ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 10 January, 2026

Sunday, September 1, 2019

Η ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΗΣΗ


Εισαγωγή (Οι Βασικές Θρησκευτικές Αντιλήψεις)

Η Πρώτη Αντίληψη που απέκτησε, για τον άνθρωπο, ουσιαστική θρησκευτική σημασία και βαθύ ανθρωπολογικό συμβολισμό είναι ο Χώρος, Αυτό που τα Περικλείνει όλα. Και μετά ο Τόπος που αποκτά Ιερό ή ανίερο χαρακτήρα. Κι  η Ύπαρξη, η Παρουσία. Όλα αυτά απέκτησαν θρησκευτική αξία εδώ και πολλές χιλιετηρίδες, ήδη εδώ και 30.000 χρόνια. Ο Χώρος σαν κάτι Ζωντανό αλλά κι αφηρημένο έχει κάτι το Άπιαστο, το Άγνωστο, το Μυστηριώδες. Όμως είναι Αυτό που Μέσα του υπάρχουν όλα. Ο Τόπος, ο Ουρανός, η Φυσική Δύναμη, το Φυσικό Περιβάλλον , εκφράζουν το Χώρο πιο συγκεκριμένα κι έτσι αποκτούν μια πιο ανθρώπινη σημασία. Ο Ουρανός Ψηλά, Η Δύναμη, ο Φιλόξενος Τόπος, η Μάνα Τροφοδότρα Γη γίνονται οι Βασικές θρησκευτικές αντιλήψεις που εκφράζουν την θεότητα, τον χώρο ύπαρξης, την Κατοικία του ανθρώπου, σε διάφορα Κοσμικά Επίπεδα. Ο άνθρωπος εδώ και πολλές χιλιετηρίδες προσπάθησε όλα αυτά να τα αποτυπώσει στον συγκεκριμένο καθημερινό χώρο. Από εδώ πηγάζει η καθιέρωση του Ιερού Χώρου, του Τεμένους, του Ναού. Ο Ναός δεν είναι παρά η αποτύπωση του Χώρου μέσα σε μια Ιερή Κατασκευή. Ο Ναός δεν είναι απλά ένα κτίσμα. Ο Χώρος του Ναού είναι σε Πλήρη Αντιστοιχία με το Όλο. Αποτυπώνει όχι μόνο τον Χώρο αλλά και τις Τοπικές Ιδιαιτερότητες, τον Ουρανό, το Κοσμικό Περιβάλλον, την Γη, τον ανίερο χώρο (έξω από τον Ναό). Από εδώ πηγάζει η Μυστική Αρχιτεκτονική του Ναού, η καθιέρωση του κυρίως Ναού, του Αδύτου, κλπ. Σε Πλήρη αντιστοιχία με τον Χώρο, τον Ιερό Τόπο (τον Ναό) είναι κι ο άνθρωπος Είναι η Ύπαρξη, η Ζωή, η Παρουσία που Κατοικεί στο Άδυτο του εγκεφάλου, χρησιμοποιεί τις φυσικές δυνάμεις κι εκδηλώνεται με εξωτερικές δραστηριότητες. Ότι Υπάρχει στον Χώρο, υπάρχει στον Ιερό Τόπο και ταυτόχρονα στον Άνθρωπο, στην ανθρώπινη ύπαρξη, στο ανθρώπινο σώμα.

Η Ορφική Αναθεώρηση της Διονυσιακής Λατρείας

Η Λατρεία της Θεότητας με την Μορφή της Ουράνιας Φυσικής Δύναμης, σε αφηρημένη μορφή ή σε μια πιο συγκεκριμένη μορφή ταυτισμένη με τον Ήλιο, τη Φωτεινή Ενέργεια που τροφοδοτεί τα πάντα, ανιχνεύεται εδώ και πολλές χιλιετηρίδες. Η Διονυσιακή Λατρεία, η Λατρεία της Φυσικής Δύναμης ήταν διαδεδομένη στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Όταν ο Ορφέας, τον 8ο αιώνα π.Χ. Μυήθηκε στην Θεία Σοφία η Θρησκεία υπήρχε ήδη. Ο Ορφέας ταύτισε τον Διόνυσο με τον Κρητιγενή Ζαγρέα και διευκρίνησε ότι ο Γιός του Θεού είναι αυτός ο ίδιος ο Απόλλωνας, το Ουράνιο Φως. Ο Ζαγρέας των Μυστηρίων , ο Έρως-Φάνης των Ιερών ύμνων, Ο Διόνυσος της Φύσης, ο Απόλλωνας της Επικράτειας, ο Βάκχος της Μυσταγωγίας, είναι ο ένας Θεός, Εικόνα του Αγνώστου. Είναι η Ψυχή που Πληρώνει τον Χώρο, Κατοικεί στα Ιερά Επίπεδα του Κόσμου, στον Ιερό Ναό, στον Άνθρωπο, στο ανθρώπινο σώμα. Η Ορφική Αντίληψη-Διδασκαλία διαδόθηκε με τους Ορφικούς Θιάσους, από την Θράκη, που εκτεινόταν από τον Θεσσαλικό Όλυμπο μέχρι τον Ελλήσποντο, σε όλη την Ελλάδα. Ο Πυθαγόρας, ο Παρμενίδης, ο Πλάτωνας κι όλοι οι άλλοι Μεγάλοι Σοφοί ανήκουν στην Ορφική Παράδοση. Ο Ορφισμός αναμόρφωσε πλήρως την Ηλιακή Δελφική Λατρεία του Φωτός αποκαθιστώντας την Δελφική Θεολογία στον Ευρύτερο Θεολογικό Χώρο της. Επίσης στην Ελευσίνα τα Μυστήρια που κατά την επικρατέστερη Παράδοση είχε ιδρύσει ο Θράκας Εύμολπος (που σχετιζόταν με τον Ορφέα), τον 7ο αιώνα π.χ. και είχαν σαν αντικείμενο την Ψυχή στους κατώτερους κόσμους, εμπλουτίσθηκαν με το Θεολογικό Βάθος της Ουράνιας Θείας Προέλευσης της Ψυχής και αποκαλύφθηκαν οι Ανώτερες Μυήσεις.


Αθήνα, 6ος αιώνας π.Χ. Τα Ελευσίνια Μυστήρια στους ιστορικούς χρόνους

Ο 6ος αιώνας π.Χ. υπήρξε ο σημαντικότερος αιώνας της Αρχαίας Ιστορίας που προετοίμασε τον Χρυσό Αιώνα που ακολούθησε. Ο Πεισίστρατος καθιέρωσε την Ορφική Λατρεία σαν επίσημη θρησκεία της Αθήνας, καθιέρωσε Ιερές Γιορτές που σχετίζονταν με την Διονυσιακή Λατρεία και προέβαλλε ιδιαίτερα τα Αναμορφωμένα Ελευσίνια Μυστήρια. Ξαναέκτισε το Ιερό Τελεστήριο στην Ελευσίνα και με το όλο πολιτιστικό έργο του προετοίμασε την Εποχή της Δημοκρατίας. Κάθε Φθινόπωρο, στην Φθινοπωρινή Ισημερία τελούνταν η πιο λαμπρή γιορτή της Αρχαιότητας, στην οποία συμμετείχαν πολλές χιλιάδες άνθρωποι και Τελούνταν τα Πιο Ιερά Μυστήρια στην Ιστορία. Αλλά τελικά, τι είναι τα Ελευσίνια Μυστήρια;
Ψάχνοντας για πληροφορίες σχετικά με τα Μυστήρια, σε βιβλία, μελέτες, ή στο δίκτυο, θα βρείτε γενικόλογες πληροφορίες, αοριστολογίες, ανακρίβειες, ανόητους ισχυρισμούς. Γιατί; Επειδή οι Πραγματικοί Μύστες, οι πραγματικά Μυημένοι, δεμένοι με όρκο, μετέδιδαν το Ιερό Βίωμα προσωπικά και δεν αποκάλυπταν ποτέ το Ιερό Μυστικό. Όσοι μιλούσαν για τα Μυστήρια δεν ήταν πραγματικά μυημένοι. Παράδειγμα ο Αλκιβιάδης. Πήγε στην Ελευσίνα, μυήθηκε στα Μυστήρια, αλλά δεν Βίωσε τίποτα βαθύτερο. Κράτησε το εξωτερικό κέλυφος της τελετουργίας κι έχρισε τον εαυτό του Μυσταγωγό όχι σε αληθινά μυστήρια αλλά σε θεατρικές παραστάσεις των Μυστηρίων. Το ίδιο κάνουν και πολλοί σύγχρονοι μύστες στους Τεκτονικούς και άλλους κύκλους. Τότε, τι γνωρίζουμε; Πως μπορούμε να γνωρίσουμε; Στην πραγματικότητα υπάρχει μια αδιάσπαστη εσωτερική παράδοση που διατήρησε ζωντανή την Φλόγα του Βιώματος μέχρι σήμερα. Πάντα υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι που γνώριζαν περισσότερα από όσα διέρεαν στον εξωτερικό κόσμο.
Την Τρίτη 8 Μαρτίου 2011 είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα Ελευσίνια Μυστήρια (http://wholemind8.blogspot.com/2011/03/blog-post.html). Σε αυτό το άρθρο γίνεται μια Μυθολογική, Θεολογική και Λειτουργική προσέγγιση των Μυστηρίων, αλλά στην πραγματικότητα λέγονται ελάχιστα πράγματα για την Ουσία των Μυστηρίων, για το τι είναι η Ελευσίνια Μύηση και για το τι γινόταν πραγματικά στο Ιερό Τελεστήριο της Ελευσίνας (στον χώρο που λεηλατήθηκε, καταστράφηκε και παραδόθηκε στις βιομηχανίες τσιμέντου για να υψώσουν υψικάμενους εκεί που οι Έλληνες Υψώνονταν στο Θείο). Αν και είμαστε συνεχιστές της αδιάσπαστης Εσωτερικής Παράδοσης των Μυστηρίων, δεσμευόμαστε να μην αποκαλύψουμε το πραγματικό Μυστικό της Μύησης. Μπορούμε όμως να πούμε κάποια πράγματα σχετικά με την Ελευσίνια Μύηση. Αυτοί που γνωρίζουν να διαβάζουν θα κατανοήσουν τα υπονοούμενα. Εξάλλου θέλουμε να αποφύγουμε να πέσει η Γνώση στα χέρια ανθρώπων σαν τον Αλκιβιάδη και τους σύγχρονους κακούς μιμητές του. Τα Μυστήρια (όπως τα περιγράψαμε στο πιο πάνω άρθρο), τα Μικρά και Μεγάλα Μυστήρια, τα Εποπτικά Μυστήρια (των «τιτάνων»), τα Μυστήρια του Διονύσου, τα Μυστήρια του Διός, σχετίζονται αλλά δεν αντιστοιχούν ακριβώς στις Βαθμίδες Μύησης όπως δίνονταν στο Ιερό Τελεστήριο. Οι Μυήσεις είναι Πρακτικές Βιωματικές Δράσεις που περιγράφονται με τεχνικούς όρους. Δεν είναι Θεολογία ή Τελετουργία. Είναι Καθαρή Πρακτική (Δράση)

