CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Fivefold Wisdom

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / Fivefold Wisdom
1. The World Has Open Horizons: A Mystical Exploration

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Πενταπλή Σοφία

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Πενταπλή Σοφία
1. Ο Κόσμος Έχει Ανοιχτούς Ορίζοντες: Μια Μυστικιστική Εξερεύνηση

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 21 February, 2026

Sunday, March 25, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ): Οι "Γιορτές"

Το Αθηναϊκό ημερολόγιο

(Τα στοιχεία που παραθέτουμε παρακάτω είναι παρμένα από την εργασία του Άγγελου Λιβαθινού, «Το Ημερολόγιο των Αρχαίων Ελλήνων»)

Η Μαθηματική βάση τού Ελληνικού Ημερολογίου
Οι   Έλληνες   χώριζαν το έτος   σε 12 σεληνιακούς (συνοδικούς) μήνες  και, επειδή γνώριζαν, ότι  ο κάθε συνοδικός μήνας δεν είχε ακέραιο πλήθος ημερών ( 29  ½ ημέρες    περίπου  ),  έδιναν      στους  μήνες    διάρκεια  30 ημερών ( τέλειοι μήνες)  και 29 ημερών (κοίλοι μήνες) εναλλάξ ( κανένας μήνας δεν είχε 31 ή 28 ημέρες όπως σήμερα), και φρόντιζαν ώστε η πρώτη ημέρα εκάστου μηνός να   συμπίπτει,   κατά   το   δυνατόν,   με   την   Νέα   Σελήνη   (Νουμηνία).
Έτσι, όμως, το  (σεληνιακό ) έτος, δηλαδή  οι 12 σεληνιακοί μήνες, ισοδυναμούσε με άθροισμα 354  ημερών, δηλαδή  ήτανε μικρότερο  κατά 11 ¼  ημέρες από την πραγματική διάρκεια  τού (ηλιακού ) έτους.
Για να  καλύψουν αυτήν την διαφορά, προχώρησαν στην εξής διόρθωση: υπολόγισαν, ότι σε κάθε  οκτώ (8) σεληνιακά έτη προέκυπτε έλλειμμα  ενενήντα (90) ημερών, δηλαδή ένα έλλειμμα τριών (3) μηνών  των  30 ημερών έκαστος ( 11 ¼  Χ 8= 90 ). Γι΄ αυτό, στην διάρκεια των   οκτώ   (σεληνιακών ) ετών, παρενέβαλλαν  τρείς (3) εμβόλιμους μήνες:
 - έναν στην διάρκεια τού τρίτου έτους,
- δεύτερο  στην διάρκεια τού πέμπτου έτους
-και τρίτο  στην διάρκεια τού  όγδοου έτους (πλήρης οκτωχρονιά, εννεαετηρίς).
Ο μήνας αυτός, συνήθως, έμπαινε εμβόλιμος αμέσως μετά τον μήνα Ποσειδαιώνα (περίπου, 16 Δεκεμβρίου - 15 Ιανουαρίου), και ονομαζότανε: Ποσειδαιών Β΄.
Έτσι, μέσα σε  8 ηλιακά έτη, προέκυπτε εξίσωση τού χρόνου  μεταξύ των  8 σεληνιακών ετών και των 8 ηλιακών ετών!
Με αυτόν τον τρόπο οι  Αρχαίοι Έλληνες  δημιούργησαν το δικό τους     ημερολόγιο, το οποίο, επειδή στηριζότανε  κατά κύριο λόγο  στους σεληνιακούς (συνοδικούς ) μήνες  και διορθωτικά  στο ηλιακό έτος , λέγεται           σεληνοηλιακό  ημερολόγιο (υπάρχει  και το ηλιακό ημερολόγιο,  καθώς και το γνησίως σεληνιακό ημερολόγιο).
Το Αττικό Σεληνοηλιακό Ημερολόγιο
Στην Αρχαία Ελλάδα  κάθε Πόλις – Κράτος  είχε το δικό της ημερολόγιο, δηλαδή είχε τις δικές της ονομασίες   στους   12 μήνες   τού έτους, και είχε τις δικές της γιορτές   κατά την διάρκεια κάθε μήνα.  Η δομή, όμως, όλων των ημερολογίων  στην Ελλάδα  ήταν  ίδια. Οι περισσότερες Πόλεις είχαν υιοθετήσει το Αττικό  ημερολόγιο, στο οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω.
Ο πρώτος μήνας τού έτους  άρχιζε το καλοκαίρι, μετά το θερινό Ηλιοστάσιο, και συγκεκριμένα περίπου την αντίστοιχη σημερινή 16η   Ιουλίου, και είχε 30 ημέρες.
Καθώς στην Αρχαία Ελλάδα η έννοια της Εβδομάδας  ήταν άγνωστη, χώριζαν τον κάθε μήνα σε τρία  δεκαήμερα ( ή δύο δεκαήμερα και ένα εννεαήμερο):
1ο    δεκαήμερο: λεγόταν  μήν ιστάμενος, ή μήν αρχόμενος, ή μήν εισιών.
2ο   δεκαήμερο:  λεγόταν μήν μεσών
3ο   δεκαήμερο: λεγόταν  μήν  φθίνων, ή μήν απιών..
Η εκφώνηση  των  ημερών  του μήνα γίνονταν ως εξής : «εβδόμη αρχομένου» (= 7η τού συγκεκριμένου   μηνός ), «δωδεκάτη  μεσούντος» (= 12η   τού μηνός ), «23η   φθίνοντος» (= 23η   τού μηνός). Κάποιες φορές, οι μέρες του 3ου δεκαημέρου εκφωνούνταν οπισθοβατικώς (ανάποδα): «δεκάτη  απιόντος» (=10η  από τού τέλους τού  μηνός, δηλαδή  20ή  τού μηνός ).
Η ημέρα, δηλαδή το ημερονύκτιο, αρχίζει και τελειώνει με την δύση τού Ηλίου.
Το επίσημο  πολιτικό  και θρησκευτικό  Αττικό Ημερολόγιο  είχε τους παρακάτω 12 μήνες ( για σωστή   ανάγνωση   όλοι   οι   μήνες   τονίζονται   στην λήγουσα   και   είναι αρσενικού γένους).
1ος : ΕΚΑΤΟΜΒΑΙΩΝ  (διάστημα  περίπου 16 Ιουλίου - 15 Αυγούστου, ημέρες 30)
Ο 1ος   μήνας τού πολιτικού και θρησκευτικού έτους στην Αττική.  Η ονομασία του μήνα  αυτού προέρχεται  από την Εκατόμβη, η οποία σημαίνει  την  θυσία 100 βοδιών  ή κάθε δημόσια θυσία ισάξια μ’ αυτήν.
Στην Ακρόπολη, μπροστά στον  παλαιό ναό της Αθηνάς (προστάτιδας της Πόλης), κατά την γιορτή των   Παναθηναίων, θυσίαζαν   όσες αγελάδες χρειάζονταν για να  σιτισθούν όλοι  οι κάτοικοι της Πόλης. Τα Παναθήναια ήταν  μια μεγάλη γιορτή, που πραγματοποιούνταν  προς τιμήν της Θεάς Αθηνάς, στο τέλος του μήνα  και κάθε 4  έτη. Παλιότερα, ο μήνας αυτός ονομάζονταν  Κρονίων, από το όνομα τού θεού Κρόνου. Τότε, εόρταζαν τα Κρόνια, γιορτή προς τιμήν τού   Κρόνου, Πατέρα των θεών. Η γιορτή αυτή  εύρισκε μαζί κυρίους και δούλους  σε ένα  ξεφάντωμα χαράς και συμποσίων. Άλλη γιορτή  κατά τον μήνα Εκατομβαιώνα ήταν τα Συνοίκια , στις «16  μεσούντος μηνός».
2ος : ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ  (διάστημα  περίπου  16 Αυγούστου-15 Σεπτεμβρίο, ημέρες 29)
Κατά  τον  Πλούταρχο,  ο  μήνας  αυτός  ονομάσθηκε  έτσι,  επειδή  κατά  το  διάστημα  αυτό    οι άνθρωποι μετοικούσαν, άλλαζαν δηλαδή κατοικία, άρα και γείτονες.   Κατ’ αυτόν τον μήνα πραγματοποιούνταν μια μικρή σχετικά  γιορτή, τα  Μεταγείτνια, με  γυμνικούς αθλητικούς αγώνες. Ο μήνας αυτός σήμαινε και το τέλος  τού  υποχρεωτικού στρατιωτικού έτους .
3ος: ΒΟΗΔΡΟΜΙΩΝ (διάστημα περίπου:16  Σεπτεμβρίου – 15 Οκτωβρίου, ημέρες 30)
Η λέξη   βοηδρόμος σημαίνει τον σπεύδοντα προς βοήθεια  (βοή + δρόμος ).  Στις 6 και 7 του μήνα («6 και 7  αρχομένου») τελούνταν τα Βοηδρόμια, γιορτή  σε ανάμνηση της βοήθειας τού θεού Απόλλωνα προς  τον Θησέα, στον πόλεμο που έκαμε κατά των Αμαζόνων.  Μετά από λίγες ημέρες τελούνταν τα   πολύ γνωστά   Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια   (15-23 τού μηνός), προς τιμήν της Δήμητρας , θεάς της Γεωργίας.
4ος:   ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ  (διάστημα περίπου : 16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου , ημέρες 29)
Ο τέταρτος μήνας  τού Αττικού Ημερολογίου. Η λέξη Πυανεψιών είναι σύνθετη  (πύανος = κουκί, έψω=βράζω), προήλθε δε  από ένα  έδεσμα ( φαγητό), που συνηθιζότανε κατά την περίοδο αυτή και  αποτελούνταν  από    βρασμένους  κυάμους  (κουκιά)  ή,  σύμφωνα  με  άλλην  εκδοχή,  από αποφλοιωμένο  κριθάρι και όσπρια.
Ο μήνας  Πυανεψιών   είχε τις περισσότερες γιορτές:
α) Τα Πυανέψια , στις  7 τού μήνα, προς τιμήν τού Απόλλωνα, για την προστασία των σπαρτών. Στην γιορτή  αυτήν πραγματοποιούνταν αρκετές τελετές  με αρχαία προέλευση:  πρόσφεραν στον θεό  ένα πιάτο με κουκιά (πυάνους) και πολλά άλλα χόρτα, αναμεμιγμένα με αλεύρι και στάρι.
β) Τα  Οσχοφόρια (Όσχος =  νέον κλήμα αμπέλου ), γιορτή προς τιμήν τού Θεού  Διονύσου.  Έφηβοι    σε    χορό,  που  οδηγούσαν  δύο  από αυτούς, αμφιθαλείς (που είχαν, δηλαδή, στην ζωή και τους δύο γονείς τους),   έφερναν κλαδιά από αμπέλι, φορτωμένα με σταφύλια. Ακολουθούσαν  χοροί και αγώνες δρόμου μεταξύ των εφήβων.
γ)  Τα  Θεσμοφόρια, (στις 11, 12, και 13  του μήνα), γιορτή προς τιμήν της  Δήμητρας, θεάς της Γεωργίας, που φροντίζει για την γονιμότητα  των σπαρτών και των γυναικών. Η λέξη Θεσμοφόρος  ( θεσμός +φέρω)   σημαίνει αυτόν, που φέρει (ορίζει) θεσμούς και νομοθεσίες. Τα Θεσμοφόρια   ήταν   γιορτή   μόνον των παντρεμένων γυναικών (απαγορεύονταν η συμμετοχή στους άνδρες, στις ανύπανδρες   γυναίκες   και στις εταίρες). Οι γυναίκες  ετοιμάζονταν για την συμμετοχή τους στην γιορτή , απέχοντας  για μερικές ημέρες από κάθε σεξουαλική σχέση.   Κατά τις μέρες της γιορτής γυναικοκρατούνταν  η δραστηριότητα και λειτουργία της Αττικής Κοινωνίας. Εμπνευσμένη από την γιορτή αυτή είναι η γνωστή Κωμωδία  τού Αριστοφάνη  «Θεσμοφοριάζουσες», όπου με σκωπτικό τρόπο  εξιστορούνταν τα δρώμενα στη Αρχαία Αθήνα.
δ)  Τα  Απατούρια ( πιθανώς εκ τού : απάτωρ = ορφανός), πολιτική γιορτή  των  φατριών (οικογενειακών δένδρων), διαρκείας τριών ημερών, κατά την οποία οι Αθηναίοι πολίτες,  έκαναν θυσίες  και  συμπόσια κατά τις δύο πρώτες μέρες, ενώ κατά την τρίτη και τελευταία μέρα (που λέγονταν  Κουρεώτις) οι  αρχηγοί των οικογενειών  παρουσίαζαν στα υπόλοιπα μέλη της φατρίας τα νόμιμα παιδιά  τους, που γεννήθηκαν  στο έτος αυτό, για να τα  γράψουν  εν  συνεχεία  στους καταλόγους  των πολιτών.
ε)   Τα  Χαλκεία , γιορτή προς τιμήν της Αθηνάς (Εργάνης), προστάτιδας των τεχνιτών, και τού θεού Ήφαιστου, προστάτη των σιδηρουργών. Η  γιορτή γίνονταν την τελευταία ημέρα του μήνα (29η). 
5ος : ΜΑΙΜΑΚΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Νοεμβρίου-15 Δεκεμβρίου, ημέρες 30)
Την περίοδο αυτή γιορτάζονταν  ο « Ζεύς  Μαιμάκτης».  Η λέξη Μαιμάκτης  προέρχεται ίσως από το ρήμα «μαιμάσσω » , που σημαίνει: επιθυμώ πολύ (με πάθος) κάτι ή κάποιον, δηλαδή ποθώ.
6ος: ΠΟΣΕΙΔΑΙΩΝ  (διάστημα περίπου: 16 Δεκεμβρίου -15 Ιανουαρίου, ημέρες 29)
Η ετυμολογία της λέξης είναι αμφιλεγόμενη. Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται  από το  όνομα τού Θεού Ποσειδώνα, ενώ κατ’ άλλους έχει την ίδια ρίζα με το επίθετο πόσιμος (δηλαδή, αυτό που μπορεί να πιεί κάποιος, δηλαδή τον οίνο).
