CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
9. The Eternal Return: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
8. Το Φωτεινό Νήμα: Ένα Ταξίδι Μέσα από την Καρδιά Όλων των Θρησκειών

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 31 January, 2026

Sunday, March 25, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ): Οι "Γιορτές"

Το Αθηναϊκό ημερολόγιο

(Τα στοιχεία που παραθέτουμε παρακάτω είναι παρμένα από την εργασία του Άγγελου Λιβαθινού, «Το Ημερολόγιο των Αρχαίων Ελλήνων»)

Η Μαθηματική βάση τού Ελληνικού Ημερολογίου
Οι   Έλληνες   χώριζαν το έτος   σε 12 σεληνιακούς (συνοδικούς) μήνες  και, επειδή γνώριζαν, ότι  ο κάθε συνοδικός μήνας δεν είχε ακέραιο πλήθος ημερών ( 29  ½ ημέρες    περίπου  ),  έδιναν      στους  μήνες    διάρκεια  30 ημερών ( τέλειοι μήνες)  και 29 ημερών (κοίλοι μήνες) εναλλάξ ( κανένας μήνας δεν είχε 31 ή 28 ημέρες όπως σήμερα), και φρόντιζαν ώστε η πρώτη ημέρα εκάστου μηνός να   συμπίπτει,   κατά   το   δυνατόν,   με   την   Νέα   Σελήνη   (Νουμηνία).
Έτσι, όμως, το  (σεληνιακό ) έτος, δηλαδή  οι 12 σεληνιακοί μήνες, ισοδυναμούσε με άθροισμα 354  ημερών, δηλαδή  ήτανε μικρότερο  κατά 11 ¼  ημέρες από την πραγματική διάρκεια  τού (ηλιακού ) έτους.
Για να  καλύψουν αυτήν την διαφορά, προχώρησαν στην εξής διόρθωση: υπολόγισαν, ότι σε κάθε  οκτώ (8) σεληνιακά έτη προέκυπτε έλλειμμα  ενενήντα (90) ημερών, δηλαδή ένα έλλειμμα τριών (3) μηνών  των  30 ημερών έκαστος ( 11 ¼  Χ 8= 90 ). Γι΄ αυτό, στην διάρκεια των   οκτώ   (σεληνιακών ) ετών, παρενέβαλλαν  τρείς (3) εμβόλιμους μήνες:
 - έναν στην διάρκεια τού τρίτου έτους,
- δεύτερο  στην διάρκεια τού πέμπτου έτους
-και τρίτο  στην διάρκεια τού  όγδοου έτους (πλήρης οκτωχρονιά, εννεαετηρίς).
Ο μήνας αυτός, συνήθως, έμπαινε εμβόλιμος αμέσως μετά τον μήνα Ποσειδαιώνα (περίπου, 16 Δεκεμβρίου - 15 Ιανουαρίου), και ονομαζότανε: Ποσειδαιών Β΄.
Έτσι, μέσα σε  8 ηλιακά έτη, προέκυπτε εξίσωση τού χρόνου  μεταξύ των  8 σεληνιακών ετών και των 8 ηλιακών ετών!
Με αυτόν τον τρόπο οι  Αρχαίοι Έλληνες  δημιούργησαν το δικό τους     ημερολόγιο, το οποίο, επειδή στηριζότανε  κατά κύριο λόγο  στους σεληνιακούς (συνοδικούς ) μήνες  και διορθωτικά  στο ηλιακό έτος , λέγεται           σεληνοηλιακό  ημερολόγιο (υπάρχει  και το ηλιακό ημερολόγιο,  καθώς και το γνησίως σεληνιακό ημερολόγιο).
Το Αττικό Σεληνοηλιακό Ημερολόγιο
Στην Αρχαία Ελλάδα  κάθε Πόλις – Κράτος  είχε το δικό της ημερολόγιο, δηλαδή είχε τις δικές της ονομασίες   στους   12 μήνες   τού έτους, και είχε τις δικές της γιορτές   κατά την διάρκεια κάθε μήνα.  Η δομή, όμως, όλων των ημερολογίων  στην Ελλάδα  ήταν  ίδια. Οι περισσότερες Πόλεις είχαν υιοθετήσει το Αττικό  ημερολόγιο, στο οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω.
Ο πρώτος μήνας τού έτους  άρχιζε το καλοκαίρι, μετά το θερινό Ηλιοστάσιο, και συγκεκριμένα περίπου την αντίστοιχη σημερινή 16η   Ιουλίου, και είχε 30 ημέρες.
Καθώς στην Αρχαία Ελλάδα η έννοια της Εβδομάδας  ήταν άγνωστη, χώριζαν τον κάθε μήνα σε τρία  δεκαήμερα ( ή δύο δεκαήμερα και ένα εννεαήμερο):
1ο    δεκαήμερο: λεγόταν  μήν ιστάμενος, ή μήν αρχόμενος, ή μήν εισιών.
2ο   δεκαήμερο:  λεγόταν μήν μεσών
3ο   δεκαήμερο: λεγόταν  μήν  φθίνων, ή μήν απιών..
Η εκφώνηση  των  ημερών  του μήνα γίνονταν ως εξής : «εβδόμη αρχομένου» (= 7η τού συγκεκριμένου   μηνός ), «δωδεκάτη  μεσούντος» (= 12η   τού μηνός ), «23η   φθίνοντος» (= 23η   τού μηνός). Κάποιες φορές, οι μέρες του 3ου δεκαημέρου εκφωνούνταν οπισθοβατικώς (ανάποδα): «δεκάτη  απιόντος» (=10η  από τού τέλους τού  μηνός, δηλαδή  20ή  τού μηνός ).
Η ημέρα, δηλαδή το ημερονύκτιο, αρχίζει και τελειώνει με την δύση τού Ηλίου.
Το επίσημο  πολιτικό  και θρησκευτικό  Αττικό Ημερολόγιο  είχε τους παρακάτω 12 μήνες ( για σωστή   ανάγνωση   όλοι   οι   μήνες   τονίζονται   στην λήγουσα   και   είναι αρσενικού γένους).
1ος : ΕΚΑΤΟΜΒΑΙΩΝ  (διάστημα  περίπου 16 Ιουλίου - 15 Αυγούστου, ημέρες 30)
Ο 1ος   μήνας τού πολιτικού και θρησκευτικού έτους στην Αττική.  Η ονομασία του μήνα  αυτού προέρχεται  από την Εκατόμβη, η οποία σημαίνει  την  θυσία 100 βοδιών  ή κάθε δημόσια θυσία ισάξια μ’ αυτήν.
Στην Ακρόπολη, μπροστά στον  παλαιό ναό της Αθηνάς (προστάτιδας της Πόλης), κατά την γιορτή των   Παναθηναίων, θυσίαζαν   όσες αγελάδες χρειάζονταν για να  σιτισθούν όλοι  οι κάτοικοι της Πόλης. Τα Παναθήναια ήταν  μια μεγάλη γιορτή, που πραγματοποιούνταν  προς τιμήν της Θεάς Αθηνάς, στο τέλος του μήνα  και κάθε 4  έτη. Παλιότερα, ο μήνας αυτός ονομάζονταν  Κρονίων, από το όνομα τού θεού Κρόνου. Τότε, εόρταζαν τα Κρόνια, γιορτή προς τιμήν τού   Κρόνου, Πατέρα των θεών. Η γιορτή αυτή  εύρισκε μαζί κυρίους και δούλους  σε ένα  ξεφάντωμα χαράς και συμποσίων. Άλλη γιορτή  κατά τον μήνα Εκατομβαιώνα ήταν τα Συνοίκια , στις «16  μεσούντος μηνός».
2ος : ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ  (διάστημα  περίπου  16 Αυγούστου-15 Σεπτεμβρίο, ημέρες 29)
Κατά  τον  Πλούταρχο,  ο  μήνας  αυτός  ονομάσθηκε  έτσι,  επειδή  κατά  το  διάστημα  αυτό    οι άνθρωποι μετοικούσαν, άλλαζαν δηλαδή κατοικία, άρα και γείτονες.   Κατ’ αυτόν τον μήνα πραγματοποιούνταν μια μικρή σχετικά  γιορτή, τα  Μεταγείτνια, με  γυμνικούς αθλητικούς αγώνες. Ο μήνας αυτός σήμαινε και το τέλος  τού  υποχρεωτικού στρατιωτικού έτους .
3ος: ΒΟΗΔΡΟΜΙΩΝ (διάστημα περίπου:16  Σεπτεμβρίου – 15 Οκτωβρίου, ημέρες 30)
Η λέξη   βοηδρόμος σημαίνει τον σπεύδοντα προς βοήθεια  (βοή + δρόμος ).  Στις 6 και 7 του μήνα («6 και 7  αρχομένου») τελούνταν τα Βοηδρόμια, γιορτή  σε ανάμνηση της βοήθειας τού θεού Απόλλωνα προς  τον Θησέα, στον πόλεμο που έκαμε κατά των Αμαζόνων.  Μετά από λίγες ημέρες τελούνταν τα   πολύ γνωστά   Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια   (15-23 τού μηνός), προς τιμήν της Δήμητρας , θεάς της Γεωργίας.
4ος:   ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ  (διάστημα περίπου : 16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου , ημέρες 29)
Ο τέταρτος μήνας  τού Αττικού Ημερολογίου. Η λέξη Πυανεψιών είναι σύνθετη  (πύανος = κουκί, έψω=βράζω), προήλθε δε  από ένα  έδεσμα ( φαγητό), που συνηθιζότανε κατά την περίοδο αυτή και  αποτελούνταν  από    βρασμένους  κυάμους  (κουκιά)  ή,  σύμφωνα  με  άλλην  εκδοχή,  από αποφλοιωμένο  κριθάρι και όσπρια.
Ο μήνας  Πυανεψιών   είχε τις περισσότερες γιορτές:
α) Τα Πυανέψια , στις  7 τού μήνα, προς τιμήν τού Απόλλωνα, για την προστασία των σπαρτών. Στην γιορτή  αυτήν πραγματοποιούνταν αρκετές τελετές  με αρχαία προέλευση:  πρόσφεραν στον θεό  ένα πιάτο με κουκιά (πυάνους) και πολλά άλλα χόρτα, αναμεμιγμένα με αλεύρι και στάρι.
β) Τα  Οσχοφόρια (Όσχος =  νέον κλήμα αμπέλου ), γιορτή προς τιμήν τού Θεού  Διονύσου.  Έφηβοι    σε    χορό,  που  οδηγούσαν  δύο  από αυτούς, αμφιθαλείς (που είχαν, δηλαδή, στην ζωή και τους δύο γονείς τους),   έφερναν κλαδιά από αμπέλι, φορτωμένα με σταφύλια. Ακολουθούσαν  χοροί και αγώνες δρόμου μεταξύ των εφήβων.
γ)  Τα  Θεσμοφόρια, (στις 11, 12, και 13  του μήνα), γιορτή προς τιμήν της  Δήμητρας, θεάς της Γεωργίας, που φροντίζει για την γονιμότητα  των σπαρτών και των γυναικών. Η λέξη Θεσμοφόρος  ( θεσμός +φέρω)   σημαίνει αυτόν, που φέρει (ορίζει) θεσμούς και νομοθεσίες. Τα Θεσμοφόρια   ήταν   γιορτή   μόνον των παντρεμένων γυναικών (απαγορεύονταν η συμμετοχή στους άνδρες, στις ανύπανδρες   γυναίκες   και στις εταίρες). Οι γυναίκες  ετοιμάζονταν για την συμμετοχή τους στην γιορτή , απέχοντας  για μερικές ημέρες από κάθε σεξουαλική σχέση.   Κατά τις μέρες της γιορτής γυναικοκρατούνταν  η δραστηριότητα και λειτουργία της Αττικής Κοινωνίας. Εμπνευσμένη από την γιορτή αυτή είναι η γνωστή Κωμωδία  τού Αριστοφάνη  «Θεσμοφοριάζουσες», όπου με σκωπτικό τρόπο  εξιστορούνταν τα δρώμενα στη Αρχαία Αθήνα.
δ)  Τα  Απατούρια ( πιθανώς εκ τού : απάτωρ = ορφανός), πολιτική γιορτή  των  φατριών (οικογενειακών δένδρων), διαρκείας τριών ημερών, κατά την οποία οι Αθηναίοι πολίτες,  έκαναν θυσίες  και  συμπόσια κατά τις δύο πρώτες μέρες, ενώ κατά την τρίτη και τελευταία μέρα (που λέγονταν  Κουρεώτις) οι  αρχηγοί των οικογενειών  παρουσίαζαν στα υπόλοιπα μέλη της φατρίας τα νόμιμα παιδιά  τους, που γεννήθηκαν  στο έτος αυτό, για να τα  γράψουν  εν  συνεχεία  στους καταλόγους  των πολιτών.
ε)   Τα  Χαλκεία , γιορτή προς τιμήν της Αθηνάς (Εργάνης), προστάτιδας των τεχνιτών, και τού θεού Ήφαιστου, προστάτη των σιδηρουργών. Η  γιορτή γίνονταν την τελευταία ημέρα του μήνα (29η). 
5ος : ΜΑΙΜΑΚΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Νοεμβρίου-15 Δεκεμβρίου, ημέρες 30)
Την περίοδο αυτή γιορτάζονταν  ο « Ζεύς  Μαιμάκτης».  Η λέξη Μαιμάκτης  προέρχεται ίσως από το ρήμα «μαιμάσσω » , που σημαίνει: επιθυμώ πολύ (με πάθος) κάτι ή κάποιον, δηλαδή ποθώ.
6ος: ΠΟΣΕΙΔΑΙΩΝ  (διάστημα περίπου: 16 Δεκεμβρίου -15 Ιανουαρίου, ημέρες 29)
Η ετυμολογία της λέξης είναι αμφιλεγόμενη. Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται  από το  όνομα τού Θεού Ποσειδώνα, ενώ κατ’ άλλους έχει την ίδια ρίζα με το επίθετο πόσιμος (δηλαδή, αυτό που μπορεί να πιεί κάποιος, δηλαδή τον οίνο).