Τα Μεγάλα Μυστήρια στην Φθινοπωρινή Ισημερία

Οι Μυήσεις στο Ιερό Τελεστήριο είναι (ξεκινώντας από κάτω προς τα πάνω) οι εξής:
ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ – ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΜΥΗΣΕΙΣ 
I. (Έκσταση στο Θείο Χάος)
II. Αποθέωση στο Αρχικό Ον (Ένωση με τον Θεό, Ενθρόνιση)
Ιερή Ένωση της Δυάδας (Βίωση της Ενότητας του Όντος, Αναγέννηση) 
Εποπτεία του παντός (Θεοπτία, Όραση του Ήλιου του Μεσονυκτίου)
III.  Τα Μεγάλα Μυστήρια (Αυτοψία ή Βίωση της Μη-Δυαδικότητας, Όραση του Φωτός)
IV. Τα Μικρά Μυστήρια (της υλικής ψυχής)
V. «Κάθαρσις»
Δεν έχει τόση σημασία πως θα κατατάξουμε τις διάφορες βαθμίδες. Μπορούμε να διαβάσουμε την σειρά κι αλλιώς, Μικρά Μυστήρια, Μεγάλα Μυστήρια, Εποπτεία (ή Θεοπτία), Ιερή Ένωση, Ενθρόνιση. Στην πραγματικότητα όλα αυτά δείχνουν κι υπονοούν τι πρέπει να βιώσουμε, τίποτα περισσότερο. Αυτό που έχει αξία είναι ακριβώς τι βιώνουμε.

Η Αληθινή Μύηση σαν Εσωτερική Διαδικασία

Τι συνέβαινε λοιπόν όταν έμπαινε κάποιος στο Ιερό Τελεστήριο για να Μυηθεί στα Μεγάλα Μυστήρια, μετά την σχετική προετοιμασία στα Μικρά Μυστήρια της Άνοιξης; Η «Είσοδος» γινόταν με την Αποκάλυψη του Μυστικού των Αντιστοιχιών ανάμεσα στον Χώρο, τον Ναό και τον Μυούμενο. Μονάχα όταν Κατανοούσε κάποιος την Αλήθεια κι αναλάμβανε την Ευθύνη της Ύπαρξής του μπορούσε να προχωρήσει προς την Ελευθερία. Τότε του Αποκαλυπτόταν το Μυστικό της Λύσις της Ψυχής σύμφωνα με την Ορφική Παράδοση (τον παλιό ορφικό λόγο στον οποίο αναφέρεται ο Πλάτωνας στον Φαίδωνα), με την Περισυλλογή της Ψυχής (των Ψυχικών Δυνάμεων) και την Στροφή Έσω, στον Εαυτό της, όπου είναι δυνατή η απελευθέρωση κι η Βίωση της Εσωτερικής Φύσης. Η περιπλάνηση στον Σκοτεινό Χώρο του Πλουτώνιου σήμαινε την Μυητική Διαδικασία που βίωνε προσωπικά ο μύστης. Το Πέρασμα από τα Τέσσερα Στοιχεία, της Γης, του Νερού, του Αέρινου Πνεύματος και της Πύρινης Καταχνιάς στην πραγματικότητα είναι η Άνοδος στα Κοσμικά Πεδία μέσα από την Ανύψωση της Ψυχής (της Ψυχικής Ενέργειας) από το Σώμα στην Αιθερική Ψυχή, στην Αστρική Ψυχή στον Νου μέχρι τον Ελευθερωμένο Νου.

Η Απελευθέρωση κι η Όραση του Εσωτερικού Φωτός

Η Είσοδος στον Ολόλαμπρο Ναό σηματοδοτεί το Πέρασμα στην Ελευθερία, στην Μη Δυαδική Συνείδηση, που έχοντας ξεπεράσει την χωριστικότητα του νου βιώνει την Ενότητα του Όντος. Η Επίγνωση χωρίς εγώ αγκαλιάζει τα πάντα χωρίς να υπάρχει απόσταση με τίποτα. Είναι όλα εδώ μέσα στην Ενότητα. Η απόσυρση από τον εξωτερικό κόσμο των αισθήσεων οδηγεί στον Εσωτερικό Χώρο όπου Ανατέλλει το Εσωτερικό Φως του Εαυτού. Για αυτό αυτή η Κατάσταση ονομάζεται Αυτοψία ή Όραση του Εσωτερικού Φωτός.

Οι Ανώτερες Βαθμίδες της Μύησης κι ο Ηλιακός Λόγος

Η Παραμονή στο Ναό του Φωτός ή στον Εσωτερικό Χώρο του Ανθρώπου σημαίνει την Ολοκλήρωση (σαν Διαδικασία) και την Προετοιμασία για την Είσοδο στο Άδυτο. Όταν η Ψυχή Αποσύρεται από τον εξωτερικό χώρο των αντικειμένων βιώνει την Εμπειρία του Εσωτερικού Χώρου. Εδώ Αποκαλύπτεται στον μύστη το Μυστικό της Αντικειμενικότητας της Βαθύτερης Φύσης μας. Η Ελεύθερη Ψυχή δεν έχει τίποτα το προσωπικό. Είναι Αντικειμενική και Κοινή για όλους. Είναι η Εμπειρία του Εσωτερικού Χώρου της Ψυχής, ή η Βίωση της Ψυχής σαν Αντικειμενικού Χώρου
Η Συνείδηση Απλώνεται Ανεμπόδιστη σε Όλο τον Χώρο. Είναι η Εμπειρία της Παγκόσμιας Συνείδησης που Βιώνεται σαν Φως Παντού. Είναι η Όραση του Ήλιου του Μεσονυκτίου. Είναι η Κατάσταση της Αληθινής Θεοπτίας. Συμβολικά αυτή η Κατάσταση Εκπροσωπείται από τον Διόνυσο με την Μυστηριακή Μορφή του Ίακχου.
Η Βίωση του Παγκόσμιου Φωτός οδηγεί σιγά στην Βαθιά Κατανόηση ότι υπάρχει μόνο Συνείδηση, Αντίληψη του Φωτός. Η Ίδια η Συνείδηση είναι ο Χώρος της Εμπειρίας. Κι αυτό αποκαλύπτει την Ενότητα του Όντος, πέρα από Υποκείμενο Αντικείμενο. Συμβολικά είναι η Κατάσταση του Διονύσου Βάκχου που Αποκαλύπτεται στην Ενότητά του.
Πλησιάζοντας το Άδυτο της Ύπαρξης, του Ναού της Ανθρώπινης Υπόστασης Συνειδητοποιούμε ότι το Φως δεν έχει Ιδιότητες κι ότι η Ομοιομορφία είναι η Βάση κάθε περαιτέρω Διαφοροποίησης. Υπάρχει μόνο Φως. Είναι ο Μυστηριώδης Θεός Ζαγρέας, ο Αρχαίος Φάνης, ο Έρωτας της Δημιουργίας. Κι είναι ακόμα ο Απόλλωνας, ο Ηλιακός Λόγος στην Πλήρη Δόξα του.

Η Υπέρτατη Κατάσταση

Το Φως Χωρίς Ιδιότητες είναι Παρόμοιο με το Σκότος, την Ουσία της Νύχτας. Η Υπέρτατη Αποκάλυψη αφορά την Ουσία του Φωτός που ενοποιεί μέσα της τα αντίθετα, το Φως με το Σκότος της Νύχτας ή Μαύρο Φως. Η Υπέρτατη Κατάσταση που βιώνει ο μύστης πριν μπει στο Άδυτο είναι η Ανάπαυση στους Κόλπους της Νύχτας. Είναι η Εμπειρία του Μαύρου Φωτός, η Προκοσμική Νύχτα σαν Εμπειρία της Ύπαρξης.

