CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
20. The Non-Path of True Enlightenment
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
8. The Path Beyond Perception: A Mystical Journey to Full Awakening

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
8. Το Μονοπάτι πέρα από την αντίληψη: Ένα μυστικιστικό ταξίδι στην πλήρη αφύπνιση

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 21 March, 2026

Sunday, May 29, 2022

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ «ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ»

 Προοίμιο

Η Αληθινή Γνώση του Όντος

Η Παγκόσμια Αυταπάτη

Ο «Ταυτισμός» με το «περιεχόμενο», το εγώ, η περιορισμένη δράση

Η «Απελευθέρωση» από το «νοητικό περιεχόμενο» κι η υπάρβαση του εγώ στην Απεραντοσύνη



Η Αντίληψη δεν «ταυτίζεται» με κανένα «περιεχόμενο» με καμία ιδέα, ιδιότητα, η συμπεριφορά. 

Είναι η «εμμονή» στην «μνήμη», στην «γνώση», που διατηρεί την φλόγα της περιορισμένης ύπαρξης.


Προοίμιο

Η Συνείδηση Είναι Μία και Μόνο. Κάθε «Συνείδηση», έστω κι αν εμφανίζεται σαν «Διαφοροποιημένη» είναι στην πραγματικότητα Αυτή η Μία Συνείδηση που λειτουργεί μέσα από κάποιους περιοριστικούς όρους και σε ιδιαίτερες συνθήκες, σε περιορισμένες καταστάσεις. Η Συνείδηση  Αναγνωρίζεται από τον Εαυτό της σαν Επίγνωση, Γνώση, σαν Ανεξάντλητη «Παραγωγική Δύναμη Γνώσης» και σαν «Χωρίς Περιορισμούς Δημιουργική Δύναμη Ιδιαίτερων Αντιλήψεων» που υποστασιοποιούνται. Έτσι Εμφανίζονται τα διάφορα «Υποκειμενικά» και αντικειμενικά φαινόμενα.

Η Κυριότερη (αλλά όχι μοναδική) Λειτουργία της Συνείδησης είναι η Αντίληψη, (γι’ αυτό και οι όροι συχνά «ταυτίζονται», όχι οντολογικά αλλά γνωσιολογικά). Τι είναι Αντίληψη; Είναι η γνώση, η αναγνώριση, η «πληροφόρηση» για «κάτι». Αυτό μπορεί να γίνεται με άμεση αίσθηση, με παραγωγική διαδικασία ή με έμμεση πληροφόρηση μέσω καταλλήλου οργάνου από εξωτερικές πηγές (όπως στην περίπτωση που η Συνείδηση είναι ενσωματωμένη και δέχεται μέσω του «φορέα» τις πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο. Με άλλα λόγια η Αντίληψη είναι μια «γενική λειτουργία» της Συνείδησης που υφίσταται είτε υπάρχει κάποιος εξωτερικός φορέας είτε όχι. Δεν περιορίζεται δηλαδή μόνο στην εξωτερική αντίληψη. 

Με αυτή την έννοια η Αντίληψη είναι η «Όραση» της Συνείδησης. Έτσι η Συνείδηση μπορεί να Αντιλαμβάνεται, να «Ορά», να «Βλέπει», το Ανεξιχνίαστο Μυστήριο της Ύπαρξής της, την «Αντικειμενική Παρουσία» της, την Παρουσία της μέσα στον Χώρο, την Παρουσία της μέσα στον Χρόνο και σε ιδιαίτερες καταστάσεις στους κόσμους του Χρόνου.

Η Αντίληψη, έτσι όπως περιγράφεται, είναι μια Λειτουργία, η «Όραση». Σαν τέτοια δεν ταυτίζεται με το «περιεχόμενό» της. Αυτό έχει τεράστια σημασία κι ένα βαθύ νόημα γιατί υποδηλώνει την «Ανεξαρτησία» της Συνείδησης, της Αντίληψης, από οποιεσδήποτε ιδιαίτερες καταστάσεις βιώνει η Συνείδηση μέσα στην Δημιουργία. Ταυτόχρονα αποκαλύπτει και τον Δρόμο της Απελευθέρωσης της «Διαφοροποιημένης Συνείδησης» που νομίζει ότι δεσμεύεται κάπου.

Να πούμε ακόμα ότι για την «Διαφοροποιημένη» Ενσωματωμένη Συνείδηση ασφαλώς υπάρχουν στο «περιεχόμενό» της κάποια «σταθερά στοιχεία» όπως  η «Ύπαρξη», η «Αντικειμενική Παρουσία», η Παρουσία στον Χώρο, η Ατομική Παρουσία στον Χρόνο. Όμως όλο το περιεχόμενο που αφορά την ζωή μέσα στον χρόνο δεν είναι σταθερό και αλλάζει. Ο κύκλος των μετενσωματώσεων αφορά ακριβώς την ζωή στους κατώτερους κόσμους του Χρόνου (τον νοητικό κόσμο, τον ενεργειακό κόσμο, τον κόσμο των υλικών φαινομένων). Η Απελευθέρωση αφορά την  Έξοδο από τους κόσμους του Χρόνου. Η «Εξέλιξη» στους Ανώτερους, πιο «Εσωτερικούς» Κόσμους είναι ένα άλλο θέμα.

Ακόμα, χαρακτηρίζοντας την Αντίληψη σαν «Όραση» θα πρέπει να πούμε ότι αυτά που «συλλαμβάνει η «Όραση» (είτε Άμεσα την Ίδια την Ουσία, είτε όσα Δημιουργεί, είτε τα «αντικείμενα») είναι Φως, Διαφοροποιήσεις του Φωτός, Φαινόμενα του Φωτός. Η Υπέρτατη Κατάσταση της Ουσίας Είναι το Πρωταρχικό Φως, το Αδιαφοροποίητο Υπερκόσμιο Φως, το Φως το Αληθινό. Όλα τα άλλα είναι «Διαβαθμίσεις του Φωτός».

Το Φως Είναι Ενέργεια, Υπερκόσμια Ενέργεια Ασύλληπτης Ισχύος. Το υλικό φως (του ήλιου, η της πυρηνικής ενέργειας) είναι το ελάχιστο.

Επίσης η  «Καθαρή Όραση» χαρακτηρίζεται σαν «Φώτιση» Αυτό έχει και  κυριολεκτική και συμβολική σημασία.

Τέλος, η Ορθή Αντίληψη, η «Καθαρή Όραση» ονομάζεται Λόγος. Για αυτό ο Λόγος σε κάποιες Παραδόσεις (Ηράκλειτος, Στωικοί, Χριστιανισμός) θεωρείται η Αρχή της Δημιουργίας. Είναι ακόμα η Βάση του Ορθολογικού Λογισμού, της καθαρής σκέψης.


 Η Αληθινή Γνώση του Όντος

Υπάρχει Μία και Μόνο Συνείδηση. Είναι ακριβώς η Βασική Λειτουργία της Συνείδησης, η Αντίληψη, που δίνει την Δυνατότητα να Εμφανίζονται όλα τα Φαινόμενα (Υποκειμενικά και «αντικειμενικά»). Με την Διαφοροποίηση της Αντίληψης, δηλαδή του «περιεχομένου» της παίρνουν «υπόσταση» όλα τα φαινόμενα.

Κάθε Συνείδηση (οποιαδήποτε συνείδηση) δεν είναι παρά Αντανάκλαση της Μιας Συνείδησης (του Όλου) μέσα στις ιδιαίτερες «συνθήκες» της Δημιουργίας. Όλα αυτά έχουν εξηγηθεί σε προηγούμενες ομιλίες μας (ανατρέξτε εκεί). Κάθε Συνείδηση είναι Αντίληψη (με την έννοια που περιγράψαμε πιο πάνω). Κι η Αντίληψη είναι μια εγγενής υπερβατική λειτουργία της Συνείδησης και δεν εξαρτάται από εξωτερικές συνθήκες ή υλικό φορέα (ή πρόσληψη πληροφοριών από έναν «αντικειμενικό» κόσμο). Η Αντίληψη είναι απλά «Όραση». Είναι ανεξάρτητη από το «περιεχόμενό» της. Όπως εξηγήσαμε υπάρχουν στο «περιεχόμενο» της Αντίληψης κάποιες «Σταθερές» αλλά το «περιεχόμενο» που υπόκειται στον χρόνο δεν είναι σταθερό  και μπορεί και αλλάζει.

Ας το εξηγήσουμε αυτό πρακτικά. Η Συνείδηση-Αντίληψη (όταν είναι Ενσωματωμένη) στην Φυσική της Κατάσταση είναι Αφυπνισμένη (σε Αληθινή Εγρήγορση), Εδώ, Τώρα. Όλες οι λειτουργίες της εκδηλώνονται φυσικά, ανεμπόδιστα. Η επίγνωση τα αγκαλιάζει όλα σε μια ενότητα και δεν υπάρχει «απόσταση» ανάμεσα σε εμάς και τα πράγματα. Η σκέψη (σαν εσωτερικοποίηση των παραστάσεων, σαν εννοιοποίηση των «πραγμάτων» και φυσικός συσχετισμός των πραγμάτων, κλπ.) λειτουργεί απρόσκοπτα. Η μνήμη λειτουργεί αντικειμενικά. Οι αισθήσεις είναι σε πραγματική επαφή με τον εξωτερικό κόσμο. Όλα λειτουργούν, απλώς λειτουργούν. Σε αυτή της «κατάσταση» (την ζωή όπως εξελίσσεται) δεν υπάρχουν προσωπικές εμπειρίες, συσσώρευση προσωπικών μνημών, γνώσεων, εμπειριών. Η ζωή δεν αφήνει «ίχνη». Ανασαίνει στο Παρόν κι εξαντλείται στην Στιγμή.

Εδώ, στην «κατάσταση» που περιγράψαμε (και κάποιοι ίσως βλέπουν τις «ομοιότητες» με αυτό που ονομάζουν «Διαλογισμό») η Συνείδηση-Αντίληψη δεν ταυτίζεται με το «περιεχόμενό» της. Το «περιεχόμενο» ρέει συνεχώς, ανανεώνεται κάθε στιγμή και δεν «δένεται» στον χρόνο. Η Συνείδηση-Αντίληψη είναι Ανεξάρτητη, Ελεύθερη από το «περιεχόμενο». Ζει στο Απόλυτο Παρόν και δεν δεσμεύεται από τον Χρόνο.

Ασφαλώς, αυτό που περιγράφουμε είναι μια «κατάσταση» που λίγοι βιώνουν ή μπορούν να βιώσουν, Είναι για κάποιους μια ιδανική κατάσταση αλλά όχι κάτι που ζουν. Στην πραγματικότητα αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι ότι η Συνείδηση-Αντίληψη είναι ή μπορεί να είναι, όντως, ανεξάρτητη από το «περιεχόμενό» της. Αυτή η δυνατότητα είναι εγγενής σε κάθε συνείδηση, σε κάθε άνθρωπο.

Έτσι, για να αναδυθούμε στην Αληθινή Γνώση της Ίδιας της Φύσης μας που λειτουργεί εδώ σαν Αντίληψη, για να Γνωρίσουμε τον Εαυτό μας, σαν Αντίληψη, πρέπει να κατανοήσουμε τι είναι η Αντίληψη και τι σχέση έχει με το «περιεχόμενό» της. Είναι μια σχέση παροδική με ό,τι σχετίζεται με τον χρόνο. Αυτό μπορεί στον καθένα να Ανοίξει τον Δρόμο προς την Απελευθέρωση και μετά την Ολοκλήρωση στο Όλον (πέρα από κάθε «Διαφοροποίηση», στην  Πλήρη Συνειδητοποίηση ότι Είμαστε η Μία Συνείδηση, δηλαδή στην Πλήρη Αφύπνιση).

Οι περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη ζουν με ένα τρόπο διαφορετικό από αυτόν που περιγράψαμε, τόσο κοινό που όλοι γνωρίζουν για τι πράγμα μιλάμε. Είναι «ταυτισμένοι» με το «περιεχόμενο» της αντίληψής τους, το οποίο συγκροτείται από προκαταλήψεις, λανθασμένους συλλογισμούς και συμπεράσματα, ανόητες δοξασίες. Γιατί ζουν έτσι; Επειδή «εκπαιδεύονται» να ζουν έτσι.


Η Παγκόσμια Αυταπάτη

Υπάρχει Μία και Μόνο Συνείδηση. Ό,τι Εμφανίζεται (Υποκειμενικά κι Αντικειμενικά Φαινόμενα) στην «Δημιουργία» δεν είναι παρά «Αντανακλάσεις» του Ενός Όλου μέσα στην «Κίνηση» της Αντίληψης, τελικά ένα Νοητικό Φαινόμενο. Όλα είναι «Αντανακλάσεις» του Όλου μέσα σε ιδιαίτερες συνθήκες και περιορισμούς. Κάθε Συνείδηση, κάθε ον δεν είναι παρά το Όλον μέσα στην «ιδιαιτερότητά» του. Ακόμα και ένας κόκκος σκόνης δεν είναι παρά το Όλον μέσα στην συγκεκριμένη παρουσία του.

Όλα είναι Αυτό το Ίδιο το Όλον κι Όλα «εξελίσσονται προς την Ολοκλήρωσή τους στο Όλον (προς την Ανάδυση στο Όλον).

Υπάρχουν εκατομμύρια κατοικημένοι πλανήτες στο Σύμπαν με διάφορα όντα (κι ίσως άγνωστης «σύνθεσης»). Υπάρχουν όντα σε διαφορετικά στάδια «εξέλιξης»  κι ασφαλώς όντα περισσότερο εξελιγμένα από τους γήινους. Η «εξέλιξη» στον πλανήτη γη βρίσκεται ακόμα σε πολύ πρώιμο στάδιο. Παρότι υπάρχουν χιλιετηρίδες ιστορίας πίσω μας και παρόλο τον δήθεν πολιτισμό μας και την τεχνολογική ανάπτυξη εξακολουθούμε να είμαστε «άγριοι». Αυτό φαίνεται από την διεθνή πολιτική κατάσταση, από το «επίπεδο» των κοινωνιών μας και από την νοητική κατάσταση της ανθρωπότητας. Κοινωνίες της αδικίας και της ανισότητας, του πλούτου και της εξαθλίωσης κι άνθρωποι μέσα στην άγνοια που χειραγωγούνται σαν ζώα, αυτός είναι ο σύγχρονος κόσμος. Έτσι ήταν πάντα και θα είναι για χιλιετίες ακόμα.

Οι άνθρωποι, σε ολόκληρο τον πλανήτη, είναι «άγριοι» κι αναθρέφουν «άγριους» ανθρώπους. Κάθε παιδί που γεννιέται στον κόσμο, μέσα από την «κοινωνικοποίησή» του γίνεται ότι είναι κι οι άλλοι. Δύσκολα ξεφεύγει κάποιος από το «πλήθος».

Στην πραγματικότητα, αν Όλα είναι «Αντανακλάσεις» του Ενός (του Παντός) μέσα στην Ρέουσα Φαινομενικότητα, τότε Όλα, Κάθε Ον, κάθε Συνείδηση (σαν «Αντανάκλαση» του Όλου) φέρνει εγγενώς, Μέσα της, όλες τις Δυνάμεις και τις Δυνατότητες του Όλου και την Σίγουρη Προοπτική να Αναδυθεί στο Όλον. Αυτή η «Συνειδητοποίηση», η Ανάδυση στο Όλον, η Απελευθέρωση από όλους τους περιορισμούς, της ζωής, του Χρόνου, του Χώρου, της Περιορισμένης Ύπαρξης, είναι η Υπέρτατη Γνώση, η Υπέρτατη Ζωή, η Υπέρτατη «Επίτευξη». Η Αληθινή Αυτογνωσία, η Γνώση (κι η «Εμπειρία») της Αληθινής,  Απέραντης,  Άχρονης κι Άχωρης κι Αδημιούργητης Φύσης μας είναι η Πραγματική Ολοκλήρωση του» Όντος». 

Εν τούτοις ελάχιστα όντα, ελάχιστοι άνθρωποι στον πλανήτη μπορούν να αναγνωρίσουν και να Βιώσουν την Αληθινή Υπερβατική Φύση τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι βυθισμένοι μέσα στο παγκόσμιο συλλογικό όνειρο της ανθρωπότητας που μέσα στην άγνοια αντιλαμβάνεται διαφορετικά κι επιβάλλει την παγκόσμια αμάθεια σαν επιστήμη, γνώση, παιδεία, κρατώντας το «ανθρώπινο είδος» χαμηλά, εμποδίζοντάς το να «εξελιχθεί».

Η Αληθινή Γνώση είναι η Γνώση του Εαυτού (το «γνώθι σ’ αυτόν» με την Μυστική Δελφική Έννοια). Η Αληθινή Υπέρτατη Επιστήμη είναι η «Αληθινή Ανθρωπολογία», που αναγνωρίζει τον Πραγματικό Οντολογικό, Γνωσιολογικό και Ηθικό Χαρακτήρα του Ανθρώπου που Βαδίζει προς την Ολοκλήρωση, που Διαφωτίζει την ανθρώπινη νοημοσύνη και Καθοδηγεί προς την Υπέρτατη Ζωή της Ελευθερίας. Όλες οι άλλες Γνώσεις κι επιστήμες είναι δευτερεύουσες κι ίσως ασήμαντες γιατί δεν σε κάνουν άνθρωπο. Δείτε το παγκόσμιο εκπαιδευτικό σύστημα, παράγει «επιστήμονες» αλλά δεν δημιουργεί αληθινούς ανθρώπους. Σίγουρα υπάρχει κάτι «σάπιο» στο βασίλειο της ανθρώπινης εκπαίδευσης.

Έτσι, οι κοινωνίες, μέσα στην αμάθειά τους, αναπαράγουν την αμάθεια, την ελλιπή γνώση και σέρνονται σαν τα φίδια στην σκόνη της ιστορίας. Δεν μπορούν να πετάξουν σαν τα πουλιά στον Απέραντο Ουρανό της Αληθινής Ελευθερίας. Η Αληθινή Ελευθερία  Υπάρχει Μέσα σε όλα τα όντα, ακόμα και σε ένα κόκκο σκόνης, αλλά πόσοι το νοιώθουν;

Αν η κοινωνίες είναι κοινωνίες των «αγρίων» κι αν αναθρέφουν τα παιδιά τους σαν «άγριους», εναπόκειται στον καθένα, στην οντολογική, γνωσιολογική κι ηθική ευθύνη του καθενός, να απομακρυνθεί από αυτού του είδους τις κοινωνίες και να αναζητήσει στην Έρημο του Φιλοσοφικού Λόγου την Αληθινή Γνώση. 

Οι άνθρωποι, με την αμάθεια και την χαμηλή νοημοσύνη τους βρωμίζουν ακόμα και το «Ιερό», την «Αντίληψη του Θεού». Αντί να δείξουν, ακολουθώντας τους Μεγάλους Σοφούς της Ανθρωπότητας, τον Δρόμο προς την Αυτογνωσία, προς την Εσωτερική Γνώση της Αληθινής  Αιώνιας Φύσης μας, πιστεύουν και διδάσκουν κι επιβάλλουν πλήθος ανοησιών  στους σύγχρονους ναούς της αμάθειας. Ακόμα και την θρησκεία την έκαναν μια βρώμικη υπόθεση, μια θλιβερή διαστρέβλωση της «ιερής αναζήτησης», μια παρωδία γνώσης.

Είναι άραγε τυχαίο που όλοι οι Πραγματικοί Σοφοί έζησαν και δίδαξαν «έξω από τα τείχη της πόλης»;


Ο «Ταυτισμός» με το «περιεχόμενο», το εγώ, η περιορισμένη δράση

Γιατί όμως οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη, η ανθρωπότητα, οι άνθρωποι, βρίσκονται σε αυτό το χαμηλό επίπεδο «εξέλιξης»; Το να λέμε απλά ότι η εξέλιξη της ανθρωπότητας βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και χρειάζεται ιστορικός χρόνος για να προχωρήσει η ανθρωπότητα είναι ίσως μια «λογική» εξήγηση, αλλά αυτό δεν απαλλάσει τους ανθρώπους, όλους τους ανθρώπους, από την Υπαρξιακή Ευθύνη τους.

Στην πραγματικότητα η Συνείδηση, ακόμα κι όταν βρίσκεται σε περιορισμούς και σύγχυση, διατηρεί πάντα μια βαθιά ηθική εγρήγορση. Αυτή είναι η «ηθική συνείδηση» των ανθρώπων. Όλοι γνωρίζουν το Δίκαιο, το Καλό και το Κακό. Οι «επιλογές» τους δεν τους απαλλάσουν από την ηθική ευθύνη. Οι άνθρωποι της Σκιάς, οι σκοτεινοί άνθρωποι, γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν. Αν αγνοούν τις συνέπειες και δεν λογαριάζουν τους συνανθρώπους τους αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υποστούν τις συνέπειες. Θα υποστούν τις συνέπειες και για την δική τους επιλογή και για το κακό που κάνουν στους άλλους.

Πως όμως συμβαίνει κι ο Άνθρωπος από Αγαθή Αντανάκλαση του Όλου μέσα στην Υπαρξιακή Ροή, με Όλες τις Δυνάμεις κι Όλες τις Δυνατότητες του Όλου (για Αυτοσυνειδητοποίηση κι Ανάδυση στην Αρχέγονη Καθαρότητα) πέφτει στην άγνοια, στην σύγχυση, στην αμάθεια; Είναι πολύ ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τον λειτουργικό μηχανισμό που παγιδεύει τον άνθρωπο. Έτσι θα βρούμε το νήμα της Αριάδνης  (της «Ιέρειας της Σοφίας») για να βγούμε από τον Λαβύρινθο της Υπαρξιακής Σκλαβιάς στο Φως της Ελευθερίας.

Ο Άνθρωπος, δηλαδή η Συνείδηση που Έχει Ενσωματωθεί, στην Οντολογική Καθαρότητά του είναι σε Πλήρη Εγρήγορση, με Ανοιχτή Επίγνωση (που τα Αγκαλιάζει όλα) κι Αντίληψη Ανεμπόδιστη που Ρέει στο Παρόν. Λειτουργεί Πλήρως, Ζώντας πάντα στην Παρούσα Στιγμή. Έτσι το «περιεχόμενο» της Αντίληψης ανανεώνεται συνεχώς, είναι πάντα νέο. Όμως μια τέτοια «Κατάσταση» (Λειτουργίας) απαιτεί μέγιστη ενέργεια ζωής. Στην πραγματικότητα ελάχιστα όντα μπορούν να είναι μόνιμα σε μια τέτοια κατάσταση (ακόμα κι όσοι είναι «έμπειροι» στον Αληθινό Διαλογισμό).

Είναι από άποψη «οικονομίας της ζωής» και από βιολογική άποψη πιο «καλό» να αυτοματοποιείται η αντίληψη και να αποθηκεύονται αντιλήψεις και γνώσεις. Έτσι η αντίληψη «ελευθερώνεται» για να επεκταθεί περισσότερο στο πεδίο της ζωής αφού έχει να ασχοληθεί με τα νέα δεδομένα (κι όχι με αυτά που ήδη γνωρίζει). Όμως αυτή η αυτοματοποίηση έχει κάποιες συνέπειες (οντολογικές, γνωσιολογικές, ηθικές) κι εκθέτει τον άνθρωπο σε κινδύνους. Θα το εξηγήσουμε αμέσως τώρα.

Η «αποθήκευση» αντιλήψεων, εμπειριών, μνημών (κι η λειτουργία της αντίληψης με την βοήθεια όλων αυτών) «νοθεύει» την Αρχική Καθαρότητα της Αντίληψης κι αποδίδει στην αντίληψη κάποια «σταθερά» χαρακτηριστικά. Έτσι η Συνείδηση (Αντίληψη) αποκτά μια «Όψη», γίνεται «Πρόσωπο». Η λέξη «πρόσωπο» είναι σύνθετη από την πρόθεση «προς» και το ουσιαστικό «όψη». «Πρόσωπο» είναι «αυτό που φαίνεται», η οντότητα με σταθερά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτό είναι το «ψυχολογικό εγώ», η προσωπικότητα.

Το γεγονός αυτό καθεαυτό, δηλαδή η οντότητα να εμμένει σε μνήμες, γνώσεις, αντιλήψεις, δεν είναι κακό με την προϋπόθεση ότι το «περιεχόμενο» της αντίληψης είναι λογικά ελεγμένο. Αν όμως είναι «λανθασμένο»; Τότε όλο το διανοητικό οικοδόμημα των ανθρώπων, του ανθρώπου, καταρρέει.

Στην πραγματικότητα, είναι φανερό ότι η δόμηση του προσώπου, του εγώ, της προσωπικότητας, σαν λειτουργικός μηχανισμός, είναι μια «κατασκευή. Όταν δεν γίνεται με λογικούς όρους καθίσταται πρόβλημα. Στην Αρχαία Ελλάδα η λέξη «πρόσωπο» σήμαινε το «προσωπείο», δηλαδή μια «κατασκευή» που είχε τα χαρακτηριστικά ανθρώπου. Γνώριζαν μέσα στην Ορφική Παράδοση ότι όλος αυτός ο  λειτουργικός μηχανισμός είναι μια «κατασκευή» χωρίς πραγματική οντολογική σημασία. Για αυτό και στο Ιερό Θέατρο που ξεκίνησε από την Διονυσιακή Λατρεία οι υποκριτές χρησιμοποιούσαν τα «προσωπεία». Έδιναν έτσι υπόσταση σε χαρακτήρες ανθρώπων (και συνάμα επέτρεπε στον υποκριτή να υποδυθεί περισσότερους «ρόλους»). Όλα αυτά στην Αρχαία Ελλάδα και στην Αρχαία Λατρεία είχαν παιδαγωγικούς σκοπούς. Μετά το θέατρο ξέπεσε στην κοινοτοπία των ανθρωπίνων υποθέσεων.

Έτσι, η λειτουργία του προσώπου, του εγώ, της προσωπικότητας δεν είναι απλά μια «κατασκευή» αλλά πολύ περισσότερο μια «κακή κατασκευή» με ανυπολόγιστες ανθρωπολογικές συνέπειες. Όταν από αμαθή πρόσωπα θεωρείται ότι η ουσία του ανθρώπου είναι το «πρόσωπο» δηλαδή μια οντότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τότε η οντότητα γίνεται κάτι «ξεχωριστό» από το Όλον και τα άλλα, μια αποκομμένη οντότητα που βλέποντας μέσα από την ιδιαίτερη αντίληψή της βλέπει το εγώ ξεχωριστό και τα άλλα απέναντι. Έτσι οδηγείται ανεπαίσθητα στην «δυαδική αντίληψη», στην δυαδική σκέψη, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Οι άνθρωποι δεν ακούνε τους Σοφούς που τους μιλούν για την Πραγματική Ανθρώπινη Φύση. Ακολουθούν τους αμαθείς που υιοθετούν το «πρόσωπο» σαν ανθρώπινη ουσία και την δυαδική σκέψη σαν όργανο γνώσης της πραγματικότητας. Ακόμα και την Ιδέα του Θεού που Είναι το Περιέχον την υποβιβάζουν σε νοητικό περιεχόμενο, ένα είδωλο της σκέψης τους. Και με τέτοιες λανθασμένες προϋποθέσεις και πάνω σε τέτοιες σαθρές βάσεις οικοδομούν φιλοσοφία, θεολογία, θρησκεία, πολιτισμό.

Το χειρότερο δεν είναι ότι οι άνθρωποι διατηρούν ένα νοητικό «περιεχόμενο» με λάθη και ελλείψεις. Αυτό μπορεί και να συγχωρεθεί σαν αμάθεια κι ανοησία. Το χειρότερο είναι ότι οι άνθρωποι ανατρέφονται με λανθασμένες ιδέες. Η στρατιά των αμαθών που κυριαρχεί στην κοινωνία (στις κοινωνίες), στο εκπαιδευτικό σύστημα (και στα πανεπιστήμια και στα άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα), στον δημόσιο λόγο (και στα μέσα διαμόρφωσης γνώμης), στα θρησκευτικά ιδρύματα, εκπαιδεύουν τους ανθρώπους να είναι αμαθείς, ανόητοι και χειραγωγούμενοι πολίτες. Δεν είναι σε θέση να μιλήσουν για την Αληθινή Γνώση, για την Αληθινή Ανθρώπινη Φύση, για το Όλον που είναι στο Βάθος κάθε οντότητας, ακόμα και του κόκκου σκόνης. Γνωρίζουν μόνο να μιλούν για την «προσωπικότητα» που κατασκευάζεται, που χειραγωγείται κι ελέγχεται.

Το πιο εξωφρενικό κι εξωφρενικά γελοίο είναι ότι όλοι αυτοί που ηγούνται της κοινωνίας, πολιτικοί, διανοούμενοι, οικονομικοί παράγοντες, θρησκευτικοί ηγέτες, δεν διαθέτουν περισσότερη νοημοσύνη από τον οποιοδήποτε κοινό άνθρωπο, μπορεί να είναι και πιο χαμηλά. Είναι γυμνοσάλιαγκες που αναρριχώνται στις κάθε είδους εξουσίες και καλύπτουν την ανεπάρκειά τους πίσω από τον αυταρχισμό, την απόλυτη διαφθορά και τον ηθικό ξεπεσμό. Σήμερα η ανθρωπότητα είναι σε μία από τις χειρότερες φάσεις της.