Κατά τον μήνα αυτόν πραγματοποιούνταν  οι εξής  γιορτές :
α) Τα  Αλώα (: η  άλως= το αλώνι  ή το καλλιεργημένο  χωράφι ).  Γιορτή  προς τιμήν της Δήμητρας, για να προστατεύσει την βλάστηση (όπως τα  Θεσμοφόρια, για την προστασία της σποράς). Προσφέρονταν θυσίες  στην θεά  Δήμητρα  και στην κόρη της,  Περσεφόνη.  Δεν επιτρέπονταν, οι  άνδρες να  λάβουν μέρος  στα  Αλώα (εκτός  από μερικούς άρχοντες, που επέβλεπαν τις τελετές). Ελεύθερη ήταν όμως η συμμετοχή   για τις εταίρες (η συμμετοχή των οποίων απαγορεύονταν στα  Θεσμοφόρια).
β) Τα  κατ’  αγρούς  Διονύσια (ή   Μικρά  Διονύσια), σε διάκριση  από τα  κατ’ Άστυ  (ή εν Άστει ) Διονύσια, γιορτή προς τιμήν του Θεού  Διονύσου. Μια αγροτική πομπή  μετέφερε ένα κάνιστρο (κανηφόροι)   και πίσω της ακολουθούσε μια άλλη πομπή   μεταφέροντας ένα φαλλό (φαλλοφόρια). Ακολουθούσαν  λαϊκές  διασκεδάσεις, χοροί, τραγούδια,  πειράγματα κλπ.   
Από την αρχή τού 5ου αι. οι πλούσιοι  Δήμοι, παράλληλα με αυτές τις εκδηλώσεις, διοργάνωναν  και δραματικές παραστάσεις.
7ος: ΓΑΜΗΛΙΩΝ  (διάστημα περίπου:  16 Ιανουαρίου–15 Φεβρουαρίου, ημέρες 30)
Ο μήνας, κατά τον οποίον τελούνταν συνήθως οι γάμοι. Κατ’ αυτόν τελούνταν οι εξής γιορτές:
α) Τα Γαμήλια   (ή Θεογάμια), γιορτή αφιερωμένη στις θεότητες, που προστάτευαν τον γάμο: Δία, Ήρα, Αφροδίτη, Αρτέμιδα, Πειθώ .
β) Τα Λήναια, γιορτή της οποίας το όνομα οφείλονταν σε τοπωνύμιο περιοχής της Αθήνας, με το όνομα «Λήναιον», και αφιερωμένη  στον Βάκχο ( Διόνυσο ).  Κατά την γιορτή αυτή  τελούνταν μια οργιαστική εκδήλωση   των Ληνών (Ληναί  =  άλλο όνομα των Μαινάδων, γυναικών, που τις καταλαμβάνει βακχική «μανία»).  Αυτές  οι  γυναίκες  χόρευαν,  αναμαλλιασμένες  και σε έκδηλη  έκσταση, διάφορους  χορούς στην ιερή θέση Λήναιον.
Ακόμα πραγματοποιούνταν  δραματικές και λυρικές θεατρικές παραστάσεις, μια και ο Βάκχος ήτο ο Θεός τού Διθυράμβου. Στα Λήναια  είχε  παρουσιάσει  ο Αριστοφάνης τα γνωστά έργα του: Αχαρνείς , Ιππείς , Σφήκες .
8ος: ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Φεβρουαρίου–15 Μαρτίου,  ημέρες 29 )
Η ετυμολογία της λέξης Ανθεστηριών είναι αμφιλεγόμενη . Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται  από το  ρήμα «ανθεστιώ», που σημαίνει «ανταποδίδω φιλοξενία»… Κατά τον Παναγή Λεκατσά το όνομα βγαίνει από το «ανθέω», (όπως φαίνεται από το παράλληλο «ανθεστηριάδες», αυτές που είναι ώριμες να παντρευτούν)… Για τον Νίλσσον Ανθεστήρια είναι η «γιορτή των λουλουδιών»…
 Κατά τον μήνα αυτόν τελούνταν οι εξής γιορτές :
α)  Τα  Ανθεστήρια, τριήμερη γιορτή (11, 12, και 13 του μήνα) προς τιμήν τού Βάκχου. Την πρώτη μέρα, που λέγονταν Πιθοιγία, άνοιγαν τους πίθους, όπου φύλαγαν τον οίνο. Την δεύτερη μέρα που λέγονταν Χόες γίνονταν διαγωνισμοί  ανάμεσα σε πότες οίνου. Η τρίτη μέρα της γιορτής, που είχε την ονομασία Χύτροι, ήταν αφιερωμένη  στους νεκρούς και  στους ετοιμοθάνατους.  Πίστευαν ότι, με το τέλος των Ανθεστηρίων, έφευγαν μαζί και τα κακά πνεύματα, και γι’ αυτό φώναζαν: «θύραζε Κήρες, ουκ έτ’ Ανθεστήρια » (= έξω από την θύρα φύγετε, Κήρες – Δυνάμεις του θανάτου -. τα Ανθεστήρια – δηλαδή η φιλοξενία-τελείωσαν !).
β) Τα  Χλοία, γιορτή της  Δήμητρας.
γ) Τα Διάσια, προς τιμήν τού Διός.
9ος:  ΕΛΑΦΗΒΟΛΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Μαρτίου–15Απριλίου, ημέρες 30)
Ετυμολογικά  η ονομασία Ελαφηβολιών  προέρχεται από το ουσιαστικό Ελαφηβόλια (έλαφος+βάλλω), γιορτή προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδας (προστάτιδας τού κυνηγίου ).
Τα Μεγάλα  Διονύσια (ή αλλιώς : τα εν  Άστει  ή κατ΄ Άστυ Διονύσια,  προς διάκριση από τα « κατ΄αγρούς Διονύσια ») ήταν η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαιότητας (και θα την αναλύσουμε αλλού).
Τα  Ελαφηβόλια, άλλη ονομασία για τα Μεγάλα  Διονύσια ήταν η δεύτερη θεατρική περίοδος, μετά τα Λήναια, και προσήλκυαν πολλούς ξένους. Διαρκούσαν πέντε μέρες, στην διάρκεια των οποίων  παρουσιάζονταν στην Αθήνα διάφορα θεατρικά έργα σε διαγωνισμό. Στις 9 του μήνα παρουσίαζαν τους Διθυράμβους, στις 10 του μήνα τις Κωμωδίες, και, από τις 11 μέχρι τις  13 τού μήνα, τις Τριλογίες (Τραγωδίες).
Μόνο κατά τον μήνα αυτόν  επέτρεπε η θεά Άρτεμις  το κυνήγι του ελαφιού .
10ος: ΜΟΥΝΥΧΙΩΝ (διάστημα περίπου:  16 Απριλίου–15 Μαΐου, ημέρες 29)
Η ονομασία Μουνυχιών προέρχεται από την Μουνυχία, το όνομα δηλαδή τού λιμανιού μεταξύ του Πειραιά και  του Φαλήρου  (ο κόλπος της Μουνυχίας, το λιμάνι της Μουνυχίας, το επιλεγόμενο  επί Τουρκοκρατίας και «Τουρκολίμανο» ).
Κατά τον μήνα αυτόν τελούνταν γιορτή προς τιμήν της  θεάς Αρτέμιδας, ναός της οποίας  υπήρχε στην Μουνυχία, όπου και λατρευόταν.
11ος: ΘΑΡΓΗΛΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Μαΐου–15 Ιουνίου, ημέρες 30 )
Κατά τον μήνα αυτόν πραγματοποιούνταν ο θερισμός.
Στις αρχές του μήνα γίνονταν εκδηλώσεις- γιορτές, τα Θαργήλια, προς τιμήν τού Απόλλωνα. Την πρώτη μέρα των γιορτών (6η αρχομένου μηνός ) η πόλη καθαριζόταν με την τελετή Φαρμακοί. Κατ’ αυτήν δύο άνθρωποι, διέσχιζαν τρέχοντας τους δρόμους της πόλης, ενώ οι περαστικοί  τούς κυνηγούσαν και τούς κτυπούσαν με σκιλλοκρέμμυδα (σκίλλα)  και με κλαδιά συκιάς για να τους διώξουν από την πόλη, δείγμα της επιθυμίας τους να απομακρύνουν μαζί με αυτούς τα μιάσματα  που είχαν εισχωρήσει στην πόλη. Την δεύτερη μέρα των γιορτών (στις 7 τού μηνός)  πρόσφεραν στον Απόλλωνα τον  «Θάργηλον άρτον»,  δηλαδή  άρτο από    τα  πρώτα στάχυα, που έκοβαν πριν από τον θερισμό, ο οποίος θα ακολουθούσε σε λίγες μέρες.
Στις 25  του μήνα γιόρταζαν τα  Ιερά πλυντήρια, τελετή κατά την οποίαν μετέφεραν το ξύλινο άγαλμα (ξόανον) της Αθηνάς μαζί με το πέπλο  του χρυσελεφάντινου αγάλματος  στο Φάληρο, τα έριχναν στην θάλασσα  για να πλυθούν και να καθαρθούν, πρόσφεραν δε στην θεά γλυκά από σύκα.
Οι γιορτές, δηλαδή, κατά τον μήνα Θαργηλιώνα, αποσκοπούσαν στον     εν γένει εξαγνισμό της πόλης, προ της συγκομιδής των καρπών.
12ος : ΣΚΙΡΟΦΟΡΙΩΝ (διάστημα περίπου:  16 Ιουνίου–15 Ιουλίου, ημέρες 29)
Οι κύριες γιορτές κατά τον μήνα αυτόν ήταν :
α)  Τα Σκιροφόρια:  γιορτή προς τιμήν  της Αθηνάς. Το λευκό υφαντό πέπλο της θεάς Αθηνάς  το ονόμαζαν σκίρον. Το σκίρον, το οποίο είχαν πλύνει κατά τον προηγούμενο μήνα, το  μετέφεραν τεντωμένο πάνω  από το κεφάλι τους  οι Ιέρειες της Αθηνάς (Αρρηφόροι ) και το  πήγαιναν στην περιοχή  «Σκίρον» (Κακιά σκάλα, Σκιρωνίδες πέτρες),  από όπου εν συνεχεία  το  επέστρεφαν στην Ακρόπολη .
β) Τα Διπόλια ή Διπόλεια (=Διΐ + πόλις), γιορτή προς τιμήν τού Διός  με ιππικές επιδείξεις.
γ) Τα Βουφόνια,  η τελευταία γιορτή τού  έτους, αφιερωμένη στον Δία, Πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Κατά την γιορτή αυτήν θυσίαζαν  βόδια στον Δία (Βουφόνος = βούς + φόνος).
Η χρονολόγηση τών ιστορικών γεγονότων στην Αρχαία Ελλάδα:
Η χρονολόγηση των ιστορικών γεγονότων, αρχικά, δεν ήταν ενιαία στην Αρχαία Ελλάδα. Κάθε Πόλις-Κράτος είχε τον δικό της τρόπο να τοποθετεί χρονικά ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός. Για τον σκοπό αυτόν, πολλές φορές έχουν χρησιμοποιηθεί και σημαντικά αστρονομικά γεγονότα, όπως οι εκλείψεις τού Ηλίου.
Στην Αρχαία Αθήνα, αρχικά, χρονολογούσαν με ενιαίο τρόπο τα ιστορικά γεγονότα με βάση τον  Κατάλογο  των  Επωνύμων  Αρχόντων.  Έτσι,  για  παράδειγμα,  αναφέρεται,  ότι  ο Πεισίστρατος έγινε Τύραννος των Αθηνών επί Άρχοντος Κωμέου. Αυτή η αναφορά, με την βοήθεια και άλλων πληροφοριών, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι αυτό το σημαντικό ιστορικό γεγονός έλαβε χώρα στην Αθήνα το έτος 560 π.Χ., κατά την χριστιανική χρονολόγηση.
Αργότερα, ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, το   οποίο, εκ των πραγμάτων, αποδέχθηκαν όλοι οι Έλληνες στην Αρχαία Ελλάδα ως χρονικό σημείο αναφοράς  για την χρονολόγηση των  ιστορικών γεγονότων, ήταν  η πρώτη  γραπτή  χρονική αναφορά για την πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ολυμπία με την ευθύνη τού Κράτους της Ήλιδος. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που τελούνταν στην Ολυμπία προς τιμήν τού Διός, πατέρα των θεών, άρχισαν, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, πολύ πριν από τον 8ο αιώνα π.Χ., και ιδρυτής τους στην  Μυθολογία  αναφέρεται  ο  Ηρακλής.  Αλλά  η  πρώτη  γραπτή  καταχώριση    Ολυμπιακών Αγώνων έγινε  για τους Αγώνες τού έτους 776 π.Χ. Η καταγραφή έγινε τον 5ο  αιώνα π.Χ., από τον Σοφιστή, Ιππία τον Ηλείο, ο οποίος πρώτος συνέταξε κατάλογο των νικητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί καταγράφεται ως πρώτος Ολυμπιονίκης ο Ηλείος δρομέας Κόροιβος.
Οι  Ολυμπιακοί  Αγώνες, πραγματοποιούνταν  κάθε  4  έτη, και για την ακρίβεια κάθε 49 ή 50 μήνες εναλλάξ, δεδομένου ότι, όπως είπαμε  παραπάνω, μία πλήρης  οκτωχρονιά ( εννεαετηρίς ) είχε  99 μήνες ( 8Χ12 =96  μήνες και 3 εμβόλιμους  μήνες =99 μήνες =49+50).
Ο μήνας  τού Κράτους τής Ήλιδος, κατά τον οποίον  ετελούντο  οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ήταν  την μία  φορά ο μήνας Μεταγειτνιών  (Απολλώνιος) , και την επόμενη φορά ο  μήνας Βοηδρομιών (Παρθένιος). Με άλλα λόγια, οι Αγώνες  τελούνταν το Καλοκαίρι  προς το Φθινόπωρο (Αύγουστος–Σεπτέμβριος).