Στο  Χάος της Ύπαρξης

Όταν φτάσει κάποιος στην Υπέρτατη Κατάσταση τότε μονάχα γίνεται άξιος να Μπει στο Άδυτο και τότε του Αποκαλύπτεται το Μυστικό της Ουσιαστικής Πραγματικής κι Άχρονης Ταύτισής μας με το Αληθινό Ον. Η Είσοδος στο Θείο Άδυτο, στο Άδυτο του Ναού, στο Βαθύτερο Στρώμα της Ανθρώπινης Ύπαρξης σημαίνει ταυτόχρονα την Έξοδο από την Δημιουργία, από το Αυγό του Κόσμου. Ελάχιστοι άνθρωποι φτάνουν εδώ, οι Μεγάλοι Μύστες. Τι ακριβώς Βιώνει κάποιος (που δεν είναι κάποιο ον με την συνηθισμένη έννοια, κάποιος, αφού μιλάμε για Καταστάσεις Συνείδησης Παγκόσμιες κι Αντικειμενικές); Χάος, Νύχτα, Έρεβος. Είναι Τρεις Συμβολικές Εκφράσεις της Απόλυτης Ουσίας, της Απόλυτης Συνείδησης, της Απόλυτης Ζωής, πέρα από τον Κοσμικό Τάρταρο.

Η Βαθύτερη Έννοια της Μύησης

Η Λύσις της Ψυχής από τα δεσμά του σώματος και του εξωτερικού κόσμου είναι Πραγματική Δράση και Βίωση Καταστάσεων πέρα από την εξωστρεφή νόηση, τις αισθήσεις και το σώμα και την εμπειρία του εξωτερικού κόσμου. Είναι Είσοδος, εν ζωή, στα Μεταθανάτια Ουράνια Ηλύσια Πεδία. Είναι η Εμπειρία της Ελευθερίας της Ψυχής μέσα στην Αληθινή Άυλη Φύση της. Στα Μυστήρια Αποκαλυπτόταν η Πρακτική Δράση μέσα από την οποία μπορούσε ο Μύστης να Βιώσει τις Ανώτερες Καταστάσεις. Η Περισυλλογή της Ψυχής είναι Δράση αλλά όχι δραστηριότητα. Δεν μιλάμε για διοχέτευση της ψυχικής ενέργειας στην σκέψη ή στην αίσθηση ή σε κάποια εξωτερική δραστηριότητα κι εμπειρία. Αντίθετα η Περισυλλογή είναι σταμάτημα της ψυχικής ροής προς τα έξω κι Ανάδυση της Εσωτερικής Αντίληψης, Άνοιγμα του Εσωτερικού Οφθαλμού κι Ανατολή του Εσωτερικού Φωτός (Εμπειρία του Φωτός Μέσα μας, καθώς «βλέπουμε» την Αληθινή Ουσία της Ψυχής που είναι Φως).
Η Περισυλλογή υπονοεί την Ακινησία του Σώματος την Απάθεια των Αισθήσεων, την Σιωπή του Νου, Ανάπαυση στην Ησυχία της Ύπαρξης, Ανάδυση στην Αληθινή Ουσία, την Άχρονη Φωτεινή Ουσία.
Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι η Μύηση δεν είναι κάτι που μας μεταδίδει κάποιος Μυσταγωγός, ούτε κάτι που συμβαίνει απλά (μια τελετουργία). Είναι προπάντων κάτι που βιώνει ο μυούμενος. Στην Αληθινή Μύηση συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα Τρία. Αλλιώς η Μύηση δεν είναι έγκυρη. (Ο Αριστοτέλης λέει : Οι μυούμενοι οφείλουν «ου μαθείν τι αλλά παθείν και διατεθήναι», δηλαδή οι μυούμενοι δεν χρειάζεται να μάθουν κάτι, αφού ό,τι τους αποκαλύπτεται υπάρχει ήδη από την φύση, αλλά πρέπει να πάθουν, να δράσουν χωρίς να κάνουν κάτι, κάποια δραστηριότητα, και να τοποθετηθούν ορθά απέναντι στα πράγματα). Μιλάμε λοιπόν, με σοβαρό τρόπο, για πολύ σοβαρά πράγματα, μιλάμε για Αληθινή Μετάδοση της Ζωής κι Αληθινό Βίωμα της Πραγματικότητας. Στα Ελευσίνια Μυστήρια πολλοί ήταν οι ραβδοφόροι αλλά ελάχιστοι οι αληθινοί βάκχοι, (Ο Πλάτωνας λέει: «ναρθηκοφόροι μεν πολλοί, βάκχοι δε τε παύροι», που σημαίνει, «πολλοί είναι αυτοί που κρατούν τους νάρθηκες (ράβδους), ολίγοι όμως αυτοί που πραγματικά εμπνέονται από τον Βάκχο»).
Στην πραγματικότητα η Αληθινή Μύηση είναι κάτι πολύ ιερό κι απαιτεί απόλυτη προσοχή σε αυτό που συμβαίνει και τεράστια ψυχική δράση για να ελεγχθεί η ψυχική ροή και να βιώσουμε την Λύσιν της Ψυχής. Συμβολικά το Ταξίδι μέσα από το Πλουτώνιο που συμβολίζει την γήινη ζωή προς τον Ναό του Φωτός είναι το Ταξίδι της αιχμάλωτης στον Πλούτωνα, στον Άδη,  Περσεφόνης, προς τα Ηλύσια Πεδία της Δήμητρας, της Άνω Γης, της Αληθινής Κατοικίας της Ψυχής, όπου η Περσεφόνη Ψυχή φθάνει σαν Κόρη Ελεύθερη Ψυχή.
Το Μυητικό Ταξίδι που έκανε ο μυούμενος στα Μυστήρια, η Άνοδος της Ψυχής από τα κατώτερα επίπεδα προς την Ελευθερία είναι μια βιωματική εμπειρία αξέχαστη που προκαλεί ιερό δέος. Αυτό που νοιώθει η Ψυχή όταν σβήνουν τα δεσμά του σώματος, η άπλωσι, η απεραντοσύνη και το ανεξάντλητο βάθος της Ύπαρξης είναι κάτι που φέρνει ίλλιγο καθώς ανατρέπει κάθε εμπειρία ζωής μέσα σε μια Άχρονη Απεραντοσύνη. Η Περισυλλογή γίνεται έτσι τρόπος ζωής και σιγά σιγά ο μύστης εγκαθίσταται μόνιμα στην κατάσταση της Ελευθερίας, στην Ανώτερη Ουράνια Αίσθηση της Ελεύθερης Ψυχής. Η Περισυλλογή που στην αρχή απαιτεί ψυχική ένταση, στάση κι ακινησία του σώματος κι ελαχιστοποίηση της ψυχικής δράσης γίνεται με τον καιρό ανεμπόδιστη δράση, έξω από το σώμα και μέσα στο σώμα και τον εξωτερικό κόσμο. Η Περισυλλογή καθίσταται διαρκής, μόνιμη.

Ζωή και θάνατος

Αυτός που Μυείται στα Μυστήρια κι εν ζωή βιώνει τις Ανώτερες Καταστάσεις της Ψυχής, όταν αποδεσμεύεται από το σώμα, γνωρίζει ήδη την μεταθανάτια πορεία της Ψυχής. Γνωρίζει από Που έρχεται και Που πηγαίνει. Η αντίληψη για την ζωή που σχηματίζει αυτός που μυήθηκε στα Μυστήρια είναι τελείως διαφορετική από αυτό που θεωρούν οι αμαθείς άνθρωποι ζωή. Ο Άνθρωπος (Ψυχή) έχει Ουράνια Προέλευση, Πηγάζει από το Άχρονο έχει Κατοικία το Ουράνιο Φως και κατέρχεται στη γη (στον υλικό φορέα, στο σώμα) προσωρινά, ξανά και ξανά, μέχρι να συνειδητοποιήσει την βαθύτερη αλήθεια της Άχρονης Ύπαρξής του.
Στην Αρχαία Αθήνα, του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ. οι άνθρωποι στους κόλπους της Ορφικής Αντίληψης της Ζωής γνώριζαν ότι ο πραγματικός σκοπός της ανθρώπινης ζωής είναι να προετοιμαστεί ο άνθρωπος για τα Ουράνια Βασίλεια, για τα Ηλύσια Πεδία και τις Ανώτερες Πεδιάδες του Φωτός μέχρι τα Όρια της Νύχτας. Κι όποιος είναι άξιος να φθάσει να Ομοιωθεί με τον Θεό, έξω από την Δημιουργία. Για αυτό ήταν τόσο σημαντική γιορτή η Γιορτή των Ελευσινίων Μυστηρίων. Από τις χιλιάδες ανθρώπους που συμμετείχαν κάποιοι μυούνταν στα Μυστήρια κι η ζωή τους άλλαζε εντελώς. Αλλά όλοι συμμετείχαν σε κάτι ιερό, ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να ανέλθουν τον Εσωτερικό Όλυμπο μέχρι την Κατοικία των Θεών και του Πατέρα.
Σήμερα, 2500 χρόνια μετά τι κάνουν οι άνθρωποι; Τι είναι ο πολιτισμός τους, τι είναι η ζωή τους; Αμαθείς, παραπλανημένοι, με την πεποίθηση του ζώου, χάνονται στα μονοπάτια του εγωισμού, της διαμάχης και της βίας. Δεν γνωρίζουν καν ότι κατοικούν στο Βασίλειο του Πλούτωνα, στον Άδη, στον χειρότερο από τους κόσμους της Δημιουργίας. Ζουν εδώ όχι Ζωντανά Όντα αλλά Σκιές Όντων, Σκιές του Άδη, ζωντανοί νεκροί, που μέσα στην τυφλότητά τους νομίζουν ότι είναι Ζωντανοί. Χωρίς Ψυχή (ή με Ψυχή σε λήθαργο) δεν είσαι Ζωντανός, είσαι κάτι άλλο, κάτι θλιβερό κι αξιολύπητο. Να γιατί γεννιούνται οι Σοφοί στον Άδη, όχι γιατί εδώ είναι ο Τόπος τους, αλλά για να βοηθήσουν αυτούς που δεν γνωρίζουν την κατάστασή τους και δεν γνωρίζουν μέσα στο Σκοτάδι που βαδίζουν.
Μακάρι καθένας, που θέλει να σηκώσει την ευθύνη της ύπαρξής του να βρει την Αρχαία Ιερά Οδό και να την βαδίσει μέχρι το Ιερό Τελεστήριο που ποτέ δεν γκρεμίστηκε και Υπάρχει Πάντα στην Πνευματική Ελευσίνα.
Ο μήνας της Φθινοπωρινής Ισημερίας είναι η σημαντικότερη χρονική περίοδος (αν και όχι η πιο Ιερή) του θρησκευτικού έτους που βασίζεται στα φυσικά γεγονότα. Είναι η Περίοδος της Ιερής Σιγής. Περισυλλογή αδελφοί! Περισυλλογή!


