CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)
8. The Luminous Thread: A Journey Through the Heart of All Religions

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)
7. Ο Άπειρος Πολυδιάστατος Χώρος: Η Θρησκεία ως Αρχιτεκτονική της Υπέρβασης

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 24 January, 2026

Friday, October 31, 2025

The Eternal Veil: Truth as the Pillar of Illusion


 

The Eternal Veil: Truth as the Pillar of Illusion

 

In the shadowed corridors of existence, where the flickering lantern of perception casts its trembling light, there stands a singular, immutable presence: Truth. It is not a thing to be grasped, nor a doctrine to be recited, but a silent pillar upholding the vast cathedral of being. Truth is the support of every perception, the unseen root from which the tangled vines of thought and sensation unfurl. Yet, in its boundless essence, it remains beyond all understanding—a radiant enigma that both sustains and dissolves the illusions we cling to as reality. Herein lies the great deception: that we, in our dreaming, mistake the shadows on the wall for the fire that casts them.

 

To speak of Truth is to dance at the edge of a precipice, where words falter and meaning bends like light through a prism. It is not a concept to be held, nor a treasure to be unearthed, but the very ground upon which the seeker treads—unseen, unfelt, yet ever-present. It is the breath within the breath, the silence beneath the song, the stillness that cradles every motion. And yet, this same Truth, in its infinite generosity, becomes the scaffold for our delusions, the canvas upon which we paint the fleeting murals of our lives. How strange, how wondrous, that the eternal should lend itself to the ephemeral, that the boundless should cradle the bounded.

 

Consider the eye, that fragile orb of flesh and wonder, through which the world pours in—a cascade of color, form, and shadow. The eye perceives, and in perceiving, it weaves a tapestry of meaning: the crimson blush of dawn, the gnarled embrace of an ancient tree, the fleeting glance of a stranger. Each is a thread in the fabric of reality, a story whispered into the soul. Yet what supports this vision? What lies beneath the surface of sight? It is Truth, the invisible current that flows through every perception, lending it form while remaining formless. The eye sees the tree, but Truth is the seeing itself—the unseen seer who gazes through the veil of illusion.

 

And so we are deceived, not by malice, but by the very nature of our being. We take the fleeting for the fixed, the shadow for the substance. We build our towers of belief, our cities of certainty, upon the shifting sands of perception, forgetting that beneath it all lies the unshakable bedrock of Truth. Our illusions are not falsehoods in the crude sense, but half-lights—refractions of the infinite through the finite prism of mind. The lover’s touch, the warrior’s cry, the sage’s silence: these are not unreal, but neither are they the whole. They are echoes, reverberations of a melody too vast to hear, a light too bright to behold.

 

In the mystical traditions, this paradox is celebrated as the great play of existence. The Sufi whirls in ecstasy, losing the self to find the Self, knowing that the veil of illusion is woven from the threads of the divine. The yogi sits in stillness, piercing the layers of maya—the cosmic dance of appearance—to touch the unchanging reality beneath. The Gnostic gazes into the abyss, seeking the spark of Truth hidden within the labyrinth of the soul. Each, in their way, glimpses the same mystery: that Truth is both the source and the dissolution of all we know, the flame that consumes the moth even as it draws it near.

 

Yet how can we speak of that which is beyond understanding? The mind, that restless architect, constructs its bridges of logic and its castles of reason, only to find them crumble before the infinite. To understand Truth is to misunderstand it, for it is not a thing to be captured, but a presence to be entered. It is the ocean that holds the wave, the sky that embraces the storm, the void that births the stars. And yet, in its mercy, it allows us our illusions—our loves, our fears, our fleeting joys—as a mother allows a child to play in the dust, knowing the game will one day end.

 

Imagine, then, a seeker standing at the edge of a great desert, the horizon shimmering with mirages. She sees water where there is none, a city where only sand reigns. Her thirst drives her forward, her hope sustains her steps, and yet the mirage recedes with every stride. At last, exhausted, she falls to her knees, and in that surrender, she feels the Truth—not as a vision, not as a reward, but as the sand beneath her, the heat upon her skin, the breath within her lungs. The mirage was not false; it was a signpost, a reflection of the real, distorted by the lens of her longing. And so it is with us all: our delusions are not errors to be cast aside, but mirrors in which Truth reveals itself, if only we learn to see.

 

What, then, is the path to this seeing? It is not a journey outward, but a descent inward—a shedding of the layers we mistake for ourselves. The mystic does not seek Truth as a prize, but as a homecoming. She does not conquer illusion, but embraces it as a companion, knowing that even the shadow points to the light. In the stillness of meditation, in the fervor of prayer, in the quiet awe of a starlit night, the veil thins, and the soul glimpses what it has always known: that Truth is not beyond us, but within us, not distant, but near, not hidden, but revealed in every breath.

 

And so we live, suspended between the eternal and the ephemeral, the real and the unreal. Our perceptions are fragile lanterns, casting their glow upon the vastness, illuminating only what we can bear to see. Yet beneath them lies the unshakable support of Truth, the silent witness to our dreaming. We are deceived, yes, but gloriously so—for in our illusions, we touch the hem of the infinite, and in our delusions, we dance with the divine. The mirage may fade, the shadow may shift, but Truth remains: the pillar, the flame, the mystery that holds us all.

 

Το Αιώνιο Πέπλο: Η Αλήθεια ως ο Πυλώνας της Ψευδαίσθησης

 

Στους σκιασμένους διαδρόμους της ύπαρξης, όπου το τρεμάμενο φως του φαναριού της αντίληψης ρίχνει την τρεμουλιαστή του λάμψη, στέκεται μια μοναδική, αμετάβλητη παρουσία: η Αλήθεια. Δεν είναι κάτι που μπορεί να αδράξει κανείς, ούτε ένα δόγμα προς απαγγελία, αλλά ένας σιωπηλός πυλώνας που στηρίζει τον απέραντο καθεδρικό ναό του Είναι. Η Αλήθεια είναι το στήριγμα κάθε αντίληψης, η αόρατη ρίζα από την οποία ξεδιπλώνονται τα περιπλεγμένα αμπέλια της σκέψης και της αίσθησης. Ωστόσο, στην απεριόριστη ουσία της, παραμένει πέρα από κάθε κατανόηση—ένα λαμπερό αίνιγμα που συντηρεί και διαλύει ταυτόχρονα τις ψευδαισθήσεις που αποκαλούμε πραγματικότητα. Εδώ βρίσκεται η μεγάλη απάτη: ότι εμείς, στα όνειρά μας, μπερδεύουμε τις σκιές στον τοίχο με τη φωτιά που τις δημιουργεί.

 

Το να μιλάς για την Αλήθεια είναι σαν να χορεύεις στο χείλος ενός γκρεμού, όπου οι λέξεις παραπαίουν και το νόημα λυγίζει σαν το φως μέσα από ένα πρίσμα. Δεν είναι μια έννοια για να κρατηθεί, ούτε ένας θησαυρός για να ανακαλυφθεί, αλλά το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο περπατά ο αναζητητής—αόρατο, ανεπαίσθητο, αλλά πάντα παρόν. Είναι η ανάσα μέσα στην ανάσα, η σιωπή κάτω από το τραγούδι, η ακινησία που αγκαλιάζει κάθε κίνηση. Και όμως, αυτή η ίδια Αλήθεια, στην άπειρη γενναιοδωρία της, γίνεται η σκαλωσιά των ψευδαισθήσεών μας, ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζουμε τις φευγαλέες τοιχογραφίες των ζωών μας. Πόσο παράξενο, πόσο θαυμαστό, που το αιώνιο δανείζει τον εαυτό του στο εφήμερο, που το απεριόριστο αγκαλιάζει το περιορισμένο.

 

Σκεφτείτε το μάτι, αυτή την εύθραυστη σφαίρα σάρκας και θαύματος, μέσα από την οποία εισρέει ο κόσμος—ένας καταρράκτης χρώματος, μορφής και σκιάς. Το μάτι αντιλαμβάνεται, και αντιλαμβανόμενο, υφαίνει ένα χαλί νοήματος: το κόκκινο χρώμα της αυγής, η τραχιά αγκαλιά ενός αρχαίου δέντρου, το φευγαλέο βλέμμα ενός ξένου. Το καθένα είναι ένα νήμα στον ιστό της πραγματικότητας, μια ιστορία που ψιθυρίζεται στην ψυχή. Όμως τι υποστηρίζει αυτό το όραμα; Τι βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της όρασης; Είναι η Αλήθεια, το αόρατο ρεύμα που ρέει μέσα από κάθε αντίληψη, δίνοντάς της μορφή ενώ παραμένει άμορφη. Το μάτι βλέπει το δέντρο, αλλά η Αλήθεια είναι η ίδια η όραση—ο αόρατος θεατής που κοιτάζει μέσα από το πέπλο της ψευδαίσθησης.

 

Και έτσι εξαπατόμαστε, όχι από κακία, αλλά από την ίδια τη φύση της ύπαρξής μας. Παίρνουμε το εφήμερο για το σταθερό, τη σκιά για την ουσία. Χτίζουμε τους πύργους της πίστης μας, τις πόλεις της βεβαιότητάς μας, πάνω στην κινούμενη άμμο της αντίληψης, ξεχνώντας ότι κάτω από όλα αυτά βρίσκεται ο ακλόνητος βράχος της Αλήθειας. Οι ψευδαισθήσεις μας δεν είναι ψεύδη με την ωμή έννοια, αλλά ημίφωτα—διαθλάσεις του άπειρου μέσα από το πεπερασμένο πρίσμα του νου. Το άγγιγμα του εραστή, η κραυγή του πολεμιστή, η σιωπή του σοφού: αυτά δεν είναι μη πραγματικά, αλλά ούτε είναι το όλον. Είναι ηχώ, αντηχήσεις μιας μελωδίας πολύ απέραντης για να ακουστεί, ένα φως πολύ λαμπερό για να αντικρυστεί.