Η «Απελευθέρωση» από το  «νοητικό περιεχόμενο» κι η υπέρβαση του εγώ στην  Απεραντοσύνη

Τι σημαίνει όμως πρακτικά για τον κάθε άνθρωπο να ζει σήμερα; Καθένας που θέλει να βρει πραγματικά την Αλήθεια πρέπει να αναζητήσει ορθολογικές οντολογικές βάσεις, να ερευνήσει όλο τον λειτουργικό μηχανισμό του εαυτού του και να αποφασίσει να ζήσει στον πραγματικό κόσμο, έξω από το παγκόσμιο όνειρο που συντηρούν οι κοινωνίες με τον αυταρχισμό, τον εκβιασμό και την τιμωρία (όσων διαφοροποιούνται). Θα πρέπει κάποιος να απορρίψει σχεδόν όλο το «νοητικό περιεχόμενο» που του έχει φορτώσει η κοινωνία κι η δική του ηθική αδράνεια και να ξεκινήσει από το «λογικό μηδέν». Δεν είναι εύκολος δρόμος. Είναι όμως ο Μοναδικός Δρόμος.

Ξεχάστε όσα γνωρίζετε, όσα σας έμαθαν, φτύστε την αηδία του δήθεν ανθρώπινου πολιτισμού, της Αδικίας, της Ανισότητας, της βαρβαρότητας και του αθώου αίματος. Ιδού, ο Ορίζοντας της Ελευθερίας είναι Ανέγγιχτος από την ανθρώπινη ανοησία.

Το «πρόσωπο» δεν είναι μια οντολογική αρχή, κάποια ουσία, είναι απλά ο «περιορισμός» του Όλου μέσα σε συνθήκες, καταστάσεις, ιδιαιτερότητες. Το «πρόσωπο» είναι «αντίληψη», «σκέψη», μια λανθασμένη ιδέα και μια πρόληψη. Στηρίζοντας όλη την δυαδική σκέψη σε μια πρόληψη δεν σκεφτόμαστε λογικά. Όλη η δήθεν επιστήμη της δυτικής ψυχολογίας στηρίζεται ακριβώς σε αυτήν την ανοησία, του «προσώπου». Είναι μια ψυχολογία της «φαινομενικότητας», της συμπεριφοράς και της ζωώδους κατάστασης. Τελικά ο «χόμο σάπιενς» της δυτικής επιστήμης είναι απλά «σίμιαν».

Χιλιετηρίδες τώρα οι άνθρωποι αγνοούν και δεν διερευνούν τον λειτουργικό μηχανισμό της αντίληψης, της ορθολογικής σκέψης αλλά περιορίζονται στο να ακολουθούν, σαν τυφλοί, προλήψεις και προκαταλήψεις. Δεν μαθαίνουν στα παιδιά τους «πως» να σκέπτονται αλλά «τι» να σκέπτονται. Το αποτέλεσμα της ανοησίας το βλέπουμε στην εξαθλίωση της ανθρωπότητας που βλέπουμε γύρω μας. Τελικά είμαστε, ακόμα, πολύ «ζώα».

Στην πραγματικότητα, ακόμα κι αν κάποιος δεν αναγνωρίζει άμεσα την ανοησία της ανθρώπινης σκέψης, της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μπορεί έμμεσα, μέσω της ορθολογικής σκέψης να βρει διέξοδο στην ανοησία.

Θα πρέπει κάποιος, αν θέλει να βρει την Αλήθεια, για την Ύπαρξη,για  τον Αληθινό Εαυτό,  για την Ζωή, να διερευνήσει ακριβώς «πως» λειτουργεί. Πόσα από όσα νομίζει ότι γνωρίζει ισχύουν; Πόσα από όσα αντιλαμβάνεται ή πληροφορείται στον δημόσιο βίο είναι αλήθεια; Αν δεν «αδειάσει» κάποιος, τελείως, από την ανοησία, δεν μπορεί να «γεμίσει» με το φως της αλήθειας.  Μπορεί η διανόηση που έχει προσωπικό χαρακτήρα και εξυπηρετεί προσωπικούς σκοπούς να οδηγήσει στην «ανθρωπιά»; Αν δεν ανυψωθεί κάποιος στην «αντικειμενικότητα» δεν μπορεί να δώσει περιεχόμενο σε αξίες όπως η αλήθεια, η δικαιοσύνη, η ισότητα, η αγάπη. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τον άνθρωπο από την λογική.

Στην πραγματικότητα η Συνείδηση δεν έχει χαρακτηριστικά για να αναγνωριστεί. Απλά αποτελεί το Βάθρο της Ύπαρξης. Κι η Αντίληψη, σαν η Βασική Δύναμη της Ύπαρξης δεν έχει όρια πέρα από αυτά που η Βούληση βάζει. Αυτό σημαίνει πως η Αντίληψη δεν «ταυτίζεται» με κανένα «περιεχόμενο» με καμία ιδέα, ιδιότητα, η συμπεριφορά. Είναι η «εμμονή» στην «μνήμη», στην «γνώση», που διατηρεί την φλόγα της περιορισμένης ύπαρξης.Έτσι η Απελευθέρωση μπορεί να νοηθεί μόνον σαν διάλυση του «προσωπικού συμπλέγματος». Τελικά το «εγώ» είναι η χειρότερη αρρώστια του ανθρώπου.

Σε επόμενη ομιλία θα μιλήσουμε περισσότερο ακριβώς για την Απελευθέρωση, για την Μη-δυαδική αντίληψη και για τον κόσμο της Απεραντοσύνης.





Sunday, May 22, 2022

«ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ», Η ΕΝΟΠΟΙΟΥΣΑ ΑΡΧΗ

(Η ΕΝΟΠΟΙΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ)

Προοίμιο

Η Πραγματικότητα Είναι Μία

Η Συνείδηση Είναι Μία

Η Εμπειρία Είναι Μία

Το Ένα και τα «πολλά»

Η Οδός

Η Έξοδος

Η Πηγή από Όπου ξεκινούν Όλα και στην Οποία Καταλήγουν Όλα, γιατί όλα είναι «Κύκλος»


Προοίμιο

Η Συνείδηση (σαν Δυνατότητα Επίγνωσης, Γνώσης και Κατανόησης κι όχι η συνείδηση σαν αντίληψη μέσα από όρους, περιορισμούς κι ιδιαίτερες καταστάσεις) Είναι η Ενοποιούσα Αρχή της Οντολογίας, της Γνωσιολογίας και της Ηθικής (της Δράσης, της Ορθής Δράσης, της Εμπειρίας). Στην πραγματικότητα δεν μπορεί να Υπάρχει Κάτι χωρίς να έχει Επίγνωση ή Δραστηριότητα (γιατί η Ζωή Είναι Κίνηση). Ούτε μπορεί να Υπάρχει Επίγνωση χωρίς να Υπάρχει Αυτό που έχει Επίγνωση και Δραστηριότητα. Ούτε μπορεί να Υπάρχει Δράση χωρίς να Υπάρχει Αυτό που Υπάρχει και χωρίς να έχει Επίγνωση της Δράσης. Έτσι η Συνείδηση Υπάρχει, Έχει Επίγνωση και Δραστηριοποιείται. Η Συνείδηση σαν Ενοποιούσα Αρχή έχει Οντολογική, Γνωσιολογική και Ηθική (Δράση) διάσταση

Η Συνείδηση Απλά Είναι. Δεν μπορεί να διαγνωσθεί τι είναι, ούτε υπάρχουν νοητικοί όροι για να την μεταφέρουμε στο λογικό νοητικό επίπεδο που λειτουργούμε αυτή την στιγμή (ο γράφων την στιγμή που γράφει, ο αναγνώστης την στιγμή που διαβάζει). Η Συνείδηση Απλά Είναι. Κι η Συνείδηση επίσης Είναι η Βάση, το Θεμέλιο πάνω στο Οποίο στηρίζονται όλα, οποιοδήποτε φαινόμενο ύπαρξης, αντίληψης, ή «αντικειμενικής υπόστασης». 

Η Συνείδηση Είναι Μία και Μόνο Μία και τα Περιλαμβάνει όλα. Έτσι, όπως θα δείξουμε πιο κάτω (μιλώντας οντολογικά) η Πραγματικότητα Είναι Μία και Περιλαμβάνει Ταυτόχρονα και την Βάση της Πραγματικότητας (δηλαδή την «Αντίληψη της Αντικειμενικής Ύπαρξης») και τον Χώρο (όχι με την Τοπική έννοια) και τον Χρόνο (ή πιο σωστά την Χωροχρόνο με την τοπική και την χρονική έννοια). Δεν υπάρχουν Πεδία ή Επίπεδα ή Διαβαθμίσεις της Πραγματικότητας, σαν ξεχωριστές καταστάσεις (αυτό είναι μια ψευδαίσθηση, μια λανθασμένη αντίληψη της «περιορισμένης συνείδησης»). 

Επίσης (μιλώντας Γνωσιολογικά) η Συνείδηση (σαν Αντίληψη) Είναι Μία κι Αντιλαμβάνεται σαν Εσωτερικές Καταστάσεις Επίγνωσης, όλες τις «διαβαθμίσεις» της συνειδητότητας, που υπάρχουν Δυνητικά σαν δυνατότητες στην Συνείδηση. Δεν υπάρχουν ξεχωριστά επίπεδα συνειδητότητας, στα οποία «ενοικεί» ή μπορεί να «αναδυθεί» η Συνείδηση κι έτσι δεν υπάρχουν «φωτισμένες συνειδήσεις» και «πλανημένες συνειδήσεις». Με άλλα λόγια και η Κατάσταση της Φώτισης, και οι καταστάσεις της «άγνοιας», υπάρχουν στην Συνείδηση κι η Συνείδηση είναι στην μία ή την άλλη κατάσταση. Αυτό ισχύει για κάθε συνείδηση. 

Κι ακόμα η Εμπειρία (της Ύπαρξης, της Ζωής, της Δράσης, της Ηθικής) Είναι Μία, Ένας Ενιαίος Χώρος Ύπαρξης όπου όλοι «οι «κόσμοι της ύπαρξης» υπάρχουν ταυτόχρονα, συνυπάρχουν. Στην ύπαρξη υπάρχει «συνέχεια» και δεν υπάρχουν «ξεχωριστοί κόσμοι».

.

Η Πραγματικότητα Είναι Μία

Η Συνείδηση σαν Οντολογική Αρχή, σαν Αυτό που Είναι, είναι η Βάση κάθε Φαινομένου Ύπαρξης, είναι Όλα τα Φαινόμενα Παρουσίας κι όλες οι Δραστηριότητες που «εξελίσσονται» στον Χρόνο. Με άλλα λόγια  η Πραγματικότητα (η Ύπαρξη στην Απόλυτη Έννοια) είναι Ταυτόχρονα και το Πλαίσιο Ύπαρξης (η «Αντίληψη της Αντικειμενικής Ύπαρξης») και ο Χώρος Όπου Εκδηλώνονται Όλα και ο Χρόνος (ο Χωροχρόνος), οι Δραστηριότητες (κι οι «συνέπειές» τους), τα κοσμικά φαινόμενα, οι οντότητες, οι μεταβολές, η «εξέλιξη», κλπ.

Ασφαλώς, προσδιορίζονται ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε όλα αυτά που «συμβαίνουν. Μπορούμε να πούμε ότι «Προηγείται» το Υπαρξιακό Πλαίσιο που Περιλαμβάνει τον Χώρο, που Περικλείνει τον Χρόνο (η τον Χωροχρόνο όπου εδώ ο Χώρος αποκτά την έννοια του «Τόπου» κι ο χρόνος την έννοια της «μεταβολής»), τους «κόσμους», τις οντότητες, τα αντικειμενικά φαινόμενα. Όλα αυτά Εκδηλώνονται ή «Εμφανίζονται» με την διαρκή προσθήκη «περιορισμών» στην Συνείδηση, περισσότερων «περιορισμών» συνεχώς. Το «Ανώτερο» αποτελεί Προϋπόθεση και δεν «χρειάζεται» τα «κατώτερα», (τον Χώρο, τον Χρόνο, κλπ.). Αντίθετα τα «κατώτερα» χρειάζονται την «προϋπόθεση» του «ανώτερου».

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η «Προσθήκη» «Περιορισμών» στην Συνείδηση που δημιουργεί τα «Φαινόμενα» δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί παρά μόνον σαν «Δραστηριότητα». Δεν «προσθέτει» τίποτα περισσότερο, ούτε «αφαιρεί» κάτι. Είναι μια Δράση που υπάρχει όσο εκδηλώνεται και δεν αφήνει «ίχνη». Εξελίσσεται Εδώ, Τώρα, Ταυτόχρονα.

Όταν «θεωρούμε» (σαν Συνειδήσεις), όταν «αντιλαμβανόμαστε», από την «κατάσταση» της Ενσωμάτωσης στον Χρόνο (σε κάποιο από τους κατώτερους «κόσμους») τότε όλα αυτά υπάρχουν ταυτόχρονα (γιατί έχουν «προστεθεί» όλοι οι «οντολογικοί περιορισμοί» που μας έφεραν στην παρούσα κατάσταση). Είναι (Είμαστε) η Συνείδηση που Δρα στο «Αντικειμενικό Πεδίο», που Έχει Παρουσία η Οποία «δημιουργεί» αυτόματα τον Χώρο και «Περιορίζεται Τοπικά» πράγμα που προκαλεί» την δημιουργία της Ατομικότητας και της Τοπικότητας (της Τοπικής Παρουσίας) στους κατώτερους κόσμους του Χρόνου, που «αναδύονται» ακριβώς για να «φιλοξενήσουν» τις «οντότητες» (ο κόσμος της νόησης, ο κόσμος της ενέργειας, ο κόσμος των αντικειμενικών φαινομένων που αντιλαμβανόμαστε σαν υλικό σύμπαν).

Το Ενσωματωμένο Ον (ο άνθρωπος) Ζει σε Αυτή την Μία Πραγματικότητα που «Ξεδιπλώνεται» (με την «προσθήκη» «οντολογικών περιορισμών»:

Σαν Συνείδηση (η Αρχή της Ύπαρξης, της Επίγνωσης και της Δράσης),

Σαν Αντικειμενική Υπαρξιακή Βάση (Αντικειμενική Ουσία),

Σαν Χώρος, 

Σαν Χρόνος (Χωροχρόνος της Νόησης, της Ενέργειας),

Σαν «Σώμα» (Υλικός φορέας).

Με άλλα λόγια «Υπάρχει», Ταυτόχρονα, Εδώ, Τώρα, σε όλα αυτά τα «επίπεδα» που διακρίνουμε χάριν της «περιγραφής».

Συνεπώς, η Συνείδηση, σαν Συνείδηση ενοικεί ταυτόχρονα σε όλα αυτά τα «επίπεδα». Δεν υπάρχουν ξεχωριστά πεδία ύπαρξης (ανεξάρτητα ή σχετιζόμενα), επίπεδα εκδήλωσης, κόσμοι. Είμαστε Εδώ, ταυτόχρονα μέσα σε όλους αυτούς τους «κόσμους».

Όταν η Συνείδηση Από-σωματώνεται δεν «αλλάζει» πεδίο ή επίπεδο ύπαρξης, ή κόσμο. Απλά αντιλαμβάνεται την πιο «εσωτερική κατάσταση» ύπαρξης (καθώς λειτουργούν οι πιο «εσωτερικοί οντολογικοί περιορισμοί»). Έτσι μπορεί να «ανυψωθεί πάνω από τον Χρόνο (τον «κύκλο της μετενσωμάτωσης») στον Άχρονο Χώρο, στον «Ορίζοντα της Δημιουργίας» και στην Πηγή.

Η Συνείδηση Είναι Μία

Όταν λέμε  ότι η Συνείδηση Είναι Μία (θεωρώντας την Συνείδηση σαν Δυνατότητα Επίγνωσης, Αντίληψης) εννοούμε ότι η Συνείδηση Είναι Μία κι Εντός της Μίας Συνείδησης είναι Δυνατές κι εκδηλώνονται διάφορες καταστάσεις:

Επίγνωση της Ιδίας Ουσίας που Απλά Είναι,

Αντίληψη της Αντικειμενικής Υπαρξιακής Βάσης που τα Στηρίζει όλα,

Του Χώρου (σαν Παρουσίας στον Χώρο),

Του Χρόνου (σαν Περιορισμένης Τοπικής Παρουσίας, όπου έχουμε εμπειρία της ατομικότητας και της ατομικής ζωής στους διαφόρους «κόσμους» του Χρόνου).

Με άλλα λόγια όλες αυτές οι συνειδησιακές καταστάσεις είναι εσωτερικές εμπειρίες της Μιας Συνείδησης (κι η Ελευθερία κι οι Περιορισμοί κι οι εμπειρίες ζωής σε διάφορες καταστάσεις) κι όχι εξωτερικές καταστάσεις στις οποίες «μεταβαίνει» η Συνείδηση. Δεν υπάρχουν πολλά πεδία ή επίπεδα συνειδητότητας (ξεχωριστά κι έξω από την Συνείδηση) ούτε υπάρχουν συνειδήσεις διαφόρων κατηγοριών. Απλά η Συνείδηση έχει διάφορες εμπειρίες και μπορεί να βρίσκεται σε διάφορες καταστάσεις εσωτερικής συνειδητότητας.

Όταν η Συνείδηση δεν είναι Αφυπνισμένη στην Μία Πραγματικότητα αλλά «περιορίζεται» και λειτουργεί μέσα από τους «περιορισμούς» έχει μια λανθασμένη αντίληψη της Πραγματικότητας.

Η περιορισμένη συνείδηση διαπράττει τρία λογικά, αντιληπτικά σφάλματα:

1)  Θεωρεί ότι η περιορισμένη κατάσταση που αντιλαμβάνεται είναι «όλη» η πραγματικότητα. Δηλαδή θεωρεί ότι αυτό που αντιλαμβάνεται είναι η πλήρης πραγματικότητα, οπότε απορρίπτει οτιδήποτε άλλο (οποιαδήποτε άλλη «κατανόηση» της πραγματικότητας).

2)  Επειδή έχει «επίγνωση» του περιορισμού της (της μικρότητας και της αδυναμίας μέσα στην Ύπαρξη) θεωρεί ότι υπάρχουν πολλά επίπεδα συνειδητότητας (έξω από αυτήν). Υποθέτει έτσι ότι υπάρχει μια Ανώτερη Πραγματικότητα (διαφορετική από τον περιορισμό που βιώνει) την οποία τοποθετεί έξω από την κατάστασή της κι επιδιώκει να την «προσεγγίσει» με διάφορους τρόπους, πνευματικές πρακτικές, τεχνικές, πειθαρχίες, κλπ.

3) Προσπαθεί μέσω της περιορισμένης αντιληπτικότητας και της δράσης στα πλαίσια αυτής της κατανόησης της πραγματικότητας να υπερβεί την κατάστασή της. Αυτή η δραστηριότητα είναι μια αδιέξοδη δραστηριότητα. Όσο προσπαθεί να υπερβεί, να διαλογιστεί, να προσευχηθεί, να κάνει οποιαδήποτε πνευματική προσπάθεια ή άσκηση πάντα θα αποτυγχάνει. Γιατί; Επειδή προσπαθεί να προσεγγίσει μια πλαστή φανταστική κατάσταση, ένα ψεύτικο όραμα. Είναι φαντασία.

Προφανώς η έξοδος από την περιορισμένη κατάσταση είναι η κατανόηση του περιορισμού και η παραίτηση από την βουλητική ενέργεια που στηρίζει τον περιορισμό. Τότε μόνο Απελευθερώνεται η Συνείδηση, όταν διαλύει τους περιορισμούς και αναδύεται στην Απεραντοσύνη της Ελευθερίας. Αυτό ισχύει σε όποιο «επίπεδο» περιορισμού κι αν διαπιστώνουμε ότι λειτουργούμε. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Η Εμπειρία Είναι Μία

Ο «Χώρος» της Εμπειρίας της Ύπαρξης είναι Ενιαίος. Η Απόλυτη Ύπαρξη, η Θεμελιώδης Αντικειμενική Ύπαρξη, ο Χώρος, ο Χωροχρόνος (όλοι οι κατώτεροι κόσμοι), Υπάρχουν Εδώ, Τώρα, Ταυτόχρονα. Το Ενσωματωμένο Ον (ο άνθρωπος) ζει ταυτόχρονα σε όλους τους «κόσμους». Όταν η Συνείδηση Εστιάζει «κάπου» προβάλλεται (στην στιγμιαία επίγνωση) η ύπαρξη σε αυτό το επίπεδο εμπειρίας, σε αυτόν τον «κόσμο». Το ότι βάζουμε σε «παρένθεση» τον υπόλοιπο υπαρξιακό χώρο δεν σημαίνει ότι παύει να υφίσταται. Έτσι η λειτουργεί η «Όραση». Είναι άλλο να βλέπουμε την συνολική εικόνα, άλλο να συγκεντρωνόμαστε κάπου παραβλέποντας τα άλλα κι άλλο να αποροφιόμαστε ολοκληρωτικά κάπου οπότε τα άλλα δεν «υπάρχουν».

Το ότι ζούμε ταυτόχρονα σε όλα αυτά τα «επίπεδα» ύπαρξης αποδεικνύεται στην πράξη από το γεγονός ότι έχουμε την δυνατότητα να ανυψωθούμε στα «ανώτερα» ή πιο «εσωτερικά» επίπεδα, να έχουμε εμπειρία του Άχρονου στον κόσμο, του Υπερβατικού Χώρου, της Αντικειμενικής «Διάφανης» Ύπαρξης, της Πηγής των Πάντων. Αν όλα αυτά δεν ήταν Εγγενή στην Φύση της Συνείδησης δεν θα ήταν δυνατές τέτοιες εμπειρίες. Αν όλα αυτά ήταν όχι εσωτερικές καταστάσεις αλλά εξωτερικά επίπεδα ύπαρξης (όπως φαντάζεται η περιορισμένη συνείδηση) θα έπρεπε να μεταλλαχθούμε οντολογικά για να προσεγγίσουμε όλα αυτά τα επίπεδα εμπειρίας. Στην πραγματικότητα η «μετουσίωση» της Συνείδησης είναι πάντα εσωτερική διεύρυνση της Επίγνωσης κι όχι εξωτερική μεταβολή της φύσης της.

Όταν το Ον από-σωματώνεται προβάλλονται αυτόματα εμπειρίες από τον αμέσως πιο εσωτερικό «κόσμο». Ο κατώτερος κόσμος που εγκαταλείψαμε δεν είναι πλέον προσιτός χωρίς φορέα εκδήλωσης. Έτσι το Ον «ανυψώνεται στους  κόσμους (από τους οποίους προέρχεται). Στην πραγματικότητα επειδή ζούμε ταυτόχρονα σε όλα αυτά τα «επίπεδα» ύπαρξης, επειδή όλα είναι εδώ, τώρα, ταυτόχρονα, δεν πηγαίνουμε πουθενά. Είναι ψευδαίσθηση της περιορισμένης συνείδησης ότι πηγαίνουμε ή ερχόμαστε στους κόσμους.

.

Το Ένα και τα «πολλά»

Στην πραγματικότητα η Συνείδηση Είναι Μία. Ό,τι Προβάλλεται , μέσα από Περιορισμούς, σαν Διαφοροποιημένη Συνείδηση, Διαφορές Ύπαρξης, μια ιδιαίτερη εμπειρία ύπαρξης, δεν είναι παρά «Προβολή», «Εικόνα», «Πιστό Αντίγραφο» της Μιας Συνείδησης στον Χώρο της Δημιουργίας.

Κάθε Συνείδηση είναι η Μία Συνείδηση και Φέρνει μέσα της το Όλον και τους περιορισμούς της ταυτόχρονα. Δεν μπορούμε να πούμε αν η «Διαφοροποιημένη Συνείδηση» είναι κάτι περισσότερο από το Αρχικό Όλον ή κάτι λιγότερο, εξαρτάται πως το «κοιτάζει» κάποιος. Είναι απλά το Μυστήριο της Ύπαρξης.

Έτσι η Διαφοροποιημένη Συνείδηση είναι:

Το Όλον,

Διαφοροποιημένη Αντικειμενική Ύπαρξη,

Παρουσία στον Χώρο,

Ενσωματωμένο ον στον Χωροχρόνο (στους κατώτερους κόσμους).

Η Συνείδηση, κάθε συνείδηση (κάθε ον, κάθε άνθρωπος) είναι το Όλον, αλλά θα πρέπει να «περιοριστεί» για να εισέλθει στην Δημιουργία, στον Χώρο, στον Χωροχρόνο (και στην ιδιαίτερη ατομική ζωή στους κατώτερους κόσμους). Επειδή όμως κάθε συνείδηση είναι Εξαρχής και για πάντα το Όλον (που «Περιορίζεται») μπορεί αυθόρμητα και χωρίς προϋποθέσεις να «Επανέλθει» στην Αρχική Φυσική Κατάστασή της.

Η «Επάνοδος» είναι δυνατή μόνον με την διάλυση των «περιορισμών» κι όχι μέσω της δραστηριότητας της «περιορισμένης συνείδησης» (στα πλαίσια των περιορισμών της και της περιορισμένης αντιληπτικότητάς της). Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Η «Οδός» σηματοδοτεί την Έξοδο από την περιορισμένη κατάσταση, όχι μια δραστηριότητα της περιορισμένης συνείδησης (στα πλαίσια του κλειστού συστήματος αντίληψής της). Για αυτό λέμε ότι στα πλαίσια της περιορισμένης δράσης δεν υπάρχει οδός. Η Αληθινή Οδός είναι άλλη. Είναι η Άπυλη Πύλη.

Έτσι, τελικά, η Σχέση που Υπάρχει Ανάμεσα στο Όλον και τις «Αντανακλάσεις» του Όλου μέσα στην Δημιουργία είναι η «Σχέση του Εαυτού». Όλα είναι Αυτό. Επίσης η Σχέση μεταξύ των «όντων» (των διαφοροποιημένων συνειδήσεων) είναι «Σχέση Εαυτού». Όλα είναι «Εικόνες» του Ενός, είμαστε «Εικόνες» Αυτού, είμαστε το «Ίδιο». Καμία άλλη σχέση δεν είναι αληθινή.

.

Η Οδός

Ας ανακεφαλαιώσουμε όσα είπαμε, κάνοντας μια προσπάθεια να τα διατυπώσουμε πιο απλά, πιο καθαρά και με μεγαλύτερη ακρίβεια:

Η Πραγματικότητα Είναι Μία, Ενιαία και Περιλαμβάνει τα Πάντα:

Την Ανέκφραστη Κατάσταση, την Πηγή, Χωρίς Ιδιότητες και «Περιεχόμενο»,

Την Θεμελιώδη Αντίληψη της Αντικειμενικής Ύπαρξης σαν ένα Υπερ-Χώρο,

Την Παρουσία στον Χώρο,

Την Τοπική Παρουσία στον Χωροχρόνο (στους κατώτερους κόσμους).

Όλα Υπάρχουν Εδώ, Ταυτόχρονα, Τώρα.

Η Συνείδηση Είναι Μία, Μια Ενιαία Αντίληψη που Περιλαμβάνει όλες τις Καταστάσεις Επίγνωσης (σαν Δυνατότητες ή σε λειτουργία):

Την Ελεύθερη Αντίληψη,

Την Αντίληψη της Αντικειμενικής Ύπαρξης,

Την Αντίληψη του Χώρου,

Την Αντίληψη της τοπικής παρουσίας στον Χωροχρόνο (στους κατώτερους κόσμους).

Όλα αυτά είναι Εσωτερικές Αντιλήψεις της Μιας Συνείδησης που είναι προσβάσιμα με την Κατανόηση, με την διεύρυνση της επίγνωσης. Δεν υπάρχουν έξω από την Συνείδηση επίπεδα συνειδητότητας στα οποία η Συνείδηση μπορεί να εξελιχθεί. Αυτό είναι ψευδαίσθηση της περιορισμένης συνείδησης.

Ο Χώρος της Εμπειρίας είναι Ενιαίος κι όλες οι «καταστάσεις» ύπαρξης υφίστανται ταυτόχρονα, εδώ, τώρα.

Τέλος η Συνείδηση Είναι Μία κι όχι πολλές. Οποιαδήποτε Συνείδηση εμφανίζεται σαν «Διαφοροποιημένη Συνείδηση» δεν είναι παρά «Προβολή» της Μιας Συνείδησης στον «Χώρο της Δραστηριότητας» και δεν περιέχει τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Οι «περιορισμοί» είναι «περιορισμοί δραστηριότητας», «περιορισμοί κίνησης», όχι περιορισμοί ουσίας. Γενικά οι «αντανακλάσεις» είναι σαν ένα όραμα, σαν μια ψευδαίσθηση, μια φαντασμαγορία.

Κάθε Συνείδηση είναι η Μία Συνείδηση.

Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι η Συνείδηση Αποτελεί το Παν στο Οποίο Υπάρχουν Όλα και τα Ενοποιεί Όλα, σαν Πραγματικότητα, σαν Συνείδηση, σαν Εμπειρία, σαν Ύπαρξη (οντότητα).

