![]() |
Esoterism Academy is a Spiritual Institution whose purpose is to bring to people who are interested in the "Truth of Religion", or the "Religion of Truth". Reality Is One. Man can Experience in the Innermost Depth of his Being, the Unique Reality, which is Beyond Time and Space, All, Divinity. Therefore we are talking about a Religion of Experience. There are no teachings, theories, doctrines, concepts.
Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει Δρόμος που να Οδηγεί στο Πραγματικό... όλοι οι
δρόμοι είναι φτιαγμένοι από την σκέψη...
Ο
Θεός Είναι Παντού και Πάντα... και μέσα μας, (σαν Παρουσία, ακόμα κι αν δεν το
καταλαβαίνουμε). Ο Θεός Είναι πιο κοντά μας από ό,τι είμαστε εμείς στον εαυτό
μας, που συνεχώς περιπλανιέται εδώ κι εκεί...
Ο
«διαχωρισμός» μας από τον Θεό λοιπόν δεν είναι πραγματικός, υπάρχει μόνο στην
δική μας αντίληψη. Επειδή δεν έχουμε επίγνωση της Παρουσίας του Θεού, της
αληθινής φύσης μας, που είναι παρόμοια με Εκείνον (που πηγάζει, στηρίζεται κι
ολοκληρώνεται σε Εκείνον), της Αιώνιας Σχέσης Μαζί Του, της Ζωοποιού Παρουσίας
Του, «αντιλαμβανόμαστε» (ψευδώς) τον Θεό μακριά, απόντα, μη παρόντα μέσα σε μία
αγωνιώδη αναζήτησή Του...
Αλλά
επειδή αυτός ο «διαχωρισμός» δεν είναι πραγματικός, δεν συμβαίνει στο Επίπεδο
της Πραγματικότητας, του Εσωτερικού Βιώματος, αλλά μόνο αντιληπτικά (είναι
ζήτημα δικής μας επίγνωσης), δεν μπορεί να ξεπερασθεί με κανένα τρόπο
εξωτερικό... Όπου κι αν πάμε δεν θα βρούμε τον Θεό. Ό,τι κι αν κάνουμε δεν θα
βρούμε τον Θεό. Όσο κι αν Τον επικαλούμαστε ο Θεός δεν Παρουσιάζεται... Γιατί;
Γιατί όλα αυτά γίνονται στον φανταστικό χώρο της σκέψης... Γιατί ενώ ο Θεός
Είναι Πάντα Εδώ, μαζί μας, στην πραγματικότητα, εμείς λειτουργούμε στον χώρο
της σκέψης, στο επίπεδο αυτής της εξωτερικής δραστηριότητας, κι
αντιλαμβανόμαστε τον Θεό σαν μία Εικόνα (ένα είδωλο)... κι είναι αυτό το είδωλο
που κυνηγάμε και προσπαθούμε να φτάσουμε... Αλλά μπορούμε να φτάσουμε ποτέ κάτι
ψεύτικο; Όχι!
Τι
πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Να εγκαταλείψουμε τον χώρο του φανταστικού, της
σκέψης, που παραμορφώνει την Πραγματικότητα, και να εισέλθουμε στον Ιερό Χώρο
του Βιώματος, να Συναντήσουμε τον Ζωντανό Θεό, που Είναι Πάντα Εδώ, μαζί μας...
Γιατί Μόνο Ένα Ζωντανό Πρόσωπο μπορεί να «Παρουσιασθεί» και μόνο με Ένα Ζωντανό
Πρόσωπο μπορούμε να Επικοινωνήσουμε, και να Ενωθούμε Μαζί Του...
Η
Πραγματικότητα είναι κάτι που υπάρχει. Ή την Βιώνουμε ή δεν την βιώνουμε...
Αλλά όταν δεν βιώνουμε την Πραγματικότητα, φανταζόμαστε την Πραγματικότητα σαν
την αντίθετη της κατάστασης που βιώνουμε και τρέχουμε πίσω από αυτό το όραμα...
Μάταια... γιατί κι αυτή η σύλληψη της Πραγματικότητας είναι μία κατασκευή της
σκέψης... Τι κυνηγάμε λοιπόν;... Όλοι οι δρόμοι στον χώρο της σκέψης, είναι
αδιέξοδοι...
Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει Δρόμος που να Οδηγεί στο Πραγματικό... όλοι οι
δρόμοι είναι φτιαγμένοι από την σκέψη... Μόλις εγκαταλείψουμε όλες αυτές τις
μάταιες δραστηριότητες... τότε η Πραγματικότητα Αποκαλύπτεται μέσα μας... Ο Θεός Εμφανίζεται και «Κατοικεί»
μέσα μας...
Όταν
η Ψυχή (που έχει Θεία Φύση, σαν Θεϊκή Πνοή, Πνεύμα, Θεία Ενέργεια...) συνδέεται
με το σώμα, οι ανώτερες δυνάμεις της υποβαθμίζονται, «καταστέλλονται», και
«υφίστανται μόνο εν δυνάμει» (είναι η «περιοχή» του «ασυνειδήτου» των
«ψυχολόγων του βάθους»)... Αυτό που αναδύεται από το προσυνειδητό χάος της
γέννησης της Ψυχής στο κόσμο (του ανθρώπου) είναι οι αντιλήψεις μέσω των
αισθήσεων που γρήγορα μπαίνουν στην εποπτεία της ανώτερης «διανόησης» και μετά
του εγώ (το «συνειδησιακό σύμπλεγμα της ατομικής, προσωπικής, ύπαρξης»), στο
οποίο αναφέρονται στο εξής όλες οι άλλες δραστηριότητες, διανόηση, αισθήσεις,
πράξεις... Η ανθρώπινη ύπαρξη περνά από την σωματική ωρίμανση στην
«συναισθηματική» ωρίμανση (που ξεκινά ενόσω διαρκεί η σωματική ανάπτυξη) και
μετά στην διανοητική ωρίμανση (που ξεκινά ενόσω διαρκεί η «συναισθηματική»
ανάπτυξη) ενώ η πνευματική ενηλικίωση (σαν απόσταγμα της εμπειρίας της ζωής και
της προσωπικής προσπάθειας) που μας ανυψώνει προς το Υπερβατικό, συχνά, δεν
πραγματοποιείται ποτέ, στους περισσότερους ανθρώπους... Η πορεία αυτή της
ανθρώπινης ύπαρξης αναπαριστά σε προσωπικό ατομικό επίπεδο, της πορείας της
ίδιας της ανθρωπότητας, που βρίσκεται σήμερα σε διανοητική ανάπτυξη αλλά απέχει
πολύ ακόμα από την πνευματική ενηλικίωση που θα φέρει μία εποχή παγκόσμιας
ειρήνης συνεννόησης, δικαιοσύνης, ισότητας, ελευθερίας, κλπ., για όλους τους
λαούς (εποχή που πρέπει να τοποθετηθεί μετά από κάποιες χιλιετηρίδες...)...
Η
Ενσαρκωμένη Ψυχή είναι συνήθως όχι σε πλήρη επίγνωση της Υπερβατικής Ελεύθερης
Θείας Φύσης της, αλλά απορροφημένη στους μηχανισμούς που προκύπτουν από την
σύνδεσή της με το σώμα, στο εγώ (της ατομικής προσωπικής ύπαρξης), στην
ιδιαίτερη διανόηση και συμπεριφορά, που συχνά συμμορφώνονται με την «κοινωνία»,
την τοπική κουλτούρα, τα τοπικά ήθη, έθιμα, συμπεριφορές. Μόνο εξαιρετικά άτομα
διαπερνούν το τσόφλι της «κοινωνικής συμμόρφωσης» προς μία «ελεύθερη αντίληψη»
που ξεπερνά τις κοινωνικές συμβάσεις... Τέτοια μεγάλα πνεύματα είναι συνήθως
αναμορφωτές του πολιτισμού, της φιλοσοφικής σκέψης, και των θρησκευτικών
αντιλήψεων...
Για
να μπορέσει η Ψυχή να Ελευθερωθεί, να Ανυψωθεί ως την Θεία Φύση της, θα πρέπει
να υπερβεί όλες αυτές τις κατώτερες δραστηριότητες μέσα στις αισθήσεις του
κόσμου, στην διανόηση, ακόμα και την αντίληψη μίας ατομικής προσωπικής
ύπαρξης... Η Ψυχή Είναι Αιώνια, Άπειρη, πέρα από το σώμα και τον κόσμο. Αλλά
αυτό μπορεί να το αντιληφθεί μόνο όταν ελευθερωθεί από τα δεσμά του σώματος...
Η Ψυχή, έχοντας Θεϊκή Προέλευση και Φύση εμπεριέχει εν δυνάμει την δυνατότητα
να αναπτυχθεί, να Ελευθερωθεί από κάθε περιορισμό. Αυτή η Εσωτερική Ορμή που ως
ένα σημείο μπορεί να θεωρηθεί σαν η Θεία Ενέργεια προς το ον και μέσα στο ον,
τον άνθρωπο, η Θεία Πρόνοια (που μας Αγκαλιάζει πριν καν εμείς το συνειδητοποιήσουμε)
είναι κατά κύριο λόγο η Αιτία, ο Σκοπός και το Όριο της Εξέλιξής μας. Ο
άνθρωπος πρέπει απλά να «συνεργήσει» στην Εσωτερική Ώθηση. Άρα, ό,τι κάνει ο
άνθρωπος, στροφή προς το «Εσωτερικό Σύμπαν», Επίκληση του Θεού, Προσευχή,
Πνευματική και προσωπική προσπάθεια, δεν είναι ατομική προσπάθεια αλλά μόνο
«συνέργεια» στην Θεία Πρόνοια...
Η
Στροφή προς τα Έσω, προς τον Θεό, είναι το πρώτο βήμα της πνευματικής
προσπάθειας. Ο Θεός πρέπει να αναζητηθεί Έσω, όχι έξω σαν ένα αντικείμενο
απέναντι στο εγώ, σαν αντικείμενο της διανόησης, ή σαν αντικείμενο των
αισθήσεων. Εκεί έξω υπάρχει μόνο ο εξωτερικός κόσμος, όχι ο Θεός. Ο Θεός
Βρίσκεται πάντα «Πίσω» μας, όχι μπροστά στα «μάτια» μας. Είναι το «Έσω της
ύπαρξής» μας, όχι το απέναντι, το αντικείμενο...
Σκοπός
της Πνευματικής Προσπάθειας είναι η Ανύψωση στο Θεό, που σημαίνει απάρνηση των
κατώτερων δραστηριοτήτων και των αντικειμένων τους. Η Ουσία της Προσευχής
συνίσταται στην Απάρνηση... Απάρνηση των ψυχοσωματικών λειτουργιών (αισθήσεις,
ορμές, αντίληψη, διανόηση, εγώ) που μας «συνδέουν» με τον κόσμο, και του
κόσμου, Απάρνηση των εσωτερικών (εντυπωμένων) ορμών, Απάρνηση μίας προσωπικής
ύπαρξης (που συνιστά τον νοητικό πυρήνα ύπαρξης), Απάρνηση μίας ύπαρξης
ξεχωριστής από τον Θεό (που συνιστά τον πνευματικό πυρήνα ύπαρξης). Μόνο όταν
όλα αυτά, ειλικρινά, βαθιά και τελειωτικά, «πεταχτούν», ξεπεραστούν, μπορεί η
Ψυχή να απελευθερωθεί... Διαγράφονται έτσι (λόγω ακριβώς της Ουσίας μας, της
οντολογικής δομής και λειτουργίας μας) οι Βαθμίδες της «πνευματικής εξέλιξης»,
που προσδιορίζονται σε «Πέντε Βαθμίδες» ως την Πλήρη Ένωση με τον Θεό...
Η
ύπαρξη μπορεί να προσεγγίσει τον Θεό «εσωτερικά» κι όχι με την νόηση ή άλλη
δραστηριότητα. Ο νους πρέπει να απορρίψει κάθε αντιληπτική διαδικασία, να
αδειάσει από κάθε αντίληψη, να γίνει άμορφος. Τότε μόνο γίνεται αντιληπτό το
«Άπειρο Βάθος του Είναι» στο Οποίο η κτιστή ύπαρξη Αναφέρεται, από το Οποίο
δημιουργήθηκε, του Οποίου είναι Εικόνα και με το Οποίο μπορεί να Ενωθεί, να
Θεωθεί μέσα στην Χάρη Του (όχι κατ’ ουσίαν αλλά κατά Χάριν), να συμμετάσχει
στην Θεία Ζωή, στα Μυστήρια του Θεού, στην Αιωνιότητα, στην Βασιλεία των
Ουρανών…
Με
αυτή την έννοια η Ένωση με τον Θεό, η Αντίληψη του Θεού (του «Απείρου Βάθους
του Είναι»), η Γνώση του Θεού, η Όραση του Θεού, η Συμμετοχή στον Θεό, είναι
βιωματική εμπειρία που δεν «επιτυγχάνεται» με νοητικές ενέργειες, ούτε
προσδιορίζεται με λογικούς προσδιορισμούς…
Η
Ένωση με τον Θεό είναι μία Κατάσταση Υπερβατική, πέρα από τον χώρο και τον
χρόνο. Δεν είναι μια διαδικασία. Αντίθετα, είναι η εξάντληση κάθε διαδικασίας
(που ρίχνει τον νου στον εξωτερικό κόσμο). Όσο ο νους βρίσκεται σε κάποια
διαδικασία δεν είναι Πέραν, δεν έχει Ενωθεί με το Θεό…
Εννοείται
ότι όσο ο νους βρίσκεται εντός της διαδικασίας, όσο λειτουργεί στο επίπεδο των
λογισμών, όσο είναι προσκολλημένος στον εξωτερικό κόσμο υπάρχει η ανάγκη να
ξεπερασθεί αυτή η κατάσταση. Με αυτή την έννοια εννοείται η Πνευματική Άσκηση
και έτσι παίρνει περιεχόμενο η Καθαρά Προσευχή σαν Άσκηση, σαν Διαδικασία, σαν
ξεπέρασμα των λειτουργιών της αισθήσεων, των λογισμών, κλπ., μέχρι να φτάσουμε
στον καθαρό νου, που είναι σε θέση να Αντιληφθεί τον Θεό. Με αυτή την έννοια
υπάρχουν Βαθμίδες στον Δρόμο Προς την Τελείωση και με αυτή την έννοια η Θέωση
είναι αποτέλεσμα και κατάληξη της Πνευματικής Άσκησης, της Καθαράς Προσευχής…
(Γίνεται
έτσι φανερό ότι η Καθαρά Προσευχή νοείται διαφορετικά, ανάλογα με το επίπεδο
στο οποίο λειτουργούμε)…
Διακρίνουμε
έτσι διάφορες βαθμίδες Τελείωσης:
1.
