CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
5. The Warrior of Virtue: A Mystical Journey

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
5. Ο Πολεμιστής της Αρετής: Ένα Μυστικιστικό Ταξίδι

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 March, 2026

Sunday, September 1, 2019

Η ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΗΣΗ


Εισαγωγή (Οι Βασικές Θρησκευτικές Αντιλήψεις)

Η Πρώτη Αντίληψη που απέκτησε, για τον άνθρωπο, ουσιαστική θρησκευτική σημασία και βαθύ ανθρωπολογικό συμβολισμό είναι ο Χώρος, Αυτό που τα Περικλείνει όλα. Και μετά ο Τόπος που αποκτά Ιερό ή ανίερο χαρακτήρα. Κι  η Ύπαρξη, η Παρουσία. Όλα αυτά απέκτησαν θρησκευτική αξία εδώ και πολλές χιλιετηρίδες, ήδη εδώ και 30.000 χρόνια. Ο Χώρος σαν κάτι Ζωντανό αλλά κι αφηρημένο έχει κάτι το Άπιαστο, το Άγνωστο, το Μυστηριώδες. Όμως είναι Αυτό που Μέσα του υπάρχουν όλα. Ο Τόπος, ο Ουρανός, η Φυσική Δύναμη, το Φυσικό Περιβάλλον , εκφράζουν το Χώρο πιο συγκεκριμένα κι έτσι αποκτούν μια πιο ανθρώπινη σημασία. Ο Ουρανός Ψηλά, Η Δύναμη, ο Φιλόξενος Τόπος, η Μάνα Τροφοδότρα Γη γίνονται οι Βασικές θρησκευτικές αντιλήψεις που εκφράζουν την θεότητα, τον χώρο ύπαρξης, την Κατοικία του ανθρώπου, σε διάφορα Κοσμικά Επίπεδα. Ο άνθρωπος εδώ και πολλές χιλιετηρίδες προσπάθησε όλα αυτά να τα αποτυπώσει στον συγκεκριμένο καθημερινό χώρο. Από εδώ πηγάζει η καθιέρωση του Ιερού Χώρου, του Τεμένους, του Ναού. Ο Ναός δεν είναι παρά η αποτύπωση του Χώρου μέσα σε μια Ιερή Κατασκευή. Ο Ναός δεν είναι απλά ένα κτίσμα. Ο Χώρος του Ναού είναι σε Πλήρη Αντιστοιχία με το Όλο. Αποτυπώνει όχι μόνο τον Χώρο αλλά και τις Τοπικές Ιδιαιτερότητες, τον Ουρανό, το Κοσμικό Περιβάλλον, την Γη, τον ανίερο χώρο (έξω από τον Ναό). Από εδώ πηγάζει η Μυστική Αρχιτεκτονική του Ναού, η καθιέρωση του κυρίως Ναού, του Αδύτου, κλπ. Σε Πλήρη αντιστοιχία με τον Χώρο, τον Ιερό Τόπο (τον Ναό) είναι κι ο άνθρωπος Είναι η Ύπαρξη, η Ζωή, η Παρουσία που Κατοικεί στο Άδυτο του εγκεφάλου, χρησιμοποιεί τις φυσικές δυνάμεις κι εκδηλώνεται με εξωτερικές δραστηριότητες. Ότι Υπάρχει στον Χώρο, υπάρχει στον Ιερό Τόπο και ταυτόχρονα στον Άνθρωπο, στην ανθρώπινη ύπαρξη, στο ανθρώπινο σώμα.

Η Ορφική Αναθεώρηση της Διονυσιακής Λατρείας

Η Λατρεία της Θεότητας με την Μορφή της Ουράνιας Φυσικής Δύναμης, σε αφηρημένη μορφή ή σε μια πιο συγκεκριμένη μορφή ταυτισμένη με τον Ήλιο, τη Φωτεινή Ενέργεια που τροφοδοτεί τα πάντα, ανιχνεύεται εδώ και πολλές χιλιετηρίδες. Η Διονυσιακή Λατρεία, η Λατρεία της Φυσικής Δύναμης ήταν διαδεδομένη στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Όταν ο Ορφέας, τον 8ο αιώνα π.Χ. Μυήθηκε στην Θεία Σοφία η Θρησκεία υπήρχε ήδη. Ο Ορφέας ταύτισε τον Διόνυσο με τον Κρητιγενή Ζαγρέα και διευκρίνησε ότι ο Γιός του Θεού είναι αυτός ο ίδιος ο Απόλλωνας, το Ουράνιο Φως. Ο Ζαγρέας των Μυστηρίων , ο Έρως-Φάνης των Ιερών ύμνων, Ο Διόνυσος της Φύσης, ο Απόλλωνας της Επικράτειας, ο Βάκχος της Μυσταγωγίας, είναι ο ένας Θεός, Εικόνα του Αγνώστου. Είναι η Ψυχή που Πληρώνει τον Χώρο, Κατοικεί στα Ιερά Επίπεδα του Κόσμου, στον Ιερό Ναό, στον Άνθρωπο, στο ανθρώπινο σώμα. Η Ορφική Αντίληψη-Διδασκαλία διαδόθηκε με τους Ορφικούς Θιάσους, από την Θράκη, που εκτεινόταν από τον Θεσσαλικό Όλυμπο μέχρι τον Ελλήσποντο, σε όλη την Ελλάδα. Ο Πυθαγόρας, ο Παρμενίδης, ο Πλάτωνας κι όλοι οι άλλοι Μεγάλοι Σοφοί ανήκουν στην Ορφική Παράδοση. Ο Ορφισμός αναμόρφωσε πλήρως την Ηλιακή Δελφική Λατρεία του Φωτός αποκαθιστώντας την Δελφική Θεολογία στον Ευρύτερο Θεολογικό Χώρο της. Επίσης στην Ελευσίνα τα Μυστήρια που κατά την επικρατέστερη Παράδοση είχε ιδρύσει ο Θράκας Εύμολπος (που σχετιζόταν με τον Ορφέα), τον 7ο αιώνα π.χ. και είχαν σαν αντικείμενο την Ψυχή στους κατώτερους κόσμους, εμπλουτίσθηκαν με το Θεολογικό Βάθος της Ουράνιας Θείας Προέλευσης της Ψυχής και αποκαλύφθηκαν οι Ανώτερες Μυήσεις.