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
Monday, 12 January, 2026

The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute

 

The Threshold of Mystery

 

In the depths of human consciousness, beyond the chattering marketplace of thoughts and the restless theater of desires, there exists a gateway—invisible yet undeniable—that opens onto dimensions of reality that language can barely whisper about. This is the realm where mystics throughout the ages have ventured, returning with tales not of distant lands but of an encounter so profound, so overwhelming in its intimacy, that the very foundations of selfhood tremble and dissolve like morning mist before the rising sun.

 

The journey toward the Absolute begins not with a map but with a yearning—an ache in the soul that no earthly satisfaction can quench. It is as though the human spirit remembers, however faintly, a home it has never consciously known, a unity from which it has been severed by the very act of individual existence. This longing is not weakness but the highest aspiration of consciousness: the impulse to transcend its own limitations and merge with that which is limitless, eternal, and utterly beyond comprehension.

 

What the mystics seek is not an idea or a concept, not a philosophical proposition that can be debated in the halls of reason. They seek contact—direct, immediate, transformative contact—with the ground of all being, the source from which all existence flows like rivers from an inexhaustible spring. Some have named this ultimate reality God, investing it with personality and will. Others have called it Brahman, the unchanging substrate beneath the dancing illusions of the phenomenal world. Still others speak of the Tao, the nameless way that cannot be spoken, or Nirvana, the extinguishing of the fires of craving and delusion. Yet all these names are but fingers pointing at the moon, shadows cast by a light too brilliant for the eyes of ordinary perception.

 

The Nature of the Ineffable

 

To speak of the Absolute is to engage in a paradox, for it is precisely that which cannot be spoken. It is the silence before the first word, the darkness before the first light, the emptiness that is somehow fuller than all fullness. The Absolute transcends all categories by which the human mind organizes reality: it is neither being nor non-being, neither one nor many, neither here nor there. It is beyond time, yet all moments exist within it. It is beyond space, yet all places are its dwelling. It is beyond change, yet all transformation unfolds within its unchanging presence.

 

The mystics describe the Absolute as infinite—not in the mathematical sense of endless extension, but in the sense of absolute completeness, lacking nothing, bounded by nothing, limited by nothing. It is eternal, not as a duration that stretches forward and backward without end, but as a timeless now in which past and future collapse into a single, ever-present moment. It is unchanging, not as something frozen or static, but as a stillness so profound that all movement appears as mere ripples on its surface, never disturbing its essential tranquility.

 

And yet, for all this transcendence, the Absolute is not distant or separate from the world of ordinary experience. Indeed, the mystics proclaim a truth that shatters the comfortable boundaries between sacred and profane: the Absolute is not elsewhere but here, not then but now, not in some remote heaven but in the very ground of this present moment. It is closer to us than our own breath, more intimate than our own thoughts, nearer than the beating of our own hearts. The tragedy of human existence, in the mystical view, is not that we are separated from the Absolute, but that we fail to recognize its presence, veiled as it is by the thick curtains of habitual perception and the endless noise of mental activity.

 

The Testimony of Vision

 

Throughout the centuries, across the vast tapestry of human cultures and religions, certain individuals have pierced through these veils and gazed upon the face of the Absolute. Their testimonies, though expressed in the symbolic languages of their respective traditions, bear a remarkable similarity—as though they had all visited the same country and returned to describe it in different dialects.

 

There was Teresa, the Spanish woman who walked the dusty roads of sixteenth-century Castile, who found herself seized by a love so intense that her very being seemed to melt like wax before a flame. In her descriptions of union with the Divine Beloved, she spoke of dissolution—not the annihilation of death, but a dissolution into something vaster and more real than her individual self had ever been. Her experiences were marked by what she called the "interior castle," a landscape of the soul with many chambers, each drawing the pilgrim deeper into the mystery, until at the center, in the innermost chamber, the soul and God become indistinguishable, merged in a union beyond all description.

 

Across the vast distances of geography and time, in the heat and color of medieval India, there lived Shankara, whose penetrating intellect discerned beneath the multiplicity of forms a single, undivided reality. For him, the realization was stark and absolute: the individual self, the atman, is none other than Brahman, the supreme reality. All apparent separation is illusion, maya, like the rope mistaken for a snake in the dim light of ignorance. When knowledge dawns, the snake vanishes, not because it has gone anywhere, but because it was never truly there. So too, when the mystic awakens, the boundaries that seemed to separate self from Self, soul from God, creature from Creator, are revealed as phantoms, and what remains is the simple, stunning recognition: "I am That."

 

In the deserts and gardens of Persia, Rumi—poet, lover, dancer—whirled himself into ecstasy, drunk not on wine but on the intoxication of divine presence. His verses overflow with the language of love, for he understood that the path to the Absolute is not through philosophical analysis but through the opening of the heart. In his vision, the lover and the Beloved are engaged in an eternal dance, and the ultimate secret is that they were never two but always one, playing at separation for the sheer joy of reunion. "I have lived on the lip of insanity," he wrote, "wanting to know reasons, knocking on a door. It opens. I've been knocking from the inside!"

 

In the austere beauty of Japanese Zen, Dogen taught that enlightenment is not something to be attained but something to be realized as already present. To sit in meditation is not to journey toward some distant goal but to embody the Buddha-nature that is one's true essence. In a paradox that delights in confounding the rational mind, he proclaimed: "To study the Way is to study the self. To study the self is to forget the self. To forget the self is to be enlightened by all things." In this forgetting, there is a supreme remembering; in this death of the ego, there is the birth of true life.

 

And in the cold cloisters of medieval Germany, Meister Eckhart preached a doctrine so radical that it brought him into conflict with ecclesiastical authorities. He spoke of a "God beyond God," a Godhead that transcends even the personal God of conventional religion. He taught that the soul must become empty, stripped of all attachments, desires, and even of its attachment to spiritual experiences themselves, so that God might be born anew in the soul's depths. "The eye with which I see God," he declared, "is the same eye with which God sees me."

 

The Qualities of Mystical Encounter

 

When the veil parts and the soul stands—however briefly—in the presence of the Absolute, the experience bears certain unmistakable characteristics that distinguish it from ordinary states of consciousness. These features have been documented across traditions with such consistency that they point to a genuine phenomenology of mystical experience.

 

First, there is what has been called the noetic quality—an overwhelming sense that one has been granted knowledge, that profound truths have been revealed not through argument or evidence but through direct perception. The mystic returns from the encounter with a certainty that cannot be shaken by doubt or debate, for it is not based on belief but on vision. It is as though one had been blind and suddenly gained sight, or as though the world had been seen through a clouded glass that has now become transparent.

 

Yet, paradoxically, this knowledge cannot be fully communicated to others. The second characteristic is ineffability—the experience resists translation into words and concepts. Language, which evolved to describe the world of ordinary experience, breaks down when confronted with realities that transcend subject and object, time and space, self and other. The mystic struggles to convey what has been seen, resorting to poetry, paradox, and symbolism, knowing all the while that these are but crude approximations, gestures toward a reality that cannot be captured in speech.

 

Related to this is the quality of paradoxicality—the experience seems to involve contradictions that violate the laws of logic. The mystic may speak of emptiness that is fullness, of darkness that is light, of silence that is sound, of death that is life. These are not errors in thinking but attempts to describe a reality that transcends the either-or categories of rational thought. The Absolute includes and transcends all opposites; it is beyond the reach of the discriminating intellect.