Κατά τον μήνα αυτόν πραγματοποιούνταν  οι εξής  γιορτές :
α) Τα  Αλώα (: η  άλως= το αλώνι  ή το καλλιεργημένο  χωράφι ).  Γιορτή  προς τιμήν της Δήμητρας, για να προστατεύσει την βλάστηση (όπως τα  Θεσμοφόρια, για την προστασία της σποράς). Προσφέρονταν θυσίες  στην θεά  Δήμητρα  και στην κόρη της,  Περσεφόνη.  Δεν επιτρέπονταν, οι  άνδρες να  λάβουν μέρος  στα  Αλώα (εκτός  από μερικούς άρχοντες, που επέβλεπαν τις τελετές). Ελεύθερη ήταν όμως η συμμετοχή   για τις εταίρες (η συμμετοχή των οποίων απαγορεύονταν στα  Θεσμοφόρια).
β) Τα  κατ’  αγρούς  Διονύσια (ή   Μικρά  Διονύσια), σε διάκριση  από τα  κατ’ Άστυ  (ή εν Άστει ) Διονύσια, γιορτή προς τιμήν του Θεού  Διονύσου. Μια αγροτική πομπή  μετέφερε ένα κάνιστρο (κανηφόροι)   και πίσω της ακολουθούσε μια άλλη πομπή   μεταφέροντας ένα φαλλό (φαλλοφόρια). Ακολουθούσαν  λαϊκές  διασκεδάσεις, χοροί, τραγούδια,  πειράγματα κλπ.   
Από την αρχή τού 5ου αι. οι πλούσιοι  Δήμοι, παράλληλα με αυτές τις εκδηλώσεις, διοργάνωναν  και δραματικές παραστάσεις.
7ος: ΓΑΜΗΛΙΩΝ  (διάστημα περίπου:  16 Ιανουαρίου–15 Φεβρουαρίου, ημέρες 30)
Ο μήνας, κατά τον οποίον τελούνταν συνήθως οι γάμοι. Κατ’ αυτόν τελούνταν οι εξής γιορτές:
α) Τα Γαμήλια   (ή Θεογάμια), γιορτή αφιερωμένη στις θεότητες, που προστάτευαν τον γάμο: Δία, Ήρα, Αφροδίτη, Αρτέμιδα, Πειθώ .
β) Τα Λήναια, γιορτή της οποίας το όνομα οφείλονταν σε τοπωνύμιο περιοχής της Αθήνας, με το όνομα «Λήναιον», και αφιερωμένη  στον Βάκχο ( Διόνυσο ).  Κατά την γιορτή αυτή  τελούνταν μια οργιαστική εκδήλωση   των Ληνών (Ληναί  =  άλλο όνομα των Μαινάδων, γυναικών, που τις καταλαμβάνει βακχική «μανία»).  Αυτές  οι  γυναίκες  χόρευαν,  αναμαλλιασμένες  και σε έκδηλη  έκσταση, διάφορους  χορούς στην ιερή θέση Λήναιον.
Ακόμα πραγματοποιούνταν  δραματικές και λυρικές θεατρικές παραστάσεις, μια και ο Βάκχος ήτο ο Θεός τού Διθυράμβου. Στα Λήναια  είχε  παρουσιάσει  ο Αριστοφάνης τα γνωστά έργα του: Αχαρνείς , Ιππείς , Σφήκες .
8ος: ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Φεβρουαρίου–15 Μαρτίου,  ημέρες 29 )
Η ετυμολογία της λέξης Ανθεστηριών είναι αμφιλεγόμενη . Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται  από το  ρήμα «ανθεστιώ», που σημαίνει «ανταποδίδω φιλοξενία»… Κατά τον Παναγή Λεκατσά το όνομα βγαίνει από το «ανθέω», (όπως φαίνεται από το παράλληλο «ανθεστηριάδες», αυτές που είναι ώριμες να παντρευτούν)… Για τον Νίλσσον Ανθεστήρια είναι η «γιορτή των λουλουδιών»…
 Κατά τον μήνα αυτόν τελούνταν οι εξής γιορτές :
α)  Τα  Ανθεστήρια, τριήμερη γιορτή (11, 12, και 13 του μήνα) προς τιμήν τού Βάκχου. Την πρώτη μέρα, που λέγονταν Πιθοιγία, άνοιγαν τους πίθους, όπου φύλαγαν τον οίνο. Την δεύτερη μέρα που λέγονταν Χόες γίνονταν διαγωνισμοί  ανάμεσα σε πότες οίνου. Η τρίτη μέρα της γιορτής, που είχε την ονομασία Χύτροι, ήταν αφιερωμένη  στους νεκρούς και  στους ετοιμοθάνατους.  Πίστευαν ότι, με το τέλος των Ανθεστηρίων, έφευγαν μαζί και τα κακά πνεύματα, και γι’ αυτό φώναζαν: «θύραζε Κήρες, ουκ έτ’ Ανθεστήρια » (= έξω από την θύρα φύγετε, Κήρες – Δυνάμεις του θανάτου -. τα Ανθεστήρια – δηλαδή η φιλοξενία-τελείωσαν !).
β) Τα  Χλοία, γιορτή της  Δήμητρας.
γ) Τα Διάσια, προς τιμήν τού Διός.
9ος:  ΕΛΑΦΗΒΟΛΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Μαρτίου–15Απριλίου, ημέρες 30)
Ετυμολογικά  η ονομασία Ελαφηβολιών  προέρχεται από το ουσιαστικό Ελαφηβόλια (έλαφος+βάλλω), γιορτή προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδας (προστάτιδας τού κυνηγίου ).
Τα Μεγάλα  Διονύσια (ή αλλιώς : τα εν  Άστει  ή κατ΄ Άστυ Διονύσια,  προς διάκριση από τα « κατ΄αγρούς Διονύσια ») ήταν η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαιότητας (και θα την αναλύσουμε αλλού).
Τα  Ελαφηβόλια, άλλη ονομασία για τα Μεγάλα  Διονύσια ήταν η δεύτερη θεατρική περίοδος, μετά τα Λήναια, και προσήλκυαν πολλούς ξένους. Διαρκούσαν πέντε μέρες, στην διάρκεια των οποίων  παρουσιάζονταν στην Αθήνα διάφορα θεατρικά έργα σε διαγωνισμό. Στις 9 του μήνα παρουσίαζαν τους Διθυράμβους, στις 10 του μήνα τις Κωμωδίες, και, από τις 11 μέχρι τις  13 τού μήνα, τις Τριλογίες (Τραγωδίες).
Μόνο κατά τον μήνα αυτόν  επέτρεπε η θεά Άρτεμις  το κυνήγι του ελαφιού .
10ος: ΜΟΥΝΥΧΙΩΝ (διάστημα περίπου:  16 Απριλίου–15 Μαΐου, ημέρες 29)
Η ονομασία Μουνυχιών προέρχεται από την Μουνυχία, το όνομα δηλαδή τού λιμανιού μεταξύ του Πειραιά και  του Φαλήρου  (ο κόλπος της Μουνυχίας, το λιμάνι της Μουνυχίας, το επιλεγόμενο  επί Τουρκοκρατίας και «Τουρκολίμανο» ).
Κατά τον μήνα αυτόν τελούνταν γιορτή προς τιμήν της  θεάς Αρτέμιδας, ναός της οποίας  υπήρχε στην Μουνυχία, όπου και λατρευόταν.
11ος: ΘΑΡΓΗΛΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Μαΐου–15 Ιουνίου, ημέρες 30 )
Κατά τον μήνα αυτόν πραγματοποιούνταν ο θερισμός.
Στις αρχές του μήνα γίνονταν εκδηλώσεις- γιορτές, τα Θαργήλια, προς τιμήν τού Απόλλωνα. Την πρώτη μέρα των γιορτών (6η αρχομένου μηνός ) η πόλη καθαριζόταν με την τελετή Φαρμακοί. Κατ’ αυτήν δύο άνθρωποι, διέσχιζαν τρέχοντας τους δρόμους της πόλης, ενώ οι περαστικοί  τούς κυνηγούσαν και τούς κτυπούσαν με σκιλλοκρέμμυδα (σκίλλα)  και με κλαδιά συκιάς για να τους διώξουν από την πόλη, δείγμα της επιθυμίας τους να απομακρύνουν μαζί με αυτούς τα μιάσματα  που είχαν εισχωρήσει στην πόλη. Την δεύτερη μέρα των γιορτών (στις 7 τού μηνός)  πρόσφεραν στον Απόλλωνα τον  «Θάργηλον άρτον»,  δηλαδή  άρτο από    τα  πρώτα στάχυα, που έκοβαν πριν από τον θερισμό, ο οποίος θα ακολουθούσε σε λίγες μέρες.
Στις 25  του μήνα γιόρταζαν τα  Ιερά πλυντήρια, τελετή κατά την οποίαν μετέφεραν το ξύλινο άγαλμα (ξόανον) της Αθηνάς μαζί με το πέπλο  του χρυσελεφάντινου αγάλματος  στο Φάληρο, τα έριχναν στην θάλασσα  για να πλυθούν και να καθαρθούν, πρόσφεραν δε στην θεά γλυκά από σύκα.
Οι γιορτές, δηλαδή, κατά τον μήνα Θαργηλιώνα, αποσκοπούσαν στον     εν γένει εξαγνισμό της πόλης, προ της συγκομιδής των καρπών.
12ος : ΣΚΙΡΟΦΟΡΙΩΝ (διάστημα περίπου:  16 Ιουνίου–15 Ιουλίου, ημέρες 29)
Οι κύριες γιορτές κατά τον μήνα αυτόν ήταν :
α)  Τα Σκιροφόρια:  γιορτή προς τιμήν  της Αθηνάς. Το λευκό υφαντό πέπλο της θεάς Αθηνάς  το ονόμαζαν σκίρον. Το σκίρον, το οποίο είχαν πλύνει κατά τον προηγούμενο μήνα, το  μετέφεραν τεντωμένο πάνω  από το κεφάλι τους  οι Ιέρειες της Αθηνάς (Αρρηφόροι ) και το  πήγαιναν στην περιοχή  «Σκίρον» (Κακιά σκάλα, Σκιρωνίδες πέτρες),  από όπου εν συνεχεία  το  επέστρεφαν στην Ακρόπολη .
β) Τα Διπόλια ή Διπόλεια (=Διΐ + πόλις), γιορτή προς τιμήν τού Διός  με ιππικές επιδείξεις.
γ) Τα Βουφόνια,  η τελευταία γιορτή τού  έτους, αφιερωμένη στον Δία, Πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Κατά την γιορτή αυτήν θυσίαζαν  βόδια στον Δία (Βουφόνος = βούς + φόνος).
Η χρονολόγηση τών ιστορικών γεγονότων στην Αρχαία Ελλάδα:
Η χρονολόγηση των ιστορικών γεγονότων, αρχικά, δεν ήταν ενιαία στην Αρχαία Ελλάδα. Κάθε Πόλις-Κράτος είχε τον δικό της τρόπο να τοποθετεί χρονικά ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός. Για τον σκοπό αυτόν, πολλές φορές έχουν χρησιμοποιηθεί και σημαντικά αστρονομικά γεγονότα, όπως οι εκλείψεις τού Ηλίου.
Στην Αρχαία Αθήνα, αρχικά, χρονολογούσαν με ενιαίο τρόπο τα ιστορικά γεγονότα με βάση τον  Κατάλογο  των  Επωνύμων  Αρχόντων.  Έτσι,  για  παράδειγμα,  αναφέρεται,  ότι  ο Πεισίστρατος έγινε Τύραννος των Αθηνών επί Άρχοντος Κωμέου. Αυτή η αναφορά, με την βοήθεια και άλλων πληροφοριών, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι αυτό το σημαντικό ιστορικό γεγονός έλαβε χώρα στην Αθήνα το έτος 560 π.Χ., κατά την χριστιανική χρονολόγηση.
Αργότερα, ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, το   οποίο, εκ των πραγμάτων, αποδέχθηκαν όλοι οι Έλληνες στην Αρχαία Ελλάδα ως χρονικό σημείο αναφοράς  για την χρονολόγηση των  ιστορικών γεγονότων, ήταν  η πρώτη  γραπτή  χρονική αναφορά για την πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ολυμπία με την ευθύνη τού Κράτους της Ήλιδος. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που τελούνταν στην Ολυμπία προς τιμήν τού Διός, πατέρα των θεών, άρχισαν, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, πολύ πριν από τον 8ο αιώνα π.Χ., και ιδρυτής τους στην  Μυθολογία  αναφέρεται  ο  Ηρακλής.  Αλλά  η  πρώτη  γραπτή  καταχώριση    Ολυμπιακών Αγώνων έγινε  για τους Αγώνες τού έτους 776 π.Χ. Η καταγραφή έγινε τον 5ο  αιώνα π.Χ., από τον Σοφιστή, Ιππία τον Ηλείο, ο οποίος πρώτος συνέταξε κατάλογο των νικητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί καταγράφεται ως πρώτος Ολυμπιονίκης ο Ηλείος δρομέας Κόροιβος.
Οι  Ολυμπιακοί  Αγώνες, πραγματοποιούνταν  κάθε  4  έτη, και για την ακρίβεια κάθε 49 ή 50 μήνες εναλλάξ, δεδομένου ότι, όπως είπαμε  παραπάνω, μία πλήρης  οκτωχρονιά ( εννεαετηρίς ) είχε  99 μήνες ( 8Χ12 =96  μήνες και 3 εμβόλιμους  μήνες =99 μήνες =49+50).
Ο μήνας  τού Κράτους τής Ήλιδος, κατά τον οποίον  ετελούντο  οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ήταν  την μία  φορά ο μήνας Μεταγειτνιών  (Απολλώνιος) , και την επόμενη φορά ο  μήνας Βοηδρομιών (Παρθένιος). Με άλλα λόγια, οι Αγώνες  τελούνταν το Καλοκαίρι  προς το Φθινόπωρο (Αύγουστος–Σεπτέμβριος).