Αθήνα, 6ος αιώνας π.Χ. Τα Ελευσίνια Μυστήρια στους ιστορικούς χρόνους

Ο 6ος αιώνας π.Χ. υπήρξε ο σημαντικότερος αιώνας της Αρχαίας Ιστορίας που προετοίμασε τον Χρυσό Αιώνα που ακολούθησε. Ο Πεισίστρατος καθιέρωσε την Ορφική Λατρεία σαν επίσημη θρησκεία της Αθήνας, καθιέρωσε Ιερές Γιορτές που σχετίζονταν με την Διονυσιακή Λατρεία και προέβαλλε ιδιαίτερα τα Αναμορφωμένα Ελευσίνια Μυστήρια. Ξαναέκτισε το Ιερό Τελεστήριο στην Ελευσίνα και με το όλο πολιτιστικό έργο του προετοίμασε την Εποχή της Δημοκρατίας. Κάθε Φθινόπωρο, στην Φθινοπωρινή Ισημερία τελούνταν η πιο λαμπρή γιορτή της Αρχαιότητας, στην οποία συμμετείχαν πολλές χιλιάδες άνθρωποι και Τελούνταν τα Πιο Ιερά Μυστήρια στην Ιστορία. Αλλά τελικά, τι είναι τα Ελευσίνια Μυστήρια;
Ψάχνοντας για πληροφορίες σχετικά με τα Μυστήρια, σε βιβλία, μελέτες, ή στο δίκτυο, θα βρείτε γενικόλογες πληροφορίες, αοριστολογίες, ανακρίβειες, ανόητους ισχυρισμούς. Γιατί; Επειδή οι Πραγματικοί Μύστες, οι πραγματικά Μυημένοι, δεμένοι με όρκο, μετέδιδαν το Ιερό Βίωμα προσωπικά και δεν αποκάλυπταν ποτέ το Ιερό Μυστικό. Όσοι μιλούσαν για τα Μυστήρια δεν ήταν πραγματικά μυημένοι. Παράδειγμα ο Αλκιβιάδης. Πήγε στην Ελευσίνα, μυήθηκε στα Μυστήρια, αλλά δεν Βίωσε τίποτα βαθύτερο. Κράτησε το εξωτερικό κέλυφος της τελετουργίας κι έχρισε τον εαυτό του Μυσταγωγό όχι σε αληθινά μυστήρια αλλά σε θεατρικές παραστάσεις των Μυστηρίων. Το ίδιο κάνουν και πολλοί σύγχρονοι μύστες στους Τεκτονικούς και άλλους κύκλους. Τότε, τι γνωρίζουμε; Πως μπορούμε να γνωρίσουμε; Στην πραγματικότητα υπάρχει μια αδιάσπαστη εσωτερική παράδοση που διατήρησε ζωντανή την Φλόγα του Βιώματος μέχρι σήμερα. Πάντα υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι που γνώριζαν περισσότερα από όσα διέρεαν στον εξωτερικό κόσμο.
Την Τρίτη 8 Μαρτίου 2011 είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα Ελευσίνια Μυστήρια (http://wholemind8.blogspot.com/2011/03/blog-post.html). Σε αυτό το άρθρο γίνεται μια Μυθολογική, Θεολογική και Λειτουργική προσέγγιση των Μυστηρίων, αλλά στην πραγματικότητα λέγονται ελάχιστα πράγματα για την Ουσία των Μυστηρίων, για το τι είναι η Ελευσίνια Μύηση και για το τι γινόταν πραγματικά στο Ιερό Τελεστήριο της Ελευσίνας (στον χώρο που λεηλατήθηκε, καταστράφηκε και παραδόθηκε στις βιομηχανίες τσιμέντου για να υψώσουν υψικάμενους εκεί που οι Έλληνες Υψώνονταν στο Θείο). Αν και είμαστε συνεχιστές της αδιάσπαστης Εσωτερικής Παράδοσης των Μυστηρίων, δεσμευόμαστε να μην αποκαλύψουμε το πραγματικό Μυστικό της Μύησης. Μπορούμε όμως να πούμε κάποια πράγματα σχετικά με την Ελευσίνια Μύηση. Αυτοί που γνωρίζουν να διαβάζουν θα κατανοήσουν τα υπονοούμενα. Εξάλλου θέλουμε να αποφύγουμε να πέσει η Γνώση στα χέρια ανθρώπων σαν τον Αλκιβιάδη και τους σύγχρονους κακούς μιμητές του. Τα Μυστήρια (όπως τα περιγράψαμε στο πιο πάνω άρθρο), τα Μικρά και Μεγάλα Μυστήρια, τα Εποπτικά Μυστήρια (των «τιτάνων»), τα Μυστήρια του Διονύσου, τα Μυστήρια του Διός, σχετίζονται αλλά δεν αντιστοιχούν ακριβώς στις Βαθμίδες Μύησης όπως δίνονταν στο Ιερό Τελεστήριο. Οι Μυήσεις είναι Πρακτικές Βιωματικές Δράσεις που περιγράφονται με τεχνικούς όρους. Δεν είναι Θεολογία ή Τελετουργία. Είναι Καθαρή Πρακτική (Δράση)

Τα Μεγάλα Μυστήρια στην Φθινοπωρινή Ισημερία

Οι Μυήσεις στο Ιερό Τελεστήριο είναι (ξεκινώντας από κάτω προς τα πάνω) οι εξής:
ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ – ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΜΥΗΣΕΙΣ 
I. (Έκσταση στο Θείο Χάος)
II. Αποθέωση στο Αρχικό Ον (Ένωση με τον Θεό, Ενθρόνιση)
Ιερή Ένωση της Δυάδας (Βίωση της Ενότητας του Όντος, Αναγέννηση) 
Εποπτεία του παντός (Θεοπτία, Όραση του Ήλιου του Μεσονυκτίου)
III.  Τα Μεγάλα Μυστήρια (Αυτοψία ή Βίωση της Μη-Δυαδικότητας, Όραση του Φωτός)
IV. Τα Μικρά Μυστήρια (της υλικής ψυχής)
V. «Κάθαρσις»
Δεν έχει τόση σημασία πως θα κατατάξουμε τις διάφορες βαθμίδες. Μπορούμε να διαβάσουμε την σειρά κι αλλιώς, Μικρά Μυστήρια, Μεγάλα Μυστήρια, Εποπτεία (ή Θεοπτία), Ιερή Ένωση, Ενθρόνιση. Στην πραγματικότητα όλα αυτά δείχνουν κι υπονοούν τι πρέπει να βιώσουμε, τίποτα περισσότερο. Αυτό που έχει αξία είναι ακριβώς τι βιώνουμε.

Η Αληθινή Μύηση σαν Εσωτερική Διαδικασία

Τι συνέβαινε λοιπόν όταν έμπαινε κάποιος στο Ιερό Τελεστήριο για να Μυηθεί στα Μεγάλα Μυστήρια, μετά την σχετική προετοιμασία στα Μικρά Μυστήρια της Άνοιξης; Η «Είσοδος» γινόταν με την Αποκάλυψη του Μυστικού των Αντιστοιχιών ανάμεσα στον Χώρο, τον Ναό και τον Μυούμενο. Μονάχα όταν Κατανοούσε κάποιος την Αλήθεια κι αναλάμβανε την Ευθύνη της Ύπαρξής του μπορούσε να προχωρήσει προς την Ελευθερία. Τότε του Αποκαλυπτόταν το Μυστικό της Λύσις της Ψυχής σύμφωνα με την Ορφική Παράδοση (τον παλιό ορφικό λόγο στον οποίο αναφέρεται ο Πλάτωνας στον Φαίδωνα), με την Περισυλλογή της Ψυχής (των Ψυχικών Δυνάμεων) και την Στροφή Έσω, στον Εαυτό της, όπου είναι δυνατή η απελευθέρωση κι η Βίωση της Εσωτερικής Φύσης. Η περιπλάνηση στον Σκοτεινό Χώρο του Πλουτώνιου σήμαινε την Μυητική Διαδικασία που βίωνε προσωπικά ο μύστης. Το Πέρασμα από τα Τέσσερα Στοιχεία, της Γης, του Νερού, του Αέρινου Πνεύματος και της Πύρινης Καταχνιάς στην πραγματικότητα είναι η Άνοδος στα Κοσμικά Πεδία μέσα από την Ανύψωση της Ψυχής (της Ψυχικής Ενέργειας) από το Σώμα στην Αιθερική Ψυχή, στην Αστρική Ψυχή στον Νου μέχρι τον Ελευθερωμένο Νου.

Η Απελευθέρωση κι η Όραση του Εσωτερικού Φωτός

Η Είσοδος στον Ολόλαμπρο Ναό σηματοδοτεί το Πέρασμα στην Ελευθερία, στην Μη Δυαδική Συνείδηση, που έχοντας ξεπεράσει την χωριστικότητα του νου βιώνει την Ενότητα του Όντος. Η Επίγνωση χωρίς εγώ αγκαλιάζει τα πάντα χωρίς να υπάρχει απόσταση με τίποτα. Είναι όλα εδώ μέσα στην Ενότητα. Η απόσυρση από τον εξωτερικό κόσμο των αισθήσεων οδηγεί στον Εσωτερικό Χώρο όπου Ανατέλλει το Εσωτερικό Φως του Εαυτού. Για αυτό αυτή η Κατάσταση ονομάζεται Αυτοψία ή Όραση του Εσωτερικού Φωτός.