 

The mystical experience is also characterized by transiency—it does not last. However profound and transformative, the encounter fades. The mystic returns to ordinary consciousness, though forever changed by what has been glimpsed. It is as though one had been granted a brief visit to a homeland from which one has been long exiled, only to be sent back to the foreign land of everyday existence. Yet the memory remains, a burning coal in the heart, a compass that continues to orient the soul toward its true north.

 

Finally, there is the quality of passivity—the experience is not something one can manufacture or control. It comes as grace, as gift, unbidden and unexpected. The mystic can prepare the ground through spiritual practices, can remove obstacles and cultivate receptivity, but the final breakthrough is not a human achievement. It is as though one had been waiting at the door, and suddenly the door opens from the other side. The soul is seized, lifted, transported into dimensions it could not have reached by its own efforts.

 

The Practices of Preparation

 

Though the mystical encounter ultimately transcends all methods and techniques, the wisdom traditions have long recognized that certain practices prepare the soil of consciousness for the seed of divine experience. These are not mechanical procedures that guarantee results, but disciplines that purify awareness and deepen receptivity.

 

Meditation stands as one of the primary pathways. In the stillness of meditation, the practitioner learns to observe the ceaseless activity of the mind—the thoughts that arise and pass like clouds across the sky of awareness. Gradually, through patient practice, one discovers that one is not identical with these thoughts, that there is a witnessing presence that remains untouched by the content it observes. As the mind settles, like sediment in a jar of water that has ceased to be shaken, a clarity emerges. In this clarity, there may arise glimpses of a deeper reality, intimations of the Absolute that underlies and transcends the play of mental phenomena.

 

Prayer, in its deepest sense, is not mere petition or conversation with a God imagined as separate from oneself. It is an opening of the heart, a making of oneself vulnerable and receptive to the divine presence. In prayer, the soul pours itself out in devotion, gratitude, and longing. It is a relationship, a dialogue that gradually reveals itself to be a monologue, for the one who prays and the One who is prayed to are discovered to be, in the final analysis, not two but one. Prayer dissolves the boundaries of the separate self, creating a space in which grace can enter.

 

Contemplation goes beyond meditation and prayer into a region of pure silence. Here, all effort ceases, all striving stops. The contemplative simply rests in the presence of the Divine, without thought, without image, without desire even for spiritual experience. This is the practice of radical letting-go, of surrendering even the self that seeks. In this nakedness, this poverty of spirit, the soul becomes like a clear window through which the light of the Absolute can shine unobstructed.

 

Ethics, too, plays a crucial role, though it may seem far removed from mystical experience. The cultivation of virtue—compassion, truthfulness, non-violence, generosity—purifies the heart and aligns the soul with the fundamental harmony of existence. Selfishness, cruelty, and deception create turbulence in consciousness, making it impossible for the still, small voice of the Absolute to be heard. By living in accordance with moral principles, the mystic removes the obstacles that block the flow of divine grace. Ethics is not merely a matter of external behavior but of inner transformation, the reshaping of consciousness in the image of the Divine.

 

Yet the mystics warn against a subtle danger: the temptation to seek mystical experiences for their own sake, to treat them as spiritual achievements or as means to power and prestige. Such seeking is itself a form of grasping, an assertion of the ego that must be transcended. The true goal is not the experience but the transformation it brings, not the momentary vision but the permanent reorientation of one's life toward the Divine.

 

The Transformation of Being

 

When authentic mystical experience occurs, it does not leave the individual unchanged. Like a lightning strike that transforms sand into glass, the encounter with the Absolute restructures consciousness at its deepest levels. The effects ripple outward, touching every dimension of the person's life, worldview, and relationships.

 

There emerges a sense of awe and wonder that never entirely fades. The mystic walks through the world with new eyes, perceiving the extraordinary hiding within the ordinary, the infinite dwelling within the finite. A flower becomes a miracle, a breath becomes a prayer, a moment becomes eternity. Where others see only the surface of things, the mystic perceives depth upon depth, each layer revealing yet another dimension of the sacred mystery that permeates all existence.

 

Gratitude and joy arise spontaneously, not as emotional states that come and go, but as fundamental tonalities of being. To have glimpsed the Absolute is to know oneself as utterly gifted, graced beyond all deserving. Existence itself becomes a cause for celebration, for the mystic has discovered that beneath all suffering and struggle, there is a joy that has no opposite, a peace that transcends all understanding. This is not the happiness that depends on circumstances but the bliss that is one's true nature.

 

Paradoxically, this encounter with the supreme reality brings profound humility. The mystic who has touched the Infinite knows the smallness and fragility of the separate self. Yet this humility is not self-deprecation but a realistic assessment of the human condition, combined with compassion for all beings who struggle in the same predicament. Having experienced the dissolution of ego boundaries, the mystic develops a natural empathy, recognizing in every other being the same essential nature, the same spark of the Divine, the same potential for awakening.

 

There comes also a detachment from worldly concerns—not the cold indifference of someone who does not care, but the freedom of someone who is no longer enslaved by desires and fears. Having tasted the nectar of the Absolute, the mystic finds that worldly satisfactions have lost their grip. Wealth, fame, pleasure, success—these no longer compel as they once did. This is not renunciation born of duty or discipline, but a natural falling away, like a snake shedding its skin. The mystic remains engaged with the world, fulfilling necessary duties and responsibilities, but without the desperate grasping and clinging that characterizes ordinary existence.

 

Finally, there emerges a sense of purpose and direction. The mystic returns from the encounter with a mission: to serve, to love, to alleviate suffering, to help others find the path. This is not felt as an obligation imposed from outside but as the natural expression of what has been realized. When one has experienced unity with all beings, service to others becomes service to oneself; when one has known the Divine as the ground of all existence, working for the welfare of creation becomes working for the glory of God.

 

The Invitation to the Infinite

 

The mystical theory of the Absolute stands as a perennial challenge to the assumptions of materialist culture, which sees reality as exhausted by physical processes and human experience as reducible to brain states. It invites us to consider that consciousness is not a mere epiphenomenon of matter but a fundamental feature of reality, perhaps reality's deepest dimension. It suggests that the feeling of separation that characterizes ordinary awareness is not the final truth but a kind of trance from which we might awaken.

 

This is not merely an interesting philosophical speculation but a living invitation—an invitation to undertake the journey ourselves, to test the claims of the mystics in the laboratory of our own consciousness. The path is arduous, requiring commitment, discipline, and the willingness to question our most cherished assumptions about who we are. It demands that we loosen our grip on the familiar and venture into the unknown. It asks us to surrender the illusion of control and open ourselves to possibilities that exceed our current comprehension.

 

Yet the mystics assure us that the effort is worthwhile beyond all measure. For what is at stake is nothing less than the discovery of our true nature, the realization of our deepest identity. We are not, they tell us, merely the small, separate selves we take ourselves to be, buffeted by circumstances, trapped in time, doomed to inevitable dissolution. We are, in our essence, one with the Absolute—that boundless reality that has no beginning and no end, that underlies all appearance, that is the source and substance of all that exists.

 

This truth cannot be grasped by the intellect alone, cannot be learned from books or accepted on authority. It must be realized, lived, embodied. And when it is, the mystics promise, everything changes while nothing changes. The world remains the same, yet it is transfigured. The self remains, yet it is no longer the center of the universe. Life continues with its joys and sorrows, its challenges and triumphs, yet beneath it all there is a stillness, a silence, a peace that cannot be disturbed.

 

In the end, the mystical path is not an escape from reality but a plunge into its depths, not a denial of existence but an affirmation of its ultimate meaning. It is a journey from the surface to the depths, from multiplicity to unity, from ignorance to knowledge, from bondage to freedom. It is the soul's return to its source, the drop's recognition that it is the ocean, the wave's discovery that it is the water.

 

And in that discovery, there is rest.

 

Ο Φωτεινός Δρόμος: Ένα Ταξίδι Προς το Απόλυτο

 

Το Κατώφλι του Μυστηρίου

 

Στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, πέρα από την πολυάσχολη αγορά των σκέψεων και το ανήσυχο θέατρο των επιθυμιών, υπάρχει μια πύλη — αόρατη αλλά αναμφισβήτητη — που ανοίγει σε διαστάσεις της πραγματικότητας για τις οποίες η γλώσσα μόλις και μπορεί να ψιθυρίσει. Αυτή είναι η σφαίρα όπου οι μύστες όλων των εποχών έχουν τολμήσει να εισέλθουν, επιστρέφοντας με διηγήσεις όχι για μακρινές χώρες, αλλά για μια συνάντηση τόσο βαθιά, τόσο συντριπτική στην οικειότητά της, που τα ίδια τα θεμέλια της ατομικότητας τρέμουν και διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

 

Το ταξίδι προς το Απόλυτο δεν αρχίζει με έναν χάρτη, αλλά με μια λαχτάρα — έναν πόνο στην ψυχή που καμία γήινη ικανοποίηση δεν μπορεί να σβήσει. Είναι σαν η ανθρώπινη ψυχή να θυμάται, όσο αμυδρά κι αν είναι, ένα σπίτι που δεν έχει γνωρίσει συνειδητά ποτέ, μια ενότητα από την οποία έχει αποχωριστεί με την ίδια την πράξη της ατομικής ύπαρξης. Αυτή η λαχτάρα δεν είναι αδυναμία, αλλά η υψηλότερη φιλοδοξία της συνείδησης: η παρόρμηση να υπερβεί τα δικά της όρια και να συγχωνευθεί με αυτό που είναι απεριόριστο, αιώνιο και εντελώς πέρα από κάθε κατανόηση.

