CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
20. The Non-Path of True Enlightenment
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
8. The Path Beyond Perception: A Mystical Journey to Full Awakening

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
8. Το Μονοπάτι πέρα από την αντίληψη: Ένα μυστικιστικό ταξίδι στην πλήρη αφύπνιση

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 21 March, 2026

Sunday, July 30, 2017

Θρησκεία


 

Η Θρησκεία, ως προς το περιεχόμενό της αποτελεί, κατ’ αρχήν, για την ανθρώπινη συνείδηση, μία ολική αντίληψη της ύπαρξης και των φαινομένων της, μία κοσμοθεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα…

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Η Θρησκεία είναι κατ’ αρχήν ένα ιστορικό φαινόμενο, με ποικίλες εκδηλώσεις. Σαν ιστορικό φαινόμενο είναι δημιούργημα κάποιας κοινωνίας, είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Είτε δημιουργείται από μέλη της κοινωνίας που έχουν κοινές αντιλήψεις και διαμορφώνουν σιγά-σιγά το φαινόμενο της θρησκείας, είτε δημιουργείται από ένα άτομο, που στηρίζεται όμως στις κοινές αντιλήψεις, τις χρησιμοποιεί, τις ερμηνεύει, τις παρουσιάζει ίσως με κάποιο άλλο τρόπο, και με την μετάδοση γίνεται αποδεκτό κι από άλλα μέλη της κοινωνίας και παίρνει πάλι, έτσι, την κοινωνική του διάσταση. Παράδειγμα του πρώτου τύπου θρησκείας είναι το Σαναντάνα Ντάρμα. Παράδειγμα του δεύτερου τύπου είναι ο Βουδισμός, κι ακόμα οι δυτικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ισλαμισμός...

ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ

Η Θρησκεία, ως προς το περιεχόμενό της αποτελεί, κατ’ αρχήν, για την ανθρώπινη συνείδηση, μία ολική αντίληψη της ύπαρξης και των φαινομένων της, μία κοσμοθεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα. Από αυτή την γενική θεώρηση, απορρέει μία ηθική, που έχει μία ατομική και μία κοινωνική διάσταση. Μετά η Θρησκεία εκφράζεται σαν τρόπος ζωής, αφού οργανώνει την όλη ζωή του ανθρώπου πάνω σε θρησκευτική βάση, καθιερώνει λατρευτικές εκδηλώσεις, κι εντάσσει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες στα πλαίσιά της.

ΜΥΗΣΗ

Η Συνείδηση που σχηματίζει ή μυείται, ή αποδέχεται, την στιγμή που «αντιλαμβάνεται συνειδητά», δέχεται κάποιες βασικές, ολοφάνερες, και γενικά βέβαιες αντιλήψεις, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν γιατί απορρέουν από την ίδια την «αντίληψη της ύπαρξης». Αλήθεια, Αρχή, Αξίωμα, είναι όροι που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν αυτές τις πρώτες βεβαιότητες. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται πρωταρχικά το Είναι της (την Ύπαρξη), το Οποίο όμως δεν μπορεί να προσδιορισθεί παρά μόνο κατά σύμβαση... Είναι Υπερβατικό, Άπειρο, πέραν του χώρου και του χρόνου (άσχετα από το κατά πόσο το συνειδητοποιούμε αυτό...). Η Συνείδηση, είτε αναφέρεται σε Αυτό το Υπερβατικό (αντιλαμβάνεται ότι «είναι έτσι»), είτε αντιλαμβάνεται ότι είναι Αυτό το Υπερβατικό. Από Αυτό το Υπερβατικό απορρέουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) οι κόσμοι, αόρατοι, ορατοί, τα υλικά όντα και φαινόμενα... Η συνείδηση, η κάθε συνείδηση, είναι Αυτή η Συνείδηση, το Είναι στο Σύνολό του, «αναφέρεται» σε Αυτό. Η «ατομικότητα» δεν μπορεί παρά να είναι αυταπάτη... Από την στιγμή που η Συνείδηση «εγκαταλείπει» το Καθαρό Είναι (στον «μεταφυσικό» χώρο και χρόνο...) και βυθίζεται στην αντίληψη μίας ατομικότητας, περνά σε μία κατάσταση που δεν μπορεί παρά να είναι πλασματική...

ΚΟΣΜΟΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται έτσι «Όλο τον Χώρο της Ύπαρξης», κι ερμηνεύει εντός αυτού του πλαισίου αντίληψης, όλες τις πιθανές καταστάσεις της. Αυτό που αντιλαμβάνεται με την νόηση και με άλλους μηχανισμούς (όπως η αίσθηση), είναι εμπειρία από τον χώρο της λογικής και τον εξωτερικό κόσμο, που επαληθεύεται, θεμελιώνεται, κι έτσι γίνεται αντικειμενικότητα. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται διαισθητικά, συμπεραίνει νοητικά (χωρίς να μπορεί να το αποδείξει στον νοητικό χώρο), ότι υπάρχουν διάφοροι κόσμοι, κι ότι αυτός ο υλικός κόσμος είναι τελευταίος στην σειρά... Στην παρούσα κατάσταση η Συνείδηση (που είναι κάτι περισσότερο από την απλή νόηση, το νοητικό σύμπλεγμα «εγώ», την διανόηση...), μαζί με την νοητική της δύναμη και τον δυναμισμό της, είναι συνδεδεμένη με ένα ζωντανό οργανισμό. Η Συνείδηση «υπερβαίνει» τον υλικό φορέα της αλλά ταυτόχρονα είναι παρούσα μέσα στον φορέα, και σαν Παρουσία, και με τις κατώτερες δυνάμεις της. Η Συνείδηση εκδηλώνει την νοητική της δύναμη και την αισθητηριακή δραστηριότητα μέσω ενός νευρικού συστήματος, που αποτελεί την «καρδιά» του οργανισμού. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται (δηλαδή, έχει συνείδηση, νοεί, αισθάνεται, σαν μία λειτουργία με πολλές εκδηλώσεις...), ότι είναι Παρούσα εδώ με τον υλικό φορέα της, μέσα στον υλικό κόσμο, έρχεται σε σχέση με τον κόσμο, βιώνει εμπειρίες, κλπ...

Η Συνείδηση, όντας Υπερβατική, Άπειρη, μπορεί να είναι «Εκτός», ή να αντιλαμβάνεται ότι είναι «εντός» του υλικού κόσμου. Εδώ στηρίζεται όλη μεταφυσική θεώρηση, όλη η πνευματική προσπάθεια, πορεία, εξέλιξη (αν και όλα αυτά είναι συμβατικές εκφράσεις).

Έχοντας αυτή την αντίληψη η Συνείδηση σχηματίζει ηθικές επιταγές και ακολουθεί ηθικές συμπεριφορές (οργανώνει δηλαδή την ζωή της σύμφωνα με τις πιο πάνω αντιλήψεις...)...

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Περιγράψαμε πιο πάνω τι είναι το θρησκευτικό φαινόμενο, από την άποψη της Συνείδησης, θεωρητικά.

Ιστορικά όμως μιλώντας, υπάρχουν Συνειδήσεις που Βίωσαν αυτό το φαινόμενο. Μέσα στα πλαίσια μίας κοινής αντίληψης Συνειδήσεις Βίωσαν την «Ίδια» Πραγματικότητα. Την εξέφρασαν, την κωδικοποίησαν, την μετέδωσαν, κι έτσι εμφανίστηκε το φαινόμενο της Θρησκείας μέσα στην ιστορία.

Από αυτή την ιστορική άποψη η Θρησκεία είναι μία ολική θεωρία της ύπαρξης, μία κοσμοθεωρία η οποία αποδέχεται τα εξής:

1. Το Όντως Ον (στο Οποίο αποδίδονται διάφορα Ονόματα και Προσδιορισμοί), Είναι Υπερβατικό, Αιώνιο, Άπειρο, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο.

2. Από Αυτό το Όντως Ον προέρχονται όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης (η δημιουργία, οι κόσμοι, τα όντα, τα φαινόμενα...)...

3. Με Αυτό το Όντως Ον ταυτίζονται (στην Βαθύτερη Ουσία τους, η σε Αυτό «αναφέρονται», ή με Αυτό έχουν «σχέση» όλα τα όντα.

4. Με βάση αυτή την «σχέση» του όντος με το Όντως Ον, το ον προσδιορίζεται ως προς την Ουσία του, τον προορισμό του, την εξέλιξή του, την δραστηριότητά του, την ολοκλήρωσή του... Ειδικότερα, από αυτή την «σχέση» με το Όντως Ον και την θέση του μέσα στον χώρο της ύπαρξης γεννιέται στο ον η αναγκαιότητα μίας ορισμένης δραστηριότητας μέσα στα πλαίσια αυτής της «σχέσης». Η ζωή θρησκευτικοποιείται, θεμελιώνονται ηθικά αιτήματα, και διαμορφώνεται μία ηθική, καθορίζεται ένας προορισμός, κι η δραστηριότητα προσδιορίζεται με βάση το σκοπό που έχει τεθεί, κλπ...

5. Τίθεται το κυριότερο αίτημα που αποτελεί και την ουσία όλης της θρησκευτικής αντίληψης που είναι η «τελείωση του ανθρώπου», και που νοείται με διάφορους τρόπους μέσα στις ιστορικές θρησκείες.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΤΟΜΟ

Στα πλαίσια της Ιστορίας, πάντα, αυτή η ολική θεωρία για την Ύπαρξη, γίνεται αποδεκτή από πολλούς ανθρώπους, δημιουργεί μία θρησκευτική κοινότητα, που έχει την δική της ιστορική πορεία. Στα πλαίσια αυτής της ιστορικής πορείας εμφανίζονται σημαντικές ιστορικές μορφές, οι θεωρίες και τα δόγματα εξελίσσονται, δημιουργούνται και συσσωρεύονται διάφορα πολιτιστικά στοιχεία...

Έτσι, ένα άτομο που γεννιέται και εξελίσσεται μέσα στα πλαίσια μίας θρησκείας που λειτουργεί σαν κοινωνικό φαινόμενο, πρέπει να δεχθεί αντιλήψεις, να συμμορφωθεί με την ηθική της κοινότητας και να τοποθετεί την δραστηριότητά του μέσα στα πλαίσια της κοινής θρησκευτικής ζωής. Μέσα σε αυτά τα κοινωνικά πλαίσια το άτομο πρέπει να πραγματοποιήσει την δική του εξέλιξη και να επιτύχει τον δικό του προορισμό και να φθάσει στην ολοκλήρωσή του. Σε τελευταία ανάλυση και από αυτή την άποψη η Θρησκεία αποτελεί ένα προσωπικό και μάλιστα εσωτερικό επίτευγμα...

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Η Θρησκεία όπως προσδιορίζεται πιο πάνω, δεν ταυτίζεται απόλυτα με τους επίσημους θρησκευτικούς οργανισμούς που συχνά λειτουργούν όχι σαν θρησκευτικές κοινότητες, αλλά σαν κομμάτια μίας εκκοσμικευμένης κοινωνίας.... Τέτοιες εκκοσμικευμένες θρησκείες που λειτουργούν απλά σαν κοινωνικοί θεσμοί, όχι μόνο έχουν χάσει την Εσωτερική Ζωή, το Βίωμα της Πραγματικότητας, και την δυνατότητα καθοδήγησης άλλων ανθρώπων, αλλά συχνά λειτουργούν εναντίον των λαών...

 

 

Sunday, July 23, 2017

Ψυχολογία της Συνειδητότητας


(ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ)

(Ψυχολογία και Φυσιολογία της Επίγνωσης)

Η αντίληψη που έχουμε για την ύπαρξη στον κόσμο, για μας, για τον κόσμο, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που χρησιμοποιεί όμως πραγματικά στοιχεία… ή αλλιώς, κατασκευάζουμε αυθαίρετα την εικόνα της πραγματικότητας χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία. Είναι το αποτέλεσμα, η σύνθεση, η τελική εικόνα της πραγματικότητας αυθαίρετη, όχι τα στοιχεία της πραγματικότητας που χρησιμοποιούμε.

Ας το εξηγήσουμε αυτό. Η συνηθισμένη επίγνωση της ύπαρξής μας στον κόσμο και του περιβάλλοντος, της πραγματικότητας που συλλαμβάνουμε τελικά, είναι μια εκλεκτική διαδικασία, που επηρεάζεται, και διαφοροποιείται, από αντιλήψεις, πεποιθήσεις, συναισθήματα, τις ίδιες τις αισθήσεις.

Η άμεση εμπειρία της ύπαρξης στον κόσμο, του κόσμου (σαν περιβάλλοντος), φαίνεται καταρχήν αληθινή. Είμαστε εδώ, βλέπουμε, ακούμε, αντιδρούμε στον κόσμο. Όλα φαίνονται τόσο αληθινά. Είναι όμως;

Έχουμε συνεχώς επαφή με τον κόσμο. Αλλά όλα αυτά που συμβαίνουν δεν «εισέρχονται» όλα ανεξέλεγκτα μέσα μας. Και δεν θα ήταν δυνατόν, γιατί ο εγκέφαλος, το νευρικό σύστημα, οι αισθήσεις, θα αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν σε μια τέτοια δραστηριότητα. Από όλα αυτά που συμβαίνουν απομονώνουμε όσα μας «ενδιαφέρουν», ενώ όλα τα άλλα είναι πληροφοριακός θόρυβος. Αυτό το φιλτράρισμα των πληροφοριών μας προφυλάσσει βέβαια από τον κατακλυσμό των πληροφοριών, αλλά και μας «προσανατολίζει» μέσα στον κόσμο. Με την εκλεκτική πρόσληψη των πληροφοριών προσανατολιζόμαστε στην αντίληψη της πραγματικότητας. Ρυθμίζουμε την ζωή μας, και καθοδηγούμε τις εξωτερικές δραστηριότητές μας, τις πράξεις μας, για την επίτευξη των σκοπών που θέτουμε.

Όμως τι είναι αυτό που καθορίζει τα «ενδιαφέροντά» μας; Ανάγκες της ύπαρξης (να υπάρχουμε), της ζωής (να ζήσουμε, να ζούμε), κι εξωτερικές ανάγκες (να πραγματοποιούμε τους σκοπούς μας). Όλα αυτά όμως δεν είναι απλές εσωτερικές αισθήσεις που δημιουργούν δράσεις και πράξεις. Αντιλαμβανόμαστε με ορισμένο τρόπο την ύπαρξή μας, έχουμε σχηματίσει πεποιθήσεις για την ζωή, τον τρόπο που πρέπει να ζούμε (ανάλογα με τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν), κι έχουμε προσανατολίσει την δράση μας στον εξωτερικό κόσμο σύμφωνα με τους προσωπικούς στόχους μας… Διδαχθήκαμε, μάθαμε, να αντιλαμβανόμαστε με ένα ορισμένο τρόπο, ανάλογα με την οικογένεια, την κοινωνία, τον τόπο που βρεθήκαμε, τις εξωτερικές συνθήκες.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται φυσιολογικά για τους περισσότερους ανθρώπους που έχουν ταυτιστεί με το «περιεχόμενο της σκέψης» τους, τις πεποιθήσεις τους, τον τρόπο ζωής… και δρουν απλά σαν αυτόματα, στο επίπεδο της σκέψης, της ψυχολογικής αντίδρασης και της πρακτικής εξωτερικής ζωής. Εύλογα θα μπορούσαν να πουν «και πως πρέπει να ζούμε»; Δεν συνειδητοποιούν το μέγεθος της διαμόρφωσής τους, που δεν προέρχεται απλά από την ζωή, αλλά από την κοινωνία, από ισχυρές ομάδες που διευθύνουν τις τύχες των ανθρώπων και κατευθύνουν τους πληθυσμούς εκεί που θέλουν, σαν πρόβατα… Οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι ζουν σε ένα «κατασκευασμένο κόσμο», όπου αντιλήψεις, εκπαίδευση, πληροφόρηση, ζωή, συνήθειες, τα πάντα «ελέγχονται». Είναι τόσο αφελείς που πιστεύουν ότι ζουν στην αλήθεια, στη δημοκρατία, στην ελευθερία, στην δικαιοσύνη… ενώ δεν εφαρμόζεται πρακτικά τίποτα από αυτά.

Οι άνθρωποι είναι μισοξύπνιοι, μισοκοιμισμένοι, που αγνοούν ότι ζουν σε μια «κατασκευασμένη πραγματικότητα» κι ότι έχουν προγραμματιστεί να «συνεργάζονται» σε αυτή την «κατασκευή»… τελικά οι άνθρωποι κατασκευάζουν μόνοι τους τις αλυσίδες τους… Πάνω στο φόντο του «παγκόσμιου ονείρου» κατασκευάζουν συνεχώς το «προσωπικό όνειρό» τους.

Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι να υιοθετούν παρόμοιες αντιλήψεις, πεποιθήσεις, δράσεις, πράξεις, δεν σημαίνει ότι όλα αυτά είναι αυτόματα αληθινά… Μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η γη είναι επίπεδη, έκανε πράγματι την γη επίπεδη;… Ή μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η «κατασκευασμένη πραγματικότητά» τους είναι η πραγματικότητα, την κάνει αληθινή;

Βέβαια, μπορεί αυτός ο τρόπος αντίληψης να μας προφυλάσσει από την σύγχυση των πληροφοριών, να μας βοηθά να προσανατολιζόμαστε και να επιβιώνουμε, φιλτράροντας την αντίληψη της πραγματικότητας, δεν παύει όμως να είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που μας παραπλανά… δεν είναι η Πραγματικότητα, δεν μπορεί Ποτέ να Γίνει η Πραγματικότητα… Η ασφάλεια που προσφέρει η «κατασκευασμένη πραγματικότητα» είναι η ασφάλεια της φυλακής για κάποιον που δεν γνωρίζει πώς να ζήσει στην ελευθερία… Η Πραγματικότητα μπορεί να είναι Τελείως Διαφορετική από αυτό που φαντάζονται οι άνθρωποι.

Η Ορθή Αντίληψη της Πραγματικότητας Γίνεται σε Πραγματικό Χρόνο, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει, Παρατηρώντας με Πλήρη Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν»… όχι μέσα από το σύστημα σκέψης, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, τρόπους ζωής… δηλαδή χωρίς να φιλτράρουμε «αυτά που συμβαίνουν», χωρίς να «παραποιούμε»… Αφήνοντας την Ζωή να μας Οδηγεί… Αυτός που Απλά Βλέπει, Παρατηρεί, με Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν», ανακαλύπτει μια Πραγματικότητα Τελείως Διαφορετική από αυτήν που εμφανίζει η φιλτραρισμένη αντίληψη του κόσμου.

Μια Τέτοια Αντίληψη της ύπαρξης, του κόσμου, «αυτού που συμβαίνει», είναι μια χωρίς όρους γνωστική διαδικασία, μια ελεύθερη δράση, μια διευρυμένη επίγνωση της Πραγματικότητας, που Αποκαλύπτει την Ουσιαστική Ενότητά της, αφού παύουν οι διαχωρισμοί υποκειμένου-αντικειμένου, εγώ-κόσμος, εγώ-άλλοι…

Αυτή η Διευρυμένη Αντίληψη (σαν γνωστική διαδικασία), αυτή η χωρίς όρους επίγνωση, είναι ακριβώς ο Στόχος όλων των Εσωτερικών Παραδόσεων… Είναι κάτι που έχει να κάνει με τον Άνθρωπο, την Συνειδητότητά του, την Επίγνωσή του, όχι με θεωρίες, διδασκαλίες, που είναι όλα κατασκευές της σκέψης, δηλαδή διανοητικά σκουπίδια, αφού η σκέψη εκλαμβάνει τις έννοιες-λέξεις σαν αληθινά πράγματα.

Η Καρδιά όλων των αληθινών θρησκειών, είναι ακριβώς Αυτή η Εμπειρία της Πραγματικότητας, που από το Κατώφλι της Διευρυμένης Επίγνωσης (που Συλλαμβάνει την Ενότητα της Ύπαρξης) Βαθαίνει μέχρι την Πλήρη Εμπειρία, Αυτού που Πραγματικά Υπάρχει, Αυτού που Στηρίζει τα Πάντα, της Άχρονης Πηγής των Πάντων, του Θεού.

Όταν λοιπόν στις Παραδόσεις λέμε να απαρνηθούμε τον «κόσμο τούτο», να ανυψωθούμε στην Πραγματικότητα, εννοούμε να βγούμε από το σύστημα σκέψης που φιλτράρει και παραποιεί την πραγματικότητα, να βγούμε από το «σπήλαιο της σκέψης», όπου αντικρύζουμε μόνο σκιές, να βγούμε Έξω, στο Φως της Πραγματικότητας, όπου ο Ήλιος της Αλήθειας Λάμπει και Φανερώνει τα «πράγματα όπως είναι»… Έτσι το περιέγραφε ο Πλάτωνας πριν 2500 χρόνια στον «μύθο του σπηλαίου».

Και το ερώτημα είναι, «Καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ότι είναι μέσα στο σπήλαιο της σκέψης και βλέπουν σκιές»; Καταλαβαίνουν ότι Εκεί Έξω από το σπήλαιο υπάρχει ένας Αληθινός Κόσμος, ένας Φωτεινός Κόσμος; Θέλουν να βγουν από το σπήλαιο; Η προτιμούν να φυτοζωούν μέσα στις αυταπάτες τους;

Η Γνώση Έχει Διατυπωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και δεν υπάρχουν σωτήρες για να σώσουν κανένα. Καθένας έχει την απόλυτη ευθύνη του εαυτού του. Και το μόνο ερώτημα που μπορεί να τεθεί (να θέσει ο καθένας στον εαυτό του) είναι αυτό: «Που θέλεις να ζεις; Στο Φως; Στην αυταπάτη»; Η επιλογή είναι δικαίωμά σου… όπως και οι συνέπειες κάθε επιλογής αναπόφευκτες… κι οφείλεις να τις αντιμετωπίζεις με αξιοπρέπεια…

Το Τελικό Συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει μια Ευρύτερη Επίγνωση, κάτι τελείως διαφορετικό από την απλή επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου που είναι ένα φιλτράρισμα όσων συμβαίνουν, μια προσωπική κατασκευή της πραγματικότητας, μια παραποίηση, ένα όνειρο… όση ασφάλεια κι αν φαίνεται να έχει. Η επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου διαστρεβλώνεται από τις επιλογές, τον ωφελιμισμό, προσωπικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα, παγιωμένες δράσεις…

Αυτό που αντιλαμβάνεται ο συνηθισμένος άνθρωπος μέσα από το οποιοδήποτε σύστημα σκέψης του, δεν είναι ούτε πλήρης, ούτε επαρκής εικόνα της πραγματικότητας, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που δεν μπορεί να προσφέρει ούτε Ελευθερία, ούτε Αλήθεια, ούτε Ευτυχία…

 

 

 

Sunday, July 16, 2017

Εισαγωγή στην Ελληνική Θρησκεία


(ΟΡΦΙΣΜΟΣ)

Η Πρώτη Θρησκευτική Αντίληψη που έχει ο πρωτόγονος άνθρωπος, εδώ και χιλιάδες χρόνια, είναι αυτή του «περιβάλλοντος κόσμου»: μια χαώδης αντίληψη κατ’ αρχήν, που γρήγορα συγκεκριμενοποιείται (ήδη εδώ και 30.000 χρόνια) στην «αντίληψη της Φύσης», που λαβαίνει έτσι μια μυστική έννοια και περιλαμβάνει τα πάντα, όχι μόνο όσα φαίνονται αλλά και όσα δεν φαίνονται. Κατ’ αρχήν η Φύση είναι Άγνωστη, απειλητική, αλλά και Γεννήτρα και Τροφός μαζί. (Η Φύση θα διατηρήσει αυτό τον δισυπόστατο χαρακτήρα και τις επόμενες χιλιετηρίδες).

Σε ένα δεύτερο θρησκευτικό στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να διερευνηθεί η Φύση και διαχωρίζεται ο Ουρανός  (Αυτό που είναι Υψηλά, Αόρατο συχνά, Ιερό, Πλήρες Δύναμης, - όχι απλά ο φυσικός ουρανός), και η Γαία, η ορατή (ή δυνητικά ορατή) Φύση. Σε αυτό το στάδιο διαχωρίζεται η θρησκευτική αντίληψη (ήδη εδώ και 10.000 χρόνια) και γεννιούνται «οι θρησκείες του Ουράνιου», κι «οι θρησκείες της Φύσης».

Σε ένα τρίτο στάδιο (εξέλιξης) οι έννοιες του Ουρανού και της Φύσης, που είναι αρκετά ασαφείς έννοιες, συγκεκριμενοποιούνται. Ο Ουρανός παραχωρεί την θέση του σε Γονιμοποιούς Θεούς  του κόσμου (ή Ηλιακούς Θεούς)… ενώ η Φύση παραχωρεί την θέση της σε Γονιμοποιούς Θεούς της Ζωής. Ίχνη αυτών των αντιλήψεων ανιχνεύονται ήδη εδώ και 5.000 χρόνια.

Σε ένα τέταρτο στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να συγκροτηθεί ένα πλήρες σύστημα που θα ερμηνεύει τα πάντα. Αυτή η κίνηση ξεκινάει εδώ και 4.000 χρόνια κι ολοκληρώνεται γύρω στο 3.000 πριν από σήμερα. Παλιές θρησκευτικές έννοιες και νέες θρησκευτικές αντιλήψεις συνδυάζονται και όλη η συσσωρευμένη θρησκευτική γνώση δένεται σε μια νέα σύνθεση:

Τα στάδια που διανύει ο ανθρώπινος νους, προχωρώντας σε πιο βαθιές ή λεπτομερείς αντιλήψεις της πραγματικότητας δίνονται σαν ιστορική συνέχεια του κόσμου, σαν Θεογονία: Έτσι, από την Ανέκφραστη Αρχή του Χάους, γεννιέται η Γαία (η Ασαφής Φύσης) – όχι η Γαία του Ζεύγους Ουρανός-Γαία (που έρχονται μεταγενέστερα). Μετά, διαχωρίζονται Ουρανός και Γαία: Η Πρώτη Γαία γεννά τον Ουρανό, κι έτσι προκύπτει το Αρχικό Ζευγάρι Ουρανός-Γαία, με πιο συγκεκριμένες έννοιες. Από τον Ουρανό (και την Γαία) γεννιούνται όλες οι  Τιτανικές Δυνάμεις, (Κρόνος και Ρέα, κλπ.),  από τις Οποίες θα αναδυθεί η Μια Ζωογόνος Δύναμη: Είναι ο Ζευς, «ο πατέρας θεών και ανθρώπων», ο Διευθέτης, Κυρίαρχος του Κόσμου.

Αυτού του είδους η θρησκευτική κοσμοθεωρία αρχίζει να διαμορφώνεται στους ινδοευρωπαίους Έλληνες, ήδη εδώ και 4.000 χρόνια πριν. Εδώ και 3.000 χρόνια εμφανίζονται Συγκροτημένες Θεογονίες. Η Θεογονία του Ησιόδου, πριν 29 αιώνες, δεν είναι παρά μία από τις πολλές (κι όχι οποσδήποτε η πιο εμπνευσμένη κι η πιο πλήρης θεογονία). Στους επόμενους αιώνες οι θρησκευτικές αντιλήψεις θα πλουτισθούν, έτσι που θα προκύψει ένα αυστηρά συγκροτημένο πάνθεο.

Λεπτομερής ανάλυση αυτής της θρησκευτικής αντίληψης γίνεται στο άρθρο «Ελληνική Θρησκεία (Κατά Ησίοδο)».

.

Στην Κρήτη, πριν 4.000 χρόνια είχε επικρατήσει η Λατρεία της Θεάς Φύσης. Χίλια χρόνια μετά (γύρω στο 3.000 χρόνια πριν) η Θεά παραχωρεί την θέση της στον Θεό της Γονιμότητας, Ζαγρέα. Ήδη από αυτή την εποχή διαμορφώνονται οι βασικές αντιλήψεις γύρω από τον Θεό, ο Κεντρικός Ιερός Λόγος, και οι διάφοροι συσχετισμοί του Θεού με την δημιουργία, τον άνθρωπο, τον κόσμο, κλπ.

Ο νεογέννητος Ζαγρέας που περιβάλλεται από τους φύλακες-πιστούς του διασπαράσσεται σε μια ιερή τελετή και τρώγεται ωμός: Ένα μεταφυσικό γεγονός αποτυπώνεται και επαναλαμβάνεται τελετουργικά σε μια ιερή τελετή, και ταυτόχρονα η ίδια η ιερή τελετή αναφέρεται σε μια μεταφυσική πραγματικότητα: Οι πιστοί που τελούν την ιερή πράξη εκπροσωπούν τις «εχθρικές» δυνάμεις της διάσπασης της Ενότητας του Όντος, τις δυνάμεις της πολλαπλότητας (Τιτάνες), ενώ η ίδια η ιερή πράξη αναπαριστά την κοσμική θυσία, την δημιουργία, την γέννηση του ανθρώπου. Η μεταφυσική πραγματικότητα από τη μια και η τελετουργική πράξη υφίστανται παράλληλα και η μια αναφέρεται στην άλλη. Το μεταφυσικό γεγονός (που συνέβη σε άλλο χώρο, άλλο χρόνο) επαναλαμβάνεται αιώνια μέσα στην τελετουργική πράξη (σε ετήσια βάση). Από την διάσπαση του Όντος γεννιούνται τα όντα κι έτσι ο Θεός θεωρείται προπάτορας των ανθρώπων. Ο άνθρωπος  όμως δεν είναι απλά το Ον μέσα στο ον (μέσα στα όντα). Η Φύση του Όντος νοθεύεται με την διασπαστική δύναμη, αποκτά τιτανική φύση. Η τιτανική φύση μέσα στον άνθρωπο (που είναι Ον στην Ουσία του) εκδηλώνεται με την διασπαστική λειτουργία του ατομικού νου που ξεπέφτει σε ατομική ψυχή, κι ενσωματώνεται σε ένα υλικό σώμα.

