλα αυτά ο Έκκαρτ, για παιδαγωγικούς λόγους, μιλά για τον άνθρωπο, την «σύνθεση» του ανθρώπου, τις Επτά Δυνάμεις του ανθρώπου (τον Θείο «Σπινθήρα», τις Τρεις Ανώτερες Εσωτερικές Δυνάμεις Αντίληψης της Ενότητας του Είναι, τις τρεις κατώτερες εξωτερικές δυνάμεις της σκέψης που συνθέτει το ψεύτικο εγώ του ανθρώπου, της συναίσθησης και της σωματικής αίσθησης) και τα Έξη Σκαλοπάτια της πνευματικής προόδου που οδηγούν ως την Τελική Ένωση με τον Θεό, στην Βίωση του Εσώτερου Βάθους της Ψυχής, που Ταυτίζεται με το Βάθος της Θεότητας. Αυτό το Βίωσε ο Έκκαρτ για αυτό και ομολόγησε ότι «Στο Βάθος της Ψυχής, εκεί το Βάθος του Θεού και το Βάθος της Ψυχής είναι Ένα Βάθος». Για όσους ανέρχονται βιωματικά Ως τον Θεό, Θεός και Ψυχή αποτελούν μια Τέλεια Αδιάρρηκτη Ενότητα-Ταυτότητα. Όλα τα άλλα που λέγονται προέρχονται από την ταπεινή σκέψη των ανθρώπων που σέρνεται στις σκιές των πραγμάτων και κονταροχτυπιέται με τις λέξεις.

Ο Έκκαρτ είχε Άμεση Εμπειρία του Θεού, πέρα από κάθε αντίληψη, είχε εισχωρήσει με τον θάνατο του εγώ και την Πλήρη Παράδοση στον Θεό, στο Μεγάλο μυστήριο της Θεότητας. Δεν ήταν δυνατόν να τον καταλάβουν αυτοί που σέρνονται στις εξωτερικές δραστηριότητες κι αισθήσεις. Ο Έκκαρτ μιλούσε για το Φωτεινό Βασίλειο της Ενότητας του Είναι, για την Ουσία των πάντων κι οι άλλοι φλυαρούσαν θεολογικές ανοησίες. Ίσως αυτό που εξόργισε τους διώκτες του ήταν η απόλυτη ειλικρίνειά του. Είπε, «Λέγω ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι υπεράνω της δημιουργημένης φύσης της ψυχής, κι όμως μερικοί ιερείς δεν καταλαβαίνουν ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι τόσο συγγενές με τον Θεό και τόσο ένα (με τον Θεό)». Στον πλανήτη των ανθρώπων (των homo simian) κανένας δεν καταλαβαίνει τίποτα.

Η ΑληθινήΔράση


Αυτοί που κατανόησαν, ίσως περισσότερο και καλύτερα, τι είναι πραγματικότητα και που ο άνθρωπος «ξεφεύγει» είναι οι ταοϊστές σοφοί που ακολουθούσαν απλά το Ρεύμα της Ζωής. Πολύτιμη σοφία που πέρασε ήσυχα στους δασκάλους του Τσαν και τους γνήσιους ακόλουθους του Ζεν.

Η Ζωή είναι αυτό το Συνολικό Φαινόμενο που εκδηλώνεται εδώ, τώρα (το σύνολο της πραγματικότητας κι όχι ό,τι αντιλαμβάνεται ο κάθε ανόητος). Η Ζωή απλά εκδηλώνεται, ρέει. Δεν χρειάζεται ούτε ερμηνείες, ούτε καθοδήγηση. Συμβαίνει από μόνη της κι ακολουθεί πάντα τον ορθότερο δρόμο. Δεν χρειάζεται να νοιάζεται κανένας για τίποτα. Δεν χρειάζεται διδασκαλία, δεν χρειάζονται γνώσεις ή μνήμες, στάχτες του παρελθόντος. Η αληθινή ζωή βρίσκεται στην άμεση επαφή με αυτό που συμβαίνει. Η πραγματική ζωή δεν έχει να κάνει ούτε με σκέψεις, ούτε με πεποιθήσεις, ούτε με πράξεις. Όταν όλα συμβαίνουν, όπως πρέπει να συμβούν, οποιοδήποτε σχόλιο είναι περιττό. Η αληθινή ζωή (ή η ζωή του ζεν) είναι πραγματική δράση, δεν έχει καμιά σχέση με τον διανοητικό κόσμο των ανθρώπων, με την σκέψη τους και τις λέξεις τους. Την ζωή απλά την ζεις. Δεν την περιγράφεις, δεν την διδάσκεις. Και το μόνο που μπορείς να υποδείξεις είναι η ανθρώπινη ανοησία.

Ε! Ξύπνα! Δες, πόσο ήσυχα είναι όλα! Λειτουργεί!

Τελικά!


Τελικά; Τελικά τι; Μπορείς να Μείνεις Ήσυχος; Να αφουγκραστείς την Ζωή; Να Είσαι Εδώ, Τώρα; Όχι μόνο σε αυτά που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις. Όχι μόνο στα χωρίς ίχνη φτερουγίσματα της φαντασίας. Όχι μόνο σε  Ό,τι μπορεί να γίνει αντιληπτό. Μπορείς να Είσαι Εδώ, Τώρα, στο Απέραντο Βάθος που δεν είναι ούτε ύπαρξη, ούτε παρατηρητής, ούτε εμπειρία. Εδώ. Τώρα! Εδώ, που Σβήνουν Όλα, Τώρα, που δεν Τελειώνει Ποτέ!
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
Monday, 26 January, 2026

Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root

 

The Threshold of Unknowing

 

In the vast silence that precedes all utterance, there exists a truth that cannot be grasped by the clever mind nor captured in the intricate webs of human reasoning. It is a truth that dwells in the spaces between thoughts, in the pause between breaths, in the stillness that underlies all motion. The mystic who seeks this truth must first undertake the most difficult of all journeys—not a journey outward into the world of forms and names, but a journey inward, a sacred descent into the luminous darkness where the soul remembers what it has always known.

 

This truth whispers of a return, not to a place that can be marked upon any map, but to a state of being that existed before the mind learned to divide the world into categories, before the heart learned to distinguish between self and other, before language cast its spell of separation upon the unified field of existence. It is the return to the Root—that primordial source from which all things emerge and to which all things inevitably flow, like rivers seeking the ocean of their origin.

 

The seeker who stands at this threshold confronts a paradox that confounds all conventional understanding: to advance, one must retreat; to gain wisdom, one must release what one believes to be wisdom; to discover richness, one must embrace a sacred poverty of spirit. This is the narrow gate through which the soul must pass, leaving behind the accumulated treasures of intellectual pride, the ornate garments of moral superiority, and the heavy armor of worldly achievement.

