CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
10. The Eternal Path: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
10. Το Αιώνιο Μονοπάτι: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 14 February, 2026

Sunday, March 25, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ): Οι "Γιορτές"

Το Αθηναϊκό ημερολόγιο

(Τα στοιχεία που παραθέτουμε παρακάτω είναι παρμένα από την εργασία του Άγγελου Λιβαθινού, «Το Ημερολόγιο των Αρχαίων Ελλήνων»)

Η Μαθηματική βάση τού Ελληνικού Ημερολογίου
Οι   Έλληνες   χώριζαν το έτος   σε 12 σεληνιακούς (συνοδικούς) μήνες  και, επειδή γνώριζαν, ότι  ο κάθε συνοδικός μήνας δεν είχε ακέραιο πλήθος ημερών ( 29  ½ ημέρες    περίπου  ),  έδιναν      στους  μήνες    διάρκεια  30 ημερών ( τέλειοι μήνες)  και 29 ημερών (κοίλοι μήνες) εναλλάξ ( κανένας μήνας δεν είχε 31 ή 28 ημέρες όπως σήμερα), και φρόντιζαν ώστε η πρώτη ημέρα εκάστου μηνός να   συμπίπτει,   κατά   το   δυνατόν,   με   την   Νέα   Σελήνη   (Νουμηνία).
Έτσι, όμως, το  (σεληνιακό ) έτος, δηλαδή  οι 12 σεληνιακοί μήνες, ισοδυναμούσε με άθροισμα 354  ημερών, δηλαδή  ήτανε μικρότερο  κατά 11 ¼  ημέρες από την πραγματική διάρκεια  τού (ηλιακού ) έτους.
Για να  καλύψουν αυτήν την διαφορά, προχώρησαν στην εξής διόρθωση: υπολόγισαν, ότι σε κάθε  οκτώ (8) σεληνιακά έτη προέκυπτε έλλειμμα  ενενήντα (90) ημερών, δηλαδή ένα έλλειμμα τριών (3) μηνών  των  30 ημερών έκαστος ( 11 ¼  Χ 8= 90 ). Γι΄ αυτό, στην διάρκεια των   οκτώ   (σεληνιακών ) ετών, παρενέβαλλαν  τρείς (3) εμβόλιμους μήνες:
 - έναν στην διάρκεια τού τρίτου έτους,
- δεύτερο  στην διάρκεια τού πέμπτου έτους
-και τρίτο  στην διάρκεια τού  όγδοου έτους (πλήρης οκτωχρονιά, εννεαετηρίς).
Ο μήνας αυτός, συνήθως, έμπαινε εμβόλιμος αμέσως μετά τον μήνα Ποσειδαιώνα (περίπου, 16 Δεκεμβρίου - 15 Ιανουαρίου), και ονομαζότανε: Ποσειδαιών Β΄.
Έτσι, μέσα σε  8 ηλιακά έτη, προέκυπτε εξίσωση τού χρόνου  μεταξύ των  8 σεληνιακών ετών και των 8 ηλιακών ετών!
Με αυτόν τον τρόπο οι  Αρχαίοι Έλληνες  δημιούργησαν το δικό τους     ημερολόγιο, το οποίο, επειδή στηριζότανε  κατά κύριο λόγο  στους σεληνιακούς (συνοδικούς ) μήνες  και διορθωτικά  στο ηλιακό έτος , λέγεται           σεληνοηλιακό  ημερολόγιο (υπάρχει  και το ηλιακό ημερολόγιο,  καθώς και το γνησίως σεληνιακό ημερολόγιο).
Το Αττικό Σεληνοηλιακό Ημερολόγιο
Στην Αρχαία Ελλάδα  κάθε Πόλις – Κράτος  είχε το δικό της ημερολόγιο, δηλαδή είχε τις δικές της ονομασίες   στους   12 μήνες   τού έτους, και είχε τις δικές της γιορτές   κατά την διάρκεια κάθε μήνα.  Η δομή, όμως, όλων των ημερολογίων  στην Ελλάδα  ήταν  ίδια. Οι περισσότερες Πόλεις είχαν υιοθετήσει το Αττικό  ημερολόγιο, στο οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω.
Ο πρώτος μήνας τού έτους  άρχιζε το καλοκαίρι, μετά το θερινό Ηλιοστάσιο, και συγκεκριμένα περίπου την αντίστοιχη σημερινή 16η   Ιουλίου, και είχε 30 ημέρες.
Καθώς στην Αρχαία Ελλάδα η έννοια της Εβδομάδας  ήταν άγνωστη, χώριζαν τον κάθε μήνα σε τρία  δεκαήμερα ( ή δύο δεκαήμερα και ένα εννεαήμερο):
1ο    δεκαήμερο: λεγόταν  μήν ιστάμενος, ή μήν αρχόμενος, ή μήν εισιών.
2ο   δεκαήμερο:  λεγόταν μήν μεσών
3ο   δεκαήμερο: λεγόταν  μήν  φθίνων, ή μήν απιών..
Η εκφώνηση  των  ημερών  του μήνα γίνονταν ως εξής : «εβδόμη αρχομένου» (= 7η τού συγκεκριμένου   μηνός ), «δωδεκάτη  μεσούντος» (= 12η   τού μηνός ), «23η   φθίνοντος» (= 23η   τού μηνός). Κάποιες φορές, οι μέρες του 3ου δεκαημέρου εκφωνούνταν οπισθοβατικώς (ανάποδα): «δεκάτη  απιόντος» (=10η  από τού τέλους τού  μηνός, δηλαδή  20ή  τού μηνός ).
Η ημέρα, δηλαδή το ημερονύκτιο, αρχίζει και τελειώνει με την δύση τού Ηλίου.
Το επίσημο  πολιτικό  και θρησκευτικό  Αττικό Ημερολόγιο  είχε τους παρακάτω 12 μήνες ( για σωστή   ανάγνωση   όλοι   οι   μήνες   τονίζονται   στην λήγουσα   και   είναι αρσενικού γένους).
1ος : ΕΚΑΤΟΜΒΑΙΩΝ  (διάστημα  περίπου 16 Ιουλίου - 15 Αυγούστου, ημέρες 30)
Ο 1ος   μήνας τού πολιτικού και θρησκευτικού έτους στην Αττική.  Η ονομασία του μήνα  αυτού προέρχεται  από την Εκατόμβη, η οποία σημαίνει  την  θυσία 100 βοδιών  ή κάθε δημόσια θυσία ισάξια μ’ αυτήν.
Στην Ακρόπολη, μπροστά στον  παλαιό ναό της Αθηνάς (προστάτιδας της Πόλης), κατά την γιορτή των   Παναθηναίων, θυσίαζαν   όσες αγελάδες χρειάζονταν για να  σιτισθούν όλοι  οι κάτοικοι της Πόλης. Τα Παναθήναια ήταν  μια μεγάλη γιορτή, που πραγματοποιούνταν  προς τιμήν της Θεάς Αθηνάς, στο τέλος του μήνα  και κάθε 4  έτη. Παλιότερα, ο μήνας αυτός ονομάζονταν  Κρονίων, από το όνομα τού θεού Κρόνου. Τότε, εόρταζαν τα Κρόνια, γιορτή προς τιμήν τού   Κρόνου, Πατέρα των θεών. Η γιορτή αυτή  εύρισκε μαζί κυρίους και δούλους  σε ένα  ξεφάντωμα χαράς και συμποσίων. Άλλη γιορτή  κατά τον μήνα Εκατομβαιώνα ήταν τα Συνοίκια , στις «16  μεσούντος μηνός».
2ος : ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ  (διάστημα  περίπου  16 Αυγούστου-15 Σεπτεμβρίο, ημέρες 29)
Κατά  τον  Πλούταρχο,  ο  μήνας  αυτός  ονομάσθηκε  έτσι,  επειδή  κατά  το  διάστημα  αυτό    οι άνθρωποι μετοικούσαν, άλλαζαν δηλαδή κατοικία, άρα και γείτονες.   Κατ’ αυτόν τον μήνα πραγματοποιούνταν μια μικρή σχετικά  γιορτή, τα  Μεταγείτνια, με  γυμνικούς αθλητικούς αγώνες. Ο μήνας αυτός σήμαινε και το τέλος  τού  υποχρεωτικού στρατιωτικού έτους .
3ος: ΒΟΗΔΡΟΜΙΩΝ (διάστημα περίπου:16  Σεπτεμβρίου – 15 Οκτωβρίου, ημέρες 30)
Η λέξη   βοηδρόμος σημαίνει τον σπεύδοντα προς βοήθεια  (βοή + δρόμος ).  Στις 6 και 7 του μήνα («6 και 7  αρχομένου») τελούνταν τα Βοηδρόμια, γιορτή  σε ανάμνηση της βοήθειας τού θεού Απόλλωνα προς  τον Θησέα, στον πόλεμο που έκαμε κατά των Αμαζόνων.  Μετά από λίγες ημέρες τελούνταν τα   πολύ γνωστά   Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια   (15-23 τού μηνός), προς τιμήν της Δήμητρας , θεάς της Γεωργίας.
4ος:   ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ  (διάστημα περίπου : 16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου , ημέρες 29)
Ο τέταρτος μήνας  τού Αττικού Ημερολογίου. Η λέξη Πυανεψιών είναι σύνθετη  (πύανος = κουκί, έψω=βράζω), προήλθε δε  από ένα  έδεσμα ( φαγητό), που συνηθιζότανε κατά την περίοδο αυτή και  αποτελούνταν  από    βρασμένους  κυάμους  (κουκιά)  ή,  σύμφωνα  με  άλλην  εκδοχή,  από αποφλοιωμένο  κριθάρι και όσπρια.
Ο μήνας  Πυανεψιών   είχε τις περισσότερες γιορτές:
α) Τα Πυανέψια , στις  7 τού μήνα, προς τιμήν τού Απόλλωνα, για την προστασία των σπαρτών. Στην γιορτή  αυτήν πραγματοποιούνταν αρκετές τελετές  με αρχαία προέλευση:  πρόσφεραν στον θεό  ένα πιάτο με κουκιά (πυάνους) και πολλά άλλα χόρτα, αναμεμιγμένα με αλεύρι και στάρι.
β) Τα  Οσχοφόρια (Όσχος =  νέον κλήμα αμπέλου ), γιορτή προς τιμήν τού Θεού  Διονύσου.  Έφηβοι    σε    χορό,  που  οδηγούσαν  δύο  από αυτούς, αμφιθαλείς (που είχαν, δηλαδή, στην ζωή και τους δύο γονείς τους),   έφερναν κλαδιά από αμπέλι, φορτωμένα με σταφύλια. Ακολουθούσαν  χοροί και αγώνες δρόμου μεταξύ των εφήβων.
γ)  Τα  Θεσμοφόρια, (στις 11, 12, και 13  του μήνα), γιορτή προς τιμήν της  Δήμητρας, θεάς της Γεωργίας, που φροντίζει για την γονιμότητα  των σπαρτών και των γυναικών. Η λέξη Θεσμοφόρος  ( θεσμός +φέρω)   σημαίνει αυτόν, που φέρει (ορίζει) θεσμούς και νομοθεσίες. Τα Θεσμοφόρια   ήταν   γιορτή   μόνον των παντρεμένων γυναικών (απαγορεύονταν η συμμετοχή στους άνδρες, στις ανύπανδρες   γυναίκες   και στις εταίρες). Οι γυναίκες  ετοιμάζονταν για την συμμετοχή τους στην γιορτή , απέχοντας  για μερικές ημέρες από κάθε σεξουαλική σχέση.   Κατά τις μέρες της γιορτής γυναικοκρατούνταν  η δραστηριότητα και λειτουργία της Αττικής Κοινωνίας. Εμπνευσμένη από την γιορτή αυτή είναι η γνωστή Κωμωδία  τού Αριστοφάνη  «Θεσμοφοριάζουσες», όπου με σκωπτικό τρόπο  εξιστορούνταν τα δρώμενα στη Αρχαία Αθήνα.
δ)  Τα  Απατούρια ( πιθανώς εκ τού : απάτωρ = ορφανός), πολιτική γιορτή  των  φατριών (οικογενειακών δένδρων), διαρκείας τριών ημερών, κατά την οποία οι Αθηναίοι πολίτες,  έκαναν θυσίες  και  συμπόσια κατά τις δύο πρώτες μέρες, ενώ κατά την τρίτη και τελευταία μέρα (που λέγονταν  Κουρεώτις) οι  αρχηγοί των οικογενειών  παρουσίαζαν στα υπόλοιπα μέλη της φατρίας τα νόμιμα παιδιά  τους, που γεννήθηκαν  στο έτος αυτό, για να τα  γράψουν  εν  συνεχεία  στους καταλόγους  των πολιτών.
ε)   Τα  Χαλκεία , γιορτή προς τιμήν της Αθηνάς (Εργάνης), προστάτιδας των τεχνιτών, και τού θεού Ήφαιστου, προστάτη των σιδηρουργών. Η  γιορτή γίνονταν την τελευταία ημέρα του μήνα (29η). 
5ος : ΜΑΙΜΑΚΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Νοεμβρίου-15 Δεκεμβρίου, ημέρες 30)
Την περίοδο αυτή γιορτάζονταν  ο « Ζεύς  Μαιμάκτης».  Η λέξη Μαιμάκτης  προέρχεται ίσως από το ρήμα «μαιμάσσω » , που σημαίνει: επιθυμώ πολύ (με πάθος) κάτι ή κάποιον, δηλαδή ποθώ.
6ος: ΠΟΣΕΙΔΑΙΩΝ  (διάστημα περίπου: 16 Δεκεμβρίου -15 Ιανουαρίου, ημέρες 29)
Η ετυμολογία της λέξης είναι αμφιλεγόμενη. Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται  από το  όνομα τού Θεού Ποσειδώνα, ενώ κατ’ άλλους έχει την ίδια ρίζα με το επίθετο πόσιμος (δηλαδή, αυτό που μπορεί να πιεί κάποιος, δηλαδή τον οίνο).
Κατά τον μήνα αυτόν πραγματοποιούνταν  οι εξής  γιορτές :
