CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)
8. The Luminous Thread: A Journey Through the Heart of All Religions

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)
7. Ο Άπειρος Πολυδιάστατος Χώρος: Η Θρησκεία ως Αρχιτεκτονική της Υπέρβασης

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 24 January, 2026

Sunday, May 30, 2021

Η Έσχατη Πραγματικότητα

 Η Έσχατη Πραγματικότητα

Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (η Απόλυτη Πραγματικότητα) κι όχι απλά «αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν πραγματικότητα», δεν μπορεί να είναι ούτε υποκειμενική αντίληψη μόνο, ούτε αντικειμενική πραγματικότητα μόνο:

1) Δεν μπορεί να είναι μία υποκειμενική αντίληψη μόνο γιατί αυτή η αντίληψη μπορεί (πιθανόν) να είναι μία αυθαίρετη κατασκευή που δεν ανταποκρίνεται στα «πράγματα» και δεύτερον αποκλείει τα άλλα υποκείμενα να την βιώσουν.

2) Δεν μπορεί να είναι μία αντικειμενική πραγματικότητα μόνο, (ανεξάρτητη του υποκειμένου), γιατί αν δεν υπάρχει υποκείμενο να την βιώσει δεν έχει νόημα (είτε υπάρχει, είτε όχι).



Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΧΑΤΗ ΒΑΘΜΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ



Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Είναι Αυτό που το Υποκείμενο,  (κάθε υποκείμενο), Αντιλαμβάνεται, βασιζόμενο σε κάποια σταθερά πράγματα (δεδομένα, δραστηριότητες, αντιλήψεις), όταν ξεπερνά όλα τα «υποκειμενικά» στοιχεία, βιώνοντας έτσι μονάχα την ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΦΥΣΗ του. Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, δηλαδή, βιώνεται από το Υποκείμενο σαν προσωπική εμπειρία αλλά όταν υπερβαίνει τον εαυτό του γίνεται Αντικειμενική Αντίληψη: Είναι δηλαδή και υποκειμενική αντίληψη και αντικειμενική πραγματικότητα ταυτόχρονα. Αυτή είναι Μία Κατάσταση που βιώνουν όλα τα υποκείμενα, αλλά είναι Κοινή, δηλαδή Αντικειμενική, δηλαδή Αληθινή. Εδώ συγχωνεύονται όλα τα υποκείμενα μέσα στην ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ που βρίσκει το Υποκείμενο στο Βάθος του, όταν υπερβαίνει τον εαυτό του, σαν το «Εσώτερο Είναι» είναι ΚΟΙΝΗ για όλα τα υποκείμενα. Όλα Είναι Ένα, Όλα συγχωνεύονται σε Αυτό. Είναι το Όλον που Περικλείνει τα πάντα.

Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ είναι η Αρχή, η Βάση των πάντων, το Θεμέλιο όλων των υποκειμενικών αντιλήψεων και όλων των αντικειμενικών καταστάσεων. Από εδώ πηγάζει η προσωπική ύπαρξη, το υποκείμενο που νομίζει ότι αποσπάται από το Όλον, κι από εδώ πηγάζει επίσης η δραστηριότητα που δημιουργεί τους δήθεν αντικειμενικούς κόσμους. Ταυτόχρονα όμως η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ είναι η Κοινή Βάση που μπορούν να βιώσουν όλα τα υποκείμενα σαν την ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΦΥΣΗ τους.

Το Υποκείμενο μπορεί να βιώσει Αυτήν την ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ μόνο ξεπερνώντας τον εαυτό του. Συνεπώς το «εγώ είμαι θεός» είναι ηλίθια έπαρση. Εξάλλου το να θεωρεί την Πραγματικότητα σαν κάτι έξω από τον εαυτό του, απέναντι, σαν αντικείμενο, το «ο Θεός είναι Αλήθεια», ανυψώνοντας μία ιδέα σε πραγματικότητα κι αυτή είναι ηλίθια ειδωλολατρία.

Αυτή η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ που βρίσκει το Υποκείμενο, μέσα του, σαν ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, είναι Αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν Θεό. Ο Θεός λοιπόν σαν Πραγματικότητα, είναι η Βίωση από το Υποκείμενο της ΚΟΙΝΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. Δεν είναι ούτε σκέτο το υποκείμενο, ούτε σκέτη μία αντικειμενική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΧΑΤΗ ΒΑΘΜΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

 

Η Συνείδηση σαν Καθαρό Είναι

Το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ, η Συνείδηση, είναι αναγκαίος και επαρκής όρος για την Ύπαρξη (για το Είναι). Δηλαδή η Συνείδηση (η αντίληψη του είναι, του «είμαι», ότι υπάρχουμε) είναι η ύπαρξη, ταυτίζεται με την ύπαρξη. Η Συνείδηση (από την στιγμή που υπάρχει) δεν χρειάζεται τίποτα άλλο για να υπάρχει, δεν είναι παράγωγο (π.χ. του εγκεφάλου). Κι αυτό γιατί εντός της Συνείδησης (μίας απλής συνείδησης του είναι) μπορεί να αναζητηθεί το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ, το ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΙΝΑΙ, το ΟΝΤΩΣ ΕΙΝΑΙ, με την υπέρβαση όλων των δευτερευουσών δραστηριοτήτων (σκέψη, αίσθηση, σωματική ζωή). Το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ είναι ΚΑΘΑΡΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.

Η εμπειρία της ΚΑΘΑΡΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ αποδεικνύει την Αιωνιότητα της Ύπαρξης, τουλάχιστον για όσους έχουν αυτή την εμπειρία.

Αυτό σημαίνει ότι η Ύπαρξη δεν καταργείται με την κατάργηση του σώματος. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα. Μονάχα όσοι περνάνε το κατώφλι του αποχωρισμού από το σώμα μπορούν να διαπιστώσουν αν ισχύει ή όχι.

 

 

Sunday, May 23, 2021

Η Φιλοσοφία και η Θρησκεία Σήμερα

 Η Φιλοσοφία και η Θρησκεία Σήμερα

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ (η οποιαδήποτε συνείδηση) έχει μία Αντικειμενική Φύση άσχετα από το τι αντιλαμβάνεται η Συνείδηση, άσχετα δηλαδή από τις όποιες υποκειμενικές αντιλήψεις. Αυτή η Αντικειμενική Φύση, η Βαθύτερη Φύση της κάθε συνείδησης μπορεί να διερευνηθεί μόνο βιωματικά, όταν υπερβαίνουμε όλες τις ατομικές νοητικές ή άλλες δραστηριότητες. Για να γίνει αυτό ξεκινάμε από την Δεδομένη Συνείδηση σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται. Απλά πρέπει να υπερβούμε τις ατομικές δραστηριότητες.



Ανώτεροι & Κατώτεροι Κόσμοι

Βέβαια, στην διάρκεια της ιστορίας, η αντίληψη για την Πραγματική Φύση (την Αντικειμενική Φύση, την Ύστατη Πραγματικότητα, το Βαθύτερο Είναι μας) έχει αλλάξει. Και η Δεδομένη Συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολύ πιο κοντά στην Πραγματικότητα από ό,τι ήταν η Δεδομένη Συνείδηση του πρωτόγονου ανθρώπου. Η Φιλοσοφική και Θρησκευτική εμπειρία προσέγγισε την Αλήθεια σε μεγαλύτερο βαθμό και η Αντικειμενική Φύση της Συνείδησης έγινε πιο ευδιάκριτη.

Τις δύο τελευταίες χιλιετηρίδες επικράτησαν φιλοσοφικές αντιλήψεις και θρησκείες που αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει Μία και Μόνη Πραγματικότητα, Ένα και Μοναδικό Είναι, στο Οποίο αναφέρεται κάθε είναι.

Πριν 2500 χρόνια ο Πλάτωνας έθετε το Όντως Ον, το «τελείως είναι», σαν την Βάση στην Οποία αναφερόταν κάθε είναι. Το «τελείως είναι» είναι Αντικειμενική Αρχή, πέραν της νοήσεως, δεν είναι μία γενική ιδέα που συλλαμβάνουμε με την σκέψη. Πολύ αργότερα, λίγους αιώνες πριν, ο Χέγγελ ταύτιζε ουσιαστικά το ΝΟΕΙΝ με το ΕΙΝΑΙ δίνοντας έτσι στο ΕΙΝΑΙ όχι μία ουσιαστική φύση αλλά μία δυναμική δραστηριότητα. Το ΕΙΝΑΙ δεν είναι Ουσία είναι Ενέργεια, συνειδησιακή κατάσταση. Αυτό το ΕΙΝΑΙ περιέχει τα πάντα. Σε Αυτό το ΕΙΝΑΙ αναφέρονται όλες οι συνειδησιακές καταστάσεις, όλα τα φαινόμενα. Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές φιλόσοφοι προσέγγισαν μέσα από την Δεδομένη Συνείδηση το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ σαν την Ίδια, την Πραγματική Φύση μας.

Στον ίδιο δρόμο μεγάλα θρησκευτικά κινήματα, όπως ο Βουδισμός ή το Βεδάντα, έφτασαν στην Ίδια Πραγματικότητα, την Μία και Μοναδική, μέσα στην Οποία συγχωνεύονται όλα. Ακόμα και θρησκείες που αντιλαμβάνονταν την Ύστατη Πραγματικότητα σαν κάτι Απροσδιόριστο, του Οποίου μόνο την Εικόνα, τον Παγκόσμιο Λόγο, μπορούμε να προσεγγίσουμε, όπως ο χριστιανισμός, έφτασαν μέσω ορισμένων εκπροσώπων τους, στην αντίληψη ότι Μόνο ο Θεός Υπάρχει κι ότι μπορούμε να αντιληφθούμε τον Θεό μόνο όταν ο νους κενωθεί από όλα τα ατομικά στοιχεία του. Για τους ισλαμιστές σούφι δεν υπάρχει τίποτα άλλο από τον Θεό, το εγώ αποτελεί μία βλαστήμια. Μονάχα όταν οποιαδήποτε ατομική αντίληψη εξαλειφθεί φτάνουμε σε αυτό που ορίζουν σαν φανά φι ΄λλαχ (σβήσιμο μέσα στον Θεό).

Αν πρόκειται λοιπόν να υιοθετηθεί μία φιλοσοφική άποψη, ή μία θρησκευτική αντίληψη, τον εικοστό πρώτο αιώνα, αυτή θα πρέπει να αντιλαμβάνεται την Πραγματικότητα σαν Μία και Ενιαία, Εντός της Οποίας συγχωνεύονται όλες οι άλλες πραγματικότητες. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, είτε μας αρέσει, είτε όχι, η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΦΥΣΗ μας είναι Αιώνια, Αναλλοίωτη, Πλήρης. Δεν εκπίπτει, δεν διασώζεται. Όλα αυτά είναι μόνο επιφανειακές μεταβολές. Ανήκουμε στο Απόλυτο, όποια ηλίθια δεδομένη συνείδηση κι αν βιώνουμε. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο καλύτερα.

 

Ο Αιώνιος Δρόμος προς την Αλήθεια

Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε την ύπαρξή του, εδώ και χιλιάδες χρόνια, προσπάθησε να κατανοήσει το «περιβάλλον» του, να αντιληφθεί την Πραγματικότητα κι έτσι δημιούργησε διάφορες κοσμοθεωρίες. Μία τέτοια αντίληψη, μία κοσμοθεωρία, όσο απλοϊκή κι αν είναι, είναι κατά βάση φιλοσοφική και κατά δεύτερο λόγο θρησκευτική.

Στην διάρκεια της ιστορίας ο άνθρωπος βελτίωσε αρκετά την αντίληψή του για την Πραγματικότητα. Κάποιοι εξαιρετικοί άνθρωποι μάλιστα προσέγγισαν την Πραγματικότητα με τρόπο ιδιαίτερα ευφυή και «επέβαλλαν» την αντίληψή τους στους συνανθρώπους τους, επηρεάζοντας συχνά μεγάλους πληθυσμούς. Αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι θεωρήθηκαν «Θεοί» ή «ενσαρκώσεις» του Θεού.

Στην πραγματικότητα αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν διαφέρουν σε τίποτα από εμάς τους «κοινούς» ανθρώπους, τον κάθε άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση (οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή) είναι μία και λειτουργεί σε όλους το ίδιο. Από την στιγμή που μία ανθρώπινη συνείδηση (αδιάφορο αν ονομάζεται Βούδας ή Σανκάρα, Λαό Τσε ή Ιησούς, Πλάτωνας ή Χέγγελ) φτάνει στην Αντίληψη της Πραγματικότητας (αν υποθέσουμε ότι αυτή η Αντίληψη ανταποκρίνεται στην Αλήθεια) μπορεί να το κάνει ξανά και ξανά και όχι απλά μία συνείδηση αλλά κάθε συνείδηση, οποιαδήποτε συνείδηση.