Με την ιερή τελετή και ωμοφαγία οι άνθρωποι συμμετέχουν όχι μόνο στην Ουσία του Θεού, αλλά και στην Κοσμική Θυσία, και με αυτή την συμμετοχή ακριβώς ξαναενώνονται με τον Θεό, μετέχουν της Αιωνιότητας του Όντος.

Ο Θεός Ταυτίζεται με τον Ταύρο, (το κατ’ εξοχήν Γονιμοποιό Ζώο). Η ιερή τελετουργία «ταυτίζεται» με την θυσία, τον διασπαραγμό και την ωμοφαγία του Ταύρου. Ο  Θεός ταυτίζεται ακόμα με το σύνολο της Δημιουργίας και σχετίζεται με την βλάστηση (που εκφράζει την ζωή). Δεν είναι βέβαιο ότι σχετίζεται (τουλάχιστον στην Κρήτη) ιδιαίτερα με την άμπελο.

Αυτές οι αντιλήψεις κι η Λατρεία του Γονιμοποιού Θεού και του Ταύρου επικρατούν σε όλο τον τότε μεσογειακό κόσμο, και ίχνη αυτής της λατρείας ανιχνεύονται αιώνες μετά, στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Ιωνία, και στην Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία).

Στην Μυκηναϊκή Ελλάδα, αλλά κυρίως τους επόμενους αιώνες, η Λατρεία του Ζαγρέα  θα διαμορφωθεί σύμφωνα με το ελληνικό πνεύμα και θα αφομοιωθεί από τους εκεί πληθυσμούς. Ο Ζαγρέας γίνεται έτσι Γιός του Δία (του Κατ’ εξοχήν Θεού), ο Διόνυσος - όπου το Διόνυσος χρησιμοποιείται περισσότερο στην προσδιοριστική του σημασία, σαν επίθετο, για να καταλήξει με τα χρόνια σε κύριο όνομα, που φανερώνει το Γιό του Θεού. Ο Διόνυσος εντάσσεται , ήδη πριν 3.000 χρόνια στην ελληνική θεολογία.

Από το 3.000 χρόνια πριν, και μετά, σιγά-σιγά θα διαμορφωθούν οι κυριότεροι μύθοι γύρω από τον Θεό, και η λατρεία του θα εξαπλωθεί, όχι χωρίς αντιδράσεις, σε πολλά μέρη. Διαμορφώνονται διάφορες λατρευτικές πράξεις από τις οποίες θα προέλθουν αργότερα και οι κυριότερες γιορτές του Θεού.

.

Ο Ορφέας έζησε πριν 29 αιώνες.  Ήταν πραγματικό πρόσωπο, κι όχι μυθικός ήρωας του πολιτισμού, και ο Αριστοτέλης τον τοποθετεί στην εποχή των θεολόγων, δηλαδή μετά τους μεγάλους ποιητές  (Όμηρο, Ησίοδο), και πάντως πριν τους μεγάλους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Ορφέας έδωσε μια άλλη ερμηνεία στην Διονυσιακή Λατρεία, πιο βαθιά πιο εσωτερική «μετατρέποντας» το μεταφυσικό γεγονός που αποτυπωνόταν στην ιερή πράξη και την εξωτερική λατρεία σε προσωπικό βίωμα μέσα στον κάθε άνθρωπο. Για τον Ορφέα, και τους ορφικούς, κατ’ εξοχήν θεολόγους, το «μεταφυσικό αντικειμενικό γεγονός» (της Διάσπασης της Ενότητας του Όντος σε πολλαπλότητα), δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που συμβαίνει έξω από εμάς, σε άλλους χρόνους, συντελείται μέσα στον άνθρωπο: Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι το Ον που ξεπέφτει από την Κατάσταση της Ενότητας, στην πολλαπλότητα και στην ατομικότητα, και μέσα στο υλικό σώμα. Έτσι το Κοσμικό Δράμα γίνεται το προσωπικό δράμα της εξέλιξης του κάθε όντος, (του καθενός μας).

Γύρω από αυτή την κεντρική μεταφυσική αντίληψη  θα διαμορφωθεί μια θεολογία που ταυτίζει το Ον με το κάθε ον. Κυρίως όμως θα εσωτερικευθεί η λατρεία (και θα γίνει προσωπική σχέση με την Θεία Πραγματικότητα, προσωπική πνευματική εξέλιξη, και προσωπική ταύτιση με το Ον, το Θεό). Αυτή η αντίληψη όχι μόνο θα επικρατήσει σαν Ορφισμός (ορφική αντίληψη της ζωής), αλλά κυρίως θα επηρεάσει τις θρησκευτικές αντιλήψεις στα δύο μεγάλα θρησκευτικά κέντρα της Αρχαίας Ελλάδας, τους Δελφούς (και την Δελφική Λατρεία) και την Ελευσίνα (και τα Ελευσίνια Μυστήρια). Ο Ορφισμός θα εμπνεύσει όλους τους μεγάλους Έλληνες Φιλοσόφους, από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, μέχρι τους Στωικούς και τον Πλωτίνο.

Στα χρόνια του Πεισίστρατου (ενός λαοπρόβλητου ηγέτη που οι «αμαθείς ιστορικοί», από την αρχαιότητα ακόμα, ονομάζουν τύραννο),πριν 27 αιώνες,  ο Ορφισμός θα γίνει η επίσημη θρησκεία του Αθηναϊκού Κράτους. Ο Ορφισμός είναι η Αληθινή και Επίσημη Θρησκεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.  Το αποδεικνύουν οι θρησκευτικές αντιλήψεις, που εμπνέουν την φιλοσοφική σκέψη,  και επηρεάζουν την πολιτική πράξη (πολιτική αρετή, δικαιοσύνη, ισονομία, αληθινή δημοκρατία), οι επίσημες γιορτές της Πόλης, (Διονύσια, Ελευσίνια Μυστήρια, κλπ.), και ακόμα το θέατρο, που προέρχεται από την καρδιά της Ορφικής λατρείας.

Είναι, όχι απλά ιστορική ανακρίβεια, αλλά ηθελημένη διαστρέβλωση της ιστορίας, ότι οι Αρχαίοι Έλληνες της Κλασσικής Εποχής λατρεύαν το «Δωδεκάθεο» κι ήταν ειδωλολάτρες. Οι «δωδεκαθεϊστικές αντιλήψεις» (του Ομήρου, και του Ησίοδου…) είναι πολλούς αιώνες πίσω. Αυτή η διαστρεβλωμένη αντίληψη της ιστορίας «επιβλήθηκε» από «χριστιανούς ιστορικούς» και διδάσκεται ακόμα και σήμερα στα ελληνικά σχολεία, στους απογόνους των Ελλήνων. Ο λόγος είναι απλός. Θέλουν να κρύψουν το αληθινό περιεχόμενο της Ορφικής Λατρείας, από το οποίο προήλθε κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος ο μετά τον Ιησού χριστιανισμός.  Στην πραγματικότητα όλη η «θεολογία του Γιού του Θεού» του χριστιανισμού προέρχεται από τον Ορφισμό. Τα Μυστήρια, οι πνευματικές πρακτικές, ακόμα κι οι γιορτές,  είναι όλα παρμένα από τον Ορφισμό. Έπρεπε λοιπόν οι «χριστιανοί», όχι μόνο να αποκρύψουν την αλήθεια για τον Ορφισμό, αλλά να τον «εξαφανίσουν» από την ιστορία, αν ήταν δυνατόν, για να μην αποκαλυφθεί η ιστορική απάτη τους. Αυτό βέβαια δεν έχει τίποτα να κάνει με τον Αληθινό Ιησού και την Διδασκαλία του (για την Βασιλεία των Ουρανών) που διατηρήθηκε ανόθευτη, «έξω από την επίσημη εκκλησία», στα γραπτά και στον βίο των μυστικών πατέρων της ερήμου. (Για την σχέση Ορφισμού-Χριστιανισμού θα μιλήσουμε αναλυτικά σε επόμενο άρθρο).

.

Στα πλαίσια της Ορφικής Λατρείας διαμορφώθηκαν νέες θεογονίες, που δεν ήταν ακριβώς παραλλαγές της ελληνικής θεογονίας (του Ησιόδου), αφού έφερναν μια νέα αντίληψη για το Θεό (Ον),  για την σχέση Θεού-ανθρώπου, και την θρησκευτική πρακτική. Αυτές έμειναν γνωστές σαν  Ορφικές Θεογονίες. Απόσπασμα μιας τέτοιας Θεογονίας μεταφέρει (αυτούσιο) ο Αριστοφάνης στις «Όρνιθές» του (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 692-703). Παραθέτουμε το απόσπασμα στο τέλος του άρθρου.

.

Οι δύο τάσεις της Διονυσιακής Λατρείας, η πανάρχαια Διονυσιακή Λατρεία, κι η Ορφική Μεταρρύθμιση θα συνυπάρχουν για αιώνες προκαλώντας συγκρούσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες και σύγχυση σε όσους δεν γνωρίζουν καλά την ιστορία (γι’ αυτό όμως θα μιλήσουμε σε άλλο άρθρο). Η διάσταση και οι «αντιφάσεις» που υπάρχουν μέσα στην Διονυσιακή Λατρεία, εξηγούνται εύκολα, όταν διευκρινίσουμε τι προέρχεται από την «παλιά λατρεία», και τι αποτελεί «ορφική μεταρρύθμιση». Πάντως η Διονυσιακή Λατρεία κι η Ορφική Ερμηνεία, όλους αυτούς τους αιώνες, θα συνυπάρχουν, θα σχετίζονται ή θα διαχωρίζονται, αλλά πάντα θα βρίσκονται σε εξάρτηση.

.

Αριστοφάνης «Όρνιθες, 693 – 702»

.

«Χάος ἦν καὶ Νὺξ Ἔρεβός τε μέλαν πρῶτον καὶ Τάρταρος εὐρύς·

γῆ δ᾽ οὐδ᾽ ἀὴρ οὐδ᾽ οὐρανὸς ἦν· Ἐρέβους δ᾽ ἐν ἀπείροσι κόλποις

τίκτει πρώτιστον ὑπηνέμιον Νὺξ ἡ μελανόπτερος ᾠόν,

ἐξ οὗ περιτελλομέναις ὥραις ἔβλαστεν Ἔρως ὁ ποθεινός,

στίλβων νῶτον πτερύγοιν χρυσαῖν, εἰκὼς ἀνεμώκεσι δίναις.

Οὗτος δὲ Χάει πτερόεντι μιγεὶς νύχιος κατὰ Τάρταρον εὐρὺν

ἐνεόττευσεν γένος ἡμέτερον, καὶ πρῶτον ἀνήγαγεν εἰς φῶς.

Πρότερον δ᾽ οὐκ ἦν γένος ἀθανάτων, πρὶν Ἔρως

ξυνέμειξεν ἅπαντα·

ξυμμειγνυμένων δ᾽ ἑτέρων ἑτέροις γένετ᾽ οὐρανὸς ὠκεανός τε

καὶ γῆ πάντων τε θεῶν μακάρων γένος ἄφθιτον».  

  .

Η  απλή μετάφραση

«Πρώτα ήταν το Χάος, η Νύχτα, το μέλαν Έρεβος κι ο ευρύς Τάρταρος.

Δεν υπήρχε ούτε γη, ούτε Αήρ, ούτε Ουρανός. Μέσα στους απέραντους κόλπους του Ερέβους

γέννησε στην αρχή η μελανόπτερος Νύχτα δίχως αρσενική σπορά ένα Ωό,

από το οποίο, σαν πέρασε ο καιρός, βγήκε ο ποθητός Έρως

με τις χρυσές φτερούγες στην πλάτη που έλαμπαν και γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός έσμιξε στο σκοτάδι με το πτερωτό Χάος μέσα στον ευρύ Τάρταρο,

κλώσησε το ημέτερον γένος και το ανήγαγε στο φως.

Πρωτύτερα δεν υπήρχε το γένος των αθανάτων, ώσπου ο Έρως

συνέμειξε τα πάντα.

Κι όπως ενώθηκαν το ένα με το άλλο, γεννήθηκε ο Ουρανός, ο Ωκεανός,

η Γαία κι όλο το αθάνατο γένος των μακάριων θεών».

.

Το κείμενο αποκρυπτογραφημένο σύμφωνα με τον

«αρχαίο μυητικό κώδικα»

«(Πριν απ’ όλα) Στην Αρχή, υπήρχε το Απροσδιόριστο (Χάος), το Άχρονο (Νυξ), και το Σκοτεινό Άγνωστο (Έρεβος), και το Μη-μετρήσιμο Απεριόριστο (Τάρταρος).

Δεν υπήρχε  (τότε) ούτε γη (ύλη), ούτε αέρας (υπερφύση), ούτε ουρανός (ον). Μέσα στους Απέραντους Κόλπους του Αγνώστου

το Άχρονο που παραμένει Άγνωστο, «γέννησε» πρώτα, (στην αρχή, πριν απ’ όλα), από Μόνο του (χωρίς την βοήθεια κανενός), το Πρώτο Ον (Ωόν)

από το Οποίο, όταν ωρίμασε ο καιρός, αναδύθηκε ο Έρως (η πρωταρχική ελκτική δύναμη) με τις ιερές λαμπρές χρυσές φτερούγες στην πλάτη, που αγκαλιάζει τον κόσμο, γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός (ο Έρως) έχοντας την Ίδια Ουσία με το Απροσδιόριστο (Χάος) που απλώνεται παντού, Άχρονος στον χαρακτήρα του, μέσα στο Απεριόριστο (Τάρταρο)

γέννησε (με απορροή) το δικό μας γένος (των περιορισμένων όντων), και το έφερε στο φως της ύπαρξης, στη «ζωή».

Στην Αρχή δεν υπήρχαν θεϊκές δυνάμεις, πριν ο Έρωτας (η Πρωταρχική Δύναμη)

τα εκδηλώσει, τα φανερώσει, όλα.

Κι όπως σχετίστηκαν (αυτές οι δυνάμεις) η μία με την άλλη δημιουργήθηκε ο ουρανός του όντος (νους), ο ωκεανός της ζωής (ψυχή),

και η γη (ο υλικός κόσμος), κι όλες οι άφθαρτες θεϊκές δυνάμεις».

.

Σημειώσεις

(Χάος, Νυξ, Έρεβος, Τάρταρος, είναι προσδιοριστικές έννοιες της Ύστατης Πραγματικότητας, που διαφοροποιούνται ως προς τον ρόλο τους και την σημασία τους για την δημιουργία και τα όντα…

 Ό Έρωτας ο Ωογέννητος, είναι ο Πρωτόγονος, ο Φάνης, ο Ζαγρέας, ο Διόνυσος ο Ταυρόφωνος ( ο Γεννήτορας των μακαρίων και των θνητών ανθρώπων)…  κι όλες οι θεϊκές δυνάμεις, ολόκληρο το σύμπαν…

Θεοί, θεϊκές δυνάμεις, είναι οι Όψεις του Θείου μέσα στην δημιουργία

Άνθρωπος είναι το πρόσωπο του Θεού στους κατώτερους κόσμους).


 

 

Sunday, July 9, 2017

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΙΣ ΕΠΤΑ ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ


 

(Ομιλία στην Ακαδημία, Τρίτη Περίοδος)

Εισαγωγή

Οι Επτά Δράσεις της Συνείδησης

Ο Εσωτερικός Συμβολισμός

Η Γλώσσα των Συμβόλων της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας

Η διανοητική γλώσσα, της σκέψης, των εννοιών, των «σκιών»

Η Απελευθέρωση

Η Απελευθέρωση του Γιόγκα (νιρόντχα)

Ο Αληθινός Διαλογισμός

Η Ερμητική Μύηση

Η Οδός των Μυστικών (Μάιστερ Έκκαρτ)

Η Αληθινή Δράση

Τελικά!

 

Εισαγωγή


Υπάρχει Ένα Μοναδικό Θεμέλιο των Πάντων, που είναι το Βαθύτερο Μέρος Κάθε Όντος. Για την «Ύπαρξή» Του «Μαρτυρεί» Αυτό το Ίδιο (και το διαπιστώνουν όσοι το βιώνουν). Αυτό είναι μια εμπειρική διαπίστωση κι αλήθεια κι όχι ένα διανόημα. Αυτό το Μοναδικό Θεμέλιο Είναι Χωρίς Ιδιότητες, χωρίς εμπειρία, ή παρατηρητή. Είναι μια Άβυσσος Αντίληψης, Απόλυτα Πραγματική, Ζωντανή. Γίνεται Αντιληπτή από τις Δράσεις Της. Αυτό Είναι η Ουσία της Ψυχής των Αρχαίων, του Άτμαν των Ανατολικών. Είναι η Συνείδηση της Σύγχρονης Φιλοσοφίας και της Σύγχρονης Ψυχολογίας.

Η Ψυχή (η Συνείδηση) μπορεί να Αντιλαμβάνεται με διάφορους και διαφορετικούς τρόπους ή αλλιώς να αντιλαμβάνεται σε πολλά «επίπεδα». Να έχει διαφορετικές δράσεις. Έτσι μιλάμε για διάφορες δράσεις ή διαστάσεις της Συνείδησης, για πολλά πεδία δραστηριότητας, ή επίπεδα λειτουργίας. Από εδώ προκύπτουν σε μεταφυσικό επίπεδο οι κόσμοι και οι διάφορες καταστάσεις του όντος. Έτσι η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται με διάφορους τρόπους κι όλες οι αντιληπτικές δράσεις της (που μπορεί να είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις ή Υποκειμενικές Αντιλήψεις, Θεωρήσεις της Πραγματικότητας) είναι «εξωτερικές» ως προς την Ουσία. Είναι Δραστηριότητες Αυτής της Άγνωστης Ουσίας.

Έτσι, η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται Εσωτερικά, με μια Άμεση Εσωτερική Αίσθηση αυτό που είναι, το Είναι, σαν Χώρο, σαν Παρουσία, σαν Εδώ. Αυτή Εσωτερική Αντίληψη του Ίδιου του Είναι, σαν Χώρου, είναι Μια Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης. Υπάρχει μόνο Αντίληψη. Δεν υπάρχει αντιλαμβανόμενος, παρατηρητής, διάκριση υποκειμένου, αντικειμένου, τίποτα από αυτά που βιώνει ο συνηθισμένος άνθρωπος. Αυτή η Εσωτερική Αίσθηση (η Ενόραση των Φιλοσόφων) διαβαθμίζεται από την Απόλυτη Καθαρότητα που Αντανακλά το Χωρίς Ιδιότητες σαν Αδιαφοροποίητο Είναι, μέχρι την Αντίληψη του Είναι σαν Χώρου και την Πανταχού Παρουσία που Αγκαλιάζει τα Πάντα σε μια Ενότητα όπου δεν «διακρίνονται» ακόμα «υποκείμενο και αντικείμενο». Όλα αυτά είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις της Συνείδησης. Είναι Άμεση Αντίληψη του Είναι σαν Χώρου. Πρόκειται για μια Άχρονη Κατάσταση, μια Αιωνιότητα που Ρέει, που είναι Ζωντανή και Εκδηλώνεται σαν Παρουσία, σαν Αίσθηση του Εδώ που Αγκαλιάζει τα Πάντα.

Η Συνείδηση μπορεί ακόμα μέσα από εξωτερικές δραστηριότητες να έχει εμπειρία του «εξωτερικού κόσμου», των φαινομένων που αλλάζουν συνεχώς. Αυτός ο κόσμος των φαινομένων προβάλλεται αντικειμενικά από την δραστηριότητα της Παγκόσμιας Συνείδησης και γίνεται αντιληπτός από τα διάφορα υποκείμενα που δημιουργούνται από την Συνείδηση όταν γίνεται τοπική και συνδέεται με κάποιο φορέα του πεδίου στο οποίο εκδηλώνεται. Στην πραγματικότητα ο Εξωτερικός Κόσμος των Φαινομένων είναι προϊόν μιας δραστηριότητας, είναι δραστηριότητα, κίνηση, ροή φαινομένων, που αλλάζει συνεχώς. Όλα ρέουν, είναι παροδικά και αντικειμενικά αλλά και το ίδιο το υποκείμενο, οποιοδήποτε υποκείμενο. Στην πραγματικότητα το υποκείμενο δεν είναι παρά μια ροή αντίληψης που ρέει μαζί με όλα και παρακολουθεί την ροή των φαινομένων. Αυτή η συνεχής ροή της αντίληψης μαζί με την ροή των φαινομένων, η συνεχής «επαφή» με την ροή των φαινομένων δείχνει τον πραγματικό χαρακτήρα του υποκειμένου. Ζούμε στο Απόλυτο Παρόν, εδώ (σε σύνδεση με τον φορέα εκδήλωσης), τώρα, στην Στιγμή που Ρέει. Αυτή είναι η πραγματική εμπειρία του Χρόνου, ή η εμπειρία του απόλυτου παρόντος, του Τώρα, που ρέει συνεχώς.

Έτσι η Συνείδηση Βιώνει Άμεσα Εσωτερικά το Είναι σαν Άχρονο Χώρο, σαν μια Αιώνια Αντικειμενική Παρουσία και Βιώνει Έμμεσα (μέσω δραστηριοτήτων, εννόησης, συναίσθησης, αίσθησης, μέσω κάποιου φορέα εκδήλωσης) την Ροή των Φαινομένων. Στην Εξωτερική Εμπειρία Βιώνει τον Χρόνο, την Ροή, την Στιγμή που Ρέει, την συνεχή αλλαγή, όσο διαρκεί (όσο διαρκεί η σύνδεση με τον φορέα εκδήλωσης).

Οι Επτά Δράσεις της Συνείδησης


Όταν το Ον Βιώνει την Πραγματικότητα, αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει, τότε μπορεί Στηριζόμενο στο Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξής του να Αντιλαμβάνεται Εσωτερικά το Αιώνιο Είναι του, σαν Παρουσία, σαν Εσωτερικό Άχρονο Χώρο και επίσης να Αντιλαμβάνεται, μέσω δραστηριοτήτων την τοπική παρουσία του, μέσω του φορέα εκδήλωσης, σε ένα εξωτερικό κόσμο, να ζει την ρέουσα ιστορική πραγματικότητά του. Με άλλα λόγια αυτό το ον δρα, δραστηριοποιείται, λειτουργεί, εκδηλώνεται σε διάφορα «επίπεδα». Από την Φύση του έχει την Δυνατότητα να εκδηλώνεται σε διάφορα επίπεδα, να αντιλαμβάνεται όλο το Βάθος, της Ύπαρξής του, όλη την έκταση της εμπειρίας του. Με αυτή την έννοια μιλάμε για διάφορες «λειτουργίες» του ανθρώπου, για εσωτερικές κι εξωτερικές δραστηριότητες, για ανώτερες και κατώτερες λειτουργίες. Και με αυτή την έννοια μιλάμε για διάφορες θεωρήσεις της πραγματικότητας, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο λειτουργούμε.

Κι ασφαλώς όταν μιλάμε για ένα ον συνδεδεμένο με κάποιο φορέα εκδήλωσης υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ανάμεσα στις δράσεις, δραστηριότητες, λειτουργίες της συνείδησης και τα αντίστοιχα μέρη του φορέα. Η «Σύνδεση» της Συνείδησης με τον φορέα δεν είναι ακριβώς σύνδεση. Είναι Παρουσία κι έλεγχος του σώματος. Στην πραγματικότητα η Συνείδηση είναι Ανεξάρτητη από τον φορέα, το σώμα. Μπορεί να βιώνει αυτή την ανεξαρτησία και μέσα από την Πνευματική Άσκηση και στον οριστικό διαχωρισμό της από τον φορέα, σώμα. Είναι και Έξω από το σώμα και εδώ στο σώμα. Η εσωτερική Αίσθηση του Είναι είναι «κρυμμένη» στον εσωτερικό εγκέφαλο, στην «καρδιά» του νευρικού συστήματος, ενώ οι εξωτερικές δραστηριότητες της εννόησης, της συναίσθησης και της αίσθησης εντοπίζονται στον εξωτερικό εγκέφαλο. Το «πέρασμα» από την εξωτερική εμπειρία της χρονικής ροής στον εσωτερικό άχρονο χώρο (ή αλλιώς από τις κατώτερες εξωτερικές λειτουργίες στις ανώτερες εσωτερικές αντιλήψεις) βρίσκεται ακριβώς στο μέρος του εγκεφάλου που συνδέει την εξωτερική πληροφόρηση με την εσωτερική συνειδητοποίηση. Όταν στην Εσωτερική Παράδοση μιλούν για κέντρα λειτουργίας του ανθρώπου («κέντρα», πάντμας, τσάκρας, λατάιφ, κλπ.) στην πραγματικότητα αναφέρονται σε δραστηριότητες της Συνείδησης που συνδέονται με κάποια «περιοχή» του φορέα. Έτσι, με αυτή την έννοια, αφύπνιση των κέντρων, αφύπνιση ενός κέντρου, σημαίνει αφύπνιση μιας λειτουργίας της Συνείδησης.

Τελικά ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργεί σε Επτά Πεδία, σε Επτά Επίπεδα. Το Θεμέλιο που Στηρίζει τα Πάντα (κάθε Εμπειρία), τα Τρία Εσωτερικά Επίπεδα της Αίσθησης του Είναι και τα Τρία Εξωτερικά Επίπεδα της εξωτερικής δραστηριότητας, της εννόησης, της συναίσθησης και της αίσθησης, που μας φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο στον οποίο εκδηλωνόμαστε (τον υλικό κόσμο στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Ένα ον, ένας ενσαρκωμένος άνθρωπος, που λειτουργεί έτσι, ολοκληρωμένα και με πλήρη έλεγχο και ελευθερία, είναι ασφαλώς ένας ιδανικός άνθρωπος, ένας Ελεύθερος, Αναγεννημένος, ή Αφυπνισμένος (Φωτισμένος) άνθρωπος. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν λειτουργούν έτσι. Ο Φωτισμένος άνθρωπος δεν είναι παρά ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται πλήρως, αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει. Μπορεί να Έχει Αίσθηση της Πραγματικής Φύσης και της Ανεξαρτησίας της Συνείδησης (να Νοιώσει το Απέραντο Εσωτερικό Βάθος του Είναι) και ταυτόχρονα να είναι εδώ, στο σώμα, στο κόσμο. Η Ψυχική ενέργεια Ρέει Ελεύθερα, σε Όλα τα Επίπεδα και σε όποιο επίπεδο κρίνεται απαραίτητο, χωρίς να «κρατιέται» ή να μπλοκάρεται πουθενά. Όπως και να έχει, ο Φωτισμένος άνθρωπος έχει Πλήρη Αντίληψη της Ύπαρξης, και είναι Πλήρως Λειτουργικός. Ζει ταυτόχρονα το Άχρονο Είναι και την χρονική παροδικότητα, την ροή της ζωής, εδώ, τώρα.

Όταν ο ενσαρκωμένος άνθρωπος δεν έχει Πλήρη Αντίληψη, γιατί δεν έχει «εκπαιδευθεί», είτε γιατί έχει εκπαιδευθεί από την κοινωνία με ένα διαφορετικό τρόπο και διοχετεύει όλη του την Ψυχική Ενέργεια, την προσοχή του, στην διάνοια, που εννοεί κι αναπαριστάνει εσωτερικά (διανοητικά) την πραγματικότητα, τότε έχει μια διαφορετική εικόνα για την πραγματικότητα, από αυτή του Πλήρως Λειτουργικού ανθρώπου.

