~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings / Symbolic Worlds

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings / Symbolic Worlds
20. The Non-Path of True Enlightenment
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

LISTENING TO WISDOM (YouTube)

LISTENING TO WISDOM (YouTube)
6. The Here and Now is Eternity: A Gateway to Timeless Presence

ΑΚΟΥΩΝΤΑΣ ΤΗ ΣΟΦΙΑ (YouTube)

ΑΚΟΥΩΝΤΑΣ ΤΗ ΣΟΦΙΑ (YouTube)
6. Το Εδώ και Τώρα είναι η Αιωνιότητα: Μια Πύλη προς την Άχρονη Παρουσία

THE RELIGION OF EXPERIENCE (Rumble)

THE RELIGION OF EXPERIENCE (Rumble)
1. The Doorway Within
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
SATURDAY, 25 JULY, 2026

Sunday, July 30, 2017

Θρησκεία


 

Η Θρησκεία, ως προς το περιεχόμενό της αποτελεί, κατ’ αρχήν, για την ανθρώπινη συνείδηση, μία ολική αντίληψη της ύπαρξης και των φαινομένων της, μία κοσμοθεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα…

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Η Θρησκεία είναι κατ’ αρχήν ένα ιστορικό φαινόμενο, με ποικίλες εκδηλώσεις. Σαν ιστορικό φαινόμενο είναι δημιούργημα κάποιας κοινωνίας, είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Είτε δημιουργείται από μέλη της κοινωνίας που έχουν κοινές αντιλήψεις και διαμορφώνουν σιγά-σιγά το φαινόμενο της θρησκείας, είτε δημιουργείται από ένα άτομο, που στηρίζεται όμως στις κοινές αντιλήψεις, τις χρησιμοποιεί, τις ερμηνεύει, τις παρουσιάζει ίσως με κάποιο άλλο τρόπο, και με την μετάδοση γίνεται αποδεκτό κι από άλλα μέλη της κοινωνίας και παίρνει πάλι, έτσι, την κοινωνική του διάσταση. Παράδειγμα του πρώτου τύπου θρησκείας είναι το Σαναντάνα Ντάρμα. Παράδειγμα του δεύτερου τύπου είναι ο Βουδισμός, κι ακόμα οι δυτικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ισλαμισμός...

ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ

Η Θρησκεία, ως προς το περιεχόμενό της αποτελεί, κατ’ αρχήν, για την ανθρώπινη συνείδηση, μία ολική αντίληψη της ύπαρξης και των φαινομένων της, μία κοσμοθεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα. Από αυτή την γενική θεώρηση, απορρέει μία ηθική, που έχει μία ατομική και μία κοινωνική διάσταση. Μετά η Θρησκεία εκφράζεται σαν τρόπος ζωής, αφού οργανώνει την όλη ζωή του ανθρώπου πάνω σε θρησκευτική βάση, καθιερώνει λατρευτικές εκδηλώσεις, κι εντάσσει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες στα πλαίσιά της.

ΜΥΗΣΗ

Η Συνείδηση που σχηματίζει ή μυείται, ή αποδέχεται, την στιγμή που «αντιλαμβάνεται συνειδητά», δέχεται κάποιες βασικές, ολοφάνερες, και γενικά βέβαιες αντιλήψεις, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν γιατί απορρέουν από την ίδια την «αντίληψη της ύπαρξης». Αλήθεια, Αρχή, Αξίωμα, είναι όροι που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν αυτές τις πρώτες βεβαιότητες. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται πρωταρχικά το Είναι της (την Ύπαρξη), το Οποίο όμως δεν μπορεί να προσδιορισθεί παρά μόνο κατά σύμβαση... Είναι Υπερβατικό, Άπειρο, πέραν του χώρου και του χρόνου (άσχετα από το κατά πόσο το συνειδητοποιούμε αυτό...). Η Συνείδηση, είτε αναφέρεται σε Αυτό το Υπερβατικό (αντιλαμβάνεται ότι «είναι έτσι»), είτε αντιλαμβάνεται ότι είναι Αυτό το Υπερβατικό. Από Αυτό το Υπερβατικό απορρέουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) οι κόσμοι, αόρατοι, ορατοί, τα υλικά όντα και φαινόμενα... Η συνείδηση, η κάθε συνείδηση, είναι Αυτή η Συνείδηση, το Είναι στο Σύνολό του, «αναφέρεται» σε Αυτό. Η «ατομικότητα» δεν μπορεί παρά να είναι αυταπάτη... Από την στιγμή που η Συνείδηση «εγκαταλείπει» το Καθαρό Είναι (στον «μεταφυσικό» χώρο και χρόνο...) και βυθίζεται στην αντίληψη μίας ατομικότητας, περνά σε μία κατάσταση που δεν μπορεί παρά να είναι πλασματική...

ΚΟΣΜΟΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται έτσι «Όλο τον Χώρο της Ύπαρξης», κι ερμηνεύει εντός αυτού του πλαισίου αντίληψης, όλες τις πιθανές καταστάσεις της. Αυτό που αντιλαμβάνεται με την νόηση και με άλλους μηχανισμούς (όπως η αίσθηση), είναι εμπειρία από τον χώρο της λογικής και τον εξωτερικό κόσμο, που επαληθεύεται, θεμελιώνεται, κι έτσι γίνεται αντικειμενικότητα. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται διαισθητικά, συμπεραίνει νοητικά (χωρίς να μπορεί να το αποδείξει στον νοητικό χώρο), ότι υπάρχουν διάφοροι κόσμοι, κι ότι αυτός ο υλικός κόσμος είναι τελευταίος στην σειρά... Στην παρούσα κατάσταση η Συνείδηση (που είναι κάτι περισσότερο από την απλή νόηση, το νοητικό σύμπλεγμα «εγώ», την διανόηση...), μαζί με την νοητική της δύναμη και τον δυναμισμό της, είναι συνδεδεμένη με ένα ζωντανό οργανισμό. Η Συνείδηση «υπερβαίνει» τον υλικό φορέα της αλλά ταυτόχρονα είναι παρούσα μέσα στον φορέα, και σαν Παρουσία, και με τις κατώτερες δυνάμεις της. Η Συνείδηση εκδηλώνει την νοητική της δύναμη και την αισθητηριακή δραστηριότητα μέσω ενός νευρικού συστήματος, που αποτελεί την «καρδιά» του οργανισμού. Η Συνείδηση αντιλαμβάνεται (δηλαδή, έχει συνείδηση, νοεί, αισθάνεται, σαν μία λειτουργία με πολλές εκδηλώσεις...), ότι είναι Παρούσα εδώ με τον υλικό φορέα της, μέσα στον υλικό κόσμο, έρχεται σε σχέση με τον κόσμο, βιώνει εμπειρίες, κλπ...

Η Συνείδηση, όντας Υπερβατική, Άπειρη, μπορεί να είναι «Εκτός», ή να αντιλαμβάνεται ότι είναι «εντός» του υλικού κόσμου. Εδώ στηρίζεται όλη μεταφυσική θεώρηση, όλη η πνευματική προσπάθεια, πορεία, εξέλιξη (αν και όλα αυτά είναι συμβατικές εκφράσεις).

Έχοντας αυτή την αντίληψη η Συνείδηση σχηματίζει ηθικές επιταγές και ακολουθεί ηθικές συμπεριφορές (οργανώνει δηλαδή την ζωή της σύμφωνα με τις πιο πάνω αντιλήψεις...)...

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Περιγράψαμε πιο πάνω τι είναι το θρησκευτικό φαινόμενο, από την άποψη της Συνείδησης, θεωρητικά.

Ιστορικά όμως μιλώντας, υπάρχουν Συνειδήσεις που Βίωσαν αυτό το φαινόμενο. Μέσα στα πλαίσια μίας κοινής αντίληψης Συνειδήσεις Βίωσαν την «Ίδια» Πραγματικότητα. Την εξέφρασαν, την κωδικοποίησαν, την μετέδωσαν, κι έτσι εμφανίστηκε το φαινόμενο της Θρησκείας μέσα στην ιστορία.

Από αυτή την ιστορική άποψη η Θρησκεία είναι μία ολική θεωρία της ύπαρξης, μία κοσμοθεωρία η οποία αποδέχεται τα εξής:

1. Το Όντως Ον (στο Οποίο αποδίδονται διάφορα Ονόματα και Προσδιορισμοί), Είναι Υπερβατικό, Αιώνιο, Άπειρο, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο.

2. Από Αυτό το Όντως Ον προέρχονται όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης (η δημιουργία, οι κόσμοι, τα όντα, τα φαινόμενα...)...

3. Με Αυτό το Όντως Ον ταυτίζονται (στην Βαθύτερη Ουσία τους, η σε Αυτό «αναφέρονται», ή με Αυτό έχουν «σχέση» όλα τα όντα.

4. Με βάση αυτή την «σχέση» του όντος με το Όντως Ον, το ον προσδιορίζεται ως προς την Ουσία του, τον προορισμό του, την εξέλιξή του, την δραστηριότητά του, την ολοκλήρωσή του... Ειδικότερα, από αυτή την «σχέση» με το Όντως Ον και την θέση του μέσα στον χώρο της ύπαρξης γεννιέται στο ον η αναγκαιότητα μίας ορισμένης δραστηριότητας μέσα στα πλαίσια αυτής της «σχέσης». Η ζωή θρησκευτικοποιείται, θεμελιώνονται ηθικά αιτήματα, και διαμορφώνεται μία ηθική, καθορίζεται ένας προορισμός, κι η δραστηριότητα προσδιορίζεται με βάση το σκοπό που έχει τεθεί, κλπ...

5. Τίθεται το κυριότερο αίτημα που αποτελεί και την ουσία όλης της θρησκευτικής αντίληψης που είναι η «τελείωση του ανθρώπου», και που νοείται με διάφορους τρόπους μέσα στις ιστορικές θρησκείες.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΤΟΜΟ

Στα πλαίσια της Ιστορίας, πάντα, αυτή η ολική θεωρία για την Ύπαρξη, γίνεται αποδεκτή από πολλούς ανθρώπους, δημιουργεί μία θρησκευτική κοινότητα, που έχει την δική της ιστορική πορεία. Στα πλαίσια αυτής της ιστορικής πορείας εμφανίζονται σημαντικές ιστορικές μορφές, οι θεωρίες και τα δόγματα εξελίσσονται, δημιουργούνται και συσσωρεύονται διάφορα πολιτιστικά στοιχεία...

Έτσι, ένα άτομο που γεννιέται και εξελίσσεται μέσα στα πλαίσια μίας θρησκείας που λειτουργεί σαν κοινωνικό φαινόμενο, πρέπει να δεχθεί αντιλήψεις, να συμμορφωθεί με την ηθική της κοινότητας και να τοποθετεί την δραστηριότητά του μέσα στα πλαίσια της κοινής θρησκευτικής ζωής. Μέσα σε αυτά τα κοινωνικά πλαίσια το άτομο πρέπει να πραγματοποιήσει την δική του εξέλιξη και να επιτύχει τον δικό του προορισμό και να φθάσει στην ολοκλήρωσή του. Σε τελευταία ανάλυση και από αυτή την άποψη η Θρησκεία αποτελεί ένα προσωπικό και μάλιστα εσωτερικό επίτευγμα...

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Η Θρησκεία όπως προσδιορίζεται πιο πάνω, δεν ταυτίζεται απόλυτα με τους επίσημους θρησκευτικούς οργανισμούς που συχνά λειτουργούν όχι σαν θρησκευτικές κοινότητες, αλλά σαν κομμάτια μίας εκκοσμικευμένης κοινωνίας.... Τέτοιες εκκοσμικευμένες θρησκείες που λειτουργούν απλά σαν κοινωνικοί θεσμοί, όχι μόνο έχουν χάσει την Εσωτερική Ζωή, το Βίωμα της Πραγματικότητας, και την δυνατότητα καθοδήγησης άλλων ανθρώπων, αλλά συχνά λειτουργούν εναντίον των λαών...

 

 

Sunday, July 23, 2017

Ψυχολογία της Συνειδητότητας


(ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ)

(Ψυχολογία και Φυσιολογία της Επίγνωσης)

Η αντίληψη που έχουμε για την ύπαρξη στον κόσμο, για μας, για τον κόσμο, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που χρησιμοποιεί όμως πραγματικά στοιχεία… ή αλλιώς, κατασκευάζουμε αυθαίρετα την εικόνα της πραγματικότητας χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία. Είναι το αποτέλεσμα, η σύνθεση, η τελική εικόνα της πραγματικότητας αυθαίρετη, όχι τα στοιχεία της πραγματικότητας που χρησιμοποιούμε.

Ας το εξηγήσουμε αυτό. Η συνηθισμένη επίγνωση της ύπαρξής μας στον κόσμο και του περιβάλλοντος, της πραγματικότητας που συλλαμβάνουμε τελικά, είναι μια εκλεκτική διαδικασία, που επηρεάζεται, και διαφοροποιείται, από αντιλήψεις, πεποιθήσεις, συναισθήματα, τις ίδιες τις αισθήσεις.

Η άμεση εμπειρία της ύπαρξης στον κόσμο, του κόσμου (σαν περιβάλλοντος), φαίνεται καταρχήν αληθινή. Είμαστε εδώ, βλέπουμε, ακούμε, αντιδρούμε στον κόσμο. Όλα φαίνονται τόσο αληθινά. Είναι όμως;

Έχουμε συνεχώς επαφή με τον κόσμο. Αλλά όλα αυτά που συμβαίνουν δεν «εισέρχονται» όλα ανεξέλεγκτα μέσα μας. Και δεν θα ήταν δυνατόν, γιατί ο εγκέφαλος, το νευρικό σύστημα, οι αισθήσεις, θα αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν σε μια τέτοια δραστηριότητα. Από όλα αυτά που συμβαίνουν απομονώνουμε όσα μας «ενδιαφέρουν», ενώ όλα τα άλλα είναι πληροφοριακός θόρυβος. Αυτό το φιλτράρισμα των πληροφοριών μας προφυλάσσει βέβαια από τον κατακλυσμό των πληροφοριών, αλλά και μας «προσανατολίζει» μέσα στον κόσμο. Με την εκλεκτική πρόσληψη των πληροφοριών προσανατολιζόμαστε στην αντίληψη της πραγματικότητας. Ρυθμίζουμε την ζωή μας, και καθοδηγούμε τις εξωτερικές δραστηριότητές μας, τις πράξεις μας, για την επίτευξη των σκοπών που θέτουμε.

Όμως τι είναι αυτό που καθορίζει τα «ενδιαφέροντά» μας; Ανάγκες της ύπαρξης (να υπάρχουμε), της ζωής (να ζήσουμε, να ζούμε), κι εξωτερικές ανάγκες (να πραγματοποιούμε τους σκοπούς μας). Όλα αυτά όμως δεν είναι απλές εσωτερικές αισθήσεις που δημιουργούν δράσεις και πράξεις. Αντιλαμβανόμαστε με ορισμένο τρόπο την ύπαρξή μας, έχουμε σχηματίσει πεποιθήσεις για την ζωή, τον τρόπο που πρέπει να ζούμε (ανάλογα με τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν), κι έχουμε προσανατολίσει την δράση μας στον εξωτερικό κόσμο σύμφωνα με τους προσωπικούς στόχους μας… Διδαχθήκαμε, μάθαμε, να αντιλαμβανόμαστε με ένα ορισμένο τρόπο, ανάλογα με την οικογένεια, την κοινωνία, τον τόπο που βρεθήκαμε, τις εξωτερικές συνθήκες.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται φυσιολογικά για τους περισσότερους ανθρώπους που έχουν ταυτιστεί με το «περιεχόμενο της σκέψης» τους, τις πεποιθήσεις τους, τον τρόπο ζωής… και δρουν απλά σαν αυτόματα, στο επίπεδο της σκέψης, της ψυχολογικής αντίδρασης και της πρακτικής εξωτερικής ζωής. Εύλογα θα μπορούσαν να πουν «και πως πρέπει να ζούμε»; Δεν συνειδητοποιούν το μέγεθος της διαμόρφωσής τους, που δεν προέρχεται απλά από την ζωή, αλλά από την κοινωνία, από ισχυρές ομάδες που διευθύνουν τις τύχες των ανθρώπων και κατευθύνουν τους πληθυσμούς εκεί που θέλουν, σαν πρόβατα… Οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι ζουν σε ένα «κατασκευασμένο κόσμο», όπου αντιλήψεις, εκπαίδευση, πληροφόρηση, ζωή, συνήθειες, τα πάντα «ελέγχονται». Είναι τόσο αφελείς που πιστεύουν ότι ζουν στην αλήθεια, στη δημοκρατία, στην ελευθερία, στην δικαιοσύνη… ενώ δεν εφαρμόζεται πρακτικά τίποτα από αυτά.

Οι άνθρωποι είναι μισοξύπνιοι, μισοκοιμισμένοι, που αγνοούν ότι ζουν σε μια «κατασκευασμένη πραγματικότητα» κι ότι έχουν προγραμματιστεί να «συνεργάζονται» σε αυτή την «κατασκευή»… τελικά οι άνθρωποι κατασκευάζουν μόνοι τους τις αλυσίδες τους… Πάνω στο φόντο του «παγκόσμιου ονείρου» κατασκευάζουν συνεχώς το «προσωπικό όνειρό» τους.

Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι να υιοθετούν παρόμοιες αντιλήψεις, πεποιθήσεις, δράσεις, πράξεις, δεν σημαίνει ότι όλα αυτά είναι αυτόματα αληθινά… Μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η γη είναι επίπεδη, έκανε πράγματι την γη επίπεδη;… Ή μήπως η πίστη των ανθρώπων ότι η «κατασκευασμένη πραγματικότητά» τους είναι η πραγματικότητα, την κάνει αληθινή;

Βέβαια, μπορεί αυτός ο τρόπος αντίληψης να μας προφυλάσσει από την σύγχυση των πληροφοριών, να μας βοηθά να προσανατολιζόμαστε και να επιβιώνουμε, φιλτράροντας την αντίληψη της πραγματικότητας, δεν παύει όμως να είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που μας παραπλανά… δεν είναι η Πραγματικότητα, δεν μπορεί Ποτέ να Γίνει η Πραγματικότητα… Η ασφάλεια που προσφέρει η «κατασκευασμένη πραγματικότητα» είναι η ασφάλεια της φυλακής για κάποιον που δεν γνωρίζει πώς να ζήσει στην ελευθερία… Η Πραγματικότητα μπορεί να είναι Τελείως Διαφορετική από αυτό που φαντάζονται οι άνθρωποι.

Η Ορθή Αντίληψη της Πραγματικότητας Γίνεται σε Πραγματικό Χρόνο, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει, Παρατηρώντας με Πλήρη Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν»… όχι μέσα από το σύστημα σκέψης, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, τρόπους ζωής… δηλαδή χωρίς να φιλτράρουμε «αυτά που συμβαίνουν», χωρίς να «παραποιούμε»… Αφήνοντας την Ζωή να μας Οδηγεί… Αυτός που Απλά Βλέπει, Παρατηρεί, με Προσοχή, «αυτά που συμβαίνουν», ανακαλύπτει μια Πραγματικότητα Τελείως Διαφορετική από αυτήν που εμφανίζει η φιλτραρισμένη αντίληψη του κόσμου.

Μια Τέτοια Αντίληψη της ύπαρξης, του κόσμου, «αυτού που συμβαίνει», είναι μια χωρίς όρους γνωστική διαδικασία, μια ελεύθερη δράση, μια διευρυμένη επίγνωση της Πραγματικότητας, που Αποκαλύπτει την Ουσιαστική Ενότητά της, αφού παύουν οι διαχωρισμοί υποκειμένου-αντικειμένου, εγώ-κόσμος, εγώ-άλλοι…

Αυτή η Διευρυμένη Αντίληψη (σαν γνωστική διαδικασία), αυτή η χωρίς όρους επίγνωση, είναι ακριβώς ο Στόχος όλων των Εσωτερικών Παραδόσεων… Είναι κάτι που έχει να κάνει με τον Άνθρωπο, την Συνειδητότητά του, την Επίγνωσή του, όχι με θεωρίες, διδασκαλίες, που είναι όλα κατασκευές της σκέψης, δηλαδή διανοητικά σκουπίδια, αφού η σκέψη εκλαμβάνει τις έννοιες-λέξεις σαν αληθινά πράγματα.

Η Καρδιά όλων των αληθινών θρησκειών, είναι ακριβώς Αυτή η Εμπειρία της Πραγματικότητας, που από το Κατώφλι της Διευρυμένης Επίγνωσης (που Συλλαμβάνει την Ενότητα της Ύπαρξης) Βαθαίνει μέχρι την Πλήρη Εμπειρία, Αυτού που Πραγματικά Υπάρχει, Αυτού που Στηρίζει τα Πάντα, της Άχρονης Πηγής των Πάντων, του Θεού.

Όταν λοιπόν στις Παραδόσεις λέμε να απαρνηθούμε τον «κόσμο τούτο», να ανυψωθούμε στην Πραγματικότητα, εννοούμε να βγούμε από το σύστημα σκέψης που φιλτράρει και παραποιεί την πραγματικότητα, να βγούμε από το «σπήλαιο της σκέψης», όπου αντικρύζουμε μόνο σκιές, να βγούμε Έξω, στο Φως της Πραγματικότητας, όπου ο Ήλιος της Αλήθειας Λάμπει και Φανερώνει τα «πράγματα όπως είναι»… Έτσι το περιέγραφε ο Πλάτωνας πριν 2500 χρόνια στον «μύθο του σπηλαίου».

Και το ερώτημα είναι, «Καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ότι είναι μέσα στο σπήλαιο της σκέψης και βλέπουν σκιές»; Καταλαβαίνουν ότι Εκεί Έξω από το σπήλαιο υπάρχει ένας Αληθινός Κόσμος, ένας Φωτεινός Κόσμος; Θέλουν να βγουν από το σπήλαιο; Η προτιμούν να φυτοζωούν μέσα στις αυταπάτες τους;

Η Γνώση Έχει Διατυπωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και δεν υπάρχουν σωτήρες για να σώσουν κανένα. Καθένας έχει την απόλυτη ευθύνη του εαυτού του. Και το μόνο ερώτημα που μπορεί να τεθεί (να θέσει ο καθένας στον εαυτό του) είναι αυτό: «Που θέλεις να ζεις; Στο Φως; Στην αυταπάτη»; Η επιλογή είναι δικαίωμά σου… όπως και οι συνέπειες κάθε επιλογής αναπόφευκτες… κι οφείλεις να τις αντιμετωπίζεις με αξιοπρέπεια…

Το Τελικό Συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει μια Ευρύτερη Επίγνωση, κάτι τελείως διαφορετικό από την απλή επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου που είναι ένα φιλτράρισμα όσων συμβαίνουν, μια προσωπική κατασκευή της πραγματικότητας, μια παραποίηση, ένα όνειρο… όση ασφάλεια κι αν φαίνεται να έχει. Η επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου διαστρεβλώνεται από τις επιλογές, τον ωφελιμισμό, προσωπικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα, παγιωμένες δράσεις…

Αυτό που αντιλαμβάνεται ο συνηθισμένος άνθρωπος μέσα από το οποιοδήποτε σύστημα σκέψης του, δεν είναι ούτε πλήρης, ούτε επαρκής εικόνα της πραγματικότητας, είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που δεν μπορεί να προσφέρει ούτε Ελευθερία, ούτε Αλήθεια, ούτε Ευτυχία…

 

 

 

Sunday, July 16, 2017

Εισαγωγή στην Ελληνική Θρησκεία


(ΟΡΦΙΣΜΟΣ)

Η Πρώτη Θρησκευτική Αντίληψη που έχει ο πρωτόγονος άνθρωπος, εδώ και χιλιάδες χρόνια, είναι αυτή του «περιβάλλοντος κόσμου»: μια χαώδης αντίληψη κατ’ αρχήν, που γρήγορα συγκεκριμενοποιείται (ήδη εδώ και 30.000 χρόνια) στην «αντίληψη της Φύσης», που λαβαίνει έτσι μια μυστική έννοια και περιλαμβάνει τα πάντα, όχι μόνο όσα φαίνονται αλλά και όσα δεν φαίνονται. Κατ’ αρχήν η Φύση είναι Άγνωστη, απειλητική, αλλά και Γεννήτρα και Τροφός μαζί. (Η Φύση θα διατηρήσει αυτό τον δισυπόστατο χαρακτήρα και τις επόμενες χιλιετηρίδες).

Σε ένα δεύτερο θρησκευτικό στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να διερευνηθεί η Φύση και διαχωρίζεται ο Ουρανός  (Αυτό που είναι Υψηλά, Αόρατο συχνά, Ιερό, Πλήρες Δύναμης, - όχι απλά ο φυσικός ουρανός), και η Γαία, η ορατή (ή δυνητικά ορατή) Φύση. Σε αυτό το στάδιο διαχωρίζεται η θρησκευτική αντίληψη (ήδη εδώ και 10.000 χρόνια) και γεννιούνται «οι θρησκείες του Ουράνιου», κι «οι θρησκείες της Φύσης».

Σε ένα τρίτο στάδιο (εξέλιξης) οι έννοιες του Ουρανού και της Φύσης, που είναι αρκετά ασαφείς έννοιες, συγκεκριμενοποιούνται. Ο Ουρανός παραχωρεί την θέση του σε Γονιμοποιούς Θεούς  του κόσμου (ή Ηλιακούς Θεούς)… ενώ η Φύση παραχωρεί την θέση της σε Γονιμοποιούς Θεούς της Ζωής. Ίχνη αυτών των αντιλήψεων ανιχνεύονται ήδη εδώ και 5.000 χρόνια.

Σε ένα τέταρτο στάδιο (εξέλιξης) επιχειρείται να συγκροτηθεί ένα πλήρες σύστημα που θα ερμηνεύει τα πάντα. Αυτή η κίνηση ξεκινάει εδώ και 4.000 χρόνια κι ολοκληρώνεται γύρω στο 3.000 πριν από σήμερα. Παλιές θρησκευτικές έννοιες και νέες θρησκευτικές αντιλήψεις συνδυάζονται και όλη η συσσωρευμένη θρησκευτική γνώση δένεται σε μια νέα σύνθεση:

Τα στάδια που διανύει ο ανθρώπινος νους, προχωρώντας σε πιο βαθιές ή λεπτομερείς αντιλήψεις της πραγματικότητας δίνονται σαν ιστορική συνέχεια του κόσμου, σαν Θεογονία: Έτσι, από την Ανέκφραστη Αρχή του Χάους, γεννιέται η Γαία (η Ασαφής Φύσης) – όχι η Γαία του Ζεύγους Ουρανός-Γαία (που έρχονται μεταγενέστερα). Μετά, διαχωρίζονται Ουρανός και Γαία: Η Πρώτη Γαία γεννά τον Ουρανό, κι έτσι προκύπτει το Αρχικό Ζευγάρι Ουρανός-Γαία, με πιο συγκεκριμένες έννοιες. Από τον Ουρανό (και την Γαία) γεννιούνται όλες οι  Τιτανικές Δυνάμεις, (Κρόνος και Ρέα, κλπ.),  από τις Οποίες θα αναδυθεί η Μια Ζωογόνος Δύναμη: Είναι ο Ζευς, «ο πατέρας θεών και ανθρώπων», ο Διευθέτης, Κυρίαρχος του Κόσμου.

Αυτού του είδους η θρησκευτική κοσμοθεωρία αρχίζει να διαμορφώνεται στους ινδοευρωπαίους Έλληνες, ήδη εδώ και 4.000 χρόνια πριν. Εδώ και 3.000 χρόνια εμφανίζονται Συγκροτημένες Θεογονίες. Η Θεογονία του Ησιόδου, πριν 29 αιώνες, δεν είναι παρά μία από τις πολλές (κι όχι οποσδήποτε η πιο εμπνευσμένη κι η πιο πλήρης θεογονία). Στους επόμενους αιώνες οι θρησκευτικές αντιλήψεις θα πλουτισθούν, έτσι που θα προκύψει ένα αυστηρά συγκροτημένο πάνθεο.

Λεπτομερής ανάλυση αυτής της θρησκευτικής αντίληψης γίνεται στο άρθρο «Ελληνική Θρησκεία (Κατά Ησίοδο)».

.