Βέβαια, καλό είναι να γνωρίζουμε τις αντιλήψεις των συνανθρώπων μας (όχι μόνο της κοινωνίας που ζούμε αλλά και άλλων κοινωνιών, σε όλες τις εποχές) και να μπορούμε, αν το θέλουμε, να ακολουθήσουμε κάποια φιλοσοφική, θρησκευτική, αντίληψη για να «συλλάβουμε» την Πραγματικότητα, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε, είτε στηριζόμενοι σε κάποια στοιχεία από το κοινωνικό περιβάλλον μας, είτε όχι, να ξαναβρούμε τον Δρόμο προς την Αλήθεια (όπως τον βρήκαν και οι άλλοι) δομώντας έτσι την δική μας, την προσωπική μας αντίληψη για την Πραγματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση το να αντιληφθεί κάποιος μόνος του την Αλήθεια, βασιζόμενος στον εαυτό του, είναι το πιο ορθό λογικά, φιλοσοφικά, γιατί έτσι Βιώνει πραγματικά την Αλήθεια και δεν προσπαθεί μέσα από μία ξένη αντίληψη να προσεγγίσει την Πραγματικότητα. Αν ο Βούδας ή ο Ιησούς, ο Λάο Τσε, ο Πλάτωνας ή ο Πλωτίνος, ο Έκαρτ ή ο Χάιντεγκερ, ή οποιοσδήποτε φιλόσοφος, ή άλλος άνθρωπος έφτασαν στην Αλήθεια, μπορεί οποιοσδήποτε άνθρωπος να το κάνει ξανά και ξανά στους αιώνες και να δομήσει, ενδεχομένως, μία αντίληψη περισσότερο ευφυή από την αντίληψη όλων αυτών.

Αυτός ο Προσωπικός Δρόμος προς την Αλήθεια, είναι ο Αιώνιος Δρόμος του Ανθρώπου, η Αιώνια Φιλοσοφία, η Αιώνια Θρησκεία, που διατυπώνεται ξανά και ξανά κι Αυτός ο Δρόμος είναι ο Δρόμος όλων μας, ο δικός μου, ο δικός σου, ο δικός του, ο δικός μας, ο δικός σας, ο δικός τους. Καμία συνείδηση δεν μπορεί να «συλλάβει» κάτι που είναι αδύνατο να συλλάβουν όλες οι συνειδήσεις (σε κανονικές συνθήκες βέβαια). Ας σταματήσουμε λοιπόν να τρέχουμε πίσω από «διαφωτιστές» ή «σωτήρες» ή τουλάχιστον ας απορρίψουμε την ανόητη ιδέα ότι είναι κάτι «διαφορετικό» από εμάς. Ας βασιστούμε λίγο στον εαυτό μας, το μόνο ασφαλές θεμέλιο κι ας ανακαλύψουμε μόνοι μας την Αλήθεια. Η Πραγματικότητα είναι μέσα μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι.

 

Η Αιώνια Αλήθεια

Όλοι οι ιδρυτές των μεγάλων θρησκειών και όλοι οι σημαντικοί φιλόσοφοι της ιστορίας, στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν την Πραγματικότητα και να «συλλάβουν» την Αλήθεια, ακολούθησαν έναν τελείως φυσικό και απλό τρόπο: Όλοι αναζήτησαν την Αλήθεια και προσπάθησαν να κατανοήσουν την Πραγματικότητα μέσα στην «Δεδομένη Συνείδηση», στην «Παρούσα Συνείδηση», σε όποια κατάσταση κι αν βρισκόταν αυτή. Αναζήτησαν την Αληθινή Φύση της Ύπαρξης τους, την εγκυρότητα της αντίληψής τους και ενήργησαν για να φτάσουν στην Καθαρή Αλήθεια.

Το ίδιο μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε άνθρωπος που μπορεί να είναι εξίσου σοφός με όλους αυτούς. Να διερευνήσει την «Δεδομένη Συνείδηση» που τυχαίνει να είναι. Σε αυτή την έρευνα θα περάσει από όλα τα στάδια που πέρασε το ανθρώπινο είδος στην πολλών χιλιετηρίδων ιστορία του. Τυπολογικά υπάρχουν πέντε στάδια προς την Αλήθεια (όπως κι αν την εννοούμε αυτή), πέντε βήματα που πρέπει να κάνουμε.

1) Το πρώτο και ασφαλές θεμέλιο, η βάση από την οποία μπορούμε να ξεκινήσουμε είναι η ίδια μας η Συνείδηση (η «Δεδομένη Συνείδηση» όποια κι αν είναι αυτή). Αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουμε και προβληματιζόμαστε κι αναζητούμε την Αλήθεια. Αν δεν υπήρχαμε (αν δεν είχαμε «συνείδηση» της ύπαρξής μας) δεν θα ετίθετο καν το πρόβλημα. Πρέπει να διερευνήσουμε λοιπόν καταρχήν τι «είναι» «συνείδηση», τι είναι σταθερό και τι είναι δευτερεύουσα δραστηριότητα στην λειτουργία της. Ασφαλώς η «συναίσθηση» είναι το σταθερό στοιχείο, ενώ το περιεχόμενο, όλα όσα αντιλαμβανόμαστε έρχονται μετά. Καταρχήν λοιπόν αντιλαμβανόμαστε την Ύπαρξη σαν ένα όλο, συγκεχυμένο όλο.

2) Μέσα στην «Δεδομένη Συνείδηση» εκδηλώνεται συναίσθηση, νόηση, αντίληψη, διανοητικές λειτουργίες, αισθήματα (δηλαδή ερεθίσματα από κάπου έξω από το εγώ) κι ένας ολόκληρος κόσμος απέναντί μας (που θεωρείται αντικειμενικός). Έτσι θεμελιώνεται η διάκριση μεταξύ Υποκειμένου κι αντικειμενικού κόσμου και παγιώνεται η αντίληψη ότι είμαστε μέσα σε αυτό τον αντικειμενικό κόσμο. Η απορρόφηση στο υποκείμενο οδηγεί στην προανθρώπινη, παιδιάστικη αντίληψη, ότι ελέγχουμε τα πάντα (οδηγεί σε ένα συνειδησιακό αυτισμό), ενώ η απορρόφηση στο αντικειμενικό μας στερεί το ανθρώπινο χαρακτηριστικό μας που είναι η αυτεξουσιότητα και μας κάνει να τρέχουμε πίσω από τα φαινόμενα (και τελικά μας αποκτηνώνει).

3) Αντιλαμβανόμαστε ότι Υποκείμενο, αντικειμενικό, είναι διαφορετικά. Επεξεργαζόμενοι διανοητικά αυτές τις δύο αρχές μπορούμε να ακολουθήσουμε ή τον ένα δρόμο του υποκειμένου ή τον άλλο του αντικειμενικού και να θεμελιώσουμε φιλοσοφικές θεωρίες και αντιλήψεις που θα δίνουν προτεραιότητα είτε στο ένα είτε στο άλλο. Αυτός είναι ο διανοητικός δρόμος που ακολούθησαν οι πρώιμοι και ανώριμοι διανοητές κι έτσι θεμελίωσαν φιλοσοφίες, μεταφυσικές δοξασίες για την Πραγματικότητα που στα εγχειρίδια της φιλοσοφίας διαχωρίζονται σε ιδεαλιστικές και ρεαλιστικές. Όλα αυτά είναι διανοητικές κατασκευές, προσπάθειες να συλλάβουμε με την σκέψη την Πραγματικότητα. Είναι όμως τελείως διαφορετικό πράγμα να βιώνουμε την Πραγματικότητα από το να σκεφτόμαστε την Πραγματικότητα. Μία τέτοια στάση παραμένει ανώριμη και παιδιάστικη κι ας παίρνει την μορφή φιλοσοφικής θεωρίας.

4) Ο Δρόμος που ακολούθησαν οι ώριμοι φιλόσοφοι (συχνά μυστικιστές και αντι-διανοητικοί φιλόσοφοι) είναι άλλος, είναι ο Δρόμος του Βιώματος. Για να αντιληφθούμε την Αληθινή Φύση της Ύπαρξής μας, της Συνείδησης σαν Συνείδησης και της σχέσης μας με τον αντικειμενικό κόσμο θα πρέπει να υπερβούμε και την διανόηση κι όλες τις δευτερεύουσες δραστηριότητες της Συνείδησης. Στον χώρο της σκέψης (αν και φανταστικός, τεχνητός) ο άνθρωπος αισθάνεται ασφάλεια. Εδώ όμως καλείται να εγκαταλείψει όλες αυτές τις δραστηριότητες και να ξανοιχτεί στο Άπειρο της Καθαρής Συνείδησης, στον Ωκεανό της Αληθινής Ύπαρξης. Μία τέτοια ενέργεια είναι ασφαλώς προσωπική, μη ελεγχόμενη και συνεπώς αμφιλεγόμενη και αμφισβητούμενη. Βεβαίως, στην πραγματικότητα, το Υποκείμενο εγκαταλείποντας όλες αυτές τις δευτερεύουσες δραστηριότητες βυθίζεται στην Αντικειμενική Φύση Του, σε Αυτό που Είναι Πραγματικά, αλλά αυτό το Βιώνει προσωπικά, σαν Υποκείμενο. Η Αλήθεια που ανακαλύπτει λοιπόν το Υποκείμενο είναι Αντικειμενική, αλλά είναι μία προσωπική αντίληψη της Αντικειμενικής Φύσης. Στην πραγματικότητα, σε Αυτή την Κατάσταση Υποκείμενο, Αντικειμενική Φύση, «διαλύονται» και η Πραγματικότητα Αποκαλύπτεται σαν Μία Ενότητα, σαν Ένας Ωκεανός Ύπαρξης που συμπεριλαμβάνει τα πάντα: και το Υποκείμενο που Υπερβαίνει τον εαυτό του και ταυτίζεται με την Αντικειμενική Ύπαρξη και όλο τον φαινομενικό αντικειμενικό κόσμο. Σε Αυτή την Κατάσταση το Υποκείμενο που Ταυτίστηκε με το Σύνολο της Ύπαρξης μεταβάλλεται σε Παγκόσμιο Πνεύμα που περικλείνει την «αντικειμενική φύση». Σε Αυτή την Κατάσταση το Υποκείμενο έχει αντιστρέψει τελείως την θέση του, δεν αισθάνεται ότι είναι μέσα στον «αντικειμενικό κόσμο», αντιλαμβάνεται ότι Μέσα Του περικλείνεται όλος ο «αντικειμενικός κόσμος». Συμβαίνει μία Πλήρης Πνευματική Ανατροπή κι έτσι ο «άνθρωπος» «γίνεται» «Θεός», ό,τι ήταν πάντα.

5) Μία Συνείδηση που Πραγματοποίησε την Πλήρη Αυτογνωσία, που έφτασε στην Έλλαμψη, στην Φώτιση, στην Σωτηρία (όπως κι αν το πούμε είναι το ίδιο), Αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, η ΥΠΑΡΞΗ, η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ, ότι ποτέ δεν αποχωρίστηκε από την ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ κι ότι όλη η πορεία της μέσα στον φαινομενικό κόσμο δεν ήταν παρά μία «συνειδησιακή παραζάλη», που την οδήγησε στο να αντιλαμβάνεται όλα τα φαινόμενα που παράγονται μέσα της σαν ανεξάρτητα από αυτήν και ότι βρέθηκε στην παράδοξη θέση να αισθάνεται ότι ζει μέσα σε αυτό το κοσμικό όνειρο. Είναι δύσκολο να κατανοήσει Αυτή την Κατάσταση μία συνείδηση που δεν την Βίωσε.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, καταλαβαίνουμε ότι ο Δρόμος Προς Την Αλήθεια είναι Βιωματικός. Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι Βίωμα, δεν είναι περιγραφή του Δρόμου, ούτε διανοητική θεωρία. Για να φτάσουμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ πρέπει να διαβούμε τα πέντε στάδια της «συνειδησιακής εξέλιξης» που περιγράψαμε (και που ο άνθρωπος σαν είδος έκανε χιλιάδες χρόνια να διανύσει). Δηλαδή:

1. Να ξεκινήσουμε από την Δεδομένη Συνείδηση.

2. Να διακρίνουμε το Υποκείμενο από το δεδομένο αντικειμενικό,

3. Να ξεπεράσουμε την διανοητική παγίδα της ερμηνείας της Πραγματικότητας είτε από την ιδεαλιστική, είτε από την ρεαλιστική πλευρά,

4. Να ξανοιχτούμε στον Άγνωστο Ωκεανό της Αληθινής Ύπαρξης, πέρα από την διανόηση και τις άλλες δραστηριότητες και να πραγματοποιήσουμε την πνευματική μεταστροφή, να αντιληφθούμε ότι ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ που περιλαμβάνει Μέσα Της τα φαινόμενα,

5. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ Η ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ κι ότι ποτέ δεν ξεπέσαμε, ούτε ποτέ φωτισθήκαμε, απλά «βγήκαμε» από το «όνειρο».

Ασφαλώς, από την πιο πάνω περιγραφή μπορούμε να εξάγουμε μία μεταφυσική θεωρία, αλλά αυτό είναι αδιάφορο. Σημασία έχει να Διαβούμε τον Δρόμο κι όχι να έχουμε μία καλή περιγραφή του Δρόμου. Όσο κι αν σας περιγράφουμε τον δρόμο προς την Ακρόπολη των Αθηνών αυτό μένει μία διανοητική σύλληψη, ένας «χάρτης». Πρέπει να βαδίσετε τον δρόμο για να δείτε την Ακρόπολη και να περπατήσετε ανάμεσα στις κολώνες του Παρθενώνα. Τότε μόνο μπορείτε να ελπίσετε ότι θα δείτε την «Αθηνά». Μόνο δευτερεύοντα πνεύματα μένουν στην περιγραφή. Σε χειρότερη κατάσταση είναι οι άνθρωποι που προσπαθούν μέσω της διανόησης να ερμηνεύσουν την Πραγματικότητα. Όσο ωραίες θεωρίες κι αν φτιάχνουν, είτε πετούν στα «σύννεφα» του υποκειμενισμού, είτε σέρνονται στα «έλη» του ρεαλισμού. Σε ακόμη χειρότερη κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι που είναι σε σύγχυση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικειμενικό, είτε στρέφονται προς τον εγωιστικό υποκειμενισμό και σε ένα άρρωστο αυτισμό, είτε βυθίζονται στον «αληθινό κόσμο της καθημερινότητας» και αποκτηνώνονται τρώγοντας ο ένας τον άλλο. Υπάρχει τέλος μία πέμπτη κατηγορία ανθρώπων που βρίσκονται στην σύγχυση μίας πρωτόγονης ολικής αντίληψης της Πραγματικότητας, όπου όμως δεν υπήρξε ποτέ ούτε ανάδυση του «εγώ», ούτε υπέρβασή του μέσα στην Αντικειμενική Φύση της Ύπαρξης. Δυστυχώς ο κόσμος είναι γεμάτος από «ηλίθιους», «κτήνη», «αυτιστικούς», «διανοητές-κατσίκες» που μηρυκάζουν συνεχώς την «γνώση» της ανθρωπότητας και ανθρώπους που ζουν την αλήθεια από «δεύτερο χέρι».

