~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings / Symbolic Worlds

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings / Symbolic Worlds
20. The Non-Path of True Enlightenment
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

LISTENING TO WISDOM (YouTube)

LISTENING TO WISDOM (YouTube)
6. The Here and Now is Eternity: A Gateway to Timeless Presence

ΑΚΟΥΩΝΤΑΣ ΤΗ ΣΟΦΙΑ (YouTube)

ΑΚΟΥΩΝΤΑΣ ΤΗ ΣΟΦΙΑ (YouTube)
6. Το Εδώ και Τώρα είναι η Αιωνιότητα: Μια Πύλη προς την Άχρονη Παρουσία

THE RELIGION OF EXPERIENCE (Rumble)

THE RELIGION OF EXPERIENCE (Rumble)
1. The Doorway Within
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
SATURDAY, 25 JULY, 2026

Sunday, January 28, 2024

Human Awareness


 Human Awareness

(In the Sacred Circle of Reality)

The Space of Awareness (and of Human Awareness as well) is the Only Real Space, of Existence, of Experience, of Life: Any cognitive event Presupposes Awareness (the Observer) or the Space of Supervision and the observed (which are but changes in relations of the elements of the observed space).

Awareness is Considered as an Integrated System of Existence Experience in which the Subject and the object are placed from the beginning. But how does the Subject perceive, what does it perceive and is what he perceives true? What is apprehended is Reality?

Reality is That (Space, Situations, beings, relations, changes of the observed... all conceptions of Perception) that Exists by Itself, that is not made. But such a definition of Reality is ambiguous. If Literally Applied it can indeed Lead to Reality, Objective Reality, Transcendent Reality, Objectivity Beyond the Subject, but if casually applied, superficially it leads to a completely wrong perception of objectivity and reality. The Sages follow the First Path. Most people slip into false reality and dream.

Let us explain it in simple terms: Since the Only Real Space of Existence and Experience and Knowledge is Awareness (i.e. the Subject), we can be Driven to Objective Reality (as we defined it above as the unconstructed) only within the Subject, Transcending the "Subject", the subjective processes, perceptions and experiences. It is precisely this Transcendence, the Egress from the Subject, that was indicated by the Sages and the Mystical Tradition as the Only Way that Leads to Truth, to Objective Reality.

But most people follow a completely opposite path. While, as we said, the Only Real Space of Existence, Experience, Knowledge, is Awareness as a Subject-Object System (the world of duality), the Subject is fixated, fortified in its "self" and places the objective in front of it: what it apprehends is the directly objective, which by observation and verification and intersubjective agreement between people, is regarded as "objective". In one sense it is objective, but it is not Objective Reality.

What is the difference between the two approaches to the Objective? In the First Case We Step Completely Out of the System of Awareness, out of the System of Duality, into a Higher, Wider and All-Embracing State of Awareness: We Experience an Open System of Perception, Beyond Duality, We Experience the Oneness of Existence, We Experience Reality . In the Second Case, however, we remain within the System of Duality, excluded from the subject and placing the objective world in front of us as something foreign: We experience not a complete experience of existence, but division, alienation from the environment and we wonder about the reason for our existence, the our place in the world, our relationship with the world and others (all these tormenting questions that have tyrannized people for thousands of years). The First Path requires a Clear Perception of what is happening, requires a Spiritual Development, a Transcendence of the present subjective state, a Liberation of Awareness from subjective elements, an Expansion of Awareness beyond limits, into the Limitless. It is the narrow and tortuous Way of Jesus that Leads to True Life. The Second Way is the easy way of people who do not desire any spiritual development but a simple (often not dignified) survival and living in a thousand fragmented world, in an animalistic society whose culture tolerates injustice, poverty, unhappiness …

Reality is the Undifferentiated Continuous Presence which is Renewed every moment and is always Complete... it is not simply the absence of perception, the "spiritual void". Tranquility is Full Action and Enlightened Action is Undaunted Tranquility.

Awareness Spontaneous, Unobstructed, Unadulterated, is Reality: Perception and Content of Perception Identical. This is why everything is grasped, made known, without effort. We experience Existence as Oneness, and all is Contained in that Experience.

Reality is That which is apprehended (by Awareness, Beyond the Subject as the Truly Objective) directly without cognitive actions or processes, spontaneously without intervention: Reality is That which Exists before and after human thought, beyond human thought: A Complete Acceptance Of All Existence as One Unity: A Revelation that owes nothing to our own efforts: the Unconstructed Reality.

Any attempt to clarify, analyze, or interpret the content of perception is an arbitrary construction, a projection of limiting activities into Reality that leads us into the dead-end cycle of duality, into a virtual reality, into a mass frenzy.

When this is done instinctively, as we abandon ourselves to the Current of Life, which tosses us to the shores of the immediately objective, we are led to various conceptions of Reality. This is in essence the mechanism of the migration of beings within creation, to the various worlds. When this is done with specific identified processes we talk about Fields of Manifestation of Existence. And when it is done with specific strict rules (which we recognize as laws of nature) then we have before us the differentiation of the (measurable) objective worlds, the world of the spirit, the mind, the soul, the material world...

Regardless of which Field or World Awareness Manifests Awareness Itself Is Space That Transcends All while simultaneously encompassing all as a very small part of its reality... as It Expands into Infinite Depths Far from it all.

Awareness even when Manifested with a material vehicle (body) in Reality Predates the body, is Independent of the Body and Free to Rise above the world of duality and Fly Into the Unexplored Depths of True Being. It is up to us to pursue it, to realize it, to EXPERIENCE it.

We ourselves, as Awareness, Rise Beyond Limits, or set limits, Manifest spiritually beyond psychosomatic limitations (on a metaphysical journey through the unseen worlds to Godhead), or confine ourselves within psychosomatic functions, to our miserable animality, to a world that turns in a daze around its delusions.

We Are in Charge of Our Existence: Truly Sovereigns, or Slaves of Our Destiny… Depending on How We Build It…

Η Ανθρώπινη Επίγνωση

(Στον Ιερό Περίβολο της Πραγματικότητας)

Ο Χώρος της Επίγνωσης (και της Ανθρώπινης Επίγνωσης επίσης) είναι ο Μόνος Πραγματικός Χώρος, της Ύπαρξης, της Εμπειρίας, της Ζωής: Οποιοδήποτε γνωστικό γεγονός Προϋποθέτει την Επίγνωση (τον Παρατηρητή) ή τον Χώρο Εποπτείας και το παρατηρούμενο (που δεν είναι παρά μεταβολές στις σχέσεις των στοιχείων του παρατηρούμενου χώρου).

Η Επίγνωση Θεωρείται σαν  ένα Ολοκληρωμένο Σύστημα Εμπειρίας της Ύπαρξης στο Οποίο Τίθενται εξαρχής το Υποκείμενο και το αντικείμενο. Πως όμως αντιλαμβάνεται το Υποκείμενο, τι αντιλαμβάνεται κι είναι αληθινό ό,τι αντιλαμβάνεται; Αυτό που συλλαμβάνεται είναι η Πραγματικότητα;

Πραγματικότητα είναι Αυτό (ο Χώρος, οι Καταστάσεις, τα όντα, οι σχέσεις, οι μεταβολές του παρατηρούμενου… όλα συλλήψεις της Αντίληψης) που Υπάρχει από Μόνο του, που δεν είναι κατασκευασμένο. Ένας τέτοιος ορισμός της Πραγματικότητας όμως είναι διφορούμενος. Αν Εφαρμοσθεί Κυριολεκτικά μπορεί να Οδηγήσει όντως στην Πραγματικότητα, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα, στην Υπερβατική Πραγματικότητα, στην Αντικειμενικότητα Πέραν του Υποκειμένου, αλλά αν εφαρμοσθεί επιπόλαια, επιφανειακά οδηγεί σε μια τελείως εσφαλμένη αντίληψη της αντικειμενικότητας και της πραγματικότητας. Οι Σοφοί ακολουθούν τον Πρώτο Δρόμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι διολισθαίνουν στην πλαστή πραγματικότητα και στο όνειρο.

Ας το εξηγήσουμε με απλά λόγια: Εφόσον ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης κι Εμπειρίας και Γνώσης είναι η Επίγνωση (δηλαδή το Υποκείμενο), μπορούμε να Οδηγηθούμε στην Αντικειμενική Πραγματικότητα (όπως την ορίσαμε πιο πάνω σαν το μη κατασκευασμένο) μόνον Μέσα στο Υποκείμενο, Υπερβαίνοντας το «Υποκείμενο», τις υποκειμενικές διαδικασίες, αντιλήψεις και βιώματα. Είναι αυτή ακριβώς η Υπέρβαση, η Έξοδος από το Υποκείμενο, που υποδείχθηκε από τους Σοφούς και την Μυστική Παράδοση σαν η Μόνη Οδός που Οδηγεί στην Αλήθεια, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως ακολουθούν εντελώς αντίθετο δρόμο. Ενώ, όπως είπαμε ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης, Εμπειρίας, Γνώσης, είναι η Επίγνωση σαν Σύστημα Υποκειμένου- αντικειμένου  (ο κόσμος της δυαδικότητας), το Υποκείμενο καθηλώνεται, οχυρώνεται στον «εαυτό» του και τοποθετεί απέναντί του το αντικειμενικό: αυτό που συλλαμβάνει είναι το άμεσα αντικειμενικό, το οποίο με την παρατήρηση και την επαλήθευση και την διυποκειμενική σύμβαση μεταξύ των ανθρώπων, θεωρείται σαν «αντικειμενικό». Από μια άποψη είναι αντικειμενικό, αλλά δεν είναι η Αντικειμενική Πραγματικότητα.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων προσέγγισης του Αντικειμενικού; Στην Πρώτη Περίπτωση Βγαίνουμε τελείως έξω από το Σύστημα της Επίγνωσης, το Δυαδικό σύστημα, σε μια Κατάσταση Επίγνωσης Ανώτερη, Ευρύτερη και Πλήρη που Αγκαλιάζει τα πάντα: Βιώνουμε ένα Ανοιχτό Σύστημα Αντίληψης, πέρα από την δυαδικότητα, Βιώνουμε την Ενότητα της Ύπαρξης, Βιώνουμε την Πραγματικότητα. Στην Δεύτερη Περίπτωση όμως παραμένουμε μέσα στο Δυαδικό Σύστημα, αποκλεισμένοι στο υποκείμενο και τοποθετώντας τον αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας σαν κάτι ξένο: Βιώνουμε όχι μια ολοκληρωμένη εμπειρία της ύπαρξης, αλλά τον διχασμό, την αποξένωση από το περιβάλλον κι αναρωτιόμαστε για τον λόγο ύπαρξής μας, την θέση μας στον κόσμο, τη σχέση μας με τον κόσμο και τους άλλους (όλα αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα που τυραννούν τους ανθρώπους χιλιάδες χρόνια). Ο Πρώτος Δρόμος απαιτεί μια Σαφή Αντίληψη του τι συμβαίνει, απαιτεί μια Πνευματική Ανάπτυξη, μια Υπέρβαση της παρούσας υποκειμενικής κατάστασης, μια Απελευθέρωση της Επίγνωσης από τα υποκειμενικά στοιχεία, μια Διεύρυνση της Επίγνωσης πέρα από τα όρια, στο Χωρίς Όρια. Είναι η στενή και τεθλιμμένη Οδός του Ιησού που Οδηγεί στην Αληθινή Ζωή. Ο Δεύτερος Δρόμος είναι ο εύκολος δρόμος των ανθρώπων που δεν επιθυμούν καμιά πνευματική ανάπτυξη αλλά μια απλή (πολλές φορές μη αξιοπρεπή) επιβίωση και διαβίωση μέσα σε ένα χιλιοκομματιασμένο κόσμο, σε μια ζωώδη κοινωνία που ο πολιτισμός της ανέχεται την αδικία, την φτώχεια, τη δυστυχία…

Πραγματικότητα είναι  η Χωρίς Διαφοροποιήσεις Συνεχής Παρουσία που Ανανεώνεται κάθε στιγμή κι είναι πάντα Πλήρης… δεν είναι απλά η απουσία αντίληψης, το «πνευματικό κενό». Η Ηρεμία είναι η Πλήρης Δράση κι η Φωτισμένη Δράση είναι η Απαρασάλευτη Ηρεμία.

Η Επίγνωση Αυθόρμητη, Ανεμπόδιστη, Ανόθευτη, είναι η Πραγματικότητα: Αντίληψη και Περιεχόμενο της Αντίληψης Ταυτίζονται. Αυτός είναι ο λόγος που όλα συλλαμβάνονται, γίνονται γνωστά, χωρίς προσπάθεια. Βιώνουμε την Ύπαρξη σαν Ενότητα, κι όλα Περιέχονται σε αυτή την Εμπειρία.

Πραγματικότητα είναι Αυτό που συλλαμβάνεται (από την Επίγνωση, Πέραν του Υποκειμένου σαν το Αληθινά Αντικειμενικό) άμεσα χωρίς γνωστικές ενέργειες ή διαδικασίες, αυθόρμητα χωρίς παρεμβάσεις: Πραγματικότητα είναι Αυτό που Υπάρχει πριν και μετά την ανθρώπινη σκέψη, πέρα από την ανθρώπινη σκέψη: Μια Πλήρης Αποδοχή Όλου  του Χώρου Ύπαρξης  σαν Μιας Ενότητας: Μια Αποκάλυψη που δεν οφείλει τίποτα σε δικές μας προσπάθειες: η Μη Κατασκευασμένη Πραγματικότητα.

Οποιαδήποτε προσπάθεια να διευκρινισθεί, να αναλυθεί, ή να ερμηνευθεί το περιεχόμενο της αντίληψης αποτελεί μια αυθαίρετη κατασκευή, μια προβολή των περιοριστικών δραστηριοτήτων στην Πραγματικότητα που μας οδηγεί μέσα στον αδιέξοδο κύκλο της δυαδικότητας, σε μια εικονική πραγματικότητα, σε μια μαζική φρεναπάτη.

Όταν αυτό γίνεται ενστικτωδώς, καθώς αφηνόμαστε στο Ρεύμα της Ζωής, που μας πετάει στις ακτές του άμεσα αντικειμενικού, οδηγούμαστε σε διάφορες αντιλήψεις της Πραγματικότητας. Αυτός είναι στην ουσία του ο μηχανισμός της μετανάστευσης των όντων μέσα στην δημιουργία, στους διάφορους κόσμους. Όταν αυτό γίνεται με συγκεκριμένες προσδιορισμένες διαδικασίες μιλάμε για Πεδία Εκδήλωσης της Ύπαρξης. Κι όταν γίνεται με συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες (που αναγνωρίζουμε σαν νόμους της φύσης) τότε έχουμε μπροστά μας την διαφοροποίηση των (μετρήσιμων) αντικειμενικών κόσμων, του κόσμου του πνεύματος, του νου, της ψυχής, του υλικού κόσμου…

Ανεξάρτητα από το σε ποιο Πεδίο ή Κόσμο Εκδηλώνεται η Επίγνωση η Ίδια η Επίγνωση Είναι Χώρος που Υπερβαίνει τα Πάντα ενώ ταυτόχρονα τα περιλαμβάνει όλα σαν ένα πολύ μικρό μέρος της πραγματικότητάς της… καθώς Επεκτείνεται σε Απέραντα Βάθη Μακριά από όλα.

Η Επίγνωση ακόμα κι όταν Εκδηλώνεται με ένα υλικό φορέα (σώμα) στην Πραγματικότητα Προηγείται του σώματος, είναι Ανεξάρτητη από το Σώμα και Ελεύθερη να Ανυψωθεί πάνω από τον κόσμο της δυαδικότητας και να Πετάξει Προς τα Ανεξερεύνητα Βάθη του Αληθινού Όντος. Εξαρτάται από εμάς να το επιδιώξουμε, να το πραγματοποιήσουμε, να το Βιώσουμε.

Εμείς οι ίδιοι, σαν Επίγνωση, Ανυψωνόμαστε Πέρα από τα Όρια, η θέτουμε όρια, Εκδηλωνόμαστε πνευματικά πέρα από τους ψυχοσωματικούς περιορισμούς (σε μια μεταφυσική πορεία στους αόρατους κόσμους μέχρι την Θεότητα), ή περιοριζόμαστε μέσα στις ψυχοσωματικές λειτουργίες, στην μίζερη ζωούλα μας, σε ένα κόσμο που παραζαλισμένος γυρίζει γύρω από τις αυταπάτες του.

Είμαστε Υπεύθυνοι της Ύπαρξής μας: Αληθινά Κυρίαρχοι, ή δούλοι της μοίρας μας… ανάλογα με το πώς την οικοδομούμε…


 

 

Saturday, January 27, 2024

True Awareness


True Awareness

(In the Sanctuary of the HOLY SPACE)

Awareness (in its Real Experiential Approach - regardless of how man perceives it) is Self-Emerging Perception of Existence, which at its Base, in its Full Function and in its True State, is Perception of Presence Without Attributes, Without Limits, Without Content - An Undifferentiated Perception of Continuity, Eternity, Completeness and Completion.

When Awareness is Associated with Content then it acquires an Unlimited Depth, as a Space of Perception, a Perception Plinth on which the particular can be considered, (founded, observed and analyzed). The Awareness of the Space of Existence, of the Unity of the Undifferentiated, not only Precedes but also Presupposes every awareness of the particular. The awareness of the particular is but a very partial awareness-perception, a conditioned state of perception and never (never) the full integrated awareness. Awareness is the White Background that either Exists By Itself, in its Pure State, or is used as a Background, a Base on which any shape is formed, which is either a complete "meaning", or an element of some meaning (of existence, activity, state , etc.)… This White Background is Full of Potential and Life and not “empty” “non-existent” “space”… Finally, it's a matter of simple common sense: to write something you need paper, or some other material as a base.

Usually people (from philosophers, scientists, to ordinary people) understand "Awareness" and define it as "awareness of something" (precisely because they do not "experience" some other state of awareness). They overlook both their Substantial Presence which Constitutes Awareness, as well as the Contextual Space of Perception and identify and define as awareness only the immediate present coincidental perception of the specific (i.e. they do not perceive the complete phenomenon but only the "content"). This is a very superficial approach to a Phenomenon, which has its Causes, its Roots, its Essential Function, very deep (metaphysically), very far (among the variety of states of awareness possible), and much higher than the simple "gaze" of naive man, and certainly (we laugh at it even if it is formulated by so-called scientists and) we cannot take such a perception seriously... Some still consider awareness as an epiphenomenon of material brain function and cannot accept that it can to have "Awareness" without matter, without brain, without living life. They defiantly overlook the fact that “Awareness” is presupposed in order to come up with all these nice stupid theories - since always the observer is presupposed in every activity, action, knowledge - and then make the scientific stupid mistake of limiting and defining as Life ( which in its real Essence is Motion, Energy, Activity) the material phenomenon of life (and indeed of the earth, while it is mathematically certain that there are millions of planets in the Galaxies with living life, often structured on a different material basis...)... And finally, the fact that these people do not experience a Higher State of Awareness, does not mean that such a state does not already exist: Then the blind man has every right to prove that there is no light, reaction of sense perception, sight. That sounds very scientific!

In reality Awareness Precedes Existence (since existence appears only as perceptual apprehension, qualities, phenomena) whatever the "square" logic of men may say. And in fact, it is Awareness that creates all the phenomena of existence, life, even material phenomena. All are "awareness events", "mental" phenomena, which within the (measurable) "mental" function appear as phenomena of a gross "material" substance... This is what all the Great Masters, Orpheus, Lao Tzu, Buddha... have taught us. And so we found, experientially, that it happens... And if some consider the "secret experience" as subjective insanity and imagination with the same right we in turn consider them fools for not "seeing" what is in front of their eyes. Courtesy is mutual!

Awareness Manifests in various forms (Levels of Awareness, which create the Fields of Activity), as "Being", as "Cognition", as "Energy", as "Phenomenon", which were "studied" by the Hellenic Sages (Orpheus, Pythagoras, Parmenides , Heraclitus, Plato... Plotinus), "clarified" by Lao Tzu in his "Path" and exhausted by Buddhist metaphysics (Siddhartha, Nagarjuna, Asanga and Vasubandhu, Bodhidharma... When Awareness is connected to a material carrier all are created, manifested and function those activities that appear as "psychological function" (which Plato defined as "material soul" and considered it as a temporary phenomenon that owed its existence precisely to the "connection” of Awareness-Soul with the body), as psychosomatic activity... The Awareness can work in this case through the psychosomatic functions and through the senses and be active in the world… but it can Exist (when Released) and without the body… This is the Way of the Wise. Many followed it. Everyone can find out for himself, with his own personal experience...

So, How Can One (Starting from Present Awareness) Advance to the Infinite Depth of Awareness, beyond awareness of the concrete, to the Essence of Awareness, to the very Source of Awareness, which is True Existence, True Life, the Without Limit State, God Himself ( Meister Eckhart's Gottheit )?

This State of Awareness which is not a state but the Transcendence of all states of awareness, in the Boundless Space of Perception, is the Abode of the HOLY, the HOLY, where All things melt into an Infinite Calm Sea of Attribute-less Presence.

Η Αληθινή Επίγνωση

(Στο Άδυτο του ΙΕΡΟΥ ΧΩΡΟΥ)

Επίγνωση (στην Πραγματική Βιωματική Προσέγγισή της – άσχετα πως το αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος) Είναι Αυτοαναβλύζουσα Αντίληψη της Ύπαρξης, που στην Βάση της, στην Πλήρη Λειτουργία της και στην Αληθινή Κατάστασή της, Είναι Αντίληψη Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες, Χωρίς Όρια, Χωρίς Περιεχόμενο – Μια Αδιαφοροποίητη Αντίληψη Συνέχειας, Αιωνιότητας, Πληρότητας κι Ολοκλήρωσης.

