CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 3 January, 2026

Sunday, October 22, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ 2


1. Οντολογία της Ψυχής
~~~~~
2. Φαινομενολογία της Ψυχής

Όταν ο Ιωάννης λέει “Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς ἐκεῖνος ἐξηγήσατο” (Ιωάνης 1:18) διαπιστώνει μια εμπειρική αλήθεια, μια γενική αντίληψη που επικρατεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Από την άλλη μεριά, όταν διαβεβαιώνει ότι “αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν” (Ιωάννης 17:3) διακηρύσσει επίσης μια αλήθεια διαπιστωμένη από εμπειρία. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι υπάρχει αντίφαση στις δυο αλήθειες που καταγράφει ο ίδιος άνθρωπος, στο ίδιο κείμενο. Όμως η ανθρώπινη νοημοσύνη μπορεί να ξεπεράσει τις αντιφάσεις (γενικότερα στη ζωή κι ειδικότερα εδώ) μέσω της “ερμηνείας” και να συμβιβάσει πράγματα που είναι ασυμβίβαστα εκ πρώτης όψεως. Είναι μια πάγια τακτική των θεολόγων και των “ερμηνευτών”.

Στην προκειμένη περίπτωση η ερμηνεία διαφοροποιεί το αντικείμενο της γνώσης. Όταν ο Ιωάννης λέει ότι “Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε” αναφέρεται στη Ουσία του Θεού, σε “Αυτό που Είναι Πραγματικά”. Από τη άλλη μεριά όταν ισχυρίζεται ότι μπορεί (και πρέπει) να “Γνωρίσει” κάποιος τον Αληθινό Θεό αναφέρεται σε “Αυτό” που μπορούμε να αντιληφθούμε από τον Θεό, τις Ενέργειές Του, τις Δράσεις Του, και τα Ίχνη της Δραστηριότητάς Του μέσα στη Δημιουργία. Αυτό άλλωστε ήταν το “αντικείμενο” της “Ησυχαστικής Έριδας” και της εμπλοκής του Γρηγόριου Παλαμά στην διαμάχη ανάμεσα στην Ορθόδοξη και την Καθολική εκκλησία τον 14ο αιώνα μ.Χ. για την πραγματική γνώση του Θεού.

Στην πραγματικότητα όμως μπορεί να ξεπερνιέται η αντίφαση των δυο αληθειών αποδίδοντας διαφορετικό αντικείμενο στις προτάσεις αλλά σε αυτή την περίπτωση είμαστε αναγκασμένοι (αν θέλουμε να ακολουθήσουμε την λογική συνέχεια) να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν Βαθμίδες Γνώσης του Θεού ή “διάφορες γνώσεις” του Θεού. Μια Άμεση Εσωτερική Γνώση που έχει ο Προαιώνιος Λόγος που Είναι στους Κόλπους του Πατέρα και μια έμμεση εξωτερική γνώση που έχουν τα όντα. Εδώ ακριβώς τίθεται το θεμέλιο της Επίγνωσης του Θεού και των Βαθμίδων  Επίγνωσης ή αλλιώς των Επιπέδων Γνώσης του Θεού . Κι εδώ βασίζεται η βιωματική εμπειρία των διαφόρων καταστάσεων της συνείδησης, της “πτώσης” και της “εξέλιξης” των όντων.

Τελικά, “Αυτός” που μπορεί να μιλήσει για τον Θεό είναι Αυτός που Βιώνει τον Θεό στην Ουσία Του. Κι Αυτός είναι ο Προαιώνιος Λόγος που Γεννάται Αενάως  στους Κόλπους του Πατέρα (ή με μια άλλη ερμηνεία, που ισχύει επίσης, η Οντότητα, το Ον, η Ψυχή, που βιώνει την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου). Αυτό που Βίωσε ο Ιησούς στην Έρημο των Εσσαίων, μέσα στην Πνευματική Περισυλλογή του, την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου και περιέγραψε επαρκώς (για όσους έχουν μάτια να δουν και αυτιά να ακούσουν) είναι ότι ο Πατέρας Είναι Μια Άβυσσος Αγνωσίας που Ταυτόχρονα όμως Είναι Ζωή και Πηγή Ζωής Αιωνίου. Αυτός που Βιώνει τον Θεό, την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου (που δεν είναι προσωπική εμπειρία κάποιου όντος), είτε πούμε πως είναι ο Λόγος ή η Ψυχή στη Κατάσταση του Λόγου,  βιώνει αισθάνεται και κατανοεί άμεσα, κάτι πηγαίο, εκ των έσω, χωρίς κάποια διαδικασία ή συσχέτιση με οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο (πρόκειται για Πραγματική Αυτογνωσία). Κι αυτό που βιώνει είναι ακριβώς η Απεραντοσύνη της Θείας Ουσίας. Κι όλο αυτό το βιώνει μέσα στην απόλυτη αίσθηση της Μοναδικότητας, της Ενότητας και της Υπερβατικότητας, που ξεπερνά κάθε αντίληψη, παρουσίας, χώρου, χρόνου, οτιδήποτε. Από αυτή την βιωματική εμπειρία πηγάζει η εμπειρική αλήθεια της Τριαδικότητας του Θεού και το δόγμα της “αγίας τριάδας”.

Στην πραγματικότητα όμως, αν είμαστε λίγο προσεκτικοί, μπορούμε να δούμε πως όλα αυτά, περί Θεού, τριαδικότητας, κλπ., δεν αναφέρονται στην Ουσία του Θεού, δεν ανήκουν στο Οντολογικό Επίπεδο Αντίληψης. Ανήκουν σε όσα βιώνουμε από τον Θεό, ανήκουν στο Φαινομενολογικό Επίπεδο Αντίληψης. Έτσι τα βιώνουμε, έτσι τα κατανοούμε, έτσι τα περιγράφουμε. Κι αυτό είναι τελείως διαφορετικό.

Αυτό που διαπιστώνουμε τελικά είναι ότι η Γνώση του Θεού (Άμεση Εσωτερική ή έμμεση εξωτερική) Διαβαθμίζεται σε Επίπεδα Επίγνωσης κι ότι ανήκει (σαν Γνώση) εξολοκλήρου στο Φαινομενολογικό Επίπεδο. Έτσι βιώνουμε τα πράγματα, έτσι τα διαπιστώνουμε, έτσι τα περιγράφουμε. Δεν έχουμε κανένα λογικό δικαίωμα αυτά που αντιλαμβανόμαστε να τα μεταφέρουμε στο Οντολογικό Επίπεδο και να τα θεωρούμε απόλυτες αλήθειες που Ισχύουν για την Ουσία Ό,τι φαίνεται έτσι μπορεί να μην είναι έτσι. Αυτό σημαίνει ότι πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να αντιλαμβανόμαστε εσφαλμένα. Το μόνο ασφαλές κριτήριο της Αλήθειας (κι ο Γνώμονας, το εργαλείο  για να προσεγγίσουμε όσο γίνεται τη αλήθεια) είναι η Αντικειμενικότητα της Αλήθειας που πρέπει να βιώνεται σαν αντικειμενική κατάσταση (κι όχι σαν υποκειμενική εμπειρία), η παντελής εγκατάλειψη κάθε υποκειμενικής δραστηριότητας, η Πλήρης Παράδοση στον Θεό. Μόνο Αυτός Είναι η Αλήθεια και Μόνο Αυτός Διαφωτίζει. Έτσι η ολοκληρωτική ταπεινότητα αναδεικνύεται η μοναδική οδός εξόδου από την πλάνη.

Αν λοιπόν υπάρχουν Διαβαθμίσεις στην Επίγνωση του Θεού ή Βαθμίδες Επίγνωσης, Καταστάσεις συνείδησης, Γνώσεις, αυτό σημαίνει ότι η Γνώση μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένη Κι ασφαλώς αυτό ανοίγει την Οδό προς την Αληθινή Γνώση του Αληθινού Θεού. Ποια είναι λοιπόν  η Αληθινή Θεογνωσία, η Αληθινή Θεολογία, δηλαδή ο Αληθινός Λόγος που Δικαιωματικά Ομολογεί για τον Θεό; Αληθινή Θεογνωσία έχει κι Αληθινή Θεολογία ομολογεί μόνο Αυτός που βιώνει πλήρως τη Θεία Ουσία, ο Προαιώνιος Λόγος. Αλλά όπως πολλές φορές διευκρινίσαμε ο Λόγος είναι Αντικειμενική Κατάσταση του Όντος, κι όχι κάποιο Ον ή προσωπική εμπειρία κάποιου όντος. Με αυτή την έννοια ο Ιησούς  υπήρξε όχι απλά Αυτός που βίωσε την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου, που Ενώθηκε με τον Πατέρα, που ήταν (είναι, αφού αυτή η κατάσταση όντος είναι υπερβατική, πέραν του χώρου και του χρόνου) Ένα με τον Πατέρα αλλά είναι κι ο Αληθινός Δάσκαλος, η Αλήθεια κι η Πηγή της Αλήθειας. Κι η Αλήθεια Περιγράφει την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου. Κι όταν ο Ιησούς αναφέρεται ή περιγράφει τον Εαυτό του σαν  Οδό,  Αλήθεια, Ζωή (“Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή”, Ιωάννης 14:6) στην πραγματικότητα περιγράφει τη Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου κι όχι κάποιο ον ή κάποια προσωπική εμπειρία του (σαν προσώπου).