Στην Κρήτη, πριν 4.000 χρόνια είχε επικρατήσει η Λατρεία της Θεάς Φύσης. Χίλια χρόνια μετά (γύρω στο 3.000 χρόνια πριν) η Θεά παραχωρεί την θέση της στον Θεό της Γονιμότητας, Ζαγρέα. Ήδη από αυτή την εποχή διαμορφώνονται οι βασικές αντιλήψεις γύρω από τον Θεό, ο Κεντρικός Ιερός Λόγος, και οι διάφοροι συσχετισμοί του Θεού με την δημιουργία, τον άνθρωπο, τον κόσμο, κλπ.

Ο νεογέννητος Ζαγρέας που περιβάλλεται από τους φύλακες-πιστούς του διασπαράσσεται σε μια ιερή τελετή και τρώγεται ωμός: Ένα μεταφυσικό γεγονός αποτυπώνεται και επαναλαμβάνεται τελετουργικά σε μια ιερή τελετή, και ταυτόχρονα η ίδια η ιερή τελετή αναφέρεται σε μια μεταφυσική πραγματικότητα: Οι πιστοί που τελούν την ιερή πράξη εκπροσωπούν τις «εχθρικές» δυνάμεις της διάσπασης της Ενότητας του Όντος, τις δυνάμεις της πολλαπλότητας (Τιτάνες), ενώ η ίδια η ιερή πράξη αναπαριστά την κοσμική θυσία, την δημιουργία, την γέννηση του ανθρώπου. Η μεταφυσική πραγματικότητα από τη μια και η τελετουργική πράξη υφίστανται παράλληλα και η μια αναφέρεται στην άλλη. Το μεταφυσικό γεγονός (που συνέβη σε άλλο χώρο, άλλο χρόνο) επαναλαμβάνεται αιώνια μέσα στην τελετουργική πράξη (σε ετήσια βάση). Από την διάσπαση του Όντος γεννιούνται τα όντα κι έτσι ο Θεός θεωρείται προπάτορας των ανθρώπων. Ο άνθρωπος  όμως δεν είναι απλά το Ον μέσα στο ον (μέσα στα όντα). Η Φύση του Όντος νοθεύεται με την διασπαστική δύναμη, αποκτά τιτανική φύση. Η τιτανική φύση μέσα στον άνθρωπο (που είναι Ον στην Ουσία του) εκδηλώνεται με την διασπαστική λειτουργία του ατομικού νου που ξεπέφτει σε ατομική ψυχή, κι ενσωματώνεται σε ένα υλικό σώμα.

Με την ιερή τελετή και ωμοφαγία οι άνθρωποι συμμετέχουν όχι μόνο στην Ουσία του Θεού, αλλά και στην Κοσμική Θυσία, και με αυτή την συμμετοχή ακριβώς ξαναενώνονται με τον Θεό, μετέχουν της Αιωνιότητας του Όντος.

Ο Θεός Ταυτίζεται με τον Ταύρο, (το κατ’ εξοχήν Γονιμοποιό Ζώο). Η ιερή τελετουργία «ταυτίζεται» με την θυσία, τον διασπαραγμό και την ωμοφαγία του Ταύρου. Ο  Θεός ταυτίζεται ακόμα με το σύνολο της Δημιουργίας και σχετίζεται με την βλάστηση (που εκφράζει την ζωή). Δεν είναι βέβαιο ότι σχετίζεται (τουλάχιστον στην Κρήτη) ιδιαίτερα με την άμπελο.

Αυτές οι αντιλήψεις κι η Λατρεία του Γονιμοποιού Θεού και του Ταύρου επικρατούν σε όλο τον τότε μεσογειακό κόσμο, και ίχνη αυτής της λατρείας ανιχνεύονται αιώνες μετά, στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Ιωνία, και στην Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία).

Στην Μυκηναϊκή Ελλάδα, αλλά κυρίως τους επόμενους αιώνες, η Λατρεία του Ζαγρέα  θα διαμορφωθεί σύμφωνα με το ελληνικό πνεύμα και θα αφομοιωθεί από τους εκεί πληθυσμούς. Ο Ζαγρέας γίνεται έτσι Γιός του Δία (του Κατ’ εξοχήν Θεού), ο Διόνυσος - όπου το Διόνυσος χρησιμοποιείται περισσότερο στην προσδιοριστική του σημασία, σαν επίθετο, για να καταλήξει με τα χρόνια σε κύριο όνομα, που φανερώνει το Γιό του Θεού. Ο Διόνυσος εντάσσεται , ήδη πριν 3.000 χρόνια στην ελληνική θεολογία.

Από το 3.000 χρόνια πριν, και μετά, σιγά-σιγά θα διαμορφωθούν οι κυριότεροι μύθοι γύρω από τον Θεό, και η λατρεία του θα εξαπλωθεί, όχι χωρίς αντιδράσεις, σε πολλά μέρη. Διαμορφώνονται διάφορες λατρευτικές πράξεις από τις οποίες θα προέλθουν αργότερα και οι κυριότερες γιορτές του Θεού.

.

Ο Ορφέας έζησε πριν 29 αιώνες.  Ήταν πραγματικό πρόσωπο, κι όχι μυθικός ήρωας του πολιτισμού, και ο Αριστοτέλης τον τοποθετεί στην εποχή των θεολόγων, δηλαδή μετά τους μεγάλους ποιητές  (Όμηρο, Ησίοδο), και πάντως πριν τους μεγάλους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Ορφέας έδωσε μια άλλη ερμηνεία στην Διονυσιακή Λατρεία, πιο βαθιά πιο εσωτερική «μετατρέποντας» το μεταφυσικό γεγονός που αποτυπωνόταν στην ιερή πράξη και την εξωτερική λατρεία σε προσωπικό βίωμα μέσα στον κάθε άνθρωπο. Για τον Ορφέα, και τους ορφικούς, κατ’ εξοχήν θεολόγους, το «μεταφυσικό αντικειμενικό γεγονός» (της Διάσπασης της Ενότητας του Όντος σε πολλαπλότητα), δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που συμβαίνει έξω από εμάς, σε άλλους χρόνους, συντελείται μέσα στον άνθρωπο: Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι το Ον που ξεπέφτει από την Κατάσταση της Ενότητας, στην πολλαπλότητα και στην ατομικότητα, και μέσα στο υλικό σώμα. Έτσι το Κοσμικό Δράμα γίνεται το προσωπικό δράμα της εξέλιξης του κάθε όντος, (του καθενός μας).

Γύρω από αυτή την κεντρική μεταφυσική αντίληψη  θα διαμορφωθεί μια θεολογία που ταυτίζει το Ον με το κάθε ον. Κυρίως όμως θα εσωτερικευθεί η λατρεία (και θα γίνει προσωπική σχέση με την Θεία Πραγματικότητα, προσωπική πνευματική εξέλιξη, και προσωπική ταύτιση με το Ον, το Θεό). Αυτή η αντίληψη όχι μόνο θα επικρατήσει σαν Ορφισμός (ορφική αντίληψη της ζωής), αλλά κυρίως θα επηρεάσει τις θρησκευτικές αντιλήψεις στα δύο μεγάλα θρησκευτικά κέντρα της Αρχαίας Ελλάδας, τους Δελφούς (και την Δελφική Λατρεία) και την Ελευσίνα (και τα Ελευσίνια Μυστήρια). Ο Ορφισμός θα εμπνεύσει όλους τους μεγάλους Έλληνες Φιλοσόφους, από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, μέχρι τους Στωικούς και τον Πλωτίνο.

Στα χρόνια του Πεισίστρατου (ενός λαοπρόβλητου ηγέτη που οι «αμαθείς ιστορικοί», από την αρχαιότητα ακόμα, ονομάζουν τύραννο),πριν 27 αιώνες,  ο Ορφισμός θα γίνει η επίσημη θρησκεία του Αθηναϊκού Κράτους. Ο Ορφισμός είναι η Αληθινή και Επίσημη Θρησκεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.  Το αποδεικνύουν οι θρησκευτικές αντιλήψεις, που εμπνέουν την φιλοσοφική σκέψη,  και επηρεάζουν την πολιτική πράξη (πολιτική αρετή, δικαιοσύνη, ισονομία, αληθινή δημοκρατία), οι επίσημες γιορτές της Πόλης, (Διονύσια, Ελευσίνια Μυστήρια, κλπ.), και ακόμα το θέατρο, που προέρχεται από την καρδιά της Ορφικής λατρείας.

Είναι, όχι απλά ιστορική ανακρίβεια, αλλά ηθελημένη διαστρέβλωση της ιστορίας, ότι οι Αρχαίοι Έλληνες της Κλασσικής Εποχής λατρεύαν το «Δωδεκάθεο» κι ήταν ειδωλολάτρες. Οι «δωδεκαθεϊστικές αντιλήψεις» (του Ομήρου, και του Ησίοδου…) είναι πολλούς αιώνες πίσω. Αυτή η διαστρεβλωμένη αντίληψη της ιστορίας «επιβλήθηκε» από «χριστιανούς ιστορικούς» και διδάσκεται ακόμα και σήμερα στα ελληνικά σχολεία, στους απογόνους των Ελλήνων. Ο λόγος είναι απλός. Θέλουν να κρύψουν το αληθινό περιεχόμενο της Ορφικής Λατρείας, από το οποίο προήλθε κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος ο μετά τον Ιησού χριστιανισμός.  Στην πραγματικότητα όλη η «θεολογία του Γιού του Θεού» του χριστιανισμού προέρχεται από τον Ορφισμό. Τα Μυστήρια, οι πνευματικές πρακτικές, ακόμα κι οι γιορτές,  είναι όλα παρμένα από τον Ορφισμό. Έπρεπε λοιπόν οι «χριστιανοί», όχι μόνο να αποκρύψουν την αλήθεια για τον Ορφισμό, αλλά να τον «εξαφανίσουν» από την ιστορία, αν ήταν δυνατόν, για να μην αποκαλυφθεί η ιστορική απάτη τους. Αυτό βέβαια δεν έχει τίποτα να κάνει με τον Αληθινό Ιησού και την Διδασκαλία του (για την Βασιλεία των Ουρανών) που διατηρήθηκε ανόθευτη, «έξω από την επίσημη εκκλησία», στα γραπτά και στον βίο των μυστικών πατέρων της ερήμου. (Για την σχέση Ορφισμού-Χριστιανισμού θα μιλήσουμε αναλυτικά σε επόμενο άρθρο).

.

Στα πλαίσια της Ορφικής Λατρείας διαμορφώθηκαν νέες θεογονίες, που δεν ήταν ακριβώς παραλλαγές της ελληνικής θεογονίας (του Ησιόδου), αφού έφερναν μια νέα αντίληψη για το Θεό (Ον),  για την σχέση Θεού-ανθρώπου, και την θρησκευτική πρακτική. Αυτές έμειναν γνωστές σαν  Ορφικές Θεογονίες. Απόσπασμα μιας τέτοιας Θεογονίας μεταφέρει (αυτούσιο) ο Αριστοφάνης στις «Όρνιθές» του (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 692-703). Παραθέτουμε το απόσπασμα στο τέλος του άρθρου.

.

Οι δύο τάσεις της Διονυσιακής Λατρείας, η πανάρχαια Διονυσιακή Λατρεία, κι η Ορφική Μεταρρύθμιση θα συνυπάρχουν για αιώνες προκαλώντας συγκρούσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες και σύγχυση σε όσους δεν γνωρίζουν καλά την ιστορία (γι’ αυτό όμως θα μιλήσουμε σε άλλο άρθρο). Η διάσταση και οι «αντιφάσεις» που υπάρχουν μέσα στην Διονυσιακή Λατρεία, εξηγούνται εύκολα, όταν διευκρινίσουμε τι προέρχεται από την «παλιά λατρεία», και τι αποτελεί «ορφική μεταρρύθμιση». Πάντως η Διονυσιακή Λατρεία κι η Ορφική Ερμηνεία, όλους αυτούς τους αιώνες, θα συνυπάρχουν, θα σχετίζονται ή θα διαχωρίζονται, αλλά πάντα θα βρίσκονται σε εξάρτηση.

.

Αριστοφάνης «Όρνιθες, 693 – 702»

.

«Χάος ἦν καὶ Νὺξ Ἔρεβός τε μέλαν πρῶτον καὶ Τάρταρος εὐρύς·

γῆ δ᾽ οὐδ᾽ ἀὴρ οὐδ᾽ οὐρανὸς ἦν· Ἐρέβους δ᾽ ἐν ἀπείροσι κόλποις

τίκτει πρώτιστον ὑπηνέμιον Νὺξ ἡ μελανόπτερος ᾠόν,

ἐξ οὗ περιτελλομέναις ὥραις ἔβλαστεν Ἔρως ὁ ποθεινός,

στίλβων νῶτον πτερύγοιν χρυσαῖν, εἰκὼς ἀνεμώκεσι δίναις.

Οὗτος δὲ Χάει πτερόεντι μιγεὶς νύχιος κατὰ Τάρταρον εὐρὺν

ἐνεόττευσεν γένος ἡμέτερον, καὶ πρῶτον ἀνήγαγεν εἰς φῶς.

Πρότερον δ᾽ οὐκ ἦν γένος ἀθανάτων, πρὶν Ἔρως

ξυνέμειξεν ἅπαντα·

ξυμμειγνυμένων δ᾽ ἑτέρων ἑτέροις γένετ᾽ οὐρανὸς ὠκεανός τε

καὶ γῆ πάντων τε θεῶν μακάρων γένος ἄφθιτον».  

  .

Η  απλή μετάφραση

«Πρώτα ήταν το Χάος, η Νύχτα, το μέλαν Έρεβος κι ο ευρύς Τάρταρος.

Δεν υπήρχε ούτε γη, ούτε Αήρ, ούτε Ουρανός. Μέσα στους απέραντους κόλπους του Ερέβους

γέννησε στην αρχή η μελανόπτερος Νύχτα δίχως αρσενική σπορά ένα Ωό,

από το οποίο, σαν πέρασε ο καιρός, βγήκε ο ποθητός Έρως

με τις χρυσές φτερούγες στην πλάτη που έλαμπαν και γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός έσμιξε στο σκοτάδι με το πτερωτό Χάος μέσα στον ευρύ Τάρταρο,

κλώσησε το ημέτερον γένος και το ανήγαγε στο φως.

Πρωτύτερα δεν υπήρχε το γένος των αθανάτων, ώσπου ο Έρως

συνέμειξε τα πάντα.

Κι όπως ενώθηκαν το ένα με το άλλο, γεννήθηκε ο Ουρανός, ο Ωκεανός,

η Γαία κι όλο το αθάνατο γένος των μακάριων θεών».

.

Το κείμενο αποκρυπτογραφημένο σύμφωνα με τον

«αρχαίο μυητικό κώδικα»

«(Πριν απ’ όλα) Στην Αρχή, υπήρχε το Απροσδιόριστο (Χάος), το Άχρονο (Νυξ), και το Σκοτεινό Άγνωστο (Έρεβος), και το Μη-μετρήσιμο Απεριόριστο (Τάρταρος).

Δεν υπήρχε  (τότε) ούτε γη (ύλη), ούτε αέρας (υπερφύση), ούτε ουρανός (ον). Μέσα στους Απέραντους Κόλπους του Αγνώστου

το Άχρονο που παραμένει Άγνωστο, «γέννησε» πρώτα, (στην αρχή, πριν απ’ όλα), από Μόνο του (χωρίς την βοήθεια κανενός), το Πρώτο Ον (Ωόν)

από το Οποίο, όταν ωρίμασε ο καιρός, αναδύθηκε ο Έρως (η πρωταρχική ελκτική δύναμη) με τις ιερές λαμπρές χρυσές φτερούγες στην πλάτη, που αγκαλιάζει τον κόσμο, γοργός σαν τον άνεμο.

Αυτός (ο Έρως) έχοντας την Ίδια Ουσία με το Απροσδιόριστο (Χάος) που απλώνεται παντού, Άχρονος στον χαρακτήρα του, μέσα στο Απεριόριστο (Τάρταρο)

γέννησε (με απορροή) το δικό μας γένος (των περιορισμένων όντων), και το έφερε στο φως της ύπαρξης, στη «ζωή».

Στην Αρχή δεν υπήρχαν θεϊκές δυνάμεις, πριν ο Έρωτας (η Πρωταρχική Δύναμη)

τα εκδηλώσει, τα φανερώσει, όλα.

Κι όπως σχετίστηκαν (αυτές οι δυνάμεις) η μία με την άλλη δημιουργήθηκε ο ουρανός του όντος (νους), ο ωκεανός της ζωής (ψυχή),

και η γη (ο υλικός κόσμος), κι όλες οι άφθαρτες θεϊκές δυνάμεις».

.

Σημειώσεις

(Χάος, Νυξ, Έρεβος, Τάρταρος, είναι προσδιοριστικές έννοιες της Ύστατης Πραγματικότητας, που διαφοροποιούνται ως προς τον ρόλο τους και την σημασία τους για την δημιουργία και τα όντα…

 Ό Έρωτας ο Ωογέννητος, είναι ο Πρωτόγονος, ο Φάνης, ο Ζαγρέας, ο Διόνυσος ο Ταυρόφωνος ( ο Γεννήτορας των μακαρίων και των θνητών ανθρώπων)…  κι όλες οι θεϊκές δυνάμεις, ολόκληρο το σύμπαν…

Θεοί, θεϊκές δυνάμεις, είναι οι Όψεις του Θείου μέσα στην δημιουργία

Άνθρωπος είναι το πρόσωπο του Θεού στους κατώτερους κόσμους).


 

 

Sunday, July 9, 2017

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΣΤΙΣ ΕΠΤΑ ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ


 

(Ομιλία στην Ακαδημία, Τρίτη Περίοδος)

Εισαγωγή

Οι Επτά Δράσεις της Συνείδησης

Ο Εσωτερικός Συμβολισμός

Η Γλώσσα των Συμβόλων της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας

Η διανοητική γλώσσα, της σκέψης, των εννοιών, των «σκιών»

Η Απελευθέρωση

Η Απελευθέρωση του Γιόγκα (νιρόντχα)

Ο Αληθινός Διαλογισμός

Η Ερμητική Μύηση

Η Οδός των Μυστικών (Μάιστερ Έκκαρτ)

Η Αληθινή Δράση

Τελικά!

 

Εισαγωγή


Υπάρχει Ένα Μοναδικό Θεμέλιο των Πάντων, που είναι το Βαθύτερο Μέρος Κάθε Όντος. Για την «Ύπαρξή» Του «Μαρτυρεί» Αυτό το Ίδιο (και το διαπιστώνουν όσοι το βιώνουν). Αυτό είναι μια εμπειρική διαπίστωση κι αλήθεια κι όχι ένα διανόημα. Αυτό το Μοναδικό Θεμέλιο Είναι Χωρίς Ιδιότητες, χωρίς εμπειρία, ή παρατηρητή. Είναι μια Άβυσσος Αντίληψης, Απόλυτα Πραγματική, Ζωντανή. Γίνεται Αντιληπτή από τις Δράσεις Της. Αυτό Είναι η Ουσία της Ψυχής των Αρχαίων, του Άτμαν των Ανατολικών. Είναι η Συνείδηση της Σύγχρονης Φιλοσοφίας και της Σύγχρονης Ψυχολογίας.

Η Ψυχή (η Συνείδηση) μπορεί να Αντιλαμβάνεται με διάφορους και διαφορετικούς τρόπους ή αλλιώς να αντιλαμβάνεται σε πολλά «επίπεδα». Να έχει διαφορετικές δράσεις. Έτσι μιλάμε για διάφορες δράσεις ή διαστάσεις της Συνείδησης, για πολλά πεδία δραστηριότητας, ή επίπεδα λειτουργίας. Από εδώ προκύπτουν σε μεταφυσικό επίπεδο οι κόσμοι και οι διάφορες καταστάσεις του όντος. Έτσι η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται με διάφορους τρόπους κι όλες οι αντιληπτικές δράσεις της (που μπορεί να είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις ή Υποκειμενικές Αντιλήψεις, Θεωρήσεις της Πραγματικότητας) είναι «εξωτερικές» ως προς την Ουσία. Είναι Δραστηριότητες Αυτής της Άγνωστης Ουσίας.

Έτσι, η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται Εσωτερικά, με μια Άμεση Εσωτερική Αίσθηση αυτό που είναι, το Είναι, σαν Χώρο, σαν Παρουσία, σαν Εδώ. Αυτή Εσωτερική Αντίληψη του Ίδιου του Είναι, σαν Χώρου, είναι Μια Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης. Υπάρχει μόνο Αντίληψη. Δεν υπάρχει αντιλαμβανόμενος, παρατηρητής, διάκριση υποκειμένου, αντικειμένου, τίποτα από αυτά που βιώνει ο συνηθισμένος άνθρωπος. Αυτή η Εσωτερική Αίσθηση (η Ενόραση των Φιλοσόφων) διαβαθμίζεται από την Απόλυτη Καθαρότητα που Αντανακλά το Χωρίς Ιδιότητες σαν Αδιαφοροποίητο Είναι, μέχρι την Αντίληψη του Είναι σαν Χώρου και την Πανταχού Παρουσία που Αγκαλιάζει τα Πάντα σε μια Ενότητα όπου δεν «διακρίνονται» ακόμα «υποκείμενο και αντικείμενο». Όλα αυτά είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις της Συνείδησης. Είναι Άμεση Αντίληψη του Είναι σαν Χώρου. Πρόκειται για μια Άχρονη Κατάσταση, μια Αιωνιότητα που Ρέει, που είναι Ζωντανή και Εκδηλώνεται σαν Παρουσία, σαν Αίσθηση του Εδώ που Αγκαλιάζει τα Πάντα.

Η Συνείδηση μπορεί ακόμα μέσα από εξωτερικές δραστηριότητες να έχει εμπειρία του «εξωτερικού κόσμου», των φαινομένων που αλλάζουν συνεχώς. Αυτός ο κόσμος των φαινομένων προβάλλεται αντικειμενικά από την δραστηριότητα της Παγκόσμιας Συνείδησης και γίνεται αντιληπτός από τα διάφορα υποκείμενα που δημιουργούνται από την Συνείδηση όταν γίνεται τοπική και συνδέεται με κάποιο φορέα του πεδίου στο οποίο εκδηλώνεται. Στην πραγματικότητα ο Εξωτερικός Κόσμος των Φαινομένων είναι προϊόν μιας δραστηριότητας, είναι δραστηριότητα, κίνηση, ροή φαινομένων, που αλλάζει συνεχώς. Όλα ρέουν, είναι παροδικά και αντικειμενικά αλλά και το ίδιο το υποκείμενο, οποιοδήποτε υποκείμενο. Στην πραγματικότητα το υποκείμενο δεν είναι παρά μια ροή αντίληψης που ρέει μαζί με όλα και παρακολουθεί την ροή των φαινομένων. Αυτή η συνεχής ροή της αντίληψης μαζί με την ροή των φαινομένων, η συνεχής «επαφή» με την ροή των φαινομένων δείχνει τον πραγματικό χαρακτήρα του υποκειμένου. Ζούμε στο Απόλυτο Παρόν, εδώ (σε σύνδεση με τον φορέα εκδήλωσης), τώρα, στην Στιγμή που Ρέει. Αυτή είναι η πραγματική εμπειρία του Χρόνου, ή η εμπειρία του απόλυτου παρόντος, του Τώρα, που ρέει συνεχώς.

Έτσι η Συνείδηση Βιώνει Άμεσα Εσωτερικά το Είναι σαν Άχρονο Χώρο, σαν μια Αιώνια Αντικειμενική Παρουσία και Βιώνει Έμμεσα (μέσω δραστηριοτήτων, εννόησης, συναίσθησης, αίσθησης, μέσω κάποιου φορέα εκδήλωσης) την Ροή των Φαινομένων. Στην Εξωτερική Εμπειρία Βιώνει τον Χρόνο, την Ροή, την Στιγμή που Ρέει, την συνεχή αλλαγή, όσο διαρκεί (όσο διαρκεί η σύνδεση με τον φορέα εκδήλωσης).

Οι Επτά Δράσεις της Συνείδησης


Όταν το Ον Βιώνει την Πραγματικότητα, αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει, τότε μπορεί Στηριζόμενο στο Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξής του να Αντιλαμβάνεται Εσωτερικά το Αιώνιο Είναι του, σαν Παρουσία, σαν Εσωτερικό Άχρονο Χώρο και επίσης να Αντιλαμβάνεται, μέσω δραστηριοτήτων την τοπική παρουσία του, μέσω του φορέα εκδήλωσης, σε ένα εξωτερικό κόσμο, να ζει την ρέουσα ιστορική πραγματικότητά του. Με άλλα λόγια αυτό το ον δρα, δραστηριοποιείται, λειτουργεί, εκδηλώνεται σε διάφορα «επίπεδα». Από την Φύση του έχει την Δυνατότητα να εκδηλώνεται σε διάφορα επίπεδα, να αντιλαμβάνεται όλο το Βάθος, της Ύπαρξής του, όλη την έκταση της εμπειρίας του. Με αυτή την έννοια μιλάμε για διάφορες «λειτουργίες» του ανθρώπου, για εσωτερικές κι εξωτερικές δραστηριότητες, για ανώτερες και κατώτερες λειτουργίες. Και με αυτή την έννοια μιλάμε για διάφορες θεωρήσεις της πραγματικότητας, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο λειτουργούμε.

Κι ασφαλώς όταν μιλάμε για ένα ον συνδεδεμένο με κάποιο φορέα εκδήλωσης υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ανάμεσα στις δράσεις, δραστηριότητες, λειτουργίες της συνείδησης και τα αντίστοιχα μέρη του φορέα. Η «Σύνδεση» της Συνείδησης με τον φορέα δεν είναι ακριβώς σύνδεση. Είναι Παρουσία κι έλεγχος του σώματος. Στην πραγματικότητα η Συνείδηση είναι Ανεξάρτητη από τον φορέα, το σώμα. Μπορεί να βιώνει αυτή την ανεξαρτησία και μέσα από την Πνευματική Άσκηση και στον οριστικό διαχωρισμό της από τον φορέα, σώμα. Είναι και Έξω από το σώμα και εδώ στο σώμα. Η εσωτερική Αίσθηση του Είναι είναι «κρυμμένη» στον εσωτερικό εγκέφαλο, στην «καρδιά» του νευρικού συστήματος, ενώ οι εξωτερικές δραστηριότητες της εννόησης, της συναίσθησης και της αίσθησης εντοπίζονται στον εξωτερικό εγκέφαλο. Το «πέρασμα» από την εξωτερική εμπειρία της χρονικής ροής στον εσωτερικό άχρονο χώρο (ή αλλιώς από τις κατώτερες εξωτερικές λειτουργίες στις ανώτερες εσωτερικές αντιλήψεις) βρίσκεται ακριβώς στο μέρος του εγκεφάλου που συνδέει την εξωτερική πληροφόρηση με την εσωτερική συνειδητοποίηση. Όταν στην Εσωτερική Παράδοση μιλούν για κέντρα λειτουργίας του ανθρώπου («κέντρα», πάντμας, τσάκρας, λατάιφ, κλπ.) στην πραγματικότητα αναφέρονται σε δραστηριότητες της Συνείδησης που συνδέονται με κάποια «περιοχή» του φορέα. Έτσι, με αυτή την έννοια, αφύπνιση των κέντρων, αφύπνιση ενός κέντρου, σημαίνει αφύπνιση μιας λειτουργίας της Συνείδησης.

Τελικά ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργεί σε Επτά Πεδία, σε Επτά Επίπεδα. Το Θεμέλιο που Στηρίζει τα Πάντα (κάθε Εμπειρία), τα Τρία Εσωτερικά Επίπεδα της Αίσθησης του Είναι και τα Τρία Εξωτερικά Επίπεδα της εξωτερικής δραστηριότητας, της εννόησης, της συναίσθησης και της αίσθησης, που μας φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο στον οποίο εκδηλωνόμαστε (τον υλικό κόσμο στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Ένα ον, ένας ενσαρκωμένος άνθρωπος, που λειτουργεί έτσι, ολοκληρωμένα και με πλήρη έλεγχο και ελευθερία, είναι ασφαλώς ένας ιδανικός άνθρωπος, ένας Ελεύθερος, Αναγεννημένος, ή Αφυπνισμένος (Φωτισμένος) άνθρωπος. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν λειτουργούν έτσι. Ο Φωτισμένος άνθρωπος δεν είναι παρά ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται πλήρως, αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει. Μπορεί να Έχει Αίσθηση της Πραγματικής Φύσης και της Ανεξαρτησίας της Συνείδησης (να Νοιώσει το Απέραντο Εσωτερικό Βάθος του Είναι) και ταυτόχρονα να είναι εδώ, στο σώμα, στο κόσμο. Η Ψυχική ενέργεια Ρέει Ελεύθερα, σε Όλα τα Επίπεδα και σε όποιο επίπεδο κρίνεται απαραίτητο, χωρίς να «κρατιέται» ή να μπλοκάρεται πουθενά. Όπως και να έχει, ο Φωτισμένος άνθρωπος έχει Πλήρη Αντίληψη της Ύπαρξης, και είναι Πλήρως Λειτουργικός. Ζει ταυτόχρονα το Άχρονο Είναι και την χρονική παροδικότητα, την ροή της ζωής, εδώ, τώρα.

