ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 10 January, 2026

Sunday, August 7, 2022

Υπερβατική Πραγματικότητα

 


Η Μία Πραγματικότητα που τα περιλαμβάνει όλα


Η Εσωτερική Θεώρηση

Υπάρχει στην Εσωτερική Παράδοση μια Αντικειμενική Αντίληψη της Πραγματικότητας που προέρχεται από την ολοκληρωτική και χωρίς συνθήκες Βίωση της Πραγματικότητας (μια Άμεση Ανόθευτη και Πλήρης Θέαση της Πραγματικότητας, όπως είναι) κι όχι από κάποια υπό όρους αντίληψη ή νοητική σύλληψη. Είναι η Αλήθεια. Αυτή η Υπερβατική Εμπειρία προσεγγίζεται στις διάφορες Παραδόσεις μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες και σε συγκεκριμένα φιλοσοφικά και γλωσσικά πλαίσια με τους εκάστοτε αντίστοιχους  γνωσιολογικούς όρους. Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι σε όποια Παράδοση κι αν «εμβαθύνουμε» θα φτάσουμε τελικά στην Μία Γενική Αντικειμενική Αλήθεια. Αυτή η Αλήθεια αποτελεί την «Καρδιά» όλων των Παραδόσεων κι όλων των σοβαρών (κι όχι επιφανειακών) θρησκευτικών προσεγγίσεων της Πραγματικότητας.

Μπορούμε να το δούμε αυτό στην απλή παράθεση (και εκ των πραγμάτων συγκριτική θεώρηση) των σημαντικότερων Εσωτερικών Παραδόσεων, του Βουδισμού, της Βεδάντα, του Γιόγκα, του Χριστιανικού Μυστικισμού (όπου θα αναφερθούμε σε τρεις σημαντικές μορφές του Μυστικισμού, τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη του 6ου αιώνα, τον Μάιστερ Έκχαρτ του (13ου) 14ου αιώνα και του Ιάκωβο Μπέμε του (16ου) 17ου αιώνα).

Αυτό που μας ενδιαφέρει (και σε αυτό που θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή) είναι, σε όλες αυτές τις Παραδόσεις ο Ορισμός Μιας Μοναδικής Πραγματικότητας, που είναι η Πραγματικότητα (το Θεμέλιο, το Στήριγμα κι η Ύστατη Ουσία) της Φαινομενικής Πραγματικότητας. Δεν μας ενδιαφέρει μια απλή ή αναλυτική παρουσίαση των Παραδόσεων. Άλλωστε αναφερόμαστε συνέχεια σε αυτές τις Διδασκαλίες.

Βουδισμός

Ο Βουδισμός είναι, και από Εσωτερική άποψη και θρησκειολογικά, η πιο σημαντική Παράδοση-Φιλοσοφική Διδασκαλία-Θρησκεία για πολλούς λόγους. Αυτό δεν μειώνει την αξία των άλλων Παραδόσεων. Ο Βουδισμός, στην «ιστορική» γνωσιολογική εξέλιξή του «επαναδιατυπώθηκε» σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης νοημοσύνης, από το πιο   εξωτερικό-ρεαλιστικό μέχρι το πιο «αφηρημένο»: Βουδισμός (νοημοσύνη στραμμένη στο «εξωτερικό»), Μαντυαμάκα (Διαλεκτική Νοημοσύνη), Γιογκακάρα (Αντικειμενική Νοημοσύνη), Τσαν-Ζεν (Πραγματική Νοημοσύνη). Αυτό δείχνει όχι μόνο την πλήρη ανάπτυξη αυτής της Διδασκαλίας, αλλά και την ολοκληρωμένη προσέγγιση της Πραγματικότητας, από διάφορες σκοπιές. Αυτό ήταν απαραίτητο γιατί ο Βουδισμός απευθύνονταν σε όλες τις «κατηγορίες» των ανθρώπων, σε όποιο επίπεδο κι αν ανήκαν. Όλα αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα και θα ισχύουν πάντα. Κι αυτό αποδεικνύει την «Διαχρονικότητα» της Βουδιστικής Διδασκαλίας.

Σε όλες τις «Σχολές» της Βουδιστικής Φιλοσοφίας (Γνωσιολογίας) η Πραγματικότητα είναι Μία, Μη-δυαδική.

Στον Βουδισμό Υπάρχει μόνο Μία Πραγματικότητα, το Ασαμσκρίτα (το Βασίλειο του Ασαμσκρίτα, Ουντάνα, VIII, I, 1ος αιώνας π.Χ.) που «περιλαμβάνει» όλα τα φαινόμενα-σαμσκρίτα. Η Αλήθεια των φαινομένων ολοκληρώνεται στο Νιρβάνα, στην πλήρη διάλυση της άγνοιας, της αυταπάτης. Έτσι αποδεικνύεται ουσιαστικά ότι Νιρβάνα και Σαμσάρα είναι τελικά Μία Πραγματικότητα, η Πραγματικότητα. Για τον Φωτισμένο «νου» τα φαινόμενα δεν είναι ούτε μια άλλη πραγματικότητα, ούτε «εμπόδιο», είναι απλά δραστηριότητες, πραγματικές κι ονειρικές ταυτόχρονα.

Στο Μαντυαμάκα Υπάρχει μόνο Μία Πραγματικότητα, το Σουνυάτα (Κενότητα), το Χωρίς Ιδιότητες αλλά Πλήρες από Ζωή Υπόβαθρο, που αφήνει την «ανάδυση» των φαινομένων χωρίς να Αλλοιώνεται. Η Διαλεκτική Ανάλυση αποκαλύπτει την πραγματική «ουσία» των φαινομένων που είναι η Κενότητα.

Στο Γιαγκακάρα δεν Υπάρχει παρά Μόνον-Συνείδηση (Μόνον-Νους). Τα φαινόμενα «αναδύονται» και «διαλύονται» στην Απεραντοσύνη της Συνείδησης, όπως στον Ουρανό σχηματίζονται συμπυκνώσεις-σύννεφα, που διαλύονται πάλι στον Ανοιχτό Ουρανό.

Στο Τσαν-Ζεν Υπάρχει Μόνο η Φωτισμένη Φύση του Βούδα, η Ανοιχτή Συνείδηση, ο Ασύλληπτος Αρχέγονος Νους που Ρέει Αιώνια Χωρίς να εμποδίζεται από τίποτα. Το «σταμάτημα» σε κάποια αντίληψη δημιουργεί την άγνοια, την διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας. Η «αποκατάσταση» ελευθερώνει την Ζωή.

Τελικά, στον Βουδισμό, δεν έχει σημασία που είμαστε (ποια είναι η «δεδομένη συνείδηση»). Όποιο Μονοπάτι («Σχολή») κι αν πάρουμε Αναδυόμαστε στην Μία Πραγματικότητα, είτε το ονομάζουμε Νιρβάνα, είτε Κενότητα, είτε Μόνο-Συνείδηση, είτε Φύση του Βούδα.

Στην πραγματικότητα, όταν σταθούμε «ακίνητοι» (τι σημαίνει πραγματικά αυτό χρειάζεται μια εξήγηση) και δούμε κατανοούμε την Μοναδική Πραγματικότητα γιατί είναι μέσα στην «Φύση» μας να κατανοούμε, πηγαία, αυθόρμητα κι ανεμπόδιστα.

Η «Πειθαρχία», η «Άσκηση», οι «πρακτικές» κι όλα αυτά που αναλύονται αιώνες τώρα χρειάζονται μόνο για να «απεμπλακεί» ο δυαδικός-νους από την λανθασμένη αντίληψη. Τελικά αυτό που «πραγματοποιείται» είναι ήδη η «Φύση» μας, εξαρχής και για πάντα. Η «άγνοια» είναι πάντα ένα παροδικό φαινόμενο.

Βεδάντα

Σύμφωνα με την Διδασκαλία της Αντβάιτα Βεδάντα Υπάρχει Μία και Μοναδική Πραγματικότητα, το Βράχμαν, που τα Περιλαμβάνει Όλα, και τα Φαινόμενα. Είναι η Αρχέγονη Πραγματικότητα που Δημιουργεί, Διατηρεί και Αποσύρει Μέσα της το σύμπαν. Είναι το Θείο Έδαφος της ύπαρξης, κάθε ύπαρξης (Divine Ground of all being). Υπάρχει Μία Πραγματικότητα, όχι δύο (το Βράχμαν και τα Φαινόμενα). Τα Φαινόμενα δεν είναι παρά Δραστηριότητα, Κίνηση της Πραγματικότητας μέσα στον Χώρο και τον Χρόνο. Υπάρχουν μόνο σαν Στιγμιαία Φαινόμενα που δεν αφήνουν ίχνη αλλά «κληροδοτούν» ιδιότητες στα επόμενα φαινόμενα (κι έτσι υπάρχει συνέπεια και συνέχεια στην Δημιουργία). Τα Φαινόμενα όχι μόνο είναι εξαρτημένα από την Πραγματικότητα αλλά δεν έχουν καν δική τους ουσία, δεν είναι ξεχωριστές υπάρξεις. Το Σύμπαν (όλοι οι κόσμοι) δεν προέρχεται απλά από το Βράχμαν, είναι το Βράχμαν, Δραστηριότητες του Βράχμαν. Μόνο ο δυαδικός (συγχυσμένος) νους βλέπει τα φαινόμενα σαν κάτι ξεχωριστό από την Πραγματικότητα, σαν μια άλλη πραγματικότητα. Προφανώς αυτή η «οπτική» είναι λανθασμένη. Η Αλήθεια των Φαινομένων δεν είναι στα Φαινόμενα αλλά στην πίσω από αυτά Πραγματικότητα. Αλλιώς, η Πραγματικότητα είναι το Αιώνιο, πίσω και πέρα από το φαινομενικό.

Όταν η Συνείδηση Αναδύεται στην Πραγματικότητα βλέπει ότι υπάρχει μόνο Μία και Μοναδική Πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι μόνο βιωματικά μπορούμε να Προσεγγίσουμε την Πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να την «αντιληφθούμε», ούτε να την νοήσουμε (να σχηματίσουμε κάποια έννοια για Αυτήν). Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να την βρούμε στην εξωτερική εμπειρία, στους κατώτερους κόσμους.

Αν Υπάρχει Μόνο Μία Πραγματικότητα, κι αν Είμαστε Ήδη Αυτή η Πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να γίνουμε κάτι, να πραγματοποιήσουμε κάτι. Αν αυτό σημαίνει την πλήρη απόσυρση από τον εξωτερικό κόσμο των φαινομένων, την «διάλυση» όλων των δραστηριοτήτων που «παράγουν» φαινόμενα, τότε ναι, δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Η Πραγματικότητα Αναδύεται από Μόνη της. Όταν όμως δεν Είμαστε Καθαρή Συνείδηση αλλά είμαστε ήδη εμπλεκόμενοι στα φαινόμενα, πιστεύουμε ότι είμαστε κάτι (διαφορετικό από την Πραγματικότητα) κι ότι πρέπει να βιώσουμε την Πραγματικότητα, κλπ. Έτσι λειτουργεί ο δυαδικός νους που δίνει πίστη (κι αληθοφάνεια) στα φαινόμενα.

