ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)
2. Η Πύλη της Ζωής Ένα Ταξίδι Πέρα από το Κατώφλι της Ύπαρξης

CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 10 January, 2026

Sunday, October 29, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ 3


1. Οντολογία της Ψυχής

2. Φαινομενολογία της Ψυχής

3. Τα Μυστήρια, η Εσωτερική Παράδοση κι η εξωτερική διδασκαλία
 
 

Σύμφωνα με ταΛεγόμενατου ΙησούΑυτό που Είμαστε Πραγματικά”, η Ουσία, ο Λόγος, η Ψυχή, (δεν έχει σημασία η ονομασία), είναι μια Άκτιστη (Μη δημιουργημένη) Πραγματικότητα, ανοιχτή Παρουσία, Απεριόριστη, Ελεύθερη. Από την άλλη μεριά αυτό που γίνεται αντιληπτό σαν Δημιουργία είναι ένας κλειστός περιορισμένος χώρος. ΗΕίσοδοςστην Δημιουργία δεν μεταβάλλει την Ίδια την Ουσία της Ψυχής αλλά της προσδίδει πρόσθετες ιδιότητες αντίληψης για να συλλάβει, να έχει εμπειρία του περιορισμένου χώρου, της δημιουργίας. Και μέσα στην Δημιουργία η Αντίληψη μπορεί να είναι Αντικειμενική (και να χαρακτηρίζεται σαν μια Καθαρή Φωτεινή Αντίληψη, ο Φωτεινός Κόσμος όπου αντιλαμβανόμαστε τη Δημιουργία σανΧώρο”) ή μπορεί νααλλοιώνεταιυποκειμενικά και να λειτουργεί μέσα από την σύνδεση με ένα φορέα εκδήλωσης (και να χαρακτηρίζεται σαν η συσκοτισμένη αντίληψη, ο Κόσμος της Σκιάς όπου αντιλαμβανόμαστε την αλλαγή των πραγμάτων, το γίγνεσθαι, την εξέλιξη, τον χρόνο).

Αυτό που ο Ιησούς ονόμαζε Θεό, Πατέρα, Ένωση με τον Θεό, Αιώνια Ζωή, είναι η Ζωή στους Κόλπους του Πατέρα. Η Βασιλεία του Ιησού, η Βασιλεία των Ουρανών είναι (σαν υπέρτατο βίωμα) στους Κόλπους της Θεότητας, δεν είναι μέσα στην Δημιουργία, ούτε στους Ανώτερους Φωτεινούς Ουρανούς, ούτε στους κατώτερους Κόσμους της Σκιάς (στον νοητικό κόσμο, στον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο ή στον υλικό κόσμο). Κι η Χαρμόσυνη Αγγελία στους ανθρώπους είναι ότι μπορούν μέσα τους να Γνωρίσουν τον Θεό, ναμετουσιωθούναπόαυτό που νομίζουν ότι είναισεαυτό που είναι πραγματικά” (δηλαδή να Κατανοήσουν τη Αληθινή Φύση τους). Και το να Γνωρίσεις τον Θεό ή να Αναγνωρίσεις τον Θεό Μέσα σου σαν τη υπέρτατη κατάσταση της συνείδησης, αυτό είναι η Αληθινή Ζωή κι η Αληθινή Κατοικία των όντων, το Βασίλειο του Θεού, στους Κόλπους του Πατέρα.

Στην πραγματικότητα η Διδασκαλία του Ιησού, επειδή ήταν Πρακτική Καθοδήγηση για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στην βίωση αυτής της εσωτερικής κατάστασης, δεν εκτέθηκε ποτέ σαν μια συγκροτημένη θεωρία περί του όντος (της ουσίας του, της εξέλιξής του, του προορισμού του), ή περί της οδού της ελευθερίας. Κι ο Ιωάννης (ο πιο κοντινός στον Ιησού αδελφός) εντάσσει αυτή τη Εμπειρία της Πραγματικότητας που αποκαλύπτει η πνευματική προσέγγιση του Θεού, της Αλήθειας, στη διήγηση των τελευταίων ημερών του Ιησού στην γη. Αποσπασματικά αναφέρεται σε όλα αυτά τα θέματα (δεν κάνει συστηματική θεολογική έκθεση). Πάντως όσα εκθέτουμε εδώ υπάρχουν όλα μέσα στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη για όποιον θέλει να μελετήσει προσεκτικά το Κείμενο, χωρίς να παραπλανάται από τις εξωτερικές ερμηνείες της εξωτερικής κοσμικής εκκλησίας.

Το γεγονός είναι ότι όταν η Ψυχή εισέρχεται στον περιορισμένο χώρο της Δημιουργίας αποκτά άλλες ιδιότητες, άλλη αίσθηση του Χώρου και άλλη αντίληψη για τα συμβαίνοντα. Γίνεται έτσι Αντικειμενική Ψυχή ή Υποκειμενική (Εμπειρική, “Προσωπική”) Ψυχή, πρόσωπο, προσωπικότητα. Κι ανάλογα με τον Βαθμό Επίγνωσής της αντιλαμβάνεται και περιγράφει τον κόσμο. Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον Εαυτό τους όχι στη Αληθινή Εσωτερική Ουσία αλλά στις εξωτερικές καταστάσεις και με εξωτερικές ιδιότητες, σαν ύπαρξη που διανοείται, συναισθάνεται και επιθυμεί, αισθάνεται κι έχει εμπειρία του σώματος και μέσω του σώματος του εξωτερικού κόσμου. Χωρίς Βαθύτερη Εμπειρία της Ουσίας, μένοντας μόνο στην εξωτερική διανόηση αντιλαμβάνονται τα πράγματα τελείως σχηματικά, σαν αντιλήψεις, ιδέες. Αδυνατώντας να Βιώσουν τον Θεό σαν Εσωτερική Κατάσταση υποστασιοποιούν την αντίληψη του Θεού, θεωρούν τον Θεό σαν Αντικείμενο Ον, Δημιουργό, κλπ. Όμως όλα αυτά που συλλαμβάνουν είναι απλά συλλήψεις της διανόησης,, “είδωλα”, κι όχι ο Ζωντανός Θεός. Κάνοντας όμως τον Θεό ιδέα, τοείδωλο”, που φτιάχνουν με τη διανόησή τους, τονκαθιστούν” “μικρότεροαπό τη διανόηση. Αλλά ο Θεός Είναι Πολύ Πέρα από όλα. ΕίναιΑυτό που τα Περιέχει όλα”, και την διανόηση των ανθρώπων και τους ανθρώπους. Έτσι για να Προσεγγίσουμε τον Θεό πρέπει να πάμε πέραν της διανόησης, πέραν κάθε αντίληψης. Προφανώς αυτό που συλλαμβάνουν οι άνθρωποι, είναι ένα είδωλο του μικρού εγωιστικού “νουτους, μια κατασκευή της σκέψης τους, ένα ψέμα και πάντως όχι ο Θεός. Με τον ίδιο τρόπο αυτοί οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, τον άνθρωπο, σαν περιορισμένη ψυχή, πρόσωπο, προσωπικότητα με τις όποιες ιδιότητες, σαν ψυχόσωμα (που είναι η πιο παράλογη και αντιθεολογική ιδέα). Δεν μπορούν να κατανοήσουν τον Εαυτό τους έτσι όπως είναι πραγματικά, μια Πνευματική Δυναμική Πραγματικότητα που μπορεί να βιώνει καταστάσεις ανώτερες( αντικειμενικές) και κατώτερες (υποκειμενικές) και πάντως καταστάσεις ανώτερες από αυτό που βιώνουν που πιστεύουν και περιγράφουν μέσα στη τυφλή θεολογία τους. Έτσι αυτοί οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται με λανθασμένο τρόπο και την Παρουσία του Θεού και τον εαυτό τους τον ίδιο και τη σχέση τους με τον Θεό, ερμηνεύοντας λανθασμένα τα λόγια του Ιησού για τη Ζωή, για τη Βασιλεία των Ουρανών. Θεωρούν ότι η Βασιλεία των Ουρανών οφείλει να πραγματοποιηθεί μέσα στο γίγνεσθαι, με τη αφθαρτοποίηση των σωμάτων και των πραγμάτων. Μην κατανοώντας την Πνευματική Ουσία του Θεού, την Πνευματική Φύση της Ψυχής, και τι είναι πραγματικά η Δημιουργία κι η εμπειρία στους κόσμους της Δημιουργίας, έχουν τη τελείως παράλογη αντίληψη να θέλουν να αποκρυσταλλώσουν το γίγνεσθαι, τη μεταβολή. Είναι τρελό. Δεν κατανοούν ότι το Βασίλειο της Αιωνιότητας είναι πέρα από το γίγνεσθαι, πέρα από τον Χώρο, Εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε γίγνεσθαι ούτε Χώρος αλλά μονάχα Απέραντη Ελευθερία στους Κόλπους του Πατέρα. Ο Ιησούς το λέει συνέχεια μέσα στον Ιωάννη αλλά οι άνθρωποι δεν ακολουθούν την διδασκαλία του Ιησού, ακολουθούν τους περιορισμούς της αντίληψής τους, παράλογους πόθους τους για μια αιώνια ζωή στη γη, στην ύλη, έστω και αφθαρτοποιημένη) και τη βίαιη δραστηριότητά τους.