Οι Ανώτερες Βαθμίδες της Μύησης κι ο Ηλιακός Λόγος

Η Παραμονή στο Ναό του Φωτός ή στον Εσωτερικό Χώρο του Ανθρώπου σημαίνει την Ολοκλήρωση (σαν Διαδικασία) και την Προετοιμασία για την Είσοδο στο Άδυτο. Όταν η Ψυχή Αποσύρεται από τον εξωτερικό χώρο των αντικειμένων βιώνει την Εμπειρία του Εσωτερικού Χώρου. Εδώ Αποκαλύπτεται στον μύστη το Μυστικό της Αντικειμενικότητας της Βαθύτερης Φύσης μας. Η Ελεύθερη Ψυχή δεν έχει τίποτα το προσωπικό. Είναι Αντικειμενική και Κοινή για όλους. Είναι η Εμπειρία του Εσωτερικού Χώρου της Ψυχής, ή η Βίωση της Ψυχής σαν Αντικειμενικού Χώρου
Η Συνείδηση Απλώνεται Ανεμπόδιστη σε Όλο τον Χώρο. Είναι η Εμπειρία της Παγκόσμιας Συνείδησης που Βιώνεται σαν Φως Παντού. Είναι η Όραση του Ήλιου του Μεσονυκτίου. Είναι η Κατάσταση της Αληθινής Θεοπτίας. Συμβολικά αυτή η Κατάσταση Εκπροσωπείται από τον Διόνυσο με την Μυστηριακή Μορφή του Ίακχου.
Η Βίωση του Παγκόσμιου Φωτός οδηγεί σιγά στην Βαθιά Κατανόηση ότι υπάρχει μόνο Συνείδηση, Αντίληψη του Φωτός. Η Ίδια η Συνείδηση είναι ο Χώρος της Εμπειρίας. Κι αυτό αποκαλύπτει την Ενότητα του Όντος, πέρα από Υποκείμενο Αντικείμενο. Συμβολικά είναι η Κατάσταση του Διονύσου Βάκχου που Αποκαλύπτεται στην Ενότητά του.
Πλησιάζοντας το Άδυτο της Ύπαρξης, του Ναού της Ανθρώπινης Υπόστασης Συνειδητοποιούμε ότι το Φως δεν έχει Ιδιότητες κι ότι η Ομοιομορφία είναι η Βάση κάθε περαιτέρω Διαφοροποίησης. Υπάρχει μόνο Φως. Είναι ο Μυστηριώδης Θεός Ζαγρέας, ο Αρχαίος Φάνης, ο Έρωτας της Δημιουργίας. Κι είναι ακόμα ο Απόλλωνας, ο Ηλιακός Λόγος στην Πλήρη Δόξα του.

Η Υπέρτατη Κατάσταση

Το Φως Χωρίς Ιδιότητες είναι Παρόμοιο με το Σκότος, την Ουσία της Νύχτας. Η Υπέρτατη Αποκάλυψη αφορά την Ουσία του Φωτός που ενοποιεί μέσα της τα αντίθετα, το Φως με το Σκότος της Νύχτας ή Μαύρο Φως. Η Υπέρτατη Κατάσταση που βιώνει ο μύστης πριν μπει στο Άδυτο είναι η Ανάπαυση στους Κόλπους της Νύχτας. Είναι η Εμπειρία του Μαύρου Φωτός, η Προκοσμική Νύχτα σαν Εμπειρία της Ύπαρξης.

Στο  Χάος της Ύπαρξης

Όταν φτάσει κάποιος στην Υπέρτατη Κατάσταση τότε μονάχα γίνεται άξιος να Μπει στο Άδυτο και τότε του Αποκαλύπτεται το Μυστικό της Ουσιαστικής Πραγματικής κι Άχρονης Ταύτισής μας με το Αληθινό Ον. Η Είσοδος στο Θείο Άδυτο, στο Άδυτο του Ναού, στο Βαθύτερο Στρώμα της Ανθρώπινης Ύπαρξης σημαίνει ταυτόχρονα την Έξοδο από την Δημιουργία, από το Αυγό του Κόσμου. Ελάχιστοι άνθρωποι φτάνουν εδώ, οι Μεγάλοι Μύστες. Τι ακριβώς Βιώνει κάποιος (που δεν είναι κάποιο ον με την συνηθισμένη έννοια, κάποιος, αφού μιλάμε για Καταστάσεις Συνείδησης Παγκόσμιες κι Αντικειμενικές); Χάος, Νύχτα, Έρεβος. Είναι Τρεις Συμβολικές Εκφράσεις της Απόλυτης Ουσίας, της Απόλυτης Συνείδησης, της Απόλυτης Ζωής, πέρα από τον Κοσμικό Τάρταρο.

Η Βαθύτερη Έννοια της Μύησης

Η Λύσις της Ψυχής από τα δεσμά του σώματος και του εξωτερικού κόσμου είναι Πραγματική Δράση και Βίωση Καταστάσεων πέρα από την εξωστρεφή νόηση, τις αισθήσεις και το σώμα και την εμπειρία του εξωτερικού κόσμου. Είναι Είσοδος, εν ζωή, στα Μεταθανάτια Ουράνια Ηλύσια Πεδία. Είναι η Εμπειρία της Ελευθερίας της Ψυχής μέσα στην Αληθινή Άυλη Φύση της. Στα Μυστήρια Αποκαλυπτόταν η Πρακτική Δράση μέσα από την οποία μπορούσε ο Μύστης να Βιώσει τις Ανώτερες Καταστάσεις. Η Περισυλλογή της Ψυχής είναι Δράση αλλά όχι δραστηριότητα. Δεν μιλάμε για διοχέτευση της ψυχικής ενέργειας στην σκέψη ή στην αίσθηση ή σε κάποια εξωτερική δραστηριότητα κι εμπειρία. Αντίθετα η Περισυλλογή είναι σταμάτημα της ψυχικής ροής προς τα έξω κι Ανάδυση της Εσωτερικής Αντίληψης, Άνοιγμα του Εσωτερικού Οφθαλμού κι Ανατολή του Εσωτερικού Φωτός (Εμπειρία του Φωτός Μέσα μας, καθώς «βλέπουμε» την Αληθινή Ουσία της Ψυχής που είναι Φως).
Η Περισυλλογή υπονοεί την Ακινησία του Σώματος την Απάθεια των Αισθήσεων, την Σιωπή του Νου, Ανάπαυση στην Ησυχία της Ύπαρξης, Ανάδυση στην Αληθινή Ουσία, την Άχρονη Φωτεινή Ουσία.
Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι η Μύηση δεν είναι κάτι που μας μεταδίδει κάποιος Μυσταγωγός, ούτε κάτι που συμβαίνει απλά (μια τελετουργία). Είναι προπάντων κάτι που βιώνει ο μυούμενος. Στην Αληθινή Μύηση συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα Τρία. Αλλιώς η Μύηση δεν είναι έγκυρη. (Ο Αριστοτέλης λέει : Οι μυούμενοι οφείλουν «ου μαθείν τι αλλά παθείν και διατεθήναι», δηλαδή οι μυούμενοι δεν χρειάζεται να μάθουν κάτι, αφού ό,τι τους αποκαλύπτεται υπάρχει ήδη από την φύση, αλλά πρέπει να πάθουν, να δράσουν χωρίς να κάνουν κάτι, κάποια δραστηριότητα, και να τοποθετηθούν ορθά απέναντι στα πράγματα). Μιλάμε λοιπόν, με σοβαρό τρόπο, για πολύ σοβαρά πράγματα, μιλάμε για Αληθινή Μετάδοση της Ζωής κι Αληθινό Βίωμα της Πραγματικότητας. Στα Ελευσίνια Μυστήρια πολλοί ήταν οι ραβδοφόροι αλλά ελάχιστοι οι αληθινοί βάκχοι, (Ο Πλάτωνας λέει: «ναρθηκοφόροι μεν πολλοί, βάκχοι δε τε παύροι», που σημαίνει, «πολλοί είναι αυτοί που κρατούν τους νάρθηκες (ράβδους), ολίγοι όμως αυτοί που πραγματικά εμπνέονται από τον Βάκχο»).
Στην πραγματικότητα η Αληθινή Μύηση είναι κάτι πολύ ιερό κι απαιτεί απόλυτη προσοχή σε αυτό που συμβαίνει και τεράστια ψυχική δράση για να ελεγχθεί η ψυχική ροή και να βιώσουμε την Λύσιν της Ψυχής. Συμβολικά το Ταξίδι μέσα από το Πλουτώνιο που συμβολίζει την γήινη ζωή προς τον Ναό του Φωτός είναι το Ταξίδι της αιχμάλωτης στον Πλούτωνα, στον Άδη,  Περσεφόνης, προς τα Ηλύσια Πεδία της Δήμητρας, της Άνω Γης, της Αληθινής Κατοικίας της Ψυχής, όπου η Περσεφόνη Ψυχή φθάνει σαν Κόρη Ελεύθερη Ψυχή.
Το Μυητικό Ταξίδι που έκανε ο μυούμενος στα Μυστήρια, η Άνοδος της Ψυχής από τα κατώτερα επίπεδα προς την Ελευθερία είναι μια βιωματική εμπειρία αξέχαστη που προκαλεί ιερό δέος. Αυτό που νοιώθει η Ψυχή όταν σβήνουν τα δεσμά του σώματος, η άπλωσι, η απεραντοσύνη και το ανεξάντλητο βάθος της Ύπαρξης είναι κάτι που φέρνει ίλλιγο καθώς ανατρέπει κάθε εμπειρία ζωής μέσα σε μια Άχρονη Απεραντοσύνη. Η Περισυλλογή γίνεται έτσι τρόπος ζωής και σιγά σιγά ο μύστης εγκαθίσταται μόνιμα στην κατάσταση της Ελευθερίας, στην Ανώτερη Ουράνια Αίσθηση της Ελεύθερης Ψυχής. Η Περισυλλογή που στην αρχή απαιτεί ψυχική ένταση, στάση κι ακινησία του σώματος κι ελαχιστοποίηση της ψυχικής δράσης γίνεται με τον καιρό ανεμπόδιστη δράση, έξω από το σώμα και μέσα στο σώμα και τον εξωτερικό κόσμο. Η Περισυλλογή καθίσταται διαρκής, μόνιμη.