Όταν η Επίγνωση Συσχετίζεται με Περιεχόμενο τότε αποκτά ένα Απεριόριστο Βάθος, σαν Χώρος Αντίληψης, Βάθρο Αντίληψης πάνω στο Οποίο μπορεί να θεωρηθεί, (να θεμελιωθεί, να παρατηρηθεί και να αναλυθεί) το ιδιαίτερο. Η Επίγνωση του Χώρου Ύπαρξης, της Ενότητας του Αδιαφοροποίητου, όχι μόνο Προηγείται αλλά και Προϋποτίθεται σε κάθε επίγνωση του ιδιαίτερου. Η επίγνωση του ιδιαίτερου δεν είναι παρά μια πολύ μερική επίγνωση-αντίληψη, μια εξαρτημένη κατάσταση αντίληψης και ποτέ (ποτέ) η πλήρης ολοκληρωμένη επίγνωση. Η Επίγνωση Είναι το Λευκό Φόντο που είτε Υπάρχει Από Μόνο του, στην Καθαρή Κατάστασή του, είτε χρησιμοποιείται σαν Φόντο, Βάση πάνω στην Οποία σχηματίζεται οποιοδήποτε σχήμα, που αποτελεί είτε ένα ολοκληρωμένο «νόημα», είτε στοιχείο κάποιου νοήματος (ύπαρξης, δραστηριότητας, κατάστασης, κλπ.)… Αυτό το Λευκό Φόντο είναι Πλήρες Δυνάμεως Δυνατότητας και Ζωής κι όχι «κενός» «ανύπαρκτος» «χώρος»… Επιτέλους, είναι θέμα απλής κοινής λογικής: για να γράψεις κάτι χρειάζεσαι χαρτί, ή κάποιο άλλο υλικό σαν βάση.

Συνήθως οι άνθρωποι (από τους φιλοσόφους, επιστήμονες, μέχρι τους απλούς ανθρώπους) αντιλαμβάνονται την «Επίγνωση» και την ορίζουν σαν «επίγνωση του κάτι» (επειδή ακριβώς δεν έχουν «εμπειρία» κάποιας άλλης κατάστασης επίγνωσης). Παραβλέπουν, τόσο την  Ουσιαστική Παρουσία (τους) που Συνιστά την Επίγνωση, όσο και το Πλαίσιο Χώρο Αντίληψης και προσδιορίζουν και ορίζουν σαν επίγνωση μόνο την άμεση παρούσα συμβαίνουσα αντίληψη του συγκεκριμένου (δηλαδή δεν έχουν αντίληψη του πλήρους φαινομένου αλλά μόνον του «περιεχομένου»). Αυτή είναι μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση ενός Φαινομένου, που έχει τις Αιτίες του, τις Ρίζες του, την Ουσιαστική Λειτουργία του, πολύ βαθιά (μεταφυσικά), πολύ μακριά (μέσα στην ποικιλία των καταστάσεων επίγνωσης που είναι δυνατές), και πολύ ψηλότερα από το απλό «κοίταγμα» του αφελούς ανθρώπου, και ασφαλώς (γελάμε με αυτό ακόμα κι αν διατυπώνεται από δήθεν επιστήμονες και) δεν μπορούμε να πάρουμε μια τέτοια αντίληψη στα σοβαρά… Κάποιοι θεωρούν ακόμα την επίγνωση σαν επιφαινόμενο της υλικής εγκεφαλικής λειτουργίας και δεν μπορούν να αποδεχτούν ότι μπορεί να υπάρξει «Επίγνωση» χωρίς ύλη, χωρίς εγκέφαλο, χωρίς έμβια ζωή. Παραβλέπουν προκλητικά το γεγονός ότι προϋποτίθεται η «Επίγνωση» για να μπορέσουν να συλλάβουν όλες αυτές τις ωραίες ηλίθιες θεωρίες - αφού πάντα ο παρατηρητής προϋποτίθεται σε κάθε δραστηριότητα, ενέργημα, γνώσης – και μετά κάνουν το επιστημονικό ηλίθιο λάθος να περιορίζουν και να προσδιορίζουν σαν Ζωή (που στην πραγματική της Ουσία είναι Κίνηση, Ενέργεια, Δραστηριότητα) το υλικό φαινόμενο της ζωής (και μάλιστα της γήινης, ενώ είναι μαθηματικά βέβαιο ότι υπάρχουν εκατομμύρια πλανήτες στους Γαλαξίες με έμβια ζωή, πολλές φορές δομημένη σε διαφορετική υλική βάση…)… Και τέλος το ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν εμπειρία μιας Ανώτερης Κατάστασης Επίγνωσης, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κιόλας μια τέτοια κατάσταση: Τότε κι ο τυφλός έχει κάθε δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν υπάρχει φως, αντίδραση της αντίληψης των αισθήσεων, όραση. Πολύ επιστημονικό ακούγεται αυτό!

Στην πραγματικότητα η Επίγνωση Προηγείται της Ύπαρξης (αφού η ύπαρξη δεν εμφανίζεται παρά σαν αντιληπτική σύλληψη, ιδιότητες, φαινόμενα) ό,τι κι αν λέει η «τετράγωνη» λογική των ανθρώπων. Και μάλιστα, είναι η Επίγνωση που δημιουργεί όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης, τη ζωή, ακόμα και τα υλικά φαινόμενα. Όλα είναι «συμβάντα επίγνωσης», «νοητικά» φαινόμενα, που μέσα στην (μετρήσιμη) «νοητική» λειτουργία εμφανίζονται σαν φαινόμενα μιας χονδροειδούς «υλικής» ουσίας… Έτσι μας δίδαξαν όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι, ο Ορφέας, ο Λάο Τσε, ο Βούδας… κι έτσι διαπιστώσαμε, βιωματικά, ότι συμβαίνει… Κι αν κάποιοι θεωρούν το «μυστικό βίωμα» σαν υποκειμενική παραφροσύνη και φαντασία με το ίδιο δικαίωμα τους θεωρούμε με τη σειρά μας ανόητους που δεν «βλέπουν» αυτό που είναι μπροστά στα μάτια τους. Η Ευγένεια είναι αμοιβαία!

Η Επίγνωση Εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές (Βαθμίδες Επίγνωσης, που δημιουργούν τα Πεδία Δραστηριότητας), σαν «Είναι», σαν «Νοείν», σαν «Ενέργεια», σαν «Φαινόμενο», που «μελέτησαν» οι Έλληνες Σοφοί (Ορφέας, Πυθαγόρας, Παρμενίδης, Ηράκλειτος, Πλάτωνας… Πλωτίνος), που «διευκρίνισε» ο Λάο Τσε στην «Οδό» του κι εξάντλησε η βουδιστική μεταφυσική (Σιντάρτα, Ναγκαρζούνα, Ασάνγκα και Βασουμπάντχου, Μποντιντάρμα)… Όταν η Επίγνωση συνδέεται με ένα υλικό φορέα δημιουργούνται, εκδηλώνονται και λειτουργούν όλες εκείνες οι δραστηριότητες που εμφανίζονται σαν «ψυχολογική λειτουργία» (που ο Πλάτωνας όριζε σαν «υλική ψυχή» και την θεωρούσε σαν ένα πρόσκαιρο φαινόμενο που όφειλε ακριβώς την ύπαρξή του στην «σύνδεση» της Επίγνωσης-Ψυχής με το σώμα), σαν ψυχοσωματική δραστηριότητα… Η Επίγνωση μπορεί να λειτουργεί σε αυτή την περίπτωση μέσω των ψυχοσωματικών λειτουργιών και μέσω των αισθήσεων και να δραστηριοποιείται στον κόσμο… αλλά μπορεί να Υπάρχει (όταν Απελευθερώνεται) και χωρίς το σώμα… Αυτός είναι ο Δρόμος των Σοφών. Τον Ακολούθησαν πολλοί. Ο Καθένας μπορεί να το διαπιστώσει μόνος του, με δική του προσωπική εμπειρία…

Πως Μπορεί λοιπόν Κάποιος (Ξεκινώντας από την Παρούσα Επίγνωση) να Προχωρήσει στο Απέραντο Βάθος της Επίγνωσης, πέρα από την επίγνωση του συγκεκριμένου, στην Ουσία της Επίγνωσης, στην Ίδια την Πηγή της Επίγνωσης, που Είναι η Αληθινή Ύπαρξη, η Αληθινή Ζωή, η Χωρίς Όρια Κατάσταση, η Ίδια η Θεότητα (Gottheit του Μάιστερ Έκχαρτ);

Αυτή η Κατάσταση Επίγνωσης που δεν είναι κατάσταση αλλά Υπέρβαση όλων των καταστάσεων επίγνωσης, στον Χωρίς Όρια Χώρο Αντίληψης, είναι το Άδυτο του ΙΕΡΟΥ, το ΙΕΡΟ, όπου λιώνουν τα Πάντα σε Μια Απέραντη Ήρεμη Θάλασσα Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες.



Sunday, January 21, 2024

The Philosophy of Being


 

The Philosophy of Being

THE PHILOSOPHY  OF IS

Twenty-five centuries ago, Plato founded the Philosophy of IS (UTTERLY BEING), a philosophical thought that dominates the Western world to this day. In fact, Plato exhausted the subject and all the rest of us, even those who ignore him, are merely commenting on the Platonic understanding. According to Plato the "completely is", the “utterly being”, that is, the True Being, (the Agathon) is beyond "being", essence and determinations. From It (as from the sun emanates light) emanates Being, (the Essence), which is the most abstract and the most empty (undefined) perception identified with Simple Existence. From the differentiation of Being, all beings, all that exists, arise with various determinations. From Being arises with Self-Consciousness the subjective perception (the soul, in the sense of mental existence) and the objective states (the world of beings, of ideas). The conceivable world is therefore twofold, mind (the real essence of the soul) and conceivable. These are of the same essence ("are") but differ in their definitions and in their function. Every "is" (i.e. every determinable) has a double meaning: "is", (i.e. exists) and "is what" (is something, determination). The world of phenomena is but a reflection of the mental world, an image , a copy, which does not belong to the space of "being" but of becoming (that is, of the momentary "being" that is constantly differentiating).

A few centuries later Plotinus, Plato's greatest commentator, would clearly describe the four spheres of Being:

1. The One, the True Being, the Source of all.

2. The Μind, the mental sphere,

3. The soul (in the sense of the vital principle),

4. The matter.

Just as for Plato everything belongs to Utterly Being (to the "completely being") which the soul (the mental core) must perceive by abandoning the world of phenomena and the world of intelligibles, so for Plotinus everything belongs to the One, which can be approached by the mind abandoning all the outer spheres of Being, even the perception of a separate existence, i.e. all mental activity.

Many centuries after Plato, Hegel realized that "Being" is identical with Cognition  (Noein), that is, he realized that "Being" is not a substance but an activity, an energy, a function. From "Being" in the dynamic sense, the Noein (Cognition), which is identified with Absolute Non-Being (and not non-being as a negation of being), when differentiated, the world of Being (of essence, determination) emerges and from the differentiation of Being arises the mental sphere of subjective existence and objective state. Everything is intelligence. The further alienation of the spirit (of consciousness) and the simultaneous degeneration of the mental into phenomena leads to the realm of nature, the material world. The detachment of the spirit from the world of phenomena, its concentration from scattered mental activities in True Existence, in True Being, finally takes us out of the realms of Being, into Absolute Being, where the Mind now perceives Infinity and Eternity of the existence.

In the last century the existentialists have tried through Given Existence (that "Being" that we are and ignore its Depth) to separate the Real Being from all mental garbage, all dead-end mental processes and futile activities. The "Being" that stands as the Background to all "relative is" will be revealed only when all that "is not" is abandoned. Ultimately True Being is revealed as Non-Being, as lacking any mental process and determination. True Existence is completely outside the realm of existence as perceived by ordinary people, outside the realm of experience.

Even today the Search for True Being, the Experiencing of True Being, beyond any related and ultimately useless and indifferent activities, remains the main problem of True Philosophy. "Being" as the support of all existence (any kind of existence) is always Present and always Available for us to Experience. Wasting time is not about Timeless. Whether we like it or not, today, but in ten thousand years, we will have to give up all foolish activities to emerge into True Existence.

Η Φιλοσοφία του «Είναι»

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ

Εδώ και εικοσιπέντε αιώνες, ο Πλάτωνας, θεμελίωσε την Φιλοσοφία του ΕΙΝΑΙ, φιλοσοφική σκέψη που κυριαρχεί μέχρι σήμερα στον δυτικό κόσμο. Στην πραγματικότητα ο Πλάτωνας εξάντλησε το θέμα κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι, ακόμα κι αυτοί που τον αγνοούν, απλά κάνουμε σχόλια στην πλατωνική αντίληψη. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα το «τελείως είναι», δηλαδή το Αληθινό Είναι, (το Αγαθόν) είναι πέραν του «είναι», της ουσίας και των προσδιορισμών. Από Αυτό (όπως από τον ήλιο πηγάζει το φως) πηγάζει το Είναι, (η Ουσία), που είναι η πιο αφηρημένη και η πιο κενή (χωρίς προσδιορισμούς) αντίληψη που ταυτίζεται με την Απλή Ύπαρξη. Από την διαφοροποίηση του Είναι προκύπτουν με διάφορους προσδιορισμούς όλα τα είναι, όλα τα όντα. Από το Είναι προκύπτει με την Αυτοσυνείδηση η υποκειμενική αντίληψη (η ψυχή, με την έννοια της νοητής ύπαρξης) και οι αντικειμενικές καταστάσεις (ο κόσμος των όντων, των ιδεών). Ο νοητός κόσμος λοιπόν είναι διττός, νους (η πραγματική ουσία της ψυχής) και νοητό. Αυτά είναι της ίδιας ουσίας («είναι») αλλά διαφοροποιούνται στους προσδιορισμούς τους και στην λειτουργία τους. Κάθε «είναι"» (δηλαδή κάθε προσδιοριζόμενο) έχει μία διπλή έννοια: «είναι», (δηλαδή υπάρχει) και «είναι τι» (είναι κάτι, προσδιορισμός). Ο κόσμος των φαινομένων δεν είναι παρά μία αντανάκλαση του νοητού κόσμου, ένα είδωλο, ένα αντίγραφο, το οποίο δεν ανήκει στον χώρο του «είναι» αλλά του γίγνεσθαι (δηλαδή του στιγμιαίου «είναι» που διαφοροποιείται συνεχώς).

Λίγους αιώνες μετά ο Πλωτίνος, ο μεγαλύτερος σχολιαστής του Πλάτωνα θα περιγράψει με σαφήνεια τις τέσσερις σφαίρες του Είναι:

1. Το Ένα, το Αληθινό Είναι, η Πηγή του παντός.

2. Ο νους, η νοητική σφαίρα,

3. Η ψυχή (με την έννοια της ζωτικής αρχής),

4. Η ύλη.

Όπως για τον Πλάτωνα όλα ανήκουν στο Είναι (στο «τελείως είναι») που πρέπει να αντιληφθεί η ψυχή (ο νοητικός πυρήνας) εγκαταλείποντας τον κόσμο των φαινομένων και τον κόσμο των νοητών, έτσι και για τον Πλωτίνο όλα ανήκουν στο Ένα, που μπορεί να προσεγγίσει ο νους εγκαταλείποντας όλες τις εξωτερικές σφαίρες του Είναι, ακόμα και την αντίληψη μίας ξεχωριστής ύπαρξης, δηλαδή κάθε νοητική δραστηριότητα.

Πολλούς αιώνες μετά τον Πλάτωνα ο Χέγγελ αντιλήφθηκε ότι το «Είναι» ταυτίζεται με το Νοείν, αντιλήφθηκε δηλαδή ότι το «Είναι» δεν είναι κάποια ουσία αλλά δραστηριότητα, ενέργεια, λειτουργία. Από το «Είναι» με την δυναμική έννοια, το Νοείν, που ταυτίζεται με το Απόλυτο Μη-Είναι (κι όχι το μη-είναι σαν άρνηση του είναι), όταν διαφοροποιείται, αναδύεται ο κόσμος του Είναι (της ουσίας, του προσδιορισμού) κι από τη διαφοροποίηση του Είναι προκύπτει η νοητική σφαίρα της υποκειμενικής ύπαρξης και της αντικειμενικής κατάστασης. Όλα είναι νόηση. Η περαιτέρω αλλοτρίωση του πνεύματος (της συνείδησης) κι ο ταυτόχρονος εκφυλισμός των νοητών σε φαινόμενα οδηγεί στην σφαίρα της φύσης, του υλικού κόσμου. Η απόσπαση του πνεύματος από τον κόσμο των φαινομένων, η συγκέντρωσή του από τις σκόρπιες νοητικές δραστηριότητες στην Αληθινή Ύπαρξη, στο Αληθινό Είναι, μας βγάζει τελικά έξω από τις σφαίρες του Είναι, στο Απόλυτο Είναι, όπου το Νοείν αντιλαμβάνεται πλέον την Απεραντοσύνη και την Αιωνιότητα της Ύπαρξης.

Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές προσπάθησαν μέσα από την Δεδομένη Ύπαρξη (αυτό το «Είναι» που είμαστε κι αγνοούμε το Βάθος του) να ξεχωρίσουν το Πραγματικό Είναι από όλα τα νοητικά σκουπίδια, όλες τις αδιέξοδες νοητικές διαδικασίες και τις μάταιες δραστηριότητες. Το «Είναι» που στέκεται σαν Υπόβαθρο σε κάθε «σχετικό είναι» θα αποκαλυφθεί μόνο όταν εγκαταλειφθούν όλα αυτά που «δεν είναι». Τελικά το Αληθινό Είναι αποκαλύπτεται σαν Μη-Είναι, σαν έλλειψη οποιασδήποτε νοητικής διεργασίας και προσδιορισμού. Η Αληθινή Ύπαρξη είναι τελείως έξω από την σφαίρα της ύπαρξης όπως την αντιλαμβάνονται οι κοινοί άνθρωποι, έξω από την σφαίρα της εμπειρίας, του βιώματος.

Ακόμα και σήμερα η Αναζήτηση του Αληθινού Είναι, η Βίωση του Αληθινού Είναι, πέρα από τις όποιες σχετικές και τελικά άχρηστες και αδιάφορες δραστηριότητες, παραμένει το κύριο πρόβλημα της Αληθινής Φιλοσοφίας. Το «Είναι» σαν υποστήριγμα κάθε ύπαρξης (οποιουδήποτε είδους ύπαρξης) είναι πάντα Παρόν και πάντα Διαθέσιμο για να το Βιώσουμε. Η σπατάλη του χρόνου δεν αφορά το Άχρονο. Είτε το θέλουμε είτε όχι, μα σήμερα, μα σε δέκα χιλιάδες χρόνια, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε όλες τις ανόητες δραστηριότητες για να αναδυθούμε στην Αληθινή Ύπαρξη.

 

 


Saturday, January 20, 2024

The Objective and our Perception



The Objective and our Perception

When we say OBJECTIVE, OBJECTIVE BASIS OF CONSCIOUSNESS, (IS, EXISTENCE), we mean that Consciousness as a phenomenon has an Objective Basis, which is independent of any of our perceptions, which we cannot control. How do we know it exists? Because we do not create our existence, our consciousness. It is given to us, it is objective, it belongs to the Objective. This, Existence, the PURE IS, It is the TRULY OBJECTIVE, which we cannot approach with any perceptions, with thought, sensation, activity...

We are not referring to the immediate objective of perception, what we perceive as objective, outside, in the material universe. Certainly, when we turn to the directly objective, what appears directly to our perception as objective, the external, the material, we can perceive it, form concepts, structure knowledge. But this is not the OBJECTIVE, it is our perception of the Objective. Here rationality has its place, here there is as much "objective" knowledge as possible and all this is useful for practical life.

But here we are talking about another thing, we are talking about the PERCEPTION OF EXISTENCE, AS EXISTENCE, as IT IS, as a TRUE OBJECTIVE IS, which is necessarily TRANSCENDENT. This is a completely different thing. We place Consciousness in the ACTUALLY OBJECTIVE, we do not see Consciousness simply as an element of the all, the directly objective, the external, the material. This, secondly , is only a perception. But to approach the TRULY OBJECTIVE we must do it in a more direct way, without the mediation of thought or other energy. We must, turning towards the Self and abandoning all secondary activities, immerse ourselves directly in the ONE IS, which is the ALL ITSELF, the PURE IS. Here we enter the realm of metaphysics, transcendental experience, mystical insight, etc. But we always remain in the SPACE OF EXPERIENCE...

When the thought from all this conceives a theory and proclaims it, a religious concept is created, a philosophical view. If used to take us beyond theory to Experience it can be useful. But when it remains at the level of inapplicable theory, or is used for other purposes, then it is useless. Historical religions began as means to Experience, but at the end ended up as a historical burden for the genuine man seeking TRUTH.

Το Αντικειμενικό και η Αντίληψή μας

Όταν λέμε ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ, ΑΝΤΙΚΕΜΕΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ, (το ΕΙΝΑΙ, η ΥΠΑΡΞΗ), εννοούμε ότι η Συνείδηση σαν φαινόμενο έχει Μία Αντικειμενική Βάση, που είναι ανεξάρτητη από τις όποιες αντιλήψεις μας, που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Πως ξέρουμε ότι υπάρχει; Επειδή δεν δημιουργούμε εμείς την ύπαρξή μας, την συνείδησή μας. Μας δίνεται, είναι αντικειμενική, ανήκει στο Αντικειμενικό. Αυτό, η Ύπαρξη, το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ, Είναι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ, που δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε με τις όποιες αντιλήψεις, με την σκέψη, την αίσθηση, την δραστηριότητα...

Δεν αναφερόμαστε στο άμεσα αντικειμενικό της αντίληψης, αυτό που συλλαμβάνουμε εμείς σαν αντικειμενικό, στο εξωτερικό, στο υλικό σύμπαν. Βεβαίως, όταν στρεφόμαστε προς το άμεσα αντικειμενικό, αυτό που εμφανίζεται άμεσα στην αντίληψή μας σαν αντικειμενικό, το εξωτερικό, το υλικό, μπορούμε να το αντιληφθούμε, να σχηματίσουμε έννοιες, να δομήσουμε γνώση. Αυτό όμως δεν είναι το ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ, είναι η αντίληψή μας περί του Αντικειμενικού. Εδώ ο ορθολογισμός έχει την θέση του, εδώ υπάρχει "αντικειμενική" κατά το δυνατόν γνώση κι όλα αυτά είναι χρήσιμα για την πρακτική ζωή.