Είναι ολοφάνερο από όσα είπαμε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο (αν όχι αδύνατο) να μιλήσεις στους ανθρώπους για τα Μυστήρια του Θεού. Ο Ιησούς Βίωνε αυτές τις ανώτερες καταστάσεις της συνείδησης κι ό,τι έλεγε ήταν από βιωματική εμπειρία κι όχι πράγματα που στοχάστηκε ή έλαβε σαν (διανοητικές) πληροφορίες. Παρόλα αυτά το να μιλάς στους ανθρώπους για καταστάσεις που δεν έχουν βιώσει (κι αρνούνται ότι μπορούν να βιώσουν ή δεν θέλουν να βιώσουν) μοιάζει αδύνατο. Για αυτό και ο Ιησούς όταν δικαιωματικά μιλούσε για τη Αλήθεια, επειδή οι άνθρωποι δεν κατανοούν προκαλούσε σύγχυση και αντιδράσεις στην σκέψη των ανθρώπων. Από εδώ πηγάζουν οι συγκρούσεις του με τους πνευματικούς άρχοντες της εποχής που περιγράφονται στα Ευαγγέλια και κυρίως στο Ιωάννη (που περιγράφει τις τελευταίες ημέρες του Ιησού στην γη).

Κατανοώντας ο Ιησούς ότι πολλοί άνθρωποι δεν ήταν σε θέση όχι να Βιώσουν το Μυστήριο της Ένωσης με τον Πατέρα αλλά ούτε καν να βιώσουν τις ουράνιες φωτεινές καταστάσεις της συνείδησης (δηλαδή τις αντικειμενικές καταστάσεις της συνείδησης όπου η αντίληψη λειτουργεί χωρίς τις παρεμβάσεις της εγωικής παραμόρφωσης) περιορίστηκε να Μιλά για τα Μυστήρια στους λιγοστούς αδελφούς του ενώ στους άλλους ανθρώπους μιλούσε συμβολικά με παραβολές και νουθεσίες. Έτσι εκ των πραγμάτων ξεκίνησε μια Εσωτερική Μυστική Παράδοση και μια εξωτερική διδασκαλία για την θρησκευτική ζωή.

Μιλώντας ο Ιησούς για τα Μυστήρια της Βασιλείας δεν εξέθετε κάτι θεωρητικό, με θεωρητικό τρόπο, αλλά υπεδείκνυε πρακτικά πως μπορεί ο άνθρωπος, αυτός ο ίδιος, να βιώσει μέσα του την Αλήθεια. Αφυπνιζόμενος ο άνθρωπος στην παρούσα κατάστασή του, στην πραγματικότητα που συμβαίνει μπορούσε να ξεπεράσει την εξωτερική εγωιστική δραστηριότητα και να ανυψωθεί στην αντικειμενική λειτουργία της Ψυχής. Για να το κάνεις αυτό απλά πρέπει να αγαπάς πραγματικά τον Θεό και να είσαι αποφασισμένος να εγκαταλείψεις τις αυταπάτες σου και την εγωιστική δραστηριότητά σου, τις προσκολλήσεις σου στον εξωτερικό κόσμο. Οποιοσδήποτε μπορεί να το κάνει. Αλλά ελάχιστοι το κάνουν.

Παράλληλα με την Εσωτερική Μετάδοση της Ζωής, της Αλήθειας, ο Ιησούς κράτησε και καθιέρωσε ανάμεσα στους ακολούθους του κάποιες εξωτερικές δραστηριότητες που πάντα θεωρούνταν ιερές τελετουργικές πράξεις και έχουν βαθύ θρησκευτικό συμβολισμό, όπως το βάπτισμα στο ύδωρ (πανάρχαια και παγκόσμια μαγικο-θρησκευτική πράξη), την χειροθεσία (χειροτονία, χρίσμα) για τημετάδοσητουπνεύματοςτηςέγκρισηςτης Ομάδας προς τον νεοφώτιστο, και τα κοινά δείπνα (σαν το μυστικό δείπνο που έκανε ο Ιησούς με τους αδελφούς του λίγο πριν τον συλλάβουν και τον σύρουν στον σταυρό).

Η Εσωτερική Παράδοση κι η πραγματική βίωση των Αληθινών Μυστηρίων διατηρήθηκε από ελάχιστους, μέχρι σήμερα. Η θρησκευτική κοινότητα που δημιουργήθηκε μετά τη ανάληψη του Ιησού και ιδιαίτερα αυτή η κοινότητα που καθοδηγήθηκε από τον Παύλο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και επεκράτησε τελικά, πολιτικά, κράτησε μόνο την εξωτερική διδασκαλία και την εξωτερική λατρεία ονομάζονταςμυστήριααπλές εξωτερικές τελετουργικές πράξεις. Είναι αμφίβολο ιστορικά αν ο Παύλος, ο απόστολος των εθνώνβοήθησε” τελικά τον χριστιανισμό ήκατέστρεψετο εσωτερικό περιεχόμενο του Μηνύματος του Ιησού. Η εξωτερική εκκλησία πιστεύει το πρώτο, εμείς είμαστε βέβαιοι για το δεύτερο.

Όταν ο Ιησούς μιλούσε για τον Θεό, για την Εν Θεώ Ζωή μιλούσε για την εσωτερική πνευματική προσέγγιση της Θείας Πραγματικότητας. Άλλωστε το διευκρίνισε στον Νικόδημο, σε μια από τις συνομιλίες τους, “Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αλήθεια δει προσκυνείν” , (Ιωάννης 4:24). Οι άνθρωποι όμως αδυνατούν να βιώσουν εσωτερικά τη Αλήθεια. Περιορίζονται απλά στη εξωτερική λατρεία και σε τελετουργικές πράξεις, κινήσεις, υμνωδίες, ιερές πράξεις (όλα εξωτερικές πράξεις και συχνά μηχανικές πράξεις, χωρίς ουσία). Στην πραγματικότητα από το Έργο και την Πνευματική Εργασία που Παρέδωσε ο Ιησούς οι άνθρωποι κράτησαν (στους εκκλησιαστικούς οργανισμούς που δημιούργησαν κι αναγνωρίστηκαν σαν πολιτικοί θεσμοί) μονάχα τα “τσόφλια” του Μηνύματος, ό,τι κατάλαβαν κι ό,τι μπορούσαν να κάνουν. Ο Αληθινός Χριστιανισμός βρίσκεται στη Πνευματική Ζωή (δηλαδή στην Εσωτερική Βίωση της Παρουσίας του Θεού κι όχι σε εξωτερικές δραστηριότητες (στην “πνευματική ζωή” όπως τη εννοούν και την ορίζουν στις εξωτερικές εκκλησίες). Η Πνευματική Ζωή είναι κάτι Εσωτερικό, Εσωτερική Εμπειρία της Συνείδησης, Βίωση Καταστάσεων Ανώτερων από την εξωτερική δραστηριότητα και την επαφή με τον εξωτερικό κόσμο. Η Πνευματική Ζωή είναι κάτι τελείως εσωτερικό.

 
Τελικά τι δίδασκε ο Ιησούς μυστικά στους αδελφούς του; Ποιο ήταν το αντικείμενο των μυστικών συναντήσεών τους; και ποιο ήταν το περιεχόμενο της Αληθινής Διδασκαλίας του; Ο Ιησούς Γνώριζε (βίωνε, κατανοούσε και μπορούσε να βεβαιώσει) ότι η Ψυχή έχει Θεία Προέλευση και Ουσία και η Αληθινή Κατοικία όλων τω Ψυχών (των ψυχών που βιώνουν τον διαχωρισμό από τη Μια Παγκόσμια Πηγή τους) είναι στους Κόλπους του Πατέρα. Η είσοδος στην Δημιουργία θα μπορούσε να έχει μια λογική από τη στιγμή που διατηρούμε τη Επίγνωση της Αληθινής Φύσης μας και μπορούμε ταυτόχρονα να βιώνουμε ορθά την ζωή στον κόσμο και να ερμηνεύουμε ορθά την εμπειρία στον χώρο της περιορισμένης δημιουργίας και του γίγνεσθαι, των μεταβολών και του χρόνου. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο τηςδημιουργίας του ανθρώπουπου περιγράφεται συμβολικά στην Γέννεση. Ο άνθρωπος είναι εξαρχήςΠνεύμα Ζωήςπου εμφυσάται μέσα στο κοσμικό σώμα έχοντας επίγνωση της Παρουσίας του Θεού (σαν Ουσίας των Πάντων) και της Σχέσης του με το Θείο λόγω ακριβώς της Ίδιας Ουσίας με το Θείο. Ηπτώσηδεν είναι παρά ηλησμονιάτης Αληθινής Φύσης μας και του αληθινού νοήματος της εμπειρίας του κόσμου. Ο άνθρωποςαπωθώνταςτην Επίγνωση της Αληθινής Φύσης του στρέφεται προς τα έξω, απορροφάται στην εξωτερική δραστηριότητα και από την νέαπνευματική θέσητου ερμηνεύει τα πάντα. Τα κάνει όλα αντικείμενα της διανόησής του, τα κάνει ιδέες. Αλλά οι ιδέες δεν είναι παρά είδωλα των αληθινών πραγμάτων.