Ζωή και θάνατος

Αυτός που Μυείται στα Μυστήρια κι εν ζωή βιώνει τις Ανώτερες Καταστάσεις της Ψυχής, όταν αποδεσμεύεται από το σώμα, γνωρίζει ήδη την μεταθανάτια πορεία της Ψυχής. Γνωρίζει από Που έρχεται και Που πηγαίνει. Η αντίληψη για την ζωή που σχηματίζει αυτός που μυήθηκε στα Μυστήρια είναι τελείως διαφορετική από αυτό που θεωρούν οι αμαθείς άνθρωποι ζωή. Ο Άνθρωπος (Ψυχή) έχει Ουράνια Προέλευση, Πηγάζει από το Άχρονο έχει Κατοικία το Ουράνιο Φως και κατέρχεται στη γη (στον υλικό φορέα, στο σώμα) προσωρινά, ξανά και ξανά, μέχρι να συνειδητοποιήσει την βαθύτερη αλήθεια της Άχρονης Ύπαρξής του.
Στην Αρχαία Αθήνα, του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ. οι άνθρωποι στους κόλπους της Ορφικής Αντίληψης της Ζωής γνώριζαν ότι ο πραγματικός σκοπός της ανθρώπινης ζωής είναι να προετοιμαστεί ο άνθρωπος για τα Ουράνια Βασίλεια, για τα Ηλύσια Πεδία και τις Ανώτερες Πεδιάδες του Φωτός μέχρι τα Όρια της Νύχτας. Κι όποιος είναι άξιος να φθάσει να Ομοιωθεί με τον Θεό, έξω από την Δημιουργία. Για αυτό ήταν τόσο σημαντική γιορτή η Γιορτή των Ελευσινίων Μυστηρίων. Από τις χιλιάδες ανθρώπους που συμμετείχαν κάποιοι μυούνταν στα Μυστήρια κι η ζωή τους άλλαζε εντελώς. Αλλά όλοι συμμετείχαν σε κάτι ιερό, ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να ανέλθουν τον Εσωτερικό Όλυμπο μέχρι την Κατοικία των Θεών και του Πατέρα.
Σήμερα, 2500 χρόνια μετά τι κάνουν οι άνθρωποι; Τι είναι ο πολιτισμός τους, τι είναι η ζωή τους; Αμαθείς, παραπλανημένοι, με την πεποίθηση του ζώου, χάνονται στα μονοπάτια του εγωισμού, της διαμάχης και της βίας. Δεν γνωρίζουν καν ότι κατοικούν στο Βασίλειο του Πλούτωνα, στον Άδη, στον χειρότερο από τους κόσμους της Δημιουργίας. Ζουν εδώ όχι Ζωντανά Όντα αλλά Σκιές Όντων, Σκιές του Άδη, ζωντανοί νεκροί, που μέσα στην τυφλότητά τους νομίζουν ότι είναι Ζωντανοί. Χωρίς Ψυχή (ή με Ψυχή σε λήθαργο) δεν είσαι Ζωντανός, είσαι κάτι άλλο, κάτι θλιβερό κι αξιολύπητο. Να γιατί γεννιούνται οι Σοφοί στον Άδη, όχι γιατί εδώ είναι ο Τόπος τους, αλλά για να βοηθήσουν αυτούς που δεν γνωρίζουν την κατάστασή τους και δεν γνωρίζουν μέσα στο Σκοτάδι που βαδίζουν.
Μακάρι καθένας, που θέλει να σηκώσει την ευθύνη της ύπαρξής του να βρει την Αρχαία Ιερά Οδό και να την βαδίσει μέχρι το Ιερό Τελεστήριο που ποτέ δεν γκρεμίστηκε και Υπάρχει Πάντα στην Πνευματική Ελευσίνα.
Ο μήνας της Φθινοπωρινής Ισημερίας είναι η σημαντικότερη χρονική περίοδος (αν και όχι η πιο Ιερή) του θρησκευτικού έτους που βασίζεται στα φυσικά γεγονότα. Είναι η Περίοδος της Ιερής Σιγής. Περισυλλογή αδελφοί! Περισυλλογή!


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1.2. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna: Chapter II — The Trembling of the Bow
Monday, 9 March, 2026

1.2. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

 

Chapter II — The Trembling of the Bow

 

"My limbs fail and my mouth is parched, my body quivers and my hair stands on end."

— Bhagavad Gita, 1.29

I. The Warrior at the Edge

When Arjuna stands in that divine chariot, poised between the two assembled armies at Kurukshetra, he stands not merely in a geographic or military position — he stands at the precise center of a cosmic drama that has been unfolding since consciousness first became aware of itself. He is the archer supreme, the wielder of Gandiva, that celestial bow gifted by Agni himself and capable of devastating entire armies with the speed of the wind. He is the third Pandava, beloved of the gods, trained in the celestial weapons by Indra himself. He is, by every outward measure, the embodiment of what a warrior is and must be. And yet it is precisely here, in this moment of supreme readiness, that the warrior becomes something else — something the epic's outer narrative does not know how to name, something the mystical reading alone can fully honor.

He asks Krishna to drive the chariot between the two armies. The request seems tactical at first — the warrior surveying the field before battle, the archer measuring the range between himself and his targets. But the mystic hears a different resonance in this request. It is the soul asking to be brought to the threshold, asking to see clearly and completely the full weight of what it is about to do. There is in this a quality of courage that is rarely acknowledged — the courage not to act, but to look. To stand, fully present, in the terrible clarity of what one's choices actually mean.

II. What the Eyes Reveal

And so he looks. And what he sees undoes him entirely.