α) Τα  Αλώα (: η  άλως= το αλώνι  ή το καλλιεργημένο  χωράφι ).  Γιορτή  προς τιμήν της Δήμητρας, για να προστατεύσει την βλάστηση (όπως τα  Θεσμοφόρια, για την προστασία της σποράς). Προσφέρονταν θυσίες  στην θεά  Δήμητρα  και στην κόρη της,  Περσεφόνη.  Δεν επιτρέπονταν, οι  άνδρες να  λάβουν μέρος  στα  Αλώα (εκτός  από μερικούς άρχοντες, που επέβλεπαν τις τελετές). Ελεύθερη ήταν όμως η συμμετοχή   για τις εταίρες (η συμμετοχή των οποίων απαγορεύονταν στα  Θεσμοφόρια).
β) Τα  κατ’  αγρούς  Διονύσια (ή   Μικρά  Διονύσια), σε διάκριση  από τα  κατ’ Άστυ  (ή εν Άστει ) Διονύσια, γιορτή προς τιμήν του Θεού  Διονύσου. Μια αγροτική πομπή  μετέφερε ένα κάνιστρο (κανηφόροι)   και πίσω της ακολουθούσε μια άλλη πομπή   μεταφέροντας ένα φαλλό (φαλλοφόρια). Ακολουθούσαν  λαϊκές  διασκεδάσεις, χοροί, τραγούδια,  πειράγματα κλπ.   
Από την αρχή τού 5ου αι. οι πλούσιοι  Δήμοι, παράλληλα με αυτές τις εκδηλώσεις, διοργάνωναν  και δραματικές παραστάσεις.
7ος: ΓΑΜΗΛΙΩΝ  (διάστημα περίπου:  16 Ιανουαρίου–15 Φεβρουαρίου, ημέρες 30)
Ο μήνας, κατά τον οποίον τελούνταν συνήθως οι γάμοι. Κατ’ αυτόν τελούνταν οι εξής γιορτές:
α) Τα Γαμήλια   (ή Θεογάμια), γιορτή αφιερωμένη στις θεότητες, που προστάτευαν τον γάμο: Δία, Ήρα, Αφροδίτη, Αρτέμιδα, Πειθώ .
β) Τα Λήναια, γιορτή της οποίας το όνομα οφείλονταν σε τοπωνύμιο περιοχής της Αθήνας, με το όνομα «Λήναιον», και αφιερωμένη  στον Βάκχο ( Διόνυσο ).  Κατά την γιορτή αυτή  τελούνταν μια οργιαστική εκδήλωση   των Ληνών (Ληναί  =  άλλο όνομα των Μαινάδων, γυναικών, που τις καταλαμβάνει βακχική «μανία»).  Αυτές  οι  γυναίκες  χόρευαν,  αναμαλλιασμένες  και σε έκδηλη  έκσταση, διάφορους  χορούς στην ιερή θέση Λήναιον.
Ακόμα πραγματοποιούνταν  δραματικές και λυρικές θεατρικές παραστάσεις, μια και ο Βάκχος ήτο ο Θεός τού Διθυράμβου. Στα Λήναια  είχε  παρουσιάσει  ο Αριστοφάνης τα γνωστά έργα του: Αχαρνείς , Ιππείς , Σφήκες .
8ος: ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Φεβρουαρίου–15 Μαρτίου,  ημέρες 29 )
Η ετυμολογία της λέξης Ανθεστηριών είναι αμφιλεγόμενη . Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται  από το  ρήμα «ανθεστιώ», που σημαίνει «ανταποδίδω φιλοξενία»… Κατά τον Παναγή Λεκατσά το όνομα βγαίνει από το «ανθέω», (όπως φαίνεται από το παράλληλο «ανθεστηριάδες», αυτές που είναι ώριμες να παντρευτούν)… Για τον Νίλσσον Ανθεστήρια είναι η «γιορτή των λουλουδιών»…
 Κατά τον μήνα αυτόν τελούνταν οι εξής γιορτές :
α)  Τα  Ανθεστήρια, τριήμερη γιορτή (11, 12, και 13 του μήνα) προς τιμήν τού Βάκχου. Την πρώτη μέρα, που λέγονταν Πιθοιγία, άνοιγαν τους πίθους, όπου φύλαγαν τον οίνο. Την δεύτερη μέρα που λέγονταν Χόες γίνονταν διαγωνισμοί  ανάμεσα σε πότες οίνου. Η τρίτη μέρα της γιορτής, που είχε την ονομασία Χύτροι, ήταν αφιερωμένη  στους νεκρούς και  στους ετοιμοθάνατους.  Πίστευαν ότι, με το τέλος των Ανθεστηρίων, έφευγαν μαζί και τα κακά πνεύματα, και γι’ αυτό φώναζαν: «θύραζε Κήρες, ουκ έτ’ Ανθεστήρια » (= έξω από την θύρα φύγετε, Κήρες – Δυνάμεις του θανάτου -. τα Ανθεστήρια – δηλαδή η φιλοξενία-τελείωσαν !).
β) Τα  Χλοία, γιορτή της  Δήμητρας.
γ) Τα Διάσια, προς τιμήν τού Διός.
9ος:  ΕΛΑΦΗΒΟΛΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Μαρτίου–15Απριλίου, ημέρες 30)
Ετυμολογικά  η ονομασία Ελαφηβολιών  προέρχεται από το ουσιαστικό Ελαφηβόλια (έλαφος+βάλλω), γιορτή προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδας (προστάτιδας τού κυνηγίου ).
Τα Μεγάλα  Διονύσια (ή αλλιώς : τα εν  Άστει  ή κατ΄ Άστυ Διονύσια,  προς διάκριση από τα « κατ΄αγρούς Διονύσια ») ήταν η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαιότητας (και θα την αναλύσουμε αλλού).
Τα  Ελαφηβόλια, άλλη ονομασία για τα Μεγάλα  Διονύσια ήταν η δεύτερη θεατρική περίοδος, μετά τα Λήναια, και προσήλκυαν πολλούς ξένους. Διαρκούσαν πέντε μέρες, στην διάρκεια των οποίων  παρουσιάζονταν στην Αθήνα διάφορα θεατρικά έργα σε διαγωνισμό. Στις 9 του μήνα παρουσίαζαν τους Διθυράμβους, στις 10 του μήνα τις Κωμωδίες, και, από τις 11 μέχρι τις  13 τού μήνα, τις Τριλογίες (Τραγωδίες).
Μόνο κατά τον μήνα αυτόν  επέτρεπε η θεά Άρτεμις  το κυνήγι του ελαφιού .
10ος: ΜΟΥΝΥΧΙΩΝ (διάστημα περίπου:  16 Απριλίου–15 Μαΐου, ημέρες 29)
Η ονομασία Μουνυχιών προέρχεται από την Μουνυχία, το όνομα δηλαδή τού λιμανιού μεταξύ του Πειραιά και  του Φαλήρου  (ο κόλπος της Μουνυχίας, το λιμάνι της Μουνυχίας, το επιλεγόμενο  επί Τουρκοκρατίας και «Τουρκολίμανο» ).
Κατά τον μήνα αυτόν τελούνταν γιορτή προς τιμήν της  θεάς Αρτέμιδας, ναός της οποίας  υπήρχε στην Μουνυχία, όπου και λατρευόταν.
11ος: ΘΑΡΓΗΛΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Μαΐου–15 Ιουνίου, ημέρες 30 )
Κατά τον μήνα αυτόν πραγματοποιούνταν ο θερισμός.
Στις αρχές του μήνα γίνονταν εκδηλώσεις- γιορτές, τα Θαργήλια, προς τιμήν τού Απόλλωνα. Την πρώτη μέρα των γιορτών (6η αρχομένου μηνός ) η πόλη καθαριζόταν με την τελετή Φαρμακοί. Κατ’ αυτήν δύο άνθρωποι, διέσχιζαν τρέχοντας τους δρόμους της πόλης, ενώ οι περαστικοί  τούς κυνηγούσαν και τούς κτυπούσαν με σκιλλοκρέμμυδα (σκίλλα)  και με κλαδιά συκιάς για να τους διώξουν από την πόλη, δείγμα της επιθυμίας τους να απομακρύνουν μαζί με αυτούς τα μιάσματα  που είχαν εισχωρήσει στην πόλη. Την δεύτερη μέρα των γιορτών (στις 7 τού μηνός)  πρόσφεραν στον Απόλλωνα τον  «Θάργηλον άρτον»,  δηλαδή  άρτο από    τα  πρώτα στάχυα, που έκοβαν πριν από τον θερισμό, ο οποίος θα ακολουθούσε σε λίγες μέρες.
Στις 25  του μήνα γιόρταζαν τα  Ιερά πλυντήρια, τελετή κατά την οποίαν μετέφεραν το ξύλινο άγαλμα (ξόανον) της Αθηνάς μαζί με το πέπλο  του χρυσελεφάντινου αγάλματος  στο Φάληρο, τα έριχναν στην θάλασσα  για να πλυθούν και να καθαρθούν, πρόσφεραν δε στην θεά γλυκά από σύκα.
Οι γιορτές, δηλαδή, κατά τον μήνα Θαργηλιώνα, αποσκοπούσαν στον     εν γένει εξαγνισμό της πόλης, προ της συγκομιδής των καρπών.
12ος : ΣΚΙΡΟΦΟΡΙΩΝ (διάστημα περίπου:  16 Ιουνίου–15 Ιουλίου, ημέρες 29)
Οι κύριες γιορτές κατά τον μήνα αυτόν ήταν :
α)  Τα Σκιροφόρια:  γιορτή προς τιμήν  της Αθηνάς. Το λευκό υφαντό πέπλο της θεάς Αθηνάς  το ονόμαζαν σκίρον. Το σκίρον, το οποίο είχαν πλύνει κατά τον προηγούμενο μήνα, το  μετέφεραν τεντωμένο πάνω  από το κεφάλι τους  οι Ιέρειες της Αθηνάς (Αρρηφόροι ) και το  πήγαιναν στην περιοχή  «Σκίρον» (Κακιά σκάλα, Σκιρωνίδες πέτρες),  από όπου εν συνεχεία  το  επέστρεφαν στην Ακρόπολη .
β) Τα Διπόλια ή Διπόλεια (=Διΐ + πόλις), γιορτή προς τιμήν τού Διός  με ιππικές επιδείξεις.
γ) Τα Βουφόνια,  η τελευταία γιορτή τού  έτους, αφιερωμένη στον Δία, Πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Κατά την γιορτή αυτήν θυσίαζαν  βόδια στον Δία (Βουφόνος = βούς + φόνος).
Η χρονολόγηση τών ιστορικών γεγονότων στην Αρχαία Ελλάδα:
Η χρονολόγηση των ιστορικών γεγονότων, αρχικά, δεν ήταν ενιαία στην Αρχαία Ελλάδα. Κάθε Πόλις-Κράτος είχε τον δικό της τρόπο να τοποθετεί χρονικά ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός. Για τον σκοπό αυτόν, πολλές φορές έχουν χρησιμοποιηθεί και σημαντικά αστρονομικά γεγονότα, όπως οι εκλείψεις τού Ηλίου.
Στην Αρχαία Αθήνα, αρχικά, χρονολογούσαν με ενιαίο τρόπο τα ιστορικά γεγονότα με βάση τον  Κατάλογο  των  Επωνύμων  Αρχόντων.  Έτσι,  για  παράδειγμα,  αναφέρεται,  ότι  ο Πεισίστρατος έγινε Τύραννος των Αθηνών επί Άρχοντος Κωμέου. Αυτή η αναφορά, με την βοήθεια και άλλων πληροφοριών, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι αυτό το σημαντικό ιστορικό γεγονός έλαβε χώρα στην Αθήνα το έτος 560 π.Χ., κατά την χριστιανική χρονολόγηση.
Αργότερα, ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, το   οποίο, εκ των πραγμάτων, αποδέχθηκαν όλοι οι Έλληνες στην Αρχαία Ελλάδα ως χρονικό σημείο αναφοράς  για την χρονολόγηση των  ιστορικών γεγονότων, ήταν  η πρώτη  γραπτή  χρονική αναφορά για την πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ολυμπία με την ευθύνη τού Κράτους της Ήλιδος. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που τελούνταν στην Ολυμπία προς τιμήν τού Διός, πατέρα των θεών, άρχισαν, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, πολύ πριν από τον 8ο αιώνα π.Χ., και ιδρυτής τους στην  Μυθολογία  αναφέρεται  ο  Ηρακλής.  Αλλά  η  πρώτη  γραπτή  καταχώριση    Ολυμπιακών Αγώνων έγινε  για τους Αγώνες τού έτους 776 π.Χ. Η καταγραφή έγινε τον 5ο  αιώνα π.Χ., από τον Σοφιστή, Ιππία τον Ηλείο, ο οποίος πρώτος συνέταξε κατάλογο των νικητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί καταγράφεται ως πρώτος Ολυμπιονίκης ο Ηλείος δρομέας Κόροιβος.
Οι  Ολυμπιακοί  Αγώνες, πραγματοποιούνταν  κάθε  4  έτη, και για την ακρίβεια κάθε 49 ή 50 μήνες εναλλάξ, δεδομένου ότι, όπως είπαμε  παραπάνω, μία πλήρης  οκτωχρονιά ( εννεαετηρίς ) είχε  99 μήνες ( 8Χ12 =96  μήνες και 3 εμβόλιμους  μήνες =99 μήνες =49+50).
Ο μήνας  τού Κράτους τής Ήλιδος, κατά τον οποίον  ετελούντο  οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ήταν  την μία  φορά ο μήνας Μεταγειτνιών  (Απολλώνιος) , και την επόμενη φορά ο  μήνας Βοηδρομιών (Παρθένιος). Με άλλα λόγια, οι Αγώνες  τελούνταν το Καλοκαίρι  προς το Φθινόπωρο (Αύγουστος–Σεπτέμβριος).