Όταν ο ενσαρκωμένος άνθρωπος δεν έχει Πλήρη Αντίληψη, γιατί δεν έχει «εκπαιδευθεί», είτε γιατί έχει εκπαιδευθεί από την κοινωνία με ένα διαφορετικό τρόπο και διοχετεύει όλη του την Ψυχική Ενέργεια, την προσοχή του, στην διάνοια, που εννοεί κι αναπαριστάνει εσωτερικά (διανοητικά) την πραγματικότητα, τότε έχει μια διαφορετική εικόνα για την πραγματικότητα, από αυτή του Πλήρως Λειτουργικού ανθρώπου.

Καταρχήν αυτή η εμμονή σε μία συγκεκριμένη λειτουργία μας αποκλείει την δυνατότητα να λειτουργήσουμε σε ένα άλλο επίπεδο, να έχουμε και μια άλλη θέαση της πραγματικότητας. Μας αποκλείει εντελώς από την Εσωτερική Εμπειρία. Μας απομονώνει στον διανοητικό χώρο. Αυτό οδηγεί στο να ταυτίζουμε αυτό που αντιλαμβανόμαστε, μέσω της διανόησης, με την πραγματικότητα. Είμαστε πεπεισμένοι πως αυτό αντιλαμβανόμαστε είναι το πραγματικό, αφού δεν έχουμε εμπειρία μιας άλλης θέασης. Κι αυτό που αντιλαμβανόμαστε δεν προέρχεται από την άμεση επαφή μας με την ροή (αφού δεν ρέουμε μαζί με την ροή των φαινομένων) αλλά δομείται με την αναπαραστατική δύναμη της διάνοιας και με την βοήθεια της μνήμης από την εμπειρία. Είναι ο,τι αντιληφθήκαμε, το καταστάλαγμα της εμπειρίας, η αποκρυστάλλωσή της σε «έννοιες», είναι «μνήμη», κάτι μόνιμο στη διάνοια (μέχρι να τροποποιηθεί από καινούργιες εμπειρίες). Όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι τα ζωντανά πράγματα που ρέουν αλλά οι «σκιές» των πραγμάτων. Ζούμε σε ένα κόσμο «σκιών». Ενώ ο Φωτισμένος άνθρωπος μπορεί να έχει εμπειρία και του Ανώτερου Εσωτερικού Κόσμου του Είναι και του χρονικού παροδικού φαινομένου (ακριβώς σαν παροδικού φαινομένου, από το οποίο δεν εξαρτάται) χωρίς να «κρατιέται» πουθενά, ο διανοητικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται μόνο μέσω της διάνοιας και πιστεύει όχι μόνο πως ο κόσμος που αντιλαμβάνεται (των εννοιών, των «σκιών» των πραγμάτων) είναι πραγματικός αλλά και πως είναι ο μόνος υπαρκτός κόσμος.

Με αυτόν τον τρόπο, μέσω της διανόησης, δομούμε μια αντίληψη ενός εαυτού, απομονωμένου, μέσα σε ένα εξωτερικό κόσμο. Αυτό μας εισάγει αυτόματα στην δυαδική αντίληψη της πραγματικότητας. Αντιλαμβανόμαστε σαν υποκείμενα διαχωρισμένα από τον κόσμο, έναν αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας. Ενώ ο Φωτισμένος άνθρωπος χρησιμοποιεί επίσης την υποκειμενική θέαση, μέσα από τον φορέα του, εντούτοις δεν της δίνει απόλυτη αξία, γνωρίζοντας από εμπειρία ότι είναι μια περιορισμένη (κι αναγκαία ως το σημείο που μας εξυπηρετεί) θέαση, ενώ από εμπειρία μπορεί να ανυψωθεί πάνω από αυτό το επίπεδο λειτουργίας ως την Θέαση της Παγκόσμιας Συνείδησης. Ο διανοητικός άνθρωπος όμως, ταυτισμένος με αυτό που αντιλαμβάνεται είναι εγκλωβισμένος στην δική του υποκειμενική θέαση. Δεν μπορεί να βγει έξω από αυτή την θέαση.  Ό,τι κι αν αντιλαμβάνεται, ό,τι κι αν προσπαθεί, ό,τι κι αν κάνει είναι διανόηση. Ακόμα κι η αντίληψη του Εσωτερικού Κόσμου, ή ενός κόσμου πέρα από τον άνθρωπο και την δημιουργία, δεν είναι παρά μια έννοια, μια «σκιά». Ακόμα κι ο Θεός για τον διανοητικό άνθρωπο είναι έννοια, «σκιά». Μπορεί να χρησιμοποιεί λέξεις όπως αδημιούργητο, υπερβατικό, απόλυτο, ακατάληπτο, παντοδύναμο, αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά έννοιες, συλλήψεις της διανόησης που αποδίδονται σε ένα αντικείμενο. Τα Ζωντανά πράγματα προσεγγίζονται μόνο βιωματικά. Εδώ εγκαταλείπεται όλη η διανοητική θεολογία και δικαιώνεται ο μυστικισμός και το μυστικό βίωμα.

Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος, σαν Ζωντανός, πραγματικός άνθρωπος, από την Φύση του είναι αυτό που είναι. Είναι το Θεμέλιο, που βρίσκεται στο Βάθος της Συνείδησης και έχει από την Φύση του την δυνατότητα της Εσωτερικής Αίσθησης του Είναι κι ασφαλώς την δυνατότητα μέσω του φορέα του να έχει εμπειρία του εξωτερικού κόσμου. Το πρόβλημα με τον άνθρωπο είναι ότι μαθαίνει να λειτουργεί ιδιαίτερα και πολλές φορές κατ’ αποκλειστικότητα στο διανοητικό επίπεδο. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Καταρχήν η κοινωνία, για την διατήρησή της, δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο. Ούτε κι άνθρωπος για την υλική επιβίωσή του χρειάζεται κάτι παραπάνω. Μετά η διανοητική εμπειρία και γνώση είναι πληροφορίες διαχειρίσιμες που μπορούν να μεταδοθούν, μέσω της κοινωνικοποίησης, στις επόμενες γενιές. Επιπρόσθετα οι πληροφορίες ελέγχονται και «διαμορφώνονται», για την χειραγώγηση των ανθρώπων. Αν οι άνθρωποι ανέπτυξαν ένα διανοητικό, τεχνολογικό, πολιτισμό είναι γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο.

Η εκπαίδευση του πραγματικού ανθρώπου ήταν πάντα στο περιθώριο, έργο της Εσωτερικής Παράδοσης και των μυστικών κινημάτων, που δεν έχουν βέβαια καμία σχέση με τις εξωτερικές θρησκείες. Οι αληθινοί άνθρωποι ζούσαν πάντα έξω από την κοινωνία, είναι οι «κρυμμένοι σοφοί». Η διαφορά ανάμεσα σε ένα Πραγματικό Αναζητητή κι ένα απλό θρησκευόμενο είναι ότι ο Πραγματικός Αναζητητής ενεργοποιεί την Εσωτερική Άμεση Αίσθηση του Είναι κι Ανυψώνεται Ως το Άγνωστο Βάθος της Ύπαρξής του, ενώ ο θρησκευόμενος διανοητικός άνθρωπος κινείται στον κόσμο των «σκιών» κι η εξέλιξή του συμβαίνει πάντα μέσα στον περιορισμένο διανοητικό χώρο των «σκιών».

Ο Εσωτερικός Συμβολισμός


Να διευκρινίσουμε καταρχήν ότι η Εσωτερική Παράδοση εκφράζεται στην Γλώσσα των Συμβόλων. Όταν η Εσωτερική Παράδοση χρησιμοποιεί λέξεις τις χρησιμοποιεί για πράγματα που έχουν βιωθεί ή μπορούν και πρέπει να βιωθούν. Υποδεικνύει την ενεργοποίηση της Εσωτερικής Αίσθησης των πραγμάτων και την άμεση βιωματική αντίληψη των πραγμάτων. Δεν χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν έννοιες για να μεταφέρει διανοητικές πληροφορίες και μηνύματα. Η Εσωτερική Παράδοση κινείται στον Βιωματικό Χώρο κι οι λέξεις της περιέχουν βιώματα, κι απευθύνονται στην Εσωτερική Διάσταση του ανθρώπου δεν είναι έννοιες που περιέχουν πληροφορίες, άλλες έννοιες κι απευθύνονται στην διανόηση.

Σε όλες τις Παραδόσεις και τις Εσωτερικές Διδασκαλίες μιλούν για το Θεμέλιο. Είναι το Χάος των Ορφικών, η Άβυσσος της Ερμητικής Παράδοσης, το Ασαμσκρίτα του Βούδα ή το Βάθρο του Χούι-Νεγκ, το Άτμαν των Βεδαντιστών ή το «I am» του Νισαργκατάτα, το Γκρουντ ή Θεότητα, του Μάιστερ Εκκαρτ. Αυτό είναι Κάτι που πρέπει να Βιώσει κάποιος στο Βάθος της Ύπαρξής του, να το Βιώσει Πραγματικά. Οι διανοητικοί άνθρωποι μπορεί να το εκλάβουν σα την έννοια της Αρχής στα πλαίσια μιας διανοητικής θεώρησης. Προφανώς αυτό δεν έχει σχέση με την Εσωτερική Παράδοση. Είναι μια κάκιστη μεταφορά της Βιωματικής Αλήθειας στο διανοητικό επίπεδο των εννοιών, των «σκιών» των πραγμάτων. Όσο κι αν οι διανοούμενοι επιστήμονες θέλουν να πιστεύουν και να υποστηρίζουν ότι ερμηνεύουν τα πράγματα στην πραγματικότητα εκθέτουν απλά τις διανοητικές απόψεις τους περί των πραγμάτων. Ο Εσωτερισμός δεν έχει καμιά σχέση με την ακαδημαϊκή διανοητική θεολογία.

Ο Κόσμος που Αποκαλύπτεται στην Άμεση Εσωτερική Αίσθηση του Είναι, εφόσον αυτή η Αίσθηση λειτουργεί ή αφυπνίζεται είναι ο Αιώνιος Κόσμος του Φωτός. Εδώ όπου όλα είναι Φανερά πηγαία, αυθόρμητα, άμεσα και χωρίς καμιά διαδικασία. Ο Εξωτερικός Κόσμος είναι αποτέλεσμα δραστηριότητας, κίνησης κι υπάρχει μόνο στο απόλυτο παρόν, την στιγμή που εκδηλώνεται. Είναι ένας Κόσμος Σκιάς. Ο Ελεύθερος Φωτισμένος Άνθρωπος μπορεί να υπάρχει και να δρα τόσο στον Άχρονο Χώρο του Εσωτερικού Είναι όσο και στον παροδικό κόσμο των φαινομένων, στον Κόσμο της Σκιάς. Δεν παραπλανάται. Οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργώντας αποκλειστικά με την διανόηση, μέσα στην διανόηση γνωρίζουν μόνο τον κόσμο της Σκιάς και με την διανοητική λειτουργία γνωρίζουν τα πράγματα του κόσμου της σκιάς όχι σαν παροδικά φαινόμενα που υφίστανται μόνο στην Στιγμή που ρέει αλλά σαν υπολείμματα της Σκιάς, σαν μνήμες, σαν στάχτες της ζωής.

Συχνά το Εσωτερικό Είναι του Ανθρώπου χαρακτηρίζεται σαν ο Άνω Κόσμος κι ο εξωτερικός κόσμος σαν ο κάτω ή κατώτερος κόσμος που αλλάζει και φθείρεται.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Πλήρης Αντίληψη που Εδράζεται στην Αληθινή Φύση μας είναι Πλήρως Λειτουργική σε όλη την Έκταση της Ύπαρξης. Περιλαμβάνει τόσο τον Χώρο του Είναι όσο και την εμπειρία του χρόνου, της παροδικής ζωής στους κατώτερους κόσμους. Ο περιορισμός στην διανοητική λειτουργία κι η θέαση της πραγματικότητας μέσα από την διάνοια τα μετατρέπει όλα σε αντιλήψεις της διάνοιας, σε έννοιες, σε «σκιές» των πραγμάτων. Όσο κι αν η διάνοια θέλει να κατανοήσει τα πάντα, να επιτύχει τα πάντα, το μόνο που κάνει είναι να προεκτείνει τον εαυτό της, να επεκτείνει τις συλλήψεις της.

Η Γλώσσα των Συμβόλων της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας


Η Συνείδηση Μοιάζει να είναι το Απόλυτο Άγνωστο Υπόβαθρο κάθε παρουσίας, κάθε κατάστασης, κάθε δραστηριότητας ή φαινομένου. Αυτή η έκφραση «Απόλυτο Άγνωστο Υπόβαθρο» στην ουσία δεν λέει τίποτα (δεν δίνει καμία «πληροφορία»). Εδώ υπονοείται ότι Αυτό, ενώ Είναι Ζωντανό, εμφανίζεται από τις συνέπειές του. Μοιάζει με το Κενό Εντός του Οποίου εμφανίζονται τα πάντα. Πρέπει να υπάρχει το Κενό για να εμφανισθεί οτιδήποτε. Υπάρχει μόνο Αυτή η Μοναδική Πραγματικότητα. Δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός. Έτσι όλες οι λέξεις που αναφέρονται εδώ, Συνείδηση, Θεός Ψυχή, υπονοούν το ίδιο πράγμα. Μια Τέτοια Συνείδηση Είναι Χωρίς Ιδιότητες, Άχρονη, Υπερβατική, Ανεξάρτητη από οποιοδήποτε περιεχόμενο. Η Βίωση Αυτού του Βάθους της Συνείδησης είναι η Μόνη Αληθινή Εμπειρία. Με αυτή την έννοια οποιαδήποτε λέξη αναφέρεται σε Αυτό δεν έχει στην πραγματικότητα περιεχόμενο. Είναι ένα απλό σύμβολο που υπονοεί την βιωματική προσέγγιση του. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το «γνωρίσεις». Πρέπει να το αγγίξεις, να έρθεις σε «επαφή» μαζί του.

Τα Σύμβολα υπονοούν Καταστάσεις ή Δράσεις της Συνείδησης που πρέπει να βιώσουμε. Η αλήθεια (του πράγματος) πρέπει να γίνει αντιληπτή με αυτή την Βαθύτερη Αντίληψη (την Ενόραση) κι όχι μέσα από τις εξωτερικές δραστηριότητες της Συνείδησης, όπως η διανόηση. Με άλλα λόγια η Συνειδητοποίηση, η Κατανόηση της αλήθειας πρέπει να γίνει στο Φυσικό Επίπεδο, με πραγματική δράση. Η πληροφόρηση στο διανοητικό επίπεδο, η διανοητική κατανόηση, δεν είναι αληθινή κατανόηση αφού τροφοδοτεί και συνεχίζει την διανοητική δραστηριότητα.

Με άλλα λόγια τα Σύμβολα αναφέρονται σε Φυσικά Υπάρχοντα και σε Φυσικά Συμβαίνοντα. Δεν είναι διανοητικές συλλήψεις που μεταφέρουν ένα διανοητικό νόημα ή μήνυμα. Πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν «οδοδείκτες» που οδηγούν στην άμεση, απευθείας, αντίληψη κι όχι σαν «γνώση». Η αληθινή γνώση είναι μόνο η βιωματική γνώση και μάλιστα όταν είναι ζωντανή, όχι η ανάμνησή της. Με αυτή την έννοια ολόκληρη η Μυστική Γλώσσα είναι Γλώσσα Συμβόλων που υποδεικνύουν Υπάρχοντα και Συμβαίνοντα.. Είναι μια Γλώσσα Βαθύτερη και Ουσιαστικότερη από την διανοητική γλώσσα των εννοιών.

Στην πραγματικότητα δεν είναι το Σύμβολο που περιέχει κάτι ή λέει κάτι. Είναι η δική μας δράση που πρέπει να μας αποκαλύψει αυτό που υποδεικνύει το Σύμβολο. Αν δεν γίνει αυτή η πράξη κατανόησης, προσέγγισης της πραγματικότητας, των αληθινών πραγμάτων και συμβαινόντων τότε το Σύμβολο μένει ανενεργό, κενό, χωρίς χρησιμότητα.

Η Μυστική Γλώσσα των Συμβόλων επεκτείνει την Κατανόηση πέρα από τα στενά όρια της διανόησης και μας εισάγει στην «Καρδιά» της Πραγματικότητας.

Η διανοητική γλώσσα, της σκέψης, των εννοιών, των «σκιών»


Ενώ η Αντίληψη είναι μια ζωντανή δραστηριότητα, λειτουργία, που ακολουθεί την συνεχή ροή των φαινομένων, στο απόλυτο παρόν, η διανόηση χρησιμοποιεί σαν βάση το πρωτογενές βίωμα της επαφής με την πραγματικότητα για να δημιουργήσει μια πιο σύνθετη αντίληψη της πραγματικότητας. Δεν ακολουθεί, σαν την Αντίληψη, την ροή των φαινομένων που εισέρχονται στην επίγνωσή μας αλλά προσπαθεί να συλλάβει την «Κίνηση» την ροή σαν μια «σταθερή πραγματικότητα» με σταθερά πράγματα των οποίων αλλάζουν μόνο οι σχέσεις. Ενώ η  διανόηση, σαν δραστηριότητα, σαν λειτουργία, ανήκει στην πραγματικότητα (στον κόσμο της πραγματικότητας) εν τούτοις αυτό που δομεί είναι μια κατασκευή. Ακινητοποιεί την πραγματικότητα σε μια σταθερή αναπροσαρμοζόμενη εικόνα και βλέπει σταθερά πράγματα εκεί που υπάρχουν μόνο ροές φαινομένων. Αυτό δίνει βέβαια την ευκαιρία για καλύτερη οργάνωση του υλικού της εμπειρίας για σχεδιασμό της δράσης μας αλλά μας έχει βγάλει τελείως έξω από την ζωντανή ρέουσα πραγματικότητα και μας έχει εισάγει σε μια εικονική πραγματικότητα. Το ότι μπορεί πολλοί άνθρωποι μαζί να υιοθετούν την ίδια εικόνα της πραγματικότητας ή να συντονίζουν την δράση τους (με βάση κοινές πεποιθήσεις) δεν αποδεικνύει τίποτα πέρα από το συμβάν της συμβατικής συμφωνίας τους.Αυτό καθεαυτό το γεγονός δεν αναβαθμίζει την νοητική κατάσταση αυτών των ανθρώπων (αυτό που αντιλαμβάνονται) σε πραγματικότητα.

Αυτές οι νοητικές συλλήψεις της όλης πραγματικότητας, των στοιχείων της, των όντων, οι σταθερές αντιλήψεις, είναι οι απογυμνωμένες κι αφηρημένες παραστάσεις που έχουν εσωτερικοποιηθεί σε έννοιες. Οι έννοιες δεν είναι απλά σύμβολα της πραγματικότητας. Είναι σταθερές κατασκευές της νόησης, με προσδιορισμένο περιεχόμενο (που ορίζεται στις εγκυκλοπαίδειες και τα λεξικά), αφηρημένες νοητικές πληροφορίες, που μπορούν να απομνημονευθούν, να καταγραφούν, να μεταδοθούν, να διδαχτούν, να υπάρχουν αντικειμενικά σαν πληροφορίες.

Στην πραγματικότητα ο κόσμος των φαινομένων, της ροής των φαινομένων, είναι ένας κόσμος αντανάκλασης μιας βαθύτερης δράσης. Η Αντίληψη μπορεί να παρακολουθεί αυτόν τον κόσμο της ροής σαν ζωντανή λειτουργία. Η σκέψη από αυτόν τον κόσμο της αντανάκλασης συγκρατεί μόνο τα κατάλοιπα της κίνησης, τα ίχνη που αφήνει η κίνηση στην μνήμη. Είναι ίχνη μνήμης. Είναι στάχτες της αντίληψης. Οι άνθρωποι, έτσι, δεν ζουν στον αληθινό κόσμο της ροής με ζωντανή αντίληψη. Ζουν στον κόσμο της σκέψης, της μνήμης, της διανοητικής πληροφορίας. Ζουν σε ένα ψεύτικο κατασκευασμένο κόσμο. Με την κοινωνικοποίηση εισερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο της κοινωνικής σύμβασης που διαφοροποιείται από κοινωνία σε κοινωνία. Με την γλώσσα και την εκπαίδευση προσδιορίζουμε καλύτερα αυτόν τον κόσμο. Επικοινωνούμε σε διανοητικό-λεκτικό επίπεδο. Η γλώσσα της διανόησης είναι ακριβώς η γλώσσα των κατασκευασμένων εννοιών για όλα τα πράγματα που εισέρχονται στην εμπειρία μας.

Ο αληθινός κόσμος της ροής των φαινομένων είναι τελείως έξω από όλη αυτή την (διανοητική) δράση μας, τις αντιλήψεις μας και τα βιώματά μας. Η αφύπνιση στον κόσμο της ζωντανής αντίληψης είναι πραγματικά μια νέα γέννηση σε ένα νέο κόσμο. Κι ασφαλώς η Εμβάθυνση στον Κόσμο της Αιώνιας Πραγματικότητας είναι μια εμπειρία τελείως διαφορετική από τον σταθερό κόσμο της σκέψης που είναι μια κατασκευή, ένα όνειρο, ένα ψέμα.

Η Απελευθέρωση


Όταν μιλάμε για Πραγματική Απελευθέρωση, Πραγματική Φώτιση, για Πνευματική Αναγέννηση, Βίωση της Ανώτερης Πραγματικότητας, μιλάμε για ενεργοποίηση των ανώτερων εσωτερικών δυνάμεων του ανθρώπου ή αλλιώς για δράση στα ανώτερα κέντρα δράσης του ανθρώπου.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Πραγματικότητα, το Απόλυτο, η Δυνατότητα Βίωσης του Απολύτου είναι έμφυτη στον Άνθρωπο, βρίσκεται στην Ίδια την Φύση του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βιώσει κάτι αν δεν έχει εξαρχής, από την φύση του, την δυνατότητα να το βιώσει. Στην πραγματικότητα μιλάμε για ενεργοποίηση της Ίδιας της Φύσης μας, ή για συνειδητοποίηση των ίδιων μας των δυνάμεων. Δεν υπάρχει κάποια εξωτερική αλλαγή ή εξέλιξη, ούτε έξωθεν βοήθεια για να ζήσουμε κάτι.

Μετά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατή, η ενεργοποίηση σε ένα ανώτερο κέντρο αντίληψης με την επιθυμία, την επιδίωξη, ή την προσπάθεια. Αντίθετα πρέπει να ξεπερασθεί η δραστηριότητα στο κατώτερο κέντρο για να μετατοπιστεί η δραστηριότητα στην ανώτερη περιοχή δράσης. Δεν μπορείς να επιδιώξεις την καθαρότητα ή την καλή λειτουργία, πρέπει να απομακρύνεις τα σκουπίδια ή τα εμπόδια, για να συμβεί αυτό.

Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση πρέπει να είναι πραγματική. Το να συλλαμβάνουμε, θεωρητικά, διανοητικά, ή διαισθητικά, μια κατάσταση και να προσπαθούμε μέσα από την προσωπική προσπάθεια να «αναδυθούμε» κάπου είναι υποκειμενική αυταπάτη. Ούτε η απομόνωση στο υποκείμενο, η «απομάκρυνση» από το αντικείμενο, ή η αποκοπή από τις πληροφορίες του εξωτερικού κόσμου, οδηγεί στον πραγματικό πνευματικό χώρο. Αντίθετα μας απομονώνει στο υποκείμενο, οδηγεί στον απόλυτο υποκειμενισμό (σολιψισμός). Αυτό είναι αυτοΰπνωση, όχι πνευματική πραγματοποίηση. Στην πραγματικότητα η πνευματική ανύψωση οδηγεί πέρα από την διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου, πέρα από το υποκείμενο, σε μια Ανώτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα, που τα περιλαμβάνει όλα σε μια ενότητα. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

Ακόμα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση σε ανώτερα κέντρα λειτουργίας ή δράσης, με το ταυτόχρονο ξεπέρασμα των κατώτερων λειτουργιών, δεν είναι «ποιοτική» αλλά «ποσοτική». Θέλουμε να πούμε ότι η ενεργοποίηση μιας ανώτερης λειτουργίας, η μετατόπισή μας σε μια ανώτερη περιοχή δράσης, δεν καταργεί τελείως τις κατώτερες λειτουργίες. Απλά μεταφέρεται η κύρια δράση σε μια ανώτερη περιοχή ενώ οι κατώτερες λειτουργίες είναι σε πλήρη ετοιμότητα, λειτουργούν αμυδρά ή ανεπαίσθητα ή κατ’ ελάχιστο, μέχρι οι ανάγκες της ζωής να μεταφέρουν την προσοχή μας εκεί. Με άλλα λόγια μιλάμε για μια μετατόπιση της προσοχής και της ενασχόλησής μας κι όχι για μια ολοκληρωτική μετατόπιση. Βεβαίως όταν λειτουργούμε στα ανώτερα εσωτερικά κέντρα, στον πνευματικό χώρο, είναι δυνατή η απομόνωση, η αποκοπή της ροής των πληροφοριών από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτό μπορεί να γίνει για να μπορέσουμε να βιώσουμε πιο έντονα τις εσωτερικές καταστάσεις, αλλά και πάλι η επανασύνδεση με τον εξωτερικό κόσμο είναι πάντα δυνατή κι αυτόματη, χωρίς χρόνο. Όμως αυτή η εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με την αποκοπή του υποκειμένου που περιγράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο.

Τέλος πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ξεπέρασμα των κατώτερων λειτουργιών και της σκέψης που κατασκευάζει τον παρατηρητή, τον διχασμό υποκειμένου-αντικειμένου κι όλη αυτή την ονειρική ζωή που βιώνουν οι άνθρωποι, οδηγεί, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε μια Ανώτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα, στον Αιώνιο Χώρο του Είναι που τα Αγκαλιάζει Όλα, Εδώ. Και τον Άχρονο Χώρο και την χρονική ροή των φαινομένων. Αυτή η Αιώνια Παρουσία που τα Περιλαμβάνει Όλα δεν είναι παρατήρηση από κάποιο «κέντρο», ούτε υποκειμενική εμπειρία. Είναι μια κατάσταση τελείως έξω από κάθε τι υποκειμενικό ή περιορισμένο. Δεν υπάρχει κανένα «κέντρο» παρατήρησης κι επομένως κανενός είδους υποκειμενική εμπειρία.

Κι ακόμα αυτή η Ανώτερη Πνευματική Κατάσταση στην οποία βιώνουμε την Εσωτερική Ελευθερία της Ψυχής ή την Αντικειμενική Συνείδηση, δεν είναι η Τελική Κατάσταση. Πέρα από όλα υπάρχει Μια Κατάσταση χωρίς κανένα απολύτως αντιληπτικό περιεχόμενο. Είναι η Αληθινή Πραγματικότητα, το Θεμέλιο, η Άβυσσος των Αρχαίων Γνωστικών. Είναι Μια Κατάσταση Όπου Αυτό Ανασαίνει Σιωπηλά.