Ο Ιησούς κατανοούσε ότι η ίδια η αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό τους είναι εξαρχής λάθος. Αν ο άνθρωπος είναι (σύμφωνα με την πίστη των ανθρώπων) ένα απλό δημιούργημα ξέχωρο από τον Θεό είναι καταδικασμένος να Παραμένει για πάντα χωριστός από τον Θεό. Αλλά αυτό είναι μια λανθασμένη αντίληψη που δεν διασώζεται με την δήθενθεία επέμβαση” (πόσοι από αυτούς που υιοθετούν αυτοί τη αντίληψη έχουν διασωθεί πραγματικά; όλα είναι μέσα στην φαντασία τους). Ο άνθρωπος είναι πολύ περισσότερο από τη διανόησή του. Από τη άλλη μεριά η θρησκεία των ανθρώπων, ο δρόμος των ανθρώπων να συλλαμβάνουν τον Θεό σαν Αντικείμενο, να λατρεύουν τον Θεό σαν Αντικείμενο με εξωτερικές πράξεις, δράση που πηγάζει από τον λανθασμένο τρόπο που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, είναι αδιέξοδος δρόμος. Το πρώτο πράγμα που έχει να κάνει ο άνθρωπος είναι απλά να ξανακοιτάξει τα πράγματα. Απλά να ξανακοιτάξει και να αρχίσει να ζει πραγματικά, την πραγματικότητα (κι όχι μέσα από τη σκέψη του, αυτά που σκέφτεται). Έτσι κι αλλιώς ο άνθρωπος είναι αυτό που είναι άσχετα από το τι νομίζει πως είναι. Κι η Φύση μας λειτουργεί αυθόρμητα, σύμφωνα με αυτό που είναι, όταν την αφήνουμε να λειτουργήσει. Έτσι το μήνυμα είναι πολύ απλό και μπορεί να το κατανοήσει κι ο πιο απλός άνθρωπος, αν θέλει. Κάποιοι θέλουν, κάποιοι όχι.

Ο Δρόμος της Επιστροφής στο Θεό είναι απλός κι εύκολος για όποιον το θέλει αλλά γίνεται δυσνόητος και δύσκολος για όσους είναι προσκολλημένοι στον κόσμο. Η Αληθινή προσευχή για τη οποία μιλούσε ο Ιησούς δεν είναι παρά η Φυσική Επιστροφή στον Θεό (κι όχι κάποια περίπλοκη τεχνική). Πως προσευχόμαστε αληθινά; Καταρχήν πρέπει κάποιος να κατανοήσει ότι ο Θεός δεν μπορεί να βρεθεί ούτε με τις αισθήσεις, ούτε με τη σκέψη, ούτε με την αντίληψη. Στην Ησυχία αυτής της κατανόησηςγεννιέταιη Αληθινή Παρουσία του Θεού, σαν αυτό που τα Αγκαλιάζει όλα, που Είναι Πέρα από όλα. Για να μπορέσουμε ακριβώς να νοιώσουμε Αυτή τη Παρουσία, το Βάθος της πρέπει να στραφούμε σε Αυτή την Παρουσία, να προσευχηθούμε αληθινά. Πως γίνεται αυτό; Αν θέλεις λέει ο Ιησούς να προσευχηθείς αληθινά, αφούταχτοποιήσειςόλες τις εξωτερικές υποθέσεις σου πρέπει να αποσυρθείς στοοίκοσου κι εδώ προσευχήσου, δώσε όλη σου την προσοχή και νοιώσε αυτό που συμβαίνει. (Σύ δέ ὅταν προσεύχη, εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖον σου, καί κλείσας τήν θύραν σου προσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ», Ματθαίος 6:6). Τόσο απλά. Κι όλα θα γίνουν μόνα τους.

Η Ψυχή εγκαταλείποντας την εξωτερική δραστηριότητα και εισερχόμενη στον εαυτό της αρχίζει να νοιώθει αυτό που είναι πραγματικά. Χωρίς την διανόηση, τους λογισμούς κι όλες τις προσωπικές δράσεις η Ψυχή μένει Καθαρή. Χωρίςπληροφορίεςαπό έξω ζωντανεύει η Εσωτερική Παρουσία κι Αναγνωρίζεται και Βιώνεται. Η Ψυχή είναι ελεύθερη από το σώμα. Η Ψυχή είναι ελεύθερη παντού. Η Ψυχή είναι η ίδια η Αντίληψη. Η Ψυχή είναι Αυτό που Υπάρχει Πραγματικά, η Απεραντοσύνη της Ουσίας, ο Πατέρας. Όλες αυτές οι Εσωτερικές Καταστάσεις ξεδιπλώνονται τελείως αυθόρμητα και φυσικά. Από τη στιγμή που Εισερχόμαστε στη Οδό όλα μας καθοδηγούν προς το Φως, προς τη Αλήθεια, προς τον Θεό. Σε όλη αυτή τη Πορεία δεν υπάρχει καμιά προσωπική προσπάθεια αφού το εγώ έχει εγκαταλειφθεί έξω στον κόσμο. Εισέρχεσαι στονοίκοσου μόνο εσύ, ο Αληθινός Άνθρωπος, όχι οι αυταπάτες κι οι εγωισμοί και τα λάθη σου. Δεν υπάρχει καμία μέριμνα και καμία δυσκολία.

Δείχνοντας ο Ιησούς στους αδελφούς του που είναι οοίκοςκαι πως να προσεύχονται αληθινά απλά τους άνοιγε τη Πύλη της Βασιλείας των Ουρανών. Αλλά καθένας θα έπρεπε να έχει εμπειρία της Εσωτερικής Πραγματικότητας και να βιώσει αυτός ο ίδιος τον Θεό μέσα του. Σε αυτή τη Πορεία ο άνθρωπος νοιώθει να αλλάζει συνειδησιακά, να διευρύνεται η επίγνωση της Θείας Παρουσίας μέχρι τη Ανώτερη Κατάσταση της Ένωσης με τον Θεό, μέχρι τη Απέραντη Ελευθερία στους Κόλπους του Πατέρα. Ασφαλώς ούτε όλοι οι άνθρωποι (γύρω από τον Ιησού) μπορούσαν να προχωρήσουν ως Αυτό το Βάθος της Θεότητας, ούτε είχαν όλοι ταυτόχρονα την ίδια εξέλιξη. Αλλά το ουσιαστικό είναι οι άνθρωποι να Εισέλθουν στη Οδό, να Περάσουν τη Πύλη των Ουρανών μέσα τους. Μετά όλα ξεδιπλώνονται από μόνα τους. Κι όπου κι αν είμαστε νοιώθουμε πια πως πέρα από όλους τους ορίζοντες που μπορούμε να αντιληφθούμε υπάρχει η Ίδια η Πραγματικότητα, η Απεραντοσύνη της Ελευθερίας.

...
 
4. Η Διδασκαλία, ο Νόμος, η Εντολή κι ο άνθρωπος

5. Το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, τα Τρία Εσωτερικά Κέντρα κι άλλες παραδόσεις

6. Η Είσοδος στη Βασιλεία των Ουρανών, κι η Άνοδος στους Τρεις Ουρανούς

7. Η Άβυσσος, (η Ένωση με τον Πατέρα)



 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
Monday, 12 January, 2026

The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute

 

The Threshold of Mystery

 

In the depths of human consciousness, beyond the chattering marketplace of thoughts and the restless theater of desires, there exists a gateway—invisible yet undeniable—that opens onto dimensions of reality that language can barely whisper about. This is the realm where mystics throughout the ages have ventured, returning with tales not of distant lands but of an encounter so profound, so overwhelming in its intimacy, that the very foundations of selfhood tremble and dissolve like morning mist before the rising sun.