Εμείς πιστεύουμε ότι κάθε Συνείδηση μπορεί να βαδίσει τον Δρόμο της Αλήθειας, τον Δρόμο που βάδισε ο Βούδας, ο Ιησούς από την Ναζαρέτ, ο Λάο Τσε, ο Πλάτωνας, ο Έκαρτ, ο Χέγγελ και τόσοι άλλοι. Δηλαδή, σε τι ήταν καλύτεροι αυτοί; Η φυσική δυνατότητα υπάρχει, άλλο αν την χρησιμοποιούμε ή όχι. Πάντως είναι καλύτερα να «χαθούμε» στον Ωκεανό του Αγνώστου προσπαθώντας να ζήσουμε γνήσια, πρωτότυπα, κατακτώντας την Αλήθεια με δικά μας μέσα, παρά να μένουμε μέσα στο «μαντρί» μαζί με τα υπόλοιπα «ζώα». Η Αλήθεια κι η Ελευθερία είναι εκεί «έξω».

 

 

Sunday, May 16, 2021

Η Εξέλιξη της Θρησκευτικής Σκέψης

 

Η Εξέλιξη της Θρησκευτικής Σκέψης

Από την αρχή της ιστορίας του ο άνθρωπος προσπαθούσε να αποκτήσει μία ολική αντίληψη του χώρου ύπαρξής του, μία ολική κοσμοθεωρία. Είτε μας αρέσει είτε όχι μία τέτοια αντίληψη είναι κατά βάση θρησκευτική, φιλοσοφική, αφού αποδίδει σε Κάποια Ύστατη Πραγματικότητα (Απόλυτο, Θεός, κλπ.) το Φαινόμενο της Ύπαρξης. Μέχρι σήμερα μόνο τέτοιες κοσμοθεωρίες χρησιμοποιούμε. Η «επιστήμη» (με την γενική έννοια του όρου) αδυνατεί να δώσει μία ολική εξήγηση του φαινομένου της ύπαρξης.




Στην διάρκεια της ιστορίας ο άνθρωπος προσπάθησε να βελτιώσει την αντίληψή του για τον περιβάλλοντα κόσμο (λέγοντας άνθρωπος εννοούμε το ανθρώπινο είδος, στο οποίο ανήκει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος). Η θρησκευτική αντίληψη του κόσμου εξελίχθηκε και πέρασε από διάφορες φάσεις. Έτσι μπορούμε, τυπολογικά, να κατατάξουμε τις κοσμοθεωρίες σε διάφορες φάσεις.

Στην αρχή, όταν ο άνθρωπος βγήκε από το «ασυνείδητο χάος» πριν 500.000 χρόνια (κι από το προανθρώπινο πέρασε στο ανθρώπινο είδος) είχε μία ασαφή εικόνα της Φύσης σαν «ένα όλο». Η Φύση ήταν άγνωστη, μυστηριώδης, συχνά φιλική σαν Μητέρα Φύση κι άλλοτε εχθρική που προκαλούσε δέος. Ο άνθρωπος ένιωθε μέρος αυτής της Άγνωστης Φύσης. Σε αυτή την πρώτη φάση λοιπόν ανήκουν οι πρώτες θρησκείες της Φύσης, σαν κάτι Ιερό, σαν Μάνας που γεννά τα πάντα και πάλι τα αρπάζει στους άγνωστους κόλπους της.

Σε μία επόμενη φάση ο άνθρωπος διαχώρισε το Άγνωστο Ιερό, που το τοποθέτησε ψηλά, από το οικείο, καθημερινό, που τοποθέτησε χαμηλά. Διαχώρισε τον Άγνωστο Ουρανό από την γνωστή γη. Ο άνθρωπος, είχε σαν ψυχή ουράνια καταγωγή αλλά ανατρεφόταν και ζούσε στην γη. Δημιούργησε έτσι τις ουράνιες και φυσικές θρησκείες της δεύτερης φάσης.

Στην συνέχεια ο άνθρωπος διαχώρισε από τον Άγνωστο Ουρανό που ήταν η Πηγή της Ύπαρξης και της ζωής, το Δυναμικό Στοιχείο, το Δημιουργικό Στοιχείο κι έτσι δημιουργήθηκαν θρησκείες που πρόβαλλαν μία Δυναμική Μορφή σαν Εκπρόσωπο του Άγνωστου Ουρανού.

Μετά, στους ιστορικούς χρόνους, ο άνθρωπος από τον Άγνωστο Ουρανό διέκρινε το Νοητικό Στοιχείο που συλλαμβάνει και δημιουργεί και υπερτερεί του απλού δυναμικού στοιχείου κι έτσι δημιουργούνται θρησκείες που περιγράφουν τον κόσμο σαν ένα τετραμερή χώρο στον οποίο το Απόλυτο Άγνωστο Εκπροσωπούσε η Δημιουργική Νόηση. Στις θρησκείες της τρίτης φάσης ανήκει η Αρχαιοελληνική Θρησκεία.

Πριν 3000 χρόνια ο άνθρωπος συνέλαβε το Άγνωστο σαν τον Παγκόσμιο Λόγο, τον Δημιουργικό Λόγο, το Παγκόσμιο Πνεύμα που ήταν Εικόνα του Αγνώστου. Στις θρησκείες της τέταρτης φάσης ανήκει ο Χριστιανισμός.

Παράλληλα, εδώ και 3000 χρόνια, εμφανίζεται μία ακόμα υψηλότερη αντίληψη που θεωρεί το Άγνωστο Απόλυτο σαν το Είναι από το Οποίο προέρχονται και στο Οποίο αναφέρονται όλα τα «είναι». Τέτοιου είδους θρησκείες ή φιλοσοφίες είναι ο Βουδισμός, το Βεδάντα, ο Ταοϊσμός, ο Ορφισμός, ο Πλατωνισμός, κλπ.

Τυπολογικά λοιπόν έχουμε μία εξέλιξη της θρησκευτικής σκέψης σε πέντε φάσεις, στις οποίες μπορούμε να κατατάξουμε τις διάφορες θρησκείες. Σήμερα τείνει να επικρατήσει η αντίληψη της πέμπτης φάσης κι έτσι μόνο οι θρησκείες της πέμπτης φάσης μπορούν να «διασωθούν», ή όσες θρησκείες της τέταρτης φάσης μπορούν να «προσαρμοσθούν» στο πνεύμα της πέμπτης φάσης.

Παράλληλη με την εξέλιξη της αντίληψης περί του κόσμου υπήρξε και η εξέλιξη της αντίληψης περί της ανθρώπινης οντότητας, περί της ανθρώπινης ψυχής. Στην αρχή το ανθρώπινο ον, η ανθρώπινη ψυχή, θεωρήθηκε σαν μέρος της Όλης Φύσης. Στην συνέχεια διέκριναν στην ανθρώπινη οντότητα ένα δυναμικό χαρακτήρα, ένα νοητικό στοιχείο, μία παγκόσμια φύση και τελικά ταύτισαν την οντότητα με το Ύστατο Είναι.

 

Η Θρησκεία σαν Σύστημα Σκέψης

Μία θρησκεία (μία οποιαδήποτε θρησκεία) αποτελεί ένα σύστημα σκέψης. Ένα σύστημα σκέψης (μία θρησκεία, μία φιλοσοφία, μία επιστήμη, ή απλά μία θεωρία) υιοθετεί ορισμένες βασικές αντιλήψεις (δόγματα, ιδέες, θεωρήματα, αντιλήψεις) με τις οποίες δομεί στην συνέχεια την ερμηνεία για την Ύπαρξη, τον κόσμο και τα επιμέρους φαινόμενα.

Έτσι, εξαρχής, ένα σύστημα, ακόμα κι αν διατυπωθεί μία ερμηνεία του κόσμου, τελείως γενική, εμπεριέχει και παράγει, ή μπορεί να δημιουργήσει όλες τις πιθανές ερμηνείες. Με αυτό τον τρόπο εξηγείται πως στα πλαίσια μίας θρησκείας, μίας φιλοσοφίας, μπορούν να εκδηλωθούν ιστορικά διάφορες σχολές σκέψης, διάφορες αντιλήψεις. Έτσι, για παράδειγμα, στα πλαίσια του βουδισμού, που στην αρχή διατυπώνονται ορισμένες βασικές αρχές του, εμφανίζονται στην συνέχεια, στην ιστορία, διάφορες ερμηνείες. Στην πραγματικότητα όλα αυτά εξάγονται συμπερασματικά από τις βασικές αρχές της θεωρίας και δεν ανήκουν στον χρόνο, στην ιστορία. Η ιστορική τους διατύπωση είναι εντελώς συμπτωματική. Με τον ίδιο τρόπο, από τις βασικές αρχές του χριστιανισμού εξάγονται όλες οι πιθανές ερμηνείες και διατυπώνονται ιστορικά οι διάφορες απόψεις που συχνά θεωρούνται στα πλαίσια κάποιας «ορθοδοξίας», από την «όποια» επίσημη εκκλησία σαν αιρέσεις.

Έτσι λοιπόν η θρησκεία, σαν σύστημα σκέψης, σαν κοσμοθεωρία, αποτελεί μάλλον ένα τρόπο σκέψης, ένα προσανατολισμό, κι όχι μία σαφή και ακριβή (με καθορισμένα όρια) έκθεση της αντίληψής μας για τον κόσμο. Αποτελεί ένα ανοιχτό σύστημα όπου μπορούν να διατυπωθούν διάφορες και διαφορετικές απόψεις. Έτσι μία θρησκεία μπορεί να αποτελεί μία απλή ερμηνεία που σαν τρόπος σκέψης ανήκει στην πρώτη φάση της θρησκευτικής αντίληψης – που τα αντιλαμβάνεται όλα σαν ένα συγκεχυμένο όλον - αλλά σαν σύστημα σκέψης δίνει την δυνατότητα να διατυπωθούν αντιλήψεις που ανήκουν σε ανώτερες φάσεις της θρησκευτικής αντίληψης. Έτσι, για παράδειγμα, στα πλαίσια του βουδισμού, που στην αρχή εκθέτει μία τελείως απλή και γενική θεωρία για τον κόσμο, εμφανίζονται στην συνέχεια ερμηνείες που ανήκουν στις ανώτερες φάσεις της θρησκευτικής αντίληψης. Επίσης, στον χριστιανισμό (και στον ισλαμισμό) που θρησκευτικά, τυπολογικά, ανήκουν στην τέταρτη φάση της θρησκευτικής αντίληψης διατυπώνονται με τους νηπτικούς πατέρες του χριστιανισμού (και τους σούφι του ισλαμισμού) αντιλήψεις που ανήκουν στην Πέμπτη φάση της θρησκευτικής αντίληψης.

 

Η Ουσία Όλων των Θρησκειών

Μελετώντας τις διάφορες θρησκείες, σε όλες τις εποχές (κι ανεξάρτητα από την φάση της θρησκευτικής αντίληψης στην οποία τοποθετούνται) παρατηρούμε ότι υπάρχουν ορισμένες βασικές αντιλήψεις που είναι ίδιες σε όλες τις θρησκείες. Όλες οι θρησκείες μιλούν για την Ίδια Πραγματικότητα. Οι διαφορές μεταξύ των θρησκειών είναι κυρίως ερμηνευτικές και γλωσσικές.

1) Σε όλες τις θρησκείες τίθεται εξ’ αρχής ότι η Ύστατη Πραγματικότητα (που θεωρείται πάντα Απροσδιόριστη, Ακατάληπτη, Άπειρη, κλπ.) αποτελεί το Υπόβαθρο του Φαινομένου της Ύπαρξης κι όλων των ποικιλιών του. Το Απόλυτο, το Είναι, κλπ. Προηγείται κάθε ύπαρξης και κάθε ύπαρξη αναφέρεται σε Αυτό και μπορεί να το προσεγγίσει μόνο βιωματικά. Δεν είναι απλά μία γενική ιδέα στην οποία ανάγει η σκέψη όλα τα όντα - αυτή η γενική ιδέα είναι μία κατασκευή που έπεται της σκέψης και δεν έχει καμία σχέση με την Αντικειμενική Πραγματικότητα που τίθεται στην αρχή.

2) Κάθε είναι (κάθε συνείδηση που συναισθάνεται ότι υπάρχει) είτε ταυτίζεται, είτε αναφέρεται στην Ύστατη Πραγματικότητα. Το είναι πηγάζει, εξαρτάται και είναι σε σχέση με την Ύστατη Πραγματικότητα.