Οι Γιορτές

Το Άχρονο, η Αιωνιότητα, είναι ο Χώρος μέσα στον Οποίο συμβαίνουν όλα, συμβαίνουν τα θεϊκά γεγονότα, η «δημιουργία», ο κοσμικός κύκλος, η ετήσια ανανέωση της φύσης, ή άλλα σημαντικά (για τους ανθρώπους) γεγονότα…
Γιορτές για την «γέννηση» του Δημιουργού Θεού (του Ζαγρέα), για την «δημιουργία» (που εντάσσονται στον κύκλο των «Διονυσιακών γιορτών»), για το πέρασμα της ψυχής από τον φωτεινό κόσμο του υπερπέραν στον υλικό κόσμο…  κι ακόμα γιορτές που αναφέρονται σε γεγονότα που σχετίζονται με την επιβίωση της κοινότητας, του ανθρώπου, του καθενός… καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς και υιοθετήθηκαν στα χρόνια της Δημοκρατίας…
Τέτοιες γιορτές είτε τελούνταν από λίγους, σχεδόν μυστικά (στα πλαίσια της λειτουργίας ονομαστών θρησκευτικών κέντρων, όπως οι Δελφοί…), είτε τελούνταν από την κοινότητα, (όπως τα Μικρά Διονύσια), ή ακόμα με την εποπτεία του δήμου, ή της Πόλης, (όπως τα Λήναια, τα Ανθεστήρια, τα Μεγάλα Διονύσια…)…
Γιορτές γίνονταν όχι μόνο προς τιμήν του Διονύσου, αλλά και άλλων θεϊκών δυνάμεων…


Η Θυσία του Θεού κι οι θυσίες των ανθρώπων

(Προκοσμική Θυσία, Κοσμική ή Γονιμοποιός Θυσία, Τελετουργική ωμοφαγία, Μετάληψη οίνου)

Η «Θυσία», στην πανάρχαια θρησκευτική σημασία της, είναι γενικά η «στέρηση του δικού μας» χάριν του «άλλου», η «προσφορά» υπέρ του άλλου.
Η Πρωταρχική Θυσία (το «Αρχέτυπο» της Θυσίας) είναι η Θυσία του Θεού, που έφερε σε ύπαρξη την δημιουργία και τα όντα. Από την Ουσία του ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο… Ενώ όμως η Ουσία του Θεού προσφέρεται «Θυσία» για να δημιουργηθεί ο κόσμος, την ίδια στιγμή Αυτή η Ουσία (εξαιτίας της «Φύσης» της) Διατηρείται και Αποκαθίσταται χωρίς δηλαδή να Αλλοιώνεται, Προσφέρεται χωρίς να «Μειώνεται» ή να «Εξαντλείται». Είναι το «Είναι» που δημιουργεί τα πάντα, που παραμένει «Ακέραιο Είναι», Διακρίνεται από όλα, αλλά τα αγκαλιάζει και τα στηρίζει (τους δίνει ουσία), από Αυτό πηγάζουν και σε Αυτό στηρίζονται όλα τα «επιμέρους είναι»…
Έτσι στο «Μύθο» του Ζαγρέα μολονότι ο Ζαγρέας «διασπαράσσεται» από τους Τιτάνες (τις δυνάμεις της πολλαπλότητας) ταυτόχρονα η «καρδιά» του (δηλαδή η «Ουσία» του η «ύπαρξή» του) «διασώζεται», κι ο Ζαγρέας «Ξαναγεννιέται»… Καταλαβαίνουμε ποιο είναι το νόημα του «Μύθου»…
Με αυτή την Πρωταρχική Θυσία «συνδέεται» συμβολικά, σε άλλο κοσμικό επίπεδο (αυτό του ξεδιπλώματος της δημιουργίας), η Κοσμική (στην Αρχή της δημιουργίας) κι Ετήσια Θυσία του Διονύσου, σαν Πνεύματος της Φύσης, Γεννουσιουργού, και Γονιμοποιού Θεϊκής Δύναμης, (της «γέννησης», της «βλάστησης», της «ζωής», κλπ…)… Το κατ’ εξοχήν σύμβολο (ζώο) του Διονύσου είναι ο «ταύρος» (εξ’ αιτίας της γονιμοποιού δύναμής του), αλλά και η νεβρίδα (μικρό ελάφι), και (στην βλαστική όψη του) ο κισσός και η άγρια άμπελος, και ο οίνος (αίμα της αμπέλου)… Ο Διόνυσος Θυσιάζεται σε Κοσμική και Ετήσια βάση για να «Ζωογονήσει» την «φύση»… Η «θυσία του ταύρου» (ή άλλου ζώου), κι η «φυτική» θυσία του κισσού σχετίζεται άμεσα με την κοσμογονική (κι ετήσια) θυσία..
Οι τελετές της «ωμοφαγίας» από τις μαινάδες στον Παρνασσό, κι αλλού, σαν «μιμήσεις» της ετήσιας θυσίας, εντάσσονται στον λατρευτικό κύκλο (σε ένα κατώτερο επίπεδο)… το ίδιο και οι τελετές των γυναικών στα Λήναια, (στην Αθήνα κι αλλού)…
Με την ίδια κοσμική (κι ετήσια) θυσία σχετίζονται ακόμα (σε ένα εξωτερικό επίπεδο) κι οι «γιορτές του κρασιού» (η μετάληψη του οίνου, στις διάφορες γιορτές, στα Ανθεστήρια, αλλά και σε άλλες γιορτές…
Όλες αυτές οι Θυσίες (που ανάγονται στην Αρχέτυπη Θυσία), είναι του Θεού, αναφέρονται στο Θεό, στην Θυσία του Θεού… κι είναι ιδιαίτερα ιερές… Τα αρχαιοελληνικά «όργια» είναι τα ιερά έργα, οι ιερουργίες… Χάρις στους χριστιανούς και στη κατασυκοφάντηση της αρχαίας θρησκείας, η λέξη «όργια» πήρε μία αντίθετη αρνητική σημασία.. Τα «αρχαίο όργια» όμως, όλοι το γνωρίζουν, (κι ας συνεχίζουν κάποιοι να ψεύδονται συνειδητά, ακόμα και σήμερα) ήταν «ιερές πράξεις»…
Εκτός όμως από αυτά τα είδη της «θυσίας» (του Θεού) υπήρχαν και θυσίες που προσφέρονταν από την μεριά των ανθρώπων..
Η πιο ιερή θυσία του ανθρώπου είναι η «προσευχή»… Τι είναι στην ουσία της η «προσευχή»; Είναι η θυσία του «οικείου χώρου» (του κόσμου), η «αποξένωση» του ανθρώπου από τον κόσμο, και η ανύψωσή του νοερά στον ιερό χώρο του Θεού (στον Υπέρκοσμο, πέραν του κόσμου). Αυτό σημαίνει απόσυρση της προσοχής από το εξωτερικό περιβάλλον, ησυχία των αισθήσεων, εσωτερική συγκέντρωση στο Θεό (με απομόνωση από τον εξωτερικό κόσμο), νοερή ανύψωση στο άλλο (ανώτερο) υπαρξιακό επίπεδο (του Θεού)… Βέβαια δεν κατανοούν όλοι οι άνθρωποι την «προσευχή» με αυτόν τον τρόπο και δεν την εφαρμόζουν έτσι… αλλά αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο, και το νόημα, και η σημασία, της «προσευχής»…
Η «προσευχή» μπορεί να είναι «προσευχή της κοινότητας» και τότε «αναδύεται» σε «Ύμνο» (ο Διθύραμβος προς τιμήν του Διονύσου, ο Παιάνας προς τιμήν του Απόλλωνα, η απλά ο «Ύμνος» προς τιμήν του θεού)… και κατ’ επέκταση το «ιερό δράμα», «μίμηση ιερών γεγονότων» (και όχι μόνο)… κι από εδω γεννιέται το «θέατρο»…
Η «προσευχή» μπορεί να είναι ατομική και τότε καθίσταται «περισυλλογή», εσωτερική συγκέντρωση, εσωτερική προσοχή, και εσωτερική μεταμόρφωση (διεύρυνση της συνείδησης κι άνοδος σε ανώτερα υπαρξιακά επίπεδα)…
Εκτός όμως από την «προσευχή» (την πνευματική θυσία) γίνονταν κι άλλες προσφορές (συμβολικές, μαγικοθρησκευτικές, ή από ευγνωμοσύνη) στον Θεό και στις θεϊκές δυνάμεις (Θείες Όψεις, Θεότητες…), προσφορές καρπών, αντικειμένων, κλπ… τέτοιες προσφορές γίνονταν σε όλες τις Θείες Όψεις, θεότητες, και στον Διόνυσο, και στον Απόλλωνα, και στην Άρτεμι,  και στην Δήμητρα, και  σε άλλους…
Από την Αρχαιοελληνική Θυσία, που λειτουργεί σε πολλά υπαρξιακά επίπεδα (την Προκοσμική Θυσία, την Γενεσιουργό Θυσία, τις τελετές ωμοφαγίας, την μετάληψη του οίνου…), οι χριστιανοί πήραν («έκλεψαν», «μιμήθηκαν»…) την δική τους «Θυσία» στο μυστήριο της «θείας κοινωνίας», την «θεία μετάληψη, την μετάληψη του «σώματος και του αίματος» του Χριστού… Η διαφορά είναι ότι, ενώ στα Αρχαία Μυστήρια (Θυσίες, μυήσεις, τελετές, γιορτές, κλπ…) ο άνθρωπος οδηγείται στον Θεό (στην Ομοίωση με τον Θεό) με εσωτερική μεταμόρφωση (που αποτυπώνουν και περιγράφουν οι διάφορες Μυητικές Βαθμίδες των Μυστηρίων), οι χριστιανοί, (στο μεγαλύτερο μέρος τους), πιστεύουν, ακόμα και σήμερα, ότι μπορούν (χωρίς εσωτερική πνευματική προσπάθεια αλλά) μόνο με μία εξωτερική τελετή και πράξη, την μετάληψη του καθαγιασμένου άρτου και οίνου, (εντελώς μαγικά), να σωθούν… Τέτοια τυφλότητα (παραγνώριση της αντικειμενικής πραγματικότητας), τέτοια υποκρισία (να θέλουν να σωθούν χωρίς εσωτερική αλλαγή), και τέτοια ανοησία (να πιστεύουν πως μαγικά, με εξωτερικές πράξεις, μπορούν να σωθούν), δεν είναι κατανοητή. Πρέπει να είναι κάποιος ηλίθιος για να πιστεύει τέτοια πράγματα…
Από την Αρχαία Προσευχή (αλλά και τις εβραϊκές καταβολές τους), οι χριστιανοί πήραν την δημόσια προσευχή… Η ατομική προσευχή (όπως ασκήθηκε από τους μυστικούς πατέρες, τους νηπτικούς, η «νοερά προσευχή» προέρχεται από την «ελληνική παράδοση», της «περισυλλογής»…)…


Η αμφισημία της Φύσης

Ενώ σύμφωνα με την Βασική Διδασκαλία του Ορφισμού, και των Αρχαίων Ελλήνων (φιλοσόφων, και μη) η Φύση είναι Μία Ενιαία Πραγματικότητα, και τα περιλαμβάνει όλα… κι είναι κι η δική μας «φύση»… ταυτόχρονα αυτή η Αληθινή Φύση υποκρύπτεται κάτω από το ανθρώπινο «προσωπείο»…
Ενώ η Αληθινή Φύση είναι η Ουσία της Ύπαρξής μας, ταυτόχρονα είναι δύσκολο να αποκαλυφτεί…
Ενώ η Φύση μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, ταυτόχρονα το αγνοούμε, και νομίζουμε άλλα πράγματα…
Αυτό δεν οφείλεται στην Ίδια την Φύση, ή σε κάποια εγγενή ατέλεια… οφείλεται στην δική μας επιλογή, να τραβήξουμε τον δρόμο της ατομικής ύπαρξης, της προσωπικής δραστηριότητας…
Αν ο Βάκχος δίνει την μανία της ατομικής βούλησης και της προσωπικής επιλογής, παραχωρώντας έτσι, στον Χώρο της Δυνατότητας, την δυνατότητα οποιασδήποτε επιλογής, ταυτόχρονα είναι ο Ίδιος (Θεός) που μπορεί να μας οδηγήσει πέρα από το «προσωπείο» στο Αληθινό Πρόσωπο του Θεού μέσα μας, στην Ενότητα του Όντος, στην Θεότητα…