Οι Γιορτές

Το Άχρονο, η Αιωνιότητα, είναι ο Χώρος μέσα στον Οποίο συμβαίνουν όλα, συμβαίνουν τα θεϊκά γεγονότα, η «δημιουργία», ο κοσμικός κύκλος, η ετήσια ανανέωση της φύσης, ή άλλα σημαντικά (για τους ανθρώπους) γεγονότα…
Γιορτές για την «γέννηση» του Δημιουργού Θεού (του Ζαγρέα), για την «δημιουργία» (που εντάσσονται στον κύκλο των «Διονυσιακών γιορτών»), για το πέρασμα της ψυχής από τον φωτεινό κόσμο του υπερπέραν στον υλικό κόσμο…  κι ακόμα γιορτές που αναφέρονται σε γεγονότα που σχετίζονται με την επιβίωση της κοινότητας, του ανθρώπου, του καθενός… καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς και υιοθετήθηκαν στα χρόνια της Δημοκρατίας…
Τέτοιες γιορτές είτε τελούνταν από λίγους, σχεδόν μυστικά (στα πλαίσια της λειτουργίας ονομαστών θρησκευτικών κέντρων, όπως οι Δελφοί…), είτε τελούνταν από την κοινότητα, (όπως τα Μικρά Διονύσια), ή ακόμα με την εποπτεία του δήμου, ή της Πόλης, (όπως τα Λήναια, τα Ανθεστήρια, τα Μεγάλα Διονύσια…)…
Γιορτές γίνονταν όχι μόνο προς τιμήν του Διονύσου, αλλά και άλλων θεϊκών δυνάμεων…


Η Θυσία του Θεού κι οι θυσίες των ανθρώπων

(Προκοσμική Θυσία, Κοσμική ή Γονιμοποιός Θυσία, Τελετουργική ωμοφαγία, Μετάληψη οίνου)