Στην πραγματικότητα η Τζνάνα (ή η Τζνάνα Γιόγκα) δεν έχει τίποτα να κάνει με άσκηση, πειθαρχία, προσπάθεια, επίτευξη, οτιδήποτε. Το Αληθινό Σαμάντι Πραγματοποιείται όταν εγκαταλείπονται όλες οι λανθασμένες ιδέες. Κι είναι όλες οι ιδέες λανθασμένες. Αυτός ο Δρόμος οδηγεί στην πλήρη κενότητα (από την άποψη του δυαδικού νου) ή στην Πλήρη Απελευθέρωση, στην Αληθινή Ελευθερία (από την άποψη του αφυπνισμένου νου).

Η Συνείδηση στο Σαμάντι είναι Πλήρως Ακίνητη (Still, Ακίνητη, Ήσυχη, Ήρεμη) αλλά σε Πλήρη Εγρήγορση, σε Πλήρη Επαφή και σε Πλήρη «Ανταπόκριση» προς τα Φαινόμενα. Η Πραγματικότητα που Βιώνουμε είναι Πλήρης, τα Περιλαμβάνει Όλα (και τα Φαινόμενα) αλλά τα Βλέπει με την Ορθή Ματιά, δεν «παραπλανάται» πιά. Αυτή είναι η πραγματική έννοια της Μη-δυαδικής Εμπειρίας.

Sarvam khalvidam brahma, "Όλα αυτά είναι Βράχμαν" (Chandogya Upanishad 3.14.1). Έχει ειπωθεί πριν αιώνες. Αλλά υπάρχουν άνθρωποι που ακόμα δεν κατανοούν.

Γιόγκα

Ο Πανταζάλι ξεκινά το «Γιόγκα-Σούτρας» με τέσσερις λέξεις που λένε τα πάντα (αν μπορείς να κατανοήσεις). «Γιόγκα Τσίττα Βρίττι Νιρόντχα», «Γιόγκα είναι η εξάλειψη των διακυμάνσεων του νου»,  (Γ.Σ. Ι,2). Εδώ εμπεριέχεται μια Ολόκληρη Φιλοσοφία, μια Πλήρης Πνευματική Πρακτική κι ένα Εσωτερικό Βίωμα της Πραγματικότητας.

Τι είναι για τον Πανταζάλι «Τσίττα»; Τι είναι «βρίττις»; Τι ακριβώς σημαίνει «νιρόντχα»;

Το «Τσίττα» είναι η Αρχή της Συνείδησης, η Απόλυτη Συνείδηση. Έχει την ίδια εσωτερική έννοια που έχει το «Τσιτταμάτρα» (Μόνον-Νους) στο Βουδιστικό Γιογκακάρα. Είναι η Καθαρή Συνείδηση. Υπάρχει μόνο Καθαρή Συνείδηση. Η Ανθρώπινη Συνείδηση είναι Καθαρή Συνείδηση, Χωρίς Ιδιότητες, Πέρα από τον Χώρο, Πέρα από τον Χρόνο.

Τι είναι λοιπόν αυτό που «διαφοροποιεί» τις υπάρξεις; Τι είναι αυτό που «διαφοροποιεί» την «δεδομένη συνείδηση» που βιώνει ο άνθρωπος από την Καθαρή Συνείδηση; Είναι τα «βρίττις», το «περιεχόμενο» της Συνείδησης, οι «διακυμάνσεις». Οι «διακυμάνσεις» δημιουργούν τις αντικειμενικές καταστάσεις και τις υποκειμενικές εμπειρίες, όλη αυτή την ποικιλία των κόσμων και της ζωής.

Η Μόνη Πραγματικότητα είναι η Καθαρή Συνείδηση, Αυτό που Βλέπει η Καθαρή Συνείδηση, που περιλαμβάνει κι όλες τις δραστηριότητες, τα βρίττις, την ποικιλία των φαινομένων.

Έτσι όταν μιλάμε για τον Άνθρωπο μιλάμε για την Καθαρή Συνείδηση που έχει και λειτουργεί μέσα από ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο (τα βρίττις). Λειτουργώντας ο άνθρωπος, όχι σαν Καθαρή Συνείδηση αλλά μέσα από το «περιεχόμενο» προφανώς βλέπει μια αλλοιωμένη πραγματικότητα.

Για να μπορέσει ο άνθρωπος να βιώσει την Πραγματικότητα, να Δει Καθαρά, θα πρέπει να μείνει Ακίνητος, Ήρεμος, Ήσυχος, Σιωπηλός (στην σκέψη), Χωρίς εγώ. Αυτό περιγράφει την Οδό, τα Στάδια, τα Σκαλοπάτια, που οδηγούν στην εξάλειψη των βρίττις που σχετίζονται με το σώμα, τις αισθήσεις, το νου, την αίσθηση της ύπαρξης.

Στην πραγματικότητα, εφόσον η Καθαρή Συνείδηση είναι το Μόνο Σταθερό Υπόβαθρο της Ύπαρξης κι οι «διακυμάνσεις» (που «διαφοροποιούν» την ύπαρξη) είναι πρόσκαιροι σχηματισμοί, δεν θα έπρεπε να υπάρχει δυσκολία στην εγκατάλειψη όλων των απατηλών φαινομένων. Αυτό που στην πραγματικότητα δεσμεύει τους ανθρώπους δεν είναι ο κόσμος (που έτσι κι αλλιώς ακολουθεί την πορεία του), είναι οι προσωπικές ταυτίσεις με καταστάσεις και συμπεριφορές. Το πρόβλημα δεν είναι στην σχέση μας με τον κόσμο, είναι στις υποκειμενικές αυταπάτες που πρέπει να απορριφθούν. Όταν όλα αυτά εξαντληθούν η Πραγματικότητα Φαίνεται όπως Είναι, Ολόκληρη, εμπεριέχοντας και τα φαινόμενα.

Χριστιανικός Μυστικισμός

Διονύσιος Αρεοπαγίτης

Ο μοναδικός αντικειμενικός όρος (για την μυστική σκέψη του Διονυσίου) που μπορεί να «προσεγγίσει» την Μοναδική Πραγματικότητα, τον Θεό, είναι ο «Θείος Γνόφος». Η Πραγματικότητα είναι Υπερβατική, πέραν κάθε Αντίληψης και Νόησης και κάθε έννοιας υπαρκτού. Ό,τι Υπάρχει («Θεός», Δημιουργία, Κόσμοι, Οντότητες, Άνθρωπος…) είναι «Θεοφάνεια», «Ενδείξεις Θεού», Ενέργειες ή Δραστηριότητες, Ίχνη Φαινομένων του Θεού. Έτσι η Αληθινή Γνώση της Πραγματικότητας (του Θεού) δεν μπορεί παρά να είναι Αποφατική, πρέπει να Υπερβούμε κάθε αντιληπτική ή φαινομενική πραγματικότητα, να Εισέλθουμε Βιωματικά στον «Θείο Γνόφο». Δια της «Αγνωσίας» γνωρίζουμε, βιώνουμε το Ασύλληπτο Μυστήριο της Θείας Πραγματικότητας.  Εδώ μιλάμε για Άμεση Εμπειρία, Άμεση Θέαση της Πραγματικότητας κι όχι για κάποιο αντιληπτικό περιεχόμενο. Η Πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτικό αντικείμενο. Στην Οδό της Καταφατικής Γνώσης δεν γνωρίζουμε παρά φαινόμενα. Προφανώς δεν είναι αυτή η Αληθινή Οδός.

Έτσι, μόνο με την Άμεση Εμπειρία, με την Βιωματική Θέαση της Πραγματικότητας (κι όχι μέσω της Αντίληψης, της Νόησης, ή της Αίσθησης) μπορούμε να Προσεγγίσουμε την Αντικειμενική Αλήθεια, Υπερβαίνοντας κάθε «Θεοφάνεια». Η «Θεοφάνεια» (άσχετα με το «που», το «πότε», το «πως», ή το «γιατί», που «απασχολούν» τον ανθρώπινο στοχασμό) Θεμελιώνεται, Στηρίζεται κι Αναφέρεται στην Πραγματικότητα. Είναι Θεία Ενέργεια (Ενέργειες), Δραστηριότητες, Φαινόμενα με Ορίζοντα την Πραγματικότητα. Δεν είναι Αληθινή ή Ψεύτικη, είναι απλά ένα «Γίγνεσθαι» που Εξαντλείται στην Πραγματικότητα που είναι η Πηγή του.

Τι είναι λοιπόν, μέσα στην μυστική σύλληψη του Διονυσίου  η «Οντότητα», ο «Άνθρωπος»; Δεν υπάρχει παρά Μια  Μοναδική Πραγματικότητα και «θεοφάνειες» που  πηγάζουν, ενυπάρχουν και τελειώνονται στην Πραγματικότητα. Ο Άνθρωπος είναι η Πραγματικότητα που «εμφανίζεται», σαν «θεοφάνεια» μέσα στον Χώρο, τον Χρόνο και τις ιδιαίτερες συνθήκες και καταστάσεις. Ο Άνθρωπος Ολοκληρώνεται μέσα στην Πραγματικότητα. Δεν υπάρχει άλλη Οδός.

Για την Μυστική Θεολογία του Διονυσίου, έχουν γραφεί πολλά και σε πανεπιστημιακούς διαδρόμους και σε γραφεία αναζητητών, άλλοτε εμπνευσμένα κι άλλοτε ανόητα. Το σημαντικό είναι να Βαδίσει κάποιος την Αποφατική Οδό ο ίδιος, να έχει Άμεση Θέαση της Πραγματικότητας ο ίδιος. Τότε θα κατανοήσει όχι μόνο τον Διονύσιο αλλά τα πάντα.

Μάιστερ Έκχαρτ

Για τον Έκχαρτ υπάρχει Μια Μοναδική Πραγματικότητα που ονομάζει Θεμέλιο (Grund) του Παντός και των Πάντων. Είναι η Θεότητα (Gottheit) που «Δημιουργεί» τα Πάντα, τον Θεό (Gott), τους Κόσμους, τα όντα και τις οντότητες. Είναι το «Βάθος» των Πάντων. Είναι ταυτόχρονα η «άρνηση της αρνήσεως» (η πλήρης εξάλειψη της αντίληψης), το «μηδέν» (της δυαδικής συνηθισμένης αντίληψης).

Από το Μη Αντιληπτό Βάθος της Θεότητας εξέρχονται σαν «απορροές» τα Πάντα. Το Βάθος είναι το Βάθος των Πάντων, κάθε οντότητας, είναι η Πραγματικότητά τους.