 

The journey toward the Absolute begins not with a map but with a yearning—an ache in the soul that no earthly satisfaction can quench. It is as though the human spirit remembers, however faintly, a home it has never consciously known, a unity from which it has been severed by the very act of individual existence. This longing is not weakness but the highest aspiration of consciousness: the impulse to transcend its own limitations and merge with that which is limitless, eternal, and utterly beyond comprehension.

 

What the mystics seek is not an idea or a concept, not a philosophical proposition that can be debated in the halls of reason. They seek contact—direct, immediate, transformative contact—with the ground of all being, the source from which all existence flows like rivers from an inexhaustible spring. Some have named this ultimate reality God, investing it with personality and will. Others have called it Brahman, the unchanging substrate beneath the dancing illusions of the phenomenal world. Still others speak of the Tao, the nameless way that cannot be spoken, or Nirvana, the extinguishing of the fires of craving and delusion. Yet all these names are but fingers pointing at the moon, shadows cast by a light too brilliant for the eyes of ordinary perception.

 

The Nature of the Ineffable

 

To speak of the Absolute is to engage in a paradox, for it is precisely that which cannot be spoken. It is the silence before the first word, the darkness before the first light, the emptiness that is somehow fuller than all fullness. The Absolute transcends all categories by which the human mind organizes reality: it is neither being nor non-being, neither one nor many, neither here nor there. It is beyond time, yet all moments exist within it. It is beyond space, yet all places are its dwelling. It is beyond change, yet all transformation unfolds within its unchanging presence.

 

The mystics describe the Absolute as infinite—not in the mathematical sense of endless extension, but in the sense of absolute completeness, lacking nothing, bounded by nothing, limited by nothing. It is eternal, not as a duration that stretches forward and backward without end, but as a timeless now in which past and future collapse into a single, ever-present moment. It is unchanging, not as something frozen or static, but as a stillness so profound that all movement appears as mere ripples on its surface, never disturbing its essential tranquility.

 

And yet, for all this transcendence, the Absolute is not distant or separate from the world of ordinary experience. Indeed, the mystics proclaim a truth that shatters the comfortable boundaries between sacred and profane: the Absolute is not elsewhere but here, not then but now, not in some remote heaven but in the very ground of this present moment. It is closer to us than our own breath, more intimate than our own thoughts, nearer than the beating of our own hearts. The tragedy of human existence, in the mystical view, is not that we are separated from the Absolute, but that we fail to recognize its presence, veiled as it is by the thick curtains of habitual perception and the endless noise of mental activity.

 

The Testimony of Vision

 

Throughout the centuries, across the vast tapestry of human cultures and religions, certain individuals have pierced through these veils and gazed upon the face of the Absolute. Their testimonies, though expressed in the symbolic languages of their respective traditions, bear a remarkable similarity—as though they had all visited the same country and returned to describe it in different dialects.

 

There was Teresa, the Spanish woman who walked the dusty roads of sixteenth-century Castile, who found herself seized by a love so intense that her very being seemed to melt like wax before a flame. In her descriptions of union with the Divine Beloved, she spoke of dissolution—not the annihilation of death, but a dissolution into something vaster and more real than her individual self had ever been. Her experiences were marked by what she called the "interior castle," a landscape of the soul with many chambers, each drawing the pilgrim deeper into the mystery, until at the center, in the innermost chamber, the soul and God become indistinguishable, merged in a union beyond all description.

 

Across the vast distances of geography and time, in the heat and color of medieval India, there lived Shankara, whose penetrating intellect discerned beneath the multiplicity of forms a single, undivided reality. For him, the realization was stark and absolute: the individual self, the atman, is none other than Brahman, the supreme reality. All apparent separation is illusion, maya, like the rope mistaken for a snake in the dim light of ignorance. When knowledge dawns, the snake vanishes, not because it has gone anywhere, but because it was never truly there. So too, when the mystic awakens, the boundaries that seemed to separate self from Self, soul from God, creature from Creator, are revealed as phantoms, and what remains is the simple, stunning recognition: "I am That."

 

In the deserts and gardens of Persia, Rumi—poet, lover, dancer—whirled himself into ecstasy, drunk not on wine but on the intoxication of divine presence. His verses overflow with the language of love, for he understood that the path to the Absolute is not through philosophical analysis but through the opening of the heart. In his vision, the lover and the Beloved are engaged in an eternal dance, and the ultimate secret is that they were never two but always one, playing at separation for the sheer joy of reunion. "I have lived on the lip of insanity," he wrote, "wanting to know reasons, knocking on a door. It opens. I've been knocking from the inside!"

 

In the austere beauty of Japanese Zen, Dogen taught that enlightenment is not something to be attained but something to be realized as already present. To sit in meditation is not to journey toward some distant goal but to embody the Buddha-nature that is one's true essence. In a paradox that delights in confounding the rational mind, he proclaimed: "To study the Way is to study the self. To study the self is to forget the self. To forget the self is to be enlightened by all things." In this forgetting, there is a supreme remembering; in this death of the ego, there is the birth of true life.

 

And in the cold cloisters of medieval Germany, Meister Eckhart preached a doctrine so radical that it brought him into conflict with ecclesiastical authorities. He spoke of a "God beyond God," a Godhead that transcends even the personal God of conventional religion. He taught that the soul must become empty, stripped of all attachments, desires, and even of its attachment to spiritual experiences themselves, so that God might be born anew in the soul's depths. "The eye with which I see God," he declared, "is the same eye with which God sees me."

 

The Qualities of Mystical Encounter

 

When the veil parts and the soul stands—however briefly—in the presence of the Absolute, the experience bears certain unmistakable characteristics that distinguish it from ordinary states of consciousness. These features have been documented across traditions with such consistency that they point to a genuine phenomenology of mystical experience.

 

First, there is what has been called the noetic quality—an overwhelming sense that one has been granted knowledge, that profound truths have been revealed not through argument or evidence but through direct perception. The mystic returns from the encounter with a certainty that cannot be shaken by doubt or debate, for it is not based on belief but on vision. It is as though one had been blind and suddenly gained sight, or as though the world had been seen through a clouded glass that has now become transparent.

 

Yet, paradoxically, this knowledge cannot be fully communicated to others. The second characteristic is ineffability—the experience resists translation into words and concepts. Language, which evolved to describe the world of ordinary experience, breaks down when confronted with realities that transcend subject and object, time and space, self and other. The mystic struggles to convey what has been seen, resorting to poetry, paradox, and symbolism, knowing all the while that these are but crude approximations, gestures toward a reality that cannot be captured in speech.

 

Related to this is the quality of paradoxicality—the experience seems to involve contradictions that violate the laws of logic. The mystic may speak of emptiness that is fullness, of darkness that is light, of silence that is sound, of death that is life. These are not errors in thinking but attempts to describe a reality that transcends the either-or categories of rational thought. The Absolute includes and transcends all opposites; it is beyond the reach of the discriminating intellect.

 

The mystical experience is also characterized by transiency—it does not last. However profound and transformative, the encounter fades. The mystic returns to ordinary consciousness, though forever changed by what has been glimpsed. It is as though one had been granted a brief visit to a homeland from which one has been long exiled, only to be sent back to the foreign land of everyday existence. Yet the memory remains, a burning coal in the heart, a compass that continues to orient the soul toward its true north.

 

Finally, there is the quality of passivity—the experience is not something one can manufacture or control. It comes as grace, as gift, unbidden and unexpected. The mystic can prepare the ground through spiritual practices, can remove obstacles and cultivate receptivity, but the final breakthrough is not a human achievement. It is as though one had been waiting at the door, and suddenly the door opens from the other side. The soul is seized, lifted, transported into dimensions it could not have reached by its own efforts.

 

The Practices of Preparation

 

Though the mystical encounter ultimately transcends all methods and techniques, the wisdom traditions have long recognized that certain practices prepare the soil of consciousness for the seed of divine experience. These are not mechanical procedures that guarantee results, but disciplines that purify awareness and deepen receptivity.

 

Meditation stands as one of the primary pathways. In the stillness of meditation, the practitioner learns to observe the ceaseless activity of the mind—the thoughts that arise and pass like clouds across the sky of awareness. Gradually, through patient practice, one discovers that one is not identical with these thoughts, that there is a witnessing presence that remains untouched by the content it observes. As the mind settles, like sediment in a jar of water that has ceased to be shaken, a clarity emerges. In this clarity, there may arise glimpses of a deeper reality, intimations of the Absolute that underlies and transcends the play of mental phenomena.

 

Prayer, in its deepest sense, is not mere petition or conversation with a God imagined as separate from oneself. It is an opening of the heart, a making of oneself vulnerable and receptive to the divine presence. In prayer, the soul pours itself out in devotion, gratitude, and longing. It is a relationship, a dialogue that gradually reveals itself to be a monologue, for the one who prays and the One who is prayed to are discovered to be, in the final analysis, not two but one. Prayer dissolves the boundaries of the separate self, creating a space in which grace can enter.

