CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)
8. The Luminous Thread: A Journey Through the Heart of All Religions

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)
7. Ο Άπειρος Πολυδιάστατος Χώρος: Η Θρησκεία ως Αρχιτεκτονική της Υπέρβασης

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 24 January, 2026

Sunday, November 26, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ 7


1. Οντολογία της Ψυχής
2. Φαινομενολογία της Ψυχής
3. Τα Μυστήρια, η Εσωτερική Παράδοση κι η εξωτερική διδασκαλία
4. Η Διδασκαλία, ο Νόμος, η Εντολή κι ο άνθρωπος
5. Το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, τα Τρία Εσωτερικά Κέντρα κι άλλες παραδόσεις
6. Η Είσοδος στη Βασιλεία των Ουρανών, κι η Άνοδος στους Τρεις Ουρανούς
~~~
7. Η Άβυσσος, (η Ένωση με τον Πατέρα)

Η Πραγματικότητα Είναι Μία, Μοναδική, Κι Αυτή η Πραγματικότητα Είναι Συνειδητή Παρουσία, χωρίς αναγνωρίσιμες ιδιότητες. Δεν υπάρχει καμία αντίληψη, ή πιο σωστά «κανένα περιεχόμενο» αντίληψης. Για αυτό «Αυτό»  μοιάζει (για συνειδήσεις που λειτουργούν σε ένα κατώτερο επίπεδο αντίληψης) με «Κενό», χωρίς Χώρο, χωρίς Χρόνο. Μια Κατάσταση Τελείως Υπερβατική, έξω από κάθε φαντασία του ανθρώπου. Μια Άβυσσος. Όμως μια Άβυσσος  Πλήρους Συνειδητότητας, Πλήρους Ζωής. Μια Μυστηριώδης Ζωή που δεν μπορούμε (εμείς οι άνθρωποι) να συλλάβουμε, να κατανοήσουμε.
Εντός Αυτής της Πραγματικότητας, της Αβύσσου, που (εμείς οι άνθρωποι) ονομάζουμε Πηγή, Πατέρα, Θεό, και χωρίς να διαχωρίζονται από Αυτή, εμφανίζονται όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης, υποκειμενικές αντιλήψεις κι αντικειμενικές καταστάσεις. Για την Θεία Συνείδηση Υπάρχει Ενότητα Ύπαρξης, Ζωής. Κι όλα τα φαινόμενα γίνονται (από την πλευρά της Θείας Συνείδησης) αντιληπτά σαν κινήσεις της Μίας Ύπαρξης (κι όχι σαν ξεχωριστά φαινόμενα όπως τα συλλαμβάνουν συνειδήσεις σε μια κατώτερη κατάσταση αντίληψης, άγνοιας). Για την Θεία Συνείδηση Υπάρχει Μια Πραγματικότητα, που Βιώνει. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στην Πραγματικότητα και στην «Δημιουργία».
Αυτή η Θεία Συνείδηση που χαρακτηρίζεται σαν Θείος Νους είναι ένας Ωκεανός Θείας Αντίληψης, ένας Ωκεανός Θείας Ενέργειας, που εκδηλώνεται σαν Αντίληψη, σαν Νόηση (στην υπερβατική μορφή της, που δεν έχει καμία σχέση με την ανθρώπινη νοημοσύνη). Όταν Εντός Αυτής της Θείας Συνείδησης, του Ωκεανού της Νοημοσύνης, εκδηλώνεται Δραστηριότητα, Κίνηση, που γίνεται αντιληπτή σαν Αντίληψη με Ιδιότητες, δηλαδή με «περιεχόμενο», αυτό, από την πλευρά της Θείας Συνείδησης, συλλαμβάνεται σαν «κίνηση» του Θείου Ωκεανού της Αντίληψης, της Ενέργειας. Όμως η ίδια η Αντίληψη που αρχίζει να λειτουργεί με ιδιότητες (με «περιεχόμενο») συλλαμβάνει τον εαυτό της σαν κάτι «ξεχωριστό». Αυτά είναι μόνο αντιληπτικό φαινόμενο κι όχι πραγματικό. Αυτό δεν γίνεται από την Θεία Συνείδηση που Γνωρίζει και Βιώνει την Ενότητα (ότι Όλα Είναι Ένα) αλλά μόνο από την Αντίληψη που αρχίζει να «Διαχωρίζεται» (που νομίζει ότι διαχωρίζεται, που βιώνει την εμπειρία του ξεχωριστού, σαν μια αντιληπτική εμπειρία). Πως και γιατί «Γεννάται» στους Κόλπους του Θεού, Αυτή η Αντίληψη, που ενώ Είναι Ένα με τον Θεό, ταυτόχρονα «λειτουργεί» και σαν κάτι «ξεχωριστό» δεν γνωρίζουμε. Απλά Συμβαίνει.
Όταν η Αντίληψη αρχίζει να λειτουργεί, να «διαχωρίζεται» (σαν αντίληψη με ιδιότητες), στην αρχή (όπως το κατανοούμε εμείς) αντιλαμβάνεται απλά την Θεία Πραγματικότητα και Βιώνει (εξ’ αντανακλάσεως) την Ενοποιημένη Θεία Πραγματικότητα. Αλλά ήδη μέσα σε αυτή την Κατάσταση Ύπαρξης υπάρχει το Σπέρμα του Διαχωρισμού. Υπάρχει Κάτι που Αντιλαμβάνεται και κάτι που γίνεται αντιληπτό. Από εδώ πηγάζει ο διαχωρισμός σε Υποκείμενο, Αντικείμενο. Σε αυτή όμως την Ουράνια Κατάσταση Υποκείμενο και Αντικείμενο είναι ακόμα Ένα, μια Ουράνια Ενότητα, μια Φωτεινή Κατάσταση, αφού το Υποκείμενο είναι ταυτόχρονα Αντικείμενο.. Σιγά σιγά όμως αρχίζει η Διάκριση Υποκειμένου και Αντικειμένου. Το Υποκείμενο Νοιώθει το Αντικείμενο (δηλαδή τον Εαυτό του) σαν Χώρο, σαν κάτι αντικειμενικό. Επειδή όμως δεν υπάρχει ακόμα σαφής διαχωρισμός το Υποκείμενο νοιώθει να είναι Παντού  μέσα στον Χώρο.
Όταν το Υποκείμενο Περιορίζεται Τοπικά εμφανίζονται πολλά υποκείμενα που βιώνουν μια αυτοσυνειδησία, την αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης. Όλα τα υποκείμενα που βιώνουν το φαινόμενο της Τοπικότητας του Υποκειμένου είναι μικρές εικόνες (περιορισμένες) του Μεγάλου Υποκειμένου. Κι όλα αυτά είναι αντιληπτικές καταστάσεις. Η αντίληψη της ύπαρξης από μια τοπική θέση είναι όμως τελείως διαφορετική. Το υποκείμενο νοιώθει να υπάρχει μέσα σε ένα αντικειμενικό κόσμο με ξεχωριστά αντικείμενα. Είναι ο Κόσμος της Σκιάς, οι κατώτεροι κόσμοι, ο νοητικός κόσμος, ο ψυχικός κόσμος, ο κόσμος της «ύλης», όπου το υποκείμενο βιώνει την ξεχωριστή ύπαρξη, την δυαδικότητα, την εμπειρία της ατομικής ζωής.
Όλα αυτά είναι αντιληπτικά φαινόμενα μόνο. Από την Άποψη της Θείας Συνείδησης υπάρχει μόνο Δραστηριότητα μέσα στην Ενοποιημένη Πραγματικότητα, Ύπαρξη, Ζωή. Από την άποψη όμως της Αντίληψης, που περιορίζεται όλο και πιο πολύ, του Υποκειμένου, των υποκειμένων (που είναι όλα αντιληπτικές καταστάσεις) αυτή η Πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή διαφορετικά. Η διαφοροποίηση του Υποκειμένου (ο περιορισμός του) κι η εμπειρία του (δηλαδή η αντίληψη της αντικειμενικότητας του κόσμου, διαφορετική ανάλογα με το επίπεδο «εξέλιξης») είναι φαινόμενα ταυτόχρονα. Δηλαδή  την «στιγμή» που το Υποκείμενο γίνεται Τοπικό αναδύεται ο αντικειμενικός κόσμος του, σαν αντικειμενική κατάσταση. Κι έτσι συνέχεια. Όλα αυτά όμως για την Θεία Συνείδηση Συμβαίνουν Μέσα στην Μία Πραγματικότητα. Μόνο τα περιορισμένα όντα που βιώνουν μια περιορισμένη αντιληπτική κατάσταση έχουν την εμπειρία ότι ζουν ξεχωριστά σε κάποια αντικειμενική δημιουργία την οποία «ψηλαφίζουν» σαν κάτι ξεχωριστό, αντικειμενικό, πραγματικό.
Τα όντα, που δεν αποχωρίζονται ποτέ πραγματικά από την Πηγή τους, από τον Θείο Ωκεανό Αντίληψης, Ενέργειας, Ζωής, αλλά «αποχωρίζονται» μόνο αντιληπτικά, και βιώνουν αυτόν τον διαχωρισμό κι έχουν αυτή την εμπειρία των αντικειμενικών κόσμων, αργά ή γρήγορα συνειδητοποιούν (ή θα συνειδητοποιήσουν) ότι όλα αυτά είναι μόνο αντιληπτικά φαινόμενα, μετασχηματισμοί της Θείας Νοητικής Ενέργειας, που έχουν μόνο σχετική πραγματικότητα και δεν είναι ανεξάρτητες αντικειμενικές πραγματικότητες. Είναι δηλαδή πραγματικά μόνο σαν παροδικά φαινόμενα, υπάρχουν όσο εκδηλώνονται και μετά διαλύονται μέσα στον Ωκεανό της Θείας Ενέργειας. Το ότι εμείς (τα όντα), με την περιορισμένη αντίληψή μας τα νοιώθουμε όπως τα νοιώθουμε δεν σημαίνει ότι είναι έτσι, μια απόλυτη πραγματικότητα. Πιο πολύ μοιάζει με ονειρική κατάσταση. Κάποια στιγμή, όλα τα όντα, με την Περισυλλογή στον «Εαυτό» θα κατανοήσουν ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στην δική τους ύπαρξη (την Πραγματική Ύπαρξή τους, στο Βάθος) και την Θεία Ύπαρξη. Αυτή την Οδό προς την Πλήρη Αφύπνιση δίδαξαν όλοι οι Σοφοί της Ανθρωπότητας. Αυτή την Οδό προς την Πηγή, προς τον Πατέρα μας, δίδαξε ο Ιησούς.
Η Εμπειρία της Επιστροφής (στην Πλήρη Κατανόηση) γίνεται αντιληπτή από τις περιορισμένες συνειδήσεις σαν Απελευθέρωση, σαν Συνειδητοποίηση του Θείου Βάθους της Ύπαρξης. Η Απελευθέρωση από τους κόσμους της Σκιάς είναι μονάχα απελευθέρωση από τους κατώτερους κόσμους. Αλλά και η Αληθινή Ζωή στους Ουρανούς δεν είναι παρά Ζωή μέσα σε μια «Ψεύτικη Δημιουργία». Το Ύστατο Βήμα είναι η Εγκατάλειψη κάθε ιδιότητας της Αντίληψης, κάθε «περιεχομένου» και η Διάλυση Μέσα στην Άβυσσο της Θείας Πραγματικότητας. Αν αυτό γίνεται αντιληπτό από το Υποκείμενο σαν μια Εκμηδένιση, είναι μόνο από την πλευρά του Υποκειμένου. Στην πραγματικότητα είναι η Μετάβαση στην Θεία Αντίληψη της Μιας Πραγματικότητας. Τελικά αυτό που διαλύεται είναι μόνο η αίσθηση του διαχωρισμού, η άγνοια. Την στιγμή που σαν Υποκείμενο νοιώθουμε να Εκμηδενιζόμαστε την ίδια στιγμή Αναγεννιόμαστε σαν Θεός. Δεν χάνουμε στην πραγματικότητα την Συνέχεια της Ύπαρξης. Απλά «Μεταμορφωνόμαστε» σε Αυτό που Είμαστε Πάντα.
Η Συνείδηση, ανάλογα με την Κατάσταση της έχει διαφορετική Εμπειρία της Πραγματικότητας. Υπάρχει όμως Μόνο Μία Πραγματικότητα. Όλες οι άλλες καταστάσεις είναι μονάχα αντιληπτικές καταστάσεις, ονειρικές καταστάσεις (με την έννοια του παροδικού φαινομένου κι όχι του ψεύτικου φαινομένου). Αλλά ακόμα και το πιο μεγάλο όνειρο κάποια στιγμή τελειώνει. Ακόμα κι η πιο μακριά νύχτα έχει το ξημέρωμά της. Κι έρχεται η Στιγμή που για καθένα που ζει μέσα στην άγνοια Ανατέλλει το Φως και Συνειδητοποιεί ότι Είναι Πάντα Εδώ, Μέσα στην Αιωνιότητα, Αυτός ο Ίδιος, Ένα με τον Θεό, Θεός Από Την Φύση Του, Θεός μέσα στην Πλήρη Κατανόησή του, του Ολοκληρωμένου Όντος, του Χωρίς Ιδιότητες, Πέρα από τον Χρόνο, Πέρα από τον Χώρο, Μέσα στην Άβυσσο, η Ίδια η Άβυσσος.

 

Sunday, November 19, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ 6

1. Οντολογία της Ψυχής
2. Φαινομενολογία της Ψυχής
3. Τα Μυστήρια, η Εσωτερική Παράδοση κι η εξωτερική διδασκαλία
4. Η Διδασκαλία, ο Νόμος, η Εντολή κι ο άνθρωπος
5. Το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, τα Τρία Εσωτερικά Κέντρα κι άλλες παραδόσεις
~~~
6. Η Είσοδος στη Βασιλεία των Ουρανών, κι η Άνοδος στους Τρεις Ουρανούς

Είναι φανερό (από όσα είπαμε μέχρι τώρα σε αυτή την σειρά άρθρων) ότι ο Ιησούς, όταν ήταν στη γη, ήταν σε μια Κατάσταση Συνείδησης ανώτερη από αυτή που βιώνουν οι άνθρωποι στην καθημερινή ζωή τους. Αντιλαμβάνονταν διαφορετικά την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζουν όλα τα όντα της γης. Για τον Ιησού η Πραγματικότητα Είναι Μια κι Εντός Αυτής της Πραγματικότητας Εμφανίζονται όλα τα  Φαινόμενα χωρίς να έχουν δική τους υπόσταση ή ύπαρξη έξω από αυτή την Πραγματικότητα. Ό,τι εμφανίζεται σαν «Δημιουργία» δεν είναι παρά φαινόμενα, εναλλαγές καταστάσεων μέσα στην Αντίληψη. Η πραγματικότητα, η «αντικειμενικότητα» όλων αυτών των φαινομένων δεν είναι παρά μια κατάσταση αντίληψης (ένα «παιχνίδι» της αντίληψης) που εκλαμβάνει αυτό που συλλαμβάνει σαν πραγματικό. Κι όταν (η αντίληψη) «απομονώνεται»  (σαν αντιληπτικό κέντρο, σε αντιληπτικό «κέντρο») και διαχωρίζεται από όλο αυτό που αντιλαμβάνεται του προσδίδει την ιδιότητα του «αντικειμενικού». Στην πραγματικότητα όλα αυτά είναι μέσα στην Αντίληψη (όλες οι υποκειμενικές κι αντικειμενικές καταστάσεις, όντα και πράγματα). Ζούμε σε ένα Κόσμο Αντίληψης (ένα Νοητικό Κόσμο), δεν υπάρχει κάτι άλλο (ακόμα κι ότι εμφανίζεται σαν συμπαγές υλικό είναι «προϊόν» της Αντίληψης).
Ο Ιησούς ζούσε έξω από όλη αυτή την διαδικασία της δημιουργίας την οποία αντιλαμβανόταν σαν απλά φαινόμενα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αποδεχόταν και δεν ακολουθούσε τους «νόμου» των φαινομένων). Για τον Ιησού η Πραγματικότητα Είναι Μια, δεν υπάρχει Έσω, Έξω. Υπάρχει μόνο Ελευθερία από όλο αυτό ή «είσοδος» στις κατώτερες καταστάσεις της αντίληψης όπου όλα αυτά είναι πραγματικά. Τα όντα που έχουν εισέλθει σε αυτή την κατάσταση ύπαρξης, αντίληψης, ζουν μια περιορισμένη κατάσταση, αντιλαμβάνονται περιορισμένα κι απομονώνονται στο δικό τους αντιληπτικό «κέντρο» και διαχωρίζονται από όλο αυτό και το βλέπουν σαν «αντικειμενικό» κόσμο. Για αυτά τα όντα, για τον άνθρωπο, για τους περισσότερους ανθρώπους (αν όχι για όλους τους ανθρώπους) υπάρχει το αντιληπτικό κέντρο (το υποκείμενο, το «εγώ»), το έσω κι ο εξωτερικός κόσμος, το έξω. Όντας σε αυτή την κατάσταση (άγνοιας, απορρόφησης) τα όντα δεν έχουν Αυτογνωσία (της Αληθινής Φύσης, της Ψυχής, της Συνείδησης, της Ύπαρξής τους) αλλά τη συλλαμβάνουν σαν μια «απλή παρουσία», σαν μια σκιώδη («άδεια») παρουσία που είναι ριγμένη σε ένα εξωτερικό κόσμο. Συλλαμβάνουν τον εαυτό σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο και αποκτούν υπόσταση από το περιεχόμενο της αντίληψής τους στον κόσμο. Αντιλαμβάνονται τον εαυτό σαν μια συνείδηση, ένα υποκείμενο, που αντιλαμβάνεται, διανοείται, συναισθάνεται, αισθάνεται και ζει μέσα στο σώμα και μέσα στον κόσμο.  Όταν λοιπόν ο Ιησούς μιλούσε στους ανθρώπους απευθυνόταν ακριβώς σε τέτοιους ανθρώπους που είναι μια (σκιώδης) παρουσία μέσα στο σώμα και στο κόσμο. Για αυτούς υπάρχει διάκριση Έσω (ο Πνευματικός Αόρατος Κόσμος) και Έξω (ο «αντικειμενικός κόσμος» των ανθρώπων).