Θέωση
2.
Καθαρός νους, εσωτερική πνευματική κατάσταση (Τρεις βαθμίδες). α) Ανείδεος (ή
μονοειδής) νους, χωρίς καμια εσωτερική, μορφοποιητική, ενέργεια, που αντανακλά
το Θείο Άπειρο. β) Ασχημάτιστος, ήρεμος, χωρίς δραστηριότητες, νους, μία
παγκόσμια συνείδηση. γ)
Άμορφος, σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο των μορφών, νους. Μία ευρύτερη του
ατομικού εγώ Συνείδηση, που απλώνεται σε όλο τον «χώρο».
3.
Εξάντληση της λειτουργίας του λογισμού, (Τρεις βαθμίδες) α) Εξάλειψη των αγγελικών λογισμών
(νόηση) β) Εξάλειψη
των ψιλών λογισμών (διανόηση). γ) Εξάλειψη
των σύνθετων, εμπαθών, λογισμών (αντίληψη)
4.
Έλεγχος των αισθήσεων
5.
Απάρνηση του εξωτερικού κόσμου.
Η Καθαρά Προσευχή είτε στην Βαθύτερη Έννοιά της, είτε σαν Διαδικασία, δεν έχει Στόχο απλά να μας φέρει σε Επαφή με το Άπειρο αλλά αποσκοπεί στο να δημιουργήσει μια Μόνιμη Πνευματική Κατάσταση κατά την οποία θα βρισκόμαστε σε Αδιάλειπτη Ένωση με τον Θεό (χωρίς να αποκοπούμε από τον εξωτερικό κόσμο – που βλέπουμε τώρα με άλλα μάτια)…
Η
«Καθαρά Προσευχή» οδηγεί «τελικά» στην υπέρβαση της ψυχονοητικής διαδικασίας,
στην ηρέμηση του νου, στην «απλούστευση» («μη λειτουργία») στον «Καθαρό Νου»,
στην μετουσίωσή του σε «Πνεύμα», δηλαδή μία ανώτερη αντίληψη τελείως
διαφορετικής ποιότητας (από την ψυχονοητική αντίληψη και σύλληψη και το
ψυχονοητικό περιεχόμενο)... Αυτή η Κατάσταση (που σημαίνει την διάλυση του
ψυχονοητικού πυρήνα ύπαρξης) οδηγεί σε μία νέα αντίληψη ύπαρξης, αντίληψη μίας
ύπαρξης που βρίσκεται σε «Άμεση Επαφή» με την Βασική Αρχή του Όντος (που
«Βρίσκουμε» Μέσα μας), με τον Θεό (που «Βρίσκεται Εντός»)...
Μπορούμε,
εξωτερικά, να μιλήσουμε γι’ Αυτή την Κατάσταση, αλλά το Πραγματικό (Εσωτερικό)
Περιεχόμενό της πρέπει να Το Βιώσει κάποιος για να «κατανοήσει» για «τι πράγμα»
μιλάμε. Θα παραμείνει για πάντα ένα «μυστήριο» για όσους το προσεγγίζουν
εξωτερικά κι ένα «σκάνδαλο». Όλοι όσοι δεν έχουν «εμπειρία» του «Θεού Εντός»,
θεωρούν τερατώδες να αναφερόμαστε σε μία τέτοια εμπειρία... Ο Θεός γι’ αυτούς
Είναι πάντα «έξω», ένα «Αντικείμενο»... Αλλά ένας τέτοιος «Θεός» βρίσκεται μόνο
μέσα στο μυαλό τους, σαν ιδέα, ένα είδωλο, τίποτα άλλο...
Πως
μπορούμε λοιπόν, έστω συμβολικά, υπαινικτικά, με πλάγιο τρόπο, να μιλήσουμε γι’
Αυτή την Κατάσταση της «Πνευματικής Ύπαρξης Εντός του Θεού»;
1.
Κατ’ αρχήν πρόκειται για Μία Εσωτερική Κατάσταση (που Φανερώνεται μόλις
υπερβούμε την ψυχονοητική δραστηριότητα)... μία αντίληψη «Άμεσης Επαφής με Κάτι
Άλλο»... Πρόκειται για «Ενσυναίσθηση», ή «ενσυναίσθητη κατανόηση» του «Άλλου»,
που δεν περιορίζεται σε απλή υποκειμενική αντίληψη, αλλά οδηγεί στην υπέρβαση
του υποκειμένου, σε μία Αντικειμενική Κατάσταση «Συγχώνευσης» με το «Άλλο», σε
«Μία Αντικειμενική Πραγματικότητα»... Πρόκειται για Μία Ένωση του εαυτού μας με
«Κάτι Άλλο», Ανώτερο, Μεγαλύτερο, Βαθύτερο, Πλατύτερο, που Αγκαλιάζει τα Πάντα,
που Αποκαλύπτεται Προπάντων σαν το Πραγματικό, το Αληθινό, το Αιώνιο...
Πρόκειται για μία «διάλυση» της μικρής ύπαρξής μας στο «Άπειρο Μεγαλείο της
Παγκόσμιας Ύπαρξης», της Παγκόσμιας Ψυχής, του Παγκόσμιου Θεού... Πρόκειται για
μία «πρώτη επαφή» με το Απόλυτο, που μας προϊδεάζει για το «Αχανές του Θεού»...
Πρόκειται με άλλα λόγια για μία Εσώτατη και Άμεση Ένωση του ανθρώπινου
πνεύματος με την Αρχή του Όντος που Βρίσκεται στην βάση κάθε όντος, μία «Άμεση
Σχέση με το Θείο Πνεύμα», με τον Θεό... Πρόκειται τελικά για μία
«Μετουσίωση»...
2.
Η «Πνευματική Κατάσταση» (της Ένωσης με τον Θεό) δεν είναι μία θεωρητική
κατάσταση ή μία δραστηριότητα αντικειμενικής θεωρητικής αναζήτησης, έρευνας και
συζήτησης... Ο Μυστικός αναζητά (Εντός του) να Βιώσει Αυτή την Κατάσταση, όχι
να την γνωρίσει ψυχονοητικά και να την κάνει αντικείμενο ψυχονοητικών
διεργασιών... Πέρα από την θεωρητική αναζήτηση, ζητά να Βιώσει την «Ουσία της
Ένωσης με τον Θεό», να Ενωθεί με τον Θεό Υποστασιακά, Πραγματικά, να «Βιώσει»
μυστικά, υπερνοητικά (αντί να «σκεφθεί»), να «Πράξει»... Μιλάμε λοιπόν για ένα
τρόπο ύπαρξης, αντίληψης («συνείδησης»), όχι για κάτι θεωρητικό. Όλοι οι
Μυστικοί Βίωσαν τον Θεό, κι Αυτό που Βίωσαν δεν μπόρεσαν ποτέ να Το
«Εκφράσουν». Έτσι ο Θεός Βιώνεται, δεν αποδεικνύεται θεωρητικά. Αναδυόμαστε
(Εντός) στην Ύπαρξη του Θεού, Βυθιζόμαστε στην Ύπαρξη του Θεού, και Χανόμαστε
στην Απεραντοσύνη Του... δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε την Ύπαρξή Του ούτε μέσα
σε ένα «λόγο»... έκθαμβοι, βυθιζόμαστε κι απορροφιόμαστε στην Θεία Σιγή και
Σιωπούμε, με μία Ιερή Σιωπή, πιο εκκωφαντική από όλες τις λέξεις του ανθρώπινου νου μαζί...
3.
Είναι, τουλάχιστον, «λογικό» (γιατί με την υπέρβαση του ψυχονοητικού μηχανισμού
δεν εκλείπει το «λογικό»), ότι, αφού ο ψυχονοητικός μηχανισμός «διαλύεται» κι
έχουμε ενός άλλου είδους (ανώτερου) αντίληψη, εμπειρία, είναι αδύνατον να
εκφραστεί σε ψυχονοητικό επίπεδο και με ψυχονοητικούς όρους, το «περιεχόμενο»
της μυστικής εμπειρίας μας, του μυστικού βιώματος (της Ένωσής μας με τον Θεό).
Έτσι η Πνευματική Κατάσταση χαρακτηρίζεται σαν «Ανέκφραστη». Αυτό όμως δεν
σημαίνει ότι επειδή δεν λειτουργεί ο ψυχονοητικός μηχανισμός και δεν υπάρχουν
λέξεις να την περιγράψουμε, ότι Αυτή η Κατάσταση, Είναι μία Κατάσταση Κενού (αν
και φαίνεται έτσι εκ πρώτης όψης...). Αντίθετα, Είναι Μία Κατάσταση
Πληρότητας... Πληρότητας με Θεία Παρουσία και Άπειρη και Απέραντη Προοπτική
Βίωσης Του Αχανούς, που δεν μπορούμε να «συλλάβουμε». Σε Αυτή την Κατάσταση
έχουμε Εσωτερική Αντίληψη, Ενσυναίσθηση (κατάσταση συνείδησης) μίας Ανώτερης
Κατάστασης Ύπαρξης Στο Θεό... όχι ιδέες... Παρ’ όλο όμως που βρισκόμαστε σε Μία
Περιοχή Ιερής Σιγής (αντικειμενικής κατάστασης) και Σιωπής (υποκειμενικής
αντίληψης), «άλογη» (χωρίς λόγια, άηχη), τέλειας ηρέμησης της σκέψης, όλοι οι
Μυστικοί που Βιώνουν Αυτή την Κατάσταση, «γνωρίζουν» πολύ καλά για «τι πράγμα»
μιλάμε. Έστω και συμβολικά, υπαινικτικά, με πλάγιο τρόπο, όλοι οι Μυστικοί
επικοινωνούν μεταξύ τους. Όσοι δεν Βιώνουν Αυτή την Κατάσταση είναι εκ των
πραγμάτων αδύνατον να «κατανοήσουν» και έτσι θεωρούν όλα αυτά «φαντασίες και
όνειρα και τρέλα»...
4.
Σε Αυτή την Κατάσταση υπάρχει αντίληψη, γνώση, εκ των Έσω. Ποτάμια Γνώσης
Αναβλύζουν από μέσα μας (από το «πουθενά»), άμεσα, χωρίς διαδικασία.
«Γνωρίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε πως γνωρίζουμε». Απλά η Γνώση «μεταδίδεται» Από
το Άπειρο Θείο σε μας «Άμεσα», αφού Κοινωνούμε Μαζί Του (και «τα Δικά Του
γίνονται δικά μας»). Αυτή η Γνώση που μπορούμε να την ονομάσουμε με διάφορα
ονόματα, «Εσωτερική Αντίληψη», «Ενόραση»
(«Άμεση Εποπτεία» της Πραγματικότητας, χωρίς τη μεσολάβηση των ψυχονοητικών
διαδικασιών, των ψυχοδυναμικών μηχανισμών ή
της ψυχοσωματικής διάνοιας ή των ψυχοσωματικών αισθήσεων...), «Ενσυναίσθηση» («Συμμετοχή» στο Θεό,
«Κοινωνία» με το Θεό...), ή ό,τι άλλο θέλουμε, είναι η Αληθινή Θεία Γνώση, η
Άμεση Γνώση που Υπάρχει στο Θείο Πνεύμα (κι όχι μία γνώση εννοιών που δομούμε
μέσα στην άγνοια και την σύγχυση...)... Εδώ μας Αποκαλύπτονται Όλα τα Μυστήρια
του Θεού (στο μέτρο που μπορούμε να τα «χωρέσουμε μέσα μας»), Ένα Βάθος
Αλήθειας πέρα από την λογική και τις σκέψεις. Αυτή η Αλήθεια που Γνωρίζουμε (με
αυτό τον τρόπο) μας Πλουτίζει, μας Ελευθερώνει και μας Θεώνει... Κι Αυτή η
Αλήθεια επηρεάζει όλη μας την ύπαρξη, αλλά και τους κατώτερους (ψυχονοητικούς,
ψυχοδυναμικούς, και ψυχοσωματικούς) μηχανισμούς, που στο εξής μαθαίνουμε να
χρησιμοποιούμε τελείως διαφορετικά, υπό το Φως της Γνώσης... Μία Τέτοια
Κατάσταση αν και μοιάζει «παθητική» κάθε άλλο παρά «παθητική» είναι. Το να
«Αφηνόμαστε στο Θείο Πνεύμα που Φυσά Όπου Θέλει» και να Ταξιδεύουμε με τα Θεία
Φτερά (της μεταμορφωμένης ύπαρξής μας) στην Απεραντοσύνη του Θεού είναι ό,τι
πιο ενεργητικό μπορούμε να κάνουμε (όσοι το κάνουμε)... Σε Αυτή την Κατάσταση
(της Θείας Ένωσης) μπορούμε να Απορροφιόμαστε Τελείως Στο Θεό (με την άμβλυνση
και «κατάργηση» των κατώτερων λειτουργιών), σε μία «γνήσια μυστικιστική
υπερβατική κατάσταση» (που διαρκεί ορισμένο χρόνο), η οποία (σαν «τρόπος
αντίληψης») δεν «χάνεται» τελείως όταν ενεργοποιούνται οι κατώτερες ψυχοσωματικές λειτουργίες, αλλά
παραμένει (σαν «τρόπος αντίληψης») σαν βάση ύπαρξης που υπερκαλύπτει κι
αγκαλιάζει την ύπαρξή μας στον υλικό κόσμο, την σωματική ζωή μας. Αυτή η μόνιμη
κατάσταση Ένωσης με τον Θεό με την ταυτόχρονη εκδήλωση της σωματικής ζωής είναι
η συνηθισμένη κατάσταση (των Μυστικών). Όπως και να έχει, η ύπαρξή μας (που
έχει Υπερβατικές Ρίζες και Προοπτική) έχει μεταμορφωθεί ενώ η σωματική ζωή δεν
είναι παρά ένα απλό συμβάν...
