ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)

ESOTERISM STUDIES (ENGLISH)
7. The Infinite Manifold: Religion as the Architecture of Transcendence

ESOTERISM STUDIES (GREEK)

ESOTERISM STUDIES (GREEK)
7. Ο Άπειρος Πολυδιάστατος Χώρος: Η Θρησκεία ως Αρχιτεκτονική της Υπέρβασης

CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 24 January, 2026

Sunday, October 22, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ 2


1. Οντολογία της Ψυχής
~~~~~
2. Φαινομενολογία της Ψυχής

Όταν ο Ιωάννης λέει “Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς ἐκεῖνος ἐξηγήσατο” (Ιωάνης 1:18) διαπιστώνει μια εμπειρική αλήθεια, μια γενική αντίληψη που επικρατεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Από την άλλη μεριά, όταν διαβεβαιώνει ότι “αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν” (Ιωάννης 17:3) διακηρύσσει επίσης μια αλήθεια διαπιστωμένη από εμπειρία. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι υπάρχει αντίφαση στις δυο αλήθειες που καταγράφει ο ίδιος άνθρωπος, στο ίδιο κείμενο. Όμως η ανθρώπινη νοημοσύνη μπορεί να ξεπεράσει τις αντιφάσεις (γενικότερα στη ζωή κι ειδικότερα εδώ) μέσω της “ερμηνείας” και να συμβιβάσει πράγματα που είναι ασυμβίβαστα εκ πρώτης όψεως. Είναι μια πάγια τακτική των θεολόγων και των “ερμηνευτών”.

Στην προκειμένη περίπτωση η ερμηνεία διαφοροποιεί το αντικείμενο της γνώσης. Όταν ο Ιωάννης λέει ότι “Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε” αναφέρεται στη Ουσία του Θεού, σε “Αυτό που Είναι Πραγματικά”. Από τη άλλη μεριά όταν ισχυρίζεται ότι μπορεί (και πρέπει) να “Γνωρίσει” κάποιος τον Αληθινό Θεό αναφέρεται σε “Αυτό” που μπορούμε να αντιληφθούμε από τον Θεό, τις Ενέργειές Του, τις Δράσεις Του, και τα Ίχνη της Δραστηριότητάς Του μέσα στη Δημιουργία. Αυτό άλλωστε ήταν το “αντικείμενο” της “Ησυχαστικής Έριδας” και της εμπλοκής του Γρηγόριου Παλαμά στην διαμάχη ανάμεσα στην Ορθόδοξη και την Καθολική εκκλησία τον 14ο αιώνα μ.Χ. για την πραγματική γνώση του Θεού.

Στην πραγματικότητα όμως μπορεί να ξεπερνιέται η αντίφαση των δυο αληθειών αποδίδοντας διαφορετικό αντικείμενο στις προτάσεις αλλά σε αυτή την περίπτωση είμαστε αναγκασμένοι (αν θέλουμε να ακολουθήσουμε την λογική συνέχεια) να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν Βαθμίδες Γνώσης του Θεού ή “διάφορες γνώσεις” του Θεού. Μια Άμεση Εσωτερική Γνώση που έχει ο Προαιώνιος Λόγος που Είναι στους Κόλπους του Πατέρα και μια έμμεση εξωτερική γνώση που έχουν τα όντα. Εδώ ακριβώς τίθεται το θεμέλιο της Επίγνωσης του Θεού και των Βαθμίδων  Επίγνωσης ή αλλιώς των Επιπέδων Γνώσης του Θεού . Κι εδώ βασίζεται η βιωματική εμπειρία των διαφόρων καταστάσεων της συνείδησης, της “πτώσης” και της “εξέλιξης” των όντων.

Τελικά, “Αυτός” που μπορεί να μιλήσει για τον Θεό είναι Αυτός που Βιώνει τον Θεό στην Ουσία Του. Κι Αυτός είναι ο Προαιώνιος Λόγος που Γεννάται Αενάως  στους Κόλπους του Πατέρα (ή με μια άλλη ερμηνεία, που ισχύει επίσης, η Οντότητα, το Ον, η Ψυχή, που βιώνει την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου). Αυτό που Βίωσε ο Ιησούς στην Έρημο των Εσσαίων, μέσα στην Πνευματική Περισυλλογή του, την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου και περιέγραψε επαρκώς (για όσους έχουν μάτια να δουν και αυτιά να ακούσουν) είναι ότι ο Πατέρας Είναι Μια Άβυσσος Αγνωσίας που Ταυτόχρονα όμως Είναι Ζωή και Πηγή Ζωής Αιωνίου. Αυτός που Βιώνει τον Θεό, την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου (που δεν είναι προσωπική εμπειρία κάποιου όντος), είτε πούμε πως είναι ο Λόγος ή η Ψυχή στη Κατάσταση του Λόγου,  βιώνει αισθάνεται και κατανοεί άμεσα, κάτι πηγαίο, εκ των έσω, χωρίς κάποια διαδικασία ή συσχέτιση με οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο (πρόκειται για Πραγματική Αυτογνωσία). Κι αυτό που βιώνει είναι ακριβώς η Απεραντοσύνη της Θείας Ουσίας. Κι όλο αυτό το βιώνει μέσα στην απόλυτη αίσθηση της Μοναδικότητας, της Ενότητας και της Υπερβατικότητας, που ξεπερνά κάθε αντίληψη, παρουσίας, χώρου, χρόνου, οτιδήποτε. Από αυτή την βιωματική εμπειρία πηγάζει η εμπειρική αλήθεια της Τριαδικότητας του Θεού και το δόγμα της “αγίας τριάδας”.

Στην πραγματικότητα όμως, αν είμαστε λίγο προσεκτικοί, μπορούμε να δούμε πως όλα αυτά, περί Θεού, τριαδικότητας, κλπ., δεν αναφέρονται στην Ουσία του Θεού, δεν ανήκουν στο Οντολογικό Επίπεδο Αντίληψης. Ανήκουν σε όσα βιώνουμε από τον Θεό, ανήκουν στο Φαινομενολογικό Επίπεδο Αντίληψης. Έτσι τα βιώνουμε, έτσι τα κατανοούμε, έτσι τα περιγράφουμε. Κι αυτό είναι τελείως διαφορετικό.

Αυτό που διαπιστώνουμε τελικά είναι ότι η Γνώση του Θεού (Άμεση Εσωτερική ή έμμεση εξωτερική) Διαβαθμίζεται σε Επίπεδα Επίγνωσης κι ότι ανήκει (σαν Γνώση) εξολοκλήρου στο Φαινομενολογικό Επίπεδο. Έτσι βιώνουμε τα πράγματα, έτσι τα διαπιστώνουμε, έτσι τα περιγράφουμε. Δεν έχουμε κανένα λογικό δικαίωμα αυτά που αντιλαμβανόμαστε να τα μεταφέρουμε στο Οντολογικό Επίπεδο και να τα θεωρούμε απόλυτες αλήθειες που Ισχύουν για την Ουσία Ό,τι φαίνεται έτσι μπορεί να μην είναι έτσι. Αυτό σημαίνει ότι πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να αντιλαμβανόμαστε εσφαλμένα. Το μόνο ασφαλές κριτήριο της Αλήθειας (κι ο Γνώμονας, το εργαλείο  για να προσεγγίσουμε όσο γίνεται τη αλήθεια) είναι η Αντικειμενικότητα της Αλήθειας που πρέπει να βιώνεται σαν αντικειμενική κατάσταση (κι όχι σαν υποκειμενική εμπειρία), η παντελής εγκατάλειψη κάθε υποκειμενικής δραστηριότητας, η Πλήρης Παράδοση στον Θεό. Μόνο Αυτός Είναι η Αλήθεια και Μόνο Αυτός Διαφωτίζει. Έτσι η ολοκληρωτική ταπεινότητα αναδεικνύεται η μοναδική οδός εξόδου από την πλάνη.

Αν λοιπόν υπάρχουν Διαβαθμίσεις στην Επίγνωση του Θεού ή Βαθμίδες Επίγνωσης, Καταστάσεις συνείδησης, Γνώσεις, αυτό σημαίνει ότι η Γνώση μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένη Κι ασφαλώς αυτό ανοίγει την Οδό προς την Αληθινή Γνώση του Αληθινού Θεού. Ποια είναι λοιπόν  η Αληθινή Θεογνωσία, η Αληθινή Θεολογία, δηλαδή ο Αληθινός Λόγος που Δικαιωματικά Ομολογεί για τον Θεό; Αληθινή Θεογνωσία έχει κι Αληθινή Θεολογία ομολογεί μόνο Αυτός που βιώνει πλήρως τη Θεία Ουσία, ο Προαιώνιος Λόγος. Αλλά όπως πολλές φορές διευκρινίσαμε ο Λόγος είναι Αντικειμενική Κατάσταση του Όντος, κι όχι κάποιο Ον ή προσωπική εμπειρία κάποιου όντος. Με αυτή την έννοια ο Ιησούς  υπήρξε όχι απλά Αυτός που βίωσε την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου, που Ενώθηκε με τον Πατέρα, που ήταν (είναι, αφού αυτή η κατάσταση όντος είναι υπερβατική, πέραν του χώρου και του χρόνου) Ένα με τον Πατέρα αλλά είναι κι ο Αληθινός Δάσκαλος, η Αλήθεια κι η Πηγή της Αλήθειας. Κι η Αλήθεια Περιγράφει την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου. Κι όταν ο Ιησούς αναφέρεται ή περιγράφει τον Εαυτό του σαν  Οδό,  Αλήθεια, Ζωή (“Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή”, Ιωάννης 14:6) στην πραγματικότητα περιγράφει τη Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου κι όχι κάποιο ον ή κάποια προσωπική εμπειρία του (σαν προσώπου).


Ο Ιησούς σαν Διδάσκαλος, αναγνωρισμένος ανάμεσα στους Εσσαίους  δεν κράτησε την Αλήθεια στην Έρημο αλλά βγήκε έξω, στην κοινωνία, να διδάξει δημόσια, προσπαθώντας να διαφωτίσει περισσότερους ανθρώπους. Τελικά όμως φάνηκε, από τα ιστορικά γεγονότα, ότι κι η κοινωνία των ανθρώπων ήταν χειρότερη έρημος κι οι αληθινοί άνθρωποι του Θεού ήταν ελάχιστοι. Έτσι γρήγορα ο Ιησούς υιοθέτησε, εκ των πραγμάτων, τη δημόσια εξωτερική διδασκαλία με παραβολές και νουθεσίες και λόγους (και τα εξωτερικά μυστήρια για τους πολλούς) και την Εσωτερική Διδασκαλία των Μυστηρίων της Βασιλείας των Ουρανών  για τους λίγους αδελφούς του που μπορούσαν να κατανοήσουν (και τα Εσωτερικά Μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών, δηλαδή την Αληθινή Πνευματική Εμπειρία).

Ο Ιησούς περιγράφει επαρκώς με λεπτομέρειες στους αδελφούς του και με υπαινιγμούς και παραβολές και υπαινιγμούς στους ανθρώπους δημόσια Όλη τη Αλήθεια για τον Θεό, για τη Αληθινή Φύση του Όντος, για τις Αντικειμενικές Καταστάσεις  του Λόγου και τις υποκειμενικές εμπειρίες. Στη πραγματικότητα όλες οι καταστάσεις ανήκουν στην εμπειρία του Όντος. Υπάρχουν Αντικειμενικές Καταστάσεις κι υποκειμενικές εμπειρίες. Έτσι μέσα στη Βιωματική Εμπειρία του Ιησού, Θεός, Λόγος, Ψυχή, είναι η Ίδια Πραγματικότητα κι όλα είναι βιωματικές εμπειρίες κι ο Θεός κι οι Αντικειμενικές Καταστάσεις κι οι υποκειμενικές εμπειρίες.