Ο Ιησούς σαν Διδάσκαλος, αναγνωρισμένος ανάμεσα στους Εσσαίους  δεν κράτησε την Αλήθεια στην Έρημο αλλά βγήκε έξω, στην κοινωνία, να διδάξει δημόσια, προσπαθώντας να διαφωτίσει περισσότερους ανθρώπους. Τελικά όμως φάνηκε, από τα ιστορικά γεγονότα, ότι κι η κοινωνία των ανθρώπων ήταν χειρότερη έρημος κι οι αληθινοί άνθρωποι του Θεού ήταν ελάχιστοι. Έτσι γρήγορα ο Ιησούς υιοθέτησε, εκ των πραγμάτων, τη δημόσια εξωτερική διδασκαλία με παραβολές και νουθεσίες και λόγους (και τα εξωτερικά μυστήρια για τους πολλούς) και την Εσωτερική Διδασκαλία των Μυστηρίων της Βασιλείας των Ουρανών  για τους λίγους αδελφούς του που μπορούσαν να κατανοήσουν (και τα Εσωτερικά Μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών, δηλαδή την Αληθινή Πνευματική Εμπειρία).

Ο Ιησούς περιγράφει επαρκώς με λεπτομέρειες στους αδελφούς του και με υπαινιγμούς και παραβολές και υπαινιγμούς στους ανθρώπους δημόσια Όλη τη Αλήθεια για τον Θεό, για τη Αληθινή Φύση του Όντος, για τις Αντικειμενικές Καταστάσεις  του Λόγου και τις υποκειμενικές εμπειρίες. Στη πραγματικότητα όλες οι καταστάσεις ανήκουν στην εμπειρία του Όντος. Υπάρχουν Αντικειμενικές Καταστάσεις κι υποκειμενικές εμπειρίες. Έτσι μέσα στη Βιωματική Εμπειρία του Ιησού, Θεός, Λόγος, Ψυχή, είναι η Ίδια Πραγματικότητα κι όλα είναι βιωματικές εμπειρίες κι ο Θεός κι οι Αντικειμενικές Καταστάσεις κι οι υποκειμενικές εμπειρίες.

Η Αντικειμενική Κατάσταση του Προαιώνιου Λόγου που Βιώνει ο Ιησούς (που δεν είναι πια ο άνθρωπος, πρόσωπο, Ιησούς αλλά ο Ίδιος ο Λόγος) είναι μέσα στην Βιωματική Εμπειρία του Ιησού η Αιτία κι η Πηγή της Δημιουργίας και η Αληθινή Ουσία (στο Βάθος της Ύπαρξης) των όντων. Σαν Κατάσταση ο Προαίωνιος Λόγος ανήκει (Φαινομενολογικά) στο Άκτιστο και χαρακτηρίζεται σαν “Άκτιστο”. Είναι το “Περιεχόμενο” του Λόγου, η Δραστηριότητά του κι Ό,τι γεννιέται Μέσα του που ανήκει στο δημιουργημένο και το Κτιστό. Όταν ο Λόγος Περνά από την Ουσία του (την Γνώση της Ουσίας) στην Δημιουργική Δραστηριότητα (δηλαδή στο “Περιεχόμενο”) δεν είναι πια ο Προαιώνιος Λόγος αλλά μια Αντικειμενική Κατάσταση (Συνείδησης) που Αντανακλά την Θεία Πραγματικότητα, μια Αντίληψη του Όλου και της Ενότητας που θα αποτελέσει το Βάθος της Δημιουργίας, την Αρχική Κατάσταση, την Πρώτη “Ύλη” της Δημιουργίας και ταυτόχρονα το Βάθος κάθε περαιτέρω  δημιουργικής διαφοροποίησης κι ακόμα το Βάθος κάθε όντος που θα έρθει σε ύπαρξη. Ο Λόγος εδώ είναι ο Κοσμικός Λόγος, ο Δημιουργός Λόγος που Είναι εξαρχής κοντά στον Θεό.

Πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν πλήρη βιωματική εμπειρία  αυτών των Καταστάσεων του Όντος και δεν έχουν βιώσει αυτές τις Καταστάσεις του Προαιώνιου Λόγου, του Κοσμικού Λόγου δεν κατανοούν ότι πρόκειται απλά για Καταστάσεις του Όντος. Θεωρούν εσφαλμένα ότι ο Λόγος είναι ον και προβληματίζονται για το αν ο Λόγος είναι ο Άκτιστος Λόγος ή ο Κοσμικός Λόγος (και χαρακτηρίζουν τον Λόγο άλλοτε σαν Άκτιστο Θεό κι άλλοτε σαν ο Πρώτο Κτίσμα του Θεού) Στην πραγματικότητα ο Λόγος είναι και τα δύο. Σαν Καταστάσεις του Όντος είναι και η Άκτιστη Ουσία και η Δημιουργική Ενέργεια και Δραστηριότητα. Έτσι δεν έχει νόημα η “Αρειανή διαμάχη” τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Και ο Αθανάσιος είχε δίκηο και ο Άρειος έλεγε αλήθεια. Όλη η παρεξήγηση οφείλεται στο ότι Αντικειμενικές Καταστάσεις του Όντος (Καταστάσεις Συνείδησης, Καταστάσεις, Εμπειρίες της Ψυχής) υποστασιοποιούνται, θεωρούνται όντα. Έτσι η συζήτηση ξεπέφτει σε λεκτική διαμάχη.

Ο Κοσμικός Λόγος είναι μια Κατάσταση Συνείδησης Αντικειμενική που Αντανακλά “Ό,τι Υπάρχει”, “Αυτό που Υπάρχει”. Όταν Στρέφεται Άνωθεν, προς τον Θεό Αντανακλά την Θεία Πραγματικότητα την Άβυσσο Αγνωσίας. Όταν Στρέφεται προς τα Κάτω (προς το “Περιεχόμενό” της ) Συλλαμβάνει την Ενότητα της Δημιουργίας, την Παρουσία που δεν έχει ακόμα αναγνωρισθεί σαν Χώρος, μια Κατάσταση όπου δεν έχει ακόμα διακριθεί η Παρουσία από τον Χώρο. Είναι ακριβώς σε ένα Δεύτερο Στάδιο που η Παρουσία γίνεται αντιληπτή σαν Χώρος, το Αιώνιο Βασίλειο του Είναι. Κι είναι σε ένα Τρίτο Στάδιο που η Παρουσία “Διαχωρίζεται” από τον Χώρο, Περιορίζεται στο Χώρο και Δημιουργείται η Ατομικότητα, (το Πρότυπο του Ατομικού Όντος), που σε αυτό το Στάδιο μπορεί να είναι και Ελεύθερη Παντού και Εδώ, μέσα στον Χώρο. Εδώ, με αυτό τον τρόπο μπαίνουν οι προϋποθέσεις της πολλαπλότητας των κατώτερων κόσμων. Όλες αυτές οι Καταστάσεις της Διαφοροποίησης του Λόγου, της Παρουσίας, της Ψυχής, σε Καταστάσεις Επίγνωσης, Καταστάσεις Συνείδησης, Κοσμικά Επίπεδα, Βιωματικές εμπειρίες του Αντικειμενικού Είναι, παραμένουν αντικειμενικές καταστάσεις και βιώνονται στα πλαίσια της Ενότητας της Ύπαρξης. Δεν υπάρχει ακόμα καμία πολλαπλότητα και καμία δυαδικότητα (γιατί δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα, σε αυτό το Στάδιο, το υποκείμενο-εγώ).

Όταν από τον Περιορισμό της Πνευματικής Οντότητας (που περιγράφεται σαν Διαφοροποίηση του Λόγου, Παρουσία, Ψυχή, κλπ.) σε μια “εδώ παρουσία” δημιουργείται ένας συγκεκριμένος αντιληπτικός πυρήνας, ένα συγκεκριμένο αντιληπτικό κέντρο, περνάμε στον Χώρο της Πολλαπλότητας, των ατομικών όντων, της υποκειμενικής εμπειρίας και της δυαδικής αντίληψης. Ο Χώρος που “γεννιούνται” οι ατομικότητες τα όντα, είναι το “Όριο” ανάμεσα στους Ανώτερους Ουρανούς του Είναι και τους κατώτερους κόσμους του γίγνεσθαι. Τα ατομικά όντα βρίσκουν το πραγματικό περιβάλλον τους στους Τρεις Κατώτερους Κόσμους (στον νοητικό κόσμο, τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο και τον υλικό κόσμο). Κι ενώ στους Ανώτερους Ουρανούς της Δημιουργίας όπου βιώνονται οι Αντικειμενικές Καταστάσεις του Όντος η μετάβαση από το ένα επίπεδο στο άλλο είναι καθαρά θέμα επίγνωσης, κατανόησης, η οντότητα για να εκδηλωθεί σαν ατομικό ον στους κόσμους της Κατώτερης Δημιουργίας συνδέεται με ένα φορέα εκδήλωσης στο ανάλογο επίπεδο. Κι αυτό γίνεται μέσω μιας διαδικασίας σύνδεσης που γνωρίζουμε σαν “γέννηση”. Από εδώ πηγάζει η αντίληψη για την “Κάθοδο” των όντων, των ψυχών από τους ουρανούς στους κατώτερους κόσμους και η αντίστροφη “άνοδος” των ψυχών στους ουράνιους κόσμους.