 

The Illusion of Constructed Wisdom

 

There is a wisdom that the world celebrates—a wisdom built upon layer after layer of acquired knowledge, carefully constructed systems of thought, and elaborate philosophical frameworks that tower like magnificent temples in the landscape of human consciousness. Yet the mystic, gazing upon these structures with eyes made clear by contemplation, perceives something that others fail to see: these temples, for all their grandeur, cast long shadows that obscure the simple, pristine light of truth that shines eternally beyond them.

 

This worldly wisdom, which the sage must learn to renounce, resembles a beautiful garden that has been cultivated until it has lost all resemblance to the wild meadow from which it sprang. Every flower has been selected, every hedge trimmed to perfection, every path laid with careful deliberation. Yet in this very perfection lies a profound loss—the loss of spontaneity, of natural grace, of the untamed vitality that pulses through all living things when they remain true to their essential nature.

 

When those who govern—whether they govern nations, communities, or merely their own inner kingdoms—accumulate this kind of wisdom, they create elaborate systems of control and manipulation. They become like gardeners who have forgotten that flowers know how to bloom without instruction, that trees understand the secret geometry of their growth without the need for human intervention. The people, sensing this artificiality, become confused and disconnected from their own innate understanding of what is true and right.

 

If the sage could strip away this accumulated wisdom—if they could stand naked before reality without the protective layers of concepts and theories—a miraculous transformation would occur. The people, freed from the burden of following complex prescriptions and intricate rules, would rediscover within themselves a natural wisdom far more profound than any that could be taught. They would become like children who have not yet learned that joy requires justification, or like wild creatures who move through the world with an effortless grace that no amount of training could replicate.

 

This is not a call to ignorance, but rather an invitation to a higher form of knowing—a knowing that precedes and transcends intellectual understanding, a knowing that lives in the bones and blood, that pulses with the rhythm of the heart, that breathes with the cosmic breath that animates all existence.

 

The Paradox of Virtue

 

In the second great movement of this mystical return, the seeker confronts another tower that must be toppled—the tower of constructed virtue, of formalized benevolence, of righteousness that has become rigid and lifeless. Here too, the world has taken something that once flowed naturally from the human heart and transformed it into a system, a code, a set of obligations that crush the very spirit they were meant to nourish.

 

True benevolence, in its original and uncorrupted form, is like water flowing downward—it does not announce itself, does not congratulate itself on its generosity, does not keep accounts of what it has given. It simply moves according to its nature, seeking the lowest places, nourishing all things without discrimination, expecting nothing in return. Yet when benevolence becomes conscious of itself, when it is named and codified and established as a virtue to be practiced, it loses this spontaneous quality and becomes something else entirely—a performance, a duty, a source of pride.

 

Righteousness, too, begins as the soul's natural alignment with the sacred order of existence—an effortless harmony between the individual will and the cosmic will that guides all things toward their proper unfolding. But when this natural righteousness is formalized into laws and rules, when it becomes something that must be taught and enforced, it hardens into rigidity. People begin to follow these external standards not because they resonate with the truth of their being, but because they fear punishment or seek reward.

 

The mystic perceives that in this hardening, in this externalization of virtue, something precious has been lost. When benevolence and righteousness are renounced—not in favor of cruelty and wickedness, but in favor of something deeper and more authentic—a miraculous restoration occurs. The people, freed from the burden of performing virtue according to prescribed forms, rediscover the natural filial affection and kindness that spring spontaneously from hearts that have not been corrupted by artificial systems.

 

Children do not love their parents because they have studied the virtue of filial piety; they love because love is their natural state before society teaches them otherwise. Neighbors do not help one another because they have been instructed in the rules of righteousness; they help because mutual care is the organic expression of beings who recognize their fundamental interconnection. When the scaffolding of formal virtue is removed, the natural architecture of human goodness is revealed, standing strong and beautiful in its unadorned simplicity.

 

The Snare of Cleverness

 

The third pillar that must fall in this mystical dismantling is perhaps the most seductive of all—the pillar of cleverness, of artful contrivance, of the scheming intelligence that prides itself on its ability to manipulate circumstances for personal advantage. In the marketplace of the world, such cleverness is celebrated as a virtue. The one who can devise intricate strategies to accumulate wealth, who can outmaneuver competitors through superior calculation, who can construct elaborate systems to secure personal gain—such a one is deemed successful, admirable, worthy of emulation.

 

Yet the mystic, dwelling in the clarity that comes from prolonged contemplation of the ineffable, sees through this illusion. They perceive that this celebrated cleverness is actually a form of violence against the natural order, a corruption of the intelligence that the Divine has placed within human beings for entirely different purposes. True intelligence, in its pristine form, is not a tool for manipulation but a mirror that reflects reality as it is, without distortion, without the clouding lens of self-interest.

 

When the sage renounces these artful contrivances, when they cease their scheming for personal gain, they do not become foolish or helpless. Rather, they align themselves with a deeper intelligence—the intelligence that guides the stars in their courses, that directs the salmon to their spawning grounds, that teaches the spider the geometry of the web. This intelligence requires no plotting, no strategizing, no anxious calculation. It simply acts in harmony with the Way, and in doing so, achieves everything that needs to be achieved without force or struggle.

 

In a society where such renunciation becomes the norm, where cleverness is no longer prized above wisdom, where scheming for gain is recognized as the poverty of spirit that it truly is, a profound transformation occurs. The thieves and robbers who plague the social order do not exist in isolation—they are the inevitable product of a system that teaches people to value personal accumulation above all else, that celebrates the clever manipulation of others, that measures worth by the size of one's possessions rather than the depth of one's being.

 

When the root disease is cured—when the obsession with gain is released and the addiction to cleverness is healed—the symptoms disappear of their own accord. People no longer steal because they no longer believe that happiness can be found in accumulation. They no longer rob because they have discovered the inexhaustible wealth that resides within, a wealth that cannot be taken by force and need not be guarded with anxiety.

 

The Failure of Elegant Methods

 

The mystic understands something that the worldly mind struggles to accept: the methods that seem most sophisticated, most refined, most philosophically elegant are often the very methods that fail most completely to achieve their stated aims. The ancient ways, dressed in the fine garments of civilized philosophy, adorned with beautiful names and justified by intricate arguments, create the very problems they purport to solve.

 

When governance becomes an art form, when rulers pride themselves on the sophistication of their methods and the complexity of their systems, they inadvertently create a distance between themselves and those they govern. The people sense that they are being managed, manipulated, guided by invisible hands according to principles they do not understand. Trust erodes, replaced by suspicion. Natural cooperation gives way to resistance and evasion.

 

These elegant methods—the cultivation of artificial wisdom, the codification of virtue, the deployment of clever strategies—attempt to veil their essential inadequacy behind beautiful names. They call control "guidance," they name manipulation "education," they describe coercion as "necessary discipline." But the mystic, whose vision has been purified by prolonged gazing into the abyss of unknowing, sees through these veils to the emptiness that lies beneath.