The armies arrayed before him are not strangers. They are not the faceless masses of an enemy host. They are — and this is the heart of the mystery — his people. On the side of the Kauravas, he sees Bheeshma, the grand patriarch, the man whose silver beard is the color of all the winters Arjuna has ever lived through, whose blessing has been the shelter over his entire boyhood. He sees Drona, the teacher, the man in whose eyes the young Arjuna first saw the reflection of his own potential, who drew out of that gifted child the warrior the world has come to know. He sees Kripa and Salya and Jayadratha and a hundred others — cousins, uncles, kinsmen, companions — all arrayed now in the terrible symmetry of war, all prepared to die or to kill, and he, Arjuna, is the instrument by which so many of them will be struck down.

The Gita tells us that in this moment, Arjuna is overwhelmed by compassion — the Sanskrit word is karuna, which carries within it overtones of sorrow, tenderness, and the ache of a heart that cannot bear the weight of what it perceives. This karuna is not sentimentality. It is not cowardice dressed in the language of feeling. It is the natural response of a soul that has not yet been taught to see through the surfaces of things to the eternal truth beneath. It is the grief of a consciousness still operating within the framework of attachment — the belief that what we love can be lost, that what we are is bound up with the forms in which we find our beloveds, that the end of a body is the end of a soul.

III. The Physiology of Transformation

What follows is one of the most remarkable passages in all of world literature, remarkable not for its philosophy — that comes later — but for its extraordinary physical honesty. Arjuna does not maintain the composed dignity of a hero confronting an impossible situation. He falls apart. His body becomes the language of his interior crisis, and the Gita records this dissolution with a fidelity that feels less like epic convention and more like a direct transcript of spiritual emergency.

His limbs tremble. The great bow Gandiva — that magnificent instrument of his glory and identity, the physical emblem of everything he has been and done — slips from his fingers. His skin burns as though with fever. His hair stands on end. His mouth dries. His body will not obey him. He who has faced demon-kings and celestial opponents without flinching finds himself helpless before the faces of his own beloved.

The mystical traditions have long understood that the body is not separate from the soul's journey — it is the soul's journey made flesh, made palpable, made visible to the world. When the inner ground shifts, the body knows it first. The yogic traditions speak of kriyas — spontaneous physical responses to the movement of spiritual energy — trembling, heat, altered breathing, the sensation of electricity moving through the limbs. The Christian mystical tradition records in its saints the stigmata, the raptures, the levitations — all ways in which the body testifies to what the soul is undergoing. What Arjuna experiences in this moment is no less than this: the body bearing witness to the soul's collision with a reality larger than it has been equipped to hold.

The bow slipping from his hands is perhaps the most symbolically potent detail in the entire first chapter. Gandiva is not merely a weapon — it is Arjuna's identity. The warrior is the one who draws the bow. When the bow falls, the warrior falls. The self that has organized its entire existence around a particular function — around being the best, being the instrument of dharmic victory, being the one who can do what no one else can — finds that self suddenly impossible to sustain. The hands that have held the bow through ten thousand trials cannot hold it now. Not because the hands have weakened, but because something deeper than the hands has given way.

IV. The Sacred Dissolution of Identity

In the language of mystical theology, what Arjuna undergoes in this moment is the beginning of what the great medieval Christian mystic Meister Eckhart called Abgeschiedenheit — detachment, or more precisely, the stripping away of all that is not the essential self. The Sufi traditions speak of fana, annihilation, the necessary dissolution of the ego-constructed self as a precondition for the encounter with the divine. The Hindu tradition knows this process as the burning away of the impurities of ego in the fire of tapas, spiritual discipline, or — as here — in the equally purifying fire of overwhelming crisis.

The identity that Arjuna has built over a lifetime is extraordinarily robust. He is not a man of small self-conception. He is a hero in the full mythological sense — a figure whose excellence partakes of the divine, whose deeds have altered the shape of the world. And yet it is precisely the magnitude of his constructed self, the height and glory of the Arjuna-identity, that makes its dissolution so seismic. Small selves fall quietly. The collapse of a great soul shakes the earth.

When he sinks onto the seat of his chariot, unable to stand, unable to fight, unwilling to act — this sinking is a form of truth-telling that his previous life has never required of him. The warrior's life is organized around forward motion, decisive action, the conquest of opposition. Now, for the first time, Arjuna moves in a different direction entirely: inward. Downward. Into the darkness that has always been there, beneath the gleaming surface of his heroic identity, waiting for exactly this moment of extremity to make itself known.

V. The Question That Cannot Be Avoided

Arjuna speaks to Krishna, and his words cascade in a great torrent of despair and confusion. He speaks of kinsmen, of traditions, of the women left behind when warriors die, of the disruption of family rites and ancestral prayers. He speaks — and here the contemporary reader must listen with particular care — of the pollution of kingdoms and the destruction of families, by which he means something far deeper than social convention. He means the dissolution of the web of relationship and meaning that gives human existence its context, its purpose, its sense of being held within something larger than the isolated individual.

But beneath all these specific arguments, beneath the careful enumeration of social and religious consequences, there throbs a single question — the question that has been present in every human consciousness that has ever grown honest enough to ask it: What is this for? What is any of this for? If I must destroy what I love in order to preserve what I love, what exactly is it that I am preserving? If victory means the death of teachers and grandfathers and beloved cousins, what precisely has been won?

This is not a question born of weakness or confusion, though it arises in a moment of crisis. It is the most serious question a human soul can ask. It is the question that stands behind every great spiritual tradition's central teaching — the question that Buddhism answers with the teaching of impermanence and non-attachment, that Christianity answers with the paradox of losing life to find it, that Vedanta answers with the revelation that the self one fears to lose was never the real self to begin with. Arjuna, in his despondency, has stumbled to the very threshold of the tradition's deepest wisdom — and he has arrived there not through study or discipline but through the irresistible pressure of lived experience pressing him, at last, to his knees.

VI. The Mercy Hidden in Collapse

There is a teaching in the Zen tradition that speaks of the great doubt — the moment when the practitioner's ordinary understanding finally and completely fails, when the frameworks by which the mind has organized reality are revealed as insufficient, when the student realizes, in the full weight of that word, that they do not know. This great doubt is not a problem to be solved. It is a threshold to be crossed. It is the necessary preliminary to genuine understanding — not the understanding that is constructed from concepts and accumulated over years of study, but the understanding that arises when the conceptual mind has exhausted itself and something older and deeper becomes audible.

Arjuna, at this moment, has arrived at his great doubt. The bow — that instrument of certainty, of directed power, of knowing exactly what one is doing and why — has fallen. And in the silence that opens in the wake of its falling, something is made possible that was impossible before. Not immediately — the teaching of the Gita is not given in a single instant of shock, but over the long patient unfolding of eighteen chapters, through which Krishna meets Arjuna exactly where he is and leads him, by graduated degrees, from collapse to comprehension. But the collapse is the condition of the comprehension. The silence created by the fallen bow is the silence into which the divine voice can finally speak and be heard.

The mystic sees in this collapse not a failure but a gift — and moreover, a gift that Arjuna did not choose, could not have chosen, but received by the sheer grace of his own humanity, his own capacity for love. It is his love for Bheeshma that breaks him open. It is his love for Drona, for his cousins, for the intricate human tapestry of his world, that strips from his hands the instrument of his power. Love, in the mystical vision, is always the agent of transformation — not the comfortable, confirming love that says yes to all we already are, but the costly, shattering love that cracks the shell of the self and lets the light in.

And so when the Gita's opening chapter is read with full attention, it reveals itself not as a prelude to something greater but as a complete spiritual event in its own right — a full and sufficient account of the soul's first surrender. Every subsequent teaching of the Gita is present, in seed form, in this single image: the warrior, the fallen bow, the grief that is also love, the chariot poised between two worlds, and, quietly present at the center, the divine companion who holds the reins and waits for the question to become complete.

VII. Between the Armies, Between Two Selves

The two armies facing each other across the field of Kurukshetra have, by the time Arjuna's bow falls, become something more than military formations. They have become the two aspects of a divided self — the self that knows its duty and the self that cannot perform it; the self that understands the eternal and the self that is entangled in the temporal; the self that, as Krishna will later teach, is immortal and indestructible, and the self that identifies with the body and clings to the forms it loves.