Καταρχήν αυτή η εμμονή σε μία συγκεκριμένη λειτουργία μας αποκλείει την δυνατότητα να λειτουργήσουμε σε ένα άλλο επίπεδο, να έχουμε και μια άλλη θέαση της πραγματικότητας. Μας αποκλείει εντελώς από την Εσωτερική Εμπειρία. Μας απομονώνει στον διανοητικό χώρο. Αυτό οδηγεί στο να ταυτίζουμε αυτό που αντιλαμβανόμαστε, μέσω της διανόησης, με την πραγματικότητα. Είμαστε πεπεισμένοι πως αυτό αντιλαμβανόμαστε είναι το πραγματικό, αφού δεν έχουμε εμπειρία μιας άλλης θέασης. Κι αυτό που αντιλαμβανόμαστε δεν προέρχεται από την άμεση επαφή μας με την ροή (αφού δεν ρέουμε μαζί με την ροή των φαινομένων) αλλά δομείται με την αναπαραστατική δύναμη της διάνοιας και με την βοήθεια της μνήμης από την εμπειρία. Είναι ο,τι αντιληφθήκαμε, το καταστάλαγμα της εμπειρίας, η αποκρυστάλλωσή της σε «έννοιες», είναι «μνήμη», κάτι μόνιμο στη διάνοια (μέχρι να τροποποιηθεί από καινούργιες εμπειρίες). Όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι τα ζωντανά πράγματα που ρέουν αλλά οι «σκιές» των πραγμάτων. Ζούμε σε ένα κόσμο «σκιών». Ενώ ο Φωτισμένος άνθρωπος μπορεί να έχει εμπειρία και του Ανώτερου Εσωτερικού Κόσμου του Είναι και του χρονικού παροδικού φαινομένου (ακριβώς σαν παροδικού φαινομένου, από το οποίο δεν εξαρτάται) χωρίς να «κρατιέται» πουθενά, ο διανοητικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται μόνο μέσω της διάνοιας και πιστεύει όχι μόνο πως ο κόσμος που αντιλαμβάνεται (των εννοιών, των «σκιών» των πραγμάτων) είναι πραγματικός αλλά και πως είναι ο μόνος υπαρκτός κόσμος.

Με αυτόν τον τρόπο, μέσω της διανόησης, δομούμε μια αντίληψη ενός εαυτού, απομονωμένου, μέσα σε ένα εξωτερικό κόσμο. Αυτό μας εισάγει αυτόματα στην δυαδική αντίληψη της πραγματικότητας. Αντιλαμβανόμαστε σαν υποκείμενα διαχωρισμένα από τον κόσμο, έναν αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας. Ενώ ο Φωτισμένος άνθρωπος χρησιμοποιεί επίσης την υποκειμενική θέαση, μέσα από τον φορέα του, εντούτοις δεν της δίνει απόλυτη αξία, γνωρίζοντας από εμπειρία ότι είναι μια περιορισμένη (κι αναγκαία ως το σημείο που μας εξυπηρετεί) θέαση, ενώ από εμπειρία μπορεί να ανυψωθεί πάνω από αυτό το επίπεδο λειτουργίας ως την Θέαση της Παγκόσμιας Συνείδησης. Ο διανοητικός άνθρωπος όμως, ταυτισμένος με αυτό που αντιλαμβάνεται είναι εγκλωβισμένος στην δική του υποκειμενική θέαση. Δεν μπορεί να βγει έξω από αυτή την θέαση.  Ό,τι κι αν αντιλαμβάνεται, ό,τι κι αν προσπαθεί, ό,τι κι αν κάνει είναι διανόηση. Ακόμα κι η αντίληψη του Εσωτερικού Κόσμου, ή ενός κόσμου πέρα από τον άνθρωπο και την δημιουργία, δεν είναι παρά μια έννοια, μια «σκιά». Ακόμα κι ο Θεός για τον διανοητικό άνθρωπο είναι έννοια, «σκιά». Μπορεί να χρησιμοποιεί λέξεις όπως αδημιούργητο, υπερβατικό, απόλυτο, ακατάληπτο, παντοδύναμο, αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά έννοιες, συλλήψεις της διανόησης που αποδίδονται σε ένα αντικείμενο. Τα Ζωντανά πράγματα προσεγγίζονται μόνο βιωματικά. Εδώ εγκαταλείπεται όλη η διανοητική θεολογία και δικαιώνεται ο μυστικισμός και το μυστικό βίωμα.

Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος, σαν Ζωντανός, πραγματικός άνθρωπος, από την Φύση του είναι αυτό που είναι. Είναι το Θεμέλιο, που βρίσκεται στο Βάθος της Συνείδησης και έχει από την Φύση του την δυνατότητα της Εσωτερικής Αίσθησης του Είναι κι ασφαλώς την δυνατότητα μέσω του φορέα του να έχει εμπειρία του εξωτερικού κόσμου. Το πρόβλημα με τον άνθρωπο είναι ότι μαθαίνει να λειτουργεί ιδιαίτερα και πολλές φορές κατ’ αποκλειστικότητα στο διανοητικό επίπεδο. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Καταρχήν η κοινωνία, για την διατήρησή της, δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο. Ούτε κι άνθρωπος για την υλική επιβίωσή του χρειάζεται κάτι παραπάνω. Μετά η διανοητική εμπειρία και γνώση είναι πληροφορίες διαχειρίσιμες που μπορούν να μεταδοθούν, μέσω της κοινωνικοποίησης, στις επόμενες γενιές. Επιπρόσθετα οι πληροφορίες ελέγχονται και «διαμορφώνονται», για την χειραγώγηση των ανθρώπων. Αν οι άνθρωποι ανέπτυξαν ένα διανοητικό, τεχνολογικό, πολιτισμό είναι γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο.

Η εκπαίδευση του πραγματικού ανθρώπου ήταν πάντα στο περιθώριο, έργο της Εσωτερικής Παράδοσης και των μυστικών κινημάτων, που δεν έχουν βέβαια καμία σχέση με τις εξωτερικές θρησκείες. Οι αληθινοί άνθρωποι ζούσαν πάντα έξω από την κοινωνία, είναι οι «κρυμμένοι σοφοί». Η διαφορά ανάμεσα σε ένα Πραγματικό Αναζητητή κι ένα απλό θρησκευόμενο είναι ότι ο Πραγματικός Αναζητητής ενεργοποιεί την Εσωτερική Άμεση Αίσθηση του Είναι κι Ανυψώνεται Ως το Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξής του, ενώ ο θρησκευόμενος διανοητικός άνθρωπος κινείται στον κόσμο των «σκιών» κι η εξέλιξή του συμβαίνει πάντα μέσα στον περιορισμένο διανοητικό χώρο των «σκιών».

Ο Εσωτερικός Συμβολισμός


Να διευκρινίσουμε καταρχήν ότι η Εσωτερική Παράδοση εκφράζεται στην Γλώσσα των Συμβόλων. Όταν η Εσωτερική Παράδοση χρησιμοποιεί λέξεις τις χρησιμοποιεί για πράγματα που έχουν βιωθεί ή μπορούν και πρέπει να βιωθούν. Υποδεικνύει την ενεργοποίηση της Εσωτερικής Αίσθησης των πραγμάτων και την άμεση βιωματική αντίληψη των πραγμάτων. Δεν χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν έννοιες για να μεταφέρει διανοητικές πληροφορίες και μηνύματα. Η Εσωτερική Παράδοση κινείται στον Βιωματικό Χώρο κι οι λέξεις της περιέχουν βιώματα, κι απευθύνονται στην Εσωτερική Διάσταση του ανθρώπου δεν είναι έννοιες που περιέχουν πληροφορίες, άλλες έννοιες κι απευθύνονται στην διανόηση.

Σε όλες τις Παραδόσεις και τις Εσωτερικές Διδασκαλίες μιλούν για το Θεμέλιο. Είναι το Χάος των Ορφικών, η Άβυσσος της Ερμητικής Παράδοσης, το Ασαμσκρίτα του Βούδα ή το Βάθρο του Χούι-Νεγκ, το Άτμαν των Βεδαντιστών ή το «I am» του Νισαργκατάτα, το Γκρουντ ή Θεότητα, του Μάιστερ Εκκαρτ. Αυτό είναι Κάτι που πρέπει να Βιώσει κάποιος στο Βάθος της Ύπαρξής του, να το Βιώσει Πραγματικά. Οι διανοητικοί άνθρωποι μπορεί να το εκλάβουν σα την έννοια της Αρχής στα πλαίσια μιας διανοητικής θεώρησης. Προφανώς αυτό δεν έχει σχέση με την Εσωτερική Παράδοση. Είναι μια κάκιστη μεταφορά της Βιωματικής Αλήθειας στο διανοητικό επίπεδο των εννοιών, των «σκιών» των πραγμάτων. Όσο κι αν οι διανοούμενοι επιστήμονες θέλουν να πιστεύουν και να υποστηρίζουν ότι ερμηνεύουν τα πράγματα στην πραγματικότητα εκθέτουν απλά τις διανοητικές απόψεις τους περί των πραγμάτων. Ο Εσωτερισμός δεν έχει καμιά σχέση με την ακαδημαϊκή διανοητική θεολογία.

Ο Κόσμος που Αποκαλύπτεται στην Άμεση Εσωτερική Αίσθηση του Είναι, εφόσον αυτή η Αίσθηση λειτουργεί ή αφυπνίζεται είναι ο Αιώνιος Κόσμος του Φωτός. Εδώ όπου όλα είναι Φανερά πηγαία, αυθόρμητα, άμεσα και χωρίς καμιά διαδικασία. Ο Εξωτερικός Κόσμος είναι αποτέλεσμα δραστηριότητας, κίνησης κι υπάρχει μόνο στο απόλυτο παρόν, την στιγμή που εκδηλώνεται. Είναι ένας Κόσμος Σκιάς. Ο Ελεύθερος Φωτισμένος Άνθρωπος μπορεί να υπάρχει και να δρα τόσο στον Άχρονο Χώρο του Εσωτερικού Είναι όσο και στον παροδικό κόσμο των φαινομένων, στον Κόσμο της Σκιάς. Δεν παραπλανάται. Οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργώντας αποκλειστικά με την διανόηση, μέσα στην διανόηση γνωρίζουν μόνο τον κόσμο της Σκιάς και με την διανοητική λειτουργία γνωρίζουν τα πράγματα του κόσμου της σκιάς όχι σαν παροδικά φαινόμενα που υφίστανται μόνο στην Στιγμή που ρέει αλλά σαν υπολείμματα της Σκιάς, σαν μνήμες, σαν στάχτες της ζωής.

Συχνά το Εσωτερικό Είναι του Ανθρώπου χαρακτηρίζεται σαν ο Άνω Κόσμος κι ο εξωτερικός κόσμος σαν ο κάτω ή κατώτερος κόσμος που αλλάζει και φθείρεται.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Πλήρης Αντίληψη που Εδράζεται στην Αληθινή Φύση μας είναι Πλήρως Λειτουργική σε όλη την Έκταση της Ύπαρξης. Περιλαμβάνει τόσο τον Χώρο του Είναι όσο και την εμπειρία του χρόνου, της παροδικής ζωής στους κατώτερους κόσμους. Ο περιορισμός στην διανοητική λειτουργία κι η θέαση της πραγματικότητας μέσα από την διάνοια τα μετατρέπει όλα σε αντιλήψεις της διάνοιας, σε έννοιες, σε «σκιές» των πραγμάτων. Όσο κι αν η διάνοια θέλει να κατανοήσει τα πάντα, να επιτύχει τα πάντα, το μόνο που κάνει είναι να προεκτείνει τον εαυτό της, να επεκτείνει τις συλλήψεις της.

Η Γλώσσα των Συμβόλων της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας


Η Συνείδηση Μοιάζει να είναι το Απόλυτο Άγνωστο Υπόβαθρο κάθε παρουσίας, κάθε κατάστασης, κάθε δραστηριότητας ή φαινομένου. Αυτή η έκφραση «Απόλυτο Άγνωστο Υπόβαθρο» στην ουσία δεν λέει τίποτα (δεν δίνει καμία «πληροφορία»). Εδώ υπονοείται ότι Αυτό, ενώ Είναι Ζωντανό, εμφανίζεται από τις συνέπειές του. Μοιάζει με το Κενό Εντός του Οποίου εμφανίζονται τα πάντα. Πρέπει να υπάρχει το Κενό για να εμφανισθεί οτιδήποτε. Υπάρχει μόνο Αυτή η Μοναδική Πραγματικότητα. Δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός. Έτσι όλες οι λέξεις που αναφέρονται εδώ, Συνείδηση, Θεός Ψυχή, υπονοούν το ίδιο πράγμα. Μια Τέτοια Συνείδηση Είναι Χωρίς Ιδιότητες, Άχρονη, Υπερβατική, Ανεξάρτητη από οποιοδήποτε περιεχόμενο. Η Βίωση Αυτού του Βάθους της Συνείδησης είναι η Μόνη Αληθινή Εμπειρία. Με αυτή την έννοια οποιαδήποτε λέξη αναφέρεται σε Αυτό δεν έχει στην πραγματικότητα περιεχόμενο. Είναι ένα απλό σύμβολο που υπονοεί την βιωματική προσέγγιση του. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το «γνωρίσεις». Πρέπει να το αγγίξεις, να έρθεις σε «επαφή» μαζί του.

Τα Σύμβολα υπονοούν Καταστάσεις ή Δράσεις της Συνείδησης που πρέπει να βιώσουμε. Η αλήθεια (του πράγματος) πρέπει να γίνει αντιληπτή με αυτή την Βαθύτερη Αντίληψη (την Ενόραση) κι όχι μέσα από τις εξωτερικές δραστηριότητες της Συνείδησης, όπως η διανόηση. Με άλλα λόγια η Συνειδητοποίηση, η Κατανόηση της αλήθειας πρέπει να γίνει στο Φυσικό Επίπεδο, με πραγματική δράση. Η πληροφόρηση στο διανοητικό επίπεδο, η διανοητική κατανόηση, δεν είναι αληθινή κατανόηση αφού τροφοδοτεί και συνεχίζει την διανοητική δραστηριότητα.

Με άλλα λόγια τα Σύμβολα αναφέρονται σε Φυσικά Υπάρχοντα και σε Φυσικά Συμβαίνοντα. Δεν είναι διανοητικές συλλήψεις που μεταφέρουν ένα διανοητικό νόημα ή μήνυμα. Πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν «οδοδείκτες» που οδηγούν στην άμεση, απευθείας, αντίληψη κι όχι σαν «γνώση». Η αληθινή γνώση είναι μόνο η βιωματική γνώση και μάλιστα όταν είναι ζωντανή, όχι η ανάμνησή της. Με αυτή την έννοια ολόκληρη η Μυστική Γλώσσα είναι Γλώσσα Συμβόλων που υποδεικνύουν Υπάρχοντα και Συμβαίνοντα.. Είναι μια Γλώσσα Βαθύτερη και Ουσιαστικότερη από την διανοητική γλώσσα των εννοιών.

Στην πραγματικότητα δεν είναι το Σύμβολο που περιέχει κάτι ή λέει κάτι. Είναι η δική μας δράση που πρέπει να μας αποκαλύψει αυτό που υποδεικνύει το Σύμβολο. Αν δεν γίνει αυτή η πράξη κατανόησης, προσέγγισης της πραγματικότητας, των αληθινών πραγμάτων και συμβαινόντων τότε το Σύμβολο μένει ανενεργό, κενό, χωρίς χρησιμότητα.

Η Μυστική Γλώσσα των Συμβόλων επεκτείνει την Κατανόηση πέρα από τα στενά όρια της διανόησης και μας εισάγει στην «Καρδιά» της Πραγματικότητας.

Η διανοητική γλώσσα, της σκέψης, των εννοιών, των «σκιών»


Ενώ η Αντίληψη είναι μια ζωντανή δραστηριότητα, λειτουργία, που ακολουθεί την συνεχή ροή των φαινομένων, στο απόλυτο παρόν, η διανόηση χρησιμοποιεί σαν βάση το πρωτογενές βίωμα της επαφής με την πραγματικότητα για να δημιουργήσει μια πιο σύνθετη αντίληψη της πραγματικότητας. Δεν ακολουθεί, σαν την Αντίληψη, την ροή των φαινομένων που εισέρχονται στην επίγνωσή μας αλλά προσπαθεί να συλλάβει την «Κίνηση» την ροή σαν μια «σταθερή πραγματικότητα» με σταθερά πράγματα των οποίων αλλάζουν μόνο οι σχέσεις. Ενώ η  διανόηση, σαν δραστηριότητα, σαν λειτουργία, ανήκει στην πραγματικότητα (στον κόσμο της πραγματικότητας) εν τούτοις αυτό που δομεί είναι μια κατασκευή. Ακινητοποιεί την πραγματικότητα σε μια σταθερή αναπροσαρμοζόμενη εικόνα και βλέπει σταθερά πράγματα εκεί που υπάρχουν μόνο ροές φαινομένων. Αυτό δίνει βέβαια την ευκαιρία για καλύτερη οργάνωση του υλικού της εμπειρίας για σχεδιασμό της δράσης μας αλλά μας έχει βγάλει τελείως έξω από την ζωντανή ρέουσα πραγματικότητα και μας έχει εισάγει σε μια εικονική πραγματικότητα. Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι μαζί να υιοθετούν την ίδια εικόνα της πραγματικότητας ή να συντονίζουν την δράση τους (με βάση κοινές πεποιθήσεις) δεν αποδεικνύει τίποτα πέρα από το συμβάν της συμβατικής συμφωνίας τους.Αυτό καθεαυτό το γεγονός δεν αναβαθμίζει την νοητική κατάσταση αυτών των ανθρώπων (αυτό που αντιλαμβάνονται) σε πραγματικότητα.

Αυτές οι νοητικές συλλήψεις της όλης πραγματικότητας, των στοιχείων της, των όντων, οι σταθερές αντιλήψεις, είναι οι απογυμνωμένες κι αφηρημένες παραστάσεις που έχουν εσωτερικοποιηθεί σε έννοιες. Οι έννοιες δεν είναι απλά σύμβολα της πραγματικότητας. Είναι σταθερές κατασκευές της νόησης, με προσδιορισμένο περιεχόμενο (που ορίζεται στις εγκυκλοπαίδειες και τα λεξικά), αφηρημένες νοητικές πληροφορίες, που μπορούν να απομνημονευθούν, να καταγραφούν, να μεταδοθούν, να διδαχτούν, να υπάρχουν αντικειμενικά σαν πληροφορίες.

Στην πραγματικότητα ο κόσμος των φαινομένων, της ροής των φαινομένων, είναι ένας κόσμος αντανάκλασης μιας βαθύτερης δράσης. Η Αντίληψη μπορεί να παρακολουθεί αυτόν τον κόσμο της ροής σαν ζωντανή λειτουργία. Η σκέψη από αυτόν τον κόσμο της αντανάκλασης συγκρατεί μόνο τα κατάλοιπα της κίνησης, τα ίχνη που αφήνει η κίνηση στην μνήμη. Είναι ίχνη μνήμης. Είναι στάχτες της αντίληψης. Οι άνθρωποι, έτσι, δεν ζουν στον αληθινό κόσμο της ροής με ζωντανή αντίληψη. Ζουν στον κόσμο της σκέψης, της μνήμης, της διανοητικής πληροφορίας. Ζουν σε ένα ψεύτικο κατασκευασμένο κόσμο. Με την κοινωνικοποίηση εισερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο της κοινωνικής σύμβασης που διαφοροποιείται από κοινωνία σε κοινωνία. Με την γλώσσα και την εκπαίδευση προσδιορίζουμε καλύτερα αυτόν τον κόσμο. Επικοινωνούμε σε διανοητικό-λεκτικό επίπεδο. Η γλώσσα της διανόησης είναι ακριβώς η γλώσσα των κατασκευασμένων εννοιών για όλα τα πράγματα που εισέρχονται στην εμπειρία μας.

Ο αληθινός κόσμος της ροής των φαινομένων είναι τελείως έξω από όλη αυτή την (διανοητική) δράση μας, τις αντιλήψεις μας και τα βιώματά μας. Η αφύπνιση στον κόσμο της ζωντανής αντίληψης είναι πραγματικά μια νέα γέννηση σε ένα νέο κόσμο. Κι ασφαλώς η Εμβάθυνση στον Κόσμο της Αιώνιας Πραγματικότητας είναι μια εμπειρία τελείως διαφορετική από τον σταθερό κόσμο της σκέψης που είναι μια κατασκευή, ένα όνειρο, ένα ψέμα.

Η Απελευθέρωση


Όταν μιλάμε για Πραγματική Απελευθέρωση, Πραγματική Φώτιση, για Πνευματική Αναγέννηση, Βίωση της Ανώτερης Πραγματικότητας, μιλάμε για ενεργοποίηση των ανώτερων εσωτερικών δυνάμεων του ανθρώπου ή αλλιώς για δράση στα ανώτερα κέντρα δράσης του ανθρώπου.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Πραγματικότητα, το Απόλυτο, η Δυνατότητα Βίωσης του Απολύτου είναι έμφυτη στον Άνθρωπο, βρίσκεται στην Ίδια την Φύση του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βιώσει κάτι αν δεν έχει εξαρχής, από την φύση του, την δυνατότητα να το βιώσει. Στην πραγματικότητα μιλάμε για ενεργοποίηση της Ίδιας της Φύσης μας, ή για συνειδητοποίηση των ίδιων μας των δυνάμεων. Δεν υπάρχει κάποια εξωτερική αλλαγή ή εξέλιξη, ούτε έξωθεν βοήθεια για να ζήσουμε κάτι.

Μετά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατή, η ενεργοποίηση σε ένα ανώτερο κέντρο αντίληψης με την επιθυμία, την επιδίωξη, ή την προσπάθεια. Αντίθετα πρέπει να ξεπερασθεί η δραστηριότητα στο κατώτερο κέντρο για να μετατοπιστεί η δραστηριότητα στην ανώτερη περιοχή δράσης. Δεν μπορείς να επιδιώξεις την καθαρότητα ή την καλή λειτουργία, πρέπει να απομακρύνεις τα σκουπίδια ή τα εμπόδια, για να συμβεί αυτό.

Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση πρέπει να είναι πραγματική. Το να συλλαμβάνουμε, θεωρητικά, διανοητικά, ή διαισθητικά, μια κατάσταση και να προσπαθούμε μέσα από την προσωπική προσπάθεια να «αναδυθούμε» κάπου είναι υποκειμενική αυταπάτη. Ούτε η απομόνωση στο υποκείμενο, η «απομάκρυνση» από το αντικείμενο, ή η αποκοπή από τις πληροφορίες του εξωτερικού κόσμου, οδηγεί στον πραγματικό πνευματικό χώρο. Αντίθετα μας απομονώνει στο υποκείμενο, οδηγεί στον απόλυτο υποκειμενισμό (σολιψισμός). Αυτό είναι αυτοΰπνωση, όχι πνευματική πραγματοποίηση. Στην πραγματικότητα η πνευματική ανύψωση οδηγεί πέρα από την διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου, πέρα από το υποκείμενο, σε μια Ανώτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα, που τα περιλαμβάνει όλα σε μια ενότητα. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

Ακόμα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση σε ανώτερα κέντρα λειτουργίας ή δράσης, με το ταυτόχρονο ξεπέρασμα των κατώτερων λειτουργιών, δεν είναι «ποιοτική» αλλά «ποσοτική». Θέλουμε να πούμε ότι η ενεργοποίηση μιας ανώτερης λειτουργίας, η μετατόπισή μας σε μια ανώτερη περιοχή δράσης, δεν καταργεί τελείως τις κατώτερες λειτουργίες. Απλά μεταφέρεται η κύρια δράση σε μια ανώτερη περιοχή ενώ οι κατώτερες λειτουργίες είναι σε πλήρη ετοιμότητα, λειτουργούν αμυδρά ή ανεπαίσθητα ή κατ’ ελάχιστο, μέχρι οι ανάγκες της ζωής να μεταφέρουν την προσοχή μας εκεί. Με άλλα λόγια μιλάμε για μια μετατόπιση της προσοχής και της ενασχόλησής μας κι όχι για μια ολοκληρωτική μετατόπιση. Βεβαίως όταν λειτουργούμε στα ανώτερα εσωτερικά κέντρα, στον πνευματικό χώρο, είναι δυνατή η απομόνωση, η αποκοπή της ροής των πληροφοριών από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτό μπορεί να γίνει για να μπορέσουμε να βιώσουμε πιο έντονα τις εσωτερικές καταστάσεις, αλλά και πάλι η επανασύνδεση με τον εξωτερικό κόσμο είναι πάντα δυνατή κι αυτόματη, χωρίς χρόνο. Όμως αυτή η εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με την αποκοπή του υποκειμένου που περιγράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο.

Τέλος πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ξεπέρασμα των κατώτερων λειτουργιών και της σκέψης που κατασκευάζει τον παρατηρητή, τον διχασμό υποκειμένου-αντικειμένου κι όλη αυτή την ονειρική ζωή που βιώνουν οι άνθρωποι, οδηγεί, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε μια Ανώτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα, στον Αιώνιο Χώρο του Είναι που τα Αγκαλιάζει Όλα, Εδώ. Και τον Άχρονο Χώρο και την χρονική ροή των φαινομένων. Αυτή η Αιώνια Παρουσία που τα Περιλαμβάνει Όλα δεν είναι παρατήρηση από κάποιο «κέντρο», ούτε υποκειμενική εμπειρία. Είναι μια κατάσταση τελείως έξω από κάθε τι υποκειμενικό ή περιορισμένο. Δεν υπάρχει κανένα «κέντρο» παρατήρησης κι επομένως κανενός είδους υποκειμενική εμπειρία.

Κι ακόμα αυτή η Ανώτερη Πνευματική Κατάσταση στην οποία βιώνουμε την Εσωτερική Ελευθερία της Ψυχής ή την Αντικειμενική Συνείδηση, δεν είναι η Τελική Κατάσταση. Πέρα από όλα υπάρχει Μια Κατάσταση χωρίς κανένα απολύτως αντιληπτικό περιεχόμενο. Είναι η Αληθινή Πραγματικότητα, το Θεμέλιο, η Άβυσσος των Αρχαίων Γνωστικών. Είναι Μια Κατάσταση Όπου Αυτό Ανασαίνει Σιωπηλά.

Η Απελευθέρωση, του Γιόγκα (νιρόντχα)


Ο Πανταζάλι ορίζει το Γιόγκα σαν κατάπαυση των διακυμάνσεων του νου («Γιόγκα, τσιττά βρίττι νιρόντχα», στο Κεφάλαιο 1 Σαμάντι Πάντα, σούτρα 2, των Γιόγκα Σούτρας). Μιλά για μια κατάσταση της Συνείδησης Αντικειμενική, όπου η Αντίληψη απλά συμβαίνει, πηγαία, αυθόρμητα, φυσικά, ανεμπόδιστα, αγκαλιάζοντας όλα όσα εισέρχονται στην επίγνωση σε μια ενότητα. Δεν υπάρχουν δραστηριότητες, διαδικασίες (σκέψη, κλπ.) που να δημιουργούν ένα κέντρο αντίληψης, ένα υποκείμενο που να αλλοιώνει ην αντίληψη της πραγματικότητας δημιουργώντας διαχωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου ή αντίληψη δυαδικότητας. Δεν υπάρχει υποκειμενική εμπειρία, υποκειμενική μνήμη, υποκειμενική ζωή. Το «νιρόντχα», η κατάπαυση όλων των δραστηριοτήτων σημαίνει την μετάβαση σε μια κατάσταση αντικειμενική, διαφορετική από την κατάσταση της υποκειμενικής βίωσης της πραγματικότητας. Η Αντίληψη, απελευθερώνεται κι απλά συμβαίνει. Η σκέψη, η υποκειμενική εμπειρία, η υποκειμενική βίωση της πραγματικότητας είναι κάτι που κάνουμε. Αν θέλουμε λοιπόν, πραγματικά, να αντιληφθούμε την πραγματικότητα πρέπει να αφήσουμε την αντίληψη να συμβαίνει ανεμπόδιστα, να σταματήσουμε να παρεμβαίνουμε και να αλλοιώνουμε την αντίληψή μας. Η μετάβαση σε αυτή την Κατάσταση είναι μια φυσική δράση, μια αλλαγή της συνείδησης από μια υποκειμενική κατάσταση-δράση σε μια Αντικειμενική Κατάσταση. Είναι μια πραγματική Μετάβαση, μια μετάβαση τελείως έξω από το υποκειμενικό βίωμα. Δεν είναι υποκειμενική εμπειρία, βίωμα μέσα από ένα κέντρο αντίληψης, ούτε αλλαγή ή εξέλιξη των βιωμάτων του υποκειμένου. Δεν είναι δραστηριότητα του υποκειμένου, ούτε εμπειρία του υποκειμένου. Κι αυτό γιατί σταματούν ακριβώς όλες οι δραστηριότητες που παράγουν την υποκειμενική αντίληψη, την υποκειμενική εμπειρία, την υποκειμενική μνήμη. Όταν υπάρχει δραστηριότητα δημιουργείται κέντρο αντίληψης, υποκείμενο, υποκειμενική εμπειρία και οποιαδήποτε εμπειρία, εξέλιξη, αλλαγή, είναι υποκειμενική, εντός των δραστηριοτήτων του υποκειμένου.

Με άλλα λόγια αυτό που πολύ απλά λέει ο Πανταζάλι είναι ότι το το «νιρόντχα» είναι μια η φυσική δράση της μετάβασης από την υποκειμενική δραστηριότητα σε μια αντικειμενική ανοιχτή συνείδηση, ενώ σε οποιαδήποτε υποκειμενική δραστηριότητα, αλλαγή ή εξέλιξη η φυσική δράση είναι πάντα η υποκειμενική δραστηριότητα, δηλαδή αυτό που «κάνουμε», η σκέψη, κλπ. Στην δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει καμιά πραγματική αλλαγή, σε φυσικό επίπεδο. Συνεπώς η μόνη πραγματική έξοδος προς την ελευθερία είναι το «νιρόντχα», το σταμάτημα της παρέμβασής μας, η απόλυτη ηρεμία, η πλήρης διάλυση όλων των διαδικασιών που δημιουργούν οποιοδήποτε υποκείμενο, οποιαδήποτε υποκειμενική εμπειρία. Στο Αληθινό Γιόγκα, στο Αληθινό Σαμάντι, στο Αληθινό Νιρόντχα δεν υπάρχει υποκειμενική εμπειρία, απλά όλα συμβαίνουν. Γιόγκα είναι η έξοδος (η ολοκληρωτική έξοδος) από όλη την υποκειμενική δραστηριότητα. Δεν είναι ούτε δράση του υποκειμένου, ούτε εξέλιξη του υποκειμένου αλλά υπέρβαση του υποκειμένου σε μια Αντικειμενική Κατάσταση, στην Παγκόσμια Συνείδηση.