 

Αυτό που αναζητούν οι μύστες δεν είναι μια ιδέα ή μια έννοια, ούτε μια φιλοσοφική πρόταση που μπορεί να συζητηθεί στους διαδρόμους της λογικής. Αναζητούν επαφή — κατευθείαν, άμεση, μεταμορφωτική επαφή — με το έδαφος όλης της ύπαρξης, την πηγή από την οποία ρέει όλη η ύπαρξη σαν ποτάμι από μια ανεξάντλητη πηγή. Κάποιοι έχουν ονομάσει αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα Θεό, επενδύοντάς την με προσωπικότητα και θέληση. Άλλοι την έχουν αποκαλέσει Μπράχμαν, το αμετάβλητο υπόστρωμα κάτω από τις χορευτικές ψευδαισθήσεις του φαινομενικού κόσμου. Άλλοι πάλι μιλούν για το Τάο, τον ανώνυμο δρόμο που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή για τη Νιρβάνα, το σβήσιμο των πυρκαγιών της πόθησης και της πλάνης. Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα είναι απλώς δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, σκιές που ρίχνονται από ένα φως πολύ λαμπρό για τα μάτια της συνηθισμένης αντίληψης.

 

Η Φύση του Ανεκλάλητου

 

Το να μιλάμε για το Απόλυτο είναι να εμπλεκόμαστε σε ένα παράδοξο, διότι είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η σιωπή πριν από την πρώτη λέξη, το σκοτάδι πριν από το πρώτο φως, το κενό που είναι κατά κάποιο τρόπο πιο γεμάτο από κάθε πληρότητα. Το Απόλυτο υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες με τις οποίες το ανθρώπινο μυαλό οργανώνει την πραγματικότητα: δεν είναι ούτε ύπαρξη ούτε μη-ύπαρξη, ούτε ένα ούτε πολλά, ούτε εδώ ούτε εκεί. Είναι πέρα από τον χρόνο, αλλά όλες οι στιγμές υπάρχουν μέσα του. Είναι πέρα από τον χώρο, αλλά όλοι οι τόποι είναι η κατοικία του. Είναι πέρα από την αλλαγή, αλλά κάθε μεταμόρφωση ξεδιπλώνεται μέσα στην αμετάβλητη παρουσία του.

 

Οι μύστες περιγράφουν το Απόλυτο ως άπειρο — όχι με την μαθηματική έννοια της ατέρμονης επέκτασης, αλλά με την έννοια της απόλυτης πληρότητας, που δεν στερείται τίποτα, δεν οριοθετείται από τίποτα, δεν περιορίζεται από τίποτα. Είναι αιώνιο, όχι ως διάρκεια που εκτείνεται μπροστά και πίσω χωρίς τέλος, αλλά ως ένα άχρονο τώρα στο οποίο το παρελθόν και το μέλλον καταρρέουν σε μια μοναδική, αιώνια παρούσα στιγμή. Είναι αμετάβλητο, όχι ως κάτι παγωμένο ή στατικό, αλλά ως μια ηρεμία τόσο βαθιά που κάθε κίνηση φαίνεται σαν απλά κυματάκια στην επιφάνειά του, χωρίς ποτέ να διαταράσσει την ουσιαστική γαλήνη του.

 

Και όμως, παρά όλη αυτή την υπέρβαση, το Απόλυτο δεν είναι μακρινό ή ξεχωριστό από τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας. Πράγματι, οι μύστες διακηρύσσουν μια αλήθεια που θρυμματίζει τα άνετα όρια μεταξύ ιερού και βέβηλου: το Απόλυτο δεν είναι αλλού αλλά εδώ, όχι τότε αλλά τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο αλλά στο ίδιο το έδαφος αυτής της παρούσας στιγμής. Είναι πιο κοντά μας από την ίδια μας την αναπνοή, πιο οικείο από τις ίδιες μας τις σκέψεις, πιο κοντά από τον χτύπο της ίδιας μας της καρδιάς. Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά την μυστική άποψη, δεν είναι ότι είμαστε χωρισμένοι από το Απόλυτο, αλλά ότι αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε την παρουσία του, καλυμμένη όπως είναι από τα παχιά παραπετάσματα της συνήθους αντίληψης και τον ατέλειωτο θόρυβο της νοητικής δραστηριότητας.

 

Η Μαρτυρία της Όρασης

 

Στους αιώνες, μέσα από τον τεράστιο ιστό των ανθρώπινων πολιτισμών και θρησκειών, ορισμένα άτομα έχουν διαπεράσει αυτά τα πέπλα και έχουν αντικρίσει το πρόσωπο του Απόλυτου. Οι μαρτυρίες τους, αν και εκφρασμένες στις συμβολικές γλώσσες των αντίστοιχων παραδόσεών τους, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα — σαν να είχαν όλοι επισκεφθεί την ίδια χώρα και να επέστρεψαν για να την περιγράψουν σε διαφορετικές διαλέκτους.

 

Υπήρχε η Τερέζα, η Ισπανίδα γυναίκα που περπατούσε τους σκονισμένους δρόμους της Καστίλης του δέκατου έκτου αιώνα, η οποία βρέθηκε κατακλυσμένη από μια αγάπη τόσο έντονη που η ίδια η ύπαρξή της έμοιαζε να λιώνει σαν κερί μπροστά σε φλόγα. Στις περιγραφές της για την ένωση με τον Θείο Αγαπημένο, μιλούσε για διάλυση — όχι για την ανυπαρξία του θανάτου, αλλά για μια διάλυση σε κάτι πιο πλατύ και πιο πραγματικό από ό,τι ήταν ποτέ ο ατομικός της εαυτός. Οι εμπειρίες της χαρακτηρίζονταν από αυτό που αποκαλούσε «εσωτερικό κάστρο», ένα τοπίο της ψυχής με πολλά δωμάτια, όπου κάθε ένα έλκει τον προσκυνητή βαθύτερα στο μυστήριο, μέχρι το κέντρο, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο, όπου η ψυχή και ο Θεός γίνονται αδιαίρετοι, συγχωνευμένοι σε μια ένωση πέρα από κάθε περιγραφή.

 

Πέρα από τις τεράστιες αποστάσεις γεωγραφίας και χρόνου, στη ζέστη και το χρώμα της μεσαιωνικής Ινδίας, ζούσε ο Σανκάρα, του οποίου ο διαπεραστικός νους διέκρινε κάτω από την πολλαπλότητα των μορφών μια μοναδική, αδιαίρετη πραγματικότητα. Γι' αυτόν, η συνειδητοποίηση ήταν απόλυτη και κατηγορηματική: ο ατομικός εαυτός, το άτμαν, δεν είναι τίποτε άλλο από το Μπράχμαν, την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάθε φαινομενικός χωρισμός είναι ψευδαίσθηση, μάγια, σαν το σχοινί που περνιέται για φίδι στο αμυδρό φως της άγνοιας. Όταν η γνώση ανατέλλει, το φίδι εξαφανίζεται, όχι επειδή πήγε κάπου, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Έτσι και όταν ο μύστης ξυπνά, τα όρια που φαίνονταν να χωρίζουν τον εαυτό από τον Εαυτό, την ψυχή από τον Θεό, το πλάσμα από τον Δημιουργό, αποκαλύπτονται ως φαντάσματα, και αυτό που απομένει είναι η απλή, συγκλονιστική αναγνώριση: «Εγώ Είμαι Εκείνο».

 

Στις ερήμους και τους κήπους της Περσίας, ο Ρούμι — ποιητής, εραστής, χορευτής — στροβιλιζόταν σε έκσταση, μεθυσμένος όχι από κρασί αλλά από τη μέθη της θείας παρουσίας. Οι στίχοι του ξεχειλίζουν από τη γλώσσα της αγάπης, διότι κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το Απόλυτο δεν είναι μέσω φιλοσοφικής ανάλυσης αλλά μέσω του ανοίγματος της καρδιάς. Στην όρασή του, ο εραστής και ο Αγαπημένος εμπλέκονται σε έναν αιώνιο χορό, και το υπέρτατο μυστικό είναι ότι δεν ήταν ποτέ δύο αλλά πάντα ένας, παίζοντας τον χωρισμό για την καθαρή χαρά της επανένωσης. «Έχω ζήσει στο χείλος της τρέλας», έγραψε, «θέλοντας να γνωρίσω λόγους, χτυπώντας μια πόρτα. Ανοίγει. Χτυπούσα από μέσα!»

 

Στην αυστηρή ομορφιά του ιαπωνικού Ζεν, ο Ντόγκεν δίδασκε ότι ο διαφωτισμός δεν είναι κάτι που αποκτάται αλλά κάτι που συνειδητοποιείται ως ήδη παρών. Το να κάθεται κανείς σε διαλογισμό δεν είναι να ταξιδεύει προς κάποιο μακρινό στόχο αλλά να ενσαρκώνει τη φύση του Βούδα που είναι η αληθινή ουσία του. Σε ένα παράδοξο που ευχαριστιέται να μπερδεύει το λογικό μυαλό, διακήρυξε: «Το να μελετάς τον Δρόμο είναι να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό είναι να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό είναι να διαφωτίζεσαι από όλα τα πράγματα». Σε αυτή την λήθη, υπάρχει μια υπέρτατη ανάμνηση· σε αυτόν τον θάνατο του εγώ, υπάρχει η γέννηση της αληθινής ζωής.