 

Contemplation goes beyond meditation and prayer into a region of pure silence. Here, all effort ceases, all striving stops. The contemplative simply rests in the presence of the Divine, without thought, without image, without desire even for spiritual experience. This is the practice of radical letting-go, of surrendering even the self that seeks. In this nakedness, this poverty of spirit, the soul becomes like a clear window through which the light of the Absolute can shine unobstructed.

 

Ethics, too, plays a crucial role, though it may seem far removed from mystical experience. The cultivation of virtue—compassion, truthfulness, non-violence, generosity—purifies the heart and aligns the soul with the fundamental harmony of existence. Selfishness, cruelty, and deception create turbulence in consciousness, making it impossible for the still, small voice of the Absolute to be heard. By living in accordance with moral principles, the mystic removes the obstacles that block the flow of divine grace. Ethics is not merely a matter of external behavior but of inner transformation, the reshaping of consciousness in the image of the Divine.

 

Yet the mystics warn against a subtle danger: the temptation to seek mystical experiences for their own sake, to treat them as spiritual achievements or as means to power and prestige. Such seeking is itself a form of grasping, an assertion of the ego that must be transcended. The true goal is not the experience but the transformation it brings, not the momentary vision but the permanent reorientation of one's life toward the Divine.

 

The Transformation of Being

 

When authentic mystical experience occurs, it does not leave the individual unchanged. Like a lightning strike that transforms sand into glass, the encounter with the Absolute restructures consciousness at its deepest levels. The effects ripple outward, touching every dimension of the person's life, worldview, and relationships.

 

There emerges a sense of awe and wonder that never entirely fades. The mystic walks through the world with new eyes, perceiving the extraordinary hiding within the ordinary, the infinite dwelling within the finite. A flower becomes a miracle, a breath becomes a prayer, a moment becomes eternity. Where others see only the surface of things, the mystic perceives depth upon depth, each layer revealing yet another dimension of the sacred mystery that permeates all existence.

 

Gratitude and joy arise spontaneously, not as emotional states that come and go, but as fundamental tonalities of being. To have glimpsed the Absolute is to know oneself as utterly gifted, graced beyond all deserving. Existence itself becomes a cause for celebration, for the mystic has discovered that beneath all suffering and struggle, there is a joy that has no opposite, a peace that transcends all understanding. This is not the happiness that depends on circumstances but the bliss that is one's true nature.

 

Paradoxically, this encounter with the supreme reality brings profound humility. The mystic who has touched the Infinite knows the smallness and fragility of the separate self. Yet this humility is not self-deprecation but a realistic assessment of the human condition, combined with compassion for all beings who struggle in the same predicament. Having experienced the dissolution of ego boundaries, the mystic develops a natural empathy, recognizing in every other being the same essential nature, the same spark of the Divine, the same potential for awakening.

 

There comes also a detachment from worldly concerns—not the cold indifference of someone who does not care, but the freedom of someone who is no longer enslaved by desires and fears. Having tasted the nectar of the Absolute, the mystic finds that worldly satisfactions have lost their grip. Wealth, fame, pleasure, success—these no longer compel as they once did. This is not renunciation born of duty or discipline, but a natural falling away, like a snake shedding its skin. The mystic remains engaged with the world, fulfilling necessary duties and responsibilities, but without the desperate grasping and clinging that characterizes ordinary existence.

 

Finally, there emerges a sense of purpose and direction. The mystic returns from the encounter with a mission: to serve, to love, to alleviate suffering, to help others find the path. This is not felt as an obligation imposed from outside but as the natural expression of what has been realized. When one has experienced unity with all beings, service to others becomes service to oneself; when one has known the Divine as the ground of all existence, working for the welfare of creation becomes working for the glory of God.

 

The Invitation to the Infinite

 

The mystical theory of the Absolute stands as a perennial challenge to the assumptions of materialist culture, which sees reality as exhausted by physical processes and human experience as reducible to brain states. It invites us to consider that consciousness is not a mere epiphenomenon of matter but a fundamental feature of reality, perhaps reality's deepest dimension. It suggests that the feeling of separation that characterizes ordinary awareness is not the final truth but a kind of trance from which we might awaken.

 

This is not merely an interesting philosophical speculation but a living invitation—an invitation to undertake the journey ourselves, to test the claims of the mystics in the laboratory of our own consciousness. The path is arduous, requiring commitment, discipline, and the willingness to question our most cherished assumptions about who we are. It demands that we loosen our grip on the familiar and venture into the unknown. It asks us to surrender the illusion of control and open ourselves to possibilities that exceed our current comprehension.

 

Yet the mystics assure us that the effort is worthwhile beyond all measure. For what is at stake is nothing less than the discovery of our true nature, the realization of our deepest identity. We are not, they tell us, merely the small, separate selves we take ourselves to be, buffeted by circumstances, trapped in time, doomed to inevitable dissolution. We are, in our essence, one with the Absolute—that boundless reality that has no beginning and no end, that underlies all appearance, that is the source and substance of all that exists.

 

This truth cannot be grasped by the intellect alone, cannot be learned from books or accepted on authority. It must be realized, lived, embodied. And when it is, the mystics promise, everything changes while nothing changes. The world remains the same, yet it is transfigured. The self remains, yet it is no longer the center of the universe. Life continues with its joys and sorrows, its challenges and triumphs, yet beneath it all there is a stillness, a silence, a peace that cannot be disturbed.

 

In the end, the mystical path is not an escape from reality but a plunge into its depths, not a denial of existence but an affirmation of its ultimate meaning. It is a journey from the surface to the depths, from multiplicity to unity, from ignorance to knowledge, from bondage to freedom. It is the soul's return to its source, the drop's recognition that it is the ocean, the wave's discovery that it is the water.

 

And in that discovery, there is rest.

 

Ο Φωτεινός Δρόμος: Ένα Ταξίδι Προς το Απόλυτο

 

Το Κατώφλι του Μυστηρίου

 

Στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, πέρα από την πολυάσχολη αγορά των σκέψεων και το ανήσυχο θέατρο των επιθυμιών, υπάρχει μια πύλη — αόρατη αλλά αναμφισβήτητη — που ανοίγει σε διαστάσεις της πραγματικότητας για τις οποίες η γλώσσα μόλις και μπορεί να ψιθυρίσει. Αυτή είναι η σφαίρα όπου οι μύστες όλων των εποχών έχουν τολμήσει να εισέλθουν, επιστρέφοντας με διηγήσεις όχι για μακρινές χώρες, αλλά για μια συνάντηση τόσο βαθιά, τόσο συντριπτική στην οικειότητά της, που τα ίδια τα θεμέλια της ατομικότητας τρέμουν και διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

 

Το ταξίδι προς το Απόλυτο δεν αρχίζει με έναν χάρτη, αλλά με μια λαχτάρα — έναν πόνο στην ψυχή που καμία γήινη ικανοποίηση δεν μπορεί να σβήσει. Είναι σαν η ανθρώπινη ψυχή να θυμάται, όσο αμυδρά κι αν είναι, ένα σπίτι που δεν έχει γνωρίσει συνειδητά ποτέ, μια ενότητα από την οποία έχει αποχωριστεί με την ίδια την πράξη της ατομικής ύπαρξης. Αυτή η λαχτάρα δεν είναι αδυναμία, αλλά η υψηλότερη φιλοδοξία της συνείδησης: η παρόρμηση να υπερβεί τα δικά της όρια και να συγχωνευθεί με αυτό που είναι απεριόριστο, αιώνιο και εντελώς πέρα από κάθε κατανόηση.

 

Αυτό που αναζητούν οι μύστες δεν είναι μια ιδέα ή μια έννοια, ούτε μια φιλοσοφική πρόταση που μπορεί να συζητηθεί στους διαδρόμους της λογικής. Αναζητούν επαφή — κατευθείαν, άμεση, μεταμορφωτική επαφή — με το έδαφος όλης της ύπαρξης, την πηγή από την οποία ρέει όλη η ύπαρξη σαν ποτάμι από μια ανεξάντλητη πηγή. Κάποιοι έχουν ονομάσει αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα Θεό, επενδύοντάς την με προσωπικότητα και θέληση. Άλλοι την έχουν αποκαλέσει Μπράχμαν, το αμετάβλητο υπόστρωμα κάτω από τις χορευτικές ψευδαισθήσεις του φαινομενικού κόσμου. Άλλοι πάλι μιλούν για το Τάο, τον ανώνυμο δρόμο που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή για τη Νιρβάνα, το σβήσιμο των πυρκαγιών της πόθησης και της πλάνης. Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα είναι απλώς δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, σκιές που ρίχνονται από ένα φως πολύ λαμπρό για τα μάτια της συνηθισμένης αντίληψης.