Όταν  βιώνεται η Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης (κι επειδή ακριβώς δεν υπάρχει διαδικασία δημιουργίας υποκειμενικής αντίληψης, διαχωρισμού υποκειμένου-αντικειμένου, δυαδικότητας) βιώνεται μια Κατάσταση Ενότητας της Επίγνωσης που τα περιλαμβάνει όλα. Σε αυτή την Κατάσταση η Αντίληψη είναι Πηγαία Αυθόρμητη Φυσική Ανεμπόδιστη Ανοιχτή. Στην πραγματικότητα λειτουργούμε σε μια Ανώτερη Περιοχή της Ύπαρξης, της Άμεσης Αντικειμενικής Αντίληψης που Συμβαίνει, σε ένα Ανώτερο Κέντρο Λειτουργίας της ύπαρξής μας. Αντιλαμβανόμαστε από μια Ανώτερη Σκοπιά, με μια Ανώτερη Όραση. Η Αντίληψη είναι Ενεργός και καλύπτει και τις κατώτερες περιοχές της αντίληψης, τις κατώτερες λειτουργίες της σκέψης, της συναίσθησης, της αίσθησης και της επαφής με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά όλα γίνονται από το ανώτερο κέντρο ελέγχου κι η εμπειρία είναι αντικειμενική, χωρίς να χρωματίζεται από καμία υποκειμενική δραστηριότητα ή αντίληψη ή «αίσθηση». Τελικά η Μετάβαση από την υποκειμενική εμπειρία της ύπαρξης στην Αντικειμενική Αντίληψη της Ζωής είναι μια «λειτουργική μετάβαση». Κι αποτελεί μια Νέα Εμπειρία της ζωής.

Αυτή η Κατάσταση που περιγράφουμε (Δράση, Εμπειρία Ζωής) είναι ακριβώς το Αληθινό Σαμάντι, το Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα. Μια Κατάσταση όπου δεν υπάρχει υποκείμενο, αντίληψη διαχωρισμού. Μια Επίγνωση ενότητας που δεν κρατιέται πουθενά και ρέει ελεύθερα. Μια κατάσταση επίγνωσης χωρίς κέντρο που τα περιλαμβάνει όλα (όλα όσα εισέρχονται στο πεδίο της). Είναι μια Κατάσταση όπου βιώνεται το Απόλυτο Παρόν, η Στιγμή που Ρέει. Ρέουμε μαζί με όλα. Εδώ. Τώρα. Κι αυτή η Εμπειρία (αυτό το Εδώ, Τώρα) περιλαμβάνει τα Πάντα κι όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο των αισθήσεων. Αυτή η Αίσθηση Παρουσίας Εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα κι αν δεν υπάρχουν μηνύματα από τον εξωτερικό κόσμο ή δεν υπάρχει καθόλου εξωτερικός κόσμος. Η Αληθινή Ύπαρξη Στηρίζεται μόνο στον Εαυτό της, όχι στην Αντίληψη, ή στην δημιουργία του κόσμου των φαινομένων.

Όταν δεν έχει επιτευχθεί αυτή η Κατάσταση της Απελευθέρωσης αυτό σημαίνει ότι λειτουργούμε ακόμα μέσα στην υποκειμενική συνείδηση, μέσα από ένα κέντρο αντίληψης και βιώνουμε τον διαχωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου, βιώνουμε την δυαδικότητα. Μόνο σε μια τέτοια κατάσταση έχει νόημα η άσκηση του γιόγκα, το σαμάντι με υποστήριγμα που έρχεται σαν ωρίμανση και ολοκλήρωση του σαμγιάμα, η συγκέντρωση, η διαδικασία η επίτευξη, κλπ. Στην πραγματικότητα όλη αυτή η άσκηση που περιγράφεται στα Γιόγκα Σούτρας, σαν ασάνα, πραναγιάμα, σαμγιάμα (νταράνα, ντυάνα, σαμάντι), είναι προπαρασκευαστική. Όλα αυτά είναι ένας έμμεσος τρόπος, ένας πλάγιος τρόπος να επιτευχθεί το «νιρόντχα». Από αυτή την άποψη το Σαμάντι με υποστήριγμα (με συγκέντρωση, κλπ) δεν διαφέρει από το Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα. Γιατί την στιγμή που το Σαμάντι με τποστήριγμα ολοκληρώνεται , διαλύεται η διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου κι έχουμε εμπειρία μιας ενιαίας επίγνωσης της πραγματικότητας, μιας αντικειμενικής εμπειρίας της πραγματικότητας. Τότε το Σαμάντι με υποστήριγμα γίνεται Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα, «νιρόντχα», Καϊβαλγία. Έτσι ενώ με την άσκηση του Σαμάντι με υποστήριγμα φαίνεται ότι η εξέλιξη είναι «βαθμιαία» (γιατί κινούμαστε ακόμα μέσα στην υποκειμενική εμπειρία) την στιγμά ακριβώς που «επιτυγχάνουμε» το Αληθινό Σαμάντι και παύουν τελείως οι υποκειμενικές παρεμβολές στην αντίληψη, οι διακυμάνσεις της υποκειμενικής εμπειρίας (οι δικές μας δραστηριότητες) συμβαίνει μια «αιφνίδια» μεταβολή, εισερχόμαστε στην αντικειμενική εμπειρία της πραγματικότητας.  Με αυτή την έννοια διδάσκεται ότι η «Φώτιση» είναι και βαθμιαία και αιφνίδια.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά που ήθελε να πει ο Πανταζάλι και που προσπαθούμε να περιγράψουμε εδώ είναι πολύ απλά, αν δώσουμε λίγη προσοχή. Η Ύπαρξη, η Συνείδηση λειτουργεί στο Βαθύτερο Υπαρξιακό Επίπεδο της Αληθινής Ύπαρξης, στο Επίπεδο της Φυσικής Ανόθευτης Αντίληψης που είναι μια Άμεση Σύλληψη της Πραγματικότητας, Ελεύθερη, Ανοιχτή Ανεμπόδιστη και Χωρίς Κέντρο και στο Επίπεδο της Εξωτερικής Δραστηριότητας όπου βιώνεται η υποκειμενική εμπειρία. Με άλλα λόγια η Συνείδηση Είναι Μέσα στο Αντικειμενικό (Πηγάζει και Στηρίζεται στο Αντικειμενικό), Αντιλαμβάνεται Φυσικά και Δρα Υποκειμενικά. Είναι, Αντιλαμβάνεται, Δρα. Πρέπει, σύμφωνα με τον Πανταζάλι να σταματήσει η εξωτερική υποκειμενική δραστηριότητα (που διαχωρίζει την ύπαρξη σε υποκείμενο-αντικείμενο) για να Αντιληφθούμε το Εσωτερικό Είναι σαν μια Ενότητα που τα περιλαμβάνει όλα. Αυτή η Αντικειμενική Συνείδηση, η Παγκόσμια Συνείδηση είναι μια Ανώτερη Κατάσταση σε σχέση με την περιορισμένη υποκειμενική εμπειρία. Εμβαθύνοντας στο Εσωτερικό Βίωμα του Είναι, διατρέχοντας τις Τρεις Εσωτερικές Περιοχές της Εμπειρίας του Είναι, εισερχόμαστε στην Περιοχή της Απόλυτης Σιωπής της Αληθινής Ύπαρξης, όπου κάθε αντίληψη καταπαύει (κι αυτό είναι το Αληθινό Καϊβαλγία). Εδώ η Ύπαρξη Αναπαύεται σον Εαυτό της, Απλά Ζει. Αυτή είναι η Οδός του Γιόγκα.

Ο Αληθινός Διαλογισμός


Ο Αληθινός Διαλογισμός είναι αυθόρμητη φυσική αντίληψη, άμεση ανεμπόδιστη σύλληψη της πραγματικότητας, ανοιχτή επίγνωση χωρίς «κέντρο» που τα αγκαλιάζει όλα. Είναι με άλλα λόγια τρόπος αντίληψης, τρόπος όρασης της πραγματικότητας. Είναι η εμπειρία της πραγματικότητας, η πραγματικότητα, η αλήθεια. Εξορισμού είναι κάτι που βιώνεται αλλά δεν είναι κάτι που μπορεί να «επιτευχθεί», δεν είναι διαδικασία. Οποιαδήποτε δραστηριότητα, διαμόρφωση της φυσικής αντίληψης, αυτόματα είναι υποκειμενική δράση, δράση μέσω ενός κέντρου αντίληψης, είναι υποκειμενική εμπειρία. Μια τέτοια δράση δεν οδηγεί πέρα από το υποκείμενο. Συνεπώς δεν είναι αυτή η Οδός, αφού κάθε δράση είναι μια αδιέξοδη δραστηριότητα. Ούτε η «παραίτηση», απάρνηση ή απόρριψη, οδηγεί κάπου. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει δρόμος να οδηγεί στην ελευθερία. Γιατί; Επειδή κάθε προσπάθεια είναι υποκειμενική προσπάθεια, είναι προσπάθεια του υποκειμένου να βιώσει την ελευθερία. Προφανώς η Ελευθερία δεν μπορεί να είναι υποκειμενική εμπειρία, δεν μπορεί να επιτευχθεί από ένα υποκείμενο. Ο Αληθινός Διαλογισμός, η Βίωση της Πραγματικότητας, η Ελευθερία είναι μια Αντικειμενική Δράση που υπερβαίνει το υποκείμενο, απαιτεί την πλήρη διάλυση της υποκειμενικής αντίληψης, κάτι πέρα από την υποκειμενική εμπειρία.

Λαμβάνοντας υπόψη μας όλα αυτά μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν τίθεται θέμα διαλογιστικής προσπάθειας. Γιατί, ποιος θα διαλογιστεί; Από την στιγμή που αναδύεται η πρόθεση του διαλογισμού γίνεται φανερό ότι αναδύεται μέσα από μια υποκειμενική αντίληψη, βρισκόμαστε σε κατάσταση υποκειμενικής δραστηριότητας. Είναι μάταιο. Άρα η παραίτηση από όλα αυτά πρέπει να είναι αποτέλεσμα κατανόησης αυτού που συμβαίνει κι όχι να είναι «πρόθεση» ή «προσπάθεια». Και πρέπει να είναι πλήρης, ολοκληρωτική κι αμετάκλητη. Στην πραγματικότητα τι ακριβώς λέμε; Ότι πρέπει ακριβώς να ξεριζώσουμε το ίδιο το εγώ. Κι αυτό είναι τόσο πιο δύσκολο όσο περισσότερο ταυτίζουμε την ύπαρξή μας με την υποκειμενική αντίληψη, την υποκειμενική εμπειρία, την υποκειμενική ζωή.

Στην πραγματικότητα εμείς οι ίδιοι κρατιόμαστε μέσα στην αντίληψη του υποκειμένου και στην υποκειμενική δραστηριότητα κι εμπειρία. Είναι κάτι που εμείς κάνουμε. Δεν μας το επιβάλλει ούτε η μεταφυσική άγνοια, ούτε το κάρμα, ούτε οτιδήποτε άλλο. Είναι θέμα καθαρής θέλησης, επιθυμίας. Εμείς γατζωνόμαστε σε αυτού του είδους την εμπειρία και ζωή. Τελικά το τι ζούμε, πως ζούμε είναι καθαρά θέμα ηθικής.

Τελικά ο Αληθινός Διαλογισμός είναι μη-διαλογισμός, απόρριψη κάθε υποκειμενικής δραστηριότητας. Να είμαστε ήσυχοι, να αντιλαμβανόμαστε, φυσικά κι ανεμπόδιστα, κατανοώντας ότι όλα συμβαίνουν εδώ, τώρα, καθώς πρέπει να συμβαίνουν. Ο Αληθινός Διαλογισμός, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια την ζωή, από την πλήρη αποδοχή της ζωής, όπως είναι, όπως συμβαίνει, μια ροή φαινομένων, εμπειρία της ροής. Εμπειρία στην οποία σημασία έχει «αυτός που βιώνει» κι όχι τα φαινόμενα. Κι αυτός που βιώνει δεν είναι κάποιος, κάποιο υποκείμενο, είναι η ίδια η  Αντικειμενική Συνείδηση, η ίδια η Ζωή, η ίδια η Ύπαρξη, Αυτό που Υπάρχει.

Η Ερμητική Μύηση


Ο Ερμητισμός της Ύστερης Αρχαιότητας αποτελεί αποκρυστάλλωση  της Ελληνικής Σοφίας που πηγαίνει τουλάχιστον 10 αιώνες πίσω. Έχοντας σαν αφετηρία τη Ορφική Μύηση και τα Μυστήρια κι έχοντας αφομοιώσει την Διδασκαλία όλων τω Διδασκάλων της Φιλοσοφίας, του Πλάτωνα, των Στωικών αναδύθηκε μέσα από το Γνωστικό Κίνημα (που ξεκίνησε ήδη τον 2ο π.Χ. αιώνα) σαν η κορύφωση της Ελληνικής Σοφίας (τους πρώτους μ.Χ. αιώνες). Αποτελεί ουσιαστικά τη τελική διατύπωση της Ελληνικής Σοφίας. Πολύ περισσότερο από μια διδασκαλία για την ύπαρξη, το άνθρωπο, την οδό, είναι μια πρακτική λύτρωσης, που δεν απομακρύνεται από την Πρακτική όπως την διατύπωσε ο Πλάτωνας στον Τίμαιο ή Περί Ψυχής, (67, c, d), αλλά την φωτίζει περισσότερο και την κάνει πιο συγκεκριμένη. Η Απελευθέρωση της Ψυχής νοείται σα Εμπειρία του Απολύτου, σαν Ανύψωση στην Τελική Πραγματικότητα κι όχι σαν πρόθεση ή προσπάθεια λύτρωσης μιας προσωπικής ψυχής, ενός υποκειμένου. Η Απελευθέρωση προσδιορίζεται σαν μια υπερυποκειμενική Αντικειμενική Εμπειρία της Συνείδησης. Κι αυτό είναι αποτέλεσμα της Εσωτερικής Κατανόησης που βαθαίνει ως την Αληθινή Ύπαρξη, ως το Κοινό Υπόβαθρο των πάντων.

Σύμφωνα με το Ερμητικό Κίνημα η Πραγματικότητα Είναι Μία. Δεν γίνεται αντιληπτή στην Βαθύτερη Ενότητά της που Υποστηρίζει τα πάντα, κάθε δραστηριότητα αντίληψης, κάθε εμπειρία ύπαρξης ή ζωής, κάθε φαινόμενο που αποτελεί περιεχόμενο επίγνωσης. Από Αυτή την Ζωντανή Πραγματικότητα (που συμβολικά ονομάζεται Πρώτος Νους ή Πατέρας, ή Άβυσσος) μπορεί να γίνει αντιληπτή μονάχα η Φωτεινή Παρουσία, σαν Αδιαίρετη Νοητική Ουσία που Αντανακλά το Βάθος της Πραγματικότητας. Είναι ο Δεύτερος Νους, ο Λόγος που γίνεται Πνεύμα Ενότητας και Ζωογόνος Ψυχή (στην Δημιουργική Εξέλιξή του). Ο Λόγος είναι Μια Αιώνια Φωτεινή Παρουσία του Είναι (το «Αιθέριο Φως») που αντανακλάται σαν Σταθερή Πραγματικότητα στον κόσμο του γίγνεσθαι, της κίνησης. Αυτή η δεύτερη αντανάκλαση είναι ο Δημιουργός Νους, ο «Δημιουργός», (το «Πυρ της Δημιουργίας»), το Στήριγμα όλων των παροδικών φαινομένων, των κόσμων και των όντων τους, δηλαδή του κατώτερου νοητικού κόσμου της δυαδικότητας, (του «αέρινου» κόσμου»), του κόσμου της ψυχικής πραγματικότητας (του «υδάτινου» κόσμου») και του εξωτερικού κόσμου που συντίθεται από την κατώτερη μορφή των Τεσσάρων Στοιχείων, του πυρός, του αέρα, του ύδατος και της γης, (ο «υλικός κόσμος»). Η Πραγματική Ουσία του Όντος, ο Λόγος που μετουσιώνεται σε Πνεύμα και Ψυχή μπορεί να αποκτήσει εμπειρία των κατώτερων κόσμων και της εξωτερικής ζωής όταν «ατομικοποιείται», όταν περιορίζεται σε ένα «κέντρο αντίληψης», όταν γίνεται υποκείμενο. Αυτή η υποκειμενική εμπειρία, ασφαλώς εδράζεται στην Αντικειμενική Πραγματικότητα κι είναι σαν γεγονός κάτι αντικειμενικό αλλά το περιεχόμενο της υποκειμενικής εμπειρίας (ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε κι ερμηνεύουμε τα πράγματα) είναι μια δική μας κατασκευή. Η Ανώτερη Ουσία, σαν ατομική ψυχή, υποκείμενο, είναι εδώ, στον εξωτερικό φορέα της και χρησιμοποιεί τις κατώτερες λειτουργίες (που αποτελούν ταυτόχρονα φορείς εκδήλωσης στα κατώτερα πεδία) του νου, της σκέψης δηλαδή, της ψυχικής συναίσθησης και των σωματικών αισθήσεων (με την χρήση του υλικού σώματος), που μας φέρνουν σε άμεση επαφή με τον εξωτερικό υλικό κόσμο.

Έτσι ο Άνθρωπος, σαν Ον, σαν είδος, και κατ’ επέκταση κάθε άνθρωπος, δεν είναι παρά η Αιώνια Αιθέρια Φωτεινή Ουσία που εκδηλώνεται ατομικά και συνδέεται μέσω των κατώτερων λειτουργιών με το σώμα και τον εξωτερικό υλικό κόσμο. Η «Σύνδεση» ανιχνεύεται εμπειρικά από τον Μυούμενο και δεν είναι μια θεωρητική γνώση ή νοητικές πληροφορίες. Με άλλα λόγια ο Μυούμενος «λειτουργεί», μαθαίνει να «λειτουργεί» στο σώμα και να χρησιμοποιεί ορθά τις δυνάμεις του. Αυτό που γίνεται τελικά κατανοητό είναι ότι ο Άνθρωπος είναι μια Παρουσία, Εδώ, στο σώμα, στις αισθήσεις, στις εμπειρίες της ζωής και του κόσμου. Αυτό συμβαίνει Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει. Ο άνθρωπος όμως επεξεργάζεται αυτό το πρωταρχικό βίωμα της ζωής και δημιουργεί μια πιο πολύπλοκη αντίληψη της πραγματικότητας, που συχνά όμως γίνεται αναληθής, ψεύτικη. Τελικά, ο Άνθρωπος «Είναι» (η Αιώνια Ουσία). Κι αυτό μπορεί να το βιώσει εσωτερικά σαν μια Αιώνια Σταθερή Πραγματικότητα, πέρα από εξωτερικές εμπειρίες. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος «λειτουργεί», ενεργεί,, σκέπτεται, συναισθάνεται, αισθάνεται, πράττει, ζει στον κόσμο (όλα αυτά είναι δράσεις, λειτουργίες).

Η Απελευθέρωση μπορεί να βιωθεί σαν απόσυρση της Ψυχής, της Ψυχικής Ενέργειας, της Προσοχής και δραστηριότητας από τις εξωτερικές λειτουργίες. Σταδιακά, από το σώμα, την ψυχική λειτουργία, την σκέψη, την αντίληψη του χωριστού υποκειμένου. Με άλλα λόγια η Απελευθέρωση βιώνεται σαν παύση όλων των εξωτερικών δράσεων, σαν βίωση της Εσωτερικής Πραγματικότητας. Η Απελευθέρωση της Ψυχής από τον εξωτερικό φορέα, σημαίνει την ανεξαρτησία της από την «σύνδεση», τις εμπειρίες, τις πληροφορίες. Δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι λειτουργίες δεν χρησιμοποιούνται. Απλά μπορούμε και χωρίς όλες αυτές τις δραστηριότητες.

Η Στροφή Έσω, η Απελευθέρωση της Ψυχής από τις εξωτερικές δραστηριότητες είναι στην πραγματικότητα καθαρά θέμα κατανόησης και θέλησης, απόφασης. Η Ψυχή απλά σταματά να κάνει αυτό που έκανε, να διοχετεύει ενέργεια στην σκέψη (δηλαδή στην «διαμόρφωση» της αντίληψης, των εισερχομένων πληροφοριών) και στις εξωτερικές δραστηριότητες. Αυτή η μετατόπιση προς το Εσωτερικό Είναι, που βιώνεται μέσα στην Ησυχία, στην παύση των εξωτερικών δραστηριοτήτων, αποτελεί μια Νέα Εμπειρία της Ύπαρξης, μια Νέα Αντίληψη της Ζωής, μια Νέα Όραση της Πραγματικότητας. Καθώς διαλύονται όλες οι παρεμβάσεις της σκέψης που αλλοιώνουν την αντίληψη, περιορίζοντάς την σε ένα «κέντρο», σε μια υποκειμενική αντίληψη, η αντίληψη, απελευθερωμένη, είναι πλέον αντικειμενική, ανοιχτή και ενοποιημένη, αγκαλιάζει τα πάντα, σε μια ενότητα. Αυτή η Νέα Εμπειρία της Ύπαρξης είναι μια Νέα Ύπαρξη, μια Νέα Γέννηση, Συνειδητοποίηση της Αιώνιας Φύσης μας. Αυτό είναι το περιεχόμενο της Ερμητικής «Παλλιγγενεσίας». Όσο η Ψυχή εξακολουθεί να συνδέεται με το σώμα βιώνεται η Ενότητα της Πραγματικότητας, η Αιώνια Παρουσία κι η ροή των παροδικών φαινομένων. Η «αποκοπή» από τις «εξωτερικές πληροφορίες» βιώνεται σαν πραγματική ανεξαρτησία της Ψυχής. Αυτό που βιώνεται εδώ, μέσα στην Περισυλλογή, γίνεται άμεση πραγματικότητα με τον οριστικό αποχωρισμό από το σώμα. Τότε, δεν έχουμε απλά Εμπειρία της Εσωτερικής Αιώνιας Πραγματικότητάς μας, αλλά εισερχόμαστε πραγματικά στο Φωτεινό Κόσμο της Ψυχής, του Πνεύματος, του Λόγου, και τελικά στο Άγνωστο Βασίλειο του Πατέρα.

Αυτό που θέλει να μεταδώσει τελικά η Ερμητική Παράδοση δεν είναι μια θεωρητική γνώση, διανοητικές πληροφορίες, έννοιες που προσπαθούν να περιγράψουν την πραγματικότητα. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα σκουπίδια της σκέψης. Η Γνώση για την οποία μιλάμε εδώ, είναι η Άμεση Σύλληψη του Εσωτερικού Όντος, η Άμεση Βίωση της Εσωτερικής Πραγματικότητας και τελικά ή Άμεση Εμπειρία του Θεού μέσα στην απόλυτη ακινησία της αντίληψης. Εδώ, στο Αληθινό Βασίλειο του Πατέρα Νου Μονάχα η Ζωή Ανασαίνει, χωρίς διακριτικά σημάδια ή οτιδήποτε μπορεί να περιγραφεί.

Η Οδός των Μυστικών (Μάιστερ Έκκαρτ)


Μιλώντας για τους Μυστικούς του Χριστιανισμού, ιδιαίτερα για τον Μάιστερ Έκκαρτ, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτός ο άνθρωπος όταν αναφέρεται στην διάκριση του Θεού από την Θεότητα, στην Αληθινή Φύση της Ψυχής, στην Μυστική Ένωση με τον Θεό, αναφέρεται σε βιωματικές εμπειρίες του, σε πράγματα που βίωσε ο ίδιος, όχι σε θεολογικές έννοιες που συλλαμβάνονται με την διανόηση, σε πραγματικότητες που επεξεργάζεται η σκέψη. Ο Έκκαρτ ζούσε στον Πραγματικό Κόσμο των εμπειριών, όχι στον διανοητικό κόσμο των θεολόγων, των φιλοσόφων και των ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος που, όλοι αυτοί, ούτε τον «κατάλαβαν», ούτε μπορούσαν να τον δεχθούν σαν «δικό» τους. Ο Έκκαρτ παραμένει ακόμα σήμερα «αιρετικός». Ίσως αυτός να είναι και ο σοβαρότερος λόγος για να ενδιαφερθεί κάποιος για την Βιωματική Διδασκαλία του και να βαδίσει μαζί του μέχρι την Άμεση Εμπειρία της Θεότητας.

Υπάρχει (για τον Έκκαρτ) Μια και Μόνο Πραγματικότητα που τα περιλαμβάνει όλα. Αυτή η Μία Πραγματικότητα δεν μπορεί να ανιχνευθεί στην Βαθύτερη Ενότητά Της. Είναι η Ζωντανή Ακίνητη Θεία Ουσία που Πάλλει από Ζωή. Είναι το Βάθος της Θεότητας (Grund der Gottheit), το Θεμέλιο, η Ουσία κι η Ζωή όλων. Το Grund είναι το «Έδαφος», το Θεμέλιο, το Βάθος, η Πρώτη Αιτία κι Αρχή, η Βαθύτερη Κρυμμένη Ουσία, το Ανεξερεύνητο Βάθος της Θεότητας, η Πρωταρχική Αδιαφοροποίητη Ενότητα που Υποστηρίζει κάθε εκδήλωση ύπαρξης. Με άλλα λόγια η Θεότητα είναι το Απόλυτο Βάθρο που Περιέχει τα πάντα. Κι είναι η Ουσία των Πάντων, το Βάθος όλων των υπάρξεων. Όλες οι άλλες καταστάσεις του Όντος δεν είναι παρά «εξωτερικές εκδηλώσεις». Αυτό που μπορεί να γίνει αντιληπτό από το Άγνωστο Βάθος είναι ο «Θεός», Αυτό που συλλαμβάνεται σαν Αληθινό Είναι, Αιώνια Νοητική Ουσία που Αντανακλά το Βάθος της Θεότητας και Μεταδίδει το Είναι μέσα στην «Δημιουργία». Όλα τα όντα υπάρχουν εκ του Πατρός (Εδράζονται στην Θεία Ουσία), δια του Υιού (Ταυτίζονται με την Θεία Ουσία), εν Αγίω Πνεύματι (Αποτελούν Μια Ενότητα). Η Εξωτερική Δημιουργία δεν έχει αληθινή ουσία, («αληθινό είναι»), είναι μονάχα κίνηση μέσα στον χρόνο που ρέει, κίνηση που δεν αφήνει ίχνη.

Η Θεότητα, το Βάθος της Θείας Ουσίας, είναι ξ Άρρητη Ενότητα των Πάντων. Εδώ Ταυτίζονται όλα. Το Βάθος του Θεού, το Βάθος των όντων, το Βάθος του ανθρώπου είναι η Ίδια Ουσία. Σύμφωνα με τον Έκκαρτ «Θεός κι Άνθρωπος έχουν το ίδιο Βάθος».  Αυτό δεν είναι μια θεωρητική διαπίστωση ή μια απλή πεποίθηση για τον Έκκαρτ. Είναι κάτι που βίωσε και κατανόησε και προσπάθησε να μεταδώσει. Αυτή ακριβώς η εμπειρική διαπίστωση που την εξέφρασε δημόσια τον οδήγησε στην καταδίκη από την επίσημη εκκλησία.

Η Ψυχή (η Ουσία του Ανθρώπου), ταυτιζόμενη με το Βάθος του Θεού είναι κάτι αδημιούργητο. Ταυτόχρονα, καθώς η Ψυχή αναδύεται στην Ύπαρξη είναι κάτι που Αντανακλά το Βάθος της Θεότητας, Μια Εικόνα της Θεότητας, που Αντανακλά την Θεότητα σε διάφορους βαθμούς, που αντιστοιχούν στην Αποκάλυψη του Θεού σαν Πατέρα, Υιού και Πνεύματος και συνιστούν τις Τρεις Ανώτερες Λειτουργίες του Εσωτερικού Ανθρώπου (την Εσωτερική Αντίληψη του Είναι, τον «εσωτερικό οφθαλμό» του ανθρώπου). Η Ψυχή έχει Εμπειρία της Ενότητας στο Φωτεινό Βασίλειο του Είναι. Παράλληλα η Ψυχή εκδηλώνεται στους κατώτερους κόσμους της δημιουργίας, (κατώτερο νοητικό, ψυχικό και υλικό) με ανάλογες δυνάμεις φορείς. Η Ψυχή, στον εξωτερικό υλικό κόσμο εκδηλώνεται με τις Τρεις Κατώτερες Λειτουργίες του Εξωτερικού Ανθρώπου (την διανόηση-σκέψη, την συναίσθηση και τις αισθήσεις του σώματος, που μας φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, τον «εξωτερικό οφθαλμό» του ανθρώπου). Η εξωτερική εμπειρία και ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά σύνδεση με φαινόμενα που συνεχώς αλλάζουν κι αναλώνονται χωρίς να αφήνουν τίποτα.