3) Εξαιτίας της ύπαρξης σχέσης μεταξύ της Ύστατης Πραγματικότητας και της οποιασδήποτε συνείδησης προκύπτει η επικοινωνία όχι μόνο σαν υπαρξιακή αναγκαιότητα αλλά και σαν ζωτική δραστηριότητα και σαν υπαρξιακός προορισμός.

4) Η Ύστατη Πραγματικότητα θεωρείται από την κάθε συνείδηση (το κάθε υποκείμενο) σαν μία Υπερ-υποκειμενική Πραγματικότητα, δηλαδή μία Αντικειμενική Πραγματικότητα, την Οποία το υποκείμενο προσεγγίζει όταν υπερβαίνει όλες τις υποκειμενικές, εξωτερικές δραστηριότητες και βυθίζεται στο Βαθύτερο Αντικειμενικό Είναι του. Το Βαθύτερο Αντικειμενικό Είναι κάθε ύπαρξης ταυτίζεται με την Ύστατη Πραγματικότητα. Εδώ θεμελιώνονται όλες οι διαλογιστικές πρακτικές, οι πνευματικές ασκήσεις, κλπ.

5) Η ολοκλήρωση του όντος στα πλαίσια μίας θρησκείας σημαίνει την Βίωση της Ύστατης Πραγματικότητας (είτε την θεωρούμε σαν ταύτιση με την Ύστατη Πραγματικότητα, είτε σαν ένωση, είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο). Η κατάσταση ορίζεται σαν φώτιση, θέωση, τελείωση, ολοκλήρωση, κλπ., (όλα αυτά σημαίνουν το ίδιο πράγμα).

6) Η Βίωση της Ύστατης Πραγματικότητας αποκαλύπτει στα όντα που το πετυχαίνουν αυτό ότι υπάρχει μόνο Μία Πραγματικότητα από την Οποία δεν αποχωρίζονται ποτέ. Η περιπέτεια μέσα στα σύμπαντα, αόρατα και ορατά, είναι υποκειμενική που καθίσταται λόγω της απορρόφησης και της αδυναμίας του υποκειμένου, αντικειμενική. Ο Φωτισμός αποκαλύπτει την αληθινή μας σχέση με τα φαινόμενα.

Αυτές οι γενικές αντιλήψεις υπάρχουν σε όλες τις θρησκείες κι όπου κάποια θρησκεία φαίνεται να απομακρύνεται από τον κανόνα αυτό οφείλεται μάλλον στην ερμηνεία που προωθούν οι εκπρόσωποί της κι όχι στην Αλήθεια που προσπαθεί η θρησκεία να προσεγγίσει.

Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι όλες οι θρησκείες είναι μόνο ερμηνείες, δηλαδή ενδείξεις της Αλήθειας, όχι η Αλήθεια καταγραμμένη. Πρέπει να βιώσουμε την Αλήθεια που υποδεικνύουν. Η Αλήθεια δεν ανήκει στον χώρο της σκέψης, δεν είναι διατυπωμένος λόγος, λέξεις.

 

Sunday, May 9, 2021

Η Θρησκευτική Αντίληψη

 Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ (η οποιαδήποτε συνείδηση), από την στιγμή που «υπάρχει» (που έχει αντίληψη ότι «υπάρχει»), σχηματίζει αυτόματα μία αντίληψη του «περιβάλλοντος» (σαν μία ολική κι «ακαριαία» εικόνα) εντός του οποίου αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει και λειτουργεί και δραστηριοποιείται. Αυτή η αντίληψη του περιβάλλοντος κόσμου (που μπορεί να συμπεριλαμβάνει διάφορα στοιχεία) είναι πάντα το σύστημα αναφοράς για την ύπαρξή μας και την δράση μας.



Η Αλήθεια είναι βίωμα. Η Αλήθεια δεν βρίσκεται στην θεωρία αλλά σε αυτό που η θεωρία υποδεικνύει, σε αυτό που ανακαλύπτουμε, που βιώνουμε μέσω της θεωρίας. 


Είναι λογικό ότι μία ατελής συνείδηση δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη αντίληψη της Πραγματικότητας. Έτσι, συχνά, η Εικόνα, που πρέπει να είναι «πλήρης» για να μπορούμε να υπάρξουμε και να λειτουργήσουμε συμπληρώνεται με ανακριβή ή φανταστικά στοιχεία. Αυτό όμως (μπορεί από μεταφυσική και λογική άποψη να είναι απατηλό αλλά) για την καθημερινή ζωή δεν έχει και τόση σημασία. Όταν αποδίδουμε τον κεραυνό στον αστραπαίο, βρονταίο, κεραύνιο, Δία (κι όχι σε μία ατμοσφαιρική, ηλεκτρική εκκένωση) διαπράττουμε ίσως ένα μεταφυσικό, λογικό, επιστημονικό σφάλμα, αλλά για την καθημερινή ζωή και τον ρόλο της βροχής στην ζωή μας αυτό έχει ελάχιστη σημασία. Ακόμη κι όταν χρησιμοποιούμε ανακριβή ή φανταστικά στοιχεία για να αποδώσουμε ηθικό κύρος σε κάποιες αντιλήψεις - από την στιγμή που αυτές οι αντιλήψεις είναι σε κάποια λογικά και ηθικά πλαίσια - ελάχιστη σημασία έχει. Τι σημασία έχει αν τις πλάκες του Μωυσή τις υπαγόρευσε Κάποιος, Κάτι, ή αν τις εμπνεύστηκε αυτός με βάση προηγούμενα στοιχεία ή αν είναι δημιούργημα κάποιου ιερατείου;

Εικόνα πλήρη του κόσμου δεν μπορούμε να έχουμε. Χιλιετηρίδες πορευτήκαμε έτσι. Και η σημερινή επιστημονική σκέψη δεν μπορεί να έχει μία πλήρη ενοποιημένη θεωρία για το σύμπαν (και για ό,τι, ενδεχομένως, υπάρχει πέρα από το σύμπαν). Πάντα θα λείπουν στοιχεία που ή θα τα αφήνουμε κενά ή θα τα συμπληρώνουμε με φανταστικά, φτιαχτά, στοιχεία. Από την άποψη της Απόλυτης Αλήθειας αυτό αποτελεί ασφαλώς σφάλμα αλλά από την άποψη της πρακτικής ζωής είναι αναπόφευκτο. Αυτό που έχει σημασία είναι να μην μας κοροϊδεύουν με χονδροειδή τρόπο και να μην μας εκμεταλλεύονται. Για παράδειγμα το να χρησιμοποιούν την ιδέα του Θεού για να πουν ότι Κάτι υπάρχει, Κάτι που μας προσδιορίζει ένα σκοπό στην ζωή και αξίες, όσο κι αν αποτελεί λογικό σφάλμα είναι θεμιτό από πρακτική άποψη. Απλά αυτό που σκέπτονται οι άνθρωποι το αποδίδουν σε μία φανταστική πηγή. Το να χρησιμοποιούμε όμως αυτή την ιδέα για να έχουμε εξουσία πάνω στους άλλους, να τους εκμεταλλευόμαστε και γενικά να τους παραπλανούμε αυτό είναι μία άλλη υπόθεση. Όλες οι θρησκείες ξεκινούν από την πρώτη θέση αλλά καταλήγουν στην τελευταία στάση.

Στην διάρκεια της ιστορίας υπήρξαν κάποια εμπνευσμένα «πνεύματα» που δημιούργησαν αν όχι μία πλήρη εικόνα για την Πραγματικότητα αλλά πάντως μία αξιοσημείωτη αντίληψη. Τέτοιες κοσμοθεωρίες δημιούργησαν ο Βούδας, ο Λάο Τσε, ο Πλάτων, ο Ιησούς κι άλλοι θρησκευτικοί ηγέτες ή φιλόσοφοι. Βέβαια όλοι αυτοί ανατράφηκαν στα πλαίσια κάποιας κοινωνίας, χρησιμοποίησαν την λογική και την μεταφυσική γλώσσα αυτής της κοινωνίας, πήραν στοιχεία από αυτήν την κοινωνία και διατύπωσαν μία δική τους πιο ειδική άποψη. Με αυτή την έννοια ο βουδισμός, ο ταοϊσμός, ο πλατωνισμός, ο χριστιανισμός, κλπ., δεν είναι αποκλειστικό δημιούργημα ατομικών συνειδήσεων αλλά μίας κοινωνίας, μίας ομάδας ανθρώπων.

Αυτές οι ξεχωριστές απόψεις για τον σύμπαντα κόσμο, θρησκείες, κοσμοθεωρίες, επηρέασαν μεγάλους πληθυσμούς, σημάδεψαν την ιστορία. Χρησιμοποιήθηκαν σαν οδηγοί για τους ανθρώπους αλλά συχνά τις χρησιμοποίησαν άσχημα ή για να παραπλανήσουν ή για να εκμεταλλευτούν τους ανθρώπους.

Ακόμη και σήμερα και πάντα ο άνθρωπος χρειάζεται μία πλήρη εικόνα για το περιβάλλον του. Χρησιμοποιούμε λοιπόν ακόμη και σήμερα τέτοιες κοσμοθεωρίες γιατί είναι οι πιο πλήρεις. Όπως είπαμε και πιο πάνω η επιστήμη (η φυσική επιστήμη συγκεκριμένα) δεν μπορεί ακόμα να διατυπώσει μία ενοποιημένη θεωρία για το σύμπαν. Μετά από την φύση της η επιστήμη έχει κάποιους περιορισμούς αφού θέλει πάντα να είναι συγκεκριμένη και να επιβεβαιώνει ό,τι λέει. Έτσι η μεταφυσική μένει έξω από τον χώρο της επιστήμης. Πάντως αυτό που έχει σημασία είναι να γνωρίζουμε ακριβώς το αντικείμενό μας, την βουδιστική, ή την χριστιανική κοσμοθεωρία για παράδειγμα, να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε κι αν αυτό μπορεί να μας χρησιμεύσει, ή μας ξεστρατίζει από τον δρόμο προς την Αλήθεια.

Ας σημειώσουμε τέλος ότι όλες αυτές οι θεωρίες είναι διανοητικοί χάρτες που οδηγούν σε κάποια συμπεράσματα και σε κάποια δραστηριότητα, δεν είναι αυτή καθ’ εαυτή η Αλήθεια. Η θεωρία περί της Απόλυτης Πραγματικότητας, ή περί του Θεού, είναι άχρηστη αν δεν μπορούμε αυτό να το βιώσουμε. Η Αλήθεια λοιπόν δεν βρίσκεται στην θεωρία αλλά σε αυτό που η θεωρία υποδεικνύει, σε αυτό που ανακαλύπτουμε, που βιώνουμε μέσω της θεωρίας. Η Αλήθεια είναι βίωμα. Πάντως σήμερα οι θρησκείες έχουν ξεφτίσει κι ελάχιστα βοηθούν τον σύγχρονο άνθρωπο.

Sunday, May 2, 2021

Το Άπειρο Βάθος του Είναι

 Η Ύπαρξη (το πιο ουσιαστικό μέρος της Ύπαρξης) είναι η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. Έχουμε Συνείδηση ότι υπάρχουμε. Προβληματιζόμαστε κι αναζητάμε απαντήσεις για την Φύση της Ύπαρξης, τα Όριά της. Ο Μόνος Σωστός Τρόπος για να βρούμε απαντήσεις είναι να βιώσουμε την Ύπαρξη κι όχι μέσα από διδασκαλίες, θεωρίες, σκέψεις (όλα αυτά είναι μετα-ερμηνείες). Βιώνουμε την Ύπαρξη όταν απορρίπτουμε τις δευτερεύουσες δραστηριότητες της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Τότε μόνο μπορούμε να έχουμε Καθαρή Αντίληψη και μπορούμε να νοιώσουμε το ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ.



Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΕΑΥΤΟΣ. Ο Πραγματικός Ελεύθερος Εαυτός. Ο Φωτισμένος Μη-Δυαδικός Εαυτός.

Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές φιλόσοφοι ξεκινώντας από την Παρούσα Συνείδηση (για τον Χάιντεγκερ Da-Sein, «εδώ είναι», «εδώ συνείδηση»), απορρίπτοντας όλες τις επιφανειακές εκδηλώσεις της Ύπαρξης έφτασαν στην Βίωση της Συνείδησης, του Καθαρού Είναι (για τον Xάιντεγκερ Sein ή Sein διαγραμμένο, Είναι και Μη-Είναι).

Το Είναι (ή Μη-Είναι) των υπαρξιστών για πολλούς είναι ο Θεός ή η Ύστατη Πραγματικότητα (που μπορούμε να την δούμε και αρνητικά σαν «Μηδέν»). Πάντως η ερμηνεία του Χάιντεγκερ είναι διφορούμενη. Το Είναι μπορεί να είναι το Πλήρες Είναι ή το Μη-Είναι, σαν το χωρίς ιδιότητες. Η δυσκολία δεν οφείλεται στο Είναι αλλά στην δική μας αδυναμία να αντιληφθούμε, είναι δηλαδή ερμηνευτικό το πρόβλημα.