Αλλά εδώ μιλάμε για άλλο πράγμα, μιλάμε για την ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ, ΣΑΝ ΥΠΑΡΞΗΣ, σαν ΕΙΝΑΙ, σαν ΑΛΗΘΙΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΕΙΝΑΙ, που είναι κατ’ανάγκη ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟ. Πρόκειται για τελείως διαφορετικό πράγμα. Τοποθετούμε την Συνείδηση στο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ, δεν βλέπουμε την Συνείδηση απλά σαν στοιχείο του παντός, του άμεσα αντικειμενικού, του εξωτερικού, του υλικού. Αυτό, το δεύτερο, είναι μόνο μία αντίληψη. Για να προσεγγίσουμε όμως το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ πρέπει να το κάνουμε με ένα πιο άμεσο τρόπο, χωρίς την μεσολάβηση της σκέψης ή άλλης ενέργειας. Πρέπει, στρεφόμενοι προς τον Εαυτό κι εγκαταλείποντας όλες τις δευτερεύουσες δραστηριότητες να βυθιστούμε άμεσα στο ΙΔΙΟΝ ΕΙΝΑΙ, που είναι το ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΕΑΥΤΟ, το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ. Εδώ εισερχόμαστε στον χώρο της μεταφυσικής, της υπερβατικής εμπειρίας, της μυστικής ενόρασης, κλπ. Παραμένουμε όμως πάντα στον ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ...

Όταν η σκέψη από όλα αυτά συλλαμβάνει μία θεωρία και την κηρύσσει δημιουργείται μία θρησκευτική αντίληψη, μία φιλοσοφική θεώρηση. Αν χρησιμοποιηθεί για να μας περάσει πέρα από την θεωρία στο Βίωμα μπορεί να φανεί χρήσιμη. Όταν όμως από «μικρά πνεύματα» μένει στο επίπεδο της ανεφάρμοστης θεωρίας, ή χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς τότε είναι άχρηστη. Οι ιστορικές θρησκείες ξεκίνησαν σαν μέσα προς το Βίωμα, τελικά όμως κατέληξαν σαν ιστορικό βάρος για τον γνήσιο άνθρωπο που αναζητά την ΑΛΗΘΕΙΑ.

 

 


 

Sunday, January 14, 2024

The True Objective

 


The True Objective

The Subject, Consciousness (which manifests itself from the moment we perceive our existence), is a universal instrument of perception. Its function has many dimensions, conscious (related to the perception of existence), perceptual (related to the perception of existence in a "space" but also of the space), mental (in the sense of the thought process to arrive at a safe perception of phenomena), volitional, emotional, material (in the sense of perception of the material world and physical action). The cognitive activity of the common man is usually related to the perception of his existence in the material universe, in the environment where he experiences life and performs his daily activities, with his relationships with the environment, daily activities, etc. In other words cognitive activity is usually directed outward, towards the immediate objective. Even internal processes, thoughts, etc. are oriented outward.

In order for the Subject, the Consciousness, to perceive Its Real Essence, Existence (in the absolute sense) it must turn inward, toward the Self, rejecting all other activities that orient it outward, sensory activities, extraverted thinking, internalized mental process, even the very perception of a relative being. Only in this way can it reach the perception of Being, Pure Being, which is it and all consciousness in Its Essence. The Perception of Being (which is Objective Being, the Being of all existences, the Basis that supports everything) is an internal cognitive act in which the intellect participates little, and so do the senses. And this is possible and it is done. This cognitive act leads to a result that is not only subjective. It is a subjective perception of an objective reality. And just as we have in the natural world intersubjective perception of an objective material reality (e.g. in winter everyone feels the frost) in a similar way there is Intersubjective perception of an Internal Objective Reality. When the Subject fully awakens to this state, it plunges into the Objective, having abandoned all perception and all processes of relative existence (This is the Enlightenment, the Supreme Realization, the Union with the Divinity, etc., of which all religions speak .It happens in all religions in the same way and we can prove it).

In the final analysis, ULTIMATE REALITY IS EXACTLY A UNION OF SUBJECTIVE AND OBJECTIVE, (the TRUE OBJECTIVE that underpins everything). The "Conquest" by the Subject of OBJECTIVE REALITY, which lies behind all, is Full Realization, Enlightenment, Redemption. There is no other way to reach the TRUTH. All the Great Founders of Religions and the great philosophers followed this path. And if we study a little history of religions and history of philosophy we will see that they all arrive at the SAME REALITY. What we are saying has been said many times, we are not projecting any special revelation.

Το Αληθινό Αντικειμενικό

Το Υποκείμενο, η Συνείδηση (που εκδηλώνεται από την στιγμή που έχουμε αντίληψη της ύπαρξής μας), είναι ένα καθολικό όργανο αντίληψης. Η λειτουργία του έχει πολλές διαστάσεις, συνειδησιακή (που σχετίζεται με την αντίληψη της ύπαρξης), αντιληπτική (που σχετίζεται με την αντίληψη της ύπαρξης σε ένα «χώρο» αλλά και του χώρου), νοητική (με την έννοια της σκεπτοδιαδικασίαςγιά να καταλήξουμε σε μία ασφαλή αντίληψη των φαινομένων), βουλητική, συναισθηματική, υλική ( με την έννοια της αντίληψης του υλικού κόσμου και της σωματικής δράσης). Η γνωστική δραστηριότητα του κοινού ανθρώπου σχετίζεται συνήθως με την αντίληψη της ύπαρξής του μέσα στο υλικό σύμπαν, στο περιβάλλον, όπου βιώνει την ζωή και εκτελεί τις καθημερινές του δραστηριότητες, με τις σχέσεις του με το περιβάλλον, τις καθημερινές δραστηριότητες, κλπ. Με άλλα λόγια η γνωστική δραστηριότητα στρέφεται συνήθως προς τα έξω, προς το άμεσα αντικειμενικό. Ακόμα και οι εσωτερικές διεργασίες, σκέψεις κλπ. προσανατολίζονται προς τα έξω.

Για να μπορέσει το Υποκείμενο, η Συνείδηση, να αντιληφθεί την Πραγματική Ουσία Της, την Ύπαρξη (με την απόλυτη έννοια) θα πρέπει να στραφεί προς τα έσω, προς το Ίδιον Είναι, απορρίπτοντας όλες τις άλλες δραστηριότητες που την προσανατολίζουν προς τα έξω, αισθητηριακές δραστηριότητες, εξωστρεφή νόηση, εσωτερικευμένη νοητική διαδικασία, ακόμα και την ίδια την αντίληψη μίας σχετικής ύπαρξης. Μόνο έτσι μπορεί να φτάσει στην αντίληψη του Είναι, του Καθαρού Είναι, που είναι αυτή και κάθε συνείδηση στην Ουσία Της. Η Αντίληψη του Είναι (που είναι Αντικειμενικό Είναι, το Είναι όλων των υπάρξεων, η Βάση που στηρίζει τα πάντα) είναι μία εσωτερική γνωστική πράξη στην οποία η νόηση συμμετέχει ελάχιστα, το ίδιο και οι αισθήσεις. Και δυνατόν είναι αυτό και γίνεται. Αυτή η γνωστική πράξη οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα που δεν είναι μόνο υποκειμενικό. Είναι Υποκειμενική Αντίληψη Μίας Αντικειμενικής Πραγματικότητας. Κι όπως έχουμε στον φυσικό κόσμο διυποκειμενική αντίληψη μίας αντικειμενικής υλικής πραγματικότητας (πχ το χειμώνα όλοι αισθάνονται την παγωνιά) με ανάλογο τρόπο υπάρχει Διυποκειμενική αντίληψη Μίας Εσωτερικής Αντικειμενικής Πραγματικότητας. Όταν το Υποκείμενο αφυπνισθεί ολοκληρωτικά σε αυτή την κατάσταση βυθίζεται πιά στο Αντικειμενικό, αφού έχει εγκαταλείψει κάθε αντίληψη και κάθε διαδικασία σχετικής ύπαρξης (Αυτή είναι η Φώτιση, η Υπέρτατη Πραγμάτωση, η Ένωση με την Θεότητα, κλπ., για την οποία μιλούν όλες οι θρησκείες. Συμβαίνει σε όλες τις θρησκείες με τον ίδιο τρόπο και μπορούμε να το αποδείξουμε).

Σε τελευταία ανάλυση Η ΥΣΤΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΝΩΣΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ, (του ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ που στηρίζει τα πάντα). Η «Κατάκτηση» από το Υποκείμενο της ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, που βρίσκεται πίσω από όλα, είναι η Πλήρης Αντίληψη, η Φώτιση, η Λύτρωση. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να φτάσουμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ. Όλοι οι Μεγάλοι Ιδρυτές Θρησκειών κι οι μεγάλοι φιλόσοφοι αυτόν τον δρόμο ακολούθησαν. Κι αν μελετήσουμε λίγο ιστορία των θρησκειών κι ιστορία φιλοσοφίας θα δούμε ότι φτάνουν όλοι στην ΙΔΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Αυτό που λέμε το έχουν πει πολλές φορές, δεν προβάλλουμε κάποια ιδιαίτερη αποκάλυψη.


 

 


 

Saturday, January 13, 2024

The Eternal Truth

 


The Eternal Truth

BUDDHISM

Twenty-five centuries ago the Buddha crossed almost the whole of India to preach the Way to Enlightenment, to Nirvana. According to the Buddhist teaching "That which we are", "That which perceives", is a composition of various processes (skanda), processes consisting of corresponding flows, successions, momentary states, phenomena (dharma). To reach Nirvana all these processes must be exhausted, overcome. There are various grades on this road. Beyond some simple rules that determine what we should not do and what we should do, the sensory activity (in general or by the use of some postures) should be overcome and then the mentality that connects us through the senses to the external world (ventana )... The four dhyanas are intended to eliminate the internal mentality ( samjna , samskara , vijnana ). The four samapatis manage the perception of existence in a purely metaphysical realm (vijnana , four categories). The Ultimate Reality leads us to a Consciousness without "consciousness", without "existence", without activities. The Enlightenment. Nirvana, is not a state of non-existence in the absolute sense but a State where any perception of relative existence is absent. What it really is has to be discovered by oneself, experiencing it.

CHRISTIANITY

Five centuries after the Buddha, Christ preached his own way to the Truth, in the wider region of Galilee and Judea. The "John" Gospel (regardless of who the real author is and whether the words he puts into Christ's mouth are Christ's or not) is the innermost of all sacred texts. Johannine theology handles metaphysical concepts and perceptions that clearly stem from an inner Hellenic conception of Reality but in a way that goes beyond a simple metaphysical view by promoting the experience of Christ as the Ultimate Reality . All Johannine Theology is condensed into one phrase that the author puts into the mouth of Christ "I and the father are one ". The two subjects are identified in "are". If the small human ego contains God, then God is "small". But if the Ego expanded and became as vast as the sky then the identification makes sense. However, Christ, the "I" is no longer an ordinary person. In reality God, Truth, son of God, son of man, I, man, All these are identical. Man, like the Model Christ, must rise, expand to the Infinite to contain God.

A few centuries after Christ and John, the Neptic fathers described in detail the way to Theosis (deification). Beyond some external rules we should overcome the sensory activity as well as the mentality that is directed towards the world and turn inward, towards the inner man. There are three stages in the overcoming of inner mentality, corresponding to the three varieties of thinking. In the next three stages the Consciousness, the mind, in the terminology of the Neptics, must be cleansed of all perception of personal existence and become shapeless, formless, monoid (or without species). The Final Attainment makes the mind immeasurable so that it can receive the Godhead and become deified (by grace the texts say, by nature we believe, but that doesn't matter).

EXISTENTIALISM

In the last century the most important philosophical movement of the century, Existentialism, seeks Existence in terms similar to those of Buddhism and Christianity and with actions that do not differ from the analogous actions of the Buddhist meditator or the Christian neptic. In Heidegger's Philosophy Da-sein (here-being, present existence, present consciousness) is "That which we are", "That which perceives". This "Here-is" must be cleansed of all "here" to remain Pure Sein . All these determinations of Existence are external activities, mentalities, internal processes, even the very perception of existence, of relative existence.

THE ETERNAL TRUTH

In the end, it seems that the Truth is Eternal and is formulated again and again and everyone can search and formulate it in their own way. Human intelligence is built everywhere and always in the same way and always leads to the Truth Itself, to WHO YOU REALLY ARE, to DIVINITY. But all this will be widely understood, by the common man, in the next millennium.

Η Αιώνια Αλήθεια

ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ

Πριν από είκοσι πέντε αιώνες ο Βούδας διέσχισε ολόκληρη σχεδόν την Ινδία για να κηρύξει τον Δρόμο προς την Φώτιση, προς το Νιρβάνα. Σύμφωνα με την βουδιστική διδασκαλία «Αυτό που είμαστε», «Αυτό που αντιλαμβάνεται», είναι μία σύνθεση από διάφορες διαδικασίες (σκάντα), διαδικασίες που συνίστανται από αντίστοιχες ροές, διαδοχές, στιγμιαίων καταστάσεων, φαινομένων (ντάρμα). Γιά να φτάσουμε στο Νιρβάνα θα πρέπει όλες αυτές οι διαδικασίες να εξαντληθούν, να ξεπερασθούν. Υπάρχουν διάφορες βαθμίδες σε αυτό τον δρόμο. Πέρα από κάποιους απλούς κανόνες που καθορίζουν τι πρέπει να μην κάνουμε και τι πρέπει να κάνουμε θα πρέπει να ξεπερασθεί η αισθητηριακή δραστηριότητα (γενικά ή με την χρήση κάποιων στάσεων) και μετά η νοητικότητα που μας συνδέει μέσω των αισθήσεων με τον εξωτερικό κόσμο (βεντάνα). Τα τέσσερα ντυάνα έχουν σκοπό να εξαλείψουν την εσωτερική νοητικότητα (σάμτζνα, σαμσκάρα, βιτζνάνα). Τα τέσσερα σαμαπάτι διαχειρίζονται την αντίληψη της ύπαρξης σε καθαρά μεταφυσικό πεδίο (βιτζνάνα, τεσσάρων κατηγοριών). Η Ύστατη Πραγματικότητα μας οδηγεί σε μία Συνείδηση χωρίς «συνείδηση», χωρίς «ύπαρξη», χωρίς δραστηριότητες. Η Φώτιση. το Νιρβάνα, είναι όχι μία κατάσταση ανυπαρξίας με την απόλυτη έννοια αλλά μία Κατάσταση όπου απουσιάζει οποιαδήποτε αντίληψη σχετικής ύπαρξης. Το τι είναι πραγματικά πρέπει να το ανακαλύψει κάποιος μόνος του, βιώνοντάς το.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Πέντε αιώνες μετά τον Βούδα ο Χριστός κήρυξε τον δικό του δρόμο προς την Αλήθεια, στην ευρύτερη περιοχή της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας. Το «Κατά Ιωάννη» Ευαγγέλιο (άσχετα με το ποιος είναι ο πραγματικός συγγραφέας κι αν τα λόγια που βάζει στο στόμα του Χριστού είναι του Χριστού ή όχι) είναι το πιο εσωτερικό από όλα τα ιερά κείμενα. Η Ιωάννεια θεολογία χειρίζεται μεταφυσικές έννοιες και αντιλήψεις που σαφώς πηγάζουν από μία εσωτερική ελληνική αντίληψη της Πραγματικότητας αλλά με ένα τρόπο που προχωρά πέρα από μία απλή μεταφυσική θεώρηση προωθώντας το βίωμα του Χριστού ως την Έσχατη Πραγματικότητα. Όλη η Ιωάννεια Θεολογία συμπυκνώνεται σε μία φράση που ο συγγραφέας βάζει στο στόμα του Χριστού «εγώ και ο πατήρ εν εσμέν». Τα δύο υποκείμενα ταυτίζονται στο «εσμέν». Αν το μικρό ανθρώπινο εγώ χωράει τον Θεό, τότε ο Θεός είναι «μικρός». Αν όμως το Εγώ επεκτάθηκε και έγινε απέραντο σαν τον ουρανό τότε έχει νόημα η ταύτιση. Έτσι όμως ο Χριστός, το «εγώ» δεν είναι πιά ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Στην πραγματικότητα Θεός, Αλήθεια, υιός του Θεού, υιός του ανθρώπου, εγώ, άνθρωπος, Όλα αυτά, ταυτίζονται. Πρέπει ο άνθρωπος σαν το Πρότυπο Χριστός να ανυψωθεί, να επεκταθεί ως το Άπειρο για να χωρέσει τον Θεό.

Λίγους αιώνες μετά τον Χριστό και τον Ιωάννη οι νηπτικοί πατέρες περιέγραψαν με λεπτομέρειες τον δρόμο προς την Θέωση. Πέρα από κάποιους εξωτερικούς κανόνες θα πρέπει να ξεπεράσουμε την αισθητηριακή δραστηριότητα καθώς και την νοητικότητα που στρέφεται προς τον κόσμο και να στραφούμε προς τα έσω, προς τον εσωτερικό άνθρωπο. Υπάρχουν τρία στάδια στο ξεπέρασμα της εσωτερικής νοητικότητας, που αντιστοιχούν στις τρεις ποικιλίες του λογισμού. Στα τρία επόμενα στάδια η Συνείδηση, ο νους, στην ορολογία των νηπτικών, πρέπει να καθαρθεί από κάθε αντίληψη προσωπικής ύπαρξης και να καταστεί άμορφος, ασχημάτιστος, μονοειδής (ή ανείδεος). Η Τελική Επίτευξη καθιστά τον νου απέραντο ώστε να δεχτεί την Θεότητα και να θεωθεί (κατά χάριν λένε τα κείμενα, κατά φύση πιστεύουμε εμείς, αλλά δεν έχει σημασία αυτό).

ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ

Τον περασμένο αιώνα το πιο σημαντικό φιλοσοφικό κίνημα του αιώνα, ο Υπαρξισμός, αναζητά την Ύπαρξη με όρους ανάλογους με αυτούς του βουδισμού και του χριστιανισμού και με ενέργειες που δεν διαφέρουν από τις ανάλογες ενέργειες του βουδιστή διαλογιζόμενου, η του χριστιανού νηπτικού. Στην Φιλοσοφία του Χάιντεγκερ το Da-sein (εδώ-είναι, παρούσα ύπαρξη, παρούσα συνείδηση) είναι «Αυτό που είμαστε», «Αυτό που αντιλαμβάνεται». Αυτό το «Εδώ-είναι» θα πρέπει να καθαρθεί από όλα τα «εδώ» για να μείνει Καθαρό Sein. Όλοι αυτοί οι προσδιορισμοί της Ύπαρξης είναι εξωτερικές δραστηριότητες, νοητικότητα, εσωτερικές διαδικασίες, ακόμα και η ίδια η αντίληψη της ύπαρξης, της σχετικής ύπαρξης.

Η ΑΙΩΝΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ

Τελικά φαίνεται πως η Αλήθεια Είναι Αιώνια και διατυπώνεται ξανά και ξανά κι ο καθένας μπορεί ψάχνοντας να την διατυπώσει με τον δικό του τρόπο. Η ανθρώπινη νοημοσύνη χτίζεται παντού και πάντα με τον ίδιο τρόπο και οδηγεί πάντα στην Ίδια Αλήθεια, σε ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ, στην ΘΕΟΤΗΤΑ. Όλα αυτά όμως θα είναι κατανοητά ευρέως,από τον κοινό άνθρωπο, στην επόμενη χιλιετία.

 

 

 


 

Sunday, January 7, 2024

The Road of Liberation


The Road of Liberation

God (the Absolute Reality, which has no religion, philosophy, descriptions, references, “manipulation”…) is the Beginning and End of all existence and all activity… God is the Oneness Within Whom All things merge and catalyze all individual activity … This (this statement), is not a philosophical position that precedes an intellectual analysis… instead it is a storehouse of secret experience that tries to express itself on an intellectual level…

All the Great Mystics (the Great Founders of religions) spoke of the Reality, the Primordial Unity of Being, the Limit of Evolution of all existence... What We Call God (a "word" whose "content" we do not know... we only know that it is the "Existence"...)... The purpose of every "Teaching" and every activity is to lead to This Transcendent State of Oneness... Those who experience This State constitute a Natural Community. The Sacred Community has the meaning of a loose association of people who go from the individual to the Universal and Complete in the Universal that Remains Only This Present... That is, it is a Dynamic Community that Rises to the "Eternal Now of Divinity"... where no profane "I" enters "...

The artificial association of individuals adopting a teaching and organized into hierarchies and activities (a religious community) has nothing to do with the Natural Sacred Community of God... The "Masters of the Upanishads", Buddha , Lao Tzu, Orpheus, Jesus , they spoke of the Holy Community and "tried" to lead people back to their "Natural Source", they did not organize religious communities... the people, the "followers" who were unable to maintain the Purity of the Gospel turned the Living Message into a theory, a teaching , religion, religious community… All these religions are the creation of men who took advantage of the Name of the Founder and made human substitutes for the Natural Sacred Community, to dominate, manipulate, exploit and win… In reality, all religions are a “ fall out", are "mysterious garbage" and "philosophical airs of nothingness"... If we still refer to religions today, it is simply to let's separate the few useful things of the tradition, setting aside all the "garbage" of theories and people who have religion as a profession...