 

Στις μυστικιστικές παραδόσεις, αυτό το παράδοξο γιορτάζεται ως το μεγάλο παιχνίδι της ύπαρξης. Ο Σούφι στροβιλίζεται σε έκσταση, χάνοντας τον εαυτό για να βρει τον Εαυτό, γνωρίζοντας ότι το πέπλο της ψευδαίσθησης είναι υφασμένο από τα νήματα του θείου. Ο γιόγκι κάθεται σε ακινησία, διαπερνώντας τα στρώματα της μάγια—τον κοσμικό χορό της εμφάνισης—για να αγγίξει την αμετάβλητη πραγματικότητα από κάτω. Ο Γνωστικός κοιτάζει στην άβυσσο, αναζητώντας τη σπίθα της Αλήθειας κρυμμένη μέσα στον λαβύρινθο της ψυχής. Καθένας, με τον τρόπο του, εντοπίζει το ίδιο μυστήριο: ότι η Αλήθεια είναι τόσο η πηγή όσο και η διάλυση όλων όσων γνωρίζουμε, η φλόγα που καταναλώνει το σκώρο ακόμα και καθώς το έλκει κοντά της.

 

Ωστόσο, πώς μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι που είναι πέρα από την κατανόηση; Ο νους, αυτός ο ανήσυχος αρχιτέκτονας, κατασκευάζει τις γέφυρες της λογικής του και τα κάστρα της πίστης του, μόνο για να τα δει να θρυμματίζονται μπροστά στο άπειρο. Το να κατανοήσεις την Αλήθεια είναι να την παρεξηγήσεις, γιατί δεν είναι κάτι που μπορεί να συλληφθεί, αλλά μια παρουσία στην οποία μπορεί κανείς να εισέλθει. Είναι ο ωκεανός που κρατά το κύμα, ο ουρανός που αγκαλιάζει την καταιγίδα, το κενό που γεννά τα αστέρια. Και όμως, στο έλεός της, μας επιτρέπει τις ψευδαισθήσεις μας—τις αγάπες μας, τους φόβους μας, τις φευγαλέες χαρές μας—όπως μια μητέρα επιτρέπει σε ένα παιδί να παίζει στη σκόνη, γνωρίζοντας ότι το παιχνίδι κάποια μέρα θα τελειώσει.

 

Φανταστείτε, λοιπόν, έναν αναζητητή που στέκεται στην άκρη μιας μεγάλης ερήμου, με τον ορίζοντα να λαμπυρίζει από οφθαλμαπάτες. Βλέπει νερό εκεί που δεν υπάρχει, μια πόλη όπου βασιλεύει μόνο η άμμος. Η δίψα του τον ωθεί προς τα εμπρός, η ελπίδα του συντηρεί τα βήματά του, και όμως η οφθαλμαπάτη υποχωρεί με κάθε βήμα. Στο τέλος, εξαντλημένος, πέφτει στα γόνατά του, και σε αυτή την παράδοση, αισθάνεται την Αλήθεια—όχι ως όραμα, όχι ως ανταμοιβή, αλλά ως την άμμο κάτω του, τη ζέστη πάνω στο δέρμα του, την ανάσα μέσα στους πνεύμονές του. Η οφθαλμαπάτη δεν ήταν ψευδής· ήταν ένα σημάδι, μια αντανάκλαση του πραγματικού, παραμορφωμένη από τον φακό της λαχτάρας του. Και έτσι είναι με όλους μας: οι ψευδαισθήσεις μας δεν είναι λάθη που πρέπει να παραμεριστούν, αλλά καθρέφτες στους οποίους η Αλήθεια αποκαλύπτεται, αν μόνο μάθουμε να βλέπουμε.

 

Ποιο είναι, λοιπόν, το μονοπάτι προς αυτή την όραση; Δεν είναι ένα ταξίδι προς τα έξω, αλλά μια κάθοδος προς τα μέσα—μια απόρριψη των στρωμάτων που εκλαμβάνουμε λανθασμένα ως εαυτούς μας. Ο μυστικιστής δεν αναζητά την Αλήθεια ως έπαθλο, αλλά ως επιστροφή στο σπίτι. Δεν κατακτά την ψευδαίσθηση, αλλά την αγκαλιάζει ως σύντροφο, γνωρίζοντας ότι ακόμα και η σκιά δείχνει προς το φως. Στη γαλήνη του διαλογισμού, στη θέρμη της προσευχής, στο ήσυχο δέος μιας αστρόφωτης νύχτας, το πέπλο λεπταίνει, και η ψυχή αντικρίζει αυτό που πάντα ήξερε: ότι η Αλήθεια δεν είναι πέρα από εμάς, αλλά μέσα μας, όχι μακριά, αλλά κοντά, όχι κρυμμένη, αλλά αποκαλύπτεται σε κάθε ανάσα.

 

Και έτσι ζούμε, αιωρούμενοι μεταξύ του αιώνιου και του εφήμερου, του πραγματικού και του μη πραγματικού. Οι αντιλήψεις μας είναι εύθραυστα φανάρια, που ρίχνουν τη λάμψη τους στην απεραντοσύνη, φωτίζοντας μόνο αυτό που μπορούμε να αντέξουμε να δούμε. Ωστόσο κάτω από αυτές βρίσκεται η ακλόνητη στήριξη της Αλήθειας, ο σιωπηλός μάρτυρας του ονείρου μας. Εξαπατόμαστε, ναι, αλλά ένδοξα—γιατί στις ψευδαισθήσεις μας, αγγίζουμε το κράσπεδο του άπειρου, και στις πλάνες μας, χορεύουμε με το θείο. Η οφθαλμαπάτη μπορεί να ξεθωριάσει, η σκιά μπορεί να μετατοπιστεί, αλλά η Αλήθεια παραμένει: ο πυλώνας, η φλόγα, το μυστήριο που μας κρατά όλους.


 

 

Thursday, October 30, 2025

The Unseen Flame: A Journey to the Heart of Truth


 

The Unseen Flame: A Journey to the Heart of Truth

 

Truth is not a word, nor a thought, nor a thing to be grasped by the eager hands of the mind. It is a flame that burns without fuel, a light that shines without source, a presence that dwells in the unseen folds of being. To seek Truth is to abandon the map of the known, to step beyond the shores of certainty, and to plunge into the vast ocean of the eternal. For Truth is not where we look—it is where we cease to look, where the eyes of thought grow dim, and the soul awakens to see with its whole being.

 

The Veil of the Profane

 

In the clamor of the world, we are taught to see with fragments—to measure, to judge, to divide. The profane dances before us, a masquerade of noise and form, tempting us to mistake the shadow for the substance. We build towers of reason, walls of belief, and call them truth, yet they crumble beneath the weight of their own illusion. The profane is the dust that clings to our feet, the chatter that fills our ears, the fleeting desires that pull us from the center. It is the world of surfaces, where eyes skim but do not pierce, where hands grasp but do not hold.

 

Yet Truth is not stained by this tumult. It is immaculate, a purity that cannot be touched by the hands of time or tarnished by the breath of mortals. It waits, silent and unyielding, beyond the reach of our striving. To find it, we must shed the garments of the profane—not merely the actions, but the very way we see. For Truth is not a prize to be won; it is a state to be entered, a vision to be embodied.

 

The Eyes of Thought

 

The mind is a restless seeker, a hunter of patterns and proofs. It peers through the lens of thought, crafting truths from the clay of memory and expectation. But these are small truths, brittle and bound, born of the finite and destined to fade. The eyes of thought see only what they are trained to see—they trace the outlines of the world but miss the essence that breathes beneath. They are like lanterns held in a storm, casting fleeting beams that dance upon the waves but never touch the depths.

 

To see Truth, we must close these eyes—not in blindness, but in surrender. We must turn inward, beyond the chatter of concepts, beyond the scaffolding of logic, to the silent expanse where the soul resides. For Truth is not a thing to be thought; it is a presence to be felt, a resonance that hums in the marrow of our being. It is the whisper that speaks when words fall away, the light that glows when darkness swallows form.

 

The Whole Being Sees

 

What does it mean to see with the whole being? It is to dissolve the boundaries between self and other, between the seer and the seen. It is to let the heart become an eye, the breath a vision, the silence a song. When we see with our whole being, we do not merely look—we become. We are no longer the observer standing apart, but the current flowing through the river of existence. Truth reveals itself not as an object, but as a union, a communion of all that is with all that we are.

 

This seeing is not an act of will, but an act of grace. It comes when we cease to chase, when we stand still amid the whirlwind and let the veils fall. It is the moment when the wind carries the scent of the infinite, when the stars pierce the night with their ancient gaze, when the pulse of life beats as one with the rhythm of the cosmos. To see Truth is to feel it—to know it in the bones, in the blood, in the quiet spaces where the soul dreams.

 

Where We Do Not Look

 

Truth hides in the places we overlook, in the shadows we fear, in the silences we avoid. It is the stillness beneath the storm, the root beneath the flower, the void beneath the form. We search for it in the grand and the loud, in the temples of stone and the books of ink, yet it waits in the mundane and the meek—in the breath of a child, the rustle of leaves, the pause between thoughts. It is always where we do not look, because we are blinded by our looking.

 

To find it, we must unlearn our seeking. We must walk the path of not-knowing, where every step is a shedding, every glance a release. Truth is not a destination; it is the ground we already stand upon, the air we already breathe. It is the mirror that reflects our essence when we dare to gaze without fear, without name, without end.

 

The Mystical Unveiling

 

In the heart of the mystic, Truth is not a doctrine but a dance—a swirling, endless embrace of the divine and the human, the seen and the unseen. It is the fire that consumes without burning, the water that quenches without drowning, the wind that lifts without scattering. To live in Truth is to walk the edge of paradox, where opposites dissolve and all becomes one.

 

This is the mystical way: to see with the whole being, to feel the pulse of the eternal in the fleeting moment, to know that Truth is not apart from us but within us, around us, as us. It is the immaculate flame that lights the world, yet belongs to no one. It is the purity that transcends the profane, yet shines through it. It is the vision that blinds the eyes of thought, yet awakens the soul to its infinite sight.