Η Αληθινή Ουσία της Ψυχής, ο «Σπινθήρας» όπως το ονομάζει ο Έκκαρτ, είναι ταυτόχρονα, το Βάθος του Θεού, κάτι αδημιούργητο που γίνεται αντιληπτό σαν Αντανάκλαση του Θεού, Εικόνα του Θεού, κάτι που «δίδεται» κατά Χάριν. Η Αληθινή Ουσία της Ψυχής βρίσκεται στο Εσώτερο Βάθος μας, Αδημιούργητη και δημιουργημένη ταυτόχρονα. Κάτι που ο Έκκαρτ βίωσε εμπειρικά, αλλά όλοι όσοι δεν είχαν αυτή την εμπειρία δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν διανοητικά και να ερμηνεύσουν θεολογικά. Έτσι ο Έκκαρτ παρέμεινε, μέχρι σήμερα, παρεξηγημένος. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία, κατά τον Έκκαρτ, για τον άνθρωπο, είναι να αποσπασθούμε από τον εξωτερικό παροδικό φαινομενικό κόσμο και να βιώσουμε εσωτερικά την Πνευματική Ενότητα, την Μοναδικότητα του Λόγου, την Αληθινή Φύση του Πατέρα, που Εδράζονται στην Μοναδική Θεία Ουσία, στην Θεότητα.

Η Πλήρης κι Ολοκληρωτική Απόσπαση (Abgeschiedenheit) είναι η Αληθινή Οδός του Ανθρώπου, που μπορεί να μας Οδηγήσει στο Φωτεινό Βασίλειο του Είναι, πέρα από τον κόσμο των παροδικών φαινομένων. Η Απόσπαση έχει το νόημα της εσωτερικής απελευθέρωσης, την μη εξάρτηση. Η χρήση των κατωτέρων λειτουργιών, όπου κρίνεται αναγκαίο, γίνεται απρόσκοπτα και χωρίς περιπλοκές. Στην πραγματικότητα, για τον Έκκαρτ, αυτή η «απόσπαση» είναι θέμα θέλησης, «ηθικής» κι όχι μια μέθοδος ή μια αυστηρή πρακτική. Παρόλα αυτά ο Έκκαρτ, για παιδαγωγικούς λόγους, μιλά για τον άνθρωπο, την «σύνθεση» του ανθρώπου, τις Επτά Δυνάμεις του ανθρώπου (τον Θείο «Σπινθήρα», τις Τρεις Ανώτερες Εσωτερικές Δυνάμεις Αντίληψης της Ενότητας του Είναι, τις τρεις κατώτερες εξωτερικές δυνάμεις της σκέψης που συνθέτει το ψεύτικο εγώ του ανθρώπου, της συναίσθησης και της σωματικής αίσθησης) και τα Έξη Σκαλοπάτια της πνευματικής προόδου που οδηγούν ως την Τελική Ένωση με τον Θεό, στην Βίωση του Εσώτερου Βάθους της Ψυχής, που Ταυτίζεται με το Βάθος της Θεότητας. Αυτό το Βίωσε ο Έκκαρτ για αυτό και ομολόγησε ότι «Στο Βάθος της Ψυχής, εκεί το Βάθος του Θεού και το Βάθος της Ψυχής είναι Ένα Βάθος». Για όσους ανέρχονται βιωματικά Ως τον Θεό, Θεός και Ψυχή αποτελούν μια Τέλεια Αδιάρρηκτη Ενότητα-Ταυτότητα. Όλα τα άλλα που λέγονται προέρχονται από την ταπεινή σκέψη των ανθρώπων που σέρνεται στις σκιές των πραγμάτων και κονταροχτυπιέται με τις λέξεις.

Ο Έκκαρτ είχε Άμεση Εμπειρία του Θεού, πέρα από κάθε αντίληψη, είχε εισχωρήσει με τον θάνατο του εγώ και την Πλήρη Παράδοση στον Θεό, στο Μεγάλο μυστήριο της Θεότητας. Δεν ήταν δυνατόν να τον καταλάβουν αυτοί που σέρνονται στις εξωτερικές δραστηριότητες κι αισθήσεις. Ο Έκκαρτ μιλούσε για το Φωτεινό Βασίλειο της Ενότητας του Είναι, για την Ουσία των πάντων κι οι άλλοι φλυαρούσαν θεολογικές ανοησίες. Ίσως αυτό που εξόργισε τους διώκτες του ήταν η απόλυτη ειλικρίνειά του. Είπε, «Λέγω ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι υπεράνω της δημιουργημένης φύσης της ψυχής, κι όμως μερικοί ιερείς δεν καταλαβαίνουν ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι τόσο συγγενές με τον Θεό και τόσο ένα (με τον Θεό)». Στον πλανήτη των ανθρώπων (των homo simian) κανένας δεν καταλαβαίνει τίποτα.

Η ΑληθινήΔράση


Αυτοί που κατανόησαν, ίσως περισσότερο και καλύτερα, τι είναι πραγματικότητα και που ο άνθρωπος «ξεφεύγει» είναι οι ταοϊστές σοφοί που ακολουθούσαν απλά το Ρεύμα της Ζωής. Πολύτιμη σοφία που πέρασε ήσυχα στους δασκάλους του Τσαν και τους γνήσιους ακόλουθους του Ζεν.

Η Ζωή είναι αυτό το Συνολικό Φαινόμενο που εκδηλώνεται εδώ, τώρα (το σύνολο της πραγματικότητας κι όχι ό,τι αντιλαμβάνεται ο κάθε ανόητος). Η Ζωή απλά εκδηλώνεται, ρέει. Δεν χρειάζεται ούτε ερμηνείες, ούτε καθοδήγηση. Συμβαίνει από μόνη της κι ακολουθεί πάντα τον ορθότερο δρόμο. Δεν χρειάζεται να νοιάζεται κανένας για τίποτα. Δεν χρειάζεται διδασκαλία, δεν χρειάζονται γνώσεις ή μνήμες, στάχτες του παρελθόντος. Η αληθινή ζωή βρίσκεται στην άμεση επαφή με αυτό που συμβαίνει. Η πραγματική ζωή δεν έχει να κάνει ούτε με σκέψεις, ούτε με πεποιθήσεις, ούτε με πράξεις. Όταν όλα συμβαίνουν, όπως πρέπει να συμβούν, οποιοδήποτε σχόλιο είναι περιττό. Η αληθινή ζωή (ή η ζωή του ζεν) είναι πραγματική δράση, δεν έχει καμιά σχέση με τον διανοητικό κόσμο των ανθρώπων, με την σκέψη τους και τις λέξεις τους. Την ζωή απλά την ζεις. Δεν την περιγράφεις, δεν την διδάσκεις. Και το μόνο που μπορείς να υποδείξεις είναι η ανθρώπινη ανοησία.

Ε! Ξύπνα! Δες, πόσο ήσυχα είναι όλα! Λειτουργεί!

Τελικά!


Τελικά; Τελικά τι; Μπορείς να Μείνεις Ήσυχος; Να αφουγκραστείς την Ζωή; Να Είσαι Εδώ, Τώρα; Όχι μόνο σε αυτά που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις. Όχι μόνο στα χωρίς ίχνη φτερουγίσματα της φαντασίας. Όχι μόνο σε  Ό,τι μπορεί να γίνει αντιληπτό. Μπορείς να Είσαι Εδώ, Τώρα, στο Απέραντο Βάθος που δεν είναι ούτε ύπαρξη, ούτε παρατηρητής, ούτε εμπειρία. Εδώ. Τώρα! Εδώ, που Σβήνουν Όλα, Τώρα, που δεν Τελειώνει Ποτέ!
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 20. The Wisdom of Unknowing
SUNDAY, 22 March, 2026

Chapter 20. The Wisdom of Unknowing

 

(The Sacred Poverty of Not-Knowing)

 

The Burden of Accumulated Knowledge

 

There exists a peculiar paradox at the heart of the spiritual life, one that confounds those who pursue wisdom through conventional means. The seeker discovers, often after years of arduous study, that the renunciation of learning itself becomes a gateway to profound tranquility. This is not the abandonment of understanding born from laziness or indifference, but rather a conscious release of the accumulated weight of concepts, definitions, and carefully constructed certainties that burden the soul seeking union with the Absolute.

 

When one sets down the heavy tablets of acquired knowledge, when the mind ceases its restless cataloguing of information and its endless categorization of experience, a remarkable stillness emerges. This stillness is not empty; it is pregnant with possibility, vibrating with an intelligence that precedes and transcends the intellect. The troubles that plague the learned—the doubts, the contradictions, the endless debates that fragment consciousness—begin to dissolve like morning mist beneath the rising sun of direct awareness.

 

Consider the nature of human discourse, with its eager affirmations and polite agreements. Between the ready "yes" and the flattering "yea," what true difference exists? On the surface, these expressions of accord seem nearly identical, mere variations in pronunciation and custom. Yet observe carefully the fruits these two responses bear in the garden of existence. One yes may spring from genuine insight, while another merely echoes the opinion of the crowd. One affirmation may arise from the depths of authentic understanding, while another represents only the brittle shell of social conformity.

 

The gulf between these seemingly similar responses—between authentic presence and mere performance—extends wider than the abyss between heaven and earth. In this chasm lie all the sorrows and joys of human existence, all the genuine transformations and hollow mimicries, all the real encounters with the Divine and the countless substitutes civilization offers in place of actual transcendence.

 

The Universal Fear and the Infinite Question

 

What humanity fears collectively is indeed worthy of fear, for the instinct of the species contains ancient wisdom that the individual rational mind cannot always perceive. Yet this acknowledgment opens onto a landscape so vast, so endless in its questioning, that the mind accustomed to solid ground feels itself suddenly suspended over an infinite depth.

 

How many questions arise when one truly begins to examine existence? How many philosophical inquiries demand attention? How many spiritual paradoxes present themselves for contemplation? The range of these questions extends beyond measure, stretching into territories that language cannot map and logic cannot navigate. They form an ocean without shore, and the soul that ventures into these waters must learn to swim in a medium where the ordinary laws of mental gravity no longer apply.

 

The mystic understands that this vastness is not meant to be conquered through systematic inquiry or resolved through clever argumentation. These questions form the very texture of existence itself—they are not problems requiring solutions but mysteries inviting participation. To stand before them in reverence, to feel their weight and depth without rushing to answer, is to assume the posture of genuine wisdom.

 

The Solitary Figure Among the Satisfied

 

The world presents itself as a great banquet where multitudes gather in satisfaction and pleasure. They feast on certainties, they drink deeply from the wells of conventional success, they stand elevated on towers of accomplishment, surveying their domains in the springtime of material prosperity. Their faces glow with the confidence of those who know their place, who have secured their positions, who move forward with clear purpose and defined goals.

 

Yet amid this celebration, there walks a solitary figure who appears listless and still. This one seems unmoved by the festivities, untouched by the general enthusiasm, indifferent to the rewards that motivate others. The desires that drive ordinary ambition have not yet stirred in this soul, or perhaps they have stirred and been released, returned to the silence from which all movement emerges.

 

This figure resembles an infant who has not yet learned to smile at the appropriate social cues, who gazes upon the world with eyes not yet trained to see what society insists is there. There is something dejected in this appearance, something forlorn, as though this wanderer possesses no home to return to, no fixed address in the geography of worldly achievement. While others display their abundance, their "enough and to spare," this one seems to have lost everything—or perhaps has never possessed anything in the conventional sense.

 

The Divine Foolishness

 

The mind of this solitary wanderer operates differently from the bright intellects that populate the marketplace of ideas. Where ordinary consciousness discriminates, divides, and definitively judges, this awareness dwells in a state that appears chaotic to external observation. It is the chaos not of disorder but of pre-order, the fertile void from which genuine creation emerges, the darkness that precedes and makes possible all manifestation of light.

 

Ordinary individuals shine with the brightness of reflected knowledge, their intelligence glittering with borrowed concepts and rehearsed conclusions. They appear full of discrimination, capable of drawing fine distinctions and making subtle arguments. Their mental faculties operate with impressive efficiency, sorting experience into neat categories, filing perceptions into predetermined structures.

 

But the mystic appears benighted—shrouded in a darkness that is actually a different kind of illumination. This one seems dull and confused by the standards of worldly cleverness, unable or unwilling to participate in the sharp discriminations that others make so readily. It is the dullness of profound simplicity, the confusion that arises when consciousness refuses to fragment reality into the artificial divisions that make conversation easy but truth elusive.

 

This figure seems carried about on a vast sea, drifting without fixed destination, tossed by currents that move according to laws beyond personal control. There appears to be nowhere to rest, no solid ground on which to plant the flag of certainty. While others possess clearly defined spheres of action—their careers, their projects, their roles in society—this one drifts through existence appearing dull and incapable, like someone from the borderlands who hasn't learned the sophisticated manners of the metropolis.

 

The Nursing-Mother

 

Yet this difference from the multitude is not accidental or unfortunate—it is the very mark of a profound orientation toward the source of existence itself. What this solitary figure values above all else is the nursing-mother, that primal generative principle from which all things emerge and to which all things return.

 

This nursing-mother is the Absolute itself, conceived not as distant transcendence but as intimate nourishment, as the very substance that sustains consciousness from moment to moment. It is the Tao, the Way, the ground of being that cannot be grasped by concepts yet reveals itself continuously to those who approach with empty hands and open hearts.

 

To value this nursing-mother is to orient one's entire existence around a relationship with the sacred source rather than with the products and derivatives that flow from it. It is to seek sustenance at the original spring rather than filling one's vessels at the secondary streams where water has already lost some of its freshness and vitality. It is to return, again and again, to the primordial emptiness that is simultaneously absolute fullness, to the silence that contains all music, to the stillness that encompasses all movement.

 

The Wisdom Beyond Wisdom

 

This orientation toward the source rather than toward manifestations represents a wisdom that transcends ordinary wisdom. It is the knowing that emerges from unknowing, the understanding that flowers from bewilderment, the clarity that crystallizes from confusion. Where conventional wisdom accumulates knowledge, this deeper wisdom releases it. Where ordinary intelligence constructs elaborate mental systems, this sacred simplicity dissolves them.

 

The mystic recognizes that every act of learning, every addition to the storehouse of knowledge, every refinement of intellectual skill, can become another layer of separation from direct experience of reality. The mind builds its castles of concept and theory, and these structures, however elegant and impressive, cast shadows that obscure the immediate presence of the Divine.

 

Thus the spiritual path often involves a progressive simplification, a stripping away of the accumulated debris of learning until consciousness stands naked before existence itself. This is not anti-intellectualism but rather a movement toward an intelligence more fundamental than intellect, toward a knowing that does not depend on the knower and the known remaining separate.

 

The Sacred Emptiness

 

In the depths of contemplative practice, the practitioner discovers an emptiness that is paradoxically the fullest possible state. This is not the empty of deprivation but the empty of potentiality—like the hollow of a bowl that makes it useful, like the space within a room that makes it habitable. The mind emptied of its frantic accumulations becomes a vessel capable of receiving the infinite.

 

This emptiness manifests as a peculiar kind of poverty, a spiritual destitution that is simultaneously supreme richness. To possess nothing in the realm of conceptual certainty is to own everything in the realm of immediate presence. To claim no fixed position is to be free to occupy any position. To defend no particular interpretation is to remain open to the continuous revelation of truth.

 

The multitudes cling to their possessions—their opinions, their beliefs, their carefully constructed identities—and in this clinging find a temporary sense of security. But the mystic releases these holdings and discovers in the release a security far more profound: the security of one who rests in the arms of the nursing-mother, sustained not by personal achievement but by the unconditional generosity of existence itself.

 

The Path of Sacred Foolishness

 

To walk this path requires a willingness to appear foolish in the eyes of the world. The spiritual aspirant must be prepared to abandon the bright appearance of intelligence, to relinquish the satisfaction of being understood and approved by the crowd, to dwell in a simplicity that sophisticated minds interpret as simpleness.

 

This sacred foolishness is not the foolishness of ignorance but the foolishness of transcended knowledge. It is the foolishness of one who has passed through learning and emerged on the other side, carrying not the burden of accumulated facts but the lightness of direct perception. It is the foolishness celebrated in mystical traditions across cultures—the holy fool, the divine idiot, the innocent whose simplicity conceals supreme wisdom.

 

The bright and intelligent remain trapped in the prison of their own cleverness, unable to perceive realities that do not fit within their conceptual frameworks. But the apparently dull and confused mystic moves freely through dimensions of experience that remain forever closed to those who insist on understanding everything through rational analysis.

 

The Return to Origins

 

At the heart of mystical consciousness lies a continuous return to origins, a perpetual coming home to the source. This is not regression to infantile states but rather a recovery of the pristine awareness that precedes the overlay of social conditioning and conceptual learning. The infant who has not yet smiled social smiles possesses a quality of pure presence that adults have generally lost—and which the mystic seeks to recover at a higher level of integration.

 

This return requires releasing everything that has been acquired on the journey away from the source. Every achievement must be set down, every identity must be questioned, every certainty must be surrendered. The spiritual path often feels like a systematic loss of everything the world considers valuable—until the seeker discovers that what appeared as loss was actually liberation, what seemed like poverty was actually boundless wealth.

 

The nursing-mother awaits those who return with empty hands. She asks nothing of her children except that they come as they are, without pretense or performance, without the decorated masks that social life requires. She nourishes not according to merit or achievement but according to need and receptivity. And her nourishment satisfies in ways that no worldly feast ever can.

 

The Peace Beyond Understanding

 

In the end, the wisdom of unknowing leads to a peace that passes understanding—not because it is incomprehensible but because it transcends the mode of consciousness that seeks to comprehend. This peace arises when the frantic quest for knowledge ceases, when the mind stops its restless movement and settles into stillness, when consciousness recognizes its own nature as mirror rather than accumulator.

 

The mystic's apparent listlessness conceals profound vitality. The mystic's apparent confusion masks crystalline clarity. The mystic's apparent poverty harbors infinite riches. And the mystic's apparent foolishness demonstrates wisdom that the worldly wise cannot fathom.

 

To value the nursing-mother above all else is to orient one's entire existence around relationship with the sacred source. It is to choose being over having, presence over accumulation, depth over breadth. It is to recognize that the troubles accompanying learning are not incidental to the learning process but inherent in it—and that their renunciation opens pathways to dimensions of understanding that conceptual knowledge can never access.

 

This is the invitation extended to every soul: to release the burden of accumulated learning, to embrace the sacred poverty of not-knowing, to trust the nursing-mother who sustains all existence. In this release and this trust, consciousness discovers its true nature as inseparable from the Absolute, as always already immersed in the Divine presence that no amount of learning can bring closer and no amount of ignorance can remove.

 

The multitude will continue their celebrations, secure in their possessions and proud of their accomplishments. But the solitary figure will continue to drift on the infinite sea, appearing forlorn yet inwardly sustained, seeming to have lost everything yet actually possessing the one thing needful—intimate connection with the source of all that is.

 

Η Σοφία της Άγνοιας 

 

(Η Ιερή Φτώχεια του Μη-Γνωρίζειν)

 

Το Βάρος της Συσσωρευμένης Γνώσης

 

Υπάρχει ένα παράδοξο στην καρδιά της πνευματικής ζωής, που μπερδεύει όσους αναζητούν τη σοφία με συμβατικούς τρόπους. Ο αναζητητής ανακαλύπτει, συχνά μετά από χρόνια επίπονης μελέτης, ότι η «αποκήρυξη» της ίδιας της μάθησης γίνεται πύλη προς βαθιά ηρεμία. Αυτό δεν είναι εγκατάλειψη της κατανόησης από τεμπελιά ή αδιαφορία, αλλά συνειδητή απελευθέρωση από το συσσωρευμένο βάρος εννοιών, ορισμών και προσεκτικά κατασκευασμένων βεβαιοτήτων που βαραίνουν την ψυχή που επιδιώκει ένωση με το Απόλυτο.

 

Όταν κάποιος αφήνει κάτω τις βαριές πλάκες της αποκτημένης γνώσης, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη καταλογογράφηση πληροφοριών και την ατέλειωτη κατηγοριοποίηση της εμπειρίας, αναδύεται μια αξιοσημείωτη «νηνεμία». Αυτή η νηνεμία δεν είναι άδεια· είναι έγκυος δυνατοτήτων, δονείται από μια νοημοσύνη που προηγείται και υπερβαίνει τον διανοητικό νου. Τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τους μορφωμένους —οι αμφιβολίες, οι αντιφάσεις, οι ατέρμονες συζητήσεις που κατακερματίζουν τη συνείδηση— αρχίζουν να διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη κάτω από τον ανατέλλοντα ήλιο της άμεσης επίγνωσης.

 

Σκεφτείτε τη φύση του ανθρώπινου λόγου, με τις πρόθυμες επιβεβαιώσεις και τις ευγενικές συμφωνίες του. Ανάμεσα στο έτοιμο «ναι» και το κολακευτικό «βεβαίως», ποια πραγματική διαφορά υπάρχει; Στην επιφάνεια, αυτές οι εκφράσεις συμφωνίας φαίνονται σχεδόν ίδιες, απλές παραλλαγές στην προφορά και το έθιμο. Ωστόσο, παρατηρήστε προσεκτικά τους καρπούς που φέρουν αυτές οι δύο απαντήσεις στον κήπο της ύπαρξης. Το ένα ναι μπορεί να πηγάζει από γνήσια διορατικότητα, ενώ το άλλο απλώς αντηχεί τη γνώμη του πλήθους. Η μία επιβεβαίωση μπορεί να αναδύεται από τα βάθη της αυθεντικής κατανόησης, ενώ η άλλη αντιπροσωπεύει μόνο το εύθραυστο κέλυφος της κοινωνικής συμμόρφωσης.

 

Το χάσμα ανάμεσα σε αυτές τις φαινομενικά παρόμοιες απαντήσεις —ανάμεσα στην αυθεντική παρουσία και την απλή παράσταση— εκτείνεται πλατύτερα από την άβυσσο ανάμεσα σε ουρανό και γη. Σε αυτό το χάσμα βρίσκονται όλες οι λύπες και οι χαρές της ανθρώπινης ύπαρξης, όλες οι γνήσιες μεταμορφώσεις και οι κούφιες μιμήσεις, όλες οι πραγματικές συναντήσεις με το Θείο και τα αμέτρητα υποκατάστατα που προσφέρει ο πολιτισμός στη θέση της πραγματικής υπέρβασης.

 

Ο Καθολικός Φόβος και η Άπειρη Ερώτηση

 

Αυτό που η ανθρωπότητα φοβάται συλλογικά είναι πράγματι άξιο φόβου, διότι το ένστικτο του είδους περιέχει αρχαία σοφία που ο ατομικός λογικός νους δεν μπορεί πάντα να αντιληφθεί. Ωστόσο, αυτή η αναγνώριση ανοίγει σε ένα τοπίο τόσο απέραντο, τόσο ατέλειωτο στην ερωτηματικότητά του, που ο νους συνηθισμένος σε στέρεο έδαφος νιώθει ξαφνικά να αιωρείται πάνω από ένα άπειρο βάθος.

 

Πόσες ερωτήσεις αναδύονται όταν κάποιος αρχίζει πραγματικά να εξετάζει την ύπαρξη; Πόσες φιλοσοφικές έρευνες απαιτούν προσοχή; Πόσα πνευματικά παράδοξα παρουσιάζονται για στοχασμό; Το εύρος αυτών των ερωτήσεων εκτείνεται πέρα από κάθε μέτρο, απλώνεται σε εδάφη που η γλώσσα δεν μπορεί να χαρτογραφήσει και η λογική να πλοηγηθεί. Σχηματίζουν έναν ωκεανό χωρίς ακτή, και η ψυχή που τολμά να εισέλθει σε αυτά τα νερά πρέπει να μάθει να κολυμπά σε ένα μέσο όπου οι συνηθισμένοι νόμοι της νοητικής βαρύτητας δεν ισχύουν πλέον.

 

Ο μύστης κατανοεί ότι αυτό το απέραντο δεν προορίζεται να κατακτηθεί μέσω συστηματικής έρευνας ή να επιλυθεί με έξυπνη επιχειρηματολογία. Αυτές οι ερωτήσεις σχηματίζουν την ίδια την υφή της ύπαρξης — δεν είναι προβλήματα που απαιτούν λύσεις, αλλά μυστήρια που προσκαλούν συμμετοχή. Το να στέκεται κανείς μπροστά τους με σεβασμό, να νιώθει το βάρος και το βάθος τους χωρίς να βιάζεται να απαντήσει, είναι να υιοθετεί τη στάση της γνήσιας σοφίας.

 

Η Μοναχική Φιγούρα Ανάμεσα στους Ικανοποιημένους

 

Ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο συμπόσιο όπου πλήθη συγκεντρώνονται σε ικανοποίηση και απόλαυση. Γλεντοκοπούν με βεβαιότητες, πίνουν βαθιά από τα πηγάδια της συμβατικής επιτυχίας, στέκονται υψηλά σε πύργους επιτευγμάτων, επιθεωρώντας τα κτήματά τους στην άνοιξη της υλικής ευημερίας. Τα πρόσωπά τους λάμπουν με την αυτοπεποίθηση εκείνων που γνωρίζουν τη θέση τους, που έχουν εξασφαλίσει τις θέσεις τους, που προχωρούν με σαφή σκοπό και καθορισμένους στόχους.

 

Ωστόσο, μέσα σε αυτή την εορτή, βαδίζει μια μοναχική φιγούρα που φαίνεται νωθρή και ακίνητη. Αυτή φαίνεται ανεπηρέαστη από τις γιορτές, ανέγγιχτη από τον γενικό ενθουσιασμό, αδιάφορη προς τις ανταμοιβές που κινητοποιούν τους άλλους. Οι επιθυμίες που ωθούν τη συνηθισμένη φιλοδοξία δεν έχουν ακόμη ξυπνήσει σε αυτή την ψυχή, ή ίσως έχουν ξυπνήσει και απελευθερωθεί, επιστρέφοντας στη σιωπή από την οποία αναδύεται κάθε κίνηση.

 

Αυτή η φιγούρα μοιάζει με βρέφος που δεν έχει ακόμη μάθει να χαμογελά στα κατάλληλα κοινωνικά ερεθίσματα, που κοιτάζει τον κόσμο με μάτια που δεν έχουν ακόμη εκπαιδευτεί να βλέπουν αυτό που η κοινωνία επιμένει ότι υπάρχει. Υπάρχει κάτι πτοημένο σε αυτή την εμφάνιση, κάτι εγκαταλελειμμένο, σαν αυτός ο περιπλανώμενος να μην έχει σπίτι να επιστρέψει, καμία σταθερή διεύθυνση στη γεωγραφία των κοσμικών επιτευγμάτων. Ενώ οι άλλοι επιδεικνύουν την αφθονία τους, το «αρκετό και με το παραπάνω», αυτός φαίνεται να έχει χάσει τα πάντα — ή ίσως να μην κατείχε ποτέ τίποτα με την συμβατική έννοια.

 

Η Θεϊκή Μωρία

 

Ο νους αυτής της μοναχικής φιγούρας λειτουργεί διαφορετικά από τις λαμπρές διάνοιες που κατοικούν στην αγορά των ιδεών. Εκεί που η συνηθισμένη συνείδηση διακρίνει, διαιρεί και κρίνει οριστικά, αυτή η επίγνωση κατοικεί σε μια κατάσταση που φαίνεται χαοτική στην εξωτερική παρατήρηση. Είναι το χάος όχι της αταξίας αλλά της προ-τάξης, το γόνιμο κενό από το οποίο αναδύεται η γνήσια δημιουργία, το σκοτάδι που προηγείται και καθιστά δυνατή κάθε εκδήλωση φωτός.

 

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι λάμπουν με τη φωτεινότητα της αντανακλώμενης γνώσης, η νοημοσύνη τους γυαλίζει με δανεισμένες έννοιες και πρόβες συμπεράσματα. Φαίνονται γεμάτοι διάκριση, ικανοί να κάνουν λεπτές διακρίσεις και υποτίτλους επιχειρηματολογίες. Οι νοητικές τους ικανότητες λειτουργούν με εντυπωσιακή αποδοτικότητα, ταξινομώντας την εμπειρία σε τακτοποιημένες κατηγορίες, αρχειοθετώντας αντιλήψεις σε προκαθορισμένες δομές.

 

Αλλά ο μύστης φαίνεται σκοτεινιασμένος — τυλιγμένος σε ένα σκοτάδι που είναι στην πραγματικότητα ένα διαφορετικό είδος φωτισμού. Αυτός φαίνεται θαμπός και μπερδεμένος σύμφωνα με τα πρότυπα της κοσμικής εξυπνάδας, ανίκανος ή απρόθυμος να συμμετάσχει στις κοφτερές διακρίσεις που οι άλλοι κάνουν τόσο εύκολα. Είναι η θαμπάδα της βαθιάς απλότητας, η σύγχυση που αναδύεται όταν η συνείδηση αρνείται να κατακερματίσει την πραγματικότητα σε τεχνητές διαιρέσεις που κάνουν την συζήτηση εύκολη αλλά την αλήθεια άπιαστη.