5.
Καθώς στην Κατάσταση (Ένωσης με τον Θεό) υπάρχει ένας Κατακλυσμός Θείας
Κατανόησης και Γνώσης, έχουμε μία «αίσθηση πληρότητας», «πλημμυρίσματος
γνώσης», μία «αίσθηση Φωτισμού». Αυτή η Αντίληψη είναι μία κατάσταση
συνείδησης, κι έτσι ο Φωτισμός, το Φως, λαμβάνει ένα «αντιληπτικό, συμβολικό,
περιεχόμενο»... Η «Απομόνωση» από τους κατώτερους κόσμους και την κατώτερη ζωή,
η Ανύψωση στο Θεό και το Μυστικό Βύθισμα στο Θεό, (η Γνήσια Μυστικιστική Κατάσταση),
Αποκαλύπτει ότι ο «Καθαρός Νους», το «Πνεύμα», ο Θεός, Είναι Αληθινό
Υποστασιακό Φως, Φως Υπερκόσμιο, του Οποίου αγνοούμε την Πηγή, την Ποιότητα, τα
Όρια. Ο Θεός Είναι Φως, Αγνό, Απέραντο, Αιώνιο, τίποτα άλλο από Φως. Όλοι οι
Μυστικοί (τουλάχιστον οι Αληθινοί μυστικοί που έχουν εμπειρία...) διαβεβαιώνουν
αυτή την Αλήθεια, ότι ο Θεός Είναι Φως, Ανεξιχνίαστο, Ακατάληπτο, Άγνωστο...
Αυτό Συμβαίνει επειδή σε Αυτή την Κατάσταση η «Αντίληψη», η «Γνώση»
«Μετουσιώνεται» σε «Είναι»...
Το
Πνεύμα (η Αρχή της Ύπαρξης) Μέσα Στο Θεό, που Αναδύεται όταν Υπερβαίνουμε τις
κατώτερες λειτουργίες του όντος, συνιστά στην Ουσία του, μία Ενοποίηση του
Όντος, και μας Ανυψώνει στο Πραγματικό. «Γνωρίζειν» και «Είναι» τείνουν να
ταυτιστούν. Αντιλαμβανόμαστε το Είναι, Γνωρίζουμε το Είναι κι Είμαστε Αυτό που
Γνωρίζουμε. Επειδή ακριβώς το Είναι Στρέφεται προς τον Εαυτό γι’ αυτό η Γνώση
Είναι Άμεση, χωρίς διαδικασία (γιατί δεν απομακρυνόμαστε από τον Εαυτό προς
κάποιο αντικείμενο, έξω, μακριά...)... Είμαστε Αυτό που Γνωρίζουμε και Γνωρίζουμε
Αυτό που Είμαστε. Είναι και Γνωρίζειν Ταυτίζονται τελικά. Αυτή Είναι η Αλήθεια,
η Γνώση του Θεού, της Ουσίας του Παντός. Είναι η Υπέρτατη Γνώση...
Η
«Περιγραφή» Του Θεού σαν «Φωτός» είναι το πιο Μεγάλο Μυστήριο κι «αποδεικνύει»
ότι τελικά η «Ουσία του Θεού Είναι Συνείδηση», Μόνο «Συνείδηση»...
6.
Η Υπέρβαση των ψυχοσωματικών λειτουργιών, αλλά και των (ασυνείδητων)
ψυχοδυναμικών ορμών και των (ασυνείδητων, εσωτερικών) ψυχονοητικών
διαδικασιών... η Επαφή μας με την Θεία Πραγματικότητα, που από την Φύση Της
Είναι Υπερβατική, οδηγεί συχνά στον «πλουτισμό της αντίληψης».
Συγκρινόμενη αυτή η νέα αντίληψη με την
κατώτερη αντίληψη (του συνηθισμένου ανθρώπου) «εμφανίζει» οράματα και ακροάματα
υπεραισθητά, υπερκόσμια... Τέτοιες εμπειρίες είναι συχνές στους Μυστικούς.
Είναι ενδεικτικές της «μυστικής κατάστασης» αλλά χωρίς δική τους ιδιαίτερη
αξία. Συχνά εμφανίζεται ακόμα μία «αίσθηση αιώρησης»... αποτέλεσμα της λύσις
της Ψυχής από το σώμα (και της ενεργοποίησης του υπερβατικού πνευματικού
σώματος)... Όμως η ιδιαίτερη ενασχόληση με τέτοιες εμπειρίες δεν απασχόλησε
ποτέ σοβαρά τους Αληθινούς Μυστικούς...
7.
Ο Πνευματικός Κόσμος αποκαλύπτεται στα Μύχια της ψυχής, πέρα από την
ψυχοσωματική ενότητα, πέρα από την ψυχοδυναμική ενέργεια, πέρα από την
ψυχονοητική ύπαρξη... Στα Μύχια της Ψυχής Βρίσκουμε το Θεό, σαν τον Ανώτερο
Εαυτό μας. Το Πραγματικό Περιεχόμενο της Ένωσής μας με τον Θεό μόνο Αυτός το
Γνωρίζει... Ό,τι κι αν λέμε εμείς εκ των υστέρων είναι μόνο λόγια... Η Εμπειρία
επαληθεύει τα λόγια των Μεγάλων Μυστών: «Εγώ κι ο Θεός είμαστε Ένα». Αυτό τα
λέει όλα... Σε αυτή λοιπόν την Ανύψωση Ως το Θεό όλα «πνευματοποιούνται» κι όλα
«ξεπερνιούνται». Καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να ανυψωθεί εδώ. Βρίσκουμε
«Εν Εαυτώ την Πραγματικότητα», τον Θεό, σαν την Ουσία μας, το πιο Κοντινό μας
πράγμα, την ίδια μας την ύπαρξη, μία «Άμεση Αίσθηση της Παγκόσμιας Ύπαρξης»,
που ούτε λογικό, ούτε ιδέες, ούτε περιγραφές, μπορούν να φυλακίσουν... Η
«γνώση» καθίσταται υπερβατική. Σε αυτή την Ανάδυση προς τον Θεό ανακαλύπτουμε
τον εαυτό μας όμοιο, ίδιο, με το Αιώνιο Μοναδικό Ον, και σε Ανώτερο Βαθμό
Βύθισης στο Αιώνιο, σε Αυτό το Αιώνιο Μοναδικό Ον, Αντιλαμβανόμαστε ότι Είμαστε
η Πρωταρχική Πηγή Κάθε Ύπαρξης, ο Πυρήνας της Ύπαρξης, το Αιώνιο Κέντρο από
Όπου όλα ξεκινούν κι όλα ξαναγυρίζουν... ο Θεός... Βέβαια σε Αυτή την Κατάσταση
οφείλουμε να κάνουμε μία διάκριση. Λόγω της «ατέλειάς» μας αντιλαμβανόμαστε το
Είναι «σαν Είναι», όχι το «τι Είναι»... Από εδώ πηγάζουν όλες οι θεολογικές
συζητήσεις ότι τελικά Αυτό που Γνωρίζουμε Είναι ο Θεός σαν Ενέργεια κι όχι η
Πραγματική Ουσία Του... Σε τελευταία ανάλυση όμως όλα αυτά πολύ λίγο
ενδιαφέρουν...
Η
Ουσία της Πνευματικής Προσπάθειας συνίσταται στην υπέρβαση των κατώτερων
μηχανισμών και λειτουργιών (και καταστάσεων) της ύπαρξης, στην Ανύψωση Στο Θεό,
στην «παραίτηση» από όλα τα άλλα. Αυτό σημαίνει ότι η Τελική Επίτευξη, η
Ανάδυση Στο Θεό, η Ένωση με τον Θεό, είναι χωρίς προϋποθέσεις. Όταν θέλουμε
πραγματικά, βαθιά, μέσα μας, να Ανυψωθούμε Στο Θεό, το κάνουμε χωρίς καμία
ιδιαίτερη δυσκολία, φυσικά, αυθόρμητα (παραιτούμενοι από όλα τα άλλα...). Η
Πνευματική Προσπάθεια σαν «έργο», δραστηριότητα, που περιγράφεται τυπολογικά
είναι στην πραγματικότητα χωρίς σημασία. Όταν είμαστε στραμμένοι στο κόσμο,
δεμένοι στον κόσμο, στις επιθυμίες, απορροφημένοι στον έξω κόσμο της ύλης,
μπορούμε να μιλάμε για διαδικασίες, προσευχή, τεχνικές, κι όλα αυτά. Αλλά όλα
αυτά αφορούν τους ανθρώπους που είναι ακόμα δεμένοι με τον κόσμο. Όταν αγαπάμε
πραγματικά τον Θεό, τελείως φυσικά κι αυθόρμητα, τα εγκαταλείπουμε όλα και
χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία Βρίσκουμε τον Αληθινό Θησαυρό Εκεί που Είναι η Αγάπη
μας, Στο Θεό... Όπως και να έχει όμως η ψυχοσωματική κάθαρση, η λύσις της Ψυχής
από τα δεσμά του σώματος και του κόσμου, η ψυχονοητική «απλούστευση», είναι
προϋποθέσεις για να Ανυψωθούμε Στο Θεό. Είτε φυσικά κι αυθόρμητα, είτε με
προσπάθεια πνευματική (εφ’ όσον τα δεσμά μας με το κόσμο είναι ακόμα ισχυρά),
είτε έτσι είτε αλλιώς, η Ανύψωση Στον Πνευματικό Κόσμο μπορεί να
Πραγματοποιηθεί Μέσα Στην Βαθύτερη Φύση μας και είναι ο Αληθινός Προορισμός
μας...
Η
Μυστική Εμπειρία υπήρξε μέσα στην ιστορία ο «πυρήνας» κάθε «θρησκευτικής
αποκάλυψης» και η πνευματική βάση κάθε θρησκείας. Η «Μυστική Ανάδυση»,
αυθόρμητη και φυσική στην αρχή, για όλους τους ενθουσιώδεις μύστες της
Αποκάλυψης, «κωδικοποιείται» στην συνέχεια, για τους ανθρώπους που
«σκορπίζονται» σε άλλους προσανατολισμούς... Στην Αρχαία Ινδία, στην Αρχαία
Κίνα, στην Αρχαία Ελλάδα και στην Εγγύς Ανατολή, το Θρησκευτικό Μήνυμα, το Θείο
Ευαγγέλιο, Διδάχτηκε σαν «η Μυστική Βίωση του Θεού από τον Άνθρωπο», (μέσα του), που μπορεί να
πραγματοποιηθεί άμεσα και χωρίς προσπάθεια... Όλες οι μετέπειτα επεξεργασίες,
διαλογιστικές πρακτικές, τεχνικές προσευχής, πνευματικές προσπάθειες,
λατρευτικές διαδικασίες, καθιερώθηκαν μόνο για τους «βραδυκίνητους» και
«βραδυπορούντες»... Όπως και να έχει όμως η Πραγματική Ουσία, το Πραγματικό
Περιεχόμενο, της Μυστικής Εμπειρίας, παραμένει ακέραιο κι αναλλοίωτο... αφορά
την Εσωτερική Φύση μας και τον Θεό (που Βρίσκεται Εντός)... Επιπρόσθετα μόνο...
το Μυστικό Βίωμα γίνεται αντικείμενο μίας «πρακτικής»... Εξ’ άλλου, το Μυστικό
Βίωμα που αναφέρεται στην Πραγματική (Εσωτερική) Φύση μας, μπορεί να μελετηθεί
(από ανθρωπολογική άποψη) τόσο έξω από την θρησκεία, όσο και μέσα στην θρησκεία
και στα ιστορικά θρησκεύματα. Είτε έτσι, είτε αλλιώς πρόκειται για ένα
παγκόσμιο διαχρονικό και πανανθρώπινο φαινόμενο...
Θρησκειολόγοι
(με την γενική ή με την ιδιαίτερη έννοια), φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι,
που μελετούν τον Άνθρωπο, την ανθρώπινη οντότητα, την ανθρώπινη φύση... όλοι
μιλούν για τον Εσωτερικό Άνθρωπο, την Εσωτερική Φύση... Οι θρησκειολόγοι μιλούν
για την Εσωτερική Θεία Φύση, οι φιλόσοφοι για την υπερβατική φύση της
συνείδησης, οι ψυχολόγοι για την «ψυχή στο βάθος» (περιοχή ασυνειδήτου... όχι
σαν μέρος της ανθρώπινης οντότητας, αλλά σαν μη συνειδητή λειτουργία μίας
ευρύτερης οντότητας...), κι οι ανθρωπολόγοι για την «υπερφύση»... Το συμπέρασμα
είναι ότι οφείλουμε να στραφούμε Έσω, Εντός της Ψυχής, προς το Εσωτερικό
Σύμπαν, αν θέλουμε να βγούμε από το σκοτάδι του κόσμου στο Φως της
Πραγματικότητας...