 

The Call

 

So, seeker, lay down your tools of seeking. Quiet the mind that clamors, soften the heart that guards, still the hands that grasp. Stand naked before the mystery, not in shame but in awe. See Truth with your whole being—not as a thing to possess, but as a life to embody. For Truth is here, now, in the space between these words, in the silence that follows, in the breath that rises as you read. It is where you do not look, yet where you have always been.

 

Look no further. Be.

 

 

Η Αόρατη Φλόγα: Ένα Ταξίδι στην Καρδιά της Αλήθειας

 

Η Αλήθεια δεν είναι μια λέξη, ούτε μια σκέψη, ούτε κάτι που μπορεί να συλληφθεί από τα πρόθυμα χέρια του νου. Είναι μια φλόγα που καίει χωρίς καύσιμο, ένα φως που λάμπει χωρίς πηγή, μια παρουσία που κατοικεί στις αόρατες πτυχές της ύπαρξης. Το να αναζητάς την Αλήθεια σημαίνει να εγκαταλείπεις τον χάρτη του γνωστού, να βγαίνεις πέρα από τις ακτές της βεβαιότητας και να βυθίζεσαι στον απέραντο ωκεανό του αιώνιου. Γιατί η Αλήθεια δεν βρίσκεται εκεί που κοιτάζουμε—βρίσκεται εκεί που παύουμε να κοιτάζουμε, εκεί που τα μάτια της σκέψης σκοτεινιάζουν και η ψυχή ξυπνά για να δει με ολόκληρη την ύπαρξή της.

 

Το Πέπλο του Βέβηλου

 

Μέσα στη βοή του κόσμου, μας διδάσκουν να βλέπουμε με αποσπάσματα—να μετράμε, να κρίνουμε, να διαιρούμε. Το βέβηλο χορεύει μπροστά μας, μια φαντασμαγορία θορύβου και μορφής, δελεάζοντάς μας να μπερδέψουμε τη σκιά με την ουσία. Χτίζουμε πύργους λογικής, τείχη πεποιθήσεων και τα ονομάζουμε αλήθεια, αλλά καταρρέουν κάτω από το βάρος της δικής τους ψευδαίσθησης. Το βέβηλο είναι η σκόνη που κολλάει στα πόδια μας, η φλυαρία που γεμίζει τα αυτιά μας, οι φευγαλέες επιθυμίες που μας απομακρύνουν από το κέντρο. Είναι ο κόσμος των επιφανειών, όπου τα μάτια γλιστρούν αλλά δεν διαπερνούν, όπου τα χέρια αρπάζουν αλλά δεν κρατούν.

 

Ωστόσο, η Αλήθεια δεν μολύνεται από αυτή την αναταραχή. Είναι αμόλυντη, μια καθαρότητα που δεν μπορεί να αγγιχτεί από τα χέρια του χρόνου ή να αμαυρωθεί από την ανάσα των θνητών. Περιμένει, σιωπηλή και ανένδοτη, πέρα από την εμβέλεια των προσπαθειών μας. Για να τη βρούμε, πρέπει να αποβάλουμε τα ενδύματα του βέβηλου—όχι μόνο τις πράξεις, αλλά τον ίδιο τον τρόπο που βλέπουμε. Γιατί η Αλήθεια δεν είναι ένα έπαθλο προς κατάκτηση· είναι μια κατάσταση προς είσοδο, ένα όραμα προς ενσάρκωση.

 

Τα Μάτια της Σκέψης

 

Ο νους είναι ένας ανήσυχος αναζητητής, ένας κυνηγός μοτίβων και αποδείξεων. Κοιτάζει μέσα από τον φακό της σκέψης, δημιουργώντας αλήθειες από τον πηλό της μνήμης και της προσδοκίας. Αλλά αυτές είναι μικρές αλήθειες, εύθραυστες και δεσμευμένες, γεννημένες από το πεπερασμένο και προορισμένες να ξεθωριάσουν. Τα μάτια της σκέψης βλέπουν μόνο αυτό που είναι εκπαιδευμένα να βλέπουν—ιχνηλατούν τα περιγράμματα του κόσμου αλλά χάνουν την ουσία που αναπνέει από κάτω. Είναι σαν φανάρια που κρατιούνται στην καταιγίδα, ρίχνοντας φευγαλέες ακτίνες που χορεύουν πάνω στα κύματα αλλά ποτέ δεν αγγίζουν τα βάθη.

 

Για να δούμε την Αλήθεια, πρέπει να κλείσουμε αυτά τα μάτια—όχι στην τύφλωση, αλλά στην παράδοση. Πρέπει να στραφούμε προς τα μέσα, πέρα από τη φλυαρία των εννοιών, πέρα από τη σκαλωσιά της λογικής, στη σιωπηλή έκταση όπου κατοικεί η ψυχή. Γιατί η Αλήθεια δεν είναι κάτι για να το σκεφτούμε· είναι μια παρουσία για να τη νιώσουμε, μια αντήχηση που βουίζει στο μεδούλι της ύπαρξής μας. Είναι το ψιθύρισμα που μιλάει όταν οι λέξεις σβήνουν, το φως που λάμπει όταν το σκοτάδι καταπίνει τη μορφή.

 

Το Όλον Ον Βλέπει

 

Τι σημαίνει να βλέπεις με ολόκληρη την ύπαρξη; Είναι να διαλύεις τα όρια μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ του βλέποντος και του βλεπόμενου. Είναι να αφήνεις την καρδιά να γίνει μάτι, την ανάσα όραμα, τη σιωπή τραγούδι. Όταν βλέπουμε με ολόκληρη την ύπαρξή μας, δεν  κοιτάζουμε απλώς—γινόμαστε. Δεν είμαστε πλέον ο παρατηρητής που στέκεται μακριά, αλλά το ρεύμα που ρέει μέσα από τον ποταμό της ύπαρξης. Η Αλήθεια αποκαλύπτεται όχι ως αντικείμενο, αλλά ως ένωση, μια κοινωνία όλων όσων υπάρχουν με όλα όσα είμαστε.

 

Αυτή η όραση δεν είναι πράξη θέλησης, αλλά πράξη χάριτος. Έρχεται όταν παύουμε να κυνηγάμε, όταν στεκόμαστε ακίνητοι μέσα στον ανεμοστρόβιλο και αφήνουμε τα πέπλα να πέσουν. Είναι η στιγμή που ο άνεμος μεταφέρει το άρωμα του απείρου, όταν τα αστέρια διαπερνούν τη νύχτα με το αρχαίο τους βλέμμα, όταν ο παλμός της ζωής χτυπά ως ένα με τον ρυθμό του κόσμου. Το να δεις την Αλήθεια είναι να τη νιώσεις—να την ξέρεις στα οστά, στο αίμα, στους ήσυχους χώρους όπου η ψυχή ονειρεύεται.

 

Εκεί Που Δεν Κοιτάζουμε

 

Η Αλήθεια κρύβεται στα μέρη που παραβλέπουμε, στις σκιές που φοβόμαστε, στις σιωπές που αποφεύγουμε. Είναι η γαλήνη κάτω από την καταιγίδα, η ρίζα κάτω από το λουλούδι, το κενό κάτω από τη μορφή. Την αναζητούμε στο μεγαλειώδες και το θορυβώδες, στους ναούς από πέτρα και στα βιβλία από μελάνι, αλλά περιμένει στο καθημερινό και το ταπεινό—στην ανάσα ενός παιδιού, στο θρόισμα των φύλλων, στην παύση ανάμεσα στις σκέψεις. Είναι πάντα εκεί που δεν κοιτάζουμε, επειδή τυφλωνόμαστε από την αναζήτησή μας.

 

Για να τη βρούμε, πρέπει να ξεμάθουμε την αναζήτησή μας. Πρέπει να περπατήσουμε το μονοπάτι της μη-γνώσης, όπου κάθε βήμα είναι μια αποβολή, κάθε ματιά μια απελευθέρωση. Η Αλήθεια δεν είναι προορισμός· είναι το έδαφος στο οποίο ήδη στεκόμαστε, ο αέρας που ήδη αναπνέουμε. Είναι ο καθρέφτης που αντανακλά την ουσία μας όταν τολμούμε να κοιτάξουμε χωρίς φόβο, χωρίς όνομα, χωρίς τέλος.

 

Η Μυστικιστική Αποκάλυψη

 

Στην καρδιά του μυστικού, η Αλήθεια δεν είναι δόγμα αλλά χορός—ένα στροβιλιζόμενο, ατελείωτο αγκάλιασμα του θείου και του ανθρώπινου, του ορατού και του αόρατου. Είναι η φωτιά που καταναλώνει χωρίς να καίει, το νερό που σβήνει τη δίψα χωρίς να πνίγει, ο άνεμος που ανυψώνει χωρίς να σκορπίζει. Το να ζεις στην Αλήθεια είναι να περπατάς στην άκρη του παράδοξου, όπου τα αντίθετα διαλύονται και όλα γίνονται ένα.

 

Αυτός είναι ο μυστικιστικός δρόμος: να βλέπεις με ολόκληρη την ύπαρξη, να νιώθεις τον παλμό του αιώνιου στη φευγαλέα στιγμή, να γνωρίζεις ότι η Αλήθεια δεν είναι χωριστά από εμάς αλλά μέσα μας, γύρω μας, ως εμείς. Είναι η αμόλυντη φλόγα που φωτίζει τον κόσμο, αλλά δεν ανήκει σε κανέναν. Είναι η καθαρότητα που υπερβαίνει το βέβηλο, αλλά λάμπει μέσα από αυτό. Είναι το όραμα που τυφλώνει τα μάτια της σκέψης, αλλά αφυπνίζει την ψυχή στην άπειρη θέασή της.