 

Και στα κρύα μοναστήρια της μεσαιωνικής Γερμανίας, ο Μάιστερ Έκχαρτ κήρυττε μια διδασκαλία τόσο ριζοσπαστική που τον έφερε σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μιλούσε για έναν «Θεό πέρα από τον Θεό», μια Θεότητα που υπερβαίνει ακόμα και τον προσωπικό Θεό της συμβατικής θρησκείας. Δίδασκε ότι η ψυχή πρέπει να γίνει κενή, γυμνωμένη από όλες τις προσκολλήσεις, τις επιθυμίες, και ακόμα από την προσκόλλησή της στις ίδιες τις πνευματικές εμπειρίες, ώστε ο Θεός να μπορέσει να γεννηθεί ξανά στα βάθη της ψυχής. «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό», διακήρυξε, «είναι το ίδιο μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει».

 

Οι Ιδιότητες της Μυστικής Συνάντησης

 

Όταν το πέπλο σχίζεται και η ψυχή στέκεται — όσο σύντομα κι αν είναι — στην παρουσία του Απόλυτου, η εμπειρία φέρει ορισμένα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης. Αυτά τα γνωρίσματα έχουν καταγραφεί σε όλες τις παραδόσεις με τέτοια συνέπεια που υποδεικνύουν μια γνήσια φαινομενολογία της μυστικής εμπειρίας.

 

Πρώτον, υπάρχει αυτό που έχει αποκαλεστεί η νοητική ιδιότητα — μια συντριπτική αίσθηση ότι έχει δοθεί γνώση, ότι βαθιές αλήθειες έχουν αποκαλυφθεί όχι μέσω επιχειρημάτων ή αποδείξεων αλλά μέσω άμεσης αντίληψης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να κλονιστεί από αμφιβολία ή συζήτηση, διότι δεν βασίζεται σε πίστη αλλά σε όραση. Είναι σαν να ήταν τυφλός και ξαφνικά να απέκτησε όραση, ή σαν ο κόσμος να είχε θεαθεί μέσα από ένα θολό τζάμι που τώρα έχει γίνει διαφανές.

 

Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η γνώση δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως στους άλλους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανεκλαλητότητα — η εμπειρία αντιστέκεται στη μετάφραση σε λέξεις και έννοιες. Η γλώσσα, που εξελίχθηκε για να περιγράφει τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας, καταρρέει όταν αντιμετωπίζει πραγματικότητες που υπερβαίνουν υποκείμενο και αντικείμενο, χρόνο και χώρο, εαυτό και άλλο. Ο μύστης παλεύει να μεταδώσει αυτό που έχει δει, καταφεύγοντας σε ποίηση, παράδοξο και συμβολισμό, γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά είναι μόνο χονδροειδείς προσεγγίσεις, χειρονομίες προς μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με λόγια.

 

Σχετικό με αυτό είναι η ιδιότητα της παραδοξότητας — η εμπειρία φαίνεται να περιλαμβάνει αντιφάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής. Ο μύστης μπορεί να μιλά για κενό που είναι πληρότητα, για σκοτάδι που είναι φως, για σιωπή που είναι ήχος, για θάνατο που είναι ζωή. Αυτά δεν είναι λάθη σκέψης αλλά προσπάθειες να περιγραφεί μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις κατηγορίες είτε-είτε της λογικής σκέψης. Το Απόλυτο περιλαμβάνει και υπερβαίνει όλα τα αντίθετα· είναι πέρα από την εμβέλεια του διακριτικού νου.

 

Η μυστική εμπειρία χαρακτηρίζεται επίσης από παροδικότητα — δεν διαρκεί. Όσο βαθιά και μεταμορφωτική κι αν είναι, η συνάντηση ξεθωριάζει. Ο μύστης επιστρέφει στην συνηθισμένη συνείδηση, αν και για πάντα αλλαγμένος από αυτό που έχει αντικρίσει. Είναι σαν να είχε δοθεί μια σύντομη επίσκεψη σε μια πατρίδα από την οποία είχε εξοριστεί εδώ και καιρό, μόνο για να σταλεί πίσω στη ξένη γη της καθημερινής ύπαρξης. Ωστόσο, η ανάμνηση παραμένει, ένα φλεγόμενο κάρβουνο στην καρδιά, μια πυξίδα που συνεχίζει να προσανατολίζει την ψυχή προς τον αληθινό της βορρά.

 

Τέλος, υπάρχει η ιδιότητα της παθητικότητας — η εμπειρία δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ή να ελέγξει. Έρχεται ως χάρη, ως δώρο, απρόσκλητη και απροσδόκητη. Ο μύστης μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος μέσω πνευματικών πρακτικών, να αφαιρέσει εμπόδια και να καλλιεργήσει δεκτικότητα, αλλά η τελική επίτευξη δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι σαν να περίμενε κανείς στην πόρτα, και ξαφνικά η πόρτα να ανοίγει από την άλλη πλευρά. Η ψυχή αρπάζεται, υψώνεται, μεταφέρεται σε διαστάσεις που δεν μπορούσε να φτάσει με τις δικές της προσπάθειες.

 

Οι Πρακτικές της Προετοιμασίας

 

Αν και η μυστική συνάντηση τελικά υπερβαίνει όλες τις μεθόδους και τεχνικές, οι παραδόσεις σοφίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ότι ορισμένες πρακτικές προετοιμάζουν το έδαφος της συνείδησης για τον σπόρο της θείας εμπειρίας. Αυτές δεν είναι μηχανικές διαδικασίες που εγγυώνται αποτελέσματα, αλλά πειθαρχίες που καθαρίζουν την επίγνωση και βαθαίνουν την δεκτικότητα.

 

Ο διαλογισμός στέκεται ως μία από τις κύριες οδούς. Στην ηρεμία του διαλογισμού, ο ασκούμενος μαθαίνει να παρατηρεί την ασταμάτητη δραστηριότητα του νου — τις σκέψεις που αναδύονται και παρέρχονται σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσης. Σταδιακά, μέσω υπομονετικής πρακτικής, ανακαλύπτει κανείς ότι δεν ταυτίζεται με αυτές τις σκέψεις, ότι υπάρχει μια μαρτυρούσα παρουσία που παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο που παρατηρεί. Καθώς ο νους ηρεμεί, σαν ιζήματα σε ένα βάζο με νερό που έχει σταματήσει να ταρακουνιέται, αναδύεται μια διαύγεια. Σε αυτή τη διαύγεια, μπορεί να προκύψουν ματιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας, υπονοούμενα του Απόλυτου που υποβαστάζει και υπερβαίνει το παιχνίδι των νοητικών φαινομένων.

 

Η προσευχή, στην βαθύτερη έννοιά της, δεν είναι απλή ικεσία ή συνομιλία με έναν Θεό φανταζόμενο ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Είναι ένα άνοιγμα της καρδιάς, μια έκθεση του εαυτού ευάλωτου και δεκτικού στην θεία παρουσία. Στην προσευχή, η ψυχή χύνεται σε αφοσίωση, ευγνωμοσύνη και λαχτάρα. Είναι μια σχέση, ένας διάλογος που σταδιακά αποκαλύπτεται ως μονόλογος, διότι αυτός που προσεύχεται και Εκείνος στον Οποίο απευθύνεται η προσευχή ανακαλύπτονται, στην τελική ανάλυση, να μην είναι δύο αλλά ένας. Η προσευχή διαλύει τα όρια του ξεχωριστού εαυτού, δημιουργώντας χώρο όπου η χάρη μπορεί να εισέλθει.

 

Η θεώρηση υπερβαίνει τον διαλογισμό και την προσευχή σε μια περιοχή καθαρής σιωπής. Εδώ, κάθε προσπάθεια παύει, κάθε αγώνας σταματά. Ο θεωρητικός απλώς αναπαύεται στην παρουσία του Θείου, χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς επιθυμία ακόμα και για πνευματική εμπειρία. Αυτή είναι η πρακτική της ριζικής απελευθέρωσης, της παράδοσης ακόμα και του εαυτού που αναζητά. Σε αυτή την γύμνια, αυτή την πτωχεία πνεύματος, η ψυχή γίνεται σαν ένα καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Απόλυτου μπορεί να λάμψει ανεμπόδιστα.

 

Η ηθική επίσης παίζει κρίσιμο ρόλο, αν και μπορεί να φαίνεται μακριά από την μυστική εμπειρία. Η καλλιέργεια της αρετής — συμπόνια, αληθοφάνεια, μη-βία, γενναιοδωρία — καθαρίζει την καρδιά και ευθυγραμμίζει την ψυχή με την θεμελιώδη αρμονία της ύπαρξης. Ο εγωισμός, η σκληρότητα και η απάτη δημιουργούν αναταραχή στη συνείδηση, καθιστώντας αδύνατο να ακουστεί η ήρεμη, μικρή φωνή του Απόλυτου. Ζώντας σύμφωνα με ηθικές αρχές, ο μύστης αφαιρεί τα εμπόδια που εμποδίζουν τη ροή της θείας χάριτος. Η ηθική δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά εσωτερικής μεταμόρφωσης, της διαμόρφωσης της συνείδησης κατ' εικόνα του Θείου.