Η Αντικειμενική Κατάσταση του Προαιώνιου Λόγου που Βιώνει ο Ιησούς (που δεν είναι πια ο άνθρωπος, πρόσωπο, Ιησούς αλλά ο Ίδιος ο Λόγος) είναι μέσα στην Βιωματική Εμπειρία του Ιησού η Αιτία κι η Πηγή της Δημιουργίας και η Αληθινή Ουσία (στο Βάθος της Ύπαρξης) των όντων. Σαν Κατάσταση ο Προαίωνιος Λόγος ανήκει (Φαινομενολογικά) στο Άκτιστο και χαρακτηρίζεται σαν “Άκτιστο”. Είναι το “Περιεχόμενο” του Λόγου, η Δραστηριότητά του κι Ό,τι γεννιέται Μέσα του που ανήκει στο δημιουργημένο και το Κτιστό. Όταν ο Λόγος Περνά από την Ουσία του (την Γνώση της Ουσίας) στην Δημιουργική Δραστηριότητα (δηλαδή στο “Περιεχόμενο”) δεν είναι πια ο Προαιώνιος Λόγος αλλά μια Αντικειμενική Κατάσταση (Συνείδησης) που Αντανακλά την Θεία Πραγματικότητα, μια Αντίληψη του Όλου και της Ενότητας που θα αποτελέσει το Βάθος της Δημιουργίας, την Αρχική Κατάσταση, την Πρώτη “Ύλη” της Δημιουργίας και ταυτόχρονα το Βάθος κάθε περαιτέρω  δημιουργικής διαφοροποίησης κι ακόμα το Βάθος κάθε όντος που θα έρθει σε ύπαρξη. Ο Λόγος εδώ είναι ο Κοσμικός Λόγος, ο Δημιουργός Λόγος που Είναι εξαρχής κοντά στον Θεό.

Πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν πλήρη βιωματική εμπειρία  αυτών των Καταστάσεων του Όντος και δεν έχουν βιώσει αυτές τις Καταστάσεις του Προαιώνιου Λόγου, του Κοσμικού Λόγου δεν κατανοούν ότι πρόκειται απλά για Καταστάσεις του Όντος. Θεωρούν εσφαλμένα ότι ο Λόγος είναι ον και προβληματίζονται για το αν ο Λόγος είναι ο Άκτιστος Λόγος ή ο Κοσμικός Λόγος (και χαρακτηρίζουν τον Λόγο άλλοτε σαν Άκτιστο Θεό κι άλλοτε σαν ο Πρώτο Κτίσμα του Θεού) Στην πραγματικότητα ο Λόγος είναι και τα δύο. Σαν Καταστάσεις του Όντος είναι και η Άκτιστη Ουσία και η Δημιουργική Ενέργεια και Δραστηριότητα. Έτσι δεν έχει νόημα η “Αρειανή διαμάχη” τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Και ο Αθανάσιος είχε δίκηο και ο Άρειος έλεγε αλήθεια. Όλη η παρεξήγηση οφείλεται στο ότι Αντικειμενικές Καταστάσεις του Όντος (Καταστάσεις Συνείδησης, Καταστάσεις, Εμπειρίες της Ψυχής) υποστασιοποιούνται, θεωρούνται όντα. Έτσι η συζήτηση ξεπέφτει σε λεκτική διαμάχη.

Ο Κοσμικός Λόγος είναι μια Κατάσταση Συνείδησης Αντικειμενική που Αντανακλά “Ό,τι Υπάρχει”, “Αυτό που Υπάρχει”. Όταν Στρέφεται Άνωθεν, προς τον Θεό Αντανακλά την Θεία Πραγματικότητα την Άβυσσο Αγνωσίας. Όταν Στρέφεται προς τα Κάτω (προς το “Περιεχόμενό” της ) Συλλαμβάνει την Ενότητα της Δημιουργίας, την Παρουσία που δεν έχει ακόμα αναγνωρισθεί σαν Χώρος, μια Κατάσταση όπου δεν έχει ακόμα διακριθεί η Παρουσία από τον Χώρο. Είναι ακριβώς σε ένα Δεύτερο Στάδιο που η Παρουσία γίνεται αντιληπτή σαν Χώρος, το Αιώνιο Βασίλειο του Είναι. Κι είναι σε ένα Τρίτο Στάδιο που η Παρουσία “Διαχωρίζεται” από τον Χώρο, Περιορίζεται στο Χώρο και Δημιουργείται η Ατομικότητα, (το Πρότυπο του Ατομικού Όντος), που σε αυτό το Στάδιο μπορεί να είναι και Ελεύθερη Παντού και Εδώ, μέσα στον Χώρο. Εδώ, με αυτό τον τρόπο μπαίνουν οι προϋποθέσεις της πολλαπλότητας των κατώτερων κόσμων. Όλες αυτές οι Καταστάσεις της Διαφοροποίησης του Λόγου, της Παρουσίας, της Ψυχής, σε Καταστάσεις Επίγνωσης, Καταστάσεις Συνείδησης, Κοσμικά Επίπεδα, Βιωματικές εμπειρίες του Αντικειμενικού Είναι, παραμένουν αντικειμενικές καταστάσεις και βιώνονται στα πλαίσια της Ενότητας της Ύπαρξης. Δεν υπάρχει ακόμα καμία πολλαπλότητα και καμία δυαδικότητα (γιατί δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα, σε αυτό το Στάδιο, το υποκείμενο-εγώ).

Όταν από τον Περιορισμό της Πνευματικής Οντότητας (που περιγράφεται σαν Διαφοροποίηση του Λόγου, Παρουσία, Ψυχή, κλπ.) σε μια “εδώ παρουσία” δημιουργείται ένας συγκεκριμένος αντιληπτικός πυρήνας, ένα συγκεκριμένο αντιληπτικό κέντρο, περνάμε στον Χώρο της Πολλαπλότητας, των ατομικών όντων, της υποκειμενικής εμπειρίας και της δυαδικής αντίληψης. Ο Χώρος που “γεννιούνται” οι ατομικότητες τα όντα, είναι το “Όριο” ανάμεσα στους Ανώτερους Ουρανούς του Είναι και τους κατώτερους κόσμους του γίγνεσθαι. Τα ατομικά όντα βρίσκουν το πραγματικό περιβάλλον τους στους Τρεις Κατώτερους Κόσμους (στον νοητικό κόσμο, τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο και τον υλικό κόσμο). Κι ενώ στους Ανώτερους Ουρανούς της Δημιουργίας όπου βιώνονται οι Αντικειμενικές Καταστάσεις του Όντος η μετάβαση από το ένα επίπεδο στο άλλο είναι καθαρά θέμα επίγνωσης, κατανόησης, η οντότητα για να εκδηλωθεί σαν ατομικό ον στους κόσμους της Κατώτερης Δημιουργίας συνδέεται με ένα φορέα εκδήλωσης στο ανάλογο επίπεδο. Κι αυτό γίνεται μέσω μιας διαδικασίας σύνδεσης που γνωρίζουμε σαν “γέννηση”. Από εδώ πηγάζει η αντίληψη για την “Κάθοδο” των όντων, των ψυχών από τους ουρανούς στους κατώτερους κόσμους και η αντίστροφη “άνοδος” των ψυχών στους ουράνιους κόσμους.


Όταν η Οντότητα, η Ψυχή συνδέεται με ένα υλικό φορέα (ενσαρκώνεται) όλες αυτές οι Καταστάσεις Συνείδησης που περιγράψαμε πιο πάνω σαν Καταστάσεις του Όντος, σαν Κοσμικά Επίπεδα της Δημιουργίας, σαν Καταστάσεις της Ψυχής βιώνονται σαν ατομικές καταστάσεις της συνείδησης. Υπάρχει πάντα το Βάθος της Ύπαρξης που “ταυτίζεται με τον Προαιώνιο Λόγο, ή με την Αρχέγονη Κατάσταση της Ψυχής, (που είναι η Κατάσταση της Άκτιστης Ουσίας). Υπάρχει η Αντικειμενική Φύση της Οντότητας (οι Καταστάσεις του Είναι που βιώνονται σαν Εσωτερικές Καταστάσεις). Κι υπάρχει κι η υποκειμενική εμπειρία που εκδηλώνεται και λειτουργεί στο νοητικό, στο ψυχοσυναισθηματικό και στο υλικό επίπεδο. Όσο είμαστε ενσαρκωμένοι οι ανώτερες καταστάσεις της οντότητας βιώνονται σαν βιωματικές καταστάσεις. Όταν αποσυνδεόμαστε από το σώμα έχουμε πραγματική, ολοκληρωτική, εμπειρία όλων αυτών των καταστάσεων σαν κοσμικών επιπέδων, σαν αντικειμενικών καταστάσεων του Όντος. Στην πραγματικότητα είτε περιγράφουμε την Οντότητα, τις Καταστάσεις του Όντος, σαν Διαφοροποιήσεις του Λόγου είτε σαν Δημιουργία, είτε σαν Καταστάσεις της Ψυχής (Κάθοδο κι Άνοδο της Ψυχής στους Κόσμους) λέμε το ίδιο πράγμα από άλλη σκοπιά. Η Οντότητα (όπως κι αν την ονομάσουμε) βιώνει τον Λόγο, τις Εσωτερικές Αντικειμενικές Καταστάσεις, τις εξωτερικές υποκειμενικές εμπειρίες στους κατώτερους κόσμους, είτε σαν αντικειμενικές ζωές όταν εκδηλωνόμαστε σε αυτούς τους κόσμους, είτε σαν Καταστάσεις της Ψυχής όσο είμαστε ενσαρκωμένοι.

Από ανθρωπολογική άποψη (ορίζοντας την Ανθρωπολογία σαν την Αληθινή Γνώση του Ανθρώπου κι όχι σαν την εξωτερική ανθρωπολογία των πανεπιστημίων) και μιλώντας για την Οντότητα που έχει συνδεθεί με ένα υλικό σώμα, μιλάμε για την Ψυχή που βιώνει όλες αυτές τις Καταστάσεις. Ορίζουμε την Ψυχή σαν την Οντότητα που βιώνει τον Λόγο, τις Αντικειμενικές Καταστάσεις του Είναι, τις υποκειμενικές εμπειρίες στους κατώτερους κόσμους, στη γη. Όλα αυτά όμως δεν είναι παρά μια περιγραφή και μια φαινομενολογική προσέγγιση όσων βιώνουμε, που έχει σκοπό να μας καθοδηγήσει στην Διεύρυνση της Επίγνωσης, στη Αναγνώριση της Αλήθειας, στη Ανύψωση στην Κατάσταση της Ίδιας της Ουσίας μας, στη Ένωση με την Θεία Πραγματικότητα. Θέλουμε να πούμε πως ενώ από Οντολογική Άποψη η Πραγματικότητα είναι Μία, Μοναδική και Χωρίς Διακρίσεις ή πραγματικές διαφοροποιήσεις, από την Άποψη της Αντίληψης βιώνουμε όλη αυτή την ποικιλία των φαινομένων της Δημιουργίας. Η Πραγματικότητα βρίσκεται πάντα πέρα από τα φαινόμενα, που δεν είναι παρά δραστηριότητες,, παιχνιδίσματα του Φωτός στο Φόντο της Ενότητας, σκιές που λανθασμένα υποστασιοποιούμε.

Ο Ιησούς μιλώντας για τον Θεό, για την Δημιουργία σαν Διαφοροποίηση του Λόγου, Δραστηριότητα του Λόγου και “Περιεχόμενο”, για τη Ψυχή και τις Καταστάσεις Επίγνωσης, στη πραγματικότητα περιέγραφε αυτό που από εμπειρία είχε διαπιστώσει ο ίδιος. Ταυτίζοντας ο Ιησούς τον “εαυτό” του με τον Λόγο και τον Θεό μιλούσε και την αντικειμενική Κατάσταση της Ανθρώπινης Φύσης. Δεν είπε ποτέ ότι όλα αυτά είναι μόνο δική του “προσωπική” εμπειρία γιατί έτσι θα μετέφερε το αντικειμενικό βίωμα σε υποκειμενική εμπειρία (δηλαδή κάτι ψεύτικο). Αυτό που ήθελε, πάνω από όλα, να πει ο Ιησούς είναι πως η Ψυχή, (κάθε ψυχή, κάθε άνθρωπος , που βιώνει τη υποκειμενική εμπειρία, την δυαδικότητα, τον διαχωρισμό) είναι η Ίδια Η Πηγή της Ζωής, ο Ίδιος ο Λόγος, Έχει μια Αντικειμενική Φύση και βιώνει επιπλέον υποκειμενικές εξωτερικές εμπειρίες. Η Αλήθεια δεν βρίσκεται στις υποκειμενικές εμπειρίες στους κατώτερους κόσμους και στη γη. Δεν βρίσκεται καν στις Αντικειμενικές Εσωτερικές Καταστάσεις του Είναι. Η Αλήθεια είναι στον Θεό. Ταυτιζόμενος ο Ιησούς με την Υπέρτατη Κατάσταση μπορούσε να ισχυριστεί (και το έκανε άλλωστε, όπως το κατέγραψε ο Ιωάννης) πως το να Βιώσεις τον Θεό ή να Βιώσεις την Αντικειμενική Κατάσταση του Λόγου (με τη Οποία είχε ο Ίδιος ταυτιστεί) είναι το ίδιο πράγμα. Ο Ιησούς μιλούσε εξ’ ονόματος του Θεού, του Αντικειμενικού Λόγου (κι όχι σαν κάποιο προσωπικό ον). Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κάθε ον που βιώνει αυτή την Υπέρτατη Αντικειμενική Κατάσταση. Στην Θεία Πραγματικότητα δεν υπάρχουν διακρίσεις, προσωπικές υπάρξεις ή εγώ.