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Είναι για Πάντα Αυτό που Είναι. Δεν αλλοιώνεται, δεν αυξάνεται, δεν μειώνεται. Δεν υπάρχει παρά μία συγκέντρωση σε μία δραστηριότητα, σε ένα σύνολο από αντιλήψεις και συμπεριφορές που μας «βάζει» σε ένα κύκλο ζωής, μέσα στα σύμπαντα, αόρατα και ορατά. Όλα αυτά όμως συμβαίνουν σε ένα φαντασιακό χώρο (που μόνο από την ατελή συνείδηση θεωρείται πραγματικότητα). Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε πτώση, ούτε λύτρωση, ούτε τίποτα. Όλα συμβαίνουν στον φαντασιακό χώρο και οι δραστηριότητες όλες και οι διαλογιστικές πρακτικές συμβαίνουν στον φαντασιακό χώρο. Το μόνο που υφίσταται είναι η συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά είναι ψεύτικα, («ψεύτικα», όχι ανύπαρκτα – θα το εξηγήσουμε αυτό εν καιρώ). Διαλογισμός είναι το σταμάτημα όλης αυτής της μάταιης δραστηριότητας.

Η διατύπωση μίας απορίας, μίας ερώτησης, προϋποθέτει ήδη μία κοσμοαντίληψη, ένα λογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αρθρώνεται ο λόγος, η ερώτηση. Πολλές φορές οι απορίες που διατυπώνονται από τον άνθρωπο είναι λανθασμένες, οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα και θεμελιώνουν την ζωή και την δράση σε όχι στέρεες βάσεις. Γιατί όμως διατυπώνονται απορίες με λάθος τρόπο; Επειδή το κοσμοθεωρητικό πλαίσιο είναι εσφαλμένο ο λόγος είναι αδύναμος και η λογική συνέπεια είναι όχι πραγματική αλλά τυπολογική. Απορία, ερώτηση που κάνουν οι άνθρωποι χιλιάδες χρόνια: Υπάρχει Θεός; Τι Είναι Θεός; Πως Τον γνωρίζουμε; πως Τον προσεγγίζουμε; Με αφετηρία αυτή την απορία έχουν δημιουργηθεί θρησκείες, συστήματα, φιλοσοφίες κι έχουν γραφτεί εκατοντάδες χιλιάδες τόμοι. Κι όμως είναι μία λανθασμένη ερώτηση που ξεκινά από μία λανθασμένη αντίληψη, τοποθέτηση. Έτσι όλα είναι στον αέρα, ιστορία, θρησκείες, φιλοσοφίες, δραστηριότητες, είναι όλα διανοητικά σκουπίδια. Γιατί; Ιδού γιατί: Ξεκινάμε από την λανθασμένη αντίληψη ότι ο Θεός Είναι Κάτι, Κάτι έξω από εμάς, ένα Αντικείμενο που μπορούμε να γνωρίσουμε, ίσως με την διαίσθηση, τις διανοητικές ενέργειες, ή ενδεχομένως με την αίσθηση. Αλλά όμως ο Θεός δεν είναι Κάτι. Ο Θεός Είναι το ΕΙΝΑΙ, η Πηγή του Είναι. Εμείς οι ίδιοι (σαν Συνείδηση, Συνείδηση της Ύπαρξης, του «Είναι») ανήκουμε στο ΕΙΝΑΙ. Για να προσεγγίσουμε λοιπόν το ΕΙΝΑΙ πρέπει να το κάνουμε μέσα από την Βίωση του ΕΙΝΑΙ κι όχι θεωρώντας το ΕΙΝΑΙ απέναντί μας, ένα Αντικείμενο. Η θεώρηση του Θεού σαν Κάτι έξω από εμάς, από το Είναι μας, από το ΕΙΝΑΙ, είναι η χειρότερη ειδωλολατρία.

Για να προσεγγίσουμε το ΕΙΝΑΙ πρέπει να το κάνουμε λοιπόν μέσω του ΕΙΝΑΙ που Είμαστε. Το ΕΙΝΑΙ, η Συνείδηση του Είναι, η Συνείδηση, πρέπει να καθαρισθεί από όλες τις διανοητικές παρερμηνείες, από όλες τις διανοητικές δραστηριότητες, για να Αποκαλυφθεί το ΕΙΝΑΙ. Μία τέτοια τοποθέτηση που θεωρεί το ΕΙΝΑΙ σαν το Υπερσύνολο του «όποιου είναι είμαστε» και το προσεγγίζουμε μέσα από την Βίωση του ΕΙΝΑΙ, είναι τελείως διαφορετική από την άλλη αντίληψη, από την αντίληψη που θεωρεί ότι το ΕΙΝΑΙ Είναι έξω από εμάς κι οδηγεί σε άλλα συμπεράσματα και θεμελιώνει την ζωή και την δραστηριότητα σε άλλες βάσεις. Μας κατευθύνει στην Βίωση του ΕΙΝΑΙ, της Ύπαρξης, σε μία εσωτερική αντίληψη κι όχι σε μία εξωτερική δραστηριότητα. Θέτει εξαρχής την Σχέση μας με το ΕΙΝΑΙ, τον Προορισμό μας, την Ολοκλήρωσή μας.

Περισσότερο λοιπόν χρήσιμο από το να διατυπώνουμε απορίες και να δίνουμε απαντήσεις πάνω στις οποίες θεμελιώνουμε την Ύπαρξή μας είναι να δούμε από ποια θεωρητική βάση ξεκινάμε. Η αντίληψη που συνδέει το Είναι μας με το ΕΙΝΑΙ και μας κατευθύνει στην εσωτερική ζωή είναι σαφώς πιο ισχυρή λογικά. Ενώ η αντίληψη που ξεκινά από μία μικρή, αδύναμη, αμαθή, συνείδηση που τα αντιλαμβάνεται όλα έξω από τον εαυτό της είναι ανώριμη κι ανήκει σε παρωχημένες εποχές. Δυστυχώς όμως η ανθρωπότητα αντιλαμβάνεται την Ύπαρξη εντελώς επιπόλαια.

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
Monday, 26 January, 2026

Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root

 

The Threshold of Unknowing

 

In the vast silence that precedes all utterance, there exists a truth that cannot be grasped by the clever mind nor captured in the intricate webs of human reasoning. It is a truth that dwells in the spaces between thoughts, in the pause between breaths, in the stillness that underlies all motion. The mystic who seeks this truth must first undertake the most difficult of all journeys—not a journey outward into the world of forms and names, but a journey inward, a sacred descent into the luminous darkness where the soul remembers what it has always known.

 

This truth whispers of a return, not to a place that can be marked upon any map, but to a state of being that existed before the mind learned to divide the world into categories, before the heart learned to distinguish between self and other, before language cast its spell of separation upon the unified field of existence. It is the return to the Root—that primordial source from which all things emerge and to which all things inevitably flow, like rivers seeking the ocean of their origin.

 

The seeker who stands at this threshold confronts a paradox that confounds all conventional understanding: to advance, one must retreat; to gain wisdom, one must release what one believes to be wisdom; to discover richness, one must embrace a sacred poverty of spirit. This is the narrow gate through which the soul must pass, leaving behind the accumulated treasures of intellectual pride, the ornate garments of moral superiority, and the heavy armor of worldly achievement.

 

The Illusion of Constructed Wisdom

 

There is a wisdom that the world celebrates—a wisdom built upon layer after layer of acquired knowledge, carefully constructed systems of thought, and elaborate philosophical frameworks that tower like magnificent temples in the landscape of human consciousness. Yet the mystic, gazing upon these structures with eyes made clear by contemplation, perceives something that others fail to see: these temples, for all their grandeur, cast long shadows that obscure the simple, pristine light of truth that shines eternally beyond them.

 

This worldly wisdom, which the sage must learn to renounce, resembles a beautiful garden that has been cultivated until it has lost all resemblance to the wild meadow from which it sprang. Every flower has been selected, every hedge trimmed to perfection, every path laid with careful deliberation. Yet in this very perfection lies a profound loss—the loss of spontaneity, of natural grace, of the untamed vitality that pulses through all living things when they remain true to their essential nature.

 

When those who govern—whether they govern nations, communities, or merely their own inner kingdoms—accumulate this kind of wisdom, they create elaborate systems of control and manipulation. They become like gardeners who have forgotten that flowers know how to bloom without instruction, that trees understand the secret geometry of their growth without the need for human intervention. The people, sensing this artificiality, become confused and disconnected from their own innate understanding of what is true and right.

 

If the sage could strip away this accumulated wisdom—if they could stand naked before reality without the protective layers of concepts and theories—a miraculous transformation would occur. The people, freed from the burden of following complex prescriptions and intricate rules, would rediscover within themselves a natural wisdom far more profound than any that could be taught. They would become like children who have not yet learned that joy requires justification, or like wild creatures who move through the world with an effortless grace that no amount of training could replicate.

 

This is not a call to ignorance, but rather an invitation to a higher form of knowing—a knowing that precedes and transcends intellectual understanding, a knowing that lives in the bones and blood, that pulses with the rhythm of the heart, that breathes with the cosmic breath that animates all existence.

 

The Paradox of Virtue

 

In the second great movement of this mystical return, the seeker confronts another tower that must be toppled—the tower of constructed virtue, of formalized benevolence, of righteousness that has become rigid and lifeless. Here too, the world has taken something that once flowed naturally from the human heart and transformed it into a system, a code, a set of obligations that crush the very spirit they were meant to nourish.

 

True benevolence, in its original and uncorrupted form, is like water flowing downward—it does not announce itself, does not congratulate itself on its generosity, does not keep accounts of what it has given. It simply moves according to its nature, seeking the lowest places, nourishing all things without discrimination, expecting nothing in return. Yet when benevolence becomes conscious of itself, when it is named and codified and established as a virtue to be practiced, it loses this spontaneous quality and becomes something else entirely—a performance, a duty, a source of pride.

 

Righteousness, too, begins as the soul's natural alignment with the sacred order of existence—an effortless harmony between the individual will and the cosmic will that guides all things toward their proper unfolding. But when this natural righteousness is formalized into laws and rules, when it becomes something that must be taught and enforced, it hardens into rigidity. People begin to follow these external standards not because they resonate with the truth of their being, but because they fear punishment or seek reward.

 

The mystic perceives that in this hardening, in this externalization of virtue, something precious has been lost. When benevolence and righteousness are renounced—not in favor of cruelty and wickedness, but in favor of something deeper and more authentic—a miraculous restoration occurs. The people, freed from the burden of performing virtue according to prescribed forms, rediscover the natural filial affection and kindness that spring spontaneously from hearts that have not been corrupted by artificial systems.

 

Children do not love their parents because they have studied the virtue of filial piety; they love because love is their natural state before society teaches them otherwise. Neighbors do not help one another because they have been instructed in the rules of righteousness; they help because mutual care is the organic expression of beings who recognize their fundamental interconnection. When the scaffolding of formal virtue is removed, the natural architecture of human goodness is revealed, standing strong and beautiful in its unadorned simplicity.

 

The Snare of Cleverness

 

The third pillar that must fall in this mystical dismantling is perhaps the most seductive of all—the pillar of cleverness, of artful contrivance, of the scheming intelligence that prides itself on its ability to manipulate circumstances for personal advantage. In the marketplace of the world, such cleverness is celebrated as a virtue. The one who can devise intricate strategies to accumulate wealth, who can outmaneuver competitors through superior calculation, who can construct elaborate systems to secure personal gain—such a one is deemed successful, admirable, worthy of emulation.

 

Yet the mystic, dwelling in the clarity that comes from prolonged contemplation of the ineffable, sees through this illusion. They perceive that this celebrated cleverness is actually a form of violence against the natural order, a corruption of the intelligence that the Divine has placed within human beings for entirely different purposes. True intelligence, in its pristine form, is not a tool for manipulation but a mirror that reflects reality as it is, without distortion, without the clouding lens of self-interest.

 

When the sage renounces these artful contrivances, when they cease their scheming for personal gain, they do not become foolish or helpless. Rather, they align themselves with a deeper intelligence—the intelligence that guides the stars in their courses, that directs the salmon to their spawning grounds, that teaches the spider the geometry of the web. This intelligence requires no plotting, no strategizing, no anxious calculation. It simply acts in harmony with the Way, and in doing so, achieves everything that needs to be achieved without force or struggle.

 

In a society where such renunciation becomes the norm, where cleverness is no longer prized above wisdom, where scheming for gain is recognized as the poverty of spirit that it truly is, a profound transformation occurs. The thieves and robbers who plague the social order do not exist in isolation—they are the inevitable product of a system that teaches people to value personal accumulation above all else, that celebrates the clever manipulation of others, that measures worth by the size of one's possessions rather than the depth of one's being.

 

When the root disease is cured—when the obsession with gain is released and the addiction to cleverness is healed—the symptoms disappear of their own accord. People no longer steal because they no longer believe that happiness can be found in accumulation. They no longer rob because they have discovered the inexhaustible wealth that resides within, a wealth that cannot be taken by force and need not be guarded with anxiety.

 

The Failure of Elegant Methods

 

The mystic understands something that the worldly mind struggles to accept: the methods that seem most sophisticated, most refined, most philosophically elegant are often the very methods that fail most completely to achieve their stated aims. The ancient ways, dressed in the fine garments of civilized philosophy, adorned with beautiful names and justified by intricate arguments, create the very problems they purport to solve.

 

When governance becomes an art form, when rulers pride themselves on the sophistication of their methods and the complexity of their systems, they inadvertently create a distance between themselves and those they govern. The people sense that they are being managed, manipulated, guided by invisible hands according to principles they do not understand. Trust erodes, replaced by suspicion. Natural cooperation gives way to resistance and evasion.

 

These elegant methods—the cultivation of artificial wisdom, the codification of virtue, the deployment of clever strategies—attempt to veil their essential inadequacy behind beautiful names. They call control "guidance," they name manipulation "education," they describe coercion as "necessary discipline." But the mystic, whose vision has been purified by prolonged gazing into the abyss of unknowing, sees through these veils to the emptiness that lies beneath.