 

The tragedy is that those who deploy these methods often do so with genuine good intentions. They truly believe that people need to be improved, educated, reformed—that human nature in its raw state is insufficient and must be refined through systematic intervention. They do not realize that this very assumption—that humans are fundamentally flawed and require external correction—is the poisoned seed from which all social dysfunction grows.

 

The Way of Simplicity

 

Against the complexity of worldly wisdom, the mystic poses the radical alternative of simplicity—not the simplicity of ignorance, but the simplicity that lies on the far side of complexity, after all the elaborate structures have been erected and then consciously dismantled. This is the simplicity of the master who has internalized all the rules so thoroughly that they can finally be forgotten, the simplicity of the sage who has traveled so far along the path of knowledge that they arrive back at the innocence of the beginner, but now carrying the depth of all they have experienced and transcended.

 

This simple way does not require elaborate teachings or complex institutions. It operates according to principles so basic that they seem almost embarrassingly obvious: be natural, be genuine, be true to your essential nature. Do not pretend to be what you are not. Do not accumulate what you do not need. Do not force what should unfold organically. Do not complicate what is inherently simple.

 

When governance is conducted according to these plain and true courses, something miraculous occurs. The people, no longer burdened by the weight of artificial systems, begin to govern themselves according to their innate wisdom. They do not require extensive laws because they naturally avoid harm. They do not need elaborate moral codes because their hearts guide them toward kindness. They do not demand complex economic systems because they naturally share and cooperate when their basic needs are met.

 

This is not a naive utopianism but rather a description of what spontaneously emerges when the obstacles to natural human flourishing are removed. Just as a plant will grow toward the light when the stones are cleared from its path, human beings will grow toward their highest potential when the artificial constraints of misguided systems are lifted.

 

The Eschewing of Selfish Ends

 

At the heart of this mystical teaching lies a profound reorientation of desire. The worldly person is driven by a multitude of lusts—not merely physical appetites, though these are included, but more fundamentally, the lust for recognition, the lust for security, the lust for control, the lust to be special, separate, superior. These lusts generate endless striving, endless anxiety, endless disappointment.

 

The mystic does not advocate for the violent suppression of these desires, for such suppression only drives them underground where they grow more twisted and powerful. Rather, the teaching points toward a natural eschewing that occurs when one perceives clearly the futility of these pursuits. It is not that the sage forces themselves to give up selfish ends through heroic willpower; it is rather that these ends fall away naturally when their essential emptiness is recognized.

 

This recognition does not come through intellectual analysis alone, though understanding plays a role. It comes through direct experience—through tasting the fruit of selfish striving and discovering its bitterness, through accumulating possessions and finding they bring no lasting satisfaction, through achieving recognition and discovering it leaves the deepest hunger unfed. The soul, educated by experience, gradually loses interest in these pursuits, not because they are forbidden but because they are seen to be ultimately unrewarding.

 

In their place arises a different orientation entirely—not toward the acquisition of more but toward the appreciation of what is, not toward the manipulation of circumstances to serve personal ends but toward the alignment of personal action with the cosmic unfolding, not toward the satisfaction of isolated individual desires but toward participation in the great symphony of existence in which each being plays their unique and necessary part.

 

The Return to the Root

 

And so the mystical journey, which seemed at first to be a path of renunciation and loss, is revealed to be a path of discovery and recovery. What is renounced is only the false; what is discovered is the real that was always present but obscured. What is lost is only the burden of artificial constructions; what is recovered is the lightness and freedom of natural being.

 

The Root to which one returns is not located in the distant past, as though one must somehow travel backward in time to recover a lost golden age. Rather, the Root exists eternally in the depths of present-moment reality, always available to the one who has the courage to dig beneath the accumulated layers of conditioning, belief, and habit. It is the ground of being itself, the source from which each moment freshly emerges, the wellspring of creativity and spontaneity that never runs dry.

 

To live from this Root is to live in constant wonder, for each moment brings something genuinely new rather than merely a repetition of familiar patterns. It is to live without the exhausting burden of maintaining a constructed identity, for the Root-self needs no maintenance—it simply is, effortlessly and completely. It is to live in harmony with all beings, for at the level of the Root, the illusion of separation dissolves and the fundamental unity of all existence becomes not merely a philosophical concept but a lived reality.

 

The sage who has completed this return—or rather, who lives in the eternal process of returning, for the journey is never finished but must be renewed in each moment—dwells in a state of profound paradox. They are empty yet full, simple yet profound, powerless yet capable of anything, possessing nothing yet lacking nothing. They have renounced wisdom yet are truly wise, have discarded virtue yet are genuinely good, have abandoned cleverness yet act with perfect intelligence.

 

The Gift to Humanity

 

This mystical teaching is not offered merely as a path for individual spiritual development, though it certainly serves that purpose. More fundamentally, it is offered as a gift to all humanity, a key to unlock the prison of suffering that humans have constructed through their misguided attempts at improvement, progress, and civilization.

 

If those who hold positions of influence—whether as formal leaders or simply as individuals whose actions affect others—could embrace this teaching, the transformation would ripple outward like waves from a stone dropped into still water. The people, freed from the oppressive weight of artificial systems, would rediscover the joy of natural living. Communities would reorganize themselves according to organic principles rather than imposed structures. The relationship between humans and the natural world would heal as people recognized themselves not as separate from nature but as expressions of nature's infinite creativity.

 

This is not a call to abandon all structure, all learning, all moral consideration. It is rather a call to distinguish between structures that emerge naturally from living systems and structures that are imposed artificially from without, between learning that awakens innate potential and learning that attempts to program predetermined outcomes, between moral behavior that flows from genuine care and moral behavior that is performed out of duty or fear.

 

The hundred-fold improvement promised in the ancient text is not hyperbole but a realistic assessment of what becomes possible when the obstacles to human flourishing are removed. Yet this improvement cannot be forced or engineered; it can only be allowed to emerge when the conditions are right—when sageness is renounced, when formalized virtue is discarded, when artful contrivance gives way to natural action.

 

The Eternal Invitation

 

The teaching stands as an eternal invitation, extended to all who have grown weary of the complexities and contradictions of worldly existence, to all who sense that beneath the noise and chaos of conventional life lies a simplicity and peace that the world can neither give nor take away. It is an invitation to stop trying so hard, to release the exhausting effort to become something other than what one fundamentally is, to trust the wisdom that flows from the Root when the channels are cleared of obstruction.

 

This is the paradoxical path of the mystic—to descend in order to ascend, to empty in order to be filled, to die to the false self in order to be born into authentic being. It is a path not of attainment but of realization, not of becoming but of remembering, not of construction but of revelation. What is revealed is what was always present, waiting patiently beneath the layers of conditioning, ready to emerge the moment space is created for its appearance.