Η
Ανύψωση της Ψυχής Στον Πνευματικό Κόσμο, η «Μετουσίωσις» του Νου σε Πνεύμα, η
Απελευθέρωση της Ψυχής από τους κατώτερους κόσμους δίνει την αντίληψη της
Ελευθερίας, της Πληρότητας, της Μακαριότητας, και της Αιωνιότητας. Είναι το Θείο
Βασίλειο, μία Κατάσταση που μπορεί να προγευτεί ο άνθρωπος ενόσω ζει στην γη,
να βιώσει μεταθανάτια στους ουράνιους κόσμους, (μία κατάσταση που ίσως δεν
έρθει ποτέ στην γη αν και μία μερίδα χριστιανών ομολογεί στο σύμβολο της πίστης
της την προσδοκία της...)... Αυτό που Συναντάμε όταν Ανυψωνόμαστε πάνω από τον
κόσμο των φαινομένων, στον Αληθινό Πνευματικό Κόσμο, είναι (τουλάχιστον στην
αρχή) Μία Ευρύτερη Συνείδηση, δηλαδή «Κάποιος» που Αντιλαμβάνεται όπως εμείς
αλλά με ένα Ευρύτερο, Απόλυτο, Τρόπο. Ο Θεός Είναι Προσωπικός στην Πρώτη Όψη
Του. Αλλά το Πρόσωπο του Θεού δεν έχει καμία σχέση με το περιορισμένο ανθρώπινο
πρόσωπο. Είναι το Παγκόσμιο Πρόσωπο, η Παγκόσμια Ύπαρξη, ο Αχανής Θεός... Η
Ανύψωση Ως Τον Αιώνιο Θεό είναι μία εσωτερική δραστηριότητα. Η Ένωση με Τον Θεό
είναι μία εσωτερική βεβαιότητα και δεν μπορεί ούτε να πιστοποιηθεί, ούτε να
αποδειχθεί εξωτερικά. Ο Εσωτερικός Κόσμος κι ο έξω κόσμος είναι δύο χωριστά
σύμπαντα (έτσι τα αντιλαμβανόμαστε). Η Συνείδηση Είναι η Πύλη που Οδηγεί είτε
στο Πραγματικό, είτε προς το φαινόμενο... είτε προς τα Έσω, Προς Τον Άπειρο
Θεό, είτε προς τα έξω, στον αχανή κόσμο της δημιουργίας... Αλλά η Συνείδηση
Είμαστε Εμείς οι Ίδιοι, κάτι ζωντανό κι όχι απλά μία δυνατότητα ύπαρξης... κι
Εμείς αποφασίζουμε αν θα Στραφούμε Εντός, Εν Εαυτώ, ή έξω, στον κόσμο...
Ο
Χώρος της Μυστικής Εμπειρίας είναι Χώρος Ιερός, Επικοινωνία με τον Θεό, πέρα
από ψυχονοητικές μικρότητες και διαστρεβλώσεις… ένας Χώρος Ελευθερίας… Είναι
λοιπόν Απαραβίαστος, για τους βέβηλους που οχυρώνονται στο εγώ τους ή θέλουν να
χειραγωγήσουν το Ιερό…
Στον
Χώρο της Μυστικής Εμπειρίας Εισέρχονται οι άνθρωποι «χωρίς υποδήματα»… κι απλά
μετουσιώνουν το Βίωμά τους σε ψέλλισμα, θαυμασμό ή σιωπή…
Δεν
είναι δυνατόν το Μυστικό Βίωμα να θεμελιώσει συστηματικές θεωρίες, ούτε είναι
δυνατόν να δώσουμε επεξηγήσεις για όλα… Άρα ούτε «μυστική θεολογία» μπορεί να
θεμελιωθεί πραγματικά, γιατί το Μυστικό Βίωμα είναι Ζωντανό Βίωμα κι όχι λόγια,
ούτε συστηματική έκθεση των συμβαινόντων κατά την «θρησκευτική βίωση μπορεί να
γίνει (όπως νομίζουν κάποιοι θρησκειοψυχολόγοι…)… Όταν η Ζωή κλείνεται σε λόγια
δεν είναι πιά Ζωή, ούτε περιγραφή της Ζωής, είναι μόνο νεκρά λόγια.
Το
Μυστικό Βίωμα είναι απόλυτα προσωπικό και μόνο διά του προσώπου ( διά της
«υπέρβασής» του) μπορούμε να Ανυψωθούμε Ως το Απρόσωπο (που Είναι το Αληθινό
Πρόσωπο του Θεού, το Υπερπρόσωπο του Θεού…)…
Ο
Θεός (σαν Ζωντανό Πρόσωπο ή Υπερπρόσωπο) δεν μπορεί ούτε να κλεισθεί σε θεωρίες
και παραδόσεις, ούτε να χειραγωγηθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε εκκλησιαστικούς
οργανισμούς… ή Ζούμε, Βιώνουμε την Απόλυτη Πραγματικότητα , ή απλά ασχολούμαστε
περί πολλών…
(Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου).
Εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο «άνθρωπος» όταν
«κοιτούσε» ψηλά διαισθανόταν ότι υπάρχει
κάτι πέρα από αυτά που βλέπει… Όταν ένοιωθε μόνος αποκομμένος μέσα σε ένα
εχθρικό κόσμο διαισθανόταν μια άλλη Δύναμη που τα Στηρίζει όλα αυτά… Όταν, στις
ώρες του στοχασμού του αναρωτιόταν «τι υπάρχει» κατανοούσε ότι «Υπάρχει Κάτι»
πέρα από τα όρια του νου του… Ελάχιστοι, που δεν ξεχώριζαν από τους «τρελούς»
τραβούσαν το πέπλο του Μυστηρίου για να βυθιστούν στο Άγνωστο… Κάποιοι
«επέστρεφαν», κάποιοι δεν «επέστρεφαν»…
Κι έτσι δημιουργήθηκαν πριν κάποιες χιλιετηρίδες οι
γνωστές μας θρησκείες, από την «πραγματική επαφή» με το Απεριόριστο… κι η φλόγα
έμενε για λίγο ζωντανή και μετά έσβηνε… κι από το Μήνυμα των Μεγάλων Σοφών δεν
έμεναν παρά μερικά λόγια, κάποιες συνήθειες, κάποιες τελετουργικές πράξεις…
τίποτα «ζωντανό»…
Και σήμερα, την εποχή της παντογνωσίας, όπου όλοι
«γνωρίζουν», (τώρα, το τι «γνωρίζουν» είναι μια θλιβερή ιστορία…), έχουν
θρησκευτικούς οργανισμούς, πανεπιστήμια, θρησκειολογικές και θεολογικές σχολές,
χιλιάδες βιβλία, εκατομμύρια τόνους πληροφοριακό υλικό, όλοι μιλούν, μιλούν,
μιλούν, για την Αλήθεια, για την Πραγματικότητα, για τον Θεό… χωρίς να έχουν
βιώσει τίποτα…
Κι αυτό συμβαίνει σε όλες τις θρησκείες, όλα τα χρόνια,
σε όλα τα μέρη του κόσμου… Ελάχιστοι, που δεν ξεχωρίζουν από τους «τρελούς»
τραβούν το πέπλο του Μυστηρίου για να βυθιστούν στο Άγνωστο… Κάποιοι
«επιστρέφουν», κάποιοι δεν «επιστρέφουν»… Κάποιοι Γνωρίζουν πραγματικά την
Αλήθεια, Βιώνουν την Πραγματικότητα, Γίνονται Ένα με τον Θεό… αλλά και να
μιλήσουν δεν ακούει κανένας, γιατί όλοι «γνωρίζουν»… Το βλέπεις παντού, όλοι
είναι «αυθεντίες» κι είναι φρόνιμο να σωπαίνεις γιατί δεν δέχονται και
αντιρρήσεις…
Επικρατεί πραγματικά μεγάλη αμάθεια, απελπιστική αμάθεια…
τόσο απελπιστική που σου εμπνέει σκέψεις κι επιθυμίες να φύγεις για άλλον
γαλαξία…
Και για να μην λέτε ότι μιλάω έτσι αόριστα (εκ του
ασφαλούς), ας πάρουμε για παράδειγμα το Χριστιανισμό… όλοι σχεδόν έχουμε
μεγαλώσει σε χριστιανικό περιβάλλον, οπότε, (υποτίθεται ότι) μας είναι γνωστά
πράγματα…
Στον Μωσαϊκό Νόμο υπάρχει μια Μεγάλη Εντολή που
αναφέρεται στην «Αγάπη Προς Τον Θεό»…
Ακούστε τώρα, γιατί έχει σημασία… Αναφέρεται σε διάφορα
σημεία στο «Δευτερονόμιο»… κι αναφέρονται και κάποιοι Προφήτες σε αυτό…
«Και θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας
σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου». (Δευτερονόμιο 6, 5).
«Και τώρα, Ισραήλ, τι ζητεί Κύριος ο Θεός σου παρά σου,
ειμή να φοβήσαι Κύριον τον Θεόν σου, να περιπατής εις πάσας τας οδούς αυτού και
να αγαπάς αυτόν, και να λατρεύης Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου
και εξ όλης της ψυχής σου, να φυλάττης τας εντολάς του Κυρίου και τα διατάγματα
αυτού, τα οποία εγώ προστάζω εις σε σήμερον διά το καλόν σου». (Δευτερονόμιο
10… 12,13).
«Και θέλει περιτέμει Κύριος ο Θεός σου την καρδίαν σου
και την καρδίαν του σπέρματός σου, διά να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης
της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου, διά να ζης». (Δευτερονόμιο 30… 6).
Και στο Λευιτικό αναφέρεται η δεύτερη εντολή: «Δεν θέλεις
εκδικείσθαι ουδέ θέλεις μνησικακεί κατά των υιών του λαού σου· αλλά θέλεις
αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εγώ είμαι ο Κύριος». (Λευιτικό 19… 18).
Προφανώς, οι «εμπνευσμένοι συντάκτες», όταν μιλούν περί
«καρδιάς», «ψυχής», κλπ… αναφέρονται σε κάποια «υπαρξιακά», «ψυχικά»,
«λειτουργικά», «κέντρα» του ανθρώπου.
Το Δευτερονόμιο αναφέρεται στα «κέντρα», της «καρδιάς», της
«ψυχής»… και της «δύναμης».
Το «κέντρο» της «καρδιάς» ο Ιεζεκιήλ το συνδέει με το
«πνεύμα», κι έχει σημασία αυτό: «Και
θέλω δώσει εις αυτούς καρδίαν μίαν και πνεύμα νέον θέλω βάλει εν υμίν· και
αποσπάσας την λιθίνην καρδίαν από της σαρκός αυτών θέλω δώσει εις αυτούς
καρδίαν σαρκίνην»… (Ιεζεκιήλ 11… 19).
Όταν ρώτησαν το Ιησού, για αυτή την Μεγάλη Εντολή, άλλοι
Ευαγγελιστές αναφέρουν ότι απάντησε άμεσα κι άλλοι έμμεσα… Αλήθεια γιατί αυτή η
διαφορά; πρόκειται για διαφορετικά περιστατικά; ή για διαφορετικά «ακούσματα»
του ίδιου γεγονότος;…
«Και εις εξ αυτών, νομικός, ηρώτησε πειράζων αυτόν και
λέγων· Διδάσκαλε, ποία εντολή είναι
μεγάλη εν τω νόμω; Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν
σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας
σου. Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής· Θέλεις αγαπά
τον πλησίον σου ως σεαυτόν». (Ματθαίος 22… 35,36,37, 38, 39).
«Και ιδού, νομικός τις εσηκώθη πειράζων αυτόν και λέγων·
Διδάσκαλε, τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον; Ο δε είπε προς αυτόν· Εν
τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; πως αναγινώσκεις; Ο δε αποκριθείς είπε· Θέλεις
αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και
εξ όλης της δυνάμεώς σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως
σεαυτόν. Είπε δε προς αυτόν· Ορθώς απεκρίθης· τούτο κάμνε και θέλεις ζήσει».
(Λουκάς 10… 25,26,27,28).
Στην απάντηση που έδωσε άμεσα ο Ιησούς (κατά τον Ματθαίο)
αναφέρει τα δύο «κέντρα» του Λευιτικού, την «καρδιά» και την «ψυχή» και ένα που
δεν αναφέρεται στο Λευιτικό (προφανώς γιατί είναι όρος της ελληνιστικής
εποχής), την «διάνοια».
Στην απάντηση που δίνει ο νομικός, σε ερώτηση του Ιησού,
(κατά τον Λουκά), αναφέρονται τέσσερα «κέντρα», «καρδιά», «ψυχή», «δύναμη» (που
αναφέρονται στο Λευιτικό) και το «κέντρο» της «διανοίας»… Και κατά τον Λουκά ο
Ιησούς συμφώνησε… Αν Ο Ιησούς ήταν Παρών στη συζήτηση (κι η όλη συζήτηση δεν
είναι «κατασκευασμένη»), δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει, γιατί ο Ιησούς δεν θα
μπορούσε να αποκρύψει την Αλήθεια, και προφανώς θα ήθελε να διαφωτίσει τον
νομικό και τους παρευρισκομένους…
Η Σωστή Απάντηση είναι: «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου
εξ όλης της καρδίας σου
και εξ όλης της διανοίας σου,
και εξ όλης της ψυχής σου
και εξ όλης της δυνάμεώς σου
και τον πλησίον
σου ως σεαυτόν».
Άραγε δεν Γνώριζε ο Ιησούς την Αλήθεια και την Ορθή
Εκφορά των «κέντρων» του ανθρώπου, με την σειρά τους, από πάνω (από το
πνευματικό «κέντρο» της «καρδιάς») μέχρι κάτω (το σωματικό «κέντρο» της
«δύναμης»; Κι έχει σημασία αυτή η «εκφορά», με αυτή την σειρά… Ή ο Λουκάς (κι ο
Ματθαίος επίσης, παράλληλα) κατασκεύασε την «συζήτηση»; Μήπως είναι ο Λουκάς
που «αγνοούσε» τη βαθύτερη σημασία των «κέντρων»;
Αυτά είναι τα γεγονότα… Ας υποθέσουμε τώρα ότι
μαζευόμαστε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, στο Εθνικό και Καποδιστριακό
Πανεπιστήμιο Αθηνών, για παράδειγμα, ή στη Θεολογική Σχολή, στο Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης… και ζητάμε να μας εξηγήσουν τι σημαίνουν όλα αυτά,
τι σημαίνει Αγάπη (Λατρεία) προς τον Θεό σε συνδυασμό με τα «κέντρα» του
ανθρώπου… Τι νομίζετε πως μπορούν να σας πουν; Καταρχήν οι άνθρωποι αγνοούν την
πραγματική σημασία του «κέντρου» της «καρδιάς»… Ίσως (λέω ίσως) την πραγματική
σημασία να την γνωρίζουν κάποιοι αληθινοί γέροντες στο Άγιο Όρος (έχω ακούσει
κάποιους), που ζουν ξέχωρα από τους «υποκριτές»… Πάντως στις Θεολογικές Σχολές
έχουν άγνοια…
Το «κέντρο» της «καρδιάς», είναι το ανώτερο κέντρο της
ύπαρξης, το πνευματικό «κέντρο», που είναι ανώτερο από το «κέντρο» του νου (της
«διανοίας»), δεν έχει σχέση με την φυσική καρδιά που συνδέεται με τον ψυχικό
κόσμο, του συναισθηματισμού, των επιθυμιών, κλπ.