Οι Γιορτές

Το Άχρονο, η Αιωνιότητα, είναι ο Χώρος μέσα στον Οποίο συμβαίνουν όλα, συμβαίνουν τα θεϊκά γεγονότα, η «δημιουργία», ο κοσμικός κύκλος, η ετήσια ανανέωση της φύσης, ή άλλα σημαντικά (για τους ανθρώπους) γεγονότα…
Γιορτές για την «γέννηση» του Δημιουργού Θεού (του Ζαγρέα), για την «δημιουργία» (που εντάσσονται στον κύκλο των «Διονυσιακών γιορτών»), για το πέρασμα της ψυχής από τον φωτεινό κόσμο του υπερπέραν στον υλικό κόσμο…  κι ακόμα γιορτές που αναφέρονται σε γεγονότα που σχετίζονται με την επιβίωση της κοινότητας, του ανθρώπου, του καθενός… καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς και υιοθετήθηκαν στα χρόνια της Δημοκρατίας…
Τέτοιες γιορτές είτε τελούνταν από λίγους, σχεδόν μυστικά (στα πλαίσια της λειτουργίας ονομαστών θρησκευτικών κέντρων, όπως οι Δελφοί…), είτε τελούνταν από την κοινότητα, (όπως τα Μικρά Διονύσια), ή ακόμα με την εποπτεία του δήμου, ή της Πόλης, (όπως τα Λήναια, τα Ανθεστήρια, τα Μεγάλα Διονύσια…)…
Γιορτές γίνονταν όχι μόνο προς τιμήν του Διονύσου, αλλά και άλλων θεϊκών δυνάμεων…


Η Θυσία του Θεού κι οι θυσίες των ανθρώπων

(Προκοσμική Θυσία, Κοσμική ή Γονιμοποιός Θυσία, Τελετουργική ωμοφαγία, Μετάληψη οίνου)