 

Το Κάλεσμα

 

Έτσι, αναζητητή, άφησε κάτω τα εργαλεία της αναζήτησής σου. Ησύχασε τον νου που φωνάζει, μαλάκωσε την καρδιά που φυλάει, ακινητοποίησε τα χέρια που αρπάζουν. Στάσου γυμνός μπροστά στο μυστήριο, όχι με ντροπή αλλά με δέος. Δες την Αλήθεια με ολόκληρη την ύπαρξή σου—όχι ως κάτι προς κατοχή, αλλά ως ζωή προς ενσάρκωση. Γιατί η Αλήθεια είναι εδώ, τώρα, στο διάστημα ανάμεσα σε αυτές τις λέξεις, στη σιωπή που ακολουθεί, στην ανάσα που υψώνεται καθώς διαβάζεις. Είναι εκεί που δεν κοιτάζεις, αλλά εκεί που πάντα ήσουν.

 

Μην ψάχνεις άλλο. Να είσαι.


 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
Monday, 26 January, 2026

Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root

 

The Threshold of Unknowing

 

In the vast silence that precedes all utterance, there exists a truth that cannot be grasped by the clever mind nor captured in the intricate webs of human reasoning. It is a truth that dwells in the spaces between thoughts, in the pause between breaths, in the stillness that underlies all motion. The mystic who seeks this truth must first undertake the most difficult of all journeys—not a journey outward into the world of forms and names, but a journey inward, a sacred descent into the luminous darkness where the soul remembers what it has always known.

 

This truth whispers of a return, not to a place that can be marked upon any map, but to a state of being that existed before the mind learned to divide the world into categories, before the heart learned to distinguish between self and other, before language cast its spell of separation upon the unified field of existence. It is the return to the Root—that primordial source from which all things emerge and to which all things inevitably flow, like rivers seeking the ocean of their origin.

 

The seeker who stands at this threshold confronts a paradox that confounds all conventional understanding: to advance, one must retreat; to gain wisdom, one must release what one believes to be wisdom; to discover richness, one must embrace a sacred poverty of spirit. This is the narrow gate through which the soul must pass, leaving behind the accumulated treasures of intellectual pride, the ornate garments of moral superiority, and the heavy armor of worldly achievement.

 

The Illusion of Constructed Wisdom

 

There is a wisdom that the world celebrates—a wisdom built upon layer after layer of acquired knowledge, carefully constructed systems of thought, and elaborate philosophical frameworks that tower like magnificent temples in the landscape of human consciousness. Yet the mystic, gazing upon these structures with eyes made clear by contemplation, perceives something that others fail to see: these temples, for all their grandeur, cast long shadows that obscure the simple, pristine light of truth that shines eternally beyond them.

 

This worldly wisdom, which the sage must learn to renounce, resembles a beautiful garden that has been cultivated until it has lost all resemblance to the wild meadow from which it sprang. Every flower has been selected, every hedge trimmed to perfection, every path laid with careful deliberation. Yet in this very perfection lies a profound loss—the loss of spontaneity, of natural grace, of the untamed vitality that pulses through all living things when they remain true to their essential nature.

 

When those who govern—whether they govern nations, communities, or merely their own inner kingdoms—accumulate this kind of wisdom, they create elaborate systems of control and manipulation. They become like gardeners who have forgotten that flowers know how to bloom without instruction, that trees understand the secret geometry of their growth without the need for human intervention. The people, sensing this artificiality, become confused and disconnected from their own innate understanding of what is true and right.

 

If the sage could strip away this accumulated wisdom—if they could stand naked before reality without the protective layers of concepts and theories—a miraculous transformation would occur. The people, freed from the burden of following complex prescriptions and intricate rules, would rediscover within themselves a natural wisdom far more profound than any that could be taught. They would become like children who have not yet learned that joy requires justification, or like wild creatures who move through the world with an effortless grace that no amount of training could replicate.

 

This is not a call to ignorance, but rather an invitation to a higher form of knowing—a knowing that precedes and transcends intellectual understanding, a knowing that lives in the bones and blood, that pulses with the rhythm of the heart, that breathes with the cosmic breath that animates all existence.

 

The Paradox of Virtue

 

In the second great movement of this mystical return, the seeker confronts another tower that must be toppled—the tower of constructed virtue, of formalized benevolence, of righteousness that has become rigid and lifeless. Here too, the world has taken something that once flowed naturally from the human heart and transformed it into a system, a code, a set of obligations that crush the very spirit they were meant to nourish.

 

True benevolence, in its original and uncorrupted form, is like water flowing downward—it does not announce itself, does not congratulate itself on its generosity, does not keep accounts of what it has given. It simply moves according to its nature, seeking the lowest places, nourishing all things without discrimination, expecting nothing in return. Yet when benevolence becomes conscious of itself, when it is named and codified and established as a virtue to be practiced, it loses this spontaneous quality and becomes something else entirely—a performance, a duty, a source of pride.

 

Righteousness, too, begins as the soul's natural alignment with the sacred order of existence—an effortless harmony between the individual will and the cosmic will that guides all things toward their proper unfolding. But when this natural righteousness is formalized into laws and rules, when it becomes something that must be taught and enforced, it hardens into rigidity. People begin to follow these external standards not because they resonate with the truth of their being, but because they fear punishment or seek reward.

 

The mystic perceives that in this hardening, in this externalization of virtue, something precious has been lost. When benevolence and righteousness are renounced—not in favor of cruelty and wickedness, but in favor of something deeper and more authentic—a miraculous restoration occurs. The people, freed from the burden of performing virtue according to prescribed forms, rediscover the natural filial affection and kindness that spring spontaneously from hearts that have not been corrupted by artificial systems.

 

Children do not love their parents because they have studied the virtue of filial piety; they love because love is their natural state before society teaches them otherwise. Neighbors do not help one another because they have been instructed in the rules of righteousness; they help because mutual care is the organic expression of beings who recognize their fundamental interconnection. When the scaffolding of formal virtue is removed, the natural architecture of human goodness is revealed, standing strong and beautiful in its unadorned simplicity.

 

The Snare of Cleverness

 

The third pillar that must fall in this mystical dismantling is perhaps the most seductive of all—the pillar of cleverness, of artful contrivance, of the scheming intelligence that prides itself on its ability to manipulate circumstances for personal advantage. In the marketplace of the world, such cleverness is celebrated as a virtue. The one who can devise intricate strategies to accumulate wealth, who can outmaneuver competitors through superior calculation, who can construct elaborate systems to secure personal gain—such a one is deemed successful, admirable, worthy of emulation.

 

Yet the mystic, dwelling in the clarity that comes from prolonged contemplation of the ineffable, sees through this illusion. They perceive that this celebrated cleverness is actually a form of violence against the natural order, a corruption of the intelligence that the Divine has placed within human beings for entirely different purposes. True intelligence, in its pristine form, is not a tool for manipulation but a mirror that reflects reality as it is, without distortion, without the clouding lens of self-interest.

 

When the sage renounces these artful contrivances, when they cease their scheming for personal gain, they do not become foolish or helpless. Rather, they align themselves with a deeper intelligence—the intelligence that guides the stars in their courses, that directs the salmon to their spawning grounds, that teaches the spider the geometry of the web. This intelligence requires no plotting, no strategizing, no anxious calculation. It simply acts in harmony with the Way, and in doing so, achieves everything that needs to be achieved without force or struggle.

 

In a society where such renunciation becomes the norm, where cleverness is no longer prized above wisdom, where scheming for gain is recognized as the poverty of spirit that it truly is, a profound transformation occurs. The thieves and robbers who plague the social order do not exist in isolation—they are the inevitable product of a system that teaches people to value personal accumulation above all else, that celebrates the clever manipulation of others, that measures worth by the size of one's possessions rather than the depth of one's being.

 

When the root disease is cured—when the obsession with gain is released and the addiction to cleverness is healed—the symptoms disappear of their own accord. People no longer steal because they no longer believe that happiness can be found in accumulation. They no longer rob because they have discovered the inexhaustible wealth that resides within, a wealth that cannot be taken by force and need not be guarded with anxiety.

 

The Failure of Elegant Methods

 

The mystic understands something that the worldly mind struggles to accept: the methods that seem most sophisticated, most refined, most philosophically elegant are often the very methods that fail most completely to achieve their stated aims. The ancient ways, dressed in the fine garments of civilized philosophy, adorned with beautiful names and justified by intricate arguments, create the very problems they purport to solve.

 

When governance becomes an art form, when rulers pride themselves on the sophistication of their methods and the complexity of their systems, they inadvertently create a distance between themselves and those they govern. The people sense that they are being managed, manipulated, guided by invisible hands according to principles they do not understand. Trust erodes, replaced by suspicion. Natural cooperation gives way to resistance and evasion.

 

These elegant methods—the cultivation of artificial wisdom, the codification of virtue, the deployment of clever strategies—attempt to veil their essential inadequacy behind beautiful names. They call control "guidance," they name manipulation "education," they describe coercion as "necessary discipline." But the mystic, whose vision has been purified by prolonged gazing into the abyss of unknowing, sees through these veils to the emptiness that lies beneath.

 

The tragedy is that those who deploy these methods often do so with genuine good intentions. They truly believe that people need to be improved, educated, reformed—that human nature in its raw state is insufficient and must be refined through systematic intervention. They do not realize that this very assumption—that humans are fundamentally flawed and require external correction—is the poisoned seed from which all social dysfunction grows.

 

The Way of Simplicity

 

Against the complexity of worldly wisdom, the mystic poses the radical alternative of simplicity—not the simplicity of ignorance, but the simplicity that lies on the far side of complexity, after all the elaborate structures have been erected and then consciously dismantled. This is the simplicity of the master who has internalized all the rules so thoroughly that they can finally be forgotten, the simplicity of the sage who has traveled so far along the path of knowledge that they arrive back at the innocence of the beginner, but now carrying the depth of all they have experienced and transcended.