Αν ήταν έτσι τότε η χρήση δύο διαφορετικών όρων («καρδιά»
και «ψυχή») για την ίδια «λειτουργία», και στο Λευιτικό και στα Ευαγγέλια, θα
ήταν χονδροειδές θεολογικό και ανθρωπολογικό λάθος… Συνεπώς «καρδιά» είναι κάτι
διαφορετικό, υψηλότερο και από τον ψυχικό συναισθηματικό και επιθυμητικό κόσμο,
και από τον νου… Είναι το «Πνευματικό Κέντρο» για το οποίο κάνει λόγο ο
Ιεζεκιήλ.
Κι απλούς χριστιανούς αν ρωτήσεις, έχουν (οι
περισσότεροι) άγνοια αυτών των πραγμάτων… Ο Χριστιανισμός που έχουν «διδαχθεί»
είναι ο χριστιανισμός της πίστης (των δογμάτων), της θεολογικής σκέψης, του
επιφανειακού θρησκευτικού συναισθηματισμού, και των εξωτερικών τελετουργιών
(που σίγουρα δεν είναι Μυστήρια, με το ουσιαστικό νόημα της λέξης)…
Αν σε όλους τους χριστιανούς θέσεις το ερώτημα τι είναι
«Καρδιακή Λατρεία του Θεού», αμφιβάλλω αν γνωρίζει κανένας, αν και είναι
κάποιοι που μιλούν για αυτό, τελείως διανοητικά (πληροφοριακά)… Ίσως, να
γνωρίζουν, κάποιοι αληθινοί γέροντες στο
Άγιο Όρος…
Η «Πνευματική Λατρεία του Θεού», γίνεται «εν πνεύματι και
αληθεία», κατά τον Ιωάννη…
«Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι
και αληθεία δει προσκυνείν». (Ιωάννης δ’… 24),
«Εν πνεύματι και αληθεία», σημαίνει ακριβώς στο «πνευματικό
κέντρο της καρδιάς», όπου εισερχόμαστε αφού έχουμε «ξεπεράσει» το «κέντρο» της
«διανοίας». Είναι ο «χώρος του καθαρού νου» των νηπτικών… όπου το πνεύμα του
ανθρώπου απλώνεται, ενώνεται και γίνεται Ένα με το Πνεύμα του Θεού, κι
Ανυψώνεται στο Θεό.
Σε αυτή την «Καρδιακή Λατρεία του Θεού», αναφέρονται
σπάνια οι πατέρες με λεπτομέρειες…
Η «πρώτη αναφορά» γίνεται στον Παύλο, στην Προς
Κορινθίους Β’.
«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων˙ είτε εν
σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν˙ αρπαγέντα τον
τοιούτον εως τρίτου ουρανού. Και οίδα τον τοιούτον άνθρωπον˙ είτε εν σώματι
είτε εκτός του σώματος, ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν, οτι ηρπάγη εις τον παράδεισον
και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». (Προς Κορινθίους Β’ ιβ’…
2,3,4).
Τι είναι οι Τρεις Ουρανοί, σε τι διαφοροποιείται η
πνευματική εμπειρία από ουρανό σε ουρανό; Και πράγματι ο Παύλος, που είχε
μαθητεύσει κοντά στον Γαμαλιήλ Α’ (εγγονό του Χιλλέλ) κι είχε ακούσει από
εκείνον για την μυστική ιουδαϊκή παράδοση (και την άνοδο στους ουρανούς), είχε
αυτές τις εμπειρίες;… και γιατί δεν αναφέρει, τουλάχιστον γραπτά, λεπτομέρειες…
ήταν μυστικό;
Αυτός που αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στις τρεις
πνευματικές εμπειρίες, στους Τρεις Ουρανούς, ήταν ο Μάξιμος, και μετά κι άλλοι…
Αυτοί πείθουν για την αλήθεια του βιώματός τους… Όποιος θέλει μπορεί να το
ψάξει…
Τελικά… τι ακριβώς γνωρίζουμε από τις θρησκείες μέσα στις
οποίες ανατραφήκαμε; Τι ακριβώς γνωρίζουν και τι διδάσκουν οι θεολόγοι στα
πανεπιστήμια και στα σχολεία της χώρας (κι όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε
ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο); Για ποια «αλήθεια» μιλάνε; Και πως λατρεύουν
τον Χριστιανικό Θεό οι ιερείς κι απλοί λαϊκοί χριστιανοί; Γνωρίζουν την
Αλήθεια; Λατρεύουν πραγματικά, «εν πνεύματι και αληθεία», τον Θεό; Ή μήπως όλοι
αυτοί οι υποκριτές κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τους άλλους; Πάντως τον Θεό,
Παρόντα Παντού, δεν Τον κοροϊδεύουν.
Ποιος χριστιανός έχει πραγματικές πνευματικές εμπειρίες;
Ίσως κάποιοι αληθινοί γέροντες στο Άγιο Όρος, τους έχω «δει»… Οι άλλοι; Αυτοί
που υπηρετούν τον Κύριο σε χειροποίητους ναούς;
Αυτοί που ορκίζονται στο όνομα του Ιησού;… Αυτοί που μιλάνε ακατάπαυστα
(μέχρι βαρεμάρας) για τον Ιησού; Έχει φτάσει κανείς στην Θέωση;
Παρόλα αυτά όλοι νομίζουν πως γνωρίζουν, κι όλοι νομίζουν
πως έχουν δικαίωμα να μιλάνε… Είναι η εποχή της αμάθειας, του θράσους και της
αυθάδειας… και καλό είναι να μην τα βάζεις με αυτούς τους ανθρώπους… το μίσος
τους σκοτώνει…
The Threshold
of Unknowing
In the vast
silence that precedes all utterance, there exists a truth that cannot be grasped
by the clever mind nor captured in the intricate webs of human reasoning. It is
a truth that dwells in the spaces between thoughts, in the pause between
breaths, in the stillness that underlies all motion. The mystic who seeks this
truth must first undertake the most difficult of all journeys—not a journey
outward into the world of forms and names, but a journey inward, a sacred
descent into the luminous darkness where the soul remembers what it has always
known.
This truth
whispers of a return, not to a place that can be marked upon any map, but to a
state of being that existed before the mind learned to divide the world into
categories, before the heart learned to distinguish between self and other,
before language cast its spell of separation upon the unified field of
existence. It is the return to the Root—that primordial source from which all
things emerge and to which all things inevitably flow, like rivers seeking the
ocean of their origin.
The seeker who
stands at this threshold confronts a paradox that confounds all conventional
understanding: to advance, one must retreat; to gain wisdom, one must release
what one believes to be wisdom; to discover richness, one must embrace a sacred
poverty of spirit. This is the narrow gate through which the soul must pass,
leaving behind the accumulated treasures of intellectual pride, the ornate
garments of moral superiority, and the heavy armor of worldly achievement.
The Illusion
of Constructed Wisdom
There is a
wisdom that the world celebrates—a wisdom built upon layer after layer of
acquired knowledge, carefully constructed systems of thought, and elaborate
philosophical frameworks that tower like magnificent temples in the landscape of
human consciousness. Yet the mystic, gazing upon these structures with eyes made
clear by contemplation, perceives something that others fail to see: these
temples, for all their grandeur, cast long shadows that obscure the simple,
pristine light of truth that shines eternally beyond them.
This worldly
wisdom, which the sage must learn to renounce, resembles a beautiful garden that
has been cultivated until it has lost all resemblance to the wild meadow from
which it sprang. Every flower has been selected, every hedge trimmed to
perfection, every path laid with careful deliberation. Yet in this very
perfection lies a profound loss—the loss of spontaneity, of natural grace, of
the untamed vitality that pulses through all living things when they remain true
to their essential nature.
When those who
govern—whether they govern nations, communities, or merely their own inner
kingdoms—accumulate this kind of wisdom, they create elaborate systems of
control and manipulation. They become like gardeners who have forgotten that
flowers know how to bloom without instruction, that trees understand the secret
geometry of their growth without the need for human intervention. The people,
sensing this artificiality, become confused and disconnected from their own
innate understanding of what is true and right.
If the sage
could strip away this accumulated wisdom—if they could stand naked before
reality without the protective layers of concepts and theories—a miraculous
transformation would occur. The people, freed from the burden of following
complex prescriptions and intricate rules, would rediscover within themselves a
natural wisdom far more profound than any that could be taught. They would
become like children who have not yet learned that joy requires justification,
or like wild creatures who move through the world with an effortless grace that
no amount of training could replicate.
This is not a
call to ignorance, but rather an invitation to a higher form of knowing—a
knowing that precedes and transcends intellectual understanding, a knowing that
lives in the bones and blood, that pulses with the rhythm of the heart, that
breathes with the cosmic breath that animates all existence.
The Paradox of
Virtue
In the second
great movement of this mystical return, the seeker confronts another tower that
must be toppled—the tower of constructed virtue, of formalized benevolence, of
righteousness that has become rigid and lifeless. Here too, the world has taken
something that once flowed naturally from the human heart and transformed it
into a system, a code, a set of obligations that crush the very spirit they were
meant to nourish.
True
benevolence, in its original and uncorrupted form, is like water flowing
downward—it does not announce itself, does not congratulate itself on its
generosity, does not keep accounts of what it has given. It simply moves
according to its nature, seeking the lowest places, nourishing all things
without discrimination, expecting nothing in return. Yet when benevolence
becomes conscious of itself, when it is named and codified and established as a
virtue to be practiced, it loses this spontaneous quality and becomes something
else entirely—a performance, a duty, a source of pride.
Righteousness,
too, begins as the soul's natural alignment with the sacred order of
existence—an effortless harmony between the individual will and the cosmic will
that guides all things toward their proper unfolding. But when this natural
righteousness is formalized into laws and rules, when it becomes something that
must be taught and enforced, it hardens into rigidity. People begin to follow
these external standards not because they resonate with the truth of their
being, but because they fear punishment or seek reward.
The mystic
perceives that in this hardening, in this externalization of virtue, something
precious has been lost. When benevolence and righteousness are renounced—not in
favor of cruelty and wickedness, but in favor of something deeper and more
authentic—a miraculous restoration occurs. The people, freed from the burden of
performing virtue according to prescribed forms, rediscover the natural filial
affection and kindness that spring spontaneously from hearts that have not been
corrupted by artificial systems.
Children do
not love their parents because they have studied the virtue of filial piety;
they love because love is their natural state before society teaches them
otherwise. Neighbors do not help one another because they have been instructed
in the rules of righteousness; they help because mutual care is the organic
expression of beings who recognize their fundamental interconnection. When the
scaffolding of formal virtue is removed, the natural architecture of human
goodness is revealed, standing strong and beautiful in its unadorned simplicity.
The Snare of
Cleverness
The third
pillar that must fall in this mystical dismantling is perhaps the most seductive
of all—the pillar of cleverness, of artful contrivance, of the scheming
intelligence that prides itself on its ability to manipulate circumstances for
personal advantage. In the marketplace of the world, such cleverness is
celebrated as a virtue. The one who can devise intricate strategies to
accumulate wealth, who can outmaneuver competitors through superior calculation,
who can construct elaborate systems to secure personal gain—such a one is deemed
successful, admirable, worthy of emulation.
Yet the
mystic, dwelling in the clarity that comes from prolonged contemplation of the
ineffable, sees through this illusion. They perceive that this celebrated
cleverness is actually a form of violence against the natural order, a
corruption of the intelligence that the Divine has placed within human beings
for entirely different purposes. True intelligence, in its pristine form, is not
a tool for manipulation but a mirror that reflects reality as it is, without
distortion, without the clouding lens of self-interest.
When the sage
renounces these artful contrivances, when they cease their scheming for personal
gain, they do not become foolish or helpless. Rather, they align themselves with
a deeper intelligence—the intelligence that guides the stars in their courses,
that directs the salmon to their spawning grounds, that teaches the spider the
geometry of the web. This intelligence requires no plotting, no strategizing, no
anxious calculation. It simply acts in harmony with the Way, and in doing so,
achieves everything that needs to be achieved without force or struggle.
In a society
where such renunciation becomes the norm, where cleverness is no longer prized
above wisdom, where scheming for gain is recognized as the poverty of spirit
that it truly is, a profound transformation occurs. The thieves and robbers who
plague the social order do not exist in isolation—they are the inevitable
product of a system that teaches people to value personal accumulation above all
else, that celebrates the clever manipulation of others, that measures worth by
the size of one's possessions rather than the depth of one's being.
When the root
disease is cured—when the obsession with gain is released and the addiction to
cleverness is healed—the symptoms disappear of their own accord. People no
longer steal because they no longer believe that happiness can be found in
accumulation. They no longer rob because they have discovered the inexhaustible
wealth that resides within, a wealth that cannot be taken by force and need not
be guarded with anxiety.
The Failure of
Elegant Methods
The mystic
understands something that the worldly mind struggles to accept: the methods
that seem most sophisticated, most refined, most philosophically elegant are
often the very methods that fail most completely to achieve their stated aims.
The ancient ways, dressed in the fine garments of civilized philosophy, adorned
with beautiful names and justified by intricate arguments, create the very
problems they purport to solve.
When
governance becomes an art form, when rulers pride themselves on the
sophistication of their methods and the complexity of their systems, they
inadvertently create a distance between themselves and those they govern. The
people sense that they are being managed, manipulated, guided by invisible hands
according to principles they do not understand. Trust erodes, replaced by
suspicion. Natural cooperation gives way to resistance and evasion.
These elegant
methods—the cultivation of artificial wisdom, the codification of virtue, the
deployment of clever strategies—attempt to veil their essential inadequacy
behind beautiful names. They call control "guidance," they name manipulation
"education," they describe coercion as "necessary discipline." But the mystic,
whose vision has been purified by prolonged gazing into the abyss of unknowing,
sees through these veils to the emptiness that lies beneath.