 

The tragedy is that those who deploy these methods often do so with genuine good intentions. They truly believe that people need to be improved, educated, reformed—that human nature in its raw state is insufficient and must be refined through systematic intervention. They do not realize that this very assumption—that humans are fundamentally flawed and require external correction—is the poisoned seed from which all social dysfunction grows.

 

The Way of Simplicity

 

Against the complexity of worldly wisdom, the mystic poses the radical alternative of simplicity—not the simplicity of ignorance, but the simplicity that lies on the far side of complexity, after all the elaborate structures have been erected and then consciously dismantled. This is the simplicity of the master who has internalized all the rules so thoroughly that they can finally be forgotten, the simplicity of the sage who has traveled so far along the path of knowledge that they arrive back at the innocence of the beginner, but now carrying the depth of all they have experienced and transcended.

 

This simple way does not require elaborate teachings or complex institutions. It operates according to principles so basic that they seem almost embarrassingly obvious: be natural, be genuine, be true to your essential nature. Do not pretend to be what you are not. Do not accumulate what you do not need. Do not force what should unfold organically. Do not complicate what is inherently simple.

 

When governance is conducted according to these plain and true courses, something miraculous occurs. The people, no longer burdened by the weight of artificial systems, begin to govern themselves according to their innate wisdom. They do not require extensive laws because they naturally avoid harm. They do not need elaborate moral codes because their hearts guide them toward kindness. They do not demand complex economic systems because they naturally share and cooperate when their basic needs are met.

 

This is not a naive utopianism but rather a description of what spontaneously emerges when the obstacles to natural human flourishing are removed. Just as a plant will grow toward the light when the stones are cleared from its path, human beings will grow toward their highest potential when the artificial constraints of misguided systems are lifted.

 

The Eschewing of Selfish Ends

 

At the heart of this mystical teaching lies a profound reorientation of desire. The worldly person is driven by a multitude of lusts—not merely physical appetites, though these are included, but more fundamentally, the lust for recognition, the lust for security, the lust for control, the lust to be special, separate, superior. These lusts generate endless striving, endless anxiety, endless disappointment.

 

The mystic does not advocate for the violent suppression of these desires, for such suppression only drives them underground where they grow more twisted and powerful. Rather, the teaching points toward a natural eschewing that occurs when one perceives clearly the futility of these pursuits. It is not that the sage forces themselves to give up selfish ends through heroic willpower; it is rather that these ends fall away naturally when their essential emptiness is recognized.

 

This recognition does not come through intellectual analysis alone, though understanding plays a role. It comes through direct experience—through tasting the fruit of selfish striving and discovering its bitterness, through accumulating possessions and finding they bring no lasting satisfaction, through achieving recognition and discovering it leaves the deepest hunger unfed. The soul, educated by experience, gradually loses interest in these pursuits, not because they are forbidden but because they are seen to be ultimately unrewarding.

 

In their place arises a different orientation entirely—not toward the acquisition of more but toward the appreciation of what is, not toward the manipulation of circumstances to serve personal ends but toward the alignment of personal action with the cosmic unfolding, not toward the satisfaction of isolated individual desires but toward participation in the great symphony of existence in which each being plays their unique and necessary part.

 

The Return to the Root

 

And so the mystical journey, which seemed at first to be a path of renunciation and loss, is revealed to be a path of discovery and recovery. What is renounced is only the false; what is discovered is the real that was always present but obscured. What is lost is only the burden of artificial constructions; what is recovered is the lightness and freedom of natural being.

 

The Root to which one returns is not located in the distant past, as though one must somehow travel backward in time to recover a lost golden age. Rather, the Root exists eternally in the depths of present-moment reality, always available to the one who has the courage to dig beneath the accumulated layers of conditioning, belief, and habit. It is the ground of being itself, the source from which each moment freshly emerges, the wellspring of creativity and spontaneity that never runs dry.

 

To live from this Root is to live in constant wonder, for each moment brings something genuinely new rather than merely a repetition of familiar patterns. It is to live without the exhausting burden of maintaining a constructed identity, for the Root-self needs no maintenance—it simply is, effortlessly and completely. It is to live in harmony with all beings, for at the level of the Root, the illusion of separation dissolves and the fundamental unity of all existence becomes not merely a philosophical concept but a lived reality.

 

The sage who has completed this return—or rather, who lives in the eternal process of returning, for the journey is never finished but must be renewed in each moment—dwells in a state of profound paradox. They are empty yet full, simple yet profound, powerless yet capable of anything, possessing nothing yet lacking nothing. They have renounced wisdom yet are truly wise, have discarded virtue yet are genuinely good, have abandoned cleverness yet act with perfect intelligence.

 

The Gift to Humanity

 

This mystical teaching is not offered merely as a path for individual spiritual development, though it certainly serves that purpose. More fundamentally, it is offered as a gift to all humanity, a key to unlock the prison of suffering that humans have constructed through their misguided attempts at improvement, progress, and civilization.

 

If those who hold positions of influence—whether as formal leaders or simply as individuals whose actions affect others—could embrace this teaching, the transformation would ripple outward like waves from a stone dropped into still water. The people, freed from the oppressive weight of artificial systems, would rediscover the joy of natural living. Communities would reorganize themselves according to organic principles rather than imposed structures. The relationship between humans and the natural world would heal as people recognized themselves not as separate from nature but as expressions of nature's infinite creativity.

 

This is not a call to abandon all structure, all learning, all moral consideration. It is rather a call to distinguish between structures that emerge naturally from living systems and structures that are imposed artificially from without, between learning that awakens innate potential and learning that attempts to program predetermined outcomes, between moral behavior that flows from genuine care and moral behavior that is performed out of duty or fear.

 

The hundred-fold improvement promised in the ancient text is not hyperbole but a realistic assessment of what becomes possible when the obstacles to human flourishing are removed. Yet this improvement cannot be forced or engineered; it can only be allowed to emerge when the conditions are right—when sageness is renounced, when formalized virtue is discarded, when artful contrivance gives way to natural action.

 

The Eternal Invitation

 

The teaching stands as an eternal invitation, extended to all who have grown weary of the complexities and contradictions of worldly existence, to all who sense that beneath the noise and chaos of conventional life lies a simplicity and peace that the world can neither give nor take away. It is an invitation to stop trying so hard, to release the exhausting effort to become something other than what one fundamentally is, to trust the wisdom that flows from the Root when the channels are cleared of obstruction.

 

This is the paradoxical path of the mystic—to descend in order to ascend, to empty in order to be filled, to die to the false self in order to be born into authentic being. It is a path not of attainment but of realization, not of becoming but of remembering, not of construction but of revelation. What is revealed is what was always present, waiting patiently beneath the layers of conditioning, ready to emerge the moment space is created for its appearance.

 

The sage who walks this path leaves no footprints, teaches without speaking, accomplishes without doing. They are like water, seeking always the lowest place, serving all things without distinction, content to receive what the world considers undesirable. Yet in their apparent poverty they possess the only wealth that matters—the wealth of being fully present, fully alive, fully themselves in each unrepeatable moment.

 

To return to the Root is to come home after a long and unnecessary journey, to arrive at the place where one has always been but could not see while lost in the complications of seeking. It is to rest in the eternal now, to breathe with the cosmic breath, to move in harmony with the subtle rhythms that guide all existence toward its ultimate flowering. This is the gift, the invitation, the open door. Will you enter?

 

Η Ιερή Επιστροφή: Ένα Μυστικό Ταξίδι στην Αρχέγονη Ρίζα

 

Το Κατώφλι της Άγνοιας

 

Στη μεγάλη σιωπή που προηγείται κάθε ομιλίας, υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί από τον πονηρό νου ούτε να αιχμαλωτιστεί στους περίπλοκους ιστούς της ανθρώπινης λογικής. Είναι μια αλήθεια που κατοικεί στους χώρους ανάμεσα στις σκέψεις, στην παύση ανάμεσα στις αναπνοές, στην ακινησία που υποβαστάζει κάθε κίνηση. Ο μυστικός που αναζητά αυτή την αλήθεια πρέπει πρώτα να αναλάβει το δυσκολότερο από όλα τα ταξίδια — όχι ένα ταξίδι προς τα έξω στον κόσμο των μορφών και των ονομάτων, αλλά ένα ταξίδι προς τα μέσα, μια ιερή κατάβαση στο φωτεινό σκοτάδι όπου η ψυχή θυμάται αυτό που πάντα γνώριζε.

 

Αυτή η αλήθεια ψιθυρίζει για μια επιστροφή, όχι σε έναν τόπο που μπορεί να σημειωθεί σε οποιονδήποτε χάρτη, αλλά σε μια κατάσταση ύπαρξης που υπήρχε πριν ο νους μάθει να διαιρεί τον κόσμο σε κατηγορίες, πριν η καρδιά μάθει να διακρίνει μεταξύ εαυτού και άλλου, πριν η γλώσσα ρίξει το ξόρκι του χωρισμού στο ενιαίο πεδίο της ύπαρξης. Είναι η επιστροφή στη Ρίζα — εκείνη την αρχέγονη πηγή από την οποία όλα τα πράγματα αναδύονται και προς την οποία όλα τα πράγματα αναπόφευκτα ρέουν, σαν ποτάμια που αναζητούν τον ωκεανό της καταγωγής τους.

 

Ο αναζητητής που στέκεται σε αυτό το κατώφλι αντιμετωπίζει ένα παράδοξο που μπερδεύει κάθε συμβατική κατανόηση: για να προχωρήσει, πρέπει να υποχωρήσει· για να κερδίσει σοφία, πρέπει να απελευθερώσει αυτό που πιστεύει ότι είναι σοφία· για να ανακαλύψει πλούτο, πρέπει να αγκαλιάσει μια ιερή φτώχεια πνεύματος. Αυτή είναι η στενή πύλη από την οποία πρέπει να περάσει η ψυχή, αφήνοντας πίσω τους συσσωρευμένους θησαυρούς της διανοητικής υπερηφάνειας, τα περίτεχνα ενδύματα της ηθικής υπεροχής και την βαριά πανοπλία των κοσμικών επιτευγμάτων.

 

Η Ψευδαίσθηση της Κατασκευασμένης Σοφίας

 

Υπάρχει μια σοφία που ο κόσμος γιορτάζει — μια σοφία χτισμένη πάνω σε στρώμα επί στρώματος επίκτητης γνώσης, προσεκτικά κατασκευασμένα συστήματα σκέψης και περίτεχνα φιλοσοφικά πλαίσια που υψώνονται σαν μεγαλοπρεπείς ναοί στο τοπίο της ανθρώπινης συνείδησης. Ωστόσο ο μυστικός, κοιτάζοντας αυτές τις κατασκευές με μάτια που έχουν καθαριστεί από την ενατένιση, αντιλαμβάνεται κάτι που οι άλλοι αποτυγχάνουν να δουν: αυτοί οι ναοί, παρά όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, ρίχνουν μακριές σκιές που σκιάζουν το απλό, παρθένο φως της αλήθειας που λάμπει αιώνια πέρα από αυτούς.

 

Αυτή η κοσμική σοφία, την οποία ο σοφός πρέπει να μάθει να αποκηρύττει, μοιάζει με έναν όμορφο κήπο που έχει καλλιεργηθεί μέχρι που έχει χάσει κάθε ομοιότητα με το άγριο λιβάδι από το οποίο ξεπήδησε. Κάθε λουλούδι έχει επιλεγεί, κάθε φράχτης κλαδευτεί στην τελειότητα, κάθε μονοπάτι στρωθεί με προσεκτική σκέψη. Ωστόσο σε αυτή ακριβώς την τελειότητα κρύβεται μια βαθιά απώλεια — η απώλεια της αυθορμησίας, της φυσικής χάρης, της αδάμαστης ζωτικότητας που πάλλεται μέσα σε όλα τα ζωντανά όντα όταν παραμένουν πιστά στην ουσιαστική τους φύση.

 

Όταν εκείνοι που κυβερνούν — είτε κυβερνούν έθνη, κοινότητες ή απλώς τα δικά τους εσωτερικά βασίλεια — συσσωρεύουν αυτό το είδος σοφίας, δημιουργούν περίτεχνα συστήματα ελέγχου και χειραγώγησης. Γίνονται σαν κηπουροί που έχουν ξεχάσει ότι τα λουλούδια ξέρουν να ανθίζουν χωρίς οδηγίες, ότι τα δέντρα κατανοούν τη μυστική γεωμετρία της ανάπτυξής τους χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Οι άνθρωποι, αισθανόμενοι αυτή την τεχνητότητα, γίνονται μπερδεμένοι και αποκομμένοι από τη δική τους έμφυτη κατανόηση του τι είναι αληθινό και σωστό.

 

Αν ο σοφός μπορούσε να αφαιρέσει αυτή τη συσσωρευμένη σοφία — αν μπορούσε να σταθεί γυμνός μπροστά στην πραγματικότητα χωρίς τα προστατευτικά στρώματα εννοιών και θεωριών — θα συνέβαινε μια θαυματουργή μεταμόρφωση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της τήρησης περίπλοκων συνταγών και περίτεχνων κανόνων, θα ξανανακάλυπταν μέσα τους μια φυσική σοφία πολύ πιο βαθιά από οποιαδήποτε μπορεί να διδαχθεί. Θα γίνονταν σαν παιδιά που δεν έχουν μάθει ακόμα ότι η χαρά απαιτεί δικαιολόγηση, ή σαν άγρια πλάσματα που κινούνται στον κόσμο με μια αβίαστη χάρη που καμία εκπαίδευση δεν μπορεί να αναπαράγει.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα στην άγνοια, αλλά μάλλον πρόσκληση σε μια ανώτερη μορφή γνώσης — μια γνώση που προηγείται και υπερβαίνει τη διανοητική κατανόηση, μια γνώση που ζει στα κόκαλα και στο αίμα, που πάλλεται με τον ρυθμό της καρδιάς, που αναπνέει με την κοσμική αναπνοή που ζωογονεί όλη την ύπαρξη.