Σύμφωνα με τα “Λεγόμενα” του Ιησού (δηλαδή την Μυστική Παράδοση που έλαβαν ο Ιωάννης κι οι άλλοι αδελφοί) αυτοί που βιώνουν το Βάθος της Ύπαρξης (ή αλλιώς αυτοί που βιώνουν τις Εσωτερικές Καταστάσεις της Ψυχής) έχουν  εμπειρία από τις Τρεις Οντολογικές Περιοχές (ή τις Τρεις Καταστάσεις του Όντος, τις Τρεις Καταστάσεις της Ψυχής). Όσοι Προσεγγίζουν τον Θεό κι έρχονται στη Κατάσταση του Λόγου νοιώθουν άμεσα τη Θεία Πραγματικότητα, σαν ένα είδος άμεσης αυτογνωσίας (κι όχι μέσω διαδικασίας, ή παρατήρησης του εαυτού ή οτιδήποτε). Είναι η Μακάρια Κατάσταση της Απόλυτης Πραγματικότητας που ταυτόχρονα είναι Πηγή κάθε Δραστηριότητας ή Φαινομένου και η Αιτία των πάντων. Οτιδήποτε εκδηλώνεται έρχεται σε ύπαρξη Μέσα στη Θεότητα, σαν Δραστηριότητα ή “Περιεχόμενο” Αντίληψης. Αυτοί που βιώνουν την Αντικειμενική Φύση της Ψυχής έχουν Αίσθηση της Ενότητας της Ύπαρξης. Δεν υπάρχει ούτε υποκείμενο, ούτε αντικείμενο, ούτε χώρος, ούτε χρόνος. Σε αυτή τη Πνευματική Περιοχή υπάρχει αντικειμενική αντίληψη, άμεση δηλαδή γνώση της πραγματικότητας (κι όχι γνώση από ένα υποκείμενο ενός αντικειμένου, που είναι έμμεση διαδικασία). Για αυτό κι αυτή η Περιοχή χαρακτηρίζεται σαν Περιοχή του Φωτός (όπου όλα είναι άμεσα ορατά). Είναι ο Φωτεινός Ουρανός ή οι Τρεις Φωτεινοί Ουρανοί όπου Συντελείται η Μετάβαση από την Καθαρή Σαν Καθρέφτη Συνείδηση στην “δημιουργία” του Χώρου και στη Παρουσία Εντός του Χώρου. Η Ψυχή που βυθίζεται στην ατομικότητα και στην πολλαπλότητα των τριών κατώτερων κόσμων γίνεται (καθώς περιορίζει την Παρουσία σε ένα περιορισμένο αντιληπτικό κέντρο) μια ψυχή ανάμεσα σε άλλες ψυχές που βιώνουν την ίδια εμπειρία. Οι κατώτεροι κόσμοι της πολλαπλότητας (ο νοητικός κόσμος, ο ψυχοσυναισθηματικός κόσμος κι ο υλικός κόσμος) χαρακτηρίζονται σαν Περιοχή της Σκιάς. Εδώ, επειδή βιώνεται η ατομικότητα, ο διαχωρισμός, η αντίληψη γίνεται έμμεση (σαν παρατήρηση και γνώση του αντικειμένου). Έτσι ο Θεός, ο Φωτεινός Ουρανός (ή ο Κόσμος του Φωτός) κι οι Κόσμοι της Σκιάς (ή οι τρεις κατώτεροι κόσμοι της δυαδικότητας) είναι οι Τρεις Περιοχές όπου η Ψυχή βιώνει την εμπειρία της αντικειμενικής ύπαρξης και την υποκειμενική εμπειρία (τους κατώτερους κόσμους).


Η Ψυχή όπως μας Δίδαξε ο Ιησούς έχει Άκτιστη Φύση και μπορεί να έχει Εμπειρία του Λόγου (της Άκτιστης Κατάστασης του Λόγου), να Είναι Λόγος, μπορεί να έχει εμπειρία της Διαφοροποίησης του Λόγου που γίνεται Κοσμικός Λόγος, να βιώνει δηλαδή τις Εσωτερικές Αντικειμενικές Καταστάσεις της Φύσης της, και μπορεί ακόμα να βιώνει την ατομική υποκειμενική ζωή στους Κόσμους της Σκιάς κι ειδικότερα στην γη. Στην πραγματικότητα η Ψυχή Είναι Όλα Αυτά. Είναι Τελείως Ελεύθερη, Απέραντη αλλά και Παρουσία ή περιορισμένο αντιληπτικό κέντρο. Εσωτερική Κοσμολογία (που περιγράφει τις Οντολογικές Περιοχές) και Εσωτερική Ψυχολογία (που περιγράφει τις Καταστάσεις της Ψυχής) στην πραγματικότητα έχουν το ίδιο αντικείμενο, τις Καταστάσεις του Όντος (είτε το ονομάζουμε Θεότητα, Λόγο ή Ψυχή ή απλά οντότητα).

Το κυριότερο όμως που μας δίδαξε ο Ιησούς είναι ότι η Ψυχή είναι μια Δυναμική Πραγματικότητα που μπορεί να βιώσει διάφορες καταστάσεις, να γίνει αυτές οι καταστάσεις (δηλαδή να “προσλάβει” τις ιδιότητες αυτών των καταστάσεων) κι όχι μια σταθερή ουσία που απλά αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν διάφορες καταστάσεις στον κόσμο που ζει αλλά όμως δεν έχει πρόσβαση σε αυτές. Με άλλα λόγια ο Ιησούς μας δίδαξε ότι, ενώ Οντολογικά Είμαστε η Άκτιστη Πραγματικότητα, Φαινομενολογικά βιώνουμε τις καταστάσεις της Δημιουργίας (και των ανώτερων αντικειμενικών καταστάσεων στους Ουρανούς και τις κατώτερες υποκειμενικές ζωές στους κατώτερους κόσμους). Έτσι, από την Ίδια μας τη Φύση αναδύεται ο Προορισμός μας. Να Δούμε Που είμαστε, Τι κάνουμε, να Κατανοήσουμε την Αληθινή Αιώνια Φύση μας, να εξελιχθούμε πνευματικά προς την Ολοκλήρωσή μας. Αυτή είναι η πραγματική έννοια του “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού”.

Κάθε Ψυχή (κάθε άνθρωπος) μπορεί να το κάνει αυτό. Στην πραγματικότητα, εμπειρικά, διαπιστώνουμε πως η Ψυχή είναι Μία στο Βάθος της και μόνο όταν προβάλλεται  έξω στην ατομικότητα και την πολλαπλότητα εκδηλώνεται σαν διαφορετική ψυχή από άλλες ψυχές που βιώνουν τις ίδιες καταστάσεις. Τελικά όμως πως μπορούμε να μιλάμε για την Φύση της Ψυχής; Τι θα πάρουμε σαν κριτήριο; Την  Μία Άκτιστη Φύση; Τις  Εσωτερικές Καταστάσεις της Ενότητας; Ή τις υποκειμενικές εμπειρίες που είναι ατομικές και ξεχωριστές στους ξεχωριστούς κόσμους. Η Ψυχή Είναι Όλα Αυτά. Κι ανάλογα με τον Βαθμό της Επίγνωσης που έχει είναι ατομική ψυχή ή είναι το Όλον. Αυτό ακριβώς δίδασκε ο Ιησούς ιδιαίτερα στους αδελφούς του, την Δυναμική Φύση της Ψυχής, την Δυνατότητα της Διεύρυνσης της Επίγνωσης και την Εγγενή Δυνατότητα να Προσεγγίσουμε τον Θεό και μέσω της Βιωματικής Κατάστασης του Λόγου να Ενωθούμε με την Άβυσσο της Ζωής.

Προφανώς θα μπορούσαν να κατανοήσουν μονάχα όσοι εμπιστεύονταν τον Ιησού κι οι ίδιοι δοκίμαζαν κι είχαν εμπειρία όλων αυτών που έλεγε. Οι περισσότεροι άνθρωποι, εγκλωβισμένοι στην κατάσταση της δυαδικότητας, χρησιμοποιούν την διανόηση για να αναγνωρίσουν τον κόσμο, φτιάχνουν διανοητικές εικόνες για τον κόσμο τις οποίες προβάλλουν στην πραγματικότητα νομίζοντας πως ό,τι αντιλαμβάνονται είναι η πραγματικότητα. Έχουν την λανθασμένη αντίληψη ότι η Ψυχή (αυτοί οι ίδιοι) είναι μια σταθερή ουσία που απλά έχει την δυνατότητα να διανοείται, να συναισθάνεται, να αισθάνεται τον εξωτερικό κόσμο, μη κατανοώντας την Δυναμική Φύση της Ψυχής που μπορεί να βιώνει διάφορες καταστάσεις αλλάζοντας έτσι χαρακτήρα και ιδιότητες. Αυτοί οι άνθρωποι αφαιρούν από τον εαυτό τους την προοπτική της πνευματικής εξέλιξης. Ενώ ο Ιησούς μιλούσε για Ζωή, για την εξέλιξη της ζωής, για τις ανώτερες εμπειρίες της Ψυχής, αυτοί οι άνθρωποι οχυρώνονται στις ατομικές αντιλήψεις τους, στις πεποιθήσεις τους, σε ό,τι αυτοί μπορούν να κατανοήσουν. Και πως είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να κατανοήσουν τα Μυστήρια των Ουρανών όταν δεν μπορούσαν να κατανοήσουν απλά ανθρώπινα πράγματα όπως το τι είναι πραγματικά και πως πρέπει να δράσουν;


Στην πραγματικότητα αυτό που δίδασκε ο Ιησούς ήταν ότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι Εδώ. Μπορούμε να την βρούμε μέσα μας, όταν στρεφόμαστε μέσα μας, υπερβαίνοντας με ταπεινότητα το εγώ, ακριβώς στην αντικειμενική κατάσταση της Ψυχής, σε μια Αίσθηση Ενότητας της Ύπαρξης, στον Αληθινό Κόσμο, στο Φωτεινό Βασίλειο του Ουρανού. Μπορούμε να βιώσουμε αυτή την Κατάσταση ενόσω είμαστε στο σώμα με την Αληθινή Προσευχή και να είμαστε σε αυτή την Κατάσταση (τις Καταστάσεις) όταν αποχωριστούμε από το σώμα. Το Ευαγγέλιο, η Χαρμόσυνη Είδηση, είναι ότι κάθε Ψυχή, (κάθε άνθρωπος), από την Φύση της ανήκει στον Φωτεινό Κόσμο. Το μόνο που χρειάζεται είναι ακριβώς να εγκαταλείψουμε τους κόσμους της Σκιάς, τις δραστηριότητες στους κατώτερους κόσμους, και να αναδυθούμε στο Φως. Η Αληθινή Οδός οδηγεί πάντα στο Φως. Δεν υπάρχει Φως στη Σκιά. Στην Σκιά υπάρχει μονάχα η Αναγγελία της Αλήθειας, η Διδασκαλία και η Αληθινή θρησκευτική ζωή.

Στην πραγματικότητα ο Ιησούς μιλούσε για τη Εσωτερική Ζωή, γιαυτό κι όταν τον έσυραν μπροστά στον Πιλάτο δήλωσε  ότι η βασιλεία του είναι στους Ουρανούς (“Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου”, Ιωάννης 18:36). Ο Ιησούς μιλούσε για τα Μυστήρια της Ψυχής, για τα Εσωτερικά Πνευματικά Μυστήρια, για το Πνευματικό Βάπτισμα, για το Αληθινό Χρίσμα, για την Πραγματική Θεία Κοινωνία. Έξω στη εξωτερική ζωή δε υπάρχουν παρά ανθρώπινες αντιλήψεις, ανθρώπινες δραστηριότητες και πράξεις. Όλα αυτά όμως δεν είναι θρησκεία, θρησκευτική ζωή αλλά εξωτερική μίμηση της αληθινής πνευματικής ζωής. Αυτό δεν θέλουν να το κατανοήσουν οι άνθρωποι.

Εκ των πραγμάτων ο Ιησούς αναγκάστηκε (δεν γινόταν αλλιώς) να μιλήσει ευθέως στους αδελφούς του και να διδάξει έμμεσα, με παραβολές και νουθεσίες όσους δεν ήταν έτοιμοι να καταλάβουν.

Στην πραγματικότητα ο Αληθινός Χριστιανισμός είναι η Αλήθεια που “πέρασε” ο Ιησούς στο Ιωάννη και τους άλλους αδελφούς του και μέσω αυτών στους πατέρες της ερήμου που ήταν αφιερωμένοι στην Αληθινή Εσωτερική Προσευχή και κράτησαν ανόθευτη την παράδοση και στους μυστικούς όλων των εποχών. Ο εξωτερικός χριστιανισμός των εκκλησιών με τα θεατρικά μυστήρια, την διανοητική θεολογία και την υλική λατρευτική ζωή είναι απλά η αθλιότητα των ανθρώπων.