The tragedy is
that those who deploy these methods often do so with genuine good intentions.
They truly believe that people need to be improved, educated, reformed—that
human nature in its raw state is insufficient and must be refined through
systematic intervention. They do not realize that this very assumption—that
humans are fundamentally flawed and require external correction—is the poisoned
seed from which all social dysfunction grows.
The Way of
Simplicity
Against the
complexity of worldly wisdom, the mystic poses the radical alternative of
simplicity—not the simplicity of ignorance, but the simplicity that lies on the
far side of complexity, after all the elaborate structures have been erected and
then consciously dismantled. This is the simplicity of the master who has
internalized all the rules so thoroughly that they can finally be forgotten, the
simplicity of the sage who has traveled so far along the path of knowledge that
they arrive back at the innocence of the beginner, but now carrying the depth of
all they have experienced and transcended.
This simple
way does not require elaborate teachings or complex institutions. It operates
according to principles so basic that they seem almost embarrassingly obvious:
be natural, be genuine, be true to your essential nature. Do not pretend to be
what you are not. Do not accumulate what you do not need. Do not force what
should unfold organically. Do not complicate what is inherently simple.
When
governance is conducted according to these plain and true courses, something
miraculous occurs. The people, no longer burdened by the weight of artificial
systems, begin to govern themselves according to their innate wisdom. They do
not require extensive laws because they naturally avoid harm. They do not need
elaborate moral codes because their hearts guide them toward kindness. They do
not demand complex economic systems because they naturally share and cooperate
when their basic needs are met.
This is not a
naive utopianism but rather a description of what spontaneously emerges when the
obstacles to natural human flourishing are removed. Just as a plant will grow
toward the light when the stones are cleared from its path, human beings will
grow toward their highest potential when the artificial constraints of misguided
systems are lifted.
The Eschewing
of Selfish Ends
At the heart
of this mystical teaching lies a profound reorientation of desire. The worldly
person is driven by a multitude of lusts—not merely physical appetites, though
these are included, but more fundamentally, the lust for recognition, the lust
for security, the lust for control, the lust to be special, separate, superior.
These lusts generate endless striving, endless anxiety, endless disappointment.
The mystic
does not advocate for the violent suppression of these desires, for such
suppression only drives them underground where they grow more twisted and
powerful. Rather, the teaching points toward a natural eschewing that occurs
when one perceives clearly the futility of these pursuits. It is not that the
sage forces themselves to give up selfish ends through heroic willpower; it is
rather that these ends fall away naturally when their essential emptiness is
recognized.
This
recognition does not come through intellectual analysis alone, though
understanding plays a role. It comes through direct experience—through tasting
the fruit of selfish striving and discovering its bitterness, through
accumulating possessions and finding they bring no lasting satisfaction, through
achieving recognition and discovering it leaves the deepest hunger unfed. The
soul, educated by experience, gradually loses interest in these pursuits, not
because they are forbidden but because they are seen to be ultimately
unrewarding.
In their place
arises a different orientation entirely—not toward the acquisition of more but
toward the appreciation of what is, not toward the manipulation of circumstances
to serve personal ends but toward the alignment of personal action with the
cosmic unfolding, not toward the satisfaction of isolated individual desires but
toward participation in the great symphony of existence in which each being
plays their unique and necessary part.
The Return to
the Root
And so the
mystical journey, which seemed at first to be a path of renunciation and loss,
is revealed to be a path of discovery and recovery. What is renounced is only
the false; what is discovered is the real that was always present but obscured.
What is lost is only the burden of artificial constructions; what is recovered
is the lightness and freedom of natural being.
The Root to
which one returns is not located in the distant past, as though one must somehow
travel backward in time to recover a lost golden age. Rather, the Root exists
eternally in the depths of present-moment reality, always available to the one
who has the courage to dig beneath the accumulated layers of conditioning,
belief, and habit. It is the ground of being itself, the source from which each
moment freshly emerges, the wellspring of creativity and spontaneity that never
runs dry.
To live from
this Root is to live in constant wonder, for each moment brings something
genuinely new rather than merely a repetition of familiar patterns. It is to
live without the exhausting burden of maintaining a constructed identity, for
the Root-self needs no maintenance—it simply is, effortlessly and completely. It
is to live in harmony with all beings, for at the level of the Root, the
illusion of separation dissolves and the fundamental unity of all existence
becomes not merely a philosophical concept but a lived reality.
The sage who
has completed this return—or rather, who lives in the eternal process of
returning, for the journey is never finished but must be renewed in each
moment—dwells in a state of profound paradox. They are empty yet full, simple
yet profound, powerless yet capable of anything, possessing nothing yet lacking
nothing. They have renounced wisdom yet are truly wise, have discarded virtue
yet are genuinely good, have abandoned cleverness yet act with perfect
intelligence.
The Gift to
Humanity
This mystical
teaching is not offered merely as a path for individual spiritual development,
though it certainly serves that purpose. More fundamentally, it is offered as a
gift to all humanity, a key to unlock the prison of suffering that humans have
constructed through their misguided attempts at improvement, progress, and
civilization.
If those who
hold positions of influence—whether as formal leaders or simply as individuals
whose actions affect others—could embrace this teaching, the transformation
would ripple outward like waves from a stone dropped into still water. The
people, freed from the oppressive weight of artificial systems, would rediscover
the joy of natural living. Communities would reorganize themselves according to
organic principles rather than imposed structures. The relationship between
humans and the natural world would heal as people recognized themselves not as
separate from nature but as expressions of nature's infinite creativity.
This is not a
call to abandon all structure, all learning, all moral consideration. It is
rather a call to distinguish between structures that emerge naturally from
living systems and structures that are imposed artificially from without,
between learning that awakens innate potential and learning that attempts to
program predetermined outcomes, between moral behavior that flows from genuine
care and moral behavior that is performed out of duty or fear.
The
hundred-fold improvement promised in the ancient text is not hyperbole but a
realistic assessment of what becomes possible when the obstacles to human
flourishing are removed. Yet this improvement cannot be forced or engineered; it
can only be allowed to emerge when the conditions are right—when sageness is
renounced, when formalized virtue is discarded, when artful contrivance gives
way to natural action.
The Eternal
Invitation
The teaching
stands as an eternal invitation, extended to all who have grown weary of the
complexities and contradictions of worldly existence, to all who sense that
beneath the noise and chaos of conventional life lies a simplicity and peace
that the world can neither give nor take away. It is an invitation to stop
trying so hard, to release the exhausting effort to become something other than
what one fundamentally is, to trust the wisdom that flows from the Root when the
channels are cleared of obstruction.
This is the
paradoxical path of the mystic—to descend in order to ascend, to empty in order
to be filled, to die to the false self in order to be born into authentic being.
It is a path not of attainment but of realization, not of becoming but of
remembering, not of construction but of revelation. What is revealed is what was
always present, waiting patiently beneath the layers of conditioning, ready to
emerge the moment space is created for its appearance.
The sage who
walks this path leaves no footprints, teaches without speaking, accomplishes
without doing. They are like water, seeking always the lowest place, serving all
things without distinction, content to receive what the world considers
undesirable. Yet in their apparent poverty they possess the only wealth that
matters—the wealth of being fully present, fully alive, fully themselves in each
unrepeatable moment.
To return to
the Root is to come home after a long and unnecessary journey, to arrive at the
place where one has always been but could not see while lost in the
complications of seeking. It is to rest in the eternal now, to breathe with the
cosmic breath, to move in harmony with the subtle rhythms that guide all
existence toward its ultimate flowering. This is the gift, the invitation, the
open door. Will you enter?
…
Η Ιερή Επιστροφή: Ένα Μυστικό
Ταξίδι στην Αρχέγονη Ρίζα
Το Κατώφλι της Άγνοιας
Στη μεγάλη σιωπή που προηγείται
κάθε ομιλίας, υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί από τον πονηρό νου
ούτε να αιχμαλωτιστεί στους περίπλοκους ιστούς της ανθρώπινης λογικής. Είναι μια
αλήθεια που κατοικεί στους χώρους ανάμεσα στις σκέψεις, στην παύση ανάμεσα στις
αναπνοές, στην ακινησία που υποβαστάζει κάθε κίνηση. Ο μυστικός που αναζητά αυτή
την αλήθεια πρέπει πρώτα να αναλάβει το δυσκολότερο από όλα τα ταξίδια — όχι ένα
ταξίδι προς τα έξω στον κόσμο των μορφών και των ονομάτων, αλλά ένα ταξίδι προς
τα μέσα, μια ιερή κατάβαση στο φωτεινό σκοτάδι όπου η ψυχή θυμάται αυτό που
πάντα γνώριζε.
Αυτή η αλήθεια ψιθυρίζει για μια
επιστροφή, όχι σε έναν τόπο που μπορεί να σημειωθεί σε οποιονδήποτε χάρτη, αλλά
σε μια κατάσταση ύπαρξης που υπήρχε πριν ο νους μάθει να διαιρεί τον κόσμο σε
κατηγορίες, πριν η καρδιά μάθει να διακρίνει μεταξύ εαυτού και άλλου, πριν η
γλώσσα ρίξει το ξόρκι του χωρισμού στο ενιαίο πεδίο της ύπαρξης. Είναι η
επιστροφή στη Ρίζα — εκείνη την αρχέγονη πηγή από την οποία όλα τα πράγματα
αναδύονται και προς την οποία όλα τα πράγματα αναπόφευκτα ρέουν, σαν ποτάμια που
αναζητούν τον ωκεανό της καταγωγής τους.
Ο αναζητητής που στέκεται σε αυτό
το κατώφλι αντιμετωπίζει ένα παράδοξο που μπερδεύει κάθε συμβατική κατανόηση:
για να προχωρήσει, πρέπει να υποχωρήσει· για να κερδίσει σοφία, πρέπει να
απελευθερώσει αυτό που πιστεύει ότι είναι σοφία· για να ανακαλύψει πλούτο,
πρέπει να αγκαλιάσει μια ιερή φτώχεια πνεύματος. Αυτή είναι η στενή πύλη από την
οποία πρέπει να περάσει η ψυχή, αφήνοντας πίσω τους συσσωρευμένους θησαυρούς της
διανοητικής υπερηφάνειας, τα περίτεχνα ενδύματα της ηθικής υπεροχής και την
βαριά πανοπλία των κοσμικών επιτευγμάτων.
Η Ψευδαίσθηση της Κατασκευασμένης
Σοφίας
Υπάρχει μια σοφία που ο κόσμος
γιορτάζει — μια σοφία χτισμένη πάνω σε στρώμα επί στρώματος επίκτητης γνώσης,
προσεκτικά κατασκευασμένα συστήματα σκέψης και περίτεχνα φιλοσοφικά πλαίσια που
υψώνονται σαν μεγαλοπρεπείς ναοί στο τοπίο της ανθρώπινης συνείδησης. Ωστόσο ο
μυστικός, κοιτάζοντας αυτές τις κατασκευές με μάτια που έχουν καθαριστεί από την
ενατένιση, αντιλαμβάνεται κάτι που οι άλλοι αποτυγχάνουν να δουν: αυτοί οι ναοί,
παρά όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, ρίχνουν μακριές σκιές που σκιάζουν το απλό,
παρθένο φως της αλήθειας που λάμπει αιώνια πέρα από αυτούς.
Αυτή η κοσμική σοφία, την οποία ο
σοφός πρέπει να μάθει να αποκηρύττει, μοιάζει με έναν όμορφο κήπο που έχει
καλλιεργηθεί μέχρι που έχει χάσει κάθε ομοιότητα με το άγριο λιβάδι από το οποίο
ξεπήδησε. Κάθε λουλούδι έχει επιλεγεί, κάθε φράχτης κλαδευτεί στην τελειότητα,
κάθε μονοπάτι στρωθεί με προσεκτική σκέψη. Ωστόσο σε αυτή ακριβώς την τελειότητα
κρύβεται μια βαθιά απώλεια — η απώλεια της αυθορμησίας, της φυσικής χάρης, της
αδάμαστης ζωτικότητας που πάλλεται μέσα σε όλα τα ζωντανά όντα όταν παραμένουν
πιστά στην ουσιαστική τους φύση.
Όταν εκείνοι που κυβερνούν — είτε
κυβερνούν έθνη, κοινότητες ή απλώς τα δικά τους εσωτερικά βασίλεια — συσσωρεύουν
αυτό το είδος σοφίας, δημιουργούν περίτεχνα συστήματα ελέγχου και χειραγώγησης.
Γίνονται σαν κηπουροί που έχουν ξεχάσει ότι τα λουλούδια ξέρουν να ανθίζουν
χωρίς οδηγίες, ότι τα δέντρα κατανοούν τη μυστική γεωμετρία της ανάπτυξής τους
χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Οι άνθρωποι, αισθανόμενοι αυτή την
τεχνητότητα, γίνονται μπερδεμένοι και αποκομμένοι από τη δική τους έμφυτη
κατανόηση του τι είναι αληθινό και σωστό.
Αν ο σοφός μπορούσε να αφαιρέσει
αυτή τη συσσωρευμένη σοφία — αν μπορούσε να σταθεί γυμνός μπροστά στην
πραγματικότητα χωρίς τα προστατευτικά στρώματα εννοιών και θεωριών — θα
συνέβαινε μια θαυματουργή μεταμόρφωση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος
της τήρησης περίπλοκων συνταγών και περίτεχνων κανόνων, θα ξανανακάλυπταν μέσα
τους μια φυσική σοφία πολύ πιο βαθιά από οποιαδήποτε μπορεί να διδαχθεί. Θα
γίνονταν σαν παιδιά που δεν έχουν μάθει ακόμα ότι η χαρά απαιτεί δικαιολόγηση, ή
σαν άγρια πλάσματα που κινούνται στον κόσμο με μια αβίαστη χάρη που καμία
εκπαίδευση δεν μπορεί να αναπαράγει.