 

This simple way does not require elaborate teachings or complex institutions. It operates according to principles so basic that they seem almost embarrassingly obvious: be natural, be genuine, be true to your essential nature. Do not pretend to be what you are not. Do not accumulate what you do not need. Do not force what should unfold organically. Do not complicate what is inherently simple.

 

When governance is conducted according to these plain and true courses, something miraculous occurs. The people, no longer burdened by the weight of artificial systems, begin to govern themselves according to their innate wisdom. They do not require extensive laws because they naturally avoid harm. They do not need elaborate moral codes because their hearts guide them toward kindness. They do not demand complex economic systems because they naturally share and cooperate when their basic needs are met.

 

This is not a naive utopianism but rather a description of what spontaneously emerges when the obstacles to natural human flourishing are removed. Just as a plant will grow toward the light when the stones are cleared from its path, human beings will grow toward their highest potential when the artificial constraints of misguided systems are lifted.

 

The Eschewing of Selfish Ends

 

At the heart of this mystical teaching lies a profound reorientation of desire. The worldly person is driven by a multitude of lusts—not merely physical appetites, though these are included, but more fundamentally, the lust for recognition, the lust for security, the lust for control, the lust to be special, separate, superior. These lusts generate endless striving, endless anxiety, endless disappointment.

 

The mystic does not advocate for the violent suppression of these desires, for such suppression only drives them underground where they grow more twisted and powerful. Rather, the teaching points toward a natural eschewing that occurs when one perceives clearly the futility of these pursuits. It is not that the sage forces themselves to give up selfish ends through heroic willpower; it is rather that these ends fall away naturally when their essential emptiness is recognized.

 

This recognition does not come through intellectual analysis alone, though understanding plays a role. It comes through direct experience—through tasting the fruit of selfish striving and discovering its bitterness, through accumulating possessions and finding they bring no lasting satisfaction, through achieving recognition and discovering it leaves the deepest hunger unfed. The soul, educated by experience, gradually loses interest in these pursuits, not because they are forbidden but because they are seen to be ultimately unrewarding.

 

In their place arises a different orientation entirely—not toward the acquisition of more but toward the appreciation of what is, not toward the manipulation of circumstances to serve personal ends but toward the alignment of personal action with the cosmic unfolding, not toward the satisfaction of isolated individual desires but toward participation in the great symphony of existence in which each being plays their unique and necessary part.

 

The Return to the Root

 

And so the mystical journey, which seemed at first to be a path of renunciation and loss, is revealed to be a path of discovery and recovery. What is renounced is only the false; what is discovered is the real that was always present but obscured. What is lost is only the burden of artificial constructions; what is recovered is the lightness and freedom of natural being.

 

The Root to which one returns is not located in the distant past, as though one must somehow travel backward in time to recover a lost golden age. Rather, the Root exists eternally in the depths of present-moment reality, always available to the one who has the courage to dig beneath the accumulated layers of conditioning, belief, and habit. It is the ground of being itself, the source from which each moment freshly emerges, the wellspring of creativity and spontaneity that never runs dry.

 

To live from this Root is to live in constant wonder, for each moment brings something genuinely new rather than merely a repetition of familiar patterns. It is to live without the exhausting burden of maintaining a constructed identity, for the Root-self needs no maintenance—it simply is, effortlessly and completely. It is to live in harmony with all beings, for at the level of the Root, the illusion of separation dissolves and the fundamental unity of all existence becomes not merely a philosophical concept but a lived reality.

 

The sage who has completed this return—or rather, who lives in the eternal process of returning, for the journey is never finished but must be renewed in each moment—dwells in a state of profound paradox. They are empty yet full, simple yet profound, powerless yet capable of anything, possessing nothing yet lacking nothing. They have renounced wisdom yet are truly wise, have discarded virtue yet are genuinely good, have abandoned cleverness yet act with perfect intelligence.

 

The Gift to Humanity

 

This mystical teaching is not offered merely as a path for individual spiritual development, though it certainly serves that purpose. More fundamentally, it is offered as a gift to all humanity, a key to unlock the prison of suffering that humans have constructed through their misguided attempts at improvement, progress, and civilization.

 

If those who hold positions of influence—whether as formal leaders or simply as individuals whose actions affect others—could embrace this teaching, the transformation would ripple outward like waves from a stone dropped into still water. The people, freed from the oppressive weight of artificial systems, would rediscover the joy of natural living. Communities would reorganize themselves according to organic principles rather than imposed structures. The relationship between humans and the natural world would heal as people recognized themselves not as separate from nature but as expressions of nature's infinite creativity.

 

This is not a call to abandon all structure, all learning, all moral consideration. It is rather a call to distinguish between structures that emerge naturally from living systems and structures that are imposed artificially from without, between learning that awakens innate potential and learning that attempts to program predetermined outcomes, between moral behavior that flows from genuine care and moral behavior that is performed out of duty or fear.

 

The hundred-fold improvement promised in the ancient text is not hyperbole but a realistic assessment of what becomes possible when the obstacles to human flourishing are removed. Yet this improvement cannot be forced or engineered; it can only be allowed to emerge when the conditions are right—when sageness is renounced, when formalized virtue is discarded, when artful contrivance gives way to natural action.

 

The Eternal Invitation

 

The teaching stands as an eternal invitation, extended to all who have grown weary of the complexities and contradictions of worldly existence, to all who sense that beneath the noise and chaos of conventional life lies a simplicity and peace that the world can neither give nor take away. It is an invitation to stop trying so hard, to release the exhausting effort to become something other than what one fundamentally is, to trust the wisdom that flows from the Root when the channels are cleared of obstruction.

 

This is the paradoxical path of the mystic—to descend in order to ascend, to empty in order to be filled, to die to the false self in order to be born into authentic being. It is a path not of attainment but of realization, not of becoming but of remembering, not of construction but of revelation. What is revealed is what was always present, waiting patiently beneath the layers of conditioning, ready to emerge the moment space is created for its appearance.

 

The sage who walks this path leaves no footprints, teaches without speaking, accomplishes without doing. They are like water, seeking always the lowest place, serving all things without distinction, content to receive what the world considers undesirable. Yet in their apparent poverty they possess the only wealth that matters—the wealth of being fully present, fully alive, fully themselves in each unrepeatable moment.

 

To return to the Root is to come home after a long and unnecessary journey, to arrive at the place where one has always been but could not see while lost in the complications of seeking. It is to rest in the eternal now, to breathe with the cosmic breath, to move in harmony with the subtle rhythms that guide all existence toward its ultimate flowering. This is the gift, the invitation, the open door. Will you enter?

 

Η Ιερή Επιστροφή: Ένα Μυστικό Ταξίδι στην Αρχέγονη Ρίζα

 

Το Κατώφλι της Άγνοιας

 

Στη μεγάλη σιωπή που προηγείται κάθε ομιλίας, υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί από τον πονηρό νου ούτε να αιχμαλωτιστεί στους περίπλοκους ιστούς της ανθρώπινης λογικής. Είναι μια αλήθεια που κατοικεί στους χώρους ανάμεσα στις σκέψεις, στην παύση ανάμεσα στις αναπνοές, στην ακινησία που υποβαστάζει κάθε κίνηση. Ο μυστικός που αναζητά αυτή την αλήθεια πρέπει πρώτα να αναλάβει το δυσκολότερο από όλα τα ταξίδια — όχι ένα ταξίδι προς τα έξω στον κόσμο των μορφών και των ονομάτων, αλλά ένα ταξίδι προς τα μέσα, μια ιερή κατάβαση στο φωτεινό σκοτάδι όπου η ψυχή θυμάται αυτό που πάντα γνώριζε.

 

Αυτή η αλήθεια ψιθυρίζει για μια επιστροφή, όχι σε έναν τόπο που μπορεί να σημειωθεί σε οποιονδήποτε χάρτη, αλλά σε μια κατάσταση ύπαρξης που υπήρχε πριν ο νους μάθει να διαιρεί τον κόσμο σε κατηγορίες, πριν η καρδιά μάθει να διακρίνει μεταξύ εαυτού και άλλου, πριν η γλώσσα ρίξει το ξόρκι του χωρισμού στο ενιαίο πεδίο της ύπαρξης. Είναι η επιστροφή στη Ρίζα — εκείνη την αρχέγονη πηγή από την οποία όλα τα πράγματα αναδύονται και προς την οποία όλα τα πράγματα αναπόφευκτα ρέουν, σαν ποτάμια που αναζητούν τον ωκεανό της καταγωγής τους.

 

Ο αναζητητής που στέκεται σε αυτό το κατώφλι αντιμετωπίζει ένα παράδοξο που μπερδεύει κάθε συμβατική κατανόηση: για να προχωρήσει, πρέπει να υποχωρήσει· για να κερδίσει σοφία, πρέπει να απελευθερώσει αυτό που πιστεύει ότι είναι σοφία· για να ανακαλύψει πλούτο, πρέπει να αγκαλιάσει μια ιερή φτώχεια πνεύματος. Αυτή είναι η στενή πύλη από την οποία πρέπει να περάσει η ψυχή, αφήνοντας πίσω τους συσσωρευμένους θησαυρούς της διανοητικής υπερηφάνειας, τα περίτεχνα ενδύματα της ηθικής υπεροχής και την βαριά πανοπλία των κοσμικών επιτευγμάτων.

 

Η Ψευδαίσθηση της Κατασκευασμένης Σοφίας

 

Υπάρχει μια σοφία που ο κόσμος γιορτάζει — μια σοφία χτισμένη πάνω σε στρώμα επί στρώματος επίκτητης γνώσης, προσεκτικά κατασκευασμένα συστήματα σκέψης και περίτεχνα φιλοσοφικά πλαίσια που υψώνονται σαν μεγαλοπρεπείς ναοί στο τοπίο της ανθρώπινης συνείδησης. Ωστόσο ο μυστικός, κοιτάζοντας αυτές τις κατασκευές με μάτια που έχουν καθαριστεί από την ενατένιση, αντιλαμβάνεται κάτι που οι άλλοι αποτυγχάνουν να δουν: αυτοί οι ναοί, παρά όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, ρίχνουν μακριές σκιές που σκιάζουν το απλό, παρθένο φως της αλήθειας που λάμπει αιώνια πέρα από αυτούς.