Ο Θεός κι η πολλαπλότητα

Κατά το Πρότυπο της Προκοσμικής Θυσίας (Διασπαραγμός) του Ζαγρέα, που θα γεννήσει την δημιουργία, είναι η Κοσμική Θυσία του Διονύσου (σαν Πνεύματος της Φύσης), με την μορφή του ταύρου (αν και όχι πάντα), που αποτυπώνεται και στον τελετουργικό διασπαραγμό του Θεού στην «θιασιακή λατρεία»… Είναι ο «Ένας Θεός που γίνεται πολλά»… κι είναι αυτά τα «πολλά» που υπάρχουν και λειτουργούν μέσα στην Θεία Ενότητα…
Γράφει ο Παναγής Λεκατσάς (στον «Διόνυσό» του, παράγραφος 61): «Ατόφιος (ο Διόνυσος) στην ενότητά του θεός, διαφορίζεται αέναα στην πολλαπλότητα, αναγυρίζοντάς τη στην ενότητα πάλι»… κι ακόμα «Η ανθρωπομορφική παράστασή του που συμπιάνει σ’ ένα σχήμα την πολυμορφία του, είναι ένα άδειο προσωπείο: Η παρουσία του θεού στην απουσία του, κι η απουσία του στην παρουσία»…
Το κατ’ εξοχήν σύμβολο του Διονύσου, στο ανθρώπινο επίπεδο, είναι το «προσωπείο», ένα «άδειο προσωπείο»… Πίσω από το «προσωπείο» Είναι ο Θεός Παρών, αλλά αυτό που «βλέπουμε» είναι ένα άδειο προσωπείο, η απουσία… Κι από την άλλη μεριά, όταν κοιτάμε το παρόν προσωπείο, σ’ αυτό το προσωπείο ο Θεός απουσιάζει (αφού ο χαρακτήρας κι οι ιδιότητες του προσωπείου δεν έχουν τίποτα θεϊκό…)… Ο Θεός είναι πίσω από το προσωπείο..
Το «Άδειο Προσωπείο του Θεού» είναι το «σύμβολο του όντος», το «σύμβολο του ανθρώπου»… μπορεί να το «φορέσει» (μέσα στην λατρεία, στην τελετή, κι αυτό σημαίνει ότι είναι ιερή πράξη…) ο κάθε άνθρωπος, ταυτιζόμενος έτσι με τον Θεό… ενώ εξωτερικά το προσωπείο μπορεί να πάρει όποια μορφή «θέλουμε»… είναι η ψεύτικη προσωπικότητα του ανθρώπου, το εγώ, η σκέψη του, οι πράξεις του, η ζωή του…
Το «προσωπείο» λοιπόν, λειτουργεί και σε (πραγματικό) οντολογικό επίπεδο (είμαστε ο Θεός με προσωπείο, ένα προσωπείο στην ατομικότητά μας, σαν προσωπικότητες...), και σε συμβολικό επίπεδο (ο οντολογικός χαρακτήρας, το εγώ, η προσωπικότητα, είναι προσωπείο…), και σε πρακτικό (υλικό) επίπεδο, στην τελετουργία, στις γιορτές, στο θέατρο…
Το Θέατρο, προερχόμενο από την Διονυσιακή Λατρεία, είναι στην αρχαιότητα μία «ιερή πράξη»… γι’ αυτό «γίνεται χρήση» προσωπείου… Το Θέατρο παραμένει ιερό σε ολόκληρη την κλασσική αρχαιότητα.. παρ’ όλους τους «νεωτερισμούς» των τραγικών (Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη…)  και τις «ακροβασίες» του Αριστοφάνη…


Το «προσωπείο»

Το Προσωπείο (τα προσωπεία) είναι οι παροδικές μορφές του Θεού, (οι άνθρωποι, οι προσωπικότητες των ανθρώπων…)…
Την Ιερή Νύχτα (στις 22 Δεκεμβρίου, συμβολικά…), ή την καθιερωμένη γιορτή της «πρωτοχρονιάς», είτε κάποια σημαντική γιορτή, όπου όλα «καταλύονται» κι όλα «ξαναγεννιούνται» (συμβολικά), ο Θεός «παίρνει» ξανά μυριάδες προσωπεία… και ξαναγεννιέται ο κόσμος…
Ο «θίασος των μεταμφιεσμένων» (στις γιορτές) είναι ο Θεός με τα μυριάδες προσωπεία του, είμαστε εμείς (ταυτισμένοι με το Θεό) με προσωπεία (σύμβολα της ψεύτικης προσωπικότητας)… που ακολουθάμε το Θεό στην κοσμική πορεία του (στην μανία μέσα στους κόσμους και στην λύση της μανίας με την έξοδο από τους κόσμους…)… Αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα (οντολογικά), «επαναλαμβάνεται» (μίμησις) στις τελετές, στις γιορτές, στο θέατρο… ακριβώς για να «συνειδητοποιήσουμε» το «τι συμβαίνει»…


Οι «αρχαίοι θίασοι»

Σύμφωνα με την πατροπαράδοτη πίστη, από τον Γενεσιουργό Θεό (τον Διόνυσο), που «ανανεώνεται» κάθε χρόνο (ξαναγεννιέται) προέρχονται όλα τα όντα. Όλα τα όντα είναι μορφές του Θεού. Ενώ η Ουσία είναι η Ίδια, Μία, οι εξωτερικές μορφές είναι πολλές…
Όσοι ακολουθούν το Θεό, τον Διόνυσο, τον Βάκχο, (τον Λατρευτό), γίνονται όλοι ένθεοι, βάκχοι… Ενώ όμως εσωτερικά (βιωματικά) μεταμορφώνονται στο Θεό (γίνονται βάκχοι), εξωτερικά διαφέρουν ως προς την «ατομικότητα» (την προσωπικότητα)… Αυτοί που όντως ανέρχονται στις ανώτερες βαθμίδες μύησης, κατανοούν ότι η ατομικότητα είναι ψεύτικη, ένα προσωπείο… Όσοι ομοιώνονται με τον Θεό Βιώνουν την Ενότητα του Όντος, κι όχι το ψεύτικο προσωπείο… Στην Λατρεία (στα Μυστήρια, στις Τελετές, στις γιορτές) αυτοί που «βιώνουν» πραγματικά το Θεό (την Ενότητα του Όντος) χρησιμοποιούν ακριβώς το προσωπείο για να υποδηλώσουν ότι βιώνουν την Ενότητα πίσω από οποιαδήποτε ψεύτικη ατομικότητα… Το οντολογικό γεγονός μεταφέρεται στο συμβολικό επίπεδο της Λατρείας με την χρήση του προσωπείου (της μάσκας)…
Έτσι, το Προσωπείο συμβολίζει την ψεύτικη ατομικότητα (προσωπικότητα)… Όπως στην πραγματικότητα είμαστε ο Θεός με το προσωπείο της ατομικότητας, έτσι και στην Λατρεία (και στις γιορτές) «ταυτιζόμαστε» με τον Θεό και χρησιμοποιούμε το προσωπείο (τη μάσκα, την μεταμφίεση… Η «συμβολική» επανάληψη, μίμηση, ενός πραγματικού γεγονότος βοηθά την συνείδηση να κατανοήσει και να αφομοιώσει το ίδιο το πραγματικό γεγονός…
Όλοι οι οπαδοί του Θεού στον θίασο, στην πομπή, στην «τελετουργία, στον κώμο, ενώ «είναι» ο Θεός (Βάκχος) μετέχουν με τις ψεύτικες προσωπικότητες, τις μάσκες… Η συνειδητή λατρεία, κι η συνειδητή χρήση του προσωπείου, βοηθούσε τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι η Ουσία τους είναι θεϊκή, διονυσιακή, (και στην πραγματικότητα, και στη λατρεία…)… αλλά η ατομικότητα τους (και στην πραγματικότητα και το λατρευτικό προσωπείο) είναι ψεύτικη, «τιτανική»…
Έτσι, όσοι συμμετείχαν σε αυτή την λατρεία, σε αυτές τις γιορτές ακολουθούσαν τον Θεό στην Πορεία του μέσα στον Χώρο της ζωής, του ά-λογου, στη παραφροσύνη (της ατομικότητας), στην μανία (της προσωπικής δράσης), της μέθης (των πράξεων), κλπ… 
Στην πραγματικότητα (όχι στις ιερουργίες αλλά) στις γιορτές, που ξεπερνιούνται τα «όρια», και γίνονται πράγματα που κανονικά δεν γίνονταν λόγω των κοινωνικών αναστολών (της «ευπρέπειας» και της «τάξης»)… «ξεγυμνωνόταν» η αληθινή παράλογη φύση του κοσμικού ανθρώπου… Η «μανία» δεν δίνονταν από τον Θεό… η «μανία» είναι εγγενής ιδιότητα της ατομικότητας και της ζωής στον κόσμο, στην κοινωνία… που είναι ένας χώρος ά-λογος, ένας χώρος παραφροσύνης, προσωπικής διεκδίκησης, διαμάχης, σύγκρουσης… Όσοι έρχονταν στον κόσμο της ατομικότητας, στην κοσμική ζωή, αναγκαστικά γίνονται και είναι ά-λογοι, μανιακοί… Γι’ αυτό κι αυτός ο κόσμος (της γης), από τους Ορφικούς θεωρούνταν σαν ο Αληθινός Άδης…
Οι Ορφικοί είχαν κάνει μία πλήρη αναστροφή στην «τάξη» των κόσμων… Ο κόσμος των «νεκρών» (αλλά πραγματικά ζωντανών) ήταν η Αληθινή (Υπερκόσμια) Γη (που σύμφωνα με τις αστρολογικές αντιλήψεις της εποχής, τοποθετούνταν, συμβολική ή πραγματικά, στην «σελήνη»…), κι ο κόσμος των ανθρώπων στη γη, ήταν ο Άδης, ο σκοτεινός κόσμος των νεκροζώντανων ανθρώπων… Ο παλιός («ομηρικός» κόσμος των σκιών, ο παλιός) Άδης, στην ορφική αντίληψη ήταν ο κόσμος των (αμύητων) σκιών (που περίμεναν για να «ενσωματωθούν» ξανά…)…
Αλλά ο «μανιοδότης» Θεός, ο Οδηγός μας στον χώρο του ά-λογου, ήταν ταυτόχρονα αυτός που μας οδηγεί, μέσω της (λατρευτικής) παραφροσύνης στην Αλήθεια, και στο Φως… γι’ αυτό κι ο Βάκχος ο «μανιοδότης» (ήταν ταυτόχρονα «μανιολύτης» Θεός και) ταυτιζόταν με τον Οδηγό των Μυστηρίων (της Ελευσίνας, και όχι μόνο), τον Ίακχο, τον «μανιολύτη» (μέσω των Μυστηρίων), που μας οδηγεί στην Αληθινή Γη, στην Αληθινή (Υπερκόσμια) Ζωή…
Όπως και να ‘χει η συμμετοχή στις διονυσιακές (τελετουργίες και) γιορτές ήταν (αν όχι πνευματικά, τουλάχιστον ψυχολογικά) λυτρωτικές, κι αποκαθιστούσαν την ισορροπία, απομάκρυναν τις εντάσεις που δημιουργούσε η κοινωνική ζωή…
Με άλλα λόγια, οι γιορτές λειτουργούσαν σε πολλά επίπεδα, κι ο καθένας, ανάλογα με το επίπεδο εξέλιξής του, λάβαινε το ανάλογο μήνυμα… μυστικό, μυστηριακό, ψυχολογικό, ψυχοσωματικό…