Τελικός Σκοπός όλης της Δημιουργίας κι όλων των όντων είναι η Επιστροφή στο Βάθος, στην Αρχική Ενότητα της Θεότητας στην Αιώνια Ζωντανή Ακινησία που είναι Χωρίς Ιδιότητες, Όρους και Όρια.

 Ο Άνθρωπος στην Μυστική Σκέψη του Έκχαρτ δεν είναι παρά το Βάθος, η Θεότητα, που Εκδηλώνεται στην «Δημιουργία», στους Κόσμους. Αυτό σημαίνει το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του βιβλίου «Γέννεσις». Αυτό σημαίνει ότι ο Άνθρωπος έχει μέσα του τον Θείο Σπινθήρα, ένα Αδημιούργητο  Στοιχείο, που είναι πέρα από τον Χώρο και τον Χρόνο, πέρα από κάθε φαινομενική ύπαρξη.

Ο Έκχαρτ, στα Γερμανικά Κηρύγματά του που απευθύνονταν σε μύστες και πιστούς βεβαιώνει πολλές φορές ότι το Βάθος της Ψυχής, του Ανθρώπου (Grund) είναι Αυτό το Ίδιο το Θεϊκό Βάθος (Grund): «Στο βάθος της ψυχής, εκεί το βάθος του θεού και το βάθος της ψυχής είναι ένα βάθος» (Eckhart, Meister. Die Deutschen Werke. I. σελ. 253,5-6).

Στην πραγματικότητα ο Έκχαρτ μιλά για μια Μοναδική Πραγματικότητα, που είναι η Πραγματικότητα όλων των Φαινομένων της Δημιουργίας. Άδικα θα χαρακτηριζόταν σαν «πανθεϊστής». Κι ενώ μιλά για κάτι που Βιώνει ο ίδιος σαν Βάθος, για κάτι που μπορεί να βιώσει κάθε άνθρωπος στο Βάθος της οντότητάς του δεν γίνεται κατανοητός από τους ανθρώπους που ακολουθούν την δυαδική αντίληψη της πραγματικότητας και κατηγορείται για αιρετικός. Το ερώτημα, επτά αιώνες μετά παραμένει πάντα το ίδιο: Είναι η Αλήθεια αιρετική; Φυσικά δεν περιμένουμε απάντηση από τους δυαδικούς ανθρώπους. Ακόμα και σήμερα δεν κατανοούν τον Έκχαρτ. Ακόμα και ακαδημαϊκοί μελετητές είναι μακριά από την Αλήθεια του Έκχαρτ.

Κατανοώντας ορθά την αντίληψη του Έκχαρτ για την Μία Μοναδική Πραγματικότητα που είναι η Πραγματικότητα όλων των Φαινομένων της Δημιουργίας μπορούμε να αντιληφθούμε το πραγματικό περιεχόμενο της «μυστικής ένωσης (unio mystica). Μέσα στην Μυστική Αντίληψη του Έκχαρτ είναι δυνατή η Βίωση του Βάθους της Ύπαρξης που είναι το Μοναδικό Βάθος της Θεότητας. Με την απόσυρση από τον κόσμο, με την Υπέρβαση όλων των φαινομένων της Δημιουργίας, φτάνουμε στο Υπέρτατο Άγνωστο, στο Θεμέλιο των Πάντων. Όπως λέει ο Έκχαρτ: «εδώ το βάθος του θεού είναι το δικό μου βάθος και το δικό μου βάθος είναι το βάθος του θεού» ( Eckhart, Meister. Die Deutschen Werke. I. σελ. 90 ).

Αν ακολουθήσουμε την δυαδική σκέψη και θεωρήσουμε τον Θεό διαφορετικό από τον άνθρωπο η «ένωση» με τον Θεό καθίσταται προβληματική. Δεν ξεπερνιέται η δυαδικότητα.

Ιάκωβος Μπέμε

Η Υπέρτατη Πραγματικότητα, στην Μυστική σκέψη του Μπέμε είναι η Άβυσσος της Ενότητας (Abyss), το Αρχέγονο Τίποτα, η Πρωτογενής Θεότητα, το Θείο Τίποτα, Μία Ζωντανή Πραγματικότητα, που Υπάρχει από Μόνη της, Μόνη της, Ολοκληρωμένη. Είναι το Ungrund, το Απόλυτο της Αποφατικής Θεολογίας, η Θεότητα (το Grund, το Gottheit του Μάιστερ Έκχαρτ). Ungrund σημαίνει Αυτό που δεν Στηρίζεται Πουθενά, το Ελεύθερο, το Άπειρο, η Δυνατότητα του Παντός, το Αδιαφοροποίητο Απόλυτο, που είναι Χωρίς Ιδιότητες και περιγραφή.

Το Ungrund Γεννά τα Πάντα, τα Περιέχει και τα «Αφομοιώνει». Όλα αυτά που «Εμφανίζονται» είναι το Grund (Θεμέλιο, Βάση, Λόγος). Έτσι «Γεννιέται» ο Θεός (Ο Τριαδικός Θεός), οι Τρεις Κόσμοι (ο Ουράνιος Κόσμος, ο Αόρατος Νοητικός-Αστρικός Κόσμος, ο Εξωτερικός Κόσμος των Αισθήσεων, τα όντα και τα πράγματα.. Όλα αυτά δεν είναι παρά Δραστηριότητες, Σχηματισμοί στο Ανέγγιχτο Φόντο του Ungrund. Έτσι έχουμε Μια Μοναδική Πραγματικότητα, το Ungrund (Uncreated, Unformed, το Ασχημάτιστο), που «Δέχεται» Μέσα του το Grund (Created, Formed, το Σχηματισμένο). Το Σχηματισμένο Βασίζεται, Συντηρείται κι Αναφέρεται στο Ασχημάτιστο. Δεν είναι παρά «Ένδειξη», Σύμβολο του Ασχημάτιστου. Η «Αλήθεια» του Σχηματισμένου είναι το Ασχημάτιστο. Έτσι σε Αυτή την Κατάσταση δεν υπάρχει καμία δυαδικότητα.

Αν το Ungrund, το Άκτιστο, Αδημιούργητο, είναι η Μοναδική Πραγματικότητα, η Αλήθεια κάθε Ύπαρξης, Φαινομένου, Όντος και πράγματος, τότε κι ο Άνθρωπος δεν είναι παρά Αυτό, το Ungrund, που εκδηλώνεται με «μορφή». Πως λοιπόν «προσανατολίζεται» ο άνθρωπος, που βαδίζει, που κατευθύνεται;

Η «Γέννηση» του Θεού Φέρνει το Φως στην Δημιουργία, στους Κόσμους και στα όντα. Αλλά όπου υπάρχει Φως υπάρχει και Σκιά. Κι όσο «κατερχόμαστε» στους Κόσμους το Σκοτάδι «πυκνώνει».

Ο Άνθρωπος Οφείλει να Ακολουθήσει την Οδό του Φωτός. Αυτή είναι η Αληθινή Θρησκεία κι αυτή είναι η Μοναδική Ιερή Πράξη, η θρησκεία της καρδιάς που γίνεται βίωμα και πράξη.

Ο Άνθρωπος Οφείλει να Ανυψωθεί πάνω από τους Κόσμους, μαζί με τον Θεό στην Άπειρη Θεότητα του Ungrund.

Είναι σίγουρο (και μπορεί να αποδειχθεί) ότι η Μυστική Σκέψη του Μπέμε είναι αυθεντική, πηγαία κι είναι εξολοκλήρου «δική» του. Κατά περίεργο τρόπο η Διδασκαλία του για το Ungrund, Grund μοιάζει με την Διδασκαλία του Βούδα για το Ασαμσκρίτα-σαμσκρίτα. Επίσης η Διδασκαλία για την Πρωτογεννή Θεότητα και τον Θεό που «Γεννιέται» μοιάζει με την Βεδαντική Διδασκαλία για το Απρόσωπο Βράχμαν και το Προσωπικό Τριμούρτι. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε κι άλλες τέτοιες «ομοιότητες». Αυτές οι «ομοιότητες» δεν οφείλονται σε επηρεασμό ή δανεισμό. Οφείλονται στο απλό γεγονός ότι όλοι οι Μύστες, σε όλες τις Παραδόσεις, βιώνουν την Μία Μοναδική Πραγματικότητα, την Μία Εσωτερική Αλήθεια.

Η Ερμηνεία της Εικόνας

Υπάρχει Μία Μόνο Πραγματικότητα. Το «Φαινόμενο» έχει μόνο μία ουσία, μία αλήθεια που διαλύεται στην Πραγματικότητα.

Η Πραγματικότητα Είναι Χωρίς Ιδιότητες, για αυτό η Λευκότητα, που Συμβολίζει πάντα το Αγνό, το Καθαρό, το Ανόθευτο,  το Ανοιχτό, το Ελεύθερο, το Ανεμπόδιστο, το Πλήρες  και Ολοκληρωμένο, την Μακαριότητα.

Το «Φαινόμενο» παριστάνεται σαν Ανοιχτός Κύκλος για να δείξει ακριβώς ότι ο Ορίζοντας του Φαινομένου Διαλύεται στο Πραγματικό. Το «Όριο» κι η «Ολοκλήρωση» του Φαινομένου είναι η Πραγματικότητα.

Ταυτόχρονα ο Κύκλος υποδεικνύει ότι η Ζωή του Φαινομενικού Πηγάζει από την Απεραντοσύνη της Πραγματικότητας και «Καταλήγει» πίσω στην Πηγή της.

Συνάμα φανερώνεται η εξελικτική πορεία του Φαινομενικού προς την Ολοκλήρωση μέσα στο Πραγματικό και Αποσαφηνίζεται η Οδός της Κατανόησης, η Πρακτική Οδός για όσους εμπλέκονται ακόμα μέσα στην δυαδικότητα.

Τελικά η Πραγματικότητα Είναι Μία, Όλα. Δεν υπάρχουν δύο πραγματικότητες (η Πραγματικότητα κι η Αυταπάτη) παρά μόνο για τον δυαδικό νου.

Η Θρησκειολογική Ανάλυση

Αγαπητοί φίλοι, η «ανώτερη επίγνωση» που πραγματοποίησαν όλοι οι (σοβαροί) οπαδοί του εσωτερισμού είναι τελείως διαφορετική από την «επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου»...

Η ανώτερη, διαφωτισμένη, επίγνωση, είναι άμεση, «εξωδιανοητική» σύλληψη της Πραγματικότητας.

Η απελευθερωμένη (από τους προσωπικούς μηχανισμούς που παραμορφώνουν) επίγνωση, κατ’ αρχήν αντιλαμβάνεται τον εαυτό σαν μέρος Μίας Ευρύτερης Αντικειμενικής Πραγματικότητας: σαν κέντρο επίγνωσης του Παγκόσμιου Αντικειμενικού... (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζεται ή απορροφάται στο Όλον).