Κι εφόσον κάθε Συνείδηση (που εμφανίζεται σαν «διαφοροποιημένη συνείδηση») είναι Αυτή η Μία Συνείδηση Εξαρχής και για Πάντα η Συνείδηση Είναι και Ελεύθερη και Φωτισμένη αλλά και περιορισμένη και σε σύγχυση και όλα. Ανάλογα με το που στρέφει την Προσοχή και την Βουλητική Ενέργεια η Συνείδηση είναι Ελεύθερη ή Δεσμευμένη σε περιορισμό. Είναι η Συνείδηση (η κάθε συνείδηση) που αποφασίζει που θα «διαμένει». Εφόσον η Ελευθερία, η Φώτιση, είναι Εγγενείς στην Φύση της Συνείδησης δεν χρειάζεται να κάνει κάτι, να πραγματοποιήσει κάτι, αρκεί να εγκαταλείψει τους περιορισμούς, τις περιοριστικές δραστηριότητές της.

Το να νομίζει μια περιορισμένη συνείδηση ότι κατανοεί, μέσα από την περιορισμένη αντιληπτικότητά της, την πραγματικότητα κι ότι με την δράση της μπορεί να πραγματοποιήσει την ελευθερία της είναι απλά μια ψευδαίσθηση.

Το μόνο που μπορεί να κάνει η Συνείδηση (κάθε άνθρωπος)  είναι απλά να αποσύρει την βουλητική ενέργεια από τους περιορισμούς, τις περιοριστικές δραστηριότητες που η ίδια ακολουθεί, να εγκαταλείψει όλες τις περιοριστικές δραστηριότητες πραγματικά, για να Αναδυθεί απλά στην Ελευθερία. Αυτό είναι μία Δράση και μια Διαδικασία Εσωτερικής Κατανόησης και μια Φυσική Αλλαγή, όχι μια εξωτερική εξέλιξη, μια εξωτερική μεταβολή που θα οδηγήσει σε κάποια άλλη κατάσταση. Το Φως υπάρχει όταν εγκαταλείπεται το σκοτάδι, Το Φως ούτε πραγματοποιείται, ούτε κατακτιέται.

Η περιορισμένη συνείδηση έχει συνεχώς την τάση να νοητικοποιεί τα πάντα, να «αντικειμενικοποιεί» τα πάντα, να τα προβάλει έξω από τον εαυτό της. Είναι ένας λανθασμένος τρόπος αντίληψης και δράσης. Είναι συνηθισμένο λάθος της περιορισμένης συνείδησης να νομίζει ότι, μέσα από την περιορισμένη κατάστασή της (εγκλωβισμένη στους περιορισμούς της), με δραστηριότητες που κάνει, μπορεί να επιτύχει μια «αλλαγή» της κατάστασής της και να φτάσει στην ελευθερία. Ο φυλακισμένος όσο και να προσπαθεί μέσα στα όρια της φυλακής του δεν μπορεί να βγει έξω, Πρέπει απλά να «γκρεμίσει» τα τείχη και τότε είναι ελεύθερος.

Έτσι, όταν μιλάμε για την Οδό μιλάμε για την Αληθινή Οδό που είναι η Έξοδος από τους περιορισμούς, με την «παραίτηση», την εγκατάλειψη (βουλητική εγκατάλειψη που οδηγεί στην φυσική εγκατάλειψη). Αυτή η «διάλυση» των περιορισμών είναι «προϊόν» της Κατανόησης που Ανθίζει στην Άγρυπνη Προσοχή, στην Αντικειμενική Όραση, στην Ανεμπόδιστη Αίσθηση αυτού που συμβαίνει, στην παραίτηση από κάθε «συμμετοχή» (που σημαίνει «περιορισμό»). Όταν  η Κατανόηση Βαθαίνει διαπιστώνουμε πως το μόνο που λειτουργεί είναι η Βούληση, η Βουλητική Ενέργεια. Δεν υπάρχουν εμπόδια. Σε μια τέτοια Κατανόηση η Συνείδηση Ελευθερώνεται κι Υψώνεται στην Πραγματικότητα, στην Πλήρη Αφύπνιση, στην Ανεμπόδιστη Ύπαρξη, στην Ολοκλήρωση. Τότε δεν υπάρχει εμπόδιο σε τίποτα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός καταστάσεων. Έχουν Ενοποιηθεί Όλα μέσα στην Συνείδηση.

.

Η Έξοδος

Στην πραγματικότητα Αυτό που Υπάρχει Είναι η Μία Συνείδηση. Αυτή Είναι το Παν. Αυτή Είναι Όλα. Κι η Απέραντη Ελευθερία του Όλου και οι Περιορισμοί που Δημιουργούν τα διάφορα Υπαρξιακά Φαινόμενα.

Έτσι, οι «περιορισμοί» είναι εγγενείς, εσωτερικές δεσμεύσεις που προκαλούν τα διάφορα φαινόμενα. Οι «περιορισμοί» είναι μόνο «δραστηριότητες», μια «φευγαλέα κίνηση». Όλη η Δημιουργία είναι ένα φαινόμενο κίνησης, ένας «χορός φαινομένων».

Όλα αυτά ούτε Αναιρούν το Όλον (το Οποίο φαίνεται να «Περιορίζεται»), ούτε αποτελούν πραγματική αλλαγή της Ουσίας.

Επίσης όλα αυτά είναι Εσωτερικές Μεταβολές της Δραστηριότητας κι όχι πραγματικές αντικειμενικές αλλαγές. Μιλάμε για Εσωτερικές Διαβαθμίσεις της Πραγματικότητας, Παροδικές και χωρίς ουσιαστική ύπαρξη και σημασία κι όχι για Πραγματική Δημιουργία, για ξεχωριστούς κόσμους.

Εφόσον η Συνείδηση, με τον τρόπο που την περιγράψαμε Αποτελεί την Ενοποιούσα Αρχή των Πάντων (όσων Εμφανίζονται) δεν υπάρχει κανένας πραγματικός οντολογικός διαχωρισμός ούτε εμποδίζεται η Επάνοδος στην Ελευθερία του Όλου. Έτσι, όταν μιλάμε για Έξοδο από τους «περιορισμούς (και την περιορισμένη ύπαρξη) στην Ελευθερία της Πραγματικότητας μιλάμε για παραίτηση από τις «δεσμεύσεις» της Βούλησης σε καταστάσεις και δραστηριότητες που κατανοούμε ότι δεν «θέλουμε» πια.

Είναι λάθος της περιορισμένης συνείδησης (δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε για να γίνει κατανοητό) να νομίζει ότι είναι μια ξεχωριστή οντότητα, ότι είναι κάπου δεσμευμένη κι ότι πρέπει να ελευθερωθεί, να ξεπεράσει την κατάστασή της με κάποιες προσπάθειες. Όλες αυτές οι λανθασμένες αντιλήψεις πρέπει να αναγνωρισθούν και να απορριφθούν. 

Η Συνείδηση είναι Πάντα Ελεύθερη. Οι περιορισμοί, η δέσμευση, η λανθασμένη ζωή που προκύπτει από αυτό μοιάζει με μια ονειρική κατάσταση. Είτε έτσι, είτε αλλιώς η Συνείδηση που «βουτάει» μέσα στην Δημιουργία, στον Χώρο, στον Χωροχρόνο, στους κόσμους, στις ζωές, έρχεται μια στιγμή που «ωριμάζει» από την ζωή και νοιώθει την ανάγκη να «αποδεσμευθεί». Κι αργά ή γρήγορα βρίσκει την Αληθινή Οδό κι Αποδεσμεύεται. Από το Βάθος της Συνείδησης υπάρχει πάντα η Ανάγκη της Επανόδου, η Νοσταλγία της Επιστροφής στην Αρχική Κατάσταση που είναι η Πηγή από Όπου ξεκινούν Όλα και στην Οποία Καταλήγουν Όλα, γιατί όλα είναι «Κύκλος».

Τελικά, κανένας δεν γνωρίζει αν όλη τούτη η «Δημιουργία», οι κόσμοι, κι οι ζωές, δημιουργήθηκαν ποτέ, ή αν ζουν αδημιούργητοι μέσα στην «Σκέψη» Αυτού που Υπάρχει Πραγματικά.


Sunday, May 15, 2022

Η «ΝΕΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ»

Σχεδίασμα Εισαγωγής στην «Νέα Φιλοσοφία της Συνείδησης», στην «Φιλοσοφία της Νέας Συνείδησης»


Η «Νέα Συνείδηση»: Η Πραγματικότητα που «αντιλαμβανόμαστε» είναι πάντα «προβολή» της «κατάστασης της επίγνωσής» μας, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο


Προοίμιο

Η Αναγνώριση, η Αντίληψη, η Κατανόηση της Πραγματικότητας (με την απόλυτη έννοια), προϋποθέτει την Εμπειρία, την Βίωση, της Μιας Πραγματικότητας Χωρίς Δεύτερο, δηλαδή μια Κατάσταση της Συνείδησης, όπου η Συνείδηση είναι Πλήρως Αφυπνισμένη κι Ενεργή, Ανοιχτή, Άπειρη, Χωρίς Περιορισμούς. Πρέπει να Είσαι σε Κατάσταση να Βλέπεις για να Δεις και να Κατανοήσεις Ορθά, χωρίς παραπλανήσεις ή λανθασμένες εκτιμήσεις.

Αν Είσαι σε κάποια άλλη κατάσταση συνείδησης βλέπεις μέσα από τους περιορισμούς ή τις ιδιαίτερες συνθήκες της κατάστασής σου. Προφανώς δεν Βλέπεις την Πραγματικότητα αλλά μια πραγματικότητα που σου επιβάλλεται από την κατάστασή σου. Μια ελλιπή πραγματικότητα, μια κατασκευασμένη πραγματικότητα από τις δυνατότητές σου.

Έτσι, για ποια πραγματικότητα μιλάμε; Για ποια επίγνωση, για ποια γνώση ή γνώσεις, για ποια ζωή, εξέλιξη, ιστορία; Προφανώς όλα αυτά δεν ανήκουν απλά στην σχετική γνώση, αλλά σε μεγάλο βαθμό στην περιορισμένη γνώση, στην εσφαλμένη γνώση, στην φαντασία, στην παραπλάνηση και στο «όνειρο».

Που μπορεί μια συνείδηση να «στηριχτεί» με ασφάλεια; πως μπορεί να έχει βέβαιη γνώση; Υπάρχει κάτι από αυτά που υποστηρίζουν οι άνθρωποι; Που πιστεύουν, που διδάσκουν στις νέες γενιές, που καταγράφουν σε μυριάδες βιβλία; Πάντα ως ένα βαθμό και με πολλές επιφυλάξεις.

Ας μην γελιόμαστε. Υπάρχει Μια Πραγματικότητα από την οποία ελάχιστα κατανοούν ή υποπτεύονται οι άνθρωποι. Υπάρχει μια Ζωή με πολλές περιοχές που δεν προσεγγίζουν οι άνθρωποι. Υπάρχει μια εξέλιξη, μια «ιστορία» του ανθρώπου, που αγνοούν τελείως οι άνθρωποι.

Αντί λοιπόν αυτής της απροσπέλαστης γνώσης οι άνθρωποι διατυπώνουν κοσμοθεωρίες, θεμελιώνουν επιστήμες (κι επιστημονική γνώση  ως ένα σημείο), θεωρίες ζωής, τρόπους ζωής, ήθη, έθιμα, πολιτισμό. Μια Φαντασμαγορία, που όμως έχει ελάχιστη σχέση με την Αλήθεια.

Αλλά τι είναι Αλήθεια; Προφανώς η Αλήθεια βρίσκεται όχι απλά πέρα από την εννοιολογική σκέψη (που μπορεί να κατασκευάσει όποια πραγματικότητα θέλεις) αλλά τελείως έξω από την κοινή νοημοσύνη, υπεράνω της κατάστασης της συνείδησης στην οποία βρίσκεται ο συνηθισμένος άνθρωπος.

Αυτό άραγε, εφόσον απορρίψουμε τις ανθρώπινες ανοησίες, μας οδηγεί στην μυστικιστική εμπειρία; Στον μυστικισμό; Αλλά σε ποιόν μυστικισμό; Οι άνθρωποι, στην διάρκεια της ιστορίας έκαναν όλα τα Μηνύματα των Σοφών, κοινωνικούς θεσμούς, διδασκαλίες, θεωρίες. Κατέβασαν την Μυστικιστική Εμπειρία που υπερβαίνει την κοινή συνείδηση, στα όρια των δικών τους ορίων αντίληψης, την έφεραν στα μέτρα τους. Έτσι είναι όλα άχρηστα. Θέλει πολύ κόπο για να αναρριχηθείς στις απότομες πλαγιές της Εμπειρίας, να Φτάσεις στην Πρωταρχική Πηγή της Μυστικιστικής Εμπειρίας.

Πρέπει να ξαναγίνεις Αναζητητής, Προσκυνητής, Ταπεινός σαν τον Άνεμο, το Αρχαίο Πνεύμα, που δεν αφήνει ίχνη, που πετάει όπου θέλει και Υψώνεται στον Ουρανό, που είναι ο Φυσικός Προορισμός του.


«Οντολογία»

Η Ανθρώπινη Συνείδηση, αναδυόμενη από τον βούρκο της ανθρώπινης νοημοσύνης, σαν τον μυθικό «λωτό», λούζεται στο Φως μιας Νέας Αυτοσυνειδησίας, είναι μια Νέα Συνείδηση. Δεν μπορεί να στηριχτεί πουθενά, σε τίποτα εξωτερικό, σε καμιά δραστηριότητα γνωστική κι έτσι αιωρείται πάνω από το «χάος». Αυτό όμως, που μπορεί να φαίνεται τρομακτικό, είναι στην πραγματικότητα μια Ελευθερία χωρίς θεμέλιο και χωρίς όρια. Η απόλυτη Ελευθερία μπορεί έτσι να Στραφεί προς το Μοναδικό Κέντρο Ύπαρξης, τον Εαυτό, την Πραγματική Φύση. Είναι ο Εσωτερικός Νοητός Ήλιος, το Μόνο Σταθερό Θεμέλιο της Αλήθειας, η Αποκάλυψη της Πραγματικότητας.

Για την Νέα Συνείδηση δεν υπάρχουν «διακρίσεις». Είναι το Απόλυτο. Το «Όλον» είναι μέσα στο «ιδιαίτερο», στον πιο μικρό κόκκο σκόνης, και το ιδιαίτερο, το πιο ταπεινό ον, είναι από την φύση του κι εν δυνάμει το Όλον.

Η Νέα Συνείδηση είναι το Όλον και μπορεί να το Νοιώσει στην Ακινησία του Όλου ή στην κίνηση του ιδιαίτερου, γιατί δεν υπάρχει καμία διάκριση στις καταστάσεις όταν είσαι αφυπνισμένος. Η Όραση της Πραγματικότητας είναι «Ανεμπόδιστη» όπου κι αν βαδίζεις, υπάρχει μόνο Ιερός Χώρος.

Η Νέα Συνείδηση, από την Φύση της Ανήκει στον Ιερό Χώρο του Άχρονου και ποτέ δεν μπορεί να «ξεπέσει» από Εδώ.


«Γωσιολογία»

Για να μπορείς να «Δεις» την Πραγματικότητα, (για να έχεις Όραση και να μην είσαι «τυφλός»), πρέπει σαν Νέα Συνείδηση να μην έχεις «περιεχόμενο». Να είσαι σε Πλήρη Εγρήγορση. Σε Ολοκληρωτική Προσοχή. Τότε Είσαι Εδώ, Τώρα, στον Πραγματικό Χρόνο που είναι η Αιωνιότητα που Ρέει χωρίς να Αλλοιώνεται. Μπορείς να κινείσαι ελεύθερα όπου θέλεις, σε όλα τα σύμπαντα.

Διαφορετικά, όταν υπάρχει η παραμικρή μετακίνηση από την Ακινησία της Πανταχού Όρασης, στην ιδιαίτερη θεώρηση, αυτό που αντιλαμβάνεσαι δεν είναι η Πραγματικότητα κι η κίνησή σου δεν είναι ελεύθερη χωρίς σκιές και ίχνη, αλλά χαράζει τον Χρόνο, δημιουργεί εξέλιξη (και συνέπειες), χτίζει μνήμη (κι ιστορία), διαμορφώνει ζωή (και χτίζει όνειρα).

Από εδώ, από την θολή όραση που θεμελιώνει την μεταφυσική άγνοια, προέρχονται οι αιτίες που δημιουργούν τον χωρόχρονο, τους κατώτερους κόσμους, την ενσωμάτωση στην «γη», την ζωή στη γη.

Η Αφυπνισμένη Νέα Συνείδηση, δεν δεσμεύεται από τίποτα και περνά μέσα από τους κόσμους χωρίς δυσκολία. Είναι τα όντα που λόγω της περιορισμένης αντίληψής τους σκλαβώνονται σε κατώτερες διαμονές της ύπαρξης, σε μια ονειρική ζωή στους κατώτερους κόσμους.


«Ηθική»

Η Νέα Συνείδηση που έχει Αναδυθεί στην Αφύπνιση και δεν διστάζει να απορρίψει όλο το συσσωρευμένο «περιεχόμενό» της δεν χρειάζεται προϋποθέσεις για να Ζήσει την Πραγματικότητα. Η Συνείδηση γενικά δεν χρειάζεται προϋποθέσεις. Από την Φύση της κάθε συνείδηση είναι το Όλον. Αυτό που εμποδίζει την κάθε συνείδηση να το συνειδητοποιήσει δεν είναι έξω, στον «αντικειμενικό» κόσμο. Ούτε εξάλλου μπορεί να έχει βοήθεια από «έξω». Οι λόγοι που εμποδίζουν την κάθε συνείδηση να Κατανοήσει ότι είναι το Όλον, ότι το Όλον και το ιδιαίτερο είναι το Ίδιο, ότι η Όραση είναι Ανεμπόδιστη, είναι ακριβώς η εμμονή της συνείδησης στο «περιεχόμενό» της. Αυτή η ίδια η συνείδηση συντηρεί το όνειρο, τροφοδοτεί την ονειρική ζωή.

Για την Νέα Συνείδηση, από την Φύση της κι από την Ανεμπόδιστη Όρασή της πηγάζει η Ηθική Αρχή και Τάξη και Συμπεριφορά της.

Η κάθε συνείδηση που βλέπει θολά δεν αναγνωρίζει την Άχρονη Φύση της, δεν υποπτεύεται την Ελευθερία της Όρασης που δεν έχει ορίζοντες κι έτσι δίνει μια «αντικειμενικότητα» στην Ηθική Συμπεριφορά. Εκεί που πρέπει απλά να ακολουθήσει την Εσωτερική Φύση της νομίζει ότι πρέπει να Ακολουθήσει εξωτερικές επιταγές. Ακόμα κι έτσι όμως μπορεί να βρει διέξοδο στην σύγχυσή της.


Η Οδός

Αληθινά Είμαστε στην Χώρα της Αλήθειας. Για αυτό δεν υπάρχουν δρόμοι για την Αλήθεια, για αυτό δεν υπάρχει καμία εξέλιξη της γνώσης προς την Αλήθεια, για αυτό δεν υπάρχει καμία «πραγματοποίηση» της Αλήθειας. 

Να το πούμε αλλιώς: Δεν είναι η Αλήθεια που πρέπει να «πραγματοποιηθεί». Είναι το ψεύδος και το όνειρο που πρέπει να «εγκαταλειφθεί».

Αυτό είναι μια κυριολεκτική Ηθική Αναγκαιότητα, κάτι που πρέπει να γίνει, άμεσα κι ολοκληρωτικά. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαδικασίες, προσπάθειες, δραστηριότητες. Όλες οι δήθεν θρησκευτικές ή μυστικιστικές πρακτικές, είναι δραστηριότητες της παλιάς νοημοσύνης, ανήκουν στον χώρο της παλιάς ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την Αλήθεια (ή την δήθεν προσέγγιση της Αλήθειας).

Πάρτε παράδειγμα τον Βούδα, που ήταν ένας από τους πιο Σοφούς Ανθρώπους. Ο Βούδας ήταν πάντα Φωτισμένος. Δεν φωτίστηκε ποτέ. Ο δήθεν «φωτισμός του Βούδα ανήκει στην μυθολογία των ανθρώπων.


Η Αληθινή Γη

Προφανώς η Νέα Συνείδηση δεν ανήκει στον Χρόνο, στον χωροχρόνο και στην ιστορικότητα. Δεν έχει τίποτα να κάνει με την ενσωματωμένη ζωή, στον πλανήτη γη ή σε κάποιον άλλον πλανήτη στους μυριάδες γαλαξίες. 

Η Αληθινή «Γη» είναι στον Ιερό Χώρο του Άχρονου όπου οι Ορίζοντες Χάνονται στο Άπειρο. Εδώ είναι η «Κατοικία» της Νέας Συνείδησης.


Εν κατακλείδι

Πολλά από αυτά που λέγονται εδώ ίσως φαίνονται γνωστά σε κάποιους ή ίσως προσπαθήσουν να τα ανιχνεύσουν σε παλιές διδασκαλίες ή παραδόσεις. Στην πραγματικότητα η Αλήθεια Είναι πάντα (Διαχρονικά) Γνωστή. Δεν υπάρχει τίποτα να ειπωθεί. Και δεν υπάρχει τίποτα εδώ να «συγκρατήσεις» σαν μνήμη. Η Ζωή τρέχει, δεν μπορείς να μένεις πίσω. Απλά Δες. Απλά Ζήσε.

…..

Σημείωση: Το Σύμβολο του Κύκλου:

Ολότητα, Πληρότητα, Ταυτόχρονο, η Φώτιση

Αρχική Τελειότητα, Ουράνια Ενότητα, Ολοκλήρωση

Εαυτός, Αυτοσυγκράτηση, Αυτοσυγκέντρωση

Ανεκδήλωτο, Άπειρο, Αιωνιότητα

Χώρος ή Μη-χώρος, Άχρονο, Κατάργηση του χρόνου και του χώρου

Ουρανός, Παράδεισος, Αληθινή Κατοικία

...

«Η κινούμενη εικόνα μιας ακίνητης αιωνιότητας» (Πλάτων)

«Η Ζωοποιούσα αρχή που εμψυχώνει το σύμπαν» (Πρόκλος)

Επανεμφάνιση, Αιώνια Επιστροφή, Ο κύκλος ύπαρξης που περιλαμβάνει τα πάντα

Δυναμισμός, Αέναη Κίνηση, Όλες οι δυνατότητες και πιθανότητες

 Το Κοσμικό «Αυγό»

Θεός, «Ο θεός είναι κύκλος του οποίου το κέντρο βρίσκεται παντού και η περιφέρεια  πουθενά» (Ερμής Τρισμέγιστος)

Σαν  Ήλιος είναι η Αιώνια Αρχή και σαν Κύκλος του Πνεύματος και της κατώτερης ψυχής είναι η Παγκόσμια Μήτρα που τα Δημιουργεί όλα

Το «Πολύτιμο Μαργαριτάρι της Βασιλείας των Ουρανών» (Εσσαίος Ιησούς)

Εσωτερική Σύνδεση: Λωτός, Κρίνο, Ρόδο

Ο "Τετραγωνισμός" του Κύκλου (με την Ενοποίηση των Τεσσάρων Στοιχείων και περιεχόμενο το Πέμπτο Στοιχείο) συμβολίζει τον "Ουρανό επί της γης", την Ιερότητα, τον Αληθινό Ναό του Θεού, την Επάνοδο στην Αρχέγονη Απλότητα και Ενότητα



Sunday, May 8, 2022

ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ ΖΕΝ



...


Η «ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΗ» ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Προοίμιο 

Η Φύση του Βούδα 

Άγνοια 

Αληθινό Ζεν και Σταδιακή Προσέγγιση 

Μπόντι 

.....


Ζεν: Το Ζεν Είναι η Φύση μας, είναι η καθημερινή μας ζωή, είναι μπροστά μας, πίσω μας, είναι δεξιά, αριστερά, πάνω κάτω...

 

Προοίμιο 

Η Ορθή Προσέγγιση του Βουδισμού δεν γίνεται μέσω μιας ορθολογιστικής διερεύνησης και κατανοητικής αποσαφήνισης. Γίνεται μέσω μιας συγκεκριμένης βιωματικής συμπεριφοράς, που έχει δοκιμαστεί και επαληθευθεί από όσους προηγήθηκαν στην Οδό. 

Η Κατανόηση του Ζεν προϋποθέτει την επαρκή γνώση και βιωματική εμπειρία των «προηγούμενων» διδασκαλιών του Βουδισμού. 

Η Κεντρική Αντίληψη-Διδασκαλία-Θεώρηση του Ζεν αποτελεί μια περαιτέρω «εμβάθυνση» κι επέκταση της «Ιδεαλιστικής» Θεώρησης της Μαχαγιάνα (Γιογκάρα). Το «Υποκείμενο» της Γιογκακάρα Αναδύεται σε Παγκόσμια Φύση, είναι η Φύση του Βούδα, η Βουδική Ουσία, που αποτελεί την Αληθινή Ουσία όλων των «όντων» όσων εμφανίζονται σαν όντα. Αυτή η Ουσία δεν είναι πλέον Νους (με την «έννοια» του Τσίττα, του Βιτζνάνα), είναι Μη-νους. 

 Αυτή η Βουδιστική Αντίληψη της Μαχαγιάνα έρχεται να συγχωνευτεί με την Ταοϊστική αντίληψη του Βου-Χσιν (του Μη-νου). Αυτός είναι ο λόγος που το Τσαν εμφανίστηκε στην Κίνα με την εισαγωγή του Βουδισμού από την Ινδία (Μποντιντάρμα) και την συγχώνευσή του με τον Ταοϊσμό (όπως στο Ναό Σαολίν). 

 

Η Φύση του Βούδα 

Δεν Υπάρχει παρά η Φύση του Βούδα, η Τέλεια Σοφία, το Σουνυάτα, το Ασαμσκρίτα (το Νιρβάνα). Υπάρχει, Αυτή Μόνον η Ουσία, Αυτό Μόνον το Απόλυτο Υποκείμενο (που Είναι Κενότητα). Αυτό σημαίνει ότι εφόσον κάθε «ον» είναι Αυτή η Βουδική Ουσία, το Απόλυτο Υποκείμενο, κάθε ον είναι εξαρχής και για πάντα «Φωτισμένο». Από εδώ πηγάζει η αντίληψη, η διδασκαλία, ότι εφόσον όλα τα «όντα» έχουν την Βουδική Φύση, δεν χρειάζεται να «φωτιστούν» ή να πραγματοποιήσουν ή να επιτύχουν την Φώτιση, δεν χρειάζεται καμιά πρακτική προσπάθεια. Εδώ βασίζεται η διδασκαλία του Ντόγκεν ότι Φώτιση και «πρακτική» ταυτίζονται, ότι το «να κάθεσαι απλά» είναι η Φώτιση, η συμπεριφορά του Βούδα.  

Στην πραγματικότητα η Βουδική Φύση, η Βουδική Ουσία, το Απόλυτο Υποκείμενο είναι Ακινησία που Ρέει στην Αιωνιότητα. Οτιδήποτε άλλο , που φαίνεται να κινείται, να αλλάζει κλπ., ανήκει στο Υποκειμενικό όνειρο. 

Το να Νοιώθεις την Βουδική Φύση σου σημαίνει να Είσαι «Ακίνητος» και να μην «πιάνεσαι» σε καμία κίνηση, σε καμία διαδικασία. Αυτό που «κινείται» είναι τα «φαινόμενα», η ροή των «φαινομένων». Η Αντίληψη (ο Νους) έχει επίγνωση των «φαινομένων», χωρίς να «πιάνεται» από πουθενά. Αυτό είναι Φώτιση. Είναι η «Αεικίνητη Σοφία». Αν «πιαστεί» (τζούντζι), τότε «ταξιδεύει» στην ονειρική κατάσταση με «όχημα» το «αντικείμενο». Αυτό είναι άγνοια, αυταπάτη, δυστυχία. 

Τελικά, αν το «ον» Νοιώθει την Βουδική Φύση του, λειτουργεί έτσι και δεν χρειάζεται καμία πρακτική. Όταν όμως «δεν νοιώθει» την Βουδική του Φύση τότε προφανώς πρέπει να την «συνειδητοποιήσει κι εδώ χρειάζεται η «πρακτική» (το τι είναι αυτή η «πρακτική» είναι ένα άλλο θέμα). 

Όμως αν δεν «Νοιώθεις» την Βουδική Φύση σου δεν μπορείς να αναζητήσεις την Φώτιση γιατί θα είναι μια ψεύτικη φώτιση. Τότε; Παραμένεις στην κατάσταση της άγνοιας;  Προφανώς όχι. Απλά αλλάζεις «επίπεδο» Το «πως» είναι ακριβώς η «πρακτική». Αυτό είναι Ζεν. 