Arjuna stands in the chariot between these armies as the contemplative stands in meditation between the thinking mind and the witnessing awareness — caught in that liminal space where the ordinary self has been suspended but the deeper self has not yet fully declared itself. It is the bardo of human consciousness, the transitional state between one mode of being and another. And as in all genuine liminal states, it is characterized by disorientation, by the loss of familiar coordinates, by the dissolution of the certainties that have until now made coherent action possible.

This is why the mystic has always found in Arjuna's despondency not an embarrassment to be explained away but a mirror to be contemplated. Every soul that has ever pursued genuine transformation has known this moment — this specific quality of darkness, this exact species of grief that cannot be consoled because it is not asking for consolation. It is asking for truth. It is asking, from the deepest place in a human being that is capable of asking anything, for the one answer that the world's consolations cannot provide.

And in the sacred economy of the Gita, the answer is already present. It has been present from the beginning. It rides in the chariot beside the grief, holds the reins with patient hands, and waits — as the divine always waits, with a patience that encompasses all of time — for the silence that follows the last argument, the stillness that follows the exhaustion of all strategies, the open and empty moment when the soul, having at last relinquished its bow, turns to the one who has always been beside it and asks: Teach me. I do not know. I am yours. Teach me what is real.

 

Το Ιερό Κατώφλι: Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απελπισία του Αρτζούνα

 

Κεφάλαιο ΙΙ — Το Τρέμουλο του Τόξου

 

«Τα μέλη μου λυγίζουν και το στόμα μου στεγνώνει, το σώμα μου τρέμει και οι τρίχες μου ορθώνονται.»

— Μπαγκαβάτ Γκίτα, 1.29

 

I. Ο Πολεμιστής στο Χείλος

 

Όταν ο Αρτζούνα στέκεται σε εκείνο το θεϊκό άρμα, έτοιμος ανάμεσα στους δύο παραταγμένους στρατούς στο Κουρουκσέτρα, δεν βρίσκεται απλώς σε μια γεωγραφική ή στρατιωτική θέση — στέκεται ακριβώς στο κέντρο ενός κοσμικού δράματος που ξετυλίγεται από τότε που η συνείδηση έγινε για πρώτη φορά ενήμερη του εαυτού της. Είναι ο υπέρτατος τοξότης, ο κάτοχος του Γκάντιβα, εκείνου του ουράνιου τόξου που του δόθηκε από τον ίδιο τον Αγνί και μπορεί να καταστρέψει ολόκληρους στρατούς με την ταχύτητα του ανέμου. Είναι ο τρίτος Πάνταβα, αγαπημένος των θεών, εκπαιδευμένος στα ουράνια όπλα από τον ίδιο τον Ίντρα. Είναι, με κάθε εξωτερικό μέτρο, η ενσάρκωση αυτού που πρέπει να είναι ένας πολεμιστής. Και όμως, ακριβώς εδώ, σε αυτή τη στιγμή της απόλυτης ετοιμότητας, ο πολεμιστής γίνεται κάτι άλλο — κάτι που η εξωτερική αφήγηση του έπους δεν ξέρει πώς να ονομάσει, κάτι που μόνο η μυστική ανάγνωση μπορεί να τιμήσει πλήρως.

 

Ζητάει από τον Κρίσνα να οδηγήσει το άρμα ανάμεσα στους δύο στρατούς. Το αίτημα φαίνεται τακτικό στην αρχή — ο πολεμιστής εξετάζει το πεδίο πριν τη μάχη, ο τοξότης μετράει την απόσταση ανάμεσα σε αυτόν και τους στόχους του. Όμως ο μύστης ακούει μια διαφορετική αντήχηση σε αυτό το αίτημα. Είναι η ψυχή που ζητά να οδηγηθεί στο κατώφλι, που ζητά να δει καθαρά και ολοκληρωμένα όλο το βάρος αυτού που πρόκειται να κάνει. Υπάρχει εδώ μια ποιότητα θάρρους που σπάνια αναγνωρίζεται — το θάρρος όχι να δράσει, αλλά να κοιτάξει. Να σταθεί, πλήρως παρών, στη φοβερή διαύγεια του τι σημαίνουν πραγματικά οι επιλογές του.

 

II. Τι Αποκαλύπτουν τα Μάτια

 

Και έτσι κοιτάζει. Και αυτό που βλέπει τον αποσυνθέτει ολοκληρωτικά.

 

Οι στρατοί που παρατάσσονται μπροστά του δεν είναι ξένοι. Δεν είναι άβουλες μάζες ενός εχθρικού στρατού. Είναι — και αυτό είναι η καρδιά του μυστηρίου — ο δικός του λαός. Από την πλευρά των Καουράβα, βλέπει τον Μπχίσμα, τον μεγάλο πατριάρχη, τον άνδρα του οποίου η ασημένια γενειάδα έχει το χρώμα όλων των χειμώνων που έχει ζήσει ποτέ ο Αρτζούνα, του οποίου η ευλογία υπήρξε η στέγη σε όλη την παιδική του ηλικία. Βλέπει τον Ντρόνα, τον δάσκαλο, τον άνδρα στα μάτια του οποίου ο νεαρός Αρτζούνα είδε για πρώτη φορά την αντανάκλαση του δικού του δυναμικού, που έβγαλε από εκείνο το προικισμένο παιδί τον πολεμιστή που γνώρισε ο κόσμος. Βλέπει τον Κρίπα και τον Σάλια και τον Τζαγιαντράθα και εκατό άλλους — ξαδέρφους, θείους, συγγενείς, συντρόφους — όλους παρατεταγμένους τώρα στη φοβερή συμμετρία του πολέμου, όλους έτοιμους να πεθάνουν ή να σκοτώσουν, και αυτός, ο Αρτζούνα, είναι το όργανο με το οποίο τόσοι από αυτούς θα χτυπηθούν.

 

Η Γκίτα μας λέει ότι σε αυτή τη στιγμή ο Αρτζούνα κατακλύζεται από συμπόνια — η σανσκριτική λέξη είναι καρούνα, που φέρει μέσα της αποχρώσεις θλίψης, τρυφερότητας και του πόνου μιας καρδιάς που δεν μπορεί να αντέξει το βάρος αυτού που αντιλαμβάνεται. Αυτή η καρούνα δεν είναι συναισθηματισμός. Δεν είναι δειλία ντυμένη με τη γλώσσα του συναισθήματος. Είναι η φυσική απόκριση μιας ψυχής που δεν έχει ακόμα διδαχθεί να βλέπει πέρα από τις επιφάνειες των πραγμάτων στην αιώνια αλήθεια από κάτω. Είναι η θλίψη μιας συνείδησης που λειτουργεί ακόμα μέσα στο πλαίσιο της προσκόλλησης — την πίστη ότι ό,τι αγαπάμε μπορεί να χαθεί, ότι αυτό που είμαστε συνδέεται με τις μορφές στις οποίες βρίσκουμε τους αγαπημένους μας, ότι το τέλος ενός σώματος είναι το τέλος μιας ψυχής.

 

III. Η Φυσιολογία της Μεταμόρφωσης

 

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα αποσπάσματα σε όλη την παγκόσμια λογοτεχνία, αξιοσημείωτο όχι για τη φιλοσοφία του — αυτή έρχεται αργότερα — αλλά για την εξαιρετική φυσική του ειλικρίνεια. Ο Αρτζούνα δεν διατηρεί την ήρεμη αξιοπρέπεια ενός ήρωα που αντιμετωπίζει μια αδύνατη κατάσταση. Διαλύεται. Το σώμα του γίνεται η γλώσσα της εσωτερικής του κρίσης, και η Γκίτα καταγράφει αυτή τη διάλυση με μια πιστότητα που μοιάζει λιγότερο με επική σύμβαση και περισσότερο με άμεση μεταγραφή πνευματικής έκτακτης ανάγκης.