Το Θέατρο

Το γεγονός ότι το Αρχαίο Θέατρο γεννήθηκε μέσα από τις διονυσιακές γιορτές είναι ιστορικά αποδεδειγμένο…
Ο Διθύραμβος (η εξύμνηση του Θεού, ο ύμνος προς τιμήν του Θεού Διονύσου), το σατυρικό δράμα, η τραγωδία, η κωμωδία, μολονότι διαφοροποιούνταν ως προς τον σκοπό τους και το περιεχόμενό τους, προέρχονταν από την ίδια βασική δομή της μίμησης, της αναπαράστασης του Θεϊκού, κι ανθρώπινου δράματος…
Σε πολλά έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, αλλά και του Αριστοφάνη, «ήρωες» είναι ο Θεός (Διόνυσος κατ’ εξοχήν) αλλά κι άνθρωποι, που είναι «μορφές» του Θεού…
Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη είναι το κατ’ εξοχήν έργο όπου μπλέκονται η Θεϊκή κι οι ανθρώπινες «μορφές»… Αλλά ακόμα και σε έργα όπου υπάρχουν μόνο άνθρωποι (ο Θεός είναι «Παρών» κι) ο σκοπός παραμένει ο ίδιος…
Η χρήση του προσωπείου έδειχνε στους θεατές πρώτα ότι ο άνθρωπος (σαν ατομικότητα) είναι «προσωπείο», κάτι ψεύτικο… και μετά, τον ατομικό ήρωα, την «προσωπικότητα»…
Η ίδια η ζωή είναι ένα θέατρο, κι όλοι είμαστε «ήρωες» στο θέατρο της ζωής…
Η συμμετοχή, με όποιο τρόπο (δημιουργός, ηθοποιός, θεατής…) σε μία θεατρική παράσταση, η μίμηση ανθρώπων και πράξεων (με την χρήση προσωπείων πάντα), έδειχνε ακριβώς στον θεατή (με τον ταυτισμό του θεατή με τους ήρωες), ότι όλοι ζούμε στο θέατρο (της ζωής) κι ότι όλοι μπορούμε να βρεθούμε στην μία ή στην άλλη κατάσταση (και πάντως οπωσδήποτε στην θέση του χορού που αντιπροσώπευε την κοινότητα)…
Το γεγονός ότι το θέατρο ήταν κάτω από την προστασία του Διονύσου, επέβαλε στους μεγάλους δραματουργούς να υιοθετήσουν και να τηρούν την Θεϊκή Τάξη, να υπηρετούν Αιώνιες Αξίες, όπως η Δικαιοσύνη, η Αλήθεια, κλπ…
Ο κόσμος του θεάτρου ήταν ένας ισορροπημένος, θεϊκός κόσμος, με αξίες, με προσανατολισμό, και με λύσεις… Η «λύση» δεν ήταν πάντα καλή (κατά τους ανθρώπους, το ανθρώπινο ατομικό συμφέρον), αλλά ήταν πάντα Δίκαιη και Αληθινή…
Βέβαια, το όλο πλαίσιο λειτουργίας του Θεάτρου στην Αρχαία Αθήνα, δεν απαγόρευε σε μεγαλοφυίες σαν τον Αριστοφάνη, να είναι ακόμα και «ασεβείς» (φαινομενικά), οξείς, ανατρεπτικοί… Όλα όμως εντάσσονται στην ζωή, ακόμα και η «ανατροπή»… όλα όμως λειτουργούν προς όφελος της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης… κι έτσι «λειτουργικά» (συμπερασματικά) η θεϊκή τάξη παραμένει ασάλευτη…
Το Θέατρο (στην Αρχαία Αθήνα) ήταν πρώτα παιδαγωγικό, δίδασκε, λύτρωνε… και μετά ήταν οτιδήποτε άλλο… Οι θεατρικές παραστάσεις που γίνονταν στα Μεγάλα Διονύσια, και κρατούσαν κοντά μία εβδομάδα, ήταν μεγάλο γεγονός, όχι μόνο για την Αθήνα, αλλά για όλη την Ελλάδα… Τα αριστουργήματα των Ελλήνων (τραγωδίες και κωμωδίες) διατηρούν ακέραιο το «λειτουργικό» περιεχόμενο και την βαθύτερη ανθρώπινη σημασία τους ακόμα και για τους σημερινούς ανθρώπους… και την ανθρωπότητα, που έχει πολλά να διδαχτεί από τους Μεγάλους Έλληνες… Δικαιοσύνη, Αλήθεια, Αιώνιες Αξίες, που δυστυχώς όλοι μας έχουμε λησμονήσει…


Θεός και Άδης

Ο Διόνυσος σαν Προκοσμικός, Υπερβατικός, Υπερφυσικός, Θεός (του Υπερπέραν) ταυτίζεται, όπως είναι φυσικό, με τον Άδη, σαν Θεία Όψη, Κοσμικό Επίπεδο, κι Χώρο των «νεκρών»…
Στα πλαίσια όμως της Ορφικής Θεολογίας και της Θιασικής ιδεολογίας (που αναφέρεται στις ορφικές κοσμοαντιλήψεις)), ο Διόνυσος είναι ο Φωτεινός Άδης, ο Χώρος των Μυημένων και των Λυτρωμένων, που θα ζουν στους Κόλπους του Θεού, στα Ηλύσια Πεδία, στους Νήσους των Μακάρων, στην Αληθινή Γη…
Η ιδέα του παλιού άδη που γνωρίζουμε από τα Ομηρικά Έπη (στα έγκατα της γης, και στα τάρταρα), «διατηρείται» αλλά παίρνει νέο περιεχόμενο… είναι ο σκοτεινός χώρος των αμύητων ίσκιων… που περιμένουν στην σκιά της ζωής, για να ενσωματωθούν ξανά και να «επιστρέψουν» στη γη…


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
Monday, 23 February, 2026

19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception

 

The Threshold of the Ineffable

 

There exists a state of consciousness that the mystics of ages past have sought with the fervor of lovers seeking the Beloved—a condition of the soul so luminous, so unbounded, that language itself trembles at its threshold and falls silent. This state, which spiritual traditions across the span of human history have called enlightenment, awakening, or gnosis, stands as both the destination of the seeker's journey and the eternal present that has never been absent. It is not a prize to be grasped by the ambitious mind, nor a trophy to be displayed before the world. Rather, it reveals itself as what has always been: the original face of reality, unmarred by the veils that the separate self has drawn across perception.

 

To speak of enlightenment is to attempt the impossible—to capture in words what flows beyond all conceptual boundaries, to map in the language of the finite what belongs to the infinite. Yet the mystic must speak, for silence alone, though it contains all truth, cannot guide those who still wander in the labyrinth of their own thinking. And so, with the humility of one who knows that all descriptions fall short of the reality they attempt to describe, we may approach this mystery not as scholars dissecting a specimen, but as pilgrims standing before a threshold, aware that what lies beyond can only be entered, never fully explained.

 

The essential nature of enlightenment transcends the personal drama of individual experience. It is not what the ego envisions in its moments of spiritual ambition, nor what it claims when it wraps itself in the garments of attainment. The separate self, that persistent illusion of an isolated "I" standing apart from the flowing river of existence, cannot possess enlightenment any more than a wave can possess the ocean. For enlightenment is not an experience belonging to someone; it is the disappearance of the one who would experience, leaving only the pure activity of perception itself—unowned, unobstructed, free.

 

The Sea of Stillness

 

Consider the sea in its perfect stillness, when not even the breath of wind disturbs its surface. In such moments, the water becomes a flawless mirror, reflecting the vastness of the sky with such fidelity that the boundary between above and below dissolves into a seamless unity. This is the nature of enlightened perception—a consciousness so clear, so free from the ripples of egoic disturbance, that it reflects reality exactly as it is, without addition or subtraction, without interpretation or distortion.

 

But let the smallest breeze touch that surface, and immediately the reflection fragments into a thousand dancing shards of light. The sky is still there, the sea is still there, but now what appears on the surface bears only a broken resemblance to what is. This is the condition of the ordinary mind, perpetually agitated by the winds of desire and aversion, hope and fear, memory and anticipation. Not grossly disturbed, perhaps—for the analogy holds that there is no "more or less" in this clouding—but disturbed nonetheless, and therefore incapable of that perfect mirroring which is enlightenment.

 

The mystical traditions have long understood this truth: perception is either clear or it is clouded. There exists no intermediate state, no partial enlightenment in which one sees reality "somewhat" accurately. Like the mirror that either reflects truly or distorts, consciousness either rests in its natural clarity or dances with the shadows cast by the self-sense. A single thought claiming "I perceive" already introduces the wrinkle that breaks the surface, that transforms the mirror into something less than a perfect reflection.

 

This is why the ancient sages spoke of enlightenment not as an acquisition but as a revelation of what already is. The sky has never stopped being the sky; the ocean has never ceased being the ocean. What changes is only the condition of the surface—whether it remains still enough to reflect the truth that has been present all along. And this stillness is not achieved through effort, for effort itself is a form of disturbance. Rather, it emerges naturally when the winds of egoic activity cease to blow, when the separate self relaxes its grip on experience and allows reality to be exactly as it is.

 

The Dissolution of Boundaries

 

In the state of enlightened awareness, the conventional boundaries that seem to separate self from world, subject from object, perceiver from perceived, dissolve like morning mist before the rising sun. This is not a matter of philosophical understanding or intellectual conviction, but of direct perception. The mystic does not believe that all is one; the mystic sees it, tastes it, lives it in every moment. The apparent divisions that structure ordinary experience are recognized as conceptual overlays, useful perhaps for navigating the practical demands of daily life, but ultimately no more real than the lines of latitude and longitude that we draw across the face of the earth.

 

What remains when these boundaries dissolve? Not a blank emptiness, not a void of non-existence, but a fullness beyond description—a single, seamless field of being-consciousness-activity in which all things arise and pass away like waves upon that primordial sea. The enlightened one does not stand apart from this field, observing it from some transcendent vantage point. Rather, the enlightened one is this field, aware of itself in the pure immediacy of each moment, free from the distorting lens of self-centered perception.

 

This realization carries with it a profound sense of interconnectedness, a direct knowing that one's true nature is not confined to the envelope of skin, not limited to the stream of thoughts and sensations that parade through awareness. The essence of what one is extends infinitely outward, sharing the same fundamental nature as the stars wheeling through space, the ancient mountains wearing away grain by grain, the stranger passing on the street, the blade of grass bending beneath the weight of morning dew. All things participate in the same vast Being, all things emerge from the same mysterious Source, all things dance the same divine dance.

 

The mystics have given many names to this recognition. They have called it the realization of the Self, the discovery of Buddha-nature, union with God, cosmic consciousness, the recognition of Tao. But names are mere fingers pointing at the moon, and the reality they indicate surpasses all designation. It is at once the most intimate of truths—closer to us than our own breath—and the most transcendent—vaster than the universe itself. It is what we have always been, yet it seems like a revelation because for so long we mistook ourselves for something infinitely smaller, infinitely more separate.

 

The Harmony of Action

 

Enlightenment is not merely a passive state of perception, a condition of serene witnessing disconnected from the world of action. Rather, it encompasses an activity-dimension in which doing flows naturally and spontaneously from being, in which action arises not from the calculated intentions of the separate self but from the deep intelligence of reality itself. When perception is clear, when the mirror reflects without distortion, action too becomes clear—aligned with the natural order, harmonious with the flow of existence.

 

This is what the Taoist sages called wu-wei, action through non-action, the effortless activity that arises when one ceases to impose one's will upon reality and instead allows oneself to be moved by the Tao. It is what the Hindu scriptures describe as nishkama karma, action without attachment to results, performed not for personal gain but as an expression of one's dharma, one's alignment with the cosmic order. In the Christian mystical tradition, it appears as surrender to the will of God, the abandonment of self-will in favor of divine purpose.

 

In all these formulations, we find the same essential insight: when the illusion of separation dissolves, when the ego no longer occupies the throne of consciousness, what emerges is a way of being in the world that is simultaneously fully engaged and completely free. The enlightened one acts, but there is no one acting—or more precisely, it is reality acting through the form that appears as an individual person. Decisions are made, words are spoken, movements occur, but all of this happens spontaneously, naturally, without the overlay of egoic deliberation and self-concern.

 

This does not mean that the enlightened one becomes passive or mechanical, a puppet with no autonomy. Quite the opposite: freed from the prison of self-centered thinking, action becomes more creative, more responsive, more perfectly attuned to the needs of each moment. Like water flowing downhill, finding the path of least resistance yet powerful enough to carve canyons through solid rock, the activity that arises from enlightened awareness is both gentle and inexorable, both yielding and transformative.

 

There is no conflict in such action, no resistance, no internal division between what one wants to do and what one feels compelled to do. The enlightened one does not act against reality but as reality, moving in harmony with the great current of existence. And in this harmony, there is a joy that needs no external justification, a peace that depends on no particular outcome, a love that flows freely toward all beings because the recognition of unity leaves no one outside the circle of compassion.

 

Beyond the Realm of Thought

 

The mind that seeks enlightenment through thinking can never find it, for thought itself is the veil that obscures what is sought. Every concept, every belief, every mental image of what enlightenment might be—these are obstacles rather than aids, shadows rather than light. The distinction between enlightenment and ordinary life exists only in the thinking of minds that have not yet awakened to their true nature. In reality, there is no such distinction, for enlightenment is simply life as it actually is when perceived without the distorting filter of self-centered thought.

 

This is perhaps the most paradoxical aspect of the mystical path: the goal cannot be reached by the means that the ego finds most natural and comfortable—analysis, planning, conceptualization, achievement. These tools of the rational mind, so useful in navigating the practical affairs of the world, become shackles when applied to the spiritual dimension. One cannot think oneself into enlightenment any more than one can lift oneself off the ground by pulling on one's own bootstraps.

 

Yet this does not mean that enlightenment is irrational or anti-intellectual. Rather, it is trans-rational, beyond the domain where discursive thought holds sway. It involves a different kind of knowing, a direct apprehension that precedes and transcends the mediation of concepts. The mystic does not reject logic or reason, but recognizes their proper place and their inherent limitations. Logic can point the way, can clear away false notions and conceptual confusion, but it cannot deliver the direct experience that is the essence of awakening.

 

What is required instead is a kind of surrender—not the passive resignation of defeat, but the active letting-go of the one who would control and possess experience. This is why spiritual traditions speak of dying to the self, of losing one's life to find it, of the dark night of the soul that precedes the dawn of illumination. The ego must release its grip, must consent to its own dissolution, must step aside so that what has always been present can reveal itself.

 

This surrender is not a one-time event but a continuous practice, a moment-by-moment letting-go of the tendency to grasp, to judge, to compare, to seek. In each instant, the invitation is the same: to release the overlay of thought and open to the naked immediacy of what is. To see without the seer, to hear without the hearer, to exist without the one who exists—this is the gateless gate through which one passes into the kingdom of enlightened awareness.