Η Απελευθέρωση, του Γιόγκα (νιρόντχα)


Ο Πανταζάλι ορίζει το Γιόγκα σαν κατάπαυση των διακυμάνσεων του νου («Γιόγκα, τσιττά βρίττι νιρόντχα», στο Κεφάλαιο 1 Σαμάντι Πάντα, σούτρα 2, των Γιόγκα Σούτρας). Μιλά για μια κατάσταση της Συνείδησης Αντικειμενική, όπου η Αντίληψη απλά συμβαίνει, πηγαία, αυθόρμητα, φυσικά, ανεμπόδιστα, αγκαλιάζοντας όλα όσα εισέρχονται στην επίγνωση σε μια ενότητα. Δεν υπάρχουν δραστηριότητες, διαδικασίες (σκέψη, κλπ.) που να δημιουργούν ένα κέντρο αντίληψης, ένα υποκείμενο που να αλλοιώνει ην αντίληψη της πραγματικότητας δημιουργώντας διαχωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου ή αντίληψη δυαδικότητας. Δεν υπάρχει υποκειμενική εμπειρία, υποκειμενική μνήμη, υποκειμενική ζωή. Το «νιρόντχα», η κατάπαυση όλων των δραστηριοτήτων σημαίνει την μετάβαση σε μια κατάσταση αντικειμενική, διαφορετική από την κατάσταση της υποκειμενικής βίωσης της πραγματικότητας. Η Αντίληψη, απελευθερώνεται κι απλά συμβαίνει. Η σκέψη, η υποκειμενική εμπειρία, η υποκειμενική βίωση της πραγματικότητας είναι κάτι που κάνουμε. Αν θέλουμε λοιπόν, πραγματικά, να αντιληφθούμε την πραγματικότητα πρέπει να αφήσουμε την αντίληψη να συμβαίνει ανεμπόδιστα, να σταματήσουμε να παρεμβαίνουμε και να αλλοιώνουμε την αντίληψή μας. Η μετάβαση σε αυτή την Κατάσταση είναι μια φυσική δράση, μια αλλαγή της συνείδησης από μια υποκειμενική κατάσταση-δράση σε μια Αντικειμενική Κατάσταση. Είναι μια πραγματική Μετάβαση, μια μετάβαση τελείως έξω από το υποκειμενικό βίωμα. Δεν είναι υποκειμενική εμπειρία, βίωμα μέσα από ένα κέντρο αντίληψης, ούτε αλλαγή ή εξέλιξη των βιωμάτων του υποκειμένου. Δεν είναι δραστηριότητα του υποκειμένου, ούτε εμπειρία του υποκειμένου. Κι αυτό γιατί σταματούν ακριβώς όλες οι δραστηριότητες που παράγουν την υποκειμενική αντίληψη, την υποκειμενική εμπειρία, την υποκειμενική μνήμη. Όταν υπάρχει δραστηριότητα δημιουργείται κέντρο αντίληψης, υποκείμενο, υποκειμενική εμπειρία και οποιαδήποτε εμπειρία, εξέλιξη, αλλαγή, είναι υποκειμενική, εντός των δραστηριοτήτων του υποκειμένου.

Με άλλα λόγια αυτό που πολύ απλά λέει ο Πανταζάλι είναι ότι το το «νιρόντχα» είναι μια η φυσική δράση της μετάβασης από την υποκειμενική δραστηριότητα σε μια αντικειμενική ανοιχτή συνείδηση, ενώ σε οποιαδήποτε υποκειμενική δραστηριότητα, αλλαγή ή εξέλιξη η φυσική δράση είναι πάντα η υποκειμενική δραστηριότητα, δηλαδή αυτό που «κάνουμε», η σκέψη, κλπ. Στην δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει καμιά πραγματική αλλαγή, σε φυσικό επίπεδο. Συνεπώς η μόνη πραγματική έξοδος προς την ελευθερία είναι το «νιρόντχα», το σταμάτημα της παρέμβασής μας, η απόλυτη ηρεμία, η πλήρης διάλυση όλων των διαδικασιών που δημιουργούν οποιοδήποτε υποκείμενο, οποιαδήποτε υποκειμενική εμπειρία. Στο Αληθινό Γιόγκα, στο Αληθινό Σαμάντι, στο Αληθινό Νιρόντχα δεν υπάρχει υποκειμενική εμπειρία, απλά όλα συμβαίνουν. Γιόγκα είναι η έξοδος (η ολοκληρωτική έξοδος) από όλη την υποκειμενική δραστηριότητα. Δεν είναι ούτε δράση του υποκειμένου, ούτε εξέλιξη του υποκειμένου αλλά υπέρβαση του υποκειμένου σε μια Αντικειμενική Κατάσταση, στην Παγκόσμια Συνείδηση.

Όταν  βιώνεται η Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης (κι επειδή ακριβώς δεν υπάρχει διαδικασία δημιουργίας υποκειμενικής αντίληψης, διαχωρισμού υποκειμένου-αντικειμένου, δυαδικότητας) βιώνεται μια Κατάσταση Ενότητας της Επίγνωσης που τα περιλαμβάνει όλα. Σε αυτή την Κατάσταση η Αντίληψη είναι Πηγαία Αυθόρμητη Φυσική Ανεμπόδιστη Ανοιχτή. Στην πραγματικότητα λειτουργούμε σε μια Ανώτερη Περιοχή της Ύπαρξης, της Άμεσης Αντικειμενικής Αντίληψης που Συμβαίνει, σε ένα Ανώτερο Κέντρο Λειτουργίας της ύπαρξής μας. Αντιλαμβανόμαστε από μια Ανώτερη Σκοπιά, με μια Ανώτερη Όραση. Η Αντίληψη είναι Ενεργός και καλύπτει και τις κατώτερες περιοχές της αντίληψης, τις κατώτερες λειτουργίες της σκέψης, της συναίσθησης, της αίσθησης και της επαφής με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά όλα γίνονται από το ανώτερο κέντρο ελέγχου κι η εμπειρία είναι αντικειμενική, χωρίς να χρωματίζεται από καμία υποκειμενική δραστηριότητα ή αντίληψη ή «αίσθηση». Τελικά η Μετάβαση από την υποκειμενική εμπειρία της ύπαρξης στην Αντικειμενική Αντίληψη της Ζωής είναι μια «λειτουργική μετάβαση». Κι αποτελεί μια Νέα Εμπειρία της ζωής.

Αυτή η Κατάσταση που περιγράφουμε (Δράση, Εμπειρία Ζωής) είναι ακριβώς το Αληθινό Σαμάντι, το Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα. Μια Κατάσταση όπου δεν υπάρχει υποκείμενο, αντίληψη διαχωρισμού. Μια Επίγνωση ενότητας που δεν κρατιέται πουθενά και ρέει ελεύθερα. Μια κατάσταση επίγνωσης χωρίς κέντρο που τα περιλαμβάνει όλα (όλα όσα εισέρχονται στο πεδίο της). Είναι μια Κατάσταση όπου βιώνεται το Απόλυτο Παρόν, η Στιγμή που Ρέει. Ρέουμε μαζί με όλα. Εδώ. Τώρα. Κι αυτή η Εμπειρία (αυτό το Εδώ, Τώρα) περιλαμβάνει τα Πάντα κι όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο των αισθήσεων. Αυτή η Αίσθηση Παρουσίας Εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα κι αν δεν υπάρχουν μηνύματα από τον εξωτερικό κόσμο ή δεν υπάρχει καθόλου εξωτερικός κόσμος. Η Αληθινή Ύπαρξη Στηρίζεται μόνο στον Εαυτό της, όχι στην Αντίληψη, ή στην δημιουργία του κόσμου των φαινομένων.

Όταν δεν έχει επιτευχθεί αυτή η Κατάσταση της Απελευθέρωσης αυτό σημαίνει ότι λειτουργούμε ακόμα μέσα στην υποκειμενική συνείδηση, μέσα από ένα κέντρο αντίληψης και βιώνουμε τον διαχωρισμό υποκειμένου-αντικειμένου, βιώνουμε την δυαδικότητα. Μόνο σε μια τέτοια κατάσταση έχει νόημα η άσκηση του γιόγκα, το σαμάντι με υποστήριγμα που έρχεται σαν ωρίμανση και ολοκλήρωση του σαμγιάμα, η συγκέντρωση, η διαδικασία η επίτευξη, κλπ. Στην πραγματικότητα όλη αυτή η άσκηση που περιγράφεται στα Γιόγκα Σούτρας, σαν ασάνα, πραναγιάμα, σαμγιάμα (νταράνα, ντυάνα, σαμάντι), είναι προπαρασκευαστική. Όλα αυτά είναι ένας έμμεσος τρόπος, ένας πλάγιος τρόπος να επιτευχθεί το «νιρόντχα». Από αυτή την άποψη το Σαμάντι με υποστήριγμα (με συγκέντρωση, κλπ) δεν διαφέρει από το Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα. Γιατί την στιγμή που το Σαμάντι με τποστήριγμα ολοκληρώνεται , διαλύεται η διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου κι έχουμε εμπειρία μιας ενιαίας επίγνωσης της πραγματικότητας, μιας αντικειμενικής εμπειρίας της πραγματικότητας. Τότε το Σαμάντι με υποστήριγμα γίνεται Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα, «νιρόντχα», Καϊβαλγία. Έτσι ενώ με την άσκηση του Σαμάντι με υποστήριγμα φαίνεται ότι η εξέλιξη είναι «βαθμιαία» (γιατί κινούμαστε ακόμα μέσα στην υποκειμενική εμπειρία) την στιγμά ακριβώς που «επιτυγχάνουμε» το Αληθινό Σαμάντι και παύουν τελείως οι υποκειμενικές παρεμβολές στην αντίληψη, οι διακυμάνσεις της υποκειμενικής εμπειρίας (οι δικές μας δραστηριότητες) συμβαίνει μια «αιφνίδια» μεταβολή, εισερχόμαστε στην αντικειμενική εμπειρία της πραγματικότητας.  Με αυτή την έννοια διδάσκεται ότι η «Φώτιση» είναι και βαθμιαία και αιφνίδια.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά που ήθελε να πει ο Πανταζάλι και που προσπαθούμε να περιγράψουμε εδώ είναι πολύ απλά, αν δώσουμε λίγη προσοχή. Η Ύπαρξη, η Συνείδηση λειτουργεί στο Βαθύτερο Υπαρξιακό Επίπεδο της Αληθινής Ύπαρξης, στο Επίπεδο της Φυσικής Ανόθευτης Αντίληψης που είναι μια Άμεση Σύλληψη της Πραγματικότητας, Ελεύθερη, Ανοιχτή Ανεμπόδιστη και Χωρίς Κέντρο και στο Επίπεδο της Εξωτερικής Δραστηριότητας όπου βιώνεται η υποκειμενική εμπειρία. Με άλλα λόγια η Συνείδηση Είναι Μέσα στο Αντικειμενικό (Πηγάζει και Στηρίζεται στο Αντικειμενικό), Αντιλαμβάνεται Φυσικά και Δρα Υποκειμενικά. Είναι, Αντιλαμβάνεται, Δρα. Πρέπει, σύμφωνα με τον Πανταζάλι να σταματήσει η εξωτερική υποκειμενική δραστηριότητα (που διαχωρίζει την ύπαρξη σε υποκείμενο-αντικείμενο) για να Αντιληφθούμε το Εσωτερικό Είναι σαν μια Ενότητα που τα περιλαμβάνει όλα. Αυτή η Αντικειμενική Συνείδηση, η Παγκόσμια Συνείδηση είναι μια Ανώτερη Κατάσταση σε σχέση με την περιορισμένη υποκειμενική εμπειρία. Εμβαθύνοντας στο Εσωτερικό Βίωμα του Είναι, διατρέχοντας τις Τρεις Εσωτερικές Περιοχές της Εμπειρίας του Είναι, εισερχόμαστε στην Περιοχή της Απόλυτης Σιωπής της Αληθινής Ύπαρξης, όπου κάθε αντίληψη καταπαύει (κι αυτό είναι το Αληθινό Καϊβαλγία). Εδώ η Ύπαρξη Αναπαύεται σον Εαυτό της, Απλά Ζει. Αυτή είναι η Οδός του Γιόγκα.

Ο Αληθινός Διαλογισμός


Ο Αληθινός Διαλογισμός είναι αυθόρμητη φυσική αντίληψη, άμεση ανεμπόδιστη σύλληψη της πραγματικότητας, ανοιχτή επίγνωση χωρίς «κέντρο» που τα αγκαλιάζει όλα. Είναι με άλλα λόγια τρόπος αντίληψης, τρόπος όρασης της πραγματικότητας. Είναι η εμπειρία της πραγματικότητας, η πραγματικότητα, η αλήθεια. Εξορισμού είναι κάτι που βιώνεται αλλά δεν είναι κάτι που μπορεί να «επιτευχθεί», δεν είναι διαδικασία. Οποιαδήποτε δραστηριότητα, διαμόρφωση της φυσικής αντίληψης, αυτόματα είναι υποκειμενική δράση, δράση μέσω ενός κέντρου αντίληψης, είναι υποκειμενική εμπειρία. Μια τέτοια δράση δεν οδηγεί πέρα από το υποκείμενο. Συνεπώς δεν είναι αυτή η Οδός, αφού κάθε δράση είναι μια αδιέξοδη δραστηριότητα. Ούτε η «παραίτηση», απάρνηση ή απόρριψη, οδηγεί κάπου. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχει δρόμος να οδηγεί στην ελευθερία. Γιατί; Επειδή κάθε προσπάθεια είναι υποκειμενική προσπάθεια, είναι προσπάθεια του υποκειμένου να βιώσει την ελευθερία. Προφανώς η Ελευθερία δεν μπορεί να είναι υποκειμενική εμπειρία, δεν μπορεί να επιτευχθεί από ένα υποκείμενο. Ο Αληθινός Διαλογισμός, η Βίωση της Πραγματικότητας, η Ελευθερία είναι μια Αντικειμενική Δράση που υπερβαίνει το υποκείμενο, απαιτεί την πλήρη διάλυση της υποκειμενικής αντίληψης, κάτι πέρα από την υποκειμενική εμπειρία.

Λαμβάνοντας υπόψη μας όλα αυτά μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν τίθεται θέμα διαλογιστικής προσπάθειας. Γιατί, ποιος θα διαλογιστεί; Από την στιγμή που αναδύεται η πρόθεση του διαλογισμού γίνεται φανερό ότι αναδύεται μέσα από μια υποκειμενική αντίληψη, βρισκόμαστε σε κατάσταση υποκειμενικής δραστηριότητας. Είναι μάταιο. Άρα η παραίτηση από όλα αυτά πρέπει να είναι αποτέλεσμα κατανόησης αυτού που συμβαίνει κι όχι να είναι «πρόθεση» ή «προσπάθεια». Και πρέπει να είναι πλήρης, ολοκληρωτική κι αμετάκλητη. Στην πραγματικότητα τι ακριβώς λέμε; Ότι πρέπει ακριβώς να ξεριζώσουμε το ίδιο το εγώ. Κι αυτό είναι τόσο πιο δύσκολο όσο περισσότερο ταυτίζουμε την ύπαρξή μας με την υποκειμενική αντίληψη, την υποκειμενική εμπειρία, την υποκειμενική ζωή.

Στην πραγματικότητα εμείς οι ίδιοι κρατιόμαστε μέσα στην αντίληψη του υποκειμένου και στην υποκειμενική δραστηριότητα κι εμπειρία. Είναι κάτι που εμείς κάνουμε. Δεν μας το επιβάλλει ούτε η μεταφυσική άγνοια, ούτε το κάρμα, ούτε οτιδήποτε άλλο. Είναι θέμα καθαρής θέλησης, επιθυμίας. Εμείς γατζωνόμαστε σε αυτού του είδους την εμπειρία και ζωή. Τελικά το τι ζούμε, πως ζούμε είναι καθαρά θέμα ηθικής.

Τελικά ο Αληθινός Διαλογισμός είναι μη-διαλογισμός, απόρριψη κάθε υποκειμενικής δραστηριότητας. Να είμαστε ήσυχοι, να αντιλαμβανόμαστε, φυσικά κι ανεμπόδιστα, κατανοώντας ότι όλα συμβαίνουν εδώ, τώρα, καθώς πρέπει να συμβαίνουν. Ο Αληθινός Διαλογισμός, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια την ζωή, από την πλήρη αποδοχή της ζωής, όπως είναι, όπως συμβαίνει, μια ροή φαινομένων, εμπειρία της ροής. Εμπειρία στην οποία σημασία έχει «αυτός που βιώνει» κι όχι τα φαινόμενα. Κι αυτός που βιώνει δεν είναι κάποιος, κάποιο υποκείμενο, είναι η ίδια η  Αντικειμενική Συνείδηση, η ίδια η Ζωή, η ίδια η Ύπαρξη, Αυτό που Υπάρχει.

Η Ερμητική Μύηση


Ο Ερμητισμός της Ύστερης Αρχαιότητας αποτελεί αποκρυστάλλωση  της Ελληνικής Σοφίας που πηγαίνει τουλάχιστον 10 αιώνες πίσω. Έχοντας σαν αφετηρία τη Ορφική Μύηση και τα Μυστήρια κι έχοντας αφομοιώσει την Διδασκαλία όλων τω Διδασκάλων της Φιλοσοφίας, του Πλάτωνα, των Στωικών αναδύθηκε μέσα από το Γνωστικό Κίνημα (που ξεκίνησε ήδη τον 2ο π.Χ. αιώνα) σαν η κορύφωση της Ελληνικής Σοφίας (τους πρώτους μ.Χ. αιώνες). Αποτελεί ουσιαστικά τη τελική διατύπωση της Ελληνικής Σοφίας. Πολύ περισσότερο από μια διδασκαλία για την ύπαρξη, το άνθρωπο, την οδό, είναι μια πρακτική λύτρωσης, που δεν απομακρύνεται από την Πρακτική όπως την διατύπωσε ο Πλάτωνας στον Τίμαιο ή Περί Ψυχής, (67, c, d), αλλά την φωτίζει περισσότερο και την κάνει πιο συγκεκριμένη. Η Απελευθέρωση της Ψυχής νοείται σα Εμπειρία του Απολύτου, σαν Ανύψωση στην Τελική Πραγματικότητα κι όχι σαν πρόθεση ή προσπάθεια λύτρωσης μιας προσωπικής ψυχής, ενός υποκειμένου. Η Απελευθέρωση προσδιορίζεται σαν μια υπερυποκειμενική Αντικειμενική Εμπειρία της Συνείδησης. Κι αυτό είναι αποτέλεσμα της Εσωτερικής Κατανόησης που βαθαίνει ως την Αληθινή Ύπαρξη, ως το Κοινό Υπόβαθρο των πάντων.

Σύμφωνα με το Ερμητικό Κίνημα η Πραγματικότητα Είναι Μία. Δεν γίνεται αντιληπτή στην Βαθύτερη Ενότητά της που Υποστηρίζει τα πάντα, κάθε δραστηριότητα αντίληψης, κάθε εμπειρία ύπαρξης ή ζωής, κάθε φαινόμενο που αποτελεί περιεχόμενο επίγνωσης. Από Αυτή την Ζωντανή Πραγματικότητα (που συμβολικά ονομάζεται Πρώτος Νους ή Πατέρας, ή Άβυσσος) μπορεί να γίνει αντιληπτή μονάχα η Φωτεινή Παρουσία, σαν Αδιαίρετη Νοητική Ουσία που Αντανακλά το Βάθος της Πραγματικότητας. Είναι ο Δεύτερος Νους, ο Λόγος που γίνεται Πνεύμα Ενότητας και Ζωογόνος Ψυχή (στην Δημιουργική Εξέλιξή του). Ο Λόγος είναι Μια Αιώνια Φωτεινή Παρουσία του Είναι (το «Αιθέριο Φως») που αντανακλάται σαν Σταθερή Πραγματικότητα στον κόσμο του γίγνεσθαι, της κίνησης. Αυτή η δεύτερη αντανάκλαση είναι ο Δημιουργός Νους, ο «Δημιουργός», (το «Πυρ της Δημιουργίας»), το Στήριγμα όλων των παροδικών φαινομένων, των κόσμων και των όντων τους, δηλαδή του κατώτερου νοητικού κόσμου της δυαδικότητας, (του «αέρινου» κόσμου»), του κόσμου της ψυχικής πραγματικότητας (του «υδάτινου» κόσμου») και του εξωτερικού κόσμου που συντίθεται από την κατώτερη μορφή των Τεσσάρων Στοιχείων, του πυρός, του αέρα, του ύδατος και της γης, (ο «υλικός κόσμος»). Η Πραγματική Ουσία του Όντος, ο Λόγος που μετουσιώνεται σε Πνεύμα και Ψυχή μπορεί να αποκτήσει εμπειρία των κατώτερων κόσμων και της εξωτερικής ζωής όταν «ατομικοποιείται», όταν περιορίζεται σε ένα «κέντρο αντίληψης», όταν γίνεται υποκείμενο. Αυτή η υποκειμενική εμπειρία, ασφαλώς εδράζεται στην Αντικειμενική Πραγματικότητα κι είναι σαν γεγονός κάτι αντικειμενικό αλλά το περιεχόμενο της υποκειμενικής εμπειρίας (ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε κι ερμηνεύουμε τα πράγματα) είναι μια δική μας κατασκευή. Η Ανώτερη Ουσία, σαν ατομική ψυχή, υποκείμενο, είναι εδώ, στον εξωτερικό φορέα της και χρησιμοποιεί τις κατώτερες λειτουργίες (που αποτελούν ταυτόχρονα φορείς εκδήλωσης στα κατώτερα πεδία) του νου, της σκέψης δηλαδή, της ψυχικής συναίσθησης και των σωματικών αισθήσεων (με την χρήση του υλικού σώματος), που μας φέρνουν σε άμεση επαφή με τον εξωτερικό υλικό κόσμο.

Έτσι ο Άνθρωπος, σαν Ον, σαν είδος, και κατ’ επέκταση κάθε άνθρωπος, δεν είναι παρά η Αιώνια Αιθέρια Φωτεινή Ουσία που εκδηλώνεται ατομικά και συνδέεται μέσω των κατώτερων λειτουργιών με το σώμα και τον εξωτερικό υλικό κόσμο. Η «Σύνδεση» ανιχνεύεται εμπειρικά από τον Μυούμενο και δεν είναι μια θεωρητική γνώση ή νοητικές πληροφορίες. Με άλλα λόγια ο Μυούμενος «λειτουργεί», μαθαίνει να «λειτουργεί» στο σώμα και να χρησιμοποιεί ορθά τις δυνάμεις του. Αυτό που γίνεται τελικά κατανοητό είναι ότι ο Άνθρωπος είναι μια Παρουσία, Εδώ, στο σώμα, στις αισθήσεις, στις εμπειρίες της ζωής και του κόσμου. Αυτό συμβαίνει Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει. Ο άνθρωπος όμως επεξεργάζεται αυτό το πρωταρχικό βίωμα της ζωής και δημιουργεί μια πιο πολύπλοκη αντίληψη της πραγματικότητας, που συχνά όμως γίνεται αναληθής, ψεύτικη. Τελικά, ο Άνθρωπος «Είναι» (η Αιώνια Ουσία). Κι αυτό μπορεί να το βιώσει εσωτερικά σαν μια Αιώνια Σταθερή Πραγματικότητα, πέρα από εξωτερικές εμπειρίες. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος «λειτουργεί», ενεργεί,, σκέπτεται, συναισθάνεται, αισθάνεται, πράττει, ζει στον κόσμο (όλα αυτά είναι δράσεις, λειτουργίες).

Η Απελευθέρωση μπορεί να βιωθεί σαν απόσυρση της Ψυχής, της Ψυχικής Ενέργειας, της Προσοχής και δραστηριότητας από τις εξωτερικές λειτουργίες. Σταδιακά, από το σώμα, την ψυχική λειτουργία, την σκέψη, την αντίληψη του χωριστού υποκειμένου. Με άλλα λόγια η Απελευθέρωση βιώνεται σαν παύση όλων των εξωτερικών δράσεων, σαν βίωση της Εσωτερικής Πραγματικότητας. Η Απελευθέρωση της Ψυχής από τον εξωτερικό φορέα, σημαίνει την ανεξαρτησία της από την «σύνδεση», τις εμπειρίες, τις πληροφορίες. Δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι λειτουργίες δεν χρησιμοποιούνται. Απλά μπορούμε και χωρίς όλες αυτές τις δραστηριότητες.

Η Στροφή Έσω, η Απελευθέρωση της Ψυχής από τις εξωτερικές δραστηριότητες είναι στην πραγματικότητα καθαρά θέμα κατανόησης και θέλησης, απόφασης. Η Ψυχή απλά σταματά να κάνει αυτό που έκανε, να διοχετεύει ενέργεια στην σκέψη (δηλαδή στην «διαμόρφωση» της αντίληψης, των εισερχομένων πληροφοριών) και στις εξωτερικές δραστηριότητες. Αυτή η μετατόπιση προς το Εσωτερικό Είναι, που βιώνεται μέσα στην Ησυχία, στην παύση των εξωτερικών δραστηριοτήτων, αποτελεί μια Νέα Εμπειρία της Ύπαρξης, μια Νέα Αντίληψη της Ζωής, μια Νέα Όραση της Πραγματικότητας. Καθώς διαλύονται όλες οι παρεμβάσεις της σκέψης που αλλοιώνουν την αντίληψη, περιορίζοντάς την σε ένα «κέντρο», σε μια υποκειμενική αντίληψη, η αντίληψη, απελευθερωμένη, είναι πλέον αντικειμενική, ανοιχτή και ενοποιημένη, αγκαλιάζει τα πάντα, σε μια ενότητα. Αυτή η Νέα Εμπειρία της Ύπαρξης είναι μια Νέα Ύπαρξη, μια Νέα Γέννηση, Συνειδητοποίηση της Αιώνιας Φύσης μας. Αυτό είναι το περιεχόμενο της Ερμητικής «Παλλιγγενεσίας». Όσο η Ψυχή εξακολουθεί να συνδέεται με το σώμα βιώνεται η Ενότητα της Πραγματικότητας, η Αιώνια Παρουσία κι η ροή των παροδικών φαινομένων. Η «αποκοπή» από τις «εξωτερικές πληροφορίες» βιώνεται σαν πραγματική ανεξαρτησία της Ψυχής. Αυτό που βιώνεται εδώ, μέσα στην Περισυλλογή, γίνεται άμεση πραγματικότητα με τον οριστικό αποχωρισμό από το σώμα. Τότε, δεν έχουμε απλά Εμπειρία της Εσωτερικής Αιώνιας Πραγματικότητάς μας, αλλά εισερχόμαστε πραγματικά στο Φωτεινό Κόσμο της Ψυχής, του Πνεύματος, του Λόγου, και τελικά στο Άγνωστο Βασίλειο του Πατέρα.

Αυτό που θέλει να μεταδώσει τελικά η Ερμητική Παράδοση δεν είναι μια θεωρητική γνώση, διανοητικές πληροφορίες, έννοιες που προσπαθούν να περιγράψουν την πραγματικότητα. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα σκουπίδια της σκέψης. Η Γνώση για την οποία μιλάμε εδώ, είναι η Άμεση Σύλληψη του Εσωτερικού Όντος, η Άμεση Βίωση της Εσωτερικής Πραγματικότητας και τελικά ή Άμεση Εμπειρία του Θεού μέσα στην απόλυτη ακινησία της αντίληψης. Εδώ, στο Αληθινό Βασίλειο του Πατέρα Νου Μονάχα η Ζωή Ανασαίνει, χωρίς διακριτικά σημάδια ή οτιδήποτε μπορεί να περιγραφεί.

Η Οδός των Μυστικών (Μάιστερ Έκκαρτ)


Μιλώντας για τους Μυστικούς του Χριστιανισμού, ιδιαίτερα για τον Μάιστερ Έκκαρτ, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτός ο άνθρωπος όταν αναφέρεται στην διάκριση του Θεού από την Θεότητα, στην Αληθινή Φύση της Ψυχής, στην Μυστική Ένωση με τον Θεό, αναφέρεται σε βιωματικές εμπειρίες του, σε πράγματα που βίωσε ο ίδιος, όχι σε θεολογικές έννοιες που συλλαμβάνονται με την διανόηση, σε πραγματικότητες που επεξεργάζεται η σκέψη. Ο Έκκαρτ ζούσε στον Πραγματικό Κόσμο των εμπειριών, όχι στον διανοητικό κόσμο των θεολόγων, των φιλοσόφων και των ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος που, όλοι αυτοί, ούτε τον «κατάλαβαν», ούτε μπορούσαν να τον δεχθούν σαν «δικό» τους. Ο Έκκαρτ παραμένει ακόμα σήμερα «αιρετικός». Ίσως αυτός να είναι και ο σοβαρότερος λόγος για να ενδιαφερθεί κάποιος για την Βιωματική Διδασκαλία του και να βαδίσει μαζί του μέχρι την Άμεση Εμπειρία της Θεότητας.