 

Αυτή η φιγούρα φαίνεται να παρασύρεται σε μια απέραντη θάλασσα, να πλέει χωρίς σταθερό προορισμό, να ρίχνεται από ρεύματα που κινούνται σύμφωνα με νόμους πέρα από προσωπικό έλεγχο. Φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά για ξεκούραση, κανένα στέρεο έδαφος για να υψωθεί η σημαία της βεβαιότητας. Ενώ οι άλλοι κατέχουν σαφώς καθορισμένες σφαίρες δράσης — τις καριέρες τους, τα έργα τους, τους ρόλους τους στην κοινωνία — αυτός πλέει μέσα στην ύπαρξη φαινόμενος θαμπός και ανίκανος, σαν κάποιον από τα σύνορα που δεν έχει μάθει τους εκλεπτυσμένους τρόπους της μητρόπολης.

 

Η Θηλάζουσα Μητέρα

 

Ωστόσο, αυτή η διαφορά από το πλήθος δεν είναι τυχαία ή ατυχής — είναι το ίδιο το σημάδι ενός βαθιού προσανατολισμού προς την πηγή της ύπαρξης καθαυτήν. Αυτό που αυτή η μοναχική φιγούρα εκτιμά πάνω από όλα είναι η «θηλάζουσα μητέρα», εκείνη η πρωταρχική γενετική αρχή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτή η θηλάζουσα μητέρα είναι το Απόλυτο καθαυτό, συλληφθέν όχι ως μακρινή υπέρβαση αλλά ως οικεία τροφή, ως η ίδια η ουσία που συντηρεί τη συνείδηση από στιγμή σε στιγμή. Είναι το Τάο, ο Δρόμος, το έδαφος του είναι που δεν μπορεί να συλληφθεί από έννοιες αλλά αποκαλύπτεται συνεχώς σε όσους πλησιάζουν με άδεια χέρια και ανοιχτές καρδιές.

 

Το να εκτιμά κανείς αυτή τη θηλάζουσα μητέρα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από μια σχέση με την ιερή πηγή παρά με τα προϊόντα και τα παράγωγα που ρέουν από αυτήν. Σημαίνει να αναζητά τροφή στην αρχική πηγή παρά να γεμίζει τα δοχεία του σε δευτερεύοντα ρυάκια όπου το νερό έχει ήδη χάσει μέρος της φρεσκάδας και της ζωτικότητάς του. Σημαίνει να επιστρέφει, ξανά και ξανά, στο πρωταρχικό κενό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη πληρότητα, στη σιωπή που περιέχει όλη τη μουσική, στην ακινησία που περιλαμβάνει όλη την κίνηση.

 

Η Σοφία Πέρα από τη Σοφία

 

Αυτός ο προσανατολισμός προς την πηγή παρά προς τις εκδηλώσεις αντιπροσωπεύει μια σοφία που υπερβαίνει τη συνηθισμένη σοφία. Είναι η γνώση που αναδύεται από την άγνοια, η κατανόηση που ανθίζει από την απορία, η σαφήνεια που κρυσταλλώνεται από τη σύγχυση. Εκεί που η συμβατική σοφία συσσωρεύει γνώση, αυτή η βαθύτερη σοφία την απελευθερώνει. Εκεί που η συνηθισμένη νοημοσύνη κατασκευάζει περίτεχνα νοητικά συστήματα, αυτή η ιερή απλότητα τα διαλύει.

 

Ο μύστης αναγνωρίζει ότι κάθε πράξη μάθησης, κάθε προσθήκη στο απόθεμα της γνώσης, κάθε τελειοποίηση της διανοητικής δεξιότητας, μπορεί να γίνει άλλο ένα στρώμα διαχωρισμού από την άμεση εμπειρία της πραγματικότητας. Ο νους χτίζει τα κάστρα του από έννοιες και θεωρίες, και αυτές οι δομές, όσο κομψές και εντυπωσιακές, ρίχνουν σκιές που σκιάζουν την άμεση παρουσία του Θείου.

 

Έτσι, η πνευματική πορεία συχνά περιλαμβάνει μια προοδευτική απλοποίηση, μια απογύμνωση από τα συσσωρευμένα συντρίμμια της μάθησης μέχρι η συνείδηση να σταθεί γυμνή μπροστά στην ύπαρξη καθαυτήν. Αυτό δεν είναι αντι-διανοητισμός αλλά μια κίνηση προς μια νοημοσύνη πιο θεμελιώδη από τον διανοητικό νου, προς μια γνώση που δεν εξαρτάται από το να παραμένουν ο γνωρίζων και το γνωστό ξεχωριστά.

 

Η Ιερή Κενότητα

 

Στα βάθη της στοχαστικής πρακτικής, ο ασκούμενος ανακαλύπτει ένα κενό που είναι παραδόξως η πληρέστερη δυνατή κατάσταση. Αυτό δεν είναι το κενό της στέρησης αλλά το κενό της δυνατότητας — σαν το κοίλο ενός μπολ που το κάνει χρήσιμο, σαν τον χώρο μέσα σε ένα δωμάτιο που το κάνει κατοικήσιμο. Ο νους αδειασμένος από τις φρενήρεις συσσωρεύσεις του γίνεται δοχείο ικανό να δεχθεί το άπειρο.

 

Αυτό το κενό εκδηλώνεται ως ένα ιδιόμορφο είδος φτώχειας, μια πνευματική ένδεια που είναι ταυτόχρονα υπέρτατος πλούτος. Το να μην κατέχει κανείς τίποτα στο βασίλειο της εννοιολογικής βεβαιότητας σημαίνει να κατέχει τα πάντα στο βασίλειο της άμεσης παρουσίας. Το να μην διεκδικεί σταθερή θέση σημαίνει να είναι ελεύθερος να καταλάβει οποιαδήποτε θέση. Το να μην υπερασπίζεται καμία συγκεκριμένη ερμηνεία σημαίνει να παραμένει ανοιχτός στη συνεχή αποκάλυψη της αλήθειας.

 

Τα πλήθη προσκολλώνται στις κτήσεις τους — τις γνώμες τους, τις πεποιθήσεις τους, τις προσεκτικά κατασκευασμένες ταυτότητές τους — και σε αυτή την προσκόλληση βρίσκουν μια προσωρινή αίσθηση ασφάλειας. Αλλά ο μύστης απελευθερώνει αυτές τις κτήσεις και ανακαλύπτει στην απελευθέρωση μια ασφάλεια πολύ πιο βαθιά: την ασφάλεια εκείνου που αναπαύεται στην αγκαλιά της θηλάζουσας μητέρας, συντηρούμενος όχι από προσωπικό επίτευγμα αλλά από την άνευ όρων γενναιοδωρία της ύπαρξης καθαυτήν.

 

Η Πορεία της Ιερής Μωρίας

 

Το να βαδίζει κανείς αυτή την πορεία απαιτεί προθυμία να φαίνεται μωρός στα μάτια του κόσμου. Ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τη λαμπρή εμφάνιση της νοημοσύνης, να παραιτηθεί από την ικανοποίηση του να γίνεται κατανοητός και εγκρινόμενος από το πλήθος, να κατοικεί σε μια απλότητα που οι εκλεπτυσμένες διάνοιες ερμηνεύουν ως απλοϊκότητα.

 

Αυτή η ιερή μωρία δεν είναι η μωρία της άγνοιας αλλά η μωρία της υπερβαμένης γνώσης. Είναι η μωρία εκείνου που έχει περάσει μέσα από τη μάθηση και έχει αναδυθεί από την άλλη πλευρά, κουβαλώντας όχι το βάρος των συσσωρευμένων γεγονότων αλλά την ελαφρότητα της άμεσης αντίληψης. Είναι η μωρία που γιορτάζεται σε μυστικές παραδόσεις σε όλους τους πολιτισμούς — ο άγιος τρελός, ο θεϊκός ηλίθιος, ο αθώος του οποίου η απλότητα κρύβει υπέρτατη σοφία.

 

Οι λαμπροί και νοήμονες παραμένουν παγιδευμένοι στη φυλακή της δικής τους εξυπνάδας, ανίκανοι να αντιληφθούν πραγματικότητες που δεν ταιριάζουν στα εννοιολογικά τους πλαίσια. Αλλά ο φαινομενικά θαμπός και μπερδεμένος μύστης κινείται ελεύθερα μέσα σε διαστάσεις εμπειρίας που παραμένουν για πάντα κλειστές σε όσους επιμένουν να κατανοούν τα πάντα μέσω λογικής ανάλυσης.

 

Η Επιστροφή στις Αρχές

 

Στην καρδιά της μυστικής συνείδησης βρίσκεται μια συνεχής επιστροφή στις αρχές, ένα αέναο επιστρέφω στο σπίτι προς την πηγή. Αυτό δεν είναι παλινδρόμηση σε βρεφικές καταστάσεις αλλά ανάκτηση της παρθένας επίγνωσης που προηγείται της επικάλυψης από κοινωνική προσαρμογή και εννοιολογική μάθηση. Το βρέφος που δεν έχει ακόμη χαμογελάσει κοινωνικά χαμόγελα κατέχει μια ποιότητα καθαρής παρουσίας που οι ενήλικες έχουν γενικά χάσει — και την οποία ο μύστης επιδιώκει να ανακτήσει σε υψηλότερο επίπεδο ενσωμάτωσης.

 

Αυτή η επιστροφή απαιτεί απελευθέρωση όλων όσων έχουν αποκτηθεί στο ταξίδι μακριά από την πηγή. Κάθε επίτευγμα πρέπει να αφεθεί, κάθε ταυτότητα να αμφισβητηθεί, κάθε βεβαιότητα να παραδοθεί. Η πνευματική πορεία συχνά μοιάζει με συστηματική απώλεια όλων όσων ο κόσμος θεωρεί πολύτιμα — μέχρι ο αναζητητής να ανακαλύψει ότι αυτό που φαινόταν ως απώλεια ήταν στην πραγματικότητα απελευθέρωση, αυτό που έμοιαζε με φτώχεια ήταν απεριόριστος πλούτος.

 

Η θηλάζουσα μητέρα περιμένει όσους επιστρέφουν με άδεια χέρια. Δεν ζητά τίποτα από τα παιδιά της παρά να έρθουν όπως είναι, χωρίς προσποίηση ή παράσταση, χωρίς τις διακοσμημένες μάσκες που απαιτεί η κοινωνική ζωή. Τρέφει όχι σύμφωνα με αξία ή επίτευγμα αλλά σύμφωνα με ανάγκη και δεκτικότητα. Και η τροφή της ικανοποιεί με τρόπους που κανένα κοσμικό συμπόσιο δεν μπορεί ποτέ.

 

Η Ειρήνη Πέρα από την Κατανόηση

 

Στο τέλος, η σοφία της άγνοιας οδηγεί σε μια ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση — όχι επειδή είναι ακατανόητη αλλά επειδή υπερβαίνει τον τρόπο συνείδησης που επιδιώκει να κατανοήσει. Αυτή η ειρήνη αναδύεται όταν η φρενήρης αναζήτηση γνώσης παύει, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη κίνησή του και εγκαθίσταται σε νηνεμία, όταν η συνείδηση αναγνωρίζει τη φύση της ως καθρέφτη παρά ως συσσωρευτή.

 

Η φαινομενική νωθρότητα του μύστη κρύβει βαθιά ζωτικότητα. Η φαινομενική σύγχυσή του καλύπτει κρυστάλλινη σαφήνεια. Η φαινομενική φτώχεια του φιλοξενεί άπειρο πλούτο. Και η φαινομενική μωρία του αποδεικνύει σοφία που οι κοσμικά σοφοί δεν μπορούν να συλλάβουν.

 

Το να εκτιμά κανείς τη θηλάζουσα μητέρα πάνω από όλα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από σχέση με την ιερή πηγή. Σημαίνει να επιλέγει το είναι αντί του έχειν, την παρουσία αντί της συσσώρευσης, το βάθος αντί του πλάτους. Σημαίνει να αναγνωρίζει ότι τα προβλήματα που συνοδεύουν τη μάθηση δεν είναι τυχαία στη διαδικασία μάθησης αλλά εγγενή σε αυτήν — και ότι η αποκήρυξή τους ανοίγει μονοπάτια σε διαστάσεις κατανόησης που η εννοιολογική γνώση δεν μπορεί ποτέ να προσεγγίσει.

 

Αυτή είναι η πρόσκληση που απευθύνεται σε κάθε ψυχή: να απελευθερώσει το βάρος της συσσωρευμένης μάθησης, να αγκαλιάσει την ιερή φτώχεια του μη-γνωρίζειν, να εμπιστευθεί τη θηλάζουσα μητέρα που συντηρεί όλη την ύπαρξη. Σε αυτή την απελευθέρωση και αυτή την εμπιστοσύνη, η συνείδηση ανακαλύπτει την αληθινή της φύση ως αχώριστη από το Απόλυτο, ως πάντα ήδη βυθισμένη στην Θεϊκή παρουσία που καμία ποσότητα μάθησης δεν μπορεί να φέρει πιο κοντά και καμία ποσότητα άγνοιας να απομακρύνει.

 

Το πλήθος θα συνεχίσει τις γιορτές του, ασφαλές στις κτήσεις του και περήφανο για τα επιτεύγματά του. Αλλά η μοναχική φιγούρα θα συνεχίσει να πλέει στην άπειρη θάλασσα, φαινόμενη πτοημένη αλλά εσωτερικά συντηρούμενη, φαινόμενη να έχει χάσει τα πάντα αλλά στην πραγματικότητα να κατέχει το ένα απαραίτητο — την οικεία σύνδεση με την πηγή όλων όσων υπάρχουν.

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna - Chapter IV — The Language of the Ineffable
MONDAY, 23 March, 2026

1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

 

THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter IV — The Language of the Ineffable

I. The Wound That Speaks

There is a moment in Arjuna's lament when something shifts. It is subtle, almost imperceptible beneath the avalanche of his grief — yet the mystic who reads with unhurried attention will feel it, the way one feels the first tremor of an earthquake before the walls begin to move. It is the moment when Arjuna's grief ceases to be merely his own. When the personal dissolves, almost imperceptibly, into the universal. When the voice of one suffering man becomes, without his knowing it, the voice of all suffering humanity across every age and every tradition that has ever grappled with the terrible weight of being alive.

He has spoken of kingdoms and pleasures, of the emptiness of victory when the beloved are gone. He has named the beloved ones — Bheeshma, Drona, the grandfathers and teachers and kinsmen — and in the act of naming them, he has done something that language theorists would centuries later call a performative act: he has made them present. He has conjured them from the abstract mass of the opposing army into individual, irreplaceable, mortal faces. And in so doing, he has placed himself — and us, who read — at the precise point where the personal becomes cosmic.

For the wound that Arjuna articulates is not only the wound of a warrior who loves those he must fight. It is the wound that lives at the very center of conscious existence itself. The wound of awareness. The wound of being a creature luminous enough to love and fragile enough to lose. Every tradition that has descended into the depths of human experience has found this wound waiting there — not as an aberration, not as a problem to be solved, but as the very ground from which the spiritual life grows. It is the crack in the vessel through which, as the poet said, the light gets in.

II. When Words Reach Their Own Horizon

The Sanskrit tradition possesses a term of extraordinary resonance: anirvacaniya. It means, roughly, that which cannot be spoken — the ineffable, the unspeakable, the reality that stands forever beyond the reach of language's longest arm. The Upanishadic sages invoked it when they attempted to describe the nature of Brahman, the ultimate ground of being. They said: not this, not this — neti, neti — understanding that every positive description was also a limitation, that to name the infinite was already to diminish it. Better to circle the silence than to mistake the finger for the moon it points toward.

It is into this same territory of the unspeakable that Arjuna now stumbles — not through philosophical sophistication, but through the brute force of grief. His body speaks what his mind cannot formulate. His limbs tremble; his skin burns with an interior fire that has no external source; his renowned bow, an extension of his very identity as warrior and hero, slips from fingers that have held it steady against every earthly adversary. The body, in its ancient wisdom, knows what the mind is only beginning to suspect: that what is occurring cannot be contained within the categories of ordinary human experience. Something is breaking open that cannot be closed again.

This is the first language of the ineffable — the language of the body overwhelmed. Every tradition of genuine spiritual depth has recognized it. The Sufi poets wrote of the tavern and the wine, of drunkenness and dissolution, as metaphors for the states of being that accompany the approach of the Divine. The Christian mystics spoke of rapture, of the soul's swoon before the magnitude of what it encountered. The Zen masters recorded moments of sudden illumination — kensho, satori — in which the ordinary constructions of self and world were shattered beyond reconstruction. Always, beneath these accounts, runs the same thread: the body announces what the mind cannot yet say.

Arjuna's burning skin is thus not mere physiological distress. It is the body's testimony to a truth that the intellect will take the remaining seventeen chapters of the Gita to begin to approach. It is the flesh's way of saying: something absolute is near. Something that cannot be looked at directly, as one cannot look directly at the sun, but whose proximity is felt in every cell, whose light casts every ordinary thing into sudden and startling relief.

III. Grief as a Form of Knowledge

The philosophical traditions of the West have, until relatively recently, been suspicious of emotion as a vehicle of knowledge. Since at least the Platonic tradition, with its hierarchy that places reason above passion and the intellect above the body, there has been a persistent tendency to regard grief, fear, love, and longing as distortions of clear perception rather than modes of access to deeper truth. The sage, in this view, is the one who has transcended emotion — who stands above the turbulence of feeling in the serene atmosphere of pure reason.

But the mystical traditions — whether drawn from the Vedic East, the Sufi heart of Islam, the Kabbalistic depths of Judaism, or the apophatic streams of Christian contemplation — have known otherwise. They have understood that certain truths are accessible only through the dissolution of the rational ego, only in the states that pure reason cannot enter. Grief, in particular, has been recognized as one of the great openers — one of the experiences that, by stripping away the comfortable insulation of the ordinary self, exposes the raw nerve of deeper being.

When Arjuna grieves, he knows something he did not know before. Not something that can be formulated into a proposition and examined in the clear light of logic — but something felt, in the way one feels the weight of stone or the warmth of fire: immediately, bodily, undeniably. He knows the weight of love. He knows what it means that the beloved are mortal and that mortality is irrevocable. He knows — and this is perhaps the most vertiginous knowledge of all — that the self he has taken himself to be, the hero, the archer, the son of kings, is not sufficient to navigate what he now faces. This knowledge, born entirely from grief, is the indispensable precondition for everything the Gita will teach.

The great Sufi mystic Rumi opens his masterwork, the Masnavi, with the image of the reed flute crying for its origin, for the reed bed from which it was cut. The cry of the reed is the cry of the separated soul — and it is precisely this cry, this grief of separation, that is the beginning of the spiritual path. Not the absence of grief, but grief itself, fully felt and fully inhabited, becomes the vehicle of transformation. Arjuna's lament is his reed-cry. And like the reed's cry, it is simultaneously the expression of his wound and the first note of the music that will eventually heal it.

IV. The Collective Voice

There is a dimension to Arjuna's speech that unfolds slowly, like a landscape seen from a gradually ascending height. As one reads his words with sustained attention, one begins to notice that he has ceased to speak only for himself. His language has expanded beyond the personal into something wider — something that carries the resonance of all human lamentation, the accumulated sorrow of all the generations that have stood at the crossroads of love and duty, existence and annihilation.

When he speaks of the destruction of families, of the collapse of the ancient dharmic order, of ancestors wandering untended and traditions fraying at their edges — he enters the realm that the depth psychologist Carl Jung called the collective unconscious: that vast, shared substrate of human experience that underlies and precedes all individual identity. He is no longer merely Arjuna, the son of Pandu, standing on a particular battlefield on a particular morning in the ancient world. He is the voice of every civilization that has watched its coherence threatened. He is the voice of every child who has sensed the fragility of the world the elders built. He is the voice of every soul that has understood, with a cold clarity, that the structures by which human beings make sense of their existence are not permanent but constructed — and therefore capable of being unmade.

This widening of Arjuna's voice beyond the personal is itself a mystical phenomenon. The great teachers of the contemplative traditions — Meister Eckhart in the medieval Christian West, Ramana Maharshi in the modern Hindu East, Lao Tzu in the ancient Chinese tradition — have each pointed, in their different vocabularies, toward the same discovery: that when the individual self is sufficiently dissolved, what speaks through it is not merely an enlarged individual, but something genuinely transpersonal. Something that has always been there, beneath the noise of personal preoccupation — vast, still, and shared among all sentient beings.

Arjuna does not choose this expansion. It happens to him, as the most profound transformations always happen: not through an act of will, but through the collapse of the will's ordinary mechanisms. His ego, confronted with what it cannot manage, releases its grip on the personal story — and in that release, however involuntary and momentary, something larger speaks through him. His grief has become, without his intending it, a vehicle for the grief of the world.

V. Metaphor as the Mystic's Bridge

The mystical traditions have always understood that direct speech about ultimate reality is impossible — not because the traditions are evasive or obscure for its own sake, but because language is a tool fashioned from the materials of the ordinary world, and the territory it is here being asked to map exceeds the ordinary world in every dimension. The map is not the territory; and when the territory is infinite, the map must always acknowledge its own inadequacy.

This is why the great spiritual texts of humanity speak so largely in metaphor, symbol, and story. The Parables of the New Testament do not explain the Kingdom of Heaven — they approach it obliquely, through the unexpected logic of mustard seeds and lost coins and prodigal sons. The Sufi poets speak of wine and taverns and the Beloved's face, knowing that these images carry something that theological propositions cannot carry: the fragrance of the thing itself, as a word carries the ghost of what it names. The Upanishads offer their great equations — Tat tvam asi, That thou art — not as logical assertions to be debated but as meditative seeds to be planted in the soil of consciousness and watered with years of sustained contemplation.

Arjuna's language, in his moment of extremity, is also the language of metaphor — though he employs it unconsciously, under the pressure of experience rather than by the design of a skilled poet. His trembling limbs, his burning skin, his slipping bow — these are simultaneously literal and symbolic. They are the body's own metaphors for what the soul is undergoing. They say: the ordinary self is failing. They say: what I have built my life upon is insufficient for what I now face. They say: I am being asked to enter a country for which none of my maps have prepared me.

And in this very failure of his ordinary vocabulary, this collapse into the language of bodily sensation and raw emotion, Arjuna actually comes closer to the truth than he would have if he had remained composed, articulate, and masterful. The body, when language fails, does not become less expressive — it becomes more so. It speaks the dialect of the threshold: that ancient, pre-verbal tongue in which the soul's deepest recognitions have always been communicated. The trembling is a word. The burning is a word. The falling bow is a sentence that the most sophisticated philosophical treatise could not improve upon.

VI. The Silence That Awaits at the Edge of All Speaking

Every great mystical tradition contains, at its core, an understanding that the deepest truth lies not in speech but in silence. This is not the silence of emptiness or of the absence of meaning, but the silence that is so full of meaning that no finite arrangement of words can contain it. The Taoists called it wu — the void that is also the source of all things. The Christian apophatic mystics called it the Divine Darkness — not the darkness of ignorance, but the darkness of an excess of light beyond what the human eye can bear. The Buddhist traditions speak of sunyata, the emptiness that is also the ground of all form, the silence from which all sounds arise and to which all sounds return.

Arjuna's lament is moving, inexorably, toward this silence. Every word he speaks is a word spoken at the edge of what language can do. He is not merely describing his situation — he is being carried by his grief to the very frontier of articulable experience, to the place where words begin to dissolve into something larger than themselves. And when, at last, he lets the bow fall and sinks upon the seat of the chariot, when he runs out of words and his grief outstrips his ability to speak it — in that moment, the silence that follows is not the silence of defeat. It is the silence that has been waiting behind all the words, the silence that the words were always trying to approach, the silence in which something absolute can finally be heard.

This is why Krishna waits. He does not interrupt. He does not rush to fill the silence with reassurance or instruction. He holds the reins. He waits. And in his waiting, in his perfect, unhurried presence, there is a teaching that precedes all the teachings that will follow — a teaching that has no words because it is prior to words, because it is the ground from which words arise. It is the teaching of presence itself: that the Divine is here, always here, not distant and not withholding, but simply waiting, with the patience of eternity, for the moment when the speaking soul at last falls silent enough to listen.

And so Arjuna's language of the ineffable — his trembling, his burning, his grief-widened lament, his stumbling into metaphor, his final collapse into silence — is not the failure of communication. It is communication at its most essential. It is the soul speaking in the only way available to it at the edge of the ordinary world: not in propositions but in gestures, not in doctrine but in presence, not in answers but in the most honest of all questions — the question that arises not in the mind but in the whole being, the question that has no words because it does not need them, the question that is itself the beginning of the answer.

In the next chapter, we shall follow Arjuna into the silence — and attend, with him, to what at last begins to speak.

….

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στη Θλίψη του Αρτζούνα

Κεφάλαιο IV — Η Γλώσσα του Άρρητου

 

I. Η Πληγή που Μιλά

 

Υπάρχει μια στιγμή στο θρήνο του Αρτζούνα όπου κάτι αλλάζει. Είναι λεπτή, σχεδόν αδιόρατη κάτω από την χιονοστιβάδα της θλίψης του — ωστόσο ο μύστης που διαβάζει με αργή, ανυπόμονη προσοχή θα την αισθανθεί, όπως αισθάνεται κανείς τον πρώτο σεισμικό κραδασμό πριν αρχίσουν να κουνιούνται οι τοίχοι. Είναι η στιγμή που η θλίψη του Αρτζούνα παύει να είναι απλώς δική του. Όταν το προσωπικό διαλύεται, σχεδόν απαρατήρητα, στο καθολικό. Όταν η φωνή ενός πονεμένου ανθρώπου γίνεται, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει, η φωνή όλης της πονεμένης ανθρωπότητας σε κάθε εποχή και σε κάθε παράδοση που έχει ποτέ παλέψει με το τρομερό βάρος του να είναι κανείς ζωντανός.

 

Έχει μιλήσει για βασίλεια και ηδονές, για το κενό της νίκης όταν οι αγαπημένοι έχουν φύγει. Έχει ονοματίσει τους αγαπημένους — τον Μπχίσμα, τον Ντρόνα, τους παππούδες και τους δασκάλους και τους συγγενείς — και με την πράξη της ονομασίας έχει κάνει κάτι που αιώνες αργότερα οι θεωρητικοί της γλώσσας θα ονόμαζαν επιτελεστική πράξη: τους έχει κάνει παρόντες. Τους έχει ανακαλέσει από την αφηρημένη μάζα του αντίπαλου στρατού σε ατομικά, ασύγκριτα, θνητά πρόσωπα. Και κάνοντάς το αυτό, έχει τοποθετήσει τον εαυτό του — και εμάς που διαβάζουμε — στο ακριβές σημείο όπου το προσωπικό γίνεται κοσμικό.

 

Γιατί η πληγή που εκφράζει ο Αρτζούνα δεν είναι μόνο η πληγή ενός πολεμιστή που αγαπά αυτούς που πρέπει να πολεμήσει. Είναι η πληγή που ζει στο ίδιο το κέντρο της συνειδητής ύπαρξης. Η πληγή της επίγνωσης. Η πληγή του να είσαι πλάσμα αρκετά φωτεινό για να αγαπά και αρκετά εύθραυστο για να χάνει. Κάθε παράδοση που έχει κατέβει στα βάθη της ανθρώπινης εμπειρίας έχει βρει αυτή την πληγή να περιμένει εκεί — όχι ως ανωμαλία, όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως το ίδιο το έδαφος από το οποίο αναπτύσσεται η πνευματική ζωή. Είναι η ρωγμή στο δοχείο από την οποία, όπως είπε ο ποιητής, μπαίνει το φως.

 

II. Όταν οι Λέξεις Φτάνουν στον Ορίζοντά Τους

 

Η σανσκριτική παράδοση διαθέτει έναν όρο εξαιρετικής αντηχήσεως: anirvacaniya. Σημαίνει, περίπου, εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί — το άρρητο, το ανείπωτο, η πραγματικότητα που στέκεται για πάντα πέρα από το μακρύτερο χέρι της γλώσσας. Οι σοφοί των Ουπανισάδων τον επικαλούνταν όταν προσπαθούσαν να περιγράψουν τη φύση του Μπράχμαν, του έσχατου εδάφους της ύπαρξης. Έλεγαν: όχι αυτό, όχι αυτό — neti, neti — κατανοώντας ότι κάθε θετική περιγραφή ήταν ταυτόχρονα και περιορισμός, ότι το να ονομάσεις το άπειρο ήταν ήδη το να το μειώσεις. Καλύτερα να περιβάλλεις τη σιωπή παρά να μπερδέψεις το δάχτυλο με το φεγγάρι που δείχνει.

 

Σε αυτόν ακριβώς τον χώρο του ανείπωτου σκοντάφτει τώρα ο Αρτζούνα — όχι μέσα από φιλοσοφική εκλέπτυνση, αλλά μέσα από τη ωμή δύναμη της θλίψης. Το σώμα του λέει αυτό που ο νους του δεν μπορεί ακόμα να διατυπώσει. Τα μέλη του τρέμουν· το δέρμα του καίγεται από μια εσωτερική φωτιά που δεν έχει εξωτερική πηγή· το περίφημο τόξο του, προέκταση της ίδιας του της ταυτότητας ως πολεμιστή και ήρωα, γλιστρά από δάχτυλα που το κρατούσαν σταθερό απέναντι σε κάθε επίγειο αντίπαλο. Το σώμα, με την αρχαία του σοφία, γνωρίζει αυτό που ο νους μόλις αρχίζει να υποψιάζεται: ότι αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να χωρέσει στις κατηγορίες της συνηθισμένης ανθρώπινης εμπειρίας. Κάτι σπάει που δεν μπορεί πια να κλείσει.