 

The sage who walks this path leaves no footprints, teaches without speaking, accomplishes without doing. They are like water, seeking always the lowest place, serving all things without distinction, content to receive what the world considers undesirable. Yet in their apparent poverty they possess the only wealth that matters—the wealth of being fully present, fully alive, fully themselves in each unrepeatable moment.

 

To return to the Root is to come home after a long and unnecessary journey, to arrive at the place where one has always been but could not see while lost in the complications of seeking. It is to rest in the eternal now, to breathe with the cosmic breath, to move in harmony with the subtle rhythms that guide all existence toward its ultimate flowering. This is the gift, the invitation, the open door. Will you enter?

 

Η Ιερή Επιστροφή: Ένα Μυστικό Ταξίδι στην Αρχέγονη Ρίζα

 

Το Κατώφλι της Άγνοιας

 

Στη μεγάλη σιωπή που προηγείται κάθε ομιλίας, υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί από τον πονηρό νου ούτε να αιχμαλωτιστεί στους περίπλοκους ιστούς της ανθρώπινης λογικής. Είναι μια αλήθεια που κατοικεί στους χώρους ανάμεσα στις σκέψεις, στην παύση ανάμεσα στις αναπνοές, στην ακινησία που υποβαστάζει κάθε κίνηση. Ο μυστικός που αναζητά αυτή την αλήθεια πρέπει πρώτα να αναλάβει το δυσκολότερο από όλα τα ταξίδια — όχι ένα ταξίδι προς τα έξω στον κόσμο των μορφών και των ονομάτων, αλλά ένα ταξίδι προς τα μέσα, μια ιερή κατάβαση στο φωτεινό σκοτάδι όπου η ψυχή θυμάται αυτό που πάντα γνώριζε.

 

Αυτή η αλήθεια ψιθυρίζει για μια επιστροφή, όχι σε έναν τόπο που μπορεί να σημειωθεί σε οποιονδήποτε χάρτη, αλλά σε μια κατάσταση ύπαρξης που υπήρχε πριν ο νους μάθει να διαιρεί τον κόσμο σε κατηγορίες, πριν η καρδιά μάθει να διακρίνει μεταξύ εαυτού και άλλου, πριν η γλώσσα ρίξει το ξόρκι του χωρισμού στο ενιαίο πεδίο της ύπαρξης. Είναι η επιστροφή στη Ρίζα — εκείνη την αρχέγονη πηγή από την οποία όλα τα πράγματα αναδύονται και προς την οποία όλα τα πράγματα αναπόφευκτα ρέουν, σαν ποτάμια που αναζητούν τον ωκεανό της καταγωγής τους.

 

Ο αναζητητής που στέκεται σε αυτό το κατώφλι αντιμετωπίζει ένα παράδοξο που μπερδεύει κάθε συμβατική κατανόηση: για να προχωρήσει, πρέπει να υποχωρήσει· για να κερδίσει σοφία, πρέπει να απελευθερώσει αυτό που πιστεύει ότι είναι σοφία· για να ανακαλύψει πλούτο, πρέπει να αγκαλιάσει μια ιερή φτώχεια πνεύματος. Αυτή είναι η στενή πύλη από την οποία πρέπει να περάσει η ψυχή, αφήνοντας πίσω τους συσσωρευμένους θησαυρούς της διανοητικής υπερηφάνειας, τα περίτεχνα ενδύματα της ηθικής υπεροχής και την βαριά πανοπλία των κοσμικών επιτευγμάτων.

 

Η Ψευδαίσθηση της Κατασκευασμένης Σοφίας

 

Υπάρχει μια σοφία που ο κόσμος γιορτάζει — μια σοφία χτισμένη πάνω σε στρώμα επί στρώματος επίκτητης γνώσης, προσεκτικά κατασκευασμένα συστήματα σκέψης και περίτεχνα φιλοσοφικά πλαίσια που υψώνονται σαν μεγαλοπρεπείς ναοί στο τοπίο της ανθρώπινης συνείδησης. Ωστόσο ο μυστικός, κοιτάζοντας αυτές τις κατασκευές με μάτια που έχουν καθαριστεί από την ενατένιση, αντιλαμβάνεται κάτι που οι άλλοι αποτυγχάνουν να δουν: αυτοί οι ναοί, παρά όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, ρίχνουν μακριές σκιές που σκιάζουν το απλό, παρθένο φως της αλήθειας που λάμπει αιώνια πέρα από αυτούς.

 

Αυτή η κοσμική σοφία, την οποία ο σοφός πρέπει να μάθει να αποκηρύττει, μοιάζει με έναν όμορφο κήπο που έχει καλλιεργηθεί μέχρι που έχει χάσει κάθε ομοιότητα με το άγριο λιβάδι από το οποίο ξεπήδησε. Κάθε λουλούδι έχει επιλεγεί, κάθε φράχτης κλαδευτεί στην τελειότητα, κάθε μονοπάτι στρωθεί με προσεκτική σκέψη. Ωστόσο σε αυτή ακριβώς την τελειότητα κρύβεται μια βαθιά απώλεια — η απώλεια της αυθορμησίας, της φυσικής χάρης, της αδάμαστης ζωτικότητας που πάλλεται μέσα σε όλα τα ζωντανά όντα όταν παραμένουν πιστά στην ουσιαστική τους φύση.

 

Όταν εκείνοι που κυβερνούν — είτε κυβερνούν έθνη, κοινότητες ή απλώς τα δικά τους εσωτερικά βασίλεια — συσσωρεύουν αυτό το είδος σοφίας, δημιουργούν περίτεχνα συστήματα ελέγχου και χειραγώγησης. Γίνονται σαν κηπουροί που έχουν ξεχάσει ότι τα λουλούδια ξέρουν να ανθίζουν χωρίς οδηγίες, ότι τα δέντρα κατανοούν τη μυστική γεωμετρία της ανάπτυξής τους χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Οι άνθρωποι, αισθανόμενοι αυτή την τεχνητότητα, γίνονται μπερδεμένοι και αποκομμένοι από τη δική τους έμφυτη κατανόηση του τι είναι αληθινό και σωστό.

 

Αν ο σοφός μπορούσε να αφαιρέσει αυτή τη συσσωρευμένη σοφία — αν μπορούσε να σταθεί γυμνός μπροστά στην πραγματικότητα χωρίς τα προστατευτικά στρώματα εννοιών και θεωριών — θα συνέβαινε μια θαυματουργή μεταμόρφωση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της τήρησης περίπλοκων συνταγών και περίτεχνων κανόνων, θα ξανανακάλυπταν μέσα τους μια φυσική σοφία πολύ πιο βαθιά από οποιαδήποτε μπορεί να διδαχθεί. Θα γίνονταν σαν παιδιά που δεν έχουν μάθει ακόμα ότι η χαρά απαιτεί δικαιολόγηση, ή σαν άγρια πλάσματα που κινούνται στον κόσμο με μια αβίαστη χάρη που καμία εκπαίδευση δεν μπορεί να αναπαράγει.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα στην άγνοια, αλλά μάλλον πρόσκληση σε μια ανώτερη μορφή γνώσης — μια γνώση που προηγείται και υπερβαίνει τη διανοητική κατανόηση, μια γνώση που ζει στα κόκαλα και στο αίμα, που πάλλεται με τον ρυθμό της καρδιάς, που αναπνέει με την κοσμική αναπνοή που ζωογονεί όλη την ύπαρξη.