Η «Θυσία», στην πανάρχαια θρησκευτική σημασία της, είναι γενικά η «στέρηση του δικού μας» χάριν του «άλλου», η «προσφορά» υπέρ του άλλου.
Η Πρωταρχική Θυσία (το «Αρχέτυπο» της Θυσίας) είναι η Θυσία του Θεού, που έφερε σε ύπαρξη την δημιουργία και τα όντα. Από την Ουσία του ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο… Ενώ όμως η Ουσία του Θεού προσφέρεται «Θυσία» για να δημιουργηθεί ο κόσμος, την ίδια στιγμή Αυτή η Ουσία (εξαιτίας της «Φύσης» της) Διατηρείται και Αποκαθίσταται χωρίς δηλαδή να Αλλοιώνεται, Προσφέρεται χωρίς να «Μειώνεται» ή να «Εξαντλείται». Είναι το «Είναι» που δημιουργεί τα πάντα, που παραμένει «Ακέραιο Είναι», Διακρίνεται από όλα, αλλά τα αγκαλιάζει και τα στηρίζει (τους δίνει ουσία), από Αυτό πηγάζουν και σε Αυτό στηρίζονται όλα τα «επιμέρους είναι»…
Έτσι στο «Μύθο» του Ζαγρέα μολονότι ο Ζαγρέας «διασπαράσσεται» από τους Τιτάνες (τις δυνάμεις της πολλαπλότητας) ταυτόχρονα η «καρδιά» του (δηλαδή η «Ουσία» του η «ύπαρξή» του) «διασώζεται», κι ο Ζαγρέας «Ξαναγεννιέται»… Καταλαβαίνουμε ποιο είναι το νόημα του «Μύθου»…
Με αυτή την Πρωταρχική Θυσία «συνδέεται» συμβολικά, σε άλλο κοσμικό επίπεδο (αυτό του ξεδιπλώματος της δημιουργίας), η Κοσμική (στην Αρχή της δημιουργίας) κι Ετήσια Θυσία του Διονύσου, σαν Πνεύματος της Φύσης, Γεννουσιουργού, και Γονιμοποιού Θεϊκής Δύναμης, (της «γέννησης», της «βλάστησης», της «ζωής», κλπ…)… Το κατ’ εξοχήν σύμβολο (ζώο) του Διονύσου είναι ο «ταύρος» (εξ’ αιτίας της γονιμοποιού δύναμής του), αλλά και η νεβρίδα (μικρό ελάφι), και (στην βλαστική όψη του) ο κισσός και η άγρια άμπελος, και ο οίνος (αίμα της αμπέλου)… Ο Διόνυσος Θυσιάζεται σε Κοσμική και Ετήσια βάση για να «Ζωογονήσει» την «φύση»… Η «θυσία του ταύρου» (ή άλλου ζώου), κι η «φυτική» θυσία του κισσού σχετίζεται άμεσα με την κοσμογονική (κι ετήσια) θυσία..
Οι τελετές της «ωμοφαγίας» από τις μαινάδες στον Παρνασσό, κι αλλού, σαν «μιμήσεις» της ετήσιας θυσίας, εντάσσονται στον λατρευτικό κύκλο (σε ένα κατώτερο επίπεδο)… το ίδιο και οι τελετές των γυναικών στα Λήναια, (στην Αθήνα κι αλλού)…
Με την ίδια κοσμική (κι ετήσια) θυσία σχετίζονται ακόμα (σε ένα εξωτερικό επίπεδο) κι οι «γιορτές του κρασιού» (η μετάληψη του οίνου, στις διάφορες γιορτές, στα Ανθεστήρια, αλλά και σε άλλες γιορτές…
Όλες αυτές οι Θυσίες (που ανάγονται στην Αρχέτυπη Θυσία), είναι του Θεού, αναφέρονται στο Θεό, στην Θυσία του Θεού… κι είναι ιδιαίτερα ιερές… Τα αρχαιοελληνικά «όργια» είναι τα ιερά έργα, οι ιερουργίες… Χάρις στους χριστιανούς και στη κατασυκοφάντηση της αρχαίας θρησκείας, η λέξη «όργια» πήρε μία αντίθετη αρνητική σημασία.. Τα «αρχαίο όργια» όμως, όλοι το γνωρίζουν, (κι ας συνεχίζουν κάποιοι να ψεύδονται συνειδητά, ακόμα και σήμερα) ήταν «ιερές πράξεις»…
Εκτός όμως από αυτά τα είδη της «θυσίας» (του Θεού) υπήρχαν και θυσίες που προσφέρονταν από την μεριά των ανθρώπων..
Η πιο ιερή θυσία του ανθρώπου είναι η «προσευχή»… Τι είναι στην ουσία της η «προσευχή»; Είναι η θυσία του «οικείου χώρου» (του κόσμου), η «αποξένωση» του ανθρώπου από τον κόσμο, και η ανύψωσή του νοερά στον ιερό χώρο του Θεού (στον Υπέρκοσμο, πέραν του κόσμου). Αυτό σημαίνει απόσυρση της προσοχής από το εξωτερικό περιβάλλον, ησυχία των αισθήσεων, εσωτερική συγκέντρωση στο Θεό (με απομόνωση από τον εξωτερικό κόσμο), νοερή ανύψωση στο άλλο (ανώτερο) υπαρξιακό επίπεδο (του Θεού)… Βέβαια δεν κατανοούν όλοι οι άνθρωποι την «προσευχή» με αυτόν τον τρόπο και δεν την εφαρμόζουν έτσι… αλλά αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο, και το νόημα, και η σημασία, της «προσευχής»…
Η «προσευχή» μπορεί να είναι «προσευχή της κοινότητας» και τότε «αναδύεται» σε «Ύμνο» (ο Διθύραμβος προς τιμήν του Διονύσου, ο Παιάνας προς τιμήν του Απόλλωνα, η απλά ο «Ύμνος» προς τιμήν του θεού)… και κατ’ επέκταση το «ιερό δράμα», «μίμηση ιερών γεγονότων» (και όχι μόνο)… κι από εδω γεννιέται το «θέατρο»…
Η «προσευχή» μπορεί να είναι ατομική και τότε καθίσταται «περισυλλογή», εσωτερική συγκέντρωση, εσωτερική προσοχή, και εσωτερική μεταμόρφωση (διεύρυνση της συνείδησης κι άνοδος σε ανώτερα υπαρξιακά επίπεδα)…
Εκτός όμως από την «προσευχή» (την πνευματική θυσία) γίνονταν κι άλλες προσφορές (συμβολικές, μαγικοθρησκευτικές, ή από ευγνωμοσύνη) στον Θεό και στις θεϊκές δυνάμεις (Θείες Όψεις, Θεότητες…), προσφορές καρπών, αντικειμένων, κλπ… τέτοιες προσφορές γίνονταν σε όλες τις Θείες Όψεις, θεότητες, και στον Διόνυσο, και στον Απόλλωνα, και στην Άρτεμι,  και στην Δήμητρα, και  σε άλλους…
Από την Αρχαιοελληνική Θυσία, που λειτουργεί σε πολλά υπαρξιακά επίπεδα (την Προκοσμική Θυσία, την Γενεσιουργό Θυσία, τις τελετές ωμοφαγίας, την μετάληψη του οίνου…), οι χριστιανοί πήραν («έκλεψαν», «μιμήθηκαν»…) την δική τους «Θυσία» στο μυστήριο της «θείας κοινωνίας», την «θεία μετάληψη, την μετάληψη του «σώματος και του αίματος» του Χριστού… Η διαφορά είναι ότι, ενώ στα Αρχαία Μυστήρια (Θυσίες, μυήσεις, τελετές, γιορτές, κλπ…) ο άνθρωπος οδηγείται στον Θεό (στην Ομοίωση με τον Θεό) με εσωτερική μεταμόρφωση (που αποτυπώνουν και περιγράφουν οι διάφορες Μυητικές Βαθμίδες των Μυστηρίων), οι χριστιανοί, (στο μεγαλύτερο μέρος τους), πιστεύουν, ακόμα και σήμερα, ότι μπορούν (χωρίς εσωτερική πνευματική προσπάθεια αλλά) μόνο με μία εξωτερική τελετή και πράξη, την μετάληψη του καθαγιασμένου άρτου και οίνου, (εντελώς μαγικά), να σωθούν… Τέτοια τυφλότητα (παραγνώριση της αντικειμενικής πραγματικότητας), τέτοια υποκρισία (να θέλουν να σωθούν χωρίς εσωτερική αλλαγή), και τέτοια ανοησία (να πιστεύουν πως μαγικά, με εξωτερικές πράξεις, μπορούν να σωθούν), δεν είναι κατανοητή. Πρέπει να είναι κάποιος ηλίθιος για να πιστεύει τέτοια πράγματα…
Από την Αρχαία Προσευχή (αλλά και τις εβραϊκές καταβολές τους), οι χριστιανοί πήραν την δημόσια προσευχή… Η ατομική προσευχή (όπως ασκήθηκε από τους μυστικούς πατέρες, τους νηπτικούς, η «νοερά προσευχή» προέρχεται από την «ελληνική παράδοση», της «περισυλλογής»…)…


Η αμφισημία της Φύσης

Ενώ σύμφωνα με την Βασική Διδασκαλία του Ορφισμού, και των Αρχαίων Ελλήνων (φιλοσόφων, και μη) η Φύση είναι Μία Ενιαία Πραγματικότητα, και τα περιλαμβάνει όλα… κι είναι κι η δική μας «φύση»… ταυτόχρονα αυτή η Αληθινή Φύση υποκρύπτεται κάτω από το ανθρώπινο «προσωπείο»…
Ενώ η Αληθινή Φύση είναι η Ουσία της Ύπαρξής μας, ταυτόχρονα είναι δύσκολο να αποκαλυφτεί…
Ενώ η Φύση μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, ταυτόχρονα το αγνοούμε, και νομίζουμε άλλα πράγματα…
Αυτό δεν οφείλεται στην Ίδια την Φύση, ή σε κάποια εγγενή ατέλεια… οφείλεται στην δική μας επιλογή, να τραβήξουμε τον δρόμο της ατομικής ύπαρξης, της προσωπικής δραστηριότητας…
Αν ο Βάκχος δίνει την μανία της ατομικής βούλησης και της προσωπικής επιλογής, παραχωρώντας έτσι, στον Χώρο της Δυνατότητας, την δυνατότητα οποιασδήποτε επιλογής, ταυτόχρονα είναι ο Ίδιος (Θεός) που μπορεί να μας οδηγήσει πέρα από το «προσωπείο» στο Αληθινό Πρόσωπο του Θεού μέσα μας, στην Ενότητα του Όντος, στην Θεότητα…


Ο Θεός κι η πολλαπλότητα

Κατά το Πρότυπο της Προκοσμικής Θυσίας (Διασπαραγμός) του Ζαγρέα, που θα γεννήσει την δημιουργία, είναι η Κοσμική Θυσία του Διονύσου (σαν Πνεύματος της Φύσης), με την μορφή του ταύρου (αν και όχι πάντα), που αποτυπώνεται και στον τελετουργικό διασπαραγμό του Θεού στην «θιασιακή λατρεία»… Είναι ο «Ένας Θεός που γίνεται πολλά»… κι είναι αυτά τα «πολλά» που υπάρχουν και λειτουργούν μέσα στην Θεία Ενότητα…
Γράφει ο Παναγής Λεκατσάς (στον «Διόνυσό» του, παράγραφος 61): «Ατόφιος (ο Διόνυσος) στην ενότητά του θεός, διαφορίζεται αέναα στην πολλαπλότητα, αναγυρίζοντάς τη στην ενότητα πάλι»… κι ακόμα «Η ανθρωπομορφική παράστασή του που συμπιάνει σ’ ένα σχήμα την πολυμορφία του, είναι ένα άδειο προσωπείο: Η παρουσία του θεού στην απουσία του, κι η απουσία του στην παρουσία»…
Το κατ’ εξοχήν σύμβολο του Διονύσου, στο ανθρώπινο επίπεδο, είναι το «προσωπείο», ένα «άδειο προσωπείο»… Πίσω από το «προσωπείο» Είναι ο Θεός Παρών, αλλά αυτό που «βλέπουμε» είναι ένα άδειο προσωπείο, η απουσία… Κι από την άλλη μεριά, όταν κοιτάμε το παρόν προσωπείο, σ’ αυτό το προσωπείο ο Θεός απουσιάζει (αφού ο χαρακτήρας κι οι ιδιότητες του προσωπείου δεν έχουν τίποτα θεϊκό…)… Ο Θεός είναι πίσω από το προσωπείο..
Το «Άδειο Προσωπείο του Θεού» είναι το «σύμβολο του όντος», το «σύμβολο του ανθρώπου»… μπορεί να το «φορέσει» (μέσα στην λατρεία, στην τελετή, κι αυτό σημαίνει ότι είναι ιερή πράξη…) ο κάθε άνθρωπος, ταυτιζόμενος έτσι με τον Θεό… ενώ εξωτερικά το προσωπείο μπορεί να πάρει όποια μορφή «θέλουμε»… είναι η ψεύτικη προσωπικότητα του ανθρώπου, το εγώ, η σκέψη του, οι πράξεις του, η ζωή του…
Το «προσωπείο» λοιπόν, λειτουργεί και σε (πραγματικό) οντολογικό επίπεδο (είμαστε ο Θεός με προσωπείο, ένα προσωπείο στην ατομικότητά μας, σαν προσωπικότητες...), και σε συμβολικό επίπεδο (ο οντολογικός χαρακτήρας, το εγώ, η προσωπικότητα, είναι προσωπείο…), και σε πρακτικό (υλικό) επίπεδο, στην τελετουργία, στις γιορτές, στο θέατρο…
Το Θέατρο, προερχόμενο από την Διονυσιακή Λατρεία, είναι στην αρχαιότητα μία «ιερή πράξη»… γι’ αυτό «γίνεται χρήση» προσωπείου… Το Θέατρο παραμένει ιερό σε ολόκληρη την κλασσική αρχαιότητα.. παρ’ όλους τους «νεωτερισμούς» των τραγικών (Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη…)  και τις «ακροβασίες» του Αριστοφάνη…


Το «προσωπείο»

Το Προσωπείο (τα προσωπεία) είναι οι παροδικές μορφές του Θεού, (οι άνθρωποι, οι προσωπικότητες των ανθρώπων…)…
Την Ιερή Νύχτα (στις 22 Δεκεμβρίου, συμβολικά…), ή την καθιερωμένη γιορτή της «πρωτοχρονιάς», είτε κάποια σημαντική γιορτή, όπου όλα «καταλύονται» κι όλα «ξαναγεννιούνται» (συμβολικά), ο Θεός «παίρνει» ξανά μυριάδες προσωπεία… και ξαναγεννιέται ο κόσμος…
Ο «θίασος των μεταμφιεσμένων» (στις γιορτές) είναι ο Θεός με τα μυριάδες προσωπεία του, είμαστε εμείς (ταυτισμένοι με το Θεό) με προσωπεία (σύμβολα της ψεύτικης προσωπικότητας)… που ακολουθάμε το Θεό στην κοσμική πορεία του (στην μανία μέσα στους κόσμους και στην λύση της μανίας με την έξοδο από τους κόσμους…)… Αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα (οντολογικά), «επαναλαμβάνεται» (μίμησις) στις τελετές, στις γιορτές, στο θέατρο… ακριβώς για να «συνειδητοποιήσουμε» το «τι συμβαίνει»…