~~~~~

3. Τα Μυστήρια, η Εσωτερική Παράδοση κι η εξωτερική διδασκαλία

4. Η Διδασκαλία, ο Νόμος, η Εντολή κι ο άνθρωπος

5. Το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, τα Τρία Εσωτερικά Κέντρα κι άλλες παραδόσεις

6. Η Είσοδος στη Βασιλεία των Ουρανών, κι η Άνοδος στους Τρεις Ουρανούς

7. Η Άβυσσος, (η Ένωση με τον Πατέρα)

 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
Monday, 26 January, 2026

Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root

 

The Threshold of Unknowing

 

In the vast silence that precedes all utterance, there exists a truth that cannot be grasped by the clever mind nor captured in the intricate webs of human reasoning. It is a truth that dwells in the spaces between thoughts, in the pause between breaths, in the stillness that underlies all motion. The mystic who seeks this truth must first undertake the most difficult of all journeys—not a journey outward into the world of forms and names, but a journey inward, a sacred descent into the luminous darkness where the soul remembers what it has always known.

 

This truth whispers of a return, not to a place that can be marked upon any map, but to a state of being that existed before the mind learned to divide the world into categories, before the heart learned to distinguish between self and other, before language cast its spell of separation upon the unified field of existence. It is the return to the Root—that primordial source from which all things emerge and to which all things inevitably flow, like rivers seeking the ocean of their origin.

 

The seeker who stands at this threshold confronts a paradox that confounds all conventional understanding: to advance, one must retreat; to gain wisdom, one must release what one believes to be wisdom; to discover richness, one must embrace a sacred poverty of spirit. This is the narrow gate through which the soul must pass, leaving behind the accumulated treasures of intellectual pride, the ornate garments of moral superiority, and the heavy armor of worldly achievement.

 

The Illusion of Constructed Wisdom

 

There is a wisdom that the world celebrates—a wisdom built upon layer after layer of acquired knowledge, carefully constructed systems of thought, and elaborate philosophical frameworks that tower like magnificent temples in the landscape of human consciousness. Yet the mystic, gazing upon these structures with eyes made clear by contemplation, perceives something that others fail to see: these temples, for all their grandeur, cast long shadows that obscure the simple, pristine light of truth that shines eternally beyond them.

 

This worldly wisdom, which the sage must learn to renounce, resembles a beautiful garden that has been cultivated until it has lost all resemblance to the wild meadow from which it sprang. Every flower has been selected, every hedge trimmed to perfection, every path laid with careful deliberation. Yet in this very perfection lies a profound loss—the loss of spontaneity, of natural grace, of the untamed vitality that pulses through all living things when they remain true to their essential nature.

 

When those who govern—whether they govern nations, communities, or merely their own inner kingdoms—accumulate this kind of wisdom, they create elaborate systems of control and manipulation. They become like gardeners who have forgotten that flowers know how to bloom without instruction, that trees understand the secret geometry of their growth without the need for human intervention. The people, sensing this artificiality, become confused and disconnected from their own innate understanding of what is true and right.

 

If the sage could strip away this accumulated wisdom—if they could stand naked before reality without the protective layers of concepts and theories—a miraculous transformation would occur. The people, freed from the burden of following complex prescriptions and intricate rules, would rediscover within themselves a natural wisdom far more profound than any that could be taught. They would become like children who have not yet learned that joy requires justification, or like wild creatures who move through the world with an effortless grace that no amount of training could replicate.

 

This is not a call to ignorance, but rather an invitation to a higher form of knowing—a knowing that precedes and transcends intellectual understanding, a knowing that lives in the bones and blood, that pulses with the rhythm of the heart, that breathes with the cosmic breath that animates all existence.

 

The Paradox of Virtue

 

In the second great movement of this mystical return, the seeker confronts another tower that must be toppled—the tower of constructed virtue, of formalized benevolence, of righteousness that has become rigid and lifeless. Here too, the world has taken something that once flowed naturally from the human heart and transformed it into a system, a code, a set of obligations that crush the very spirit they were meant to nourish.

 

True benevolence, in its original and uncorrupted form, is like water flowing downward—it does not announce itself, does not congratulate itself on its generosity, does not keep accounts of what it has given. It simply moves according to its nature, seeking the lowest places, nourishing all things without discrimination, expecting nothing in return. Yet when benevolence becomes conscious of itself, when it is named and codified and established as a virtue to be practiced, it loses this spontaneous quality and becomes something else entirely—a performance, a duty, a source of pride.

 

Righteousness, too, begins as the soul's natural alignment with the sacred order of existence—an effortless harmony between the individual will and the cosmic will that guides all things toward their proper unfolding. But when this natural righteousness is formalized into laws and rules, when it becomes something that must be taught and enforced, it hardens into rigidity. People begin to follow these external standards not because they resonate with the truth of their being, but because they fear punishment or seek reward.

 

The mystic perceives that in this hardening, in this externalization of virtue, something precious has been lost. When benevolence and righteousness are renounced—not in favor of cruelty and wickedness, but in favor of something deeper and more authentic—a miraculous restoration occurs. The people, freed from the burden of performing virtue according to prescribed forms, rediscover the natural filial affection and kindness that spring spontaneously from hearts that have not been corrupted by artificial systems.

 

Children do not love their parents because they have studied the virtue of filial piety; they love because love is their natural state before society teaches them otherwise. Neighbors do not help one another because they have been instructed in the rules of righteousness; they help because mutual care is the organic expression of beings who recognize their fundamental interconnection. When the scaffolding of formal virtue is removed, the natural architecture of human goodness is revealed, standing strong and beautiful in its unadorned simplicity.