Υπάρχει (για τον Έκκαρτ) Μια και Μόνο Πραγματικότητα που τα περιλαμβάνει όλα. Αυτή η Μία Πραγματικότητα δεν μπορεί να ανιχνευθεί στην Βαθύτερη Ενότητά Της. Είναι η Ζωντανή Ακίνητη Θεία Ουσία που Πάλλει από Ζωή. Είναι το Βάθος της Θεότητας (Grund der Gottheit), το Θεμέλιο, η Ουσία κι η Ζωή όλων. Το Grund είναι το «Έδαφος», το Θεμέλιο, το Βάθος, η Πρώτη Αιτία κι Αρχή, η Βαθύτερη Κρυμμένη Ουσία, το Ανεξερεύνητο Βάθος της Θεότητας, η Πρωταρχική Αδιαφοροποίητη Ενότητα που Υποστηρίζει κάθε εκδήλωση ύπαρξης. Με άλλα λόγια η Θεότητα είναι το Απόλυτο Βάθρο που Περιέχει τα πάντα. Κι είναι η Ουσία των Πάντων, το Βάθος όλων των υπάρξεων. Όλες οι άλλες καταστάσεις του Όντος δεν είναι παρά «εξωτερικές εκδηλώσεις». Αυτό που μπορεί να γίνει αντιληπτό από το Άγνωστο Βάθος είναι ο «Θεός», Αυτό που συλλαμβάνεται σαν Αληθινό Είναι, Αιώνια Νοητική Ουσία που Αντανακλά το Βάθος της Θεότητας και Μεταδίδει το Είναι μέσα στην «Δημιουργία». Όλα τα όντα υπάρχουν εκ του Πατρός (Εδράζονται στην Θεία Ουσία), δια του Υιού (Ταυτίζονται με την Θεία Ουσία), εν Αγίω Πνεύματι (Αποτελούν Μια Ενότητα). Η Εξωτερική Δημιουργία δεν έχει αληθινή ουσία, («αληθινό είναι»), είναι μονάχα κίνηση μέσα στον χρόνο που ρέει, κίνηση που δεν αφήνει ίχνη.

Η Θεότητα, το Βάθος της Θείας Ουσίας, είναι ξ Άρρητη Ενότητα των Πάντων. Εδώ Ταυτίζονται όλα. Το Βάθος του Θεού, το Βάθος των όντων, το Βάθος του ανθρώπου είναι η Ίδια Ουσία. Σύμφωνα με τον Έκκαρτ «Θεός κι Άνθρωπος έχουν το ίδιο Βάθος».  Αυτό δεν είναι μια θεωρητική διαπίστωση ή μια απλή πεποίθηση για τον Έκκαρτ. Είναι κάτι που βίωσε και κατανόησε και προσπάθησε να μεταδώσει. Αυτή ακριβώς η εμπειρική διαπίστωση που την εξέφρασε δημόσια τον οδήγησε στην καταδίκη από την επίσημη εκκλησία.

Η Ψυχή (η Ουσία του Ανθρώπου), ταυτιζόμενη με το Βάθος του Θεού είναι κάτι αδημιούργητο. Ταυτόχρονα, καθώς η Ψυχή αναδύεται στην Ύπαρξη είναι κάτι που Αντανακλά το Βάθος της Θεότητας, Μια Εικόνα της Θεότητας, που Αντανακλά την Θεότητα σε διάφορους βαθμούς, που αντιστοιχούν στην Αποκάλυψη του Θεού σαν Πατέρα, Υιού και Πνεύματος και συνιστούν τις Τρεις Ανώτερες Λειτουργίες του Εσωτερικού Ανθρώπου (την Εσωτερική Αντίληψη του Είναι, τον «εσωτερικό οφθαλμό» του ανθρώπου). Η Ψυχή έχει Εμπειρία της Ενότητας στο Φωτεινό Βασίλειο του Είναι. Παράλληλα η Ψυχή εκδηλώνεται στους κατώτερους κόσμους της δημιουργίας, (κατώτερο νοητικό, ψυχικό και υλικό) με ανάλογες δυνάμεις φορείς. Η Ψυχή, στον εξωτερικό υλικό κόσμο εκδηλώνεται με τις Τρεις Κατώτερες Λειτουργίες του Εξωτερικού Ανθρώπου (την διανόηση-σκέψη, την συναίσθηση και τις αισθήσεις του σώματος, που μας φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, τον «εξωτερικό οφθαλμό» του ανθρώπου). Η εξωτερική εμπειρία και ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά σύνδεση με φαινόμενα που συνεχώς αλλάζουν κι αναλώνονται χωρίς να αφήνουν τίποτα.

Η Αληθινή Ουσία της Ψυχής, ο «Σπινθήρας» όπως το ονομάζει ο Έκκαρτ, είναι ταυτόχρονα, το Βάθος του Θεού, κάτι αδημιούργητο που γίνεται αντιληπτό σαν Αντανάκλαση του Θεού, Εικόνα του Θεού, κάτι που «δίδεται» κατά Χάριν. Η Αληθινή Ουσία της Ψυχής βρίσκεται στο Εσώτερο Βάθος μας, Αδημιούργητη και δημιουργημένη ταυτόχρονα. Κάτι που ο Έκκαρτ βίωσε εμπειρικά, αλλά όλοι όσοι δεν είχαν αυτή την εμπειρία δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν διανοητικά και να ερμηνεύσουν θεολογικά. Έτσι ο Έκκαρτ παρέμεινε, μέχρι σήμερα, παρεξηγημένος. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία, κατά τον Έκκαρτ, για τον άνθρωπο, είναι να αποσπασθούμε από τον εξωτερικό παροδικό φαινομενικό κόσμο και να βιώσουμε εσωτερικά την Πνευματική Ενότητα, την Μοναδικότητα του Λόγου, την Αληθινή Φύση του Πατέρα, που Εδράζονται στην Μοναδική Θεία Ουσία, στην Θεότητα.

Η Πλήρης κι Ολοκληρωτική Απόσπαση (Abgeschiedenheit) είναι η Αληθινή Οδός του Ανθρώπου, που μπορεί να μας Οδηγήσει στο Φωτεινό Βασίλειο του Είναι, πέρα από τον κόσμο των παροδικών φαινομένων. Η Απόσπαση έχει το νόημα της εσωτερικής απελευθέρωσης, την μη εξάρτηση. Η χρήση των κατωτέρων λειτουργιών, όπου κρίνεται αναγκαίο, γίνεται απρόσκοπτα και χωρίς περιπλοκές. Στην πραγματικότητα, για τον Έκκαρτ, αυτή η «απόσπαση» είναι θέμα θέλησης, «ηθικής» κι όχι μια μέθοδος ή μια αυστηρή πρακτική. Παρόλα αυτά ο Έκκαρτ, για παιδαγωγικούς λόγους, μιλά για τον άνθρωπο, την «σύνθεση» του ανθρώπου, τις Επτά Δυνάμεις του ανθρώπου (τον Θείο «Σπινθήρα», τις Τρεις Ανώτερες Εσωτερικές Δυνάμεις Αντίληψης της Ενότητας του Είναι, τις τρεις κατώτερες εξωτερικές δυνάμεις της σκέψης που συνθέτει το ψεύτικο εγώ του ανθρώπου, της συναίσθησης και της σωματικής αίσθησης) και τα Έξη Σκαλοπάτια της πνευματικής προόδου που οδηγούν ως την Τελική Ένωση με τον Θεό, στην Βίωση του Εσώτερου Βάθους της Ψυχής, που Ταυτίζεται με το Βάθος της Θεότητας. Αυτό το Βίωσε ο Έκκαρτ για αυτό και ομολόγησε ότι «Στο Βάθος της Ψυχής, εκεί το Βάθος του Θεού και το Βάθος της Ψυχής είναι Ένα Βάθος». Για όσους ανέρχονται βιωματικά Ως τον Θεό, Θεός και Ψυχή αποτελούν μια Τέλεια Αδιάρρηκτη Ενότητα-Ταυτότητα. Όλα τα άλλα που λέγονται προέρχονται από την ταπεινή σκέψη των ανθρώπων που σέρνεται στις σκιές των πραγμάτων και κονταροχτυπιέται με τις λέξεις.

Ο Έκκαρτ είχε Άμεση Εμπειρία του Θεού, πέρα από κάθε αντίληψη, είχε εισχωρήσει με τον θάνατο του εγώ και την Πλήρη Παράδοση στον Θεό, στο Μεγάλο μυστήριο της Θεότητας. Δεν ήταν δυνατόν να τον καταλάβουν αυτοί που σέρνονται στις εξωτερικές δραστηριότητες κι αισθήσεις. Ο Έκκαρτ μιλούσε για το Φωτεινό Βασίλειο της Ενότητας του Είναι, για την Ουσία των πάντων κι οι άλλοι φλυαρούσαν θεολογικές ανοησίες. Ίσως αυτό που εξόργισε τους διώκτες του ήταν η απόλυτη ειλικρίνειά του. Είπε, «Λέγω ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι υπεράνω της δημιουργημένης φύσης της ψυχής, κι όμως μερικοί ιερείς δεν καταλαβαίνουν ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι τόσο συγγενές με τον Θεό και τόσο ένα (με τον Θεό)». Στον πλανήτη των ανθρώπων (των homo simian) κανένας δεν καταλαβαίνει τίποτα.

Η ΑληθινήΔράση


Αυτοί που κατανόησαν, ίσως περισσότερο και καλύτερα, τι είναι πραγματικότητα και που ο άνθρωπος «ξεφεύγει» είναι οι ταοϊστές σοφοί που ακολουθούσαν απλά το Ρεύμα της Ζωής. Πολύτιμη σοφία που πέρασε ήσυχα στους δασκάλους του Τσαν και τους γνήσιους ακόλουθους του Ζεν.

Η Ζωή είναι αυτό το Συνολικό Φαινόμενο που εκδηλώνεται εδώ, τώρα (το σύνολο της πραγματικότητας κι όχι ό,τι αντιλαμβάνεται ο κάθε ανόητος). Η Ζωή απλά εκδηλώνεται, ρέει. Δεν χρειάζεται ούτε ερμηνείες, ούτε καθοδήγηση. Συμβαίνει από μόνη της κι ακολουθεί πάντα τον ορθότερο δρόμο. Δεν χρειάζεται να νοιάζεται κανένας για τίποτα. Δεν χρειάζεται διδασκαλία, δεν χρειάζονται γνώσεις ή μνήμες, στάχτες του παρελθόντος. Η αληθινή ζωή βρίσκεται στην άμεση επαφή με αυτό που συμβαίνει. Η πραγματική ζωή δεν έχει να κάνει ούτε με σκέψεις, ούτε με πεποιθήσεις, ούτε με πράξεις. Όταν όλα συμβαίνουν, όπως πρέπει να συμβούν, οποιοδήποτε σχόλιο είναι περιττό. Η αληθινή ζωή (ή η ζωή του ζεν) είναι πραγματική δράση, δεν έχει καμιά σχέση με τον διανοητικό κόσμο των ανθρώπων, με την σκέψη τους και τις λέξεις τους. Την ζωή απλά την ζεις. Δεν την περιγράφεις, δεν την διδάσκεις. Και το μόνο που μπορείς να υποδείξεις είναι η ανθρώπινη ανοησία.

Ε! Ξύπνα! Δες, πόσο ήσυχα είναι όλα! Λειτουργεί!

Τελικά!


Τελικά; Τελικά τι; Μπορείς να Μείνεις Ήσυχος; Να αφουγκραστείς την Ζωή; Να Είσαι Εδώ, Τώρα; Όχι μόνο σε αυτά που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις. Όχι μόνο στα χωρίς ίχνη φτερουγίσματα της φαντασίας. Όχι μόνο σε  Ό,τι μπορεί να γίνει αντιληπτό. Μπορείς να Είσαι Εδώ, Τώρα, στο Απέραντο Βάθος που δεν είναι ούτε ύπαρξη, ούτε παρατηρητής, ούτε εμπειρία. Εδώ. Τώρα! Εδώ, που Σβήνουν Όλα, Τώρα, που δεν Τελειώνει Ποτέ!
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Mystical Reflections

Mystical Reflections
13. Seeing God in All Things
SUNDAY, 26 JULY, 2026

Seeing God in All Things

 

The Straight Path and the Ravines of Illusion

Seeing the Unseen in the Fabric of the Ordinary

The Luminous Veil

 

I. The Quiet Doorway

There comes an hour when the world withdraws its clamor, and what remains is not emptiness but a denser presence, as though the air itself has grown thick with meaning. You sit by a window at dusk, and the fading light does not simply dim—it deepens, becoming something you can almost touch, a softness that holds more than color. In such moments, the boundary between what you see and what you sense grows thin, transparent, and you understand, not with the mind but with the whole of your being, that the visible world is only the surface of a vast interior.

This is the threshold. Not a place you arrive at, but a quality of attention you stumble into, like stepping from a crowded room into a garden at night. The stars do not announce themselves; they simply are. The silence does not demand listening; it simply envelops. And in this enveloping, something shifts. You are no longer a spectator standing apart from the world, measuring and naming. You are inside it, and it is inside you, and the distinction between the two becomes as meaningless as the distinction between a wave and the sea.

To see God in all things is not to see something additional. It is to see what is already there, but with eyes that have been unclenched. The stone on the path, the rustle of leaves, the steam rising from a cup of tea—these are not symbols pointing elsewhere. They are the thing itself, luminous and complete, wearing their divinity not as a cloak but as their naked skin. The one who lives in this seeing does not need to seek the sacred in the cathedral or the mountaintop. The sacred is wherever the gaze rests, if the gaze is rested enough.

Aphorism

The door to the infinite is not locked; it is only that we have forgotten how to stop knocking. What you seek is already the ground beneath your feet.

II. The Summit and the Ravine

 

There is a path that runs straight and narrow, not because it is difficult to find, but because it is difficult to stay upon. It is the path of undivided attention, of choosing the real over the seductive, the true over the merely convincing. To walk this path is to walk on the summit of truth, where the air is clear and the view extends in all directions. From here, one sees not with the eyes of preference but with the eyes of wholeness. High and low, far and near, the important and the insignificant—all are equally bathed in the same light, for the light does not discriminate.

But the mind is a wanderer, and it loves the ravines. The ravines of error are beautiful in their way. They are shaded and cool, full of soft echoes and the promise of hidden treasures. They offer the comfort of certainty, the pleasure of being right, the narcotic of knowing. To step into them is to trade the vastness of the summit for the intimacy of a private world, a world where everything confirms what you already believe, where the mirror reflects only your own face. The ravines of loss are more subtle still. They do not promise gain but offer the strange sweetness of surrendering to what is less than you are. They whisper that effort is futile, that the summit is an illusion, that the only truth is the comfortable lie of your own limitation.

And yet, even in the ravine, the summit is present. It does not abandon you when you descend. The one who has God within does not cease to have God within when they stumble. The light does not withdraw when the eye closes. The error is not in the falling but in the forgetting—the forgetting that even the ravine is held within the vastness, that even the illusion is made of the same stuff as the truth it obscures. To see God in all things is to see Him in the wandering as well as in the return, in the confusion as well as in the clarity. The ravine is not the opposite of the path; it is the path seen from below.

Aphorism

The summit does not reject the ravine; it holds it. To walk straight is not to avoid the fall, but to know, even in falling, that the ground you seek is nowhere other than where you already stand.

III. The Stillness That Moves

 

Consider the sky at dawn, how it holds both the darkness of the night that has passed and the light of the day that is coming, and how, in the holding, it is neither one nor the other but something else entirely—a vast breathing, a silence that is also a becoming. This is the nature of the mystery: it does not resolve. It deepens. The more you gaze into it, the more it gazes back, and the exchange is not of answers but of presence.

Stillness and movement are not opposites. The river is still at its depths even as it rushes at the surface. The heart is still even as the blood moves through it. Eternity is not the absence of time but the fullness of it, the moment so complete that it needs no other moment to complete it. To rest in this paradox is to stop trying to solve the world and instead to inhabit it. You do not need to understand the darkness to be at peace within it. You do not need to grasp the light to be warmed by it. The mystery is not a problem to be solved but a presence to be lived.

In the ordinary moment—the breath, the shadow on the wall, the sound of rain—there is a completeness that no philosophy can add to and no doubt can take away. This is the intimate realization: that the thing you have been seeking has never been elsewhere. It is the whisper you hear when you stop speaking. It is the vastness you feel when you stop measuring. It is the peace that arrives not when the world is quiet but when you are quiet within the world.

Aphorism

What moves is already still. What is born is already complete. The mystery does not hide; it simply waits for the mind to exhaust itself and fall silent.

IV. The Unfinished Garden

 

To live in God is to live in a garden that has no fence, no center, and no end. Every leaf is a doorway. Every stone is a scripture written in a language older than words. The one who sees this does not collect experiences like trophies; they allow each moment to dissolve into the next, trusting the dissolution, knowing that what is real cannot be lost and what is lost was never real.

There is a lightness in this way of being, a daydreaming quality that is not escape but deeper engagement. You move through the world as through a dream that you know is a dream, and the knowing does not diminish the dream but makes it luminous. The important and the insignificant trade places until there is no place to trade. The far becomes near, not by moving closer, but by the collapse of distance itself. The high and the low meet at the root, where all things drink from the same darkness.

And so the article ends where it began, not with a conclusion but with an opening. The window is still there. The dusk is still deepening. The ordinary moment is still complete, still sacred, still waiting for the eye that can see it without wanting to change it. There is nothing more to say, and yet the silence says everything. The one who has read this far has not learned something new but has remembered something old, something that was never forgotten because it was never known in the first place.

The path continues. The summit remains. The ravine is also the path. And in the stillness that is also movement, in the form that is also formlessness, in the time that is also eternity, there is only this: the breath, the light, the vastness, the whisper. The garden is already perfect, and it is still growing.

Aphorism

The garden needs no gardener. The path needs no walker. What you are looking for is already looking through your eyes. Rest here, if you can. Wonder is enough.

 

Βλέποντας τον Θεό σε όλα τα πράγματα

 

Το Ευθύ Μονοπάτι και τα Φαράγγια της Ψευδαίσθησης

Βλέποντας το Αόρατο στο Ύφασμα του Συνηθισμένου

Το Φωτεινό Πέπλο

Ι. Η Ήσυχη Πύλη

 

Υπάρχει μια ώρα που ο κόσμος αποσύρει τον θόρυβό του, και αυτό που απομένει δεν είναι κενό αλλά μια πυκνότερη παρουσία, σαν ο ίδιος ο αέρας να έχει πυκνώσει από νόημα. Κάθεσαι δίπλα σε ένα παράθυρο το λυκόφως, και το φως που σβήνει δεν χαμηλώνει απλώς — βαθαίνει, γίνεται κάτι που σχεδόν μπορείς να αγγίξεις, μια απαλότητα που κρατά περισσότερο από χρώμα. Σε τέτοιες στιγμές, το όριο ανάμεσα σε αυτό που βλέπεις και σε αυτό που αισθάνεσαι γίνεται λεπτό, διάφανο, και καταλαβαίνεις, όχι με το μυαλό αλλά με ολόκληρη την ύπαρξή σου, ότι ο ορατός κόσμος είναι μόνο η επιφάνεια μιας τεράστιας εσωτερικότητας.

 

Αυτό είναι το κατώφλι. Όχι ένας τόπος όπου φτάνεις, αλλά μια ποιότητα προσοχής στην οποία σκοντάφτεις, σαν να βγαίνεις από ένα γεμάτο δωμάτιο σε έναν κήπο τη νύχτα. Τα αστέρια δεν αναγγέλλονται· απλώς υπάρχουν. Η σιωπή δεν απαιτεί ακρόαση· απλώς περιβάλλει. Και μέσα σε αυτή την περιβολή, κάτι μετατοπίζεται. Δεν είσαι πια θεατής που στέκεται μακριά από τον κόσμο, μετρώντας και ονομάζοντας. Βρίσκεσαι μέσα του, και αυτός μέσα σου, και η διάκριση ανάμεσα στα δύο γίνεται τόσο άσκοπη όσο η διάκριση ανάμεσα σε ένα κύμα και τη θάλασσα.

 

Το να βλέπεις τον Θεό σε όλα τα πράγματα δεν σημαίνει να βλέπεις κάτι επιπλέον. Σημαίνει να βλέπεις αυτό που ήδη υπάρχει, αλλά με μάτια που έχουν ξεσφιχτεί. Η πέτρα στο μονοπάτι, το θρόισμα των φύλλων, ο ατμός που ανεβαίνει από ένα φλιτζάνι τσάι — αυτά δεν είναι σύμβολα που δείχνουν αλλού. Είναι το ίδιο το πράγμα, λαμπερό και ολοκληρωμένο, φορώντας τη θεότητά του όχι σαν μανδύα αλλά σαν γυμνό δέρμα. Αυτός που ζει σε αυτή την όραση δεν χρειάζεται να αναζητά το ιερό στον καθεδρικό ναό ή στην κορυφή του βουνού. Το ιερό είναι όπου σταματά το βλέμμα, αρκεί το βλέμμα να είναι αρκετά ήρεμο.

 

Αφορισμός

Η πόρτα στο άπειρο δεν είναι κλειδωμένη· απλώς έχουμε ξεχάσει πώς να σταματήσουμε να χτυπάμε. Αυτό που αναζητάς είναι ήδη το έδαφος κάτω από τα πόδια σου.

 

II. Η Κορυφή και το Φαράγγι

 

Υπάρχει ένα μονοπάτι που τρέχει ίσιο και στενό, όχι επειδή είναι δύσκολο να βρεθεί, αλλά επειδή είναι δύσκολο να μείνεις πάνω του. Είναι το μονοπάτι της αδιαίρετης προσοχής, της επιλογής του πραγματικού έναντι του δελεαστικού, του αληθινού έναντι του απλώς πειστικού. Το να περπατάς αυτό το μονοπάτι σημαίνει να περπατάς στην κορυφή της αλήθειας, όπου ο αέρας είναι καθαρός και η θέα απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Από εδώ, βλέπεις όχι με τα μάτια της προτίμησης αλλά με τα μάτια της ολότητας. Ψηλά και χαμηλά, μακριά και κοντά, το σημαντικό και το ασήμαντο — όλα λούζονται εξίσου στο ίδιο φως, γιατί το φως δεν κάνει διακρίσεις.

 

Αλλά το μυαλό είναι περιπλανώμενο, και αγαπά τα φαράγγια. Τα φαράγγια του λάθους είναι όμορφα με τον τρόπο τους. Είναι σκιερά και δροσερά, γεμάτα απαλούς ήχους και την υπόσχεση κρυμμένων θησαυρών. Προσφέρουν την άνεση της βεβαιότητας, την ευχαρίστηση του να έχεις δίκιο, το ναρκωτικό της γνώσης. Το να μπαίνεις μέσα τους σημαίνει να ανταλλάσσεις την απέραντη θέα της κορυφής με την οικειότητα ενός ιδιωτικού κόσμου, ενός κόσμου όπου όλα επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη πιστεύεις, όπου ο καθρέφτης αντανακλά μόνο το δικό σου πρόσωπο. Τα φαράγγια της απώλειας είναι ακόμα πιο λεπτά. Δεν υπόσχονται κέρδος αλλά προσφέρουν την παράξενη γλυκύτητα της παράδοσης σε κάτι λιγότερο από αυτό που είσαι. Ψιθυρίζουν ότι η προσπάθεια είναι μάταιη, ότι η κορυφή είναι ψευδαίσθηση, ότι η μόνη αλήθεια είναι το άνετο ψέμα του δικού σου περιορισμού.

 

Κι όμως, ακόμα και στο φαράγγι, η κορυφή είναι παρούσα. Δεν σε εγκαταλείπει όταν κατεβαίνεις. Αυτός που έχει τον Θεό μέσα του δεν παύει να έχει τον Θεό μέσα του όταν σκοντάφτει. Το φως δεν αποσύρεται όταν το μάτι κλείνει. Το λάθος δεν είναι στην πτώση αλλά στη λήθη — τη λήθη ότι ακόμα και το φαράγγι κρατιέται μέσα στην απέραντη έκταση, ότι ακόμα και η ψευδαίσθηση είναι φτιαγμένη από την ίδια ουσία με την αλήθεια που συγκαλύπτει. Το να βλέπεις τον Θεό σε όλα τα πράγματα σημαίνει να Τον βλέπεις και στην περιπλάνηση και στην επιστροφή, στη σύγχυση όπως και στη διαύγεια. Το φαράγγι δεν είναι το αντίθετο του μονοπατιού· είναι το μονοπάτι όπως φαίνεται από κάτω.

 

Αφορισμός

Η κορυφή δεν απορρίπτει το φαράγγι· το κρατά. Το να περπατάς ίσια δεν σημαίνει να αποφεύγεις την πτώση, αλλά να ξέρεις, ακόμα και ενώ πέφτεις, ότι το έδαφος που αναζητάς δεν είναι πουθενά αλλού παρά εκεί που ήδη στέκεσαι.

 

III. Η Ακινησία που Κινείται

 

Σκέψου τον ουρανό την αυγή, πώς κρατά και το σκοτάδι της νύχτας που πέρασε και το φως της μέρας που έρχεται, και πώς, στο κράτημα αυτό, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό — μια τεράστια ανάσα, μια σιωπή που είναι ταυτόχρονα και γίγνεσθαι. Αυτή είναι η φύση του μυστηρίου: δεν επιλύεται. Βαθαίνει. Όσο περισσότερο το κοιτάζεις, τόσο περισσότερο κοιτάζει πίσω σου, και η ανταλλαγή δεν είναι απαντήσεων αλλά παρουσίας.

 

Η ακινησία και η κίνηση δεν είναι αντίθετα. Το ποτάμι είναι ακίνητο στα βάθη του ενώ ορμά στην επιφάνεια. Η καρδιά είναι ακίνητη ακόμα και ενώ το αίμα κινείται μέσα της. Η αιωνιότητα δεν είναι η απουσία χρόνου αλλά η πληρότητά του, η στιγμή τόσο ολοκληρωμένη που δεν χρειάζεται καμία άλλη στιγμή για να ολοκληρωθεί. Το να αναπαύεσαι σε αυτό το παράδοξο σημαίνει να σταματάς να προσπαθείς να λύσεις τον κόσμο και αντίθετα να τον κατοικείς. Δεν χρειάζεται να κατανοήσεις το σκοτάδι για να είσαι σε ειρήνη μέσα του. Δεν χρειάζεται να πιάσεις το φως για να ζεσταθείς από αυτό. Το μυστήριο δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση αλλά παρουσία προς βίωση.

 

Στην καθημερινή στιγμή — η ανάσα, η σκιά στον τοίχο, ο ήχος της βροχής — υπάρχει μια πληρότητα που καμία φιλοσοφία δεν μπορεί να προσθέσει και καμία αμφιβολία δεν μπορεί να αφαιρέσει. Αυτή είναι η οικεία συνειδητοποίηση: ότι αυτό που αναζητούσες δεν βρισκόταν ποτέ αλλού. Είναι ο ψίθυρος που ακούς όταν σταματάς να μιλάς. Είναι η απέραντη έκταση που νιώθεις όταν σταματάς να μετράς. Είναι η ειρήνη που έρχεται όχι όταν ο κόσμος είναι ήσυχος αλλά όταν εσύ είσαι ήσυχος μέσα στον κόσμο.

 

Αφορισμός

Αυτό που κινείται είναι ήδη ακίνητο. Αυτό που γεννιέται είναι ήδη ολοκληρωμένο. Το μυστήριο δεν κρύβεται· απλώς περιμένει το μυαλό να εξαντληθεί και να πέσει σε σιωπή.

 

IV. Ο Ατελής Κήπος

 

Το να ζεις στον Θεό σημαίνει να ζεις σε έναν κήπο που δεν έχει φράχτη, κέντρο ή τέλος. Κάθε φύλλο είναι μια πόρτα. Κάθε πέτρα είναι μια γραφή σε μια γλώσσα παλαιότερη από τις λέξεις. Αυτός που το βλέπει αυτό δεν συλλέγει εμπειρίες σαν τρόπαια· αφήνει κάθε στιγμή να διαλυθεί στην επόμενη, εμπιστευόμενος τη διάλυση, ξέροντας ότι αυτό που είναι πραγματικό δεν μπορεί να χαθεί και ότι αυτό που χάθηκε δεν ήταν ποτέ πραγματικό.