Οι «αρχαίοι θίασοι»

Σύμφωνα με την πατροπαράδοτη πίστη, από τον Γενεσιουργό Θεό (τον Διόνυσο), που «ανανεώνεται» κάθε χρόνο (ξαναγεννιέται) προέρχονται όλα τα όντα. Όλα τα όντα είναι μορφές του Θεού. Ενώ η Ουσία είναι η Ίδια, Μία, οι εξωτερικές μορφές είναι πολλές…
Όσοι ακολουθούν το Θεό, τον Διόνυσο, τον Βάκχο, (τον Λατρευτό), γίνονται όλοι ένθεοι, βάκχοι… Ενώ όμως εσωτερικά (βιωματικά) μεταμορφώνονται στο Θεό (γίνονται βάκχοι), εξωτερικά διαφέρουν ως προς την «ατομικότητα» (την προσωπικότητα)… Αυτοί που όντως ανέρχονται στις ανώτερες βαθμίδες μύησης, κατανοούν ότι η ατομικότητα είναι ψεύτικη, ένα προσωπείο… Όσοι ομοιώνονται με τον Θεό Βιώνουν την Ενότητα του Όντος, κι όχι το ψεύτικο προσωπείο… Στην Λατρεία (στα Μυστήρια, στις Τελετές, στις γιορτές) αυτοί που «βιώνουν» πραγματικά το Θεό (την Ενότητα του Όντος) χρησιμοποιούν ακριβώς το προσωπείο για να υποδηλώσουν ότι βιώνουν την Ενότητα πίσω από οποιαδήποτε ψεύτικη ατομικότητα… Το οντολογικό γεγονός μεταφέρεται στο συμβολικό επίπεδο της Λατρείας με την χρήση του προσωπείου (της μάσκας)…
Έτσι, το Προσωπείο συμβολίζει την ψεύτικη ατομικότητα (προσωπικότητα)… Όπως στην πραγματικότητα είμαστε ο Θεός με το προσωπείο της ατομικότητας, έτσι και στην Λατρεία (και στις γιορτές) «ταυτιζόμαστε» με τον Θεό και χρησιμοποιούμε το προσωπείο (τη μάσκα, την μεταμφίεση… Η «συμβολική» επανάληψη, μίμηση, ενός πραγματικού γεγονότος βοηθά την συνείδηση να κατανοήσει και να αφομοιώσει το ίδιο το πραγματικό γεγονός…
Όλοι οι οπαδοί του Θεού στον θίασο, στην πομπή, στην «τελετουργία, στον κώμο, ενώ «είναι» ο Θεός (Βάκχος) μετέχουν με τις ψεύτικες προσωπικότητες, τις μάσκες… Η συνειδητή λατρεία, κι η συνειδητή χρήση του προσωπείου, βοηθούσε τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι η Ουσία τους είναι θεϊκή, διονυσιακή, (και στην πραγματικότητα, και στη λατρεία…)… αλλά η ατομικότητα τους (και στην πραγματικότητα και το λατρευτικό προσωπείο) είναι ψεύτικη, «τιτανική»…
Έτσι, όσοι συμμετείχαν σε αυτή την λατρεία, σε αυτές τις γιορτές ακολουθούσαν τον Θεό στην Πορεία του μέσα στον Χώρο της ζωής, του ά-λογου, στη παραφροσύνη (της ατομικότητας), στην μανία (της προσωπικής δράσης), της μέθης (των πράξεων), κλπ… 
Στην πραγματικότητα (όχι στις ιερουργίες αλλά) στις γιορτές, που ξεπερνιούνται τα «όρια», και γίνονται πράγματα που κανονικά δεν γίνονταν λόγω των κοινωνικών αναστολών (της «ευπρέπειας» και της «τάξης»)… «ξεγυμνωνόταν» η αληθινή παράλογη φύση του κοσμικού ανθρώπου… Η «μανία» δεν δίνονταν από τον Θεό… η «μανία» είναι εγγενής ιδιότητα της ατομικότητας και της ζωής στον κόσμο, στην κοινωνία… που είναι ένας χώρος ά-λογος, ένας χώρος παραφροσύνης, προσωπικής διεκδίκησης, διαμάχης, σύγκρουσης… Όσοι έρχονταν στον κόσμο της ατομικότητας, στην κοσμική ζωή, αναγκαστικά γίνονται και είναι ά-λογοι, μανιακοί… Γι’ αυτό κι αυτός ο κόσμος (της γης), από τους Ορφικούς θεωρούνταν σαν ο Αληθινός Άδης…
Οι Ορφικοί είχαν κάνει μία πλήρη αναστροφή στην «τάξη» των κόσμων… Ο κόσμος των «νεκρών» (αλλά πραγματικά ζωντανών) ήταν η Αληθινή (Υπερκόσμια) Γη (που σύμφωνα με τις αστρολογικές αντιλήψεις της εποχής, τοποθετούνταν, συμβολική ή πραγματικά, στην «σελήνη»…), κι ο κόσμος των ανθρώπων στη γη, ήταν ο Άδης, ο σκοτεινός κόσμος των νεκροζώντανων ανθρώπων… Ο παλιός («ομηρικός» κόσμος των σκιών, ο παλιός) Άδης, στην ορφική αντίληψη ήταν ο κόσμος των (αμύητων) σκιών (που περίμεναν για να «ενσωματωθούν» ξανά…)…
Αλλά ο «μανιοδότης» Θεός, ο Οδηγός μας στον χώρο του ά-λογου, ήταν ταυτόχρονα αυτός που μας οδηγεί, μέσω της (λατρευτικής) παραφροσύνης στην Αλήθεια, και στο Φως… γι’ αυτό κι ο Βάκχος ο «μανιοδότης» (ήταν ταυτόχρονα «μανιολύτης» Θεός και) ταυτιζόταν με τον Οδηγό των Μυστηρίων (της Ελευσίνας, και όχι μόνο), τον Ίακχο, τον «μανιολύτη» (μέσω των Μυστηρίων), που μας οδηγεί στην Αληθινή Γη, στην Αληθινή (Υπερκόσμια) Ζωή…
Όπως και να ‘χει η συμμετοχή στις διονυσιακές (τελετουργίες και) γιορτές ήταν (αν όχι πνευματικά, τουλάχιστον ψυχολογικά) λυτρωτικές, κι αποκαθιστούσαν την ισορροπία, απομάκρυναν τις εντάσεις που δημιουργούσε η κοινωνική ζωή…
Με άλλα λόγια, οι γιορτές λειτουργούσαν σε πολλά επίπεδα, κι ο καθένας, ανάλογα με το επίπεδο εξέλιξής του, λάβαινε το ανάλογο μήνυμα… μυστικό, μυστηριακό, ψυχολογικό, ψυχοσωματικό…


Το Θέατρο

Το γεγονός ότι το Αρχαίο Θέατρο γεννήθηκε μέσα από τις διονυσιακές γιορτές είναι ιστορικά αποδεδειγμένο…
Ο Διθύραμβος (η εξύμνηση του Θεού, ο ύμνος προς τιμήν του Θεού Διονύσου), το σατυρικό δράμα, η τραγωδία, η κωμωδία, μολονότι διαφοροποιούνταν ως προς τον σκοπό τους και το περιεχόμενό τους, προέρχονταν από την ίδια βασική δομή της μίμησης, της αναπαράστασης του Θεϊκού, κι ανθρώπινου δράματος…
Σε πολλά έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, αλλά και του Αριστοφάνη, «ήρωες» είναι ο Θεός (Διόνυσος κατ’ εξοχήν) αλλά κι άνθρωποι, που είναι «μορφές» του Θεού…
Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη είναι το κατ’ εξοχήν έργο όπου μπλέκονται η Θεϊκή κι οι ανθρώπινες «μορφές»… Αλλά ακόμα και σε έργα όπου υπάρχουν μόνο άνθρωποι (ο Θεός είναι «Παρών» κι) ο σκοπός παραμένει ο ίδιος…
Η χρήση του προσωπείου έδειχνε στους θεατές πρώτα ότι ο άνθρωπος (σαν ατομικότητα) είναι «προσωπείο», κάτι ψεύτικο… και μετά, τον ατομικό ήρωα, την «προσωπικότητα»…
Η ίδια η ζωή είναι ένα θέατρο, κι όλοι είμαστε «ήρωες» στο θέατρο της ζωής…
Η συμμετοχή, με όποιο τρόπο (δημιουργός, ηθοποιός, θεατής…) σε μία θεατρική παράσταση, η μίμηση ανθρώπων και πράξεων (με την χρήση προσωπείων πάντα), έδειχνε ακριβώς στον θεατή (με τον ταυτισμό του θεατή με τους ήρωες), ότι όλοι ζούμε στο θέατρο (της ζωής) κι ότι όλοι μπορούμε να βρεθούμε στην μία ή στην άλλη κατάσταση (και πάντως οπωσδήποτε στην θέση του χορού που αντιπροσώπευε την κοινότητα)…
Το γεγονός ότι το θέατρο ήταν κάτω από την προστασία του Διονύσου, επέβαλε στους μεγάλους δραματουργούς να υιοθετήσουν και να τηρούν την Θεϊκή Τάξη, να υπηρετούν Αιώνιες Αξίες, όπως η Δικαιοσύνη, η Αλήθεια, κλπ…
Ο κόσμος του θεάτρου ήταν ένας ισορροπημένος, θεϊκός κόσμος, με αξίες, με προσανατολισμό, και με λύσεις… Η «λύση» δεν ήταν πάντα καλή (κατά τους ανθρώπους, το ανθρώπινο ατομικό συμφέρον), αλλά ήταν πάντα Δίκαιη και Αληθινή…
Βέβαια, το όλο πλαίσιο λειτουργίας του Θεάτρου στην Αρχαία Αθήνα, δεν απαγόρευε σε μεγαλοφυίες σαν τον Αριστοφάνη, να είναι ακόμα και «ασεβείς» (φαινομενικά), οξείς, ανατρεπτικοί… Όλα όμως εντάσσονται στην ζωή, ακόμα και η «ανατροπή»… όλα όμως λειτουργούν προς όφελος της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης… κι έτσι «λειτουργικά» (συμπερασματικά) η θεϊκή τάξη παραμένει ασάλευτη…
Το Θέατρο (στην Αρχαία Αθήνα) ήταν πρώτα παιδαγωγικό, δίδασκε, λύτρωνε… και μετά ήταν οτιδήποτε άλλο… Οι θεατρικές παραστάσεις που γίνονταν στα Μεγάλα Διονύσια, και κρατούσαν κοντά μία εβδομάδα, ήταν μεγάλο γεγονός, όχι μόνο για την Αθήνα, αλλά για όλη την Ελλάδα… Τα αριστουργήματα των Ελλήνων (τραγωδίες και κωμωδίες) διατηρούν ακέραιο το «λειτουργικό» περιεχόμενο και την βαθύτερη ανθρώπινη σημασία τους ακόμα και για τους σημερινούς ανθρώπους… και την ανθρωπότητα, που έχει πολλά να διδαχτεί από τους Μεγάλους Έλληνες… Δικαιοσύνη, Αλήθεια, Αιώνιες Αξίες, που δυστυχώς όλοι μας έχουμε λησμονήσει…