"Man" must Alone, Within himself, Find the Way to the Primordial Unity of Existence, to Being, beyond the surface activities of existence... As long as Existence functions within its individual dimension and perception, the " road' cannot but be individual, personal, lonely... But the exit from the lonely road of the ego leads to the Universal, to the All where everything Becomes One... Here, in the Infinite Reality of Being, there is no loneliness, solitude, isolation, but Unity of All in One…

It is foolish for one to want to find the Path of Redemption, of Enlightenment, within human organizations, or through human activities. Only when all that is human is abandoned can we Emerge into the Light of Reality, into True Existence, into True Life, into the Universal Spirit which is within the Heart of all living creatures... The "True Religious Practice", the "True Meditation", the "True Prayer” is the “end of the activities of (individual) existence”, not activity, technique, or anything else... “True Religious Practice” is the Silence of existence...

God IS Absolute Existence, Living Virtue, Timeless Wisdom.

God MANIFESTS as the Essential Oneness, the Equality of All, the Unconditional Love.

God is REALIZED as Limitless Knowledge, Unshakable Bliss, Unlimited Freedom.

God is EXPERIENCED as the Infinite Serenity, the Deep Stillness, the True Peace.

God MANIFESTS Deep Within Us as Real Nature, Here in Present Awareness, in the Now Standing Above Changes.

Ο Δρόμος της Απελευθέρωσης

Ο Θεός (η Απόλυτη Πραγματικότητα, που δεν έχει θρησκεία, φιλοσοφία, περιγραφές, αναφορές, «χειραγώγηση»…) Είναι η Αρχή και Τέλος κάθε ύπαρξης και κάθε δραστηριότητας… Ο Θεός Είναι η Ενότητα Εντός της Οποίας συγχωνεύονται τα Πάντα και καταλύεται κάθε ατομική δραστηριότητα… Αυτό (αυτή η δήλωση), δεν είναι φιλοσοφική θέση που προηγείται μίας διανοητικής ανάλυσης… αντίθετα είναι καταστάλαγμα μυστικής εμπειρίας που προσπαθεί να εκφρασθεί σε διανοητικό επίπεδο…

Όλοι οι Μεγάλοι Μύστες (οι Μεγάλοι Ιδρυτές των θρησκειών) μίλησαν για την Πραγματικότητα, την Αρχέγονη Ενότητα του Όντος, το Όριο Εξέλιξης κάθε ύπαρξης… Αυτό που Ονομάζουμε Θεό (μία «λέξη» της οποίας δεν γνωρίζουμε το «περιεχόμενο»… γνωρίζουμε μόνο ότι είναι η  «Ύπαρξη»…)… Σκοπός κάθε «Διδασκαλίας» και κάθε δραστηριότητας είναι να οδηγήσει σε Αυτή την Υπερβατική Κατάσταση Ενότητας… Όσοι βιώνουν Αυτή την Κατάσταση αποτελούν μία Φυσική Κοινότητα. Η Ιερή Κοινότητα έχει την έννοια μίας χαλαρής ένωσης ανθρώπων που οδεύουν από το ατομικό στο Παγκόσμιο κι Ολοκληρώνονται στο Παγκόσμιο που Μένει Μόνο Αυτό Παρόν… Πρόκειται δηλαδή για μία Δυναμική Κοινότητα που Ανυψώνεται στο «Αιώνιο Τώρα της Θεότητας»… όπου δεν εισχωρεί κανένα βέβηλο «εγώ»…

Η τεχνητή ένωση ατόμων που υιοθετούν μία διδασκαλία κι οργανώνεται σε ιεραρχίες και δραστηριότητες (μία θρησκευτική κοινότητα) δεν έχει καμία σχέση με την Φυσική Ιερή Κοινότητα του Θεού… Οι «Δάσκαλοι των Ουπανισάδ», ο Βούδας, ο Λάο Τσε, ο Ορφέας, ο Ιησούς, μίλησαν για την Ιερή Κοινότητα και «προσπάθησαν» να οδηγήσουν τους ανθρώπους πίσω στην «Φυσική Πηγή» τους, δεν οργάνωσαν θρησκευτικές κοινότητες… οι άνθρωποι, οι «οπαδοί» που αδυνατούσαν να διατηρήσουν την Καθαρότητα του Ευαγγελίου μετέτρεψαν το Ζωντανό Μήνυμα σε θεωρία, διδασκαλία, θρησκεία, θρησκευτική κοινότητα… Όλες αυτές οι θρησκείες είναι δημιούργημα ανθρώπων που εκμεταλλεύτηκαν το Όνομα του Ιδρυτή κι έφτιαξαν ανθρώπινα υποκατάστατα της Φυσικής Ιερής Κοινότητας, για να επικρατήσουν, να χειραγωγήσουν, να εκμεταλλευτούν και να κερδίσουν… Στην πραγματικότητα, όλες οι θρησκείες αποτελούν ένα «ξεπεσμό», είναι «μυστικά σκουπίδια» και «φιλοσοφικές αερολογίες του τίποτα»… Αν αναφερόμαστε ακόμα σήμερα στις θρησκείες είναι απλά για να ξεχωρίσουμε τα λίγα χρήσιμα της παράδοσης, παραμερίζοντας όλο το «σκουπιδαριό» θεωριών και ανθρώπων που έχουν την θρησκεία επάγγελμα…

Ο «Άνθρωπος» θα πρέπει Μόνος του, Μέσα του, να Βρει τον Δρόμο προς την Αρχέγονη Ενότητα της Ύπαρξης, προς το Όντως Ον, πέρα από τις επιφανειακές δραστηριότητες της ύπαρξης… Όσο η Ύπαρξη λειτουργεί μέσα στην ατομική της διάσταση και αντίληψη, ο «δρόμος» δεν μπορεί παρά να είναι ατομικός, προσωπικός, μοναχικός… Η έξοδος όμως από τον μοναχικό δρόμο του εγώ Οδηγεί στο Παγκόσμιο, στο Όλον όπου όλα Γίνονται Ένα… Εδώ, στην Άπειρη Πραγματικότητα του Όντος, δεν υπάρχει μοναχικότητα, μοναξιά, απομόνωση, αλλά Ενότητα των Πάντων στο Ένα…

Είναι ανόητο να θέλει κάποιος να βρει τον Δρόμο της Λύτρωσης, της Φώτισης, μέσα σε ανθρώπινες οργανώσεις , ή μέσα από ανθρώπινες δραστηριότητες. Μονάχα όταν όλα τα ανθρώπινα εγκαταλειφθούν μπορούμε να Αναδυθούμε στο Φως της Πραγματικότητας, στην Αληθινή Ύπαρξη, στην Αληθινή Ζωή, στο Παγκόσμιο Πνεύμα που Βρίσκεται μέσα στην Καρδιά όλων των ζωντανών πλασμάτων… Η «Αληθινή Θρησκευτική Πράξη», ο «Αληθινός Διαλογισμός», η «Αληθινή Προσευχή» είναι το «τέλος των δραστηριοτήτων της (ατομικής) ύπαρξης», όχι δραστηριότητα, τεχνική, ή οτιδήποτε άλλο… Η «Αληθινή Θρησκευτική Πράξη» είναι η Σιγή της ύπαρξης…

Ο Θεός ΕΙΝΑΙ η Απόλυτη Ύπαρξη, η Ζωντανή Αρετή, η Άχρονη Σοφία.

Ο Θεός ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ σαν η Ουσιαστική Ενότητα, η Ισότητα των Πάντων, η Χωρίς Όρους Αγάπη.

Ο Θεός ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ σαν η Χωρίς Όρια Γνώση, η Ακλόνητη Μακαριότητα, η Απεριόριστη Ελευθερία.

Ο Θεός ΒΙΩΝΕΤΑΙ σαν η Απέραντη Γαλήνη, η Βαθιά Ησυχία, η Αληθινή Ειρήνη.

Ο Θεός ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ Βαθιά Μέσα μας σαν Πραγματική Φύση, Εδώ στην Παρούσα Επίγνωση, στο Τώρα που Στέκεται Πάνω από τις Αλλαγές.

 

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Mystical Reflections

Mystical Reflections
13. Seeing God in All Things
SUNDAY, 26 JULY, 2026

Seeing God in All Things

 

The Straight Path and the Ravines of Illusion

Seeing the Unseen in the Fabric of the Ordinary

The Luminous Veil

 

I. The Quiet Doorway

There comes an hour when the world withdraws its clamor, and what remains is not emptiness but a denser presence, as though the air itself has grown thick with meaning. You sit by a window at dusk, and the fading light does not simply dim—it deepens, becoming something you can almost touch, a softness that holds more than color. In such moments, the boundary between what you see and what you sense grows thin, transparent, and you understand, not with the mind but with the whole of your being, that the visible world is only the surface of a vast interior.

This is the threshold. Not a place you arrive at, but a quality of attention you stumble into, like stepping from a crowded room into a garden at night. The stars do not announce themselves; they simply are. The silence does not demand listening; it simply envelops. And in this enveloping, something shifts. You are no longer a spectator standing apart from the world, measuring and naming. You are inside it, and it is inside you, and the distinction between the two becomes as meaningless as the distinction between a wave and the sea.

To see God in all things is not to see something additional. It is to see what is already there, but with eyes that have been unclenched. The stone on the path, the rustle of leaves, the steam rising from a cup of tea—these are not symbols pointing elsewhere. They are the thing itself, luminous and complete, wearing their divinity not as a cloak but as their naked skin. The one who lives in this seeing does not need to seek the sacred in the cathedral or the mountaintop. The sacred is wherever the gaze rests, if the gaze is rested enough.

Aphorism

The door to the infinite is not locked; it is only that we have forgotten how to stop knocking. What you seek is already the ground beneath your feet.

II. The Summit and the Ravine

 

There is a path that runs straight and narrow, not because it is difficult to find, but because it is difficult to stay upon. It is the path of undivided attention, of choosing the real over the seductive, the true over the merely convincing. To walk this path is to walk on the summit of truth, where the air is clear and the view extends in all directions. From here, one sees not with the eyes of preference but with the eyes of wholeness. High and low, far and near, the important and the insignificant—all are equally bathed in the same light, for the light does not discriminate.

But the mind is a wanderer, and it loves the ravines. The ravines of error are beautiful in their way. They are shaded and cool, full of soft echoes and the promise of hidden treasures. They offer the comfort of certainty, the pleasure of being right, the narcotic of knowing. To step into them is to trade the vastness of the summit for the intimacy of a private world, a world where everything confirms what you already believe, where the mirror reflects only your own face. The ravines of loss are more subtle still. They do not promise gain but offer the strange sweetness of surrendering to what is less than you are. They whisper that effort is futile, that the summit is an illusion, that the only truth is the comfortable lie of your own limitation.

And yet, even in the ravine, the summit is present. It does not abandon you when you descend. The one who has God within does not cease to have God within when they stumble. The light does not withdraw when the eye closes. The error is not in the falling but in the forgetting—the forgetting that even the ravine is held within the vastness, that even the illusion is made of the same stuff as the truth it obscures. To see God in all things is to see Him in the wandering as well as in the return, in the confusion as well as in the clarity. The ravine is not the opposite of the path; it is the path seen from below.

Aphorism

The summit does not reject the ravine; it holds it. To walk straight is not to avoid the fall, but to know, even in falling, that the ground you seek is nowhere other than where you already stand.

III. The Stillness That Moves

 

Consider the sky at dawn, how it holds both the darkness of the night that has passed and the light of the day that is coming, and how, in the holding, it is neither one nor the other but something else entirely—a vast breathing, a silence that is also a becoming. This is the nature of the mystery: it does not resolve. It deepens. The more you gaze into it, the more it gazes back, and the exchange is not of answers but of presence.

Stillness and movement are not opposites. The river is still at its depths even as it rushes at the surface. The heart is still even as the blood moves through it. Eternity is not the absence of time but the fullness of it, the moment so complete that it needs no other moment to complete it. To rest in this paradox is to stop trying to solve the world and instead to inhabit it. You do not need to understand the darkness to be at peace within it. You do not need to grasp the light to be warmed by it. The mystery is not a problem to be solved but a presence to be lived.

In the ordinary moment—the breath, the shadow on the wall, the sound of rain—there is a completeness that no philosophy can add to and no doubt can take away. This is the intimate realization: that the thing you have been seeking has never been elsewhere. It is the whisper you hear when you stop speaking. It is the vastness you feel when you stop measuring. It is the peace that arrives not when the world is quiet but when you are quiet within the world.

Aphorism

What moves is already still. What is born is already complete. The mystery does not hide; it simply waits for the mind to exhaust itself and fall silent.

IV. The Unfinished Garden

 

To live in God is to live in a garden that has no fence, no center, and no end. Every leaf is a doorway. Every stone is a scripture written in a language older than words. The one who sees this does not collect experiences like trophies; they allow each moment to dissolve into the next, trusting the dissolution, knowing that what is real cannot be lost and what is lost was never real.

There is a lightness in this way of being, a daydreaming quality that is not escape but deeper engagement. You move through the world as through a dream that you know is a dream, and the knowing does not diminish the dream but makes it luminous. The important and the insignificant trade places until there is no place to trade. The far becomes near, not by moving closer, but by the collapse of distance itself. The high and the low meet at the root, where all things drink from the same darkness.

And so the article ends where it began, not with a conclusion but with an opening. The window is still there. The dusk is still deepening. The ordinary moment is still complete, still sacred, still waiting for the eye that can see it without wanting to change it. There is nothing more to say, and yet the silence says everything. The one who has read this far has not learned something new but has remembered something old, something that was never forgotten because it was never known in the first place.

The path continues. The summit remains. The ravine is also the path. And in the stillness that is also movement, in the form that is also formlessness, in the time that is also eternity, there is only this: the breath, the light, the vastness, the whisper. The garden is already perfect, and it is still growing.

Aphorism

The garden needs no gardener. The path needs no walker. What you are looking for is already looking through your eyes. Rest here, if you can. Wonder is enough.

 

Βλέποντας τον Θεό σε όλα τα πράγματα

 

Το Ευθύ Μονοπάτι και τα Φαράγγια της Ψευδαίσθησης

Βλέποντας το Αόρατο στο Ύφασμα του Συνηθισμένου

Το Φωτεινό Πέπλο

Ι. Η Ήσυχη Πύλη

 

Υπάρχει μια ώρα που ο κόσμος αποσύρει τον θόρυβό του, και αυτό που απομένει δεν είναι κενό αλλά μια πυκνότερη παρουσία, σαν ο ίδιος ο αέρας να έχει πυκνώσει από νόημα. Κάθεσαι δίπλα σε ένα παράθυρο το λυκόφως, και το φως που σβήνει δεν χαμηλώνει απλώς — βαθαίνει, γίνεται κάτι που σχεδόν μπορείς να αγγίξεις, μια απαλότητα που κρατά περισσότερο από χρώμα. Σε τέτοιες στιγμές, το όριο ανάμεσα σε αυτό που βλέπεις και σε αυτό που αισθάνεσαι γίνεται λεπτό, διάφανο, και καταλαβαίνεις, όχι με το μυαλό αλλά με ολόκληρη την ύπαρξή σου, ότι ο ορατός κόσμος είναι μόνο η επιφάνεια μιας τεράστιας εσωτερικότητας.

 

Αυτό είναι το κατώφλι. Όχι ένας τόπος όπου φτάνεις, αλλά μια ποιότητα προσοχής στην οποία σκοντάφτεις, σαν να βγαίνεις από ένα γεμάτο δωμάτιο σε έναν κήπο τη νύχτα. Τα αστέρια δεν αναγγέλλονται· απλώς υπάρχουν. Η σιωπή δεν απαιτεί ακρόαση· απλώς περιβάλλει. Και μέσα σε αυτή την περιβολή, κάτι μετατοπίζεται. Δεν είσαι πια θεατής που στέκεται μακριά από τον κόσμο, μετρώντας και ονομάζοντας. Βρίσκεσαι μέσα του, και αυτός μέσα σου, και η διάκριση ανάμεσα στα δύο γίνεται τόσο άσκοπη όσο η διάκριση ανάμεσα σε ένα κύμα και τη θάλασσα.

 

Το να βλέπεις τον Θεό σε όλα τα πράγματα δεν σημαίνει να βλέπεις κάτι επιπλέον. Σημαίνει να βλέπεις αυτό που ήδη υπάρχει, αλλά με μάτια που έχουν ξεσφιχτεί. Η πέτρα στο μονοπάτι, το θρόισμα των φύλλων, ο ατμός που ανεβαίνει από ένα φλιτζάνι τσάι — αυτά δεν είναι σύμβολα που δείχνουν αλλού. Είναι το ίδιο το πράγμα, λαμπερό και ολοκληρωμένο, φορώντας τη θεότητά του όχι σαν μανδύα αλλά σαν γυμνό δέρμα. Αυτός που ζει σε αυτή την όραση δεν χρειάζεται να αναζητά το ιερό στον καθεδρικό ναό ή στην κορυφή του βουνού. Το ιερό είναι όπου σταματά το βλέμμα, αρκεί το βλέμμα να είναι αρκετά ήρεμο.

 

Αφορισμός

Η πόρτα στο άπειρο δεν είναι κλειδωμένη· απλώς έχουμε ξεχάσει πώς να σταματήσουμε να χτυπάμε. Αυτό που αναζητάς είναι ήδη το έδαφος κάτω από τα πόδια σου.

 

II. Η Κορυφή και το Φαράγγι

 

Υπάρχει ένα μονοπάτι που τρέχει ίσιο και στενό, όχι επειδή είναι δύσκολο να βρεθεί, αλλά επειδή είναι δύσκολο να μείνεις πάνω του. Είναι το μονοπάτι της αδιαίρετης προσοχής, της επιλογής του πραγματικού έναντι του δελεαστικού, του αληθινού έναντι του απλώς πειστικού. Το να περπατάς αυτό το μονοπάτι σημαίνει να περπατάς στην κορυφή της αλήθειας, όπου ο αέρας είναι καθαρός και η θέα απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Από εδώ, βλέπεις όχι με τα μάτια της προτίμησης αλλά με τα μάτια της ολότητας. Ψηλά και χαμηλά, μακριά και κοντά, το σημαντικό και το ασήμαντο — όλα λούζονται εξίσου στο ίδιο φως, γιατί το φως δεν κάνει διακρίσεις.

 

Αλλά το μυαλό είναι περιπλανώμενο, και αγαπά τα φαράγγια. Τα φαράγγια του λάθους είναι όμορφα με τον τρόπο τους. Είναι σκιερά και δροσερά, γεμάτα απαλούς ήχους και την υπόσχεση κρυμμένων θησαυρών. Προσφέρουν την άνεση της βεβαιότητας, την ευχαρίστηση του να έχεις δίκιο, το ναρκωτικό της γνώσης. Το να μπαίνεις μέσα τους σημαίνει να ανταλλάσσεις την απέραντη θέα της κορυφής με την οικειότητα ενός ιδιωτικού κόσμου, ενός κόσμου όπου όλα επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη πιστεύεις, όπου ο καθρέφτης αντανακλά μόνο το δικό σου πρόσωπο. Τα φαράγγια της απώλειας είναι ακόμα πιο λεπτά. Δεν υπόσχονται κέρδος αλλά προσφέρουν την παράξενη γλυκύτητα της παράδοσης σε κάτι λιγότερο από αυτό που είσαι. Ψιθυρίζουν ότι η προσπάθεια είναι μάταιη, ότι η κορυφή είναι ψευδαίσθηση, ότι η μόνη αλήθεια είναι το άνετο ψέμα του δικού σου περιορισμού.

 

Κι όμως, ακόμα και στο φαράγγι, η κορυφή είναι παρούσα. Δεν σε εγκαταλείπει όταν κατεβαίνεις. Αυτός που έχει τον Θεό μέσα του δεν παύει να έχει τον Θεό μέσα του όταν σκοντάφτει. Το φως δεν αποσύρεται όταν το μάτι κλείνει. Το λάθος δεν είναι στην πτώση αλλά στη λήθη — τη λήθη ότι ακόμα και το φαράγγι κρατιέται μέσα στην απέραντη έκταση, ότι ακόμα και η ψευδαίσθηση είναι φτιαγμένη από την ίδια ουσία με την αλήθεια που συγκαλύπτει. Το να βλέπεις τον Θεό σε όλα τα πράγματα σημαίνει να Τον βλέπεις και στην περιπλάνηση και στην επιστροφή, στη σύγχυση όπως και στη διαύγεια. Το φαράγγι δεν είναι το αντίθετο του μονοπατιού· είναι το μονοπάτι όπως φαίνεται από κάτω.

 

Αφορισμός

Η κορυφή δεν απορρίπτει το φαράγγι· το κρατά. Το να περπατάς ίσια δεν σημαίνει να αποφεύγεις την πτώση, αλλά να ξέρεις, ακόμα και ενώ πέφτεις, ότι το έδαφος που αναζητάς δεν είναι πουθενά αλλού παρά εκεί που ήδη στέκεσαι.

 

III. Η Ακινησία που Κινείται

 

Σκέψου τον ουρανό την αυγή, πώς κρατά και το σκοτάδι της νύχτας που πέρασε και το φως της μέρας που έρχεται, και πώς, στο κράτημα αυτό, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό — μια τεράστια ανάσα, μια σιωπή που είναι ταυτόχρονα και γίγνεσθαι. Αυτή είναι η φύση του μυστηρίου: δεν επιλύεται. Βαθαίνει. Όσο περισσότερο το κοιτάζεις, τόσο περισσότερο κοιτάζει πίσω σου, και η ανταλλαγή δεν είναι απαντήσεων αλλά παρουσίας.

 

Η ακινησία και η κίνηση δεν είναι αντίθετα. Το ποτάμι είναι ακίνητο στα βάθη του ενώ ορμά στην επιφάνεια. Η καρδιά είναι ακίνητη ακόμα και ενώ το αίμα κινείται μέσα της. Η αιωνιότητα δεν είναι η απουσία χρόνου αλλά η πληρότητά του, η στιγμή τόσο ολοκληρωμένη που δεν χρειάζεται καμία άλλη στιγμή για να ολοκληρωθεί. Το να αναπαύεσαι σε αυτό το παράδοξο σημαίνει να σταματάς να προσπαθείς να λύσεις τον κόσμο και αντίθετα να τον κατοικείς. Δεν χρειάζεται να κατανοήσεις το σκοτάδι για να είσαι σε ειρήνη μέσα του. Δεν χρειάζεται να πιάσεις το φως για να ζεσταθείς από αυτό. Το μυστήριο δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση αλλά παρουσία προς βίωση.