 

Άγνοια 

Ας το επαναλάβουμε: Το να Νοιώθεις την Βουδική Φύση σου σημαίνει να Είσαι «Ακίνητος» και να μην «πιάνεσαι» σε καμία κίνηση, σε καμία διαδικασία. Αυτό που «κινείται» είναι τα «φαινόμενα», η ροή των «φαινομένων». Η Αντίληψη (ο Νους) έχει επίγνωση των «φαινομένων», χωρίς να «πιάνεται» από πουθενά. Αυτό είναι Φώτιση. Αν «πιαστεί», τότε «ταξιδεύει» στην ονειρική κατάσταση με «όχημα» το «αντικείμενο». Αυτό είναι άγνοια, αυταπάτη, δυστυχία. 

Το να «πιαστείς» από κάτι σημαίνει, στην πραγματικότητα, ότι υπάρχει βουλητική ενέργεια, «εμπλέκεται» η βούληση και η δραστηριότητα παίρνει «προσωπικό» χαρακτήρα. Έτσι βυθιζόμαστε στην άγνοια. 

Για να το πούμε αλλιώς, το να «πιαστείς» σημαίνει ότι εισέρχεσαι στην εγώ-λογική μεροληπτική δραστηριότητα, με ό,τι σημαίνει αυτό. 

 

Ζεν 

Εφόσον η Φύση του Βούδα είναι η Αληθινή Φύση, είναι δηλαδή έμφυτη σε κάθε ον είναι φυσικό κι επόμενο να δοθεί έμφαση στην άμεση ενόραση αυτής της φύσης, στην συνειδητοποίησή της και στην πρακτική έκφρασή της. Αυτό είναι το Πράτζνα (η μη-εννοιολογική διορατικότητα). Αυτό οδηγεί σε μια διαφοροποίηση της «έννοιας» του Διαλογισμού. Η «αντίληψη», η «συνειδητοποίηση» της Αληθινής Φύσης μας εξαρτάται απόλυτα από εμάς (από το Απόλυτο Υποκείμενο), από την Βούληση και την Προσοχή μας. Δεν εξαρτάται από «εξωτερικούς» παράγοντες, ή από τον χρόνο, ή κάποια δραστηριότητα ή διαδικασία. Είναι λοιπόν άμεση σαν γεγονός, «ξαφνική» κι όχι σταδιακή ή αποκαλυπτόμενη διαδοχικά μέσα στον χρόνο. Η Φώτιση συμβαίνει σαν ακαριαίος μετασχηματισμός, ολοκληρωτικός και στιγμιαίος. 

Ποια είναι η Βάση, το Θεμέλιο του Ζεν: «Εδώ, Τώρα, Εγώ»:  

Δεν υπάρχει παρά το Τώρα (Ο Χρόνος «πραγματοποιείται» στο Τώρα).  

Δεν υπάρχει παρά το Εδώ (Ο Χώρος «εκδηλώνεται» στο Εδώ). 

Δεν υπάρχει παρά το Εγώ, ο Αληθινός Εαυτός Το Απεριόριστο «εμφανίζεται» στο Εγώ). 

Το Απόλυτο Υποκείμενο είναι η Φώτιση, η Πύλη της Αιωνιότητας, η Ελευθερία του Χωρίς Τέλος! 

Ο Αληθινός Στόχος του Ζεν είναι να Δεις, να Συνειδητοποιήσεις τον Αληθινό Εαυτό. Έτσι είναι λάθος να βάζεις άλλο στόχο από τον Εαυτό. Όταν δεν βάζεις κανένα άλλο στόχο αυτός είναι ο αληθινός στόχος. 

Αν Βρεις το Αληθινό Εγώ δεν χρειάζεται να βρεις τίποτα άλλο, είναι το Όλον, όλα, το κάθε τι. Όταν βιώνεις το Όλον το Βιώνεις πάντα, παντού, στο κάθε τι. Αυτή είναι η Ηθική! 

Ο Αληθινός Διαλογισμός (η Ουσία του Ζεν) είναι «η Βύθιση του «πνεύματος» στο κέντρο της «Καρδιάς». Εδώ είναι ο «Αρχικός Νους», ο Εαυτός, η Αληθινή Φύση μας, η Ρίζα του Υποκειμένου, το Απόλυτο Υποκείμενο. Μέσα στο Σώμα, Πέρα από το Σώμα (Μη-χρονικό, Μη-τοπικό, Μη-αντιληπτό). 

Το Απόλυτο Υποκείμενο είναι Πάντα Αγνό, Ανόθευτο, Διάφανο, χωρίς «σκόνη», Το Αληθινό Ζεν συνίσταται στο να βιώνουμε το Απόλυτο, να συνειδητοποιούμε το Απόλυτο και να ενεργούμε το Απόλυτο στις καθημερινές μας δραστηριότητες. 

Το Σικαντάζα (να «κάθεσαι απλά») σημαίνει να Παραμένεις «Ακίνητος» ανεξάρτητα από το τι κάνεις ή τι γίνεται. Η Αντίληψη (ο Νους) «παρακολουθεί» τα «φαινόμενα», χωρίς να «πιάνεται» πουθενά. Στην αρχή χρειάζεται ίσως να καθίσεις σε στάση διαλογισμού (Ζαζέν, καθιστός διαλογισμός) αλλά κάποια  στιγμή μπορείς να ανεξαρτητοποιηθείς από αυτό και να παραμένεις σε «Ακινησία» ακόμα κι όταν είσαι σε δραστηριότητα (Κινχίν, διαλογισμός περπατήματος). Έτσι το να «κάθεσαι απλά» σημαίνει να μην πιάνεσαι σε διαδικασίες του σώματος, των αισθήσεων, του νου, όλα αυτά ανήκουν στο όνειρο. 

Το Σικαντάζα (να «κάθεσαι απλά») σημαίνει να Παραμένεις «Ακίνητος» ανεξάρτητα από το τι κάνεις ή τι γίνεται. Αληθινό Ζεν, (η Ουσία του Διαλογισμού) δεν είναι «μη-σκέψη», το να κάθεσαι ακίνητος σαν μια χορταριασμένη πέτρα στο βουνό ή σαν ένα κούτσουρο στην άκρη του δάσους ή σαν ένα αχυρένιο σκιάχτρο στο χωράφι. Το Ζεν είναι Ζωή, είναι να είσαι ζωντανός σε όλα τα επίπεδα της ύπαρξης. Συνεπώς όπου χρησιμοποιείται ο όρος «μη-σκέψη» (όχι-νους, όχι-μυαλό) χρησιμοποιείται με την έννοια της διακοπής της εγωϊκής σκέψης κι όχι με την έννοια του τίποτα. 

Να είσαι «Ακίνητος» σημαίνει να είσαι σε απόλυτα συγκεντρωμένη εγρήγορση (σαμάντι), σε μια αδιάσπαστη «διαύγεια» και σε αυτή την κατάσταση να «βλέπεις (τα πάντα) και να ενεργείς. Είναι η αντίληψη του κόσμου από την οπτική του σαμάντι.  Είναι η Κατάσταση Συγκέντρωσης (τζίο) και το να βλέπεις έτσι είναι Πράτζνα (Σοφία). Δεν υπάρχει παρά μόνο το Υποκείμενο, όλα τα άλλα είναι φαινόμενα που έρχονται και φεύγουν. Αν αποροφηθείς σε κάτι, αν «ακολουθήσεις» κάτι το Υποκείμενο αλλοιώνεται (γίνεται «νους») και το αντικείμενο αναδύεται, βυθίζεσαι στην δυιστική αντίληψη, ζωή και εμπειρία. 

 Σε αυτή την Κατάσταση της «Ακινησίας» χωρίς να αλλοιώνεσαι είσαι ένα με όλα. Πως γίνεται αυτό; Λειτουργείς σαν καθρέφτης που καθρεφτίζει τα πάντα χωρίς να συγκρατεί τίποτα. Υπάρχουν «ενδείξεις» ότι είσαι πραγματικά σε «Ακινησία», σε σαμάντι (απόλυτα συγκεντρωμένη εγρήγορση)  όταν κάθεσαι σε Σικιντάζα: 

1) Νοιώθεις ότι «αιωρείσαι» (έχεις την αίσθηση ότι «αιωρείσαι» γιατί  δεν υπάρχει αίσθηση του σώματος καθώς δεν διοχετεύεται παρά η ελάχιστη αναγκαία ενέργεια στο σώμα). 

2) Αισθάνεσαι τα πάντα χωρίς να «αντιδράς» σε τίποτα. 

3) Η σκέψη λιτουργεί ανεμπόδιστα χωρίς να σε «παρασύρει» ή να σε «απορροφά» σε κάτι. 

4) Η Δράση σου (η αντίδρασή σου στον κόσμο) εξαρτάται απόλυτα από την Βούλησή σου. Ακόμα κι όταν «αντιδράς ξαφνικά ή «ενστικτωδώς». Το περίεργο της Κατάστασης είναι ότι αυτόματα ακολουθείς το Φωτεινό Δρόμο του Ντάρμα και δεν διολισθαίνεις ποτέ στα κατηφορικά σκοτεινά μονοπάτια της άγνοιας, του πάθους και της απώλειας.  

Το Ντάρμα (η Ορθή Δράση σε όλα τα Επίπεδα Ύπαρξης) είναι Αντικειμενικό. Το συγχυσμένο υποκείμενο το αντιλαμβάνεται και το αποδέχεται σαν αντικειμενικό κανόνα. Το απελευθερωμένο υποκείμενο το αντιλαμβάνεται και το αποδέχεται σαν Ουσιαστικό Νόμο της Φύσης. Το Απόλυτο Υποκείμενο το Αναγνωρίζει σαν Έκφραση της Ίδιας της Φύσης του. 

… 

 

(Η Σταδιακή Προσέγγιση) 

Βέβαια κάποιοι υποστηρίζουν ότι μπορεί η επίγνωση της Αληθινής Φύσης μας να είναι ξαφνική αλλά απαιτείται μια σταδιακή εμβάθυνση της διορατικότητας, και της κατανόησής μας, μια «ωρίμανση». Αυτό σημαίνει απλά ότι κάποιος δεν βλέπει, δεν αντιλαμβάνεται καθαρά και χρειάζεται χρόνο για να απαλλαγεί από τους «περιορισμούς» του. Οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργούν έτσι, ακόμα κι αυτοί που συχνάζουν στον «πνευματικό» χώρο.  

Η Βασική αντίληψη εδώ είναι ότι η Ουσιώδης Φύση, είναι η Εσώτερη Φύση (Αυτό που Βιώνουμε στο Βάθος του Εαυτού) που Υπερβαίνει και «περικλείει» το «εγώ» με το οποίο ταυτιζόμαστε συνήθως. Το «εγώ» είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την εκδήλωση και την δραστηριότητα στην εξωτερική ζωή αλλά δεν έχει σχέση με την Πραγματική Φύση μας. Έτσι πρέπει να το «υπερβούμε». Εκεί λοιπόν που ήταν ένας «απολιθωμένος» μηχανισμός (το «εγώ» με τις ιδεοληψίες του τις μνήμες και τις «γνώσεις του, τις προκαταλήψεις του) εγκαθίσταται μια ελεύθερη, αυθόρμητη κι ανεμπόδιστη σχέση με τον εξωτερικό κόσμο. 

Είναι φανερό λοιπόν ότι μόνο λόγω άγνοιας ή άρνησης της πραγματικής μας φύσης η φώτιση μπορεί να θεωρηθεί ως κάτι που πρέπει να αναζητήσουμε, ένας προορισμός στον οποίο μπορεί να φτάσουμε κάποια μέρα. 

Η διάλυση της άγνοιας της Φύσης του Βούδα μπορεί να επιτευχθεί Εδώ, Τώρα, με την Προσεκτική Παρατήρηση, με την διάλυση όλων των ψευδαισθητικών αντιλήψεων. 

Σταδιακή Προσέγγιση: 

Το να «δούμε» την Αληθινή Φύση μας (σαν Άχρονο Χώρο) ονομάζεται  Κένσο.  

Η Βίωση του «Άχωρου» είναι το Σατόρι 

Αλλά θα πρέπει τελείως φυσικά κι αβίαστα να «εγκατασταθούμε» μόνιμα σε αυτή την κατάσταση για να πούμε ότι φτάσαμε στην τελική «απελευθέρωση» (Μπόντι). 

Βαθμίδες του «Διαλογισμού: 

Αντίληψη του κόσμου. Κένσο. 

Εσωτερική Αντίληψη και Απόλυτη Αντίληψη. Σατόρι. 

Μπόντι. 

Αναλυτικά: 

Υπάρχουν δύο τρόποι αντίληψης.  

1) Να βλέπεις πράγματα που υπάρχουν μέσα στον «Χώρο». 

2) Να βλέπεις τον «Χώρο» εντός του οποίου υπάρχουν «πράγματα».  

Ξεκινώντας από την πρώτη περίπτωση, όταν ανυψώνεσαι στην Αντίληψη του «Χώρου» φτάνεις στο Κένσο. Ο Καθρέφτης Καθρεφτίζει τα πράγματα. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρώντας τα πράγματα βλέπουμε ότι είναι σε σχέση με το περιβάλλον. Το σημαντικό τελικά δεν είναι το πράγμα αλλά ο «χώρος» μέσα στον οποίο εντάσσεται. Έτσι αναδύεται η «αντίληψη του «χώρου» σαν του ενοποιητικού στοιχείου των πάντων. 

Από την αντίληψη του «Χώρου» (όταν εγκαταλείπεις τα «πράγματα») ανυψώνεσαι στην Αντίληψη ότι Εσύ Είσαι ο Χώρος. Ο Καθρέφτης απλά Καθρεφτίζει (αλλά δεν υπάρχει «τίποτα» να καθρεφτίσει). Αυτή είναι η Αγνή Ανόθευτη Ουσία του Καθρέφτη. Το Σατόρι. 

Πέραν αυτού βρίσκεται η Μία Πραγματικότητα, ο Καθρέφτης. Το Μπόντι. 

 

Μπόντι 

Το Ζεν είναι άμεσος τρόπος προσέγγισης της Πραγματικότητας. Δεν αναλύει τίποτα, δεν εξηγεί τίποτα. Παίρνουμε σαν δεδομένο την Φύση μας (το γου-σιν), αυτό που υπάρχει. Η Φύση μας είναι το υπόβαθρο (δεν περιγράφεται γιατί είναι κενότητα). Το μόνο άμεσο δεδομένο είναι η Αντίληψη (το σιν, η συνείδηση, η προσκόλληση στο φαινόμενο) Το Ζεν είναι απόσπαση από το φαινόμενο. Το Ζεν δείχνει την Αληθινή φύση μας. 

Το Ζεν δεν είναι θρησκεία, δεν είναι θέμα για συζήτηση, ούτε καν τρόπος να προσεγγίσεις την Πραγματικότητα, τρόπος να ζήσεις… Είναι η Φύση μας, είναι η καθημερινή μας ζωή, είναι μπροστά μας, πίσω μας, είναι δεξιά, αριστερά, πάνω κάτω… και να προσπαθήσουμε δεν μπορούμε να μη το δούμε, … απλά δεν μπορούμε να κρυφτούμε από τον εαυτό μας.


 

 


Sunday, May 1, 2022

ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ ΓΙΟΓΚΑΚΑΡΑ (ΒΙΤΖΝΑΝΑΒΑΝΤΑ)

 Η «ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗ» ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Προοίμιο

Ταθάτα

Τσίττα  

Ντυάνα 

Παραβριτασράγια

.....



Γιογκακάρα (Βιτζναναβάντα): Η Ύστατη Πραγματικότητα, (το Σουνυάτα) Ταυτίζεται Ουσιαστικά με το Βιτζνάνα.


Προοίμιο

Η Διδασκαλία Γιογκακάρα αποτελεί μια «συνέχεια» και μια «επέκταση» ή «εμβάθυνση» της Διδασκαλίας του Σουνυάτα.  (τουλάχιστον κατά την άποψη των οπαδών της Διδασκαλίας): Η Μόνη Πραγματικότητα είναι το Σουνυάτα, όλα είναι Σουνυάτα, όλα είναι παροδικά φαινόμενα. Ακόμα και το Σουνυάτα είναι Σουνυάτα, Κενό. Το μόνο Σταθερό Υποστήριγμα (Ασράγια) είναι Αυτό που τα βιώνει, που τα «αντιλαμβάνεται» όλα αυτά. Έτσι η Ύστατη Πραγματικότητα, (το Σουνυάτα) Ταυτίζεται Ουσιαστικά με το Βιτζνάνα.

Τζνάνα σημαίνει την Καθαρή Γνώση, την μη-δυαδική γνώση, την καθαρή αντίληψη. Βιτζνάνα είναι η «διακρίνουσα αντίληψη».  Στο Γιογκακάρα όταν χρησιμοποιείται ο όρος Βιτζνάνα σκέτος υπονοεί την Τζνάνα. Όταν χρησιμοποιείται με κάποιο επιθετικό προσδιορισμό υπονοεί την Βιτζνάνα σαν «διακρίνουσα αντίληψη» (Αλάγια βιτζνάνα), ή «αντικειμενοποιούσα με την χωριστικότητα αντίληψη» ( Μάνας, Μανοβιτζνάνα, Βισάγια-Βιτζνάνας ή βιτζνάνα των αισθήσεων).

(Η ρίζα τζνα- σημαίνει το «γνωρίζειν»

Πρά-τζνα σημαίνει την αυθόρμητη, ανεμπόδιστη κι ανέγγιχτη (από επεξεργασία) γνώση, το πρωτογενές βίωμα γνώσης, η μια ανάδυση στην πέραν της επεξεργασμένης γνώσης, σε μια ανώτερη γνώση, μια ανώτερη επίγνωση.

Τζνά-να είναι η Ανώτερη Ανόθευτη Γνώση, η Αληθινή Γνώση, η «υπέρβαση» του βι-τζνα-να.

Βι-τζνα-να είναι η διακριτική λογική γνώση.

Α-τζνα-να είναι η μη-γνώση).


Ταθάτα 

Το ΤΑΘΑΤΑ (Ως Έχει, Έτσι Είναι) είναι η Μόνη Πραγματικότητα. Το Ταθάτα είναι απουσία κάθε αντίληψης, χωρίς κανένα προσδιορισμό, χωρίς διαφοροποίηση, άδειο από κάθε τι, είναι Σουνυάτα (Κενότητα). Το Ταθάτα Υπάρχει από μόνο Του, Μόνο του.  Το Ταθάτα Εδράζεται στον Εαυτό Του, στην Απόλυτη Φύση Του. Είναι το Πραγματικό, Αυτό που Υπάρχει Έτσι. 

Το Ταθάτα είναι η Υπέρτατη Τζνάνα, η Καθαρή Γνώση, Φώτιση.

Το Ταθάτα είναι το Νιρβάνα, η ολοκλήρωση του «όντος».  

Όπως σε όλο το Βουδισμό, "Οντολογία", Γνωσιολογία, Ηθική, ταυτίζονται. Έτσι το Ταθάτα έχει και "Οντολογικό" και Γνωσιολογικό και Ηθικό Χαρακτήρα, είναι ταυτόχρονα και Ταθάτα και Βιτζνάνα και Νιρβάνα, είναι και τα τρία.

Δεν υπάρχει αντίληψη ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό, έξω:

 Ό,τι γίνεται αντιληπτό ό,τι «εμφανίζεται» είναι Τσιτταμάτρα (Μόνο Νους).

 Μέσα στο Απόλυτο-Βιτζνάνα-Τσίττα εμφανίζονται όλα τα συνειδησιακά και "υλικά" φαινόμενα. (Βιτζνανακάγια ή Τσιττακαλάπα, ή Αγιάτανα, "κόσμοι").


Τσίττα

 Ότι υπάρχει κι ό,τι μπορεί να υπάρξει είναι μόνο Τσίττα (Τσιτταμάτρα – Μόνο Νους) ή Βιτζνάνα. Όταν το Τσίττα ή Βιτζνάνα Δραστηριοποιείται, εμφανίζεται μία διαφορετικής ποιότητας ενέργεια που ονομάζεται «Βιτζνάνα» (συνείδηση, νοητική ροή) κι από την οποία προκύπτει ο κόσμος των φαινομένων.

 Ό,τι εμφανίζεται λοιπόν (βιτζνάνα, συνείδηση) είναι ενέργειες, διαδικασίες, φαινόμενα, που πηγάζουν αυθόρμητα μέσα στο Τσίττα και πάλι εξαφανίζονται μέσα σε Αυτό, (Τσιταμάτρα Λόκαμ – ο κόσμος είναι μόνο Νους). Σε αυτή την περίπτωση το Τσίττα ονομάζεται Αλάγια Βιτζνάνα. (η Νοητική Δραστηριότητα που παράγει τα πάντα, η Υπερατομική Συνείδηση που περιέχει τα σπέρματα όλων των πιθανών μορφών – το αντίστοιχο του Λογισμού). Όλα αυτά είναι βιτζνάνα.  Δεν έχουν αυτό-ύπαρξη, δική τους πραγματικότητα (σβαμπάβα). Η ύστατη ουσία όλων αυτών των βιτζνάνα (αντιλήψεων, αισθήσεων, φαινομένων) είναι το βάσανα, δηλαδή η αποκρυσταλλωμένη μνήμη που τα διατηρεί στην ύπαρξη Δεν υπάρχει εξωτερικός, αυθύπαρκτος κόσμος.  Η ακατάπαυστη διαδοχή των αντιλήψεων (φαινομένων), δημιουργεί την εντύπωση ενός «αντικειμενικού κόσμου». Όλη αυτή η φαινομενική ζωή υπόκειται στο νόμο του κάρμα.

Υπάρχουν διάφορα είδη Βιτζνάνα (διακριτικές συνειδήσεις). Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι όλες αυτές οι «Βιτζνάνας» που περιγράφονται δεν είναι διακριτές κατηγορίες Βιτζάνα αλλά πολλές φάσεις της κοσμικής εξέλιξης της Μιας Βιτζνάνα. Η Βιτζνάνα έχει Αντικειμενικό Χαρακτήρα, Υποκειμενικό Χαρακτήρα, Περιορισμένου Υποκειμένου Χαρακτήρα, Ιδιαίτερης προσωπικότητας χαρακτήρα, κλπ.

Αναλυτικά η Βιτζνάνα (οι Διαφοροποιήσεις της Βιτζνάνα, οι «Βιτζνάνας»):

1) Τσιτταμάτρα: (Ταθαγκάτα, Ταθαγκάτα-Γκάρμπα): Έχει Αντικειμενικό Χαρακτήρα:

Πραμπάντα Αλάγια Βιτζνάνα (Ακατάπαυστη) ή Παραμαλάγια Βιτζνάνα ή Βιβικταντάρμα (Μοναχικότητα, Απόλυτη Πραγματικότητα).

2) Τσίττα: Έχει Υποκειμενικό Χαρακτήρα, Είναι το Μεγάλο Υποκείμενο, το Αντικειμενικό Υποκείμενο,  χωρίς ιδιαίτερα υποκειμενικά στοιχεία:

Λαξάνα Αλάγια Βιτζνάνα (Εκδηλωμένη) ή Βιτζναπτίρ Αλάγια Βιτζνάνα ή Χετούκα Βιτζνάνα (υποκείμενη στην αιτιότητα): Η πανπεριεκτική συνείδηση, η εσωτερική νοητικότητα,  που έχει τρεις διαβαθμίσεις, στις οποίες: 

α) δεν υπάρχει υποκείμενο αντικείμενο (κενή συνείδηση), 

β) υποκείμενο αντικείμενο ταυτίζονται (παγκόσμια συνείδηση), 

γ) υποκείμενο αντικείμενο διαχωρίζονται (πανταχού παρούσα συνείδηση).

3) τσίττα: 

Μάνας: Ατομικότητα (Συνείδηση του Εαυτού), Ανώτερος Εαυτός, Καθαρό Εγώ (όχι εμπειρική προσωπικότητα).

Το Μάνας έχει μια «Διπλή Όψη». Όταν δεν σχετίζεται με τον «αντικειμενικό κόσμο» ή αποσύρεται από τον «αντικειμενικό κόσμο» είναι Μη-Τοπική και δεν διαφέρει στην ουσία από το Αντικειμενικό Υποκείμενο,  από την κατώτερη μορφή της Αλάγια Βιτζνάνα (πανταχού παρούσα συνείδηση). Όταν στρέφεται προς τον «αντικειμενικό κόσμο» αποκτά Τοπικό Χαρακτήρα μέσα σε ένα κοσμικό περιβάλλον. Στην Φυσική της Κατάσταση είναι Μη-Δυαδικό Υποκείμενο, Μη-Δυαδική Συνείδηση που μέσα στην Επίγνωσή της Αγκαλιάζει τα πάντα. Έχει τον Χαρακτήρα του Μη-Δυαδικού Εγώ (Εγώ, διακριτική και ταξινομητική δραστηριότητα – νοητικότητα που έχει μία εσωτερική λειτουργία με αντικείμενο τον κόσμο των μορφών και μία εξωτερική δραστηριότητα στον κόσμο των μορφών). Είναι το Φωτισμένο-Εγώ. Δεν έχει τον χαρακτήρα της ιδιαίτερης προσωπικότητας.

4) Μανοβιτζνάνα: Έχει τον χαρακτήρα του περιορισμένου ιδιαίτερου εγώ, του δυαδικού-εγώ που λειτουργεί σαν ξεχωριστό υποκείμενο μέσα σε ένα αντικειμενικό κόσμο και νοιώθει όλα τα αντικείμενα «απέναντι». Είναι η ξεχωριστή ιδιαίτερη προσωπικότητα.

Το Μανοβιτζνάνα είναι ακόμα η ενοποίηση των πέντε αισθήσεων, η έκτη αίσθηση – το αντίστοιχο της Αντίληψης. Είναι η Εμπειρική Προσωπικότητα. 

Το Μανοβιτζνάνα είναι  η Νόηση (Αλαμπάνα-αναπαραστατική αντίληψη και Βισάγια-εξωτερική αντίληψη): Τρεις ποικιλίες: (νόηση, διανόηση, εξωτερική αντίληψη).

5) Πέντε Βισάγια-Βιτζνάνας ή Πραβρίττι Βιτζνάνας,  (Βιτζνάνας των Αισθήσεων). 

6) Βισάγια (αντικειμενικός κόσμος, υλικός κόσμος).


Ντυάνα

Το Τσίττα ή Βιτζνάνα είναι η Μόνη Πραγματικότητα. Είτε σε Θεμελιακή, Ατροποποίητη Αταραξία, Άδειο από κάθε αντίληψη (Πραμπάντα), είτε σε ενέργεια, σαν Λαξάνα Αλάγια Βιτζνάνα, οπότε εμφανίζονται όλα τα φαινόμενα (Διαφοροποιήσεις της Αλάγια, Μάνας, Μανοβιτζάνα,, Βισάγια Βιτζνάνας, Βισάγια), δεν υπάρχει καμία διαφορά. Δεν υπάρχει καμία πραγματικότητα έξω από το Τσίττα. Είτε υπάρχει αναγνώριση της Πραγματικότητας του Τσίττα, είτε δεν υπάρχει. Η απορρόφηση στα φαινόμενα είναι όχι πραγματικότητα, είναι ένα όνειρο. Συνεπώς, εφ’ όσον το Τσίττα είναι η Μόνη Πραγματικότητα, δεν υπάρχει πτώση σε κάποια άλλη πραγματικότητα, ούτε εξέλιξη, ούτε λύτρωση, ούτε τίποτα. Απλά είτε υπάρχει αναγνώριση της πραγματικότητας του Τσίττα, είτε όχι. Όταν δεν αναγνωρίζεται η Πραγματικότητα του Τσίττα, τα φαινόμενα αφήνονται να λειτουργήσουν σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους. Όλα αυτά όμως είναι μία ονειρική κατάσταση.

Το Τσίττα ή Βιτζνάνα είναι η Μόνη Πραγματικότητα. Όλα όσα Εμφανίζονται σαν «Δημιουργία» είναι «Περιεχόμενα» του Τσίττα ή  Βιτζνάνα, του Μεγάλου Υποκειμένου, είναι Νοητικής Φύσης. Και τα Μικρά Υποκείμενα (Μάνας), και τα «αντικειμενικά φαινόμενα». Η «διαφορά» ανάμεσα στο Μεγάλο Υποκείμενο (Τσίττα ή Βιτζνάνα) και τα μικρά υποκείμενα (Μάνας) είναι ότι το Βιτζνάνα Κατανοεί πιο ορθά όλα τα φαινόμενα ενώ τα μάνας βλέπουν διαστρεβλωμένα τα φαινόμενα.

Εφόσον λοιπόν η «Δημιουργία», η «Εμπειρία του Κόσμου», έχει «υποκειμενικό χαρακτήρα», είναι νοητικής υφής, γίνεται φανερό ότι εξαρτάται απόλυτα από το «Υποκείμενο» πως θα δει την Πραγματικότητα, δεν εξαρτάται από την αντίληψη ή όχι κάποιου αντικειμένου ή από κάποιο πραγματικό αντικείμενο, δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο.