Για τον Ιησού το πρόβλημα των ανθρώπων είναι ότι δεν έχουν σαφή πλήρη  αντίληψη ποια είναι η Φύση τους, τι είναι η Ψυχή (αυτοί οι ίδιοι σαν πνευματική οντότητα), η Συνείδηση, η Παρουσία εδώ. Ο Ιησούς Γνώριζε ότι η Ψυχή Είναι Χωρίς Ιδιότητες, Ελεύθερη και βιώνει διάφορες καταστάσεις επίγνωσης και μπορεί να περιορίζεται και να αντιλαμβάνεται αυτό που συλλαμβάνει σαν πραγματικό. Οι άνθρωποι νομίζουν  μέσα στην περιορισμένη κατάστασή τους ότι είναι απλά αυτό, μια παρουσία εδώ, που σκέφτεται, που αισθάνεται, που ζει μέσω του σώματος στον εξωτερικό κόσμο. Όταν ο Ιησούς έλεγε ότι η Ψυχή έχει Πνευματική Φύση, είναι Πνεύμα και μπορεί να είναι όπου «θέλει», μιλούσε για την Ψυχή στην Πραγματική Φύση της. Κι όταν έλεγε ότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι Μέσα μας εννοούσε ότι είναι Μέσα στην Αληθινή Ψυχή, ότι Μέσα στην Απεραντοσύνη της Ψυχής υπάρχει Ελευθερία κι Αλήθεια, δεν εννοούσε μέσα στην περιορισμένη ψυχή, σε αυτό που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι σαν ψυχή, σαν εαυτό. Αυτό είναι κάτι δύσκολο να το κατανοήσει ο περιορισμένος άνθρωπος. Πρέπει απλά να «εμπιστευτεί» Αυτόν που λέει ότι Έσω είναι ο Αληθινός Κόσμος και πρακτικά να βιώσει τι είναι ο Εσωτερικός Κόσμος και τι συμβαίνει Εδώ. Οι πιο πολλοί άνθρωποι έσω βλέπουν μόνο την άδεια παρουσία τους που για να υπάρξει έχει ανάγκη από τον εξωτερικό κόσμο, να αντιλαμβάνεται και να υπάρχει στον εξωτερικό κόσμο. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν που ή πώς να ψάξουν.
Αυτό που δίδασκε λοιπόν ο Ιησούς σε αυτούς που ήταν κοντά του και τον «εμπιστεύονταν» ήταν ακριβώς ότι ο άνθρωπος πρέπει να ξεκινήσει από την παρούσα κατάστασή του. Να αποβάλει την λανθασμένη αντίληψη, αίσθηση, που έχει ότι είναι μια άδεια παρουσία που σκέφτεται κι αισθάνεται και ζει στον εξωτερικό κόσμο. Χρειάζεται να δείξει εμπιστοσύνη, να ακολουθήσει αυτό που του υποδεικνύουν για να δυναμώσει την Αίσθηση Παρουσίας του, να νοιώσει ότι είναι Παρουσία ανεξάρτητη από το σώμα, από τον κόσμο και να κατανοήσει ότι δεν είναι αυτός (αδύναμος) μέσα στον κόσμο, αντίθετα αυτός είναι ο μόνος Πραγματικός κι όλα τα άλλα είναι μέσα στη αντίληψή του, μέσα στην επίγνωσή του. Αυτή η επιστροφή στον Εαυτό, η ενδυνάμωση της παρουσίας μας κι η αντιστροφή της αίσθησης που έχουμε για την ύπαρξη, για τον κόσμο είναι μια πραγματική ανατροπή, μια πλήρης πνευματική μεταστροφή, μια αφύπνιση, μια πνευματική γέννηση κι είσοδος σε ένα «νέο κόσμο».
Αυτό που περιγράφουμε είναι η Επάνοδος στον Εαυτό, το Ξύπνημα του Εαυτού. Όταν ο άνθρωπος κατανοήσει ότι η μόνη πραγματική ύπαρξη είναι η Παρουσία κι ότι όλα είναι μέσα στην επίγνωσή μας μπορεί εύκολα να αποσυρθεί στον Εαυτό. Όταν ο άνθρωπος γεννηθεί πνευματικά, όταν αρχίζει να αποσύρεται από τον εξωτερικό κόσμο εισέρχεται στον Εσωτερικό Αληθινό Κόσμο.
Το δεύτερο που δίδασκε ο Ιησούς στους αδελφούς του είναι να κατανοήσουν ακριβώς ποια είναι η φύση του περιορισμού, τι είναι το υποκείμενο, το εγώ και γιατί ξεγελιόμαστε και αντιλαμβανόμαστε λανθασμένα, με αποτέλεσμα να ζούμε μια ζωή στο σκοτάδι. Οι άνθρωποι που είναι περιορισμένοι στο υποκείμενο, στο εγώ, αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους αδύναμο μέσα στον εξωτερικό κόσμο. Υποκείμενο είναι (για αυτούς) ο εαυτός κι αντικείμενο είναι ο εξωτερικός κόσμος. Αν τους πεις ότι η Αλήθεια είναι Μέσα τους νομίζουν μέσα στο αδύναμο υποκείμενο. Ασφαλώς δεν υπάρχει τίποτα εδώ. Έτσι το Μήνυμα δεν γίνεται κατανοητό. Όταν όμως ο άνθρωπος αφυπνιστεί πραγματικά, στην Πραγματική Παρουσία του, κι αρχίζει να κατανοεί ότι δεν είναι αυτός μέσα στον κόσμο αλλά ότι ο κόσμος είναι μέσα στην επίγνωσή του, αρχίζει να κατανοεί ότι όλα αυτά που αντιλαμβάνεται είναι υποκειμενικές συλλήψεις του κόσμου κι ότι το Αληθινό Αντικειμενικό δεν είναι μέσα σε όλα αυτά που συλλαμβάνουμε (γιατί αυτά είναι περιεχόμενα της αντίληψής μας) αλλά είναι έξω από αυτά. Για να «εισέλθουμε» στο Αντικειμενικό πρέπει ακριβώς να σταματήσουμε όλες αυτές τις υποκειμενικές, «εξωτερικές» δραστηριότητες.
Όταν ακριβώς παύσουν όλες οι υποκειμενικές δραστηριότητες (διανόηση, αισθήσεις, επαφές με τον εξωτερικό κόσμο), όταν διαλυθεί το υποκείμενο, το εγώ (ή ακριβέστερα όταν σταματήσουν οι «περιορισμοί» της αντίληψης), μέσα στην ησυχία, στη σιωπή (της περισυλλογής, της προσευχής) εισερχόμαστε σε μια Κατάσταση Συνείδησης χωρίς εγώ. Αντικειμενικό λοιπόν, Αληθινό Αντικειμενικό, είναι (για τον αφυπνισμένο άνθρωπο) η Κατάσταση της Συνείδησης χωρίς εγώ. Αντικειμενικό δεν είναι αυτό που αντιλαμβάνεται το περιορισμένο εγώ σαν έξω από τον εαυτό, Αυτό είναι υποκειμενική σύλληψη αυτού που συμβαίνει. Αυτός ο Αντικειμενικός Χώρος στον Οποίο εισερχόμαστε όταν διαλυθεί το εγώ είναι ακριβώς ο Εσωτερικός Χώρος. Εσωτερικό τον χαρακτηρίζει ο περιορισμένος (στο εγώ) άνθρωπος. Στην πραγματικότητα είναι Αυτό που αποκαλύπτει η Αντικειμενική Λειτουργία της Συνείδησης, ο Αντικειμενικός Χώρος, ο Πνευματικός Χώρος, ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης, ο Ουρανός, η Βασιλεία των Ουρανών, που δεν είναι αυτό που αντικρίζουμε καταρχήν αλλά έχει ένα Απέραντο Βάθος (και για αυτό διακρίνουμε Ουρανούς). Και πέρα από όλα αυτά υπάρχει το Υπέρτατο Βασίλειο του Θεού, η Πραγματικότητα έξω από τη δημιουργία, η Πραγματικότητα σαν Ένα Όλο.
Το τρίτο που δίδασκε ο Ιησούς στους αγαπημένους του με τους οποίους μοιράζονταν την Πνευματική Εμπειρία (Εσωτερική για τους ανθρώπους), την Αληθινή Ζωή, την Πνευματική Ζωή, ήταν ότι όλα είναι Μέσα μας, όλα δραστηριοποιούνται από Μέσα, από τη Πηγή της Ύπαρξης. Ο Αληθινός Καθοδηγητής, ο Αληθινός Διδάσκαλος είναι ο Ίδιος ο Θεός που τα Φωτίζει όλα. Ο Ίδιος ο Ιησούς δεν είπε ποτέ ότι αυτός ο ίδιος είναι κάτι. Πάντα ομολογούσε την Πλήρη Εξάρτησή του από τον Πατέρα. Κι όταν ομολογούσε ότι «εγώ κι ο Πατέρας είμαστε ένα» εννοούσε ακριβώς ότι αυτός ο ίδιος είχε «διαλυθεί» μέσα στους Κόλπους του Πατέρα. Μιλούσε για μια Εμπειρία που βίωνε. Η δήλωσή του δεν σήμαινε ταυτότητα ή ομοιότητα με τον Θεό ή διάκριση από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Αυτά τα αντιλαμβάνονται έτσι οι άνθρωποι με την περιορισμένη αντίληψή τους. Ο Ιησούς μιλούσε απλά για την Υπέρτατη Κατάσταση που μπορούν να βιώσουν τα όντα. Μιλούσε για Αντικειμενικές Καταστάσεις της Συνείδησης (που βιώνονται σαν Ουράνιες Εμπειρίες) και για την Κατάσταση Πέρα από κάθε αντίληψη (που ονομάζεται Ένωση με τον Θεό). Πρέπει κάποιος να βαδίσει αυτή την Οδό και να βιώσει αυτές τις Αντικειμενικές Καταστάσεις της Συνείδησης, όπως έκανε ο Ιησούς. Ο Ιησούς βιώνοντας την Αντικειμενική Κατάσταση της Ύπαρξης, όντας αυτό, δήλωνε ότι ακριβώς αυτό που βίωνε είναι η Οδός η Αλήθεια και η Ζωή. Αυτό εννοούσε όταν έλεγε εγώ είμαι η Οδός. Προφανώς δεν αναφερόταν σε κάποιο υποκείμενο ή περιορισμένο εγώ. Κι ούτε όλες αυτές τις Καταστάσεις τις βίωνε μόνο ο Ιησούς. Ο Ίδιος δήλωνε ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών. Άλλωστε αυτός ήταν ο προορισμός της Διδασκαλίας του, σε όσους ήθελαν και μπορούσαν (γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν πιο σημαντικές ασχολίες). Και η Χαρμόσυνη Αγγελία ήταν ακριβώς αυτή, η Βασιλεία των Ουρανών είναι Μέσα μας. Πόσοι καταλαβαίνουν;
Έτσι λοιπόν, περνώντας κάποιος την Πνευματική Πύλη, βαδίζοντας την Οδό του Ουρανού, που οδηγείται; Η Είσοδος στον Ουρανό (Εσωτερική για τους ανθρώπους που ξεχωρίζουν το έσω και το έξω) περιγράφεται με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα της ανθρώπινης δραστηριότητας (όπως έχουμε περιγράψει επανειλημμένα  σε αυτά τα άρθρα), σαν Καταστάσεις Συνείδησης, Πνευματικοί Ουρανοί, Πνευματικά Μυστήρια, Μυστικές Εμπειρίες, κλπ. Ο Ιησούς μιλούσε για Αληθινή Ζωή, για Εμπειρία Ζωής που έχουμε όταν ακολουθούμε μια συγκεκριμένη ορθή δράση και χρησιμοποιούσε τους θεολογικούς όρους της εποχής του, Θεός, Ουρανός, ουρανοί, προσευχή, έσω, έξω, για να γίνει κατανοητός από τους ανθρώπους της εποχής του. Αν προσπαθούμε εδώ να εξηγήσουμε ποια είναι η πραγματική διδασκαλία του Ιησού και τι δίδασκε για τα Μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών και χρησιμοποιούμε όχι τους κλασσικούς θεολογικούς όρους αλλά σύγχρονους ψυχολογικούς όρους είναι γιατί είναι πιο κατανοητοί στον σύγχρονο άνθρωπο. Δεν προσθέτουμε τίποτα σε όσα είπε και έκανε ο Ιησούς, ούτε αλλοιώνουμε τίποτα με τη «ερμηνεία» μας, όταν χρησιμοποιούμε σύγχρονους φιλοσοφικούς και ψυχολογικούς όρους. Αντίθετα πιστεύουμε ότι έτσι αποδίδουμε το αληθινό νόημα της διδασκαλίας του Ιησού. Απλά προσπαθούμε να φωτίσουμε την ίδια πραγματικότητα που έδειχνε ο Ιησούς, σε μια σύγχρονη γλώσσα.
Όταν λοιπόν κάποιος Εισέλθει από την Αληθινή Πύλη, στον Αληθινό Πνευματικό Χώρο, δηλαδή στην Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης χωρίς εγώ, τι ακριβώς ζει, που ακριβώς βρίσκεται; Θα πρέπει κάποιος να το βιώσει για να καταλάβει για τι πράγμα μιλάμε. Όταν ο άνθρωπος (σαν εγώ) βλέπει τον κόσμο βλέπει μια ροή φαινομένων, ένα γίγνεσθαι και βιώνει την συνεχή αλλαγή και τον χρόνο σαν παρόν που ρέει και σαν μνήμη (παρελθόν) και σαν φαντασία (μέλλον). Όταν ο άνθρωπος «έλθει» στον Εαυτό του και κατανοήσει ότι όλα αυτά είναι μέσα στη επίγνωσή του, σαν υποκειμενικές συλλήψεις αυτού που συμβαίνει, βιώνει την ύπαρξη σαν Χώρο εντός του οποίου συμβαίνουν όλα αυτά τα φαινόμενα. Όταν κάποιος, μέσα στη περισυλλογή, στην προσευχή, περάσει στη Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησης χωρίς εγώ, αυτό που βιώνει (καταρχήν) είναι μια Ενιαία Πραγματικότητα, όπου όλα συνδέονται, συνταιριάζουν κι έχουν την θέση τους στον Κοινό Υπαρξιακό Χώρο τους. Επειδή δεν υπάρχει εγώ (ξεχωριστό, περιορισμένο, αντιληπτικό κέντρο) υπάρχει μόνο επίγνωση όλων αυτών κι είμαστε όλα αυτά, και αυτό που θεωρούσαμε «σώμα μας» και τα άλλα όντα και πράγματα, κι όλα, αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Η «χρήση» του σώματος είναι αντικειμενική, φωτισμένη κι ούτε υποστηρίζεται από κάποιο διαχωρισμό (εγώ) ούτε προκαλεί κάποιο διαχωρισμό με τη δράση του. Είναι μια Κατάσταση που στον Εσωτερισμό χαρακτηρίζεται σαν Παγκόσμια Συνείδηση. Κι Αυτός είναι ο Πρώτος Ουρανός. Η Ζωή έχει Απέραντο Βάθος και μπορούμε να βιώσουμε βαθύτερες καταστάσεις, ανώτερες καταστάσεις.
Η Μετάβαση σε Βαθύτερες Καταστάσεις, στους Ανώτερους Ουρανούς και στον Θεό, δεν σημαίνει κάποια πραγματική μετατόπιση κάπου, αλλά την βαθύτερη κατανόηση όλου αυτού που αντιλαμβανόμαστε να συμβαίνει, ή αλλιώς την «αλλαγή» της στάσης μας απέναντι σε όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε. Μιλάμε πάντα για συνειδησιακές καταστάσεις. Οι περιγραφές μας δεν περιγράφουν κάποια σταθερή πραγματικότητα αλλά αυτά που βιώνουμε. Σε τελευταία ανάλυση μιλάμε μονάχα για «εμπειρίες». Σε ένα Βαθύτερο Επίπεδο Εμπειρίας λοιπόν όλα αυτά τα φαινόμενα γίνονται αντιληπτά όχι στις ιδιαίτερες ιδιότητές τους αλλά στην Κοινή Ουσία τους. Παύουν να διακρίνονται σε «ξεχωριστά» πράγματα εντός της Παγκόσμιας Ενότητας. Γίνονται αντιληπτά σαν κινήσεις της Ενότητας σε διάφορα σημεία, κινήσεις ενός «σώματος», μιας «μάζας». Είναι όπως στην θάλασσα που δεν βλέπουμε πια τα κύματα της θάλασσας αλλά την θάλασσα, την μάζα του νερού, που κινείται σε διάφορα σημεία της. Εδώ δεν έχουμε απλά μια διαφορετική περιγραφή αλλά μια πραγματική αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε. Αντιλαμβανόμαστε από μια διαφορετική κατάσταση και για αυτό αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά. Αυτός είναι ο Δεύτερος Ουρανός, η Βαθύτερη Κατανόηση αυτού που συμβαίνει.
Σε ακόμα Βαθύτερο Επίπεδο Εμπειρίας αντιλαμβανόμαστε ότι το μόνο που υπάρχει είναι η Αντίληψη σαν Υπόβαθρο της Ζωής, σαν Δραστηριότητα, ενώ οι κινήσεις ή τα ξεχωριστά φαινόμενα παύουν να έχουν κάποια «σημασία», κάποια «υπόσταση», γίνονται αδιόρατες σκιές, δεν ξεχωρίζουν πια. Είναι μια Κατάσταση Βαθιάς Κατανόησης, Όρασης, Αντίληψης, όλων αυτών που τα όντα σε διαφορετικές καταστάσεις συνείδησης βλέπουν σαν πραγματικά ξεχωριστά φαινόμενα. Πρέπει α σημειώσουμε και να γίνει κατανοητό ότι η «Μετάβαση» γίνεται από μόνη της γιατί Καθοδηγείται από την Ίδια την Πηγή της Ύπαρξης, σαν μια Εσωτερική Ώθηση, χωρίς «δική» μας προσπάθεια (γιατί δεν υπάρχει πλέον «κάποιος» που να σκέφτεται και να αποφασίζει και να πράττει). Απλά έχουμε επίγνωση όλης αυτής της κίνησης που κάποιοι μυστικοί ονομάζουν «αρπαγή» στους Ουρανούς. Μετά πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι η «Μετάβαση» δεν περιγράφει παρά την «Εμβάθυνση» της Κατανόησής μας, ή αλλιώς την σταδιακή απελευθέρωσή μας από το περιεχόμενο της Αντίληψής μας.