 

Στην καθημερινή στιγμή — η ανάσα, η σκιά στον τοίχο, ο ήχος της βροχής — υπάρχει μια πληρότητα που καμία φιλοσοφία δεν μπορεί να προσθέσει και καμία αμφιβολία δεν μπορεί να αφαιρέσει. Αυτή είναι η οικεία συνειδητοποίηση: ότι αυτό που αναζητούσες δεν βρισκόταν ποτέ αλλού. Είναι ο ψίθυρος που ακούς όταν σταματάς να μιλάς. Είναι η απέραντη έκταση που νιώθεις όταν σταματάς να μετράς. Είναι η ειρήνη που έρχεται όχι όταν ο κόσμος είναι ήσυχος αλλά όταν εσύ είσαι ήσυχος μέσα στον κόσμο.

 

Αφορισμός

Αυτό που κινείται είναι ήδη ακίνητο. Αυτό που γεννιέται είναι ήδη ολοκληρωμένο. Το μυστήριο δεν κρύβεται· απλώς περιμένει το μυαλό να εξαντληθεί και να πέσει σε σιωπή.

 

IV. Ο Ατελής Κήπος

 

Το να ζεις στον Θεό σημαίνει να ζεις σε έναν κήπο που δεν έχει φράχτη, κέντρο ή τέλος. Κάθε φύλλο είναι μια πόρτα. Κάθε πέτρα είναι μια γραφή σε μια γλώσσα παλαιότερη από τις λέξεις. Αυτός που το βλέπει αυτό δεν συλλέγει εμπειρίες σαν τρόπαια· αφήνει κάθε στιγμή να διαλυθεί στην επόμενη, εμπιστευόμενος τη διάλυση, ξέροντας ότι αυτό που είναι πραγματικό δεν μπορεί να χαθεί και ότι αυτό που χάθηκε δεν ήταν ποτέ πραγματικό.

 

Υπάρχει μια ελαφρότητα σε αυτόν τον τρόπο ύπαρξης, μια ποιότητα ονειροπόλησης που δεν είναι απόδραση αλλά βαθύτερη εμπλοκή. Κινείσαι μέσα στον κόσμο σαν μέσα σε ένα όνειρο που ξέρεις ότι είναι όνειρο, και η γνώση αυτή δεν μειώνει το όνειρο αλλά το κάνει λαμπερό. Το σημαντικό και το ασήμαντο αλλάζουν θέσεις μέχρι να μην υπάρχει πια θέση για ανταλλαγή. Το μακρινό γίνεται κοντινό, όχι μετακινούμενο πιο κοντά, αλλά με την κατάρρευση της ίδιας της απόστασης. Το ψηλό και το χαμηλό συναντιούνται στη ρίζα, όπου όλα πίνουν από το ίδιο σκοτάδι.

 

Και έτσι το κείμενο τελειώνει εκεί που ξεκίνησε, όχι με συμπέρασμα αλλά με ένα άνοιγμα. Το παράθυρο είναι ακόμα εκεί. Το λυκόφως βαθαίνει ακόμα. Η καθημερινή στιγμή είναι ακόμα ολοκληρωμένη, ακόμα ιερή, ακόμα περιμένει το μάτι που μπορεί να την δει χωρίς να θέλει να την αλλάξει. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πει κανείς, και όμως η σιωπή τα λέει όλα. Αυτός που διάβασε μέχρι εδώ δεν έμαθε κάτι νέο αλλά θυμήθηκε κάτι παλιό, κάτι που δεν ξεχάστηκε ποτέ γιατί δεν γνωρίστηκε ποτέ εξαρχής.

 

Το μονοπάτι συνεχίζεται. Η κορυφή παραμένει. Το φαράγγι είναι επίσης το μονοπάτι. Και στην ακινησία που είναι ταυτόχρονα κίνηση, στη μορφή που είναι ταυτόχρονα αμορφία, στο χρόνο που είναι ταυτόχρονα αιωνιότητα, υπάρχει μόνο αυτό: η ανάσα, το φως, η απέραντη έκταση, ο ψίθυρος. Ο κήπος είναι ήδη τέλειος, και ακόμα μεγαλώνει.

 

Αφορισμός

Ο κήπος δεν χρειάζεται κηπουρό. Το μονοπάτι δεν χρειάζεται περιπατητή. Αυτό που ψάχνεις ήδη κοιτάζει μέσα από τα μάτια σου. Ξεκουράσου εδώ, αν μπορείς. Η απορία είναι αρκετή.

 

 

 

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Chan Meditations

Chan Meditations
9. Only Reality, Only Freedom
SUNDAY, 26 JULY, 2026

Only Reality, Only Freedom

A Chan Meditation on the Unnamable Peace of What Is

I: The Valley at Dawn

The valley does not wake. It simply is. Before the first light touches the eastern ridge, there is already clarity—not achieved, not sought, but resting like dew upon the grass. You walk the path not to find something, but because walking is the nature of legs, and earth is the nature of ground. The morning air enters the lungs without invitation. A dewdrop hangs from a blade of wild grass, holding the entire sky within its curve. It does not tremble with purpose. It does not ask to be redeemed. It does not hope for tomorrow. In this, there is a teaching deeper than all scriptures: to be is enough.

The Chan mind is like this valley. It does not accumulate. It does not reject. When the sun rises, the valley does not congratulate itself on the light. When mist gathers, it does not mourn the obscured view. It allows. And in allowing, there is a peace that no effort can manufacture. You do not need to become still; you need only notice that stillness is the nature beneath the stirring. The bird calls, and the call is not separate from the silence that follows. The stream moves, and the movement is not separate from the stones it polishes. To observe without the observer is to dissolve the boundary between seer and seen. The dewdrop does not say, "I reflect." It simply reflects. Be like this. Let the sunrise warm your face without naming it. Let the earth hold your weight without gratitude. This is the return to self—not a journey, but a remembering.

Aphorism What seeks nothing finds everything. The dewdrop does not fall; it simply returns to what it never left.

II: The Wind Among Wildflowers

There is a freedom that the mind cannot build. It grows like wildflowers along the edges of a forgotten trail—unplanned, unpraised, utterly itself. The wind moves through them, and they do not resist. They do not say, "I am being moved." They do not calculate the angle of their bending. They simply bend and rise. So too with the heart that has forgotten to insist upon itself. Less intention, more flow. Less "I," more what is. The Taoist does not conquer the mountain; the mountain walks through his bones. He does not grasp ecstasy; ecstasy is the natural state when grasping ceases.

To return to nature is to return to self—not the self of biography and worry, but the self that is as open as the meadow. Wildflowers do not compare their petals. The wind does not prefer one valley over another. There is a harmony here that human ambition cannot hear, because ambition is always listening for its own name. But when you sit among the wildflowers and let the wind move through you as it moves through them, something loosens. The knot of becoming unties itself. You are not a pilgrim arriving; you are the path, dusty and real, already complete. The scent of earth after rain does not belong to anyone. The song of the wind in the pines does not seek an audience. This is Taoist freedom: to be so utterly yourself that the boundary between self and world dissolves into a single breath.

Aphorism The wind does not choose where to blow, yet nothing remains untouched. Be the wildflower that needs no witness to bloom.

III: The Silence That Breathes

Sit. Not to gain, not to lose. Let the breath be the tide it has always been—coming, going, indifferent to your story. Observation without the observer. The sky does not watch the clouds; it simply holds them. In this holding, there is peace that no thought can disturb, because thought is merely another cloud drifting through. Silence is not the absence of sound. It is the earth humming beneath the noise, the harmony that never began and will never end. You are not the one who breathes. Breathing breathes, and you are the guest at a feast you did not prepare.

In Chan, there is nothing to achieve and no one to achieve it. This is not pessimism; it is the most radical freedom. The moment you seek inner peace, you create an inner war. The moment you try to find yourself, you divide yourself into seeker and sought. Stop. Listen. The silence between two heartbeats contains the entire teaching. The space between thoughts is the sky of the mind—vast, untroubled, never broken by the birds that cross it. Do not fill it. Do not name it. Let it be what it has always been: the ground of all that is real. Watch the breath as you would watch the morning mist over the valley—without reaching, without wanting it to stay or go. In this watching, there is a clarity deeper than understanding. The eye that sees the dewdrop is itself made of dew. The mind that knows the sky is itself open air.

Aphorism Where there is no one watching, clarity watches itself. Silence is the only teaching that never repeats itself, because it never speaks.

IV: Beyond Fall and Redemption

Those who see understand: there is only Reality. No fall from grace, no ladder back to an imagined garden. The idea that something was lost and must be redeemed is a knot tied by thinking, tightened by the very hands that reach for salvation. But the dewdrop was never fallen. The wildflower was never sinful. The valley asks no forgiveness for its shadows. There is only commitment within the activities of existence—the walking, the breathing, the wind passing through—and Freedom. The illusion of redemption keeps the seeker seeking. It builds temples in the mind and then worships at them, not seeing that the stone and the prayer are made of the same dust.

Freedom beyond thought's creations is not a new philosophy. It is the end of philosophy. It is the sunrise that needs no interpretation, the earth that needs no justification. You do not need to be redeemed from life; you need only to see that you were never separate from it. The activities of existence are not distractions from the sacred; they are the sacred. Washing the bowl, sweeping the path, watching the dewdrop evaporate—these are the only rituals that matter, because they are real. Those who do not understand seek a redemption they have created in their thinking, and through the very actions that mislead them, they wander further from the gateless gate. But the gate is here. It is the ground under your feet, the breath in your nostrils, the silence that holds every sound. There is no fall. There is no redemption. There is only this: the wind, the wildflowers, the valley at dawn, and you—not apart from them, not above them, but woven into the same seamless cloth of what is.

Aphorism There is nothing to save and no one to be saved. Reality is not a destination; it is the ground you never left, the sky you never lost.

Μόνο Πραγματικότητα, Μόνο Ελευθερία

 

Μια Διαλογιστική Σκέψη Τσαν για την Ανώνυμη Ειρήνη του Αυτό που Είναι

 

I: Η Κοιλάδα στην Αυγή

 

Η κοιλάδα δεν ξυπνά. Απλώς είναι. Πριν το πρώτο φως αγγίξει την ανατολική κορυφογραμμή, υπάρχει ήδη διαύγεια — όχι επιτευγμένη, όχι αναζητούμενη, αλλά ξαπλωμένη σαν δροσιά πάνω στο χορτάρι. Περπατάς το μονοπάτι όχι για να βρεις κάτι, αλλά επειδή το περπάτημα είναι η φύση των ποδιών και η γη είναι η φύση του εδάφους. Ο πρωινός αέρας μπαίνει στους πνεύμονες χωρίς πρόσκληση. Μια σταγόνα δροσιάς κρέμεται από ένα φύλλο άγριου χόρτου, κρατώντας ολόκληρο τον ουρανό μέσα στην καμπύλη της. Δεν τρέμει από σκοπό. Δεν ζητά να λυτρωθεί. Δεν ελπίζει για αύριο. Σε αυτό υπάρχει μια διδασκαλία βαθύτερη από όλες τις γραφές: το να είναι κανείς είναι αρκετό.

 

Ο νους του Τσαν είναι σαν αυτή την κοιλάδα. Δεν συσσωρεύει. Δεν απορρίπτει. Όταν ανατέλλει ο ήλιος, η κοιλάδα δεν συγχαίρει τον εαυτό της για το φως. Όταν μαζεύεται η ομίχλη, δεν θρηνεί για την κρυμμένη θέα. Απλώς επιτρέπει. Και στο επιτρέπει, υπάρχει μια ειρήνη που κανένα σθένος δεν μπορεί να κατασκευάσει. Δεν χρειάζεται να γίνεις ακίνητος· χρειάζεται μόνο να παρατηρήσεις ότι η ακινησία είναι η φύση κάτω από την κίνηση. Το πουλί φωνάζει, και η φωνή δεν είναι ξεχωριστή από τη σιωπή που ακολουθεί. Το ρυάκι κινείται, και η κίνηση δεν είναι ξεχωριστή από τις πέτρες που λειαίνει. Το να παρατηρείς χωρίς τον παρατηρητή είναι να διαλύεις το όριο μεταξύ αυτού που βλέπει και αυτού που βλέπεται. Η σταγόνα δροσιάς δεν λέει «αντανακλώ». Απλώς αντανακλά. Να είσαι έτσι. Άφησε την ανατολή του ήλιου να ζεστάνει το πρόσωπό σου χωρίς να την ονομάζεις. Άφησε τη γη να κρατά το βάρος σου χωρίς ευγνωμοσύνη. Αυτή είναι η επιστροφή στον εαυτό — όχι ένα ταξίδι, αλλά μια ανάμνηση.

 

Αφορισμός

Αυτό που δεν αναζητά τίποτα βρίσκει τα πάντα. Η σταγόνα δροσιάς δεν πέφτει· απλώς επιστρέφει σε αυτό που ποτέ δεν είχε αφήσει.

 

II: Ο Άνεμος Ανάμεσα στα Αγριολούλουδα

 

Υπάρχει μια ελευθερία που ο νους δεν μπορεί να χτίσει. Φυτρώνει σαν αγριολούλουδα στις άκρες ενός ξεχασμένου μονοπατιού — χωρίς σχέδιο, χωρίς έπαινο, απόλυτα ο εαυτός της. Ο άνεμος περνά μέσα από αυτά, και αυτά δεν αντιστέκονται. Δεν λένε «μετακινούμαι». Δεν υπολογίζουν τη γωνία της κάμψης τους. Απλώς λυγίζουν και ξανασηκώνονται. Έτσι και η καρδιά που έχει ξεχάσει να επιμένει στον εαυτό της. Λιγότερη πρόθεση, περισσότερη ροή. Λιγότερο «εγώ», περισσότερο αυτό που είναι. Ο Ταοϊστής δεν κατακτά το βουνό· το βουνό περνά μέσα από τα κόκαλά του. Δεν αρπάζει την έκσταση· η έκσταση είναι η φυσική κατάσταση όταν σταματά η αρπαγή.

 

Το να επιστρέψεις στη φύση είναι να επιστρέψεις στον εαυτό — όχι τον εαυτό της βιογραφίας και της ανησυχίας, αλλά τον εαυτό που είναι ανοιχτός σαν το λιβάδι. Τα αγριολούλουδα δεν συγκρίνουν τα πέταλά τους. Ο άνεμος δεν προτιμά τη μία κοιλάδα από την άλλη. Υπάρχει μια αρμονία εδώ που η ανθρώπινη φιλοδοξία δεν μπορεί να ακούσει, γιατί η φιλοδοξία πάντα ακούει το όνομά της. Αλλά όταν κάθεσαι ανάμεσα στα αγριολούλουδα και αφήνεις τον άνεμο να περνά μέσα σου όπως περνά μέσα από αυτά, κάτι χαλαρώνει. Ο κόμπος του γίγνεσθαι λύνεται μόνος του. Δεν είσαι ένας προσκυνητής που φτάνει· είσαι το μονοπάτι, σκονισμένο και αληθινό, ήδη ολοκληρωμένο. Το άρωμα της γης μετά τη βροχή δεν ανήκει σε κανέναν. Το τραγούδι του ανέμου στα πεύκα δεν αναζητά ακροατήριο. Αυτή είναι η Ταοϊστική ελευθερία: να είσαι τόσο απόλυτα ο εαυτός σου ώστε το όριο μεταξύ εαυτού και κόσμου να διαλύεται σε μια μόνη ανάσα.

 

Αφορισμός

Ο άνεμος δεν επιλέγει πού να πνεύσει, κι όμως τίποτα δεν μένει ανέγγιχτο. Να είσαι το αγριολούλουδο που δεν χρειάζεται μάρτυρα για να ανθίσει.

 

III: Η Σιωπή που Αναπνέει

 

Κάθισε. Όχι για να κερδίσεις, όχι για να χάσεις. Άφησε την ανάσα να είναι η παλίρροια που ήταν πάντα — έρχεται, φεύγει, αδιάφορη για την ιστορία σου. Παρατήρηση χωρίς τον παρατηρητή. Ο ουρανός δεν παρακολουθεί τα σύννεφα· απλώς τα κρατά. Σε αυτό το κράτημα υπάρχει ειρήνη που καμία σκέψη δεν μπορεί να διαταράξει, γιατί η σκέψη είναι απλώς άλλο ένα σύννεφο που περνά. Η σιωπή δεν είναι η απουσία ήχου. Είναι η γη που βουίζει κάτω από τον θόρυβο, η αρμονία που ποτέ δεν άρχισε και ποτέ δεν θα τελειώσει. Δεν είσαι αυτός που αναπνέει. Η αναπνοή αναπνέει, κι εσύ είσαι ο επισκέπτης σε ένα συμπόσιο που δεν ετοίμασες.

 

Στο Τσαν δεν υπάρχει τίποτα να επιτευχθεί και κανένας να το επιτύχει. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία· είναι η πιο ριζική ελευθερία. Τη στιγμή που αναζητάς την εσωτερική ειρήνη, δημιουργείς έναν εσωτερικό πόλεμο. Τη στιγμή που προσπαθείς να βρεις τον εαυτό σου, χωρίζεις τον εαυτό σου σε αναζητητή και αναζητούμενο. Σταμάτα. Άκου. Η σιωπή ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς περιέχει ολόκληρη τη διδασκαλία. Ο χώρος ανάμεσα στις σκέψεις είναι ο ουρανός του νου — απέραντος, ατάραχος, ποτέ σπασμένος από τα πουλιά που τον διασχίζουν. Μην τον γεμίσεις. Μην τον ονομάσεις. Άφησέ τον να είναι αυτό που ήταν πάντα: το έδαφος όλων όσων είναι πραγματικά. Παρατήρησε την ανάσα όπως θα παρατηρούσες την πρωινή ομίχλη πάνω από την κοιλάδα — χωρίς να απλώνεις το χέρι, χωρίς να θέλεις να μείνει ή να φύγει. Σε αυτή την παρατήρηση υπάρχει μια διαύγεια βαθύτερη από την κατανόηση. Το μάτι που βλέπει τη σταγόνα δροσιάς είναι το ίδιο φτιαγμένο από δροσιά. Ο νους που γνωρίζει τον ουρανό είναι ο ίδιος ανοιχτός αέρας.

 

Αφορισμός

Εκεί που δεν υπάρχει κανείς που παρακολουθεί, η διαύγεια παρακολουθεί τον εαυτό της. Η σιωπή είναι η μόνη διδασκαλία που ποτέ δεν επαναλαμβάνεται, γιατί ποτέ δεν μιλά.

 

IV: Πέρα από Πτώση και Λύτρωση

 

Όσοι βλέπουν καταλαβαίνουν: υπάρχει μόνο Πραγματικότητα. Καμία πτώση από τη χάρη, καμία σκάλα πίσω σε έναν φανταστικό κήπο. Η ιδέα ότι κάτι χάθηκε και πρέπει να λυτρωθεί είναι ένας κόμπος δεμένος από τη σκέψη, σφιγμένος από τα ίδια τα χέρια που απλώνονται για σωτηρία. Αλλά η σταγόνα δροσιάς ποτέ δεν είχε πέσει. Το αγριολούλουδο ποτέ δεν ήταν αμαρτωλό. Η κοιλάδα δεν ζητά συγχώρεση για τις σκιές της. Υπάρχει μόνο δέσμευση μέσα στις δραστηριότητες της ύπαρξης — το περπάτημα, η αναπνοή, ο άνεμος που περνά — και Ελευθερία. Η ψευδαίσθηση της λύτρωσης κρατά τον αναζητητή να αναζητά. Χτίζει ναούς στο νου και μετά προσκυνά σε αυτούς, χωρίς να βλέπει ότι η πέτρα και η προσευχή είναι φτιαγμένα από την ίδια σκόνη.

 

Η ελευθερία πέρα από τις δημιουργίες της σκέψης δεν είναι μια νέα φιλοσοφία. Είναι το τέλος της φιλοσοφίας. Είναι η ανατολή που δεν χρειάζεται ερμηνεία, η γη που δεν χρειάζεται δικαιολόγηση. Δεν χρειάζεται να λυτρωθείς από τη ζωή· χρειάζεται μόνο να δεις ότι ποτέ δεν ήσουν χωριστός από αυτήν. Οι δραστηριότητες της ύπαρξης δεν είναι αποσπάσεις από το ιερό· είναι το ίδιο το ιερό. Το πλύσιμο του μπολ, το σκούπισμα του μονοπατιού, η παρακολούθηση της σταγόνας δροσιάς που εξατμίζεται — αυτά είναι τα μόνα τελετουργικά που έχουν σημασία, γιατί είναι πραγματικά. Όσοι δεν καταλαβαίνουν αναζητούν μια λύτρωση που έχουν δημιουργήσει στη σκέψη τους, και μέσα από τις ίδιες τις ενέργειες που τους παραπλανούν, απομακρύνονται περισσότερο από την πύλη χωρίς πύλη. Αλλά η πύλη είναι εδώ. Είναι το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, η ανάσα στα ρουθούνια σου, η σιωπή που κρατά κάθε ήχο. Δεν υπάρχει πτώση. Δεν υπάρχει λύτρωση. Υπάρχει μόνο αυτό: ο άνεμος, τα αγριολούλουδα, η κοιλάδα στην αυγή, κι εσύ — όχι χωριστός από αυτά, όχι πάνω από αυτά, αλλά υφασμένος μέσα στο ίδιο άρτιο ύφασμα του Αυτό που Είναι.

 

Αφορισμός

Δεν υπάρχει τίποτα να σωθεί και κανένας να σωθεί. Η Πραγματικότητα δεν είναι προορισμός· είναι το έδαφος που ποτέ δεν άφησες, ο ουρανός που ποτέ δεν έχασες.