Συνεπώς και η βαθύτερη έννοια του Ντυάνα αλλάζει χαρακτήρα. Στο «Ρεαλιστικό» Θεραβάντα, πρέπει να εξαντληθούν όλες οι διαδικασίες «ύπαρξης» για να φτάσουμε φυσικά στο Νιρβάνα. Στο «Διαλεκτικό» Σουνυαβάντα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε την «Κενότητα» όλων των εμπειριών, όλων των φαινομένων. Στο «Ιδεαλιστικό» Τζναναβάντα οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι εξαρτάται απόλυτα από εμάς (από την Υποκειμενική Υπαρξιακή Βάση) αν θα συνεχίσουμε να «τοφοδοτούμε την «Δημιουργία» και το «όνειρο» μιας ατομικής, περιορισμένης ζωής ή αν θα τα «εγκαταλείψουμε»:

1) Ασφαλώς όσο είμαστε απορροφημένοι στην εξωτερική «αντικειμενική» ζωή δεν έχουμε ελπίδα να προχωρήσουμε. Για αυτό απαιτείται καταρχήν η εξωτερική πειθαρχία μιας ορθής ζωής. 

2) Η ορθή κατανόηση και χρήση των «αισθήσεων» αποτελεί την βάση για μια πραγματική αποδέσμευση, από τον φαντασιακό κόσμο.

3) Η «Διακριτική» Παρατήρηση του Μανοβιτζάνα, της εξωτερικής νόησης , έρχεται μετά. Η απόρριψη δοξασιών, προκαταλήψεων, «γνώσεων» και «εμπειριών» είναι ως ένα σημείο εύκολη γιατί όλα αυτά είναι άμεσα αναγνωρίσιμα ως «κατά συνθήκη ψεύδη». Δεν υπάρχει καθυστέρηση εδώ. Η διαλεκτική διανόηση που υποτίθεται ότι μπορεί σαν «σκέψη», «στοχασμός», «φιλοσοφία», μπορεί να παραπλανήσει κάποιους σαν διαδικασία εύρεσης ή αποκάλυψης της αλήθειας. Αλλά έτσι κι αλλιώς η «σκέψη» είναι ένα κλειστό σύστημα που δεν μπορεί να οδηγήσει πέρα από τον ευτό του. Η Αλήθεια βρίσκεται έξω από την «σκέψη. Ακόμα και η αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων δεν είναι αρκετή όσο «παραμένει» έστω κι ένα ίχνος «εγώ». Η φυσική εξάντληση της εγώ-θέασης μπορεί να «οδηγήσει» πραγματικά στην υπέρβαση στο Μάνας, στην Μη-Δυαδική Συνείδηση που μέσα στην Επίγνωσή του περιλαμβάνει τα πάντα.

4) Το Μάνας σηματοδοτεί το ουσιαστικό πέρασμα πέρα από τους κατώτερους κόσμους, την «απελευθέρωση» από την μετενσάρκωση στους κατώτερους κόσμους. Επειδή, στην πραγματικότητα, συνιστά την Μη-δυαδική Συνείδηση βλέπει τον κόσμο κι ενεργεί στον κόσμο χωρίς να «εμπλέκεται» (κι έτσι δεν δημιουργεί κάρμα ούτε αφήνει κατάλοιπα). Όταν εξαντληθεί το κάρμα της παρούσας ζωής απλά το «ον» δεν επιστρέφει στους κατώτερους κόσμους.

Σαν «εμπειρία» το Μάνας επειδή έχει εξαντληθεί κάθε «προσωπικό» νοητικό περιεχόμενο είναι σαν το μονοδιάστατο σημείο το οποίο πάντα διαφεύγει όταν προσπαθείς να το συλλάβεις. Όταν στρέφεται στον κόσμο λειτουργεί χωρίς προσωπικές αποχρώσεις. Όταν «παραμένει» στην συνειδητοποιήσή του, στην κατανόησή του είναι σε μια ελεύθερη μακάρια κατάσταση (που όμως δεν είναι σταθερή ή μόνιμη).  Όταν «εγκαταλείπει» τον κόσμο ουσιαστικά είναι (αναδύεται στην) Αλάγια Βιτζνάνα στην κατώτερη κατάστασή της σαν «πανταχού παρούσα συνείδηση».

Έτσι ουσιαστικά το Μάνας είναι μια Ενδιάμεση Κατάσταση ανάμεσα στις Ανώτερες Καταστάσεις (κόσμους) της Αλάγια Βιτζνάνα και τους κατώτερους κόσμους της μετενσάρκωσης. Είναι μια Πύλη, προς τα «Άνω» ή προς τα «Κάτω». Σαν Κατάσταση, επειδή είναι Άχρονη μπορεί να διαρκέσει για πάντα αλλά δεν έχει νόημα όταν Ανοίγονται στην προοπτική της οι Απέραντοι Κόσμοι της Αλάγια Βιτζνάνα.

5) Οι Εμπειρίες της Αλάγια Βιτζνάνα στην πραγματικότητα αποτελούν το πέρασμα από την «Διάσπαση» του Υποκειμένου σε Υποκείμενο-Αντικείμενο στην Πλήρη Ενοποίηση του Υποκειμένου μέσα στην Πραγματική Ουσιαστική Φύση του, στην Απεριόριστη Μοναχικότητά του. Είναι η Κατάσταση της Αληθινής Σουνυάτα η Πλήρης Κενότητα του Υποκειμένου.

Όταν το Υποκείμενο Φτάνει σε Αυτή την Απεριόριστη Κατάσταση Μετουσιώνεται Τελικά στην Αντικειμενική Φύση του, «Παύει» να Είναι Υποκείμενο. Είναι η Ύστατη Κατάσταση της Αγνής Αλάγια Βιτζνάνα πριν «Γίνει» «Αυτό», «Αυτό που Είναι Έτσι», το Ταθάτα

6) Το Ταθάτα

Τελικά, η Μόνη Ουσιαστική Πραγματικότητα Είναι το Ταθάτα. Το Παν, το Υποστήριγμα του Παντός. Οποιαδήποτε «συνείδηση» είναι χωρίς οντότητα. Εμπειρίες, ζωή, κλπ., είναι ονειρικά. Δεν υπάρχουν ούτε ατομικότητα, ούτε σαμσάρα, ούτε λύτρωση, ούτε τίποτα, όλα είναι ονειρικά.

 

Παραβριτασράγια

Τι σημαίνει Παραβριτασράγια:

Βρίττι είναι «νοητικό περιεχόμενο», νοητική διακύμανση, σκέψη.

Πάρα σημαίνει «πέραν», υπεράνω.

Ασράγια σημαίνει Βάση, Θεμέλιο

Παραβρίττιασράγια σημαίνει:

Το «Πέραν της σκέψης Θεμέλιο»,  σημαίνει «το Πέραν του Νου». 

«Εξάλειψη των νοητικών δραστηριοτήτων κι επάνοδος στην Υποκειμενική Βάση», ή «Επιστροφή στην Βάση», ή «Επιστροφή Πίσω» ή «Επιστροφή στην Αρχική Φύση». 

Σημαίνει μια ολοκληρωτική πνευματική μεταστροφή.

Ο Αληθινά Έμπειρος του Γιογκακάρα Ντυάνα, που Κατανοεί Ορθά την Διδασκαλία, δεν χρειάζεται να βαδίσει αυτή την σταδιακή προσέγγιση του Εσώτερου Εαυτού. Αυτός που είναι αληθινά αποφασισμένος μπορεί άμεσα να απορρίψει όλες τις διαδικασίες Βιτζνάνα και να Αναδυθεί κατευθείαν στο Απόλυτο. Αυτή είναι η «Άμεση Οδός». Αλλά τέτοιοι άνθρωποι που μπορούν να «εφαρμόσουν» την «Άμεση Οδό» είναι σπάνιοι. Έτσι οι περισσότεροι άνθρωποι αναγκαστικά ακολουθούν τον Δρόμο της σταδιακής προσέγγισης.



~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 20. The Wisdom of Unknowing
SUNDAY, 22 March, 2026

Chapter 20. The Wisdom of Unknowing

 

(The Sacred Poverty of Not-Knowing)

 

The Burden of Accumulated Knowledge

 

There exists a peculiar paradox at the heart of the spiritual life, one that confounds those who pursue wisdom through conventional means. The seeker discovers, often after years of arduous study, that the renunciation of learning itself becomes a gateway to profound tranquility. This is not the abandonment of understanding born from laziness or indifference, but rather a conscious release of the accumulated weight of concepts, definitions, and carefully constructed certainties that burden the soul seeking union with the Absolute.

 

When one sets down the heavy tablets of acquired knowledge, when the mind ceases its restless cataloguing of information and its endless categorization of experience, a remarkable stillness emerges. This stillness is not empty; it is pregnant with possibility, vibrating with an intelligence that precedes and transcends the intellect. The troubles that plague the learned—the doubts, the contradictions, the endless debates that fragment consciousness—begin to dissolve like morning mist beneath the rising sun of direct awareness.

 

Consider the nature of human discourse, with its eager affirmations and polite agreements. Between the ready "yes" and the flattering "yea," what true difference exists? On the surface, these expressions of accord seem nearly identical, mere variations in pronunciation and custom. Yet observe carefully the fruits these two responses bear in the garden of existence. One yes may spring from genuine insight, while another merely echoes the opinion of the crowd. One affirmation may arise from the depths of authentic understanding, while another represents only the brittle shell of social conformity.

 

The gulf between these seemingly similar responses—between authentic presence and mere performance—extends wider than the abyss between heaven and earth. In this chasm lie all the sorrows and joys of human existence, all the genuine transformations and hollow mimicries, all the real encounters with the Divine and the countless substitutes civilization offers in place of actual transcendence.

 

The Universal Fear and the Infinite Question

 

What humanity fears collectively is indeed worthy of fear, for the instinct of the species contains ancient wisdom that the individual rational mind cannot always perceive. Yet this acknowledgment opens onto a landscape so vast, so endless in its questioning, that the mind accustomed to solid ground feels itself suddenly suspended over an infinite depth.

 

How many questions arise when one truly begins to examine existence? How many philosophical inquiries demand attention? How many spiritual paradoxes present themselves for contemplation? The range of these questions extends beyond measure, stretching into territories that language cannot map and logic cannot navigate. They form an ocean without shore, and the soul that ventures into these waters must learn to swim in a medium where the ordinary laws of mental gravity no longer apply.

 

The mystic understands that this vastness is not meant to be conquered through systematic inquiry or resolved through clever argumentation. These questions form the very texture of existence itself—they are not problems requiring solutions but mysteries inviting participation. To stand before them in reverence, to feel their weight and depth without rushing to answer, is to assume the posture of genuine wisdom.

 

The Solitary Figure Among the Satisfied

 

The world presents itself as a great banquet where multitudes gather in satisfaction and pleasure. They feast on certainties, they drink deeply from the wells of conventional success, they stand elevated on towers of accomplishment, surveying their domains in the springtime of material prosperity. Their faces glow with the confidence of those who know their place, who have secured their positions, who move forward with clear purpose and defined goals.

 

Yet amid this celebration, there walks a solitary figure who appears listless and still. This one seems unmoved by the festivities, untouched by the general enthusiasm, indifferent to the rewards that motivate others. The desires that drive ordinary ambition have not yet stirred in this soul, or perhaps they have stirred and been released, returned to the silence from which all movement emerges.

 

This figure resembles an infant who has not yet learned to smile at the appropriate social cues, who gazes upon the world with eyes not yet trained to see what society insists is there. There is something dejected in this appearance, something forlorn, as though this wanderer possesses no home to return to, no fixed address in the geography of worldly achievement. While others display their abundance, their "enough and to spare," this one seems to have lost everything—or perhaps has never possessed anything in the conventional sense.

 

The Divine Foolishness

 

The mind of this solitary wanderer operates differently from the bright intellects that populate the marketplace of ideas. Where ordinary consciousness discriminates, divides, and definitively judges, this awareness dwells in a state that appears chaotic to external observation. It is the chaos not of disorder but of pre-order, the fertile void from which genuine creation emerges, the darkness that precedes and makes possible all manifestation of light.

 

Ordinary individuals shine with the brightness of reflected knowledge, their intelligence glittering with borrowed concepts and rehearsed conclusions. They appear full of discrimination, capable of drawing fine distinctions and making subtle arguments. Their mental faculties operate with impressive efficiency, sorting experience into neat categories, filing perceptions into predetermined structures.

 

But the mystic appears benighted—shrouded in a darkness that is actually a different kind of illumination. This one seems dull and confused by the standards of worldly cleverness, unable or unwilling to participate in the sharp discriminations that others make so readily. It is the dullness of profound simplicity, the confusion that arises when consciousness refuses to fragment reality into the artificial divisions that make conversation easy but truth elusive.

 

This figure seems carried about on a vast sea, drifting without fixed destination, tossed by currents that move according to laws beyond personal control. There appears to be nowhere to rest, no solid ground on which to plant the flag of certainty. While others possess clearly defined spheres of action—their careers, their projects, their roles in society—this one drifts through existence appearing dull and incapable, like someone from the borderlands who hasn't learned the sophisticated manners of the metropolis.

 

The Nursing-Mother

 

Yet this difference from the multitude is not accidental or unfortunate—it is the very mark of a profound orientation toward the source of existence itself. What this solitary figure values above all else is the nursing-mother, that primal generative principle from which all things emerge and to which all things return.

 

This nursing-mother is the Absolute itself, conceived not as distant transcendence but as intimate nourishment, as the very substance that sustains consciousness from moment to moment. It is the Tao, the Way, the ground of being that cannot be grasped by concepts yet reveals itself continuously to those who approach with empty hands and open hearts.

 

To value this nursing-mother is to orient one's entire existence around a relationship with the sacred source rather than with the products and derivatives that flow from it. It is to seek sustenance at the original spring rather than filling one's vessels at the secondary streams where water has already lost some of its freshness and vitality. It is to return, again and again, to the primordial emptiness that is simultaneously absolute fullness, to the silence that contains all music, to the stillness that encompasses all movement.

 

The Wisdom Beyond Wisdom

 

This orientation toward the source rather than toward manifestations represents a wisdom that transcends ordinary wisdom. It is the knowing that emerges from unknowing, the understanding that flowers from bewilderment, the clarity that crystallizes from confusion. Where conventional wisdom accumulates knowledge, this deeper wisdom releases it. Where ordinary intelligence constructs elaborate mental systems, this sacred simplicity dissolves them.

 

The mystic recognizes that every act of learning, every addition to the storehouse of knowledge, every refinement of intellectual skill, can become another layer of separation from direct experience of reality. The mind builds its castles of concept and theory, and these structures, however elegant and impressive, cast shadows that obscure the immediate presence of the Divine.

 

Thus the spiritual path often involves a progressive simplification, a stripping away of the accumulated debris of learning until consciousness stands naked before existence itself. This is not anti-intellectualism but rather a movement toward an intelligence more fundamental than intellect, toward a knowing that does not depend on the knower and the known remaining separate.

 

The Sacred Emptiness

 

In the depths of contemplative practice, the practitioner discovers an emptiness that is paradoxically the fullest possible state. This is not the empty of deprivation but the empty of potentiality—like the hollow of a bowl that makes it useful, like the space within a room that makes it habitable. The mind emptied of its frantic accumulations becomes a vessel capable of receiving the infinite.

 

This emptiness manifests as a peculiar kind of poverty, a spiritual destitution that is simultaneously supreme richness. To possess nothing in the realm of conceptual certainty is to own everything in the realm of immediate presence. To claim no fixed position is to be free to occupy any position. To defend no particular interpretation is to remain open to the continuous revelation of truth.

 

The multitudes cling to their possessions—their opinions, their beliefs, their carefully constructed identities—and in this clinging find a temporary sense of security. But the mystic releases these holdings and discovers in the release a security far more profound: the security of one who rests in the arms of the nursing-mother, sustained not by personal achievement but by the unconditional generosity of existence itself.

 

The Path of Sacred Foolishness

 

To walk this path requires a willingness to appear foolish in the eyes of the world. The spiritual aspirant must be prepared to abandon the bright appearance of intelligence, to relinquish the satisfaction of being understood and approved by the crowd, to dwell in a simplicity that sophisticated minds interpret as simpleness.

 

This sacred foolishness is not the foolishness of ignorance but the foolishness of transcended knowledge. It is the foolishness of one who has passed through learning and emerged on the other side, carrying not the burden of accumulated facts but the lightness of direct perception. It is the foolishness celebrated in mystical traditions across cultures—the holy fool, the divine idiot, the innocent whose simplicity conceals supreme wisdom.

 

The bright and intelligent remain trapped in the prison of their own cleverness, unable to perceive realities that do not fit within their conceptual frameworks. But the apparently dull and confused mystic moves freely through dimensions of experience that remain forever closed to those who insist on understanding everything through rational analysis.

 

The Return to Origins

 

At the heart of mystical consciousness lies a continuous return to origins, a perpetual coming home to the source. This is not regression to infantile states but rather a recovery of the pristine awareness that precedes the overlay of social conditioning and conceptual learning. The infant who has not yet smiled social smiles possesses a quality of pure presence that adults have generally lost—and which the mystic seeks to recover at a higher level of integration.

 

This return requires releasing everything that has been acquired on the journey away from the source. Every achievement must be set down, every identity must be questioned, every certainty must be surrendered. The spiritual path often feels like a systematic loss of everything the world considers valuable—until the seeker discovers that what appeared as loss was actually liberation, what seemed like poverty was actually boundless wealth.

 

The nursing-mother awaits those who return with empty hands. She asks nothing of her children except that they come as they are, without pretense or performance, without the decorated masks that social life requires. She nourishes not according to merit or achievement but according to need and receptivity. And her nourishment satisfies in ways that no worldly feast ever can.

 

The Peace Beyond Understanding

 

In the end, the wisdom of unknowing leads to a peace that passes understanding—not because it is incomprehensible but because it transcends the mode of consciousness that seeks to comprehend. This peace arises when the frantic quest for knowledge ceases, when the mind stops its restless movement and settles into stillness, when consciousness recognizes its own nature as mirror rather than accumulator.

 

The mystic's apparent listlessness conceals profound vitality. The mystic's apparent confusion masks crystalline clarity. The mystic's apparent poverty harbors infinite riches. And the mystic's apparent foolishness demonstrates wisdom that the worldly wise cannot fathom.

 

To value the nursing-mother above all else is to orient one's entire existence around relationship with the sacred source. It is to choose being over having, presence over accumulation, depth over breadth. It is to recognize that the troubles accompanying learning are not incidental to the learning process but inherent in it—and that their renunciation opens pathways to dimensions of understanding that conceptual knowledge can never access.

 

This is the invitation extended to every soul: to release the burden of accumulated learning, to embrace the sacred poverty of not-knowing, to trust the nursing-mother who sustains all existence. In this release and this trust, consciousness discovers its true nature as inseparable from the Absolute, as always already immersed in the Divine presence that no amount of learning can bring closer and no amount of ignorance can remove.

 

The multitude will continue their celebrations, secure in their possessions and proud of their accomplishments. But the solitary figure will continue to drift on the infinite sea, appearing forlorn yet inwardly sustained, seeming to have lost everything yet actually possessing the one thing needful—intimate connection with the source of all that is.

 

Η Σοφία της Άγνοιας 

 

(Η Ιερή Φτώχεια του Μη-Γνωρίζειν)

 

Το Βάρος της Συσσωρευμένης Γνώσης

 

Υπάρχει ένα παράδοξο στην καρδιά της πνευματικής ζωής, που μπερδεύει όσους αναζητούν τη σοφία με συμβατικούς τρόπους. Ο αναζητητής ανακαλύπτει, συχνά μετά από χρόνια επίπονης μελέτης, ότι η «αποκήρυξη» της ίδιας της μάθησης γίνεται πύλη προς βαθιά ηρεμία. Αυτό δεν είναι εγκατάλειψη της κατανόησης από τεμπελιά ή αδιαφορία, αλλά συνειδητή απελευθέρωση από το συσσωρευμένο βάρος εννοιών, ορισμών και προσεκτικά κατασκευασμένων βεβαιοτήτων που βαραίνουν την ψυχή που επιδιώκει ένωση με το Απόλυτο.

 

Όταν κάποιος αφήνει κάτω τις βαριές πλάκες της αποκτημένης γνώσης, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη καταλογογράφηση πληροφοριών και την ατέλειωτη κατηγοριοποίηση της εμπειρίας, αναδύεται μια αξιοσημείωτη «νηνεμία». Αυτή η νηνεμία δεν είναι άδεια· είναι έγκυος δυνατοτήτων, δονείται από μια νοημοσύνη που προηγείται και υπερβαίνει τον διανοητικό νου. Τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τους μορφωμένους —οι αμφιβολίες, οι αντιφάσεις, οι ατέρμονες συζητήσεις που κατακερματίζουν τη συνείδηση— αρχίζουν να διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη κάτω από τον ανατέλλοντα ήλιο της άμεσης επίγνωσης.

 

Σκεφτείτε τη φύση του ανθρώπινου λόγου, με τις πρόθυμες επιβεβαιώσεις και τις ευγενικές συμφωνίες του. Ανάμεσα στο έτοιμο «ναι» και το κολακευτικό «βεβαίως», ποια πραγματική διαφορά υπάρχει; Στην επιφάνεια, αυτές οι εκφράσεις συμφωνίας φαίνονται σχεδόν ίδιες, απλές παραλλαγές στην προφορά και το έθιμο. Ωστόσο, παρατηρήστε προσεκτικά τους καρπούς που φέρουν αυτές οι δύο απαντήσεις στον κήπο της ύπαρξης. Το ένα ναι μπορεί να πηγάζει από γνήσια διορατικότητα, ενώ το άλλο απλώς αντηχεί τη γνώμη του πλήθους. Η μία επιβεβαίωση μπορεί να αναδύεται από τα βάθη της αυθεντικής κατανόησης, ενώ η άλλη αντιπροσωπεύει μόνο το εύθραυστο κέλυφος της κοινωνικής συμμόρφωσης.

 

Το χάσμα ανάμεσα σε αυτές τις φαινομενικά παρόμοιες απαντήσεις —ανάμεσα στην αυθεντική παρουσία και την απλή παράσταση— εκτείνεται πλατύτερα από την άβυσσο ανάμεσα σε ουρανό και γη. Σε αυτό το χάσμα βρίσκονται όλες οι λύπες και οι χαρές της ανθρώπινης ύπαρξης, όλες οι γνήσιες μεταμορφώσεις και οι κούφιες μιμήσεις, όλες οι πραγματικές συναντήσεις με το Θείο και τα αμέτρητα υποκατάστατα που προσφέρει ο πολιτισμός στη θέση της πραγματικής υπέρβασης.

 

Ο Καθολικός Φόβος και η Άπειρη Ερώτηση

 

Αυτό που η ανθρωπότητα φοβάται συλλογικά είναι πράγματι άξιο φόβου, διότι το ένστικτο του είδους περιέχει αρχαία σοφία που ο ατομικός λογικός νους δεν μπορεί πάντα να αντιληφθεί. Ωστόσο, αυτή η αναγνώριση ανοίγει σε ένα τοπίο τόσο απέραντο, τόσο ατέλειωτο στην ερωτηματικότητά του, που ο νους συνηθισμένος σε στέρεο έδαφος νιώθει ξαφνικά να αιωρείται πάνω από ένα άπειρο βάθος.

 

Πόσες ερωτήσεις αναδύονται όταν κάποιος αρχίζει πραγματικά να εξετάζει την ύπαρξη; Πόσες φιλοσοφικές έρευνες απαιτούν προσοχή; Πόσα πνευματικά παράδοξα παρουσιάζονται για στοχασμό; Το εύρος αυτών των ερωτήσεων εκτείνεται πέρα από κάθε μέτρο, απλώνεται σε εδάφη που η γλώσσα δεν μπορεί να χαρτογραφήσει και η λογική να πλοηγηθεί. Σχηματίζουν έναν ωκεανό χωρίς ακτή, και η ψυχή που τολμά να εισέλθει σε αυτά τα νερά πρέπει να μάθει να κολυμπά σε ένα μέσο όπου οι συνηθισμένοι νόμοι της νοητικής βαρύτητας δεν ισχύουν πλέον.

 

Ο μύστης κατανοεί ότι αυτό το απέραντο δεν προορίζεται να κατακτηθεί μέσω συστηματικής έρευνας ή να επιλυθεί με έξυπνη επιχειρηματολογία. Αυτές οι ερωτήσεις σχηματίζουν την ίδια την υφή της ύπαρξης — δεν είναι προβλήματα που απαιτούν λύσεις, αλλά μυστήρια που προσκαλούν συμμετοχή. Το να στέκεται κανείς μπροστά τους με σεβασμό, να νιώθει το βάρος και το βάθος τους χωρίς να βιάζεται να απαντήσει, είναι να υιοθετεί τη στάση της γνήσιας σοφίας.

 

Η Μοναχική Φιγούρα Ανάμεσα στους Ικανοποιημένους

 

Ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο συμπόσιο όπου πλήθη συγκεντρώνονται σε ικανοποίηση και απόλαυση. Γλεντοκοπούν με βεβαιότητες, πίνουν βαθιά από τα πηγάδια της συμβατικής επιτυχίας, στέκονται υψηλά σε πύργους επιτευγμάτων, επιθεωρώντας τα κτήματά τους στην άνοιξη της υλικής ευημερίας. Τα πρόσωπά τους λάμπουν με την αυτοπεποίθηση εκείνων που γνωρίζουν τη θέση τους, που έχουν εξασφαλίσει τις θέσεις τους, που προχωρούν με σαφή σκοπό και καθορισμένους στόχους.

 

Ωστόσο, μέσα σε αυτή την εορτή, βαδίζει μια μοναχική φιγούρα που φαίνεται νωθρή και ακίνητη. Αυτή φαίνεται ανεπηρέαστη από τις γιορτές, ανέγγιχτη από τον γενικό ενθουσιασμό, αδιάφορη προς τις ανταμοιβές που κινητοποιούν τους άλλους. Οι επιθυμίες που ωθούν τη συνηθισμένη φιλοδοξία δεν έχουν ακόμη ξυπνήσει σε αυτή την ψυχή, ή ίσως έχουν ξυπνήσει και απελευθερωθεί, επιστρέφοντας στη σιωπή από την οποία αναδύεται κάθε κίνηση.

 

Αυτή η φιγούρα μοιάζει με βρέφος που δεν έχει ακόμη μάθει να χαμογελά στα κατάλληλα κοινωνικά ερεθίσματα, που κοιτάζει τον κόσμο με μάτια που δεν έχουν ακόμη εκπαιδευτεί να βλέπουν αυτό που η κοινωνία επιμένει ότι υπάρχει. Υπάρχει κάτι πτοημένο σε αυτή την εμφάνιση, κάτι εγκαταλελειμμένο, σαν αυτός ο περιπλανώμενος να μην έχει σπίτι να επιστρέψει, καμία σταθερή διεύθυνση στη γεωγραφία των κοσμικών επιτευγμάτων. Ενώ οι άλλοι επιδεικνύουν την αφθονία τους, το «αρκετό και με το παραπάνω», αυτός φαίνεται να έχει χάσει τα πάντα — ή ίσως να μην κατείχε ποτέ τίποτα με την συμβατική έννοια.

 

Η Θεϊκή Μωρία

 

Ο νους αυτής της μοναχικής φιγούρας λειτουργεί διαφορετικά από τις λαμπρές διάνοιες που κατοικούν στην αγορά των ιδεών. Εκεί που η συνηθισμένη συνείδηση διακρίνει, διαιρεί και κρίνει οριστικά, αυτή η επίγνωση κατοικεί σε μια κατάσταση που φαίνεται χαοτική στην εξωτερική παρατήρηση. Είναι το χάος όχι της αταξίας αλλά της προ-τάξης, το γόνιμο κενό από το οποίο αναδύεται η γνήσια δημιουργία, το σκοτάδι που προηγείται και καθιστά δυνατή κάθε εκδήλωση φωτός.

 

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι λάμπουν με τη φωτεινότητα της αντανακλώμενης γνώσης, η νοημοσύνη τους γυαλίζει με δανεισμένες έννοιες και πρόβες συμπεράσματα. Φαίνονται γεμάτοι διάκριση, ικανοί να κάνουν λεπτές διακρίσεις και υποτίτλους επιχειρηματολογίες. Οι νοητικές τους ικανότητες λειτουργούν με εντυπωσιακή αποδοτικότητα, ταξινομώντας την εμπειρία σε τακτοποιημένες κατηγορίες, αρχειοθετώντας αντιλήψεις σε προκαθορισμένες δομές.

 

Αλλά ο μύστης φαίνεται σκοτεινιασμένος — τυλιγμένος σε ένα σκοτάδι που είναι στην πραγματικότητα ένα διαφορετικό είδος φωτισμού. Αυτός φαίνεται θαμπός και μπερδεμένος σύμφωνα με τα πρότυπα της κοσμικής εξυπνάδας, ανίκανος ή απρόθυμος να συμμετάσχει στις κοφτερές διακρίσεις που οι άλλοι κάνουν τόσο εύκολα. Είναι η θαμπάδα της βαθιάς απλότητας, η σύγχυση που αναδύεται όταν η συνείδηση αρνείται να κατακερματίσει την πραγματικότητα σε τεχνητές διαιρέσεις που κάνουν την συζήτηση εύκολη αλλά την αλήθεια άπιαστη.