Το Υπέρτατο Βήμα είναι να Εγκαταλείψουμε Τελείως την αντίληψη όλων αυτών, (ολόκληρο κι ολοκληρωτικά το περιεχόμενο της Αντίληψης), να απελευθερωθούμε τελείως από το περιεχόμενο της Αντίληψης. Κι Εδώ είναι το Θαύμα. Παύει κάθε διαχωρισμός ανάμεσα στον Θεό και τη Δημιουργία. Όλα Υπάρχουν Μέσα στην Θεία Πραγματικότητα κι Όλα Φωτίζονται Μέσα στο Φως του Θεού. Είμαστε Μέσα στους Κόλπους του Πατέρα, Τελείως Ελεύθεροι, Ένα με τον Πατέρα, αντιμετωπίζοντας όλα αυτά που συμβαίνουν χωρίς κανένα περιορισμό ή ίχνος άγνοιας. Είμαστε Ένα με τη Θεία Ουσία, η Θεία Ουσία, Μέσα στην Οποία Υπάρχουν Όλα, σαν «Κινήσεις», σαν «Σκέψεις», όλα νοητικής μορφής, (πείτε το όπως θέλετε). Εδώ από Εμπειρία Γνωρίζουμε ότι τελικά δεν υπάρχει παρά Ενότητα. Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στον Θεό και την Ψυχή. Είναι το ίδιο. Για αυτό οι Μυστικοί που είχαν αυτή την εμπειρία έλεγαν ότι η Ψυχή Είναι Άκτιστη, ανήκει στο Άκτιστο. Αυτό οι  άνθρωποι που ζουν σε κατώτερες καταστάσεις συνείδησης το θεωρούν βλασφημία. Ακόμα κι οι μυστικοί που είχαν μια τέτοια εμπειρία αλλά δεν είχαν απαλλαγεί από την επιρροή της εξωτερικής εκκλησίας δικαιολογούνταν ότι όλα αυτά, η Ένωση με τον Θεό, γίνεται «κατά Χάριν». Δεν έχει καμιά σημασία πως θα το περιγράψουν ή θα το ονομάσουν οι άνθρωποι. Το σημαντικό είναι ότι Συμβαίνει.
Μιλώντας σε αυτά τα άρθρα  για την Οδό της Αλήθειας του Ιησού, για τα Μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών, για τους Ουρανούς, την Εσωτερική Εμπειρία ή το Βάθεμα της Κατανόησής μας, περιγράφουμε ξανά και ξανά την ίδια πραγματικότητα (τα ίδια πράγματα), από διαφορετική σκοπιά, από ένα διαφορετικό σημείο προσέγγισης, πλησιάζοντας όλο και πιο πολύ (ή πιο βαθιά) για να μπορέσουμε να τα κατανοήσουμε καλύτερα. Αυτό που περιγράφουμε σαν Πνευματική Εμπειρία του Ιησού (σαν Δική του Πνευματική Πορεία) είναι στην πραγματικότητα η Πορεία του Ανθρώπου, η Πορεία που πρέπει να κάνει κάθε άνθρωπος. Ποτέ, ούτε ο Ιησούς που είχε την Εμπειρία της Ένωσης με τον Θεό, ούτε κάποιος άλλος που είχε αυτή την εμπειρία, ισχυρίστηκε ότι είναι κάτι διαφορετικό από τους ανθρώπους. Βέβαια, οι άνθρωποι που αγαπούν πολύ το να φτιάχνουν θεωρίες και ιστορίες ισχυρίστηκαν ότι ο Ιησούς είναι ένα Ον με ειδική αποστολή στη γη (το ίδιο ισχυρίζονται και σε άλλες θρησκείες για τους δικούς τους «θεούς»). Αυτό είναι ένα από τα παραμύθια των ανθρώπων. Γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς δεν ισχυρίστηκε ποτέ τίποτα τέτοιο. Κι όσες φορές αποκαλεί το εαυτό του υιό του ανθρώπου, ή Υιό του Θεού, ή βεβαιώνει ότι είναι ένα με τον Θεό, το κάνει σαν Άνθρωπος, όχι σαν «Ξεχωριστό Ον». Οι άνθρωποι απλά δεν κατανοούν ούτε αυτά που ακούνε ή διαβάζουν.
Αυτή την Πνευματική Πορεία που μας Φώτισε ο Ιησούς την περιγράψαμε σαν Πνευματικές Καταστάσεις, σαν Καταστάσεις Προσευχής (εντοπίζοντας και μέσα στο σώμα, στα μυστικά κέντρα, αυτό που συμβαίνει), σαν Ουράνιες Καταστάσεις, σαν Ουρανούς, και στο Πνευματικό Τελετουργικό σαν Πνευματικά Μυστήρια, κλπ. Στην πραγματικότητα όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από το Βάθεμα της Κατανόησης αυτού που συμβαίνει. Πρόκειται για μια δική μας Πνευματική Διαδικασία.
Όλα αυτά που περιγράφουμε μπορούμε να τα βιώσουμε εδώ, όσο είμαστε μέσα στο σώμα, γιατί το Πνεύμα είναι Ελεύθερο και «πνέει» όπου θέλει. Η αλήθεια όμως είναι ότι σαν Ψυχή, Εμείς οι Ίδιοι, εγκαταλείποντας το σώμα θα βιώσουμε όλες αυτές τις Καταστάσεις μεταθανάτια, ανάλογα με τον βαθμό κατανόησης που έχουμε κατακτήσει εδώ, στη γη. Αν κάποιος δεν έχει Αφυπνισθεί στο Εαυτό του , αν δεν έχει γεννηθεί Πνευματικά (Άνωθεν), αν δεν έχει εμπειρία του Εσωτερικού Χώρου (όπως το αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι, σαν εσωτερικό), του Αληθινού Αντικειμενικού Χώρου (σύμφωνα με την Εμπειρία του Ιησού, τη εμπειρία των μυστικών και τη δική μας ταπεινή εμπειρία) θα είναι σε μια μεταθανάτια κατάσταση σύγχυσης και δυστυχίας. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της «κόλασης» ή του «καθαρτηρίου». Δεν έχει σημασία αν πιστεύουμε ή όχι στην μετενσωμάτωση (στην μετενσάρκωση). Όπως και να έχει αυτή η κατάσταση που βιώνουν οι άνθρωποι εδώ στη γη (του περιορισμού, του διαχωρισμού, της δυαδικότητας) και βιώνουν και μεταθανάτια, είναι μια κατάσταση άγνοιας και δυστυχίας. Κι ας μην πει κάποιος γιατί ο Θεός τα «επιτρέπει» όλα αυτά. Ο Θεός Είναι Πάντα Παρών κι η Αγάπη Του Απέραντη. Ο Άνθρωπος είναι τελείως Ελεύθερος κι έχει την Απόλυτη Ηθική Ευθύνη για ό,τι κάνει. Ακόμα και στις πιο σκληρές συνθήκες μπορεί να σηκώσει το κεφάλι στον ουρανό. Κι όσοι υποφέρουν χωρίς να φταίνε, πάντα υπάρχει Δικαιοσύνη (όχι σαν τιμωρία αλλά σαν αποκατάσταση της βλάβης).
Όταν όμως κάποιος έχει Εμπειρία του Αληθινού Εαυτού εδώ στη γη, όταν έχει γεννηθεί Πνευματικά, όταν έχει Εμπειρία των Αντικειμενικών Καταστάσεων της Συνείδησης (έστω της Παγκόσμιας Συνείδησης), μετά την αποχώρηση από το σώμα του θα είναι στον Ουρανό Κι εδώ η πορεία του θα είναι Ανοδική Μέσα στη Αγάπη του Θεού.
Όλα αυτά που περιγράφουμε εδώ είναι η Εσωτερική Παράδοση που μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Αν αποκαλύπτουμε κάποιες αλήθειες δημόσια (κατά παράβαση της εντολής της «σιωπής») δεν το κάνουμε ούτε από ματαιοδοξία, ούτε από σκοπιμότητα. Δεν έχουμε επίγειους σκοπούς. Η Κατοικία μας είναι Αλλού. Έχοντας βρεθεί εδώ μαρτυρούμε απλά αυτό που κατανοούμε, αυτό που έχουμε εμπειρία. Βαδίσαμε την Οδό της Αλήθειας του Ιησού και γνωρίζουμε και βεβαιώνουμε με την ταπεινή εμπειρία μας ότι Οδηγεί στο Θεό, στην Ένωση με τον Θεό.
Καθένας, Αυτός ο Ίδιος πορεύεται στη Ζωή, στην Κατανόηση της Φύσης του, μέσα στον Εαυτό του. Ο Μόνος Διδάσκαλος και Καθοδηγητής που μπορεί να έχει είναι ο Ίδιος ο Θεός Μέσα του (ο Θεός που μπορεί να Βρει, να Νοιώσει, Μέσα του). Στο Αληθινό Απέραντο Μέσα του, όχι στο μικρό περιορισμένο, διαχωρισμένο εγώ, ή στους κόσμους της σκέψης, ή των αισθήσεων (εκεί μόνο συμβάντα, φαινόμενα που φεύγουν υπάρχουν). Για να Βρει κάποιος την Ελευθερία Μέσα του και να Αντικρύσει τον Θεό πρέπει να εγκαταλείψει το μικρό εγώ και τις μάταιες δραστηριότητές του. Μόνο όταν ο άνθρωπος εγκαταλείψει το εγώ και τις άγκυρες στον κόσμο των φαινομένων μπορεί να ανοιχτεί στην Ανοιχτή Απεραντοσύνη της Πραγματικότητας.
Μακάρι ο Θεός να μας Φωτίσει όλους μας.
~~~
7. Η Άβυσσος, (η Ένωση με τον Πατέρα)
 

Sunday, November 12, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ 5

1. Οντολογία της Ψυχής
2. Φαινομενολογία της Ψυχής
3. Τα Μυστήρια, η Εσωτερική Παράδοση κι η εξωτερική διδασκαλία
4. Η Διδασκαλία, ο Νόμος, η Εντολή κι ο άνθρωπος
 ~~~

5. Το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, τα Τρία Εσωτερικά Κέντρα κι άλλες παραδόσεις


Αληθινή Αυτογνωσία είναι να έχεις άμεση αντίληψη, κατανόηση, εμπειρία, «αυτού που είσαι πραγματικά». Με άλλα λόγια να νοιώθεις την Ύπαρξή σου (την «παρουσία», το «είμαι») σε όλο το βάθος της. Ή αλλιώς να βιώνεις όλες τις δυνατές συνειδησιακές καταστάσεις και να μην θεωρείς μια συγκεκριμένη κατάσταση με δεδομένες συνθήκες σαν τη όλη ύπαρξη. Αυτό σημαίνει ότι βιώνεις την ύπαρξή σου (αυτό που είσαι, την συνείδηση της ύπαρξης, την παρουσία σου, την «παρουσία») σαν μια δυναμική κατάσταση που μπορεί να έχει εμπειρία διαφόρων καταστάσεων. Το να  βιώνεις μια συγκεκριμένη κατάσταση και να αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή είναι η ύπαρξη, είναι «περιορισμός» και οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Το πρώτο που δίδασκε ο Ιησούς, που έδειχνε στους αδελφούς της Ομάδας που είχε δημιουργήσει, ήταν ακριβώς αυτό, ότι η Ψυχή (η Συνείδηση, η «Παρουσία») είναι κάτι που μπορεί να ανιχνευθεί μονάχα σαν παρουσία. Το «περιεχόμενο» της Παρουσίας, οι καταστάσεις που μπορούμε να βιώσουμε, οι εμπειρίες, είναι κάτι άλλο, και κάτι δευτερεύον. Αυτό ο Ιησούς το έδειχνε πρακτικά, καθοδηγώντας τους αδελφούς του να βιώσουν αυτό που είναι πραγματικά και να διερευνήσουν όλο το βάθος της ύπαρξής τους.
Πρακτικά η Παρουσία (το να νοιώθουμε ότι υπάρχουμε, ότι «είμαστε»), σαν συνείδηση της ύπαρξης, ορίζεται από το «περιεχόμενό» της, από τη αντίληψη του χώρου, από τη εναλλαγή των φαινομένων, τα συμβάντα, την εμπειρία της. Όταν η Συνείδηση είναι εδώ, λειτουργεί στο σώμα, και δέχεται πληροφορίες από αυτό που αντιλαμβάνεται σαν «εδώ ύπαρξη», από τις αισθήσεις, από τον κόσμο, έχει εμπειρία μιας «υλικής ύπαρξης» στον κόσμο. Όταν όμως τα εγκαταλείπει όλα αυτά και αποσύρεται στον εαυτό έχει εμπειρία της Παρουσίας στον Εσωτερικό Χώρο όπου δεν εξαρτάται από τις εναλλαγές των φαινομένων, από το γίγνεσθαι, από τον χρόνο. Πέρα από αυτή τη «αίσθηση» υπάρχει στην Απεραντοσύνη της Ελευθερίας από κάθε αντίληψη.
Συνεπώς το τι είναι η Ψυχή, η Συνείδηση, εξαρτάται από αυτό που βιώνει, από αυτό που μπορεί να βιώσει, από αυτό που αποφασίζει να βιώσει. Το σημαντικό λοιπόν είναι να συνειδητοποιήσει κάποιος τις φυσικές του δυνατότητες και μετά να δράσει. Αυτό ακριβώς έδειχνε ο Ιησούς στους ανθρώπους που είχε κοντά του. Τους καθοδηγούσε πρακτικά να νοιώσουν ότι η Ψυχή είναι στην πραγματικότητα (στη Αληθινή Φύση της) Απροσδιόριστη και ταυτόχρονα προσδιορισμένη, Απεριόριστη και περιορισμένη, Ελεύθερη και δεσμευμένη, Έξω από τον χώρο και τον χρόνο και ταυτόχρονα μέσα στις καταστάσεις. Όλα αυτά δεν είναι θεωρητικές περιγραφές αλλά συγκεκριμένες βιωματικές καταστάσεις, εμπειρίες, που μπορεί κάποιος να έχει.
Πρέπει να κατανοήσουμε, εμείς οι νεότεροι σοφοί άνθρωποι, με τις πολλές πληροφορίες, ότι ο Ιησούς κι οι άνθρωποι γύρω του όχι μόνο βίωναν και κατανοούσαν όλες αυτές τις καταστάσεις που περιγράφουμε αλλά και συζητούσαν σχετικά με τις εσωτερικές καταστάσεις της συνείδησης και τις μεταφυσικές συνέπειες των εμπειριών τους. Κάποιοι από τους αδελφούς του Ιησού ήταν μαζί του από την εποχή που ήταν στην Έρημο των Εσσαίων. Αλλά κι οι άλλοι που συγκεντρώθηκαν γύρω του δεν ήταν άσχετοι από θρησκευτικά, θεολογικά και φιλοσοφικά θέματα. Είναι τελείως λάθος αυτό που διδάσκουν στην εξωτερική εκκλησία ότι οι «μαθητές» του Ιησού ήταν αμόρφωτοι άνθρωποι που ξαφνικά όταν τους κάλεσε ο Ιησούς φωτίσθηκαν. Οι άνθρωποι γύρω από τον Ιησού ήταν βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι και μπορούσαν να κατανοήσουν αυτά που τους έλεγε ο Ιησούς και όχι μόνο αυτά. Είχαν επίσης επιλέξει την στάση τους στην ζωή κι είχαν βρει τον προσανατολισμό τους προς την Εσωτερική Πραγματικότητα, προς τον Θεό. Κακώς οι σύγχρονοι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι πιο σοφοί από εκείνους τους ανθρώπους, πριν δύο χιλιάδες χρόνια. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.
...
Αυτό που δίδασκε ο Ιησούς, ότι η Ψυχή είναι Απροσδιόριστη αλλά και προσδιορισμένη όταν συνδέεται με κάποιες καταστάσεις, δεν ήταν κάτι αφηρημένο ή κάτι έξω (και άσχετο) από την καθημερινή ζωή του ανθρώπου,  των ανθρώπων. Ο Ιησούς, στη καθοδήγησή του, ξεκινούσε από την παρούσα κατάσταση που βιώνουμε, που βιώνει κάθε άνθρωπος ενσαρκωμένος σε ένα σώμα, εδώ στην γη. Η Ψυχή είναι εδώ, λειτουργεί μέσα στο σώμα. Αυτό είναι δεδομένο. Εκείνο που πρέπει να διερευνηθεί  είναι ακριβώς το τι σημαίνει η Ψυχή να είναι εδώ, πως συνδέεται με το σώμα, τι ακριβώς συμβαίνει και πως πρέπει κάποιος να δρα και να συμπεριφέρεται. Η Ψυχή είναι εδώ, στο σώμα, αλλά μπορεί να έχει εμπειρίες πέρα από το σώμα. Έτσι η ανάγκη να κατανοήσουμε τι ακριβώς είμαστε, τι ακριβώς συμβαίνει, ποιο είναι το περιεχόμενο της σωματικής εμπειρίας, ποιος είναι ο αληθινός προορισμός, γίνεται ακόμα πιο επιτακτική.