Όταν η Οντότητα, η Ψυχή συνδέεται με ένα υλικό φορέα (ενσαρκώνεται) όλες αυτές οι Καταστάσεις Συνείδησης που περιγράψαμε πιο πάνω σαν Καταστάσεις του Όντος, σαν Κοσμικά Επίπεδα της Δημιουργίας, σαν Καταστάσεις της Ψυχής βιώνονται σαν ατομικές καταστάσεις της συνείδησης. Υπάρχει πάντα το Βάθος της Ύπαρξης που “ταυτίζεται με τον Προαιώνιο Λόγο, ή με την Αρχέγονη Κατάσταση της Ψυχής, (που είναι η Κατάσταση της Άκτιστης Ουσίας). Υπάρχει η Αντικειμενική Φύση της Οντότητας (οι Καταστάσεις του Είναι που βιώνονται σαν Εσωτερικές Καταστάσεις). Κι υπάρχει κι η υποκειμενική εμπειρία που εκδηλώνεται και λειτουργεί στο νοητικό, στο ψυχοσυναισθηματικό και στο υλικό επίπεδο. Όσο είμαστε ενσαρκωμένοι οι ανώτερες καταστάσεις της οντότητας βιώνονται σαν βιωματικές καταστάσεις. Όταν αποσυνδεόμαστε από το σώμα έχουμε πραγματική, ολοκληρωτική, εμπειρία όλων αυτών των καταστάσεων σαν κοσμικών επιπέδων, σαν αντικειμενικών καταστάσεων του Όντος. Στην πραγματικότητα είτε περιγράφουμε την Οντότητα, τις Καταστάσεις του Όντος, σαν Διαφοροποιήσεις του Λόγου είτε σαν Δημιουργία, είτε σαν Καταστάσεις της Ψυχής (Κάθοδο κι Άνοδο της Ψυχής στους Κόσμους) λέμε το ίδιο πράγμα από άλλη σκοπιά. Η Οντότητα (όπως κι αν την ονομάσουμε) βιώνει τον Λόγο, τις Εσωτερικές Αντικειμενικές Καταστάσεις, τις εξωτερικές υποκειμενικές εμπειρίες στους κατώτερους κόσμους, είτε σαν αντικειμενικές ζωές όταν εκδηλωνόμαστε σε αυτούς τους κόσμους, είτε σαν Καταστάσεις της Ψυχής όσο είμαστε ενσαρκωμένοι.

Από ανθρωπολογική άποψη (ορίζοντας την Ανθρωπολογία σαν την Αληθινή Γνώση του Ανθρώπου κι όχι σαν την εξωτερική ανθρωπολογία των πανεπιστημίων) και μιλώντας για την Οντότητα που έχει συνδεθεί με ένα υλικό σώμα, μιλάμε για την Ψυχή που βιώνει όλες αυτές τις Καταστάσεις. Ορίζουμε την Ψυχή σαν την Οντότητα που βιώνει τον Λόγο, τις Αντικειμενικές Καταστάσεις του Είναι, τις υποκειμενικές εμπειρίες στους κατώτερους κόσμους, στη γη. Όλα αυτά όμως δεν είναι παρά μια περιγραφή και μια φαινομενολογική προσέγγιση όσων βιώνουμε, που έχει σκοπό να μας καθοδηγήσει στην Διεύρυνση της Επίγνωσης, στη Αναγνώριση της Αλήθειας, στη Ανύψωση στην Κατάσταση της Ίδιας της Ουσίας μας, στη Ένωση με την Θεία Πραγματικότητα. Θέλουμε να πούμε πως ενώ από Οντολογική Άποψη η Πραγματικότητα είναι Μία, Μοναδική και Χωρίς Διακρίσεις ή πραγματικές διαφοροποιήσεις, από την Άποψη της Αντίληψης βιώνουμε όλη αυτή την ποικιλία των φαινομένων της Δημιουργίας. Η Πραγματικότητα βρίσκεται πάντα πέρα από τα φαινόμενα, που δεν είναι παρά δραστηριότητες,, παιχνιδίσματα του Φωτός στο Φόντο της Ενότητας, σκιές που λανθασμένα υποστασιοποιούμε.

Ο Ιησούς μιλώντας για τον Θεό, για την Δημιουργία σαν Διαφοροποίηση του Λόγου, Δραστηριότητα του Λόγου και “Περιεχόμενο”, για τη Ψυχή και τις Καταστάσεις Επίγνωσης, στη πραγματικότητα περιέγραφε αυτό που από εμπειρία είχε διαπιστώσει ο ίδιος. Ταυτίζοντας ο Ιησούς τον “εαυτό” του με τον Λόγο και τον Θεό μιλούσε και την αντικειμενική Κατάσταση της Ανθρώπινης Φύσης. Δεν είπε ποτέ ότι όλα αυτά είναι μόνο δική του “προσωπική” εμπειρία γιατί έτσι θα μετέφερε το αντικειμενικό βίωμα σε υποκειμενική εμπειρία (δηλαδή κάτι ψεύτικο). Αυτό που ήθελε, πάνω από όλα, να πει ο Ιησούς είναι πως η Ψυχή, (κάθε ψυχή, κάθε άνθρωπος , που βιώνει τη υποκειμενική εμπειρία, την δυαδικότητα, τον διαχωρισμό) είναι η Ίδια Η Πηγή της Ζωής, ο Ίδιος ο Λόγος, Έχει μια Αντικειμενική Φύση και βιώνει επιπλέον υποκειμενικές εξωτερικές εμπειρίες. Η Αλήθεια δεν βρίσκεται στις υποκειμενικές εμπειρίες στους κατώτερους κόσμους και στη γη. Δεν βρίσκεται καν στις Αντικειμενικές Εσωτερικές Καταστάσεις του Είναι. Η Αλήθεια είναι στον Θεό. Ταυτιζόμενος ο Ιησούς με την Υπέρτατη Κατάσταση μπορούσε να ισχυριστεί (και το έκανε άλλωστε, όπως το κατέγραψε ο Ιωάννης) πως το να Βιώσεις τον Θεό ή να Βιώσεις την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου (με τη Οποία είχε ο Ίδιος ταυτιστεί) είναι το ίδιο πράγμα. Ο Ιησούς μιλούσε εξ’ ονόματος του Θεού, του Αντικειμενικού Λόγου (κι όχι σαν κάποιο προσωπικό ον). Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κάθε ον που βιώνει αυτή την Υπέρτατη Αντικειμενική Κατάσταση. Στην Θεία Πραγματικότητα δεν υπάρχουν διακρίσεις, προσωπικές υπάρξεις ή εγώ.


Σύμφωνα με τα “Λεγόμενα” του Ιησού (δηλαδή την Μυστική Παράδοση που έλαβαν ο Ιωάννης κι οι άλλοι αδελφοί) αυτοί που βιώνουν το Βάθος της Ύπαρξης (ή αλλιώς αυτοί που βιώνουν τις Εσωτερικές Καταστάσεις της Ψυχής) έχουν  εμπειρία από τις Τρεις Οντολογικές Περιοχές (ή τις Τρεις Καταστάσεις του Όντος, τις Τρεις Καταστάσεις της Ψυχής). Όσοι Προσεγγίζουν τον Θεό κι έρχονται στη Κατάσταση του Λόγου νοιώθουν άμεσα τη Θεία Πραγματικότητα, σαν ένα είδος άμεσης αυτογνωσίας (κι όχι μέσω διαδικασίας, ή παρατήρησης του εαυτού ή οτιδήποτε). Είναι η Μακάρια Κατάσταση της Απόλυτης Πραγματικότητας που ταυτόχρονα είναι Πηγή κάθε Δραστηριότητας ή Φαινομένου και η Αιτία των πάντων. Οτιδήποτε εκδηλώνεται έρχεται σε ύπαρξη Μέσα στη Θεότητα, σαν Δραστηριότητα ή “Περιεχόμενο” Αντίληψης. Αυτοί που βιώνουν την Αντικειμενική Φύση της Ψυχής έχουν Αίσθηση της Ενότητας της Ύπαρξης. Δεν υπάρχει ούτε υποκείμενο, ούτε αντικείμενο, ούτε χώρος, ούτε χρόνος. Σε αυτή τη Πνευματική Περιοχή υπάρχει αντικειμενική αντίληψη, άμεση δηλαδή γνώση της πραγματικότητας (κι όχι γνώση από ένα υποκείμενο ενός αντικειμένου, που είναι έμμεση διαδικασία). Για αυτό κι αυτή η Περιοχή χαρακτηρίζεται σαν Περιοχή του Φωτός (όπου όλα είναι άμεσα ορατά). Είναι ο Φωτεινός Ουρανός ή οι Τρεις Φωτεινοί Ουρανοί όπου Συντελείται η Μετάβαση από την Καθαρή Σαν Καθρέφτη Συνείδηση στην “δημιουργία” του Χώρου και στη Παρουσία Εντός του Χώρου. Η Ψυχή που βυθίζεται στην ατομικότητα και στην πολλαπλότητα των τριών κατώτερων κόσμων γίνεται (καθώς περιορίζει την Παρουσία σε ένα περιορισμένο αντιληπτικό κέντρο) μια ψυχή ανάμεσα σε άλλες ψυχές που βιώνουν την ίδια εμπειρία. Οι κατώτεροι κόσμοι της πολλαπλότητας (ο νοητικός κόσμος, ο ψυχοσυναισθηματικός κόσμος κι ο υλικός κόσμος) χαρακτηρίζονται σαν Περιοχή της Σκιάς. Εδώ, επειδή βιώνεται η ατομικότητα, ο διαχωρισμός, η αντίληψη γίνεται έμμεση (σαν παρατήρηση και γνώση του αντικειμένου). Έτσι ο Θεός, ο Φωτεινός Ουρανός (ή ο Κόσμος του Φωτός) κι οι Κόσμοι της Σκιάς (ή οι τρεις κατώτεροι κόσμοι της δυαδικότητας) είναι οι Τρεις Περιοχές όπου η Ψυχή βιώνει την εμπειρία της αντικειμενικής ύπαρξης και την υποκειμενική εμπειρία (τους κατώτερους κόσμους).