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 23. Following the Tao Without Force
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 23. The Untrodden Country: A Meditation on the Tamed Self
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
9. The Sage’s Compassion and the Path Beyond Fear
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
IV. FOUR: THE PATH OF WISDOM: 4.2. Chapter II. The Eternal Return
MONDAY, 27 JULY, 2026

Chapter II. The Eternal Return

 

An Expanded Meditation

I. The Descent That Does Not Fall

There is a teaching that unsettles the ordinary sleep of the mind before it ever comforts it: that the Divine does not remain sealed away in some far and untroubled heaven, gazing upon the world as a traveler gazes upon a fire glimpsed across a wide, indifferent field. Rather, the mystics say, the Eternal comes down. It comes down the way light comes down into water — not divided by the surface it enters, not drowned by the depths it fills, and yet unmistakably present, trembling along every wave, gleaming for a moment on the crest before vanishing again into the general brightness of the sea. To ask, in the ordinary way, whether the light has "descended" or merely been reflected is to ask a question the water itself does not recognize; for the water does not experience the light as arriving from elsewhere. It only knows that it is, for this moment, radiant.

So too with this descent that the ancient voices speak of. It is not a fall in the way a stone falls, losing its height, spending itself against the ground. It is closer to the way a mother stoops to lift a child — the stooping does not diminish her, though for that instant she has taken on the child's low and trembling vantage. The Eternal, entering time, does not surrender its eternity any more than the mother, stooping, surrenders her strength. It takes on smallness the way a great singer takes on a single, humble note — not because the note exhausts the voice, but because the voice, in its fullness, contains all notes, and can therefore afford to linger, without loss, on any one of them.

This is why the seeker who has felt the pull of this teaching does not first ask how such a thing is possible. The proof, if it can be called that, arrives not as an argument, but as a recognition — sudden, wordless, and complete — the way one recognizes an old and beloved face across a crowded room before the mind has finished cataloguing its features.

II. The Rhythm Beneath the Ages

The descent is not a single, isolated event, fixed like a star upon the calendar of history, never to recur. It is instead a rhythm — patient, hidden, and as constant as the pulse beneath the skin, which one forgets entirely until a quiet room and a still hour bring it, of a sudden, into awareness. Ages rise and ages fall the way seasons rise and fall, each with its own weather of belief, its own harvest of understanding, its own long winter of neglect. And it is said that whenever an age grows heavy with its forgetting — whenever the golden thread binding the soul to its source is worn thin by the friction of the years, until it threatens, at last, to snap — the Eternal is said to gather itself once more into form.

Picture the sea on a windless day, its surface all but featureless, giving no sign of the depths beneath it — and then, without warning, a single wave rises, gathers itself out of the shapeless water, stands for a moment distinct and unmistakably itself, catches the light along its curling edge, and breaks, returning to the sea from which, in truth, it had never departed. This is the manner of the return: not an intrusion from outside, but a self-gathering from within, occurring precisely at the hour when the flatness of forgetting has grown too complete, when the world can no longer recall, on its own, that it was ever anything but flat.

Such a gathering does not announce itself in advance, nor does it wait for permission. It comes the way dawn comes to a sleeper who has forgotten that night must end — not because the sleeper called for it, but because the turning of the greater order required it, regardless of whether the sleeper was prepared to receive it.

III. The Paradox of the Boundless Bound

To the reasoning mind, schooled in the careful weighing of possibilities, this teaching presents what looks very much like a scandal. How can the Timeless enter time and remain Timeless? How can the Boundless accept a boundary and still, in truth, be boundless? The logician wishes to resolve this the way one resolves an equation, and finding no resolution, is tempted to discard the premise altogether.

But the mystics have never approached this question by the light of the logician's lamp. They have approached it on their knees, faces lifted, feeling the answer arrive as a warmth on the skin long before the mind has been permitted to speak its first objection. The ocean, they observe, is not made smaller by throwing up a single wave; it does not measure its vastness against the wave's brief height and find itself thereby diminished. The sky is not made small by being caught, whole, inside a single drop of dew hanging from a leaf at dawn — the drop does not steal the sky's immensity, it merely borrows the sky's likeness for the length of a morning, and the sky loses nothing in the lending.

A flame carried into a lantern is not thereby made a lesser flame, contained and diminished; it becomes, instead, a flame that can now be carried down a dark road, and having reached the traveler who needed it, it does not stop being fire — it only becomes fire that can, for a while, be held. This is the paradox the mystics ask us to bear without dissolving it, for some truths are not meant to be resolved into simpler truths; they are meant to be held, entire, the way the lantern holds the flame.

IV. The Many Guises, One Presence

And so, across the long procession of the ages, the Eternal is said to have walked among us in many guises — wearing the world the way a traveler wears a cloak, lightly, without ever forgetting that beneath the cloak the same traveler remains. In one age it comes as a teacher seated beneath a tree; in another, as a voice heard in the wilderness; in another still, as a nameless presence felt only in the hush that falls over a room when true words, at last, are spoken. The masks change, the names change, the very language in which the teaching is given changes — and yet those with the eyes to see recognize, beneath every mask, the same unmistakable face, the way one recognizes a single melody though it be played on a hundred different instruments, in a hundred different keys.

The purpose of each appearing, the ancient voices say, is always the same, however different its outer form: to undo the knots that falsehood has tied in the fabric of the age, and to retie, with patient hands, the threads of the sacred that had come loose. And having done this — having, for a moment, opened the eyes of the world — the Presence withdraws again into the vastness from which it seemed to come, not because it had gone anywhere, but because the eyes of the world, dazzled by their own brief seeing, close once more, the way eyes long accustomed to darkness must close again after a sudden and overwhelming light.

V. The Wheel of Coming and Going Undone

Those who come to understand this teaching — not merely with the intellect, which can hold an idea the way a hand holds a stone, but with the whole trembling instrument of the soul, which holds a truth the way a wound holds a memory — are said to be freed from the long wheel of coming and going. For to have seen the Eternal Return even once, truly, is to recognize that one's own comings and goings, one's own birth and dying, have always been woven from that same imperishable cloth.

Consider the river that empties itself, at last, into the sea, and imagine that the river, in its final mile, begins to grieve its own ending, mourning the loss of its banks, its bends, its long remembered course. And yet the water does not end; it is drawn up again into cloud, carried inland on a wind it does not choose, and returned once more to the hills as rain, to begin, without complaint, the whole patient journey again. The river that understands this — that recognizes itself not as a single doomed course but as one bright turning in a return without true ending — no longer grieves at the sea's edge. It empties itself gladly, having seen, at last, that emptying was never the same as ceasing.

So it is, the mystics teach, with the soul that has glimpsed the Eternal Return. It no longer measures its days as coins spent from a diminishing purse, fearing the moment the purse runs empty. It sees, instead, that the purse was never truly its own to begin with, and that what it feared to lose was never in danger of being lost.

VI. The Forest of All Ages

There is a further mystery folded within this teaching, one that unsettles the ordinary sense of time far more than the doctrine of return alone. The mystic, having tasted even a little of this vision, no longer experiences the past as a door sealed shut behind a retreating traveler, nor the future as a country that does not yet exist, waiting to be built plank by plank. In the timeless seeing, all the ages stand together like trees in a single forest — each rooted in the same soil, each drinking the same rain, each lifting its branches into the same wide and encompassing sky — though the pilgrim walking among them, bound still to the narrow path beneath his feet, perceives them one after another, as though vast distances separated a grove that has, in truth, always stood together.

To have walked even a little way into this forest is to discover that one's own life is not a single fragile candle, guttering toward an inevitable darkness, to be guarded jealously against every draft. It is, instead, one bright thread among countless others, all drawn from a single undying flame that does not lessen, however many threads are drawn from it, however many candles are lit from its one enduring fire. To be born, and to be born again, is then no longer a punishment, nor a wandering in some involuntary exile — it is simply the manner in which the Eternal, out of its own inexhaustible fullness, comes to know itself through ten thousand trembling faces, each one, for the brief span of its candle, believing itself to burn alone.

VII. Arise Within the Return

Let this, then, be no mere doctrine to be turned over by the mind and set aside, but a return to be lived, quietly, in the midst of the ordinary hours. For the seeker does not require some distant age of miracles in which to recognize the Eternal's descent; the same gathering of the wave out of the flat and forgetful sea is occurring even now, wherever a soul grows weary enough of its own forgetting to turn, at last, and look.

The teaching does not ask that the seeker travel to some far shore before this recognition is granted, nor that some future, more perfect self be achieved before the return may be met. It asks only for the turning — as unremarkable, and as inevitable, as the sunflower's slow turning toward the light it did not invent and cannot help but follow. And in that turning, however brief, however unfinished, the seeker discovers what the ages have always been quietly proclaiming beneath their many masks and many names: that the wave was never separate from the sea it rose from, that the child was never abandoned by the height it had temporarily set aside, and that the long, patient rhythm of descent and return is not a wheel to be feared, but a homecoming, endlessly and tenderly renewed.

Κεφάλαιο II. Η Αιώνια Επιστροφή

Μια Επεκταμένη Διαλογιστική Μελέτη

 

Ι. Η Κάθοδος που Δεν Είναι Πτώση

 

Υπάρχει μια διδασκαλία που ταράζει τον συνηθισμένο ύπνο του νου πριν ακόμη τον παρηγορήσει: ότι το Θείο δεν παραμένει σφραγισμένο σε κάποιον μακρινό και ατάραχο ουρανό, κοιτάζοντας τον κόσμο όπως ο ταξιδιώτης κοιτάζει μια φωτιά που διακρίνεται πέρα από ένα πλατύ, αδιάφορο πεδίο. Αντίθετα, λένε οι μύστες, το Αιώνιο κατεβαίνει. Κατεβαίνει όπως το φως κατεβαίνει μέσα στο νερό — χωρίς να διαιρείται από την επιφάνεια που εισέρχεται, χωρίς να πνίγεται από τα βάθη που γεμίζει, και όμως αναμφίβολα παρόν, τρεμοπαίζοντας σε κάθε κύμα, λάμποντας για μια στιγμή στην κορυφή πριν εξαφανιστεί πάλι μέσα στη γενική φωτεινότητα της θάλασσας. Το να ρωτά κανείς, με τον συνηθισμένο τρόπο, αν το φως «κατέβηκε» ή απλώς αντανακλάστηκε, είναι σαν να θέτει μια ερώτηση που το ίδιο το νερό δεν αναγνωρίζει· διότι το νερό δεν βιώνει το φως ως κάτι που έφτασε από αλλού. Ξέρει μόνο ότι, για αυτή τη στιγμή, είναι φωτεινό.

 

Έτσι και με αυτή την κάθοδο για την οποία μιλούν οι αρχαίες φωνές. Δεν είναι πτώση όπως πέφτει μια πέτρα, χάνοντας το ύψος της, ξοδεύοντας τον εαυτό της πάνω στο έδαφος. Είναι πιο κοντά στον τρόπο που μια μητέρα σκύβει για να σηκώσει ένα παιδί — το σκύψιμο δεν την μειώνει, αν και για εκείνη τη στιγμή έχει πάρει πάνω της τη χαμηλή και τρεμάμενη οπτική του παιδιού. Το Αιώνιο, εισερχόμενο στον χρόνο, δεν παραδίδει την αιωνιότητά του περισσότερο από όσο η μητέρα, σκύβοντας, παραδίδει τη δύναμή της. Παίρνει πάνω του τη μικρότητα όπως ένας μεγάλος τραγουδιστής παίρνει πάνω του μια μοναδική, ταπεινή νότα — όχι επειδή η νότα εξαντλεί τη φωνή, αλλά επειδή η φωνή, στην πληρότητά της, περιέχει όλες τις νότες, και μπορεί επομένως να επιμείνει, χωρίς απώλεια, σε οποιαδήποτε από αυτές.

 

Αυτός είναι ο λόγος που ο αναζητητής που έχει νιώσει την έλξη αυτής της διδασκαλίας δεν ρωτά πρώτα πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο. Η απόδειξη, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, φτάνει όχι ως επιχείρημα, αλλά ως αναγνώριση — ξαφνική, άφωνη και πλήρης — όπως αναγνωρίζει κανείς ένα παλιό και αγαπημένο πρόσωπο μέσα σε ένα πλήθος δωματίου πριν ο νους έχει τελειώσει την καταγραφή των χαρακτηριστικών του.

 

ΙΙ. Ο Ρυθμός Κάτω από τους Αιώνες

 

Η κάθοδος δεν είναι ένα μοναδικό, απομονωμένο γεγονός, καρφιτσωμένο σαν αστέρι πάνω στο ημερολόγιο της ιστορίας, που δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθεί. Είναι, αντίθετα, ένας ρυθμός — υπομονετικός, κρυφός, και τόσο σταθερός όσο ο παλμός κάτω από το δέρμα, που ξεχνά κανείς εντελώς μέχρι μια ήσυχη αίθουσα και μια ακίνητη ώρα να τον φέρουν, ξαφνικά, στη συνείδηση. Οι αιώνες ανεβαίνουν και πέφτουν όπως οι εποχές ανεβαίνουν και πέφτουν, καθεμιά με τον δικό της καιρό πίστης, τη δική της συγκομιδή κατανόησης, τον δικό της μακρύ χειμώνα της αμέλειας. Και λέγεται ότι όποτε ένας αιώνας βαραίνει από τη λήθη του — όποτε η χρυσή κλωστή που δένει την ψυχή με την πηγή της φθείρεται λεπτή από την τριβή των χρόνων, μέχρι που απειλεί, τελικά, να κοπεί — το Αιώνιο λέγεται ότι συγκεντρώνει τον εαυτό του και πάλι σε μορφή.

 

Φανταστείτε τη θάλασσα σε μια άπνοια μέρα, με την επιφάνειά της σχεδόν χωρίς χαρακτηριστικά, δίνοντας κανένα σημάδι των βαθών κάτω της — και τότε, χωρίς προειδοποίηση, ένα μοναδικό κύμα υψώνεται, συγκεντρώνεται από το άμορφο νερό, στέκεται για μια στιγμή διακριτό και αναμφίβολα ο εαυτός του, πιάνει το φως κατά μήκος της κυρτής άκρης του, και σπάει, επιστρέφοντας στη θάλασσα από την οποία, στην πραγματικότητα, δεν είχε ποτέ αποχωρήσει. Αυτός είναι ο τρόπος της επιστροφής: όχι μια εισβολή από έξω, αλλά μια αυτοσυγκέντρωση από μέσα, που συμβαίνει ακριβώς την ώρα που η επίπεδη λήθη έχει γίνει υπερβολικά πλήρης, όταν ο κόσμος δεν μπορεί πια να θυμηθεί, μόνος του, ότι κάποτε ήταν κάτι άλλο από επίπεδος.

 

Μια τέτοια συγκέντρωση δεν αναγγέλλεται εκ των προτέρων, ούτε περιμένει άδεια. Έρχεται όπως έρχεται η αυγή σε έναν κοιμισμένο που έχει ξεχάσει ότι η νύχτα πρέπει να τελειώσει — όχι επειδή ο κοιμισμένος την κάλεσε, αλλά επειδή η στροφή της μεγαλύτερης τάξης την απαιτούσε, ανεξάρτητα από το αν ο κοιμισμένος ήταν έτοιμος να την δεχτεί.

 

ΙΙΙ. Το Παράδοξο του Απεριόριστου που Δέχεται Όριο

 

Στον ορθολογικό νου, εκπαιδευμένο στην προσεκτική ζύγιση των πιθανοτήτων, αυτή η διδασκαλία παρουσιάζει αυτό που μοιάζει πολύ με σκάνδαλο. Πώς μπορεί το Άχρονο να εισέλθει στον χρόνο και να παραμείνει Άχρονο; Πώς μπορεί το Απεριόριστο να δεχτεί ένα όριο και να παραμένει, στην πραγματικότητα, απεριόριστο; Ο λογικός θέλει να λύσει αυτό όπως λύνει κανείς μια εξίσωση, και μη βρίσκοντας λύση, πειράζεται να απορρίψει εντελώς την προϋπόθεση.

 

Αλλά οι μύστες δεν προσέγγισαν ποτέ αυτή την ερώτηση με το φως της λάμπας του λογικού. Την προσέγγισαν γονατιστοί, με τα πρόσωπα υψωμένα, νιώθοντας την απάντηση να φτάνει σαν ζεστασιά στο δέρμα πολύ πριν ο νους επιτραπεί να προφέρει την πρώτη του ένσταση. Ο ωκεανός, παρατηρούν, δεν γίνεται μικρότερος επειδή υψώνει ένα μοναδικό κύμα· δεν μετρά την απεραντοσύνη του με το σύντομο ύψος του κύματος και δεν βρίσκει τον εαυτό του έτσι μειωμένο. Ο ουρανός δεν γίνεται μικρός επειδή πιάνεται, ολόκληρος, μέσα σε μια μοναδική σταγόνα δρόσου που κρέμεται από ένα φύλλο την αυγή — η σταγόνα δεν κλέβει την απεραντοσύνη του ουρανού, απλώς δανείζεται την ομοιότητά του για τη διάρκεια ενός πρωινού, και ο ουρανός δεν χάνει τίποτα από τον δανεισμό.

 

Μια φλόγα που μεταφέρεται μέσα σε ένα φανάρι δεν γίνεται έτσι μια μικρότερη φλόγα, περιορισμένη και μειωμένη· γίνεται, αντίθετα, μια φλόγα που μπορεί τώρα να μεταφερθεί σε έναν σκοτεινό δρόμο, και αφού φτάσει στον ταξιδιώτη που τη χρειαζόταν, δεν παύει να είναι φωτιά — γίνεται μόνο φωτιά που μπορεί, για λίγο, να κρατηθεί. Αυτό είναι το παράδοξο που οι μύστες μας ζητούν να φέρουμε χωρίς να το διαλύσουμε, διότι κάποιες αλήθειες δεν προορίζονται να επιλυθούν σε απλούστερες αλήθειες· προορίζονται να κρατηθούν ολόκληρες, όπως το φανάρι κρατά τη φλόγα.

 

IV. Τα Πολλά Προσωπεία, Μία Παρουσία

 

Και έτσι, κατά μήκος της μακράς πομπής των αιώνων, το Αιώνιο λέγεται ότι περπάτησε ανάμεσά μας με πολλά προσωπεία — φορώντας τον κόσμο όπως ο ταξιδιώτης φορά έναν μανδύα, ελαφρά, χωρίς ποτέ να ξεχνά ότι κάτω από τον μανδύα παραμένει ο ίδιος ταξιδιώτης. Σε έναν αιώνα έρχεται ως δάσκαλος καθισμένος κάτω από ένα δέντρο· σε άλλον, ως φωνή ακουστή στην έρημο· σε ακόμη άλλον, ως ανώνυμη παρουσία που γίνεται αισθητή μόνο στην ησυχία που πέφτει πάνω σε ένα δωμάτιο όταν, επιτέλους, λέγονται αληθινά λόγια. Οι μάσκες αλλάζουν, τα ονόματα αλλάζουν, ακόμη και η γλώσσα στην οποία δίνεται η διδασκαλία αλλάζει — και όμως εκείνοι που έχουν μάτια να δουν αναγνωρίζουν, κάτω από κάθε μάσκα, το ίδιο αναμφίβολο πρόσωπο, όπως αναγνωρίζει κανείς μια μοναδική μελωδία αν και παιγμένη σε εκατό διαφορετικά όργανα, σε εκατό διαφορετικές κλίμακες.

 

Ο σκοπός κάθε εμφάνισης, λένε οι αρχαίες φωνές, είναι πάντα ο ίδιος, όσο διαφορετική και αν είναι η εξωτερική της μορφή: να λύσει τους κόμπους που η ψευτιά έχει δέσει στο ύφασμα του αιώνα, και να ξαναδέσει, με υπομονετικά χέρια, τις κλωστές του ιερού που είχαν χαλαρώσει. Και αφού το κάνει αυτό — αφού, για μια στιγμή, ανοίξει τα μάτια του κόσμου — η Παρουσία αποσύρεται πάλι στην απεραντοσύνη από την οποία φάνηκε να έρχεται, όχι επειδή είχε πάει κάπου, αλλά επειδή τα μάτια του κόσμου, θαμπωμένα από τη σύντομη όρασή τους, κλείνουν και πάλι, όπως μάτια από καιρό συνηθισμένα στο σκοτάδι πρέπει να κλείσουν πάλι μετά από ένα ξαφνικό και συντριπτικό φως.

 

V. Ο Τροχός του Ερχομού και του Πηγαίνει που Λύθηκε

 

Εκείνοι που έρχονται να κατανοήσουν αυτή τη διδασκαλία — όχι απλώς με τον νου, που μπορεί να κρατήσει μια ιδέα όπως το χέρι κρατά μια πέτρα, αλλά με ολόκληρο το τρεμάμενο όργανο της ψυχής, που κρατά μια αλήθεια όπως μια πληγή κρατά μια μνήμη — λέγεται ότι ελευθερώνονται από τον μακρύ τροχό του ερχομού και του πηγαίνει. Διότι το να έχει δει κανείς την Αιώνια Επιστροφή έστω και μία φορά, αληθινά, είναι να αναγνωρίσει ότι οι δικοί του ερχομοί και πηγαίνει, η δική του γέννηση και ο θάνατος, ήταν πάντα υφασμένα από το ίδιο άφθαρτο ύφασμα.