Καταρχήν ο Ιησούς καθοδηγούσε αυτούς που ήταν κοντά του να συνειδητοποιήσουν την παρούσα κατάστασή τους, εδώ, τώρα, στο παρόν, μέσα στο σώμα. Όταν κάποιος μπαίνει (σοβαρά) σε αυτή την «διαδικασία» είναι αναγκασμένος να «εντοπίσει» τον εαυτό του στο ύψος του κεφαλιού (στον εγκέφαλο πιο συγκεκριμένα). Μάλιστα, όταν κάποιος εξετάσει προσεκτικά τι συμβαίνει, σε στιγμές ηρεμίας, όταν η νοητική δραστηριότητα ησυχάζει, επιβραδύνεται (ή δεν της δίνουμε προσοχή),  εντοπίζουμε τον εαυτό μας στον εσωτερικό εγκέφαλο» και λίγο πιο χαμηλά από το μέτωπο. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό κέντρο ύπαρξης, το σημείο «ισορροπίας»  στο οποίο η Ψυχή «έρχεται σε επαφή» με το σώμα (ή «συνδέεται» με το σώμα) είναι το εσωτερικό του εγκεφάλου (κι όχι ο φλοιός ή η μετωπιαία περιοχή). Αυτό στη Μυστική Παράδοση (και στην Διδασκαλία του Ιησού) είναι το κέντρο της ύπαρξης, η καρδιά της ύπαρξης, η «καρδιά» στο μυστικό νόημά της. Από την θέση ισορροπίας η Ψυχή μπορεί να δρα στην μετωπιαία περιοχή που είναι η έδρα της διανοητικής δραστηριότητας ή στις αισθήσεις και στην ευρύτερη περιοχή του σώματος. Για την Ψυχή δεν υπάρχει χρόνος. Η δράση της είναι άμεση, μπορεί να είναι στιγμιαία (χωρίς χρόνο) είτε έξω από όλο αυτό, είτε σε κατάσταση ηρεμίας στο κέντρο της, είτε στην σκέψη, στις αισθήσεις ή στις εμπειρίες από τη επαφή με τον εξωτερικό κόσμο. Για αυτό υπάρχει η «εντύπωση» ότι η Ψυχή είναι μέσα στο σώμα, διαχέεται μέσα στο σώμα. Στην πραγματικότητα η Ψυχή είναι ταυτόχρονα και έξω από το σώμα και μέσα στο σώμα.
Τις διάφορες καταστάσεις που μπορεί να βιώσει η Ψυχή στη παρούσα κατάστασή της που είναι συνδεδεμένη με το σώμα (την έξω από το σώμα εμπειρία, την εμπειρία μέσα στο σώμα, μέσα στον κόσμο) μπορούμε ακριβώς να τα «εντοπίσουμε» στο σώμα, στον εγκέφαλο, στο νευρικό σύστημα, στο  υλικό σώμα. Όταν η Ψυχή στρέφεται έξω, στην δραστηριότητα της διανόησης, στις αισθήσεις, «φαίνεται» πολύ καθαρά «που» λειτουργεί. Μάλιστα η δραστηριότητά της μπορεί να καταγραφεί σε εγκεφαλικά κύματα ανάλογα με τις καταστάσεις που βιώνει. Όταν όμως κάποιος αποσύρεται από τον εξωτερικό κόσμο, στον εαυτό, η εξωτερική δραστηριότητα επιβραδύνεται (το ίδιο και τα εγκεφαλικά κύματα) κι αρχίζουμε να έχουμε εμπειρία όχι του σώματος (και του εξωτερικού κόσμου) αλλά των Εσωτερικών Καταστάσεων της Ψυχής. Σε ένα πρώτο στάδιο η Ψυχή που απελευθερώνεται από την εξωτερική σύνδεση με το σώμα και τον κόσμο, βιώνουμε μια κατάσταση ενότητας που συμπεριλαμβάνει τόσο τη κατάσταση της Ελευθερίας της Ψυχής όσο και την εξωτερική εμπειρία. Όταν η Ψυχή αποσύρεται βαθύτερα αρχίζει να βιώνει την δική της εσωτερική κατάσταση, στον δικό της εσωτερικό χώρο. Κι ακόμα βαθύτερα η Ψυχή συνειδητοποιεί ότι αυτή η ίδια είναι ο χώρος της εμπειρίας, ότι βιώνει το δικό της περιεχόμενο σαν χώρο ύπαρξης κι εμπειρίας. Σε ένα ακόμα βαθύτερο επίπεδο εμπειρίας δεν υπάρχει παρά η ίδια η Ψυχή σαν συνείδηση, σαν καθρέφτης της πραγματικότητας. Σε αυτές τις βαθύτερες καταστάσεις δεν γνωρίζουμε αν η Ψυχή είναι συνδεδεμένη με το σώμα (δεν γνωρίζουμε δηλαδή ποιος είναι ο χώρος εμπειρίας μας). Αυτές οι καταστάσεις, στην πραγματικότητα, είναι τελείως έξω από το σώμα. Επειδή όμως πάντα υπάρχει η δυνατότητα να ξανασυνδεθούμε άμεσα με το σώμα και τις αισθήσεις δίνεται η εντύπωση ότι αυτές οι καταστάσεις βιώνονται και μέσα στο σώμα (και μέσα στον εγκέφαλο ή μόνο μέσα στον εγκέφαλο). Στην πραγματικότητα αν και οι καταστάσεις που βιώνουμε λέμε ότι είναι βαθύτερες ή πιο βαθιά στον εγκέφαλο, είναι απλά συνειδησιακές καταστάσεις πιο αποδεσμευμένες από το σώμα και τον εξωτερικό κόσμο (για αυτό μας εμφανίζονται σαν κάτι πιο βαθύ). Στην πραγματικότητα είναι πιο ισχυρές συνειδησιακές καταστάσεις (δηλαδή στηρίζονται πιο πολύ στην ίδια την Συνείδηση και όχι σε εξωτερικές πληροφορίες). Τελικά αυτές οι εμπειρίες είναι και εκτός χώρου και μέσα στον χώρο και το σώμα. Συμβαίνουν και τα δύο (αλλά αυτό είναι δυσνόητο για την δυαδική λογική που λέει ότι δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα δύο «αντίθετα» πράγματα ή καταστάσεις). Όταν όμως η Ψυχή απελευθερώνεται τελείως από το «περιεχόμενό» της, όταν βγαίνει τελείως έξω από τη δημιουργία, (από τον κύκλο της δημιουργίας), αυτή η εμπειρία δεν έχει ούτε χώρο, ούτε γίγνεσθαι (σαν εναλλαγή φαινομένων), ούτε χρόνο. Είναι μια κατάσταση πέρα από κάθε αντίληψη.
...
Θέλουμε να πούμε ότι ο Ιησούς καθοδηγούσε τους αδελφούς του στην απελευθέρωση της Ψυχής (στην αποδέσμευση από το «περιεχόμενό» της) μιλώντας τελείως πρακτικά και καθοδηγώντας τη δράση της μέσα στο ίδιο το σώμα. Τους μιλούσε για το πώς η Ψυχή συνδέεται και λειτουργεί μέσα στο σώμα (στο κέντρο της καρδιάς, στον εγκέφαλο, στις αισθήσεις, στον κόσμο) κι εξηγούσε κάθε μυστήριο που βίωναν σαν εσωτερικές καταστάσεις της Συνείδησης, περιγράφοντάς τα πρακτικά σαν δράση μέσα στα διάφορα μυστικά κέντρα του ανθρώπου. Το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς για το οποίο μιλούσε τόσο πολύ ο Ιησούς, στην πραγματικότητα περιλαμβάνει διάφορες δράσεις, καταστάσεις, εμπειρίες. Ξεκινώντας  από το μυστικό κέντρο ισορροπίας της ύπαρξης ο Ιησούς οδηγούσε τους αδελφούς του στις ανώτερες καταστάσεις της Συνείδησης. Τους μιλούσε για τα τρία εσωτερικά κέντρα της καρδιάς, δηλαδή για τις τρεις καταστάσεις αποδέσμευσης που βιώνουμε όταν ανυψωνόμαστε προς τη Εμπειρία της Απελευθέρωσης στην Απεραντοσύνη του Θεού. Οι Εμπειρίες στα τρία μυστικά κέντρα που ταυτόχρονα εντοπίζονται στο εσωτερικό του εγκεφάλου αλλά είναι και εκτός σώματος και κόσμου, στον Εσωτερικό Χώρο της Ψυχής, χαρακτηρίζονται  σαν Εμπειρίες Συνείδησης, σαν Εσωτερικοί Ουρανοί, σαν Καταστάσεις του Θείου Πνεύματος ή του Λόγου. Η είσοδος σε αυτές τις καταστάσεις βιώνονται επίσης σαν Μυστήρια που στο Εσωτερικό Τελετουργικό χαρακτηρίζονται σαν Πνευματικό Βάπτισμα, Πνευματικό Χρίσμα, Πνευματική Θεία Κοινωνία που δεν έχουν καμία σχέση με τις εξωτερικές τελετουργικές πράξεις της εξωτερικής εκκλησίας (όπως έχουμε πει πολλές φορές σε αυτή την σειρά άρθρων).
Αν και αυτές οι Εσωτερικές Καταστάσεις έχουν περιγραφεί και από τον Ιησού  και από άλλους μυστικούς στην εσωτερική χριστιανική παράδοση πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι καταστάσεις της Συνείδησης που πρέπει κάποιος να βιώσει ο ίδιος για να καταλάβει για τι πράγμα μιλάμε. Και θα πρέπει να "συζητήσει" τις εμπειρίες του για να διευκρινίσει αυτά που ζει με κάποιον που έχει ήδη αυτές τις εμπειρίες. Αυτό είναι το νόημα και ο λόγος ύπαρξης της εσωτερικής παράδοσης. Προφανώς τη εξωτερική εκκλησία έχουν πλήρη άγνοια όλων αυτών.
...
Η Αληθινή Προσευχή είναι η απόσυρση από τον εξωτερικό κόσμο, τις αισθήσεις, την διανόηση, τα ασυνείδητα εντυπώματα (που αναβλύζουν χωρίς τη θέλησή μας), η επιστροφή στον εαυτό, σε μια κατάσταση καθαρότητας της ύπαρξης. Αυτό το έχει διευκρινίσει ο Ιησούς κι υπάρχει γραμμένο στα Ευαγγέλια. Σε μια τέτοια κατάσταση καθαρότητας όπου η Συνείδηση αδειάζει από το εξωτερικό περιεχόμενό της δημιουργείται χώρος και δίνεται η δυνατότητα στο Πνεύμα του Θεού να Φωτίσει αυτόν τον χώρο, να τον "Γεμίσει". Η Ψυχή αποκτά πνευματικό περιεχόμενο. Αυτή η κατάσταση που στην τεχνική ορολογία της προσευχής ονομάζεται "καθαρός νους" ή "πνευματική κατάσταση", χαρακτηρίζεται επίσης σαν Πνεύμα. Στην πραγματικότητα όταν σβήνει η διανόηση, οι λογισμοί, το εγώ (αφήνοντας την αυθόρμητη φυσική αντίληψη ανόθευτη να λειτουργεί) η κατάσταση γίνεται αντικειμενική, είναι Αντικειμενική Κατάσταση της Ψυχής, για αυτό και βιώνεται σαν υπερπροσωπική πνευματική κατάσταση, κατάσταση που Φωτίζεται από το Θείο Πνεύμα.
Η Μετάβαση στις Εσωτερικές Καταστάσεις, η Πνευματική Γέννηση, η γέννηση άνωθεν (για την οποία συζητούσε ο Ιησούς με τον Νικόδημο) δεν είναι παρά το πρώτο βήμα αλλά είναι ένα βήμα αποφασιστικό για τον άνθρωπο της γης. Στην πραγματικότητα περνάμε την Πύλη από το γίγνεσθαι μέσα στον χρόνο στον Αιώνιο Εσωτερικό Πνευματικό Χώρο, στον Πνευματικό Ουρανό. Αυτό που βιώνουμε, η Αντικειμενική Κατάσταση χωρίς εγώ, είναι μια "ψυχική αλλοίωση" μόνιμη. Η  Ψυχή αποκτά πνευματικό περιεχόμενο. Η "επανένωση" με το σώμα γίνεται με το νέο περιεχόμενο της Ψυχής και δεν ξαναπέφτουμε πάλι στην παλιά κατάσταση, της δυαδικότητας, του εγώ, του διαχωρισμού. Έτσι το σώμα γίνεται Οίκος του Πνεύματος, του Θεού, Ναός Ζωντανός (κι όχι χειροποίητος από πέτρες).
Αλλά ο Αληθινός Προορισμός του Ανθρώπου δεν είναι να έρθει σε απλή επαφή με τον Θεό και να ζήσει με αυτή την εμπειρία μέσα στο σώμα, στη ζωή, στο κόσμο. Ο Αληθινός Προορισμός είναι να Εμβαθύνουμε στην Ύπαρξή μας, η Βίωση των Μυστηρίων της Βασιλείας των Εσωτερικών Ουρανών (όπως μας το παρέδωσε ο Ιησούς), δηλαδή των διαφόρων εσωτερικών καταστάσεων που Οδηγούν όλο και πιο βαθιά στον Εσωτερικό Χώρο μέχρι την Τελική Αποδέσμευση από το "Περιεχόμενο" της Συνείδησης, στη Ελευθερία Μέσα στους Κόλπους του Πατέρα. Ακριβώς σε αυτή την Εσωτερική Κατάσταση καθοδηγούσε ο Ιησούς τους αγαπημένους αδελφούς της εποχής του και για τη Εμπειρία των Ουράνιων Καταστάσεων, για την Ένωση με τον Πατέρα, τους μιλούσε. Κι επειδή αυτός ο ίδιος, ο Ιησούς, είχε ανυψωθεί Ως τον Θεό, είχε Ενωθεί με τον Πατέρα, Γνώριζε πολύ καλά πως αυτός είναι ο Αληθινός Προορισμός κάθε ανθρώπου, δηλαδή η Βίωση των Αντικειμενικών Καταστάσεων της Ψυχής (των Εσωτερικών Ουράνιων Καταστάσεων) που ο Ίδιος Εξέφραζε στον εξωτερικό κόσμο και η Μόνη Αληθινή Οδός προς τον Πατέρα μας (δηλαδή την Αληθινή Εσωτερική Ουσία μας).
...
Θα πρέπει να σημειώσουμε (χωρίς να είναι απαραίτητο για την κατανόηση των καταστάσεων που περιγράφουμε), με μορφή παρατήρησης, ότι ο Ιησούς, μολονότι είχε αυτός ο ίδιος βιωματική εμπειρία της Ένωσης με τον Θεό. Όμως γεννήθηκε και λειτούργησε μέσα σε μια πνευματική παράδοση (των Εσσαίων) που εκφραζόταν μέσα στην Ευρύτερη Ιουδαϊκή Πνευματικότητα. Με άλλα λόγια "μιλούσε" για πράγματα που κι άλλοι γνώριζαν και ζούσαν. Πέρα όμως από τον στενό κύκλο του ιουδαϊκού εσωτερισμού παρόμοιες διδασκαλίες παραδίδονταν και σε άλλες εσωτερικές παραδόσεις.
Αναφορές για το μυστικό κέντρο της καρδιάς και τις τρεις εσωτερικές καταστάσεις υπάρχουν στα Ουπανισάδ. Ο Βυάσα, σχολιάζοντας τον Πανταζάλι μιλούσε για την συγκέντρωση στον λωτό της καρδιάς εντοπίζοντάς τον στον εγκέφαλο κι όχι στη θέση της εξωτερικής καρδιάς. Αυτό το διευκρινίζει ο Βασάσπατι Μίσρα που περιγράφει αναλυτικά τις εσωτερικές καταστάσεις, τις οποίες "αναφέρει" στην εξωτερική (σε σχέση με το Βράχμαν) Τριμούρτι (Βράχμα, Βισνού και Σίβα) και στον Ιερό Ήχο Ομ (AUM όπου το A αντιστοιχεί στον Σίβα, το U στον Βισνού και το M στον Βράχμα). Η θεωρία και η περιγραφή των λεπτών κέντρων του ανθρώπου (τσάκρας ή πάντμας) έτσι όπως μεταφέρεται εξωτερικά περιέχει πολλές ανακρίβειες και λάθος πληροφορίες.
Ακόμα αναφορές υπάρχουν στην Καμπάλα όπου οι τρεις ανώτερες εσωτερικές καταστάσεις "σχετίζονται" με την εσωτερική βίωση των τριών ανώτερων σεφιρώθ.
Επίσης στην μετά τον Ιησού "σουφική παράδοση" υπάρχουν αναφορές στο μυστικό σύστημα των "λατάιφ". Το κέντρο της Καρδιάς (Κάλμπ) περιγράφεται σαν η Εσώτερη Ύπαρξη όπου βιώνονται οι τρεις εσωτερικές καταστάσεις (χαφί, σιρρ, ίχφα). Κι εδώ στην εξωτερική περιγραφή υπάρχουν ανακρίβειες (κάποιοι υποστηρίζουν εσκεμμένα, για λόγους προστασίας της παράδοσης) στον εντοπισμό των λατάιφ.
Όπως και να έχει, αυτό που θέλουμε να πούμε τελικά είναι ότι ο Ιησούς λειτουργούσε μέσα σε μια Ευρύτερη Παράδοση (που ίσως η Πηγή κι οι Ρίζες της να είναι έξω από αυτόν τον κόσμο) και δεν έλεγε τίποτα από μόνος του. Αυτό άλλωστε το ομολογεί ο ίδιος ο Ιησούς πολλές φορές μέσα στον Ιωάννη (για όποιον έχει δει προσεκτικά το κείμενο).