 

Η Φύση του Ανεκλάλητου

 

Το να μιλάμε για το Απόλυτο είναι να εμπλεκόμαστε σε ένα παράδοξο, διότι είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η σιωπή πριν από την πρώτη λέξη, το σκοτάδι πριν από το πρώτο φως, το κενό που είναι κατά κάποιο τρόπο πιο γεμάτο από κάθε πληρότητα. Το Απόλυτο υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες με τις οποίες το ανθρώπινο μυαλό οργανώνει την πραγματικότητα: δεν είναι ούτε ύπαρξη ούτε μη-ύπαρξη, ούτε ένα ούτε πολλά, ούτε εδώ ούτε εκεί. Είναι πέρα από τον χρόνο, αλλά όλες οι στιγμές υπάρχουν μέσα του. Είναι πέρα από τον χώρο, αλλά όλοι οι τόποι είναι η κατοικία του. Είναι πέρα από την αλλαγή, αλλά κάθε μεταμόρφωση ξεδιπλώνεται μέσα στην αμετάβλητη παρουσία του.

 

Οι μύστες περιγράφουν το Απόλυτο ως άπειρο — όχι με την μαθηματική έννοια της ατέρμονης επέκτασης, αλλά με την έννοια της απόλυτης πληρότητας, που δεν στερείται τίποτα, δεν οριοθετείται από τίποτα, δεν περιορίζεται από τίποτα. Είναι αιώνιο, όχι ως διάρκεια που εκτείνεται μπροστά και πίσω χωρίς τέλος, αλλά ως ένα άχρονο τώρα στο οποίο το παρελθόν και το μέλλον καταρρέουν σε μια μοναδική, αιώνια παρούσα στιγμή. Είναι αμετάβλητο, όχι ως κάτι παγωμένο ή στατικό, αλλά ως μια ηρεμία τόσο βαθιά που κάθε κίνηση φαίνεται σαν απλά κυματάκια στην επιφάνειά του, χωρίς ποτέ να διαταράσσει την ουσιαστική γαλήνη του.

 

Και όμως, παρά όλη αυτή την υπέρβαση, το Απόλυτο δεν είναι μακρινό ή ξεχωριστό από τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας. Πράγματι, οι μύστες διακηρύσσουν μια αλήθεια που θρυμματίζει τα άνετα όρια μεταξύ ιερού και βέβηλου: το Απόλυτο δεν είναι αλλού αλλά εδώ, όχι τότε αλλά τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο αλλά στο ίδιο το έδαφος αυτής της παρούσας στιγμής. Είναι πιο κοντά μας από την ίδια μας την αναπνοή, πιο οικείο από τις ίδιες μας τις σκέψεις, πιο κοντά από τον χτύπο της ίδιας μας της καρδιάς. Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά την μυστική άποψη, δεν είναι ότι είμαστε χωρισμένοι από το Απόλυτο, αλλά ότι αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε την παρουσία του, καλυμμένη όπως είναι από τα παχιά παραπετάσματα της συνήθους αντίληψης και τον ατέλειωτο θόρυβο της νοητικής δραστηριότητας.

 

Η Μαρτυρία της Όρασης

 

Στους αιώνες, μέσα από τον τεράστιο ιστό των ανθρώπινων πολιτισμών και θρησκειών, ορισμένα άτομα έχουν διαπεράσει αυτά τα πέπλα και έχουν αντικρίσει το πρόσωπο του Απόλυτου. Οι μαρτυρίες τους, αν και εκφρασμένες στις συμβολικές γλώσσες των αντίστοιχων παραδόσεών τους, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα — σαν να είχαν όλοι επισκεφθεί την ίδια χώρα και να επέστρεψαν για να την περιγράψουν σε διαφορετικές διαλέκτους.

 

Υπήρχε η Τερέζα, η Ισπανίδα γυναίκα που περπατούσε τους σκονισμένους δρόμους της Καστίλης του δέκατου έκτου αιώνα, η οποία βρέθηκε κατακλυσμένη από μια αγάπη τόσο έντονη που η ίδια η ύπαρξή της έμοιαζε να λιώνει σαν κερί μπροστά σε φλόγα. Στις περιγραφές της για την ένωση με τον Θείο Αγαπημένο, μιλούσε για διάλυση — όχι για την ανυπαρξία του θανάτου, αλλά για μια διάλυση σε κάτι πιο πλατύ και πιο πραγματικό από ό,τι ήταν ποτέ ο ατομικός της εαυτός. Οι εμπειρίες της χαρακτηρίζονταν από αυτό που αποκαλούσε «εσωτερικό κάστρο», ένα τοπίο της ψυχής με πολλά δωμάτια, όπου κάθε ένα έλκει τον προσκυνητή βαθύτερα στο μυστήριο, μέχρι το κέντρο, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο, όπου η ψυχή και ο Θεός γίνονται αδιαίρετοι, συγχωνευμένοι σε μια ένωση πέρα από κάθε περιγραφή.

 

Πέρα από τις τεράστιες αποστάσεις γεωγραφίας και χρόνου, στη ζέστη και το χρώμα της μεσαιωνικής Ινδίας, ζούσε ο Σανκάρα, του οποίου ο διαπεραστικός νους διέκρινε κάτω από την πολλαπλότητα των μορφών μια μοναδική, αδιαίρετη πραγματικότητα. Γι' αυτόν, η συνειδητοποίηση ήταν απόλυτη και κατηγορηματική: ο ατομικός εαυτός, το άτμαν, δεν είναι τίποτε άλλο από το Μπράχμαν, την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάθε φαινομενικός χωρισμός είναι ψευδαίσθηση, μάγια, σαν το σχοινί που περνιέται για φίδι στο αμυδρό φως της άγνοιας. Όταν η γνώση ανατέλλει, το φίδι εξαφανίζεται, όχι επειδή πήγε κάπου, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Έτσι και όταν ο μύστης ξυπνά, τα όρια που φαίνονταν να χωρίζουν τον εαυτό από τον Εαυτό, την ψυχή από τον Θεό, το πλάσμα από τον Δημιουργό, αποκαλύπτονται ως φαντάσματα, και αυτό που απομένει είναι η απλή, συγκλονιστική αναγνώριση: «Εγώ Είμαι Εκείνο».

 

Στις ερήμους και τους κήπους της Περσίας, ο Ρούμι — ποιητής, εραστής, χορευτής — στροβιλιζόταν σε έκσταση, μεθυσμένος όχι από κρασί αλλά από τη μέθη της θείας παρουσίας. Οι στίχοι του ξεχειλίζουν από τη γλώσσα της αγάπης, διότι κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το Απόλυτο δεν είναι μέσω φιλοσοφικής ανάλυσης αλλά μέσω του ανοίγματος της καρδιάς. Στην όρασή του, ο εραστής και ο Αγαπημένος εμπλέκονται σε έναν αιώνιο χορό, και το υπέρτατο μυστικό είναι ότι δεν ήταν ποτέ δύο αλλά πάντα ένας, παίζοντας τον χωρισμό για την καθαρή χαρά της επανένωσης. «Έχω ζήσει στο χείλος της τρέλας», έγραψε, «θέλοντας να γνωρίσω λόγους, χτυπώντας μια πόρτα. Ανοίγει. Χτυπούσα από μέσα!»

 

Στην αυστηρή ομορφιά του ιαπωνικού Ζεν, ο Ντόγκεν δίδασκε ότι ο διαφωτισμός δεν είναι κάτι που αποκτάται αλλά κάτι που συνειδητοποιείται ως ήδη παρών. Το να κάθεται κανείς σε διαλογισμό δεν είναι να ταξιδεύει προς κάποιο μακρινό στόχο αλλά να ενσαρκώνει τη φύση του Βούδα που είναι η αληθινή ουσία του. Σε ένα παράδοξο που ευχαριστιέται να μπερδεύει το λογικό μυαλό, διακήρυξε: «Το να μελετάς τον Δρόμο είναι να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό είναι να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό είναι να διαφωτίζεσαι από όλα τα πράγματα». Σε αυτή την λήθη, υπάρχει μια υπέρτατη ανάμνηση· σε αυτόν τον θάνατο του εγώ, υπάρχει η γέννηση της αληθινής ζωής.

 

Και στα κρύα μοναστήρια της μεσαιωνικής Γερμανίας, ο Μάιστερ Έκχαρτ κήρυττε μια διδασκαλία τόσο ριζοσπαστική που τον έφερε σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μιλούσε για έναν «Θεό πέρα από τον Θεό», μια Θεότητα που υπερβαίνει ακόμα και τον προσωπικό Θεό της συμβατικής θρησκείας. Δίδασκε ότι η ψυχή πρέπει να γίνει κενή, γυμνωμένη από όλες τις προσκολλήσεις, τις επιθυμίες, και ακόμα από την προσκόλλησή της στις ίδιες τις πνευματικές εμπειρίες, ώστε ο Θεός να μπορέσει να γεννηθεί ξανά στα βάθη της ψυχής. «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό», διακήρυξε, «είναι το ίδιο μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει».