 

The Sacred Mystery

 

At the heart of enlightenment lies a mystery that cannot be dispelled by any amount of explanation or description. It is sacred in the deepest sense—set apart from the ordinary, pointing toward a dimension of reality that exceeds all categories and defies all attempts at conceptual capture. To encounter this mystery directly is to stand before the Absolute, the Ground of Being, the Source from which all things emerge and to which all things return.

 

Different traditions have given different names to this ultimate reality. Some call it God, speaking in the language of theism and devotion. Others call it the Void or Emptiness, emphasizing its transcendence of all attributes and qualities. Still others speak of it as Consciousness itself, the light in which all experience appears. Yet all these names, however exalted, remain fingers pointing at the moon—useful as indicators, but not to be confused with the reality they indicate.

 

The sacred mystery that reveals itself in enlightenment is at once completely transcendent and utterly immanent. It is beyond the world yet not separate from it, infinite yet present in each finite thing, eternal yet fully expressed in each passing moment. It cannot be grasped by the mind yet is closer to us than our own thoughts. It is the deepest silence and the fullest expression, the darkest darkness and the brightest light, the most absolute stillness and the most dynamic activity.

 

To touch this mystery, even for a moment, is to be forever changed. One can never again believe fully in the solidity of the separate self, never again accept without question the assumption that reality consists of fundamentally isolated objects bumping against each other in space and time. The veil has been lifted, if only briefly, and though it may fall again, though ordinary consciousness may reassert itself, the memory of what was glimpsed remains, calling one back toward that infinite openness, that boundless freedom.

 

The Return to Simplicity

 

Paradoxically, the ultimate fruit of the spiritual journey is a return to a kind of simplicity that was present all along but went unrecognized. After all the seeking, all the practice, all the striving and struggle, what emerges is the discovery that what was sought was never lost, that the treasure was buried in one's own backyard, that enlightenment is nothing other than ordinary reality perceived without the distortion of egoic thought.

 

This is why the Zen masters say that before one studies Zen, mountains are mountains and rivers are rivers. During the study of Zen, mountains are no longer mountains and rivers are no longer rivers. But after enlightenment, mountains are once again mountains and rivers are once again rivers. Everything appears the same, yet everything is utterly transformed. The world has not changed, but the perceiver has awakened to what was always true.

 

In this awakening, there is a deep peace—not the peace of escape or withdrawal, but the peace of complete acceptance, of full embrace of reality as it is. There is no longer any need to make experience different, to improve upon what is, to flee from the difficult or grasp at the pleasant. All of life, with its inevitable mixture of joy and sorrow, gain and loss, birth and death, is welcomed equally, for all of it is seen as the play of that one infinite reality expressing itself in endless forms.

 

This peace does not depend on external circumstances remaining favorable. It is not a fragile equilibrium that must be carefully maintained through control and management. Rather, it is the unshakeable peace of one who has seen through the illusion of separation, who knows directly that no circumstance can touch what one truly is. Like the depths of the ocean that remain calm even when storms rage on the surface, the enlightened consciousness abides in a tranquility that the vicissitudes of life cannot disturb.

 

The Eternal Present

 

Enlightenment can be experienced at any moment when one surrenders to reality as it presents itself. This is perhaps the most liberating truth that the mystical traditions convey: awakening is not reserved for some distant future after years of arduous practice, not the special province of saints and sages, not dependent on achieving any particular state or condition. It is available now, in this very instant, for anyone who has the courage and willingness to let go of their attachments to self-image and preconception.

 

The separate self lives in time, always reaching toward a future that never arrives or dwelling on a past that no longer exists. But enlightenment exists only in the eternal present, in the timeless now that is the only moment that ever is. When one fully surrenders to this moment, accepting it completely without the overlay of desire for it to be different, the door to enlightenment stands open. Not as a dramatic event, not as a special experience, but as the simple recognition of what has always been true.

 

This does not mean that practice and preparation are useless. The spiritual disciplines—meditation, prayer, contemplation, ethical living—all have their place in clearing away the obscurations that prevent this recognition, in cultivating the qualities of mind and heart that make surrender possible. But ultimately, no amount of preparation can guarantee enlightenment, for enlightenment is not an achievement but a grace, not a result of effort but a gift of reality revealing itself when the conditions are right.

 

And when it does reveal itself, what is discovered is not something new but something ancient beyond reckoning, not something acquired but something remembered, not something that begins at that moment but something that has been present throughout all moments, waiting patiently for the recognition that brings it into conscious awareness.

 

The Mirror Never Clouded

 

And so we return to where we began, to the image of the mirror and the sea, to the fundamental metaphor that captures the essence of enlightenment as unbounded, unobstructed perception. The mirror of consciousness has never truly been clouded; it only appeared so because we mistook the passing images reflected on its surface for its essential nature. The sea has never ceased to be capable of perfect stillness; the winds that disturbed it were the winds of our own egoic agitation.

 

Enlightenment, then, is not something to be created but something to be allowed, not a distant destination but the ground on which we have always stood. It requires no special gifts, no exceptional abilities, only the willingness to see clearly, to let reality be as it is, to release the death grip of self-centered thinking and open to the infinite expanse of what simply is.

 

For those with the courage to undertake this surrender, for those willing to let go of the familiar prison of separate selfhood and step into the vast unknown of their true nature, enlightenment waits—not in some far-off spiritual realm, but in the ordinary miracle of this present moment, in the next breath, in the sound of rain on the roof, in the feeling of feet touching the ground. It is always here, always now, always available to those who have eyes to see and hearts to receive it.

 

May all beings awaken to their true nature. May all beings know the peace that passes understanding. May the mirror remain clear, the sea remain still, and reality shine forth in its naked splendor, undistorted by the dreams of separation that have haunted humanity for so long. This is the prayer of the mystic, the aspiration of the sage, the hope that guides all spiritual seeking—that the light of enlightenment might dawn in every heart, revealing the unity that has never been broken, the wholeness that has never been fragmented, the love that has never been absent.

 

In the end, enlightenment is simply this: the recognition that nothing needs to be added and nothing needs to be taken away, that reality as it is in this very moment is already complete, already perfect, already the fulfillment of all seeking. To know this directly, beyond thought and belief, is to be free. And this freedom is the birthright of every conscious being, waiting patiently to be claimed.

 

Ο Καθρέφτης της Αιωνιότητας: Ένας Διαλογισμός στον Διαφωτισμό ως Απεριόριστη Αντίληψη

 

Το Κατώφλι του Ανεκφράστου

 

Υπάρχει μια κατάσταση συνείδησης που οι μυστικοί των περασμένων αιώνων αναζήτησαν με το πάθος εραστών που ψάχνουν τον Αγαπημένο — μια κατάσταση της ψυχής τόσο φωτεινή, τόσο απεριόριστη, ώστε η ίδια η γλώσσα τρέμει στο κατώφλι της και σωπαίνει. Αυτή η κατάσταση, την οποία οι πνευματικές παραδόσεις σε όλη την έκταση της ανθρώπινης ιστορίας έχουν ονομάσει «διαφωτισμό», «αφύπνιση» ή «γνώση», στέκεται ταυτόχρονα ως ο προορισμός του ταξιδιού του αναζητητή και ως το αιώνιο παρόν που ποτέ δεν έλειψε. Δεν είναι βραβείο που αρπάζει ο φιλόδοξος νους, ούτε τρόπαιο για να επιδειχθεί στον κόσμο. Αντίθετα, αποκαλύπτεται ως αυτό που πάντα υπήρχε: το πρωτότυπο πρόσωπο της πραγματικότητας, αμόλυντο από τα πέπλα που ο ξεχωριστός εαυτός έχει ρίξει πάνω στην αντίληψη.

 

Το να μιλάμε για τον διαφωτισμό είναι να επιχειρούμε το αδύνατο — να αιχμαλωτίσουμε με λέξεις αυτό που ρέει πέρα από κάθε εννοιολογικό όριο, να χαρτογραφήσουμε με τη γλώσσα του πεπερασμένου αυτό που ανήκει στο άπειρο. Ωστόσο, ο μυστικός πρέπει να μιλήσει, διότι η σιωπή μόνη, παρόλο που περιέχει όλη την αλήθεια, δεν μπορεί να καθοδηγήσει όσους ακόμα περιπλανώνται στον λαβύρινθο της δικής τους σκέψης. Και έτσι, με την ταπείνωση εκείνου που γνωρίζει ότι όλες οι περιγραφές υπολείπονται της πραγματικότητας που προσπαθούν να περιγράψουν, μπορούμε να προσεγγίσουμε αυτό το μυστήριο όχι ως λόγιοι που ανατέμνουν ένα δείγμα, αλλά ως προσκυνητές που στέκονται μπροστά σε ένα κατώφλι, συνειδητοί ότι αυτό που βρίσκεται πέρα μπορεί μόνο να εισαχθεί, ποτέ να εξηγηθεί πλήρως.

 

Η ουσιαστική φύση του διαφωτισμού υπερβαίνει το προσωπικό δράμα της ατομικής εμπειρίας. Δεν είναι αυτό που ο εγωισμός φαντάζεται στις στιγμές της πνευματικής του φιλοδοξίας, ούτε αυτό που ισχυρίζεται όταν τυλίγεται με τα ενδύματα της επίτευξης. Ο ξεχωριστός εαυτός, αυτή η επίμονη ψευδαίσθηση ενός απομονωμένου «εγώ» που στέκεται χωριστά από το ρέον ποτάμι της ύπαρξης, δεν μπορεί να κατέχει τον διαφωτισμό περισσότερο από ό,τι ένα κύμα μπορεί να κατέχει τον ωκεανό. Διότι ο διαφωτισμός δεν είναι εμπειρία που ανήκει σε κάποιον· είναι η εξαφάνιση εκείνου που θα εμπειριζόταν, αφήνοντας μόνο την καθαρή δραστηριότητα της ίδιας της αντίληψης — αδέσποτη, ανεμπόδιστη, ελεύθερη.

 

Η Θάλασσα της Νηνεμίας

 

Σκεφτείτε τη θάλασσα στην τέλεια νηνεμία της, όταν ούτε μια πνοή ανέμου δεν διαταράσσει την επιφάνειά της. Σε τέτοιες στιγμές, το νερό γίνεται ένας άψογος καθρέφτης, αντανακλώντας την απεραντοσύνη του ουρανού με τέτοια πιστότητα που το όριο μεταξύ πάνω και κάτω διαλύεται σε μια απρόσκοπτη ενότητα. Αυτή είναι η φύση της διαφωτισμένης αντίληψης — μια συνείδηση τόσο διαυγής, τόσο ελεύθερη από τα κύματα της εγωικής διαταραχής, ώστε αντανακλά την πραγματικότητα ακριβώς όπως είναι, χωρίς προσθήκη ή αφαίρεση, χωρίς ερμηνεία ή παραμόρφωση.

 

Αλλά ας αγγίξει την επιφάνεια η μικρότερη αύρα, και αμέσως η αντανάκλαση θρυμματίζεται σε χίλια χορευτικά θραύσματα φωτός. Ο ουρανός είναι ακόμα εκεί, η θάλασσα είναι ακόμα εκεί, αλλά τώρα αυτό που εμφανίζεται στην επιφάνεια μοιάζει μόνο σπασμένα με αυτό που είναι. Αυτή είναι η κατάσταση του συνηθισμένου νου, αέναα ταραγμένου από τους ανέμους της επιθυμίας και της αποστροφής, της ελπίδας και του φόβου, της μνήμης και της προσδοκίας. Όχι χονδροειδώς διαταραγμένου, ίσως — διότι η αναλογία ισχύει ότι δεν υπάρχει «περισσότερο ή λιγότερο» σε αυτή τη θόλωση — αλλά διαταραγμένου παρ' όλα αυτά, και επομένως ανίκανος για εκείνη την τέλεια αντανάκλαση που είναι ο διαφωτισμός.

 

Οι μυστικές παραδόσεις έχουν από καιρό κατανοήσει αυτή την αλήθεια: η αντίληψη είναι είτε διαυγής είτε θολή. Δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση, κανένας μερικός διαφωτισμός στον οποίο βλέπει κανείς την πραγματικότητα «κάπως» ακριβώς. Όπως ο καθρέφτης που είτε αντανακλά αληθινά είτε παραμορφώνει, η συνείδηση είτε αναπαύεται στη φυσική της διαύγεια είτε χορεύει με τις σκιές που ρίχνει η αίσθηση του εαυτού. Μια μόνη σκέψη που ισχυρίζεται «εγώ αντιλαμβάνομαι» εισάγει ήδη τη ρυτίδα που σπάει την επιφάνεια, που μετατρέπει τον καθρέφτη σε κάτι λιγότερο από τέλεια αντανάκλαση.

 

Γι' αυτό οι αρχαίοι σοφοί μιλούσαν για τον διαφωτισμό όχι ως απόκτηση αλλά ως αποκάλυψη αυτού που ήδη είναι. Ο ουρανός ποτέ δεν έπαψε να είναι ουρανός· ο ωκεανός ποτέ δεν έπαψε να είναι ωκεανός. Αυτό που αλλάζει είναι μόνο η κατάσταση της επιφάνειας — αν παραμένει αρκετά ήρεμη για να αντανακλά την αλήθεια που ήταν πάντα παρούσα. Και αυτή η νηνεμία δεν επιτυγχάνεται με προσπάθεια, διότι η προσπάθεια η ίδια είναι μια μορφή διαταραχής. Αντίθετα, αναδύεται φυσικά όταν οι άνεμοι της εγωικής δραστηριότητας παύουν να πνέουν, όταν ο ξεχωριστός εαυτός χαλαρώνει τη λαβή του στην εμπειρία και επιτρέπει στην πραγματικότητα να είναι ακριβώς όπως είναι.