 

The Snare of Cleverness

 

The third pillar that must fall in this mystical dismantling is perhaps the most seductive of all—the pillar of cleverness, of artful contrivance, of the scheming intelligence that prides itself on its ability to manipulate circumstances for personal advantage. In the marketplace of the world, such cleverness is celebrated as a virtue. The one who can devise intricate strategies to accumulate wealth, who can outmaneuver competitors through superior calculation, who can construct elaborate systems to secure personal gain—such a one is deemed successful, admirable, worthy of emulation.

 

Yet the mystic, dwelling in the clarity that comes from prolonged contemplation of the ineffable, sees through this illusion. They perceive that this celebrated cleverness is actually a form of violence against the natural order, a corruption of the intelligence that the Divine has placed within human beings for entirely different purposes. True intelligence, in its pristine form, is not a tool for manipulation but a mirror that reflects reality as it is, without distortion, without the clouding lens of self-interest.

 

When the sage renounces these artful contrivances, when they cease their scheming for personal gain, they do not become foolish or helpless. Rather, they align themselves with a deeper intelligence—the intelligence that guides the stars in their courses, that directs the salmon to their spawning grounds, that teaches the spider the geometry of the web. This intelligence requires no plotting, no strategizing, no anxious calculation. It simply acts in harmony with the Way, and in doing so, achieves everything that needs to be achieved without force or struggle.

 

In a society where such renunciation becomes the norm, where cleverness is no longer prized above wisdom, where scheming for gain is recognized as the poverty of spirit that it truly is, a profound transformation occurs. The thieves and robbers who plague the social order do not exist in isolation—they are the inevitable product of a system that teaches people to value personal accumulation above all else, that celebrates the clever manipulation of others, that measures worth by the size of one's possessions rather than the depth of one's being.

 

When the root disease is cured—when the obsession with gain is released and the addiction to cleverness is healed—the symptoms disappear of their own accord. People no longer steal because they no longer believe that happiness can be found in accumulation. They no longer rob because they have discovered the inexhaustible wealth that resides within, a wealth that cannot be taken by force and need not be guarded with anxiety.

 

The Failure of Elegant Methods

 

The mystic understands something that the worldly mind struggles to accept: the methods that seem most sophisticated, most refined, most philosophically elegant are often the very methods that fail most completely to achieve their stated aims. The ancient ways, dressed in the fine garments of civilized philosophy, adorned with beautiful names and justified by intricate arguments, create the very problems they purport to solve.

 

When governance becomes an art form, when rulers pride themselves on the sophistication of their methods and the complexity of their systems, they inadvertently create a distance between themselves and those they govern. The people sense that they are being managed, manipulated, guided by invisible hands according to principles they do not understand. Trust erodes, replaced by suspicion. Natural cooperation gives way to resistance and evasion.

 

These elegant methods—the cultivation of artificial wisdom, the codification of virtue, the deployment of clever strategies—attempt to veil their essential inadequacy behind beautiful names. They call control "guidance," they name manipulation "education," they describe coercion as "necessary discipline." But the mystic, whose vision has been purified by prolonged gazing into the abyss of unknowing, sees through these veils to the emptiness that lies beneath.

 

The tragedy is that those who deploy these methods often do so with genuine good intentions. They truly believe that people need to be improved, educated, reformed—that human nature in its raw state is insufficient and must be refined through systematic intervention. They do not realize that this very assumption—that humans are fundamentally flawed and require external correction—is the poisoned seed from which all social dysfunction grows.

 

The Way of Simplicity

 

Against the complexity of worldly wisdom, the mystic poses the radical alternative of simplicity—not the simplicity of ignorance, but the simplicity that lies on the far side of complexity, after all the elaborate structures have been erected and then consciously dismantled. This is the simplicity of the master who has internalized all the rules so thoroughly that they can finally be forgotten, the simplicity of the sage who has traveled so far along the path of knowledge that they arrive back at the innocence of the beginner, but now carrying the depth of all they have experienced and transcended.

 

This simple way does not require elaborate teachings or complex institutions. It operates according to principles so basic that they seem almost embarrassingly obvious: be natural, be genuine, be true to your essential nature. Do not pretend to be what you are not. Do not accumulate what you do not need. Do not force what should unfold organically. Do not complicate what is inherently simple.

 

When governance is conducted according to these plain and true courses, something miraculous occurs. The people, no longer burdened by the weight of artificial systems, begin to govern themselves according to their innate wisdom. They do not require extensive laws because they naturally avoid harm. They do not need elaborate moral codes because their hearts guide them toward kindness. They do not demand complex economic systems because they naturally share and cooperate when their basic needs are met.

 

This is not a naive utopianism but rather a description of what spontaneously emerges when the obstacles to natural human flourishing are removed. Just as a plant will grow toward the light when the stones are cleared from its path, human beings will grow toward their highest potential when the artificial constraints of misguided systems are lifted.

 

The Eschewing of Selfish Ends

 

At the heart of this mystical teaching lies a profound reorientation of desire. The worldly person is driven by a multitude of lusts—not merely physical appetites, though these are included, but more fundamentally, the lust for recognition, the lust for security, the lust for control, the lust to be special, separate, superior. These lusts generate endless striving, endless anxiety, endless disappointment.

 

The mystic does not advocate for the violent suppression of these desires, for such suppression only drives them underground where they grow more twisted and powerful. Rather, the teaching points toward a natural eschewing that occurs when one perceives clearly the futility of these pursuits. It is not that the sage forces themselves to give up selfish ends through heroic willpower; it is rather that these ends fall away naturally when their essential emptiness is recognized.

 

This recognition does not come through intellectual analysis alone, though understanding plays a role. It comes through direct experience—through tasting the fruit of selfish striving and discovering its bitterness, through accumulating possessions and finding they bring no lasting satisfaction, through achieving recognition and discovering it leaves the deepest hunger unfed. The soul, educated by experience, gradually loses interest in these pursuits, not because they are forbidden but because they are seen to be ultimately unrewarding.

 

In their place arises a different orientation entirely—not toward the acquisition of more but toward the appreciation of what is, not toward the manipulation of circumstances to serve personal ends but toward the alignment of personal action with the cosmic unfolding, not toward the satisfaction of isolated individual desires but toward participation in the great symphony of existence in which each being plays their unique and necessary part.

 

The Return to the Root

 

And so the mystical journey, which seemed at first to be a path of renunciation and loss, is revealed to be a path of discovery and recovery. What is renounced is only the false; what is discovered is the real that was always present but obscured. What is lost is only the burden of artificial constructions; what is recovered is the lightness and freedom of natural being.

 

The Root to which one returns is not located in the distant past, as though one must somehow travel backward in time to recover a lost golden age. Rather, the Root exists eternally in the depths of present-moment reality, always available to the one who has the courage to dig beneath the accumulated layers of conditioning, belief, and habit. It is the ground of being itself, the source from which each moment freshly emerges, the wellspring of creativity and spontaneity that never runs dry.

 

To live from this Root is to live in constant wonder, for each moment brings something genuinely new rather than merely a repetition of familiar patterns. It is to live without the exhausting burden of maintaining a constructed identity, for the Root-self needs no maintenance—it simply is, effortlessly and completely. It is to live in harmony with all beings, for at the level of the Root, the illusion of separation dissolves and the fundamental unity of all existence becomes not merely a philosophical concept but a lived reality.

 

The sage who has completed this return—or rather, who lives in the eternal process of returning, for the journey is never finished but must be renewed in each moment—dwells in a state of profound paradox. They are empty yet full, simple yet profound, powerless yet capable of anything, possessing nothing yet lacking nothing. They have renounced wisdom yet are truly wise, have discarded virtue yet are genuinely good, have abandoned cleverness yet act with perfect intelligence.

 

The Gift to Humanity

 

This mystical teaching is not offered merely as a path for individual spiritual development, though it certainly serves that purpose. More fundamentally, it is offered as a gift to all humanity, a key to unlock the prison of suffering that humans have constructed through their misguided attempts at improvement, progress, and civilization.

 

If those who hold positions of influence—whether as formal leaders or simply as individuals whose actions affect others—could embrace this teaching, the transformation would ripple outward like waves from a stone dropped into still water. The people, freed from the oppressive weight of artificial systems, would rediscover the joy of natural living. Communities would reorganize themselves according to organic principles rather than imposed structures. The relationship between humans and the natural world would heal as people recognized themselves not as separate from nature but as expressions of nature's infinite creativity.

 

This is not a call to abandon all structure, all learning, all moral consideration. It is rather a call to distinguish between structures that emerge naturally from living systems and structures that are imposed artificially from without, between learning that awakens innate potential and learning that attempts to program predetermined outcomes, between moral behavior that flows from genuine care and moral behavior that is performed out of duty or fear.

 

The hundred-fold improvement promised in the ancient text is not hyperbole but a realistic assessment of what becomes possible when the obstacles to human flourishing are removed. Yet this improvement cannot be forced or engineered; it can only be allowed to emerge when the conditions are right—when sageness is renounced, when formalized virtue is discarded, when artful contrivance gives way to natural action.

 

The Eternal Invitation

 

The teaching stands as an eternal invitation, extended to all who have grown weary of the complexities and contradictions of worldly existence, to all who sense that beneath the noise and chaos of conventional life lies a simplicity and peace that the world can neither give nor take away. It is an invitation to stop trying so hard, to release the exhausting effort to become something other than what one fundamentally is, to trust the wisdom that flows from the Root when the channels are cleared of obstruction.

 

This is the paradoxical path of the mystic—to descend in order to ascend, to empty in order to be filled, to die to the false self in order to be born into authentic being. It is a path not of attainment but of realization, not of becoming but of remembering, not of construction but of revelation. What is revealed is what was always present, waiting patiently beneath the layers of conditioning, ready to emerge the moment space is created for its appearance.

 

The sage who walks this path leaves no footprints, teaches without speaking, accomplishes without doing. They are like water, seeking always the lowest place, serving all things without distinction, content to receive what the world considers undesirable. Yet in their apparent poverty they possess the only wealth that matters—the wealth of being fully present, fully alive, fully themselves in each unrepeatable moment.

 

To return to the Root is to come home after a long and unnecessary journey, to arrive at the place where one has always been but could not see while lost in the complications of seeking. It is to rest in the eternal now, to breathe with the cosmic breath, to move in harmony with the subtle rhythms that guide all existence toward its ultimate flowering. This is the gift, the invitation, the open door. Will you enter?