 

Τα μέλη του τρέμουν. Το μεγάλο τόξο Γκάντιβα — εκείνο το μεγαλοπρεπές όργανο της δόξας και της ταυτότητάς του, το φυσικό έμβλημα όλων όσων υπήρξε και έκανε — γλιστράει από τα δάχτυλά του. Το δέρμα του καίει σαν να έχει πυρετό. Οι τρίχες του ορθώνονται. Το στόμα του στεγνώνει. Το σώμα του δεν υπακούει. Αυτός που αντιμετώπισε βασιλιάδες-δαίμονες και ουράνιους αντιπάλους χωρίς να διστάσει, βρίσκεται τώρα ανήμπορος μπροστά στα πρόσωπα των δικών του αγαπημένων.

 

Οι μυστικές παραδόσεις έχουν από καιρό κατανοήσει ότι το σώμα δεν είναι ξεχωριστό από το ταξίδι της ψυχής — είναι το ταξίδι της ψυχής που γίνεται σάρκα, που γίνεται αισθητό, ορατό στον κόσμο. Όταν το εσωτερικό έδαφος μετατοπίζεται, το σώμα το γνωρίζει πρώτο. Οι γιόγκικες παραδόσεις μιλούν για κρίγια — αυθόρμητες σωματικές αντιδράσεις στην κίνηση της πνευματικής ενέργειας — τρέμουλο, θερμότητα, αλλαγμένη αναπνοή, αίσθηση ηλεκτρισμού που διαπερνά τα μέλη. Η χριστιανική μυστική παράδοση καταγράφει στους αγίους της τα στίγματα, τις εκστάσεις, τις αναλήψεις — όλα τρόποι με τους οποίους το σώμα μαρτυρεί αυτό που υφίσταται η ψυχή. Αυτό που βιώνει ο Αρτζούνα σε αυτή τη στιγμή δεν είναι λιγότερο από αυτό: το σώμα να γίνεται μάρτυρας της σύγκρουσης της ψυχής με μια πραγματικότητα μεγαλύτερη από αυτήν που ήταν εξοπλισμένη να συγκρατήσει.

 

Το τόξο που γλιστράει από τα χέρια του είναι ίσως η πιο συμβολικά δυνατή λεπτομέρεια σε ολόκληρο το πρώτο κεφάλαιο. Το Γκάντιβα δεν είναι απλώς ένα όπλο — είναι η ταυτότητα του Αρτζούνα. Ο πολεμιστής είναι αυτός που τεντώνει το τόξο. Όταν το τόξο πέφτει, ο πολεμιστής πέφτει. Ο εαυτός που οργάνωσε όλη του την ύπαρξη γύρω από μια συγκεκριμένη λειτουργία — γύρω από το να είναι ο καλύτερος, το όργανο της νίκης του ντάρμα, αυτός που μπορεί να κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν μπορεί — βρίσκει ξαφνικά αυτόν τον εαυτό αδύνατο να διατηρηθεί. Τα χέρια που κράτησαν το τόξο σε δέκα χιλιάδες δοκιμασίες δεν μπορούν να το κρατήσουν τώρα. Όχι επειδή τα χέρια αδυνάτισαν, αλλά επειδή κάτι βαθύτερο από τα χέρια έσπασε.

 

IV. Η Ιερή Διάλυση της Ταυτότητας

 

Στη γλώσσα της μυστικής θεολογίας, αυτό που υφίσταται ο Αρτζούνα αυτή τη στιγμή είναι η αρχή αυτού που ο μεγάλος μεσαιωνικός χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ ονόμασε Abgeschiedenheit — απομάκρυνση, ή πιο ακριβώς, η απογύμνωση από όλα όσα δεν αποτελούν το ουσιώδες Εαυτό. Οι σουφικές παραδόσεις μιλούν για fana, την αφανισμό, την αναγκαία διάλυση του εγω-κτισμένου εαυτού ως προϋπόθεση για τη συνάντηση με το θείο. Η ινδουιστική παράδοση γνωρίζει αυτή τη διαδικασία ως το κάψιμο των ακαθαρσιών του εγώ στη φωτιά του tapas, της πνευματικής πειθαρχίας, ή —όπως εδώ— στην εξίσου εξαγνιστική φωτιά της συντριπτικής κρίσης.

 

Η ταυτότητα που έχει χτίσει ο Αρτζούνα σε όλη του τη ζωή είναι εξαιρετικά στιβαρή. Δεν είναι άνθρωπος μικρής αυτοαντίληψης. Είναι ήρωας με την πλήρη μυθολογική έννοια — μια μορφή της οποίας η αριστεία μετέχει του θείου, των οποίων οι πράξεις έχουν αλλάξει το σχήμα του κόσμου. Και όμως, ακριβώς το μέγεθος του κτισμένου του εαυτού, το ύψος και η δόξα της ταυτότητας-Αρτζούνα, κάνει τη διάλυσή της τόσο σεισμική. Οι μικροί εαυτοί πέφτουν ήσυχα. Η κατάρρευση μιας μεγάλης ψυχής σείει τη γη.

 

Όταν βυθίζεται στο κάθισμα του άρματός του, ανίκανος να σταθεί, ανίκανος να πολεμήσει, απρόθυμος να δράσει — αυτή η βύθιση είναι μια μορφή αλήθειας που η προηγούμενη ζωή του ποτέ δεν του είχε ζητήσει. Η ζωή του πολεμιστή οργανώνεται γύρω από την κίνηση προς τα εμπρός, την αποφασιστική δράση, την κατάκτηση της αντίστασης. Τώρα, για πρώτη φορά, ο Αρτζούνα κινείται προς εντελώς διαφορετική κατεύθυνση: προς τα μέσα. Προς τα κάτω. Στο σκοτάδι που υπήρχε πάντα εκεί, κάτω από την αστραφτερή επιφάνεια της ηρωικής του ταυτότητας, περιμένοντας ακριβώς αυτή τη στιγμή ακρότητας για να αποκαλυφθεί.

 

V. Η Ερώτηση που Δεν Μπορεί να Αποφευχθεί

 

Ο Αρτζούνα μιλάει στον Κρίσνα, και τα λόγια του ξεχύνονται σαν μεγάλος χείμαρρος απόγνωσης και σύγχυσης. Μιλάει για συγγενείς, για παραδόσεις, για τις γυναίκες που μένουν πίσω όταν πεθαίνουν οι πολεμιστές, για τη διατάραξη των οικογενειακών τελετουργιών και των προγονικών προσευχών. Μιλάει — και εδώ ο σύγχρονος αναγνώστης πρέπει να ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή — για τη μόλυνση των βασιλείων και την καταστροφή των οικογενειών, με την οποία εννοεί κάτι πολύ βαθύτερο από κοινωνικές συμβάσεις. Εννοεί τη διάλυση του ιστού των σχέσεων και του νοήματος που δίνει στην ανθρώπινη ύπαρξη το πλαίσιο, τον σκοπό, την αίσθηση ότι κρατιέται μέσα σε κάτι μεγαλύτερο από το απομονωμένο άτομο.

 

Όμως κάτω από όλα αυτά τα συγκεκριμένα επιχειρήματα, κάτω από την προσεκτική απαρίθμηση των κοινωνικών και θρησκευτικών συνεπειών, πάλλεται μια μοναδική ερώτηση — η ερώτηση που έχει υπάρξει σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση που έγινε ποτέ αρκετά ειλικρινής για να τη θέσει: Για τι είναι όλα αυτά; Για τι είναι οτιδήποτε από αυτά; Αν πρέπει να καταστρέψω αυτό που αγαπώ για να διατηρήσω αυτό που αγαπώ, τι ακριβώς είναι αυτό που διατηρώ; Αν η νίκη σημαίνει τον θάνατο δασκάλων και παππούδων και αγαπημένων ξαδέρφων, τι ακριβώς έχει κερδηθεί;

 

Αυτή δεν είναι ερώτηση που γεννιέται από αδυναμία ή σύγχυση, παρόλο που αναδύεται σε στιγμή κρίσης. Είναι η πιο σοβαρή ερώτηση που μπορεί να θέσει μια ανθρώπινη ψυχή. Είναι η ερώτηση που στέκεται πίσω από την κεντρική διδασκαλία κάθε μεγάλης πνευματικής παράδοσης — η ερώτηση που ο Βουδισμός απαντά με τη διδασκαλία της ατέλειας και της μη-προσκόλλησης, που ο Χριστιανισμός απαντά με το παράδοξο του να χάνεις τη ζωή για να τη βρεις, που η Βεδάντα απαντά με την αποκάλυψη ότι ο εαυτός που φοβάσαι να χάσεις ποτέ δεν ήταν ο πραγματικός εαυτός εξαρχής. Ο Αρτζούνα, στην απελπισία του, έχει φτάσει στο ίδιο το κατώφλι της βαθύτερης σοφίας της παράδοσης — και έφτασε εκεί όχι μέσω μελέτης ή πειθαρχίας αλλά μέσω της ακαταμάχητης πίεσης της βιωμένης εμπειρίας που τον πιέζει, επιτέλους, στα γόνατα.