 

Το Παράδοξο της Αρετής

 

Στη δεύτερη μεγάλη κίνηση αυτής της μυστικής επιστροφής, ο αναζητητής αντιμετωπίζει έναν άλλο πύργο που πρέπει να γκρεμιστεί — τον πύργο της κατασκευασμένης αρετής, της τυποποιημένης ευεργεσίας, της δικαιοσύνης που έχει γίνει άκαμπτη και άψυχη. Εδώ επίσης, ο κόσμος έχει πάρει κάτι που κάποτε έρεε φυσικά από την ανθρώπινη καρδιά και το έχει μετατρέψει σε σύστημα, σε κώδικα, σε σύνολο υποχρεώσεων που συνθλίβουν το ίδιο το πνεύμα που υποτίθεται ότι θρέφουν.

 

Η αληθινή ευεργεσία, στην αρχική και αδιάφθορη μορφή της, μοιάζει με νερό που ρέει προς τα κάτω — δεν αναγγέλλει τον εαυτό της, δεν αυτοσυγχαίρεται για τη γενναιοδωρία της, δεν κρατά λογαριασμούς για όσα έχει δώσει. Απλώς κινείται σύμφωνα με τη φύση της, αναζητώντας τα χαμηλότερα μέρη, θρέφοντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, χωρίς να περιμένει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ωστόσο όταν η ευεργεσία γίνεται συνειδητή του εαυτού της, όταν ονοματίζεται και κωδικοποιείται και θεσπίζεται ως αρετή που πρέπει να ασκείται, χάνει αυτή την αυθόρμητη ποιότητα και γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό — μια παράσταση, ένα καθήκον, μια πηγή υπερηφάνειας.

 

Η δικαιοσύνη επίσης ξεκινά ως η φυσική ευθυγράμμιση της ψυχής με την ιερή τάξη της ύπαρξης — μια αβίαστη αρμονία μεταξύ της ατομικής βούλησης και της κοσμικής βούλησης που καθοδηγεί όλα τα πράγματα προς την κατάλληλη ανάπτυξή τους. Αλλά όταν αυτή η φυσική δικαιοσύνη τυποποιείται σε νόμους και κανόνες, όταν γίνεται κάτι που πρέπει να διδάσκεται και να επιβάλλεται, σκληραίνει σε ακαμψία. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ακολουθούν αυτά τα εξωτερικά πρότυπα όχι επειδή αντηχούν με την αλήθεια της ύπαρξής τους, αλλά επειδή φοβούνται την τιμωρία ή αναζητούν ανταμοιβή.

 

Ο μυστικός αντιλαμβάνεται ότι σε αυτή τη σκλήρυνση, σε αυτή την εξωτερίκευση της αρετής, έχει χαθεί κάτι πολύτιμο. Όταν η ευεργεσία και η δικαιοσύνη αποκηρύσσονται — όχι υπέρ της σκληρότητας και της κακίας, αλλά υπέρ κάτι βαθύτερου και πιο αυθεντικού — συμβαίνει μια θαυματουργή αποκατάσταση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της εκτέλεσης αρετής σύμφωνα με καθορισμένες μορφές, ξανανακαλύπτουν τη φυσική παιδική στοργή και καλοσύνη που αναβλύζουν αυθόρμητα από καρδιές που δεν έχουν διαφθαρεί από τεχνητά συστήματα.

 

Τα παιδιά δεν αγαπούν τους γονείς τους επειδή έχουν μελετήσει την αρετή της παιδικής ευλάβειας· αγαπούν επειδή η αγάπη είναι η φυσική τους κατάσταση πριν η κοινωνία τους διδάξει διαφορετικά. Οι γείτονες δεν βοηθούν ο ένας τον άλλο επειδή έχουν διδαχθεί τους κανόνες της δικαιοσύνης· βοηθούν επειδή η αμοιβαία φροντίδα είναι η οργανική έκφραση όντων που αναγνωρίζουν τη θεμελιώδη διασύνδεσή τους. Όταν η σκαλωσιά της τυπικής αρετής αφαιρεθεί, η φυσική αρχιτεκτονική της ανθρώπινης καλοσύνης αποκαλύπτεται, όρθια δυνατή και όμορφη στην απερίτμητη απλότητά της.

 

Η Παγίδα της Πονηριάς

 

Ο τρίτος πυλώνας που πρέπει να πέσει σε αυτή τη μυστική αποδόμηση είναι ίσως ο πιο δελεαστικός από όλους — ο πυλώνας της πονηριάς, της τεχνητής επινοητικότητας, της μηχανορράφου νοημοσύνης που υπερηφανεύεται για την ικανότητά της να χειραγωγεί τις περιστάσεις για προσωπικό όφελος. Στην αγορά του κόσμου, τέτοια πονηριά γιορτάζεται ως αρετή. Εκείνος που μπορεί να επινοήσει περίτεχνες στρατηγικές για να συσσωρεύσει πλούτο, που μπορεί να υπερφαλαγγίσει ανταγωνιστές μέσω ανώτερου υπολογισμού, που μπορεί να κατασκευάσει περίτεχνα συστήματα για να εξασφαλίσει προσωπικό κέρδος — τέτοιος άνθρωπος θεωρείται επιτυχημένος, αξιοθαύμαστος, άξιος μίμησης.

 

Ωστόσο ο μυστικός, κατοικώντας στην καθαρότητα που προέρχεται από παρατεταμένη ενατένιση του ανεκφράστου, βλέπει μέσα από αυτή την ψευδαίσθηση. Αντιλαμβάνεται ότι αυτή η γιορταζόμενη πονηριά είναι στην πραγματικότητα μια μορφή βίας κατά της φυσικής τάξης, μια διαφθορά της νοημοσύνης που το Θείο έχει τοποθετήσει μέσα στους ανθρώπους για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Η αληθινή νοημοσύνη, στην παρθένα μορφή της, δεν είναι εργαλείο χειραγώγησης αλλά καθρέφτης που αντανακλά την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς παραμόρφωση, χωρίς το θολωτικό φακό του προσωπικού συμφέροντος.