 

Η Ιερή Επιστροφή: Ένα Μυστικό Ταξίδι στην Αρχέγονη Ρίζα

 

Το Κατώφλι της Άγνοιας

 

Στη μεγάλη σιωπή που προηγείται κάθε ομιλίας, υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί από τον πονηρό νου ούτε να αιχμαλωτιστεί στους περίπλοκους ιστούς της ανθρώπινης λογικής. Είναι μια αλήθεια που κατοικεί στους χώρους ανάμεσα στις σκέψεις, στην παύση ανάμεσα στις αναπνοές, στην ακινησία που υποβαστάζει κάθε κίνηση. Ο μυστικός που αναζητά αυτή την αλήθεια πρέπει πρώτα να αναλάβει το δυσκολότερο από όλα τα ταξίδια — όχι ένα ταξίδι προς τα έξω στον κόσμο των μορφών και των ονομάτων, αλλά ένα ταξίδι προς τα μέσα, μια ιερή κατάβαση στο φωτεινό σκοτάδι όπου η ψυχή θυμάται αυτό που πάντα γνώριζε.

 

Αυτή η αλήθεια ψιθυρίζει για μια επιστροφή, όχι σε έναν τόπο που μπορεί να σημειωθεί σε οποιονδήποτε χάρτη, αλλά σε μια κατάσταση ύπαρξης που υπήρχε πριν ο νους μάθει να διαιρεί τον κόσμο σε κατηγορίες, πριν η καρδιά μάθει να διακρίνει μεταξύ εαυτού και άλλου, πριν η γλώσσα ρίξει το ξόρκι του χωρισμού στο ενιαίο πεδίο της ύπαρξης. Είναι η επιστροφή στη Ρίζα — εκείνη την αρχέγονη πηγή από την οποία όλα τα πράγματα αναδύονται και προς την οποία όλα τα πράγματα αναπόφευκτα ρέουν, σαν ποτάμια που αναζητούν τον ωκεανό της καταγωγής τους.

 

Ο αναζητητής που στέκεται σε αυτό το κατώφλι αντιμετωπίζει ένα παράδοξο που μπερδεύει κάθε συμβατική κατανόηση: για να προχωρήσει, πρέπει να υποχωρήσει· για να κερδίσει σοφία, πρέπει να απελευθερώσει αυτό που πιστεύει ότι είναι σοφία· για να ανακαλύψει πλούτο, πρέπει να αγκαλιάσει μια ιερή φτώχεια πνεύματος. Αυτή είναι η στενή πύλη από την οποία πρέπει να περάσει η ψυχή, αφήνοντας πίσω τους συσσωρευμένους θησαυρούς της διανοητικής υπερηφάνειας, τα περίτεχνα ενδύματα της ηθικής υπεροχής και την βαριά πανοπλία των κοσμικών επιτευγμάτων.

 

Η Ψευδαίσθηση της Κατασκευασμένης Σοφίας

 

Υπάρχει μια σοφία που ο κόσμος γιορτάζει — μια σοφία χτισμένη πάνω σε στρώμα επί στρώματος επίκτητης γνώσης, προσεκτικά κατασκευασμένα συστήματα σκέψης και περίτεχνα φιλοσοφικά πλαίσια που υψώνονται σαν μεγαλοπρεπείς ναοί στο τοπίο της ανθρώπινης συνείδησης. Ωστόσο ο μυστικός, κοιτάζοντας αυτές τις κατασκευές με μάτια που έχουν καθαριστεί από την ενατένιση, αντιλαμβάνεται κάτι που οι άλλοι αποτυγχάνουν να δουν: αυτοί οι ναοί, παρά όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, ρίχνουν μακριές σκιές που σκιάζουν το απλό, παρθένο φως της αλήθειας που λάμπει αιώνια πέρα από αυτούς.

 

Αυτή η κοσμική σοφία, την οποία ο σοφός πρέπει να μάθει να αποκηρύττει, μοιάζει με έναν όμορφο κήπο που έχει καλλιεργηθεί μέχρι που έχει χάσει κάθε ομοιότητα με το άγριο λιβάδι από το οποίο ξεπήδησε. Κάθε λουλούδι έχει επιλεγεί, κάθε φράχτης κλαδευτεί στην τελειότητα, κάθε μονοπάτι στρωθεί με προσεκτική σκέψη. Ωστόσο σε αυτή ακριβώς την τελειότητα κρύβεται μια βαθιά απώλεια — η απώλεια της αυθορμησίας, της φυσικής χάρης, της αδάμαστης ζωτικότητας που πάλλεται μέσα σε όλα τα ζωντανά όντα όταν παραμένουν πιστά στην ουσιαστική τους φύση.

 

Όταν εκείνοι που κυβερνούν — είτε κυβερνούν έθνη, κοινότητες ή απλώς τα δικά τους εσωτερικά βασίλεια — συσσωρεύουν αυτό το είδος σοφίας, δημιουργούν περίτεχνα συστήματα ελέγχου και χειραγώγησης. Γίνονται σαν κηπουροί που έχουν ξεχάσει ότι τα λουλούδια ξέρουν να ανθίζουν χωρίς οδηγίες, ότι τα δέντρα κατανοούν τη μυστική γεωμετρία της ανάπτυξής τους χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Οι άνθρωποι, αισθανόμενοι αυτή την τεχνητότητα, γίνονται μπερδεμένοι και αποκομμένοι από τη δική τους έμφυτη κατανόηση του τι είναι αληθινό και σωστό.

 

Αν ο σοφός μπορούσε να αφαιρέσει αυτή τη συσσωρευμένη σοφία — αν μπορούσε να σταθεί γυμνός μπροστά στην πραγματικότητα χωρίς τα προστατευτικά στρώματα εννοιών και θεωριών — θα συνέβαινε μια θαυματουργή μεταμόρφωση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της τήρησης περίπλοκων συνταγών και περίτεχνων κανόνων, θα ξανανακάλυπταν μέσα τους μια φυσική σοφία πολύ πιο βαθιά από οποιαδήποτε μπορεί να διδαχθεί. Θα γίνονταν σαν παιδιά που δεν έχουν μάθει ακόμα ότι η χαρά απαιτεί δικαιολόγηση, ή σαν άγρια πλάσματα που κινούνται στον κόσμο με μια αβίαστη χάρη που καμία εκπαίδευση δεν μπορεί να αναπαράγει.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα στην άγνοια, αλλά μάλλον πρόσκληση σε μια ανώτερη μορφή γνώσης — μια γνώση που προηγείται και υπερβαίνει τη διανοητική κατανόηση, μια γνώση που ζει στα κόκαλα και στο αίμα, που πάλλεται με τον ρυθμό της καρδιάς, που αναπνέει με την κοσμική αναπνοή που ζωογονεί όλη την ύπαρξη.

 

Το Παράδοξο της Αρετής

 

Στη δεύτερη μεγάλη κίνηση αυτής της μυστικής επιστροφής, ο αναζητητής αντιμετωπίζει έναν άλλο πύργο που πρέπει να γκρεμιστεί — τον πύργο της κατασκευασμένης αρετής, της τυποποιημένης ευεργεσίας, της δικαιοσύνης που έχει γίνει άκαμπτη και άψυχη. Εδώ επίσης, ο κόσμος έχει πάρει κάτι που κάποτε έρεε φυσικά από την ανθρώπινη καρδιά και το έχει μετατρέψει σε σύστημα, σε κώδικα, σε σύνολο υποχρεώσεων που συνθλίβουν το ίδιο το πνεύμα που υποτίθεται ότι θρέφουν.

 

Η αληθινή ευεργεσία, στην αρχική και αδιάφθορη μορφή της, μοιάζει με νερό που ρέει προς τα κάτω — δεν αναγγέλλει τον εαυτό της, δεν αυτοσυγχαίρεται για τη γενναιοδωρία της, δεν κρατά λογαριασμούς για όσα έχει δώσει. Απλώς κινείται σύμφωνα με τη φύση της, αναζητώντας τα χαμηλότερα μέρη, θρέφοντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, χωρίς να περιμένει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ωστόσο όταν η ευεργεσία γίνεται συνειδητή του εαυτού της, όταν ονοματίζεται και κωδικοποιείται και θεσπίζεται ως αρετή που πρέπει να ασκείται, χάνει αυτή την αυθόρμητη ποιότητα και γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό — μια παράσταση, ένα καθήκον, μια πηγή υπερηφάνειας.

 

Η δικαιοσύνη επίσης ξεκινά ως η φυσική ευθυγράμμιση της ψυχής με την ιερή τάξη της ύπαρξης — μια αβίαστη αρμονία μεταξύ της ατομικής βούλησης και της κοσμικής βούλησης που καθοδηγεί όλα τα πράγματα προς την κατάλληλη ανάπτυξή τους. Αλλά όταν αυτή η φυσική δικαιοσύνη τυποποιείται σε νόμους και κανόνες, όταν γίνεται κάτι που πρέπει να διδάσκεται και να επιβάλλεται, σκληραίνει σε ακαμψία. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ακολουθούν αυτά τα εξωτερικά πρότυπα όχι επειδή αντηχούν με την αλήθεια της ύπαρξής τους, αλλά επειδή φοβούνται την τιμωρία ή αναζητούν ανταμοιβή.

 

Ο μυστικός αντιλαμβάνεται ότι σε αυτή τη σκλήρυνση, σε αυτή την εξωτερίκευση της αρετής, έχει χαθεί κάτι πολύτιμο. Όταν η ευεργεσία και η δικαιοσύνη αποκηρύσσονται — όχι υπέρ της σκληρότητας και της κακίας, αλλά υπέρ κάτι βαθύτερου και πιο αυθεντικού — συμβαίνει μια θαυματουργή αποκατάσταση. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το βάρος της εκτέλεσης αρετής σύμφωνα με καθορισμένες μορφές, ξανανακαλύπτουν τη φυσική παιδική στοργή και καλοσύνη που αναβλύζουν αυθόρμητα από καρδιές που δεν έχουν διαφθαρεί από τεχνητά συστήματα.

 

Τα παιδιά δεν αγαπούν τους γονείς τους επειδή έχουν μελετήσει την αρετή της παιδικής ευλάβειας· αγαπούν επειδή η αγάπη είναι η φυσική τους κατάσταση πριν η κοινωνία τους διδάξει διαφορετικά. Οι γείτονες δεν βοηθούν ο ένας τον άλλο επειδή έχουν διδαχθεί τους κανόνες της δικαιοσύνης· βοηθούν επειδή η αμοιβαία φροντίδα είναι η οργανική έκφραση όντων που αναγνωρίζουν τη θεμελιώδη διασύνδεσή τους. Όταν η σκαλωσιά της τυπικής αρετής αφαιρεθεί, η φυσική αρχιτεκτονική της ανθρώπινης καλοσύνης αποκαλύπτεται, όρθια δυνατή και όμορφη στην απερίτμητη απλότητά της.

 

Η Παγίδα της Πονηριάς

 

Ο τρίτος πυλώνας που πρέπει να πέσει σε αυτή τη μυστική αποδόμηση είναι ίσως ο πιο δελεαστικός από όλους — ο πυλώνας της πονηριάς, της τεχνητής επινοητικότητας, της μηχανορράφου νοημοσύνης που υπερηφανεύεται για την ικανότητά της να χειραγωγεί τις περιστάσεις για προσωπικό όφελος. Στην αγορά του κόσμου, τέτοια πονηριά γιορτάζεται ως αρετή. Εκείνος που μπορεί να επινοήσει περίτεχνες στρατηγικές για να συσσωρεύσει πλούτο, που μπορεί να υπερφαλαγγίσει ανταγωνιστές μέσω ανώτερου υπολογισμού, που μπορεί να κατασκευάσει περίτεχνα συστήματα για να εξασφαλίσει προσωπικό κέρδος — τέτοιος άνθρωπος θεωρείται επιτυχημένος, αξιοθαύμαστος, άξιος μίμησης.