Η «Θυσία», στην πανάρχαια θρησκευτική σημασία της, είναι γενικά η «στέρηση του δικού μας» χάριν του «άλλου», η «προσφορά» υπέρ του άλλου.
Η Πρωταρχική Θυσία (το «Αρχέτυπο» της Θυσίας) είναι η Θυσία του Θεού, που έφερε σε ύπαρξη την δημιουργία και τα όντα. Από την Ουσία του ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο… Ενώ όμως η Ουσία του Θεού προσφέρεται «Θυσία» για να δημιουργηθεί ο κόσμος, την ίδια στιγμή Αυτή η Ουσία (εξαιτίας της «Φύσης» της) Διατηρείται και Αποκαθίσταται χωρίς δηλαδή να Αλλοιώνεται, Προσφέρεται χωρίς να «Μειώνεται» ή να «Εξαντλείται». Είναι το «Είναι» που δημιουργεί τα πάντα, που παραμένει «Ακέραιο Είναι», Διακρίνεται από όλα, αλλά τα αγκαλιάζει και τα στηρίζει (τους δίνει ουσία), από Αυτό πηγάζουν και σε Αυτό στηρίζονται όλα τα «επιμέρους είναι»…
Έτσι στο «Μύθο» του Ζαγρέα μολονότι ο Ζαγρέας «διασπαράσσεται» από τους Τιτάνες (τις δυνάμεις της πολλαπλότητας) ταυτόχρονα η «καρδιά» του (δηλαδή η «Ουσία» του η «ύπαρξή» του) «διασώζεται», κι ο Ζαγρέας «Ξαναγεννιέται»… Καταλαβαίνουμε ποιο είναι το νόημα του «Μύθου»…
Με αυτή την Πρωταρχική Θυσία «συνδέεται» συμβολικά, σε άλλο κοσμικό επίπεδο (αυτό του ξεδιπλώματος της δημιουργίας), η Κοσμική (στην Αρχή της δημιουργίας) κι Ετήσια Θυσία του Διονύσου, σαν Πνεύματος της Φύσης, Γεννουσιουργού, και Γονιμοποιού Θεϊκής Δύναμης, (της «γέννησης», της «βλάστησης», της «ζωής», κλπ…)… Το κατ’ εξοχήν σύμβολο (ζώο) του Διονύσου είναι ο «ταύρος» (εξ’ αιτίας της γονιμοποιού δύναμής του), αλλά και η νεβρίδα (μικρό ελάφι), και (στην βλαστική όψη του) ο κισσός και η άγρια άμπελος, και ο οίνος (αίμα της αμπέλου)… Ο Διόνυσος Θυσιάζεται σε Κοσμική και Ετήσια βάση για να «Ζωογονήσει» την «φύση»… Η «θυσία του ταύρου» (ή άλλου ζώου), κι η «φυτική» θυσία του κισσού σχετίζεται άμεσα με την κοσμογονική (κι ετήσια) θυσία..
Οι τελετές της «ωμοφαγίας» από τις μαινάδες στον Παρνασσό, κι αλλού, σαν «μιμήσεις» της ετήσιας θυσίας, εντάσσονται στον λατρευτικό κύκλο (σε ένα κατώτερο επίπεδο)… το ίδιο και οι τελετές των γυναικών στα Λήναια, (στην Αθήνα κι αλλού)…
Με την ίδια κοσμική (κι ετήσια) θυσία σχετίζονται ακόμα (σε ένα εξωτερικό επίπεδο) κι οι «γιορτές του κρασιού» (η μετάληψη του οίνου, στις διάφορες γιορτές, στα Ανθεστήρια, αλλά και σε άλλες γιορτές…
Όλες αυτές οι Θυσίες (που ανάγονται στην Αρχέτυπη Θυσία), είναι του Θεού, αναφέρονται στο Θεό, στην Θυσία του Θεού… κι είναι ιδιαίτερα ιερές… Τα αρχαιοελληνικά «όργια» είναι τα ιερά έργα, οι ιερουργίες… Χάρις στους χριστιανούς και στη κατασυκοφάντηση της αρχαίας θρησκείας, η λέξη «όργια» πήρε μία αντίθετη αρνητική σημασία.. Τα «αρχαίο όργια» όμως, όλοι το γνωρίζουν, (κι ας συνεχίζουν κάποιοι να ψεύδονται συνειδητά, ακόμα και σήμερα) ήταν «ιερές πράξεις»…
Εκτός όμως από αυτά τα είδη της «θυσίας» (του Θεού) υπήρχαν και θυσίες που προσφέρονταν από την μεριά των ανθρώπων..
Η πιο ιερή θυσία του ανθρώπου είναι η «προσευχή»… Τι είναι στην ουσία της η «προσευχή»; Είναι η θυσία του «οικείου χώρου» (του κόσμου), η «αποξένωση» του ανθρώπου από τον κόσμο, και η ανύψωσή του νοερά στον ιερό χώρο του Θεού (στον Υπέρκοσμο, πέραν του κόσμου). Αυτό σημαίνει απόσυρση της προσοχής από το εξωτερικό περιβάλλον, ησυχία των αισθήσεων, εσωτερική συγκέντρωση στο Θεό (με απομόνωση από τον εξωτερικό κόσμο), νοερή ανύψωση στο άλλο (ανώτερο) υπαρξιακό επίπεδο (του Θεού)… Βέβαια δεν κατανοούν όλοι οι άνθρωποι την «προσευχή» με αυτόν τον τρόπο και δεν την εφαρμόζουν έτσι… αλλά αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο, και το νόημα, και η σημασία, της «προσευχής»…
Η «προσευχή» μπορεί να είναι «προσευχή της κοινότητας» και τότε «αναδύεται» σε «Ύμνο» (ο Διθύραμβος προς τιμήν του Διονύσου, ο Παιάνας προς τιμήν του Απόλλωνα, η απλά ο «Ύμνος» προς τιμήν του θεού)… και κατ’ επέκταση το «ιερό δράμα», «μίμηση ιερών γεγονότων» (και όχι μόνο)… κι από εδω γεννιέται το «θέατρο»…
Η «προσευχή» μπορεί να είναι ατομική και τότε καθίσταται «περισυλλογή», εσωτερική συγκέντρωση, εσωτερική προσοχή, και εσωτερική μεταμόρφωση (διεύρυνση της συνείδησης κι άνοδος σε ανώτερα υπαρξιακά επίπεδα)…
Εκτός όμως από την «προσευχή» (την πνευματική θυσία) γίνονταν κι άλλες προσφορές (συμβολικές, μαγικοθρησκευτικές, ή από ευγνωμοσύνη) στον Θεό και στις θεϊκές δυνάμεις (Θείες Όψεις, Θεότητες…), προσφορές καρπών, αντικειμένων, κλπ… τέτοιες προσφορές γίνονταν σε όλες τις Θείες Όψεις, θεότητες, και στον Διόνυσο, και στον Απόλλωνα, και στην Άρτεμι,  και στην Δήμητρα, και  σε άλλους…
Από την Αρχαιοελληνική Θυσία, που λειτουργεί σε πολλά υπαρξιακά επίπεδα (την Προκοσμική Θυσία, την Γενεσιουργό Θυσία, τις τελετές ωμοφαγίας, την μετάληψη του οίνου…), οι χριστιανοί πήραν («έκλεψαν», «μιμήθηκαν»…) την δική τους «Θυσία» στο μυστήριο της «θείας κοινωνίας», την «θεία μετάληψη, την μετάληψη του «σώματος και του αίματος» του Χριστού… Η διαφορά είναι ότι, ενώ στα Αρχαία Μυστήρια (Θυσίες, μυήσεις, τελετές, γιορτές, κλπ…) ο άνθρωπος οδηγείται στον Θεό (στην Ομοίωση με τον Θεό) με εσωτερική μεταμόρφωση (που αποτυπώνουν και περιγράφουν οι διάφορες Μυητικές Βαθμίδες των Μυστηρίων), οι χριστιανοί, (στο μεγαλύτερο μέρος τους), πιστεύουν, ακόμα και σήμερα, ότι μπορούν (χωρίς εσωτερική πνευματική προσπάθεια αλλά) μόνο με μία εξωτερική τελετή και πράξη, την μετάληψη του καθαγιασμένου άρτου και οίνου, (εντελώς μαγικά), να σωθούν… Τέτοια τυφλότητα (παραγνώριση της αντικειμενικής πραγματικότητας), τέτοια υποκρισία (να θέλουν να σωθούν χωρίς εσωτερική αλλαγή), και τέτοια ανοησία (να πιστεύουν πως μαγικά, με εξωτερικές πράξεις, μπορούν να σωθούν), δεν είναι κατανοητή. Πρέπει να είναι κάποιος ηλίθιος για να πιστεύει τέτοια πράγματα…
Από την Αρχαία Προσευχή (αλλά και τις εβραϊκές καταβολές τους), οι χριστιανοί πήραν την δημόσια προσευχή… Η ατομική προσευχή (όπως ασκήθηκε από τους μυστικούς πατέρες, τους νηπτικούς, η «νοερά προσευχή» προέρχεται από την «ελληνική παράδοση», της «περισυλλογής»…)…


Η αμφισημία της Φύσης

Ενώ σύμφωνα με την Βασική Διδασκαλία του Ορφισμού, και των Αρχαίων Ελλήνων (φιλοσόφων, και μη) η Φύση είναι Μία Ενιαία Πραγματικότητα, και τα περιλαμβάνει όλα… κι είναι κι η δική μας «φύση»… ταυτόχρονα αυτή η Αληθινή Φύση υποκρύπτεται κάτω από το ανθρώπινο «προσωπείο»…
Ενώ η Αληθινή Φύση είναι η Ουσία της Ύπαρξής μας, ταυτόχρονα είναι δύσκολο να αποκαλυφτεί…
Ενώ η Φύση μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, ταυτόχρονα το αγνοούμε, και νομίζουμε άλλα πράγματα…
Αυτό δεν οφείλεται στην Ίδια την Φύση, ή σε κάποια εγγενή ατέλεια… οφείλεται στην δική μας επιλογή, να τραβήξουμε τον δρόμο της ατομικής ύπαρξης, της προσωπικής δραστηριότητας…
Αν ο Βάκχος δίνει την μανία της ατομικής βούλησης και της προσωπικής επιλογής, παραχωρώντας έτσι, στον Χώρο της Δυνατότητας, την δυνατότητα οποιασδήποτε επιλογής, ταυτόχρονα είναι ο Ίδιος (Θεός) που μπορεί να μας οδηγήσει πέρα από το «προσωπείο» στο Αληθινό Πρόσωπο του Θεού μέσα μας, στην Ενότητα του Όντος, στην Θεότητα…