 

Αυτή η κοσμική σοφία, την οποία ο σοφός πρέπει να μάθει να αποκηρύττει, μοιάζει με έναν όμορφο κήπο που έχει καλλιεργηθεί μέχρι που έχει χάσει κάθε ομοιότητα με το άγριο λιβάδι από το οποίο ξεπήδησε. Κάθε λουλούδι έχει επιλεγεί, κάθε φράχτης κλαδευτεί στην τελειότητα, κάθε μονοπάτι στρωθεί με προσεκτική σκέψη. Ωστόσο σε αυτή ακριβώς την τελειότητα κρύβεται μια βαθιά απώλεια — η απώλεια της αυθορμησίας, της φυσικής χάρης, της αδάμαστης ζωτικότητας που πάλλεται μέσα σε όλα τα ζωντανά όντα όταν παραμένουν πιστά στην ουσιαστική τους φύση.

 

Όταν εκείνοι που κυβερνούν — είτε κυβερνούν έθνη, κοινότητες ή απλώς τα δικά τους εσωτερικά βασίλεια — συσσωρεύουν αυτό το είδος σοφίας, δημιουργούν περίτεχνα συστήματα ελέγχου και χειραγώγησης. Γίνονται σαν κηπουροί που έχουν ξεχάσει ότι τα λουλούδια ξέρουν να ανθίζουν χωρίς οδηγίες, ότι τα δέντρα κατανοούν τη μυστική γεωμετρία της ανάπτυξής τους χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Οι άνθρωποι, αισθανόμενοι αυτή την τεχνητότητα, γίνονται μπερδεμένοι και αποκομμένοι από τη δική τους έμφυτη κατανόηση του τι είναι αληθινό και σωστό.

 

Αν ο σοφός μπορούσε να αφαιρέσει αυτή τη συσσωρευμένη σοφία — αν μπορούσε να σταθεί γυμνός μπροστά στην πραγματικότητα χωρίς τα προστατευτικά στρώματα εννοιών και θεωριών — θα συνέβαινε μια θαυματουργή μεταμόρφωση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της τήρησης περίπλοκων συνταγών και περίτεχνων κανόνων, θα ξανανακάλυπταν μέσα τους μια φυσική σοφία πολύ πιο βαθιά από οποιαδήποτε μπορεί να διδαχθεί. Θα γίνονταν σαν παιδιά που δεν έχουν μάθει ακόμα ότι η χαρά απαιτεί δικαιολόγηση, ή σαν άγρια πλάσματα που κινούνται στον κόσμο με μια αβίαστη χάρη που καμία εκπαίδευση δεν μπορεί να αναπαράγει.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα στην άγνοια, αλλά μάλλον πρόσκληση σε μια ανώτερη μορφή γνώσης — μια γνώση που προηγείται και υπερβαίνει τη διανοητική κατανόηση, μια γνώση που ζει στα κόκαλα και στο αίμα, που πάλλεται με τον ρυθμό της καρδιάς, που αναπνέει με την κοσμική αναπνοή που ζωογονεί όλη την ύπαρξη.

 

Το Παράδοξο της Αρετής

 

Στη δεύτερη μεγάλη κίνηση αυτής της μυστικής επιστροφής, ο αναζητητής αντιμετωπίζει έναν άλλο πύργο που πρέπει να γκρεμιστεί — τον πύργο της κατασκευασμένης αρετής, της τυποποιημένης ευεργεσίας, της δικαιοσύνης που έχει γίνει άκαμπτη και άψυχη. Εδώ επίσης, ο κόσμος έχει πάρει κάτι που κάποτε έρεε φυσικά από την ανθρώπινη καρδιά και το έχει μετατρέψει σε σύστημα, σε κώδικα, σε σύνολο υποχρεώσεων που συνθλίβουν το ίδιο το πνεύμα που υποτίθεται ότι θρέφουν.

 

Η αληθινή ευεργεσία, στην αρχική και αδιάφθορη μορφή της, μοιάζει με νερό που ρέει προς τα κάτω — δεν αναγγέλλει τον εαυτό της, δεν αυτοσυγχαίρεται για τη γενναιοδωρία της, δεν κρατά λογαριασμούς για όσα έχει δώσει. Απλώς κινείται σύμφωνα με τη φύση της, αναζητώντας τα χαμηλότερα μέρη, θρέφοντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, χωρίς να περιμένει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ωστόσο όταν η ευεργεσία γίνεται συνειδητή του εαυτού της, όταν ονοματίζεται και κωδικοποιείται και θεσπίζεται ως αρετή που πρέπει να ασκείται, χάνει αυτή την αυθόρμητη ποιότητα και γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό — μια παράσταση, ένα καθήκον, μια πηγή υπερηφάνειας.

 

Η δικαιοσύνη επίσης ξεκινά ως η φυσική ευθυγράμμιση της ψυχής με την ιερή τάξη της ύπαρξης — μια αβίαστη αρμονία μεταξύ της ατομικής βούλησης και της κοσμικής βούλησης που καθοδηγεί όλα τα πράγματα προς την κατάλληλη ανάπτυξή τους. Αλλά όταν αυτή η φυσική δικαιοσύνη τυποποιείται σε νόμους και κανόνες, όταν γίνεται κάτι που πρέπει να διδάσκεται και να επιβάλλεται, σκληραίνει σε ακαμψία. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ακολουθούν αυτά τα εξωτερικά πρότυπα όχι επειδή αντηχούν με την αλήθεια της ύπαρξής τους, αλλά επειδή φοβούνται την τιμωρία ή αναζητούν ανταμοιβή.

 

Ο μυστικός αντιλαμβάνεται ότι σε αυτή τη σκλήρυνση, σε αυτή την εξωτερίκευση της αρετής, έχει χαθεί κάτι πολύτιμο. Όταν η ευεργεσία και η δικαιοσύνη αποκηρύσσονται — όχι υπέρ της σκληρότητας και της κακίας, αλλά υπέρ κάτι βαθύτερου και πιο αυθεντικού — συμβαίνει μια θαυματουργή αποκατάσταση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της εκτέλεσης αρετής σύμφωνα με καθορισμένες μορφές, ξανανακαλύπτουν τη φυσική παιδική στοργή και καλοσύνη που αναβλύζουν αυθόρμητα από καρδιές που δεν έχουν διαφθαρεί από τεχνητά συστήματα.

 

Τα παιδιά δεν αγαπούν τους γονείς τους επειδή έχουν μελετήσει την αρετή της παιδικής ευλάβειας· αγαπούν επειδή η αγάπη είναι η φυσική τους κατάσταση πριν η κοινωνία τους διδάξει διαφορετικά. Οι γείτονες δεν βοηθούν ο ένας τον άλλο επειδή έχουν διδαχθεί τους κανόνες της δικαιοσύνης· βοηθούν επειδή η αμοιβαία φροντίδα είναι η οργανική έκφραση όντων που αναγνωρίζουν τη θεμελιώδη διασύνδεσή τους. Όταν η σκαλωσιά της τυπικής αρετής αφαιρεθεί, η φυσική αρχιτεκτονική της ανθρώπινης καλοσύνης αποκαλύπτεται, όρθια δυνατή και όμορφη στην απερίτμητη απλότητά της.

 

Η Παγίδα της Πονηριάς

 

Ο τρίτος πυλώνας που πρέπει να πέσει σε αυτή τη μυστική αποδόμηση είναι ίσως ο πιο δελεαστικός από όλους — ο πυλώνας της πονηριάς, της τεχνητής επινοητικότητας, της μηχανορράφου νοημοσύνης που υπερηφανεύεται για την ικανότητά της να χειραγωγεί τις περιστάσεις για προσωπικό όφελος. Στην αγορά του κόσμου, τέτοια πονηριά γιορτάζεται ως αρετή. Εκείνος που μπορεί να επινοήσει περίτεχνες στρατηγικές για να συσσωρεύσει πλούτο, που μπορεί να υπερφαλαγγίσει ανταγωνιστές μέσω ανώτερου υπολογισμού, που μπορεί να κατασκευάσει περίτεχνα συστήματα για να εξασφαλίσει προσωπικό κέρδος — τέτοιος άνθρωπος θεωρείται επιτυχημένος, αξιοθαύμαστος, άξιος μίμησης.

 

Ωστόσο ο μυστικός, κατοικώντας στην καθαρότητα που προέρχεται από παρατεταμένη ενατένιση του ανεκφράστου, βλέπει μέσα από αυτή την ψευδαίσθηση. Αντιλαμβάνεται ότι αυτή η γιορταζόμενη πονηριά είναι στην πραγματικότητα μια μορφή βίας κατά της φυσικής τάξης, μια διαφθορά της νοημοσύνης που το Θείο έχει τοποθετήσει μέσα στους ανθρώπους για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Η αληθινή νοημοσύνη, στην παρθένα μορφή της, δεν είναι εργαλείο χειραγώγησης αλλά καθρέφτης που αντανακλά την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς παραμόρφωση, χωρίς το θολωτικό φακό του προσωπικού συμφέροντος.

 

Όταν ο σοφός αποκηρύττει αυτές τις τεχνητές επινοήσεις, όταν παύει τις μηχανορραφίες για προσωπικό κέρδος, δεν γίνεται ανόητος ή ανήμπορος. Αντίθετα, ευθυγραμμίζεται με μια βαθύτερη νοημοσύνη — τη νοημοσύνη που καθοδηγεί τα άστρα στις τροχιές τους, που κατευθύνει τον σολομό στους τόπους αναπαραγωγής του, που διδάσκει στην αράχνη τη γεωμετρία του ιστού της. Αυτή η νοημοσύνη δεν απαιτεί συνωμοσίες, στρατηγικές, αγχώδεις υπολογισμούς. Απλώς δρα σε αρμονία με τον Δρόμο, και έτσι επιτυγχάνει όλα όσα χρειάζεται να επιτευχθούν χωρίς δύναμη ή αγώνα.