 

Οι Ιδιότητες της Μυστικής Συνάντησης

 

Όταν το πέπλο σχίζεται και η ψυχή στέκεται — όσο σύντομα κι αν είναι — στην παρουσία του Απόλυτου, η εμπειρία φέρει ορισμένα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης. Αυτά τα γνωρίσματα έχουν καταγραφεί σε όλες τις παραδόσεις με τέτοια συνέπεια που υποδεικνύουν μια γνήσια φαινομενολογία της μυστικής εμπειρίας.

 

Πρώτον, υπάρχει αυτό που έχει αποκαλεστεί η νοητική ιδιότητα — μια συντριπτική αίσθηση ότι έχει δοθεί γνώση, ότι βαθιές αλήθειες έχουν αποκαλυφθεί όχι μέσω επιχειρημάτων ή αποδείξεων αλλά μέσω άμεσης αντίληψης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να κλονιστεί από αμφιβολία ή συζήτηση, διότι δεν βασίζεται σε πίστη αλλά σε όραση. Είναι σαν να ήταν τυφλός και ξαφνικά να απέκτησε όραση, ή σαν ο κόσμος να είχε θεαθεί μέσα από ένα θολό τζάμι που τώρα έχει γίνει διαφανές.

 

Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η γνώση δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως στους άλλους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανεκλαλητότητα — η εμπειρία αντιστέκεται στη μετάφραση σε λέξεις και έννοιες. Η γλώσσα, που εξελίχθηκε για να περιγράφει τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας, καταρρέει όταν αντιμετωπίζει πραγματικότητες που υπερβαίνουν υποκείμενο και αντικείμενο, χρόνο και χώρο, εαυτό και άλλο. Ο μύστης παλεύει να μεταδώσει αυτό που έχει δει, καταφεύγοντας σε ποίηση, παράδοξο και συμβολισμό, γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά είναι μόνο χονδροειδείς προσεγγίσεις, χειρονομίες προς μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με λόγια.

 

Σχετικό με αυτό είναι η ιδιότητα της παραδοξότητας — η εμπειρία φαίνεται να περιλαμβάνει αντιφάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής. Ο μύστης μπορεί να μιλά για κενό που είναι πληρότητα, για σκοτάδι που είναι φως, για σιωπή που είναι ήχος, για θάνατο που είναι ζωή. Αυτά δεν είναι λάθη σκέψης αλλά προσπάθειες να περιγραφεί μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις κατηγορίες είτε-είτε της λογικής σκέψης. Το Απόλυτο περιλαμβάνει και υπερβαίνει όλα τα αντίθετα· είναι πέρα από την εμβέλεια του διακριτικού νου.

 

Η μυστική εμπειρία χαρακτηρίζεται επίσης από παροδικότητα — δεν διαρκεί. Όσο βαθιά και μεταμορφωτική κι αν είναι, η συνάντηση ξεθωριάζει. Ο μύστης επιστρέφει στην συνηθισμένη συνείδηση, αν και για πάντα αλλαγμένος από αυτό που έχει αντικρίσει. Είναι σαν να είχε δοθεί μια σύντομη επίσκεψη σε μια πατρίδα από την οποία είχε εξοριστεί εδώ και καιρό, μόνο για να σταλεί πίσω στη ξένη γη της καθημερινής ύπαρξης. Ωστόσο, η ανάμνηση παραμένει, ένα φλεγόμενο κάρβουνο στην καρδιά, μια πυξίδα που συνεχίζει να προσανατολίζει την ψυχή προς τον αληθινό της βορρά.

 

Τέλος, υπάρχει η ιδιότητα της παθητικότητας — η εμπειρία δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ή να ελέγξει. Έρχεται ως χάρη, ως δώρο, απρόσκλητη και απροσδόκητη. Ο μύστης μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος μέσω πνευματικών πρακτικών, να αφαιρέσει εμπόδια και να καλλιεργήσει δεκτικότητα, αλλά η τελική επίτευξη δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι σαν να περίμενε κανείς στην πόρτα, και ξαφνικά η πόρτα να ανοίγει από την άλλη πλευρά. Η ψυχή αρπάζεται, υψώνεται, μεταφέρεται σε διαστάσεις που δεν μπορούσε να φτάσει με τις δικές της προσπάθειες.

 

Οι Πρακτικές της Προετοιμασίας

 

Αν και η μυστική συνάντηση τελικά υπερβαίνει όλες τις μεθόδους και τεχνικές, οι παραδόσεις σοφίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ότι ορισμένες πρακτικές προετοιμάζουν το έδαφος της συνείδησης για τον σπόρο της θείας εμπειρίας. Αυτές δεν είναι μηχανικές διαδικασίες που εγγυώνται αποτελέσματα, αλλά πειθαρχίες που καθαρίζουν την επίγνωση και βαθαίνουν την δεκτικότητα.

 

Ο διαλογισμός στέκεται ως μία από τις κύριες οδούς. Στην ηρεμία του διαλογισμού, ο ασκούμενος μαθαίνει να παρατηρεί την ασταμάτητη δραστηριότητα του νου — τις σκέψεις που αναδύονται και παρέρχονται σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσης. Σταδιακά, μέσω υπομονετικής πρακτικής, ανακαλύπτει κανείς ότι δεν ταυτίζεται με αυτές τις σκέψεις, ότι υπάρχει μια μαρτυρούσα παρουσία που παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο που παρατηρεί. Καθώς ο νους ηρεμεί, σαν ιζήματα σε ένα βάζο με νερό που έχει σταματήσει να ταρακουνιέται, αναδύεται μια διαύγεια. Σε αυτή τη διαύγεια, μπορεί να προκύψουν ματιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας, υπονοούμενα του Απόλυτου που υποβαστάζει και υπερβαίνει το παιχνίδι των νοητικών φαινομένων.

 

Η προσευχή, στην βαθύτερη έννοιά της, δεν είναι απλή ικεσία ή συνομιλία με έναν Θεό φανταζόμενο ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Είναι ένα άνοιγμα της καρδιάς, μια έκθεση του εαυτού ευάλωτου και δεκτικού στην θεία παρουσία. Στην προσευχή, η ψυχή χύνεται σε αφοσίωση, ευγνωμοσύνη και λαχτάρα. Είναι μια σχέση, ένας διάλογος που σταδιακά αποκαλύπτεται ως μονόλογος, διότι αυτός που προσεύχεται και Εκείνος στον Οποίο απευθύνεται η προσευχή ανακαλύπτονται, στην τελική ανάλυση, να μην είναι δύο αλλά ένας. Η προσευχή διαλύει τα όρια του ξεχωριστού εαυτού, δημιουργώντας χώρο όπου η χάρη μπορεί να εισέλθει.

 

Η θεώρηση υπερβαίνει τον διαλογισμό και την προσευχή σε μια περιοχή καθαρής σιωπής. Εδώ, κάθε προσπάθεια παύει, κάθε αγώνας σταματά. Ο θεωρητικός απλώς αναπαύεται στην παρουσία του Θείου, χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς επιθυμία ακόμα και για πνευματική εμπειρία. Αυτή είναι η πρακτική της ριζικής απελευθέρωσης, της παράδοσης ακόμα και του εαυτού που αναζητά. Σε αυτή την γύμνια, αυτή την πτωχεία πνεύματος, η ψυχή γίνεται σαν ένα καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Απόλυτου μπορεί να λάμψει ανεμπόδιστα.

 

Η ηθική επίσης παίζει κρίσιμο ρόλο, αν και μπορεί να φαίνεται μακριά από την μυστική εμπειρία. Η καλλιέργεια της αρετής — συμπόνια, αληθοφάνεια, μη-βία, γενναιοδωρία — καθαρίζει την καρδιά και ευθυγραμμίζει την ψυχή με την θεμελιώδη αρμονία της ύπαρξης. Ο εγωισμός, η σκληρότητα και η απάτη δημιουργούν αναταραχή στη συνείδηση, καθιστώντας αδύνατο να ακουστεί η ήρεμη, μικρή φωνή του Απόλυτου. Ζώντας σύμφωνα με ηθικές αρχές, ο μύστης αφαιρεί τα εμπόδια που εμποδίζουν τη ροή της θείας χάριτος. Η ηθική δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά εσωτερικής μεταμόρφωσης, της διαμόρφωσης της συνείδησης κατ' εικόνα του Θείου.