Ο Θεός κι η πολλαπλότητα

Κατά το Πρότυπο της Προκοσμικής Θυσίας (Διασπαραγμός) του Ζαγρέα, που θα γεννήσει την δημιουργία, είναι η Κοσμική Θυσία του Διονύσου (σαν Πνεύματος της Φύσης), με την μορφή του ταύρου (αν και όχι πάντα), που αποτυπώνεται και στον τελετουργικό διασπαραγμό του Θεού στην «θιασιακή λατρεία»… Είναι ο «Ένας Θεός που γίνεται πολλά»… κι είναι αυτά τα «πολλά» που υπάρχουν και λειτουργούν μέσα στην Θεία Ενότητα…
Γράφει ο Παναγής Λεκατσάς (στον «Διόνυσό» του, παράγραφος 61): «Ατόφιος (ο Διόνυσος) στην ενότητά του θεός, διαφορίζεται αέναα στην πολλαπλότητα, αναγυρίζοντάς τη στην ενότητα πάλι»… κι ακόμα «Η ανθρωπομορφική παράστασή του που συμπιάνει σ’ ένα σχήμα την πολυμορφία του, είναι ένα άδειο προσωπείο: Η παρουσία του θεού στην απουσία του, κι η απουσία του στην παρουσία»…
Το κατ’ εξοχήν σύμβολο του Διονύσου, στο ανθρώπινο επίπεδο, είναι το «προσωπείο», ένα «άδειο προσωπείο»… Πίσω από το «προσωπείο» Είναι ο Θεός Παρών, αλλά αυτό που «βλέπουμε» είναι ένα άδειο προσωπείο, η απουσία… Κι από την άλλη μεριά, όταν κοιτάμε το παρόν προσωπείο, σ’ αυτό το προσωπείο ο Θεός απουσιάζει (αφού ο χαρακτήρας κι οι ιδιότητες του προσωπείου δεν έχουν τίποτα θεϊκό…)… Ο Θεός είναι πίσω από το προσωπείο..
Το «Άδειο Προσωπείο του Θεού» είναι το «σύμβολο του όντος», το «σύμβολο του ανθρώπου»… μπορεί να το «φορέσει» (μέσα στην λατρεία, στην τελετή, κι αυτό σημαίνει ότι είναι ιερή πράξη…) ο κάθε άνθρωπος, ταυτιζόμενος έτσι με τον Θεό… ενώ εξωτερικά το προσωπείο μπορεί να πάρει όποια μορφή «θέλουμε»… είναι η ψεύτικη προσωπικότητα του ανθρώπου, το εγώ, η σκέψη του, οι πράξεις του, η ζωή του…
Το «προσωπείο» λοιπόν, λειτουργεί και σε (πραγματικό) οντολογικό επίπεδο (είμαστε ο Θεός με προσωπείο, ένα προσωπείο στην ατομικότητά μας, σαν προσωπικότητες...), και σε συμβολικό επίπεδο (ο οντολογικός χαρακτήρας, το εγώ, η προσωπικότητα, είναι προσωπείο…), και σε πρακτικό (υλικό) επίπεδο, στην τελετουργία, στις γιορτές, στο θέατρο…
Το Θέατρο, προερχόμενο από την Διονυσιακή Λατρεία, είναι στην αρχαιότητα μία «ιερή πράξη»… γι’ αυτό «γίνεται χρήση» προσωπείου… Το Θέατρο παραμένει ιερό σε ολόκληρη την κλασσική αρχαιότητα.. παρ’ όλους τους «νεωτερισμούς» των τραγικών (Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη…)  και τις «ακροβασίες» του Αριστοφάνη…


Το «προσωπείο»

Το Προσωπείο (τα προσωπεία) είναι οι παροδικές μορφές του Θεού, (οι άνθρωποι, οι προσωπικότητες των ανθρώπων…)…
Την Ιερή Νύχτα (στις 22 Δεκεμβρίου, συμβολικά…), ή την καθιερωμένη γιορτή της «πρωτοχρονιάς», είτε κάποια σημαντική γιορτή, όπου όλα «καταλύονται» κι όλα «ξαναγεννιούνται» (συμβολικά), ο Θεός «παίρνει» ξανά μυριάδες προσωπεία… και ξαναγεννιέται ο κόσμος…
Ο «θίασος των μεταμφιεσμένων» (στις γιορτές) είναι ο Θεός με τα μυριάδες προσωπεία του, είμαστε εμείς (ταυτισμένοι με το Θεό) με προσωπεία (σύμβολα της ψεύτικης προσωπικότητας)… που ακολουθάμε το Θεό στην κοσμική πορεία του (στην μανία μέσα στους κόσμους και στην λύση της μανίας με την έξοδο από τους κόσμους…)… Αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα (οντολογικά), «επαναλαμβάνεται» (μίμησις) στις τελετές, στις γιορτές, στο θέατρο… ακριβώς για να «συνειδητοποιήσουμε» το «τι συμβαίνει»…


Οι «αρχαίοι θίασοι»

Σύμφωνα με την πατροπαράδοτη πίστη, από τον Γενεσιουργό Θεό (τον Διόνυσο), που «ανανεώνεται» κάθε χρόνο (ξαναγεννιέται) προέρχονται όλα τα όντα. Όλα τα όντα είναι μορφές του Θεού. Ενώ η Ουσία είναι η Ίδια, Μία, οι εξωτερικές μορφές είναι πολλές…
Όσοι ακολουθούν το Θεό, τον Διόνυσο, τον Βάκχο, (τον Λατρευτό), γίνονται όλοι ένθεοι, βάκχοι… Ενώ όμως εσωτερικά (βιωματικά) μεταμορφώνονται στο Θεό (γίνονται βάκχοι), εξωτερικά διαφέρουν ως προς την «ατομικότητα» (την προσωπικότητα)… Αυτοί που όντως ανέρχονται στις ανώτερες βαθμίδες μύησης, κατανοούν ότι η ατομικότητα είναι ψεύτικη, ένα προσωπείο… Όσοι ομοιώνονται με τον Θεό Βιώνουν την Ενότητα του Όντος, κι όχι το ψεύτικο προσωπείο… Στην Λατρεία (στα Μυστήρια, στις Τελετές, στις γιορτές) αυτοί που «βιώνουν» πραγματικά το Θεό (την Ενότητα του Όντος) χρησιμοποιούν ακριβώς το προσωπείο για να υποδηλώσουν ότι βιώνουν την Ενότητα πίσω από οποιαδήποτε ψεύτικη ατομικότητα… Το οντολογικό γεγονός μεταφέρεται στο συμβολικό επίπεδο της Λατρείας με την χρήση του προσωπείου (της μάσκας)…
Έτσι, το Προσωπείο συμβολίζει την ψεύτικη ατομικότητα (προσωπικότητα)… Όπως στην πραγματικότητα είμαστε ο Θεός με το προσωπείο της ατομικότητας, έτσι και στην Λατρεία (και στις γιορτές) «ταυτιζόμαστε» με τον Θεό και χρησιμοποιούμε το προσωπείο (τη μάσκα, την μεταμφίεση… Η «συμβολική» επανάληψη, μίμηση, ενός πραγματικού γεγονότος βοηθά την συνείδηση να κατανοήσει και να αφομοιώσει το ίδιο το πραγματικό γεγονός…
Όλοι οι οπαδοί του Θεού στον θίασο, στην πομπή, στην «τελετουργία, στον κώμο, ενώ «είναι» ο Θεός (Βάκχος) μετέχουν με τις ψεύτικες προσωπικότητες, τις μάσκες… Η συνειδητή λατρεία, κι η συνειδητή χρήση του προσωπείου, βοηθούσε τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι η Ουσία τους είναι θεϊκή, διονυσιακή, (και στην πραγματικότητα, και στη λατρεία…)… αλλά η ατομικότητα τους (και στην πραγματικότητα και το λατρευτικό προσωπείο) είναι ψεύτικη, «τιτανική»…
Έτσι, όσοι συμμετείχαν σε αυτή την λατρεία, σε αυτές τις γιορτές ακολουθούσαν τον Θεό στην Πορεία του μέσα στον Χώρο της ζωής, του ά-λογου, στη παραφροσύνη (της ατομικότητας), στην μανία (της προσωπικής δράσης), της μέθης (των πράξεων), κλπ… 
Στην πραγματικότητα (όχι στις ιερουργίες αλλά) στις γιορτές, που ξεπερνιούνται τα «όρια», και γίνονται πράγματα που κανονικά δεν γίνονταν λόγω των κοινωνικών αναστολών (της «ευπρέπειας» και της «τάξης»)… «ξεγυμνωνόταν» η αληθινή παράλογη φύση του κοσμικού ανθρώπου… Η «μανία» δεν δίνονταν από τον Θεό… η «μανία» είναι εγγενής ιδιότητα της ατομικότητας και της ζωής στον κόσμο, στην κοινωνία… που είναι ένας χώρος ά-λογος, ένας χώρος παραφροσύνης, προσωπικής διεκδίκησης, διαμάχης, σύγκρουσης… Όσοι έρχονταν στον κόσμο της ατομικότητας, στην κοσμική ζωή, αναγκαστικά γίνονται και είναι ά-λογοι, μανιακοί… Γι’ αυτό κι αυτός ο κόσμος (της γης), από τους Ορφικούς θεωρούνταν σαν ο Αληθινός Άδης…
Οι Ορφικοί είχαν κάνει μία πλήρη αναστροφή στην «τάξη» των κόσμων… Ο κόσμος των «νεκρών» (αλλά πραγματικά ζωντανών) ήταν η Αληθινή (Υπερκόσμια) Γη (που σύμφωνα με τις αστρολογικές αντιλήψεις της εποχής, τοποθετούνταν, συμβολική ή πραγματικά, στην «σελήνη»…), κι ο κόσμος των ανθρώπων στη γη, ήταν ο Άδης, ο σκοτεινός κόσμος των νεκροζώντανων ανθρώπων… Ο παλιός («ομηρικός» κόσμος των σκιών, ο παλιός) Άδης, στην ορφική αντίληψη ήταν ο κόσμος των (αμύητων) σκιών (που περίμεναν για να «ενσωματωθούν» ξανά…)…
Αλλά ο «μανιοδότης» Θεός, ο Οδηγός μας στον χώρο του ά-λογου, ήταν ταυτόχρονα αυτός που μας οδηγεί, μέσω της (λατρευτικής) παραφροσύνης στην Αλήθεια, και στο Φως… γι’ αυτό κι ο Βάκχος ο «μανιοδότης» (ήταν ταυτόχρονα «μανιολύτης» Θεός και) ταυτιζόταν με τον Οδηγό των Μυστηρίων (της Ελευσίνας, και όχι μόνο), τον Ίακχο, τον «μανιολύτη» (μέσω των Μυστηρίων), που μας οδηγεί στην Αληθινή Γη, στην Αληθινή (Υπερκόσμια) Ζωή…
Όπως και να ‘χει η συμμετοχή στις διονυσιακές (τελετουργίες και) γιορτές ήταν (αν όχι πνευματικά, τουλάχιστον ψυχολογικά) λυτρωτικές, κι αποκαθιστούσαν την ισορροπία, απομάκρυναν τις εντάσεις που δημιουργούσε η κοινωνική ζωή…
Με άλλα λόγια, οι γιορτές λειτουργούσαν σε πολλά επίπεδα, κι ο καθένας, ανάλογα με το επίπεδο εξέλιξής του, λάβαινε το ανάλογο μήνυμα… μυστικό, μυστηριακό, ψυχολογικό, ψυχοσωματικό…