 

Ωστόσο, οι μύστες προειδοποιούν για έναν λεπτό κίνδυνο: τον πειρασμό να αναζητά κανείς μυστικές εμπειρίες για χάρη τους, να τις αντιμετωπίζει ως πνευματικά επιτεύγματα ή ως μέσα για δύναμη και κύρος. Τέτοια αναζήτηση είναι από μόνη της μια μορφή αρπαγής, μια διεκδίκηση του εγώ που πρέπει να υπερβεί. Ο αληθινός στόχος δεν είναι η εμπειρία αλλά η μεταμόρφωση που φέρνει, όχι η στιγμιαία όραση αλλά ο μόνιμος επαναπροσανατολισμός της ζωής προς το Θείο.

 

Η Μεταμόρφωση της Ύπαρξης

 

Όταν συμβαίνει γνήσια μυστική εμπειρία, δεν αφήνει το άτομο αμετάβλητο. Σαν κεραυνός που μετατρέπει την άμμο σε γυαλί, η συνάντηση με το Απόλυτο αναδομεί τη συνείδηση στα βαθύτερα επίπεδά της. Τα αποτελέσματα κυματίζονται προς τα έξω, αγγίζοντας κάθε διάσταση της ζωής, της κοσμοθεωρίας και των σχέσεων του ατόμου.

 

Αναδύεται μια αίσθηση δέους και θαυμασμού που ποτέ δεν ξεθωριάζει εντελώς. Ο μύστης περπατά στον κόσμο με νέα μάτια, αντιλαμβανόμενος το εξαιρετικό που κρύβεται μέσα στο συνηθισμένο, το άπειρο που κατοικεί μέσα στο πεπερασμένο. Ένα λουλούδι γίνεται θαύμα, μια αναπνοή γίνεται προσευχή, μια στιγμή γίνεται αιωνιότητα. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, ο μύστης αντιλαμβάνεται βάθος επί βάθους, κάθε στρώμα αποκαλύπτει μια ακόμα διάσταση του ιερού μυστηρίου που διαπερνά όλη την ύπαρξη.

 

Ευγνωμοσύνη και χαρά αναδύονται αυθόρμητα, όχι ως συναισθηματικές καταστάσεις που έρχονται και παρέρχονται, αλλά ως θεμελιώδεις τόνοι της ύπαρξης. Το να έχει αντικρίσει κανείς το Απόλυτο είναι να γνωρίζει τον εαυτό ως απόλυτα προικισμένο, χαρισμένο πέρα από κάθε αξίωση. Η ίδια η ύπαρξη γίνεται αιτία εορτασμού, διότι ο μύστης έχει ανακαλύψει ότι κάτω από κάθε πάθος και αγώνα, υπάρχει μια χαρά χωρίς αντίθετο, μια ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Αυτή δεν είναι η ευτυχία που εξαρτάται από περιστάσεις αλλά η μακαριότητα που είναι η αληθινή φύση του.

 

Παραδόξως, αυτή η συνάντηση με την υπέρτατη πραγματικότητα φέρνει βαθιά ταπείνωση. Ο μύστης που έχει αγγίξει το Άπειρο γνωρίζει το μικρό και εύθραυστο του ξεχωριστού εαυτού. Ωστόσο αυτή η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης κατάστασης, συνδυασμένη με συμπόνια για όλα τα όντα που παλεύουν στην ίδια κατάσταση. Έχοντας βιώσει τη διάλυση των ορίων του εγώ, ο μύστης αναπτύσσει μια φυσική ενσυναίσθηση, αναγνωρίζοντας σε κάθε άλλο ον την ίδια ουσιαστική φύση, την ίδια σπίθα του Θείου, την ίδια δυνατότητα για αφύπνιση.

 

Έρχεται επίσης μια απόσπαση από κοσμικές ανησυχίες — όχι η κρύα αδιαφορία κάποιου που δεν νοιάζεται, αλλά η ελευθερία κάποιου που δεν είναι πλέον σκλαβωμένος από επιθυμίες και φόβους. Έχοντας γευτεί το νέκταρ του Απόλυτου, ο μύστης βρίσκει ότι οι κοσμικές ικανοποιήσεις έχουν χάσει την λαβή τους. Πλούτος, φήμη, ηδονή, επιτυχία — αυτά δεν τον εξαναγκάζουν πλέον όπως παλιά. Αυτή δεν είναι αποκήρυξη από καθήκον ή πειθαρχία, αλλά μια φυσική αποβολή, σαν φίδι που ρίχνει το δέρμα του. Ο μύστης παραμένει εμπλεγμένος με τον κόσμο, εκπληρώνοντας απαραίτητα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά χωρίς την απελπισμένη αρπαγή και προσκόλληση που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη ύπαρξη.

 

Τέλος, αναδύεται μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια αποστολή: να υπηρετεί, να αγαπά, να απαλύνει τον πόνο, να βοηθά τους άλλους να βρουν τον δρόμο. Αυτό δεν γίνεται αισθητό ως υποχρέωση επιβλημένη από έξω αλλά ως η φυσική έκφραση αυτού που έχει συνειδητοποιηθεί. Όταν κανείς έχει βιώσει ενότητα με όλα τα όντα, η υπηρεσία στους άλλους γίνεται υπηρεσία στον εαυτό· όταν έχει γνωρίσει το Θείο ως το έδαφος όλης της ύπαρξης, η εργασία για την ευημερία της δημιουργίας γίνεται εργασία για τη δόξα του Θεού.

 

Η Πρόσκληση στο Άπειρο

 

Η μυστική θεωρία του Απόλυτου στέκεται ως αιώνια πρόκληση στις υποθέσεις της υλιστικής κουλτούρας, η οποία βλέπει την πραγματικότητα ως εξαντλημένη από φυσικές διεργασίες και την ανθρώπινη εμπειρία ως αναγόμενη σε καταστάσεις εγκεφάλου. Μας προσκαλεί να σκεφτούμε ότι η συνείδηση δεν είναι απλό επακόλουθο της ύλης αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, ίσως η βαθύτερη διάστασή της. Υποδηλώνει ότι το αίσθημα χωρισμού που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη επίγνωση δεν είναι η τελική αλήθεια αλλά ένα είδος έκσταση από την οποία μπορεί να ξυπνήσουμε.

 

Αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική εικασία αλλά μια ζωντανή πρόσκληση — πρόσκληση να αναλάβουμε το ταξίδι οι ίδιοι, να δοκιμάσουμε τις διεκδικήσεις των μυστών στο εργαστήριο της δικής μας συνείδησης. Ο δρόμος είναι κοπιαστικός, απαιτώντας δέσμευση, πειθαρχία και προθυμία να αμφισβητήσουμε τις πιο αγαπημένες μας υποθέσεις για το ποιοι είμαστε. Απαιτεί να χαλαρώσουμε τη λαβή μας στο οικείο και να τολμήσουμε στο άγνωστο. Μας ζητά να παραδώσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να ανοιχτούμε σε δυνατότητες που υπερβαίνουν την τρέχουσα κατανόησή μας.

 

Ωστόσο, οι μύστες μας διαβεβαιώνουν ότι η προσπάθεια αξίζει πέρα από κάθε μέτρο. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανακάλυψη της αληθινής μας φύσης, την συνειδητοποίηση της βαθύτερης ταυτότητάς μας. Δεν είμαστε, μας λένε, απλώς οι μικροί, ξεχωριστοί εαυτοί που θεωρούμε ότι είμαστε, χτυπημένοι από περιστάσεις, παγιδευμένοι στον χρόνο, καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη διάλυση. Είμαστε, στην ουσία μας, ένα με το Απόλυτο — εκείνη την απεριόριστη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που υποβαστάζει κάθε εμφάνιση, που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.

 

Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συλληφθεί από τον νου μόνο, δεν μπορεί να μαθευτεί από βιβλία ή να γίνει αποδεκτή με αυθεντία. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, να βιωθεί, να ενσαρκωθεί. Και όταν γίνει, οι μύστες υπόσχονται, όλα αλλάζουν ενώ τίποτα δεν αλλάζει. Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά μεταμορφώνεται. Ο εαυτός παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το κέντρο του σύμπαντος. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τους θριάμβους της, αλλά κάτω από όλα υπάρχει μια ηρεμία, μια σιωπή, μια ειρήνη που δεν μπορεί να διαταραχθεί.

 

Στο τέλος, ο μυστικός δρόμος δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά βουτιά στα βάθη της, όχι άρνηση της ύπαρξης αλλά επιβεβαίωση της υπέρτατης σημασίας της. Είναι ένα ταξίδι από την επιφάνεια στα βάθη, από την πολλαπλότητα στην ενότητα, από την άγνοια στη γνώση, από την δουλεία στην ελευθερία. Είναι η επιστροφή της ψυχής στην πηγή της, η αναγνώριση της σταγόνας ότι είναι ο ωκεανός, η ανακάλυψη του κύματος ότι είναι το νερό.

 

Και σε αυτή την ανακάλυψη, υπάρχει ανάπαυση.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~