 

Αυτή η φιγούρα φαίνεται να παρασύρεται σε μια απέραντη θάλασσα, να πλέει χωρίς σταθερό προορισμό, να ρίχνεται από ρεύματα που κινούνται σύμφωνα με νόμους πέρα από προσωπικό έλεγχο. Φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά για ξεκούραση, κανένα στέρεο έδαφος για να υψωθεί η σημαία της βεβαιότητας. Ενώ οι άλλοι κατέχουν σαφώς καθορισμένες σφαίρες δράσης — τις καριέρες τους, τα έργα τους, τους ρόλους τους στην κοινωνία — αυτός πλέει μέσα στην ύπαρξη φαινόμενος θαμπός και ανίκανος, σαν κάποιον από τα σύνορα που δεν έχει μάθει τους εκλεπτυσμένους τρόπους της μητρόπολης.

 

Η Θηλάζουσα Μητέρα

 

Ωστόσο, αυτή η διαφορά από το πλήθος δεν είναι τυχαία ή ατυχής — είναι το ίδιο το σημάδι ενός βαθιού προσανατολισμού προς την πηγή της ύπαρξης καθαυτήν. Αυτό που αυτή η μοναχική φιγούρα εκτιμά πάνω από όλα είναι η «θηλάζουσα μητέρα», εκείνη η πρωταρχική γενετική αρχή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτή η θηλάζουσα μητέρα είναι το Απόλυτο καθαυτό, συλληφθέν όχι ως μακρινή υπέρβαση αλλά ως οικεία τροφή, ως η ίδια η ουσία που συντηρεί τη συνείδηση από στιγμή σε στιγμή. Είναι το Τάο, ο Δρόμος, το έδαφος του είναι που δεν μπορεί να συλληφθεί από έννοιες αλλά αποκαλύπτεται συνεχώς σε όσους πλησιάζουν με άδεια χέρια και ανοιχτές καρδιές.

 

Το να εκτιμά κανείς αυτή τη θηλάζουσα μητέρα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από μια σχέση με την ιερή πηγή παρά με τα προϊόντα και τα παράγωγα που ρέουν από αυτήν. Σημαίνει να αναζητά τροφή στην αρχική πηγή παρά να γεμίζει τα δοχεία του σε δευτερεύοντα ρυάκια όπου το νερό έχει ήδη χάσει μέρος της φρεσκάδας και της ζωτικότητάς του. Σημαίνει να επιστρέφει, ξανά και ξανά, στο πρωταρχικό κενό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη πληρότητα, στη σιωπή που περιέχει όλη τη μουσική, στην ακινησία που περιλαμβάνει όλη την κίνηση.

 

Η Σοφία Πέρα από τη Σοφία

 

Αυτός ο προσανατολισμός προς την πηγή παρά προς τις εκδηλώσεις αντιπροσωπεύει μια σοφία που υπερβαίνει τη συνηθισμένη σοφία. Είναι η γνώση που αναδύεται από την άγνοια, η κατανόηση που ανθίζει από την απορία, η σαφήνεια που κρυσταλλώνεται από τη σύγχυση. Εκεί που η συμβατική σοφία συσσωρεύει γνώση, αυτή η βαθύτερη σοφία την απελευθερώνει. Εκεί που η συνηθισμένη νοημοσύνη κατασκευάζει περίτεχνα νοητικά συστήματα, αυτή η ιερή απλότητα τα διαλύει.

 

Ο μύστης αναγνωρίζει ότι κάθε πράξη μάθησης, κάθε προσθήκη στο απόθεμα της γνώσης, κάθε τελειοποίηση της διανοητικής δεξιότητας, μπορεί να γίνει άλλο ένα στρώμα διαχωρισμού από την άμεση εμπειρία της πραγματικότητας. Ο νους χτίζει τα κάστρα του από έννοιες και θεωρίες, και αυτές οι δομές, όσο κομψές και εντυπωσιακές, ρίχνουν σκιές που σκιάζουν την άμεση παρουσία του Θείου.

 

Έτσι, η πνευματική πορεία συχνά περιλαμβάνει μια προοδευτική απλοποίηση, μια απογύμνωση από τα συσσωρευμένα συντρίμμια της μάθησης μέχρι η συνείδηση να σταθεί γυμνή μπροστά στην ύπαρξη καθαυτήν. Αυτό δεν είναι αντι-διανοητισμός αλλά μια κίνηση προς μια νοημοσύνη πιο θεμελιώδη από τον διανοητικό νου, προς μια γνώση που δεν εξαρτάται από το να παραμένουν ο γνωρίζων και το γνωστό ξεχωριστά.

 

Η Ιερή Κενότητα

 

Στα βάθη της στοχαστικής πρακτικής, ο ασκούμενος ανακαλύπτει ένα κενό που είναι παραδόξως η πληρέστερη δυνατή κατάσταση. Αυτό δεν είναι το κενό της στέρησης αλλά το κενό της δυνατότητας — σαν το κοίλο ενός μπολ που το κάνει χρήσιμο, σαν τον χώρο μέσα σε ένα δωμάτιο που το κάνει κατοικήσιμο. Ο νους αδειασμένος από τις φρενήρεις συσσωρεύσεις του γίνεται δοχείο ικανό να δεχθεί το άπειρο.

 

Αυτό το κενό εκδηλώνεται ως ένα ιδιόμορφο είδος φτώχειας, μια πνευματική ένδεια που είναι ταυτόχρονα υπέρτατος πλούτος. Το να μην κατέχει κανείς τίποτα στο βασίλειο της εννοιολογικής βεβαιότητας σημαίνει να κατέχει τα πάντα στο βασίλειο της άμεσης παρουσίας. Το να μην διεκδικεί σταθερή θέση σημαίνει να είναι ελεύθερος να καταλάβει οποιαδήποτε θέση. Το να μην υπερασπίζεται καμία συγκεκριμένη ερμηνεία σημαίνει να παραμένει ανοιχτός στη συνεχή αποκάλυψη της αλήθειας.

 

Τα πλήθη προσκολλώνται στις κτήσεις τους — τις γνώμες τους, τις πεποιθήσεις τους, τις προσεκτικά κατασκευασμένες ταυτότητές τους — και σε αυτή την προσκόλληση βρίσκουν μια προσωρινή αίσθηση ασφάλειας. Αλλά ο μύστης απελευθερώνει αυτές τις κτήσεις και ανακαλύπτει στην απελευθέρωση μια ασφάλεια πολύ πιο βαθιά: την ασφάλεια εκείνου που αναπαύεται στην αγκαλιά της θηλάζουσας μητέρας, συντηρούμενος όχι από προσωπικό επίτευγμα αλλά από την άνευ όρων γενναιοδωρία της ύπαρξης καθαυτήν.

 

Η Πορεία της Ιερής Μωρίας

 

Το να βαδίζει κανείς αυτή την πορεία απαιτεί προθυμία να φαίνεται μωρός στα μάτια του κόσμου. Ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τη λαμπρή εμφάνιση της νοημοσύνης, να παραιτηθεί από την ικανοποίηση του να γίνεται κατανοητός και εγκρινόμενος από το πλήθος, να κατοικεί σε μια απλότητα που οι εκλεπτυσμένες διάνοιες ερμηνεύουν ως απλοϊκότητα.

 

Αυτή η ιερή μωρία δεν είναι η μωρία της άγνοιας αλλά η μωρία της υπερβαμένης γνώσης. Είναι η μωρία εκείνου που έχει περάσει μέσα από τη μάθηση και έχει αναδυθεί από την άλλη πλευρά, κουβαλώντας όχι το βάρος των συσσωρευμένων γεγονότων αλλά την ελαφρότητα της άμεσης αντίληψης. Είναι η μωρία που γιορτάζεται σε μυστικές παραδόσεις σε όλους τους πολιτισμούς — ο άγιος τρελός, ο θεϊκός ηλίθιος, ο αθώος του οποίου η απλότητα κρύβει υπέρτατη σοφία.

 

Οι λαμπροί και νοήμονες παραμένουν παγιδευμένοι στη φυλακή της δικής τους εξυπνάδας, ανίκανοι να αντιληφθούν πραγματικότητες που δεν ταιριάζουν στα εννοιολογικά τους πλαίσια. Αλλά ο φαινομενικά θαμπός και μπερδεμένος μύστης κινείται ελεύθερα μέσα σε διαστάσεις εμπειρίας που παραμένουν για πάντα κλειστές σε όσους επιμένουν να κατανοούν τα πάντα μέσω λογικής ανάλυσης.

 

Η Επιστροφή στις Αρχές

 

Στην καρδιά της μυστικής συνείδησης βρίσκεται μια συνεχής επιστροφή στις αρχές, ένα αέναο επιστρέφω στο σπίτι προς την πηγή. Αυτό δεν είναι παλινδρόμηση σε βρεφικές καταστάσεις αλλά ανάκτηση της παρθένας επίγνωσης που προηγείται της επικάλυψης από κοινωνική προσαρμογή και εννοιολογική μάθηση. Το βρέφος που δεν έχει ακόμη χαμογελάσει κοινωνικά χαμόγελα κατέχει μια ποιότητα καθαρής παρουσίας που οι ενήλικες έχουν γενικά χάσει — και την οποία ο μύστης επιδιώκει να ανακτήσει σε υψηλότερο επίπεδο ενσωμάτωσης.

 

Αυτή η επιστροφή απαιτεί απελευθέρωση όλων όσων έχουν αποκτηθεί στο ταξίδι μακριά από την πηγή. Κάθε επίτευγμα πρέπει να αφεθεί, κάθε ταυτότητα να αμφισβητηθεί, κάθε βεβαιότητα να παραδοθεί. Η πνευματική πορεία συχνά μοιάζει με συστηματική απώλεια όλων όσων ο κόσμος θεωρεί πολύτιμα — μέχρι ο αναζητητής να ανακαλύψει ότι αυτό που φαινόταν ως απώλεια ήταν στην πραγματικότητα απελευθέρωση, αυτό που έμοιαζε με φτώχεια ήταν απεριόριστος πλούτος.

 

Η θηλάζουσα μητέρα περιμένει όσους επιστρέφουν με άδεια χέρια. Δεν ζητά τίποτα από τα παιδιά της παρά να έρθουν όπως είναι, χωρίς προσποίηση ή παράσταση, χωρίς τις διακοσμημένες μάσκες που απαιτεί η κοινωνική ζωή. Τρέφει όχι σύμφωνα με αξία ή επίτευγμα αλλά σύμφωνα με ανάγκη και δεκτικότητα. Και η τροφή της ικανοποιεί με τρόπους που κανένα κοσμικό συμπόσιο δεν μπορεί ποτέ.

 

Η Ειρήνη Πέρα από την Κατανόηση

 

Στο τέλος, η σοφία της άγνοιας οδηγεί σε μια ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση — όχι επειδή είναι ακατανόητη αλλά επειδή υπερβαίνει τον τρόπο συνείδησης που επιδιώκει να κατανοήσει. Αυτή η ειρήνη αναδύεται όταν η φρενήρης αναζήτηση γνώσης παύει, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη κίνησή του και εγκαθίσταται σε νηνεμία, όταν η συνείδηση αναγνωρίζει τη φύση της ως καθρέφτη παρά ως συσσωρευτή.

 

Η φαινομενική νωθρότητα του μύστη κρύβει βαθιά ζωτικότητα. Η φαινομενική σύγχυσή του καλύπτει κρυστάλλινη σαφήνεια. Η φαινομενική φτώχεια του φιλοξενεί άπειρο πλούτο. Και η φαινομενική μωρία του αποδεικνύει σοφία που οι κοσμικά σοφοί δεν μπορούν να συλλάβουν.

 

Το να εκτιμά κανείς τη θηλάζουσα μητέρα πάνω από όλα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από σχέση με την ιερή πηγή. Σημαίνει να επιλέγει το είναι αντί του έχειν, την παρουσία αντί της συσσώρευσης, το βάθος αντί του πλάτους. Σημαίνει να αναγνωρίζει ότι τα προβλήματα που συνοδεύουν τη μάθηση δεν είναι τυχαία στη διαδικασία μάθησης αλλά εγγενή σε αυτήν — και ότι η αποκήρυξή τους ανοίγει μονοπάτια σε διαστάσεις κατανόησης που η εννοιολογική γνώση δεν μπορεί ποτέ να προσεγγίσει.

 

Αυτή είναι η πρόσκληση που απευθύνεται σε κάθε ψυχή: να απελευθερώσει το βάρος της συσσωρευμένης μάθησης, να αγκαλιάσει την ιερή φτώχεια του μη-γνωρίζειν, να εμπιστευθεί τη θηλάζουσα μητέρα που συντηρεί όλη την ύπαρξη. Σε αυτή την απελευθέρωση και αυτή την εμπιστοσύνη, η συνείδηση ανακαλύπτει την αληθινή της φύση ως αχώριστη από το Απόλυτο, ως πάντα ήδη βυθισμένη στην Θεϊκή παρουσία που καμία ποσότητα μάθησης δεν μπορεί να φέρει πιο κοντά και καμία ποσότητα άγνοιας να απομακρύνει.

 

Το πλήθος θα συνεχίσει τις γιορτές του, ασφαλές στις κτήσεις του και περήφανο για τα επιτεύγματά του. Αλλά η μοναχική φιγούρα θα συνεχίσει να πλέει στην άπειρη θάλασσα, φαινόμενη πτοημένη αλλά εσωτερικά συντηρούμενη, φαινόμενη να έχει χάσει τα πάντα αλλά στην πραγματικότητα να κατέχει το ένα απαραίτητο — την οικεία σύνδεση με την πηγή όλων όσων υπάρχουν.

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna - Chapter IV — The Language of the Ineffable
MONDAY, 23 March, 2026

1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

 

THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter IV — The Language of the Ineffable

I. The Wound That Speaks

There is a moment in Arjuna's lament when something shifts. It is subtle, almost imperceptible beneath the avalanche of his grief — yet the mystic who reads with unhurried attention will feel it, the way one feels the first tremor of an earthquake before the walls begin to move. It is the moment when Arjuna's grief ceases to be merely his own. When the personal dissolves, almost imperceptibly, into the universal. When the voice of one suffering man becomes, without his knowing it, the voice of all suffering humanity across every age and every tradition that has ever grappled with the terrible weight of being alive.

He has spoken of kingdoms and pleasures, of the emptiness of victory when the beloved are gone. He has named the beloved ones — Bheeshma, Drona, the grandfathers and teachers and kinsmen — and in the act of naming them, he has done something that language theorists would centuries later call a performative act: he has made them present. He has conjured them from the abstract mass of the opposing army into individual, irreplaceable, mortal faces. And in so doing, he has placed himself — and us, who read — at the precise point where the personal becomes cosmic.

For the wound that Arjuna articulates is not only the wound of a warrior who loves those he must fight. It is the wound that lives at the very center of conscious existence itself. The wound of awareness. The wound of being a creature luminous enough to love and fragile enough to lose. Every tradition that has descended into the depths of human experience has found this wound waiting there — not as an aberration, not as a problem to be solved, but as the very ground from which the spiritual life grows. It is the crack in the vessel through which, as the poet said, the light gets in.

II. When Words Reach Their Own Horizon

The Sanskrit tradition possesses a term of extraordinary resonance: anirvacaniya. It means, roughly, that which cannot be spoken — the ineffable, the unspeakable, the reality that stands forever beyond the reach of language's longest arm. The Upanishadic sages invoked it when they attempted to describe the nature of Brahman, the ultimate ground of being. They said: not this, not this — neti, neti — understanding that every positive description was also a limitation, that to name the infinite was already to diminish it. Better to circle the silence than to mistake the finger for the moon it points toward.

It is into this same territory of the unspeakable that Arjuna now stumbles — not through philosophical sophistication, but through the brute force of grief. His body speaks what his mind cannot formulate. His limbs tremble; his skin burns with an interior fire that has no external source; his renowned bow, an extension of his very identity as warrior and hero, slips from fingers that have held it steady against every earthly adversary. The body, in its ancient wisdom, knows what the mind is only beginning to suspect: that what is occurring cannot be contained within the categories of ordinary human experience. Something is breaking open that cannot be closed again.

This is the first language of the ineffable — the language of the body overwhelmed. Every tradition of genuine spiritual depth has recognized it. The Sufi poets wrote of the tavern and the wine, of drunkenness and dissolution, as metaphors for the states of being that accompany the approach of the Divine. The Christian mystics spoke of rapture, of the soul's swoon before the magnitude of what it encountered. The Zen masters recorded moments of sudden illumination — kensho, satori — in which the ordinary constructions of self and world were shattered beyond reconstruction. Always, beneath these accounts, runs the same thread: the body announces what the mind cannot yet say.

Arjuna's burning skin is thus not mere physiological distress. It is the body's testimony to a truth that the intellect will take the remaining seventeen chapters of the Gita to begin to approach. It is the flesh's way of saying: something absolute is near. Something that cannot be looked at directly, as one cannot look directly at the sun, but whose proximity is felt in every cell, whose light casts every ordinary thing into sudden and startling relief.

III. Grief as a Form of Knowledge

The philosophical traditions of the West have, until relatively recently, been suspicious of emotion as a vehicle of knowledge. Since at least the Platonic tradition, with its hierarchy that places reason above passion and the intellect above the body, there has been a persistent tendency to regard grief, fear, love, and longing as distortions of clear perception rather than modes of access to deeper truth. The sage, in this view, is the one who has transcended emotion — who stands above the turbulence of feeling in the serene atmosphere of pure reason.

But the mystical traditions — whether drawn from the Vedic East, the Sufi heart of Islam, the Kabbalistic depths of Judaism, or the apophatic streams of Christian contemplation — have known otherwise. They have understood that certain truths are accessible only through the dissolution of the rational ego, only in the states that pure reason cannot enter. Grief, in particular, has been recognized as one of the great openers — one of the experiences that, by stripping away the comfortable insulation of the ordinary self, exposes the raw nerve of deeper being.

When Arjuna grieves, he knows something he did not know before. Not something that can be formulated into a proposition and examined in the clear light of logic — but something felt, in the way one feels the weight of stone or the warmth of fire: immediately, bodily, undeniably. He knows the weight of love. He knows what it means that the beloved are mortal and that mortality is irrevocable. He knows — and this is perhaps the most vertiginous knowledge of all — that the self he has taken himself to be, the hero, the archer, the son of kings, is not sufficient to navigate what he now faces. This knowledge, born entirely from grief, is the indispensable precondition for everything the Gita will teach.

The great Sufi mystic Rumi opens his masterwork, the Masnavi, with the image of the reed flute crying for its origin, for the reed bed from which it was cut. The cry of the reed is the cry of the separated soul — and it is precisely this cry, this grief of separation, that is the beginning of the spiritual path. Not the absence of grief, but grief itself, fully felt and fully inhabited, becomes the vehicle of transformation. Arjuna's lament is his reed-cry. And like the reed's cry, it is simultaneously the expression of his wound and the first note of the music that will eventually heal it.

IV. The Collective Voice

There is a dimension to Arjuna's speech that unfolds slowly, like a landscape seen from a gradually ascending height. As one reads his words with sustained attention, one begins to notice that he has ceased to speak only for himself. His language has expanded beyond the personal into something wider — something that carries the resonance of all human lamentation, the accumulated sorrow of all the generations that have stood at the crossroads of love and duty, existence and annihilation.

When he speaks of the destruction of families, of the collapse of the ancient dharmic order, of ancestors wandering untended and traditions fraying at their edges — he enters the realm that the depth psychologist Carl Jung called the collective unconscious: that vast, shared substrate of human experience that underlies and precedes all individual identity. He is no longer merely Arjuna, the son of Pandu, standing on a particular battlefield on a particular morning in the ancient world. He is the voice of every civilization that has watched its coherence threatened. He is the voice of every child who has sensed the fragility of the world the elders built. He is the voice of every soul that has understood, with a cold clarity, that the structures by which human beings make sense of their existence are not permanent but constructed — and therefore capable of being unmade.

This widening of Arjuna's voice beyond the personal is itself a mystical phenomenon. The great teachers of the contemplative traditions — Meister Eckhart in the medieval Christian West, Ramana Maharshi in the modern Hindu East, Lao Tzu in the ancient Chinese tradition — have each pointed, in their different vocabularies, toward the same discovery: that when the individual self is sufficiently dissolved, what speaks through it is not merely an enlarged individual, but something genuinely transpersonal. Something that has always been there, beneath the noise of personal preoccupation — vast, still, and shared among all sentient beings.

Arjuna does not choose this expansion. It happens to him, as the most profound transformations always happen: not through an act of will, but through the collapse of the will's ordinary mechanisms. His ego, confronted with what it cannot manage, releases its grip on the personal story — and in that release, however involuntary and momentary, something larger speaks through him. His grief has become, without his intending it, a vehicle for the grief of the world.

V. Metaphor as the Mystic's Bridge

The mystical traditions have always understood that direct speech about ultimate reality is impossible — not because the traditions are evasive or obscure for its own sake, but because language is a tool fashioned from the materials of the ordinary world, and the territory it is here being asked to map exceeds the ordinary world in every dimension. The map is not the territory; and when the territory is infinite, the map must always acknowledge its own inadequacy.

This is why the great spiritual texts of humanity speak so largely in metaphor, symbol, and story. The Parables of the New Testament do not explain the Kingdom of Heaven — they approach it obliquely, through the unexpected logic of mustard seeds and lost coins and prodigal sons. The Sufi poets speak of wine and taverns and the Beloved's face, knowing that these images carry something that theological propositions cannot carry: the fragrance of the thing itself, as a word carries the ghost of what it names. The Upanishads offer their great equations — Tat tvam asi, That thou art — not as logical assertions to be debated but as meditative seeds to be planted in the soil of consciousness and watered with years of sustained contemplation.

Arjuna's language, in his moment of extremity, is also the language of metaphor — though he employs it unconsciously, under the pressure of experience rather than by the design of a skilled poet. His trembling limbs, his burning skin, his slipping bow — these are simultaneously literal and symbolic. They are the body's own metaphors for what the soul is undergoing. They say: the ordinary self is failing. They say: what I have built my life upon is insufficient for what I now face. They say: I am being asked to enter a country for which none of my maps have prepared me.

And in this very failure of his ordinary vocabulary, this collapse into the language of bodily sensation and raw emotion, Arjuna actually comes closer to the truth than he would have if he had remained composed, articulate, and masterful. The body, when language fails, does not become less expressive — it becomes more so. It speaks the dialect of the threshold: that ancient, pre-verbal tongue in which the soul's deepest recognitions have always been communicated. The trembling is a word. The burning is a word. The falling bow is a sentence that the most sophisticated philosophical treatise could not improve upon.

VI. The Silence That Awaits at the Edge of All Speaking

Every great mystical tradition contains, at its core, an understanding that the deepest truth lies not in speech but in silence. This is not the silence of emptiness or of the absence of meaning, but the silence that is so full of meaning that no finite arrangement of words can contain it. The Taoists called it wu — the void that is also the source of all things. The Christian apophatic mystics called it the Divine Darkness — not the darkness of ignorance, but the darkness of an excess of light beyond what the human eye can bear. The Buddhist traditions speak of sunyata, the emptiness that is also the ground of all form, the silence from which all sounds arise and to which all sounds return.

Arjuna's lament is moving, inexorably, toward this silence. Every word he speaks is a word spoken at the edge of what language can do. He is not merely describing his situation — he is being carried by his grief to the very frontier of articulable experience, to the place where words begin to dissolve into something larger than themselves. And when, at last, he lets the bow fall and sinks upon the seat of the chariot, when he runs out of words and his grief outstrips his ability to speak it — in that moment, the silence that follows is not the silence of defeat. It is the silence that has been waiting behind all the words, the silence that the words were always trying to approach, the silence in which something absolute can finally be heard.

This is why Krishna waits. He does not interrupt. He does not rush to fill the silence with reassurance or instruction. He holds the reins. He waits. And in his waiting, in his perfect, unhurried presence, there is a teaching that precedes all the teachings that will follow — a teaching that has no words because it is prior to words, because it is the ground from which words arise. It is the teaching of presence itself: that the Divine is here, always here, not distant and not withholding, but simply waiting, with the patience of eternity, for the moment when the speaking soul at last falls silent enough to listen.

And so Arjuna's language of the ineffable — his trembling, his burning, his grief-widened lament, his stumbling into metaphor, his final collapse into silence — is not the failure of communication. It is communication at its most essential. It is the soul speaking in the only way available to it at the edge of the ordinary world: not in propositions but in gestures, not in doctrine but in presence, not in answers but in the most honest of all questions — the question that arises not in the mind but in the whole being, the question that has no words because it does not need them, the question that is itself the beginning of the answer.

In the next chapter, we shall follow Arjuna into the silence — and attend, with him, to what at last begins to speak.

….

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στη Θλίψη του Αρτζούνα

Κεφάλαιο IV — Η Γλώσσα του Άρρητου

 

I. Η Πληγή που Μιλά

 

Υπάρχει μια στιγμή στο θρήνο του Αρτζούνα όπου κάτι αλλάζει. Είναι λεπτή, σχεδόν αδιόρατη κάτω από την χιονοστιβάδα της θλίψης του — ωστόσο ο μύστης που διαβάζει με αργή, ανυπόμονη προσοχή θα την αισθανθεί, όπως αισθάνεται κανείς τον πρώτο σεισμικό κραδασμό πριν αρχίσουν να κουνιούνται οι τοίχοι. Είναι η στιγμή που η θλίψη του Αρτζούνα παύει να είναι απλώς δική του. Όταν το προσωπικό διαλύεται, σχεδόν απαρατήρητα, στο καθολικό. Όταν η φωνή ενός πονεμένου ανθρώπου γίνεται, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει, η φωνή όλης της πονεμένης ανθρωπότητας σε κάθε εποχή και σε κάθε παράδοση που έχει ποτέ παλέψει με το τρομερό βάρος του να είναι κανείς ζωντανός.

 

Έχει μιλήσει για βασίλεια και ηδονές, για το κενό της νίκης όταν οι αγαπημένοι έχουν φύγει. Έχει ονοματίσει τους αγαπημένους — τον Μπχίσμα, τον Ντρόνα, τους παππούδες και τους δασκάλους και τους συγγενείς — και με την πράξη της ονομασίας έχει κάνει κάτι που αιώνες αργότερα οι θεωρητικοί της γλώσσας θα ονόμαζαν επιτελεστική πράξη: τους έχει κάνει παρόντες. Τους έχει ανακαλέσει από την αφηρημένη μάζα του αντίπαλου στρατού σε ατομικά, ασύγκριτα, θνητά πρόσωπα. Και κάνοντάς το αυτό, έχει τοποθετήσει τον εαυτό του — και εμάς που διαβάζουμε — στο ακριβές σημείο όπου το προσωπικό γίνεται κοσμικό.

 

Γιατί η πληγή που εκφράζει ο Αρτζούνα δεν είναι μόνο η πληγή ενός πολεμιστή που αγαπά αυτούς που πρέπει να πολεμήσει. Είναι η πληγή που ζει στο ίδιο το κέντρο της συνειδητής ύπαρξης. Η πληγή της επίγνωσης. Η πληγή του να είσαι πλάσμα αρκετά φωτεινό για να αγαπά και αρκετά εύθραυστο για να χάνει. Κάθε παράδοση που έχει κατέβει στα βάθη της ανθρώπινης εμπειρίας έχει βρει αυτή την πληγή να περιμένει εκεί — όχι ως ανωμαλία, όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως το ίδιο το έδαφος από το οποίο αναπτύσσεται η πνευματική ζωή. Είναι η ρωγμή στο δοχείο από την οποία, όπως είπε ο ποιητής, μπαίνει το φως.

 

II. Όταν οι Λέξεις Φτάνουν στον Ορίζοντά Τους

 

Η σανσκριτική παράδοση διαθέτει έναν όρο εξαιρετικής αντηχήσεως: anirvacaniya. Σημαίνει, περίπου, εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί — το άρρητο, το ανείπωτο, η πραγματικότητα που στέκεται για πάντα πέρα από το μακρύτερο χέρι της γλώσσας. Οι σοφοί των Ουπανισάδων τον επικαλούνταν όταν προσπαθούσαν να περιγράψουν τη φύση του Μπράχμαν, του έσχατου εδάφους της ύπαρξης. Έλεγαν: όχι αυτό, όχι αυτό — neti, neti — κατανοώντας ότι κάθε θετική περιγραφή ήταν ταυτόχρονα και περιορισμός, ότι το να ονομάσεις το άπειρο ήταν ήδη το να το μειώσεις. Καλύτερα να περιβάλλεις τη σιωπή παρά να μπερδέψεις το δάχτυλο με το φεγγάρι που δείχνει.

 

Σε αυτόν ακριβώς τον χώρο του ανείπωτου σκοντάφτει τώρα ο Αρτζούνα — όχι μέσα από φιλοσοφική εκλέπτυνση, αλλά μέσα από τη ωμή δύναμη της θλίψης. Το σώμα του λέει αυτό που ο νους του δεν μπορεί ακόμα να διατυπώσει. Τα μέλη του τρέμουν· το δέρμα του καίγεται από μια εσωτερική φωτιά που δεν έχει εξωτερική πηγή· το περίφημο τόξο του, προέκταση της ίδιας του της ταυτότητας ως πολεμιστή και ήρωα, γλιστρά από δάχτυλα που το κρατούσαν σταθερό απέναντι σε κάθε επίγειο αντίπαλο. Το σώμα, με την αρχαία του σοφία, γνωρίζει αυτό που ο νους μόλις αρχίζει να υποψιάζεται: ότι αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να χωρέσει στις κατηγορίες της συνηθισμένης ανθρώπινης εμπειρίας. Κάτι σπάει που δεν μπορεί πια να κλείσει.