 

Αυτή είναι η πρώτη γλώσσα του άρρητου — η γλώσσα του σώματος που υπερβαίνεται. Κάθε παράδοση γνήσιου πνευματικού βάθους την έχει αναγνωρίσει. Οι Σούφι ποιητές έγραφαν για το ταβερνάκι και το κρασί, για τη μέθη και τη διάλυση, ως μεταφορές για τις καταστάσεις του είναι που συνοδεύουν την προσέγγιση του Θείου. Οι χριστιανοί μύστες μιλούσαν για έκσταση, για την λιποθυμία της ψυχής μπροστά στο μέγεθος αυτού που συναντούσε. Οι δάσκαλοι του Ζεν κατέγραφαν στιγμές ξαφνικής φώτισης — kensho, satori — στις οποίες οι συνηθισμένες κατασκευές του εαυτού και του κόσμου συντρίβονταν πέρα από κάθε ανακατασκευή. Πάντοτε, κάτω από αυτές τις αφηγήσεις, τρέχει η ίδια κλωστή: το σώμα αναγγέλλει αυτό που ο νους δεν μπορεί ακόμα να πει.

 

Το καμένο δέρμα του Αρτζούνα δεν είναι λοιπόν απλή φυσιολογική ταλαιπωρία. Είναι η μαρτυρία του σώματος σε μια αλήθεια που ο νους θα χρειαστεί τα υπόλοιπα δεκαεπτά κεφάλαια της Γκίτα για να αρχίσει να την προσεγγίζει. Είναι ο τρόπος της σάρκας να πει: κάτι απόλυτο είναι κοντά. Κάτι που δεν μπορεί να κοιταχτεί κατευθείαν, όπως δεν μπορεί κανείς να κοιτάξει κατευθείαν τον ήλιο, αλλά η εγγύτητά του γίνεται αισθητή σε κάθε κύτταρο, το φως του ρίχνει κάθε συνηθισμένο πράγμα σε ξαφνική και συγκλονιστική ανακούφιση.

 

III. Η Θλίψη ως Μορφή Γνώσης

 

Οι φιλοσοφικές παραδόσεις της Δύσης, μέχρι πρόσφατα, ήταν καχύποπτες απέναντι στο συναίσθημα ως όχημα γνώσης. Από την πλατωνική παράδοση τουλάχιστον, με την ιεραρχία της που τοποθετεί τη λογική πάνω από το πάθος και τον νου πάνω από το σώμα, υπάρχει μια επίμονη τάση να θεωρούνται η θλίψη, ο φόβος, η αγάπη και η λαχτάρα ως διαστρεβλώσεις της καθαρής αντίληψης παρά ως τρόποι πρόσβασης σε βαθύτερη αλήθεια. Ο σοφός, σε αυτή την άποψη, είναι αυτός που έχει υπερβεί το συναίσθημα — που στέκεται πάνω από την ταραχή του συναισθήματος στην ήρεμη ατμόσφαιρα της καθαρής λογικής.

 

Αλλά οι μυστικές παραδόσεις — είτε από τον βεδικό  της Ανατολής, είτε από την καρδιά του Σουφισμού στο Ισλάμ, είτε από τα βάθη της Καμπάλα στον Ιουδαϊσμό, είτε από τις αποφατικές ροές της χριστιανικής θεωρίας — γνωρίζουν αλλιώς. Έχουν κατανοήσει ότι ορισμένες αλήθειες είναι προσιτές μόνο μέσα από τη διάλυση του λογικού εγώ, μόνο σε καταστάσεις που η καθαρή λογική δεν μπορεί να εισέλθει. Η θλίψη, ειδικά, έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους μεγάλους ανοίγοντες — μία από τις εμπειρίες που, απογυμνώνοντας την άνετη μόνωση του συνηθισμένου εαυτού, εκθέτει το ωμό νεύρο της βαθύτερης ύπαρξης.

 

Όταν ο Αρτζούνα θρηνεί, γνωρίζει κάτι που δεν γνώριζε πριν. Όχι κάτι που μπορεί να διατυπωθεί σε πρόταση και να εξεταστεί στο καθαρό φως της λογικής — αλλά κάτι που νιώθεται, όπως νιώθει κανείς το βάρος της πέτρας ή τη ζεστασιά της φωτιάς: αμέσως, σωματικά, αδιαμφισβήτητα. Γνωρίζει το βάρος της αγάπης. Γνωρίζει τι σημαίνει ότι οι αγαπημένοι είναι θνητοί και ότι η θνητότητα είναι αμετάκλητη. Γνωρίζει — και αυτή ίσως είναι η πιο ζαλιστική γνώση από όλες — ότι ο εαυτός που θεωρούσε τον εαυτό του, ο ήρωας, ο τοξότης, ο γιος βασιλιάδων, δεν επαρκεί για να περιηγηθεί σε αυτό που τώρα αντιμετωπίζει. Αυτή η γνώση, που γεννιέται εξ ολοκλήρου από τη θλίψη, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για όλα όσα θα διδάξει η Γκίτα.

 

Ο μεγάλος Σούφι μύστης Ρουμί ανοίγει το αριστούργημά του, το Μαθνάβι, με την εικόνα του καλαμιού-φλάουτου που κλαίει για την καταγωγή του, για το καλαμοβότανο από το οποίο κόπηκε. Το κλάμα του καλαμιού είναι το κλάμα της χωρισμένης ψυχής — και ακριβώς αυτό το κλάμα, αυτή η θλίψη του χωρισμού, είναι η αρχή του πνευματικού μονοπατιού. Όχι η απουσία θλίψης, αλλά η ίδια η θλίψη, πλήρως νιώθοντας και πλήρως κατοικούμενη, γίνεται το όχημα της μεταμόρφωσης. Ο θρήνος του Αρτζούνα είναι το κλάμα του καλαμιού του. Και όπως το κλάμα του καλαμιού, είναι ταυτόχρονα η έκφραση της πληγής του και η πρώτη νότα της μουσικής που τελικά θα την θεραπεύσει.

 

IV. Η Συλλογική Φωνή

 

Υπάρχει μια διάσταση στον λόγο του Αρτζούνα που ξεδιπλώνεται αργά, σαν τοπίο που φαίνεται από ύψος που ανεβαίνει σταδιακά. Καθώς κανείς διαβάζει τα λόγια του με παρατεταμένη προσοχή, αρχίζει να παρατηρεί ότι έχει πάψει να μιλά μόνο για τον εαυτό του. Η γλώσσα του έχει επεκταθεί πέρα από το προσωπικό σε κάτι ευρύτερο — σε κάτι που φέρει την αντήχηση όλου του ανθρώπινου θρήνου, της συσσωρευμένης θλίψης όλων των γενεών που στάθηκαν στο σταυροδρόμι της αγάπης και του καθήκοντος, της ύπαρξης και της αφανίσεως.

 

Όταν μιλά για την καταστροφή των οικογενειών, για την κατάρρευση της αρχαίας τάξης του ντάρμα, για τους προγόνους που περιπλανώνται αφρόντιστοι και τις παραδόσεις που ξεφτίζουν στις άκρες — εισέρχεται στον χώρο που ο ψυχολόγος του βάθους Καρλ Γιουνγκ ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο: αυτό το τεράστιο, κοινό υπόστρωμα της ανθρώπινης εμπειρίας που υποκρύπτεται και προηγείται κάθε ατομικής ταυτότητας. Δεν είναι πια απλώς ο Αρτζούνα, ο γιος του Πάντου, που στέκεται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο μάχης σε ένα συγκεκριμένο πρωινό του αρχαίου κόσμου. Είναι η φωνή κάθε πολιτισμού που έχει δει την συνοχή του να απειλείται. Είναι η φωνή κάθε παιδιού που έχει αισθανθεί την εύθραυστη φύση του κόσμου που έχτισαν οι μεγαλύτεροι. Είναι η φωνή κάθε ψυχής που έχει κατανοήσει, με κρύα διαύγεια, ότι οι δομές με τις οποίες οι άνθρωποι δίνουν νόημα στην ύπαρξή τους δεν είναι μόνιμες αλλά κατασκευασμένες — και επομένως ικανές να αποδομηθούν.

 

Αυτή η διεύρυνση της φωνής του Αρτζούνα πέρα από το προσωπικό είναι από μόνη της ένα μυστικό φαινόμενο. Οι μεγάλοι δάσκαλοι των θεωρητικών παραδόσεων — ο Μάιστερ Έκχαρτ στη μεσαιωνική χριστιανική Δύση, ο Ραμάνα Μαχάρσι στη σύγχρονη ινδουιστική Ανατολή, ο Λάο Τσε στην αρχαία κινεζική παράδοση — έχουν ο καθένας δείξει, με διαφορετικά λεξιλόγια, προς την ίδια ανακάλυψη: ότι όταν ο ατομικός εαυτός διαλύεται επαρκώς, αυτό που μιλά μέσα από αυτόν δεν είναι απλώς ένας διευρυμένος ατομικός, αλλά κάτι γνήσια υπερπροσωπικό. Κάτι που υπήρχε πάντοτε εκεί, κάτω από τον θόρυβο της προσωπικής ενασχόλησης — τεράστιο, ήσυχο και κοινό σε όλα τα αισθανόμενα όντα.

 

Ο Αρτζούνα δεν επιλέγει αυτή την επέκταση. Του συμβαίνει, όπως συμβαίνουν πάντοτε οι βαθύτερες μεταμορφώσεις: όχι μέσω πράξης βούλησης, αλλά μέσω της κατάρρευσης των συνηθισμένων μηχανισμών της βούλησης. Το εγώ του, αντιμέτωπο με αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί, αφήνει τη λαβή του από την προσωπική ιστορία — και σε αυτή την απελευθέρωση, όσο ακούσια και στιγμιαία, κάτι μεγαλύτερο μιλά μέσα από αυτόν. Η θλίψη του έχει γίνει, χωρίς να το επιδιώξει, όχημα για τη θλίψη του κόσμου.

 

V. Η Μεταφορά ως Γέφυρα του Μύστη

 

Οι μυστικές παραδόσεις έχουν πάντοτε κατανοήσει ότι η άμεση ομιλία για την έσχατη πραγματικότητα είναι αδύνατη — όχι επειδή οι παραδόσεις είναι ασαφείς ή σκοτεινές για χάρη της ασάφειας, αλλά επειδή η γλώσσα είναι εργαλείο φτιαγμένο από τα υλικά του συνηθισμένου κόσμου, και το έδαφος που καλείται εδώ να χαρτογραφήσει υπερβαίνει τον συνηθισμένο κόσμο σε κάθε διάσταση. Ο χάρτης δεν είναι το έδαφος· και όταν το έδαφος είναι άπειρο, ο χάρτης πρέπει πάντοτε να αναγνωρίζει την ίδια του την ανεπάρκεια.

 

Γι’ αυτό τα μεγάλα πνευματικά κείμενα της ανθρωπότητας μιλούν τόσο εκτενώς με μεταφορές, σύμβολα και ιστορίες. Οι Παραβολές της Καινής Διαθήκης δεν εξηγούν τη Βασιλεία των Ουρανών — την προσεγγίζουν πλάγια, μέσα από την απροσδόκητη λογική των κόκκων μουστάρδας, των χαμένων νομισμάτων και των άσωτων υιών. Οι Σούφι ποιητές μιλούν για κρασί και ταβέρνες και το πρόσωπο του Αγαπημένου, γνωρίζοντας ότι αυτές οι εικόνες μεταφέρουν κάτι που οι θεολογικές προτάσεις δεν μπορούν να μεταφέρουν: το άρωμα του ίδιου του πράγματος, όπως μια λέξη μεταφέρει το φάντασμα αυτού που ονομάζει. Οι Ουπανισάδες προσφέρουν τις μεγάλες εξισώσεις τους — Tat tvam asi, Αυτό είσαι εσύ — όχι ως λογικές βεβαιώσεις προς συζήτηση αλλά ως σπόρους διαλογισμού που πρέπει να φυτευτούν στο έδαφος της συνείδησης και να ποτιστούν με χρόνια παρατεταμένης περισυλλογής.

 

Η γλώσσα του Αρτζούνα, στη στιγμή της ακρότητάς του, είναι επίσης γλώσσα μεταφοράς — αν και τη χρησιμοποιεί ασυνείδητα, υπό την πίεση της εμπειρίας και όχι από σχεδιασμό έμπειρου ποιητή. Τα τρεμάμενα μέλη του, το καμένο δέρμα του, το γλιστρώντας τόξο του — αυτά είναι ταυτόχρονα κυριολεκτικά και συμβολικά. Είναι οι δικές του μεταφορές του σώματος για αυτό που υφίσταται η ψυχή. Λένε: ο συνηθισμένος εαυτός αποτυγχάνει. Λένε: αυτό πάνω στο οποίο έχτισα τη ζωή μου δεν επαρκεί για αυτό που τώρα αντιμετωπίζω. Λένε: μου ζητείται να εισέλθω σε μια χώρα για την οποία κανένας από τους χάρτες μου δεν με έχει προετοιμάσει.

 

Και σε αυτή ακριβώς την αποτυχία του συνηθισμένου του λεξιλογίου, σε αυτή την κατάρρευση στη γλώσσα της σωματικής αίσθησης και του ωμού συναισθήματος, ο Αρτζούνα στην πραγματικότητα πλησιάζει την αλήθεια περισσότερο απ’ ό,τι θα είχε κάνει αν παρέμενε ήρεμος, άρθρωτος και κυρίαρχος. Το σώμα, όταν η γλώσσα αποτυγχάνει, δεν γίνεται λιγότερο εκφραστικό — γίνεται περισσότερο. Μιλά τη διάλεκτο του κατωφλιού: αυτή την αρχαία, προ-λεκτική γλώσσα στην οποία έχουν πάντοτε επικοινωνηθεί οι βαθύτερες αναγνωρίσεις της ψυχής. Το τρέμουλο είναι μια λέξη. Το κάψιμο είναι μια λέξη. Το πεσμένο τόξο είναι μια πρόταση που η πιο εκλεπτυσμένη φιλοσοφική πραγματεία δεν θα μπορούσε να βελτιώσει.

 

VI. Η Σιωπή που Περιμένει στο Όριο Όλης της Ομιλίας

 

Κάθε μεγάλη μυστική παράδοση περιέχει, στον πυρήνα της, μια κατανόηση ότι η βαθύτερη αλήθεια βρίσκεται όχι στην ομιλία αλλά στη σιωπή. Δεν είναι αυτή η σιωπή της κενότητας ή της απουσίας νοήματος, αλλά η σιωπή που είναι τόσο γεμάτη νόημα ώστε καμία πεπερασμένη διάταξη λέξεων δεν μπορεί να την περιέχει. Οι Ταοϊστές την ονόμαζαν wu — το κενό που είναι ταυτόχρονα η πηγή όλων των πραγμάτων. Οι χριστιανοί αποφατικοί μύστες την ονόμαζαν Θεϊκό Σκοτάδι — όχι το σκοτάδι της άγνοιας, αλλά το σκοτάδι μιας υπερβολής φωτός πέρα από αυτό που μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο μάτι. Οι βουδιστικές παραδόσεις μιλούν για sunyata, την κενότητα που είναι ταυτόχρονα το έδαφος κάθε μορφής, τη σιωπή από την οποία αναδύονται όλοι οι ήχοι και στην οποία επιστρέφουν όλοι οι ήχοι.

 

Ο θρήνος του Αρτζούνα κινείται, ακαταμάχητα, προς αυτή τη σιωπή. Κάθε λέξη που λέει είναι μια λέξη ειπωμένη στο όριο αυτού που μπορεί να κάνει η γλώσσα. Δεν περιγράφει απλώς την κατάστασή του — μεταφέρεται από τη θλίψη του στο ίδιο το σύνορο της αρθρώσιμης εμπειρίας, στον τόπο όπου οι λέξεις αρχίζουν να διαλύονται σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Και όταν, τελικά, αφήνει το τόξο να πέσει και βυθίζεται στο κάθισμα του άρματος, όταν τελειώνουν οι λέξεις και η θλίψη του ξεπερνά την ικανότητά του να την εκφράσει — εκείνη τη στιγμή, η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι σιωπή ήττας. Είναι η σιωπή που περίμενε πίσω από όλες τις λέξεις, η σιωπή που οι λέξεις προσπαθούσαν πάντοτε να προσεγγίσουν, η σιωπή στην οποία κάτι απόλυτο μπορεί επιτέλους να ακουστεί.

 

Γι’ αυτό ο Κρίσνα περιμένει. Δεν διακόπτει. Δεν βιάζεται να γεμίσει τη σιωπή με καθησυχασμό ή οδηγία. Κρατά τα ηνία. Περιμένει. Και στην αναμονή του, στην τέλεια, αβίαστη παρουσία του, υπάρχει μια διδασκαλία που προηγείται όλων των διδασκαλιών που θα ακολουθήσουν — μια διδασκαλία που δεν έχει λέξεις επειδή είναι προγενέστερη των λέξεων, επειδή είναι το έδαφος από το οποίο αναδύονται οι λέξεις. Είναι η διδασκαλία της ίδιας της παρουσίας: ότι το Θείο είναι εδώ, πάντοτε εδώ, όχι μακρινό και όχι συγκρατημένο, αλλά απλώς περιμένει, με την υπομονή της αιωνιότητας, τη στιγμή που η ομιλούσα ψυχή θα σιωπήσει αρκετά ώστε να ακούσει.

 

Και έτσι η γλώσσα του άρρητου του Αρτζούνα — το τρέμουλό του, το κάψιμό του, ο θρήνος του που διευρύνθηκε από τη θλίψη, η πτώση του στη μεταφορά, η τελική του κατάρρευση στη σιωπή — δεν είναι αποτυχία επικοινωνίας. Είναι η επικοινωνία στην πιο ουσιαστική της μορφή. Είναι η ψυχή που μιλά με τον μόνο τρόπο που της είναι διαθέσιμος στο όριο του συνηθισμένου κόσμου: όχι με προτάσεις αλλά με χειρονομίες, όχι με δόγματα αλλά με παρουσία, όχι με απαντήσεις αλλά με την πιο ειλικρινή από όλες τις ερωτήσεις — την ερώτηση που αναδύεται όχι στο μυαλό αλλά σε όλο το είναι, την ερώτηση που δεν έχει λέξεις επειδή δεν τις χρειάζεται, την ερώτηση που είναι η ίδια η αρχή της απάντησης.

 

 

Στο επόμενο κεφάλαιο, θα ακολουθήσουμε τον Αρτζούνα στη σιωπή — και θα παρακολουθήσουμε, μαζί του, τι τελικά αρχίζει να μιλά.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

SYMBOLIC WORLDS

SYMBOLIC WORLDS
SHAMBHALA
WEDNESDAY, 25 March, 2026

Shambhala

 

The Kingdom Within — A Mystical Inquiry

On the hidden realm where time dissolves, the soul remembers, and silence speaks with a voice older than creation.

Descend

Chapter I

The Name That Cannot Be Spoken in Haste

There exists, in the vast architecture of human longing, a word that does not merely denote a place but opens something — a door set in the wall of ordinary consciousness, behind which the light is of a different quality altogether. That word is Shambhala. To speak it slowly, in stillness, is already to begin the journey it describes.

The Sanskrit root yields "place of happiness," or — more precisely, more tenderly — "place of peace." Yet no translation quite captures what the word carries in the silence between its syllables. Peace, in the deepest register in which Shambhala employs the word, is not the mere cessation of conflict. It is the original condition of the sky before the first cloud drifted across it: vast, luminous, indestructible, and — here is the paradox that lies at the heart of all mystical traditions — never truly absent.

Shambhala appears in the sacred literature of Vajrayana Buddhism, in the great streams of Hindu cosmology, and later, like a wind crossing cultural borders, in the Theosophical writings of the West. It is spoken of as a hidden kingdom — tucked beyond the northern face of the Himalayas in some accounts, suspended somewhere between geography and pure symbol in others. Its coordinates cannot be plotted on any map drawn by the hand of ambition. It reveals itself only to those who have learned to look with different eyes.

 To seek Shambhala on the surface of the earth is to chase the reflection of the moon across water — the image is real, the meaning is real, but the moon itself is elsewhere, and always overhead.

The great Kalachakra texts — those labyrinthine rivers of tantric wisdom composed around the tenth century of the common era — describe a kingdom of ninety-six provinces arranged in the form of a blooming lotus. At its centre reigns a line of thirty-two kings, the Kalkins, guardians of an unbroken transmission of enlightened knowledge. The last among them will emerge, so the prophecy promises, when the forces of ignorance have reached their fullest swell — and in one gesture of sacred clarity, will restore the original order of light. This is not merely political myth. It is cosmology dressed in the garments of history, whispering of something the soul already knows.

Chapter II

The Outer Form: A Kingdom Dressed in Light

In its outermost aspect — what the Tibetan teachers call the bāhya, the exterior face — Shambhala presents itself as a place. The traditions that preserve its memory speak of snow-crowned mountains encircling a valley of impossible beauty, where rivers move with the deliberateness of thought, where the air carries a kind of nourishment that has no equivalent in the diet of the ordinary world. It is a geography of the sacred imagination, and it performs the function all such geographies perform: it grants the pilgrim a direction.

One does not dismiss the outer image as mere fantasy. The outer is the first teacher. The Himalayan ranges that conceal and suggest Shambhala are themselves instructors — their silence is a curriculum, their scale a kind of sermon. Many souls across many centuries have set their faces northward, toward those impossible heights, drawn by something they could not name but could not ignore. That impulse is holy. Even if the journey ends at a mountain wall rather than a hidden gate, something essential has been engaged in the traveller: the willingness to move toward the sacred, to inconvenience the comfortable self on behalf of a longing deeper than comfort.

The Hindu streams add another colour to this outer vision. In the myth of Kalki — the tenth and final avatar of Vishnu, who is yet to come — Shambhala is the birthplace of the world's redeemer. When the Kali Yuga, the dark age of fragmentation and forgetting, has exhausted its course, Kalki will emerge from Shambhala on a white horse, carrying a blazing sword. He will not conquer with violence; he will conquer with the simple, overwhelming fact of truth reimposed upon a world that has wandered from it too long. The sword is light. The horse is grace. The rider is the part of the divine that never consented to sleep.

 Every tradition that has glimpsed eternity has also felt the need to place it somewhere — to give the infinite a longitude, to grant the absolute an address. Shambhala is that address.

Helena Blavatsky and Nicholas Roerich, in their separate and complementary ways, brought this vision into the Western imagination during the late nineteenth and early twentieth centuries. Roerich — painter, philosopher, and pilgrim — crossed Central Asia in what was both an expedition and a sacrament. He painted Shambhala's mountains in colours that do not belong entirely to the visible spectrum, as though his brushes had touched something the eye does not quite reach. He understood that the outer kingdom and the inner kingdom speak the same language, and that the language is beauty.

Chapter III

The Inner Map: The Kingdom of the Body's Silence

But the tradition does not permit the pilgrim to remain outside indefinitely. It turns, with great gentleness and great insistence, the pilgrim's gaze back toward herself. For in the Kalachakra system — that magnificent architecture of tantric wisdom — Shambhala is simultaneously the hidden kingdom beyond the mountains and the hidden kingdom within the body. The ādhyātmika, the inner level, reveals that the map drawn in scripture is also drawn, with perfect fidelity, in flesh and breath and consciousness.

The human body, in this vision, is no accidental arrangement of matter. It is a cosmos in miniature, a replica of the greater order compressed into the improbable miracle of a breathing, feeling being. Running through it — invisible to the dissecting eye but utterly apparent to the eye of contemplation — are the nāḍī: channels through which the vital current known as prāṇa flows like water through riverbeds carved by eons of living. Where these channels converge in their most significant gatherings, they form the cakra: centres of condensed energy that correspond to dimensions of experience, to qualities of consciousness, to the various aspects of the divine as it descends into manifestation.

The practitioner who enters this understanding does not leave her body to find Shambhala. She descends more fully into it. She follows the breath downward into the body's interior landscape, learning the geography of her own depths — the burning clarity at the heart's centre, the vast openness at the crown, the rooted gravity at the base where the serpent power coils in patient readiness. This is the inner journey: not an escape from embodiment but its fullest exploration.

 The breath is the ferry. The body is the river. And somewhere in the depths of the river, beneath the currents of thought and sensation, the kingdom waits — still, radiant, patient as stone.

In meditation — that ancient technology of interiority — the practitioner learns to still the winds of mental agitation until the channels of the subtle body run clear and unobstructed. What was turbulent becomes transparent. What was opaque becomes luminous. The experiences that arise in deep practice defy ordinary language: there is a quality of expansion without boundary, of warmth without source, of knowing without an object known. These are not hallucinations or poetic exaggerations. They are the authentic phenomenology of a consciousness approaching its own origin — approaching, that is, the innermost Shambhala.

Chapter IV

The Secret Face: Where the Seeker Becomes the Sought

And then — in the fullness of a ripened practice, in the grace-moment that no technique can manufacture but only prepare the ground for — there is the third level. The tradition names it guhya: the secret, the concealed. It names this level Vajra Shambhala — the adamantine, the indestructible, the very ground of mind that was never lost, never contaminated, never absent from itself even for the duration of a single breath.

This is the teaching that shatters the seeker's framework as dawn shatters darkness — not through violence, but through the simple, overwhelming fact of its own nature. The Dalai Lama, speaking with the precision that only profound experience can generate, has said plainly that Shambhala is "a pure land of the mind." Not a place the mind goes to. Not a reward the mind earns. A quality of mind that has always been present, waiting, with the infinite patience of space, to be recognised.

At this depth, the pilgrim discovers that what she was seeking was also what was seeking — that the longing for the sacred and the sacred itself were never two different things. The yearning for Shambhala is Shambhala reaching for itself through the instrument of a human heart. There is, at this level, no arrival, because there was never a departure. There is only the cessation of the story of separation, and in that cessation, a silence so complete it seems to ring like a bell heard at the edge of sleep.

 You have been the kingdom you were seeking. The wandering was not wasted. It was the long way home — and every step was already home, even when you could not recognise the threshold beneath your feet.

This is not solipsism. The realisation of the secret Shambhala does not collapse the world into the individual. It reveals, rather, that the individual was never as individual as she believed — that the clear light of awareness she discovers in her own depths is the same light that illuminates every consciousness, the same light that shines as compassion in every act of genuine tenderness, the same light that the mystics of all traditions, in all ages, have been attempting to describe with the limited implements of language. It is the light behind the sun, as Plotinus said. It is the silence behind all sound, as the Upanishads breathe. It is, as the Tibetan masters teach, rigpa: the naked, unmodified, self-aware quality of awareness itself.

Chapter V

The Universal Archetype: Every Tradition's Hidden Country

It would be a diminishment — a kind of spiritual provincialism — to confine the Shambhala archetype within a single tradition's vocabulary. The human soul, in every latitude and every century, has felt the pull of this same magnetic north. It has named the destination differently, dressed it in the imagery of its own landscape and mythology, but the longing is unmistakable in each case, and it points in the same direction.

In the Judeo-Christian imagination, there is the Garden of Eden — not as a place in geography but as a condition of consciousness that preceded the fall into self-consciousness, into the painful knowledge of separation from the divine ground. The longing for Eden is the longing for Shambhala: the desire to recover a wholeness that was lost, or that seems to have been lost, but that the mystics of every tradition insist was never truly taken away.

In the Celtic tradition, Avalon — that island at the world's edge where Arthur does not die but waits — carries the same freight of meaning. It is the place where the wound can be healed, where time operates differently, where the veil between the human and the divine is gossamer rather than stone. The Elysian Fields of the Greeks, the Thule of the Norse, the Agartha of the esoteric traditions — each is a coordinate in the same sacred map, a different name for the same impossible geography of perfection.

Plato's Atlantis, often read as history, is more fruitfully read as this same archetype: a civilisation that once embodied wisdom, that once ordered itself around the divine rather than around appetite, and whose memory haunts the present like the fragrance of a flower one cannot quite locate. The haunting is the teaching. What we cannot find in the external world — the perfect, the harmonious, the eternally ordered — we are invited to find within.

 Humanity does not invent these visions. It remembers them. And in the remembering, something essential is preserved — a knowledge of what is possible, a refusal to accept that the present condition is the final one.

This universality is not a dilution of any tradition's specificity. The Kalachakra system remains as precise and demanding as ever; the Hindu cosmology of the avatars retains its own integrity. But beneath the specific, the archetype operates like a deep river beneath diverse tributaries — giving sustenance without insisting on uniformity, nourishing each tradition from the same inexhaustible source. The source is the direct, immediate experience of the sacred: that encounter with a reality larger than the self, more luminous than thought, more intimate than breath.