 

Σκεφτείτε τον ποταμό που αδειάζει, τελικά, στη θάλασσα, και φανταστείτε ότι ο ποταμός, στο τελευταίο του μίλι, αρχίζει να θρηνεί το δικό του τέλος, πενθώντας την απώλεια των όχθων του, των καμπών του, της μακράς θυμημένης πορείας του. Και όμως το νερό δεν τελειώνει· ανυψώνεται πάλι σε σύννεφο, μεταφέρεται στην ενδοχώρα με έναν άνεμο που δεν διαλέγει, και επιστρέφει και πάλι στους λόφους ως βροχή, για να αρχίσει, χωρίς παράπονο, ολόκληρο το υπομονετικό ταξίδι από την αρχή. Ο ποταμός που κατανοεί αυτό — που αναγνωρίζει τον εαυτό του όχι ως μια μοναδική καταδικασμένη πορεία αλλά ως μια φωτεινή στροφή σε μια επιστροφή χωρίς αληθινό τέλος — δεν θρηνεί πια στην άκρη της θάλασσας. Αδειάζει τον εαυτό του με χαρά, έχοντας δει, επιτέλους, ότι το άδειασμα δεν ήταν ποτέ το ίδιο με το να παύει να υπάρχει.

 

Έτσι είναι, διδάσκουν οι μύστες, με την ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στην Αιώνια Επιστροφή. Δεν μετρά πια τις μέρες της ως νομίσματα που ξοδεύονται από ένα εξαντλούμενο πουγκί, φοβούμενη τη στιγμή που το πουγκί θα αδειάσει. Βλέπει, αντίθετα, ότι το πουγκί δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικό της από την αρχή, και ότι αυτό που φοβόταν να χάσει δεν κινδύνευε ποτέ να χαθεί.

 

VI. Το Δάσος Όλων των Αιώνων

 

Υπάρχει ένα περαιτέρω μυστήριο διπλωμένο μέσα σε αυτή τη διδασκαλία, ένα που ταράζει την συνηθισμένη αίσθηση του χρόνου πολύ περισσότερο από την ίδια τη διδασκαλία της επιστροφής. Ο μύστης, έχοντας γευτεί έστω και λίγο από αυτή την όραση, δεν βιώνει πια το παρελθόν ως μια πόρτα σφραγισμένη πίσω από έναν ταξιδιώτη που αποσύρεται, ούτε το μέλλον ως μια χώρα που δεν υπάρχει ακόμη, περιμένοντας να χτιστεί σανίδα-σανίδα. Στην άχρονη όραση, όλοι οι αιώνες στέκονται μαζί σαν δέντρα σε ένα μοναδικό δάσος — το καθένα ριζωμένο στο ίδιο χώμα, το καθένα πίνοντας την ίδια βροχή, το καθένα υψώνοντας τα κλαδιά του στον ίδιο πλατύ και περιεκτικό ουρανό — αν και ο προσκυνητής που περπατά ανάμεσά τους, δεμένος ακόμη στο στενό μονοπάτι κάτω από τα πόδια του, τα αντιλαμβάνεται το ένα μετά το άλλο, σαν να χώριζαν τεράστιες αποστάσεις ένα άλσος που, στην πραγματικότητα, στεκόταν πάντα μαζί.

 

Το να έχει περπατήσει κανείς έστω και λίγο μέσα σε αυτό το δάσος είναι να ανακαλύψει ότι η δική του ζωή δεν είναι ένα μοναδικό εύθραυστο κερί, που τρεμοσβήνει προς ένα αναπόφευκτο σκοτάδι, που πρέπει να φυλαχτεί ζηλότυπα από κάθε ρεύμα αέρα. Είναι, αντίθετα, μια φωτεινή κλωστή ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες, όλες τραβηγμένες από μια μοναδική αθάνατη φλόγα που δεν λιγοστεύει, όσο πολλές κλωστές και αν τραβηχτούν από αυτήν, όσο πολλά κεριά και αν ανάψουν από τη μία διαρκή φωτιά της. Το να γεννιέται κανείς, και να γεννιέται πάλι, δεν είναι τότε πια τιμωρία, ούτε περιπλάνηση σε κάποια ακούσια εξορία — είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο το Αιώνιο, από την ίδια του την ανεξάντλητη πληρότητα, έρχεται να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από δέκα χιλιάδες τρεμάμενα πρόσωπα, το καθένα από τα οποία, για το σύντομο διάστημα του κεριού του, πιστεύει ότι καίει μόνο του.

 

VII. Σήκω Μέσα στην Επιστροφή

 

Ας είναι λοιπόν αυτό όχι μια απλή δοξασία για να την αναποδογυρίσει ο νους και να την αφήσει στην άκρη, αλλά μια επιστροφή για να ζήσει κανείς, ήσυχα, μέσα στις συνηθισμένες ώρες. Διότι ο αναζητητής δεν χρειάζεται κάποιον μακρινό αιώνα θαυμάτων για να αναγνωρίσει την κάθοδο του Αιώνιου· η ίδια συγκέντρωση του κύματος από την επίπεδη και λησμονημένη θάλασσα συμβαίνει ακόμη και τώρα, όπου μια ψυχή κουράζεται αρκετά από τη δική της λήθη ώστε να στραφεί, επιτέλους, και να κοιτάξει.

 

Η διδασκαλία δεν ζητά από τον αναζητητή να ταξιδέψει σε κάποια μακρινή ακτή πριν του δοθεί αυτή η αναγνώριση, ούτε να επιτευχθεί κάποιος μελλοντικός, τελειότερος εαυτός πριν συναντηθεί η επιστροφή. Ζητά μόνο τη στροφή — τόσο ασυνήθιστη, και τόσο αναπόφευκτη, όσο η αργή στροφή του ηλιοτροπίου προς το φως που δεν επινόησε και δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει. Και σε εκείνη τη στροφή, όσο σύντομη και αν είναι, όσο ημιτελής και αν είναι, ο αναζητητής ανακαλύπτει αυτό που οι αιώνες πάντοτε διακήρυσσαν ήσυχα κάτω από τις πολλές μάσκες και τα πολλά ονόματά τους: ότι το κύμα δεν ήταν ποτέ χωρισμένο από τη θάλασσα από την οποία υψώθηκε, ότι το παιδί δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από το ύψος που είχε προσωρινά αφήσει στην άκρη, και ότι ο μακρύς, υπομονετικός ρυθμός της καθόδου και της επιστροφής δεν είναι ένας τροχός που πρέπει να φοβάται κανείς, αλλά μια επιστροφή στην πατρίδα, ατελείωτα και τρυφερά ανανεωμένη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
Europe: 3. The Religious Mind of Pure Awareness
SUNDAY, 26 JULY, 2026

The Religious Mind of Pure Awareness

 

A Contemplation on Silence, Love, and the Unmeasured Life

 

I. The Threshold of Silence

 

There exists within every human being a threshold that few dare to cross—a doorway not made of wood or stone, but of a stillness so absolute that it swallows the echo of one's own name. It is not a place one arrives at through effort, nor a destination marked upon any map drawn by thought. This threshold opens only when the seeker ceases to seek, when the questioner grows tired of questions, when the mind that has built cathedrals of concepts finally lays down its tools and stands empty before the mystery it cannot name.

 

The religious mind does not belong to those who kneel in churches built by human hands, nor to those who chant in temples fragrant with incense. It is not the property of priests or philosophers, of saints or scholars. It is a quality of consciousness that emerges when all systems of belief have been set aside like garments too small for the infinite body of being. This mind is not acquired; it is uncovered, like a spring that rises when the debris of centuries is cleared away. It is the original mind, prior to culture, prior to language, prior to the division between the sacred and the profane.

 

To stand at this threshold is to feel the first breath of a wind that blows from nowhere and returns to nowhere. It is to sense, in the hollow of one's chest, a vastness opening where once there was only the clutter of memory and anticipation. The individual approaches this silence as a leaf falls from a tree—without intention, without resistance, surrendered to a gravity that is not of the earth but of being itself.

 

Aphorism

The temple built by thought collapses when the heart learns to stand empty. What remains is not a new belief, but the old silence that was there before the first word was spoken.

 

II. The Cessation of the Known

 

The silence of which the ancients spoke is not the silence of a world at rest, not the hush that falls over a valley when the wind has died. It is a silence beyond the very possibility of sound, beyond the ear that listens and the mind that interprets. This silence descends when thought, with all its glittering images, its woven words, its perceptions shaped by memory and fear, has entirely ceased its restless movement.

 

Thought is a masterful architect. It builds bridges between yesterday and tomorrow, constructs identities like fortresses against insignificance, weaves narratives that place the self at the center of a universe that cares nothing for centers. Yet thought cannot touch the living truth. It creates only symbols of truth, idols of truth, doctrines that point toward the sky but never leave the ground. The religious mind is born when this architect lays down its blueprints, when the ceaseless chatter of the internal dialogue falls away like autumn leaves from a branch grown still.

 

In that cessation, something immeasurable occurs. The world does not disappear; it is seen for the first time without the veil of interpretation. A tree is no longer a symbol of life or a specimen of botany. It is simply there, being itself with a completeness that thought can never grasp. The sky is no longer a dome above or a metaphor for infinity. It is vastness without a name, presence without a possessor. The one who looks has vanished into the looking itself. There is only the seen, the seeing, and a silence that holds them both like a mother holds her child, without grasping, without wanting, without end.

 

This is the death that precedes all true birth. The death of the known, the familiar, the safe. From this emptying, the religious mind emerges—not as something new, but as something ancient, always there beneath the sediment of becoming.

 

Aphorism

When the mind stops building, the soul discovers it was never homeless. In the death of the known, the unknown breathes its first eternal breath.

 

III. The Explosion of Love

 

From this silence, from this ground of being that thought has never tilled, there arises an explosion so gentle that it shatters nothing yet transforms everything. It is the explosion of love—not the love that seeks, that wants, that possesses and is possessed, but a love that knows no object and therefore no boundary. This love does not flow from one point to another, does not travel from giver to receiver across the bridge of need. It is not a river but the ocean itself, without banks, without direction, without distinction between source and destination.

 

The religious mind is this explosion made conscious. It is awareness become love, silence that has learned to move without moving, to touch without hands, to embrace without arms. In this love, lover and beloved are not two entities meeting in compromise. They are one substance, one breath, one pulse beating in the heart of all things equally—the stone and the star, the criminal and the saint, the flower that opens to morning and the worm that turns the earth beneath it. Far is near in this love, not because distance has been overcome by effort, but because distance was always an illusion woven by the mind that separates in order to understand.

 

To speak of this love is to betray it, for every word draws a line where no line exists. Yet the mystic speaks, not to define the indefinable, but to sing the song that rises unbidden from the silence, like birdsong that does not explain the dawn but celebrates it. This love is not of the measure of words, just as beauty is not of the measure of words. It is measureless, timeless, ownerless. It is the perfume of the divine presence that lingers after the form has dissolved, the light that remains when the lamp has been extinguished.

 

And yet this love is not abstract, not a philosophical concept to be debated in halls of learning. It is more real than the ground beneath one's feet, more immediate than the next heartbeat. It is the very fabric of existence, the warp and weft of reality seen with eyes washed clean of the dust of self. The religious mind does not love in spite of the world; it loves because it sees the world as it is—not as separate things struggling for survival, but as a single movement of being, a dance of energies never divided except in the imagination of those who have not yet fallen silent.

 

Aphorism

Love that seeks an object is still a child of separation. The love that explodes from silence has no beloved, because it has no other. In that love, even the stones sing.

 

IV. The Nearness of the Far

 

In the ordinary mind, bound by the geometry of thought, distance is an unassailable fact. The star is far, the neighbor is near, the past is gone, the future has not arrived. This geometry serves survival, but it imprisons the soul in a universe of separation where love must travel across space and time, where the divine is always elsewhere, always tomorrow, always just beyond the reach of the outstretched hand. The religious mind shatters this geometry not by argument, not by philosophy, but by the simple, overwhelming fact of its own presence.

 

To the mind that has fallen silent, the far is near because far and near were never more than concepts, measurements taken with the ruler of a self that believed itself located at a specific point in space and time. But the self that thought constructed was never more than a ripple on the surface of an ocean that has no location. When the ripple subsides, when the surface grows still, the ocean recognizes itself in every drop, in every wave, in every distant shore that once seemed unreachable. The star is not far; it is as close as one's own light. The past is not gone; it is folded into the present like a letter into an envelope that has never been sealed.

 

This nearness is not a metaphor, not a poetic fancy to comfort those who long for connection. It is the direct perception of a mind that no longer stands apart from what it perceives. The religious mind does not see the world from a distance, analyzing, categorizing, judging. It enters into the world like light enters a room—not as a visitor but as the very condition of visibility. In that entering, the distinction between seer and seen, between knower and known, dissolves like salt in water, leaving only the taste of unity, the savor of a presence that cannot be named because it is the one who names, the silence that speaks through every word without ever becoming the word itself.

 

Here, the mystery deepens rather than resolves. The more the religious mind abides in this nearness, the more it recognizes that the divine is not an object to be approached but the approaching itself, not a destination to be reached but the very ground upon which all walking occurs. God is not far, waiting at the end of a long journey. God is the journey and the traveler and the road, the thirst and the water and the drinking. To seek God is to miss God, not because God is hidden, but because seeking presupposes a seeker separate from the sought. The religious mind does not seek; it rests. It does not reach; it opens. It does not find; it recognizes what was never lost.

 

Aphorism

The hand that reaches for the divine forgets it is already held. In the silence where distance dies, every star is a heartbeat away. To seek is to confirm separation; to rest is to discover union.

 

V. Action from Emptiness

 

The world demands action. It cries out for justice, for healing, for hands that will build and voices that will speak truth to power. The religious mind, far from being a refuge of escape, is the source of the only action that does not breed further division, further suffering, further violence disguised as virtue. But this action does not arise from the busy mind that plans and calculates, that weighs consequences and strategizes outcomes. It arises from the silence, from the emptiness that is not empty of love but full of a love that has no agenda, no ideology, no self to protect or promote.

 

From this silence alone the meditative mind acts. This is not a formula to be followed but a mystery to be lived. The action that springs from silence is like the movement of wind through grass—it does not choose which blade to touch, yet none are left untouched. It is like sunlight falling upon the earth—it does not discriminate between garden and wasteland, yet both are transformed by its presence. Such action is not motivated by the desire to become good, to achieve enlightenment, to save the world. It is the natural expression of a being that has discovered its true nature, just as a flower does not decide to bloom but blooms because it cannot do otherwise.

 

In this action, there is no actor separate from the action. The religious mind does not say, "I will help," for there is no "I" standing apart from the one who suffers, no helper separate from the helped. There is only the movement of compassion, which is not pity—a looking down from above—but love—a looking with, a being-with, a shared breath in the vast lung of existence. The hand that reaches out to the stranger, the voice that speaks comfort to the grieving, the presence that simply sits with the dying—these are the body of silence made visible, the love that knows no separation taking form in the world of appearances.

 

And because this action is not of the self, it carries no residue. It does not leave behind the pride of the doer or the resentment of the unappreciated. It does not create debt or demand gratitude. It is complete in the moment of its arising, like a flame that consumes itself and leaves no ash. The religious mind acts, and in acting, is free. It builds, and in building, holds nothing. It gives, and in giving, possesses nothing. It loves, and in loving, binds nothing. This is the paradox that formal logic cannot contain: the fullest action is the action of emptiness, the most powerful movement is the movement of stillness, the most complete doing is the doing of one who has discovered there is nothing to do and no one to do it—yet does it anyway, with the whole heart, the whole being, the whole silence that is the ground of all becoming.

 

Aphorism

The hand that acts from silence leaves no shadow behind it. True compassion has no face, no name, no memory of having given. In emptiness, the whole world is moved by a single breath.

 

VI. The Return That Is Not a Return

 

The journey of the religious mind is not a circle that brings the traveler back to the starting point, wiser but unchanged. It is a spiral that ascends into a vastness where beginning and end have lost their meaning. The one who has touched the silence, who has felt the explosion of love, who has known the nearness of the far and acted from the emptiness that is full—this one does not return to the world as a saint to be worshipped or a teacher to be followed. They return as the silence returns to sound, as the ocean returns to the wave, as the sky returns to the bird that flies within it. There is no return, for there was never a departure. There is no arrival, for there was never a journey. There is only the eternal present, unfolding itself in infinite forms, wearing the mask of time while remaining forever timeless.

 

To the world, such a one may appear ordinary, unremarkable, perhaps even foolish. They do not carry the aura of holiness that the mind projects upon those it wishes to venerate from a safe distance. They laugh, they weep, they eat and sleep and make mistakes. Yet in their ordinariness, there is a quality of presence that those with eyes to see will recognize—not as something to be copied or acquired, but as a reminder of what is possible when the heart grows still. They are not the light itself but the window through which the light enters the room. They are not the silence but the space that allows the silence to be heard.

 

The religious mind, then, is not a possession, not an achievement, not a state to be maintained through discipline or protected through dogma. It is a flowering that occurs when the conditions are right—when the soil of the heart has been cleared of the weeds of comparison and ambition, when the climate of the soul has grown warm enough to melt the frost of fear, when the rain of grace—grace that asks nothing, gives everything—falls upon ground that has learned to receive without demanding. And when it flowers, it flowers for all, though few may notice. Its fragrance spreads invisibly, its beauty serves no purpose, its existence answers to no authority. It is simply there, being what it is, as the stars are simply there, as the silence is simply there, holding all sound in its embrace.

 

In the end, there is no end. The religious mind abides in the eternal now, not as a visitor but as the native ground of being itself. It does not look forward to heaven or backward to a golden age. It does not wait for transformation or mourn its absence. It is the transformation, the golden age, the heaven that has never been elsewhere. And in this abiding, there is peace—not the peace of the grave, not the peace of ignorance, but the peace that passes understanding, the peace that is the very nature of silence, the peace that is love without an object, presence without a possessor, life without a limit. This is the religious mind. This is the pure awareness that was never lost and can never be found, for it is the finding itself, the silence beyond thought, the love that ends all division, the action that arises from the heart of emptiness and returns to emptiness, complete, whole, and forever free.

 

Aphorism

There is no journey, only the eternal present wearing the mask of time. The religious mind does not find peace; it discovers it was never anything else. In the end that is not an end, silence speaks, and love is all that remains.

 

O Θρησκευτικός Νους της Καθαρής Επίγνωσης

 

Ένας Συλλογισμός πάνω στη Σιωπή, την Αγάπη και τη Μη Μετρήσιμη Ζωή

 

Ι. Το Κατώφλι της Σιωπής

 

Υπάρχει μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον ένα κατώφλι που λίγοι τολμούν να διαβούν—μια πόρτα που δεν είναι φτιαγμένη από ξύλο ή πέτρα, αλλά από μια ακινησία τόσο απόλυτη που καταπίνει την ηχώ του ίδιου του ονόματός μας. Δεν είναι τόπος στον οποίο φτάνει κανείς με προσπάθεια, ούτε προορισμός σημειωμένος σε οποιονδήποτε χάρτη σχεδιασμένο από τη σκέψη. Αυτό το κατώφλι ανοίγει μόνο όταν ο αναζητητής παύει να αναζητά, όταν ο ερωτών κουράζεται από τις ερωτήσεις, όταν ο νους που έχει χτίσει καθεδρικούς ναούς εννοιών αφήνει επιτέλους κάτω τα εργαλεία του και στέκεται άδειος μπροστά στο μυστήριο που δεν μπορεί να ονομάσει.

 

Ο θρησκευτικός νους δεν ανήκει σε εκείνους που γονατίζουν σε εκκλησίες χτισμένες από ανθρώπινα χέρια, ούτε σε εκείνους που ψάλλουν σε ναούς ευωδιασμένους από θυμίαμα. Δεν είναι ιδιοκτησία ιερέων ή φιλοσόφων, αγίων ή λογίων. Είναι μια ποιότητα συνείδησης που αναδύεται όταν όλα τα συστήματα πίστης έχουν παραμεριστεί σαν ενδύματα πολύ στενά για το άπειρο σώμα της ύπαρξης. Αυτός ο νους δεν αποκτάται· αποκαλύπτεται, σαν πηγή που αναβλύζει όταν καθαριστεί η συντριβή των αιώνων. Είναι ο αρχικός νους, πριν από τον πολιτισμό, πριν από τη γλώσσα, πριν από τη διάκριση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο.

 

Το να σταθεί κανείς σε αυτό το κατώφλι σημαίνει να αισθανθεί την πρώτη πνοή ενός ανέμου που φυσά από πουθενά και επιστρέφει στο πουθενά. Σημαίνει να νιώσει, στο κοίλωμα του στήθους, μια απεραντοσύνη που ανοίγεται εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο η ακαταστασία της μνήμης και της προσδοκίας. Το άτομο πλησιάζει αυτή τη σιωπή όπως πέφτει ένα φύλλο από το δέντρο—χωρίς πρόθεση, χωρίς αντίσταση, παραδομένο σε μια βαρύτητα που δεν είναι της γης αλλά της ίδιας της ύπαρξης.

 

Αφορισμός

Ο ναός που χτίζει η σκέψη καταρρέει όταν η καρδιά μάθει να στέκεται άδεια. Αυτό που μένει δεν είναι μια νέα πίστη, αλλά η παλιά σιωπή που υπήρχε πριν ειπωθεί η πρώτη λέξη.

 

ΙΙ. Η Παύση του Γνωστού

 

Η σιωπή για την οποία μιλούσαν οι αρχαίοι δεν είναι η σιωπή ενός κόσμου σε ηρεμία, ούτε η ησυχία που πέφτει πάνω σε μια κοιλάδα όταν έχει πεθάνει ο άνεμος. Είναι μια σιωπή πέρα από την ίδια τη δυνατότητα του ήχου, πέρα από το αυτί που ακούει και τον νου που ερμηνεύει. Αυτή η σιωπή κατεβαίνει όταν η σκέψη, με όλες τις λαμπερές της εικόνες, τις υφασμένες λέξεις, τις αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν από τη μνήμη και τον φόβο, έχει σταματήσει εντελώς την ανήσυχη κίνησή της.