 

Υπάρχει μια ελαφρότητα σε αυτόν τον τρόπο ύπαρξης, μια ποιότητα ονειροπόλησης που δεν είναι απόδραση αλλά βαθύτερη εμπλοκή. Κινείσαι μέσα στον κόσμο σαν μέσα σε ένα όνειρο που ξέρεις ότι είναι όνειρο, και η γνώση αυτή δεν μειώνει το όνειρο αλλά το κάνει λαμπερό. Το σημαντικό και το ασήμαντο αλλάζουν θέσεις μέχρι να μην υπάρχει πια θέση για ανταλλαγή. Το μακρινό γίνεται κοντινό, όχι μετακινούμενο πιο κοντά, αλλά με την κατάρρευση της ίδιας της απόστασης. Το ψηλό και το χαμηλό συναντιούνται στη ρίζα, όπου όλα πίνουν από το ίδιο σκοτάδι.

 

Και έτσι το κείμενο τελειώνει εκεί που ξεκίνησε, όχι με συμπέρασμα αλλά με ένα άνοιγμα. Το παράθυρο είναι ακόμα εκεί. Το λυκόφως βαθαίνει ακόμα. Η καθημερινή στιγμή είναι ακόμα ολοκληρωμένη, ακόμα ιερή, ακόμα περιμένει το μάτι που μπορεί να την δει χωρίς να θέλει να την αλλάξει. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πει κανείς, και όμως η σιωπή τα λέει όλα. Αυτός που διάβασε μέχρι εδώ δεν έμαθε κάτι νέο αλλά θυμήθηκε κάτι παλιό, κάτι που δεν ξεχάστηκε ποτέ γιατί δεν γνωρίστηκε ποτέ εξαρχής.

 

Το μονοπάτι συνεχίζεται. Η κορυφή παραμένει. Το φαράγγι είναι επίσης το μονοπάτι. Και στην ακινησία που είναι ταυτόχρονα κίνηση, στη μορφή που είναι ταυτόχρονα αμορφία, στο χρόνο που είναι ταυτόχρονα αιωνιότητα, υπάρχει μόνο αυτό: η ανάσα, το φως, η απέραντη έκταση, ο ψίθυρος. Ο κήπος είναι ήδη τέλειος, και ακόμα μεγαλώνει.

 

Αφορισμός

Ο κήπος δεν χρειάζεται κηπουρό. Το μονοπάτι δεν χρειάζεται περιπατητή. Αυτό που ψάχνεις ήδη κοιτάζει μέσα από τα μάτια σου. Ξεκουράσου εδώ, αν μπορείς. Η απορία είναι αρκετή.

 

 

 

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Chan Meditations

Chan Meditations
9. Only Reality, Only Freedom
SUNDAY, 26 JULY, 2026

Only Reality, Only Freedom

A Chan Meditation on the Unnamable Peace of What Is

I: The Valley at Dawn

The valley does not wake. It simply is. Before the first light touches the eastern ridge, there is already clarity—not achieved, not sought, but resting like dew upon the grass. You walk the path not to find something, but because walking is the nature of legs, and earth is the nature of ground. The morning air enters the lungs without invitation. A dewdrop hangs from a blade of wild grass, holding the entire sky within its curve. It does not tremble with purpose. It does not ask to be redeemed. It does not hope for tomorrow. In this, there is a teaching deeper than all scriptures: to be is enough.

The Chan mind is like this valley. It does not accumulate. It does not reject. When the sun rises, the valley does not congratulate itself on the light. When mist gathers, it does not mourn the obscured view. It allows. And in allowing, there is a peace that no effort can manufacture. You do not need to become still; you need only notice that stillness is the nature beneath the stirring. The bird calls, and the call is not separate from the silence that follows. The stream moves, and the movement is not separate from the stones it polishes. To observe without the observer is to dissolve the boundary between seer and seen. The dewdrop does not say, "I reflect." It simply reflects. Be like this. Let the sunrise warm your face without naming it. Let the earth hold your weight without gratitude. This is the return to self—not a journey, but a remembering.

Aphorism What seeks nothing finds everything. The dewdrop does not fall; it simply returns to what it never left.

II: The Wind Among Wildflowers

There is a freedom that the mind cannot build. It grows like wildflowers along the edges of a forgotten trail—unplanned, unpraised, utterly itself. The wind moves through them, and they do not resist. They do not say, "I am being moved." They do not calculate the angle of their bending. They simply bend and rise. So too with the heart that has forgotten to insist upon itself. Less intention, more flow. Less "I," more what is. The Taoist does not conquer the mountain; the mountain walks through his bones. He does not grasp ecstasy; ecstasy is the natural state when grasping ceases.

To return to nature is to return to self—not the self of biography and worry, but the self that is as open as the meadow. Wildflowers do not compare their petals. The wind does not prefer one valley over another. There is a harmony here that human ambition cannot hear, because ambition is always listening for its own name. But when you sit among the wildflowers and let the wind move through you as it moves through them, something loosens. The knot of becoming unties itself. You are not a pilgrim arriving; you are the path, dusty and real, already complete. The scent of earth after rain does not belong to anyone. The song of the wind in the pines does not seek an audience. This is Taoist freedom: to be so utterly yourself that the boundary between self and world dissolves into a single breath.

Aphorism The wind does not choose where to blow, yet nothing remains untouched. Be the wildflower that needs no witness to bloom.

III: The Silence That Breathes

Sit. Not to gain, not to lose. Let the breath be the tide it has always been—coming, going, indifferent to your story. Observation without the observer. The sky does not watch the clouds; it simply holds them. In this holding, there is peace that no thought can disturb, because thought is merely another cloud drifting through. Silence is not the absence of sound. It is the earth humming beneath the noise, the harmony that never began and will never end. You are not the one who breathes. Breathing breathes, and you are the guest at a feast you did not prepare.

In Chan, there is nothing to achieve and no one to achieve it. This is not pessimism; it is the most radical freedom. The moment you seek inner peace, you create an inner war. The moment you try to find yourself, you divide yourself into seeker and sought. Stop. Listen. The silence between two heartbeats contains the entire teaching. The space between thoughts is the sky of the mind—vast, untroubled, never broken by the birds that cross it. Do not fill it. Do not name it. Let it be what it has always been: the ground of all that is real. Watch the breath as you would watch the morning mist over the valley—without reaching, without wanting it to stay or go. In this watching, there is a clarity deeper than understanding. The eye that sees the dewdrop is itself made of dew. The mind that knows the sky is itself open air.

Aphorism Where there is no one watching, clarity watches itself. Silence is the only teaching that never repeats itself, because it never speaks.

IV: Beyond Fall and Redemption

Those who see understand: there is only Reality. No fall from grace, no ladder back to an imagined garden. The idea that something was lost and must be redeemed is a knot tied by thinking, tightened by the very hands that reach for salvation. But the dewdrop was never fallen. The wildflower was never sinful. The valley asks no forgiveness for its shadows. There is only commitment within the activities of existence—the walking, the breathing, the wind passing through—and Freedom. The illusion of redemption keeps the seeker seeking. It builds temples in the mind and then worships at them, not seeing that the stone and the prayer are made of the same dust.

Freedom beyond thought's creations is not a new philosophy. It is the end of philosophy. It is the sunrise that needs no interpretation, the earth that needs no justification. You do not need to be redeemed from life; you need only to see that you were never separate from it. The activities of existence are not distractions from the sacred; they are the sacred. Washing the bowl, sweeping the path, watching the dewdrop evaporate—these are the only rituals that matter, because they are real. Those who do not understand seek a redemption they have created in their thinking, and through the very actions that mislead them, they wander further from the gateless gate. But the gate is here. It is the ground under your feet, the breath in your nostrils, the silence that holds every sound. There is no fall. There is no redemption. There is only this: the wind, the wildflowers, the valley at dawn, and you—not apart from them, not above them, but woven into the same seamless cloth of what is.

Aphorism There is nothing to save and no one to be saved. Reality is not a destination; it is the ground you never left, the sky you never lost.

Μόνο Πραγματικότητα, Μόνο Ελευθερία

 

Μια Διαλογιστική Σκέψη Τσαν για την Ανώνυμη Ειρήνη του Αυτό που Είναι

 

I: Η Κοιλάδα στην Αυγή

 

Η κοιλάδα δεν ξυπνά. Απλώς είναι. Πριν το πρώτο φως αγγίξει την ανατολική κορυφογραμμή, υπάρχει ήδη διαύγεια — όχι επιτευγμένη, όχι αναζητούμενη, αλλά ξαπλωμένη σαν δροσιά πάνω στο χορτάρι. Περπατάς το μονοπάτι όχι για να βρεις κάτι, αλλά επειδή το περπάτημα είναι η φύση των ποδιών και η γη είναι η φύση του εδάφους. Ο πρωινός αέρας μπαίνει στους πνεύμονες χωρίς πρόσκληση. Μια σταγόνα δροσιάς κρέμεται από ένα φύλλο άγριου χόρτου, κρατώντας ολόκληρο τον ουρανό μέσα στην καμπύλη της. Δεν τρέμει από σκοπό. Δεν ζητά να λυτρωθεί. Δεν ελπίζει για αύριο. Σε αυτό υπάρχει μια διδασκαλία βαθύτερη από όλες τις γραφές: το να είναι κανείς είναι αρκετό.

 

Ο νους του Τσαν είναι σαν αυτή την κοιλάδα. Δεν συσσωρεύει. Δεν απορρίπτει. Όταν ανατέλλει ο ήλιος, η κοιλάδα δεν συγχαίρει τον εαυτό της για το φως. Όταν μαζεύεται η ομίχλη, δεν θρηνεί για την κρυμμένη θέα. Απλώς επιτρέπει. Και στο επιτρέπει, υπάρχει μια ειρήνη που κανένα σθένος δεν μπορεί να κατασκευάσει. Δεν χρειάζεται να γίνεις ακίνητος· χρειάζεται μόνο να παρατηρήσεις ότι η ακινησία είναι η φύση κάτω από την κίνηση. Το πουλί φωνάζει, και η φωνή δεν είναι ξεχωριστή από τη σιωπή που ακολουθεί. Το ρυάκι κινείται, και η κίνηση δεν είναι ξεχωριστή από τις πέτρες που λειαίνει. Το να παρατηρείς χωρίς τον παρατηρητή είναι να διαλύεις το όριο μεταξύ αυτού που βλέπει και αυτού που βλέπεται. Η σταγόνα δροσιάς δεν λέει «αντανακλώ». Απλώς αντανακλά. Να είσαι έτσι. Άφησε την ανατολή του ήλιου να ζεστάνει το πρόσωπό σου χωρίς να την ονομάζεις. Άφησε τη γη να κρατά το βάρος σου χωρίς ευγνωμοσύνη. Αυτή είναι η επιστροφή στον εαυτό — όχι ένα ταξίδι, αλλά μια ανάμνηση.

 

Αφορισμός

Αυτό που δεν αναζητά τίποτα βρίσκει τα πάντα. Η σταγόνα δροσιάς δεν πέφτει· απλώς επιστρέφει σε αυτό που ποτέ δεν είχε αφήσει.

 

II: Ο Άνεμος Ανάμεσα στα Αγριολούλουδα

 

Υπάρχει μια ελευθερία που ο νους δεν μπορεί να χτίσει. Φυτρώνει σαν αγριολούλουδα στις άκρες ενός ξεχασμένου μονοπατιού — χωρίς σχέδιο, χωρίς έπαινο, απόλυτα ο εαυτός της. Ο άνεμος περνά μέσα από αυτά, και αυτά δεν αντιστέκονται. Δεν λένε «μετακινούμαι». Δεν υπολογίζουν τη γωνία της κάμψης τους. Απλώς λυγίζουν και ξανασηκώνονται. Έτσι και η καρδιά που έχει ξεχάσει να επιμένει στον εαυτό της. Λιγότερη πρόθεση, περισσότερη ροή. Λιγότερο «εγώ», περισσότερο αυτό που είναι. Ο Ταοϊστής δεν κατακτά το βουνό· το βουνό περνά μέσα από τα κόκαλά του. Δεν αρπάζει την έκσταση· η έκσταση είναι η φυσική κατάσταση όταν σταματά η αρπαγή.

 

Το να επιστρέψεις στη φύση είναι να επιστρέψεις στον εαυτό — όχι τον εαυτό της βιογραφίας και της ανησυχίας, αλλά τον εαυτό που είναι ανοιχτός σαν το λιβάδι. Τα αγριολούλουδα δεν συγκρίνουν τα πέταλά τους. Ο άνεμος δεν προτιμά τη μία κοιλάδα από την άλλη. Υπάρχει μια αρμονία εδώ που η ανθρώπινη φιλοδοξία δεν μπορεί να ακούσει, γιατί η φιλοδοξία πάντα ακούει το όνομά της. Αλλά όταν κάθεσαι ανάμεσα στα αγριολούλουδα και αφήνεις τον άνεμο να περνά μέσα σου όπως περνά μέσα από αυτά, κάτι χαλαρώνει. Ο κόμπος του γίγνεσθαι λύνεται μόνος του. Δεν είσαι ένας προσκυνητής που φτάνει· είσαι το μονοπάτι, σκονισμένο και αληθινό, ήδη ολοκληρωμένο. Το άρωμα της γης μετά τη βροχή δεν ανήκει σε κανέναν. Το τραγούδι του ανέμου στα πεύκα δεν αναζητά ακροατήριο. Αυτή είναι η Ταοϊστική ελευθερία: να είσαι τόσο απόλυτα ο εαυτός σου ώστε το όριο μεταξύ εαυτού και κόσμου να διαλύεται σε μια μόνη ανάσα.

 

Αφορισμός

Ο άνεμος δεν επιλέγει πού να πνεύσει, κι όμως τίποτα δεν μένει ανέγγιχτο. Να είσαι το αγριολούλουδο που δεν χρειάζεται μάρτυρα για να ανθίσει.

 

III: Η Σιωπή που Αναπνέει

 

Κάθισε. Όχι για να κερδίσεις, όχι για να χάσεις. Άφησε την ανάσα να είναι η παλίρροια που ήταν πάντα — έρχεται, φεύγει, αδιάφορη για την ιστορία σου. Παρατήρηση χωρίς τον παρατηρητή. Ο ουρανός δεν παρακολουθεί τα σύννεφα· απλώς τα κρατά. Σε αυτό το κράτημα υπάρχει ειρήνη που καμία σκέψη δεν μπορεί να διαταράξει, γιατί η σκέψη είναι απλώς άλλο ένα σύννεφο που περνά. Η σιωπή δεν είναι η απουσία ήχου. Είναι η γη που βουίζει κάτω από τον θόρυβο, η αρμονία που ποτέ δεν άρχισε και ποτέ δεν θα τελειώσει. Δεν είσαι αυτός που αναπνέει. Η αναπνοή αναπνέει, κι εσύ είσαι ο επισκέπτης σε ένα συμπόσιο που δεν ετοίμασες.

 

Στο Τσαν δεν υπάρχει τίποτα να επιτευχθεί και κανένας να το επιτύχει. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία· είναι η πιο ριζική ελευθερία. Τη στιγμή που αναζητάς την εσωτερική ειρήνη, δημιουργείς έναν εσωτερικό πόλεμο. Τη στιγμή που προσπαθείς να βρεις τον εαυτό σου, χωρίζεις τον εαυτό σου σε αναζητητή και αναζητούμενο. Σταμάτα. Άκου. Η σιωπή ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς περιέχει ολόκληρη τη διδασκαλία. Ο χώρος ανάμεσα στις σκέψεις είναι ο ουρανός του νου — απέραντος, ατάραχος, ποτέ σπασμένος από τα πουλιά που τον διασχίζουν. Μην τον γεμίσεις. Μην τον ονομάσεις. Άφησέ τον να είναι αυτό που ήταν πάντα: το έδαφος όλων όσων είναι πραγματικά. Παρατήρησε την ανάσα όπως θα παρατηρούσες την πρωινή ομίχλη πάνω από την κοιλάδα — χωρίς να απλώνεις το χέρι, χωρίς να θέλεις να μείνει ή να φύγει. Σε αυτή την παρατήρηση υπάρχει μια διαύγεια βαθύτερη από την κατανόηση. Το μάτι που βλέπει τη σταγόνα δροσιάς είναι το ίδιο φτιαγμένο από δροσιά. Ο νους που γνωρίζει τον ουρανό είναι ο ίδιος ανοιχτός αέρας.

 

Αφορισμός

Εκεί που δεν υπάρχει κανείς που παρακολουθεί, η διαύγεια παρακολουθεί τον εαυτό της. Η σιωπή είναι η μόνη διδασκαλία που ποτέ δεν επαναλαμβάνεται, γιατί ποτέ δεν μιλά.

 

IV: Πέρα από Πτώση και Λύτρωση

 

Όσοι βλέπουν καταλαβαίνουν: υπάρχει μόνο Πραγματικότητα. Καμία πτώση από τη χάρη, καμία σκάλα πίσω σε έναν φανταστικό κήπο. Η ιδέα ότι κάτι χάθηκε και πρέπει να λυτρωθεί είναι ένας κόμπος δεμένος από τη σκέψη, σφιγμένος από τα ίδια τα χέρια που απλώνονται για σωτηρία. Αλλά η σταγόνα δροσιάς ποτέ δεν είχε πέσει. Το αγριολούλουδο ποτέ δεν ήταν αμαρτωλό. Η κοιλάδα δεν ζητά συγχώρεση για τις σκιές της. Υπάρχει μόνο δέσμευση μέσα στις δραστηριότητες της ύπαρξης — το περπάτημα, η αναπνοή, ο άνεμος που περνά — και Ελευθερία. Η ψευδαίσθηση της λύτρωσης κρατά τον αναζητητή να αναζητά. Χτίζει ναούς στο νου και μετά προσκυνά σε αυτούς, χωρίς να βλέπει ότι η πέτρα και η προσευχή είναι φτιαγμένα από την ίδια σκόνη.

 

Η ελευθερία πέρα από τις δημιουργίες της σκέψης δεν είναι μια νέα φιλοσοφία. Είναι το τέλος της φιλοσοφίας. Είναι η ανατολή που δεν χρειάζεται ερμηνεία, η γη που δεν χρειάζεται δικαιολόγηση. Δεν χρειάζεται να λυτρωθείς από τη ζωή· χρειάζεται μόνο να δεις ότι ποτέ δεν ήσουν χωριστός από αυτήν. Οι δραστηριότητες της ύπαρξης δεν είναι αποσπάσεις από το ιερό· είναι το ίδιο το ιερό. Το πλύσιμο του μπολ, το σκούπισμα του μονοπατιού, η παρακολούθηση της σταγόνας δροσιάς που εξατμίζεται — αυτά είναι τα μόνα τελετουργικά που έχουν σημασία, γιατί είναι πραγματικά. Όσοι δεν καταλαβαίνουν αναζητούν μια λύτρωση που έχουν δημιουργήσει στη σκέψη τους, και μέσα από τις ίδιες τις ενέργειες που τους παραπλανούν, απομακρύνονται περισσότερο από την πύλη χωρίς πύλη. Αλλά η πύλη είναι εδώ. Είναι το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, η ανάσα στα ρουθούνια σου, η σιωπή που κρατά κάθε ήχο. Δεν υπάρχει πτώση. Δεν υπάρχει λύτρωση. Υπάρχει μόνο αυτό: ο άνεμος, τα αγριολούλουδα, η κοιλάδα στην αυγή, κι εσύ — όχι χωριστός από αυτά, όχι πάνω από αυτά, αλλά υφασμένος μέσα στο ίδιο άρτιο ύφασμα του Αυτό που Είναι.

 

Αφορισμός

Δεν υπάρχει τίποτα να σωθεί και κανένας να σωθεί. Η Πραγματικότητα δεν είναι προορισμός· είναι το έδαφος που ποτέ δεν άφησες, ο ουρανός που ποτέ δεν έχασες.

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 23. Following the Tao Without Force
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 23. The Untrodden Country: A Meditation on the Tamed Self
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
9. The Sage’s Compassion and the Path Beyond Fear
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
IV. FOUR: THE PATH OF WISDOM: 4.2. Chapter II. The Eternal Return
MONDAY, 27 JULY, 2026

Chapter II. The Eternal Return

 

An Expanded Meditation

I. The Descent That Does Not Fall

There is a teaching that unsettles the ordinary sleep of the mind before it ever comforts it: that the Divine does not remain sealed away in some far and untroubled heaven, gazing upon the world as a traveler gazes upon a fire glimpsed across a wide, indifferent field. Rather, the mystics say, the Eternal comes down. It comes down the way light comes down into water — not divided by the surface it enters, not drowned by the depths it fills, and yet unmistakably present, trembling along every wave, gleaming for a moment on the crest before vanishing again into the general brightness of the sea. To ask, in the ordinary way, whether the light has "descended" or merely been reflected is to ask a question the water itself does not recognize; for the water does not experience the light as arriving from elsewhere. It only knows that it is, for this moment, radiant.

So too with this descent that the ancient voices speak of. It is not a fall in the way a stone falls, losing its height, spending itself against the ground. It is closer to the way a mother stoops to lift a child — the stooping does not diminish her, though for that instant she has taken on the child's low and trembling vantage. The Eternal, entering time, does not surrender its eternity any more than the mother, stooping, surrenders her strength. It takes on smallness the way a great singer takes on a single, humble note — not because the note exhausts the voice, but because the voice, in its fullness, contains all notes, and can therefore afford to linger, without loss, on any one of them.

This is why the seeker who has felt the pull of this teaching does not first ask how such a thing is possible. The proof, if it can be called that, arrives not as an argument, but as a recognition — sudden, wordless, and complete — the way one recognizes an old and beloved face across a crowded room before the mind has finished cataloguing its features.

II. The Rhythm Beneath the Ages

The descent is not a single, isolated event, fixed like a star upon the calendar of history, never to recur. It is instead a rhythm — patient, hidden, and as constant as the pulse beneath the skin, which one forgets entirely until a quiet room and a still hour bring it, of a sudden, into awareness. Ages rise and ages fall the way seasons rise and fall, each with its own weather of belief, its own harvest of understanding, its own long winter of neglect. And it is said that whenever an age grows heavy with its forgetting — whenever the golden thread binding the soul to its source is worn thin by the friction of the years, until it threatens, at last, to snap — the Eternal is said to gather itself once more into form.

Picture the sea on a windless day, its surface all but featureless, giving no sign of the depths beneath it — and then, without warning, a single wave rises, gathers itself out of the shapeless water, stands for a moment distinct and unmistakably itself, catches the light along its curling edge, and breaks, returning to the sea from which, in truth, it had never departed. This is the manner of the return: not an intrusion from outside, but a self-gathering from within, occurring precisely at the hour when the flatness of forgetting has grown too complete, when the world can no longer recall, on its own, that it was ever anything but flat.

Such a gathering does not announce itself in advance, nor does it wait for permission. It comes the way dawn comes to a sleeper who has forgotten that night must end — not because the sleeper called for it, but because the turning of the greater order required it, regardless of whether the sleeper was prepared to receive it.

III. The Paradox of the Boundless Bound

To the reasoning mind, schooled in the careful weighing of possibilities, this teaching presents what looks very much like a scandal. How can the Timeless enter time and remain Timeless? How can the Boundless accept a boundary and still, in truth, be boundless? The logician wishes to resolve this the way one resolves an equation, and finding no resolution, is tempted to discard the premise altogether.

But the mystics have never approached this question by the light of the logician's lamp. They have approached it on their knees, faces lifted, feeling the answer arrive as a warmth on the skin long before the mind has been permitted to speak its first objection. The ocean, they observe, is not made smaller by throwing up a single wave; it does not measure its vastness against the wave's brief height and find itself thereby diminished. The sky is not made small by being caught, whole, inside a single drop of dew hanging from a leaf at dawn — the drop does not steal the sky's immensity, it merely borrows the sky's likeness for the length of a morning, and the sky loses nothing in the lending.

A flame carried into a lantern is not thereby made a lesser flame, contained and diminished; it becomes, instead, a flame that can now be carried down a dark road, and having reached the traveler who needed it, it does not stop being fire — it only becomes fire that can, for a while, be held. This is the paradox the mystics ask us to bear without dissolving it, for some truths are not meant to be resolved into simpler truths; they are meant to be held, entire, the way the lantern holds the flame.

IV. The Many Guises, One Presence

And so, across the long procession of the ages, the Eternal is said to have walked among us in many guises — wearing the world the way a traveler wears a cloak, lightly, without ever forgetting that beneath the cloak the same traveler remains. In one age it comes as a teacher seated beneath a tree; in another, as a voice heard in the wilderness; in another still, as a nameless presence felt only in the hush that falls over a room when true words, at last, are spoken. The masks change, the names change, the very language in which the teaching is given changes — and yet those with the eyes to see recognize, beneath every mask, the same unmistakable face, the way one recognizes a single melody though it be played on a hundred different instruments, in a hundred different keys.

The purpose of each appearing, the ancient voices say, is always the same, however different its outer form: to undo the knots that falsehood has tied in the fabric of the age, and to retie, with patient hands, the threads of the sacred that had come loose. And having done this — having, for a moment, opened the eyes of the world — the Presence withdraws again into the vastness from which it seemed to come, not because it had gone anywhere, but because the eyes of the world, dazzled by their own brief seeing, close once more, the way eyes long accustomed to darkness must close again after a sudden and overwhelming light.

V. The Wheel of Coming and Going Undone

Those who come to understand this teaching — not merely with the intellect, which can hold an idea the way a hand holds a stone, but with the whole trembling instrument of the soul, which holds a truth the way a wound holds a memory — are said to be freed from the long wheel of coming and going. For to have seen the Eternal Return even once, truly, is to recognize that one's own comings and goings, one's own birth and dying, have always been woven from that same imperishable cloth.

Consider the river that empties itself, at last, into the sea, and imagine that the river, in its final mile, begins to grieve its own ending, mourning the loss of its banks, its bends, its long remembered course. And yet the water does not end; it is drawn up again into cloud, carried inland on a wind it does not choose, and returned once more to the hills as rain, to begin, without complaint, the whole patient journey again. The river that understands this — that recognizes itself not as a single doomed course but as one bright turning in a return without true ending — no longer grieves at the sea's edge. It empties itself gladly, having seen, at last, that emptying was never the same as ceasing.

So it is, the mystics teach, with the soul that has glimpsed the Eternal Return. It no longer measures its days as coins spent from a diminishing purse, fearing the moment the purse runs empty. It sees, instead, that the purse was never truly its own to begin with, and that what it feared to lose was never in danger of being lost.

VI. The Forest of All Ages

There is a further mystery folded within this teaching, one that unsettles the ordinary sense of time far more than the doctrine of return alone. The mystic, having tasted even a little of this vision, no longer experiences the past as a door sealed shut behind a retreating traveler, nor the future as a country that does not yet exist, waiting to be built plank by plank. In the timeless seeing, all the ages stand together like trees in a single forest — each rooted in the same soil, each drinking the same rain, each lifting its branches into the same wide and encompassing sky — though the pilgrim walking among them, bound still to the narrow path beneath his feet, perceives them one after another, as though vast distances separated a grove that has, in truth, always stood together.

To have walked even a little way into this forest is to discover that one's own life is not a single fragile candle, guttering toward an inevitable darkness, to be guarded jealously against every draft. It is, instead, one bright thread among countless others, all drawn from a single undying flame that does not lessen, however many threads are drawn from it, however many candles are lit from its one enduring fire. To be born, and to be born again, is then no longer a punishment, nor a wandering in some involuntary exile — it is simply the manner in which the Eternal, out of its own inexhaustible fullness, comes to know itself through ten thousand trembling faces, each one, for the brief span of its candle, believing itself to burn alone.

VII. Arise Within the Return

Let this, then, be no mere doctrine to be turned over by the mind and set aside, but a return to be lived, quietly, in the midst of the ordinary hours. For the seeker does not require some distant age of miracles in which to recognize the Eternal's descent; the same gathering of the wave out of the flat and forgetful sea is occurring even now, wherever a soul grows weary enough of its own forgetting to turn, at last, and look.

The teaching does not ask that the seeker travel to some far shore before this recognition is granted, nor that some future, more perfect self be achieved before the return may be met. It asks only for the turning — as unremarkable, and as inevitable, as the sunflower's slow turning toward the light it did not invent and cannot help but follow. And in that turning, however brief, however unfinished, the seeker discovers what the ages have always been quietly proclaiming beneath their many masks and many names: that the wave was never separate from the sea it rose from, that the child was never abandoned by the height it had temporarily set aside, and that the long, patient rhythm of descent and return is not a wheel to be feared, but a homecoming, endlessly and tenderly renewed.