 

Αυτή είναι η πρώτη γλώσσα του άρρητου — η γλώσσα του σώματος που υπερβαίνεται. Κάθε παράδοση γνήσιου πνευματικού βάθους την έχει αναγνωρίσει. Οι Σούφι ποιητές έγραφαν για το ταβερνάκι και το κρασί, για τη μέθη και τη διάλυση, ως μεταφορές για τις καταστάσεις του είναι που συνοδεύουν την προσέγγιση του Θείου. Οι χριστιανοί μύστες μιλούσαν για έκσταση, για την λιποθυμία της ψυχής μπροστά στο μέγεθος αυτού που συναντούσε. Οι δάσκαλοι του Ζεν κατέγραφαν στιγμές ξαφνικής φώτισης — kensho, satori — στις οποίες οι συνηθισμένες κατασκευές του εαυτού και του κόσμου συντρίβονταν πέρα από κάθε ανακατασκευή. Πάντοτε, κάτω από αυτές τις αφηγήσεις, τρέχει η ίδια κλωστή: το σώμα αναγγέλλει αυτό που ο νους δεν μπορεί ακόμα να πει.

 

Το καμένο δέρμα του Αρτζούνα δεν είναι λοιπόν απλή φυσιολογική ταλαιπωρία. Είναι η μαρτυρία του σώματος σε μια αλήθεια που ο νους θα χρειαστεί τα υπόλοιπα δεκαεπτά κεφάλαια της Γκίτα για να αρχίσει να την προσεγγίζει. Είναι ο τρόπος της σάρκας να πει: κάτι απόλυτο είναι κοντά. Κάτι που δεν μπορεί να κοιταχτεί κατευθείαν, όπως δεν μπορεί κανείς να κοιτάξει κατευθείαν τον ήλιο, αλλά η εγγύτητά του γίνεται αισθητή σε κάθε κύτταρο, το φως του ρίχνει κάθε συνηθισμένο πράγμα σε ξαφνική και συγκλονιστική ανακούφιση.

 

III. Η Θλίψη ως Μορφή Γνώσης

 

Οι φιλοσοφικές παραδόσεις της Δύσης, μέχρι πρόσφατα, ήταν καχύποπτες απέναντι στο συναίσθημα ως όχημα γνώσης. Από την πλατωνική παράδοση τουλάχιστον, με την ιεραρχία της που τοποθετεί τη λογική πάνω από το πάθος και τον νου πάνω από το σώμα, υπάρχει μια επίμονη τάση να θεωρούνται η θλίψη, ο φόβος, η αγάπη και η λαχτάρα ως διαστρεβλώσεις της καθαρής αντίληψης παρά ως τρόποι πρόσβασης σε βαθύτερη αλήθεια. Ο σοφός, σε αυτή την άποψη, είναι αυτός που έχει υπερβεί το συναίσθημα — που στέκεται πάνω από την ταραχή του συναισθήματος στην ήρεμη ατμόσφαιρα της καθαρής λογικής.

 

Αλλά οι μυστικές παραδόσεις — είτε από τον βεδικό  της Ανατολής, είτε από την καρδιά του Σουφισμού στο Ισλάμ, είτε από τα βάθη της Καμπάλα στον Ιουδαϊσμό, είτε από τις αποφατικές ροές της χριστιανικής θεωρίας — γνωρίζουν αλλιώς. Έχουν κατανοήσει ότι ορισμένες αλήθειες είναι προσιτές μόνο μέσα από τη διάλυση του λογικού εγώ, μόνο σε καταστάσεις που η καθαρή λογική δεν μπορεί να εισέλθει. Η θλίψη, ειδικά, έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους μεγάλους ανοίγοντες — μία από τις εμπειρίες που, απογυμνώνοντας την άνετη μόνωση του συνηθισμένου εαυτού, εκθέτει το ωμό νεύρο της βαθύτερης ύπαρξης.

 

Όταν ο Αρτζούνα θρηνεί, γνωρίζει κάτι που δεν γνώριζε πριν. Όχι κάτι που μπορεί να διατυπωθεί σε πρόταση και να εξεταστεί στο καθαρό φως της λογικής — αλλά κάτι που νιώθεται, όπως νιώθει κανείς το βάρος της πέτρας ή τη ζεστασιά της φωτιάς: αμέσως, σωματικά, αδιαμφισβήτητα. Γνωρίζει το βάρος της αγάπης. Γνωρίζει τι σημαίνει ότι οι αγαπημένοι είναι θνητοί και ότι η θνητότητα είναι αμετάκλητη. Γνωρίζει — και αυτή ίσως είναι η πιο ζαλιστική γνώση από όλες — ότι ο εαυτός που θεωρούσε τον εαυτό του, ο ήρωας, ο τοξότης, ο γιος βασιλιάδων, δεν επαρκεί για να περιηγηθεί σε αυτό που τώρα αντιμετωπίζει. Αυτή η γνώση, που γεννιέται εξ ολοκλήρου από τη θλίψη, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για όλα όσα θα διδάξει η Γκίτα.

 

Ο μεγάλος Σούφι μύστης Ρουμί ανοίγει το αριστούργημά του, το Μαθνάβι, με την εικόνα του καλαμιού-φλάουτου που κλαίει για την καταγωγή του, για το καλαμοβότανο από το οποίο κόπηκε. Το κλάμα του καλαμιού είναι το κλάμα της χωρισμένης ψυχής — και ακριβώς αυτό το κλάμα, αυτή η θλίψη του χωρισμού, είναι η αρχή του πνευματικού μονοπατιού. Όχι η απουσία θλίψης, αλλά η ίδια η θλίψη, πλήρως νιώθοντας και πλήρως κατοικούμενη, γίνεται το όχημα της μεταμόρφωσης. Ο θρήνος του Αρτζούνα είναι το κλάμα του καλαμιού του. Και όπως το κλάμα του καλαμιού, είναι ταυτόχρονα η έκφραση της πληγής του και η πρώτη νότα της μουσικής που τελικά θα την θεραπεύσει.

 

IV. Η Συλλογική Φωνή

 

Υπάρχει μια διάσταση στον λόγο του Αρτζούνα που ξεδιπλώνεται αργά, σαν τοπίο που φαίνεται από ύψος που ανεβαίνει σταδιακά. Καθώς κανείς διαβάζει τα λόγια του με παρατεταμένη προσοχή, αρχίζει να παρατηρεί ότι έχει πάψει να μιλά μόνο για τον εαυτό του. Η γλώσσα του έχει επεκταθεί πέρα από το προσωπικό σε κάτι ευρύτερο — σε κάτι που φέρει την αντήχηση όλου του ανθρώπινου θρήνου, της συσσωρευμένης θλίψης όλων των γενεών που στάθηκαν στο σταυροδρόμι της αγάπης και του καθήκοντος, της ύπαρξης και της αφανίσεως.

 

Όταν μιλά για την καταστροφή των οικογενειών, για την κατάρρευση της αρχαίας τάξης του ντάρμα, για τους προγόνους που περιπλανώνται αφρόντιστοι και τις παραδόσεις που ξεφτίζουν στις άκρες — εισέρχεται στον χώρο που ο ψυχολόγος του βάθους Καρλ Γιουνγκ ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο: αυτό το τεράστιο, κοινό υπόστρωμα της ανθρώπινης εμπειρίας που υποκρύπτεται και προηγείται κάθε ατομικής ταυτότητας. Δεν είναι πια απλώς ο Αρτζούνα, ο γιος του Πάντου, που στέκεται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο μάχης σε ένα συγκεκριμένο πρωινό του αρχαίου κόσμου. Είναι η φωνή κάθε πολιτισμού που έχει δει την συνοχή του να απειλείται. Είναι η φωνή κάθε παιδιού που έχει αισθανθεί την εύθραυστη φύση του κόσμου που έχτισαν οι μεγαλύτεροι. Είναι η φωνή κάθε ψυχής που έχει κατανοήσει, με κρύα διαύγεια, ότι οι δομές με τις οποίες οι άνθρωποι δίνουν νόημα στην ύπαρξή τους δεν είναι μόνιμες αλλά κατασκευασμένες — και επομένως ικανές να αποδομηθούν.

 

Αυτή η διεύρυνση της φωνής του Αρτζούνα πέρα από το προσωπικό είναι από μόνη της ένα μυστικό φαινόμενο. Οι μεγάλοι δάσκαλοι των θεωρητικών παραδόσεων — ο Μάιστερ Έκχαρτ στη μεσαιωνική χριστιανική Δύση, ο Ραμάνα Μαχάρσι στη σύγχρονη ινδουιστική Ανατολή, ο Λάο Τσε στην αρχαία κινεζική παράδοση — έχουν ο καθένας δείξει, με διαφορετικά λεξιλόγια, προς την ίδια ανακάλυψη: ότι όταν ο ατομικός εαυτός διαλύεται επαρκώς, αυτό που μιλά μέσα από αυτόν δεν είναι απλώς ένας διευρυμένος ατομικός, αλλά κάτι γνήσια υπερπροσωπικό. Κάτι που υπήρχε πάντοτε εκεί, κάτω από τον θόρυβο της προσωπικής ενασχόλησης — τεράστιο, ήσυχο και κοινό σε όλα τα αισθανόμενα όντα.

 

Ο Αρτζούνα δεν επιλέγει αυτή την επέκταση. Του συμβαίνει, όπως συμβαίνουν πάντοτε οι βαθύτερες μεταμορφώσεις: όχι μέσω πράξης βούλησης, αλλά μέσω της κατάρρευσης των συνηθισμένων μηχανισμών της βούλησης. Το εγώ του, αντιμέτωπο με αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί, αφήνει τη λαβή του από την προσωπική ιστορία — και σε αυτή την απελευθέρωση, όσο ακούσια και στιγμιαία, κάτι μεγαλύτερο μιλά μέσα από αυτόν. Η θλίψη του έχει γίνει, χωρίς να το επιδιώξει, όχημα για τη θλίψη του κόσμου.

 

V. Η Μεταφορά ως Γέφυρα του Μύστη

 

Οι μυστικές παραδόσεις έχουν πάντοτε κατανοήσει ότι η άμεση ομιλία για την έσχατη πραγματικότητα είναι αδύνατη — όχι επειδή οι παραδόσεις είναι ασαφείς ή σκοτεινές για χάρη της ασάφειας, αλλά επειδή η γλώσσα είναι εργαλείο φτιαγμένο από τα υλικά του συνηθισμένου κόσμου, και το έδαφος που καλείται εδώ να χαρτογραφήσει υπερβαίνει τον συνηθισμένο κόσμο σε κάθε διάσταση. Ο χάρτης δεν είναι το έδαφος· και όταν το έδαφος είναι άπειρο, ο χάρτης πρέπει πάντοτε να αναγνωρίζει την ίδια του την ανεπάρκεια.

 

Γι’ αυτό τα μεγάλα πνευματικά κείμενα της ανθρωπότητας μιλούν τόσο εκτενώς με μεταφορές, σύμβολα και ιστορίες. Οι Παραβολές της Καινής Διαθήκης δεν εξηγούν τη Βασιλεία των Ουρανών — την προσεγγίζουν πλάγια, μέσα από την απροσδόκητη λογική των κόκκων μουστάρδας, των χαμένων νομισμάτων και των άσωτων υιών. Οι Σούφι ποιητές μιλούν για κρασί και ταβέρνες και το πρόσωπο του Αγαπημένου, γνωρίζοντας ότι αυτές οι εικόνες μεταφέρουν κάτι που οι θεολογικές προτάσεις δεν μπορούν να μεταφέρουν: το άρωμα του ίδιου του πράγματος, όπως μια λέξη μεταφέρει το φάντασμα αυτού που ονομάζει. Οι Ουπανισάδες προσφέρουν τις μεγάλες εξισώσεις τους — Tat tvam asi, Αυτό είσαι εσύ — όχι ως λογικές βεβαιώσεις προς συζήτηση αλλά ως σπόρους διαλογισμού που πρέπει να φυτευτούν στο έδαφος της συνείδησης και να ποτιστούν με χρόνια παρατεταμένης περισυλλογής.

 

Η γλώσσα του Αρτζούνα, στη στιγμή της ακρότητάς του, είναι επίσης γλώσσα μεταφοράς — αν και τη χρησιμοποιεί ασυνείδητα, υπό την πίεση της εμπειρίας και όχι από σχεδιασμό έμπειρου ποιητή. Τα τρεμάμενα μέλη του, το καμένο δέρμα του, το γλιστρώντας τόξο του — αυτά είναι ταυτόχρονα κυριολεκτικά και συμβολικά. Είναι οι δικές του μεταφορές του σώματος για αυτό που υφίσταται η ψυχή. Λένε: ο συνηθισμένος εαυτός αποτυγχάνει. Λένε: αυτό πάνω στο οποίο έχτισα τη ζωή μου δεν επαρκεί για αυτό που τώρα αντιμετωπίζω. Λένε: μου ζητείται να εισέλθω σε μια χώρα για την οποία κανένας από τους χάρτες μου δεν με έχει προετοιμάσει.

 

Και σε αυτή ακριβώς την αποτυχία του συνηθισμένου του λεξιλογίου, σε αυτή την κατάρρευση στη γλώσσα της σωματικής αίσθησης και του ωμού συναισθήματος, ο Αρτζούνα στην πραγματικότητα πλησιάζει την αλήθεια περισσότερο απ’ ό,τι θα είχε κάνει αν παρέμενε ήρεμος, άρθρωτος και κυρίαρχος. Το σώμα, όταν η γλώσσα αποτυγχάνει, δεν γίνεται λιγότερο εκφραστικό — γίνεται περισσότερο. Μιλά τη διάλεκτο του κατωφλιού: αυτή την αρχαία, προ-λεκτική γλώσσα στην οποία έχουν πάντοτε επικοινωνηθεί οι βαθύτερες αναγνωρίσεις της ψυχής. Το τρέμουλο είναι μια λέξη. Το κάψιμο είναι μια λέξη. Το πεσμένο τόξο είναι μια πρόταση που η πιο εκλεπτυσμένη φιλοσοφική πραγματεία δεν θα μπορούσε να βελτιώσει.

 

VI. Η Σιωπή που Περιμένει στο Όριο Όλης της Ομιλίας

 

Κάθε μεγάλη μυστική παράδοση περιέχει, στον πυρήνα της, μια κατανόηση ότι η βαθύτερη αλήθεια βρίσκεται όχι στην ομιλία αλλά στη σιωπή. Δεν είναι αυτή η σιωπή της κενότητας ή της απουσίας νοήματος, αλλά η σιωπή που είναι τόσο γεμάτη νόημα ώστε καμία πεπερασμένη διάταξη λέξεων δεν μπορεί να την περιέχει. Οι Ταοϊστές την ονόμαζαν wu — το κενό που είναι ταυτόχρονα η πηγή όλων των πραγμάτων. Οι χριστιανοί αποφατικοί μύστες την ονόμαζαν Θεϊκό Σκοτάδι — όχι το σκοτάδι της άγνοιας, αλλά το σκοτάδι μιας υπερβολής φωτός πέρα από αυτό που μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο μάτι. Οι βουδιστικές παραδόσεις μιλούν για sunyata, την κενότητα που είναι ταυτόχρονα το έδαφος κάθε μορφής, τη σιωπή από την οποία αναδύονται όλοι οι ήχοι και στην οποία επιστρέφουν όλοι οι ήχοι.

 

Ο θρήνος του Αρτζούνα κινείται, ακαταμάχητα, προς αυτή τη σιωπή. Κάθε λέξη που λέει είναι μια λέξη ειπωμένη στο όριο αυτού που μπορεί να κάνει η γλώσσα. Δεν περιγράφει απλώς την κατάστασή του — μεταφέρεται από τη θλίψη του στο ίδιο το σύνορο της αρθρώσιμης εμπειρίας, στον τόπο όπου οι λέξεις αρχίζουν να διαλύονται σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Και όταν, τελικά, αφήνει το τόξο να πέσει και βυθίζεται στο κάθισμα του άρματος, όταν τελειώνουν οι λέξεις και η θλίψη του ξεπερνά την ικανότητά του να την εκφράσει — εκείνη τη στιγμή, η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι σιωπή ήττας. Είναι η σιωπή που περίμενε πίσω από όλες τις λέξεις, η σιωπή που οι λέξεις προσπαθούσαν πάντοτε να προσεγγίσουν, η σιωπή στην οποία κάτι απόλυτο μπορεί επιτέλους να ακουστεί.

 

Γι’ αυτό ο Κρίσνα περιμένει. Δεν διακόπτει. Δεν βιάζεται να γεμίσει τη σιωπή με καθησυχασμό ή οδηγία. Κρατά τα ηνία. Περιμένει. Και στην αναμονή του, στην τέλεια, αβίαστη παρουσία του, υπάρχει μια διδασκαλία που προηγείται όλων των διδασκαλιών που θα ακολουθήσουν — μια διδασκαλία που δεν έχει λέξεις επειδή είναι προγενέστερη των λέξεων, επειδή είναι το έδαφος από το οποίο αναδύονται οι λέξεις. Είναι η διδασκαλία της ίδιας της παρουσίας: ότι το Θείο είναι εδώ, πάντοτε εδώ, όχι μακρινό και όχι συγκρατημένο, αλλά απλώς περιμένει, με την υπομονή της αιωνιότητας, τη στιγμή που η ομιλούσα ψυχή θα σιωπήσει αρκετά ώστε να ακούσει.

 

Και έτσι η γλώσσα του άρρητου του Αρτζούνα — το τρέμουλό του, το κάψιμό του, ο θρήνος του που διευρύνθηκε από τη θλίψη, η πτώση του στη μεταφορά, η τελική του κατάρρευση στη σιωπή — δεν είναι αποτυχία επικοινωνίας. Είναι η επικοινωνία στην πιο ουσιαστική της μορφή. Είναι η ψυχή που μιλά με τον μόνο τρόπο που της είναι διαθέσιμος στο όριο του συνηθισμένου κόσμου: όχι με προτάσεις αλλά με χειρονομίες, όχι με δόγματα αλλά με παρουσία, όχι με απαντήσεις αλλά με την πιο ειλικρινή από όλες τις ερωτήσεις — την ερώτηση που αναδύεται όχι στο μυαλό αλλά σε όλο το είναι, την ερώτηση που δεν έχει λέξεις επειδή δεν τις χρειάζεται, την ερώτηση που είναι η ίδια η αρχή της απάντησης.

 

 

Στο επόμενο κεφάλαιο, θα ακολουθήσουμε τον Αρτζούνα στη σιωπή — και θα παρακολουθήσουμε, μαζί του, τι τελικά αρχίζει να μιλά.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

SYMBOLIC WORLDS

SYMBOLIC WORLDS
SHAMBHALA
WEDNESDAY, 25 March, 2026

Shambhala

 

The Kingdom Within — A Mystical Inquiry

On the hidden realm where time dissolves, the soul remembers, and silence speaks with a voice older than creation.

Descend

Chapter I

The Name That Cannot Be Spoken in Haste

There exists, in the vast architecture of human longing, a word that does not merely denote a place but opens something — a door set in the wall of ordinary consciousness, behind which the light is of a different quality altogether. That word is Shambhala. To speak it slowly, in stillness, is already to begin the journey it describes.

The Sanskrit root yields "place of happiness," or — more precisely, more tenderly — "place of peace." Yet no translation quite captures what the word carries in the silence between its syllables. Peace, in the deepest register in which Shambhala employs the word, is not the mere cessation of conflict. It is the original condition of the sky before the first cloud drifted across it: vast, luminous, indestructible, and — here is the paradox that lies at the heart of all mystical traditions — never truly absent.

Shambhala appears in the sacred literature of Vajrayana Buddhism, in the great streams of Hindu cosmology, and later, like a wind crossing cultural borders, in the Theosophical writings of the West. It is spoken of as a hidden kingdom — tucked beyond the northern face of the Himalayas in some accounts, suspended somewhere between geography and pure symbol in others. Its coordinates cannot be plotted on any map drawn by the hand of ambition. It reveals itself only to those who have learned to look with different eyes.

 To seek Shambhala on the surface of the earth is to chase the reflection of the moon across water — the image is real, the meaning is real, but the moon itself is elsewhere, and always overhead.

The great Kalachakra texts — those labyrinthine rivers of tantric wisdom composed around the tenth century of the common era — describe a kingdom of ninety-six provinces arranged in the form of a blooming lotus. At its centre reigns a line of thirty-two kings, the Kalkins, guardians of an unbroken transmission of enlightened knowledge. The last among them will emerge, so the prophecy promises, when the forces of ignorance have reached their fullest swell — and in one gesture of sacred clarity, will restore the original order of light. This is not merely political myth. It is cosmology dressed in the garments of history, whispering of something the soul already knows.

Chapter II

The Outer Form: A Kingdom Dressed in Light

In its outermost aspect — what the Tibetan teachers call the bāhya, the exterior face — Shambhala presents itself as a place. The traditions that preserve its memory speak of snow-crowned mountains encircling a valley of impossible beauty, where rivers move with the deliberateness of thought, where the air carries a kind of nourishment that has no equivalent in the diet of the ordinary world. It is a geography of the sacred imagination, and it performs the function all such geographies perform: it grants the pilgrim a direction.

One does not dismiss the outer image as mere fantasy. The outer is the first teacher. The Himalayan ranges that conceal and suggest Shambhala are themselves instructors — their silence is a curriculum, their scale a kind of sermon. Many souls across many centuries have set their faces northward, toward those impossible heights, drawn by something they could not name but could not ignore. That impulse is holy. Even if the journey ends at a mountain wall rather than a hidden gate, something essential has been engaged in the traveller: the willingness to move toward the sacred, to inconvenience the comfortable self on behalf of a longing deeper than comfort.

The Hindu streams add another colour to this outer vision. In the myth of Kalki — the tenth and final avatar of Vishnu, who is yet to come — Shambhala is the birthplace of the world's redeemer. When the Kali Yuga, the dark age of fragmentation and forgetting, has exhausted its course, Kalki will emerge from Shambhala on a white horse, carrying a blazing sword. He will not conquer with violence; he will conquer with the simple, overwhelming fact of truth reimposed upon a world that has wandered from it too long. The sword is light. The horse is grace. The rider is the part of the divine that never consented to sleep.

 Every tradition that has glimpsed eternity has also felt the need to place it somewhere — to give the infinite a longitude, to grant the absolute an address. Shambhala is that address.

Helena Blavatsky and Nicholas Roerich, in their separate and complementary ways, brought this vision into the Western imagination during the late nineteenth and early twentieth centuries. Roerich — painter, philosopher, and pilgrim — crossed Central Asia in what was both an expedition and a sacrament. He painted Shambhala's mountains in colours that do not belong entirely to the visible spectrum, as though his brushes had touched something the eye does not quite reach. He understood that the outer kingdom and the inner kingdom speak the same language, and that the language is beauty.

Chapter III

The Inner Map: The Kingdom of the Body's Silence

But the tradition does not permit the pilgrim to remain outside indefinitely. It turns, with great gentleness and great insistence, the pilgrim's gaze back toward herself. For in the Kalachakra system — that magnificent architecture of tantric wisdom — Shambhala is simultaneously the hidden kingdom beyond the mountains and the hidden kingdom within the body. The ādhyātmika, the inner level, reveals that the map drawn in scripture is also drawn, with perfect fidelity, in flesh and breath and consciousness.

The human body, in this vision, is no accidental arrangement of matter. It is a cosmos in miniature, a replica of the greater order compressed into the improbable miracle of a breathing, feeling being. Running through it — invisible to the dissecting eye but utterly apparent to the eye of contemplation — are the nāḍī: channels through which the vital current known as prāṇa flows like water through riverbeds carved by eons of living. Where these channels converge in their most significant gatherings, they form the cakra: centres of condensed energy that correspond to dimensions of experience, to qualities of consciousness, to the various aspects of the divine as it descends into manifestation.

The practitioner who enters this understanding does not leave her body to find Shambhala. She descends more fully into it. She follows the breath downward into the body's interior landscape, learning the geography of her own depths — the burning clarity at the heart's centre, the vast openness at the crown, the rooted gravity at the base where the serpent power coils in patient readiness. This is the inner journey: not an escape from embodiment but its fullest exploration.

 The breath is the ferry. The body is the river. And somewhere in the depths of the river, beneath the currents of thought and sensation, the kingdom waits — still, radiant, patient as stone.

In meditation — that ancient technology of interiority — the practitioner learns to still the winds of mental agitation until the channels of the subtle body run clear and unobstructed. What was turbulent becomes transparent. What was opaque becomes luminous. The experiences that arise in deep practice defy ordinary language: there is a quality of expansion without boundary, of warmth without source, of knowing without an object known. These are not hallucinations or poetic exaggerations. They are the authentic phenomenology of a consciousness approaching its own origin — approaching, that is, the innermost Shambhala.

Chapter IV

The Secret Face: Where the Seeker Becomes the Sought

And then — in the fullness of a ripened practice, in the grace-moment that no technique can manufacture but only prepare the ground for — there is the third level. The tradition names it guhya: the secret, the concealed. It names this level Vajra Shambhala — the adamantine, the indestructible, the very ground of mind that was never lost, never contaminated, never absent from itself even for the duration of a single breath.

This is the teaching that shatters the seeker's framework as dawn shatters darkness — not through violence, but through the simple, overwhelming fact of its own nature. The Dalai Lama, speaking with the precision that only profound experience can generate, has said plainly that Shambhala is "a pure land of the mind." Not a place the mind goes to. Not a reward the mind earns. A quality of mind that has always been present, waiting, with the infinite patience of space, to be recognised.

At this depth, the pilgrim discovers that what she was seeking was also what was seeking — that the longing for the sacred and the sacred itself were never two different things. The yearning for Shambhala is Shambhala reaching for itself through the instrument of a human heart. There is, at this level, no arrival, because there was never a departure. There is only the cessation of the story of separation, and in that cessation, a silence so complete it seems to ring like a bell heard at the edge of sleep.

 You have been the kingdom you were seeking. The wandering was not wasted. It was the long way home — and every step was already home, even when you could not recognise the threshold beneath your feet.

This is not solipsism. The realisation of the secret Shambhala does not collapse the world into the individual. It reveals, rather, that the individual was never as individual as she believed — that the clear light of awareness she discovers in her own depths is the same light that illuminates every consciousness, the same light that shines as compassion in every act of genuine tenderness, the same light that the mystics of all traditions, in all ages, have been attempting to describe with the limited implements of language. It is the light behind the sun, as Plotinus said. It is the silence behind all sound, as the Upanishads breathe. It is, as the Tibetan masters teach, rigpa: the naked, unmodified, self-aware quality of awareness itself.

Chapter V

The Universal Archetype: Every Tradition's Hidden Country

It would be a diminishment — a kind of spiritual provincialism — to confine the Shambhala archetype within a single tradition's vocabulary. The human soul, in every latitude and every century, has felt the pull of this same magnetic north. It has named the destination differently, dressed it in the imagery of its own landscape and mythology, but the longing is unmistakable in each case, and it points in the same direction.

In the Judeo-Christian imagination, there is the Garden of Eden — not as a place in geography but as a condition of consciousness that preceded the fall into self-consciousness, into the painful knowledge of separation from the divine ground. The longing for Eden is the longing for Shambhala: the desire to recover a wholeness that was lost, or that seems to have been lost, but that the mystics of every tradition insist was never truly taken away.

In the Celtic tradition, Avalon — that island at the world's edge where Arthur does not die but waits — carries the same freight of meaning. It is the place where the wound can be healed, where time operates differently, where the veil between the human and the divine is gossamer rather than stone. The Elysian Fields of the Greeks, the Thule of the Norse, the Agartha of the esoteric traditions — each is a coordinate in the same sacred map, a different name for the same impossible geography of perfection.

Plato's Atlantis, often read as history, is more fruitfully read as this same archetype: a civilisation that once embodied wisdom, that once ordered itself around the divine rather than around appetite, and whose memory haunts the present like the fragrance of a flower one cannot quite locate. The haunting is the teaching. What we cannot find in the external world — the perfect, the harmonious, the eternally ordered — we are invited to find within.

 Humanity does not invent these visions. It remembers them. And in the remembering, something essential is preserved — a knowledge of what is possible, a refusal to accept that the present condition is the final one.

This universality is not a dilution of any tradition's specificity. The Kalachakra system remains as precise and demanding as ever; the Hindu cosmology of the avatars retains its own integrity. But beneath the specific, the archetype operates like a deep river beneath diverse tributaries — giving sustenance without insisting on uniformity, nourishing each tradition from the same inexhaustible source. The source is the direct, immediate experience of the sacred: that encounter with a reality larger than the self, more luminous than thought, more intimate than breath.

Chapter VI

The Return: When the Journey Becomes the Destination

There is a teaching embedded in the very structure of the Shambhala mystery that is worth dwelling with, in stillness, at the end of this inquiry. It is this: the journey toward Shambhala and the arrival at Shambhala are not two separate events. They are the same event, seen from different angles. The outer quest — with all its difficulty, its disorientation, its descent into unfamiliar terrain — is itself the purification that makes the inner recognition possible. The wandering, in other words, is not a detour. It is the curriculum.