~~~
6. Η Είσοδος στη Βασιλεία των Ουρανών, κι η Άνοδος στους Τρεις Ουρανούς
7. Η Άβυσσος, (η Ένωση με τον Πατέρα)

 

Sunday, November 5, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ 4


1. Οντολογία της Ψυχής
2. Φαινομενολογία της Ψυχής
3. Τα Μυστήρια, η Εσωτερική Παράδοση κι η εξωτερική διδασκαλία
~~~
4. Η Διδασκαλία, ο Νόμος, η Εντολή κι ο άνθρωπος

Όταν ο Ιησούς λέει "εγώ και ο πατήρ εν εσμέν" (Ιωάννης: 10,30), ή ότι είναι στους Κόλπους του Πατέρα, ή ότι εξήλθε από τον Πατέρα για να έρθει στο κόσμο, όταν μιλάει για τον Ουρανό και τον κόσμο, το Άνω (Άνωθεν) και το κάτω, το βασίλειο το δικό του (στους ουρανούς) και τον κόσμο, το Φως και το σκοτάδι, ή διαχωρίζει το εκ Θεού από το εκ του κόσμου, προφανώς αναφέρεται σε καταστάσεις (ή εμπειρίες) που δεν βιώνει ο συνηθισμένος άνθρωπος. Πως μπορούμε λοιπόν να κατανοήσουμε (κι όχι να "ερμηνεύσουμε) τα λόγια του Ιησού;
Ο συνηθισμένος άνθρωπος που λειτουργεί με την διανόηση (μέσα στην δυαδικότητα και τον διαχωρισμό) εξαντικειμενοποιεί τα πάντα (όντα, καταστάσεις, πράγματα). Αδυνατώντας να συλλάβει ότι ο Ιησούς μιλάει για Αντικειμενικές Καταστάσεις της Ψυχής, θεωρεί τον Ιησού (που βιώνει τη Ένωση με τον Θεό) σαν υπερφυσικό ον  και όσα λέει έξω από τη δική του δυνατότητα (κι εμπειρία). Κι έτσι χτίζει μια ολόκληρη μυθολογία γύρω από τον Θεό, τον Υιό του Θεού, τον Ουρανό, τον κόσμο και τον άνθρωπο, κλπ. Αλλά η χριστιανική μυθολογία δεν περιγράφει την πραγματικότητα, περιγράφει όσα φαντάζονται οι άνθρωποι (θεολόγοι κι απλοί χριστιανοί) για την πραγματικότητα.
Ποια είναι όμως η αλήθεια; Όταν ο Ιησούς λέει "εγώ και ο πατήρ εν εσμέν" δηλώνει άμεσα ότι "βρίσκεται" στους Κόλπους του Πατέρα πέραν της Δημιουργίας. Ταυτόχρονα όμως αυτός ο παράξενος άνθρωπος (του οποίου γνωρίζουμε και τον τόπο καταγωγής, και τους δικούς του και την ζωή του) είναι εδώ, ολοζώντανος, με σώμα, μέσα στην Δημιουργία, μπροστά στους συγχρόνους του. Τι ακριβώς συμβαίνει; Ο Ιησούς Βιώνει μια Μοναδική Πραγματικότητα που τα Περιλαμβάνει όλα. Βρίσκεται ταυτόχρονα έξω από την Δημιουργία και παράλληλα "λειτουργεί" μέσα της. Προφανώς για τον Ιησού δεν υπάρχει έξω και μέσα, δεν βιώνει τέτοιους διαχωρισμούς (γιατί η Συνείδησή του δεν υπόκειται σε τέτοιους "περιορισμούς"). Ενώ Είναι Ελεύθερος από την Δημιουργία ταυτόχρονα ενεργεί μέσα στα φαινόμενα. Για αυτόν η Πραγματικότητα είναι Ενιαία, ταυτόχρονα Υπερβατική και ταυτόχρονα περιλαμβάνουσα τα φαινόμενα. Για τους ανθρώπους όμως που ζουν "μέσα στην Δημιουργία" υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο Εκτός της Δημιουργίας και εντός της Δημιουργίας (λόγω των "περιορισμών" της συνείδησής τους).
Στη πραγματικότητα (για τον Ιησού) η "είσοδος" στην Δημιουργία και η "έξοδος" από την Δημιουργία αντιμετωπίζεται σαν "συνειδησιακό γεγονός". Δεν υπάρχει παρά μονάχα η Παγκόσμια Πραγματικότητα του Θεού κι όλα αυτά που εμφανίζονται σαν φαινόμενα υπάρχουν και λειτουργούν μέσα στη "Σκέψη του Θεού", σαν αντιληπτικά, συνειδησιακά γεγονότα, αδημιούργητα στην πραγματικότητα, αν δώσουμε στην λέξη δημιουργία ένα κυριολεκτικό απόλυτο νόημα, σαν κάτι που "γίνεται" έξω από τον Θεό, έξω από την Άκτιστη Ουσία, σαν "κτιστή δημιουργία", ξεχωριστή από τον Θεό. Στην πραγματικότητα αυτή την αντίληψη έχουν όσοι βιώνουν τον "διαχωρισμό" και με την διανόησή τους εξαντικειμενοποιούν τα πάντα. Η "είσοδος" στην Δημιουργία βιώνεται από τον Ιησού (κι όποιον έχει ανάλογη εμπειρία)  όχι σαν μετάβαση σε κάποια "αντικειμενική" εκτός του Θεού Δημιουργία αλλά σαν "είσοδος" στην "Σκέψη του Θεού", στο "Περιεχόμενο" της "Σκέψης" Του. Με άλλα λόγια η "είσοδος" δεν περιγράφει μια πραγματική μετάβαση κάπου αλλού (εκτός Θεού)  αλλά την "μεταβολή" που γίνεται μέσα στην Συνείδηση για να "δεχθεί", να "αποδεχθεί" μέσα σε όλα αυτά σαν να είναι πραγματικά, αντικειμενικά κι εκτός Θεού. Θέλουμε να πούμε, με πιο απλά λόγια ότι όλα όσα εμφανίζονται σαν "φαινόμενα" δεν είναι παρά "αντιλήψεις", "εμπειρίες", "ενέργειες", "συμπαγή φαινόμενα" που η αγνοούσα συνείδηση του ανθρώπου (ο "συγχυσμένος νους" του ανθρώπου) τα αντιμετωπίζει σαν "αντικειμενικά". Μιλώντας στην σύγχρονη γλώσσα περιγράφουμε την είσοδο σε ένα νοητικής υφής κόσμο, σε μια εικονική πραγματικότητα (που ο περιορισμένος νους των ανθρώπων "πείθεται" ότι είναι αληθινά). Με το ίδιο νόημα η "έξοδος" από τη Δημιουργία σημαίνει την απαλλαγή της συνείδησης από τη αυταπάτη ότι όλα αυτά που συμβαίνουν είναι έξω από τον Θεό, κάπου αλλού, σε ένα "αντικειμενικό" κόσμο. Το Άκτιστο και το κτιστό  δεν είναι πραγματικότητες αλλά εμπειρίες της Συνείδησης. Στη πραγματικότητα υπάρχει μόνο η Θεία Πραγματικότητα. Υπάρχει από Μόνη της, Μόνη της. Όλα η δήθεν δημιουργία δεν είναι παρά ένα "όνειρο" (μια σχετική πραγματικότητα). Έχει τεράστια σημασία να το "κατανοήσουμε" όλο αυτό. Γιατί α όλα βρίσκονται και γίνονται Εντός του Θεού τότε όλα είναι "υπό Έλεγχο". Σε μια αντικειμενική εκτός του Θεού δημιουργία τα πράγματα γίνονται προβληματικά κι η "σωτηρία" είναι αμφίβολη.
Ασφαλώς το να μιλά ο Ιησούς για όσα συμβαίνουν πραγματικά ήταν πολύ δύσκολο. Ο ίδιος ο Ιησούς στην πολύ σημαντική του συνομιλία με τον Νικόδημο λέει "ει τα επίγεια είπον υμίν και ου πιστεύετε, πως εάν είπω υμίν τα επουράνια πιστεύσετε"; (Ιωάννης: 3, 12). Υπάρχουν πάρα πολλά που ο Ιησούς δεν μπορεί να κοινοποιήσει γιατί οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν. "Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθε βαστάζειν άρτι" (Ιωάννης: 16, 12). Ακόμα και σήμερα είναι πολύ δύσκολο οι άνθρωποι να συνειδητοποιήσουν ότι όλη η Πραγματικότητα που περιγράφει ο Ιησούς κι ο Ιωάννης κι οι άλλοι μυστικοί είναι η Πραγματικότητα που Συμβαίνει Μέσα μας, Μέσα στη Ψυχή, Μέσα στην Θεία Ουσία, Μέσα στον Θεό. Νομίζουν ότι όλα αυτά, Θεός, δημιουργία, κόσμοι, γεγονότα κι εμπειρίες είναι "αντικειμενικά", κάπου έξω, ενώ όλα αυτά δεν είναι παρά η δική τους "ερμηνεία" για όσα συμβαίνουν.
Ασφαλώς ο Ιησούς δεν θα μπορούσε να εξηγήσει στους ανθρώπους το τι πραγματικά συμβαίνει, τι είναι όλα αυτά που συμβαίνουν. Μονάχα έμμεσα θα μπορούσε να δείξει στους ανθρώπους αυτό που είναι πραγματικά και καθοδηγώντας τους πρακτικά να τους βοηθήσει να βιώσουν, αυτοί οι ίδιοι, τη πραγματικότητα, την Θεία Πραγματικότητα, την Αληθινή Ζωή. Στη πραγματικότητα βέβαια επειδή μιλάμε για "Μία Πραγματικότητα", για "Μία Ουσία", η Οποία ("ψευδώς") βιώνεται σαν "πολλά" δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στο Όλο και το καθένα ξεχωριστό ον. Επειδή όμως οι άνθρωποι νοιώθουν ήδη "διαχωρισμένοι", εγκλωβισμένοι μέσα στην δυαδικότητα, είναι πιο εύκολο να μιλήσεις στους ανθρώπους "ατομικά" και να αναφερθείς σε αυτούς τους ίδιους, στην ιδιαίτερη παρουσία τους μέσα στην ζωή, σε αυτό που οι ίδιοι βιώνουν και μπορούν να αφομοιώσουν, να κατανοήσουν. Έτσι αντί να μιλάμε για την Θεία Ουσία, την Ουσία της Ψυχής γενικά (που είναι το ίδιο) μιλάμε για την Ψυχή του καθενός για αυτό που ο καθένας νοιώθει ότι είναι, για αυτό που ο καθένας βιώνει. Με αυτόν τον τρόπο ο Ιησούς μπορούσε, στις συνομιλίες του, να αποφύγει τις αφηρημένες περιγραφές και τις θεωριτικολογίες  και να δείξει άμεσα, πρακτικά και με φυσικό τρόπο αυτό που είναι ο άνθρωπος, αυτό που ζει, αυτό που μπορεί να ζήσει, ανοίγοντας τη Οδό προς τη Αληθινή Ζωή.
Τι είναι ο άνθρωπος; ο συγκεκριμένος άνθρωπος; ο καθένας μας; Προφανώς ο ίδιος ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τον εαυτό του σαν Παρουσία, σαν κάτι που αντιλαμβάνεται, που έχει επίγνωση καταρχήν του εαυτού και του περιβάλλοντος και μετά όλων όσων συμβαίνουν, της σκέψης, των συναισθημάτων, των δραστηριοτήτων, των σωματικών εμπειριών, των "επαφών" με τον εξωτερικό κόσμο. Έτσι, πως μπορούμε ή πως πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας; Προφανώς για να γνωρίσουμε κάτι πραγματικά πρέπει να έχουμε άμεση επαφή μαζί του. Η Παρουσία πρέπει αυτή η ίδια, μέσα της, να νοιώσει άμεσα αυτό που είναι (κι όχι έμμεσα, μέσω της διανόησης ή μέσω πληροφοριών από έξω). Αυτή η άμεση επαφή με τον εαυτό είναι μια τελείως φυσική διεργασία και μπορεί να χαρακτηριστεί σαν "ενόραση" (η όραση του έσω, της ουσίας, άμεσα κι όχι η "όραση" ενός αντικειμένου). Αυτή η ειδική δράση όπου στρεφόμαστε έσω, στον εαυτό διερευνά την ίδια την Ουσία μας. Έτσι ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται άμεσα, φυσικά, τον εαυτό του σαν Παρουσία (στη θεολογική γλώσσα αυτό το ονομάζουμε Ψυχή, στη γλώσσα της ψυχολογίας το ονομάζουμε Συνείδηση) κι αυτή η Παρουσία είναι εδώ, "λειτουργεί" μέσα σε ένα σώμα.
Τελικά όμως τι είναι ο άνθρωπος; Κάποιος μπορεί να έχει επίγνωση του εαυτού του με πολλούς τρόπους, ανάλογα με το πως και σε τι βάθος ερευνά τη ίδια τη Παρουσία του, τις σχέσεις με το σώμα. Όταν κάποιος στρέφεται έσω, ενισχύοντας την "Αίσθηση της Παρουσίας", αντιλαμβάνεται ότι είναι Ψυχή που "συνδέεται" (με κάποιο τρόπο) με το σώμα. Όταν κάποιος είναι "τυπικά παρών", απορροφημένος στο έξω, στη εξωτερική δραστηριότητα (στη σκέψη, στις αισθήσεις, στον εξωτερικό κόσμο) αντιλαμβάνεται περισσότερο τον εαυτό σαν "ψυχόσωμα", δηλαδή σαν οντότητα που έχει κάποιες ανώτερες ψυχικές ιδιότητες αλλά είναι σε πλήρη ένωση με το σώμα.
Ο Ιησούς γνώριζε ότι όλες οι καταστάσεις που βιώνουμε είναι πραγματικές αλλά η Αληθινή Κατάσταση είναι η Κατάσταση της Πλήρους Ελευθερίας που βιώνουμε όταν ανυψωνόμαστε ως τον Θεό, όταν γινόμαστε Ένα με τον Θεό. Με άλλα λόγια η Ουσία, η Παρουσία (Η Ψυχή, η Συνείδηση) μπορεί να είναι Καθαρά Πνευματική, να είναι Ουράνια και Αντικειμενική Ουσία(σε σχέση με το ψευδές υποκείμενο), ή να είναι ψυχή και σώμα συνδεδεμένα. Ο Ίδιος ο Ιησούς ορίζει τη Φύση της Ψυχής σαν Πνευματική Ουσία, "Πνεύμα", Πνεύμα Ζωής, στην συζήτησή του με τον Νικόδημο. "Αμὴν αμὴν λέγω σοι, εὰν μη τις γεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν τυῦ Θεοῦ. το γεγεννημένον εκ της σαρκὸς σάρξ ἐστι, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος πνεύμά ἐστι.  μη θαυμάσεις ότι είπόν σοι, δει υμάς γεννηθήναι άνωθεν.   το πνεύμα όπου θέλει πνει, και την φωνὴν αυτού ακούεις, αλλ' ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει· ούτως εστὶ πας ο γεγεννημένος εκ του Πνεύματος".
Τελικά ποια είναι η Διδασκαλία του Ιησού; Τι δίδασκε ιδιαίτερα στους αδελφούς του; στον ευρύτερο κύκλο; στον κύκλο των 12; στον κύκλο των 3; στον Ιωάννη, τον αγαπημένο του αδελφό; Ο Ιησούς καθοδηγούσε (προσωπικά τον καθένα) τους ανθρώπους που ήταν κοντά του να αντιληφθούν τι είναι πραγματικά (σαν Παρουσία, Ψυχή, Συνείδηση), πως να απελευθερωθούν από αυταπάτες ή προσκολλήσεις σε κατώτερες καταστάσεις, πως να ανυψωθούν στην Πραγματική Φύση της Ψυχής (διευρύνοντας τη εσωτερική επίγνωση) και να Ενωθούν με τον Πατέρα (στον βαθμό που μπορούσαν να το κάνουν.
Το Μυστικό που αποκάλυπτε πρακτικά ο Ιησούς, αυτό που μπορούσε ο καθένας να κάνει και να διαπιστώσει, αυτός ο ίδιος, ότι συμβαίνει είναι ότι η Ψυχή (Αυτό που Είμαστε Πραγματικά) αποκαλύπτεται σαν μια Ουσία "διαφορετική", ανάλογα με το "περιεχόμενο", ανάλογα με την δράση μας. Όταν κάποιος είναι στραμμένος (ή στρέφεται)  κάτω (έξω) η Ψυχή σκοτεινιάζει από την "σύνδεση" με το σώμα και τις εξωτερικές δραστηριότητες. Όταν κάποιος στρέφεται άνω (έσω) η Ψυχή απελευθερώνεται εγκαταλείποντας την εξωτερική δραστηριότητα κι ανυψώνεται στην Ίδια την Ουσία της, που είναι Καθαρή από περιεχόμενο και στη ύστατη κατάστασή της αντανακλά την Θεία Πραγματικότητα. Με άλλα λόγια ο Ιησούς εξηγούσε στους αδελφούς του όχι μόνο τα μυστικά της προσευχής και την μυστική "αλλοίωση" της Ψυχής αλλά έδειχνε πρακτικά ότι η Ανύψωση στο Θεό, η Ένωση με τον Θεό, η Είσοδος στο Θείο Βασίλειο, δεν είναι θέμα γνώσης ή πρακτικής εξάσκησης της προσευχής, είναι κυρίως θέμα ηθικής δράσης. Αυτός που θεωρεί τον Θεό σαν το Πολύτιμο (όπως στις παραβολές) εγκαταλείπει τα πάντα κι ανυψώνεται φυσικά προς τον Θεό. Αντίθετα αυτός που νομίζει ότι η ζωή του στην γη είναι πιο σημαντική βρίσκει χιλιάδες δικαιολογίες για να μένει προσκολλημένος στον κόσμο. Αλλά όπως είπε ο Ίδιος ο Ιησούς όποιος χάσει τη ζωή του στον κόσμο θα βρει τη Αληθινή Ζωή κι όποιος κερδίσει την ζωή στον κόσμο έχει ήδη τη σημαντικότερη απώλεια, έχει χάσει την Ψυχή του.