Θεός και Άδης

Ο Διόνυσος σαν Προκοσμικός, Υπερβατικός, Υπερφυσικός, Θεός (του Υπερπέραν) ταυτίζεται, όπως είναι φυσικό, με τον Άδη, σαν Θεία Όψη, Κοσμικό Επίπεδο, κι Χώρο των «νεκρών»…
Στα πλαίσια όμως της Ορφικής Θεολογίας και της Θιασικής ιδεολογίας (που αναφέρεται στις ορφικές κοσμοαντιλήψεις)), ο Διόνυσος είναι ο Φωτεινός Άδης, ο Χώρος των Μυημένων και των Λυτρωμένων, που θα ζουν στους Κόλπους του Θεού, στα Ηλύσια Πεδία, στους Νήσους των Μακάρων, στην Αληθινή Γη…
Η ιδέα του παλιού άδη που γνωρίζουμε από τα Ομηρικά Έπη (στα έγκατα της γης, και στα τάρταρα), «διατηρείται» αλλά παίρνει νέο περιεχόμενο… είναι ο σκοτεινός χώρος των αμύητων ίσκιων… που περιμένουν στην σκιά της ζωής, για να ενσωματωθούν ξανά και να «επιστρέψουν» στη γη…


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
Monday, 16 February, 2026

4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation

 

(Meditation Without Memory, Possession, or Past)

 

The Sanctity of Darkness

 

In the great rhythm of existence, there is a sacred alternation that few truly comprehend. The seeker walks through daylight hours with eyes wide open, observing the endless procession of phenomena that parade before consciousness. Yet it is in the darkness, in the blessed surrender of sleep, that the deepest mysteries make themselves known. For the one who has learned to watch—truly watch—the movements of life with unwavering attention, the night becomes not an absence but a presence, not a void but a vessel.

 

Sleep, in its purest form, is not merely rest for the weary body. It is a threshold, a portal through which the soul may pass into territories unknown to the waking mind. When the daylight consciousness has been vigilant, when awareness has moved like a clear stream through the hours of activity, then something miraculous occurs as darkness falls. The mind does not collapse into unconsciousness but rather awakens into a different order of being altogether.

 

This awakening comes unbidden, like grace itself. No amount of striving can produce it, no technique can guarantee its arrival. It emerges from depths that have no name, rising from the stillness that lies beneath all thought, all memory, all the accumulated knowledge of a lifetime. It is meditation in its most authentic form—not the meditation of practice and discipline, though these have their place, but meditation as a gift, as benediction, as the spontaneous flowering of a consciousness that has been prepared without knowing it was being prepared.

 

The Enchantment That Cannot Be Summoned

 

There exists an enchantment that no human imagination can conjure, no flight of fancy can approximate. It belongs to a different order of reality entirely, one that exists outside the boundaries of thought, beyond the territories mapped by memory and expectation. This is the enchantment of true meditation, and it comes into being only when all invitations have ceased, when the mind has finally exhausted its endless efforts to capture, to hold, to possess.

 

The consciousness that has learned to be tranquil—not through suppression but through understanding, not through force but through clarity—becomes a silent witness to its own depths. And from somewhere beyond these depths, from a realm that is neither within consciousness nor separate from it, the mystery descends. It does not enter the mind; rather, the mind discovers itself already immersed in it, like a fish suddenly aware of the ocean.

 

This mystery dwells in a space that thought cannot reach. Thought, with all its brilliant capacity for analysis and categorization, finds itself powerless here. It is like trying to catch the wind in a net, trying to bottle starlight, trying to measure the infinite with finite instruments. The periphery of thought marks the boundary of the known world, but meditation lives in the vast unknown beyond those boundaries—not as an idea about the unknown, but as direct encounter with it.

 

The Impossibility of Remembrance

 

Here lies one of the great paradoxes of spiritual experience: that which is most profound leaves no trace in memory. Memory belongs to time, to the sequential unfolding of moments in which the past can be distinguished from the present. But meditation, in its deepest sense, belongs to the timeless. It cannot be stored, cannot be archived in the mind's vast library of experiences.

 

When one tries to remember meditation—to recall its qualities, to compare this experience with that one, to build a treasury of spiritual moments—the very act of remembering destroys the living reality. Remembrance is always a resurrection of what has died, an attempt to bring back to life something that has already passed into the realm of the finished, the completed, the gone. It is like pressing flowers in a book and calling them gardens.

 

True meditation is not a resurrection. It does not arise from the past, does not depend on accumulated experience or spiritual credentials. It comes from fullness—the fullness of the heart that has learned to be simple, to be present, to be available to the moment without the burden of yesterday. This fullness has nothing to do with intellectual capacity or the brightness of the analytical mind. One may be brilliant in thought and impoverished in meditation; one may be simple in intellect and rich beyond measure in spiritual depth.

 

The Blessing of Eternal Newness

 

For those who are blessed—and it is truly a blessing, not an achievement—meditation may arrive night after night, like a faithful friend who needs no announcement of arrival. Yet each visitation is utterly new. Not new in the sense that it differs from what came before, for such comparison would already introduce the old into the new. Rather, it is new in a way that has no relationship to the old at all. It is newness without precedent, without reference point, without the shadow of memory lurking in the background.

 

This newness expresses itself in infinite diversity. Each encounter with the mystery reveals different facets, different qualities, different depths. Yet within this ceaseless change lies something changeless—not the changelessness of stagnation, but the unchanging ground from which all authentic change emerges. It is change that does not accumulate, transformation that leaves no trace, movement that returns always to stillness.

 

To witness this is to stand before the great mystery of existence itself: that life can be simultaneously eternal and ever-fresh, that the divine presence can be both unchanging and infinitely creative, that the soul can experience something again and again and yet find it each time as if for the first time.

 

The Sacred Art of Sleep

 

Sleep itself becomes transformed when consciousness has learned the art of watchfulness. Not the sleep of exhaustion, when the body simply collapses under the weight of fatigue. Not the sleep induced by chemicals or substances that force the mind into unconsciousness. Not even the sleep that follows physical satisfaction, the heavy slumber of contentment. These forms of sleep are escapes, small deaths, temporary absences from awareness.

 

The sleep that serves meditation is different in kind. It is light as air, quick as intuition, delicate as the first breath of dawn. The body that enters this sleep is a sensitive instrument, finely tuned through the day's alertness. When awareness has moved through waking hours with precision and care, the body absorbs this quality. It becomes responsive rather than dull, alive rather than merely functional, capable of that exquisite sensitivity that allows the deepest mysteries to make themselves known.

 

This sensitivity is not cultivated through ascetic practices or harsh disciplines. It arises naturally from alertness itself—from the simple act of being present to life as it unfolds. When one watches the movements of thought, the arising of emotion, the interplay of desire and resistance, the body learns a different way of being. It relaxes not into torpor but into readiness, like a deer in a forest, simultaneously at ease and completely aware.

 

The Infinite Depths

 

Sometimes the meditation that comes in the night is light, barely perceptible—a whisper of presence, a subtle shift in the quality of consciousness, gentle as a breeze that moves through leaves so softly one can hardly be certain it was there at all. At such times, the mystery touches the soul with extraordinary delicacy, like the brush of a butterfly's wing against skin, leaving behind not an impression but a sense of having been blessed by something too subtle for words.

 

At other times, the depth is beyond all measure. The soul finds itself plunging into abysses that have no bottom, or rather, whose bottom is infinity itself. These are the moments when all concepts of depth and height, of inner and outer, of self and other dissolve completely. The individual consciousness discovers itself to be a drop that contains the ocean, a single point that encompasses all space, a momentary existence that touches eternity.

 

Such experiences cannot be compared, cannot be ranked on any scale of spiritual achievement. The light touch and the infinite depth are equally sacred, equally complete in themselves. To prefer one over the other, to desire the profound over the subtle or the gentle over the overwhelming, is already to miss the point. Each manifestation of the mystery is perfect as it is, complete in its own right, requiring nothing beyond itself.

 

The Danger of Possession

 

Here lies the great danger that awaits every seeker: the temptation to possess. The mind, by its very nature, wants to grasp, to hold, to accumulate. It wants to build a treasury of experiences, to say "I have meditated deeply" or "I have touched the infinite." This possessiveness, subtle as it is, destroys the very thing it seeks to preserve.

 

When the mind holds a spiritual experience as a remembrance, when it indulges in the memory of ecstasy, when it returns again and again to savor what once was, the living stream of meditation comes to an end. What remains is only a corpse, a dead thing that the mind keeps wrapped in the grave-clothes of memory, occasionally taking it out to examine and admire. But the living mystery has departed, leaving only its shadow.

 

The quality of possessiveness must be recognized for what it is: a barrier to the sacred, a wall between the seeker and the sought, a veil that obscures the very thing one most deeply desires. This does not mean one should try forcefully to become non-possessive, for such effort is itself a subtle form of possession. Rather, one must see clearly the mechanism of possession, must understand how the mind operates, how it grasps and clings and tries to make permanent what is by nature impermanent.

 

The Rootless Mystery

 

Meditation, in its truest sense, has no root. It is not grounded in any system of thought, does not grow from any seed of practice or technique. It has no substance that the mind can hold, no form that can be grasped, no essence that can be captured in words or concepts. It is like wind—present and powerful, yet without solidity. Like space—all-encompassing, yet empty of content. Like light—revealing everything, yet itself invisible.

 

This rootlessness is not a deficiency but the very nature of the mystery itself. Because it has no root, it cannot be cultivated in any ordinary sense. Because it has no substance, it cannot be possessed or stored. Because it belongs to the realm beyond thought, it cannot be understood through analysis or study.

 

Yet this does not mean meditation is unreachable or impossibly distant. On the contrary, it is closer than breath, more intimate than thought, more present than the sense of self. It is always already here, always already available. What is required is not the addition of something new but the removal of what obscures: the constant churning of thought, the grasping of desire, the weight of memory, the burden of the accumulated past.

 

The Eternal Present

 

In the end, what reveals itself to the one who has learned to be still is the simple, extraordinary fact of presence itself. Not presence as opposed to absence, not presence as one half of a duality, but presence as the ground of all experience—the unchanging awareness within which all change occurs, the silent witness that observes the entire drama of existence without ever being touched by it.

 

This presence has no history. It was not born and cannot die. It does not accumulate experiences or grow in wisdom or develop over time. It simply is, eternally and completely, the same yesterday, today, and forever. Yet within this changeless presence, all change becomes possible. Within this eternal now, all of time unfolds. Within this stillness, all movement arises.

 

To rest in this presence is to discover what one has always been, to come home to a place one never truly left, to awaken from a dream one never quite believed. It is the end of seeking and the beginning of simply being. It is meditation without meditation, awareness without an aware one, presence without anyone being present.

 

The Sacred Invitation

 

The mystery extends an invitation to every human soul—not an invitation that requires acceptance or rejection, for such choice already implies separation, but an invitation that is always already accepted by virtue of one's very existence. The question is not whether one will respond to this invitation but whether one will recognize that the response is already happening, has always been happening, in every breath, in every moment of awareness, in every fleeting instant of being.

 

To live with this recognition is to walk through the world as both pilgrim and destination, as both seeker and sought, as both question and answer. It is to discover that the sacred is not separate from the ordinary, that transcendence is not opposed to immanence, that the infinite dwells in every finite moment.