 

Η Διάλυση των Ορίων

 

Στην κατάσταση της διαφωτισμένης επίγνωσης, τα συμβατικά όρια που φαίνονται να χωρίζουν τον εαυτό από τον κόσμο, το υποκείμενο από το αντικείμενο, τον αντιληπτό από το αντιλαμβανόμενο, διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο. Αυτό δεν είναι ζήτημα φιλοσοφικής κατανόησης ή διανοητικής πεποίθησης, αλλά άμεσης αντίληψης. Ο μυστικός δεν πιστεύει ότι όλα είναι ένα· ο μυστικός το βλέπει, το γεύεται, το ζει σε κάθε στιγμή. Οι φαινομενικές διαιρέσεις που δομούν τη συνηθισμένη εμπειρία αναγνωρίζονται ως εννοιολογικές επικαλύψεις, χρήσιμες ίσως για την πλοήγηση στις πρακτικές απαιτήσεις της καθημερινής ζωής, αλλά τελικά όχι πιο πραγματικές από τις γραμμές γεωγραφικού πλάτους και μήκους που χαράσσουμε στο πρόσωπο της γης.

 

Τι απομένει όταν αυτά τα όρια διαλυθούν; Όχι ένα κενό άδειο, όχι ένα κενό μη-ύπαρξης, αλλά μια πληρότητα πέρα από περιγραφή — ένα ενιαίο, απρόσκοπτο πεδίο ύπαρξης-συνείδησης-δραστηριότητας στο οποίο όλα τα πράγματα αναδύονται και παρέρχονται σαν κύματα πάνω σε εκείνη την πρωταρχική θάλασσα. Ο διαφωτισμένος δεν στέκεται χωριστά από αυτό το πεδίο, παρατηρώντας το από κάποιο υπερβατικό πλεονεκτικό σημείο. Αντίθετα, ο διαφωτισμένος είναι αυτό το πεδίο, επίγνωρο του εαυτού του στην καθαρή αμεσότητα κάθε στιγμής, ελεύθερο από τον παραμορφωτικό φακό της εγωκεντρικής αντίληψης.

 

Αυτή η συνειδητοποίηση φέρει μαζί της μια βαθιά αίσθηση διασυνδεδεμενότητας, μια άμεση γνώση ότι η αληθινή φύση κάποιου δεν περιορίζεται στο περίβλημα του δέρματος, δεν περιορίζεται στη ροή σκέψεων και αισθήσεων που παρελαύνουν μέσα από την επίγνωση. Η ουσία αυτού που είναι κανείς εκτείνεται άπειρα προς τα έξω, μοιραζόμενη την ίδια θεμελιώδη φύση με τα άστρα που περιστρέφονται στο διάστημα, τα αρχαία βουνά που φθείρονται κόκκο τον κόκκο, τον ξένο που περνά στο δρόμο, το λεπίδι του χόρτου που λυγίζει κάτω από το βάρος της πρωινής δροσιάς. Όλα τα πράγματα συμμετέχουν στην ίδια απέραντη Ύπαρξη, όλα τα πράγματα αναδύονται από την ίδια μυστηριώδη Πηγή, όλα τα πράγματα χορεύουν τον ίδιο θεϊκό χορό.

 

Οι μυστικοί έχουν δώσει πολλά ονόματα σε αυτή την αναγνώριση. Την έχουν αποκαλέσει συνειδητοποίηση του Εαυτού, ανακάλυψη της φύσης του Βούδα, ένωση με τον Θεό, κοσμική συνείδηση, αναγνώριση του Τάο. Αλλά τα ονόματα είναι απλά δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, και η πραγματικότητα που υποδεικνύουν υπερβαίνει κάθε ονομασία. Είναι ταυτόχρονα η πιο οικεία αλήθεια — πιο κοντινή σε εμάς από την ίδια μας την αναπνοή — και η πιο υπερβατική — απέραντη από το σύμπαν το ίδιο. Είναι αυτό που πάντα ήμασταν, ωστόσο φαίνεται σαν αποκάλυψη επειδή για τόσο καιρό νομίζαμε ότι είμασταν κάτι άπειρα μικρότερο, άπειρα πιο ξεχωριστό.

 

Η Αρμονία της Δράσης

 

Ο διαφωτισμός δεν είναι απλώς μια παθητική κατάσταση αντίληψης, μια κατάσταση γαλήνιας μαρτυρίας αποκομμένη από τον κόσμο της δράσης. Αντίθετα, περιλαμβάνει μια διάσταση δραστηριότητας στην οποία η πράξη ρέει φυσικά και αυθόρμητα από την ύπαρξη, στην οποία η δράση αναδύεται όχι από τους υπολογισμένους σκοπούς του ξεχωριστού εαυτού αλλά από την βαθιά νοημοσύνη της ίδιας της πραγματικότητας. Όταν η αντίληψη είναι διαυγής, όταν ο καθρέφτης αντανακλά χωρίς παραμόρφωση, η δράση επίσης γίνεται διαυγής — ευθυγραμμισμένη με τη φυσική τάξη, αρμονική με τη ροή της ύπαρξης.

 

Αυτό είναι που οι Ταοϊστές σοφοί αποκαλούσαν «wu-wei», δράση μέσω μη-δράσης, η αβίαστη δραστηριότητα που αναδύεται όταν παύει κανείς να επιβάλλει τη θέλησή του στην πραγματικότητα και αντίθετα επιτρέπει να κινηθεί από το Τάο. Είναι αυτό που οι Ινδουιστικές γραφές περιγράφουν ως «nishkama karma», δράση χωρίς προσκόλληση στα αποτελέσματα, εκτελούμενη όχι για προσωπικό όφελος αλλά ως έκφραση του «dharma» κάποιου, της ευθυγράμμισής του με την κοσμική τάξη. Στην χριστιανική μυστική παράδοση, εμφανίζεται ως παράδοση στη θέληση του Θεού, η εγκατάλειψη της αυτο-θέλησης υπέρ του θεϊκού σκοπού.

 

Σε όλες αυτές τις διατυπώσεις, βρίσκουμε την ίδια ουσιαστική διορατικότητα: όταν η ψευδαίσθηση της χωριστότητας διαλύεται, όταν ο εγωισμός δεν καταλαμβάνει πλέον τον θρόνο της συνείδησης, αυτό που αναδύεται είναι ένας τρόπος ύπαρξης στον κόσμο που είναι ταυτόχρονα πλήρως εμπλεγμένος και εντελώς ελεύθερος. Ο διαφωτισμένος πράττει, αλλά δεν υπάρχει κανείς που πράττει — ή πιο ακριβώς, είναι η πραγματικότητα που πράττει μέσω της μορφής που εμφανίζεται ως ατομικό πρόσωπο. Αποφάσεις λαμβάνονται, λόγια λέγονται, κινήσεις συμβαίνουν, αλλά όλα αυτά γίνονται αυθόρμητα, φυσικά, χωρίς την επικάλυψη εγωικής σκέψης και αυτο-ανησυχίας.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαφωτισμένος γίνεται παθητικός ή μηχανικός, μια μαριονέτα χωρίς αυτονομία. Ίσα ίσα: ελεύθερος από τη φυλακή της εγωκεντρικής σκέψης, η δράση γίνεται πιο δημιουργική, πιο αποκριτική, πιο τέλεια συντονισμένη με τις ανάγκες κάθε στιγμής. Σαν το νερό που ρέει προς τα κάτω, βρίσκοντας τον δρόμο της μικρότερης αντίστασης ωστόσο αρκετά ισχυρό για να χαράξει φαράγγια μέσα σε στερεό βράχο, η δραστηριότητα που αναδύεται από τη διαφωτισμένη επίγνωση είναι ταυτόχρονα ήπια και ακαταμάχητη, ταυτόχρονα υποχωρητική και μεταμορφωτική.

 

Δεν υπάρχει σύγκρουση σε τέτοια δράση, καμία αντίσταση, καμία εσωτερική διαίρεση μεταξύ αυτού που θέλει κανείς να κάνει και αυτού που νιώθει υποχρεωμένος να κάνει. Ο διαφωτισμένος δεν πράττει ενάντια στην πραγματικότητα αλλά ως πραγματικότητα, κινούμενος σε αρμονία με το μεγάλο ρεύμα της ύπαρξης. Και σε αυτή την αρμονία, υπάρχει μια χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική δικαιολογία, μια ειρήνη που δεν εξαρτάται από κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, μια αγάπη που ρέει ελεύθερα προς όλα τα όντα επειδή η αναγνώριση της ενότητας δεν αφήνει κανέναν έξω από τον κύκλο της συμπόνιας.

 

Πέρα από το Βασίλειο της Σκέψης

 

Ο νους που αναζητά τον διαφωτισμό μέσω της σκέψης δεν μπορεί ποτέ να τον βρει, διότι η σκέψη η ίδια είναι το πέπλο που κρύβει αυτό που αναζητείται. Κάθε έννοια, κάθε πεποίθηση, κάθε νοητική εικόνα για το τι μπορεί να είναι ο διαφωτισμός — αυτά είναι εμπόδια μάλλον παρά βοηθήματα, σκιές μάλλον παρά φως. Η διάκριση μεταξύ διαφωτισμού και συνηθισμένης ζωής υπάρχει μόνο στη σκέψη νου που δεν έχει ακόμα αφυπνιστεί στη αληθινή του φύση. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τέτοια διάκριση, διότι ο διαφωτισμός είναι απλώς η ζωή όπως πραγματικά είναι όταν αντιλαμβάνεται χωρίς το παραμορφωτικό φίλτρο της εγωκεντρικής σκέψης.

 

Αυτή είναι ίσως η πιο παράδοξη πτυχή του μυστικού μονοπατιού: ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα μέσα που ο εγωισμός βρίσκει πιο φυσικά και άνετα — ανάλυση, σχεδιασμός, εννοιοποίηση, επίτευξη. Αυτά τα εργαλεία του ορθολογικού νου, τόσο χρήσιμα στην πλοήγηση των πρακτικών υποθέσεων του κόσμου, γίνονται δεσμά όταν εφαρμόζονται στην πνευματική διάσταση. Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί τον εαυτό του στον διαφωτισμό περισσότερο από ό,τι μπορεί να σηκώσει τον εαυτό του από το έδαφος τραβώντας τις δικές του μπότες.

 

Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαφωτισμός είναι παράλογος ή αντι-διανοητικός. Αντίθετα, είναι υπερ-ορθολογικός, πέρα από την περιοχή όπου κυριαρχεί η παρεκβατική σκέψη. Περιλαμβάνει ένα διαφορετικό είδος γνώσης, μια άμεση κατανόηση που προηγείται και υπερβαίνει τη μεσολάβηση των εννοιών. Ο μυστικός δεν απορρίπτει τη λογική ή τον ορθό λόγο, αλλά αναγνωρίζει την κατάλληλη θέση τους και τους εγγενείς περιορισμούς τους. Η λογική μπορεί να δείξει τον δρόμο, μπορεί να καθαρίσει ψευδείς ιδέες και εννοιολογική σύγχυση, αλλά δεν μπορεί να παραδώσει την άμεση εμπειρία που είναι η ουσία της αφύπνισης.

 

Αυτό που απαιτείται αντίθετα είναι ένα είδος παράδοσης — όχι η παθητική παραίτηση της ήττας, αλλά η ενεργητική απελευθέρωση εκείνου που θα ελέγχει και θα κατέχει την εμπειρία. Γι' αυτό οι πνευματικές παραδόσεις μιλούν για θάνατο στον εαυτό, για απώλεια της ζωής κάποιου για να την βρει, για τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής που προηγείται της αυγής του φωτισμού. Ο εγωισμός πρέπει να απελευθερώσει τη λαβή του, πρέπει να συναινέσει στη δική του διάλυση, πρέπει να κάνει στην άκρη ώστε αυτό που πάντα ήταν παρόν να αποκαλυφθεί.

 

Αυτή η παράδοση δεν είναι ένα εφάπαξ γεγονός αλλά μια συνεχής πρακτική, μια στιγμή-προς-στιγμή απελευθέρωση της τάσης να αρπάζουμε, να κρίνουμε, να συγκρίνουμε, να αναζητούμε. Σε κάθε στιγμή, η πρόσκληση είναι η ίδια: να απελευθερώσουμε την επικάλυψη της σκέψης και να ανοίξουμε στην γυμνή αμεσότητα αυτού που είναι. Να βλέπουμε χωρίς τον βλέποντα, να ακούμε χωρίς τον ακροατή, να υπάρχουμε χωρίς εκείνον που υπάρχει — αυτή είναι η πύλη χωρίς πύλη από την οποία περνά κανείς στο βασίλειο της διαφωτισμένης επίγνωσης.