Το Θέατρο

Το γεγονός ότι το Αρχαίο Θέατρο γεννήθηκε μέσα από τις διονυσιακές γιορτές είναι ιστορικά αποδεδειγμένο…
Ο Διθύραμβος (η εξύμνηση του Θεού, ο ύμνος προς τιμήν του Θεού Διονύσου), το σατυρικό δράμα, η τραγωδία, η κωμωδία, μολονότι διαφοροποιούνταν ως προς τον σκοπό τους και το περιεχόμενό τους, προέρχονταν από την ίδια βασική δομή της μίμησης, της αναπαράστασης του Θεϊκού, κι ανθρώπινου δράματος…
Σε πολλά έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, αλλά και του Αριστοφάνη, «ήρωες» είναι ο Θεός (Διόνυσος κατ’ εξοχήν) αλλά κι άνθρωποι, που είναι «μορφές» του Θεού…
Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη είναι το κατ’ εξοχήν έργο όπου μπλέκονται η Θεϊκή κι οι ανθρώπινες «μορφές»… Αλλά ακόμα και σε έργα όπου υπάρχουν μόνο άνθρωποι (ο Θεός είναι «Παρών» κι) ο σκοπός παραμένει ο ίδιος…
Η χρήση του προσωπείου έδειχνε στους θεατές πρώτα ότι ο άνθρωπος (σαν ατομικότητα) είναι «προσωπείο», κάτι ψεύτικο… και μετά, τον ατομικό ήρωα, την «προσωπικότητα»…
Η ίδια η ζωή είναι ένα θέατρο, κι όλοι είμαστε «ήρωες» στο θέατρο της ζωής…
Η συμμετοχή, με όποιο τρόπο (δημιουργός, ηθοποιός, θεατής…) σε μία θεατρική παράσταση, η μίμηση ανθρώπων και πράξεων (με την χρήση προσωπείων πάντα), έδειχνε ακριβώς στον θεατή (με τον ταυτισμό του θεατή με τους ήρωες), ότι όλοι ζούμε στο θέατρο (της ζωής) κι ότι όλοι μπορούμε να βρεθούμε στην μία ή στην άλλη κατάσταση (και πάντως οπωσδήποτε στην θέση του χορού που αντιπροσώπευε την κοινότητα)…
Το γεγονός ότι το θέατρο ήταν κάτω από την προστασία του Διονύσου, επέβαλε στους μεγάλους δραματουργούς να υιοθετήσουν και να τηρούν την Θεϊκή Τάξη, να υπηρετούν Αιώνιες Αξίες, όπως η Δικαιοσύνη, η Αλήθεια, κλπ…
Ο κόσμος του θεάτρου ήταν ένας ισορροπημένος, θεϊκός κόσμος, με αξίες, με προσανατολισμό, και με λύσεις… Η «λύση» δεν ήταν πάντα καλή (κατά τους ανθρώπους, το ανθρώπινο ατομικό συμφέρον), αλλά ήταν πάντα Δίκαιη και Αληθινή…
Βέβαια, το όλο πλαίσιο λειτουργίας του Θεάτρου στην Αρχαία Αθήνα, δεν απαγόρευε σε μεγαλοφυίες σαν τον Αριστοφάνη, να είναι ακόμα και «ασεβείς» (φαινομενικά), οξείς, ανατρεπτικοί… Όλα όμως εντάσσονται στην ζωή, ακόμα και η «ανατροπή»… όλα όμως λειτουργούν προς όφελος της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης… κι έτσι «λειτουργικά» (συμπερασματικά) η θεϊκή τάξη παραμένει ασάλευτη…
Το Θέατρο (στην Αρχαία Αθήνα) ήταν πρώτα παιδαγωγικό, δίδασκε, λύτρωνε… και μετά ήταν οτιδήποτε άλλο… Οι θεατρικές παραστάσεις που γίνονταν στα Μεγάλα Διονύσια, και κρατούσαν κοντά μία εβδομάδα, ήταν μεγάλο γεγονός, όχι μόνο για την Αθήνα, αλλά για όλη την Ελλάδα… Τα αριστουργήματα των Ελλήνων (τραγωδίες και κωμωδίες) διατηρούν ακέραιο το «λειτουργικό» περιεχόμενο και την βαθύτερη ανθρώπινη σημασία τους ακόμα και για τους σημερινούς ανθρώπους… και την ανθρωπότητα, που έχει πολλά να διδαχτεί από τους Μεγάλους Έλληνες… Δικαιοσύνη, Αλήθεια, Αιώνιες Αξίες, που δυστυχώς όλοι μας έχουμε λησμονήσει…


Θεός και Άδης

Ο Διόνυσος σαν Προκοσμικός, Υπερβατικός, Υπερφυσικός, Θεός (του Υπερπέραν) ταυτίζεται, όπως είναι φυσικό, με τον Άδη, σαν Θεία Όψη, Κοσμικό Επίπεδο, κι Χώρο των «νεκρών»…
Στα πλαίσια όμως της Ορφικής Θεολογίας και της Θιασικής ιδεολογίας (που αναφέρεται στις ορφικές κοσμοαντιλήψεις)), ο Διόνυσος είναι ο Φωτεινός Άδης, ο Χώρος των Μυημένων και των Λυτρωμένων, που θα ζουν στους Κόλπους του Θεού, στα Ηλύσια Πεδία, στους Νήσους των Μακάρων, στην Αληθινή Γη…
Η ιδέα του παλιού άδη που γνωρίζουμε από τα Ομηρικά Έπη (στα έγκατα της γης, και στα τάρταρα), «διατηρείται» αλλά παίρνει νέο περιεχόμενο… είναι ο σκοτεινός χώρος των αμύητων ίσκιων… που περιμένουν στην σκιά της ζωής, για να ενσωματωθούν ξανά και να «επιστρέψουν» στη γη…


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
Monday, 2 February, 2026

Chapter 19. The Just

 

(The Luminous Path: A Journey Beyond Violence into Sacred Justice)

 

The Temple of Inner Law

 

In the vast sanctuary of human existence, where shadows dance with light and the soul seeks its eternal moorings, there dwells a truth that cannot be grasped by force nor claimed through the violent conquest of hearts and minds. The seeker who would know justice must first understand that it is not a crown to be seized, but a garden to be cultivated in the secret chambers of consciousness.

 

Consider the one who moves through the world wielding power as a sword, who bends the will of others through coercion and the terrible weight of dominion. Such a person may command the outer forms of obedience, may gather to themselves the appearance of righteousness, yet they remain forever exiled from the inner sanctuary where true justice dwells. For justice, that most elusive and radiant of virtues, reveals itself only to those who have learned to distinguish the subtle gradations between right and wrong—not through the crude calculations of advantage, but through the refined perception that comes from dwelling long in contemplation.

 

The truly just soul is one who has become a living embodiment of law itself, not law as dead letters inscribed on tablets of stone, but law as a flowing river of wisdom that springs from the deepest aquifers of being. This person leads others not by the magnetism of force, but by the gentle gravitation of equity and understanding. They are guarded by an invisible shield—the law that they have internalized so completely that it has become indistinguishable from their own nature. Intelligence illuminates their every action, not the cleverness of cunning, but the radiant wisdom that sees through the veils of illusion into the heart of things.

 

The Silence Beyond Words

 

There exists a profound paradox at the center of human knowing: those who speak most voluminously are often those who comprehend least deeply. Words cascade from their lips like water over rocks, creating much sound and motion, yet leaving the essential landscape unchanged. The truly learned soul, by contrast, has discovered the secret geography of patience, has mapped the territories where hatred cannot take root and where fear dissolves like morning mist before the rising sun.

 

To be learned in the mystical sense is to have undergone a transformation far more radical than the mere accumulation of information. It is to have descended into the dark caverns of one's own being and emerged, phoenix-like, with something precious clutched in trembling hands—the pearl of wisdom that forms only under the pressure of genuine spiritual crisis and resolution.

 

The patient soul knows that understanding cannot be rushed, that the deepest truths reveal themselves only to those who have cultivated the capacity to wait, to listen, to dwell in the pregnant silence that precedes genuine insight. Such a person has learned to watch the movements of their own heart with the detached fascination of a naturalist observing the migrations of rare birds. When hatred begins to stir, they see it clearly and allow it to pass through the spacious sky of awareness without clutching or condemning. When fear rises like a tide, they do not build walls against it but remain steady, rooted in something vaster than any particular emotion.

 

The Living Embodiment

 

In the sacred texts and scriptures of every tradition, one encounters a curious phenomenon: those who merely speak about the law, who discourse eloquently upon its principles and parse its finest distinctions, often remain strangers to its essential reality. The true supporter of law is not one who has memorized its every clause, but one who has learned little perhaps, and yet *sees the law bodily*—an extraordinary phrase that points toward a mode of knowing that transcends intellectual comprehension.