Βλέπουμε τελικά πως ο Κύκλος που είχε δημιουργήσει ο Ιησού; δεν ήταν απλά μια ομάδα ανθρώπων που συζητούσε έστω θρησκευτικά ή θεολογικά θέματα αλλά μια μυστική ομάδα μυημένων που εργάζονταν μαζί, προσεύχονταν με τον ορθό τρόπο, βίωναν την Επαφή με τον Θεό κι είχαν εμπειρίες πέρα από τις εμπειρίες των συνηθισμένων ανθρώπων. Αυτή η Εσωτερική Παράδοση συνεχίστηκε από τους πιο αγαπημένους αδελφούς του Ιησού, από στόμα σε στόμα. Τα Ευαγγέλια (ακόμα και το Ευαγγέλιο του Ιωάννη που θεωρείται το πιο εσωτερικό ευαγγέλιο) απλά κάνουν νύξεις για αυτά τα πολύ σημαντικά εσωτερικά θέματα και πάντως παραμένουν σε ένα επίπεδο εξωτερικό.
Από όλη τη διδασκαλία του Ιησού φαίνεται ότι "Αυτό" που βιώνουμε σαν Θεό είναι η Μοναδική Ουσία, η Απόλυτη Πραγματικότητα, η Αληθινή Ζωή. Η Ψυχή βιώνει αυτήν την Πραγματικότητα σαν Απόλυτη Ελευθερία, Απόλυτη Ενότητα, πέρα από κάθε "διαχωρισμό", σαν μια Δύναμη Ακατανίκητη που διαλύει κάθε εμπόδιο, κάθε "διάκριση", σκορπίζοντας το Φως της Μιας Πραγματικότητας παντού. Κάθε αυταπάτη, κάθε απατηλή εντύπωση ότι υπάρχει μια ξεχωριστή πραγματικότητα στα φαινόμενα διαλύεται κι όλα λούζονται στο Φως της Θείας Επίγνωσης. Έτσι από την άποψη της Ψυχής, αυτό που εκφράζει τη ίδια την Ουσία της Ψυχής, η Δράση που οδηγεί στην Ελευθερία Μέσα στον Θεό, η Απελευθερωτική Δύναμη που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει για να ανυψωθεί στον Θεό είναι η Αγάπη, η Δράση που ελευθερώνει από διαχωρισμούς, το Πνεύμα της Ενότητας, το Φως της Μιας Πραγματικότητας, η Ζωή της Μιας Ουσίας. Για αυτό ο Ευαγγελιστής ορίζει τον Θεό σαν Αγάπη. "Αγαπητοί, αγαπῶμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού έστι, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεὸς αγάπη εστίν", (Α' Ιωάννου: 4, 7-8).
Η Εντολή της Αγάπης (στην οποία ο Ιησούς αναφέρεται συχνά μέσα στον Ιωάννη) είναι η Νέα Εντολή που δεν καταργεί την παλιά εντολή του Νόμου, να αγαπάς τον Θεό με όλες σου τις δυνάμεις. "Και θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου, (Δευτερονόμιο: 6, 5). Την "εσωτερικοποιεί" μεταβάλλοντάς την σε Ηθική Ευθύνη. Ιδού, λέει ο Ιησούς, η Βασιλεία των Ουρανών είναι Εδώ, Μέσα σας. Μπορείτε να στραφείτε έσω και να βιώσετε τη Άμεση Επαφή με τον Θεό ή μπορείτε να σκορπίζεστε έξω στον κόσμο και να καταναλώνεστε σε εξωτερικές δραστηριότητες. Κι είναι ακριβώς αυτή η Ηθική Ευθύνη κι η Απόφαση του καθενός που "κρίνει" τους ανθρώπους, κανένας άλλος.
Τελικά όμως ο άνθρωπος, όλοι οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν τους φέρνεις μπροστά στις ευθύνες τους, όταν τους αποκαλύπτεις ότι αυτοί οι ίδιοι αποφασίζουν για την ζωή τους, για τη "μοίρα" τους, ακόμα και τότε παραμένουν αναίσθητοι, τυφλοί και κουφοί. Κοιτάζουν και δεν βλέπουν, ακούνε και δεν κατανοούν. Ποιος προβληματίστηκε από το έργο και τις πράξεις του Ιησού; ποιος είδε; ποιος κατανόησε;
Τελικά ίσως η ιστορία της ανθρωπότητας, στη γη, έτσι όπως γίνεται αντιληπτή από ψηλά να είναι τελείως διαφορετική από αυτό που γνωρίζουν οι άνθρωποι, από αυτό που φαντάζονται οι άνθρωποι, από αυτό που κατανοούν οι άνθρωποι Κι ίσως όλα αυτά που οι άνθρωποι θεωρούν σημαντικά και πολύτιμα να μην έχουν καμιά αξία από τη άποψη της αιωνιότητας. Η Αληθινή Ζωή δεν έχει καμία σχέση με όσα ζουν, όσα βιώνουν όσα έχουν εμπειρία οι άνθρωποι. Υπάρχει μια μυστική  εξέλιξη της ανθρωπότητας που παραμένει άγνωστη στους ανθρώπους. Κι ο Ιησούς, η Δράση του κι η Αληθινή Εκκλησία του δεν έχει καμία σχέση με όσα γνωρίζουν οι άνθρωποι, όσα λένε οι άνθρωποι για αυτόν. Αυτό είναι το δικό τους "παραμύθι".
 ~~~
5. Το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, τα Τρία Εσωτερικά Κέντρα κι άλλες παραδόσεις
6. Η Είσοδος στη Βασιλεία των Ουρανών, κι η Άνοδος στους Τρεις Ουρανούς
7. Η Άβυσσος, (η Ένωση με τον Πατέρα)
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
Monday, 26 January, 2026

Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root

 

The Threshold of Unknowing

 

In the vast silence that precedes all utterance, there exists a truth that cannot be grasped by the clever mind nor captured in the intricate webs of human reasoning. It is a truth that dwells in the spaces between thoughts, in the pause between breaths, in the stillness that underlies all motion. The mystic who seeks this truth must first undertake the most difficult of all journeys—not a journey outward into the world of forms and names, but a journey inward, a sacred descent into the luminous darkness where the soul remembers what it has always known.

 

This truth whispers of a return, not to a place that can be marked upon any map, but to a state of being that existed before the mind learned to divide the world into categories, before the heart learned to distinguish between self and other, before language cast its spell of separation upon the unified field of existence. It is the return to the Root—that primordial source from which all things emerge and to which all things inevitably flow, like rivers seeking the ocean of their origin.

 

The seeker who stands at this threshold confronts a paradox that confounds all conventional understanding: to advance, one must retreat; to gain wisdom, one must release what one believes to be wisdom; to discover richness, one must embrace a sacred poverty of spirit. This is the narrow gate through which the soul must pass, leaving behind the accumulated treasures of intellectual pride, the ornate garments of moral superiority, and the heavy armor of worldly achievement.

 

The Illusion of Constructed Wisdom

 

There is a wisdom that the world celebrates—a wisdom built upon layer after layer of acquired knowledge, carefully constructed systems of thought, and elaborate philosophical frameworks that tower like magnificent temples in the landscape of human consciousness. Yet the mystic, gazing upon these structures with eyes made clear by contemplation, perceives something that others fail to see: these temples, for all their grandeur, cast long shadows that obscure the simple, pristine light of truth that shines eternally beyond them.

 

This worldly wisdom, which the sage must learn to renounce, resembles a beautiful garden that has been cultivated until it has lost all resemblance to the wild meadow from which it sprang. Every flower has been selected, every hedge trimmed to perfection, every path laid with careful deliberation. Yet in this very perfection lies a profound loss—the loss of spontaneity, of natural grace, of the untamed vitality that pulses through all living things when they remain true to their essential nature.

 

When those who govern—whether they govern nations, communities, or merely their own inner kingdoms—accumulate this kind of wisdom, they create elaborate systems of control and manipulation. They become like gardeners who have forgotten that flowers know how to bloom without instruction, that trees understand the secret geometry of their growth without the need for human intervention. The people, sensing this artificiality, become confused and disconnected from their own innate understanding of what is true and right.

 

If the sage could strip away this accumulated wisdom—if they could stand naked before reality without the protective layers of concepts and theories—a miraculous transformation would occur. The people, freed from the burden of following complex prescriptions and intricate rules, would rediscover within themselves a natural wisdom far more profound than any that could be taught. They would become like children who have not yet learned that joy requires justification, or like wild creatures who move through the world with an effortless grace that no amount of training could replicate.

 

This is not a call to ignorance, but rather an invitation to a higher form of knowing—a knowing that precedes and transcends intellectual understanding, a knowing that lives in the bones and blood, that pulses with the rhythm of the heart, that breathes with the cosmic breath that animates all existence.

 

The Paradox of Virtue

 

In the second great movement of this mystical return, the seeker confronts another tower that must be toppled—the tower of constructed virtue, of formalized benevolence, of righteousness that has become rigid and lifeless. Here too, the world has taken something that once flowed naturally from the human heart and transformed it into a system, a code, a set of obligations that crush the very spirit they were meant to nourish.

 

True benevolence, in its original and uncorrupted form, is like water flowing downward—it does not announce itself, does not congratulate itself on its generosity, does not keep accounts of what it has given. It simply moves according to its nature, seeking the lowest places, nourishing all things without discrimination, expecting nothing in return. Yet when benevolence becomes conscious of itself, when it is named and codified and established as a virtue to be practiced, it loses this spontaneous quality and becomes something else entirely—a performance, a duty, a source of pride.

 

Righteousness, too, begins as the soul's natural alignment with the sacred order of existence—an effortless harmony between the individual will and the cosmic will that guides all things toward their proper unfolding. But when this natural righteousness is formalized into laws and rules, when it becomes something that must be taught and enforced, it hardens into rigidity. People begin to follow these external standards not because they resonate with the truth of their being, but because they fear punishment or seek reward.

 

The mystic perceives that in this hardening, in this externalization of virtue, something precious has been lost. When benevolence and righteousness are renounced—not in favor of cruelty and wickedness, but in favor of something deeper and more authentic—a miraculous restoration occurs. The people, freed from the burden of performing virtue according to prescribed forms, rediscover the natural filial affection and kindness that spring spontaneously from hearts that have not been corrupted by artificial systems.

 

Children do not love their parents because they have studied the virtue of filial piety; they love because love is their natural state before society teaches them otherwise. Neighbors do not help one another because they have been instructed in the rules of righteousness; they help because mutual care is the organic expression of beings who recognize their fundamental interconnection. When the scaffolding of formal virtue is removed, the natural architecture of human goodness is revealed, standing strong and beautiful in its unadorned simplicity.

 

The Snare of Cleverness

 

The third pillar that must fall in this mystical dismantling is perhaps the most seductive of all—the pillar of cleverness, of artful contrivance, of the scheming intelligence that prides itself on its ability to manipulate circumstances for personal advantage. In the marketplace of the world, such cleverness is celebrated as a virtue. The one who can devise intricate strategies to accumulate wealth, who can outmaneuver competitors through superior calculation, who can construct elaborate systems to secure personal gain—such a one is deemed successful, admirable, worthy of emulation.

 

Yet the mystic, dwelling in the clarity that comes from prolonged contemplation of the ineffable, sees through this illusion. They perceive that this celebrated cleverness is actually a form of violence against the natural order, a corruption of the intelligence that the Divine has placed within human beings for entirely different purposes. True intelligence, in its pristine form, is not a tool for manipulation but a mirror that reflects reality as it is, without distortion, without the clouding lens of self-interest.

 

When the sage renounces these artful contrivances, when they cease their scheming for personal gain, they do not become foolish or helpless. Rather, they align themselves with a deeper intelligence—the intelligence that guides the stars in their courses, that directs the salmon to their spawning grounds, that teaches the spider the geometry of the web. This intelligence requires no plotting, no strategizing, no anxious calculation. It simply acts in harmony with the Way, and in doing so, achieves everything that needs to be achieved without force or struggle.

 

In a society where such renunciation becomes the norm, where cleverness is no longer prized above wisdom, where scheming for gain is recognized as the poverty of spirit that it truly is, a profound transformation occurs. The thieves and robbers who plague the social order do not exist in isolation—they are the inevitable product of a system that teaches people to value personal accumulation above all else, that celebrates the clever manipulation of others, that measures worth by the size of one's possessions rather than the depth of one's being.

 

When the root disease is cured—when the obsession with gain is released and the addiction to cleverness is healed—the symptoms disappear of their own accord. People no longer steal because they no longer believe that happiness can be found in accumulation. They no longer rob because they have discovered the inexhaustible wealth that resides within, a wealth that cannot be taken by force and need not be guarded with anxiety.

 

The Failure of Elegant Methods

 

The mystic understands something that the worldly mind struggles to accept: the methods that seem most sophisticated, most refined, most philosophically elegant are often the very methods that fail most completely to achieve their stated aims. The ancient ways, dressed in the fine garments of civilized philosophy, adorned with beautiful names and justified by intricate arguments, create the very problems they purport to solve.

 

When governance becomes an art form, when rulers pride themselves on the sophistication of their methods and the complexity of their systems, they inadvertently create a distance between themselves and those they govern. The people sense that they are being managed, manipulated, guided by invisible hands according to principles they do not understand. Trust erodes, replaced by suspicion. Natural cooperation gives way to resistance and evasion.

 

These elegant methods—the cultivation of artificial wisdom, the codification of virtue, the deployment of clever strategies—attempt to veil their essential inadequacy behind beautiful names. They call control "guidance," they name manipulation "education," they describe coercion as "necessary discipline." But the mystic, whose vision has been purified by prolonged gazing into the abyss of unknowing, sees through these veils to the emptiness that lies beneath.

 

The tragedy is that those who deploy these methods often do so with genuine good intentions. They truly believe that people need to be improved, educated, reformed—that human nature in its raw state is insufficient and must be refined through systematic intervention. They do not realize that this very assumption—that humans are fundamentally flawed and require external correction—is the poisoned seed from which all social dysfunction grows.

 

The Way of Simplicity

 

Against the complexity of worldly wisdom, the mystic poses the radical alternative of simplicity—not the simplicity of ignorance, but the simplicity that lies on the far side of complexity, after all the elaborate structures have been erected and then consciously dismantled. This is the simplicity of the master who has internalized all the rules so thoroughly that they can finally be forgotten, the simplicity of the sage who has traveled so far along the path of knowledge that they arrive back at the innocence of the beginner, but now carrying the depth of all they have experienced and transcended.

 

This simple way does not require elaborate teachings or complex institutions. It operates according to principles so basic that they seem almost embarrassingly obvious: be natural, be genuine, be true to your essential nature. Do not pretend to be what you are not. Do not accumulate what you do not need. Do not force what should unfold organically. Do not complicate what is inherently simple.

 

When governance is conducted according to these plain and true courses, something miraculous occurs. The people, no longer burdened by the weight of artificial systems, begin to govern themselves according to their innate wisdom. They do not require extensive laws because they naturally avoid harm. They do not need elaborate moral codes because their hearts guide them toward kindness. They do not demand complex economic systems because they naturally share and cooperate when their basic needs are met.

 

This is not a naive utopianism but rather a description of what spontaneously emerges when the obstacles to natural human flourishing are removed. Just as a plant will grow toward the light when the stones are cleared from its path, human beings will grow toward their highest potential when the artificial constraints of misguided systems are lifted.

 

The Eschewing of Selfish Ends

 

At the heart of this mystical teaching lies a profound reorientation of desire. The worldly person is driven by a multitude of lusts—not merely physical appetites, though these are included, but more fundamentally, the lust for recognition, the lust for security, the lust for control, the lust to be special, separate, superior. These lusts generate endless striving, endless anxiety, endless disappointment.

 

The mystic does not advocate for the violent suppression of these desires, for such suppression only drives them underground where they grow more twisted and powerful. Rather, the teaching points toward a natural eschewing that occurs when one perceives clearly the futility of these pursuits. It is not that the sage forces themselves to give up selfish ends through heroic willpower; it is rather that these ends fall away naturally when their essential emptiness is recognized.

 

This recognition does not come through intellectual analysis alone, though understanding plays a role. It comes through direct experience—through tasting the fruit of selfish striving and discovering its bitterness, through accumulating possessions and finding they bring no lasting satisfaction, through achieving recognition and discovering it leaves the deepest hunger unfed. The soul, educated by experience, gradually loses interest in these pursuits, not because they are forbidden but because they are seen to be ultimately unrewarding.

 

In their place arises a different orientation entirely—not toward the acquisition of more but toward the appreciation of what is, not toward the manipulation of circumstances to serve personal ends but toward the alignment of personal action with the cosmic unfolding, not toward the satisfaction of isolated individual desires but toward participation in the great symphony of existence in which each being plays their unique and necessary part.

 

The Return to the Root

 

And so the mystical journey, which seemed at first to be a path of renunciation and loss, is revealed to be a path of discovery and recovery. What is renounced is only the false; what is discovered is the real that was always present but obscured. What is lost is only the burden of artificial constructions; what is recovered is the lightness and freedom of natural being.

 

The Root to which one returns is not located in the distant past, as though one must somehow travel backward in time to recover a lost golden age. Rather, the Root exists eternally in the depths of present-moment reality, always available to the one who has the courage to dig beneath the accumulated layers of conditioning, belief, and habit. It is the ground of being itself, the source from which each moment freshly emerges, the wellspring of creativity and spontaneity that never runs dry.

 

To live from this Root is to live in constant wonder, for each moment brings something genuinely new rather than merely a repetition of familiar patterns. It is to live without the exhausting burden of maintaining a constructed identity, for the Root-self needs no maintenance—it simply is, effortlessly and completely. It is to live in harmony with all beings, for at the level of the Root, the illusion of separation dissolves and the fundamental unity of all existence becomes not merely a philosophical concept but a lived reality.

 

The sage who has completed this return—or rather, who lives in the eternal process of returning, for the journey is never finished but must be renewed in each moment—dwells in a state of profound paradox. They are empty yet full, simple yet profound, powerless yet capable of anything, possessing nothing yet lacking nothing. They have renounced wisdom yet are truly wise, have discarded virtue yet are genuinely good, have abandoned cleverness yet act with perfect intelligence.