 

Το Ιερό Μυστήριο

 

Στην καρδιά του διαφωτισμού βρίσκεται ένα μυστήριο που δεν μπορεί να διαλυθεί με κανένα ποσό εξήγησης ή περιγραφής. Είναι ιερό με την βαθύτερη έννοια — ξεχωριστό από το συνηθισμένο, δείχνοντας προς μια διάσταση της πραγματικότητας που υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες και αψηφά όλες τις προσπάθειες εννοιολογικής αιχμαλωσίας. Να συναντήσει κανείς αυτό το μυστήριο άμεσα είναι να σταθεί μπροστά στο Απόλυτο, το Έδαφος της Ύπαρξης, την Πηγή από την οποία όλα τα πράγματα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Διαφορετικές παραδόσεις έχουν δώσει διαφορετικά ονόματα σε αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάποιοι την αποκαλούν Θεό, μιλώντας στη γλώσσα του θεϊσμού και της αφοσίωσης. Άλλοι την αποκαλούν Κενό ή Κενότητα, τονίζοντας την υπέρβασή της από όλα τα χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Άλλοι ακόμα μιλούν γι' αυτήν ως Συνείδηση την ίδια, το φως στο οποίο εμφανίζεται όλη η εμπειρία. Ωστόσο όλα αυτά τα ονόματα, όσο εξυψωμένα, παραμένουν δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι — χρήσιμα ως ενδείξεις, αλλά όχι να συγχέονται με την πραγματικότητα που υποδεικνύουν.

 

Το ιερό μυστήριο που αποκαλύπτεται στον διαφωτισμό είναι ταυτόχρονα πλήρως υπερβατικό και απόλυτα εγγενές. Είναι πέρα από τον κόσμο ωστόσο όχι ξεχωριστό από αυτόν, άπειρο ωστόσο παρόν σε κάθε πεπερασμένο πράγμα, αιώνιο ωστόσο πλήρως εκφρασμένο σε κάθε παρερχόμενη στιγμή. Δεν μπορεί να αρπαχθεί από τον νου ωστόσο είναι πιο κοντινό σε εμάς από τις ίδιες μας τις σκέψεις. Είναι η βαθύτερη σιωπή και η πληρέστερη έκφραση, το σκοτεινότερο σκοτάδι και το λαμπρότερο φως, η πιο απόλυτη νηνεμία και η πιο δυναμική δραστηριότητα.

 

Να αγγίξει κανείς αυτό το μυστήριο, έστω και για μια στιγμή, είναι να αλλάξει για πάντα. Κανείς δεν μπορεί πια να πιστέψει πλήρως στην στερεότητα του ξεχωριστού εαυτού, ποτέ ξανά να δεχτεί χωρίς ερώτηση την υπόθεση ότι η πραγματικότητα αποτελείται από θεμελιωδώς απομονωμένα αντικείμενα που συγκρούονται μεταξύ τους στο χώρο και τον χρόνο. Το πέπλο έχει σηκωθεί, έστω και σύντομα, και παρόλο που μπορεί να πέσει ξανά, παρόλο που η συνηθισμένη συνείδηση μπορεί να επανεπιβληθεί, η μνήμη αυτού που ανεγνώρισε παραμένει, καλώντας κανείς πίσω προς εκείνη την άπειρη ανοιχτότητα, εκείνη την απεριόριστη ελευθερία.

 

Η Επιστροφή στην Απλότητα

 

Παραδόξως, ο υπέρτατος καρπός του πνευματικού ταξιδιού είναι μια επιστροφή σε μια απλότητα που ήταν παρούσα από πάντα αλλά δεν αναγνωρίστηκε. Μετά από όλη την αναζήτηση, όλη την πρακτική, όλη την προσπάθεια και τον αγώνα, αυτό που αναδύεται είναι η ανακάλυψη ότι αυτό που αναζητούνταν ποτέ δεν χάθηκε, ότι ο θησαυρός ήταν θαμμένος στην ίδια μας την αυλή, ότι ο διαφωτισμός δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνηθισμένη πραγματικότητα αντιληπτή χωρίς την παραμόρφωση της εγωικής σκέψης.

 

Γι' αυτό οι δάσκαλοι του Ζεν λένε ότι πριν κανείς σπουδάσει Ζεν, τα βουνά είναι βουνά και τα ποτάμια είναι ποτάμια. Κατά τη σπουδή του Ζεν, τα βουνά δεν είναι πια βουνά και τα ποτάμια δεν είναι πια ποτάμια. Αλλά μετά τον διαφωτισμό, τα βουνά είναι ξανά βουνά και τα ποτάμια είναι ξανά ποτάμια. Όλα εμφανίζονται τα ίδια, ωστόσο όλα είναι πλήρως μεταμορφωμένα. Ο κόσμος δεν έχει αλλάξει, αλλά ο αντιληπτής έχει αφυπνιστεί σε αυτό που πάντα ήταν αληθινό.

 

Σε αυτή την αφύπνιση, υπάρχει μια βαθιά ειρήνη — όχι η ειρήνη της απόδρασης ή της απόσυρσης, αλλά η ειρήνη της πλήρους αποδοχής, της πλήρους αγκαλιάς της πραγματικότητας όπως είναι. Δεν υπάρχει πια ανάγκη να κάνει κανείς την εμπειρία διαφορετική, να βελτιώσει αυτό που είναι, να φύγει από το δύσκολο ή να αρπάξει το ευχάριστο. Όλη η ζωή, με το αναπόφευκτο μείγμα χαράς και λύπης, κέρδους και απώλειας, γέννησης και θανάτου, καλωσορίζεται εξίσου, διότι όλα βλέπονται ως το παιχνίδι εκείνης της μιας άπειρης πραγματικότητας που εκφράζει τον εαυτό της σε ατέλειωτες μορφές.

 

Αυτή η ειρήνη δεν εξαρτάται από εξωτερικές συνθήκες που παραμένουν ευνοϊκές. Δεν είναι μια εύθραυστη ισορροπία που πρέπει να διατηρείται προσεκτικά μέσω ελέγχου και διαχείρισης. Αντίθετα, είναι η ακλόνητη ειρήνη εκείνου που έχει δει μέσα από την ψευδαίσθηση της χωριστότητας, που γνωρίζει άμεσα ότι καμία συνθήκη δεν μπορεί να αγγίξει αυτό που πραγματικά είναι. Σαν τα βάθη του ωκεανού που παραμένουν ήρεμα ακόμα και όταν καταιγίδες μαίνονται στην επιφάνεια, η διαφωτισμένη συνείδηση μένει σε μια γαλήνη που οι περιπέτειες της ζωής δεν μπορούν να διαταράξουν.

 

Το Αιώνιο Παρόν

 

Ο διαφωτισμός μπορεί να βιωθεί σε οποιαδήποτε στιγμή όταν κανείς παραδοθεί στην πραγματικότητα όπως παρουσιάζεται. Αυτή είναι ίσως η πιο απελευθερωτική αλήθεια που μεταδίδουν οι μυστικές παραδόσεις: η αφύπνιση δεν είναι κρατημένη για κάποιο μακρινό μέλλον μετά από χρόνια επίπονης πρακτικής, όχι η ειδική επαρχία αγίων και σοφών, όχι εξαρτώμενη από την επίτευξη κάποιας συγκεκριμένης κατάστασης ή συνθήκης. Είναι διαθέσιμη τώρα, σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, για οποιονδήποτε έχει το θάρρος και την προθυμία να απελευθερώσει τις προσκολλήσεις του στην εικόνα εαυτού και στην προκατάληψη.

 

Ο ξεχωριστός εαυτός ζει στο χρόνο, πάντα φτάνοντας προς ένα μέλλον που ποτέ δεν φτάνει ή μένοντας σε ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πια. Αλλά ο διαφωτισμός υπάρχει μόνο στο αιώνιο παρόν, στο άχρονο τώρα που είναι η μόνη στιγμή που ποτέ υπάρχει. Όταν κανείς παραδοθεί πλήρως σε αυτή τη στιγμή, αποδεχόμενος την εντελώς χωρίς την επικάλυψη της επιθυμίας να είναι διαφορετική, η πόρτα στον διαφωτισμό στέκεται ανοιχτή. Όχι ως δραματικό γεγονός, όχι ως ειδική εμπειρία, αλλά ως η απλή αναγνώριση αυτού που πάντα ήταν αληθινό.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πρακτική και η προετοιμασία είναι άχρηστες. Οι πνευματικές πειθαρχίες — διαλογισμός, προσευχή, θεώρηση, ηθική ζωή — όλες έχουν τη θέση τους στο να καθαρίζουν τις αποκρύψεις που εμποδίζουν αυτή την αναγνώριση, στο να καλλιεργούν τις ιδιότητες του νου και της καρδιάς που κάνουν την παράδοση δυνατή. Αλλά τελικά, κανένα ποσό προετοιμασίας δεν μπορεί να εγγυηθεί τον διαφωτισμό, διότι ο διαφωτισμός δεν είναι επίτευγμα αλλά χάρη, όχι αποτέλεσμα προσπάθειας αλλά δώρο της πραγματικότητας που αποκαλύπτει τον εαυτό της όταν οι συνθήκες είναι σωστές.

 

Και όταν αποκαλυφθεί, αυτό που ανακαλύπτεται δεν είναι κάτι νέο αλλά κάτι αρχαίο πέρα από μέτρημα, όχι κάτι αποκτημένο αλλά κάτι θυμημένο, όχι κάτι που αρχίζει εκείνη τη στιγμή αλλά κάτι που ήταν παρόν σε όλες τις στιγμές, περιμένοντας υπομονετικά την αναγνώριση που το φέρνει σε συνειδητή επίγνωση.

 

Ο Καθρέφτης Ποτέ Δεν Θόλωσε

 

Και έτσι επιστρέφουμε εκεί που ξεκινήσαμε, στην εικόνα του καθρέφτη και της θάλασσας, στη θεμελιώδη μεταφορά που αιχμαλωτίζει την ουσία του διαφωτισμού ως απεριόριστη, ανεμπόδιστη αντίληψη. Ο καθρέφτης της συνείδησης ποτέ δεν θόλωσε πραγματικά· μόνο φαινόταν έτσι επειδή νομίσαμε τις παρερχόμενες εικόνες που αντανακλώνται στην επιφάνειά του για την ουσιαστική του φύση. Η θάλασσα ποτέ δεν έπαψε να είναι ικανή για τέλεια νηνεμία· οι άνεμοι που την διατάραξαν ήταν οι άνεμοι της δικής μας εγωικής ταραχής.

 

Ο διαφωτισμός, λοιπόν, δεν είναι κάτι να δημιουργηθεί αλλά κάτι να επιτραπεί, όχι μακρινός προορισμός αλλά το έδαφος στο οποίο πάντα στεκόμασταν. Δεν απαιτεί ειδικά χαρίσματα, καμία εξαιρετική ικανότητα, μόνο την προθυμία να βλέπει κανείς διαυγώς, να επιτρέπει στην πραγματικότητα να είναι όπως είναι, να απελευθερώνει τη θανατηφόρα λαβή της εγωκεντρικής σκέψης και να ανοίγει στην άπειρη έκταση αυτού που απλώς είναι.

 

Για όσους έχουν το θάρρος να αναλάβουν αυτή την παράδοση, για όσους είναι πρόθυμοι να αφήσουν τη γνώριμη φυλακή της ξεχωριστής εαυτότητας και να βγουν στο απέραντο άγνωστο της αληθινής τους φύσης, ο διαφωτισμός περιμένει — όχι σε κάποιο μακρινό πνευματικό βασίλειο, αλλά στο συνηθισμένο θαύμα αυτής της παρούσας στιγμής, στην επόμενη αναπνοή, στον ήχο της βροχής στη στέγη, στην αίσθηση των ποδιών που αγγίζουν το έδαφος. Είναι πάντα εδώ, πάντα τώρα, πάντα διαθέσιμος σε όσους έχουν μάτια να δουν και καρδιές να δεχτούν.

 

Είθε όλα τα όντα να αφυπνιστούν στην αληθινή τους φύση. Είθε όλα τα όντα να γνωρίσουν την ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση. Είθε ο καθρέφτης να παραμείνει διαυγής, η θάλασσα να παραμείνει ήρεμη, και η πραγματικότητα να λάμψει στην γυμνή της μεγαλοπρέπεια, αδιαμόρφωτη από τα όνειρα της χωριστότητας που στοιχειώνουν την ανθρωπότητα εδώ και τόσο καιρό. Αυτή είναι η προσευχή του μυστικού, η φιλοδοξία του σοφού, η ελπίδα που καθοδηγεί όλη την πνευματική αναζήτηση — ότι το φως του διαφωτισμού μπορεί να ανατείλει σε κάθε καρδιά, αποκαλύπτοντας την ενότητα που ποτέ δεν σπάστηκε, την ολότητα που ποτέ δεν θρυμματίστηκε, την αγάπη που ποτέ δεν έλειψε.

 

Στο τέλος, ο διαφωτισμός είναι απλώς αυτό: η αναγνώριση ότι τίποτα δεν χρειάζεται να προστεθεί και τίποτα δεν χρειάζεται να αφαιρεθεί, ότι η πραγματικότητα όπως είναι σε αυτή ακριβώς τη στιγμή είναι ήδη πλήρης, ήδη τέλεια, ήδη η εκπλήρωση όλης της αναζήτησης. Να γνωρίζει κανείς αυτό άμεσα, πέρα από σκέψη και πεποίθηση, είναι να είναι ελεύθερος. Και αυτή η ελευθερία είναι το δικαίωμα γέννησης κάθε συνειδητού όντος, περιμένοντας υπομονετικά να διεκδικηθεί.

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~