Αυτό δεν είναι κάλεσμα στην άγνοια,
αλλά μάλλον πρόσκληση σε μια ανώτερη μορφή γνώσης — μια γνώση που προηγείται και
υπερβαίνει τη διανοητική κατανόηση, μια γνώση που ζει στα κόκαλα και στο αίμα,
που πάλλεται με τον ρυθμό της καρδιάς, που αναπνέει με την κοσμική αναπνοή που
ζωογονεί όλη την ύπαρξη.
Το Παράδοξο της Αρετής
Στη δεύτερη μεγάλη κίνηση αυτής της
μυστικής επιστροφής, ο αναζητητής αντιμετωπίζει έναν άλλο πύργο που πρέπει να
γκρεμιστεί — τον πύργο της κατασκευασμένης αρετής, της τυποποιημένης ευεργεσίας,
της δικαιοσύνης που έχει γίνει άκαμπτη και άψυχη. Εδώ επίσης, ο κόσμος έχει
πάρει κάτι που κάποτε έρεε φυσικά από την ανθρώπινη καρδιά και το έχει
μετατρέψει σε σύστημα, σε κώδικα, σε σύνολο υποχρεώσεων που συνθλίβουν το ίδιο
το πνεύμα που υποτίθεται ότι θρέφουν.
Η αληθινή ευεργεσία, στην αρχική
και αδιάφθορη μορφή της, μοιάζει με νερό που ρέει προς τα κάτω — δεν αναγγέλλει
τον εαυτό της, δεν αυτοσυγχαίρεται για τη γενναιοδωρία της, δεν κρατά
λογαριασμούς για όσα έχει δώσει. Απλώς κινείται σύμφωνα με τη φύση της,
αναζητώντας τα χαμηλότερα μέρη, θρέφοντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις,
χωρίς να περιμένει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ωστόσο όταν η ευεργεσία γίνεται
συνειδητή του εαυτού της, όταν ονοματίζεται και κωδικοποιείται και θεσπίζεται ως
αρετή που πρέπει να ασκείται, χάνει αυτή την αυθόρμητη ποιότητα και γίνεται κάτι
εντελώς διαφορετικό — μια παράσταση, ένα καθήκον, μια πηγή υπερηφάνειας.
Η δικαιοσύνη επίσης ξεκινά ως η
φυσική ευθυγράμμιση της ψυχής με την ιερή τάξη της ύπαρξης — μια αβίαστη αρμονία
μεταξύ της ατομικής βούλησης και της κοσμικής βούλησης που καθοδηγεί όλα τα
πράγματα προς την κατάλληλη ανάπτυξή τους. Αλλά όταν αυτή η φυσική δικαιοσύνη
τυποποιείται σε νόμους και κανόνες, όταν γίνεται κάτι που πρέπει να διδάσκεται
και να επιβάλλεται, σκληραίνει σε ακαμψία. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ακολουθούν
αυτά τα εξωτερικά πρότυπα όχι επειδή αντηχούν με την αλήθεια της ύπαρξής τους,
αλλά επειδή φοβούνται την τιμωρία ή αναζητούν ανταμοιβή.
Ο μυστικός αντιλαμβάνεται ότι σε
αυτή τη σκλήρυνση, σε αυτή την εξωτερίκευση της αρετής, έχει χαθεί κάτι
πολύτιμο. Όταν η ευεργεσία και η δικαιοσύνη αποκηρύσσονται — όχι υπέρ της
σκληρότητας και της κακίας, αλλά υπέρ κάτι βαθύτερου και πιο αυθεντικού —
συμβαίνει μια θαυματουργή αποκατάσταση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το
βάρος της εκτέλεσης αρετής σύμφωνα με καθορισμένες μορφές, ξανανακαλύπτουν τη
φυσική παιδική στοργή και καλοσύνη που αναβλύζουν αυθόρμητα από καρδιές που δεν
έχουν διαφθαρεί από τεχνητά συστήματα.
Τα παιδιά δεν αγαπούν τους γονείς
τους επειδή έχουν μελετήσει την αρετή της παιδικής ευλάβειας· αγαπούν επειδή η
αγάπη είναι η φυσική τους κατάσταση πριν η κοινωνία τους διδάξει διαφορετικά. Οι
γείτονες δεν βοηθούν ο ένας τον άλλο επειδή έχουν διδαχθεί τους κανόνες της
δικαιοσύνης· βοηθούν επειδή η αμοιβαία φροντίδα είναι η οργανική έκφραση όντων
που αναγνωρίζουν τη θεμελιώδη διασύνδεσή τους. Όταν η σκαλωσιά της τυπικής
αρετής αφαιρεθεί, η φυσική αρχιτεκτονική της ανθρώπινης καλοσύνης αποκαλύπτεται,
όρθια δυνατή και όμορφη στην απερίτμητη απλότητά της.
Η Παγίδα της Πονηριάς
Ο τρίτος πυλώνας που πρέπει να
πέσει σε αυτή τη μυστική αποδόμηση είναι ίσως ο πιο δελεαστικός από όλους — ο
πυλώνας της πονηριάς, της τεχνητής επινοητικότητας, της μηχανορράφου νοημοσύνης
που υπερηφανεύεται για την ικανότητά της να χειραγωγεί τις περιστάσεις για
προσωπικό όφελος. Στην αγορά του κόσμου, τέτοια πονηριά γιορτάζεται ως αρετή.
Εκείνος που μπορεί να επινοήσει περίτεχνες στρατηγικές για να συσσωρεύσει
πλούτο, που μπορεί να υπερφαλαγγίσει ανταγωνιστές μέσω ανώτερου υπολογισμού, που
μπορεί να κατασκευάσει περίτεχνα συστήματα για να εξασφαλίσει προσωπικό κέρδος —
τέτοιος άνθρωπος θεωρείται επιτυχημένος, αξιοθαύμαστος, άξιος μίμησης.
Ωστόσο ο μυστικός, κατοικώντας στην
καθαρότητα που προέρχεται από παρατεταμένη ενατένιση του ανεκφράστου, βλέπει
μέσα από αυτή την ψευδαίσθηση. Αντιλαμβάνεται ότι αυτή η γιορταζόμενη πονηριά
είναι στην πραγματικότητα μια μορφή βίας κατά της φυσικής τάξης, μια διαφθορά
της νοημοσύνης που το Θείο έχει τοποθετήσει μέσα στους ανθρώπους για εντελώς
διαφορετικούς σκοπούς. Η αληθινή νοημοσύνη, στην παρθένα μορφή της, δεν είναι
εργαλείο χειραγώγησης αλλά καθρέφτης που αντανακλά την πραγματικότητα όπως
είναι, χωρίς παραμόρφωση, χωρίς το θολωτικό φακό του προσωπικού συμφέροντος.
Όταν ο σοφός αποκηρύττει αυτές τις
τεχνητές επινοήσεις, όταν παύει τις μηχανορραφίες για προσωπικό κέρδος, δεν
γίνεται ανόητος ή ανήμπορος. Αντίθετα, ευθυγραμμίζεται με μια βαθύτερη νοημοσύνη
— τη νοημοσύνη που καθοδηγεί τα άστρα στις τροχιές τους, που κατευθύνει τον
σολομό στους τόπους αναπαραγωγής του, που διδάσκει στην αράχνη τη γεωμετρία του
ιστού της. Αυτή η νοημοσύνη δεν απαιτεί συνωμοσίες, στρατηγικές, αγχώδεις
υπολογισμούς. Απλώς δρα σε αρμονία με τον Δρόμο, και έτσι επιτυγχάνει όλα όσα
χρειάζεται να επιτευχθούν χωρίς δύναμη ή αγώνα.
Σε μια κοινωνία όπου τέτοια
αποκήρυξη γίνεται ο κανόνας, όπου η πονηριά δεν εκτιμάται πλέον πάνω από τη
σοφία, όπου η μηχανορραφία για κέρδος αναγνωρίζεται ως η πνευματική φτώχεια που
πραγματικά είναι, συμβαίνει μια βαθιά μεταμόρφωση. Οι κλέφτες και οι ληστές που
μαστίζουν την κοινωνική τάξη δεν υπάρχουν απομονωμένοι — είναι το αναπόφευκτο
προϊόν ενός συστήματος που διδάσκει τους ανθρώπους να εκτιμούν την προσωπική
συσσώρευση πάνω από όλα, που γιορτάζει την πονηρή χειραγώγηση των άλλων, που
μετρά την αξία από το μέγεθος των κτήσεων κάποιου παρά από το βάθος της ύπαρξής
του.
Όταν η ρίζα της νόσου θεραπευτεί —
όταν η εμμονή με το κέρδος απελευθερωθεί και ο εθισμός στην πονηριά ιαθεί — τα
συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους. Οι άνθρωποι δεν κλέβουν πλέον επειδή δεν
πιστεύουν πια ότι η ευτυχία μπορεί να βρεθεί στη συσσώρευση. Δεν ληστεύουν πλέον
επειδή έχουν ανακαλύψει τον ανεξάντλητο πλούτο που κατοικεί μέσα τους, έναν
πλούτο που δεν μπορεί να αφαιρεθεί με τη βία και δεν χρειάζεται να φυλάσσεται με
αγωνία.
Η Αποτυχία των Κομψών Μεθόδων
Ο μυστικός κατανοεί κάτι που ο
κοσμικός νους δυσκολεύεται να αποδεχτεί: οι μέθοδοι που φαίνονται οι πιο
εξελιγμένες, οι πιο εκλεπτυσμένες, οι πιο φιλοσοφικά κομψές είναι συχνά οι
μέθοδοι που αποτυγχάνουν πιο πλήρως να επιτύχουν τους δηλωμένους στόχους τους.
Οι αρχαίοι τρόποι, ντυμένοι με τα εκλεκτά ενδύματα της πολιτισμένης φιλοσοφίας,
στολισμένοι με όμορφα ονόματα και δικαιολογημένοι με περίτεχνους συλλογισμούς,
δημιουργούν ακριβώς τα προβλήματα που υποτίθεται ότι λύνουν.
Όταν η διακυβέρνηση γίνεται τέχνη,
όταν οι άρχοντες υπερηφανεύονται για την εκλέπτυνση των μεθόδων τους και την
πολυπλοκότητα των συστημάτων τους, δημιουργούν ακούσια απόσταση μεταξύ τους και
αυτών που κυβερνούν. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι διαχειρίζονται, χειραγωγούνται,
καθοδηγούνται από αόρατα χέρια σύμφωνα με αρχές που δεν κατανοούν. Η εμπιστοσύνη
διαβρώνεται, αντικαθίσταται από υποψίες. Η φυσική συνεργασία δίνει τη θέση της
σε αντίσταση και αποφυγή.
Αυτές οι κομψές μέθοδοι — η
καλλιέργεια τεχνητής σοφίας, η κωδικοποίηση της αρετής, η ανάπτυξη πονηρών
στρατηγικών — προσπαθούν να καλύψουν την ουσιαστική τους ανεπάρκεια πίσω από
όμορφα ονόματα. Ονομάζουν τον έλεγχο «καθοδήγηση», βαφτίζουν τη χειραγώγηση
«εκπαίδευση», περιγράφουν τον εξαναγκασμό ως «απαραίτητη πειθαρχία». Αλλά ο
μυστικός, του οποίου η όραση έχει καθαριστεί από παρατεταμένη ματιά στην άβυσσο
της άγνοιας, βλέπει μέσα από αυτά τα πέπλα στην κενότητα που κρύβεται από κάτω.
Η τραγωδία είναι ότι εκείνοι που
εφαρμόζουν αυτές τις μεθόδους συχνά το κάνουν με γνήσιες καλές προθέσεις.
Πραγματικά πιστεύουν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται βελτίωση, εκπαίδευση,
μεταρρύθμιση — ότι η ανθρώπινη φύση στην ακατέργαστη κατάστασή της είναι
ανεπαρκής και πρέπει να εκλεπτύνεται μέσω συστηματικής παρέμβασης. Δεν
συνειδητοποιούν ότι αυτή ακριβώς η υπόθεση — ότι οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς
ελαττωματικοί και απαιτούν εξωτερική διόρθωση — είναι ο δηλητηριασμένος σπόρος
από τον οποίο αναπτύσσεται όλη η κοινωνική δυσλειτουργία.
Ο Δρόμος της Απλότητας
Ενάντια στην πολυπλοκότητα της
κοσμικής σοφίας, ο μυστικός προτείνει την ριζική εναλλακτική της απλότητας — όχι
την απλότητα της άγνοιας, αλλά την απλότητα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της
πολυπλοκότητας, μετά από όλα τα περίτεχνα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί και
στη συνέχεια συνειδητά αποδομηθεί. Αυτή είναι η απλότητα του δασκάλου που έχει
εσωτερικεύσει όλους τους κανόνες τόσο βαθιά που μπορεί τελικά να ξεχαστούν, η
απλότητα του σοφού που έχει ταξιδέψει τόσο μακριά στο μονοπάτι της γνώσης ώστε
να φτάσει πίσω στην αθωότητα του αρχάριου, αλλά τώρα φέρνοντας το βάθος όλων
όσων έχει βιώσει και υπερβεί.
Αυτός ο απλός δρόμος δεν απαιτεί
περίτεχνες διδασκαλίες ή περίπλοκους θεσμούς. Λειτουργεί σύμφωνα με αρχές τόσο
βασικές που φαίνονται σχεδόν ενοχικά προφανείς: να είσαι φυσικός, να είσαι
γνήσιος, να είσαι πιστός στην ουσιαστική σου φύση. Μην προσποιείσαι αυτό που δεν
είσαι. Μην συσσωρεύεις αυτό που δεν χρειάζεσαι. Μην εξαναγκάζεις αυτό που πρέπει
να αναπτυχθεί οργανικά. Μην περιπλέκεις αυτό που είναι εγγενώς απλό.