 

This is the gift of meditation without memory, the blessing of experience without possession, the grace of presence without past. It asks nothing of us except that we be what we already are, know what we already know, and rest in what has never left us. And in that simple rest, in that profound ease, the mystery reveals itself—not as something other than ourselves, but as our own deepest nature, always present, forever new, eternally complete.

 

4. Το Μυστήριο Πέρα από τη Μνήμη: Ένα Ταξίδι στο Διαχρονικό Διαλογισμό

 

(Διαλογισμός Χωρίς Μνήμη, Κατοχή ή Παρελθόν)

 

Η Ιερότητα του Σκότους

 

Στον μεγάλο ρυθμό της ύπαρξης, υπάρχει μια ιερή εναλλαγή που λίγοι κατανοούν πραγματικά. Ο αναζητητής περπατά στις ώρες της ημέρας με τα μάτια ορθάνοιχτα, παρατηρώντας την ατελείωτη παρέλαση των φαινομένων που παρελαύνουν μπροστά από τη συνείδηση. Ωστόσο, είναι στο σκότος, στην ευλογημένη παράδοση του ύπνου, που τα βαθύτερα μυστήρια αποκαλύπτονται. Για εκείνον που έχει μάθει να παρακολουθεί —πραγματικά να παρακολουθεί— τις κινήσεις της ζωής με αταλάντευτη προσοχή, η νύχτα γίνεται όχι απουσία αλλά παρουσία, όχι κενό αλλά δοχείο.

 

Ο ύπνος, στην καθαρότερη μορφή του, δεν είναι απλώς ανάπαυση για το κουρασμένο σώμα. Είναι ένα κατώφλι, μια πύλη από την οποία η ψυχή μπορεί να περάσει σε εδάφη άγνωστα στον ξύπνιο νου. Όταν η συνείδηση της ημέρας ήταν αφυπνισμένη, όταν η επίγνωση έχει κινηθεί σαν καθαρό ρυάκι μέσα στις ώρες της δραστηριότητας, τότε κάτι θαυμαστό συμβαίνει καθώς πέφτει το σκότος. Ο νους δεν καταρρέει στην ασυνειδησία, αλλά μάλλον ξυπνά σε μια διαφορετική τάξη ύπαρξης συνολικά.

 

Αυτό το ξύπνημα έρχεται απροσκάλεστο, σαν την ίδια τη χάρη. Καμία προσπάθεια δεν μπορεί να το παράγει, καμία τεχνική δεν μπορεί να εγγυηθεί την άφιξή του. Αναδύεται από βάθη που δεν έχουν όνομα, ανεβαίνοντας από την ακινησία που βρίσκεται κάτω από κάθε σκέψη, κάθε μνήμη, κάθε συσσωρευμένη γνώση μιας ζωής. Είναι ο διαλογισμός στην πιο αυθεντική του μορφή —όχι ο διαλογισμός της εξάσκησης και της πειθαρχίας, αν και αυτά έχουν τη θέση τους, αλλά ο διαλογισμός ως δώρο, ως ευλογία, ως το αυθόρμητο άνθισμα μιας συνείδησης που έχει προετοιμαστεί χωρίς να το γνωρίζει.

 

Η Μαγεία που Δεν Μπορεί να Επικληθεί

 

Υπάρχει μια μαγεία που καμία ανθρώπινη φαντασία δεν μπορεί να δημιουργήσει, καμία πτήση της φαντασίας δεν μπορεί να προσεγγίσει. Ανήκει σε μια διαφορετική τάξη πραγματικότητας εντελώς, μια τάξη που υπάρχει έξω από τα όρια της σκέψης, πέρα από τα εδάφη που έχουν χαρτογραφηθεί από τη μνήμη και την προσδοκία. Αυτή είναι η μαγεία του αληθινού διαλογισμού, και έρχεται στην ύπαρξη μόνο όταν όλες οι προσκλήσεις έχουν σταματήσει, όταν ο νους έχει επιτέλους εξαντλήσει τις ατελείωτες προσπάθειές του να συλλάβει, να κρατήσει, να κατέχει.

 

Η συνείδηση που έχει μάθει να είναι ήρεμη —όχι μέσω καταστολής αλλά μέσω κατανόησης, όχι μέσω βίας αλλά μέσω σαφήνειας— γίνεται ένας σιωπηλός μάρτυρας των ίδιων της των βαθών. Και από κάπου πέρα από αυτά τα βάθη, από ένα βασίλειο που δεν είναι ούτε μέσα στη συνείδηση ούτε ξεχωριστό από αυτήν, το μυστήριο κατεβαίνει. Δεν εισέρχεται στον νου· μάλλον, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ήδη βυθισμένο σε αυτό, σαν ένα ψάρι που ξαφνικά συνειδητοποιεί τον ωκεανό.

 

Αυτό το μυστήριο κατοικεί σε έναν χώρο που η σκέψη δεν μπορεί να φτάσει. Η σκέψη, με όλη της την λαμπρή ικανότητα για ανάλυση και κατηγοριοποίηση, βρίσκεται ανίσχυρη εδώ. Είναι σαν να προσπαθείς να πιάσεις τον άνεμο σε δίχτυ, να εμφιαλώσεις το φως των αστεριών, να μετρήσεις το άπειρο με πεπερασμένα όργανα. Η περιφέρεια της σκέψης σημαδεύει το όριο του γνωστού κόσμου, αλλά ο διαλογισμός ζει στο απέραντο άγνωστο πέρα από αυτά τα όρια —όχι ως ιδέα για το άγνωστο, αλλά ως άμεση συνάντηση με αυτό.

 

Η Αδυναμία της Ανάμνησης

 

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες παραδοξότητες της πνευματικής εμπειρίας: αυτό που είναι το πιο βαθύ δεν αφήνει ίχνος στη μνήμη. Η μνήμη ανήκει στον χρόνο, στην αλληλουχία της ανάπτυξης των στιγμών όπου το παρελθόν μπορεί να διακριθεί από το παρόν. Αλλά ο διαλογισμός, στην βαθύτερη έννοιά του, ανήκει στο άχρονο. Δεν μπορεί να αποθηκευτεί, δεν μπορεί να αρχειοθετηθεί στη μεγάλη βιβλιοθήκη εμπειριών του νου.

 

Όταν κάποιος προσπαθεί να θυμηθεί τον διαλογισμό —να ανακαλέσει τις ιδιότητές του, να συγκρίνει αυτή την εμπειρία με εκείνη, να χτίσει έναν θησαυρό πνευματικών στιγμών— η ίδια η πράξη της ανάμνησης καταστρέφει την ζωντανή πραγματικότητα. Η ανάμνηση είναι πάντα μια ανάσταση αυτού που έχει πεθάνει, μια προσπάθεια να επαναφέρει στη ζωή κάτι που έχει ήδη περάσει στο βασίλειο του τετελεσμένου, του ολοκληρωμένου, του χαμένου. Είναι σαν να πιέζεις λουλούδια σε ένα βιβλίο και να τα αποκαλείς κήπους.

 

Ο αληθινός διαλογισμός δεν είναι ανάσταση. Δεν αναδύεται από το παρελθόν, δεν εξαρτάται από συσσωρευμένη εμπειρία ή πνευματικά διαπιστευτήρια. Έρχεται από την πληρότητα —την πληρότητα της καρδιάς που έχει μάθει να είναι απλή, να είναι παρούσα, να είναι διαθέσιμη στη στιγμή χωρίς το βάρος του χθες. Αυτή η πληρότητα δεν έχει καμία σχέση με την πνευματική ικανότητα ή τη λάμψη του αναλυτικού νου. Κάποιος μπορεί να είναι λαμπρός στη σκέψη και φτωχός στον διαλογισμό· κάποιος μπορεί να είναι απλός στον νου και πλούσιος πέρα από κάθε μέτρο σε πνευματικό βάθος.

 

Η Ευλογία της Αιώνιας Καινοτομίας

 

Για εκείνους που είναι ευλογημένοι —και είναι πραγματικά ευλογία, όχι επίτευγμα— ο διαλογισμός μπορεί να έρχεται νύχτα με νύχτα, σαν ένας πιστός φίλος που δεν χρειάζεται αναγγελία άφιξης. Ωστόσο, κάθε επίσκεψη είναι απόλυτα νέα. Όχι νέα με την έννοια ότι διαφέρει από αυτό που ήρθε πριν, γιατί τέτοια σύγκριση θα εισήγαγε ήδη το παλιό στο νέο. Μάλλον, είναι νέα με έναν τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με το παλιό καθόλου. Είναι καινοτομία χωρίς προηγούμενο, χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς τη σκιά της μνήμης να παραμονεύει στο παρασκήνιο.

 

Αυτή η καινοτομία εκφράζεται σε άπειρη ποικιλία. Κάθε συνάντηση με το μυστήριο αποκαλύπτει διαφορετικές πλευρές, διαφορετικές ιδιότητες, διαφορετικά βάθη. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την ασταμάτητη αλλαγή βρίσκεται κάτι αμετάβλητο —όχι η αμεταβλητότητα της στασιμότητας, αλλά το αμετάβλητο έδαφος από το οποίο αναδύεται κάθε αυθεντική αλλαγή. Είναι αλλαγή που δεν συσσωρεύεται, μεταμόρφωση που δεν αφήνει ίχνος, κίνηση που επιστρέφει πάντα στην ακινησία.

 

Το να το μαρτυρείς αυτό είναι να στέκεσαι μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της ίδιας της ύπαρξης: ότι η ζωή μπορεί να είναι ταυτόχρονα αιώνια και πάντα φρέσκια, ότι η θεϊκή παρουσία μπορεί να είναι τόσο αμετάβλητη όσο και άπειρα δημιουργική, ότι η ψυχή μπορεί να βιώνει κάτι ξανά και ξανά και ωστόσο να το βρίσκει κάθε φορά σαν για πρώτη φορά.

 

Η Ιερή Τέχνη του Ύπνου

 

Ο ίδιος ο ύπνος μεταμορφώνεται όταν η συνείδηση έχει μάθει την τέχνη της επαγρύπνησης. Όχι ο ύπνος της εξάντλησης, όταν το σώμα απλώς καταρρέει κάτω από το βάρος της κούρασης. Όχι ο ύπνος που προκαλείται από χημικές ουσίες ή ουσίες που εξαναγκάζουν τον νου σε ασυνειδησία. Ούτε καν ο ύπνος που ακολουθεί τη φυσική ικανοποίηση, ο βαρύς ύπνος της ικανοποίησης. Αυτές οι μορφές ύπνου είναι αποδράσεις, μικροί θάνατοι, προσωρινές απουσίες από την επίγνωση.

 

Ο ύπνος που υπηρετεί τον διαλογισμό είναι διαφορετικός σε είδος. Είναι ελαφρύς σαν τον αέρα, γρήγορος σαν την διαίσθηση, λεπτός σαν την πρώτη ανάσα της αυγής. Το σώμα που εισέρχεται σε αυτόν τον ύπνο είναι ένα ευαίσθητο όργανο, λεπτά συντονισμένο μέσω της επαγρύπνησης της ημέρας. Όταν η επίγνωση έχει κινηθεί μέσα στις ώρες του ξύπνιου με ακρίβεια και φροντίδα, το σώμα απορροφά αυτή την ιδιότητα. Γίνεται ανταποκρινόμενο αντί για θαμπό, ζωντανό αντί για απλώς λειτουργικό, ικανό για εκείνη την εξαιρετική ευαισθησία που επιτρέπει στα βαθύτερα μυστήρια να αποκαλυφθούν.