 

Όταν ο σοφός αποκηρύττει αυτές τις τεχνητές επινοήσεις, όταν παύει τις μηχανορραφίες για προσωπικό κέρδος, δεν γίνεται ανόητος ή ανήμπορος. Αντίθετα, ευθυγραμμίζεται με μια βαθύτερη νοημοσύνη — τη νοημοσύνη που καθοδηγεί τα άστρα στις τροχιές τους, που κατευθύνει τον σολομό στους τόπους αναπαραγωγής του, που διδάσκει στην αράχνη τη γεωμετρία του ιστού της. Αυτή η νοημοσύνη δεν απαιτεί συνωμοσίες, στρατηγικές, αγχώδεις υπολογισμούς. Απλώς δρα σε αρμονία με τον Δρόμο, και έτσι επιτυγχάνει όλα όσα χρειάζεται να επιτευχθούν χωρίς δύναμη ή αγώνα.

 

Σε μια κοινωνία όπου τέτοια αποκήρυξη γίνεται ο κανόνας, όπου η πονηριά δεν εκτιμάται πλέον πάνω από τη σοφία, όπου η μηχανορραφία για κέρδος αναγνωρίζεται ως η πνευματική φτώχεια που πραγματικά είναι, συμβαίνει μια βαθιά μεταμόρφωση. Οι κλέφτες και οι ληστές που μαστίζουν την κοινωνική τάξη δεν υπάρχουν απομονωμένοι — είναι το αναπόφευκτο προϊόν ενός συστήματος που διδάσκει τους ανθρώπους να εκτιμούν την προσωπική συσσώρευση πάνω από όλα, που γιορτάζει την πονηρή χειραγώγηση των άλλων, που μετρά την αξία από το μέγεθος των κτήσεων κάποιου παρά από το βάθος της ύπαρξής του.

 

Όταν η ρίζα της νόσου θεραπευτεί — όταν η εμμονή με το κέρδος απελευθερωθεί και ο εθισμός στην πονηριά ιαθεί — τα συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους. Οι άνθρωποι δεν κλέβουν πλέον επειδή δεν πιστεύουν πια ότι η ευτυχία μπορεί να βρεθεί στη συσσώρευση. Δεν ληστεύουν πλέον επειδή έχουν ανακαλύψει τον ανεξάντλητο πλούτο που κατοικεί μέσα τους, έναν πλούτο που δεν μπορεί να αφαιρεθεί με τη βία και δεν χρειάζεται να φυλάσσεται με αγωνία.

 

Η Αποτυχία των Κομψών Μεθόδων

 

Ο μυστικός κατανοεί κάτι που ο κοσμικός νους δυσκολεύεται να αποδεχτεί: οι μέθοδοι που φαίνονται οι πιο εξελιγμένες, οι πιο εκλεπτυσμένες, οι πιο φιλοσοφικά κομψές είναι συχνά οι μέθοδοι που αποτυγχάνουν πιο πλήρως να επιτύχουν τους δηλωμένους στόχους τους. Οι αρχαίοι τρόποι, ντυμένοι με τα εκλεκτά ενδύματα της πολιτισμένης φιλοσοφίας, στολισμένοι με όμορφα ονόματα και δικαιολογημένοι με περίτεχνους συλλογισμούς, δημιουργούν ακριβώς τα προβλήματα που υποτίθεται ότι λύνουν.

 

Όταν η διακυβέρνηση γίνεται τέχνη, όταν οι άρχοντες υπερηφανεύονται για την εκλέπτυνση των μεθόδων τους και την πολυπλοκότητα των συστημάτων τους, δημιουργούν ακούσια απόσταση μεταξύ τους και αυτών που κυβερνούν. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι διαχειρίζονται, χειραγωγούνται, καθοδηγούνται από αόρατα χέρια σύμφωνα με αρχές που δεν κατανοούν. Η εμπιστοσύνη διαβρώνεται, αντικαθίσταται από υποψίες. Η φυσική συνεργασία δίνει τη θέση της σε αντίσταση και αποφυγή.

 

Αυτές οι κομψές μέθοδοι — η καλλιέργεια τεχνητής σοφίας, η κωδικοποίηση της αρετής, η ανάπτυξη πονηρών στρατηγικών — προσπαθούν να καλύψουν την ουσιαστική τους ανεπάρκεια πίσω από όμορφα ονόματα. Ονομάζουν τον έλεγχο «καθοδήγηση», βαφτίζουν τη χειραγώγηση «εκπαίδευση», περιγράφουν τον εξαναγκασμό ως «απαραίτητη πειθαρχία». Αλλά ο μυστικός, του οποίου η όραση έχει καθαριστεί από παρατεταμένη ματιά στην άβυσσο της άγνοιας, βλέπει μέσα από αυτά τα πέπλα στην κενότητα που κρύβεται από κάτω.

 

Η τραγωδία είναι ότι εκείνοι που εφαρμόζουν αυτές τις μεθόδους συχνά το κάνουν με γνήσιες καλές προθέσεις. Πραγματικά πιστεύουν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται βελτίωση, εκπαίδευση, μεταρρύθμιση — ότι η ανθρώπινη φύση στην ακατέργαστη κατάστασή της είναι ανεπαρκής και πρέπει να εκλεπτύνεται μέσω συστηματικής παρέμβασης. Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτή ακριβώς η υπόθεση — ότι οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς ελαττωματικοί και απαιτούν εξωτερική διόρθωση — είναι ο δηλητηριασμένος σπόρος από τον οποίο αναπτύσσεται όλη η κοινωνική δυσλειτουργία.

 

Ο Δρόμος της Απλότητας

 

Ενάντια στην πολυπλοκότητα της κοσμικής σοφίας, ο μυστικός προτείνει την ριζική εναλλακτική της απλότητας — όχι την απλότητα της άγνοιας, αλλά την απλότητα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της πολυπλοκότητας, μετά από όλα τα περίτεχνα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί και στη συνέχεια συνειδητά αποδομηθεί. Αυτή είναι η απλότητα του δασκάλου που έχει εσωτερικεύσει όλους τους κανόνες τόσο βαθιά που μπορεί τελικά να ξεχαστούν, η απλότητα του σοφού που έχει ταξιδέψει τόσο μακριά στο μονοπάτι της γνώσης ώστε να φτάσει πίσω στην αθωότητα του αρχάριου, αλλά τώρα φέρνοντας το βάθος όλων όσων έχει βιώσει και υπερβεί.

 

Αυτός ο απλός δρόμος δεν απαιτεί περίτεχνες διδασκαλίες ή περίπλοκους θεσμούς. Λειτουργεί σύμφωνα με αρχές τόσο βασικές που φαίνονται σχεδόν ενοχικά προφανείς: να είσαι φυσικός, να είσαι γνήσιος, να είσαι πιστός στην ουσιαστική σου φύση. Μην προσποιείσαι αυτό που δεν είσαι. Μην συσσωρεύεις αυτό που δεν χρειάζεσαι. Μην εξαναγκάζεις αυτό που πρέπει να αναπτυχθεί οργανικά. Μην περιπλέκεις αυτό που είναι εγγενώς απλό.