Η Ψυχή όπως μας Δίδαξε ο Ιησούς έχει Άκτιστη Φύση και μπορεί να έχει Εμπειρία του Λόγου (της Άκτιστης Κατάστασης του Λόγου), να Είναι Λόγος, μπορεί να έχει εμπειρία της Διαφοροποίησης του Λόγου που γίνεται Κοσμικός Λόγος, να βιώνει δηλαδή τις Εσωτερικές Αντικειμενικές Καταστάσεις της Φύσης της, και μπορεί ακόμα να βιώνει την ατομική υποκειμενική ζωή στους Κόσμους της Σκιάς κι ειδικότερα στην γη. Στην πραγματικότητα η Ψυχή Είναι Όλα Αυτά. Είναι Τελείως Ελεύθερη, Απέραντη αλλά και Παρουσία ή περιορισμένο αντιληπτικό κέντρο. Εσωτερική Κοσμολογία (που περιγράφει τις Οντολογικές Περιοχές) και Εσωτερική Ψυχολογία (που περιγράφει τις Καταστάσεις της Ψυχής) στην πραγματικότητα έχουν το ίδιο αντικείμενο, τις Καταστάσεις του Όντος (είτε το ονομάζουμε Θεότητα, Λόγο ή Ψυχή ή απλά οντότητα).

Το κυριότερο όμως που μας δίδαξε ο Ιησούς είναι ότι η Ψυχή είναι μια Δυναμική Πραγματικότητα που μπορεί να βιώσει διάφορες καταστάσεις, να γίνει αυτές οι καταστάσεις (δηλαδή να “προσλάβει” τις ιδιότητες αυτών των καταστάσεων) κι όχι μια σταθερή ουσία που απλά αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν διάφορες καταστάσεις στον κόσμο που ζει αλλά όμως δεν έχει πρόσβαση σε αυτές. Με άλλα λόγια ο Ιησούς μας δίδαξε ότι, ενώ Οντολογικά Είμαστε η Άκτιστη Πραγματικότητα, Φαινομενολογικά βιώνουμε τις καταστάσεις της Δημιουργίας (και των ανώτερων αντικειμενικών καταστάσεων στους Ουρανούς και τις κατώτερες υποκειμενικές ζωές στους κατώτερους κόσμους). Έτσι, από την Ίδια μας τη Φύση αναδύεται ο Προορισμός μας. Να Δούμε Που είμαστε, Τι κάνουμε, να Κατανοήσουμε την Αληθινή Αιώνια Φύση μας, να εξελιχθούμε πνευματικά προς την Ολοκλήρωσή μας. Αυτή είναι η πραγματική έννοια του “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού”.

Κάθε Ψυχή (κάθε άνθρωπος) μπορεί να το κάνει αυτό. Στην πραγματικότητα, εμπειρικά, διαπιστώνουμε πως η Ψυχή είναι Μία στο Βάθος της και μόνο όταν προβάλλεται  έξω στην ατομικότητα και την πολλαπλότητα εκδηλώνεται σαν διαφορετική ψυχή από άλλες ψυχές που βιώνουν τις ίδιες καταστάσεις. Τελικά όμως πως μπορούμε να μιλάμε για την Φύση της Ψυχής; Τι θα πάρουμε σαν κριτήριο; Την  Μία Άκτιστη Φύση; Τις  Εσωτερικές Καταστάσεις της Ενότητας; Ή τις υποκειμενικές εμπειρίες που είναι ατομικές και ξεχωριστές στους ξεχωριστούς κόσμους. Η Ψυχή Είναι Όλα Αυτά. Κι ανάλογα με τον Βαθμό της Επίγνωσης που έχει είναι ατομική ψυχή ή είναι το Όλον. Αυτό ακριβώς δίδασκε ο Ιησούς ιδιαίτερα στους αδελφούς του, την Δυναμική Φύση της Ψυχής, την Δυνατότητα της Διεύρυνσης της Επίγνωσης και την Εγγενή Δυνατότητα να Προσεγγίσουμε τον Θεό και μέσω της Βιωματικής Κατάστασης του Λόγου να Ενωθούμε με την Άβυσσο της Ζωής.

Προφανώς θα μπορούσαν να κατανοήσουν μονάχα όσοι εμπιστεύονταν τον Ιησού κι οι ίδιοι δοκίμαζαν κι είχαν εμπειρία όλων αυτών που έλεγε. Οι περισσότεροι άνθρωποι, εγκλωβισμένοι στην κατάσταση της δυαδικότητας, χρησιμοποιούν την διανόηση για να αναγνωρίσουν τον κόσμο, φτιάχνουν διανοητικές εικόνες για τον κόσμο τις οποίες προβάλλουν στην πραγματικότητα νομίζοντας πως ό,τι αντιλαμβάνονται είναι η πραγματικότητα. Έχουν την λανθασμένη αντίληψη ότι η Ψυχή (αυτοί οι ίδιοι) είναι μια σταθερή ουσία που απλά έχει την δυνατότητα να διανοείται, να συναισθάνεται, να αισθάνεται τον εξωτερικό κόσμο, μη κατανοώντας την Δυναμική Φύση της Ψυχής που μπορεί να βιώνει διάφορες καταστάσεις αλλάζοντας έτσι χαρακτήρα και ιδιότητες. Αυτοί οι άνθρωποι αφαιρούν από τον εαυτό τους την προοπτική της πνευματικής εξέλιξης. Ενώ ο Ιησούς μιλούσε για Ζωή, για την εξέλιξη της ζωής, για τις ανώτερες εμπειρίες της Ψυχής, αυτοί οι άνθρωποι οχυρώνονται στις ατομικές αντιλήψεις τους, στις πεποιθήσεις τους, σε ό,τι αυτοί μπορούν να κατανοήσουν. Και πως είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να κατανοήσουν τα Μυστήρια των Ουρανών όταν δεν μπορούσαν να κατανοήσουν απλά ανθρώπινα πράγματα όπως το τι είναι πραγματικά και πως πρέπει να δράσουν;


Στην πραγματικότητα αυτό που δίδασκε ο Ιησούς ήταν ότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι Εδώ. Μπορούμε να την βρούμε μέσα μας, όταν στρεφόμαστε μέσα μας, υπερβαίνοντας με ταπεινότητα το εγώ, ακριβώς στην αντικειμενική κατάσταση της Ψυχής, σε μια Αίσθηση Ενότητας της Ύπαρξης, στον Αληθινό Κόσμο, στο Φωτεινό Βασίλειο του Ουρανού. Μπορούμε να βιώσουμε αυτή την Κατάσταση ενόσω είμαστε στο σώμα με την Αληθινή Προσευχή και να είμαστε σε αυτή την Κατάσταση (τις Καταστάσεις) όταν αποχωριστούμε από το σώμα. Το Ευαγγέλιο, η Χαρμόσυνη Είδηση, είναι ότι κάθε Ψυχή, (κάθε άνθρωπος), από την Φύση της ανήκει στον Φωτεινό Κόσμο. Το μόνο που χρειάζεται είναι ακριβώς να εγκαταλείψουμε τους κόσμους της Σκιάς, τις δραστηριότητες στους κατώτερους κόσμους, και να αναδυθούμε στο Φως. Η Αληθινή Οδός οδηγεί πάντα στο Φως. Δεν υπάρχει Φως στη Σκιά. Στην Σκιά υπάρχει μονάχα η Αναγγελία της Αλήθειας, η Διδασκαλία και η Αληθινή θρησκευτική ζωή.

Στην πραγματικότητα ο Ιησούς μιλούσε για τη Εσωτερική Ζωή, γιαυτό κι όταν τον έσυραν μπροστά στον Πιλάτο δήλωσε  ότι η βασιλεία του είναι στους Ουρανούς (“Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου”, Ιωάννης 18:36). Ο Ιησούς μιλούσε για τα Μυστήρια της Ψυχής, για τα Εσωτερικά Πνευματικά Μυστήρια, για το Πνευματικό Βάπτισμα, για το Αληθινό Χρίσμα, για την Πραγματική Θεία Κοινωνία. Έξω στη εξωτερική ζωή δε υπάρχουν παρά ανθρώπινες αντιλήψεις, ανθρώπινες δραστηριότητες και πράξεις. Όλα αυτά όμως δεν είναι θρησκεία, θρησκευτική ζωή αλλά εξωτερική μίμηση της αληθινής πνευματικής ζωής. Αυτό δεν θέλουν να το κατανοήσουν οι άνθρωποι.

Εκ των πραγμάτων ο Ιησούς αναγκάστηκε (δεν γινόταν αλλιώς) να μιλήσει ευθέως στους αδελφούς του και να διδάξει έμμεσα, με παραβολές και νουθεσίες όσους δεν ήταν έτοιμοι να καταλάβουν.

Στην πραγματικότητα ο Αληθινός Χριστιανισμός είναι η Αλήθεια που “πέρασε” ο Ιησούς στο Ιωάννη και τους άλλους αδελφούς του και μέσω αυτών στους πατέρες της ερήμου που ήταν αφιερωμένοι στην Αληθινή Εσωτερική Προσευχή και κράτησαν ανόθευτη την παράδοση και στους μυστικούς όλων των εποχών. Ο εξωτερικός χριστιανισμός των εκκλησιών με τα θεατρικά μυστήρια, την διανοητική θεολογία και την υλική λατρευτική ζωή είναι απλά η αθλιότητα των ανθρώπων.