 

Η σκέψη είναι ένας δεξιοτέχνης αρχιτέκτονας. Χτίζει γέφυρες ανάμεσα στο χθες και το αύριο, κατασκευάζει ταυτότητες σαν φρούρια ενάντια στην ασημαντότητα, υφαίνει αφηγήσεις που τοποθετούν το εγώ στο κέντρο ενός σύμπαντος που δεν νοιάζεται καθόλου για κέντρα. Ωστόσο η σκέψη δεν μπορεί να αγγίξει την ζωντανή αλήθεια. Δημιουργεί μόνο σύμβολα της αλήθειας, είδωλα της αλήθειας, δόγματα που δείχνουν προς τον ουρανό αλλά ποτέ δεν εγκαταλείπουν το έδαφος. Ο θρησκευτικός νους γεννιέται όταν αυτός ο αρχιτέκτονας αφήνει κάτω τα σχέδιά του, όταν η αδιάκοπη φλυαρία του εσωτερικού διαλόγου πέφτει σαν φθινοπωρινά φύλλα από ένα κλαδί που έχει ηρεμήσει.

 

Σε εκείνη την παύση συμβαίνει κάτι αμέτρητο. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται· φαίνεται για πρώτη φορά χωρίς το πέπλο της ερμηνείας. Ένα δέντρο δεν είναι πλέον σύμβολο ζωής ή δείγμα βοτανικής. Είναι απλώς εκεί, υπάρχοντας με μια πληρότητα που η σκέψη δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει. Ο ουρανός δεν είναι πλέον θόλος από πάνω ή μεταφορά για το άπειρο. Είναι απεραντοσύνη χωρίς όνομα, παρουσία χωρίς κάτοχο. Εκείνος που κοιτάζει έχει εξαφανιστεί μέσα στο ίδιο το κοίταγμα. Υπάρχει μόνο το ιδωμένο, το βλέπειν, και μια σιωπή που τα κρατά και τα δύο σαν μητέρα που κρατά το παιδί της, χωρίς να αρπάζει, χωρίς να θέλει, χωρίς τέλος.

 

Αυτός είναι ο θάνατος που προηγείται κάθε αληθινής γέννησης. Ο θάνατος του γνωστού, του οικείου, του ασφαλούς. Από αυτό το άδειασμα αναδύεται ο θρησκευτικός νους—όχι ως κάτι νέο, αλλά ως κάτι αρχαίο, πάντα παρόν κάτω από το ίζημα του γίγνεσθαι.

 

Αφορισμός

Όταν ο νους σταματά να χτίζει, η ψυχή ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν άστεγη. Στον θάνατο του γνωστού, το άγνωστο αναπνέει την πρώτη του αιώνια πνοή.

 

ΙΙΙ. Η Έκρηξη της Αγάπης

 

Από αυτή τη σιωπή, από αυτό το έδαφος της ύπαρξης που η σκέψη δεν έχει ποτέ οργώσει, αναδύεται μια έκρηξη τόσο ήπια που δεν συντρίβει τίποτα και όμως μεταμορφώνει τα πάντα. Είναι η έκρηξη της αγάπης—όχι της αγάπης που αναζητά, που θέλει, που κατέχει και κατέχεται, αλλά μιας αγάπης που δεν γνωρίζει αντικείμενο και επομένως κανένα όριο. Αυτή η αγάπη δεν ρέει από ένα σημείο σε άλλο, δεν ταξιδεύει από τον δότη στον δέκτη πάνω από τη γέφυρα της ανάγκης. Δεν είναι ποτάμι αλλά ο ίδιος ο ωκεανός, χωρίς όχθες, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς διάκριση ανάμεσα στην πηγή και τον προορισμό.

 

Ο θρησκευτικός νους είναι αυτή η έκρηξη που έγινε συνειδητή. Είναι η επίγνωση που έγινε αγάπη, η σιωπή που έμαθε να κινείται χωρίς να κινείται, να αγγίζει χωρίς χέρια, να αγκαλιάζει χωρίς βραχίονες. Σε αυτή την αγάπη, ο εραστής και ο αγαπημένος δεν είναι δύο οντότητες που συναντιούνται σε συμβιβασμό. Είναι μία ουσία, μία πνοή, ένας παλμός που χτυπά στην καρδιά όλων των πραγμάτων εξίσου—της πέτρας και του άστρου, του εγκληματία και του αγίου, του λουλουδιού που ανοίγεται στο πρωί και του σκουληκιού που γυρίζει τη γη από κάτω του. Το μακρινό είναι κοντά σε αυτή την αγάπη, όχι επειδή η απόσταση έχει ξεπεραστεί με προσπάθεια, αλλά επειδή η απόσταση ήταν πάντα μια ψευδαίσθηση υφασμένη από τον νου που χωρίζει για να κατανοήσει.

 

Το να μιλάει κανείς για αυτή την αγάπη σημαίνει να την προδώσει, γιατί κάθε λέξη χαράζει μια γραμμή εκεί όπου δεν υπάρχει καμία γραμμή. Ωστόσο ο μυστικιστής μιλάει, όχι για να ορίσει το ακαθόριστο, αλλά για να τραγουδήσει το τραγούδι που αναδύεται αβίαστα από τη σιωπή, σαν το κελάηδημα των πουλιών που δεν εξηγεί την αυγή αλλά την γιορτάζει. Αυτή η αγάπη δεν είναι του μέτρου των λέξεων, όπως η ομορφιά δεν είναι του μέτρου των λέξεων. Είναι αμέτρητη, άχρονη, χωρίς ιδιοκτήτη. Είναι το άρωμα της θείας παρουσίας που παραμένει μετά τη διάλυση της μορφής, το φως που μένει όταν έχει σβήσει η λάμπα.

 

Και όμως αυτή η αγάπη δεν είναι αφηρημένη, δεν είναι φιλοσοφική έννοια προς συζήτηση σε αίθουσες μάθησης. Είναι πιο πραγματική από το έδαφος κάτω από τα πόδια κάποιου, πιο άμεση από τον επόμενο χτύπο της καρδιάς. Είναι το ίδιο το ύφασμα της ύπαρξης, το στημόνι και το υφάδι της πραγματικότητας όπως φαίνεται με μάτια πλυμένα καθαρά από τη σκόνη του εαυτού. Ο θρησκευτικός νους δεν αγαπά παρά τον κόσμο· αγαπά επειδή βλέπει τον κόσμο όπως είναι—όχι ως χωριστά πράγματα που παλεύουν για επιβίωση, αλλά ως μία μοναδική κίνηση της ύπαρξης, έναν χορό ενεργειών που ποτέ δεν διαιρέθηκαν παρά μόνο στη φαντασία εκείνων που δεν έχουν ακόμη πέσει σε σιωπή.

 

Αφορισμός

Η αγάπη που αναζητά ένα αντικείμενο είναι ακόμα παιδί του χωρισμού. Η αγάπη που εκρήγνυται από τη σιωπή δεν έχει αγαπημένο, γιατί δεν έχει άλλο. Σε εκείνη την αγάπη, ακόμα και οι πέτρες τραγουδούν.

 

ΙV. Η Εγγύτητα του Μακρινού

 

Στον συνηθισμένο νου, δεσμευμένο από τη γεωμετρία της σκέψης, η απόσταση είναι ένα απαραβίαστο γεγονός. Το άστρο είναι μακριά, ο γείτονας είναι κοντά, το παρελθόν έχει φύγει, το μέλλον δεν έχει ακόμα έρθει. Αυτή η γεωμετρία υπηρετεί την επιβίωση, αλλά φυλακίζει την ψυχή σε ένα σύμπαν χωρισμού όπου η αγάπη πρέπει να ταξιδέψει μέσα από τον χώρο και τον χρόνο, όπου το θείο είναι πάντα αλλού, πάντα αύριο, πάντα λίγο πέρα από την εμβέλεια του απλωμένου χεριού. Ο θρησκευτικός νους συντρίβει αυτή τη γεωμετρία όχι με επιχειρήματα, όχι με φιλοσοφία, αλλά με το απλό, συντριπτικό γεγονός της δικής του παρουσίας.

 

Για τον νου που έχει πέσει σε σιωπή, το μακρινό είναι κοντά επειδή το μακρινό και το κοντινό δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από έννοιες, μετρήσεις που έγιναν με τον κανόνα ενός εαυτού που πίστευε ότι βρισκόταν σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου και του χρόνου. Αλλά ο εαυτός που κατασκεύασε η σκέψη δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από ένα κυματισμό στην επιφάνεια ενός ωκεανού που δεν έχει τοποθεσία. Όταν ο κυματισμός καταλαγιάζει, όταν η επιφάνεια ηρεμεί, ο ωκεανός αναγνωρίζει τον εαυτό του σε κάθε σταγόνα, σε κάθε κύμα, σε κάθε μακρινή ακτή που κάποτε φαινόταν απρόσιτη. Το άστρο δεν είναι μακριά· είναι τόσο κοντά όσο το δικό του φως. Το παρελθόν δεν έχει φύγει· είναι διπλωμένο στο παρόν σαν γράμμα μέσα σε φάκελο που δεν έχει ποτέ σφραγιστεί.

 

Αυτή η εγγύτητα δεν είναι μεταφορά, ούτε ποιητική φαντασία για να παρηγορήσει εκείνους που λαχταρούν σύνδεση. Είναι η άμεση αντίληψη ενός νου που δεν στέκεται πλέον χωριστά από αυτό που αντιλαμβάνεται. Ο θρησκευτικός νους δεν βλέπει τον κόσμο από απόσταση, αναλύοντας, κατηγοριοποιώντας, κρίνοντας. Εισέρχεται στον κόσμο όπως το φως εισέρχεται σε ένα δωμάτιο—όχι ως επισκέπτης αλλά ως η ίδια η συνθήκη της ορατότητας. Σε εκείνη την είσοδο, η διάκριση ανάμεσα στον βλέποντα και το ιδωμένο, ανάμεσα στον γνώστη και το γνωστό, διαλύεται σαν αλάτι στο νερό, αφήνοντας μόνο τη γεύση της ενότητας, τη νοστιμιά μιας παρουσίας που δεν μπορεί να ονομαστεί γιατί είναι εκείνος που ονομάζει, η σιωπή που μιλά μέσα από κάθε λέξη χωρίς ποτέ να γίνεται η ίδια η λέξη.

 

Εδώ το μυστήριο βαθαίνει αντί να επιλύεται. Όσο περισσότερο ο θρησκευτικός νους μένει σε αυτή την εγγύτητα, τόσο περισσότερο αναγνωρίζει ότι το θείο δεν είναι ένα αντικείμενο προς προσέγγιση αλλά η ίδια η προσέγγιση, όχι ένας προορισμός προς επίτευξη αλλά το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο συμβαίνει κάθε περπάτημα. Ο Θεός δεν είναι μακριά, περιμένοντας στο τέλος ενός μακρού ταξιδιού. Ο Θεός είναι το ταξίδι και ο ταξιδιώτης και ο δρόμος, η δίψα και το νερό και το ποτό. Το να αναζητά κανείς τον Θεό σημαίνει να χάνει τον Θεό, όχι επειδή ο Θεός είναι κρυμμένος, αλλά επειδή η αναζήτηση προϋποθέτει έναν αναζητητή χωριστό από το αναζητούμενο. Ο θρησκευτικός νους δεν αναζητά· αναπαύεται. Δεν φτάνει· ανοίγεται. Δεν βρίσκει· αναγνωρίζει αυτό που ποτέ δεν χάθηκε.

 

Αφορισμός

Το χέρι που απλώνεται προς το θείο ξεχνά ότι ήδη κρατιέται. Στη σιωπή όπου πεθαίνει η απόσταση, κάθε άστρο είναι μια καρδιακή παλμική απόσταση μακριά. Το να αναζητάς σημαίνει να επιβεβαιώνεις τον χωρισμό· το να αναπαύεσαι σημαίνει να ανακαλύπτεις την ένωση.

 

V. Δράση από την Κενότητα

 

Ο κόσμος απαιτεί δράση. Κραυγάζει για δικαιοσύνη, για θεραπεία, για χέρια που θα χτίσουν και φωνές που θα μιλήσουν την αλήθεια στην εξουσία. Ο θρησκευτικός νους, μακριά από το να είναι καταφύγιο διαφυγής, είναι η πηγή της μόνης δράσης που δεν γεννά περαιτέρω διαίρεση, περαιτέρω πόνο, περαιτέρω βία μεταμφιεσμένη σε αρετή. Αλλά αυτή η δράση δεν αναδύεται από τον πολυάσχολο νου που σχεδιάζει και υπολογίζει, που ζυγίζει συνέπειες και στρατηγικά αποτελέσματα. Αναδύεται από τη σιωπή, από την κενότητα που δεν είναι κενή από αγάπη αλλά γεμάτη από μια αγάπη που δεν έχει ατζέντα, καμία ιδεολογία, κανένα εγώ να προστατέψει ή να προωθήσει.

 

Μόνο από αυτή τη σιωπή δρα ο διαλογιστικός νους. Αυτό δεν είναι τύπος προς ακολούθηση αλλά μυστήριο προς βίωση. Η δράση που πηγάζει από τη σιωπή είναι σαν την κίνηση του ανέμου μέσα από το χορτάρι—δεν επιλέγει ποιο φύλλο να αγγίξει, και όμως κανένα δεν μένει ανέγγιχτο. Είναι σαν το φως του ήλιου που πέφτει πάνω στη γη—δεν διακρίνει ανάμεσα σε κήπο και ερημιά, και όμως και τα δύο μεταμορφώνονται από την παρουσία του. Τέτοια δράση δεν κινητοποιείται από την επιθυμία να γίνει κανείς καλός, να επιτύχει τη φώτιση, να σώσει τον κόσμο. Είναι η φυσική έκφραση ενός όντος που έχει ανακαλύψει την αληθινή του φύση, όπως ακριβώς ένα λουλούδι δεν αποφασίζει να ανθίσει αλλά ανθίζει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

 

Σε αυτή τη δράση δεν υπάρχει δράστης χωριστός από τη δράση. Ο θρησκευτικός νους δεν λέει «Θα βοηθήσω», γιατί δεν υπάρχει «εγώ» που να στέκεται χωριστά από εκείνον που υποφέρει, κανένας βοηθός χωριστός από τον βοηθούμενο. Υπάρχει μόνο η κίνηση της συμπόνιας, που δεν είναι οίκτος—ένα κοίταγμα από πάνω—αλλά αγάπη—ένα κοίταγμα μαζί, ένα είναι-μαζί, μια κοινή πνοή στον απέραντο πνεύμονα της ύπαρξης. Το χέρι που απλώνεται στον ξένο, η φωνή που μιλάει παρηγοριά στον πενθούντα, η παρουσία που απλώς κάθεται με τον ετοιμοθάνατο—αυτά είναι το σώμα της σιωπής που έγινε ορατό, η αγάπη που δεν γνωρίζει χωρισμό και παίρνει μορφή στον κόσμο των εμφανίσεων.

 

Και επειδή αυτή η δράση δεν είναι του εαυτού, δεν αφήνει κατάλοιπο. Δεν αφήνει πίσω την υπερηφάνεια του δράστη ή τη δυσαρέσκεια του μη εκτιμημένου. Δεν δημιουργεί χρέος ούτε απαιτεί ευγνωμοσύνη. Είναι πλήρης τη στιγμή της ανάδυσής της, σαν φλόγα που καταναλώνει τον εαυτό της και δεν αφήνει στάχτη. Ο θρησκευτικός νους δρα, και δρώντας είναι ελεύθερος. Χτίζει, και χτίζοντας δεν κρατά τίποτα. Δίνει, και δίνοντας δεν κατέχει τίποτα. Αγαπά, και αγαπώντας δεν δεσμεύει τίποτα. Αυτό είναι το παράδοξο που η τυπική λογική δεν μπορεί να περιλάβει: η πληρέστερη δράση είναι η δράση της κενότητας, η ισχυρότερη κίνηση είναι η κίνηση της ακινησίας, η πιο ολοκληρωμένη πράξη είναι η πράξη εκείνου που έχει ανακαλύψει ότι δεν υπάρχει τίποτα να γίνει και κανείς να το κάνει—και όμως το κάνει ούτως ή άλλως, με όλη την καρδιά, με όλη την ύπαρξη, με όλη τη σιωπή που είναι το έδαφος κάθε γίγνεσθαι.

 

Αφορισμός

Το χέρι που δρα από τη σιωπή δεν αφήνει σκιά πίσω του. Η αληθινή συμπόνια δεν έχει πρόσωπο, ούτε όνομα, ούτε μνήμη ότι έδωσε. Στην κενότητα, ολόκληρος ο κόσμος κινείται από μια μοναδική πνοή.

 

VI. Η Επιστροφή που Δεν Είναι Επιστροφή

 

Το ταξίδι του θρησκευτικού νου δεν είναι κύκλος που φέρνει τον ταξιδιώτη πίσω στο σημείο εκκίνησης, σοφότερο αλλά αμετάβλητο. Είναι μια σπείρα που ανεβαίνει σε μια απεραντοσύνη όπου η αρχή και το τέλος έχουν χάσει το νόημά τους. Εκείνος που έχει αγγίξει τη σιωπή, που έχει νιώσει την έκρηξη της αγάπης, που έχει γνωρίσει την εγγύτητα του μακρινού και έχει δράσει από την κενότητα που είναι πλήρης—αυτός δεν επιστρέφει στον κόσμο ως άγιος προς λατρεία ή δάσκαλος προς ακολούθηση. Επιστρέφει όπως η σιωπή επιστρέφει στον ήχο, όπως ο ωκεανός επιστρέφει στο κύμα, όπως ο ουρανός επιστρέφει στο πουλί που πετά μέσα του. Δεν υπάρχει επιστροφή, γιατί ποτέ δεν υπήρξε αναχώρηση. Δεν υπάρχει άφιξη, γιατί ποτέ δεν υπήρξε ταξίδι. Υπάρχει μόνο το αιώνιο παρόν, που ξεδιπλώνει τον εαυτό του σε άπειρες μορφές, φορώντας τη μάσκα του χρόνου ενώ παραμένει για πάντα άχρονο.

 

Στα μάτια του κόσμου, ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να φαίνεται συνηθισμένος, ασήμαντος, ίσως ακόμη και ανόητος. Δεν φέρει την αύρα της αγιότητας που ο νους προβάλλει πάνω σε εκείνους που θέλει να λατρεύει από ασφαλή απόσταση. Γελάει, κλαίει, τρώει και κοιμάται και κάνει λάθη. Κι όμως στην συνηθισμένοτητά του υπάρχει μια ποιότητα παρουσίας που εκείνοι με μάτια να δουν θα αναγνωρίσουν—όχι ως κάτι προς αντιγραφή ή απόκτηση, αλλά ως υπενθύμιση του τι είναι δυνατό όταν η καρδιά ηρεμήσει. Δεν είναι το ίδιο το φως αλλά το παράθυρο μέσα από το οποίο το φως εισέρχεται στο δωμάτιο. Δεν είναι η σιωπή αλλά ο χώρος που επιτρέπει στη σιωπή να ακουστεί.

 

Ο θρησκευτικός νους, λοιπόν, δεν είναι κτήμα, ούτε επίτευγμα, ούτε κατάσταση που πρέπει να διατηρηθεί με πειθαρχία ή να προστατευθεί με δόγμα. Είναι μια ανθοφορία που συμβαίνει όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες—όταν το χώμα της καρδιάς έχει καθαριστεί από τα ζιζάνια της σύγκρισης και της φιλοδοξίας, όταν το κλίμα της ψυχής έχει γίνει αρκετά θερμό ώστε να λιώσει ο παγετός του φόβου, όταν η βροχή της χάριτος—χάριτος που δεν ζητά τίποτα, δίνει τα πάντα—πέφτει πάνω σε έδαφος που έχει μάθει να δέχεται χωρίς να απαιτεί. Και όταν ανθίζει, ανθίζει για όλους, αν και λίγοι μπορεί να το προσέξουν. Το άρωμά του απλώνεται αόρατα, η ομορφιά του δεν υπηρετεί κανέναν σκοπό, η ύπαρξή του δεν απαντά σε καμία αρχή. Είναι απλώς εκεί, όντας αυτό που είναι, όπως τα άστρα είναι απλώς εκεί, όπως η σιωπή είναι απλώς εκεί, κρατώντας κάθε ήχο στην αγκαλιά της.

 

Στο τέλος, δεν υπάρχει τέλος. Ο θρησκευτικός νους μένει στο αιώνιο τώρα, όχι ως επισκέπτης αλλά ως το γηγενές έδαφος της ίδιας της ύπαρξης. Δεν κοιτάζει μπροστά προς τον παράδεισο ούτε πίσω προς μια χρυσή εποχή. Δεν περιμένει μεταμόρφωση ούτε θρηνεί την απουσία της. Είναι η ίδια η μεταμόρφωση, η χρυσή εποχή, ο παράδεισος που ποτέ δεν ήταν αλλού. Και σε αυτή την παραμονή υπάρχει ειρήνη—όχι η ειρήνη του τάφου, όχι η ειρήνη της άγνοιας, αλλά η ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση, η ειρήνη που είναι η ίδια η φύση της σιωπής, η ειρήνη που είναι αγάπη χωρίς αντικείμενο, παρουσία χωρίς κάτοχο, ζωή χωρίς όριο. Αυτός είναι ο θρησκευτικός νους. Αυτή είναι η καθαρή επίγνωση που ποτέ δεν χάθηκε και ποτέ δεν μπορεί να βρεθεί, γιατί είναι η ίδια η εύρεση, η σιωπή πέρα από τη σκέψη, η αγάπη που τελειώνει κάθε διαίρεση, η δράση που αναδύεται από την καρδιά της κενότητας και επιστρέφει στην κενότητα, πλήρης, ολόκληρη και για πάντα ελεύθερη.

 

Αφορισμός

Δεν υπάρχει ταξίδι, μόνο το αιώνιο παρόν που φορά τη μάσκα του χρόνου. Ο θρησκευτικός νους δεν βρίσκει την ειρήνη· ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο. Στο τέλος που δεν είναι τέλος, η σιωπή μιλά, και η αγάπη είναι το μόνο που μένει.

 

 

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
22. The Luminous Path: A Mystical Journey Through Stillness to the Infinite
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

SYMBOLIC WORLDS

SYMBOLIC WORLDS
OLYMPUS
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~