Αυτή η Ευρύτερη Αντίληψη, συμπεριλαμβάνει, αλλά ξεπερνά τον φυσικό κόσμο.

Οι πληροφορίες από τον φυσικό κόσμο περνούν μέσα από τους διανοητικούς μηχανισμούς χωρίς επεξεργασία, (χωρίς να αναφέρονται σε ένα εγώ, χωρίς διανοητική ανάλυση, χωρίς αντιληπτική παραμόρφωση): Αντιλαμβάνεται από τον φυσικό κόσμο, απλά, αυτό που είναι.

Μία τέτοια επίγνωση βιώνει μόνο το τώρα (και δεν διασκορπίζεται στην φαντασία του αύριο και την μνήμη του χθες)...

Η μη-διαφωτισμένη επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου λειτουργεί τελείως διαφορετικά.

Κατ’ αρχήν η επίγνωση λειτουργεί όχι σαν αυτόνομη επίγνωση, αλλά μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς προσωπικούς μηχανισμούς.

Όλες οι πληροφορίες αναφέρονται στο εγώ και συσχετίζονται με το εγώ. Αυτό είναι μία σύνθετη διαδικασία που απαιτεί χρόνο (έστω και ελάχιστο): Έτσι εκδηλώνεται η πρώτη παραμόρφωση κι όλα γίνονται «υποκειμενικά».

Εκδηλώνεται, επιπρόσθετα, όχι μόνο η πρωτογενής διανοητική αντίληψη που υποκειμενικοποιεί, αλλά και διανοητική δραστηριότητα, σκέψη, φαντασία, μνήμη, και συνεχής επεξεργασία των πληροφοριών, για να κωδικοποιηθούν, να κατηγοριοποιηθούν, κλπ...

Εκδηλώνεται ακόμα μία διαρκής επιλεκτική πρόσληψη, των φυσικών γεγονότων.

Μία μη-διαφωτισμένη επίγνωση προσπαθεί να μεταφέρει όλες τις πληροφορίες στο εγώ και να τις συσχετίσει με το εγώ κι έτσι υποκειμενικοποιεί τα πάντα... Ακόμα και την μεταφυσική εμπειρία μίας ανώτερης επίγνωσης, προσπαθεί να την αναφέρει στο εγώ, την υποκειμενικοποιεί, κι επειδή αδυνατεί να «συλλάβει» έξω από το υποκείμενο, πιστεύει ότι «κανένας δεν μπορεί»... (Αυτό όμως δεν το λέει η Λογική του Αριστοτέλη...)...

Αγαπητοί φίλοι, όλοι οι (σοβαροί) οπαδοί του εσωτερισμού άσκησαν κάποιες πρακτικές, ακριβώς για να ξεπεράσουν τους προσωπικούς παραμορφωτικούς μηχανισμούς (εγώ, διανόηση, επιλεκτική αντίληψη)... Παραδείγματα:

Οι χριστιανοί ησυχαστές μιλούν ακριβώς για τον έλεγχο και το ξεπέρασμα των τριών ειδών λογισμού, των σύνθετων-εμπαθών, των ανθρωπίνων, και των «αγγελικών», (που αντιστοιχούν ακριβώς στους τρεις μηχανισμούς που αναφέραμε, την επιλεκτική αντίληψη, τον διανοητικό σχολιασμό και την εμμονή στο εγώ), για να φτάσουν στον απελευθερωμένο, καθαρό νου: Μόνο ο καθαρός νους μπορεί να αντιληφθεί την Ευρύτερη Πνευματική Πραγματικότητα, τον Θεό... Ο Θεός Είναι Μία Ζωντανή Πραγματικότητα στην Οποία «κοινωνούμε»... Με την εσωτερική πορεία σε αυτή την ανώτερη επίγνωση φτάνουμε ως την τελική Ένωση με τον Θεό...

Οι βουδιστές, πραγματοποιούν, κατ’ αρχήν, τα εξωτερικά ντυάνα για να εξουδετερώσουν ακριβώς τις διαδικασίες, σάμτζνα, σαμσκάρα, βιτζνάνα, (που αντιστοιχούν ακριβώς στους τρεις μηχανισμούς που αναφέραμε, την επιλεκτική αντίληψη, τον διανοητικό σχολιασμό και ην εμμονή στο εγώ), και να φτάσουν σε μία ανώτερη επίγνωση μίας ευρύτερης πραγματικότητας... Με τα εσωτερικά σαμαππάτι ξεπερνούν τις τρεις καταστάσεις της ανώτερης επίγνωσης για να φτάσουν στην Κατάσταση Ασαμσκρίτα (Αδημιούργητο), πραγματοποιώντας το τελικό νιρβάνα...

Και σε όλες τις άλλες θρησκείες ασκούν παρόμοιες πρακτικές και φτάνουν σε ίδια αποτελέσματα...

Το τελικό συμπέρασμα, αγαπητοί φίλοι, είναι ότι μιλάμε για «Μία Υποκρυπτόμενη Ευρύτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα» που για να «αποκαλυφθεί» στην δική μας επίγνωση θα πρέπει η επίγνωσή μας να απελευθερωθεί από τους προσωπικούς, παραμορφωτικούς μηχανισμούς...

Αυτό που Πραγματοποιούμε είναι «μία Υπερβατική Κατάσταση»... κι από εδώ αρχίζει η Αληθινή Ζωή...

Όλοι οι μεγάλοι διδάσκαλοι, όπως ο Βούδας, ο Λάο Τσέ, ο Ιησούς, ο Πλάτωνας, ο Πλωτίνος, κι άλλοι, έδειξαν τον δρόμο...

Όποιος θέλει ακολουθεί...

Μία Σημείωση...

Η επίγνωση είναι αυτό που έχουμε όλοι μας: αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουμε, ότι είμαστε εδώ, ότι ζούμε...

Αλλά αυτή η επίγνωση σε μας λειτουργεί περιορισμένα, μέσα από ένα κέντρο-εγώ, τον διανοητικό σχολιασμό, την επιλεκτική αντίληψη, κλπ...

Η διαφώτισή μας, η απελευθέρωσή μας από αυτούς τους μηχανισμούς, μεταθέτει την επίγνωσή μας σε ένα κέντρο διαφορετικό από το εγώ (σε μία ανώτερη αντίληψη της ατομικότητας...)... που όμως επειδή είναι ελεύθερο συνδέεται με την Ευρύτερη Παγκόσμια Επίγνωση...

Αυτή η ανώτερη επίγνωση επειδή αποτελεί ακριβώς ένα κέντρο επίγνωσης (ατομικότητα) του Παγκόσμιου, συμμετέχει στην Αντικειμενική Πραγματικότητα (που Αποκαλύπτεται εδώ), στο μέτρο που μπορεί κατ’ αρχήν... Όσο διευρύνεται η επίγνωση, καταργώντας και τους εσωτερικούς περιοριστικούς μηχανισμούς της νέας ατομικότητάς μας, τόσο πλαταίνει η επίγνωση του Παγκόσμιου, μέχρι την πλήρη μεταμόρφωσή μας, μέχρι την πλήρη θέωση....

Στην παρούσα φάση η επίγνωση συνδέεται με τον εγκέφαλο που είναι φαινόμενο της ζωής, που αναδύθηκε με την οργάνωση, από την ανόργανη ύλη... που στο βάθος δεν είναι η συμπαγής ύλη που βλέπουμε με τα μάτια, αλλά ενέργεια... που κάπου αλλού έχει την πηγή της....

Όταν η επίγνωση απελευθερώνεται από τους προσωπικούς μηχανισμούς (που έχουν πλήρη αντιστοιχία σε λειτουργίες του εγκεφάλου, συμμετέχει σε κάτι Άλλο, έξω από τον εγκέφαλο: Είναι και εδώ (συνδεδεμένη με τον εγκέφαλο) και όχι εδώ, σαν κέντρο επίγνωσης του Παγκόσμιου, του Αντικειμενικού... (Γι’ αυτό λέω ότι η «τοπολογία του Θεού» είναι ψευδοπρόβλημα... αφού ο Θεός αποκαλύπτεται και στην δική μας επίγνωση, που συνδέεται με τον εγκέφαλο, και την Υπερβαίνει...)...

Μία τέτοια επίγνωση μπορεί να επιβιώσει του αποχωρισμού από το σώμα (θάνατος)...

Κι όλες οι επιγνώσεις επιβιώνουν στα πλαίσια της Υποκρυπτόμενης Πραγματικότητας, συμμετέχοντας σε διάφορους βαθμούς επίγνωσης, από την πλήρη επίγνωση, μέχρι την μη-επίγνωση... κι αυτή είναι η πραγματική έννοια των μεταφυσικών κόσμων, του παράδεισου, της κόλασης, κλπ... είναι βαθμοί επίγνωσης... του Θεού...

Τέλος, «πως» και «γιατί» η Επίγνωση, που είναι δραστηριότητα, ενέργεια, (ένα Υπερβατικό Νοείν, σε αντιστοιχία με το δικό μας περιορισμένο νοείν) «μεταμορφώνεται» σε δημιουργία, φύση και αναδύεται ξανά από την φύση πάλι προς τον Εαυτό της... αυτά είναι πολύ μακριά από την παρούσα συζήτηση... Και ο Πλάτωνας και ο Πλωτίνος και ο Χέγκελ κι άλλοι φιλόσοφοι προσπάθησαν να μιλήσουν γι’ αυτά... Σε μας τους άλλους μένει να επαληθεύσουμε αυτές τις «θεωρίες» ή να τις απορρίψουμε... πάντως δεν μπορούμε να τις αγνοήσουμε...

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
Monday, 12 January, 2026

The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute

 

The Threshold of Mystery

 

In the depths of human consciousness, beyond the chattering marketplace of thoughts and the restless theater of desires, there exists a gateway—invisible yet undeniable—that opens onto dimensions of reality that language can barely whisper about. This is the realm where mystics throughout the ages have ventured, returning with tales not of distant lands but of an encounter so profound, so overwhelming in its intimacy, that the very foundations of selfhood tremble and dissolve like morning mist before the rising sun.

 

The journey toward the Absolute begins not with a map but with a yearning—an ache in the soul that no earthly satisfaction can quench. It is as though the human spirit remembers, however faintly, a home it has never consciously known, a unity from which it has been severed by the very act of individual existence. This longing is not weakness but the highest aspiration of consciousness: the impulse to transcend its own limitations and merge with that which is limitless, eternal, and utterly beyond comprehension.