Κεφάλαιο II. Η Αιώνια Επιστροφή

Μια Επεκταμένη Διαλογιστική Μελέτη

 

Ι. Η Κάθοδος που Δεν Είναι Πτώση

 

Υπάρχει μια διδασκαλία που ταράζει τον συνηθισμένο ύπνο του νου πριν ακόμη τον παρηγορήσει: ότι το Θείο δεν παραμένει σφραγισμένο σε κάποιον μακρινό και ατάραχο ουρανό, κοιτάζοντας τον κόσμο όπως ο ταξιδιώτης κοιτάζει μια φωτιά που διακρίνεται πέρα από ένα πλατύ, αδιάφορο πεδίο. Αντίθετα, λένε οι μύστες, το Αιώνιο κατεβαίνει. Κατεβαίνει όπως το φως κατεβαίνει μέσα στο νερό — χωρίς να διαιρείται από την επιφάνεια που εισέρχεται, χωρίς να πνίγεται από τα βάθη που γεμίζει, και όμως αναμφίβολα παρόν, τρεμοπαίζοντας σε κάθε κύμα, λάμποντας για μια στιγμή στην κορυφή πριν εξαφανιστεί πάλι μέσα στη γενική φωτεινότητα της θάλασσας. Το να ρωτά κανείς, με τον συνηθισμένο τρόπο, αν το φως «κατέβηκε» ή απλώς αντανακλάστηκε, είναι σαν να θέτει μια ερώτηση που το ίδιο το νερό δεν αναγνωρίζει· διότι το νερό δεν βιώνει το φως ως κάτι που έφτασε από αλλού. Ξέρει μόνο ότι, για αυτή τη στιγμή, είναι φωτεινό.

 

Έτσι και με αυτή την κάθοδο για την οποία μιλούν οι αρχαίες φωνές. Δεν είναι πτώση όπως πέφτει μια πέτρα, χάνοντας το ύψος της, ξοδεύοντας τον εαυτό της πάνω στο έδαφος. Είναι πιο κοντά στον τρόπο που μια μητέρα σκύβει για να σηκώσει ένα παιδί — το σκύψιμο δεν την μειώνει, αν και για εκείνη τη στιγμή έχει πάρει πάνω της τη χαμηλή και τρεμάμενη οπτική του παιδιού. Το Αιώνιο, εισερχόμενο στον χρόνο, δεν παραδίδει την αιωνιότητά του περισσότερο από όσο η μητέρα, σκύβοντας, παραδίδει τη δύναμή της. Παίρνει πάνω του τη μικρότητα όπως ένας μεγάλος τραγουδιστής παίρνει πάνω του μια μοναδική, ταπεινή νότα — όχι επειδή η νότα εξαντλεί τη φωνή, αλλά επειδή η φωνή, στην πληρότητά της, περιέχει όλες τις νότες, και μπορεί επομένως να επιμείνει, χωρίς απώλεια, σε οποιαδήποτε από αυτές.

 

Αυτός είναι ο λόγος που ο αναζητητής που έχει νιώσει την έλξη αυτής της διδασκαλίας δεν ρωτά πρώτα πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο. Η απόδειξη, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, φτάνει όχι ως επιχείρημα, αλλά ως αναγνώριση — ξαφνική, άφωνη και πλήρης — όπως αναγνωρίζει κανείς ένα παλιό και αγαπημένο πρόσωπο μέσα σε ένα πλήθος δωματίου πριν ο νους έχει τελειώσει την καταγραφή των χαρακτηριστικών του.

 

ΙΙ. Ο Ρυθμός Κάτω από τους Αιώνες

 

Η κάθοδος δεν είναι ένα μοναδικό, απομονωμένο γεγονός, καρφιτσωμένο σαν αστέρι πάνω στο ημερολόγιο της ιστορίας, που δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθεί. Είναι, αντίθετα, ένας ρυθμός — υπομονετικός, κρυφός, και τόσο σταθερός όσο ο παλμός κάτω από το δέρμα, που ξεχνά κανείς εντελώς μέχρι μια ήσυχη αίθουσα και μια ακίνητη ώρα να τον φέρουν, ξαφνικά, στη συνείδηση. Οι αιώνες ανεβαίνουν και πέφτουν όπως οι εποχές ανεβαίνουν και πέφτουν, καθεμιά με τον δικό της καιρό πίστης, τη δική της συγκομιδή κατανόησης, τον δικό της μακρύ χειμώνα της αμέλειας. Και λέγεται ότι όποτε ένας αιώνας βαραίνει από τη λήθη του — όποτε η χρυσή κλωστή που δένει την ψυχή με την πηγή της φθείρεται λεπτή από την τριβή των χρόνων, μέχρι που απειλεί, τελικά, να κοπεί — το Αιώνιο λέγεται ότι συγκεντρώνει τον εαυτό του και πάλι σε μορφή.

 

Φανταστείτε τη θάλασσα σε μια άπνοια μέρα, με την επιφάνειά της σχεδόν χωρίς χαρακτηριστικά, δίνοντας κανένα σημάδι των βαθών κάτω της — και τότε, χωρίς προειδοποίηση, ένα μοναδικό κύμα υψώνεται, συγκεντρώνεται από το άμορφο νερό, στέκεται για μια στιγμή διακριτό και αναμφίβολα ο εαυτός του, πιάνει το φως κατά μήκος της κυρτής άκρης του, και σπάει, επιστρέφοντας στη θάλασσα από την οποία, στην πραγματικότητα, δεν είχε ποτέ αποχωρήσει. Αυτός είναι ο τρόπος της επιστροφής: όχι μια εισβολή από έξω, αλλά μια αυτοσυγκέντρωση από μέσα, που συμβαίνει ακριβώς την ώρα που η επίπεδη λήθη έχει γίνει υπερβολικά πλήρης, όταν ο κόσμος δεν μπορεί πια να θυμηθεί, μόνος του, ότι κάποτε ήταν κάτι άλλο από επίπεδος.

 

Μια τέτοια συγκέντρωση δεν αναγγέλλεται εκ των προτέρων, ούτε περιμένει άδεια. Έρχεται όπως έρχεται η αυγή σε έναν κοιμισμένο που έχει ξεχάσει ότι η νύχτα πρέπει να τελειώσει — όχι επειδή ο κοιμισμένος την κάλεσε, αλλά επειδή η στροφή της μεγαλύτερης τάξης την απαιτούσε, ανεξάρτητα από το αν ο κοιμισμένος ήταν έτοιμος να την δεχτεί.

 

ΙΙΙ. Το Παράδοξο του Απεριόριστου που Δέχεται Όριο

 

Στον ορθολογικό νου, εκπαιδευμένο στην προσεκτική ζύγιση των πιθανοτήτων, αυτή η διδασκαλία παρουσιάζει αυτό που μοιάζει πολύ με σκάνδαλο. Πώς μπορεί το Άχρονο να εισέλθει στον χρόνο και να παραμείνει Άχρονο; Πώς μπορεί το Απεριόριστο να δεχτεί ένα όριο και να παραμένει, στην πραγματικότητα, απεριόριστο; Ο λογικός θέλει να λύσει αυτό όπως λύνει κανείς μια εξίσωση, και μη βρίσκοντας λύση, πειράζεται να απορρίψει εντελώς την προϋπόθεση.

 

Αλλά οι μύστες δεν προσέγγισαν ποτέ αυτή την ερώτηση με το φως της λάμπας του λογικού. Την προσέγγισαν γονατιστοί, με τα πρόσωπα υψωμένα, νιώθοντας την απάντηση να φτάνει σαν ζεστασιά στο δέρμα πολύ πριν ο νους επιτραπεί να προφέρει την πρώτη του ένσταση. Ο ωκεανός, παρατηρούν, δεν γίνεται μικρότερος επειδή υψώνει ένα μοναδικό κύμα· δεν μετρά την απεραντοσύνη του με το σύντομο ύψος του κύματος και δεν βρίσκει τον εαυτό του έτσι μειωμένο. Ο ουρανός δεν γίνεται μικρός επειδή πιάνεται, ολόκληρος, μέσα σε μια μοναδική σταγόνα δρόσου που κρέμεται από ένα φύλλο την αυγή — η σταγόνα δεν κλέβει την απεραντοσύνη του ουρανού, απλώς δανείζεται την ομοιότητά του για τη διάρκεια ενός πρωινού, και ο ουρανός δεν χάνει τίποτα από τον δανεισμό.

 

Μια φλόγα που μεταφέρεται μέσα σε ένα φανάρι δεν γίνεται έτσι μια μικρότερη φλόγα, περιορισμένη και μειωμένη· γίνεται, αντίθετα, μια φλόγα που μπορεί τώρα να μεταφερθεί σε έναν σκοτεινό δρόμο, και αφού φτάσει στον ταξιδιώτη που τη χρειαζόταν, δεν παύει να είναι φωτιά — γίνεται μόνο φωτιά που μπορεί, για λίγο, να κρατηθεί. Αυτό είναι το παράδοξο που οι μύστες μας ζητούν να φέρουμε χωρίς να το διαλύσουμε, διότι κάποιες αλήθειες δεν προορίζονται να επιλυθούν σε απλούστερες αλήθειες· προορίζονται να κρατηθούν ολόκληρες, όπως το φανάρι κρατά τη φλόγα.

 

IV. Τα Πολλά Προσωπεία, Μία Παρουσία

 

Και έτσι, κατά μήκος της μακράς πομπής των αιώνων, το Αιώνιο λέγεται ότι περπάτησε ανάμεσά μας με πολλά προσωπεία — φορώντας τον κόσμο όπως ο ταξιδιώτης φορά έναν μανδύα, ελαφρά, χωρίς ποτέ να ξεχνά ότι κάτω από τον μανδύα παραμένει ο ίδιος ταξιδιώτης. Σε έναν αιώνα έρχεται ως δάσκαλος καθισμένος κάτω από ένα δέντρο· σε άλλον, ως φωνή ακουστή στην έρημο· σε ακόμη άλλον, ως ανώνυμη παρουσία που γίνεται αισθητή μόνο στην ησυχία που πέφτει πάνω σε ένα δωμάτιο όταν, επιτέλους, λέγονται αληθινά λόγια. Οι μάσκες αλλάζουν, τα ονόματα αλλάζουν, ακόμη και η γλώσσα στην οποία δίνεται η διδασκαλία αλλάζει — και όμως εκείνοι που έχουν μάτια να δουν αναγνωρίζουν, κάτω από κάθε μάσκα, το ίδιο αναμφίβολο πρόσωπο, όπως αναγνωρίζει κανείς μια μοναδική μελωδία αν και παιγμένη σε εκατό διαφορετικά όργανα, σε εκατό διαφορετικές κλίμακες.

 

Ο σκοπός κάθε εμφάνισης, λένε οι αρχαίες φωνές, είναι πάντα ο ίδιος, όσο διαφορετική και αν είναι η εξωτερική της μορφή: να λύσει τους κόμπους που η ψευτιά έχει δέσει στο ύφασμα του αιώνα, και να ξαναδέσει, με υπομονετικά χέρια, τις κλωστές του ιερού που είχαν χαλαρώσει. Και αφού το κάνει αυτό — αφού, για μια στιγμή, ανοίξει τα μάτια του κόσμου — η Παρουσία αποσύρεται πάλι στην απεραντοσύνη από την οποία φάνηκε να έρχεται, όχι επειδή είχε πάει κάπου, αλλά επειδή τα μάτια του κόσμου, θαμπωμένα από τη σύντομη όρασή τους, κλείνουν και πάλι, όπως μάτια από καιρό συνηθισμένα στο σκοτάδι πρέπει να κλείσουν πάλι μετά από ένα ξαφνικό και συντριπτικό φως.

 

V. Ο Τροχός του Ερχομού και του Πηγαίνει που Λύθηκε

 

Εκείνοι που έρχονται να κατανοήσουν αυτή τη διδασκαλία — όχι απλώς με τον νου, που μπορεί να κρατήσει μια ιδέα όπως το χέρι κρατά μια πέτρα, αλλά με ολόκληρο το τρεμάμενο όργανο της ψυχής, που κρατά μια αλήθεια όπως μια πληγή κρατά μια μνήμη — λέγεται ότι ελευθερώνονται από τον μακρύ τροχό του ερχομού και του πηγαίνει. Διότι το να έχει δει κανείς την Αιώνια Επιστροφή έστω και μία φορά, αληθινά, είναι να αναγνωρίσει ότι οι δικοί του ερχομοί και πηγαίνει, η δική του γέννηση και ο θάνατος, ήταν πάντα υφασμένα από το ίδιο άφθαρτο ύφασμα.

 

Σκεφτείτε τον ποταμό που αδειάζει, τελικά, στη θάλασσα, και φανταστείτε ότι ο ποταμός, στο τελευταίο του μίλι, αρχίζει να θρηνεί το δικό του τέλος, πενθώντας την απώλεια των όχθων του, των καμπών του, της μακράς θυμημένης πορείας του. Και όμως το νερό δεν τελειώνει· ανυψώνεται πάλι σε σύννεφο, μεταφέρεται στην ενδοχώρα με έναν άνεμο που δεν διαλέγει, και επιστρέφει και πάλι στους λόφους ως βροχή, για να αρχίσει, χωρίς παράπονο, ολόκληρο το υπομονετικό ταξίδι από την αρχή. Ο ποταμός που κατανοεί αυτό — που αναγνωρίζει τον εαυτό του όχι ως μια μοναδική καταδικασμένη πορεία αλλά ως μια φωτεινή στροφή σε μια επιστροφή χωρίς αληθινό τέλος — δεν θρηνεί πια στην άκρη της θάλασσας. Αδειάζει τον εαυτό του με χαρά, έχοντας δει, επιτέλους, ότι το άδειασμα δεν ήταν ποτέ το ίδιο με το να παύει να υπάρχει.

 

Έτσι είναι, διδάσκουν οι μύστες, με την ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στην Αιώνια Επιστροφή. Δεν μετρά πια τις μέρες της ως νομίσματα που ξοδεύονται από ένα εξαντλούμενο πουγκί, φοβούμενη τη στιγμή που το πουγκί θα αδειάσει. Βλέπει, αντίθετα, ότι το πουγκί δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικό της από την αρχή, και ότι αυτό που φοβόταν να χάσει δεν κινδύνευε ποτέ να χαθεί.

 

VI. Το Δάσος Όλων των Αιώνων

 

Υπάρχει ένα περαιτέρω μυστήριο διπλωμένο μέσα σε αυτή τη διδασκαλία, ένα που ταράζει την συνηθισμένη αίσθηση του χρόνου πολύ περισσότερο από την ίδια τη διδασκαλία της επιστροφής. Ο μύστης, έχοντας γευτεί έστω και λίγο από αυτή την όραση, δεν βιώνει πια το παρελθόν ως μια πόρτα σφραγισμένη πίσω από έναν ταξιδιώτη που αποσύρεται, ούτε το μέλλον ως μια χώρα που δεν υπάρχει ακόμη, περιμένοντας να χτιστεί σανίδα-σανίδα. Στην άχρονη όραση, όλοι οι αιώνες στέκονται μαζί σαν δέντρα σε ένα μοναδικό δάσος — το καθένα ριζωμένο στο ίδιο χώμα, το καθένα πίνοντας την ίδια βροχή, το καθένα υψώνοντας τα κλαδιά του στον ίδιο πλατύ και περιεκτικό ουρανό — αν και ο προσκυνητής που περπατά ανάμεσά τους, δεμένος ακόμη στο στενό μονοπάτι κάτω από τα πόδια του, τα αντιλαμβάνεται το ένα μετά το άλλο, σαν να χώριζαν τεράστιες αποστάσεις ένα άλσος που, στην πραγματικότητα, στεκόταν πάντα μαζί.

 

Το να έχει περπατήσει κανείς έστω και λίγο μέσα σε αυτό το δάσος είναι να ανακαλύψει ότι η δική του ζωή δεν είναι ένα μοναδικό εύθραυστο κερί, που τρεμοσβήνει προς ένα αναπόφευκτο σκοτάδι, που πρέπει να φυλαχτεί ζηλότυπα από κάθε ρεύμα αέρα. Είναι, αντίθετα, μια φωτεινή κλωστή ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες, όλες τραβηγμένες από μια μοναδική αθάνατη φλόγα που δεν λιγοστεύει, όσο πολλές κλωστές και αν τραβηχτούν από αυτήν, όσο πολλά κεριά και αν ανάψουν από τη μία διαρκή φωτιά της. Το να γεννιέται κανείς, και να γεννιέται πάλι, δεν είναι τότε πια τιμωρία, ούτε περιπλάνηση σε κάποια ακούσια εξορία — είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο το Αιώνιο, από την ίδια του την ανεξάντλητη πληρότητα, έρχεται να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από δέκα χιλιάδες τρεμάμενα πρόσωπα, το καθένα από τα οποία, για το σύντομο διάστημα του κεριού του, πιστεύει ότι καίει μόνο του.

 

VII. Σήκω Μέσα στην Επιστροφή

 

Ας είναι λοιπόν αυτό όχι μια απλή δοξασία για να την αναποδογυρίσει ο νους και να την αφήσει στην άκρη, αλλά μια επιστροφή για να ζήσει κανείς, ήσυχα, μέσα στις συνηθισμένες ώρες. Διότι ο αναζητητής δεν χρειάζεται κάποιον μακρινό αιώνα θαυμάτων για να αναγνωρίσει την κάθοδο του Αιώνιου· η ίδια συγκέντρωση του κύματος από την επίπεδη και λησμονημένη θάλασσα συμβαίνει ακόμη και τώρα, όπου μια ψυχή κουράζεται αρκετά από τη δική της λήθη ώστε να στραφεί, επιτέλους, και να κοιτάξει.

 

Η διδασκαλία δεν ζητά από τον αναζητητή να ταξιδέψει σε κάποια μακρινή ακτή πριν του δοθεί αυτή η αναγνώριση, ούτε να επιτευχθεί κάποιος μελλοντικός, τελειότερος εαυτός πριν συναντηθεί η επιστροφή. Ζητά μόνο τη στροφή — τόσο ασυνήθιστη, και τόσο αναπόφευκτη, όσο η αργή στροφή του ηλιοτροπίου προς το φως που δεν επινόησε και δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει. Και σε εκείνη τη στροφή, όσο σύντομη και αν είναι, όσο ημιτελής και αν είναι, ο αναζητητής ανακαλύπτει αυτό που οι αιώνες πάντοτε διακήρυσσαν ήσυχα κάτω από τις πολλές μάσκες και τα πολλά ονόματά τους: ότι το κύμα δεν ήταν ποτέ χωρισμένο από τη θάλασσα από την οποία υψώθηκε, ότι το παιδί δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από το ύψος που είχε προσωρινά αφήσει στην άκρη, και ότι ο μακρύς, υπομονετικός ρυθμός της καθόδου και της επιστροφής δεν είναι ένας τροχός που πρέπει να φοβάται κανείς, αλλά μια επιστροφή στην πατρίδα, ατελείωτα και τρυφερά ανανεωμένη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
Europe: 3. The Religious Mind of Pure Awareness
SUNDAY, 26 JULY, 2026

The Religious Mind of Pure Awareness

 

A Contemplation on Silence, Love, and the Unmeasured Life

 

I. The Threshold of Silence

 

There exists within every human being a threshold that few dare to cross—a doorway not made of wood or stone, but of a stillness so absolute that it swallows the echo of one's own name. It is not a place one arrives at through effort, nor a destination marked upon any map drawn by thought. This threshold opens only when the seeker ceases to seek, when the questioner grows tired of questions, when the mind that has built cathedrals of concepts finally lays down its tools and stands empty before the mystery it cannot name.

 

The religious mind does not belong to those who kneel in churches built by human hands, nor to those who chant in temples fragrant with incense. It is not the property of priests or philosophers, of saints or scholars. It is a quality of consciousness that emerges when all systems of belief have been set aside like garments too small for the infinite body of being. This mind is not acquired; it is uncovered, like a spring that rises when the debris of centuries is cleared away. It is the original mind, prior to culture, prior to language, prior to the division between the sacred and the profane.

 

To stand at this threshold is to feel the first breath of a wind that blows from nowhere and returns to nowhere. It is to sense, in the hollow of one's chest, a vastness opening where once there was only the clutter of memory and anticipation. The individual approaches this silence as a leaf falls from a tree—without intention, without resistance, surrendered to a gravity that is not of the earth but of being itself.

 

Aphorism

The temple built by thought collapses when the heart learns to stand empty. What remains is not a new belief, but the old silence that was there before the first word was spoken.

 

II. The Cessation of the Known

 

The silence of which the ancients spoke is not the silence of a world at rest, not the hush that falls over a valley when the wind has died. It is a silence beyond the very possibility of sound, beyond the ear that listens and the mind that interprets. This silence descends when thought, with all its glittering images, its woven words, its perceptions shaped by memory and fear, has entirely ceased its restless movement.

 

Thought is a masterful architect. It builds bridges between yesterday and tomorrow, constructs identities like fortresses against insignificance, weaves narratives that place the self at the center of a universe that cares nothing for centers. Yet thought cannot touch the living truth. It creates only symbols of truth, idols of truth, doctrines that point toward the sky but never leave the ground. The religious mind is born when this architect lays down its blueprints, when the ceaseless chatter of the internal dialogue falls away like autumn leaves from a branch grown still.

 

In that cessation, something immeasurable occurs. The world does not disappear; it is seen for the first time without the veil of interpretation. A tree is no longer a symbol of life or a specimen of botany. It is simply there, being itself with a completeness that thought can never grasp. The sky is no longer a dome above or a metaphor for infinity. It is vastness without a name, presence without a possessor. The one who looks has vanished into the looking itself. There is only the seen, the seeing, and a silence that holds them both like a mother holds her child, without grasping, without wanting, without end.

 

This is the death that precedes all true birth. The death of the known, the familiar, the safe. From this emptying, the religious mind emerges—not as something new, but as something ancient, always there beneath the sediment of becoming.

 

Aphorism

When the mind stops building, the soul discovers it was never homeless. In the death of the known, the unknown breathes its first eternal breath.

 

III. The Explosion of Love

 

From this silence, from this ground of being that thought has never tilled, there arises an explosion so gentle that it shatters nothing yet transforms everything. It is the explosion of love—not the love that seeks, that wants, that possesses and is possessed, but a love that knows no object and therefore no boundary. This love does not flow from one point to another, does not travel from giver to receiver across the bridge of need. It is not a river but the ocean itself, without banks, without direction, without distinction between source and destination.

 

The religious mind is this explosion made conscious. It is awareness become love, silence that has learned to move without moving, to touch without hands, to embrace without arms. In this love, lover and beloved are not two entities meeting in compromise. They are one substance, one breath, one pulse beating in the heart of all things equally—the stone and the star, the criminal and the saint, the flower that opens to morning and the worm that turns the earth beneath it. Far is near in this love, not because distance has been overcome by effort, but because distance was always an illusion woven by the mind that separates in order to understand.

 

To speak of this love is to betray it, for every word draws a line where no line exists. Yet the mystic speaks, not to define the indefinable, but to sing the song that rises unbidden from the silence, like birdsong that does not explain the dawn but celebrates it. This love is not of the measure of words, just as beauty is not of the measure of words. It is measureless, timeless, ownerless. It is the perfume of the divine presence that lingers after the form has dissolved, the light that remains when the lamp has been extinguished.

 

And yet this love is not abstract, not a philosophical concept to be debated in halls of learning. It is more real than the ground beneath one's feet, more immediate than the next heartbeat. It is the very fabric of existence, the warp and weft of reality seen with eyes washed clean of the dust of self. The religious mind does not love in spite of the world; it loves because it sees the world as it is—not as separate things struggling for survival, but as a single movement of being, a dance of energies never divided except in the imagination of those who have not yet fallen silent.

 

Aphorism

Love that seeks an object is still a child of separation. The love that explodes from silence has no beloved, because it has no other. In that love, even the stones sing.

 

IV. The Nearness of the Far

 

In the ordinary mind, bound by the geometry of thought, distance is an unassailable fact. The star is far, the neighbor is near, the past is gone, the future has not arrived. This geometry serves survival, but it imprisons the soul in a universe of separation where love must travel across space and time, where the divine is always elsewhere, always tomorrow, always just beyond the reach of the outstretched hand. The religious mind shatters this geometry not by argument, not by philosophy, but by the simple, overwhelming fact of its own presence.

 

To the mind that has fallen silent, the far is near because far and near were never more than concepts, measurements taken with the ruler of a self that believed itself located at a specific point in space and time. But the self that thought constructed was never more than a ripple on the surface of an ocean that has no location. When the ripple subsides, when the surface grows still, the ocean recognizes itself in every drop, in every wave, in every distant shore that once seemed unreachable. The star is not far; it is as close as one's own light. The past is not gone; it is folded into the present like a letter into an envelope that has never been sealed.

 

This nearness is not a metaphor, not a poetic fancy to comfort those who long for connection. It is the direct perception of a mind that no longer stands apart from what it perceives. The religious mind does not see the world from a distance, analyzing, categorizing, judging. It enters into the world like light enters a room—not as a visitor but as the very condition of visibility. In that entering, the distinction between seer and seen, between knower and known, dissolves like salt in water, leaving only the taste of unity, the savor of a presence that cannot be named because it is the one who names, the silence that speaks through every word without ever becoming the word itself.

 

Here, the mystery deepens rather than resolves. The more the religious mind abides in this nearness, the more it recognizes that the divine is not an object to be approached but the approaching itself, not a destination to be reached but the very ground upon which all walking occurs. God is not far, waiting at the end of a long journey. God is the journey and the traveler and the road, the thirst and the water and the drinking. To seek God is to miss God, not because God is hidden, but because seeking presupposes a seeker separate from the sought. The religious mind does not seek; it rests. It does not reach; it opens. It does not find; it recognizes what was never lost.

 

Aphorism

The hand that reaches for the divine forgets it is already held. In the silence where distance dies, every star is a heartbeat away. To seek is to confirm separation; to rest is to discover union.

 

V. Action from Emptiness

 

The world demands action. It cries out for justice, for healing, for hands that will build and voices that will speak truth to power. The religious mind, far from being a refuge of escape, is the source of the only action that does not breed further division, further suffering, further violence disguised as virtue. But this action does not arise from the busy mind that plans and calculates, that weighs consequences and strategizes outcomes. It arises from the silence, from the emptiness that is not empty of love but full of a love that has no agenda, no ideology, no self to protect or promote.

 

From this silence alone the meditative mind acts. This is not a formula to be followed but a mystery to be lived. The action that springs from silence is like the movement of wind through grass—it does not choose which blade to touch, yet none are left untouched. It is like sunlight falling upon the earth—it does not discriminate between garden and wasteland, yet both are transformed by its presence. Such action is not motivated by the desire to become good, to achieve enlightenment, to save the world. It is the natural expression of a being that has discovered its true nature, just as a flower does not decide to bloom but blooms because it cannot do otherwise.

 

In this action, there is no actor separate from the action. The religious mind does not say, "I will help," for there is no "I" standing apart from the one who suffers, no helper separate from the helped. There is only the movement of compassion, which is not pity—a looking down from above—but love—a looking with, a being-with, a shared breath in the vast lung of existence. The hand that reaches out to the stranger, the voice that speaks comfort to the grieving, the presence that simply sits with the dying—these are the body of silence made visible, the love that knows no separation taking form in the world of appearances.

 

And because this action is not of the self, it carries no residue. It does not leave behind the pride of the doer or the resentment of the unappreciated. It does not create debt or demand gratitude. It is complete in the moment of its arising, like a flame that consumes itself and leaves no ash. The religious mind acts, and in acting, is free. It builds, and in building, holds nothing. It gives, and in giving, possesses nothing. It loves, and in loving, binds nothing. This is the paradox that formal logic cannot contain: the fullest action is the action of emptiness, the most powerful movement is the movement of stillness, the most complete doing is the doing of one who has discovered there is nothing to do and no one to do it—yet does it anyway, with the whole heart, the whole being, the whole silence that is the ground of all becoming.

 

Aphorism

The hand that acts from silence leaves no shadow behind it. True compassion has no face, no name, no memory of having given. In emptiness, the whole world is moved by a single breath.