 

Ωστόσο ο μυστικός, κατοικώντας στην καθαρότητα που προέρχεται από παρατεταμένη ενατένιση του ανεκφράστου, βλέπει μέσα από αυτή την ψευδαίσθηση. Αντιλαμβάνεται ότι αυτή η γιορταζόμενη πονηριά είναι στην πραγματικότητα μια μορφή βίας κατά της φυσικής τάξης, μια διαφθορά της νοημοσύνης που το Θείο έχει τοποθετήσει μέσα στους ανθρώπους για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Η αληθινή νοημοσύνη, στην παρθένα μορφή της, δεν είναι εργαλείο χειραγώγησης αλλά καθρέφτης που αντανακλά την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς παραμόρφωση, χωρίς το θολωτικό φακό του προσωπικού συμφέροντος.

 

Όταν ο σοφός αποκηρύττει αυτές τις τεχνητές επινοήσεις, όταν παύει τις μηχανορραφίες για προσωπικό κέρδος, δεν γίνεται ανόητος ή ανήμπορος. Αντίθετα, ευθυγραμμίζεται με μια βαθύτερη νοημοσύνη — τη νοημοσύνη που καθοδηγεί τα άστρα στις τροχιές τους, που κατευθύνει τον σολομό στους τόπους αναπαραγωγής του, που διδάσκει στην αράχνη τη γεωμετρία του ιστού της. Αυτή η νοημοσύνη δεν απαιτεί συνωμοσίες, στρατηγικές, αγχώδεις υπολογισμούς. Απλώς δρα σε αρμονία με τον Δρόμο, και έτσι επιτυγχάνει όλα όσα χρειάζεται να επιτευχθούν χωρίς δύναμη ή αγώνα.

 

Σε μια κοινωνία όπου τέτοια αποκήρυξη γίνεται ο κανόνας, όπου η πονηριά δεν εκτιμάται πλέον πάνω από τη σοφία, όπου η μηχανορραφία για κέρδος αναγνωρίζεται ως η πνευματική φτώχεια που πραγματικά είναι, συμβαίνει μια βαθιά μεταμόρφωση. Οι κλέφτες και οι ληστές που μαστίζουν την κοινωνική τάξη δεν υπάρχουν απομονωμένοι — είναι το αναπόφευκτο προϊόν ενός συστήματος που διδάσκει τους ανθρώπους να εκτιμούν την προσωπική συσσώρευση πάνω από όλα, που γιορτάζει την πονηρή χειραγώγηση των άλλων, που μετρά την αξία από το μέγεθος των κτήσεων κάποιου παρά από το βάθος της ύπαρξής του.

 

Όταν η ρίζα της νόσου θεραπευτεί — όταν η εμμονή με το κέρδος απελευθερωθεί και ο εθισμός στην πονηριά ιαθεί — τα συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους. Οι άνθρωποι δεν κλέβουν πλέον επειδή δεν πιστεύουν πια ότι η ευτυχία μπορεί να βρεθεί στη συσσώρευση. Δεν ληστεύουν πλέον επειδή έχουν ανακαλύψει τον ανεξάντλητο πλούτο που κατοικεί μέσα τους, έναν πλούτο που δεν μπορεί να αφαιρεθεί με τη βία και δεν χρειάζεται να φυλάσσεται με αγωνία.

 

Η Αποτυχία των Κομψών Μεθόδων

 

Ο μυστικός κατανοεί κάτι που ο κοσμικός νους δυσκολεύεται να αποδεχτεί: οι μέθοδοι που φαίνονται οι πιο εξελιγμένες, οι πιο εκλεπτυσμένες, οι πιο φιλοσοφικά κομψές είναι συχνά οι μέθοδοι που αποτυγχάνουν πιο πλήρως να επιτύχουν τους δηλωμένους στόχους τους. Οι αρχαίοι τρόποι, ντυμένοι με τα εκλεκτά ενδύματα της πολιτισμένης φιλοσοφίας, στολισμένοι με όμορφα ονόματα και δικαιολογημένοι με περίτεχνους συλλογισμούς, δημιουργούν ακριβώς τα προβλήματα που υποτίθεται ότι λύνουν.

 

Όταν η διακυβέρνηση γίνεται τέχνη, όταν οι άρχοντες υπερηφανεύονται για την εκλέπτυνση των μεθόδων τους και την πολυπλοκότητα των συστημάτων τους, δημιουργούν ακούσια απόσταση μεταξύ τους και αυτών που κυβερνούν. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι διαχειρίζονται, χειραγωγούνται, καθοδηγούνται από αόρατα χέρια σύμφωνα με αρχές που δεν κατανοούν. Η εμπιστοσύνη διαβρώνεται, αντικαθίσταται από υποψίες. Η φυσική συνεργασία δίνει τη θέση της σε αντίσταση και αποφυγή.

 

Αυτές οι κομψές μέθοδοι — η καλλιέργεια τεχνητής σοφίας, η κωδικοποίηση της αρετής, η ανάπτυξη πονηρών στρατηγικών — προσπαθούν να καλύψουν την ουσιαστική τους ανεπάρκεια πίσω από όμορφα ονόματα. Ονομάζουν τον έλεγχο «καθοδήγηση», βαφτίζουν τη χειραγώγηση «εκπαίδευση», περιγράφουν τον εξαναγκασμό ως «απαραίτητη πειθαρχία». Αλλά ο μυστικός, του οποίου η όραση έχει καθαριστεί από παρατεταμένη ματιά στην άβυσσο της άγνοιας, βλέπει μέσα από αυτά τα πέπλα στην κενότητα που κρύβεται από κάτω.

 

Η τραγωδία είναι ότι εκείνοι που εφαρμόζουν αυτές τις μεθόδους συχνά το κάνουν με γνήσιες καλές προθέσεις. Πραγματικά πιστεύουν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται βελτίωση, εκπαίδευση, μεταρρύθμιση — ότι η ανθρώπινη φύση στην ακατέργαστη κατάστασή της είναι ανεπαρκής και πρέπει να εκλεπτύνεται μέσω συστηματικής παρέμβασης. Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτή ακριβώς η υπόθεση — ότι οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς ελαττωματικοί και απαιτούν εξωτερική διόρθωση — είναι ο δηλητηριασμένος σπόρος από τον οποίο αναπτύσσεται όλη η κοινωνική δυσλειτουργία.

 

Ο Δρόμος της Απλότητας

 

Ενάντια στην πολυπλοκότητα της κοσμικής σοφίας, ο μυστικός προτείνει την ριζική εναλλακτική της απλότητας — όχι την απλότητα της άγνοιας, αλλά την απλότητα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της πολυπλοκότητας, μετά από όλα τα περίτεχνα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί και στη συνέχεια συνειδητά αποδομηθεί. Αυτή είναι η απλότητα του δασκάλου που έχει εσωτερικεύσει όλους τους κανόνες τόσο βαθιά που μπορεί τελικά να ξεχαστούν, η απλότητα του σοφού που έχει ταξιδέψει τόσο μακριά στο μονοπάτι της γνώσης ώστε να φτάσει πίσω στην αθωότητα του αρχάριου, αλλά τώρα φέρνοντας το βάθος όλων όσων έχει βιώσει και υπερβεί.

 

Αυτός ο απλός δρόμος δεν απαιτεί περίτεχνες διδασκαλίες ή περίπλοκους θεσμούς. Λειτουργεί σύμφωνα με αρχές τόσο βασικές που φαίνονται σχεδόν ενοχικά προφανείς: να είσαι φυσικός, να είσαι γνήσιος, να είσαι πιστός στην ουσιαστική σου φύση. Μην προσποιείσαι αυτό που δεν είσαι. Μην συσσωρεύεις αυτό που δεν χρειάζεσαι. Μην εξαναγκάζεις αυτό που πρέπει να αναπτυχθεί οργανικά. Μην περιπλέκεις αυτό που είναι εγγενώς απλό.

 

Όταν η διακυβέρνηση διεξάγεται σύμφωνα με αυτές τις απλές και αληθινές κατευθύνσεις, συμβαίνει κάτι θαυματουργό. Οι άνθρωποι, πλέον απαλλαγμένοι από το βάρος των τεχνητών συστημάτων, αρχίζουν να αυτοκυβερνώνται σύμφωνα με την έμφυτη σοφία τους. Δεν απαιτούν εκτενείς νόμους επειδή φυσικά αποφεύγουν τη βλάβη. Δεν χρειάζονται περίτεχνους ηθικούς κώδικες επειδή οι καρδιές τους τους καθοδηγούν προς την καλοσύνη. Δεν απαιτούν περίπλοκα οικονομικά συστήματα επειδή φυσικά μοιράζονται και συνεργάζονται όταν οι βασικές τους ανάγκες ικανοποιούνται.

 

Αυτό δεν είναι αφελής ουτοπισμός αλλά μάλλον περιγραφή αυτού που αναδύεται αυθόρμητα όταν τα εμπόδια στη φυσική ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Όπως ένα φυτό θα αναπτυχθεί προς το φως όταν οι πέτρες καθαριστούν από το μονοπάτι του, έτσι και οι άνθρωποι θα αναπτυχθούν προς το υψηλότερο δυναμικό τους όταν οι τεχνητοί περιορισμοί των παραπλανημένων συστημάτων αρθούν.

 

Η Αποφυγή των Εγωιστικών Σκοπών

 

Στην καρδιά αυτής της μυστικής διδασκαλίας βρίσκεται μια βαθιά αναπροσανατολισμός της επιθυμίας. Ο κοσμικός άνθρωπος καθοδηγείται από πλήθος πόθων — όχι μόνο σωματικές ορέξεις, αν και αυτές περιλαμβάνονται, αλλά πιο θεμελιωδώς, ο πόθος για αναγνώριση, ο πόθος για ασφάλεια, ο πόθος για έλεγχο, ο πόθος να είναι κανείς ξεχωριστός, χωριστός, ανώτερος. Αυτοί οι πόθοι γεννούν ατέρμονη προσπάθεια, ατέρμονη αγωνία, ατέρμονη απογοήτευση.

 

Ο μυστικός δεν προτείνει την βίαιη καταστολή αυτών των επιθυμιών, διότι τέτοια καταστολή μόνο τις οδηγεί υπόγεια όπου γίνονται πιο στρεβλές και ισχυρές. Αντίθετα, η διδασκαλία δείχνει προς μια φυσική αποφυγή που συμβαίνει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται καθαρά την ματαιότητα αυτών των επιδιώξεων. Δεν είναι ότι ο σοφός εξαναγκάζει τον εαυτό του να εγκαταλείψει εγωιστικούς σκοπούς μέσω ηρωικής θέλησης· μάλλον αυτοί οι σκοποί πέφτουν φυσικά όταν αναγνωριστεί η ουσιαστική τους κενότητα.