 

What the mystics seek is not an idea or a concept, not a philosophical proposition that can be debated in the halls of reason. They seek contact—direct, immediate, transformative contact—with the ground of all being, the source from which all existence flows like rivers from an inexhaustible spring. Some have named this ultimate reality God, investing it with personality and will. Others have called it Brahman, the unchanging substrate beneath the dancing illusions of the phenomenal world. Still others speak of the Tao, the nameless way that cannot be spoken, or Nirvana, the extinguishing of the fires of craving and delusion. Yet all these names are but fingers pointing at the moon, shadows cast by a light too brilliant for the eyes of ordinary perception.

 

The Nature of the Ineffable

 

To speak of the Absolute is to engage in a paradox, for it is precisely that which cannot be spoken. It is the silence before the first word, the darkness before the first light, the emptiness that is somehow fuller than all fullness. The Absolute transcends all categories by which the human mind organizes reality: it is neither being nor non-being, neither one nor many, neither here nor there. It is beyond time, yet all moments exist within it. It is beyond space, yet all places are its dwelling. It is beyond change, yet all transformation unfolds within its unchanging presence.

 

The mystics describe the Absolute as infinite—not in the mathematical sense of endless extension, but in the sense of absolute completeness, lacking nothing, bounded by nothing, limited by nothing. It is eternal, not as a duration that stretches forward and backward without end, but as a timeless now in which past and future collapse into a single, ever-present moment. It is unchanging, not as something frozen or static, but as a stillness so profound that all movement appears as mere ripples on its surface, never disturbing its essential tranquility.

 

And yet, for all this transcendence, the Absolute is not distant or separate from the world of ordinary experience. Indeed, the mystics proclaim a truth that shatters the comfortable boundaries between sacred and profane: the Absolute is not elsewhere but here, not then but now, not in some remote heaven but in the very ground of this present moment. It is closer to us than our own breath, more intimate than our own thoughts, nearer than the beating of our own hearts. The tragedy of human existence, in the mystical view, is not that we are separated from the Absolute, but that we fail to recognize its presence, veiled as it is by the thick curtains of habitual perception and the endless noise of mental activity.

 

The Testimony of Vision

 

Throughout the centuries, across the vast tapestry of human cultures and religions, certain individuals have pierced through these veils and gazed upon the face of the Absolute. Their testimonies, though expressed in the symbolic languages of their respective traditions, bear a remarkable similarity—as though they had all visited the same country and returned to describe it in different dialects.

 

There was Teresa, the Spanish woman who walked the dusty roads of sixteenth-century Castile, who found herself seized by a love so intense that her very being seemed to melt like wax before a flame. In her descriptions of union with the Divine Beloved, she spoke of dissolution—not the annihilation of death, but a dissolution into something vaster and more real than her individual self had ever been. Her experiences were marked by what she called the "interior castle," a landscape of the soul with many chambers, each drawing the pilgrim deeper into the mystery, until at the center, in the innermost chamber, the soul and God become indistinguishable, merged in a union beyond all description.

 

Across the vast distances of geography and time, in the heat and color of medieval India, there lived Shankara, whose penetrating intellect discerned beneath the multiplicity of forms a single, undivided reality. For him, the realization was stark and absolute: the individual self, the atman, is none other than Brahman, the supreme reality. All apparent separation is illusion, maya, like the rope mistaken for a snake in the dim light of ignorance. When knowledge dawns, the snake vanishes, not because it has gone anywhere, but because it was never truly there. So too, when the mystic awakens, the boundaries that seemed to separate self from Self, soul from God, creature from Creator, are revealed as phantoms, and what remains is the simple, stunning recognition: "I am That."

 

In the deserts and gardens of Persia, Rumi—poet, lover, dancer—whirled himself into ecstasy, drunk not on wine but on the intoxication of divine presence. His verses overflow with the language of love, for he understood that the path to the Absolute is not through philosophical analysis but through the opening of the heart. In his vision, the lover and the Beloved are engaged in an eternal dance, and the ultimate secret is that they were never two but always one, playing at separation for the sheer joy of reunion. "I have lived on the lip of insanity," he wrote, "wanting to know reasons, knocking on a door. It opens. I've been knocking from the inside!"

 

In the austere beauty of Japanese Zen, Dogen taught that enlightenment is not something to be attained but something to be realized as already present. To sit in meditation is not to journey toward some distant goal but to embody the Buddha-nature that is one's true essence. In a paradox that delights in confounding the rational mind, he proclaimed: "To study the Way is to study the self. To study the self is to forget the self. To forget the self is to be enlightened by all things." In this forgetting, there is a supreme remembering; in this death of the ego, there is the birth of true life.

 

And in the cold cloisters of medieval Germany, Meister Eckhart preached a doctrine so radical that it brought him into conflict with ecclesiastical authorities. He spoke of a "God beyond God," a Godhead that transcends even the personal God of conventional religion. He taught that the soul must become empty, stripped of all attachments, desires, and even of its attachment to spiritual experiences themselves, so that God might be born anew in the soul's depths. "The eye with which I see God," he declared, "is the same eye with which God sees me."

 

The Qualities of Mystical Encounter

 

When the veil parts and the soul stands—however briefly—in the presence of the Absolute, the experience bears certain unmistakable characteristics that distinguish it from ordinary states of consciousness. These features have been documented across traditions with such consistency that they point to a genuine phenomenology of mystical experience.

 

First, there is what has been called the noetic quality—an overwhelming sense that one has been granted knowledge, that profound truths have been revealed not through argument or evidence but through direct perception. The mystic returns from the encounter with a certainty that cannot be shaken by doubt or debate, for it is not based on belief but on vision. It is as though one had been blind and suddenly gained sight, or as though the world had been seen through a clouded glass that has now become transparent.

 

Yet, paradoxically, this knowledge cannot be fully communicated to others. The second characteristic is ineffability—the experience resists translation into words and concepts. Language, which evolved to describe the world of ordinary experience, breaks down when confronted with realities that transcend subject and object, time and space, self and other. The mystic struggles to convey what has been seen, resorting to poetry, paradox, and symbolism, knowing all the while that these are but crude approximations, gestures toward a reality that cannot be captured in speech.

 

Related to this is the quality of paradoxicality—the experience seems to involve contradictions that violate the laws of logic. The mystic may speak of emptiness that is fullness, of darkness that is light, of silence that is sound, of death that is life. These are not errors in thinking but attempts to describe a reality that transcends the either-or categories of rational thought. The Absolute includes and transcends all opposites; it is beyond the reach of the discriminating intellect.

 

The mystical experience is also characterized by transiency—it does not last. However profound and transformative, the encounter fades. The mystic returns to ordinary consciousness, though forever changed by what has been glimpsed. It is as though one had been granted a brief visit to a homeland from which one has been long exiled, only to be sent back to the foreign land of everyday existence. Yet the memory remains, a burning coal in the heart, a compass that continues to orient the soul toward its true north.

 

Finally, there is the quality of passivity—the experience is not something one can manufacture or control. It comes as grace, as gift, unbidden and unexpected. The mystic can prepare the ground through spiritual practices, can remove obstacles and cultivate receptivity, but the final breakthrough is not a human achievement. It is as though one had been waiting at the door, and suddenly the door opens from the other side. The soul is seized, lifted, transported into dimensions it could not have reached by its own efforts.

 

The Practices of Preparation

 

Though the mystical encounter ultimately transcends all methods and techniques, the wisdom traditions have long recognized that certain practices prepare the soil of consciousness for the seed of divine experience. These are not mechanical procedures that guarantee results, but disciplines that purify awareness and deepen receptivity.

 

Meditation stands as one of the primary pathways. In the stillness of meditation, the practitioner learns to observe the ceaseless activity of the mind—the thoughts that arise and pass like clouds across the sky of awareness. Gradually, through patient practice, one discovers that one is not identical with these thoughts, that there is a witnessing presence that remains untouched by the content it observes. As the mind settles, like sediment in a jar of water that has ceased to be shaken, a clarity emerges. In this clarity, there may arise glimpses of a deeper reality, intimations of the Absolute that underlies and transcends the play of mental phenomena.

 

Prayer, in its deepest sense, is not mere petition or conversation with a God imagined as separate from oneself. It is an opening of the heart, a making of oneself vulnerable and receptive to the divine presence. In prayer, the soul pours itself out in devotion, gratitude, and longing. It is a relationship, a dialogue that gradually reveals itself to be a monologue, for the one who prays and the One who is prayed to are discovered to be, in the final analysis, not two but one. Prayer dissolves the boundaries of the separate self, creating a space in which grace can enter.

 

Contemplation goes beyond meditation and prayer into a region of pure silence. Here, all effort ceases, all striving stops. The contemplative simply rests in the presence of the Divine, without thought, without image, without desire even for spiritual experience. This is the practice of radical letting-go, of surrendering even the self that seeks. In this nakedness, this poverty of spirit, the soul becomes like a clear window through which the light of the Absolute can shine unobstructed.

 

Ethics, too, plays a crucial role, though it may seem far removed from mystical experience. The cultivation of virtue—compassion, truthfulness, non-violence, generosity—purifies the heart and aligns the soul with the fundamental harmony of existence. Selfishness, cruelty, and deception create turbulence in consciousness, making it impossible for the still, small voice of the Absolute to be heard. By living in accordance with moral principles, the mystic removes the obstacles that block the flow of divine grace. Ethics is not merely a matter of external behavior but of inner transformation, the reshaping of consciousness in the image of the Divine.

 

Yet the mystics warn against a subtle danger: the temptation to seek mystical experiences for their own sake, to treat them as spiritual achievements or as means to power and prestige. Such seeking is itself a form of grasping, an assertion of the ego that must be transcended. The true goal is not the experience but the transformation it brings, not the momentary vision but the permanent reorientation of one's life toward the Divine.

 

The Transformation of Being

 

When authentic mystical experience occurs, it does not leave the individual unchanged. Like a lightning strike that transforms sand into glass, the encounter with the Absolute restructures consciousness at its deepest levels. The effects ripple outward, touching every dimension of the person's life, worldview, and relationships.

 

There emerges a sense of awe and wonder that never entirely fades. The mystic walks through the world with new eyes, perceiving the extraordinary hiding within the ordinary, the infinite dwelling within the finite. A flower becomes a miracle, a breath becomes a prayer, a moment becomes eternity. Where others see only the surface of things, the mystic perceives depth upon depth, each layer revealing yet another dimension of the sacred mystery that permeates all existence.

 

Gratitude and joy arise spontaneously, not as emotional states that come and go, but as fundamental tonalities of being. To have glimpsed the Absolute is to know oneself as utterly gifted, graced beyond all deserving. Existence itself becomes a cause for celebration, for the mystic has discovered that beneath all suffering and struggle, there is a joy that has no opposite, a peace that transcends all understanding. This is not the happiness that depends on circumstances but the bliss that is one's true nature.