 

The Gift to Humanity

 

This mystical teaching is not offered merely as a path for individual spiritual development, though it certainly serves that purpose. More fundamentally, it is offered as a gift to all humanity, a key to unlock the prison of suffering that humans have constructed through their misguided attempts at improvement, progress, and civilization.

 

If those who hold positions of influence—whether as formal leaders or simply as individuals whose actions affect others—could embrace this teaching, the transformation would ripple outward like waves from a stone dropped into still water. The people, freed from the oppressive weight of artificial systems, would rediscover the joy of natural living. Communities would reorganize themselves according to organic principles rather than imposed structures. The relationship between humans and the natural world would heal as people recognized themselves not as separate from nature but as expressions of nature's infinite creativity.

 

This is not a call to abandon all structure, all learning, all moral consideration. It is rather a call to distinguish between structures that emerge naturally from living systems and structures that are imposed artificially from without, between learning that awakens innate potential and learning that attempts to program predetermined outcomes, between moral behavior that flows from genuine care and moral behavior that is performed out of duty or fear.

 

The hundred-fold improvement promised in the ancient text is not hyperbole but a realistic assessment of what becomes possible when the obstacles to human flourishing are removed. Yet this improvement cannot be forced or engineered; it can only be allowed to emerge when the conditions are right—when sageness is renounced, when formalized virtue is discarded, when artful contrivance gives way to natural action.

 

The Eternal Invitation

 

The teaching stands as an eternal invitation, extended to all who have grown weary of the complexities and contradictions of worldly existence, to all who sense that beneath the noise and chaos of conventional life lies a simplicity and peace that the world can neither give nor take away. It is an invitation to stop trying so hard, to release the exhausting effort to become something other than what one fundamentally is, to trust the wisdom that flows from the Root when the channels are cleared of obstruction.

 

This is the paradoxical path of the mystic—to descend in order to ascend, to empty in order to be filled, to die to the false self in order to be born into authentic being. It is a path not of attainment but of realization, not of becoming but of remembering, not of construction but of revelation. What is revealed is what was always present, waiting patiently beneath the layers of conditioning, ready to emerge the moment space is created for its appearance.

 

The sage who walks this path leaves no footprints, teaches without speaking, accomplishes without doing. They are like water, seeking always the lowest place, serving all things without distinction, content to receive what the world considers undesirable. Yet in their apparent poverty they possess the only wealth that matters—the wealth of being fully present, fully alive, fully themselves in each unrepeatable moment.

 

To return to the Root is to come home after a long and unnecessary journey, to arrive at the place where one has always been but could not see while lost in the complications of seeking. It is to rest in the eternal now, to breathe with the cosmic breath, to move in harmony with the subtle rhythms that guide all existence toward its ultimate flowering. This is the gift, the invitation, the open door. Will you enter?

 

Η Ιερή Επιστροφή: Ένα Μυστικό Ταξίδι στην Αρχέγονη Ρίζα

 

Το Κατώφλι της Άγνοιας

 

Στη μεγάλη σιωπή που προηγείται κάθε ομιλίας, υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί από τον πονηρό νου ούτε να αιχμαλωτιστεί στους περίπλοκους ιστούς της ανθρώπινης λογικής. Είναι μια αλήθεια που κατοικεί στους χώρους ανάμεσα στις σκέψεις, στην παύση ανάμεσα στις αναπνοές, στην ακινησία που υποβαστάζει κάθε κίνηση. Ο μυστικός που αναζητά αυτή την αλήθεια πρέπει πρώτα να αναλάβει το δυσκολότερο από όλα τα ταξίδια — όχι ένα ταξίδι προς τα έξω στον κόσμο των μορφών και των ονομάτων, αλλά ένα ταξίδι προς τα μέσα, μια ιερή κατάβαση στο φωτεινό σκοτάδι όπου η ψυχή θυμάται αυτό που πάντα γνώριζε.

 

Αυτή η αλήθεια ψιθυρίζει για μια επιστροφή, όχι σε έναν τόπο που μπορεί να σημειωθεί σε οποιονδήποτε χάρτη, αλλά σε μια κατάσταση ύπαρξης που υπήρχε πριν ο νους μάθει να διαιρεί τον κόσμο σε κατηγορίες, πριν η καρδιά μάθει να διακρίνει μεταξύ εαυτού και άλλου, πριν η γλώσσα ρίξει το ξόρκι του χωρισμού στο ενιαίο πεδίο της ύπαρξης. Είναι η επιστροφή στη Ρίζα — εκείνη την αρχέγονη πηγή από την οποία όλα τα πράγματα αναδύονται και προς την οποία όλα τα πράγματα αναπόφευκτα ρέουν, σαν ποτάμια που αναζητούν τον ωκεανό της καταγωγής τους.

 

Ο αναζητητής που στέκεται σε αυτό το κατώφλι αντιμετωπίζει ένα παράδοξο που μπερδεύει κάθε συμβατική κατανόηση: για να προχωρήσει, πρέπει να υποχωρήσει· για να κερδίσει σοφία, πρέπει να απελευθερώσει αυτό που πιστεύει ότι είναι σοφία· για να ανακαλύψει πλούτο, πρέπει να αγκαλιάσει μια ιερή φτώχεια πνεύματος. Αυτή είναι η στενή πύλη από την οποία πρέπει να περάσει η ψυχή, αφήνοντας πίσω τους συσσωρευμένους θησαυρούς της διανοητικής υπερηφάνειας, τα περίτεχνα ενδύματα της ηθικής υπεροχής και την βαριά πανοπλία των κοσμικών επιτευγμάτων.

 

Η Ψευδαίσθηση της Κατασκευασμένης Σοφίας

 

Υπάρχει μια σοφία που ο κόσμος γιορτάζει — μια σοφία χτισμένη πάνω σε στρώμα επί στρώματος επίκτητης γνώσης, προσεκτικά κατασκευασμένα συστήματα σκέψης και περίτεχνα φιλοσοφικά πλαίσια που υψώνονται σαν μεγαλοπρεπείς ναοί στο τοπίο της ανθρώπινης συνείδησης. Ωστόσο ο μυστικός, κοιτάζοντας αυτές τις κατασκευές με μάτια που έχουν καθαριστεί από την ενατένιση, αντιλαμβάνεται κάτι που οι άλλοι αποτυγχάνουν να δουν: αυτοί οι ναοί, παρά όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, ρίχνουν μακριές σκιές που σκιάζουν το απλό, παρθένο φως της αλήθειας που λάμπει αιώνια πέρα από αυτούς.

 

Αυτή η κοσμική σοφία, την οποία ο σοφός πρέπει να μάθει να αποκηρύττει, μοιάζει με έναν όμορφο κήπο που έχει καλλιεργηθεί μέχρι που έχει χάσει κάθε ομοιότητα με το άγριο λιβάδι από το οποίο ξεπήδησε. Κάθε λουλούδι έχει επιλεγεί, κάθε φράχτης κλαδευτεί στην τελειότητα, κάθε μονοπάτι στρωθεί με προσεκτική σκέψη. Ωστόσο σε αυτή ακριβώς την τελειότητα κρύβεται μια βαθιά απώλεια — η απώλεια της αυθορμησίας, της φυσικής χάρης, της αδάμαστης ζωτικότητας που πάλλεται μέσα σε όλα τα ζωντανά όντα όταν παραμένουν πιστά στην ουσιαστική τους φύση.

 

Όταν εκείνοι που κυβερνούν — είτε κυβερνούν έθνη, κοινότητες ή απλώς τα δικά τους εσωτερικά βασίλεια — συσσωρεύουν αυτό το είδος σοφίας, δημιουργούν περίτεχνα συστήματα ελέγχου και χειραγώγησης. Γίνονται σαν κηπουροί που έχουν ξεχάσει ότι τα λουλούδια ξέρουν να ανθίζουν χωρίς οδηγίες, ότι τα δέντρα κατανοούν τη μυστική γεωμετρία της ανάπτυξής τους χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Οι άνθρωποι, αισθανόμενοι αυτή την τεχνητότητα, γίνονται μπερδεμένοι και αποκομμένοι από τη δική τους έμφυτη κατανόηση του τι είναι αληθινό και σωστό.

 

Αν ο σοφός μπορούσε να αφαιρέσει αυτή τη συσσωρευμένη σοφία — αν μπορούσε να σταθεί γυμνός μπροστά στην πραγματικότητα χωρίς τα προστατευτικά στρώματα εννοιών και θεωριών — θα συνέβαινε μια θαυματουργή μεταμόρφωση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της τήρησης περίπλοκων συνταγών και περίτεχνων κανόνων, θα ξανανακάλυπταν μέσα τους μια φυσική σοφία πολύ πιο βαθιά από οποιαδήποτε μπορεί να διδαχθεί. Θα γίνονταν σαν παιδιά που δεν έχουν μάθει ακόμα ότι η χαρά απαιτεί δικαιολόγηση, ή σαν άγρια πλάσματα που κινούνται στον κόσμο με μια αβίαστη χάρη που καμία εκπαίδευση δεν μπορεί να αναπαράγει.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα στην άγνοια, αλλά μάλλον πρόσκληση σε μια ανώτερη μορφή γνώσης — μια γνώση που προηγείται και υπερβαίνει τη διανοητική κατανόηση, μια γνώση που ζει στα κόκαλα και στο αίμα, που πάλλεται με τον ρυθμό της καρδιάς, που αναπνέει με την κοσμική αναπνοή που ζωογονεί όλη την ύπαρξη.

 

Το Παράδοξο της Αρετής

 

Στη δεύτερη μεγάλη κίνηση αυτής της μυστικής επιστροφής, ο αναζητητής αντιμετωπίζει έναν άλλο πύργο που πρέπει να γκρεμιστεί — τον πύργο της κατασκευασμένης αρετής, της τυποποιημένης ευεργεσίας, της δικαιοσύνης που έχει γίνει άκαμπτη και άψυχη. Εδώ επίσης, ο κόσμος έχει πάρει κάτι που κάποτε έρεε φυσικά από την ανθρώπινη καρδιά και το έχει μετατρέψει σε σύστημα, σε κώδικα, σε σύνολο υποχρεώσεων που συνθλίβουν το ίδιο το πνεύμα που υποτίθεται ότι θρέφουν.

 

Η αληθινή ευεργεσία, στην αρχική και αδιάφθορη μορφή της, μοιάζει με νερό που ρέει προς τα κάτω — δεν αναγγέλλει τον εαυτό της, δεν αυτοσυγχαίρεται για τη γενναιοδωρία της, δεν κρατά λογαριασμούς για όσα έχει δώσει. Απλώς κινείται σύμφωνα με τη φύση της, αναζητώντας τα χαμηλότερα μέρη, θρέφοντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, χωρίς να περιμένει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ωστόσο όταν η ευεργεσία γίνεται συνειδητή του εαυτού της, όταν ονοματίζεται και κωδικοποιείται και θεσπίζεται ως αρετή που πρέπει να ασκείται, χάνει αυτή την αυθόρμητη ποιότητα και γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό — μια παράσταση, ένα καθήκον, μια πηγή υπερηφάνειας.

 

Η δικαιοσύνη επίσης ξεκινά ως η φυσική ευθυγράμμιση της ψυχής με την ιερή τάξη της ύπαρξης — μια αβίαστη αρμονία μεταξύ της ατομικής βούλησης και της κοσμικής βούλησης που καθοδηγεί όλα τα πράγματα προς την κατάλληλη ανάπτυξή τους. Αλλά όταν αυτή η φυσική δικαιοσύνη τυποποιείται σε νόμους και κανόνες, όταν γίνεται κάτι που πρέπει να διδάσκεται και να επιβάλλεται, σκληραίνει σε ακαμψία. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ακολουθούν αυτά τα εξωτερικά πρότυπα όχι επειδή αντηχούν με την αλήθεια της ύπαρξής τους, αλλά επειδή φοβούνται την τιμωρία ή αναζητούν ανταμοιβή.

 

Ο μυστικός αντιλαμβάνεται ότι σε αυτή τη σκλήρυνση, σε αυτή την εξωτερίκευση της αρετής, έχει χαθεί κάτι πολύτιμο. Όταν η ευεργεσία και η δικαιοσύνη αποκηρύσσονται — όχι υπέρ της σκληρότητας και της κακίας, αλλά υπέρ κάτι βαθύτερου και πιο αυθεντικού — συμβαίνει μια θαυματουργή αποκατάσταση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της εκτέλεσης αρετής σύμφωνα με καθορισμένες μορφές, ξανανακαλύπτουν τη φυσική παιδική στοργή και καλοσύνη που αναβλύζουν αυθόρμητα από καρδιές που δεν έχουν διαφθαρεί από τεχνητά συστήματα.

 

Τα παιδιά δεν αγαπούν τους γονείς τους επειδή έχουν μελετήσει την αρετή της παιδικής ευλάβειας· αγαπούν επειδή η αγάπη είναι η φυσική τους κατάσταση πριν η κοινωνία τους διδάξει διαφορετικά. Οι γείτονες δεν βοηθούν ο ένας τον άλλο επειδή έχουν διδαχθεί τους κανόνες της δικαιοσύνης· βοηθούν επειδή η αμοιβαία φροντίδα είναι η οργανική έκφραση όντων που αναγνωρίζουν τη θεμελιώδη διασύνδεσή τους. Όταν η σκαλωσιά της τυπικής αρετής αφαιρεθεί, η φυσική αρχιτεκτονική της ανθρώπινης καλοσύνης αποκαλύπτεται, όρθια δυνατή και όμορφη στην απερίτμητη απλότητά της.

 

Η Παγίδα της Πονηριάς

 

Ο τρίτος πυλώνας που πρέπει να πέσει σε αυτή τη μυστική αποδόμηση είναι ίσως ο πιο δελεαστικός από όλους — ο πυλώνας της πονηριάς, της τεχνητής επινοητικότητας, της μηχανορράφου νοημοσύνης που υπερηφανεύεται για την ικανότητά της να χειραγωγεί τις περιστάσεις για προσωπικό όφελος. Στην αγορά του κόσμου, τέτοια πονηριά γιορτάζεται ως αρετή. Εκείνος που μπορεί να επινοήσει περίτεχνες στρατηγικές για να συσσωρεύσει πλούτο, που μπορεί να υπερφαλαγγίσει ανταγωνιστές μέσω ανώτερου υπολογισμού, που μπορεί να κατασκευάσει περίτεχνα συστήματα για να εξασφαλίσει προσωπικό κέρδος — τέτοιος άνθρωπος θεωρείται επιτυχημένος, αξιοθαύμαστος, άξιος μίμησης.

 

Ωστόσο ο μυστικός, κατοικώντας στην καθαρότητα που προέρχεται από παρατεταμένη ενατένιση του ανεκφράστου, βλέπει μέσα από αυτή την ψευδαίσθηση. Αντιλαμβάνεται ότι αυτή η γιορταζόμενη πονηριά είναι στην πραγματικότητα μια μορφή βίας κατά της φυσικής τάξης, μια διαφθορά της νοημοσύνης που το Θείο έχει τοποθετήσει μέσα στους ανθρώπους για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Η αληθινή νοημοσύνη, στην παρθένα μορφή της, δεν είναι εργαλείο χειραγώγησης αλλά καθρέφτης που αντανακλά την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς παραμόρφωση, χωρίς το θολωτικό φακό του προσωπικού συμφέροντος.

 

Όταν ο σοφός αποκηρύττει αυτές τις τεχνητές επινοήσεις, όταν παύει τις μηχανορραφίες για προσωπικό κέρδος, δεν γίνεται ανόητος ή ανήμπορος. Αντίθετα, ευθυγραμμίζεται με μια βαθύτερη νοημοσύνη — τη νοημοσύνη που καθοδηγεί τα άστρα στις τροχιές τους, που κατευθύνει τον σολομό στους τόπους αναπαραγωγής του, που διδάσκει στην αράχνη τη γεωμετρία του ιστού της. Αυτή η νοημοσύνη δεν απαιτεί συνωμοσίες, στρατηγικές, αγχώδεις υπολογισμούς. Απλώς δρα σε αρμονία με τον Δρόμο, και έτσι επιτυγχάνει όλα όσα χρειάζεται να επιτευχθούν χωρίς δύναμη ή αγώνα.

 

Σε μια κοινωνία όπου τέτοια αποκήρυξη γίνεται ο κανόνας, όπου η πονηριά δεν εκτιμάται πλέον πάνω από τη σοφία, όπου η μηχανορραφία για κέρδος αναγνωρίζεται ως η πνευματική φτώχεια που πραγματικά είναι, συμβαίνει μια βαθιά μεταμόρφωση. Οι κλέφτες και οι ληστές που μαστίζουν την κοινωνική τάξη δεν υπάρχουν απομονωμένοι — είναι το αναπόφευκτο προϊόν ενός συστήματος που διδάσκει τους ανθρώπους να εκτιμούν την προσωπική συσσώρευση πάνω από όλα, που γιορτάζει την πονηρή χειραγώγηση των άλλων, που μετρά την αξία από το μέγεθος των κτήσεων κάποιου παρά από το βάθος της ύπαρξής του.

 

Όταν η ρίζα της νόσου θεραπευτεί — όταν η εμμονή με το κέρδος απελευθερωθεί και ο εθισμός στην πονηριά ιαθεί — τα συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους. Οι άνθρωποι δεν κλέβουν πλέον επειδή δεν πιστεύουν πια ότι η ευτυχία μπορεί να βρεθεί στη συσσώρευση. Δεν ληστεύουν πλέον επειδή έχουν ανακαλύψει τον ανεξάντλητο πλούτο που κατοικεί μέσα τους, έναν πλούτο που δεν μπορεί να αφαιρεθεί με τη βία και δεν χρειάζεται να φυλάσσεται με αγωνία.