 

Ωστόσο, οι μύστες προειδοποιούν για έναν λεπτό κίνδυνο: τον πειρασμό να αναζητά κανείς μυστικές εμπειρίες για χάρη τους, να τις αντιμετωπίζει ως πνευματικά επιτεύγματα ή ως μέσα για δύναμη και κύρος. Τέτοια αναζήτηση είναι από μόνη της μια μορφή αρπαγής, μια διεκδίκηση του εγώ που πρέπει να υπερβεί. Ο αληθινός στόχος δεν είναι η εμπειρία αλλά η μεταμόρφωση που φέρνει, όχι η στιγμιαία όραση αλλά ο μόνιμος επαναπροσανατολισμός της ζωής προς το Θείο.

 

Η Μεταμόρφωση της Ύπαρξης

 

Όταν συμβαίνει γνήσια μυστική εμπειρία, δεν αφήνει το άτομο αμετάβλητο. Σαν κεραυνός που μετατρέπει την άμμο σε γυαλί, η συνάντηση με το Απόλυτο αναδομεί τη συνείδηση στα βαθύτερα επίπεδά της. Τα αποτελέσματα κυματίζονται προς τα έξω, αγγίζοντας κάθε διάσταση της ζωής, της κοσμοθεωρίας και των σχέσεων του ατόμου.

 

Αναδύεται μια αίσθηση δέους και θαυμασμού που ποτέ δεν ξεθωριάζει εντελώς. Ο μύστης περπατά στον κόσμο με νέα μάτια, αντιλαμβανόμενος το εξαιρετικό που κρύβεται μέσα στο συνηθισμένο, το άπειρο που κατοικεί μέσα στο πεπερασμένο. Ένα λουλούδι γίνεται θαύμα, μια αναπνοή γίνεται προσευχή, μια στιγμή γίνεται αιωνιότητα. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, ο μύστης αντιλαμβάνεται βάθος επί βάθους, κάθε στρώμα αποκαλύπτει μια ακόμα διάσταση του ιερού μυστηρίου που διαπερνά όλη την ύπαρξη.

 

Ευγνωμοσύνη και χαρά αναδύονται αυθόρμητα, όχι ως συναισθηματικές καταστάσεις που έρχονται και παρέρχονται, αλλά ως θεμελιώδεις τόνοι της ύπαρξης. Το να έχει αντικρίσει κανείς το Απόλυτο είναι να γνωρίζει τον εαυτό ως απόλυτα προικισμένο, χαρισμένο πέρα από κάθε αξίωση. Η ίδια η ύπαρξη γίνεται αιτία εορτασμού, διότι ο μύστης έχει ανακαλύψει ότι κάτω από κάθε πάθος και αγώνα, υπάρχει μια χαρά χωρίς αντίθετο, μια ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Αυτή δεν είναι η ευτυχία που εξαρτάται από περιστάσεις αλλά η μακαριότητα που είναι η αληθινή φύση του.

 

Παραδόξως, αυτή η συνάντηση με την υπέρτατη πραγματικότητα φέρνει βαθιά ταπείνωση. Ο μύστης που έχει αγγίξει το Άπειρο γνωρίζει το μικρό και εύθραυστο του ξεχωριστού εαυτού. Ωστόσο αυτή η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης κατάστασης, συνδυασμένη με συμπόνια για όλα τα όντα που παλεύουν στην ίδια κατάσταση. Έχοντας βιώσει τη διάλυση των ορίων του εγώ, ο μύστης αναπτύσσει μια φυσική ενσυναίσθηση, αναγνωρίζοντας σε κάθε άλλο ον την ίδια ουσιαστική φύση, την ίδια σπίθα του Θείου, την ίδια δυνατότητα για αφύπνιση.

 

Έρχεται επίσης μια απόσπαση από κοσμικές ανησυχίες — όχι η κρύα αδιαφορία κάποιου που δεν νοιάζεται, αλλά η ελευθερία κάποιου που δεν είναι πλέον σκλαβωμένος από επιθυμίες και φόβους. Έχοντας γευτεί το νέκταρ του Απόλυτου, ο μύστης βρίσκει ότι οι κοσμικές ικανοποιήσεις έχουν χάσει την λαβή τους. Πλούτος, φήμη, ηδονή, επιτυχία — αυτά δεν τον εξαναγκάζουν πλέον όπως παλιά. Αυτή δεν είναι αποκήρυξη από καθήκον ή πειθαρχία, αλλά μια φυσική αποβολή, σαν φίδι που ρίχνει το δέρμα του. Ο μύστης παραμένει εμπλεγμένος με τον κόσμο, εκπληρώνοντας απαραίτητα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά χωρίς την απελπισμένη αρπαγή και προσκόλληση που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη ύπαρξη.

 

Τέλος, αναδύεται μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια αποστολή: να υπηρετεί, να αγαπά, να απαλύνει τον πόνο, να βοηθά τους άλλους να βρουν τον δρόμο. Αυτό δεν γίνεται αισθητό ως υποχρέωση επιβλημένη από έξω αλλά ως η φυσική έκφραση αυτού που έχει συνειδητοποιηθεί. Όταν κανείς έχει βιώσει ενότητα με όλα τα όντα, η υπηρεσία στους άλλους γίνεται υπηρεσία στον εαυτό· όταν έχει γνωρίσει το Θείο ως το έδαφος όλης της ύπαρξης, η εργασία για την ευημερία της δημιουργίας γίνεται εργασία για τη δόξα του Θεού.

 

Η Πρόσκληση στο Άπειρο

 

Η μυστική θεωρία του Απόλυτου στέκεται ως αιώνια πρόκληση στις υποθέσεις της υλιστικής κουλτούρας, η οποία βλέπει την πραγματικότητα ως εξαντλημένη από φυσικές διεργασίες και την ανθρώπινη εμπειρία ως αναγόμενη σε καταστάσεις εγκεφάλου. Μας προσκαλεί να σκεφτούμε ότι η συνείδηση δεν είναι απλό επακόλουθο της ύλης αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, ίσως η βαθύτερη διάστασή της. Υποδηλώνει ότι το αίσθημα χωρισμού που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη επίγνωση δεν είναι η τελική αλήθεια αλλά ένα είδος έκσταση από την οποία μπορεί να ξυπνήσουμε.

 

Αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική εικασία αλλά μια ζωντανή πρόσκληση — πρόσκληση να αναλάβουμε το ταξίδι οι ίδιοι, να δοκιμάσουμε τις διεκδικήσεις των μυστών στο εργαστήριο της δικής μας συνείδησης. Ο δρόμος είναι κοπιαστικός, απαιτώντας δέσμευση, πειθαρχία και προθυμία να αμφισβητήσουμε τις πιο αγαπημένες μας υποθέσεις για το ποιοι είμαστε. Απαιτεί να χαλαρώσουμε τη λαβή μας στο οικείο και να τολμήσουμε στο άγνωστο. Μας ζητά να παραδώσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να ανοιχτούμε σε δυνατότητες που υπερβαίνουν την τρέχουσα κατανόησή μας.

 

Ωστόσο, οι μύστες μας διαβεβαιώνουν ότι η προσπάθεια αξίζει πέρα από κάθε μέτρο. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανακάλυψη της αληθινής μας φύσης, την συνειδητοποίηση της βαθύτερης ταυτότητάς μας. Δεν είμαστε, μας λένε, απλώς οι μικροί, ξεχωριστοί εαυτοί που θεωρούμε ότι είμαστε, χτυπημένοι από περιστάσεις, παγιδευμένοι στον χρόνο, καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη διάλυση. Είμαστε, στην ουσία μας, ένα με το Απόλυτο — εκείνη την απεριόριστη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που υποβαστάζει κάθε εμφάνιση, που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.

 

Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συλληφθεί από τον νου μόνο, δεν μπορεί να μαθευτεί από βιβλία ή να γίνει αποδεκτή με αυθεντία. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, να βιωθεί, να ενσαρκωθεί. Και όταν γίνει, οι μύστες υπόσχονται, όλα αλλάζουν ενώ τίποτα δεν αλλάζει. Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά μεταμορφώνεται. Ο εαυτός παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το κέντρο του σύμπαντος. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τους θριάμβους της, αλλά κάτω από όλα υπάρχει μια ηρεμία, μια σιωπή, μια ειρήνη που δεν μπορεί να διαταραχθεί.

 

Στο τέλος, ο μυστικός δρόμος δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά βουτιά στα βάθη της, όχι άρνηση της ύπαρξης αλλά επιβεβαίωση της υπέρτατης σημασίας της. Είναι ένα ταξίδι από την επιφάνεια στα βάθη, από την πολλαπλότητα στην ενότητα, από την άγνοια στη γνώση, από την δουλεία στην ελευθερία. Είναι η επιστροφή της ψυχής στην πηγή της, η αναγνώριση της σταγόνας ότι είναι ο ωκεανός, η ανακάλυψη του κύματος ότι είναι το νερό.

 

Και σε αυτή την ανακάλυψη, υπάρχει ανάπαυση.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~