 

Paradoxically, this encounter with the supreme reality brings profound humility. The mystic who has touched the Infinite knows the smallness and fragility of the separate self. Yet this humility is not self-deprecation but a realistic assessment of the human condition, combined with compassion for all beings who struggle in the same predicament. Having experienced the dissolution of ego boundaries, the mystic develops a natural empathy, recognizing in every other being the same essential nature, the same spark of the Divine, the same potential for awakening.

 

There comes also a detachment from worldly concerns—not the cold indifference of someone who does not care, but the freedom of someone who is no longer enslaved by desires and fears. Having tasted the nectar of the Absolute, the mystic finds that worldly satisfactions have lost their grip. Wealth, fame, pleasure, success—these no longer compel as they once did. This is not renunciation born of duty or discipline, but a natural falling away, like a snake shedding its skin. The mystic remains engaged with the world, fulfilling necessary duties and responsibilities, but without the desperate grasping and clinging that characterizes ordinary existence.

 

Finally, there emerges a sense of purpose and direction. The mystic returns from the encounter with a mission: to serve, to love, to alleviate suffering, to help others find the path. This is not felt as an obligation imposed from outside but as the natural expression of what has been realized. When one has experienced unity with all beings, service to others becomes service to oneself; when one has known the Divine as the ground of all existence, working for the welfare of creation becomes working for the glory of God.

 

The Invitation to the Infinite

 

The mystical theory of the Absolute stands as a perennial challenge to the assumptions of materialist culture, which sees reality as exhausted by physical processes and human experience as reducible to brain states. It invites us to consider that consciousness is not a mere epiphenomenon of matter but a fundamental feature of reality, perhaps reality's deepest dimension. It suggests that the feeling of separation that characterizes ordinary awareness is not the final truth but a kind of trance from which we might awaken.

 

This is not merely an interesting philosophical speculation but a living invitation—an invitation to undertake the journey ourselves, to test the claims of the mystics in the laboratory of our own consciousness. The path is arduous, requiring commitment, discipline, and the willingness to question our most cherished assumptions about who we are. It demands that we loosen our grip on the familiar and venture into the unknown. It asks us to surrender the illusion of control and open ourselves to possibilities that exceed our current comprehension.

 

Yet the mystics assure us that the effort is worthwhile beyond all measure. For what is at stake is nothing less than the discovery of our true nature, the realization of our deepest identity. We are not, they tell us, merely the small, separate selves we take ourselves to be, buffeted by circumstances, trapped in time, doomed to inevitable dissolution. We are, in our essence, one with the Absolute—that boundless reality that has no beginning and no end, that underlies all appearance, that is the source and substance of all that exists.

 

This truth cannot be grasped by the intellect alone, cannot be learned from books or accepted on authority. It must be realized, lived, embodied. And when it is, the mystics promise, everything changes while nothing changes. The world remains the same, yet it is transfigured. The self remains, yet it is no longer the center of the universe. Life continues with its joys and sorrows, its challenges and triumphs, yet beneath it all there is a stillness, a silence, a peace that cannot be disturbed.

 

In the end, the mystical path is not an escape from reality but a plunge into its depths, not a denial of existence but an affirmation of its ultimate meaning. It is a journey from the surface to the depths, from multiplicity to unity, from ignorance to knowledge, from bondage to freedom. It is the soul's return to its source, the drop's recognition that it is the ocean, the wave's discovery that it is the water.

 

And in that discovery, there is rest.

 

Ο Φωτεινός Δρόμος: Ένα Ταξίδι Προς το Απόλυτο

 

Το Κατώφλι του Μυστηρίου

 

Στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, πέρα από την πολυάσχολη αγορά των σκέψεων και το ανήσυχο θέατρο των επιθυμιών, υπάρχει μια πύλη — αόρατη αλλά αναμφισβήτητη — που ανοίγει σε διαστάσεις της πραγματικότητας για τις οποίες η γλώσσα μόλις και μπορεί να ψιθυρίσει. Αυτή είναι η σφαίρα όπου οι μύστες όλων των εποχών έχουν τολμήσει να εισέλθουν, επιστρέφοντας με διηγήσεις όχι για μακρινές χώρες, αλλά για μια συνάντηση τόσο βαθιά, τόσο συντριπτική στην οικειότητά της, που τα ίδια τα θεμέλια της ατομικότητας τρέμουν και διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

 

Το ταξίδι προς το Απόλυτο δεν αρχίζει με έναν χάρτη, αλλά με μια λαχτάρα — έναν πόνο στην ψυχή που καμία γήινη ικανοποίηση δεν μπορεί να σβήσει. Είναι σαν η ανθρώπινη ψυχή να θυμάται, όσο αμυδρά κι αν είναι, ένα σπίτι που δεν έχει γνωρίσει συνειδητά ποτέ, μια ενότητα από την οποία έχει αποχωριστεί με την ίδια την πράξη της ατομικής ύπαρξης. Αυτή η λαχτάρα δεν είναι αδυναμία, αλλά η υψηλότερη φιλοδοξία της συνείδησης: η παρόρμηση να υπερβεί τα δικά της όρια και να συγχωνευθεί με αυτό που είναι απεριόριστο, αιώνιο και εντελώς πέρα από κάθε κατανόηση.

 

Αυτό που αναζητούν οι μύστες δεν είναι μια ιδέα ή μια έννοια, ούτε μια φιλοσοφική πρόταση που μπορεί να συζητηθεί στους διαδρόμους της λογικής. Αναζητούν επαφή — κατευθείαν, άμεση, μεταμορφωτική επαφή — με το έδαφος όλης της ύπαρξης, την πηγή από την οποία ρέει όλη η ύπαρξη σαν ποτάμι από μια ανεξάντλητη πηγή. Κάποιοι έχουν ονομάσει αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα Θεό, επενδύοντάς την με προσωπικότητα και θέληση. Άλλοι την έχουν αποκαλέσει Μπράχμαν, το αμετάβλητο υπόστρωμα κάτω από τις χορευτικές ψευδαισθήσεις του φαινομενικού κόσμου. Άλλοι πάλι μιλούν για το Τάο, τον ανώνυμο δρόμο που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή για τη Νιρβάνα, το σβήσιμο των πυρκαγιών της πόθησης και της πλάνης. Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα είναι απλώς δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, σκιές που ρίχνονται από ένα φως πολύ λαμπρό για τα μάτια της συνηθισμένης αντίληψης.

 

Η Φύση του Ανεκλάλητου

 

Το να μιλάμε για το Απόλυτο είναι να εμπλεκόμαστε σε ένα παράδοξο, διότι είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η σιωπή πριν από την πρώτη λέξη, το σκοτάδι πριν από το πρώτο φως, το κενό που είναι κατά κάποιο τρόπο πιο γεμάτο από κάθε πληρότητα. Το Απόλυτο υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες με τις οποίες το ανθρώπινο μυαλό οργανώνει την πραγματικότητα: δεν είναι ούτε ύπαρξη ούτε μη-ύπαρξη, ούτε ένα ούτε πολλά, ούτε εδώ ούτε εκεί. Είναι πέρα από τον χρόνο, αλλά όλες οι στιγμές υπάρχουν μέσα του. Είναι πέρα από τον χώρο, αλλά όλοι οι τόποι είναι η κατοικία του. Είναι πέρα από την αλλαγή, αλλά κάθε μεταμόρφωση ξεδιπλώνεται μέσα στην αμετάβλητη παρουσία του.

 

Οι μύστες περιγράφουν το Απόλυτο ως άπειρο — όχι με την μαθηματική έννοια της ατέρμονης επέκτασης, αλλά με την έννοια της απόλυτης πληρότητας, που δεν στερείται τίποτα, δεν οριοθετείται από τίποτα, δεν περιορίζεται από τίποτα. Είναι αιώνιο, όχι ως διάρκεια που εκτείνεται μπροστά και πίσω χωρίς τέλος, αλλά ως ένα άχρονο τώρα στο οποίο το παρελθόν και το μέλλον καταρρέουν σε μια μοναδική, αιώνια παρούσα στιγμή. Είναι αμετάβλητο, όχι ως κάτι παγωμένο ή στατικό, αλλά ως μια ηρεμία τόσο βαθιά που κάθε κίνηση φαίνεται σαν απλά κυματάκια στην επιφάνειά του, χωρίς ποτέ να διαταράσσει την ουσιαστική γαλήνη του.

 

Και όμως, παρά όλη αυτή την υπέρβαση, το Απόλυτο δεν είναι μακρινό ή ξεχωριστό από τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας. Πράγματι, οι μύστες διακηρύσσουν μια αλήθεια που θρυμματίζει τα άνετα όρια μεταξύ ιερού και βέβηλου: το Απόλυτο δεν είναι αλλού αλλά εδώ, όχι τότε αλλά τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο αλλά στο ίδιο το έδαφος αυτής της παρούσας στιγμής. Είναι πιο κοντά μας από την ίδια μας την αναπνοή, πιο οικείο από τις ίδιες μας τις σκέψεις, πιο κοντά από τον χτύπο της ίδιας μας της καρδιάς. Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά την μυστική άποψη, δεν είναι ότι είμαστε χωρισμένοι από το Απόλυτο, αλλά ότι αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε την παρουσία του, καλυμμένη όπως είναι από τα παχιά παραπετάσματα της συνήθους αντίληψης και τον ατέλειωτο θόρυβο της νοητικής δραστηριότητας.

 

Η Μαρτυρία της Όρασης

 

Στους αιώνες, μέσα από τον τεράστιο ιστό των ανθρώπινων πολιτισμών και θρησκειών, ορισμένα άτομα έχουν διαπεράσει αυτά τα πέπλα και έχουν αντικρίσει το πρόσωπο του Απόλυτου. Οι μαρτυρίες τους, αν και εκφρασμένες στις συμβολικές γλώσσες των αντίστοιχων παραδόσεών τους, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα — σαν να είχαν όλοι επισκεφθεί την ίδια χώρα και να επέστρεψαν για να την περιγράψουν σε διαφορετικές διαλέκτους.

 

Υπήρχε η Τερέζα, η Ισπανίδα γυναίκα που περπατούσε τους σκονισμένους δρόμους της Καστίλης του δέκατου έκτου αιώνα, η οποία βρέθηκε κατακλυσμένη από μια αγάπη τόσο έντονη που η ίδια η ύπαρξή της έμοιαζε να λιώνει σαν κερί μπροστά σε φλόγα. Στις περιγραφές της για την ένωση με τον Θείο Αγαπημένο, μιλούσε για διάλυση — όχι για την ανυπαρξία του θανάτου, αλλά για μια διάλυση σε κάτι πιο πλατύ και πιο πραγματικό από ό,τι ήταν ποτέ ο ατομικός της εαυτός. Οι εμπειρίες της χαρακτηρίζονταν από αυτό που αποκαλούσε «εσωτερικό κάστρο», ένα τοπίο της ψυχής με πολλά δωμάτια, όπου κάθε ένα έλκει τον προσκυνητή βαθύτερα στο μυστήριο, μέχρι το κέντρο, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο, όπου η ψυχή και ο Θεός γίνονται αδιαίρετοι, συγχωνευμένοι σε μια ένωση πέρα από κάθε περιγραφή.