 

To see the law bodily is to perceive it not as an abstract principle but as a living presence, to feel its weight and substance, to encounter it as one encounters another person. It is to have internalized the law so completely that one's very flesh and bones become instruments of its expression. Such a person never neglects the law, not because they fear punishment or seek reward, but because they have become incapable of separating themselves from it. The law flows through them as blood flows through veins, as breath flows through lungs—effortlessly, continuously, sustaining life itself.

 

The Illusion of Age

 

The turning of seasons marks the passing of time upon the body, etching lines upon the face and silvering the hair with frost. Yet this external evidence of years accumulated tells us nothing of the essential condition of the soul within. There are those whose heads shine white as winter snow, yet whose spirits remain as unformed and chaotic as those of children—old in years but void of the qualities that constitute genuine elderhood.

 

True elders are not manufactured by the mere passage of time. They emerge through a process of refinement and purification that may occur across decades or, for the spiritually gifted, in the space of a single transformative moment. The authentic elder is one in whom truth has taken up permanent residence, who has become a dwelling place for virtue in all its multifaceted expressions. Love flows from such a person not as sentiment but as a natural radiance, as light flows from the sun without effort or intention.

 

Restraint and moderation characterize their every movement—not the restraint born of repression, which creates inner violence, but the natural boundaries that emerge when one has seen through the illusions that drive compulsive behavior. They have undertaken the difficult work of purification, extracting from their being the impurities that cloud vision and distort judgment. Wisdom shines through them, not as something they possess but as something they have become transparent enough to reveal.

 

The Root of Respectability

 

The world perpetually confuses appearance with reality, mistaking the surface shimmer for the depths beneath. There are those who cultivate respectability as one cultivates a garden for display—carefully arranging the visible elements while allowing the hidden spaces to fill with weeds and thorns. They speak much, hoping that volume might substitute for substance. They attend to the beauty of complexion and form, imagining that external attractiveness might compensate for the ugliness that festers within.

 

Yet no amount of careful presentation can truly conceal a heart corrupted by envy, greed, and dishonesty. These qualities have a way of seeping through even the most carefully constructed facades, manifesting in subtle gestures, in the quality of one's gaze, in the undertones that haunt one's speech.

 

True respectability comes not from addition but from subtraction, not from accumulating virtues like ornaments but from removing, root and all, the poisonous growths that choke the garden of the soul. When envy is destroyed at its source, when greed is excavated completely, when dishonesty is burned away in the fire of honest self-examination—then, and only then, does genuine respectability emerge. It appears not as something constructed but as something revealed, as the natural beauty of a stone appears when the concealing mud is washed away. The person freed from hatred and illuminated by wisdom becomes respectable not through effort but through being, not through doing but through the radiant simplicity of their essential nature.

 

The Quiet Revolution

 

In the spiritual traditions of the East, there exists the figure of the Samana—one who has quieted the turbulent waters of existence, who has found the still point at the center of the turning world. Yet this quietude cannot be achieved through external markers alone. The shaving of the head, the adoption of robes, the performance of prescribed rituals—none of these create a true Samana if the inner landscape remains wild and unconquered.

 

How can one claim the title of "quiet one" while remaining captive to desire and greed, those twin tyrants that create such noise and chaos in the chambers of consciousness? These forces rage through the psyche like storms, drowning out the subtle music of the spirit, making stillness impossible.

 

The authentic Samana is one who has undertaken the heroic work of quieting evil at its source—not just the grand evils that attract public condemnation, but the small, subtle evils that creep through consciousness like thieves in the night. Each selfish impulse examined and released, each moment of cruelty caught and transformed, each seed of violence identified and removed before it can germinate—this is the patient, painstaking work that creates true quietude.

 

Beyond Good and Evil

 

The mendicant walks through the world with empty hands and an open bowl, depending upon the generosity of others for sustenance. Yet the outward form of begging no more creates a true Bhikshu than the outward form of studying creates a true scholar. The essence of the mendicant life lies not in economic dependence but in spiritual freedom—the freedom that comes from adopting the whole law, from integrating its every principle into the fabric of one's being.

 

Such a person dwells in a strange and exalted territory beyond the conventional categories of good and evil. This does not mean they are amoral or indifferent to ethical distinctions. Rather, they have transcended the dualistic thinking that traps most humans in endless cycles of judgment and counter-judgment. They have become chaste in the deepest sense—pure not just in body but in motive, desire, and intention.

 

Armed with knowledge that penetrates to the heart of reality, they pass through the world like light passing through clear water, present but uncontaminated, engaged but unentangled. They see the conventional categories of good and evil as necessary constructs for those still learning, but they themselves have moved beyond such frameworks into a more direct and immediate relationship with truth itself.

 

The Wisdom of Balance

 

There are those who imagine that silence itself confers wisdom, that merely ceasing to speak somehow transforms foolishness into understanding. They practice muteness as if it were a spiritual discipline, cultivating an empty quietude that conceals rather than reveals ignorance. Yet silence without wisdom is merely the absence of sound, no more meaningful than the silence of stones.

 

The true Muni—the sage, the silent one—is characterized not by the absence of speech but by the presence of discernment. Such a person moves through existence with the delicate precision of one walking a tightrope, constantly weighing and balancing, choosing the good while avoiding the evil, taking the balance and using it as both compass and guide.

 

This weighing is not the mechanical calculation of a merchant counting coins, but a subtle, intuitive process that draws upon sources of knowing deeper than rational thought. The Muni feels the weight of things, senses their moral gravity, perceives the hidden consequences that ripple outward from every choice. They navigate the world like a skilled sailor reading the winds and currents, adjusting their course moment by moment in response to conditions that others cannot even perceive.

 

The Sanctity of Life

 

In a world where violence is endemic, where the strong routinely prey upon the weak, where living creatures are destroyed casually and without thought, there emerges a figure of radical compassion—the Ariya, the noble one, who extends the circle of moral consideration to embrace all sentient beings.

 

Such a person cannot be called noble because they injure living creatures, cannot claim spiritual elevation while participating in the ancient cycle of violence that characterizes so much of existence. True nobility manifests in pity—not pity as condescension, but pity as deep fellow-feeling, as recognition of the essential kinship that binds all living things.

 

The noble one sees their own face reflected in every creature that draws breath. They feel the suffering of animals, insects, the entire community of life, as if it were their own suffering. This is not sentimentality but perception, not emotion but seeing—seeing clearly into the nature of existence and recognizing that all beings share the same fundamental desire to live, to avoid pain, to experience whatever measure of happiness their circumstances allow.

 

The Final Liberation

 

And yet, and yet... even nobility is not enough. Even discipline and vows, even deep learning, even the capacity to enter profound states of trance, even the austere practice of sleeping alone—none of these guarantee the ultimate prize, the happiness of release that worldlings can never know, the extinction of desires that marks the culmination of the spiritual path.

 

The seeker must not become confident prematurely, must not imagine that external practices alone will carry them to the goal. The extinction of desires is not achieved through mechanical adherence to rules, no matter how pure the intention. It requires something more radical, more total—a complete transformation of consciousness itself, a death and rebirth that leaves no aspect of the old self intact.

 

This final liberation cannot be earned through accumulation but only through relinquishment. It comes not to those who have gathered much but to those who have released everything, who have let fall even their grasp on the path itself. In that ultimate letting go, in that final release, consciousness discovers itself as it always was—vast, luminous, free, resting in a peace that has no opposite, dwelling in a joy that asks for nothing because it lacks nothing, complete in itself, the end and the beginning, the alpha and the omega of the spiritual journey.

 

The Pathless Path

 

Thus the mystical tradition reveals its essential teaching: that justice, wisdom, purity, and liberation cannot be grasped but only received; cannot be achieved but only realized; cannot be constructed but only uncovered like ancient treasures buried beneath layers of illusion and ignorance.

 

The path winds through strange territories, demanding everything and promising nothing, requiring the dissolution of the very self that seeks to walk it. And yet those who persist, who continue even when the way disappears and darkness falls, discover at last what has been present all along—not something new to be acquired but something ancient to be remembered, the original nature that was never truly lost, the luminous essence that shines quietly beneath the noise and chaos of existence, waiting patiently for recognition, calling softly to those who have learned, finally, to listen.

 

Ο Δίκαιος

 

(Η Φωτεινή Διαδρομή: Ένα Ταξίδι Πέρα από τη Βία προς την Ιερή Δικαιοσύνη)

 

Ο Ναός του Εσωτερικού Νόμου

 

Στο απέραντο ιερό της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου οι σκιές χορεύουν με το φως και η ψυχή αναζητά τις αιώνιες αγκυροβολίες της, κατοικεί μια αλήθεια που δεν μπορεί να συλληφθεί με τη βία ούτε να διεκδικηθεί μέσω της βίαιης κατάκτησης καρδιών και νου. Ο αναζητητής που θέλει να γνωρίσει τη δικαιοσύνη πρέπει πρώτα να κατανοήσει ότι δεν είναι ένα στέμμα για να αρπαχθεί, αλλά ένας κήπος που καλλιεργείται στα μυστικά δωμάτια της συνείδησης.

 

Σκεφτείτε εκείνον που κινείται στον κόσμο κραδαίνοντας την εξουσία σαν σπαθί, που κάμπτει τη θέληση των άλλων μέσω καταναγκασμού και του τρομερού βάρους της κυριαρχίας. Ένα τέτοιο άτομο μπορεί να επιβάλλει τις εξωτερικές μορφές υπακοής, μπορεί να συγκεντρώσει γύρω του την εμφάνιση της δικαιοσύνης, ωστόσο παραμένει για πάντα εξόριστο από το εσωτερικό ιερό όπου κατοικεί η αληθινή δικαιοσύνη. Διότι η δικαιοσύνη, αυτή η πιο αόριστη και ακτινοβόλα από τις αρετές, αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που έχουν μάθει να διακρίνουν τις λεπτές αποχρώσεις μεταξύ σωστού και λάθους — όχι μέσω των χονδροειδών υπολογισμών του συμφέροντος, αλλά μέσω της εκλεπτυσμένης αντίληψης που προέρχεται από τη μακρά παραμονή στην περισυλλογή.