 

Αυτή η ευαισθησία δεν καλλιεργείται μέσω ασκητικών πρακτικών ή σκληρών πειθαρχιών. Αναδύεται φυσικά από την ίδια την επαγρύπνηση —από την απλή πράξη του να είσαι παρών στη ζωή καθώς ξεδιπλώνεται. Όταν κάποιος παρακολουθεί τις κινήσεις της σκέψης, την ανάδυση του συναισθήματος, την αλληλεπίδραση της επιθυμίας και της αντίστασης, το σώμα μαθαίνει έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης. Χαλαρώνει όχι σε νάρκη αλλά σε ετοιμότητα, σαν ένα ελάφι σε δάσος, ταυτόχρονα άνετο και πλήρως ενήμερο.

 

Τα Άπειρα Βάθη

 

Μερικές φορές ο διαλογισμός που έρχεται τη νύχτα είναι ελαφρύς, μετά βίας αντιληπτός —ένας ψίθυρος παρουσίας, μια λεπτή αλλαγή στην ποιότητα της συνείδησης, απαλός σαν αύρα που κινείται μέσα από φύλλα τόσο απαλά που δύσκολα μπορείς να είσαι σίγουρος ότι ήταν εκεί. Σε τέτοιες στιγμές, το μυστήριο αγγίζει την ψυχή με εξαιρετική λεπτότητα, σαν το άγγιγμα της φτερούγας πεταλούδας στο δέρμα, αφήνοντας πίσω όχι εντύπωση αλλά μια αίσθηση ότι ευλογήθηκες από κάτι πολύ λεπτό για λέξεις.

 

Άλλες φορές, το βάθος είναι πέρα από κάθε μέτρο. Η ψυχή βρίσκει τον εαυτό της να βουτά σε αβύσσους χωρίς πάτο, ή μάλλον, των οποίων ο πάτος είναι το άπειρο το ίδιο. Αυτές είναι οι στιγμές όταν όλες οι έννοιες βάθους και ύψους, εσωτερικού και εξωτερικού, εαυτού και άλλου διαλύονται εντελώς. Η ατομική συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της να είναι μια σταγόνα που περιέχει τον ωκεανό, ένα μόνο σημείο που περιλαμβάνει όλο τον χώρο, μια στιγμιαία ύπαρξη που αγγίζει την αιωνιότητα.

 

Τέτοιες εμπειρίες δεν μπορούν να συγκριθούν, δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε καμία κλίμακα πνευματικού επιτεύγματος. Το ελαφρύ άγγιγμα και το άπειρο βάθος είναι εξίσου ιερά, εξίσου ολοκληρωμένα από μόνα τους. Το να προτιμάς το ένα από το άλλο, να επιθυμείς το βαθύ πάνω από το λεπτό ή το απαλό πάνω από το συντριπτικό, είναι ήδη να χάνεις το νόημα. Κάθε εκδήλωση του μυστηρίου είναι τέλεια όπως είναι, ολοκληρωμένη από μόνη της, χωρίς να απαιτεί τίποτα πέρα από τον εαυτό της.

 

Ο Κίνδυνος της Κατοχής

 

Εδώ βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος που περιμένει κάθε αναζητητή: ο πειρασμός της κατοχής. Ο νους, από την ίδια του τη φύση, θέλει να αρπάξει, να κρατήσει, να συσσωρεύσει. Θέλει να χτίσει έναν θησαυρό εμπειριών, να πει «Έχω διαλογιστεί βαθιά» ή «Έχω αγγίξει το άπειρο». Αυτή η κατοχικότητα, όσο λεπτή και αν είναι, καταστρέφει το ίδιο το πράγμα που επιδιώκει να διατηρήσει.

 

Όταν ο νους κρατά μια πνευματική εμπειρία ως ανάμνηση, όταν επιδίδεται στη μνήμη της έκστασης, όταν επιστρέφει ξανά και ξανά να γευτεί αυτό που ήταν κάποτε, το ζωντανό ρεύμα του διαλογισμού τερματίζεται. Αυτό που μένει είναι μόνο ένα πτώμα, ένα νεκρό πράγμα που ο νους κρατά τυλιγμένο στα σάβανα της μνήμης, βγάζοντάς το περιστασιακά για να το εξετάσει και να το θαυμάσει. Αλλά το ζωντανό μυστήριο έχει φύγει, αφήνοντας μόνο τη σκιά του.

 

Η ιδιότητα της κατοχικότητας πρέπει να αναγνωριστεί για αυτό που είναι: ένα εμπόδιο στο ιερό, ένα τείχος μεταξύ του αναζητητή και του αναζητούμενου, ένα πέπλο που σκιάζει το ίδιο το πράγμα που κάποιος επιθυμεί πιο βαθιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσει κανείς με δύναμη να γίνει μη κατοχικός, γιατί τέτοια προσπάθεια είναι η ίδια μια λεπτή μορφή κατοχής. Μάλλον, πρέπει να δει κανείς καθαρά τον μηχανισμό της κατοχής, να κατανοήσει πώς λειτουργεί ο νους, πώς αρπάζει και προσκολλάται και προσπαθεί να κάνει μόνιμο αυτό που από τη φύση του είναι παροδικό.

 

Το Μυστήριο Χωρίς Ρίζα

 

Ο διαλογισμός, στην αληθέστερη έννοιά του, δεν έχει ρίζα. Δεν είναι ριζωμένος σε κανένα σύστημα σκέψης, δεν μεγαλώνει από κανέναν σπόρο εξάσκησης ή τεχνικής. Δεν έχει ουσία που ο νους μπορεί να κρατήσει, καμία μορφή που μπορεί να αρπαχτεί, καμία ουσία που μπορεί να συλληφθεί σε λέξεις ή έννοιες. Είναι σαν τον άνεμο —παρών και ισχυρός, ωστόσο χωρίς στερεότητα. Σαν τον χώρο —περιεκτικός όλων, ωστόσο άδειος από περιεχόμενο. Σαν το φως —αποκαλύπτει τα πάντα, ωστόσο το ίδιο είναι αόρατο.

 

Αυτή η χωρίς ρίζα κατάσταση δεν είναι ελάττωμα αλλά η ίδια η φύση του μυστηρίου. Επειδή δεν έχει ρίζα, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί με οποιονδήποτε συνηθισμένο τρόπο. Επειδή δεν έχει ουσία, δεν μπορεί να κατεχθεί ή να αποθηκευτεί. Επειδή ανήκει στο βασίλειο πέρα από τη σκέψη, δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσω ανάλυσης ή μελέτης.

 

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαλογισμός είναι απρόσιτος ή αδύνατα μακρινός. Αντίθετα, είναι πιο κοντά από την αναπνοή, πιο οικείος από τη σκέψη, πιο παρών από την αίσθηση του εαυτού. Είναι πάντα ήδη εδώ, πάντα ήδη διαθέσιμος. Αυτό που απαιτείται δεν είναι η προσθήκη κάτι νέου αλλά η αφαίρεση αυτού που σκιάζει: την συνεχή αναταραχή της σκέψης, την αρπαγή της επιθυμίας, το βάρος της μνήμης, το φορτίο του συσσωρευμένου παρελθόντος.

 

Το Αιώνιο Παρόν

 

Στο τέλος, αυτό που αποκαλύπτεται σε εκείνον που έχει μάθει να είναι ακίνητος είναι το απλό, εξαιρετικό γεγονός της παρουσίας της ίδιας. Όχι παρουσία σε αντίθεση με απουσία, όχι παρουσία ως το ένα μισό μιας δυϊκότητας, αλλά παρουσία ως το έδαφος όλης της εμπειρίας —η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει όλη η αλλαγή, ο σιωπηλός μάρτυρας που παρατηρεί ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης χωρίς ποτέ να αγγίζεται από αυτό.

 

Αυτή η παρουσία δεν έχει ιστορία. Δεν γεννήθηκε και δεν μπορεί να πεθάνει. Δεν συσσωρεύει εμπειρίες ούτε μεγαλώνει σε σοφία ούτε εξελίσσεται με τον χρόνο. Απλώς είναι, αιώνια και ολοκληρωμένα, η ίδια χθες, σήμερα και για πάντα. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την αμετάβλητη παρουσία, όλη η αλλαγή γίνεται δυνατή. Μέσα σε αυτό το αιώνιο τώρα, όλος ο χρόνος ξεδιπλώνεται. Μέσα σε αυτή την ακινησία, όλη η κίνηση αναδύεται.

 

Το να αναπαύεσαι σε αυτή την παρουσία είναι να ανακαλύπτεις αυτό που πάντα ήσουν, να επιστρέφεις σπίτι σε έναν τόπο που ποτέ πραγματικά δεν άφησες, να ξυπνάς από ένα όνειρο που ποτέ δεν πίστεψες πλήρως. Είναι το τέλος της αναζήτησης και η αρχή του απλού είναι. Είναι διαλογισμός χωρίς διαλογισμό, επίγνωση χωρίς κάποιον που γνωρίζει, παρουσία χωρίς κάποιον να είναι παρών.

 

Η Ιερή Πρόσκληση

 

Το μυστήριο επεκτείνει μια πρόσκληση σε κάθε ανθρώπινη ψυχή —όχι μια πρόσκληση που απαιτεί αποδοχή ή απόρριψη, γιατί τέτοια επιλογή ήδη υπονοεί διαχωρισμό, αλλά μια πρόσκληση που είναι πάντα ήδη αποδεκτή λόγω της ίδιας της ύπαρξης κάποιου. Το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόσκληση αλλά αν θα αναγνωρίσει ότι η ανταπόκριση ήδη συμβαίνει, πάντα συνέβαινε, σε κάθε αναπνοή, σε κάθε στιγμή επίγνωσης, σε κάθε φευγαλέα στιγμή του είναι.

 

Το να ζει κανείς με αυτή την αναγνώριση είναι να περπατά στον κόσμο ως ταυτόχρονα προσκυνητής και προορισμός, ως ταυτόχρονα αναζητητής και αναζητούμενος, ως ταυτόχρονα ερώτηση και απάντηση. Είναι να ανακαλύπτει ότι το ιερό δεν είναι ξεχωριστό από το συνηθισμένο, ότι η υπέρβαση δεν αντιτίθεται στην εμμένεια, ότι το άπειρο κατοικεί σε κάθε πεπερασμένη στιγμή.

 

Αυτό είναι το δώρο του διαλογισμού χωρίς μνήμη, η ευλογία της εμπειρίας χωρίς κατοχή, η χάρη της παρουσίας χωρίς παρελθόν. Δεν ζητά τίποτα από εμάς εκτός από το να είμαστε αυτό που ήδη είμαστε, να γνωρίζουμε αυτό που ήδη γνωρίζουμε, και να αναπαυόμαστε σε αυτό που ποτέ δεν μας άφησε. Και σε αυτή την απλή ανάπαυση, σε αυτή την βαθιά ευκολία, το μυστήριο αποκαλύπτεται —όχι ως κάτι άλλο από εμάς, αλλά ως η βαθύτερη φύση μας, πάντα παρούσα, για πάντα νέα, αιώνια ολοκληρωμένη.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~