 

Όταν η διακυβέρνηση διεξάγεται σύμφωνα με αυτές τις απλές και αληθινές κατευθύνσεις, συμβαίνει κάτι θαυματουργό. Οι άνθρωποι, πλέον απαλλαγμένοι από το βάρος των τεχνητών συστημάτων, αρχίζουν να αυτοκυβερνώνται σύμφωνα με την έμφυτη σοφία τους. Δεν απαιτούν εκτενείς νόμους επειδή φυσικά αποφεύγουν τη βλάβη. Δεν χρειάζονται περίτεχνους ηθικούς κώδικες επειδή οι καρδιές τους τους καθοδηγούν προς την καλοσύνη. Δεν απαιτούν περίπλοκα οικονομικά συστήματα επειδή φυσικά μοιράζονται και συνεργάζονται όταν οι βασικές τους ανάγκες ικανοποιούνται.

 

Αυτό δεν είναι αφελής ουτοπισμός αλλά μάλλον περιγραφή αυτού που αναδύεται αυθόρμητα όταν τα εμπόδια στη φυσική ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Όπως ένα φυτό θα αναπτυχθεί προς το φως όταν οι πέτρες καθαριστούν από το μονοπάτι του, έτσι και οι άνθρωποι θα αναπτυχθούν προς το υψηλότερο δυναμικό τους όταν οι τεχνητοί περιορισμοί των παραπλανημένων συστημάτων αρθούν.

 

Η Αποφυγή των Εγωιστικών Σκοπών

 

Στην καρδιά αυτής της μυστικής διδασκαλίας βρίσκεται μια βαθιά αναπροσανατολισμός της επιθυμίας. Ο κοσμικός άνθρωπος καθοδηγείται από πλήθος πόθων — όχι μόνο σωματικές ορέξεις, αν και αυτές περιλαμβάνονται, αλλά πιο θεμελιωδώς, ο πόθος για αναγνώριση, ο πόθος για ασφάλεια, ο πόθος για έλεγχο, ο πόθος να είναι κανείς ξεχωριστός, χωριστός, ανώτερος. Αυτοί οι πόθοι γεννούν ατέρμονη προσπάθεια, ατέρμονη αγωνία, ατέρμονη απογοήτευση.

 

Ο μυστικός δεν προτείνει την βίαιη καταστολή αυτών των επιθυμιών, διότι τέτοια καταστολή μόνο τις οδηγεί υπόγεια όπου γίνονται πιο στρεβλές και ισχυρές. Αντίθετα, η διδασκαλία δείχνει προς μια φυσική αποφυγή που συμβαίνει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται καθαρά την ματαιότητα αυτών των επιδιώξεων. Δεν είναι ότι ο σοφός εξαναγκάζει τον εαυτό του να εγκαταλείψει εγωιστικούς σκοπούς μέσω ηρωικής θέλησης· μάλλον αυτοί οι σκοποί πέφτουν φυσικά όταν αναγνωριστεί η ουσιαστική τους κενότητα.

 

Αυτή η αναγνώριση δεν έρχεται μόνο μέσω διανοητικής ανάλυσης, αν και η κατανόηση παίζει ρόλο. Έρχεται μέσω άμεσης εμπειρίας — μέσω της γεύσης του καρπού της εγωιστικής προσπάθειας και της ανακάλυψης της πικρίας του, μέσω της συσσώρευσης κτήσεων και της διαπίστωσης ότι δεν φέρνουν διαρκή ικανοποίηση, μέσω της επίτευξης αναγνώρισης και της ανακάλυψης ότι αφήνει την βαθύτερη πείνα ανησυχασμένη. Η ψυχή, εκπαιδευμένη από την εμπειρία, σταδιακά χάνει το ενδιαφέρον για αυτές τις επιδιώξεις, όχι επειδή απαγορεύονται αλλά επειδή φαίνονται τελικά μη ανταποδοτικές.

 

Στη θέση τους αναδύεται ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός — όχι προς την απόκτηση περισσότερων αλλά προς την εκτίμηση αυτού που είναι, όχι προς τη χειραγώγηση των περιστάσεων για να εξυπηρετήσουν προσωπικούς σκοπούς αλλά προς την ευθυγράμμιση της προσωπικής δράσης με την κοσμική ανάπτυξη, όχι προς την ικανοποίηση απομονωμένων ατομικών επιθυμιών αλλά προς τη συμμετοχή στη μεγάλη συμφωνία της ύπαρξης στην οποία κάθε ον παίζει τον μοναδικό και απαραίτητο ρόλο του.

 

Η Επιστροφή στη Ρίζα

 

Και έτσι το μυστικό ταξίδι, που στην αρχή φαινόταν ως μονοπάτι αποκήρυξης και απώλειας, αποκαλύπτεται ως μονοπάτι ανακάλυψης και ανάκτησης. Αυτό που αποκηρύσσεται είναι μόνο το ψεύτικο· αυτό που ανακαλύπτεται είναι το πραγματικό που ήταν πάντα παρόν αλλά σκιασμένο. Αυτό που χάνεται είναι μόνο το βάρος των τεχνητών κατασκευών· αυτό που ανακτάται είναι η ελαφρότητα και η ελευθερία της φυσικής ύπαρξης.

 

Η Ρίζα στην οποία επιστρέφει κανείς δεν βρίσκεται στο μακρινό παρελθόν, σαν να πρέπει κάπως να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο για να ανακτήσει μια χαμένη χρυσή εποχή. Μάλλον, η Ρίζα υπάρχει αιώνια στα βάθη της πραγματικότητας του τώρα, πάντα διαθέσιμη σε εκείνον που έχει το θάρρος να σκάψει κάτω από τα συσσωρευμένα στρώματα διαμόρφωσης, πεποιθήσεων και συνηθειών. Είναι το έδαφος της ύπαρξης το ίδιο, η πηγή από την οποία κάθε στιγμή αναδύεται φρέσκια, η πηγή δημιουργικότητας και αυθορμητισμού που ποτέ δεν στερεύει.

 

Το να ζει κανείς από αυτή τη Ρίζα είναι να ζει σε συνεχή θαυμασμό, διότι κάθε στιγμή φέρνει κάτι γνήσια νέο αντί για απλή επανάληψη οικείων μοτίβων. Είναι να ζει χωρίς το εξαντλητικό βάρος της διατήρησης μιας κατασκευασμένης ταυτότητας, διότι ο Ριζικός-εαυτός δεν χρειάζεται συντήρηση — απλώς είναι, αβίαστα και πλήρως. Είναι να ζει σε αρμονία με όλα τα όντα, διότι στο επίπεδο της Ρίζας, η ψευδαίσθηση του χωρισμού διαλύεται και η θεμελιώδης ενότητα όλης της ύπαρξης γίνεται όχι απλώς φιλοσοφική έννοια αλλά βιωμένη πραγματικότητα.