 

Αυτή η αναγνώριση δεν έρχεται μόνο μέσω διανοητικής ανάλυσης, αν και η κατανόηση παίζει ρόλο. Έρχεται μέσω άμεσης εμπειρίας — μέσω της γεύσης του καρπού της εγωιστικής προσπάθειας και της ανακάλυψης της πικρίας του, μέσω της συσσώρευσης κτήσεων και της διαπίστωσης ότι δεν φέρνουν διαρκή ικανοποίηση, μέσω της επίτευξης αναγνώρισης και της ανακάλυψης ότι αφήνει την βαθύτερη πείνα ανησυχασμένη. Η ψυχή, εκπαιδευμένη από την εμπειρία, σταδιακά χάνει το ενδιαφέρον για αυτές τις επιδιώξεις, όχι επειδή απαγορεύονται αλλά επειδή φαίνονται τελικά μη ανταποδοτικές.

 

Στη θέση τους αναδύεται ένας εντελώς διαφορετικός προσανατολισμός — όχι προς την απόκτηση περισσότερων αλλά προς την εκτίμηση αυτού που είναι, όχι προς τη χειραγώγηση των περιστάσεων για να εξυπηρετήσουν προσωπικούς σκοπούς αλλά προς την ευθυγράμμιση της προσωπικής δράσης με την κοσμική ανάπτυξη, όχι προς την ικανοποίηση απομονωμένων ατομικών επιθυμιών αλλά προς τη συμμετοχή στη μεγάλη συμφωνία της ύπαρξης στην οποία κάθε ον παίζει τον μοναδικό και απαραίτητο ρόλο του.

 

Η Επιστροφή στη Ρίζα

 

Και έτσι το μυστικό ταξίδι, που στην αρχή φαινόταν ως μονοπάτι αποκήρυξης και απώλειας, αποκαλύπτεται ως μονοπάτι ανακάλυψης και ανάκτησης. Αυτό που αποκηρύσσεται είναι μόνο το ψεύτικο· αυτό που ανακαλύπτεται είναι το πραγματικό που ήταν πάντα παρόν αλλά σκιασμένο. Αυτό που χάνεται είναι μόνο το βάρος των τεχνητών κατασκευών· αυτό που ανακτάται είναι η ελαφρότητα και η ελευθερία της φυσικής ύπαρξης.

 

Η Ρίζα στην οποία επιστρέφει κανείς δεν βρίσκεται στο μακρινό παρελθόν, σαν να πρέπει κάπως να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο για να ανακτήσει μια χαμένη χρυσή εποχή. Μάλλον, η Ρίζα υπάρχει αιώνια στα βάθη της πραγματικότητας του τώρα, πάντα διαθέσιμη σε εκείνον που έχει το θάρρος να σκάψει κάτω από τα συσσωρευμένα στρώματα διαμόρφωσης, πεποιθήσεων και συνηθειών. Είναι το έδαφος της ύπαρξης το ίδιο, η πηγή από την οποία κάθε στιγμή αναδύεται φρέσκια, η πηγή δημιουργικότητας και αυθορμητισμού που ποτέ δεν στερεύει.

 

Το να ζει κανείς από αυτή τη Ρίζα είναι να ζει σε συνεχή θαυμασμό, διότι κάθε στιγμή φέρνει κάτι γνήσια νέο αντί για απλή επανάληψη οικείων μοτίβων. Είναι να ζει χωρίς το εξαντλητικό βάρος της διατήρησης μιας κατασκευασμένης ταυτότητας, διότι ο Ριζικός-εαυτός δεν χρειάζεται συντήρηση — απλώς είναι, αβίαστα και πλήρως. Είναι να ζει σε αρμονία με όλα τα όντα, διότι στο επίπεδο της Ρίζας, η ψευδαίσθηση του χωρισμού διαλύεται και η θεμελιώδης ενότητα όλης της ύπαρξης γίνεται όχι απλώς φιλοσοφική έννοια αλλά βιωμένη πραγματικότητα.

 

Ο σοφός που έχει ολοκληρώσει αυτή την επιστροφή — ή μάλλον, που ζει στην αιώνια διαδικασία της επιστροφής, διότι το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει αλλά πρέπει να ανανεώνεται σε κάθε στιγμή — κατοικεί σε μια κατάσταση βαθιάς παραδοξότητας. Είναι άδειος αλλά πλήρης, απλός αλλά βαθύς, ανίσχυρος αλλά ικανός για οτιδήποτε, δεν κατέχει τίποτα αλλά δεν στερείται τίποτα. Έχει αποκηρύξει τη σοφία αλλά είναι πραγματικά σοφός, έχει απορρίψει την αρετή αλλά είναι γνήσια καλός, έχει εγκαταλείψει την πονηριά αλλά δρα με τέλεια νοημοσύνη.

 

Το Δώρο στην Ανθρωπότητα

 

Αυτή η μυστική διδασκαλία δεν προσφέρεται απλώς ως μονοπάτι για ατομική πνευματική ανάπτυξη, αν και σίγουρα εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Πιο θεμελιωδώς, προσφέρεται ως δώρο σε όλη την ανθρωπότητα, ως κλειδί για να ξεκλειδώσει τη φυλακή του πόνου που οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει μέσω των παραπλανημένων προσπαθειών τους για βελτίωση, πρόοδο και πολιτισμό.

 

Αν εκείνοι που κατέχουν θέσεις επιρροής — είτε ως τυπικοί ηγέτες είτε απλώς ως άτομα των οποίων οι πράξεις επηρεάζουν άλλους — μπορούσαν να αγκαλιάσουν αυτή τη διδασκαλία, η μεταμόρφωση θα κυματιζόταν προς τα έξω σαν κύματα από μια πέτρα που πέφτει σε ήρεμο νερό. Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι από το καταπιεστικό βάρος των τεχνητών συστημάτων, θα ξανανακάλυπταν τη χαρά της φυσικής ζωής. Οι κοινότητες θα αναδιοργανώνονταν σύμφωνα με οργανικές αρχές αντί για επιβληθείσες δομές. Η σχέση μεταξύ ανθρώπων και φυσικού κόσμου θα θεραπευόταν καθώς οι άνθρωποι αναγνώριζαν τον εαυτό τους όχι ως χωριστούς από τη φύση αλλά ως εκφράσεις της άπειρης δημιουργικότητας της φύσης.

 

Αυτό δεν είναι κάλεσμα να εγκαταλειφθούν όλες οι δομές, όλη η μάθηση, όλη η ηθική σκέψη. Είναι μάλλον κάλεσμα να διακρίνουμε μεταξύ δομών που αναδύονται φυσικά από ζωντανά συστήματα και δομών που επιβάλλονται τεχνητά από έξω, μεταξύ μάθησης που αφυπνίζει έμφυτες δυνατότητες και μάθησης που προσπαθεί να προγραμματίσει προκαθορισμένα αποτελέσματα, μεταξύ ηθικής συμπεριφοράς που ρέει από γνήσια φροντίδα και ηθικής συμπεριφοράς που εκτελείται από καθήκον ή φόβο.

 

Η εκατονταπλάσια βελτίωση που υπόσχεται το αρχαίο κείμενο δεν είναι υπερβολή αλλά ρεαλιστική εκτίμηση αυτού που γίνεται δυνατό όταν τα εμπόδια στην ανθρώπινη άνθηση αφαιρεθούν. Ωστόσο αυτή η βελτίωση δεν μπορεί να επιβληθεί ή να μηχανευτεί· μπορεί μόνο να επιτραπεί να αναδυθεί όταν οι συνθήκες είναι σωστές — όταν η σοφία αποκηρύσσεται, όταν η τυποποιημένη αρετή απορρίπτεται, όταν η τεχνητή επινοητικότητα δίνει τη θέση της στη φυσική δράση.

 

Η Αιώνια Πρόσκληση

 

Η διδασκαλία στέκεται ως αιώνια πρόσκληση, εκτεταμένη σε όλους όσους έχουν κουραστεί από τις πολυπλοκότητες και τις αντιφάσεις της κοσμικής ύπαρξης, σε όλους όσους αισθάνονται ότι κάτω από τον θόρυβο και το χάος της συμβατικής ζωής κρύβεται μια απλότητα και ειρήνη που ο κόσμος ούτε μπορεί να δώσει ούτε να αφαιρέσει. Είναι πρόσκληση να σταματήσουν να προσπαθούν τόσο σκληρά, να απελευθερώσουν την εξαντλητική προσπάθεια να γίνουν κάτι άλλο από αυτό που θεμελιωδώς είναι, να εμπιστευτούν τη σοφία που ρέει από τη Ρίζα όταν τα κανάλια καθαριστούν από εμπόδια.

 

Αυτός είναι ο παραδοξικός δρόμος του μυστικού — να κατέβει για να ανέβει, να αδειάσει για να γεμίσει, να πεθάνει στον ψεύτικο εαυτό για να γεννηθεί στην αυθεντική ύπαρξη. Είναι μονοπάτι όχι επίτευξης αλλά πραγματοποίησης, όχι γίγνεσθαι αλλά θύμησης, όχι κατασκευής αλλά αποκάλυψης. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι αυτό που ήταν πάντα παρόν, περιμένοντας υπομονετικά κάτω από τα στρώματα διαμόρφωσης, έτοιμο να αναδυθεί τη στιγμή που θα δημιουργηθεί χώρος για την εμφάνισή του.

 

Ο σοφός που βαδίζει αυτό το μονοπάτι δεν αφήνει ίχνη, διδάσκει χωρίς να μιλάει, επιτυγχάνει χωρίς να πράττει. Είναι σαν το νερό, που αναζητά πάντα το χαμηλότερο μέρος, υπηρετώντας όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις, ικανοποιημένο να δέχεται αυτό που ο κόσμος θεωρεί ανεπιθύμητο. Ωστόσο στην φαινομενική του φτώχεια κατέχει τον μόνο πλούτο που μετράει — τον πλούτο του να είναι πλήρως παρών, πλήρως ζωντανός, πλήρως ο εαυτός του σε κάθε μη επαναλήψιμη στιγμή.

 

Το να επιστρέψει κανείς στη Ρίζα είναι να έρθει σπίτι μετά από ένα μακρύ και περιττό ταξίδι, να φτάσει στον τόπο όπου πάντα ήταν αλλά δεν μπορούσε να δει ενώ χανόταν στις περιπλοκές της αναζήτησης. Είναι να αναπαυθεί στο αιώνιο τώρα, να αναπνέει με την κοσμική αναπνοή, να κινείται σε αρμονία με τους λεπτούς ρυθμούς που καθοδηγούν όλη την ύπαρξη προς την απόλυτη άνθησή της. Αυτό είναι το δώρο, η πρόσκληση, η ανοιχτή πόρτα. Θα μπεις;


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~