 

Σε μια κοινωνία όπου τέτοια αποκήρυξη γίνεται ο κανόνας, όπου η πονηριά δεν εκτιμάται πλέον πάνω από τη σοφία, όπου η μηχανορραφία για κέρδος αναγνωρίζεται ως η πνευματική φτώχεια που πραγματικά είναι, συμβαίνει μια βαθιά μεταμόρφωση. Οι κλέφτες και οι ληστές που μαστίζουν την κοινωνική τάξη δεν υπάρχουν απομονωμένοι — είναι το αναπόφευκτο προϊόν ενός συστήματος που διδάσκει τους ανθρώπους να εκτιμούν την προσωπική συσσώρευση πάνω από όλα, που γιορτάζει την πονηρή χειραγώγηση των άλλων, που μετρά την αξία από το μέγεθος των κτήσεων κάποιου παρά από το βάθος της ύπαρξής του.

 

Όταν η ρίζα της νόσου θεραπευτεί — όταν η εμμονή με το κέρδος απελευθερωθεί και ο εθισμός στην πονηριά ιαθεί — τα συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους. Οι άνθρωποι δεν κλέβουν πλέον επειδή δεν πιστεύουν πια ότι η ευτυχία μπορεί να βρεθεί στη συσσώρευση. Δεν ληστεύουν πλέον επειδή έχουν ανακαλύψει τον ανεξάντλητο πλούτο που κατοικεί μέσα τους, έναν πλούτο που δεν μπορεί να αφαιρεθεί με τη βία και δεν χρειάζεται να φυλάσσεται με αγωνία.

 

Η Αποτυχία των Κομψών Μεθόδων

 

Ο μυστικός κατανοεί κάτι που ο κοσμικός νους δυσκολεύεται να αποδεχτεί: οι μέθοδοι που φαίνονται οι πιο εξελιγμένες, οι πιο εκλεπτυσμένες, οι πιο φιλοσοφικά κομψές είναι συχνά οι μέθοδοι που αποτυγχάνουν πιο πλήρως να επιτύχουν τους δηλωμένους στόχους τους. Οι αρχαίοι τρόποι, ντυμένοι με τα εκλεκτά ενδύματα της πολιτισμένης φιλοσοφίας, στολισμένοι με όμορφα ονόματα και δικαιολογημένοι με περίτεχνους συλλογισμούς, δημιουργούν ακριβώς τα προβλήματα που υποτίθεται ότι λύνουν.

 

Όταν η διακυβέρνηση γίνεται τέχνη, όταν οι άρχοντες υπερηφανεύονται για την εκλέπτυνση των μεθόδων τους και την πολυπλοκότητα των συστημάτων τους, δημιουργούν ακούσια απόσταση μεταξύ τους και αυτών που κυβερνούν. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι διαχειρίζονται, χειραγωγούνται, καθοδηγούνται από αόρατα χέρια σύμφωνα με αρχές που δεν κατανοούν. Η εμπιστοσύνη διαβρώνεται, αντικαθίσταται από υποψίες. Η φυσική συνεργασία δίνει τη θέση της σε αντίσταση και αποφυγή.

 

Αυτές οι κομψές μέθοδοι — η καλλιέργεια τεχνητής σοφίας, η κωδικοποίηση της αρετής, η ανάπτυξη πονηρών στρατηγικών — προσπαθούν να καλύψουν την ουσιαστική τους ανεπάρκεια πίσω από όμορφα ονόματα. Ονομάζουν τον έλεγχο «καθοδήγηση», βαφτίζουν τη χειραγώγηση «εκπαίδευση», περιγράφουν τον εξαναγκασμό ως «απαραίτητη πειθαρχία». Αλλά ο μυστικός, του οποίου η όραση έχει καθαριστεί από παρατεταμένη ματιά στην άβυσσο της άγνοιας, βλέπει μέσα από αυτά τα πέπλα στην κενότητα που κρύβεται από κάτω.

 

Η τραγωδία είναι ότι εκείνοι που εφαρμόζουν αυτές τις μεθόδους συχνά το κάνουν με γνήσιες καλές προθέσεις. Πραγματικά πιστεύουν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται βελτίωση, εκπαίδευση, μεταρρύθμιση — ότι η ανθρώπινη φύση στην ακατέργαστη κατάστασή της είναι ανεπαρκής και πρέπει να εκλεπτύνεται μέσω συστηματικής παρέμβασης. Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτή ακριβώς η υπόθεση — ότι οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς ελαττωματικοί και απαιτούν εξωτερική διόρθωση — είναι ο δηλητηριασμένος σπόρος από τον οποίο αναπτύσσεται όλη η κοινωνική δυσλειτουργία.

 

Ο Δρόμος της Απλότητας

 

Ενάντια στην πολυπλοκότητα της κοσμικής σοφίας, ο μυστικός προτείνει την ριζική εναλλακτική της απλότητας — όχι την απλότητα της άγνοιας, αλλά την απλότητα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της πολυπλοκότητας, μετά από όλα τα περίτεχνα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί και στη συνέχεια συνειδητά αποδομηθεί. Αυτή είναι η απλότητα του δασκάλου που έχει εσωτερικεύσει όλους τους κανόνες τόσο βαθιά που μπορεί τελικά να ξεχαστούν, η απλότητα του σοφού που έχει ταξιδέψει τόσο μακριά στο μονοπάτι της γνώσης ώστε να φτάσει πίσω στην αθωότητα του αρχάριου, αλλά τώρα φέρνοντας το βάθος όλων όσων έχει βιώσει και υπερβεί.

 

Αυτός ο απλός δρόμος δεν απαιτεί περίτεχνες διδασκαλίες ή περίπλοκους θεσμούς. Λειτουργεί σύμφωνα με αρχές τόσο βασικές που φαίνονται σχεδόν ενοχικά προφανείς: να είσαι φυσικός, να είσαι γνήσιος, να είσαι πιστός στην ουσιαστική σου φύση. Μην προσποιείσαι αυτό που δεν είσαι. Μην συσσωρεύεις αυτό που δεν χρειάζεσαι. Μην εξαναγκάζεις αυτό που πρέπει να αναπτυχθεί οργανικά. Μην περιπλέκεις αυτό που είναι εγγενώς απλό.

 

Όταν η διακυβέρνηση διεξάγεται σύμφωνα με αυτές τις απλές και αληθινές κατευθύνσεις, συμβαίνει κάτι θαυματουργό. Οι άνθρωποι, πλέον απαλλαγμένοι από το βάρος των τεχνητών συστημάτων, αρχίζουν να αυτοκυβερνώνται σύμφωνα με την έμφυτη σοφία τους. Δεν απαιτούν εκτενείς νόμους επειδή φυσικά αποφεύγουν τη βλάβη. Δεν χρειάζονται περίτεχνους ηθικούς κώδικες επειδή οι καρδιές τους τους καθοδηγούν προς την καλοσύνη. Δεν απαιτούν περίπλοκα οικονομικά συστήματα επειδή φυσικά μοιράζονται και συνεργάζονται όταν οι βασικές τους ανάγκες ικανοποιούνται.

 

Αυτό δεν είναι αφελής ουτοπισμός αλλά μάλλον περιγραφή αυτού που αναδύεται αυθόρμητα όταν τα εμπόδια στη φυσική ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Όπως ένα φυτό θα αναπτυχθεί προς το φως όταν οι πέτρες καθαριστούν από το μονοπάτι του, έτσι και οι άνθρωποι θα αναπτυχθούν προς το υψηλότερο δυναμικό τους όταν οι τεχνητοί περιορισμοί των παραπλανημένων συστημάτων αρθούν.

 

Η Αποφυγή των Εγωιστικών Σκοπών

 

Στην καρδιά αυτής της μυστικής διδασκαλίας βρίσκεται μια βαθιά αναπροσανατολισμός της επιθυμίας. Ο κοσμικός άνθρωπος καθοδηγείται από πλήθος πόθων — όχι μόνο σωματικές ορέξεις, αν και αυτές περιλαμβάνονται, αλλά πιο θεμελιωδώς, ο πόθος για αναγνώριση, ο πόθος για ασφάλεια, ο πόθος για έλεγχο, ο πόθος να είναι κανείς ξεχωριστός, χωριστός, ανώτερος. Αυτοί οι πόθοι γεννούν ατέρμονη προσπάθεια, ατέρμονη αγωνία, ατέρμονη απογοήτευση.

 

Ο μυστικός δεν προτείνει την βίαιη καταστολή αυτών των επιθυμιών, διότι τέτοια καταστολή μόνο τις οδηγεί υπόγεια όπου γίνονται πιο στρεβλές και ισχυρές. Αντίθετα, η διδασκαλία δείχνει προς μια φυσική αποφυγή που συμβαίνει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται καθαρά την ματαιότητα αυτών των επιδιώξεων. Δεν είναι ότι ο σοφός εξαναγκάζει τον εαυτό του να εγκαταλείψει εγωιστικούς σκοπούς μέσω ηρωικής θέλησης· μάλλον αυτοί οι σκοποί πέφτουν φυσικά όταν αναγνωριστεί η ουσιαστική τους κενότητα.

 

Αυτή η αναγνώριση δεν έρχεται μόνο μέσω διανοητικής ανάλυσης, αν και η κατανόηση παίζει ρόλο. Έρχεται μέσω άμεσης εμπειρίας — μέσω της γεύσης του καρπού της εγωιστικής προσπάθειας και της ανακάλυψης της πικρίας του, μέσω της συσσώρευσης κτήσεων και της διαπίστωσης ότι δεν φέρνουν διαρκή ικανοποίηση, μέσω της επίτευξης αναγνώρισης και της ανακάλυψης ότι αφήνει την βαθύτερη πείνα ανησυχασμένη. Η ψυχή, εκπαιδευμένη από την εμπειρία, σταδιακά χάνει το ενδιαφέρον για αυτές τις επιδιώξεις, όχι επειδή απαγορεύονται αλλά επειδή φαίνονται τελικά μη ανταποδοτικές.