 

Πέρα από τις τεράστιες αποστάσεις γεωγραφίας και χρόνου, στη ζέστη και το χρώμα της μεσαιωνικής Ινδίας, ζούσε ο Σανκάρα, του οποίου ο διαπεραστικός νους διέκρινε κάτω από την πολλαπλότητα των μορφών μια μοναδική, αδιαίρετη πραγματικότητα. Γι' αυτόν, η συνειδητοποίηση ήταν απόλυτη και κατηγορηματική: ο ατομικός εαυτός, το άτμαν, δεν είναι τίποτε άλλο από το Μπράχμαν, την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάθε φαινομενικός χωρισμός είναι ψευδαίσθηση, μάγια, σαν το σχοινί που περνιέται για φίδι στο αμυδρό φως της άγνοιας. Όταν η γνώση ανατέλλει, το φίδι εξαφανίζεται, όχι επειδή πήγε κάπου, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Έτσι και όταν ο μύστης ξυπνά, τα όρια που φαίνονταν να χωρίζουν τον εαυτό από τον Εαυτό, την ψυχή από τον Θεό, το πλάσμα από τον Δημιουργό, αποκαλύπτονται ως φαντάσματα, και αυτό που απομένει είναι η απλή, συγκλονιστική αναγνώριση: «Εγώ Είμαι Εκείνο».

 

Στις ερήμους και τους κήπους της Περσίας, ο Ρούμι — ποιητής, εραστής, χορευτής — στροβιλιζόταν σε έκσταση, μεθυσμένος όχι από κρασί αλλά από τη μέθη της θείας παρουσίας. Οι στίχοι του ξεχειλίζουν από τη γλώσσα της αγάπης, διότι κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το Απόλυτο δεν είναι μέσω φιλοσοφικής ανάλυσης αλλά μέσω του ανοίγματος της καρδιάς. Στην όρασή του, ο εραστής και ο Αγαπημένος εμπλέκονται σε έναν αιώνιο χορό, και το υπέρτατο μυστικό είναι ότι δεν ήταν ποτέ δύο αλλά πάντα ένας, παίζοντας τον χωρισμό για την καθαρή χαρά της επανένωσης. «Έχω ζήσει στο χείλος της τρέλας», έγραψε, «θέλοντας να γνωρίσω λόγους, χτυπώντας μια πόρτα. Ανοίγει. Χτυπούσα από μέσα!»

 

Στην αυστηρή ομορφιά του ιαπωνικού Ζεν, ο Ντόγκεν δίδασκε ότι ο διαφωτισμός δεν είναι κάτι που αποκτάται αλλά κάτι που συνειδητοποιείται ως ήδη παρών. Το να κάθεται κανείς σε διαλογισμό δεν είναι να ταξιδεύει προς κάποιο μακρινό στόχο αλλά να ενσαρκώνει τη φύση του Βούδα που είναι η αληθινή ουσία του. Σε ένα παράδοξο που ευχαριστιέται να μπερδεύει το λογικό μυαλό, διακήρυξε: «Το να μελετάς τον Δρόμο είναι να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό είναι να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό είναι να διαφωτίζεσαι από όλα τα πράγματα». Σε αυτή την λήθη, υπάρχει μια υπέρτατη ανάμνηση· σε αυτόν τον θάνατο του εγώ, υπάρχει η γέννηση της αληθινής ζωής.

 

Και στα κρύα μοναστήρια της μεσαιωνικής Γερμανίας, ο Μάιστερ Έκχαρτ κήρυττε μια διδασκαλία τόσο ριζοσπαστική που τον έφερε σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μιλούσε για έναν «Θεό πέρα από τον Θεό», μια Θεότητα που υπερβαίνει ακόμα και τον προσωπικό Θεό της συμβατικής θρησκείας. Δίδασκε ότι η ψυχή πρέπει να γίνει κενή, γυμνωμένη από όλες τις προσκολλήσεις, τις επιθυμίες, και ακόμα από την προσκόλλησή της στις ίδιες τις πνευματικές εμπειρίες, ώστε ο Θεός να μπορέσει να γεννηθεί ξανά στα βάθη της ψυχής. «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό», διακήρυξε, «είναι το ίδιο μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει».

 

Οι Ιδιότητες της Μυστικής Συνάντησης

 

Όταν το πέπλο σχίζεται και η ψυχή στέκεται — όσο σύντομα κι αν είναι — στην παρουσία του Απόλυτου, η εμπειρία φέρει ορισμένα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης. Αυτά τα γνωρίσματα έχουν καταγραφεί σε όλες τις παραδόσεις με τέτοια συνέπεια που υποδεικνύουν μια γνήσια φαινομενολογία της μυστικής εμπειρίας.

 

Πρώτον, υπάρχει αυτό που έχει αποκαλεστεί η νοητική ιδιότητα — μια συντριπτική αίσθηση ότι έχει δοθεί γνώση, ότι βαθιές αλήθειες έχουν αποκαλυφθεί όχι μέσω επιχειρημάτων ή αποδείξεων αλλά μέσω άμεσης αντίληψης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να κλονιστεί από αμφιβολία ή συζήτηση, διότι δεν βασίζεται σε πίστη αλλά σε όραση. Είναι σαν να ήταν τυφλός και ξαφνικά να απέκτησε όραση, ή σαν ο κόσμος να είχε θεαθεί μέσα από ένα θολό τζάμι που τώρα έχει γίνει διαφανές.

 

Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η γνώση δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως στους άλλους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανεκλαλητότητα — η εμπειρία αντιστέκεται στη μετάφραση σε λέξεις και έννοιες. Η γλώσσα, που εξελίχθηκε για να περιγράφει τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας, καταρρέει όταν αντιμετωπίζει πραγματικότητες που υπερβαίνουν υποκείμενο και αντικείμενο, χρόνο και χώρο, εαυτό και άλλο. Ο μύστης παλεύει να μεταδώσει αυτό που έχει δει, καταφεύγοντας σε ποίηση, παράδοξο και συμβολισμό, γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά είναι μόνο χονδροειδείς προσεγγίσεις, χειρονομίες προς μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με λόγια.

 

Σχετικό με αυτό είναι η ιδιότητα της παραδοξότητας — η εμπειρία φαίνεται να περιλαμβάνει αντιφάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής. Ο μύστης μπορεί να μιλά για κενό που είναι πληρότητα, για σκοτάδι που είναι φως, για σιωπή που είναι ήχος, για θάνατο που είναι ζωή. Αυτά δεν είναι λάθη σκέψης αλλά προσπάθειες να περιγραφεί μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις κατηγορίες είτε-είτε της λογικής σκέψης. Το Απόλυτο περιλαμβάνει και υπερβαίνει όλα τα αντίθετα· είναι πέρα από την εμβέλεια του διακριτικού νου.

 

Η μυστική εμπειρία χαρακτηρίζεται επίσης από παροδικότητα — δεν διαρκεί. Όσο βαθιά και μεταμορφωτική κι αν είναι, η συνάντηση ξεθωριάζει. Ο μύστης επιστρέφει στην συνηθισμένη συνείδηση, αν και για πάντα αλλαγμένος από αυτό που έχει αντικρίσει. Είναι σαν να είχε δοθεί μια σύντομη επίσκεψη σε μια πατρίδα από την οποία είχε εξοριστεί εδώ και καιρό, μόνο για να σταλεί πίσω στη ξένη γη της καθημερινής ύπαρξης. Ωστόσο, η ανάμνηση παραμένει, ένα φλεγόμενο κάρβουνο στην καρδιά, μια πυξίδα που συνεχίζει να προσανατολίζει την ψυχή προς τον αληθινό της βορρά.

 

Τέλος, υπάρχει η ιδιότητα της παθητικότητας — η εμπειρία δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ή να ελέγξει. Έρχεται ως χάρη, ως δώρο, απρόσκλητη και απροσδόκητη. Ο μύστης μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος μέσω πνευματικών πρακτικών, να αφαιρέσει εμπόδια και να καλλιεργήσει δεκτικότητα, αλλά η τελική επίτευξη δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι σαν να περίμενε κανείς στην πόρτα, και ξαφνικά η πόρτα να ανοίγει από την άλλη πλευρά. Η ψυχή αρπάζεται, υψώνεται, μεταφέρεται σε διαστάσεις που δεν μπορούσε να φτάσει με τις δικές της προσπάθειες.

 

Οι Πρακτικές της Προετοιμασίας

 

Αν και η μυστική συνάντηση τελικά υπερβαίνει όλες τις μεθόδους και τεχνικές, οι παραδόσεις σοφίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ότι ορισμένες πρακτικές προετοιμάζουν το έδαφος της συνείδησης για τον σπόρο της θείας εμπειρίας. Αυτές δεν είναι μηχανικές διαδικασίες που εγγυώνται αποτελέσματα, αλλά πειθαρχίες που καθαρίζουν την επίγνωση και βαθαίνουν την δεκτικότητα.

 

Ο διαλογισμός στέκεται ως μία από τις κύριες οδούς. Στην ηρεμία του διαλογισμού, ο ασκούμενος μαθαίνει να παρατηρεί την ασταμάτητη δραστηριότητα του νου — τις σκέψεις που αναδύονται και παρέρχονται σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσης. Σταδιακά, μέσω υπομονετικής πρακτικής, ανακαλύπτει κανείς ότι δεν ταυτίζεται με αυτές τις σκέψεις, ότι υπάρχει μια μαρτυρούσα παρουσία που παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο που παρατηρεί. Καθώς ο νους ηρεμεί, σαν ιζήματα σε ένα βάζο με νερό που έχει σταματήσει να ταρακουνιέται, αναδύεται μια διαύγεια. Σε αυτή τη διαύγεια, μπορεί να προκύψουν ματιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας, υπονοούμενα του Απόλυτου που υποβαστάζει και υπερβαίνει το παιχνίδι των νοητικών φαινομένων.

 

Η προσευχή, στην βαθύτερη έννοιά της, δεν είναι απλή ικεσία ή συνομιλία με έναν Θεό φανταζόμενο ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Είναι ένα άνοιγμα της καρδιάς, μια έκθεση του εαυτού ευάλωτου και δεκτικού στην θεία παρουσία. Στην προσευχή, η ψυχή χύνεται σε αφοσίωση, ευγνωμοσύνη και λαχτάρα. Είναι μια σχέση, ένας διάλογος που σταδιακά αποκαλύπτεται ως μονόλογος, διότι αυτός που προσεύχεται και Εκείνος στον Οποίο απευθύνεται η προσευχή ανακαλύπτονται, στην τελική ανάλυση, να μην είναι δύο αλλά ένας. Η προσευχή διαλύει τα όρια του ξεχωριστού εαυτού, δημιουργώντας χώρο όπου η χάρη μπορεί να εισέλθει.