Every tradition that has taken this mystery seriously has understood that the path cannot be bypassed. One cannot leap to the secret level without having walked, however haltingly, through the outer and the inner. The outer gives the direction. The inner gives the method. The secret gives the recognition. And the recognition, when it comes, is not something new. It is the oldest thing there is — the awareness that was present before the first thought arose, before the first breath was drawn, before the first separation between self and world was imagined.

What Shambhala asks of the one who seeks it is not extraordinary ability. It asks for attention — the sustained, devoted, loving attention of a consciousness willing to stop running from itself. It asks for the willingness to sit with the unknown, to bear the discomfort of not-knowing, to trust that the silence that emerges when thought exhausts itself is not an absence but a presence. It asks, in the end, for what all genuine spiritual traditions ask: the willingness to be changed, not by acquiring something new, but by releasing the accumulated weight of what was never truly there.

 The deepest teaching of Shambhala is silence. Not the silence of the grave, but the silence of the sky — vast, clear, capable of containing all weather without being diminished by any of it. This is the silence of your own awareness, when it rests in itself.

And so the great wheel turns and arrives — as all genuine philosophical and spiritual enquiry eventually does — at the same still point. Shambhala is not north of the Himalayas, though it may feel that way when the longing first rises. It is not in the encoded channels of the subtle body, though the body's silence is one of its doors. It is not in any text, however luminous. It is at the centre — the unreachable, always-present, utterly available centre — of the one who reads these words. Not waiting to be found, but waiting to be recognised. Not hidden in some distant kingdom, but hidden in plain sight, in the only place it was never sought: the unwavering ground of awareness itself, before the seeking began.

Let this, then, be the final word — or rather, the final silence toward which all words gesture, as rivers gesture toward the sea they are already part of. You do not need to travel anywhere. Shambhala is already here, breathing with you, seeing through your eyes, present in the very recognition that something in you has always known this and has been, across all the long geography of a human life, slowly, quietly, and with extraordinary patience, returning home.

Śambhala  ·  The Place of Peace  ·  Already Here

Σαμπχάλα

 

Το Βασίλειο Εντός — Μια Μυστικιστική Αναζήτηση

 

Για τον κρυφό τόπο όπου ο χρόνος διαλύεται, η ψυχή θυμάται, και η σιωπή μιλά με φωνή παλαιότερη από τη Δημιουργία.

 

Κατάβαση

 

Κεφάλαιο Α΄

 

Το Όνομα που Δεν Μπορεί να Λεχθεί Βιαστικά

Υπάρχει, μέσα στη μεγαλειώδη αρχιτεκτονική του ανθρώπινου πόθου, μια λέξη που δεν ορίζει απλώς έναν τόπο αλλά ανοίγει κάτι — μια πόρτα χαραγμένη στο τείχος της καθημερινής συνείδησης, πίσω από την οποία το φως έχει εντελώς διαφορετική ποιότητα. Αυτή η λέξη είναι το Σαμπχάλα. Να το προφέρεις αργά, μέσα στη γαλήνη, είναι ήδη να αρχίζεις το ταξίδι που περιγράφει.

 

Η σανσκριτική ρίζα αποδίδει «τόπος ευτυχίας» ή — πιο ακριβώς, πιο τρυφερά — «τόπος ειρήνης». Ωστόσο, καμία μετάφραση δεν αποτυπώνει πλήρως το βάρος που κουβαλά η λέξη στη σιωπή ανάμεσα στις συλλαβές της. Η ειρήνη, στο βαθύτερο επίπεδο στο οποίο το Σαμπχάλα τη χρησιμοποιεί, δεν είναι απλώς η παύση της σύγκρουσης. Είναι η αρχέγονη κατάσταση του ουρανού προτού το πρώτο σύννεφο τον διασχίσει: απέραντη, φωτεινή, άφθαρτη, και — εδώ βρίσκεται το παράδοξο που κρύβεται στην καρδιά κάθε μυστικής παράδοσης — ποτέ πραγματικά απούσα.

 

Το Σαμπχάλα εμφανίζεται στην ιερή γραμματεία του Βαντζραγιάνα Βουδισμού, στα μεγάλα ρεύματα της ινδουιστικής κοσμολογίας και αργότερα, σαν άνεμος που διασχίζει πολιτισμικά σύνορα, στα θεοσοφικά γραπτά της Δύσης. Αναφέρεται ως ένα κρυφό βασίλειο — κρυμμένο πέρα από την βόρεια πλευρά των Ιμαλαΐων σε ορισμένες παραδόσεις, αιωρούμενο κάπου ανάμεσα στη γεωγραφία και το καθαρό σύμβολο σε άλλες. Οι συντεταγμένες του δεν μπορούν να σημειωθούν σε κανέναν χάρτη που σχεδιάστηκε από το χέρι της φιλοδοξίας. Αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που έχουν μάθει να βλέπουν με διαφορετικά μάτια.

 

Να αναζητάς το Σαμπχάλα στην επιφάνεια της γης είναι σαν να κυνηγάς την αντανάκλαση της σελήνης πάνω στο νερό — η εικόνα είναι αληθινή, η σημασία είναι αληθινή, αλλά η ίδια η σελήνη βρίσκεται αλλού, και πάντα ψηλά.

Τα μεγάλα κείμενα Καλάτσακρα — εκείνοι οι λαβυρινθώδεις ποταμοί της ταντρικής σοφίας που συντάχθηκαν γύρω στον δέκατο αιώνα της κοινής χρονολογίας — περιγράφουν ένα βασίλειο ενενήντα έξι επαρχιών σχηματισμένο όπως ένα άνθος λωτού. Στο κέντρο του βασιλεύει μια σειρά τριάντα δύο βασιλέων, των Κάλκιν, φυλάκων μιας αδιάκοπης παράδοσης φωτισμένης γνώσης. Ο τελευταίος εξ αυτών θα αναδυθεί, όπως υπόσχεται η προφητεία, όταν οι δυνάμεις της αμάθειας θα έχουν φτάσει στην πλήρη ακμή τους — και με μια χειρονομία ιερής σαφήνειας θα αποκαταστήσει την αρχέγονη τάξη του φωτός. Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικός μύθος. Είναι κοσμολογία ντυμένη με την ενδυμασία της ιστορίας, που ψιθυρίζει κάτι που η ψυχή ήδη γνωρίζει.

 

 

Κεφάλαιο Β΄

 

Η Εξωτερική Μορφή: Ένα Βασίλειο Ντυμένο στο Φως

 

Στην πιο εξωτερική του όψη — αυτό που οι Θιβετιανοί δάσκαλοι ονομάζουν bāhya, την εξωτερική πρόσοψη — το Σαμπχάλα παρουσιάζεται ως τόπος. Οι παραδόσεις που διατηρούν τη μνήμη του μιλούν για βουνά στεφανωμένα με χιόνι που περικλείουν μια κοιλάδα αδύνατης ομορφιάς, όπου τα ποτάμια κινούνται με την αυθεντικότητα της σκέψης, όπου ο αέρας κουβαλά ένα είδος τροφής που δεν έχει αντίστοιχο στη διατροφή του συνηθισμένου κόσμου. Είναι μια γεωγραφία της ιερής φαντασίας, και εκτελεί τη λειτουργία που εκτελούν όλες τέτοιες γεωγραφίες: χαρίζει στον προσκυνητή μια κατεύθυνση.

 

Κανείς δεν απορρίπτει την εξωτερική εικόνα ως απλή φαντασία. Το εξωτερικό είναι ο πρώτος δάσκαλος. Οι ιμαλαϊκές οροσειρές που αποκρύπτουν και υπονοούν το Σαμπχάλα είναι οι ίδιες διδάσκαλοι — η σιωπή τους είναι πρόγραμμα σπουδών, η κλίμακά τους ένα είδος κηρύγματος. Πολλές ψυχές σε πολλούς αιώνες έστρεψαν το πρόσωπό τους προς βορρά, προς εκείνα τα αδύνατα ύψη, τραβηγμένες από κάτι που δεν μπορούσαν να ονομάσουν αλλά δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Αυτή η παρόρμηση είναι αγία. Ακόμη κι αν το ταξίδι τελειώνει σε έναν βουνοτοίχο αντί σε μια κρυφή πύλη, κάτι ουσιώδες έχει κινητοποιηθεί στον ταξιδιώτη: η προθυμία να κινηθεί προς το ιερό, να ενοχλήσει τον άνετο εαυτό του για χάρη ενός πόθου βαθύτερου από την ευκολία.

 

Τα ινδουιστικά ρεύματα προσθέτουν άλλο χρώμα σε αυτή την εξωτερική όραση. Στον μύθο του Κάλκι — τη δέκατη και τελευταία ενσάρκωση του Βισνού, που δεν έχει ακόμα έρθει — το Σαμπχάλα είναι ο τόπος γέννησης του λυτρωτή του κόσμου. Όταν το Κάλι Γιούγκα, η σκοτεινή εποχή της κατακερματισμένης λήθης, εξαντλήσει την πορεία του, ο Κάλκι θα αναδυθεί από το Σαμπχάλα πάνω σε λευκό άλογο, κρατώντας ένα φλεγόμενο ξίφος. Δεν θα κατακτήσει με βία· θα κατακτήσει με την απλή, συντριπτική πραγματικότητα της αλήθειας που επιβάλλεται εκ νέου σε έναν κόσμο που έχει παρεκκλίνει από αυτήν για πολύ καιρό. Το ξίφος είναι φως. Το άλογο είναι χάρη. Ο αναβάτης είναι το μέρος του Θείου που δεν δέχτηκε ποτέ να κοιμηθεί.

 

Κάθε παράδοση που αντίκρισε έστω και για μια στιγμή την αιωνιότητα ένιωσε και την ανάγκη να της αποδώσει έναν τόπο — να δώσει στο άπειρο ένα γεωγραφικό μήκος, να χαρίσει στο απόλυτο μια διεύθυνση. Το Σαμπχάλα είναι αυτή η διεύθυνση.

Η Ελένα Μπλαβάτσκι και ο Νικολάι Ρέριχ, με τους χωριστούς και αλληλοσυμπληρούμενους τρόπους τους, έφεραν αυτή την όραση στη δυτική φαντασία κατά τα τέλη του δεκάτου ενάτου και τις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο Ρέριχ — ζωγράφος, φιλόσοφος και προσκυνητής — διέσχισε την Κεντρική Ασία σε μια αποστολή που ήταν ταυτόχρονα εξερεύνηση και ιερουργία. Ζωγράφισε τα βουνά του Σαμπχάλα με χρώματα που δεν ανήκουν ολοκληρωτικά στο ορατό φάσμα, σαν τα πινέλα του να είχαν αγγίξει κάτι που το μάτι δεν φτάνει ακριβώς. Κατάλαβε ότι το εξωτερικό βασίλειο και το εσωτερικό βασίλειο μιλούν την ίδια γλώσσα, και ότι αυτή η γλώσσα είναι η ομορφιά.

 

 

Κεφάλαιο Γ΄

 

Ο Εσωτερικός Χάρτης: Το Βασίλειο της Σιωπής του Σώματος

 

Αλλά η παράδοση δεν επιτρέπει στον προσκυνητή να παραμένει έξω επ' αόριστον. Στρέφει, με μεγάλη απαλότητα και μεγάλη επιμονή, το βλέμμα του προσκυνητή πίσω προς τον εαυτό του. Διότι στο σύστημα Καλάτσακρα — εκείνη η μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική της ταντρικής σοφίας — το Σαμπχάλα είναι ταυτόχρονα το κρυφό βασίλειο πέρα από τα βουνά και το κρυφό βασίλειο μέσα στο σώμα. Το ādhyātmika, το εσωτερικό επίπεδο, αποκαλύπτει ότι ο χάρτης που σχεδιάστηκε στη γραφή είναι επίσης σχεδιασμένος, με τέλεια πιστότητα, σε σάρκα, ανάσα και συνείδηση.

 

Το ανθρώπινο σώμα, σε αυτή την οπτική, δεν είναι μια τυχαία διάταξη ύλης. Είναι ένας κόσμος σε σμίκρυνση, ένα αντίγραφο της μεγαλύτερης τάξης συμπυκνωμένο στο απίθανο θαύμα ενός αναπνέοντος, αισθανόμενου όντος. Διατρέχουν το σώμα — αόρατα στο ανατομικό μάτι αλλά πλήρως εμφανή στο μάτι της ενατένισης — τα nāī: κανάλια μέσα από τα οποία το ζωτικό ρεύμα γνωστό ως prāṇa ρέει σαν νερό μέσα από κοίτες χαραγμένες από αιώνες ζωής. Εκεί όπου αυτά τα κανάλια συγκλίνουν στις πιο σημαντικές τους συνενώσεις, σχηματίζουν τα cakra: κέντρα συμπυκνωμένης ενέργειας που αντιστοιχούν σε διαστάσεις εμπειρίας, σε ποιότητες συνείδησης, στις διάφορες εκφάνσεις του Θείου καθώς κατεβαίνει στην εκδήλωση.

 

Ο ασκούμενος που εισέρχεται σε αυτή την κατανόηση δεν εγκαταλείπει το σώμα του για να βρει το Σαμπχάλα. Κατεβαίνει πιο πλήρως μέσα σε αυτό. Ακολουθεί την αναπνοή βαθιά στο εσωτερικό τοπίο του σώματος, μαθαίνοντας τη γεωγραφία των δικών του βαθών — τη φλεγόμενη διαύγεια στο κέντρο της καρδιάς, την απέραντη ανοιχτοσύνη στην κορυφή, τη ριζωμένη βαρύτητα στη βάση όπου η δύναμη του φιδιού περιελίσσεται σε υπομονετική ετοιμότητα. Αυτό είναι το εσωτερικό ταξίδι: όχι μια διαφυγή από την ενσάρκωση αλλά η πληρέστατη εξερεύνησή της.

 

Η αναπνοή είναι το πλοίο. Το σώμα είναι ο ποταμός. Και κάπου στα βάθη του ποταμού, κάτω από τα ρεύματα της σκέψης και της αίσθησης, το βασίλειο περιμένει — ακίνητο, φωτεινό, υπομονετικό σαν πέτρα.

Στον διαλογισμό — εκείνη την αρχαία τεχνολογία της εσωτερικότητας — ο ασκούμενος μαθαίνει να καταπραΰνει τους ανέμους της νοητικής αναταραχής ώσπου τα κανάλια του λεπτού σώματος να ρέουν καθαρά και απαλλαγμένα από εμπόδια. Αυτό που ήταν ταραγμένο γίνεται διαφανές. Αυτό που ήταν αδιαφανές γίνεται φωτεινό. Οι εμπειρίες που αναδύονται στη βαθιά πρακτική αψηφούν την κοινή γλώσσα: υπάρχει μια ποιότητα επέκτασης χωρίς όρια, θερμότητας χωρίς πηγή, γνώσης χωρίς αντικείμενο γνωστό. Αυτά δεν είναι ψευδαισθήσεις ή ποιητικές υπερβολές. Είναι η αυθεντική φαινομενολογία μιας συνείδησης που πλησιάζει τη δική της αρχή — που πλησιάζει, δηλαδή, το πιο εσωτερικό Σαμπχάλα.

 

 

Κεφάλαιο Δ΄

 

Το Μυστικό Πρόσωπο: Εκεί Όπου ο Αναζητητής Γίνεται το Ζητούμενο

 

Και τότε — στην πληρότητα μιας ωριμασμένης πρακτικής, στη στιγμή χάρης που καμία τεχνική δεν μπορεί να κατασκευάσει αλλά μόνο να προετοιμάσει το έδαφος — υπάρχει το τρίτο επίπεδο. Η παράδοση το ονομάζει guhya: το μυστικό, το κεκρυμμένο. Ονομάζει αυτό το επίπεδο Βάτζρα Σαμπχάλα — το αδαμάντινο, το άφθαρτο, το ίδιο το έδαφος του νου που δεν χάθηκε ποτέ, δεν μολύνθηκε ποτέ, δεν απουσίασε ποτέ από τον εαυτό του ούτε για τη διάρκεια μιας μόνης αναπνοής.

 

Αυτή είναι η διδασκαλία που συντρίβει το πλαίσιο του αναζητητή όπως η αυγή συντρίβει το σκοτάδι — όχι με βία, αλλά μέσα από την απλή, συντριπτική πραγματικότητα της ίδιας της φύσης της. Ο Δαλάι Λάμα, μιλώντας με την ακρίβεια που μόνο η βαθιά εμπειρία μπορεί να παράγει, έχει πει ξεκάθαρα ότι το Σαμπχάλα είναι «μια καθαρή χώρα του νου». Όχι ένας τόπος στον οποίο πηγαίνει ο νους. Όχι μια ανταμοιβή που κερδίζει ο νους. Μια ποιότητα νου που ήταν πάντα παρούσα, περιμένοντας, με την απέραντη υπομονή του διαστήματος, να αναγνωριστεί.

 

Σε αυτό το βάθος, ο προσκυνητής ανακαλύπτει ότι αυτό που αναζητούσε ήταν επίσης αυτό που αναζητά — ότι ο πόθος για το ιερό και το ίδιο το ιερό δεν ήταν ποτέ δύο διαφορετικά πράγματα. Ο πόθος για το Σαμπχάλα είναι το Σαμπχάλα που αναζητά τον εαυτό του μέσα από το εργαλείο μιας ανθρώπινης καρδιάς. Δεν υπάρχει, σε αυτό το επίπεδο, άφιξη, επειδή δεν υπήρξε ποτέ αναχώρηση. Υπάρχει μόνο η παύση της ιστορίας του χωρισμού, και σε αυτή την παύση, μια σιωπή τόσο πλήρης που φαίνεται να ηχεί σαν καμπάνα που ακούγεται στο χείλος του ύπνου.

 

Εσύ ήσουν το βασίλειο που αναζητούσες. Η πλάνη δεν ήταν χαμένη. Ήταν ο μακρύς δρόμος προς το σπίτι — και κάθε βήμα ήταν ήδη σπίτι, ακόμα κι όταν δεν μπορούσες να αναγνωρίσεις το κατώφλι κάτω από τα πόδια σου.

Αυτό δεν είναι σολιψισμός. Η συνειδητοποίηση του μυστικού Σαμπχάλα δεν συρρικνώνει τον κόσμο στο άτομο. Αποκαλύπτει, μάλλον, ότι το άτομο δεν ήταν ποτέ τόσο ατομικό όσο πίστευε — ότι το καθαρό φως της επίγνωσης που ανακαλύπτει στα δικά του βάθη είναι το ίδιο φως που φωτίζει κάθε συνείδηση, το ίδιο φως που λάμπει ως συμπόνια σε κάθε πράξη αληθινής τρυφερότητας, το ίδιο φως που οι μύστες όλων των παραδόσεων, σε όλες τις εποχές, προσπαθούσαν να περιγράψουν με τα περιορισμένα εργαλεία της γλώσσας. Είναι το φως πίσω από τον ήλιο, όπως είπε ο Πλωτίνος. Είναι η σιωπή πίσω από κάθε ήχο, όπως αναπνέουν οι Ουπανισάντ. Είναι, όπως διδάσκουν οι Θιβετιανοί δάσκαλοι, το rigpa: η γυμνή, αναλλοίωτη, αυτοεπίγνοστη ποιότητα της ίδιας της επίγνωσης.

 

 

Κεφάλαιο Ε΄

 

Το Οικουμενικό Αρχέτυπο: Η Κρυφή Χώρα Κάθε Παράδοσης

 

Θα ήταν μια υποτίμηση — ένα είδος πνευματικού επαρχιωτισμού — να περιορίσει κανείς το αρχέτυπο του Σαμπχάλα στο λεξιλόγιο μιας μόνο παράδοσης. Η ανθρώπινη ψυχή, σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε κάθε αιώνα, έχει νιώσει την έλξη αυτού του ίδιου μαγνητικού Βορρά. Έχει ονομάσει τον προορισμό διαφορετικά, τον έχει ντύσει με τις εικόνες του δικού της τοπίου και της δικής της μυθολογίας, αλλά ο πόθος είναι αναγνωρίσιμος σε κάθε περίπτωση, και δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση.

 

Στην ιουδαιο-χριστιανική φαντασία, υπάρχει ο Κήπος της Εδέμ — όχι ως τόπος στη γεωγραφία αλλά ως κατάσταση συνείδησης που προηγήθηκε της πτώσης στην αυτοσυνείδηση, στη οδυνηρή γνώση του χωρισμού από το θείο έδαφος. Ο πόθος για την Εδέμ είναι ο πόθος για το Σαμπχάλα: η επιθυμία να ανακτηθεί μια ολότητα που χάθηκε, ή που φαίνεται να χάθηκε, αλλά που οι μύστες κάθε παράδοσης επιμένουν ότι δεν αφαιρέθηκε ποτέ πραγματικά.

 

Στην κελτική παράδοση, το Άβαλον — εκείνο το νησί στην άκρη του κόσμου όπου ο Αρθούρος δεν πεθαίνει αλλά περιμένει — κουβαλά το ίδιο φορτίο νοήματος. Είναι ο τόπος όπου η πληγή μπορεί να θεραπευθεί, όπου ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά, όπου το πέπλο ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο είναι μεταξένιο αντί για πέτρα. Τα Ηλύσια Πεδία των αρχαίων Ελλήνων, η Θούλη των Νορβηγών, η Αγκάρθα των εσωτεριστικών παραδόσεων — καθένα είναι μια συντεταγμένη στον ίδιο ιερό χάρτη, ένα διαφορετικό όνομα για την ίδια αδύνατη γεωγραφία τελειότητας.

 

Η Ατλαντίδα του Πλάτωνα, που συχνά διαβάζεται ως ιστορία, διαβάζεται πιο γόνιμα ως αυτό το ίδιο αρχέτυπο: ένας πολιτισμός που κάποτε ενσάρκωνε τη σοφία, που κάποτε οργανωνόταν γύρω από το θείο αντί για την επιθυμία, και η μνήμη του οποίου στοιχειώνει το παρόν σαν το άρωμα ενός λουλουδιού που δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει ακριβώς. Η στοιχειωμένη αυτή παρουσία είναι η ίδια η διδασκαλία. Αυτό που δεν μπορούμε να βρούμε στον εξωτερικό κόσμο — το τέλειο, το αρμονικό, το αιωνίως ταξινομημένο — μας καλείται να το βρούμε εντός μας.

 

Η ανθρωπότητα δεν εφευρίσκει αυτές τις οράσεις. Τις θυμάται. Και στη ανάμνηση, κάτι ουσιώδες διατηρείται — μια γνώση για το τι είναι δυνατόν, μια άρνηση να αποδεχθεί ότι η παρούσα κατάσταση είναι η τελική.

Αυτή η οικουμενικότητα δεν είναι αραίωση της ιδιαιτερότητας καμιάς παράδοσης. Το σύστημα Καλάτσακρα παραμένει τόσο ακριβές και απαιτητικό όσο πάντα· η ινδουιστική κοσμολογία των αβατάρ διατηρεί τη δική της ακεραιότητα. Αλλά κάτω από το ειδικό, το αρχέτυπο λειτουργεί σαν ένας βαθύς ποταμός κάτω από διαφορετικούς παραπόταμους — δίνοντας τροφή χωρίς να επιμένει στην ομοιομορφία, τρέφοντας κάθε παράδοση από την ίδια αστείρευτη πηγή. Η πηγή είναι η άμεση, παρούσα εμπειρία του ιερού: εκείνη η συνάντηση με μια πραγματικότητα μεγαλύτερη από τον εαυτό, πιο φωτεινή από τη σκέψη, πιο οικεία από την αναπνοή.

 

 

Κεφάλαιο ΣΤ΄

 

Η Επιστροφή: Όταν το Ταξίδι Γίνεται ο Προορισμός

 

Υπάρχει μια διδασκαλία εντοιχισμένη στην ίδια τη δομή του μυστηρίου του Σαμπχάλα που αξίζει να στεκόμαστε με αυτή, μέσα στη γαλήνη, στο τέλος αυτής της αναζήτησης. Είναι η εξής: το ταξίδι προς το Σαμπχάλα και η άφιξη στο Σαμπχάλα δεν είναι δύο χωριστά γεγονότα. Είναι το ίδιο γεγονός, ορώμενο από διαφορετικές γωνίες. Η εξωτερική αναζήτηση — με όλη της τη δυσκολία, τον αποσυντονισμό, την κάθοδό της σε άγνωστο έδαφος — είναι η ίδια η κάθαρση που καθιστά δυνατή την εσωτερική αναγνώριση. Η πλάνη, με άλλα λόγια, δεν είναι παρέκκλιση. Είναι το πρόγραμμα σπουδών.

 

Κάθε παράδοση που έλαβε σοβαρά αυτό το μυστήριο κατάλαβε ότι η οδός δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Δεν μπορεί κανείς να αναπηδήσει στο μυστικό επίπεδο χωρίς να έχει βαδίσει, έστω και κλυδωνιζόμενος, μέσα από το εξωτερικό και το εσωτερικό. Το εξωτερικό δίνει την κατεύθυνση. Το εσωτερικό δίνει τη μέθοδο. Το μυστικό δίνει την αναγνώριση. Και η αναγνώριση, όταν έρθει, δεν είναι κάτι νέο. Είναι το παλαιότερο πράγμα που υπάρχει — η επίγνωση που ήταν παρούσα πριν από την πρώτη σκέψη, πριν από την πρώτη αναπνοή, πριν από τον πρώτο χωρισμό ανάμεσα σε εαυτό και κόσμο να φανταστεί κανείς.

 

Αυτό που το Σαμπχάλα ζητά από εκείνον που το αναζητά δεν είναι εξαιρετική ικανότητα. Ζητά προσοχή — την επίμονη, αφοσιωμένη, αγαπητική προσοχή μιας συνείδησης πρόθυμης να σταματήσει να φεύγει από τον εαυτό της. Ζητά την προθυμία να καθίσεις με το άγνωστο, να ανεχθείς την ενόχληση της μη-γνώσης, να εμπιστευτείς ότι η σιωπή που αναδύεται όταν η σκέψη εξαντλείται δεν είναι μια απουσία αλλά μια παρουσία. Ζητά, τελικά, αυτό που ζητούν όλες οι αληθινές πνευματικές παραδόσεις: την προθυμία να αλλάξεις, όχι αποκτώντας κάτι νέο, αλλά αποδεσμεύοντας το συσσωρευμένο βάρος αυτού που δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί.

 

Η βαθύτερη διδασκαλία του Σαμπχάλα είναι η σιωπή. Όχι η σιωπή του τάφου, αλλά η σιωπή του ουρανού — απέραντη, διαυγής, ικανή να περιέχει όλους τους καιρούς χωρίς να μειώνεται από κανέναν. Αυτή είναι η σιωπή της δικής σου επίγνωσης, όταν αναπαύεται στον εαυτό της.

Και έτσι ο μεγάλος τροχός στρέφεται και φθάνει — όπως κάθε αληθινή φιλοσοφική και πνευματική αναζήτηση τελικά κάνει — στο ίδιο ακίνητο σημείο. Το Σαμπχάλα δεν βρίσκεται βόρεια των Ιμαλαΐων, αν και μπορεί να το νιώθεις έτσι όταν ο πόθος αναδύεται για πρώτη φορά. Δεν βρίσκεται στα κωδικοποιημένα κανάλια του λεπτού σώματος, αν και η σιωπή του σώματος είναι μια από τις πόρτες του. Δεν βρίσκεται σε κανένα κείμενο, όσο φωτεινό κι αν είναι. Βρίσκεται στο κέντρο — το ανέφικτο, πάντα-παρόν, απολύτως-διαθέσιμο κέντρο — εκείνου που διαβάζει αυτές τις λέξεις. Δεν περιμένει να βρεθεί, αλλά περιμένει να αναγνωριστεί. Δεν κρύβεται σε κάποιο μακρινό βασίλειο, αλλά κρύβεται μπροστά στα μάτια μας, στο μοναδικό μέρος όπου δεν αναζητήθηκε ποτέ: το αμετακίνητο έδαφος της ίδιας της επίγνωσης, πριν η αναζήτηση αρχίσει.

 

Ας είναι αυτή, λοιπόν, η τελευταία λέξη — ή μάλλον, η τελευταία σιωπή προς την οποία κάθε λέξη χειρονομεί, όπως τα ποτάμια χειρονομούν προς τη θάλασσα που ήδη αποτελούν μέρος της. Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις πουθενά. Το Σαμπχάλα είναι ήδη εδώ, αναπνέει μαζί σου, βλέπει μέσα από τα μάτια σου, παρόν στην ίδια την αναγνώριση ότι κάτι μέσα σου το ήξερε πάντα αυτό και ήταν, μέσα σε ολόκληρη τη μακρά γεωγραφία μιας ανθρώπινης ζωής, σιγά-σιγά, ήσυχα, και με εξαιρετική υπομονή, επιστρέφοντας σπίτι.

 

 

Śambhala  ·  Ο Τόπος της Ειρήνης  ·  Ήδη Εδώ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~