~~~~~

3. Τα Μυστήρια, η Εσωτερική Παράδοση κι η εξωτερική διδασκαλία

4. Η Διδασκαλία, ο Νόμος, η Εντολή κι ο άνθρωπος

5. Το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, τα Τρία Εσωτερικά Κέντρα κι άλλες παραδόσεις

6. Η Είσοδος στη Βασιλεία των Ουρανών, κι η Άνοδος στους Τρεις Ουρανούς

7. Η Άβυσσος, (η Ένωση με τον Πατέρα)

 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
Monday, 5 January, 2026

The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence

 

(Meditation as Living Action: Freedom from the Known)

 

The Threshold of Unknowing

 

There exists a practice beyond practice, a way that is no way, a path that dissolves even as the seeker places foot upon it. This is the sacred art of meditation—not as a technique to be mastered, nor as a destination to be reached, but as the perpetual liberation from all that binds the soul to yesterday's shadows.

 

The mystic who enters this wordless sanctuary discovers that meditation is nothing less than the continuous emptying of consciousness from the accumulated weight of the known. What is this known? It is the vast storehouse of memory, the endless corridors of yesterday stretching back through countless moments, each one crystallized into certainty, each one claiming permanence in the ever-changing river of existence. The known is time itself made solid, experience transformed into prison, the living waters of awareness frozen into the ice of conclusion.

 

Yet this emptying is not the work of years, not the gradual erosion of accumulated dust from some distant future vantage point. No—here lies the first great mystery: the emptying occurs not at the journey's end, but at its very inception. It means never to gather the dust at all, never to allow the mind to become a museum of the dead past, a mausoleum where living moments go to be entombed in the rigid forms of memory.

 

The seeker stands always at the edge of now, that razor's edge where eternity meets the temporal, where the infinite presses against the finite. Here, in this sacred present moment, what has been accumulated dissolves—not through the machinery of thought, which is itself but another layer of the past, but through action, through the vital doing of what presents itself in the living instant.

 

The Prison of Conclusion

 

Consider the movement of ordinary consciousness, that restless pilgrimage from conclusion to conclusion, like a traveler moving from inn to inn but never truly arriving home. Each experience becomes immediately encased in judgment, wrapped in the grave-clothes of evaluation, labeled and filed in the archives of the self. This is the tragedy of the conditioned mind: it cannot meet life freshly, cannot drink from the fountain of the present without immediately comparing the taste to all the waters it has drunk before.

 

Judgment, that sovereign king of the mental realm, sits upon its throne of certainty and pronounces its verdicts upon each moment as it arises. Whether drawn from the distant past or formed in the immediate present, all judgment is essentially conclusion—the closing of a door, the ending of inquiry, the transformation of the living question into a dead answer. And it is precisely this endless judging, this ceaseless concluding, that prevents the constant renewal of consciousness, the perpetual emptying that alone keeps the mind spacious and free.

 

For the known—that accumulated mass of conclusions, determinations, and fixed beliefs—acts as a dam holding back the flowing river of awareness. Where there should be movement, there is stagnation; where there should be openness, there is closure; where there should be wonder, there is the deadening certainty of "I know."

 

The Tyranny of Will and the Silence Beyond

 

Deep within the architecture of the self resides that which calls itself will—the insistent voice that declares "I shall achieve," "I shall become," "I shall transform myself through effort and determination." This will, so praised in the marketplace of spiritual ambitions, is itself the very mechanism of the known's perpetuation. For will is born of desire, and desire is always rooted in the past, in memory, in the ghost of previous pleasure or the shadow of previous pain.

 

When will operates, it moves always from a center of accumulated knowledge, of concluded experience. The one who wills is the one who remembers, who compares, who seeks to replicate past satisfaction or avoid past suffering. Thus the action of will—no matter how noble its intention, no matter how spiritual its aspiration—cannot possibly empty the vessel of consciousness. It can only fill it further, adding new layers of experience to be stored, new conclusions to be drawn, new determinations to be made.

 

Here the mystic encounters a profound paradox: the empty mind, that state of pure receptivity and boundless awareness, cannot be purchased through any transaction, cannot be won through any battle, cannot be achieved through any effort of will. It does not yield to demand, no matter how fervent. It cannot be captured by the grasping hand of desire, no matter how subtle that desire may appear.

 

Yet neither does this mean passivity or resignation. Rather, the empty mind comes into being through a different kind of awareness altogether—not the awareness of a thinker observing his thoughts, which only creates further division and distance, but the awareness of thought itself becoming conscious of its own movements, its own patterns, its own endless dance of conclusion and judgment.

 

The Innocence of Aloneness

 

In the depths of authentic meditation, consciousness discovers itself as perpetually innocent—not the innocence of naiveté or ignorance, but the innocence of the present moment, untouched by the contaminating hand of memory. This is the innocence of fresh snow before any footprint marks its surface, the innocence of dawn before any interpretation colors its light.

 

Such innocence is necessarily alone. Not the loneliness of separation, not the isolation of the ego cut off from its fellows, but the radical aloneness of that which cannot be compared, cannot be measured against anything else, cannot be known through reference to the past. The mind that is completely alone in this sense stands naked before existence, stripped of all the comfortable garments of conclusion, all the familiar armor of knowledge.

 

When consciousness achieves this sacred solitude, it ceases to accumulate. Like water that does not cling to the lotus leaf, experience passes through awareness without leaving residue, without forming sediment, without building the coral reef of self upon which the ego constructs its fortress. Each moment arises and passes, complete in itself, requiring no addition to the storehouse of memory.

 

In this aloneness, thought itself becomes silent—not suppressed, not violently pushed away, but naturally quiet, like a bird that ceases its song when song is no longer needed. And in that silence, the mind discovers itself untouched, pristine, eternally new.

 

The Dissolution of Tomorrow

 

The mystics of old spoke of the death of time, and here in the practice of true meditation, the seeker encounters what they meant. For the mind that is alone, that dwells completely in the present, finds that the future—which is nothing but the past projected forward, memory masquerading as anticipation—simply ceases to have meaning.

 

Tomorrow is born from yesterday. All our plans, our fears, our hopes, our anxieties about what is to come are constructed from the materials of what has been. We imagine future pleasures based on past pleasures; we fear future pains based on past pains. The future is the past in different costume, the same old actors performing the same old drama on a stage we imagine to be new.

 

But when the emptying happens in the present—that perpetual emptying that is the essence of meditation—the future loses its grip on consciousness. Not through denial or through the pretense that tomorrow does not exist in the realm of practical necessity, but through the recognition that psychologically, spiritually, tomorrow is an illusion, a ghost that haunts us only because we insist on carrying yesterday into today.

 

In the pure present, there is no tomorrow. There is only this—this breath, this light, this awareness that knows itself without the mediation of memory. And in this timeless instant, all that seemed so urgent, so important, so desperately in need of resolution, reveals itself as the fantasy of a mind imprisoned in its own conclusions.

 

The Living Movement

 

Here emerges perhaps the most crucial understanding: meditation is not a destination but a movement, not an achievement but a flowing, not a state to be attained and then maintained but a perpetual dance between consciousness and existence. It is the river, not the bank; the breathing, not the breath held; the living flame, not the captured spark.

 

So many approach the sacred art as though it were a mountain to be climbed, with a summit to be reached where one could plant a flag and declare victory. But this very approach perpetuates the problem it seeks to solve, for it brings the energy of conclusion, of determination, of will into the very space that can only exist when these things dissolve.

 

Meditation as movement means meditation without end, without conclusion, without the closing of the circle. It means entering each moment of awareness as if for the first time, with no map drawn from previous journeys, no certainty about what will be discovered. It is exploration without the explorer, seeing without the seer, knowing without the knower.

 

This movement is not chaotic or aimless. Like the growth of a tree, which follows no conscious plan yet manifests perfect order, the movement of meditation follows its own intrinsic intelligence. It knows where to flow as water knows how to find the sea, not through thought or decision but through the simple recognition of what is.

 

The Death of the Meditator

 

There comes a moment—not in time but beyond time—when the one who meditates discovers that meditation can only truly occur when the meditator dissolves. As long as there is someone doing meditation, there is division, separation, duality. There is the observer and the observed, the controller and the controlled, the one who seeks emptiness and the emptiness that is sought.