 

Η θεώρηση υπερβαίνει τον διαλογισμό και την προσευχή σε μια περιοχή καθαρής σιωπής. Εδώ, κάθε προσπάθεια παύει, κάθε αγώνας σταματά. Ο θεωρητικός απλώς αναπαύεται στην παρουσία του Θείου, χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς επιθυμία ακόμα και για πνευματική εμπειρία. Αυτή είναι η πρακτική της ριζικής απελευθέρωσης, της παράδοσης ακόμα και του εαυτού που αναζητά. Σε αυτή την γύμνια, αυτή την πτωχεία πνεύματος, η ψυχή γίνεται σαν ένα καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Απόλυτου μπορεί να λάμψει ανεμπόδιστα.

 

Η ηθική επίσης παίζει κρίσιμο ρόλο, αν και μπορεί να φαίνεται μακριά από την μυστική εμπειρία. Η καλλιέργεια της αρετής — συμπόνια, αληθοφάνεια, μη-βία, γενναιοδωρία — καθαρίζει την καρδιά και ευθυγραμμίζει την ψυχή με την θεμελιώδη αρμονία της ύπαρξης. Ο εγωισμός, η σκληρότητα και η απάτη δημιουργούν αναταραχή στη συνείδηση, καθιστώντας αδύνατο να ακουστεί η ήρεμη, μικρή φωνή του Απόλυτου. Ζώντας σύμφωνα με ηθικές αρχές, ο μύστης αφαιρεί τα εμπόδια που εμποδίζουν τη ροή της θείας χάριτος. Η ηθική δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά εσωτερικής μεταμόρφωσης, της διαμόρφωσης της συνείδησης κατ' εικόνα του Θείου.

 

Ωστόσο, οι μύστες προειδοποιούν για έναν λεπτό κίνδυνο: τον πειρασμό να αναζητά κανείς μυστικές εμπειρίες για χάρη τους, να τις αντιμετωπίζει ως πνευματικά επιτεύγματα ή ως μέσα για δύναμη και κύρος. Τέτοια αναζήτηση είναι από μόνη της μια μορφή αρπαγής, μια διεκδίκηση του εγώ που πρέπει να υπερβεί. Ο αληθινός στόχος δεν είναι η εμπειρία αλλά η μεταμόρφωση που φέρνει, όχι η στιγμιαία όραση αλλά ο μόνιμος επαναπροσανατολισμός της ζωής προς το Θείο.

 

Η Μεταμόρφωση της Ύπαρξης

 

Όταν συμβαίνει γνήσια μυστική εμπειρία, δεν αφήνει το άτομο αμετάβλητο. Σαν κεραυνός που μετατρέπει την άμμο σε γυαλί, η συνάντηση με το Απόλυτο αναδομεί τη συνείδηση στα βαθύτερα επίπεδά της. Τα αποτελέσματα κυματίζονται προς τα έξω, αγγίζοντας κάθε διάσταση της ζωής, της κοσμοθεωρίας και των σχέσεων του ατόμου.

 

Αναδύεται μια αίσθηση δέους και θαυμασμού που ποτέ δεν ξεθωριάζει εντελώς. Ο μύστης περπατά στον κόσμο με νέα μάτια, αντιλαμβανόμενος το εξαιρετικό που κρύβεται μέσα στο συνηθισμένο, το άπειρο που κατοικεί μέσα στο πεπερασμένο. Ένα λουλούδι γίνεται θαύμα, μια αναπνοή γίνεται προσευχή, μια στιγμή γίνεται αιωνιότητα. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, ο μύστης αντιλαμβάνεται βάθος επί βάθους, κάθε στρώμα αποκαλύπτει μια ακόμα διάσταση του ιερού μυστηρίου που διαπερνά όλη την ύπαρξη.

 

Ευγνωμοσύνη και χαρά αναδύονται αυθόρμητα, όχι ως συναισθηματικές καταστάσεις που έρχονται και παρέρχονται, αλλά ως θεμελιώδεις τόνοι της ύπαρξης. Το να έχει αντικρίσει κανείς το Απόλυτο είναι να γνωρίζει τον εαυτό ως απόλυτα προικισμένο, χαρισμένο πέρα από κάθε αξίωση. Η ίδια η ύπαρξη γίνεται αιτία εορτασμού, διότι ο μύστης έχει ανακαλύψει ότι κάτω από κάθε πάθος και αγώνα, υπάρχει μια χαρά χωρίς αντίθετο, μια ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Αυτή δεν είναι η ευτυχία που εξαρτάται από περιστάσεις αλλά η μακαριότητα που είναι η αληθινή φύση του.

 

Παραδόξως, αυτή η συνάντηση με την υπέρτατη πραγματικότητα φέρνει βαθιά ταπείνωση. Ο μύστης που έχει αγγίξει το Άπειρο γνωρίζει το μικρό και εύθραυστο του ξεχωριστού εαυτού. Ωστόσο αυτή η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης κατάστασης, συνδυασμένη με συμπόνια για όλα τα όντα που παλεύουν στην ίδια κατάσταση. Έχοντας βιώσει τη διάλυση των ορίων του εγώ, ο μύστης αναπτύσσει μια φυσική ενσυναίσθηση, αναγνωρίζοντας σε κάθε άλλο ον την ίδια ουσιαστική φύση, την ίδια σπίθα του Θείου, την ίδια δυνατότητα για αφύπνιση.

 

Έρχεται επίσης μια απόσπαση από κοσμικές ανησυχίες — όχι η κρύα αδιαφορία κάποιου που δεν νοιάζεται, αλλά η ελευθερία κάποιου που δεν είναι πλέον σκλαβωμένος από επιθυμίες και φόβους. Έχοντας γευτεί το νέκταρ του Απόλυτου, ο μύστης βρίσκει ότι οι κοσμικές ικανοποιήσεις έχουν χάσει την λαβή τους. Πλούτος, φήμη, ηδονή, επιτυχία — αυτά δεν τον εξαναγκάζουν πλέον όπως παλιά. Αυτή δεν είναι αποκήρυξη από καθήκον ή πειθαρχία, αλλά μια φυσική αποβολή, σαν φίδι που ρίχνει το δέρμα του. Ο μύστης παραμένει εμπλεγμένος με τον κόσμο, εκπληρώνοντας απαραίτητα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά χωρίς την απελπισμένη αρπαγή και προσκόλληση που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη ύπαρξη.

 

Τέλος, αναδύεται μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια αποστολή: να υπηρετεί, να αγαπά, να απαλύνει τον πόνο, να βοηθά τους άλλους να βρουν τον δρόμο. Αυτό δεν γίνεται αισθητό ως υποχρέωση επιβλημένη από έξω αλλά ως η φυσική έκφραση αυτού που έχει συνειδητοποιηθεί. Όταν κανείς έχει βιώσει ενότητα με όλα τα όντα, η υπηρεσία στους άλλους γίνεται υπηρεσία στον εαυτό· όταν έχει γνωρίσει το Θείο ως το έδαφος όλης της ύπαρξης, η εργασία για την ευημερία της δημιουργίας γίνεται εργασία για τη δόξα του Θεού.

 

Η Πρόσκληση στο Άπειρο

 

Η μυστική θεωρία του Απόλυτου στέκεται ως αιώνια πρόκληση στις υποθέσεις της υλιστικής κουλτούρας, η οποία βλέπει την πραγματικότητα ως εξαντλημένη από φυσικές διεργασίες και την ανθρώπινη εμπειρία ως αναγόμενη σε καταστάσεις εγκεφάλου. Μας προσκαλεί να σκεφτούμε ότι η συνείδηση δεν είναι απλό επακόλουθο της ύλης αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, ίσως η βαθύτερη διάστασή της. Υποδηλώνει ότι το αίσθημα χωρισμού που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη επίγνωση δεν είναι η τελική αλήθεια αλλά ένα είδος έκσταση από την οποία μπορεί να ξυπνήσουμε.

 

Αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική εικασία αλλά μια ζωντανή πρόσκληση — πρόσκληση να αναλάβουμε το ταξίδι οι ίδιοι, να δοκιμάσουμε τις διεκδικήσεις των μυστών στο εργαστήριο της δικής μας συνείδησης. Ο δρόμος είναι κοπιαστικός, απαιτώντας δέσμευση, πειθαρχία και προθυμία να αμφισβητήσουμε τις πιο αγαπημένες μας υποθέσεις για το ποιοι είμαστε. Απαιτεί να χαλαρώσουμε τη λαβή μας στο οικείο και να τολμήσουμε στο άγνωστο. Μας ζητά να παραδώσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να ανοιχτούμε σε δυνατότητες που υπερβαίνουν την τρέχουσα κατανόησή μας.

 

Ωστόσο, οι μύστες μας διαβεβαιώνουν ότι η προσπάθεια αξίζει πέρα από κάθε μέτρο. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανακάλυψη της αληθινής μας φύσης, την συνειδητοποίηση της βαθύτερης ταυτότητάς μας. Δεν είμαστε, μας λένε, απλώς οι μικροί, ξεχωριστοί εαυτοί που θεωρούμε ότι είμαστε, χτυπημένοι από περιστάσεις, παγιδευμένοι στον χρόνο, καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη διάλυση. Είμαστε, στην ουσία μας, ένα με το Απόλυτο — εκείνη την απεριόριστη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που υποβαστάζει κάθε εμφάνιση, που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.

 

Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συλληφθεί από τον νου μόνο, δεν μπορεί να μαθευτεί από βιβλία ή να γίνει αποδεκτή με αυθεντία. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, να βιωθεί, να ενσαρκωθεί. Και όταν γίνει, οι μύστες υπόσχονται, όλα αλλάζουν ενώ τίποτα δεν αλλάζει. Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά μεταμορφώνεται. Ο εαυτός παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το κέντρο του σύμπαντος. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τους θριάμβους της, αλλά κάτω από όλα υπάρχει μια ηρεμία, μια σιωπή, μια ειρήνη που δεν μπορεί να διαταραχθεί.

 

Στο τέλος, ο μυστικός δρόμος δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά βουτιά στα βάθη της, όχι άρνηση της ύπαρξης αλλά επιβεβαίωση της υπέρτατης σημασίας της. Είναι ένα ταξίδι από την επιφάνεια στα βάθη, από την πολλαπλότητα στην ενότητα, από την άγνοια στη γνώση, από την δουλεία στην ελευθερία. Είναι η επιστροφή της ψυχής στην πηγή της, η αναγνώριση της σταγόνας ότι είναι ο ωκεανός, η ανακάλυψη του κύματος ότι είναι το νερό.

 

Και σε αυτή την ανακάλυψη, υπάρχει ανάπαυση.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~