 

Στη θέση τους αναδύεται ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός — όχι προς την απόκτηση περισσότερων αλλά προς την εκτίμηση αυτού που είναι, όχι προς τη χειραγώγηση των περιστάσεων για να εξυπηρετήσουν προσωπικούς σκοπούς αλλά προς την ευθυγράμμιση της προσωπικής δράσης με την κοσμική ανάπτυξη, όχι προς την ικανοποίηση απομονωμένων ατομικών επιθυμιών αλλά προς τη συμμετοχή στη μεγάλη συμφωνία της ύπαρξης στην οποία κάθε ον παίζει τον μοναδικό και απαραίτητο ρόλο του.

 

Η Επιστροφή στη Ρίζα

 

Και έτσι το μυστικό ταξίδι, που στην αρχή φαινόταν ως μονοπάτι αποκήρυξης και απώλειας, αποκαλύπτεται ως μονοπάτι ανακάλυψης και ανάκτησης. Αυτό που αποκηρύσσεται είναι μόνο το ψεύτικο· αυτό που ανακαλύπτεται είναι το πραγματικό που ήταν πάντα παρόν αλλά σκιασμένο. Αυτό που χάνεται είναι μόνο το βάρος των τεχνητών κατασκευών· αυτό που ανακτάται είναι η ελαφρότητα και η ελευθερία της φυσικής ύπαρξης.

 

Η Ρίζα στην οποία επιστρέφει κανείς δεν βρίσκεται στο μακρινό παρελθόν, σαν να πρέπει κάπως να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο για να ανακτήσει μια χαμένη χρυσή εποχή. Μάλλον, η Ρίζα υπάρχει αιώνια στα βάθη της πραγματικότητας του τώρα, πάντα διαθέσιμη σε εκείνον που έχει το θάρρος να σκάψει κάτω από τα συσσωρευμένα στρώματα διαμόρφωσης, πεποιθήσεων και συνηθειών. Είναι το έδαφος της ύπαρξης το ίδιο, η πηγή από την οποία κάθε στιγμή αναδύεται φρέσκια, η πηγή δημιουργικότητας και αυθορμητισμού που ποτέ δεν στερεύει.

 

Το να ζει κανείς από αυτή τη Ρίζα είναι να ζει σε συνεχή θαυμασμό, διότι κάθε στιγμή φέρνει κάτι γνήσια νέο αντί για απλή επανάληψη οικείων μοτίβων. Είναι να ζει χωρίς το εξαντλητικό βάρος της διατήρησης μιας κατασκευασμένης ταυτότητας, διότι ο Ριζικός-εαυτός δεν χρειάζεται συντήρηση — απλώς είναι, αβίαστα και πλήρως. Είναι να ζει σε αρμονία με όλα τα όντα, διότι στο επίπεδο της Ρίζας, η ψευδαίσθηση του χωρισμού διαλύεται και η θεμελιώδης ενότητα όλης της ύπαρξης γίνεται όχι απλώς φιλοσοφική έννοια αλλά βιωμένη πραγματικότητα.

 

Ο σοφός που έχει ολοκληρώσει αυτή την επιστροφή — ή μάλλον, που ζει στην αιώνια διαδικασία της επιστροφής, διότι το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει αλλά πρέπει να ανανεώνεται σε κάθε στιγμή — κατοικεί σε μια κατάσταση βαθιάς παραδοξότητας. Είναι άδειος αλλά πλήρης, απλός αλλά βαθύς, ανίσχυρος αλλά ικανός για οτιδήποτε, δεν κατέχει τίποτα αλλά δεν στερείται τίποτα. Έχει αποκηρύξει τη σοφία αλλά είναι πραγματικά σοφός, έχει απορρίψει την αρετή αλλά είναι γνήσια καλός, έχει εγκαταλείψει την πονηριά αλλά δρα με τέλεια νοημοσύνη.

 

Το Δώρο στην Ανθρωπότητα

 

Αυτή η μυστική διδασκαλία δεν προσφέρεται απλώς ως μονοπάτι για ατομική πνευματική ανάπτυξη, αν και σίγουρα εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Πιο θεμελιωδώς, προσφέρεται ως δώρο σε όλη την ανθρωπότητα, ως κλειδί για να ξεκλειδώσει τη φυλακή του πόνου που οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει μέσω των παραπλανημένων προσπαθειών τους για βελτίωση, πρόοδο και πολιτισμό.

 

Αν εκείνοι που κατέχουν θέσεις επιρροής — είτε ως τυπικοί ηγέτες είτε απλώς ως άτομα των οποίων οι πράξεις επηρεάζουν άλλους — μπορούσαν να αγκαλιάσουν αυτή τη διδασκαλία, η μεταμόρφωση θα κυματιζόταν προς τα έξω σαν κύματα από μια πέτρα που πέφτει σε ήρεμο νερό. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το καταπιεστικό βάρος των τεχνητών συστημάτων, θα ξανανακάλυπταν τη χαρά της φυσικής ζωής. Οι κοινότητες θα αναδιοργανώνονταν σύμφωνα με οργανικές αρχές αντί για επιβληθείσες δομές. Η σχέση μεταξύ ανθρώπων και φυσικού κόσμου θα θεραπευόταν καθώς οι άνθρωποι αναγνώριζαν τον εαυτό τους όχι ως χωριστούς από τη φύση αλλά ως εκφράσεις της άπειρης δημιουργικότητας της φύσης.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα να εγκαταλειφθούν όλες οι δομές, όλη η μάθηση, όλη η ηθική σκέψη. Είναι μάλλον κάλεσμα να διακρίνουμε μεταξύ δομών που αναδύονται φυσικά από ζωντανά συστήματα και δομών που επιβάλλονται τεχνητά από έξω, μεταξύ μάθησης που αφυπνίζει έμφυτες δυνατότητες και μάθησης που προσπαθεί να προγραμματίσει προκαθορισμένα αποτελέσματα, μεταξύ ηθικής συμπεριφοράς που ρέει από γνήσια φροντίδα και ηθικής συμπεριφοράς που εκτελείται από καθήκον ή φόβο.

 

Η εκατονταπλάσια βελτίωση που υπόσχεται το αρχαίο κείμενο δεν είναι υπερβολή αλλά ρεαλιστική εκτίμηση αυτού που γίνεται δυνατό όταν τα εμπόδια στην ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Ωστόσο αυτή η βελτίωση δεν μπορεί να επιβληθεί ή να μηχανευτεί· μπορεί μόνο να επιτραπεί να αναδυθεί όταν οι συνθήκες είναι σωστές — όταν η σοφία αποκηρύσσεται, όταν η τυποποιημένη αρετή απορρίπτεται, όταν η τεχνητή επινοητικότητα δίνει τη θέση της στη φυσική δράση.

 

Η Αιώνια Πρόσκληση

 

Η διδασκαλία στέκεται ως αιώνια πρόσκληση, εκτεταμένη σε όλους όσους έχουν κουραστεί από τις πολυπλοκότητες και τις αντιφάσεις της κοσμικής ύπαρξης, σε όλους όσους αισθάνονται ότι κάτω από τον θόρυβο και το χάος της συμβατικής ζωής κρύβεται μια απλότητα και ειρήνη που ο κόσμος ούτε μπορεί να δώσει ούτε να αφαιρέσει. Είναι πρόσκληση να σταματήσουν να προσπαθούν τόσο σκληρά, να απελευθερώσουν την εξαντλητική προσπάθεια να γίνουν κάτι άλλο από αυτό που θεμελιωδώς είναι, να εμπιστευτούν τη σοφία που ρέει από τη Ρίζα όταν τα κανάλια καθαριστούν από εμπόδια.

 

Αυτός είναι ο παραδοξικός δρόμος του μυστικού — να κατέβει για να ανέβει, να αδειάσει για να γεμίσει, να πεθάνει στον ψεύτικο εαυτό για να γεννηθεί στην αυθεντική ύπαρξη. Είναι μονοπάτι όχι επίτευξης αλλά πραγματοποίησης, όχι γίγνεσθαι αλλά θύμησης, όχι κατασκευής αλλά αποκάλυψης. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι αυτό που ήταν πάντα παρόν, περιμένοντας υπομονετικά κάτω από τα στρώματα διαμόρφωσης, έτοιμο να αναδυθεί τη στιγμή που θα δημιουργηθεί χώρος για την εμφάνισή του.

 

Ο σοφός που βαδίζει αυτό το μονοπάτι δεν αφήνει ίχνη, διδάσκει χωρίς να μιλάει, επιτυγχάνει χωρίς να πράττει. Είναι σαν το νερό, που αναζητά πάντα το χαμηλότερο μέρος, υπηρετώντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, ικανοποιημένο να δέχεται αυτό που ο κόσμος θεωρεί ανεπιθύμητο. Ωστόσο στην φαινομενική του φτώχεια κατέχει τον μόνο πλούτο που μετράει — τον πλούτο του να είναι πλήρως παρών, πλήρως ζωντανός, πλήρως ο εαυτός του σε κάθε μη επαναλήψιμη στιγμή.

 

Το να επιστρέψει κανείς στη Ρίζα είναι να έρθει σπίτι μετά από ένα μακρύ και περιττό ταξίδι, να φτάσει στον τόπο όπου πάντα ήταν αλλά δεν μπορούσε να δει ενώ χανόταν στις περιπλοκές της αναζήτησης. Είναι να αναπαυθεί στο αιώνιο τώρα, να αναπνέει με την κοσμική αναπνοή, να κινείται σε αρμονία με τους λεπτούς ρυθμούς που καθοδηγούν όλη την ύπαρξη προς την απόλυτη άνθησή της. Αυτό είναι το δώρο, η πρόσκληση, η ανοιχτή πόρτα. Θα μπεις;


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~