 

Το Παράδοξο της Αρετής

 

Στη δεύτερη μεγάλη κίνηση αυτής της μυστικής επιστροφής, ο αναζητητής αντιμετωπίζει έναν άλλο πύργο που πρέπει να γκρεμιστεί — τον πύργο της κατασκευασμένης αρετής, της τυποποιημένης ευεργεσίας, της δικαιοσύνης που έχει γίνει άκαμπτη και άψυχη. Εδώ επίσης, ο κόσμος έχει πάρει κάτι που κάποτε έρεε φυσικά από την ανθρώπινη καρδιά και το έχει μετατρέψει σε σύστημα, σε κώδικα, σε σύνολο υποχρεώσεων που συνθλίβουν το ίδιο το πνεύμα που υποτίθεται ότι θρέφουν.

 

Η αληθινή ευεργεσία, στην αρχική και αδιάφθορη μορφή της, μοιάζει με νερό που ρέει προς τα κάτω — δεν αναγγέλλει τον εαυτό της, δεν αυτοσυγχαίρεται για τη γενναιοδωρία της, δεν κρατά λογαριασμούς για όσα έχει δώσει. Απλώς κινείται σύμφωνα με τη φύση της, αναζητώντας τα χαμηλότερα μέρη, θρέφοντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, χωρίς να περιμένει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ωστόσο όταν η ευεργεσία γίνεται συνειδητή του εαυτού της, όταν ονοματίζεται και κωδικοποιείται και θεσπίζεται ως αρετή που πρέπει να ασκείται, χάνει αυτή την αυθόρμητη ποιότητα και γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό — μια παράσταση, ένα καθήκον, μια πηγή υπερηφάνειας.

 

Η δικαιοσύνη επίσης ξεκινά ως η φυσική ευθυγράμμιση της ψυχής με την ιερή τάξη της ύπαρξης — μια αβίαστη αρμονία μεταξύ της ατομικής βούλησης και της κοσμικής βούλησης που καθοδηγεί όλα τα πράγματα προς την κατάλληλη ανάπτυξή τους. Αλλά όταν αυτή η φυσική δικαιοσύνη τυποποιείται σε νόμους και κανόνες, όταν γίνεται κάτι που πρέπει να διδάσκεται και να επιβάλλεται, σκληραίνει σε ακαμψία. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ακολουθούν αυτά τα εξωτερικά πρότυπα όχι επειδή αντηχούν με την αλήθεια της ύπαρξής τους, αλλά επειδή φοβούνται την τιμωρία ή αναζητούν ανταμοιβή.

 

Ο μυστικός αντιλαμβάνεται ότι σε αυτή τη σκλήρυνση, σε αυτή την εξωτερίκευση της αρετής, έχει χαθεί κάτι πολύτιμο. Όταν η ευεργεσία και η δικαιοσύνη αποκηρύσσονται — όχι υπέρ της σκληρότητας και της κακίας, αλλά υπέρ κάτι βαθύτερου και πιο αυθεντικού — συμβαίνει μια θαυματουργή αποκατάσταση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της εκτέλεσης αρετής σύμφωνα με καθορισμένες μορφές, ξανανακαλύπτουν τη φυσική παιδική στοργή και καλοσύνη που αναβλύζουν αυθόρμητα από καρδιές που δεν έχουν διαφθαρεί από τεχνητά συστήματα.

 

Τα παιδιά δεν αγαπούν τους γονείς τους επειδή έχουν μελετήσει την αρετή της παιδικής ευλάβειας· αγαπούν επειδή η αγάπη είναι η φυσική τους κατάσταση πριν η κοινωνία τους διδάξει διαφορετικά. Οι γείτονες δεν βοηθούν ο ένας τον άλλο επειδή έχουν διδαχθεί τους κανόνες της δικαιοσύνης· βοηθούν επειδή η αμοιβαία φροντίδα είναι η οργανική έκφραση όντων που αναγνωρίζουν τη θεμελιώδη διασύνδεσή τους. Όταν η σκαλωσιά της τυπικής αρετής αφαιρεθεί, η φυσική αρχιτεκτονική της ανθρώπινης καλοσύνης αποκαλύπτεται, όρθια δυνατή και όμορφη στην απερίτμητη απλότητά της.

 

Η Παγίδα της Πονηριάς

 

Ο τρίτος πυλώνας που πρέπει να πέσει σε αυτή τη μυστική αποδόμηση είναι ίσως ο πιο δελεαστικός από όλους — ο πυλώνας της πονηριάς, της τεχνητής επινοητικότητας, της μηχανορράφου νοημοσύνης που υπερηφανεύεται για την ικανότητά της να χειραγωγεί τις περιστάσεις για προσωπικό όφελος. Στην αγορά του κόσμου, τέτοια πονηριά γιορτάζεται ως αρετή. Εκείνος που μπορεί να επινοήσει περίτεχνες στρατηγικές για να συσσωρεύσει πλούτο, που μπορεί να υπερφαλαγγίσει ανταγωνιστές μέσω ανώτερου υπολογισμού, που μπορεί να κατασκευάσει περίτεχνα συστήματα για να εξασφαλίσει προσωπικό κέρδος — τέτοιος άνθρωπος θεωρείται επιτυχημένος, αξιοθαύμαστος, άξιος μίμησης.

 

Ωστόσο ο μυστικός, κατοικώντας στην καθαρότητα που προέρχεται από παρατεταμένη ενατένιση του ανεκφράστου, βλέπει μέσα από αυτή την ψευδαίσθηση. Αντιλαμβάνεται ότι αυτή η γιορταζόμενη πονηριά είναι στην πραγματικότητα μια μορφή βίας κατά της φυσικής τάξης, μια διαφθορά της νοημοσύνης που το Θείο έχει τοποθετήσει μέσα στους ανθρώπους για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Η αληθινή νοημοσύνη, στην παρθένα μορφή της, δεν είναι εργαλείο χειραγώγησης αλλά καθρέφτης που αντανακλά την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς παραμόρφωση, χωρίς το θολωτικό φακό του προσωπικού συμφέροντος.

 

Όταν ο σοφός αποκηρύττει αυτές τις τεχνητές επινοήσεις, όταν παύει τις μηχανορραφίες για προσωπικό κέρδος, δεν γίνεται ανόητος ή ανήμπορος. Αντίθετα, ευθυγραμμίζεται με μια βαθύτερη νοημοσύνη — τη νοημοσύνη που καθοδηγεί τα άστρα στις τροχιές τους, που κατευθύνει τον σολομό στους τόπους αναπαραγωγής του, που διδάσκει στην αράχνη τη γεωμετρία του ιστού της. Αυτή η νοημοσύνη δεν απαιτεί συνωμοσίες, στρατηγικές, αγχώδεις υπολογισμούς. Απλώς δρα σε αρμονία με τον Δρόμο, και έτσι επιτυγχάνει όλα όσα χρειάζεται να επιτευχθούν χωρίς δύναμη ή αγώνα.

 

Σε μια κοινωνία όπου τέτοια αποκήρυξη γίνεται ο κανόνας, όπου η πονηριά δεν εκτιμάται πλέον πάνω από τη σοφία, όπου η μηχανορραφία για κέρδος αναγνωρίζεται ως η πνευματική φτώχεια που πραγματικά είναι, συμβαίνει μια βαθιά μεταμόρφωση. Οι κλέφτες και οι ληστές που μαστίζουν την κοινωνική τάξη δεν υπάρχουν απομονωμένοι — είναι το αναπόφευκτο προϊόν ενός συστήματος που διδάσκει τους ανθρώπους να εκτιμούν την προσωπική συσσώρευση πάνω από όλα, που γιορτάζει την πονηρή χειραγώγηση των άλλων, που μετρά την αξία από το μέγεθος των κτήσεων κάποιου παρά από το βάθος της ύπαρξής του.

 

Όταν η ρίζα της νόσου θεραπευτεί — όταν η εμμονή με το κέρδος απελευθερωθεί και ο εθισμός στην πονηριά ιαθεί — τα συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους. Οι άνθρωποι δεν κλέβουν πλέον επειδή δεν πιστεύουν πια ότι η ευτυχία μπορεί να βρεθεί στη συσσώρευση. Δεν ληστεύουν πλέον επειδή έχουν ανακαλύψει τον ανεξάντλητο πλούτο που κατοικεί μέσα τους, έναν πλούτο που δεν μπορεί να αφαιρεθεί με τη βία και δεν χρειάζεται να φυλάσσεται με αγωνία.

 

Η Αποτυχία των Κομψών Μεθόδων

 

Ο μυστικός κατανοεί κάτι που ο κοσμικός νους δυσκολεύεται να αποδεχτεί: οι μέθοδοι που φαίνονται οι πιο εξελιγμένες, οι πιο εκλεπτυσμένες, οι πιο φιλοσοφικά κομψές είναι συχνά οι μέθοδοι που αποτυγχάνουν πιο πλήρως να επιτύχουν τους δηλωμένους στόχους τους. Οι αρχαίοι τρόποι, ντυμένοι με τα εκλεκτά ενδύματα της πολιτισμένης φιλοσοφίας, στολισμένοι με όμορφα ονόματα και δικαιολογημένοι με περίτεχνους συλλογισμούς, δημιουργούν ακριβώς τα προβλήματα που υποτίθεται ότι λύνουν.

 

Όταν η διακυβέρνηση γίνεται τέχνη, όταν οι άρχοντες υπερηφανεύονται για την εκλέπτυνση των μεθόδων τους και την πολυπλοκότητα των συστημάτων τους, δημιουργούν ακούσια απόσταση μεταξύ τους και αυτών που κυβερνούν. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι διαχειρίζονται, χειραγωγούνται, καθοδηγούνται από αόρατα χέρια σύμφωνα με αρχές που δεν κατανοούν. Η εμπιστοσύνη διαβρώνεται, αντικαθίσταται από υποψίες. Η φυσική συνεργασία δίνει τη θέση της σε αντίσταση και αποφυγή.

 

Αυτές οι κομψές μέθοδοι — η καλλιέργεια τεχνητής σοφίας, η κωδικοποίηση της αρετής, η ανάπτυξη πονηρών στρατηγικών — προσπαθούν να καλύψουν την ουσιαστική τους ανεπάρκεια πίσω από όμορφα ονόματα. Ονομάζουν τον έλεγχο «καθοδήγηση», βαφτίζουν τη χειραγώγηση «εκπαίδευση», περιγράφουν τον εξαναγκασμό ως «απαραίτητη πειθαρχία». Αλλά ο μυστικός, του οποίου η όραση έχει καθαριστεί από παρατεταμένη ματιά στην άβυσσο της άγνοιας, βλέπει μέσα από αυτά τα πέπλα στην κενότητα που κρύβεται από κάτω.

 

Η τραγωδία είναι ότι εκείνοι που εφαρμόζουν αυτές τις μεθόδους συχνά το κάνουν με γνήσιες καλές προθέσεις. Πραγματικά πιστεύουν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται βελτίωση, εκπαίδευση, μεταρρύθμιση — ότι η ανθρώπινη φύση στην ακατέργαστη κατάστασή της είναι ανεπαρκής και πρέπει να εκλεπτύνεται μέσω συστηματικής παρέμβασης. Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτή ακριβώς η υπόθεση — ότι οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς ελαττωματικοί και απαιτούν εξωτερική διόρθωση — είναι ο δηλητηριασμένος σπόρος από τον οποίο αναπτύσσεται όλη η κοινωνική δυσλειτουργία.

 

Ο Δρόμος της Απλότητας

 

Ενάντια στην πολυπλοκότητα της κοσμικής σοφίας, ο μυστικός προτείνει την ριζική εναλλακτική της απλότητας — όχι την απλότητα της άγνοιας, αλλά την απλότητα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της πολυπλοκότητας, μετά από όλα τα περίτεχνα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί και στη συνέχεια συνειδητά αποδομηθεί. Αυτή είναι η απλότητα του δασκάλου που έχει εσωτερικεύσει όλους τους κανόνες τόσο βαθιά που μπορεί τελικά να ξεχαστούν, η απλότητα του σοφού που έχει ταξιδέψει τόσο μακριά στο μονοπάτι της γνώσης ώστε να φτάσει πίσω στην αθωότητα του αρχάριου, αλλά τώρα φέρνοντας το βάθος όλων όσων έχει βιώσει και υπερβεί.

 

Αυτός ο απλός δρόμος δεν απαιτεί περίτεχνες διδασκαλίες ή περίπλοκους θεσμούς. Λειτουργεί σύμφωνα με αρχές τόσο βασικές που φαίνονται σχεδόν ενοχικά προφανείς: να είσαι φυσικός, να είσαι γνήσιος, να είσαι πιστός στην ουσιαστική σου φύση. Μην προσποιείσαι αυτό που δεν είσαι. Μην συσσωρεύεις αυτό που δεν χρειάζεσαι. Μην εξαναγκάζεις αυτό που πρέπει να αναπτυχθεί οργανικά. Μην περιπλέκεις αυτό που είναι εγγενώς απλό.