 

VI. Το Έλεος που Κρύβεται στην Κατάρρευση

 

Υπάρχει μια διδασκαλία στη Ζεν παράδοση που μιλάει για τη μεγάλη αμφιβολία — τη στιγμή που η συνηθισμένη κατανόηση του ασκούμενου αποτυγχάνει τελικά και ολοκληρωτικά, όταν τα πλαίσια με τα οποία ο νους οργάνωνε την πραγματικότητα αποκαλύπτονται ανεπαρκή, όταν ο μαθητής συνειδητοποιεί, με όλο το βάρος αυτής της λέξης, ότι δεν γνωρίζει. Αυτή η μεγάλη αμφιβολία δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση. Είναι κατώφλι προς διάβαση. Είναι η αναγκαία προκαταρκτική φάση για την γνήσια κατανόηση — όχι την κατανόηση που κατασκευάζεται από έννοιες και συσσωρεύεται επί χρόνια μελέτης, αλλά την κατανόηση που αναδύεται όταν ο εννοιολογικός νους έχει εξαντληθεί και κάτι παλαιότερο και βαθύτερο γίνεται ακουστό.

 

Ο Αρτζούνα, αυτή τη στιγμή, έχει φτάσει στη δική του μεγάλη αμφιβολία. Το τόξο — εκείνο το όργανο της βεβαιότητας, της κατευθυνόμενης δύναμης, της ακριβούς γνώσης του τι κάνει και γιατί — έχει πέσει. Και στη σιωπή που ανοίγει μετά την πτώση του, γίνεται δυνατό κάτι που πριν ήταν αδύνατο. Όχι αμέσως — η διδασκαλία της Γκίτα δεν δίνεται σε μια μοναδική στιγμή σοκ, αλλά μέσα από την μακρά υπομονετική ξετύλιξη δεκαοκτώ κεφαλαίων, μέσα από τα οποία ο Κρίσνα συναντά τον Αρτζούνα ακριβώς εκεί που βρίσκεται και τον οδηγεί, βαθμίδα-βαθμίδα, από την κατάρρευση στην κατανόηση. Όμως η κατάρρευση είναι η προϋπόθεση της κατανόησης. Η σιωπή που δημιουργείται από το πεσμένο τόξο είναι η σιωπή μέσα στην οποία η θεϊκή φωνή μπορεί επιτέλους να μιλήσει και να ακουστεί.

 

Ο μύστης βλέπει σε αυτή την κατάρρευση όχι αποτυχία αλλά δώρο — και μάλιστα δώρο που ο Αρτζούνα δεν το επέλεξε, δεν μπορούσε να το επιλέξει, αλλά το έλαβε χάρη στη δική του ανθρωπιά, στη δική του ικανότητα για αγάπη. Είναι η αγάπη του για τον Μπχίσμα που τον σπάει. Είναι η αγάπη του για τον Ντρόνα, για τους ξαδέρφους του, για τον περίπλοκο ανθρώπινο ιστό του κόσμου του, που του αφαιρεί από τα χέρια το όργανο της δύναμής του. Η αγάπη, στη μυστική όραση, είναι πάντα ο παράγοντας της μεταμόρφωσης — όχι η άνετη, επιβεβαιωτική αγάπη που λέει ναι σε όλα όσα ήδη είμαστε, αλλά η δαπανηρή, συντριπτική αγάπη που σπάει το κέλυφος του εαυτού και αφήνει το φως να μπει.

 

VII. Ανάμεσα στους Στρατούς, Ανάμεσα σε Δύο Εαυτούς

 

Οι δύο στρατοί που αντιμετωπίζονται πέρα από το πεδίο του Κουρουκσέτρα έχουν, τη στιγμή που πέφτει το τόξο του Αρτζούνα, γίνει κάτι περισσότερο από στρατιωτικές παρατάξεις. Έχουν γίνει οι δύο όψεις ενός διχασμένου εαυτού — ο εαυτός που γνωρίζει το καθήκον του και ο εαυτός που δεν μπορεί να το εκτελέσει· ο εαυτός που κατανοεί το αιώνιο και ο εαυτός που είναι μπλεγμένος στο χρονικό· ο εαυτός που, όπως θα διδάξει αργότερα ο Κρίσνα, είναι αθάνατος και άφθαρτος, και ο εαυτός που ταυτίζεται με το σώμα και προσκολλάται στις μορφές που αγαπά.

 

Ο Αρτζούνα στέκεται στο άρμα ανάμεσα σε αυτούς τους στρατούς όπως ο στοχαστής στέκεται στη διαλογιστική κατάσταση ανάμεσα στη σκεπτόμενη διάνοια και στη μαρτυρούσα επίγνωση — παγιδευμένος σε αυτόν τον λιμινικό χώρο όπου ο συνηθισμένος εαυτός έχει ανασταλεί αλλά ο βαθύτερος εαυτός δεν έχει ακόμα πλήρως δηλωθεί. Είναι το bardo της ανθρώπινης συνείδησης, η μεταβατική κατάσταση ανάμεσα σε έναν τρόπο ύπαρξης και σε έναν άλλο. Και όπως σε όλες τις γνήσιες λιμινικές καταστάσεις, χαρακτηρίζεται από αποπροσανατολισμό, από την απώλεια των οικείων συντεταγμένων, από τη διάλυση των βεβαιοτήτων που μέχρι τώρα έκαναν δυνατή τη συνεκτική δράση.

 

Αυτός είναι ο λόγος που ο μύστης έχει πάντα βρει στην απελπισία του Αρτζούνα όχι μια ντροπή που πρέπει να εξηγηθεί μακριά, αλλά έναν καθρέφτη προς στοχασμό. Κάθε ψυχή που έχει ποτέ επιδιώξει γνήσια μεταμόρφωση έχει γνωρίσει αυτή τη στιγμή — αυτή την ειδική ποιότητα σκοταδιού, αυτό το ακριβές είδος θλίψης που δεν μπορεί να παρηγορηθεί επειδή δεν ζητά παρηγοριά. Ζητά αλήθεια. Ζητά, από τον βαθύτερο τόπο ενός ανθρώπινου όντος που είναι ικανός να ζητήσει οτιδήποτε, την μία απάντηση που οι παρηγοριές του κόσμου δεν μπορούν να δώσουν.

 

Και στην ιερή οικονομία της Γκίτα, η απάντηση είναι ήδη παρούσα. Ήταν παρούσα από την αρχή. Ταξιδεύει στο άρμα δίπλα στη θλίψη, κρατά τα ηνία με υπομονετικά χέρια και περιμένει — όπως πάντα περιμένει το θείο, με μια υπομονή που περιλαμβάνει όλο τον χρόνο — τη σιωπή που ακολουθεί το τελευταίο επιχείρημα, την ηρεμία που ακολουθεί την εξάντληση όλων των στρατηγικών, την ανοιχτή και κενή στιγμή όταν η ψυχή, έχοντας επιτέλους αφήσει το τόξο της, στρέφεται προς αυτόν που πάντα ήταν δίπλα της και ρωτά: Δίδαξέ με. Δεν γνωρίζω. Είμαι δικός σου. Δίδαξέ με τι είναι πραγματικό.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~