 

VI. The Return That Is Not a Return

 

The journey of the religious mind is not a circle that brings the traveler back to the starting point, wiser but unchanged. It is a spiral that ascends into a vastness where beginning and end have lost their meaning. The one who has touched the silence, who has felt the explosion of love, who has known the nearness of the far and acted from the emptiness that is full—this one does not return to the world as a saint to be worshipped or a teacher to be followed. They return as the silence returns to sound, as the ocean returns to the wave, as the sky returns to the bird that flies within it. There is no return, for there was never a departure. There is no arrival, for there was never a journey. There is only the eternal present, unfolding itself in infinite forms, wearing the mask of time while remaining forever timeless.

 

To the world, such a one may appear ordinary, unremarkable, perhaps even foolish. They do not carry the aura of holiness that the mind projects upon those it wishes to venerate from a safe distance. They laugh, they weep, they eat and sleep and make mistakes. Yet in their ordinariness, there is a quality of presence that those with eyes to see will recognize—not as something to be copied or acquired, but as a reminder of what is possible when the heart grows still. They are not the light itself but the window through which the light enters the room. They are not the silence but the space that allows the silence to be heard.

 

The religious mind, then, is not a possession, not an achievement, not a state to be maintained through discipline or protected through dogma. It is a flowering that occurs when the conditions are right—when the soil of the heart has been cleared of the weeds of comparison and ambition, when the climate of the soul has grown warm enough to melt the frost of fear, when the rain of grace—grace that asks nothing, gives everything—falls upon ground that has learned to receive without demanding. And when it flowers, it flowers for all, though few may notice. Its fragrance spreads invisibly, its beauty serves no purpose, its existence answers to no authority. It is simply there, being what it is, as the stars are simply there, as the silence is simply there, holding all sound in its embrace.

 

In the end, there is no end. The religious mind abides in the eternal now, not as a visitor but as the native ground of being itself. It does not look forward to heaven or backward to a golden age. It does not wait for transformation or mourn its absence. It is the transformation, the golden age, the heaven that has never been elsewhere. And in this abiding, there is peace—not the peace of the grave, not the peace of ignorance, but the peace that passes understanding, the peace that is the very nature of silence, the peace that is love without an object, presence without a possessor, life without a limit. This is the religious mind. This is the pure awareness that was never lost and can never be found, for it is the finding itself, the silence beyond thought, the love that ends all division, the action that arises from the heart of emptiness and returns to emptiness, complete, whole, and forever free.

 

Aphorism

There is no journey, only the eternal present wearing the mask of time. The religious mind does not find peace; it discovers it was never anything else. In the end that is not an end, silence speaks, and love is all that remains.

 

O Θρησκευτικός Νους της Καθαρής Επίγνωσης

 

Ένας Συλλογισμός πάνω στη Σιωπή, την Αγάπη και τη Μη Μετρήσιμη Ζωή

 

Ι. Το Κατώφλι της Σιωπής

 

Υπάρχει μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον ένα κατώφλι που λίγοι τολμούν να διαβούν—μια πόρτα που δεν είναι φτιαγμένη από ξύλο ή πέτρα, αλλά από μια ακινησία τόσο απόλυτη που καταπίνει την ηχώ του ίδιου του ονόματός μας. Δεν είναι τόπος στον οποίο φτάνει κανείς με προσπάθεια, ούτε προορισμός σημειωμένος σε οποιονδήποτε χάρτη σχεδιασμένο από τη σκέψη. Αυτό το κατώφλι ανοίγει μόνο όταν ο αναζητητής παύει να αναζητά, όταν ο ερωτών κουράζεται από τις ερωτήσεις, όταν ο νους που έχει χτίσει καθεδρικούς ναούς εννοιών αφήνει επιτέλους κάτω τα εργαλεία του και στέκεται άδειος μπροστά στο μυστήριο που δεν μπορεί να ονομάσει.

 

Ο θρησκευτικός νους δεν ανήκει σε εκείνους που γονατίζουν σε εκκλησίες χτισμένες από ανθρώπινα χέρια, ούτε σε εκείνους που ψάλλουν σε ναούς ευωδιασμένους από θυμίαμα. Δεν είναι ιδιοκτησία ιερέων ή φιλοσόφων, αγίων ή λογίων. Είναι μια ποιότητα συνείδησης που αναδύεται όταν όλα τα συστήματα πίστης έχουν παραμεριστεί σαν ενδύματα πολύ στενά για το άπειρο σώμα της ύπαρξης. Αυτός ο νους δεν αποκτάται· αποκαλύπτεται, σαν πηγή που αναβλύζει όταν καθαριστεί η συντριβή των αιώνων. Είναι ο αρχικός νους, πριν από τον πολιτισμό, πριν από τη γλώσσα, πριν από τη διάκριση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο.

 

Το να σταθεί κανείς σε αυτό το κατώφλι σημαίνει να αισθανθεί την πρώτη πνοή ενός ανέμου που φυσά από πουθενά και επιστρέφει στο πουθενά. Σημαίνει να νιώσει, στο κοίλωμα του στήθους, μια απεραντοσύνη που ανοίγεται εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο η ακαταστασία της μνήμης και της προσδοκίας. Το άτομο πλησιάζει αυτή τη σιωπή όπως πέφτει ένα φύλλο από το δέντρο—χωρίς πρόθεση, χωρίς αντίσταση, παραδομένο σε μια βαρύτητα που δεν είναι της γης αλλά της ίδιας της ύπαρξης.

 

Αφορισμός

Ο ναός που χτίζει η σκέψη καταρρέει όταν η καρδιά μάθει να στέκεται άδεια. Αυτό που μένει δεν είναι μια νέα πίστη, αλλά η παλιά σιωπή που υπήρχε πριν ειπωθεί η πρώτη λέξη.

 

ΙΙ. Η Παύση του Γνωστού

 

Η σιωπή για την οποία μιλούσαν οι αρχαίοι δεν είναι η σιωπή ενός κόσμου σε ηρεμία, ούτε η ησυχία που πέφτει πάνω σε μια κοιλάδα όταν έχει πεθάνει ο άνεμος. Είναι μια σιωπή πέρα από την ίδια τη δυνατότητα του ήχου, πέρα από το αυτί που ακούει και τον νου που ερμηνεύει. Αυτή η σιωπή κατεβαίνει όταν η σκέψη, με όλες τις λαμπερές της εικόνες, τις υφασμένες λέξεις, τις αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν από τη μνήμη και τον φόβο, έχει σταματήσει εντελώς την ανήσυχη κίνησή της.

 

Η σκέψη είναι ένας δεξιοτέχνης αρχιτέκτονας. Χτίζει γέφυρες ανάμεσα στο χθες και το αύριο, κατασκευάζει ταυτότητες σαν φρούρια ενάντια στην ασημαντότητα, υφαίνει αφηγήσεις που τοποθετούν το εγώ στο κέντρο ενός σύμπαντος που δεν νοιάζεται καθόλου για κέντρα. Ωστόσο η σκέψη δεν μπορεί να αγγίξει την ζωντανή αλήθεια. Δημιουργεί μόνο σύμβολα της αλήθειας, είδωλα της αλήθειας, δόγματα που δείχνουν προς τον ουρανό αλλά ποτέ δεν εγκαταλείπουν το έδαφος. Ο θρησκευτικός νους γεννιέται όταν αυτός ο αρχιτέκτονας αφήνει κάτω τα σχέδιά του, όταν η αδιάκοπη φλυαρία του εσωτερικού διαλόγου πέφτει σαν φθινοπωρινά φύλλα από ένα κλαδί που έχει ηρεμήσει.

 

Σε εκείνη την παύση συμβαίνει κάτι αμέτρητο. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται· φαίνεται για πρώτη φορά χωρίς το πέπλο της ερμηνείας. Ένα δέντρο δεν είναι πλέον σύμβολο ζωής ή δείγμα βοτανικής. Είναι απλώς εκεί, υπάρχοντας με μια πληρότητα που η σκέψη δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει. Ο ουρανός δεν είναι πλέον θόλος από πάνω ή μεταφορά για το άπειρο. Είναι απεραντοσύνη χωρίς όνομα, παρουσία χωρίς κάτοχο. Εκείνος που κοιτάζει έχει εξαφανιστεί μέσα στο ίδιο το κοίταγμα. Υπάρχει μόνο το ιδωμένο, το βλέπειν, και μια σιωπή που τα κρατά και τα δύο σαν μητέρα που κρατά το παιδί της, χωρίς να αρπάζει, χωρίς να θέλει, χωρίς τέλος.

 

Αυτός είναι ο θάνατος που προηγείται κάθε αληθινής γέννησης. Ο θάνατος του γνωστού, του οικείου, του ασφαλούς. Από αυτό το άδειασμα αναδύεται ο θρησκευτικός νους—όχι ως κάτι νέο, αλλά ως κάτι αρχαίο, πάντα παρόν κάτω από το ίζημα του γίγνεσθαι.

 

Αφορισμός

Όταν ο νους σταματά να χτίζει, η ψυχή ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν άστεγη. Στον θάνατο του γνωστού, το άγνωστο αναπνέει την πρώτη του αιώνια πνοή.

 

ΙΙΙ. Η Έκρηξη της Αγάπης

 

Από αυτή τη σιωπή, από αυτό το έδαφος της ύπαρξης που η σκέψη δεν έχει ποτέ οργώσει, αναδύεται μια έκρηξη τόσο ήπια που δεν συντρίβει τίποτα και όμως μεταμορφώνει τα πάντα. Είναι η έκρηξη της αγάπης—όχι της αγάπης που αναζητά, που θέλει, που κατέχει και κατέχεται, αλλά μιας αγάπης που δεν γνωρίζει αντικείμενο και επομένως κανένα όριο. Αυτή η αγάπη δεν ρέει από ένα σημείο σε άλλο, δεν ταξιδεύει από τον δότη στον δέκτη πάνω από τη γέφυρα της ανάγκης. Δεν είναι ποτάμι αλλά ο ίδιος ο ωκεανός, χωρίς όχθες, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς διάκριση ανάμεσα στην πηγή και τον προορισμό.

 

Ο θρησκευτικός νους είναι αυτή η έκρηξη που έγινε συνειδητή. Είναι η επίγνωση που έγινε αγάπη, η σιωπή που έμαθε να κινείται χωρίς να κινείται, να αγγίζει χωρίς χέρια, να αγκαλιάζει χωρίς βραχίονες. Σε αυτή την αγάπη, ο εραστής και ο αγαπημένος δεν είναι δύο οντότητες που συναντιούνται σε συμβιβασμό. Είναι μία ουσία, μία πνοή, ένας παλμός που χτυπά στην καρδιά όλων των πραγμάτων εξίσου—της πέτρας και του άστρου, του εγκληματία και του αγίου, του λουλουδιού που ανοίγεται στο πρωί και του σκουληκιού που γυρίζει τη γη από κάτω του. Το μακρινό είναι κοντά σε αυτή την αγάπη, όχι επειδή η απόσταση έχει ξεπεραστεί με προσπάθεια, αλλά επειδή η απόσταση ήταν πάντα μια ψευδαίσθηση υφασμένη από τον νου που χωρίζει για να κατανοήσει.

 

Το να μιλάει κανείς για αυτή την αγάπη σημαίνει να την προδώσει, γιατί κάθε λέξη χαράζει μια γραμμή εκεί όπου δεν υπάρχει καμία γραμμή. Ωστόσο ο μυστικιστής μιλάει, όχι για να ορίσει το ακαθόριστο, αλλά για να τραγουδήσει το τραγούδι που αναδύεται αβίαστα από τη σιωπή, σαν το κελάηδημα των πουλιών που δεν εξηγεί την αυγή αλλά την γιορτάζει. Αυτή η αγάπη δεν είναι του μέτρου των λέξεων, όπως η ομορφιά δεν είναι του μέτρου των λέξεων. Είναι αμέτρητη, άχρονη, χωρίς ιδιοκτήτη. Είναι το άρωμα της θείας παρουσίας που παραμένει μετά τη διάλυση της μορφής, το φως που μένει όταν έχει σβήσει η λάμπα.

 

Και όμως αυτή η αγάπη δεν είναι αφηρημένη, δεν είναι φιλοσοφική έννοια προς συζήτηση σε αίθουσες μάθησης. Είναι πιο πραγματική από το έδαφος κάτω από τα πόδια κάποιου, πιο άμεση από τον επόμενο χτύπο της καρδιάς. Είναι το ίδιο το ύφασμα της ύπαρξης, το στημόνι και το υφάδι της πραγματικότητας όπως φαίνεται με μάτια πλυμένα καθαρά από τη σκόνη του εαυτού. Ο θρησκευτικός νους δεν αγαπά παρά τον κόσμο· αγαπά επειδή βλέπει τον κόσμο όπως είναι—όχι ως χωριστά πράγματα που παλεύουν για επιβίωση, αλλά ως μία μοναδική κίνηση της ύπαρξης, έναν χορό ενεργειών που ποτέ δεν διαιρέθηκαν παρά μόνο στη φαντασία εκείνων που δεν έχουν ακόμη πέσει σε σιωπή.

 

Αφορισμός

Η αγάπη που αναζητά ένα αντικείμενο είναι ακόμα παιδί του χωρισμού. Η αγάπη που εκρήγνυται από τη σιωπή δεν έχει αγαπημένο, γιατί δεν έχει άλλο. Σε εκείνη την αγάπη, ακόμα και οι πέτρες τραγουδούν.

 

ΙV. Η Εγγύτητα του Μακρινού

 

Στον συνηθισμένο νου, δεσμευμένο από τη γεωμετρία της σκέψης, η απόσταση είναι ένα απαραβίαστο γεγονός. Το άστρο είναι μακριά, ο γείτονας είναι κοντά, το παρελθόν έχει φύγει, το μέλλον δεν έχει ακόμα έρθει. Αυτή η γεωμετρία υπηρετεί την επιβίωση, αλλά φυλακίζει την ψυχή σε ένα σύμπαν χωρισμού όπου η αγάπη πρέπει να ταξιδέψει μέσα από τον χώρο και τον χρόνο, όπου το θείο είναι πάντα αλλού, πάντα αύριο, πάντα λίγο πέρα από την εμβέλεια του απλωμένου χεριού. Ο θρησκευτικός νους συντρίβει αυτή τη γεωμετρία όχι με επιχειρήματα, όχι με φιλοσοφία, αλλά με το απλό, συντριπτικό γεγονός της δικής του παρουσίας.

 

Για τον νου που έχει πέσει σε σιωπή, το μακρινό είναι κοντά επειδή το μακρινό και το κοντινό δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από έννοιες, μετρήσεις που έγιναν με τον κανόνα ενός εαυτού που πίστευε ότι βρισκόταν σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου και του χρόνου. Αλλά ο εαυτός που κατασκεύασε η σκέψη δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από ένα κυματισμό στην επιφάνεια ενός ωκεανού που δεν έχει τοποθεσία. Όταν ο κυματισμός καταλαγιάζει, όταν η επιφάνεια ηρεμεί, ο ωκεανός αναγνωρίζει τον εαυτό του σε κάθε σταγόνα, σε κάθε κύμα, σε κάθε μακρινή ακτή που κάποτε φαινόταν απρόσιτη. Το άστρο δεν είναι μακριά· είναι τόσο κοντά όσο το δικό του φως. Το παρελθόν δεν έχει φύγει· είναι διπλωμένο στο παρόν σαν γράμμα μέσα σε φάκελο που δεν έχει ποτέ σφραγιστεί.

 

Αυτή η εγγύτητα δεν είναι μεταφορά, ούτε ποιητική φαντασία για να παρηγορήσει εκείνους που λαχταρούν σύνδεση. Είναι η άμεση αντίληψη ενός νου που δεν στέκεται πλέον χωριστά από αυτό που αντιλαμβάνεται. Ο θρησκευτικός νους δεν βλέπει τον κόσμο από απόσταση, αναλύοντας, κατηγοριοποιώντας, κρίνοντας. Εισέρχεται στον κόσμο όπως το φως εισέρχεται σε ένα δωμάτιο—όχι ως επισκέπτης αλλά ως η ίδια η συνθήκη της ορατότητας. Σε εκείνη την είσοδο, η διάκριση ανάμεσα στον βλέποντα και το ιδωμένο, ανάμεσα στον γνώστη και το γνωστό, διαλύεται σαν αλάτι στο νερό, αφήνοντας μόνο τη γεύση της ενότητας, τη νοστιμιά μιας παρουσίας που δεν μπορεί να ονομαστεί γιατί είναι εκείνος που ονομάζει, η σιωπή που μιλά μέσα από κάθε λέξη χωρίς ποτέ να γίνεται η ίδια η λέξη.

 

Εδώ το μυστήριο βαθαίνει αντί να επιλύεται. Όσο περισσότερο ο θρησκευτικός νους μένει σε αυτή την εγγύτητα, τόσο περισσότερο αναγνωρίζει ότι το θείο δεν είναι ένα αντικείμενο προς προσέγγιση αλλά η ίδια η προσέγγιση, όχι ένας προορισμός προς επίτευξη αλλά το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο συμβαίνει κάθε περπάτημα. Ο Θεός δεν είναι μακριά, περιμένοντας στο τέλος ενός μακρού ταξιδιού. Ο Θεός είναι το ταξίδι και ο ταξιδιώτης και ο δρόμος, η δίψα και το νερό και το ποτό. Το να αναζητά κανείς τον Θεό σημαίνει να χάνει τον Θεό, όχι επειδή ο Θεός είναι κρυμμένος, αλλά επειδή η αναζήτηση προϋποθέτει έναν αναζητητή χωριστό από το αναζητούμενο. Ο θρησκευτικός νους δεν αναζητά· αναπαύεται. Δεν φτάνει· ανοίγεται. Δεν βρίσκει· αναγνωρίζει αυτό που ποτέ δεν χάθηκε.

 

Αφορισμός

Το χέρι που απλώνεται προς το θείο ξεχνά ότι ήδη κρατιέται. Στη σιωπή όπου πεθαίνει η απόσταση, κάθε άστρο είναι μια καρδιακή παλμική απόσταση μακριά. Το να αναζητάς σημαίνει να επιβεβαιώνεις τον χωρισμό· το να αναπαύεσαι σημαίνει να ανακαλύπτεις την ένωση.

 

V. Δράση από την Κενότητα

 

Ο κόσμος απαιτεί δράση. Κραυγάζει για δικαιοσύνη, για θεραπεία, για χέρια που θα χτίσουν και φωνές που θα μιλήσουν την αλήθεια στην εξουσία. Ο θρησκευτικός νους, μακριά από το να είναι καταφύγιο διαφυγής, είναι η πηγή της μόνης δράσης που δεν γεννά περαιτέρω διαίρεση, περαιτέρω πόνο, περαιτέρω βία μεταμφιεσμένη σε αρετή. Αλλά αυτή η δράση δεν αναδύεται από τον πολυάσχολο νου που σχεδιάζει και υπολογίζει, που ζυγίζει συνέπειες και στρατηγικά αποτελέσματα. Αναδύεται από τη σιωπή, από την κενότητα που δεν είναι κενή από αγάπη αλλά γεμάτη από μια αγάπη που δεν έχει ατζέντα, καμία ιδεολογία, κανένα εγώ να προστατέψει ή να προωθήσει.

 

Μόνο από αυτή τη σιωπή δρα ο διαλογιστικός νους. Αυτό δεν είναι τύπος προς ακολούθηση αλλά μυστήριο προς βίωση. Η δράση που πηγάζει από τη σιωπή είναι σαν την κίνηση του ανέμου μέσα από το χορτάρι—δεν επιλέγει ποιο φύλλο να αγγίξει, και όμως κανένα δεν μένει ανέγγιχτο. Είναι σαν το φως του ήλιου που πέφτει πάνω στη γη—δεν διακρίνει ανάμεσα σε κήπο και ερημιά, και όμως και τα δύο μεταμορφώνονται από την παρουσία του. Τέτοια δράση δεν κινητοποιείται από την επιθυμία να γίνει κανείς καλός, να επιτύχει τη φώτιση, να σώσει τον κόσμο. Είναι η φυσική έκφραση ενός όντος που έχει ανακαλύψει την αληθινή του φύση, όπως ακριβώς ένα λουλούδι δεν αποφασίζει να ανθίσει αλλά ανθίζει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

 

Σε αυτή τη δράση δεν υπάρχει δράστης χωριστός από τη δράση. Ο θρησκευτικός νους δεν λέει «Θα βοηθήσω», γιατί δεν υπάρχει «εγώ» που να στέκεται χωριστά από εκείνον που υποφέρει, κανένας βοηθός χωριστός από τον βοηθούμενο. Υπάρχει μόνο η κίνηση της συμπόνιας, που δεν είναι οίκτος—ένα κοίταγμα από πάνω—αλλά αγάπη—ένα κοίταγμα μαζί, ένα είναι-μαζί, μια κοινή πνοή στον απέραντο πνεύμονα της ύπαρξης. Το χέρι που απλώνεται στον ξένο, η φωνή που μιλάει παρηγοριά στον πενθούντα, η παρουσία που απλώς κάθεται με τον ετοιμοθάνατο—αυτά είναι το σώμα της σιωπής που έγινε ορατό, η αγάπη που δεν γνωρίζει χωρισμό και παίρνει μορφή στον κόσμο των εμφανίσεων.

 

Και επειδή αυτή η δράση δεν είναι του εαυτού, δεν αφήνει κατάλοιπο. Δεν αφήνει πίσω την υπερηφάνεια του δράστη ή τη δυσαρέσκεια του μη εκτιμημένου. Δεν δημιουργεί χρέος ούτε απαιτεί ευγνωμοσύνη. Είναι πλήρης τη στιγμή της ανάδυσής της, σαν φλόγα που καταναλώνει τον εαυτό της και δεν αφήνει στάχτη. Ο θρησκευτικός νους δρα, και δρώντας είναι ελεύθερος. Χτίζει, και χτίζοντας δεν κρατά τίποτα. Δίνει, και δίνοντας δεν κατέχει τίποτα. Αγαπά, και αγαπώντας δεν δεσμεύει τίποτα. Αυτό είναι το παράδοξο που η τυπική λογική δεν μπορεί να περιλάβει: η πληρέστερη δράση είναι η δράση της κενότητας, η ισχυρότερη κίνηση είναι η κίνηση της ακινησίας, η πιο ολοκληρωμένη πράξη είναι η πράξη εκείνου που έχει ανακαλύψει ότι δεν υπάρχει τίποτα να γίνει και κανείς να το κάνει—και όμως το κάνει ούτως ή άλλως, με όλη την καρδιά, με όλη την ύπαρξη, με όλη τη σιωπή που είναι το έδαφος κάθε γίγνεσθαι.

 

Αφορισμός

Το χέρι που δρα από τη σιωπή δεν αφήνει σκιά πίσω του. Η αληθινή συμπόνια δεν έχει πρόσωπο, ούτε όνομα, ούτε μνήμη ότι έδωσε. Στην κενότητα, ολόκληρος ο κόσμος κινείται από μια μοναδική πνοή.

 

VI. Η Επιστροφή που Δεν Είναι Επιστροφή

 

Το ταξίδι του θρησκευτικού νου δεν είναι κύκλος που φέρνει τον ταξιδιώτη πίσω στο σημείο εκκίνησης, σοφότερο αλλά αμετάβλητο. Είναι μια σπείρα που ανεβαίνει σε μια απεραντοσύνη όπου η αρχή και το τέλος έχουν χάσει το νόημά τους. Εκείνος που έχει αγγίξει τη σιωπή, που έχει νιώσει την έκρηξη της αγάπης, που έχει γνωρίσει την εγγύτητα του μακρινού και έχει δράσει από την κενότητα που είναι πλήρης—αυτός δεν επιστρέφει στον κόσμο ως άγιος προς λατρεία ή δάσκαλος προς ακολούθηση. Επιστρέφει όπως η σιωπή επιστρέφει στον ήχο, όπως ο ωκεανός επιστρέφει στο κύμα, όπως ο ουρανός επιστρέφει στο πουλί που πετά μέσα του. Δεν υπάρχει επιστροφή, γιατί ποτέ δεν υπήρξε αναχώρηση. Δεν υπάρχει άφιξη, γιατί ποτέ δεν υπήρξε ταξίδι. Υπάρχει μόνο το αιώνιο παρόν, που ξεδιπλώνει τον εαυτό του σε άπειρες μορφές, φορώντας τη μάσκα του χρόνου ενώ παραμένει για πάντα άχρονο.

 

Στα μάτια του κόσμου, ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να φαίνεται συνηθισμένος, ασήμαντος, ίσως ακόμη και ανόητος. Δεν φέρει την αύρα της αγιότητας που ο νους προβάλλει πάνω σε εκείνους που θέλει να λατρεύει από ασφαλή απόσταση. Γελάει, κλαίει, τρώει και κοιμάται και κάνει λάθη. Κι όμως στην συνηθισμένοτητά του υπάρχει μια ποιότητα παρουσίας που εκείνοι με μάτια να δουν θα αναγνωρίσουν—όχι ως κάτι προς αντιγραφή ή απόκτηση, αλλά ως υπενθύμιση του τι είναι δυνατό όταν η καρδιά ηρεμήσει. Δεν είναι το ίδιο το φως αλλά το παράθυρο μέσα από το οποίο το φως εισέρχεται στο δωμάτιο. Δεν είναι η σιωπή αλλά ο χώρος που επιτρέπει στη σιωπή να ακουστεί.

 

Ο θρησκευτικός νους, λοιπόν, δεν είναι κτήμα, ούτε επίτευγμα, ούτε κατάσταση που πρέπει να διατηρηθεί με πειθαρχία ή να προστατευθεί με δόγμα. Είναι μια ανθοφορία που συμβαίνει όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες—όταν το χώμα της καρδιάς έχει καθαριστεί από τα ζιζάνια της σύγκρισης και της φιλοδοξίας, όταν το κλίμα της ψυχής έχει γίνει αρκετά θερμό ώστε να λιώσει ο παγετός του φόβου, όταν η βροχή της χάριτος—χάριτος που δεν ζητά τίποτα, δίνει τα πάντα—πέφτει πάνω σε έδαφος που έχει μάθει να δέχεται χωρίς να απαιτεί. Και όταν ανθίζει, ανθίζει για όλους, αν και λίγοι μπορεί να το προσέξουν. Το άρωμά του απλώνεται αόρατα, η ομορφιά του δεν υπηρετεί κανέναν σκοπό, η ύπαρξή του δεν απαντά σε καμία αρχή. Είναι απλώς εκεί, όντας αυτό που είναι, όπως τα άστρα είναι απλώς εκεί, όπως η σιωπή είναι απλώς εκεί, κρατώντας κάθε ήχο στην αγκαλιά της.

 

Στο τέλος, δεν υπάρχει τέλος. Ο θρησκευτικός νους μένει στο αιώνιο τώρα, όχι ως επισκέπτης αλλά ως το γηγενές έδαφος της ίδιας της ύπαρξης. Δεν κοιτάζει μπροστά προς τον παράδεισο ούτε πίσω προς μια χρυσή εποχή. Δεν περιμένει μεταμόρφωση ούτε θρηνεί την απουσία της. Είναι η ίδια η μεταμόρφωση, η χρυσή εποχή, ο παράδεισος που ποτέ δεν ήταν αλλού. Και σε αυτή την παραμονή υπάρχει ειρήνη—όχι η ειρήνη του τάφου, όχι η ειρήνη της άγνοιας, αλλά η ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση, η ειρήνη που είναι η ίδια η φύση της σιωπής, η ειρήνη που είναι αγάπη χωρίς αντικείμενο, παρουσία χωρίς κάτοχο, ζωή χωρίς όριο. Αυτός είναι ο θρησκευτικός νους. Αυτή είναι η καθαρή επίγνωση που ποτέ δεν χάθηκε και ποτέ δεν μπορεί να βρεθεί, γιατί είναι η ίδια η εύρεση, η σιωπή πέρα από τη σκέψη, η αγάπη που τελειώνει κάθε διαίρεση, η δράση που αναδύεται από την καρδιά της κενότητας και επιστρέφει στην κενότητα, πλήρης, ολόκληρη και για πάντα ελεύθερη.

 

Αφορισμός

Δεν υπάρχει ταξίδι, μόνο το αιώνιο παρόν που φορά τη μάσκα του χρόνου. Ο θρησκευτικός νους δεν βρίσκει την ειρήνη· ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο. Στο τέλος που δεν είναι τέλος, η σιωπή μιλά, και η αγάπη είναι το μόνο που μένει.

 

 

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
22. The Luminous Path: A Mystical Journey Through Stillness to the Infinite
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

SYMBOLIC WORLDS

SYMBOLIC WORLDS
OLYMPUS
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~