 

Όταν η διακυβέρνηση διεξάγεται σύμφωνα με αυτές τις απλές και αληθινές κατευθύνσεις, συμβαίνει κάτι θαυματουργό. Οι άνθρωποι, πλέον απαλλαγμένοι από το βάρος των τεχνητών συστημάτων, αρχίζουν να αυτοκυβερνώνται σύμφωνα με την έμφυτη σοφία τους. Δεν απαιτούν εκτενείς νόμους επειδή φυσικά αποφεύγουν τη βλάβη. Δεν χρειάζονται περίτεχνους ηθικούς κώδικες επειδή οι καρδιές τους τους καθοδηγούν προς την καλοσύνη. Δεν απαιτούν περίπλοκα οικονομικά συστήματα επειδή φυσικά μοιράζονται και συνεργάζονται όταν οι βασικές τους ανάγκες ικανοποιούνται.

 

Αυτό δεν είναι αφελής ουτοπισμός αλλά μάλλον περιγραφή αυτού που αναδύεται αυθόρμητα όταν τα εμπόδια στη φυσική ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Όπως ένα φυτό θα αναπτυχθεί προς το φως όταν οι πέτρες καθαριστούν από το μονοπάτι του, έτσι και οι άνθρωποι θα αναπτυχθούν προς το υψηλότερο δυναμικό τους όταν οι τεχνητοί περιορισμοί των παραπλανημένων συστημάτων αρθούν.

 

Η Αποφυγή των Εγωιστικών Σκοπών

 

Στην καρδιά αυτής της μυστικής διδασκαλίας βρίσκεται μια βαθιά αναπροσανατολισμός της επιθυμίας. Ο κοσμικός άνθρωπος καθοδηγείται από πλήθος πόθων — όχι μόνο σωματικές ορέξεις, αν και αυτές περιλαμβάνονται, αλλά πιο θεμελιωδώς, ο πόθος για αναγνώριση, ο πόθος για ασφάλεια, ο πόθος για έλεγχο, ο πόθος να είναι κανείς ξεχωριστός, χωριστός, ανώτερος. Αυτοί οι πόθοι γεννούν ατέρμονη προσπάθεια, ατέρμονη αγωνία, ατέρμονη απογοήτευση.

 

Ο μυστικός δεν προτείνει την βίαιη καταστολή αυτών των επιθυμιών, διότι τέτοια καταστολή μόνο τις οδηγεί υπόγεια όπου γίνονται πιο στρεβλές και ισχυρές. Αντίθετα, η διδασκαλία δείχνει προς μια φυσική αποφυγή που συμβαίνει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται καθαρά την ματαιότητα αυτών των επιδιώξεων. Δεν είναι ότι ο σοφός εξαναγκάζει τον εαυτό του να εγκαταλείψει εγωιστικούς σκοπούς μέσω ηρωικής θέλησης· μάλλον αυτοί οι σκοποί πέφτουν φυσικά όταν αναγνωριστεί η ουσιαστική τους κενότητα.

 

Αυτή η αναγνώριση δεν έρχεται μόνο μέσω διανοητικής ανάλυσης, αν και η κατανόηση παίζει ρόλο. Έρχεται μέσω άμεσης εμπειρίας — μέσω της γεύσης του καρπού της εγωιστικής προσπάθειας και της ανακάλυψης της πικρίας του, μέσω της συσσώρευσης κτήσεων και της διαπίστωσης ότι δεν φέρνουν διαρκή ικανοποίηση, μέσω της επίτευξης αναγνώρισης και της ανακάλυψης ότι αφήνει την βαθύτερη πείνα ανησυχασμένη. Η ψυχή, εκπαιδευμένη από την εμπειρία, σταδιακά χάνει το ενδιαφέρον για αυτές τις επιδιώξεις, όχι επειδή απαγορεύονται αλλά επειδή φαίνονται τελικά μη ανταποδοτικές.

 

Στη θέση τους αναδύεται ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός — όχι προς την απόκτηση περισσότερων αλλά προς την εκτίμηση αυτού που είναι, όχι προς τη χειραγώγηση των περιστάσεων για να εξυπηρετήσουν προσωπικούς σκοπούς αλλά προς την ευθυγράμμιση της προσωπικής δράσης με την κοσμική ανάπτυξη, όχι προς την ικανοποίηση απομονωμένων ατομικών επιθυμιών αλλά προς τη συμμετοχή στη μεγάλη συμφωνία της ύπαρξης στην οποία κάθε ον παίζει τον μοναδικό και απαραίτητο ρόλο του.

 

Η Επιστροφή στη Ρίζα

 

Και έτσι το μυστικό ταξίδι, που στην αρχή φαινόταν ως μονοπάτι αποκήρυξης και απώλειας, αποκαλύπτεται ως μονοπάτι ανακάλυψης και ανάκτησης. Αυτό που αποκηρύσσεται είναι μόνο το ψεύτικο· αυτό που ανακαλύπτεται είναι το πραγματικό που ήταν πάντα παρόν αλλά σκιασμένο. Αυτό που χάνεται είναι μόνο το βάρος των τεχνητών κατασκευών· αυτό που ανακτάται είναι η ελαφρότητα και η ελευθερία της φυσικής ύπαρξης.

 

Η Ρίζα στην οποία επιστρέφει κανείς δεν βρίσκεται στο μακρινό παρελθόν, σαν να πρέπει κάπως να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο για να ανακτήσει μια χαμένη χρυσή εποχή. Μάλλον, η Ρίζα υπάρχει αιώνια στα βάθη της πραγματικότητας του τώρα, πάντα διαθέσιμη σε εκείνον που έχει το θάρρος να σκάψει κάτω από τα συσσωρευμένα στρώματα διαμόρφωσης, πεποιθήσεων και συνηθειών. Είναι το έδαφος της ύπαρξης το ίδιο, η πηγή από την οποία κάθε στιγμή αναδύεται φρέσκια, η πηγή δημιουργικότητας και αυθορμητισμού που ποτέ δεν στερεύει.

 

Το να ζει κανείς από αυτή τη Ρίζα είναι να ζει σε συνεχή θαυμασμό, διότι κάθε στιγμή φέρνει κάτι γνήσια νέο αντί για απλή επανάληψη οικείων μοτίβων. Είναι να ζει χωρίς το εξαντλητικό βάρος της διατήρησης μιας κατασκευασμένης ταυτότητας, διότι ο Ριζικός-εαυτός δεν χρειάζεται συντήρηση — απλώς είναι, αβίαστα και πλήρως. Είναι να ζει σε αρμονία με όλα τα όντα, διότι στο επίπεδο της Ρίζας, η ψευδαίσθηση του χωρισμού διαλύεται και η θεμελιώδης ενότητα όλης της ύπαρξης γίνεται όχι απλώς φιλοσοφική έννοια αλλά βιωμένη πραγματικότητα.

 

Ο σοφός που έχει ολοκληρώσει αυτή την επιστροφή — ή μάλλον, που ζει στην αιώνια διαδικασία της επιστροφής, διότι το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει αλλά πρέπει να ανανεώνεται σε κάθε στιγμή — κατοικεί σε μια κατάσταση βαθιάς παραδοξότητας. Είναι άδειος αλλά πλήρης, απλός αλλά βαθύς, ανίσχυρος αλλά ικανός για οτιδήποτε, δεν κατέχει τίποτα αλλά δεν στερείται τίποτα. Έχει αποκηρύξει τη σοφία αλλά είναι πραγματικά σοφός, έχει απορρίψει την αρετή αλλά είναι γνήσια καλός, έχει εγκαταλείψει την πονηριά αλλά δρα με τέλεια νοημοσύνη.

 

Το Δώρο στην Ανθρωπότητα

 

Αυτή η μυστική διδασκαλία δεν προσφέρεται απλώς ως μονοπάτι για ατομική πνευματική ανάπτυξη, αν και σίγουρα εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Πιο θεμελιωδώς, προσφέρεται ως δώρο σε όλη την ανθρωπότητα, ως κλειδί για να ξεκλειδώσει τη φυλακή του πόνου που οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει μέσω των παραπλανημένων προσπαθειών τους για βελτίωση, πρόοδο και πολιτισμό.

 

Αν εκείνοι που κατέχουν θέσεις επιρροής — είτε ως τυπικοί ηγέτες είτε απλώς ως άτομα των οποίων οι πράξεις επηρεάζουν άλλους — μπορούσαν να αγκαλιάσουν αυτή τη διδασκαλία, η μεταμόρφωση θα κυματιζόταν προς τα έξω σαν κύματα από μια πέτρα που πέφτει σε ήρεμο νερό. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το καταπιεστικό βάρος των τεχνητών συστημάτων, θα ξανανακάλυπταν τη χαρά της φυσικής ζωής. Οι κοινότητες θα αναδιοργανώνονταν σύμφωνα με οργανικές αρχές αντί για επιβληθείσες δομές. Η σχέση μεταξύ ανθρώπων και φυσικού κόσμου θα θεραπευόταν καθώς οι άνθρωποι αναγνώριζαν τον εαυτό τους όχι ως χωριστούς από τη φύση αλλά ως εκφράσεις της άπειρης δημιουργικότητας της φύσης.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα να εγκαταλειφθούν όλες οι δομές, όλη η μάθηση, όλη η ηθική σκέψη. Είναι μάλλον κάλεσμα να διακρίνουμε μεταξύ δομών που αναδύονται φυσικά από ζωντανά συστήματα και δομών που επιβάλλονται τεχνητά από έξω, μεταξύ μάθησης που αφυπνίζει έμφυτες δυνατότητες και μάθησης που προσπαθεί να προγραμματίσει προκαθορισμένα αποτελέσματα, μεταξύ ηθικής συμπεριφοράς που ρέει από γνήσια φροντίδα και ηθικής συμπεριφοράς που εκτελείται από καθήκον ή φόβο.

 

Η εκατονταπλάσια βελτίωση που υπόσχεται το αρχαίο κείμενο δεν είναι υπερβολή αλλά ρεαλιστική εκτίμηση αυτού που γίνεται δυνατό όταν τα εμπόδια στην ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Ωστόσο αυτή η βελτίωση δεν μπορεί να επιβληθεί ή να μηχανευτεί· μπορεί μόνο να επιτραπεί να αναδυθεί όταν οι συνθήκες είναι σωστές — όταν η σοφία αποκηρύσσεται, όταν η τυποποιημένη αρετή απορρίπτεται, όταν η τεχνητή επινοητικότητα δίνει τη θέση της στη φυσική δράση.

 

Η Αιώνια Πρόσκληση

 

Η διδασκαλία στέκεται ως αιώνια πρόσκληση, εκτεταμένη σε όλους όσους έχουν κουραστεί από τις πολυπλοκότητες και τις αντιφάσεις της κοσμικής ύπαρξης, σε όλους όσους αισθάνονται ότι κάτω από τον θόρυβο και το χάος της συμβατικής ζωής κρύβεται μια απλότητα και ειρήνη που ο κόσμος ούτε μπορεί να δώσει ούτε να αφαιρέσει. Είναι πρόσκληση να σταματήσουν να προσπαθούν τόσο σκληρά, να απελευθερώσουν την εξαντλητική προσπάθεια να γίνουν κάτι άλλο από αυτό που θεμελιωδώς είναι, να εμπιστευτούν τη σοφία που ρέει από τη Ρίζα όταν τα κανάλια καθαριστούν από εμπόδια.

 

Αυτός είναι ο παραδοξικός δρόμος του μυστικού — να κατέβει για να ανέβει, να αδειάσει για να γεμίσει, να πεθάνει στον ψεύτικο εαυτό για να γεννηθεί στην αυθεντική ύπαρξη. Είναι μονοπάτι όχι επίτευξης αλλά πραγματοποίησης, όχι γίγνεσθαι αλλά θύμησης, όχι κατασκευής αλλά αποκάλυψης. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι αυτό που ήταν πάντα παρόν, περιμένοντας υπομονετικά κάτω από τα στρώματα διαμόρφωσης, έτοιμο να αναδυθεί τη στιγμή που θα δημιουργηθεί χώρος για την εμφάνισή του.

 

Ο σοφός που βαδίζει αυτό το μονοπάτι δεν αφήνει ίχνη, διδάσκει χωρίς να μιλάει, επιτυγχάνει χωρίς να πράττει. Είναι σαν το νερό, που αναζητά πάντα το χαμηλότερο μέρος, υπηρετώντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, ικανοποιημένο να δέχεται αυτό που ο κόσμος θεωρεί ανεπιθύμητο. Ωστόσο στην φαινομενική του φτώχεια κατέχει τον μόνο πλούτο που μετράει — τον πλούτο του να είναι πλήρως παρών, πλήρως ζωντανός, πλήρως ο εαυτός του σε κάθε μη επαναλήψιμη στιγμή.

 

Το να επιστρέψει κανείς στη Ρίζα είναι να έρθει σπίτι μετά από ένα μακρύ και περιττό ταξίδι, να φτάσει στον τόπο όπου πάντα ήταν αλλά δεν μπορούσε να δει ενώ χανόταν στις περιπλοκές της αναζήτησης. Είναι να αναπαυθεί στο αιώνιο τώρα, να αναπνέει με την κοσμική αναπνοή, να κινείται σε αρμονία με τους λεπτούς ρυθμούς που καθοδηγούν όλη την ύπαρξη προς την απόλυτη άνθησή της. Αυτό είναι το δώρο, η πρόσκληση, η ανοιχτή πόρτα. Θα μπεις;


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~