 

Ο σοφός που έχει ολοκληρώσει αυτή την επιστροφή — ή μάλλον, που ζει στην αιώνια διαδικασία της επιστροφής, διότι το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει αλλά πρέπει να ανανεώνεται σε κάθε στιγμή — κατοικεί σε μια κατάσταση βαθιάς παραδοξότητας. Είναι άδειος αλλά πλήρης, απλός αλλά βαθύς, ανίσχυρος αλλά ικανός για οτιδήποτε, δεν κατέχει τίποτα αλλά δεν στερείται τίποτα. Έχει αποκηρύξει τη σοφία αλλά είναι πραγματικά σοφός, έχει απορρίψει την αρετή αλλά είναι γνήσια καλός, έχει εγκαταλείψει την πονηριά αλλά δρα με τέλεια νοημοσύνη.

 

Το Δώρο στην Ανθρωπότητα

 

Αυτή η μυστική διδασκαλία δεν προσφέρεται απλώς ως μονοπάτι για ατομική πνευματική ανάπτυξη, αν και σίγουρα εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Πιο θεμελιωδώς, προσφέρεται ως δώρο σε όλη την ανθρωπότητα, ως κλειδί για να ξεκλειδώσει τη φυλακή του πόνου που οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει μέσω των παραπλανημένων προσπαθειών τους για βελτίωση, πρόοδο και πολιτισμό.

 

Αν εκείνοι που κατέχουν θέσεις επιρροής — είτε ως τυπικοί ηγέτες είτε απλώς ως άτομα των οποίων οι πράξεις επηρεάζουν άλλους — μπορούσαν να αγκαλιάσουν αυτή τη διδασκαλία, η μεταμόρφωση θα κυματιζόταν προς τα έξω σαν κύματα από μια πέτρα που πέφτει σε ήρεμο νερό. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το καταπιεστικό βάρος των τεχνητών συστημάτων, θα ξανανακάλυπταν τη χαρά της φυσικής ζωής. Οι κοινότητες θα αναδιοργανώνονταν σύμφωνα με οργανικές αρχές αντί για επιβληθείσες δομές. Η σχέση μεταξύ ανθρώπων και φυσικού κόσμου θα θεραπευόταν καθώς οι άνθρωποι αναγνώριζαν τον εαυτό τους όχι ως χωριστούς από τη φύση αλλά ως εκφράσεις της άπειρης δημιουργικότητας της φύσης.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα να εγκαταλειφθούν όλες οι δομές, όλη η μάθηση, όλη η ηθική σκέψη. Είναι μάλλον κάλεσμα να διακρίνουμε μεταξύ δομών που αναδύονται φυσικά από ζωντανά συστήματα και δομών που επιβάλλονται τεχνητά από έξω, μεταξύ μάθησης που αφυπνίζει έμφυτες δυνατότητες και μάθησης που προσπαθεί να προγραμματίσει προκαθορισμένα αποτελέσματα, μεταξύ ηθικής συμπεριφοράς που ρέει από γνήσια φροντίδα και ηθικής συμπεριφοράς που εκτελείται από καθήκον ή φόβο.

 

Η εκατονταπλάσια βελτίωση που υπόσχεται το αρχαίο κείμενο δεν είναι υπερβολή αλλά ρεαλιστική εκτίμηση αυτού που γίνεται δυνατό όταν τα εμπόδια στην ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Ωστόσο αυτή η βελτίωση δεν μπορεί να επιβληθεί ή να μηχανευτεί· μπορεί μόνο να επιτραπεί να αναδυθεί όταν οι συνθήκες είναι σωστές — όταν η σοφία αποκηρύσσεται, όταν η τυποποιημένη αρετή απορρίπτεται, όταν η τεχνητή επινοητικότητα δίνει τη θέση της στη φυσική δράση.

 

Η Αιώνια Πρόσκληση

 

Η διδασκαλία στέκεται ως αιώνια πρόσκληση, εκτεταμένη σε όλους όσους έχουν κουραστεί από τις πολυπλοκότητες και τις αντιφάσεις της κοσμικής ύπαρξης, σε όλους όσους αισθάνονται ότι κάτω από τον θόρυβο και το χάος της συμβατικής ζωής κρύβεται μια απλότητα και ειρήνη που ο κόσμος ούτε μπορεί να δώσει ούτε να αφαιρέσει. Είναι πρόσκληση να σταματήσουν να προσπαθούν τόσο σκληρά, να απελευθερώσουν την εξαντλητική προσπάθεια να γίνουν κάτι άλλο από αυτό που θεμελιωδώς είναι, να εμπιστευτούν τη σοφία που ρέει από τη Ρίζα όταν τα κανάλια καθαριστούν από εμπόδια.

 

Αυτός είναι ο παραδοξικός δρόμος του μυστικού — να κατέβει για να ανέβει, να αδειάσει για να γεμίσει, να πεθάνει στον ψεύτικο εαυτό για να γεννηθεί στην αυθεντική ύπαρξη. Είναι μονοπάτι όχι επίτευξης αλλά πραγματοποίησης, όχι γίγνεσθαι αλλά θύμησης, όχι κατασκευής αλλά αποκάλυψης. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι αυτό που ήταν πάντα παρόν, περιμένοντας υπομονετικά κάτω από τα στρώματα διαμόρφωσης, έτοιμο να αναδυθεί τη στιγμή που θα δημιουργηθεί χώρος για την εμφάνισή του.

 

Ο σοφός που βαδίζει αυτό το μονοπάτι δεν αφήνει ίχνη, διδάσκει χωρίς να μιλάει, επιτυγχάνει χωρίς να πράττει. Είναι σαν το νερό, που αναζητά πάντα το χαμηλότερο μέρος, υπηρετώντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, ικανοποιημένο να δέχεται αυτό που ο κόσμος θεωρεί ανεπιθύμητο. Ωστόσο στην φαινομενική του φτώχεια κατέχει τον μόνο πλούτο που μετράει — τον πλούτο του να είναι πλήρως παρών, πλήρως ζωντανός, πλήρως ο εαυτός του σε κάθε μη επαναλήψιμη στιγμή.

 

Το να επιστρέψει κανείς στη Ρίζα είναι να έρθει σπίτι μετά από ένα μακρύ και περιττό ταξίδι, να φτάσει στον τόπο όπου πάντα ήταν αλλά δεν μπορούσε να δει ενώ χανόταν στις περιπλοκές της αναζήτησης. Είναι να αναπαυθεί στο αιώνιο τώρα, να αναπνέει με την κοσμική αναπνοή, να κινείται σε αρμονία με τους λεπτούς ρυθμούς που καθοδηγούν όλη την ύπαρξη προς την απόλυτη άνθησή της. Αυτό είναι το δώρο, η πρόσκληση, η ανοιχτή πόρτα. Θα μπεις;


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~