Όταν η διακυβέρνηση διεξάγεται
σύμφωνα με αυτές τις απλές και αληθινές κατευθύνσεις, συμβαίνει κάτι
θαυματουργό. Οι άνθρωποι, πλέον απαλλαγμένοι από το βάρος των τεχνητών
συστημάτων, αρχίζουν να αυτοκυβερνώνται σύμφωνα με την έμφυτη σοφία τους. Δεν
απαιτούν εκτενείς νόμους επειδή φυσικά αποφεύγουν τη βλάβη. Δεν χρειάζονται
περίτεχνους ηθικούς κώδικες επειδή οι καρδιές τους τους καθοδηγούν προς την
καλοσύνη. Δεν απαιτούν περίπλοκα οικονομικά συστήματα επειδή φυσικά μοιράζονται
και συνεργάζονται όταν οι βασικές τους ανάγκες ικανοποιούνται.
Αυτό δεν είναι αφελής ουτοπισμός
αλλά μάλλον περιγραφή αυτού που αναδύεται αυθόρμητα όταν τα εμπόδια στη φυσική
ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Όπως ένα φυτό θα αναπτυχθεί προς το φως όταν οι
πέτρες καθαριστούν από το μονοπάτι του, έτσι και οι άνθρωποι θα αναπτυχθούν προς
το υψηλότερο δυναμικό τους όταν οι τεχνητοί περιορισμοί των παραπλανημένων
συστημάτων αρθούν.
Η Αποφυγή των Εγωιστικών Σκοπών
Στην καρδιά αυτής της μυστικής
διδασκαλίας βρίσκεται μια βαθιά αναπροσανατολισμός της επιθυμίας. Ο κοσμικός
άνθρωπος καθοδηγείται από πλήθος πόθων — όχι μόνο σωματικές ορέξεις, αν και
αυτές περιλαμβάνονται, αλλά πιο θεμελιωδώς, ο πόθος για αναγνώριση, ο πόθος για
ασφάλεια, ο πόθος για έλεγχο, ο πόθος να είναι κανείς ξεχωριστός, χωριστός,
ανώτερος. Αυτοί οι πόθοι γεννούν ατέρμονη προσπάθεια, ατέρμονη αγωνία, ατέρμονη
απογοήτευση.
Ο μυστικός δεν προτείνει την βίαιη
καταστολή αυτών των επιθυμιών, διότι τέτοια καταστολή μόνο τις οδηγεί υπόγεια
όπου γίνονται πιο στρεβλές και ισχυρές. Αντίθετα, η διδασκαλία δείχνει προς μια
φυσική αποφυγή που συμβαίνει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται καθαρά την ματαιότητα
αυτών των επιδιώξεων. Δεν είναι ότι ο σοφός εξαναγκάζει τον εαυτό του να
εγκαταλείψει εγωιστικούς σκοπούς μέσω ηρωικής θέλησης· μάλλον αυτοί οι σκοποί
πέφτουν φυσικά όταν αναγνωριστεί η ουσιαστική τους κενότητα.
Αυτή η αναγνώριση δεν έρχεται μόνο
μέσω διανοητικής ανάλυσης, αν και η κατανόηση παίζει ρόλο. Έρχεται μέσω άμεσης
εμπειρίας — μέσω της γεύσης του καρπού της εγωιστικής προσπάθειας και της
ανακάλυψης της πικρίας του, μέσω της συσσώρευσης κτήσεων και της διαπίστωσης ότι
δεν φέρνουν διαρκή ικανοποίηση, μέσω της επίτευξης αναγνώρισης και της
ανακάλυψης ότι αφήνει την βαθύτερη πείνα ανησυχασμένη. Η ψυχή, εκπαιδευμένη από
την εμπειρία, σταδιακά χάνει το ενδιαφέρον για αυτές τις επιδιώξεις, όχι επειδή
απαγορεύονται αλλά επειδή φαίνονται τελικά μη ανταποδοτικές.
Στη θέση τους αναδύεται ένας
εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός — όχι προς την απόκτηση περισσότερων αλλά
προς την εκτίμηση αυτού που είναι, όχι προς τη χειραγώγηση των περιστάσεων για
να εξυπηρετήσουν προσωπικούς σκοπούς αλλά προς την ευθυγράμμιση της προσωπικής
δράσης με την κοσμική ανάπτυξη, όχι προς την ικανοποίηση απομονωμένων ατομικών
επιθυμιών αλλά προς τη συμμετοχή στη μεγάλη συμφωνία της ύπαρξης στην οποία κάθε
ον παίζει τον μοναδικό και απαραίτητο ρόλο του.
Η Επιστροφή στη Ρίζα
Και έτσι το μυστικό ταξίδι, που
στην αρχή φαινόταν ως μονοπάτι αποκήρυξης και απώλειας, αποκαλύπτεται ως
μονοπάτι ανακάλυψης και ανάκτησης. Αυτό που αποκηρύσσεται είναι μόνο το ψεύτικο·
αυτό που ανακαλύπτεται είναι το πραγματικό που ήταν πάντα παρόν αλλά σκιασμένο.
Αυτό που χάνεται είναι μόνο το βάρος των τεχνητών κατασκευών· αυτό που ανακτάται
είναι η ελαφρότητα και η ελευθερία της φυσικής ύπαρξης.
Η Ρίζα στην οποία επιστρέφει κανείς
δεν βρίσκεται στο μακρινό παρελθόν, σαν να πρέπει κάπως να ταξιδέψει πίσω στον
χρόνο για να ανακτήσει μια χαμένη χρυσή εποχή. Μάλλον, η Ρίζα υπάρχει αιώνια στα
βάθη της πραγματικότητας του τώρα, πάντα διαθέσιμη σε εκείνον που έχει το θάρρος
να σκάψει κάτω από τα συσσωρευμένα στρώματα διαμόρφωσης, πεποιθήσεων και
συνηθειών. Είναι το έδαφος της ύπαρξης το ίδιο, η πηγή από την οποία κάθε στιγμή
αναδύεται φρέσκια, η πηγή δημιουργικότητας και αυθορμητισμού που ποτέ δεν
στερεύει.
Το να ζει κανείς από αυτή τη Ρίζα
είναι να ζει σε συνεχή θαυμασμό, διότι κάθε στιγμή φέρνει κάτι γνήσια νέο αντί
για απλή επανάληψη οικείων μοτίβων. Είναι να ζει χωρίς το εξαντλητικό βάρος της
διατήρησης μιας κατασκευασμένης ταυτότητας, διότι ο Ριζικός-εαυτός δεν
χρειάζεται συντήρηση — απλώς είναι, αβίαστα και πλήρως. Είναι να ζει σε αρμονία
με όλα τα όντα, διότι στο επίπεδο της Ρίζας, η ψευδαίσθηση του χωρισμού
διαλύεται και η θεμελιώδης ενότητα όλης της ύπαρξης γίνεται όχι απλώς φιλοσοφική
έννοια αλλά βιωμένη πραγματικότητα.
Ο σοφός που έχει ολοκληρώσει αυτή
την επιστροφή — ή μάλλον, που ζει στην αιώνια διαδικασία της επιστροφής, διότι
το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει αλλά πρέπει να ανανεώνεται σε κάθε στιγμή —
κατοικεί σε μια κατάσταση βαθιάς παραδοξότητας. Είναι άδειος αλλά πλήρης, απλός
αλλά βαθύς, ανίσχυρος αλλά ικανός για οτιδήποτε, δεν κατέχει τίποτα αλλά δεν
στερείται τίποτα. Έχει αποκηρύξει τη σοφία αλλά είναι πραγματικά σοφός, έχει
απορρίψει την αρετή αλλά είναι γνήσια καλός, έχει εγκαταλείψει την πονηριά αλλά
δρα με τέλεια νοημοσύνη.
Το Δώρο στην Ανθρωπότητα
Αυτή η μυστική διδασκαλία δεν
προσφέρεται απλώς ως μονοπάτι για ατομική πνευματική ανάπτυξη, αν και σίγουρα
εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Πιο θεμελιωδώς, προσφέρεται ως δώρο σε όλη την
ανθρωπότητα, ως κλειδί για να ξεκλειδώσει τη φυλακή του πόνου που οι άνθρωποι
έχουν κατασκευάσει μέσω των παραπλανημένων προσπαθειών τους για βελτίωση, πρόοδο
και πολιτισμό.
Αν εκείνοι που κατέχουν θέσεις
επιρροής — είτε ως τυπικοί ηγέτες είτε απλώς ως άτομα των οποίων οι πράξεις
επηρεάζουν άλλους — μπορούσαν να αγκαλιάσουν αυτή τη διδασκαλία, η μεταμόρφωση
θα κυματιζόταν προς τα έξω σαν κύματα από μια πέτρα που πέφτει σε ήρεμο νερό. Οι
άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το καταπιεστικό βάρος των τεχνητών συστημάτων, θα
ξανανακάλυπταν τη χαρά της φυσικής ζωής. Οι κοινότητες θα αναδιοργανώνονταν
σύμφωνα με οργανικές αρχές αντί για επιβληθείσες δομές. Η σχέση μεταξύ ανθρώπων
και φυσικού κόσμου θα θεραπευόταν καθώς οι άνθρωποι αναγνώριζαν τον εαυτό τους
όχι ως χωριστούς από τη φύση αλλά ως εκφράσεις της άπειρης δημιουργικότητας της
φύσης.
Αυτό δεν είναι κάλεσμα να
εγκαταλειφθούν όλες οι δομές, όλη η μάθηση, όλη η ηθική σκέψη. Είναι μάλλον
κάλεσμα να διακρίνουμε μεταξύ δομών που αναδύονται φυσικά από ζωντανά συστήματα
και δομών που επιβάλλονται τεχνητά από έξω, μεταξύ μάθησης που αφυπνίζει έμφυτες
δυνατότητες και μάθησης που προσπαθεί να προγραμματίσει προκαθορισμένα
αποτελέσματα, μεταξύ ηθικής συμπεριφοράς που ρέει από γνήσια φροντίδα και ηθικής
συμπεριφοράς που εκτελείται από καθήκον ή φόβο.
Η εκατονταπλάσια βελτίωση που
υπόσχεται το αρχαίο κείμενο δεν είναι υπερβολή αλλά ρεαλιστική εκτίμηση αυτού
που γίνεται δυνατό όταν τα εμπόδια στην ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Ωστόσο αυτή
η βελτίωση δεν μπορεί να επιβληθεί ή να μηχανευτεί· μπορεί μόνο να επιτραπεί να
αναδυθεί όταν οι συνθήκες είναι σωστές — όταν η σοφία αποκηρύσσεται, όταν η
τυποποιημένη αρετή απορρίπτεται, όταν η τεχνητή επινοητικότητα δίνει τη θέση της
στη φυσική δράση.
Η Αιώνια Πρόσκληση
Η διδασκαλία στέκεται ως αιώνια
πρόσκληση, εκτεταμένη σε όλους όσους έχουν κουραστεί από τις πολυπλοκότητες και
τις αντιφάσεις της κοσμικής ύπαρξης, σε όλους όσους αισθάνονται ότι κάτω από τον
θόρυβο και το χάος της συμβατικής ζωής κρύβεται μια απλότητα και ειρήνη που ο
κόσμος ούτε μπορεί να δώσει ούτε να αφαιρέσει. Είναι πρόσκληση να σταματήσουν να
προσπαθούν τόσο σκληρά, να απελευθερώσουν την εξαντλητική προσπάθεια να γίνουν
κάτι άλλο από αυτό που θεμελιωδώς είναι, να εμπιστευτούν τη σοφία που ρέει από
τη Ρίζα όταν τα κανάλια καθαριστούν από εμπόδια.
Αυτός είναι ο παραδοξικός δρόμος
του μυστικού — να κατέβει για να ανέβει, να αδειάσει για να γεμίσει, να πεθάνει
στον ψεύτικο εαυτό για να γεννηθεί στην αυθεντική ύπαρξη. Είναι μονοπάτι όχι
επίτευξης αλλά πραγματοποίησης, όχι γίγνεσθαι αλλά θύμησης, όχι κατασκευής αλλά
αποκάλυψης. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι αυτό που ήταν πάντα παρόν, περιμένοντας
υπομονετικά κάτω από τα στρώματα διαμόρφωσης, έτοιμο να αναδυθεί τη στιγμή που
θα δημιουργηθεί χώρος για την εμφάνισή του.
Ο σοφός που βαδίζει αυτό το
μονοπάτι δεν αφήνει ίχνη, διδάσκει χωρίς να μιλάει, επιτυγχάνει χωρίς να
πράττει. Είναι σαν το νερό, που αναζητά πάντα το χαμηλότερο μέρος, υπηρετώντας
όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, ικανοποιημένο να δέχεται αυτό που ο κόσμος
θεωρεί ανεπιθύμητο. Ωστόσο στην φαινομενική του φτώχεια κατέχει τον μόνο πλούτο
που μετράει — τον πλούτο του να είναι πλήρως παρών, πλήρως ζωντανός, πλήρως ο
εαυτός του σε κάθε μη επαναλήψιμη στιγμή.
Το να επιστρέψει κανείς στη Ρίζα
είναι να έρθει σπίτι μετά από ένα μακρύ και περιττό ταξίδι, να φτάσει στον τόπο
όπου πάντα ήταν αλλά δεν μπορούσε να δει ενώ χανόταν στις περιπλοκές της
αναζήτησης. Είναι να αναπαυθεί στο αιώνιο τώρα, να αναπνέει με την κοσμική
αναπνοή, να κινείται σε αρμονία με τους λεπτούς ρυθμούς που καθοδηγούν όλη την
ύπαρξη προς την απόλυτη άνθησή της. Αυτό είναι το δώρο, η πρόσκληση, η ανοιχτή
πόρτα. Θα μπεις;
Intellectual
property rights
Δικαιώματα
πνευματικής ιδιοκτησίας
Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας
τόπου,
συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων,
ειδήσεων,
γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων
υπηρεσιών και
γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής
ιδιοκτησίας (copyright)
και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής
Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.
Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή,
αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή,
έκδοση,
εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε
τρόπο,
τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του
Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα
συναινέσει,
ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks)
στο
σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή
του
αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη
συναίνεση του
Ιδρύματος.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση
και
αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για
αυστηρά
προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς),
χωρίς
πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση
της
αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’
οιονδήποτε
τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για
λόγους
προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την
προϋπόθεση ότι
θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής
ιδιοκτησίας,
δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.
Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες
του
Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα
πνευματικής
ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως
έχει να
κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.