Chapter VI

The Return: When the Journey Becomes the Destination

There is a teaching embedded in the very structure of the Shambhala mystery that is worth dwelling with, in stillness, at the end of this inquiry. It is this: the journey toward Shambhala and the arrival at Shambhala are not two separate events. They are the same event, seen from different angles. The outer quest — with all its difficulty, its disorientation, its descent into unfamiliar terrain — is itself the purification that makes the inner recognition possible. The wandering, in other words, is not a detour. It is the curriculum.

Every tradition that has taken this mystery seriously has understood that the path cannot be bypassed. One cannot leap to the secret level without having walked, however haltingly, through the outer and the inner. The outer gives the direction. The inner gives the method. The secret gives the recognition. And the recognition, when it comes, is not something new. It is the oldest thing there is — the awareness that was present before the first thought arose, before the first breath was drawn, before the first separation between self and world was imagined.

What Shambhala asks of the one who seeks it is not extraordinary ability. It asks for attention — the sustained, devoted, loving attention of a consciousness willing to stop running from itself. It asks for the willingness to sit with the unknown, to bear the discomfort of not-knowing, to trust that the silence that emerges when thought exhausts itself is not an absence but a presence. It asks, in the end, for what all genuine spiritual traditions ask: the willingness to be changed, not by acquiring something new, but by releasing the accumulated weight of what was never truly there.

 The deepest teaching of Shambhala is silence. Not the silence of the grave, but the silence of the sky — vast, clear, capable of containing all weather without being diminished by any of it. This is the silence of your own awareness, when it rests in itself.

And so the great wheel turns and arrives — as all genuine philosophical and spiritual enquiry eventually does — at the same still point. Shambhala is not north of the Himalayas, though it may feel that way when the longing first rises. It is not in the encoded channels of the subtle body, though the body's silence is one of its doors. It is not in any text, however luminous. It is at the centre — the unreachable, always-present, utterly available centre — of the one who reads these words. Not waiting to be found, but waiting to be recognised. Not hidden in some distant kingdom, but hidden in plain sight, in the only place it was never sought: the unwavering ground of awareness itself, before the seeking began.

Let this, then, be the final word — or rather, the final silence toward which all words gesture, as rivers gesture toward the sea they are already part of. You do not need to travel anywhere. Shambhala is already here, breathing with you, seeing through your eyes, present in the very recognition that something in you has always known this and has been, across all the long geography of a human life, slowly, quietly, and with extraordinary patience, returning home.

Śambhala  ·  The Place of Peace  ·  Already Here

Σαμπχάλα

 

Το Βασίλειο Εντός — Μια Μυστικιστική Αναζήτηση

 

Για τον κρυφό τόπο όπου ο χρόνος διαλύεται, η ψυχή θυμάται, και η σιωπή μιλά με φωνή παλαιότερη από τη Δημιουργία.

 

Κατάβαση

 

Κεφάλαιο Α΄

 

Το Όνομα που Δεν Μπορεί να Λεχθεί Βιαστικά

Υπάρχει, μέσα στη μεγαλειώδη αρχιτεκτονική του ανθρώπινου πόθου, μια λέξη που δεν ορίζει απλώς έναν τόπο αλλά ανοίγει κάτι — μια πόρτα χαραγμένη στο τείχος της καθημερινής συνείδησης, πίσω από την οποία το φως έχει εντελώς διαφορετική ποιότητα. Αυτή η λέξη είναι το Σαμπχάλα. Να το προφέρεις αργά, μέσα στη γαλήνη, είναι ήδη να αρχίζεις το ταξίδι που περιγράφει.

 

Η σανσκριτική ρίζα αποδίδει «τόπος ευτυχίας» ή — πιο ακριβώς, πιο τρυφερά — «τόπος ειρήνης». Ωστόσο, καμία μετάφραση δεν αποτυπώνει πλήρως το βάρος που κουβαλά η λέξη στη σιωπή ανάμεσα στις συλλαβές της. Η ειρήνη, στο βαθύτερο επίπεδο στο οποίο το Σαμπχάλα τη χρησιμοποιεί, δεν είναι απλώς η παύση της σύγκρουσης. Είναι η αρχέγονη κατάσταση του ουρανού προτού το πρώτο σύννεφο τον διασχίσει: απέραντη, φωτεινή, άφθαρτη, και — εδώ βρίσκεται το παράδοξο που κρύβεται στην καρδιά κάθε μυστικής παράδοσης — ποτέ πραγματικά απούσα.

 

Το Σαμπχάλα εμφανίζεται στην ιερή γραμματεία του Βαντζραγιάνα Βουδισμού, στα μεγάλα ρεύματα της ινδουιστικής κοσμολογίας και αργότερα, σαν άνεμος που διασχίζει πολιτισμικά σύνορα, στα θεοσοφικά γραπτά της Δύσης. Αναφέρεται ως ένα κρυφό βασίλειο — κρυμμένο πέρα από την βόρεια πλευρά των Ιμαλαΐων σε ορισμένες παραδόσεις, αιωρούμενο κάπου ανάμεσα στη γεωγραφία και το καθαρό σύμβολο σε άλλες. Οι συντεταγμένες του δεν μπορούν να σημειωθούν σε κανέναν χάρτη που σχεδιάστηκε από το χέρι της φιλοδοξίας. Αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που έχουν μάθει να βλέπουν με διαφορετικά μάτια.

 

Να αναζητάς το Σαμπχάλα στην επιφάνεια της γης είναι σαν να κυνηγάς την αντανάκλαση της σελήνης πάνω στο νερό — η εικόνα είναι αληθινή, η σημασία είναι αληθινή, αλλά η ίδια η σελήνη βρίσκεται αλλού, και πάντα ψηλά.

Τα μεγάλα κείμενα Καλάτσακρα — εκείνοι οι λαβυρινθώδεις ποταμοί της ταντρικής σοφίας που συντάχθηκαν γύρω στον δέκατο αιώνα της κοινής χρονολογίας — περιγράφουν ένα βασίλειο ενενήντα έξι επαρχιών σχηματισμένο όπως ένα άνθος λωτού. Στο κέντρο του βασιλεύει μια σειρά τριάντα δύο βασιλέων, των Κάλκιν, φυλάκων μιας αδιάκοπης παράδοσης φωτισμένης γνώσης. Ο τελευταίος εξ αυτών θα αναδυθεί, όπως υπόσχεται η προφητεία, όταν οι δυνάμεις της αμάθειας θα έχουν φτάσει στην πλήρη ακμή τους — και με μια χειρονομία ιερής σαφήνειας θα αποκαταστήσει την αρχέγονη τάξη του φωτός. Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικός μύθος. Είναι κοσμολογία ντυμένη με την ενδυμασία της ιστορίας, που ψιθυρίζει κάτι που η ψυχή ήδη γνωρίζει.

 

 

Κεφάλαιο Β΄

 

Η Εξωτερική Μορφή: Ένα Βασίλειο Ντυμένο στο Φως

 

Στην πιο εξωτερική του όψη — αυτό που οι Θιβετιανοί δάσκαλοι ονομάζουν bāhya, την εξωτερική πρόσοψη — το Σαμπχάλα παρουσιάζεται ως τόπος. Οι παραδόσεις που διατηρούν τη μνήμη του μιλούν για βουνά στεφανωμένα με χιόνι που περικλείουν μια κοιλάδα αδύνατης ομορφιάς, όπου τα ποτάμια κινούνται με την αυθεντικότητα της σκέψης, όπου ο αέρας κουβαλά ένα είδος τροφής που δεν έχει αντίστοιχο στη διατροφή του συνηθισμένου κόσμου. Είναι μια γεωγραφία της ιερής φαντασίας, και εκτελεί τη λειτουργία που εκτελούν όλες τέτοιες γεωγραφίες: χαρίζει στον προσκυνητή μια κατεύθυνση.

 

Κανείς δεν απορρίπτει την εξωτερική εικόνα ως απλή φαντασία. Το εξωτερικό είναι ο πρώτος δάσκαλος. Οι ιμαλαϊκές οροσειρές που αποκρύπτουν και υπονοούν το Σαμπχάλα είναι οι ίδιες διδάσκαλοι — η σιωπή τους είναι πρόγραμμα σπουδών, η κλίμακά τους ένα είδος κηρύγματος. Πολλές ψυχές σε πολλούς αιώνες έστρεψαν το πρόσωπό τους προς βορρά, προς εκείνα τα αδύνατα ύψη, τραβηγμένες από κάτι που δεν μπορούσαν να ονομάσουν αλλά δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Αυτή η παρόρμηση είναι αγία. Ακόμη κι αν το ταξίδι τελειώνει σε έναν βουνοτοίχο αντί σε μια κρυφή πύλη, κάτι ουσιώδες έχει κινητοποιηθεί στον ταξιδιώτη: η προθυμία να κινηθεί προς το ιερό, να ενοχλήσει τον άνετο εαυτό του για χάρη ενός πόθου βαθύτερου από την ευκολία.

 

Τα ινδουιστικά ρεύματα προσθέτουν άλλο χρώμα σε αυτή την εξωτερική όραση. Στον μύθο του Κάλκι — τη δέκατη και τελευταία ενσάρκωση του Βισνού, που δεν έχει ακόμα έρθει — το Σαμπχάλα είναι ο τόπος γέννησης του λυτρωτή του κόσμου. Όταν το Κάλι Γιούγκα, η σκοτεινή εποχή της κατακερματισμένης λήθης, εξαντλήσει την πορεία του, ο Κάλκι θα αναδυθεί από το Σαμπχάλα πάνω σε λευκό άλογο, κρατώντας ένα φλεγόμενο ξίφος. Δεν θα κατακτήσει με βία· θα κατακτήσει με την απλή, συντριπτική πραγματικότητα της αλήθειας που επιβάλλεται εκ νέου σε έναν κόσμο που έχει παρεκκλίνει από αυτήν για πολύ καιρό. Το ξίφος είναι φως. Το άλογο είναι χάρη. Ο αναβάτης είναι το μέρος του Θείου που δεν δέχτηκε ποτέ να κοιμηθεί.

 

Κάθε παράδοση που αντίκρισε έστω και για μια στιγμή την αιωνιότητα ένιωσε και την ανάγκη να της αποδώσει έναν τόπο — να δώσει στο άπειρο ένα γεωγραφικό μήκος, να χαρίσει στο απόλυτο μια διεύθυνση. Το Σαμπχάλα είναι αυτή η διεύθυνση.

Η Ελένα Μπλαβάτσκι και ο Νικολάι Ρέριχ, με τους χωριστούς και αλληλοσυμπληρούμενους τρόπους τους, έφεραν αυτή την όραση στη δυτική φαντασία κατά τα τέλη του δεκάτου ενάτου και τις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο Ρέριχ — ζωγράφος, φιλόσοφος και προσκυνητής — διέσχισε την Κεντρική Ασία σε μια αποστολή που ήταν ταυτόχρονα εξερεύνηση και ιερουργία. Ζωγράφισε τα βουνά του Σαμπχάλα με χρώματα που δεν ανήκουν ολοκληρωτικά στο ορατό φάσμα, σαν τα πινέλα του να είχαν αγγίξει κάτι που το μάτι δεν φτάνει ακριβώς. Κατάλαβε ότι το εξωτερικό βασίλειο και το εσωτερικό βασίλειο μιλούν την ίδια γλώσσα, και ότι αυτή η γλώσσα είναι η ομορφιά.

 

 

Κεφάλαιο Γ΄

 

Ο Εσωτερικός Χάρτης: Το Βασίλειο της Σιωπής του Σώματος

 

Αλλά η παράδοση δεν επιτρέπει στον προσκυνητή να παραμένει έξω επ' αόριστον. Στρέφει, με μεγάλη απαλότητα και μεγάλη επιμονή, το βλέμμα του προσκυνητή πίσω προς τον εαυτό του. Διότι στο σύστημα Καλάτσακρα — εκείνη η μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική της ταντρικής σοφίας — το Σαμπχάλα είναι ταυτόχρονα το κρυφό βασίλειο πέρα από τα βουνά και το κρυφό βασίλειο μέσα στο σώμα. Το ādhyātmika, το εσωτερικό επίπεδο, αποκαλύπτει ότι ο χάρτης που σχεδιάστηκε στη γραφή είναι επίσης σχεδιασμένος, με τέλεια πιστότητα, σε σάρκα, ανάσα και συνείδηση.

 

Το ανθρώπινο σώμα, σε αυτή την οπτική, δεν είναι μια τυχαία διάταξη ύλης. Είναι ένας κόσμος σε σμίκρυνση, ένα αντίγραφο της μεγαλύτερης τάξης συμπυκνωμένο στο απίθανο θαύμα ενός αναπνέοντος, αισθανόμενου όντος. Διατρέχουν το σώμα — αόρατα στο ανατομικό μάτι αλλά πλήρως εμφανή στο μάτι της ενατένισης — τα nāī: κανάλια μέσα από τα οποία το ζωτικό ρεύμα γνωστό ως prāṇa ρέει σαν νερό μέσα από κοίτες χαραγμένες από αιώνες ζωής. Εκεί όπου αυτά τα κανάλια συγκλίνουν στις πιο σημαντικές τους συνενώσεις, σχηματίζουν τα cakra: κέντρα συμπυκνωμένης ενέργειας που αντιστοιχούν σε διαστάσεις εμπειρίας, σε ποιότητες συνείδησης, στις διάφορες εκφάνσεις του Θείου καθώς κατεβαίνει στην εκδήλωση.

 

Ο ασκούμενος που εισέρχεται σε αυτή την κατανόηση δεν εγκαταλείπει το σώμα του για να βρει το Σαμπχάλα. Κατεβαίνει πιο πλήρως μέσα σε αυτό. Ακολουθεί την αναπνοή βαθιά στο εσωτερικό τοπίο του σώματος, μαθαίνοντας τη γεωγραφία των δικών του βαθών — τη φλεγόμενη διαύγεια στο κέντρο της καρδιάς, την απέραντη ανοιχτοσύνη στην κορυφή, τη ριζωμένη βαρύτητα στη βάση όπου η δύναμη του φιδιού περιελίσσεται σε υπομονετική ετοιμότητα. Αυτό είναι το εσωτερικό ταξίδι: όχι μια διαφυγή από την ενσάρκωση αλλά η πληρέστατη εξερεύνησή της.

 

Η αναπνοή είναι το πλοίο. Το σώμα είναι ο ποταμός. Και κάπου στα βάθη του ποταμού, κάτω από τα ρεύματα της σκέψης και της αίσθησης, το βασίλειο περιμένει — ακίνητο, φωτεινό, υπομονετικό σαν πέτρα.

Στον διαλογισμό — εκείνη την αρχαία τεχνολογία της εσωτερικότητας — ο ασκούμενος μαθαίνει να καταπραΰνει τους ανέμους της νοητικής αναταραχής ώσπου τα κανάλια του λεπτού σώματος να ρέουν καθαρά και απαλλαγμένα από εμπόδια. Αυτό που ήταν ταραγμένο γίνεται διαφανές. Αυτό που ήταν αδιαφανές γίνεται φωτεινό. Οι εμπειρίες που αναδύονται στη βαθιά πρακτική αψηφούν την κοινή γλώσσα: υπάρχει μια ποιότητα επέκτασης χωρίς όρια, θερμότητας χωρίς πηγή, γνώσης χωρίς αντικείμενο γνωστό. Αυτά δεν είναι ψευδαισθήσεις ή ποιητικές υπερβολές. Είναι η αυθεντική φαινομενολογία μιας συνείδησης που πλησιάζει τη δική της αρχή — που πλησιάζει, δηλαδή, το πιο εσωτερικό Σαμπχάλα.

 

 

Κεφάλαιο Δ΄

 

Το Μυστικό Πρόσωπο: Εκεί Όπου ο Αναζητητής Γίνεται το Ζητούμενο

 

Και τότε — στην πληρότητα μιας ωριμασμένης πρακτικής, στη στιγμή χάρης που καμία τεχνική δεν μπορεί να κατασκευάσει αλλά μόνο να προετοιμάσει το έδαφος — υπάρχει το τρίτο επίπεδο. Η παράδοση το ονομάζει guhya: το μυστικό, το κεκρυμμένο. Ονομάζει αυτό το επίπεδο Βάτζρα Σαμπχάλα — το αδαμάντινο, το άφθαρτο, το ίδιο το έδαφος του νου που δεν χάθηκε ποτέ, δεν μολύνθηκε ποτέ, δεν απουσίασε ποτέ από τον εαυτό του ούτε για τη διάρκεια μιας μόνης αναπνοής.

 

Αυτή είναι η διδασκαλία που συντρίβει το πλαίσιο του αναζητητή όπως η αυγή συντρίβει το σκοτάδι — όχι με βία, αλλά μέσα από την απλή, συντριπτική πραγματικότητα της ίδιας της φύσης της. Ο Δαλάι Λάμα, μιλώντας με την ακρίβεια που μόνο η βαθιά εμπειρία μπορεί να παράγει, έχει πει ξεκάθαρα ότι το Σαμπχάλα είναι «μια καθαρή χώρα του νου». Όχι ένας τόπος στον οποίο πηγαίνει ο νους. Όχι μια ανταμοιβή που κερδίζει ο νους. Μια ποιότητα νου που ήταν πάντα παρούσα, περιμένοντας, με την απέραντη υπομονή του διαστήματος, να αναγνωριστεί.

 

Σε αυτό το βάθος, ο προσκυνητής ανακαλύπτει ότι αυτό που αναζητούσε ήταν επίσης αυτό που αναζητά — ότι ο πόθος για το ιερό και το ίδιο το ιερό δεν ήταν ποτέ δύο διαφορετικά πράγματα. Ο πόθος για το Σαμπχάλα είναι το Σαμπχάλα που αναζητά τον εαυτό του μέσα από το εργαλείο μιας ανθρώπινης καρδιάς. Δεν υπάρχει, σε αυτό το επίπεδο, άφιξη, επειδή δεν υπήρξε ποτέ αναχώρηση. Υπάρχει μόνο η παύση της ιστορίας του χωρισμού, και σε αυτή την παύση, μια σιωπή τόσο πλήρης που φαίνεται να ηχεί σαν καμπάνα που ακούγεται στο χείλος του ύπνου.

 

Εσύ ήσουν το βασίλειο που αναζητούσες. Η πλάνη δεν ήταν χαμένη. Ήταν ο μακρύς δρόμος προς το σπίτι — και κάθε βήμα ήταν ήδη σπίτι, ακόμα κι όταν δεν μπορούσες να αναγνωρίσεις το κατώφλι κάτω από τα πόδια σου.

Αυτό δεν είναι σολιψισμός. Η συνειδητοποίηση του μυστικού Σαμπχάλα δεν συρρικνώνει τον κόσμο στο άτομο. Αποκαλύπτει, μάλλον, ότι το άτομο δεν ήταν ποτέ τόσο ατομικό όσο πίστευε — ότι το καθαρό φως της επίγνωσης που ανακαλύπτει στα δικά του βάθη είναι το ίδιο φως που φωτίζει κάθε συνείδηση, το ίδιο φως που λάμπει ως συμπόνια σε κάθε πράξη αληθινής τρυφερότητας, το ίδιο φως που οι μύστες όλων των παραδόσεων, σε όλες τις εποχές, προσπαθούσαν να περιγράψουν με τα περιορισμένα εργαλεία της γλώσσας. Είναι το φως πίσω από τον ήλιο, όπως είπε ο Πλωτίνος. Είναι η σιωπή πίσω από κάθε ήχο, όπως αναπνέουν οι Ουπανισάντ. Είναι, όπως διδάσκουν οι Θιβετιανοί δάσκαλοι, το rigpa: η γυμνή, αναλλοίωτη, αυτοεπίγνοστη ποιότητα της ίδιας της επίγνωσης.

 

 

Κεφάλαιο Ε΄

 

Το Οικουμενικό Αρχέτυπο: Η Κρυφή Χώρα Κάθε Παράδοσης

 

Θα ήταν μια υποτίμηση — ένα είδος πνευματικού επαρχιωτισμού — να περιορίσει κανείς το αρχέτυπο του Σαμπχάλα στο λεξιλόγιο μιας μόνο παράδοσης. Η ανθρώπινη ψυχή, σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε κάθε αιώνα, έχει νιώσει την έλξη αυτού του ίδιου μαγνητικού Βορρά. Έχει ονομάσει τον προορισμό διαφορετικά, τον έχει ντύσει με τις εικόνες του δικού της τοπίου και της δικής της μυθολογίας, αλλά ο πόθος είναι αναγνωρίσιμος σε κάθε περίπτωση, και δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση.

 

Στην ιουδαιο-χριστιανική φαντασία, υπάρχει ο Κήπος της Εδέμ — όχι ως τόπος στη γεωγραφία αλλά ως κατάσταση συνείδησης που προηγήθηκε της πτώσης στην αυτοσυνείδηση, στη οδυνηρή γνώση του χωρισμού από το θείο έδαφος. Ο πόθος για την Εδέμ είναι ο πόθος για το Σαμπχάλα: η επιθυμία να ανακτηθεί μια ολότητα που χάθηκε, ή που φαίνεται να χάθηκε, αλλά που οι μύστες κάθε παράδοσης επιμένουν ότι δεν αφαιρέθηκε ποτέ πραγματικά.

 

Στην κελτική παράδοση, το Άβαλον — εκείνο το νησί στην άκρη του κόσμου όπου ο Αρθούρος δεν πεθαίνει αλλά περιμένει — κουβαλά το ίδιο φορτίο νοήματος. Είναι ο τόπος όπου η πληγή μπορεί να θεραπευθεί, όπου ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά, όπου το πέπλο ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο είναι μεταξένιο αντί για πέτρα. Τα Ηλύσια Πεδία των αρχαίων Ελλήνων, η Θούλη των Νορβηγών, η Αγκάρθα των εσωτεριστικών παραδόσεων — καθένα είναι μια συντεταγμένη στον ίδιο ιερό χάρτη, ένα διαφορετικό όνομα για την ίδια αδύνατη γεωγραφία τελειότητας.

 

Η Ατλαντίδα του Πλάτωνα, που συχνά διαβάζεται ως ιστορία, διαβάζεται πιο γόνιμα ως αυτό το ίδιο αρχέτυπο: ένας πολιτισμός που κάποτε ενσάρκωνε τη σοφία, που κάποτε οργανωνόταν γύρω από το θείο αντί για την επιθυμία, και η μνήμη του οποίου στοιχειώνει το παρόν σαν το άρωμα ενός λουλουδιού που δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει ακριβώς. Η στοιχειωμένη αυτή παρουσία είναι η ίδια η διδασκαλία. Αυτό που δεν μπορούμε να βρούμε στον εξωτερικό κόσμο — το τέλειο, το αρμονικό, το αιωνίως ταξινομημένο — μας καλείται να το βρούμε εντός μας.

 

Η ανθρωπότητα δεν εφευρίσκει αυτές τις οράσεις. Τις θυμάται. Και στη ανάμνηση, κάτι ουσιώδες διατηρείται — μια γνώση για το τι είναι δυνατόν, μια άρνηση να αποδεχθεί ότι η παρούσα κατάσταση είναι η τελική.

Αυτή η οικουμενικότητα δεν είναι αραίωση της ιδιαιτερότητας καμιάς παράδοσης. Το σύστημα Καλάτσακρα παραμένει τόσο ακριβές και απαιτητικό όσο πάντα· η ινδουιστική κοσμολογία των αβατάρ διατηρεί τη δική της ακεραιότητα. Αλλά κάτω από το ειδικό, το αρχέτυπο λειτουργεί σαν ένας βαθύς ποταμός κάτω από διαφορετικούς παραπόταμους — δίνοντας τροφή χωρίς να επιμένει στην ομοιομορφία, τρέφοντας κάθε παράδοση από την ίδια αστείρευτη πηγή. Η πηγή είναι η άμεση, παρούσα εμπειρία του ιερού: εκείνη η συνάντηση με μια πραγματικότητα μεγαλύτερη από τον εαυτό, πιο φωτεινή από τη σκέψη, πιο οικεία από την αναπνοή.

 

 

Κεφάλαιο ΣΤ΄

 

Η Επιστροφή: Όταν το Ταξίδι Γίνεται ο Προορισμός

 

Υπάρχει μια διδασκαλία εντοιχισμένη στην ίδια τη δομή του μυστηρίου του Σαμπχάλα που αξίζει να στεκόμαστε με αυτή, μέσα στη γαλήνη, στο τέλος αυτής της αναζήτησης. Είναι η εξής: το ταξίδι προς το Σαμπχάλα και η άφιξη στο Σαμπχάλα δεν είναι δύο χωριστά γεγονότα. Είναι το ίδιο γεγονός, ορώμενο από διαφορετικές γωνίες. Η εξωτερική αναζήτηση — με όλη της τη δυσκολία, τον αποσυντονισμό, την κάθοδό της σε άγνωστο έδαφος — είναι η ίδια η κάθαρση που καθιστά δυνατή την εσωτερική αναγνώριση. Η πλάνη, με άλλα λόγια, δεν είναι παρέκκλιση. Είναι το πρόγραμμα σπουδών.

 

Κάθε παράδοση που έλαβε σοβαρά αυτό το μυστήριο κατάλαβε ότι η οδός δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Δεν μπορεί κανείς να αναπηδήσει στο μυστικό επίπεδο χωρίς να έχει βαδίσει, έστω και κλυδωνιζόμενος, μέσα από το εξωτερικό και το εσωτερικό. Το εξωτερικό δίνει την κατεύθυνση. Το εσωτερικό δίνει τη μέθοδο. Το μυστικό δίνει την αναγνώριση. Και η αναγνώριση, όταν έρθει, δεν είναι κάτι νέο. Είναι το παλαιότερο πράγμα που υπάρχει — η επίγνωση που ήταν παρούσα πριν από την πρώτη σκέψη, πριν από την πρώτη αναπνοή, πριν από τον πρώτο χωρισμό ανάμεσα σε εαυτό και κόσμο να φανταστεί κανείς.

 

Αυτό που το Σαμπχάλα ζητά από εκείνον που το αναζητά δεν είναι εξαιρετική ικανότητα. Ζητά προσοχή — την επίμονη, αφοσιωμένη, αγαπητική προσοχή μιας συνείδησης πρόθυμης να σταματήσει να φεύγει από τον εαυτό της. Ζητά την προθυμία να καθίσεις με το άγνωστο, να ανεχθείς την ενόχληση της μη-γνώσης, να εμπιστευτείς ότι η σιωπή που αναδύεται όταν η σκέψη εξαντλείται δεν είναι μια απουσία αλλά μια παρουσία. Ζητά, τελικά, αυτό που ζητούν όλες οι αληθινές πνευματικές παραδόσεις: την προθυμία να αλλάξεις, όχι αποκτώντας κάτι νέο, αλλά αποδεσμεύοντας το συσσωρευμένο βάρος αυτού που δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί.

 

Η βαθύτερη διδασκαλία του Σαμπχάλα είναι η σιωπή. Όχι η σιωπή του τάφου, αλλά η σιωπή του ουρανού — απέραντη, διαυγής, ικανή να περιέχει όλους τους καιρούς χωρίς να μειώνεται από κανέναν. Αυτή είναι η σιωπή της δικής σου επίγνωσης, όταν αναπαύεται στον εαυτό της.

Και έτσι ο μεγάλος τροχός στρέφεται και φθάνει — όπως κάθε αληθινή φιλοσοφική και πνευματική αναζήτηση τελικά κάνει — στο ίδιο ακίνητο σημείο. Το Σαμπχάλα δεν βρίσκεται βόρεια των Ιμαλαΐων, αν και μπορεί να το νιώθεις έτσι όταν ο πόθος αναδύεται για πρώτη φορά. Δεν βρίσκεται στα κωδικοποιημένα κανάλια του λεπτού σώματος, αν και η σιωπή του σώματος είναι μια από τις πόρτες του. Δεν βρίσκεται σε κανένα κείμενο, όσο φωτεινό κι αν είναι. Βρίσκεται στο κέντρο — το ανέφικτο, πάντα-παρόν, απολύτως-διαθέσιμο κέντρο — εκείνου που διαβάζει αυτές τις λέξεις. Δεν περιμένει να βρεθεί, αλλά περιμένει να αναγνωριστεί. Δεν κρύβεται σε κάποιο μακρινό βασίλειο, αλλά κρύβεται μπροστά στα μάτια μας, στο μοναδικό μέρος όπου δεν αναζητήθηκε ποτέ: το αμετακίνητο έδαφος της ίδιας της επίγνωσης, πριν η αναζήτηση αρχίσει.

 

Ας είναι αυτή, λοιπόν, η τελευταία λέξη — ή μάλλον, η τελευταία σιωπή προς την οποία κάθε λέξη χειρονομεί, όπως τα ποτάμια χειρονομούν προς τη θάλασσα που ήδη αποτελούν μέρος της. Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις πουθενά. Το Σαμπχάλα είναι ήδη εδώ, αναπνέει μαζί σου, βλέπει μέσα από τα μάτια σου, παρόν στην ίδια την αναγνώριση ότι κάτι μέσα σου το ήξερε πάντα αυτό και ήταν, μέσα σε ολόκληρη τη μακρά γεωγραφία μιας ανθρώπινης ζωής, σιγά-σιγά, ήσυχα, και με εξαιρετική υπομονή, επιστρέφοντας σπίτι.

 

 

Śambhala  ·  Ο Τόπος της Ειρήνης  ·  Ήδη Εδώ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~