 

Η Αποτυχία των Κομψών Μεθόδων

 

Ο μυστικός κατανοεί κάτι που ο κοσμικός νους δυσκολεύεται να αποδεχτεί: οι μέθοδοι που φαίνονται οι πιο εξελιγμένες, οι πιο εκλεπτυσμένες, οι πιο φιλοσοφικά κομψές είναι συχνά οι μέθοδοι που αποτυγχάνουν πιο πλήρως να επιτύχουν τους δηλωμένους στόχους τους. Οι αρχαίοι τρόποι, ντυμένοι με τα εκλεκτά ενδύματα της πολιτισμένης φιλοσοφίας, στολισμένοι με όμορφα ονόματα και δικαιολογημένοι με περίτεχνους συλλογισμούς, δημιουργούν ακριβώς τα προβλήματα που υποτίθεται ότι λύνουν.

 

Όταν η διακυβέρνηση γίνεται τέχνη, όταν οι άρχοντες υπερηφανεύονται για την εκλέπτυνση των μεθόδων τους και την πολυπλοκότητα των συστημάτων τους, δημιουργούν ακούσια απόσταση μεταξύ τους και αυτών που κυβερνούν. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι διαχειρίζονται, χειραγωγούνται, καθοδηγούνται από αόρατα χέρια σύμφωνα με αρχές που δεν κατανοούν. Η εμπιστοσύνη διαβρώνεται, αντικαθίσταται από υποψίες. Η φυσική συνεργασία δίνει τη θέση της σε αντίσταση και αποφυγή.

 

Αυτές οι κομψές μέθοδοι — η καλλιέργεια τεχνητής σοφίας, η κωδικοποίηση της αρετής, η ανάπτυξη πονηρών στρατηγικών — προσπαθούν να καλύψουν την ουσιαστική τους ανεπάρκεια πίσω από όμορφα ονόματα. Ονομάζουν τον έλεγχο «καθοδήγηση», βαφτίζουν τη χειραγώγηση «εκπαίδευση», περιγράφουν τον εξαναγκασμό ως «απαραίτητη πειθαρχία». Αλλά ο μυστικός, του οποίου η όραση έχει καθαριστεί από παρατεταμένη ματιά στην άβυσσο της άγνοιας, βλέπει μέσα από αυτά τα πέπλα στην κενότητα που κρύβεται από κάτω.

 

Η τραγωδία είναι ότι εκείνοι που εφαρμόζουν αυτές τις μεθόδους συχνά το κάνουν με γνήσιες καλές προθέσεις. Πραγματικά πιστεύουν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται βελτίωση, εκπαίδευση, μεταρρύθμιση — ότι η ανθρώπινη φύση στην ακατέργαστη κατάστασή της είναι ανεπαρκής και πρέπει να εκλεπτύνεται μέσω συστηματικής παρέμβασης. Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτή ακριβώς η υπόθεση — ότι οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς ελαττωματικοί και απαιτούν εξωτερική διόρθωση — είναι ο δηλητηριασμένος σπόρος από τον οποίο αναπτύσσεται όλη η κοινωνική δυσλειτουργία.

 

Ο Δρόμος της Απλότητας

 

Ενάντια στην πολυπλοκότητα της κοσμικής σοφίας, ο μυστικός προτείνει την ριζική εναλλακτική της απλότητας — όχι την απλότητα της άγνοιας, αλλά την απλότητα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της πολυπλοκότητας, μετά από όλα τα περίτεχνα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί και στη συνέχεια συνειδητά αποδομηθεί. Αυτή είναι η απλότητα του δασκάλου που έχει εσωτερικεύσει όλους τους κανόνες τόσο βαθιά που μπορεί τελικά να ξεχαστούν, η απλότητα του σοφού που έχει ταξιδέψει τόσο μακριά στο μονοπάτι της γνώσης ώστε να φτάσει πίσω στην αθωότητα του αρχάριου, αλλά τώρα φέρνοντας το βάθος όλων όσων έχει βιώσει και υπερβεί.

 

Αυτός ο απλός δρόμος δεν απαιτεί περίτεχνες διδασκαλίες ή περίπλοκους θεσμούς. Λειτουργεί σύμφωνα με αρχές τόσο βασικές που φαίνονται σχεδόν ενοχικά προφανείς: να είσαι φυσικός, να είσαι γνήσιος, να είσαι πιστός στην ουσιαστική σου φύση. Μην προσποιείσαι αυτό που δεν είσαι. Μην συσσωρεύεις αυτό που δεν χρειάζεσαι. Μην εξαναγκάζεις αυτό που πρέπει να αναπτυχθεί οργανικά. Μην περιπλέκεις αυτό που είναι εγγενώς απλό.

 

Όταν η διακυβέρνηση διεξάγεται σύμφωνα με αυτές τις απλές και αληθινές κατευθύνσεις, συμβαίνει κάτι θαυματουργό. Οι άνθρωποι, πλέον απαλλαγμένοι από το βάρος των τεχνητών συστημάτων, αρχίζουν να αυτοκυβερνώνται σύμφωνα με την έμφυτη σοφία τους. Δεν απαιτούν εκτενείς νόμους επειδή φυσικά αποφεύγουν τη βλάβη. Δεν χρειάζονται περίτεχνους ηθικούς κώδικες επειδή οι καρδιές τους τους καθοδηγούν προς την καλοσύνη. Δεν απαιτούν περίπλοκα οικονομικά συστήματα επειδή φυσικά μοιράζονται και συνεργάζονται όταν οι βασικές τους ανάγκες ικανοποιούνται.

 

Αυτό δεν είναι αφελής ουτοπισμός αλλά μάλλον περιγραφή αυτού που αναδύεται αυθόρμητα όταν τα εμπόδια στη φυσική ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Όπως ένα φυτό θα αναπτυχθεί προς το φως όταν οι πέτρες καθαριστούν από το μονοπάτι του, έτσι και οι άνθρωποι θα αναπτυχθούν προς το υψηλότερο δυναμικό τους όταν οι τεχνητοί περιορισμοί των παραπλανημένων συστημάτων αρθούν.

 

Η Αποφυγή των Εγωιστικών Σκοπών

 

Στην καρδιά αυτής της μυστικής διδασκαλίας βρίσκεται μια βαθιά αναπροσανατολισμός της επιθυμίας. Ο κοσμικός άνθρωπος καθοδηγείται από πλήθος πόθων — όχι μόνο σωματικές ορέξεις, αν και αυτές περιλαμβάνονται, αλλά πιο θεμελιωδώς, ο πόθος για αναγνώριση, ο πόθος για ασφάλεια, ο πόθος για έλεγχο, ο πόθος να είναι κανείς ξεχωριστός, χωριστός, ανώτερος. Αυτοί οι πόθοι γεννούν ατέρμονη προσπάθεια, ατέρμονη αγωνία, ατέρμονη απογοήτευση.

 

Ο μυστικός δεν προτείνει την βίαιη καταστολή αυτών των επιθυμιών, διότι τέτοια καταστολή μόνο τις οδηγεί υπόγεια όπου γίνονται πιο στρεβλές και ισχυρές. Αντίθετα, η διδασκαλία δείχνει προς μια φυσική αποφυγή που συμβαίνει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται καθαρά την ματαιότητα αυτών των επιδιώξεων. Δεν είναι ότι ο σοφός εξαναγκάζει τον εαυτό του να εγκαταλείψει εγωιστικούς σκοπούς μέσω ηρωικής θέλησης· μάλλον αυτοί οι σκοποί πέφτουν φυσικά όταν αναγνωριστεί η ουσιαστική τους κενότητα.

 

Αυτή η αναγνώριση δεν έρχεται μόνο μέσω διανοητικής ανάλυσης, αν και η κατανόηση παίζει ρόλο. Έρχεται μέσω άμεσης εμπειρίας — μέσω της γεύσης του καρπού της εγωιστικής προσπάθειας και της ανακάλυψης της πικρίας του, μέσω της συσσώρευσης κτήσεων και της διαπίστωσης ότι δεν φέρνουν διαρκή ικανοποίηση, μέσω της επίτευξης αναγνώρισης και της ανακάλυψης ότι αφήνει την βαθύτερη πείνα ανησυχασμένη. Η ψυχή, εκπαιδευμένη από την εμπειρία, σταδιακά χάνει το ενδιαφέρον για αυτές τις επιδιώξεις, όχι επειδή απαγορεύονται αλλά επειδή φαίνονται τελικά μη ανταποδοτικές.

 

Στη θέση τους αναδύεται ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός — όχι προς την απόκτηση περισσότερων αλλά προς την εκτίμηση αυτού που είναι, όχι προς τη χειραγώγηση των περιστάσεων για να εξυπηρετήσουν προσωπικούς σκοπούς αλλά προς την ευθυγράμμιση της προσωπικής δράσης με την κοσμική ανάπτυξη, όχι προς την ικανοποίηση απομονωμένων ατομικών επιθυμιών αλλά προς τη συμμετοχή στη μεγάλη συμφωνία της ύπαρξης στην οποία κάθε ον παίζει τον μοναδικό και απαραίτητο ρόλο του.

 

Η Επιστροφή στη Ρίζα

 

Και έτσι το μυστικό ταξίδι, που στην αρχή φαινόταν ως μονοπάτι αποκήρυξης και απώλειας, αποκαλύπτεται ως μονοπάτι ανακάλυψης και ανάκτησης. Αυτό που αποκηρύσσεται είναι μόνο το ψεύτικο· αυτό που ανακαλύπτεται είναι το πραγματικό που ήταν πάντα παρόν αλλά σκιασμένο. Αυτό που χάνεται είναι μόνο το βάρος των τεχνητών κατασκευών· αυτό που ανακτάται είναι η ελαφρότητα και η ελευθερία της φυσικής ύπαρξης.

 

Η Ρίζα στην οποία επιστρέφει κανείς δεν βρίσκεται στο μακρινό παρελθόν, σαν να πρέπει κάπως να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο για να ανακτήσει μια χαμένη χρυσή εποχή. Μάλλον, η Ρίζα υπάρχει αιώνια στα βάθη της πραγματικότητας του τώρα, πάντα διαθέσιμη σε εκείνον που έχει το θάρρος να σκάψει κάτω από τα συσσωρευμένα στρώματα διαμόρφωσης, πεποιθήσεων και συνηθειών. Είναι το έδαφος της ύπαρξης το ίδιο, η πηγή από την οποία κάθε στιγμή αναδύεται φρέσκια, η πηγή δημιουργικότητας και αυθορμητισμού που ποτέ δεν στερεύει.

 

Το να ζει κανείς από αυτή τη Ρίζα είναι να ζει σε συνεχή θαυμασμό, διότι κάθε στιγμή φέρνει κάτι γνήσια νέο αντί για απλή επανάληψη οικείων μοτίβων. Είναι να ζει χωρίς το εξαντλητικό βάρος της διατήρησης μιας κατασκευασμένης ταυτότητας, διότι ο Ριζικός-εαυτός δεν χρειάζεται συντήρηση — απλώς είναι, αβίαστα και πλήρως. Είναι να ζει σε αρμονία με όλα τα όντα, διότι στο επίπεδο της Ρίζας, η ψευδαίσθηση του χωρισμού διαλύεται και η θεμελιώδης ενότητα όλης της ύπαρξης γίνεται όχι απλώς φιλοσοφική έννοια αλλά βιωμένη πραγματικότητα.

 

Ο σοφός που έχει ολοκληρώσει αυτή την επιστροφή — ή μάλλον, που ζει στην αιώνια διαδικασία της επιστροφής, διότι το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει αλλά πρέπει να ανανεώνεται σε κάθε στιγμή — κατοικεί σε μια κατάσταση βαθιάς παραδοξότητας. Είναι άδειος αλλά πλήρης, απλός αλλά βαθύς, ανίσχυρος αλλά ικανός για οτιδήποτε, δεν κατέχει τίποτα αλλά δεν στερείται τίποτα. Έχει αποκηρύξει τη σοφία αλλά είναι πραγματικά σοφός, έχει απορρίψει την αρετή αλλά είναι γνήσια καλός, έχει εγκαταλείψει την πονηριά αλλά δρα με τέλεια νοημοσύνη.

 

Το Δώρο στην Ανθρωπότητα

 

Αυτή η μυστική διδασκαλία δεν προσφέρεται απλώς ως μονοπάτι για ατομική πνευματική ανάπτυξη, αν και σίγουρα εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Πιο θεμελιωδώς, προσφέρεται ως δώρο σε όλη την ανθρωπότητα, ως κλειδί για να ξεκλειδώσει τη φυλακή του πόνου που οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει μέσω των παραπλανημένων προσπαθειών τους για βελτίωση, πρόοδο και πολιτισμό.

 

Αν εκείνοι που κατέχουν θέσεις επιρροής — είτε ως τυπικοί ηγέτες είτε απλώς ως άτομα των οποίων οι πράξεις επηρεάζουν άλλους — μπορούσαν να αγκαλιάσουν αυτή τη διδασκαλία, η μεταμόρφωση θα κυματιζόταν προς τα έξω σαν κύματα από μια πέτρα που πέφτει σε ήρεμο νερό. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το καταπιεστικό βάρος των τεχνητών συστημάτων, θα ξανανακάλυπταν τη χαρά της φυσικής ζωής. Οι κοινότητες θα αναδιοργανώνονταν σύμφωνα με οργανικές αρχές αντί για επιβληθείσες δομές. Η σχέση μεταξύ ανθρώπων και φυσικού κόσμου θα θεραπευόταν καθώς οι άνθρωποι αναγνώριζαν τον εαυτό τους όχι ως χωριστούς από τη φύση αλλά ως εκφράσεις της άπειρης δημιουργικότητας της φύσης.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα να εγκαταλειφθούν όλες οι δομές, όλη η μάθηση, όλη η ηθική σκέψη. Είναι μάλλον κάλεσμα να διακρίνουμε μεταξύ δομών που αναδύονται φυσικά από ζωντανά συστήματα και δομών που επιβάλλονται τεχνητά από έξω, μεταξύ μάθησης που αφυπνίζει έμφυτες δυνατότητες και μάθησης που προσπαθεί να προγραμματίσει προκαθορισμένα αποτελέσματα, μεταξύ ηθικής συμπεριφοράς που ρέει από γνήσια φροντίδα και ηθικής συμπεριφοράς που εκτελείται από καθήκον ή φόβο.

 

Η εκατονταπλάσια βελτίωση που υπόσχεται το αρχαίο κείμενο δεν είναι υπερβολή αλλά ρεαλιστική εκτίμηση αυτού που γίνεται δυνατό όταν τα εμπόδια στην ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Ωστόσο αυτή η βελτίωση δεν μπορεί να επιβληθεί ή να μηχανευτεί· μπορεί μόνο να επιτραπεί να αναδυθεί όταν οι συνθήκες είναι σωστές — όταν η σοφία αποκηρύσσεται, όταν η τυποποιημένη αρετή απορρίπτεται, όταν η τεχνητή επινοητικότητα δίνει τη θέση της στη φυσική δράση.

 

Η Αιώνια Πρόσκληση

 

Η διδασκαλία στέκεται ως αιώνια πρόσκληση, εκτεταμένη σε όλους όσους έχουν κουραστεί από τις πολυπλοκότητες και τις αντιφάσεις της κοσμικής ύπαρξης, σε όλους όσους αισθάνονται ότι κάτω από τον θόρυβο και το χάος της συμβατικής ζωής κρύβεται μια απλότητα και ειρήνη που ο κόσμος ούτε μπορεί να δώσει ούτε να αφαιρέσει. Είναι πρόσκληση να σταματήσουν να προσπαθούν τόσο σκληρά, να απελευθερώσουν την εξαντλητική προσπάθεια να γίνουν κάτι άλλο από αυτό που θεμελιωδώς είναι, να εμπιστευτούν τη σοφία που ρέει από τη Ρίζα όταν τα κανάλια καθαριστούν από εμπόδια.

 

Αυτός είναι ο παραδοξικός δρόμος του μυστικού — να κατέβει για να ανέβει, να αδειάσει για να γεμίσει, να πεθάνει στον ψεύτικο εαυτό για να γεννηθεί στην αυθεντική ύπαρξη. Είναι μονοπάτι όχι επίτευξης αλλά πραγματοποίησης, όχι γίγνεσθαι αλλά θύμησης, όχι κατασκευής αλλά αποκάλυψης. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι αυτό που ήταν πάντα παρόν, περιμένοντας υπομονετικά κάτω από τα στρώματα διαμόρφωσης, έτοιμο να αναδυθεί τη στιγμή που θα δημιουργηθεί χώρος για την εμφάνισή του.

 

Ο σοφός που βαδίζει αυτό το μονοπάτι δεν αφήνει ίχνη, διδάσκει χωρίς να μιλάει, επιτυγχάνει χωρίς να πράττει. Είναι σαν το νερό, που αναζητά πάντα το χαμηλότερο μέρος, υπηρετώντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, ικανοποιημένο να δέχεται αυτό που ο κόσμος θεωρεί ανεπιθύμητο. Ωστόσο στην φαινομενική του φτώχεια κατέχει τον μόνο πλούτο που μετράει — τον πλούτο του να είναι πλήρως παρών, πλήρως ζωντανός, πλήρως ο εαυτός του σε κάθε μη επαναλήψιμη στιγμή.

 

Το να επιστρέψει κανείς στη Ρίζα είναι να έρθει σπίτι μετά από ένα μακρύ και περιττό ταξίδι, να φτάσει στον τόπο όπου πάντα ήταν αλλά δεν μπορούσε να δει ενώ χανόταν στις περιπλοκές της αναζήτησης. Είναι να αναπαυθεί στο αιώνιο τώρα, να αναπνέει με την κοσμική αναπνοή, να κινείται σε αρμονία με τους λεπτούς ρυθμούς που καθοδηγούν όλη την ύπαρξη προς την απόλυτη άνθησή της. Αυτό είναι το δώρο, η πρόσκληση, η ανοιχτή πόρτα. Θα μπεις;


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~