 

This division is itself the barrier, the veil that obscures the sacred. For in truth, there is no separate entity that can step outside consciousness and manipulate it, clean it, empty it, transform it. There is only consciousness itself, aware of its own movements, sensitive to its own patterns, understanding itself without a separate understander.

 

When the meditator dies—and this death must happen again and again, moment by moment, for the separate self is constantly seeking to resurrect itself—what remains is not emptiness in the sense of absence, but emptiness in the sense of infinite potential, limitless space, boundless awareness. It is the emptiness of the sky that contains all clouds without being defined by any of them, the emptiness of silence that holds all sound without being disturbed by any of it.

 

The Sacred Ordinariness

 

The paradox that mystifies many seekers is this: the emptiness that meditation reveals is not separate from daily life, not divorced from the ordinary world of tasks and relationships, work and rest. The sacred does not exist in some distant realm accessible only through extraordinary experiences or altered states.

 

Rather, the empty mind discovers that the ordinary is itself the gateway to the infinite. Washing dishes, walking to work, greeting a friend—when done with complete attention, with the innocency of the present, these simple acts become sacraments, portals through which the eternal shines into the temporal.

 

For the mind that is free from the known, there is no division between the sacred and the secular, the spiritual and the mundane, the meditation cushion and the marketplace. All is one seamless whole, one continuous movement of awareness meeting existence in each unfolding moment.

 

This is the great liberation: not an escape from life but the discovery of life in its fullness, not a withdrawal from the world but an engagement with the world so complete, so total, that the separation between self and other, between inner and outer, simply dissolves like mist before the morning sun.

 

The Unspeakable Gift

 

What words can capture the perfume of this freedom? What language can contain the vastness of the empty mind? The mystic returns from these depths knowing that all description is betrayal, all explanation is reduction, all teaching is merely pointing at the moon while foolish students examine the finger.

 

Yet still the words must come, not to define or confine the experience but to awaken in others the recognition that what is being spoken of is not foreign or distant but intimately close—closer than their own breath, more immediate than their own thoughts, more present than their own presence.

 

The empty mind is not something to be created; it is what remains when all creation ceases. It is not something to be achieved; it is what has always been here, obscured only by the endless accumulation of the known. It is not something to be understood; it is the very ground of understanding itself, the awareness prior to all knowledge, the silence from which all sound emerges and to which all sound returns.

 

The Eternal Beginning

 

And so the journey ends where it began—in the present moment, in this breath, in this awareness that knows itself without conclusion. The seeker discovers that there was never anywhere to go, never anything to achieve, never any separation to overcome. There was only ever this—this living emptiness, this sacred void that is simultaneously the fullness of all existence.

 

Meditation as the emptying of the mind from the known is not a practice for the future, not a technique to be perfected over years of discipline. It is the invitation to die to yesterday in this very instant, to let all conclusions dissolve in the face of what is, to stand naked and alone before the mystery that cannot be named.

 

In this dying, there is no loss but infinite gain. In this emptiness, there is no absence but the presence of all that is. In this aloneness, there is no isolation but the discovery of unity with all existence.

 

The empty mind asks nothing, seeks nothing, demands nothing. It simply is—and in that simple being, all seeking ends, all questions dissolve, and the sacred silence that has always been here reveals itself as the very ground of consciousness, the source from which all arises and to which all returns.

 

This is meditation: not as conclusion but as eternal beginning, not as achievement but as continuous letting go, not as becoming but as the discovery of what has never not been. The known empties itself in the present, and what remains is the ineffable, the unspeakable, the sacred mystery that each soul must discover for itself in the living silence of the alone.

 

Η Ιερή Κενότητα: Ένα Ταξίδι Μέσα από τη Ζωντανή Σιωπή

 

(Διαλογισμός ως Ζωντανή Δράση: Απελευθέρωση από το Γνωστό)

 

Το Κατώφλι του Αγνώστου

 

Υπάρχει μια πρακτική πέρα από την πρακτική, ένας δρόμος που δεν είναι δρόμος, ένα μονοπάτι που διαλύεται ακριβώς τη στιγμή που ο αναζητητής πατάει το πόδι του πάνω του. Αυτή είναι η ιερή τέχνη του διαλογισμού—όχι ως τεχνική που πρέπει να κατακτηθεί, ούτε ως προορισμός που πρέπει να επιτευχθεί, αλλά ως η διαρκής απελευθέρωση από όλα όσα δένουν την ψυχή με τις σκιές του χθες.

 

Ο μύστης που εισέρχεται σε αυτό το άλεκτο ιερό καταφύγιο ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός δεν είναι τίποτα λιγότερο από το συνεχές άδειασμα της συνείδησης από το συσσωρευμένο βάρος του γνωστού. Τι είναι αυτό το γνωστό; Είναι η απέραντη αποθήκη της μνήμης, οι ατελείωτοι διάδρομοι του χθες που εκτείνονται πίσω μέσα από αμέτρητες στιγμές, καθεμιά κρυσταλλωμένη σε βεβαιότητα, καθεμιά που διεκδικεί μονιμότητα στον ασταμάτητα μεταβαλλόμενο ποταμό της ύπαρξης. Το γνωστό είναι ο ίδιος ο χρόνος που έχει γίνει στερεός, η εμπειρία που έχει μετατραπεί σε φυλακή, τα ζωντανά νερά της επίγνωσης παγωμένα σε πάγο συμπερασμάτων.

 

Ωστόσο, αυτό το άδειασμα δεν είναι έργο ετών, ούτε η σταδιακή διάβρωση της συσσωρευμένης σκόνης από κάποιο μακρινό μελλοντικό σημείο. Όχι—εδώ κρύβεται το πρώτο μεγάλο μυστήριο: το άδειασμα δεν συμβαίνει στο τέλος του ταξιδιού, αλλά στην ίδια του την αρχή. Σημαίνει να μην μαζεύει ποτέ κανείς τη σκόνη, να μην επιτρέπει ποτέ στο νου να γίνει μουσείο του νεκρού παρελθόντος, μαυσωλείο όπου οι ζωντανές στιγμές πηγαίνουν για να ενταφιαστούν στις άκαμπτες μορφές της μνήμης.

 

Ο αναζητητής στέκεται πάντα στο χείλος του τώρα, εκείνο το ξυράφι όπου η αιωνιότητα συναντά το πρόσκαιρο, όπου το άπειρο πιέζει το πεπερασμένο. Εδώ, σε αυτή την ιερή παρούσα στιγμή, ό,τι έχει συσσωρευτεί διαλύεται—όχι μέσω της μηχανής της σκέψης, που είναι η ίδια μια ακόμα στρώση του παρελθόντος, αλλά μέσω της δράσης, μέσω της ζωτικής πράξης αυτού που παρουσιάζεται στη ζωντανή στιγμή.

 

Η Φυλακή του Συμπεράσματος

 

Σκεφτείτε την κίνηση της συνηθισμένης συνείδησης, εκείνο το ανήσυχο προσκύνημα από συμπέρασμα σε συμπέρασμα, σαν ταξιδιώτη που μετακινείται από πανδοχείο σε πανδοχείο χωρίς ποτέ να φτάνει πραγματικά στο σπίτι. Κάθε εμπειρία εγκλωβίζεται αμέσως σε κρίση, τυλίγεται στα σάβανα της αξιολόγησης, επισημαίνεται και αρχειοθετείται στα αρχεία του εαυτού. Αυτή είναι η τραγωδία του κλιμακωμένου νου: δεν μπορεί να συναντήσει τη ζωή φρέσκα, δεν μπορεί να πιει από την πηγή του παρόντος χωρίς αμέσως να συγκρίνει τη γεύση με όλα τα νερά που έχει πιει πριν.

 

Η κρίση, αυτός ο κυρίαρχος βασιλιάς του νοητικού βασιλείου, κάθεται στον θρόνο της βεβαιότητας και εκφέρει τις ετυμηγορίες του σε κάθε στιγμή καθώς αναδύεται. Είτε προέρχεται από το μακρινό παρελθόν είτε σχηματίζεται στην άμεση παρούσα, όλη η κρίση είναι ουσιαστικά συμπέρασμα—το κλείσιμο μιας πόρτας, το τέλος της έρευνας, η μετατροπή της ζωντανής ερώτησης σε νεκρή απάντηση. Και είναι ακριβώς αυτή η ασταμάτητη κρίση, αυτό το αδιάκοπο συμπερασματολογείν, που εμποδίζει τη συνεχή ανανέωση της συνείδησης, το διαρκές άδειασμα που μόνον αυτό κρατάει το νου ευρύχωρο και ελεύθερο.

 

Διότι το γνωστό—αυτή η συσσωρευμένη μάζα συμπερασμάτων, αποφάσεων και σταθερών πεποιθήσεων—λειτουργεί σαν φράγμα που συγκρατεί τον ρέοντα ποταμό της επίγνωσης. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει κίνηση, υπάρχει στασιμότητα· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ανοιχτότητα, υπάρχει κλείσιμο· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει θαυμασμός, υπάρχει η νεκρωτική βεβαιότητα του «ξέρω».

 

Η Τυραννία της Θέλησης και η Σιωπή Πέρα από Αυτήν

 

Βαθιά μέσα στην αρχιτεκτονική του εαυτού κατοικεί αυτό που ονομάζει τον εαυτό του θέληση—η επίμονη φωνή που διακηρύσσει «Θα επιτύχω», «Θα γίνω», «Θα μεταμορφώσω τον εαυτό μου μέσω προσπάθειας και αποφασιστικότητας». Αυτή η θέληση, τόσο επαινεμένη στην αγορά των πνευματικών φιλοδοξιών, είναι η ίδια ο μηχανισμός που διαιωνίζει το γνωστό. Διότι η θέληση γεννιέται από την επιθυμία, και η επιθυμία είναι πάντα ριζωμένη στο παρελθόν, στη μνήμη, στο φάντασμα προηγούμενης ηδονής ή στη σκιά προηγούμενου πόνου.

 

Όταν η θέληση λειτουργεί, κινείται πάντα από ένα κέντρο συσσωρευμένης γνώσης, συναγμένης εμπειρίας. Αυτός που θέλει είναι αυτός που θυμάται, που συγκρίνει, που επιδιώκει να αναπαράγει προηγούμενη ικανοποίηση ή να αποφύγει προηγούμενο πόνο. Έτσι η δράση της θέλησης—όσο ευγενής κι αν είναι η πρόθεσή της, όσο πνευματική κι αν είναι η φιλοδοξία της—δεν μπορεί ποτέ να αδειάσει το δοχείο της συνείδησης. Μπορεί μόνο να το γεμίσει περαιτέρω, προσθέτοντας νέες στρώσεις εμπειρίας για αποθήκευση, νέα συμπεράσματα για εξαγωγή, νέες αποφάσεις για λήψη.

 

Εδώ ο μύστης συναντά ένα βαθύ παράδοξο: ο κενός νους, αυτή η κατάσταση καθαρής δεκτικότητας και απεριόριστης επίγνωσης, δεν μπορεί να αγοραστεί με καμία συναλλαγή, δεν μπορεί να κερδηθεί με καμία μάχη, δεν μπορεί να επιτευχθεί με καμία προσπάθεια θέλησης. Δεν υποχωρεί σε καμία απαίτηση, όσο ένθερμη κι αν είναι. Δεν μπορεί να συλληφθεί από το αρπακτικό χέρι της επιθυμίας, όσο λεπτή κι αν φαίνεται αυτή η επιθυμία.

 

Ωστόσο, ούτε αυτό σημαίνει παθητικότητα ή παραίτηση. Μάλλον, ο κενός νους έρχεται στην ύπαρξη μέσω ενός διαφορετικού είδους επίγνωσης—όχι της επίγνωσης ενός σκεπτόμενου που παρατηρεί τις σκέψεις του, που μόνο δημιουργεί περαιτέρω διαίρεση και απόσταση, αλλά της επίγνωσης της ίδιας της σκέψης που γίνεται συνειδητή των δικών της κινήσεων, των δικών της μοτίβων, του δικού της ατελείωτου χορού συμπερασμάτων και κρίσεων.

 

Η Αθωότητα της Μοναξιάς

 

Στα βάθη του αυθεντικού διαλογισμού, η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της ως διαρκώς αθώο—όχι την αθωότητα της αφέλειας ή της άγνοιας, αλλά την αθωότητα της παρούσας στιγμής, ανέγγιχτη από το μολυσματικό χέρι της μνήμης. Αυτή είναι η αθωότητα του φρέσκου χιονιού πριν οποιοδήποτε αποτύπωμα σημαδέψει την επιφάνειά του, η αθωότητα της αυγής πριν οποιαδήποτε ερμηνεία χρωματίσει το φως της.

 

Μια τέτοια αθωότητα είναι απαραίτητα μόνη. Όχι η μοναξιά της αποχωρισμού, όχι η απομόνωση του εγώ αποκομμένου από τους συνανθρώπους του, αλλά η ριζική μοναξιά αυτού που δεν μπορεί να συγκριθεί, δεν μπορεί να μετρηθεί σε σχέση με οτιδήποτε άλλο, δεν μπορεί να γίνει γνωστό μέσω αναφοράς στο παρελθόν. Ο νους που είναι εντελώς μόνος με αυτή την έννοια στέκεται γυμνός μπροστά στην ύπαρξη, γυμνωμένος από όλα τα άνετα ενδύματα των συμπερασμάτων, από όλη την οικεία πανοπλία της γνώσης.

 

Όταν η συνείδηση επιτυγχάνει αυτή την ιερή μοναχικότητα, παύει να συσσωρεύει. Σαν το νερό που δεν κολλάει στο φύλλο του λωτού, η εμπειρία περνάει μέσα από την επίγνωση χωρίς να αφήνει κατάλοιπο, χωρίς να σχηματίζει ίζημα, χωρίς να χτίζει τον κοραλλιογενή ύφαλο του εαυτού πάνω στον οποίο το εγώ κατασκευάζει το φρούριό του. Κάθε στιγμή αναδύεται και παρέρχεται, πλήρης από μόνη της, χωρίς να απαιτεί προσθήκη στην αποθήκη της μνήμης.

 

Σε αυτή τη μοναξιά, η ίδια η σκέψη γίνεται σιωπηλή—όχι καταπιεσμένη, όχι βίαια απωθημένη, αλλά φυσικά ήσυχη, σαν πουλί που σταματάει το τραγούδι του όταν το τραγούδι δεν χρειάζεται πια. Και σε εκείνη τη σιωπή, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ανέγγιχτο, παρθένο, αιώνια νέο.

 

Η Διάλυση του Αύριο

 

Οι μύστες του παρελθόντος μιλούσαν για τον θάνατο του χρόνου, και εδώ, στην πρακτική του αληθινού διαλογισμού, ο αναζητητής συναντά τι εννοούσαν. Διότι ο νους που είναι μόνος, που κατοικεί εντελώς στο παρόν, βρίσκει ότι το μέλλον—που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το παρελθόν προβαλλόμενο προς τα εμπρός, η μνήμη μεταμφιεσμένη σε προσδοκία—απλώς παύει να έχει νόημα.

 

Το αύριο γεννιέται από το χθες. Όλα μας τα σχέδια, οι φόβοι μας, οι ελπίδες μας, οι αγωνίες μας για το τι θα έρθει είναι κατασκευασμένα από τα υλικά του τι υπήρξε. Φανταζόμαστε μελλοντικές ηδονές βασισμένοι σε παρελθοντικές ηδονές· φοβόμαστε μελλοντικούς πόνους βασισμένοι σε παρελθοντικούς πόνους. Το μέλλον είναι το παρελθόν με διαφορετική ενδυμασία, οι ίδιοι παλιοί ηθοποιοί που παίζουν το ίδιο παλιό δράμα σε μια σκηνή που φανταζόμαστε ότι είναι νέα.

 

Αλλά όταν το άδειασμα συμβαίνει στο παρόν—αυτό το διαρκές άδειασμα που είναι η ουσία του διαλογισμού—το μέλλον χάνει την λαβή του στη συνείδηση. Όχι μέσω άρνησης ή μέσω της προσποίησης ότι το αύριο δεν υπάρχει στο πεδίο της πρακτικής αναγκαιότητας, αλλά μέσω της αναγνώρισης ότι ψυχολογικά, πνευματικά, το αύριο είναι μια ψευδαίσθηση, ένα φάντασμα που μας στοιχειώνει μόνο επειδή επιμένουμε να κουβαλάμε το χθες στο σήμερα.

 

Στο καθαρό παρόν, δεν υπάρχει αύριο. Υπάρχει μόνο αυτό—αυτή η αναπνοή, αυτό το φως, αυτή η επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς τη μεσολάβηση της μνήμης. Και σε αυτή την άχρονη στιγμή, όλα όσα φαίνονταν τόσο επείγοντα, τόσο σημαντικά, τόσο απεγνωσμένα σε ανάγκη επίλυσης, αποκαλύπτονται ως η φαντασία ενός νου φυλακισμένου στα ίδια του τα συμπεράσματα.

 

Η Ζωντανή Κίνηση

 

Εδώ αναδύεται ίσως η πιο κρίσιμη κατανόηση: ο διαλογισμός δεν είναι προορισμός αλλά κίνηση, όχι επίτευγμα αλλά ροή, όχι κατάσταση που επιτυγχάνεται και μετά διατηρείται αλλά διαρκής χορός μεταξύ συνείδησης και ύπαρξης. Είναι ο ποταμός, όχι η όχθη· η αναπνοή, όχι η κρατημένη ανάσα· η ζωντανή φλόγα, όχι ο αιχμαλωτισμένος σπινθήρας.

 

Τόσοι πολλοί προσεγγίζουν την ιερή τέχνη σαν να ήταν βουνό για αναρρίχηση, με κορυφή για κατάκτηση όπου θα μπορούσε κανείς να καρφώσει μια σημαία και να διακηρύξει νίκη. Αλλά αυτή ακριβώς η προσέγγιση διαιωνίζει το πρόβλημα που επιδιώκει να λύσει, διότι φέρνει την ενέργεια του συμπεράσματος, της αποφασιστικότητας, της θέλησης ακριβώς στον χώρο που μπορεί να υπάρχει μόνο όταν αυτά τα πράγματα διαλύονται.

 

Ο διαλογισμός ως κίνηση σημαίνει διαλογισμός χωρίς τέλος, χωρίς συμπέρασμα, χωρίς το κλείσιμο του κύκλου. Σημαίνει να εισέρχεται κανείς σε κάθε στιγμή επίγνωσης σαν για πρώτη φορά, χωρίς χάρτη σχεδιασμένο από προηγούμενα ταξίδια, χωρίς βεβαιότητα για το τι θα ανακαλυφθεί. Είναι εξερεύνηση χωρίς τον εξερευνητή, όραση χωρίς τον βλέποντα, γνώση χωρίς τον γνωρίζοντα.

 

Αυτή η κίνηση δεν είναι χαοτική ή χωρίς σκοπό. Σαν την ανάπτυξη ενός δέντρου, που δεν ακολουθεί κανένα συνειδητό σχέδιο αλλά εκδηλώνει τέλεια τάξη, η κίνηση του διαλογισμού ακολουθεί τη δική της εγγενή νοημοσύνη. Ξέρει πού να ρέει όπως το νερό ξέρει πώς να βρει τη θάλασσα, όχι μέσω σκέψης ή απόφασης αλλά μέσω της απλής αναγνώρισης του τι είναι.

 

Ο Θάνατος του Διαλογιζόμενου

 

Έρχεται μια στιγμή—όχι στον χρόνο αλλά πέρα από τον χρόνο—όπου αυτός που διαλογίζεται ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός μπορεί να συμβεί πραγματικά μόνο όταν ο διαλογιζόμενος διαλύεται. Όσο υπάρχει κάποιος που κάνει διαλογισμό, υπάρχει διαίρεση, αποχωρισμός, δυϊσμός. Υπάρχει ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, ο ελεγκτής και το ελεγχόμενο, αυτός που αναζητά την κενότητα και η κενότητα που αναζητείται.

 

Αυτή η διαίρεση είναι η ίδια το εμπόδιο, το πέπλο που σκεπάζει το ιερό. Διότι στην αλήθεια, δεν υπάρχει ξεχωριστή οντότητα που μπορεί να βγει έξω από τη συνείδηση και να τη χειριστεί, να την καθαρίσει, να την αδειάσει, να την μεταμορφώσει. Υπάρχει μόνο η ίδια η συνείδηση, επίγνωση των δικών της κινήσεων, ευαίσθητη στα δικά της μοτίβα, που κατανοεί τον εαυτό της χωρίς ξεχωριστό κατανοούντα.

 

Όταν ο διαλογιζόμενος πεθαίνει—και αυτός ο θάνατος πρέπει να συμβαίνει ξανά και ξανά, στιγμή προς στιγμή, διότι ο ξεχωριστός εαυτός συνεχώς επιδιώκει να αναστηθεί—αυτό που απομένει δεν είναι κενότητα με την έννοια της απουσίας, αλλά κενότητα με την έννοια του άπειρου δυναμικού, απεριόριστου χώρου, απεριόριστης επίγνωσης. Είναι η κενότητα του ουρανού που περιέχει όλα τα σύννεφα χωρίς να ορίζεται από κανένα από αυτά, η κενότητα της σιωπής που κρατάει όλους τους ήχους χωρίς να διαταράσσεται από κανέναν από αυτούς.

 

Η Ιερή Καθημερινότητα

 

Το παράδοξο που μπερδεύει πολλούς αναζητητές είναι αυτό: η κενότητα που αποκαλύπτει ο διαλογισμός δεν είναι ξεχωριστή από την καθημερινή ζωή, δεν είναι αποκομμένη από τον συνηθισμένο κόσμο των εργασιών και των σχέσεων, της δουλειάς και της ανάπαυσης. Το ιερό δεν υπάρχει σε κάποιο μακρινό βασίλειο προσβάσιμο μόνο μέσω εξαιρετικών εμπειριών ή αλλοιωμένων καταστάσεων.

 

Μάλλον, ο κενός νους ανακαλύπτει ότι το συνηθισμένο είναι η ίδια η πύλη προς το άπειρο. Το πλύσιμο των πιάτων, το περπάτημα προς τη δουλειά, ο χαιρετισμός ενός φίλου—όταν γίνονται με πλήρη προσοχή, με την αθωότητα του παρόντος, αυτές οι απλές πράξεις γίνονται μυστήρια, πύλες μέσα από τις οποίες το αιώνιο λάμπει μέσα στο πρόσκαιρο.

 

Διότι για τον νου που είναι ελεύθερος από το γνωστό, δεν υπάρχει διαίρεση μεταξύ ιερού και κοσμικού, πνευματικού και καθημερινού, μαξιλαριού διαλογισμού και αγοράς. Όλα είναι ένα απρόσκοπτο όλο, μια συνεχής κίνηση επίγνωσης που συναντά την ύπαρξη σε κάθε ξεδιπλούμενη στιγμή.

 

Αυτή είναι η μεγάλη απελευθέρωση: όχι μια απόδραση από τη ζωή αλλά η ανακάλυψη της ζωής στην πληρότητά της, όχι μια απόσυρση από τον κόσμο αλλά μια εμπλοκή με τον κόσμο τόσο πλήρης, τόσο ολική, που ο διαχωρισμός μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, απλώς διαλύεται σαν ομίχλη μπροστά στον πρωινό ήλιο.

 

Το Απόρρητο Δώρο

 

Ποιες λέξεις μπορούν να συλλάβουν το άρωμα αυτής της ελευθερίας; Ποια γλώσσα μπορεί να περιέχει την απέραντη έκταση του κενού νου; Ο μύστης επιστρέφει από αυτά τα βάθη γνωρίζοντας ότι κάθε περιγραφή είναι προδοσία, κάθε εξήγηση είναι αναγωγή, κάθε διδασκαλία είναι απλώς δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι ενώ οι ανόητοι μαθητές εξετάζουν το δάχτυλο.

 

Ωστόσο, οι λέξεις πρέπει να έρχονται, όχι για να ορίσουν ή να περιορίσουν την εμπειρία αλλά για να ξυπνήσουν στους άλλους την αναγνώριση ότι αυτό για το οποίο μιλάμε δεν είναι ξένο ή μακρινό αλλά οικείο—πιο κοντά από την ίδια τους την αναπνοή, πιο άμεσο από τις ίδιες τους τις σκέψεις, πιο παρόν από την ίδια τους την παρουσία.

 

Ο κενός νους δεν είναι κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί· είναι αυτό που απομένει όταν όλη η δημιουργία παύει. Δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί· είναι αυτό που πάντα ήταν εδώ, σκεπασμένο μόνο από την ασταμάτητη συσσώρευση του γνωστού. Δεν είναι κάτι που πρέπει να κατανοηθεί· είναι το ίδιο το έδαφος της κατανόησης, η επίγνωση πριν από κάθε γνώση, η σιωπή από την οποία όλοι οι ήχοι αναδύονται και στην οποία όλοι οι ήχοι επιστρέφουν.

 

Η Αιώνια Αρχή

 

Και έτσι το ταξίδι τελειώνει εκεί που άρχισε—στην παρούσα στιγμή, σε αυτή την αναπνοή, σε αυτή την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς συμπέρασμα. Ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν υπήρχε κάπου να πάει, ποτέ κάτι να επιτύχει, ποτέ κανένας αποχωρισμός να υπερνικηθεί. Υπήρχε μόνο πάντοτε αυτό—αυτή η ζωντανή κενότητα, αυτό το ιερό κενό που είναι ταυτόχρονα η πληρότητα όλης της ύπαρξης.

 

Ο διαλογισμός ως άδειασμα του νου από το γνωστό δεν είναι πρακτική για το μέλλον, ούτε τεχνική που τελειοποιείται μέσα από χρόνια πειθαρχίας. Είναι η πρόσκληση να πεθάνει κανείς στο χθες σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, να αφήσει όλα τα συμπεράσματα να διαλυθούν μπροστά σε αυτό που είναι, να σταθεί γυμνός και μόνος μπροστά στο μυστήριο που δεν μπορεί να ονομαστεί.

 

Σε αυτό τον θάνατο, δεν υπάρχει απώλεια αλλά άπειρο κέρδος. Σε αυτή την κενότητα, δεν υπάρχει απουσία αλλά η παρουσία όλων όσων είναι. Σε αυτή τη μοναξιά, δεν υπάρχει απομόνωση αλλά η ανακάλυψη της ενότητας με όλη την ύπαρξη.

 

Ο κενός νους δεν ζητάει τίποτα, δεν αναζητάει τίποτα, δεν απαιτεί τίποτα. Απλώς είναι—και σε αυτό το απλό είναι, όλη η αναζήτηση τελειώνει, όλες οι ερωτήσεις διαλύονται, και η ιερή σιωπή που πάντα ήταν εδώ αποκαλύπτεται ως το ίδιο το έδαφος της συνείδησης, η πηγή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτός είναι ο διαλογισμός: όχι ως συμπέρασμα αλλά ως αιώνια αρχή, όχι ως επίτευγμα αλλά ως συνεχές άφημα, όχι ως γίγνεσθαι αλλά ως η ανακάλυψη αυτού που ποτέ δεν έπαψε να είναι. Το γνωστό αδειάζει τον εαυτό του στο παρόν, και αυτό που απομένει είναι το απόρρητο, το άλεκτο, το ιερό μυστήριο που κάθε ψυχή πρέπει να ανακαλύψει μόνη της στη ζωντανή σιωπή της μοναξιάς.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
17. The Unveiling: A Journey to the Shores of Transcendence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~