 

Η πραγματικά δίκαιη ψυχή είναι εκείνη που έχει γίνει ζωντανή ενσάρκωση του ίδιου του νόμου, όχι νόμου ως νεκρά γράμματα χαραγμένα σε πλάκες από πέτρα, αλλά νόμου ως ρέοντος ποταμού σοφίας που πηγάζει από τα βαθύτερα υδροφόρα στρώματα της ύπαρξης. Αυτό το άτομο καθοδηγεί τους άλλους όχι με τον μαγνητισμό της δύναμης, αλλά με την ήπια βαρύτητα της ισότητας και της κατανόησης. Προστατεύεται από μια αόρατη ασπίδα — τον νόμο που έχει εσωτερικεύσει τόσο πλήρως ώστε έχει γίνει αδιαχώριστος από τη δική του φύση. Η νοημοσύνη φωτίζει κάθε πράξη του, όχι η πονηριά της πανουργίας, αλλά η ακτινοβόλα σοφία που βλέπει μέσα από τα πέπλα της ψευδαίσθησης στην καρδιά των πραγμάτων.

 

Η Σιωπή Πέρα από τις Λέξεις

 

Υπάρχει ένα βαθύ παράδοξο στο κέντρο της ανθρώπινης γνώσης: εκείνοι που μιλούν πιο ογκωδώς είναι συχνά εκείνοι που κατανοούν λιγότερο βαθιά. Οι λέξεις ξεχύνονται από τα χείλη τους σαν νερό πάνω σε βράχους, δημιουργώντας πολύ θόρυβο και κίνηση, ωστόσο αφήνοντας το ουσιαστικό τοπίο αμετάβλητο. Η πραγματικά μορφωμένη ψυχή, αντίθετα, έχει ανακαλύψει τη μυστική γεωγραφία της υπομονής, έχει χαρτογραφήσει τα εδάφη όπου το μίσος δεν μπορεί να ριζώσει και όπου ο φόβος διαλύεται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

 

Το να είναι κανείς μορφωμένος με τη μυστική έννοια σημαίνει να έχει υποστεί μια μεταμόρφωση πολύ πιο ριζική από την απλή συσσώρευση πληροφοριών. Σημαίνει να έχει κατέβει στα σκοτεινά σπήλαια της ίδιας του της ύπαρξης και να έχει αναδυθεί, σαν φοίνικας, κρατώντας κάτι πολύτιμο σε τρεμάμενα χέρια — το μαργαριτάρι της σοφίας που σχηματίζεται μόνο κάτω από την πίεση γνήσιας πνευματικής κρίσης και επίλυσης.

 

Η υπομονετική ψυχή γνωρίζει ότι η κατανόηση δεν μπορεί να βιαστεί, ότι οι βαθύτερες αλήθειες αποκαλύπτονται μόνο σε εκείνους που έχουν καλλιεργήσει την ικανότητα να περιμένουν, να ακούν, να κατοικούν στην έγκυο σιωπή που προηγείται της γνήσιας διορατικότητας. Ένα τέτοιο άτομο έχει μάθει να παρατηρεί τις κινήσεις της ίδιας του της καρδιάς με την αποστασιοποιημένη γοητεία ενός φυσιοδίφη που παρατηρεί τις μεταναστεύσεις σπάνιων πουλιών. Όταν το μίσος αρχίζει να ξυπνά, το βλέπει καθαρά και το αφήνει να περάσει μέσα από τον ευρύχωρο ουρανό της επίγνωσης χωρίς να το αρπάζει ή να το καταδικάζει. Όταν ο φόβος ανεβαίνει σαν παλίρροια, δεν χτίζει τείχη εναντίον του αλλά παραμένει σταθερός, ριζωμένος σε κάτι ευρύτερο από οποιοδήποτε συγκεκριμένο συναίσθημα.

 

Η Ζωντανή Ενσάρκωση

 

Στα ιερά κείμενα και τις γραφές κάθε παράδοσης, συναντά κανείς ένα περίεργο φαινόμενο: εκείνοι που απλώς μιλούν για τον νόμο, που διαλέγονται εύγλωττα για τις αρχές του και αναλύουν τις λεπτότερες διακρίσεις του, συχνά παραμένουν ξένοι προς την ουσιαστική του πραγματικότητα. Ο αληθινός υποστηρικτής του νόμου δεν είναι εκείνος που έχει απομνημονεύσει κάθε ρήτρα του, αλλά εκείνος που ίσως έχει μάθει λίγα, και όμως «βλέπει τον νόμο σωματικά» — μια εξαιρετική φράση που υποδεικνύει έναν τρόπο γνώσης που υπερβαίνει την πνευματική κατανόηση.

 

Το να βλέπει κανείς τον νόμο σωματικά σημαίνει να τον αντιλαμβάνεται όχι ως αφηρημένη αρχή αλλά ως ζωντανή παρουσία, να νιώθει το βάρος και την ουσία του, να τον συναντά όπως συναντά έναν άλλο άνθρωπο. Σημαίνει να έχει εσωτερικεύσει τον νόμο τόσο πλήρως ώστε η ίδια η σάρκα και τα οστά του να γίνουν όργανα της έκφρασής του. Ένα τέτοιο άτομο ποτέ δεν παραμελεί τον νόμο, όχι επειδή φοβάται την τιμωρία ή επιδιώκει ανταμοιβή, αλλά επειδή έχει γίνει ανίκανο να διαχωρίσει τον εαυτό του από αυτόν. Ο νόμος ρέει μέσα του όπως το αίμα ρέει στις φλέβες, όπως η αναπνοή ρέει στους πνεύμονες — αβίαστα, συνεχώς, συντηρώντας την ίδια τη ζωή.

 

Η Ψευδαίσθηση της Ηλικίας

 

Η εναλλαγή των εποχών σημαδεύει την πάροδο του χρόνου πάνω στο σώμα, χαράσσοντας γραμμές στο πρόσωπο και ασημώνοντας τα μαλλιά με πάχνη. Ωστόσο αυτή η εξωτερική απόδειξη συσσωρευμένων ετών δεν μας λέει τίποτα για την ουσιαστική κατάσταση της ψυχής μέσα. Υπάρχουν εκείνοι των οποίων τα κεφάλια λάμπουν λευκά σαν χειμερινό χιόνι, ωστόσο τα πνεύματά τους παραμένουν τόσο άμορφα και χαοτικά όσο αυτά των παιδιών — γέροι σε χρόνια αλλά άδειοι από τις ιδιότητες που αποτελούν γνήσια γεροντική ηλικία.

 

Οι αληθινοί πρεσβύτεροι δεν κατασκευάζονται από την απλή πάροδο του χρόνου. Αναδύονται μέσα από μια διαδικασία εκλέπτυνσης και κάθαρσης που μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες ή, για τους πνευματικά προικισμένους, σε μια μόνη μεταμορφωτική στιγμή. Ο αυθεντικός πρεσβύτερος είναι εκείνος στον οποίο η αλήθεια έχει εγκατασταθεί μόνιμα, που έχει γίνει κατοικία για την αρετή σε όλες τις πολυδιάστατες εκφράσεις της. Η αγάπη ρέει από ένα τέτοιο άτομο όχι ως συναίσθημα αλλά ως φυσική ακτινοβολία, όπως το φως ρέει από τον ήλιο χωρίς προσπάθεια ή πρόθεση.

 

Η εγκράτεια και η μετριοπάθεια χαρακτηρίζουν κάθε κίνησή τους — όχι η εγκράτεια που γεννιέται από την καταπίεση, η οποία δημιουργεί εσωτερική βία, αλλά τα φυσικά όρια που αναδύονται όταν κανείς έχει δει μέσα από τις ψευδαισθήσεις που οδηγούν σε καταναγκαστική συμπεριφορά. Έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο της κάθαρσης, εξάγοντας από την ύπαρξή τους τις ακαθαρσίες που θολώνουν την όραση και διαστρεβλώνουν την κρίση. Η σοφία λάμπει μέσα από αυτούς, όχι ως κάτι που κατέχουν αλλά ως κάτι που έχουν γίνει αρκετά διαφανείς για να αποκαλύψουν.

 

Η Ρίζα της Σεβασμιότητας

 

Ο κόσμος διαρκώς συγχέει την εμφάνιση με την πραγματικότητα, μπερδεύοντας την επιφανειακή λάμψη με τα βάθη από κάτω. Υπάρχουν εκείνοι που καλλιεργούν τη σεβασμιότητα όπως καλλιεργεί κανείς έναν κήπο για επίδειξη — τακτοποιώντας προσεκτικά τα ορατά στοιχεία αλλά επιτρέποντας στους κρυφούς χώρους να γεμίσουν με ζιζάνια και αγκάθια. Μιλούν πολύ, ελπίζοντας ότι ο όγκος μπορεί να υποκαταστήσει την ουσία. Προσέχουν την ομορφιά της όψης και της μορφής, φανταζόμενοι ότι η εξωτερική ελκυστικότητα μπορεί να αντισταθμίσει την ασχήμια που σιγοκαίει μέσα.

 

Ωστόσο κανένα ποσό προσεκτικής παρουσίασης δεν μπορεί πραγματικά να κρύψει μια καρδιά διεφθαρμένη από φθόνο, πλεονεξία και ανεντιμότητα. Αυτές οι ιδιότητες έχουν τρόπο να διαρρέουν ακόμα και από τις πιο προσεκτικά κατασκευασμένες προσόψεις, και να εκδηλώνονται σε λεπτές χειρονομίες, στην ποιότητα του βλέμματος, στους υποτόνους που στοιχειώνουν την ομιλία.

 

Η αληθινή σεβασμιότητα προέρχεται όχι από πρόσθεση αλλά από αφαίρεση, όχι από τη συσσώρευση αρετών σαν στολιδιών αλλά από την αφαίρεση, ρίζα και όλα, των δηλητηριωδών αναπτύξεων που πνίγουν τον κήπο της ψυχής. Όταν ο φθόνος καταστρέφεται στη πηγή του, όταν η πλεονεξία εκσκαφεί πλήρως, όταν η ανεντιμότητα καεί στη φωτιά της ειλικρινούς αυτοεξέτασης — τότε, και μόνο τότε, αναδύεται η γνήσια σεβασμιότητα. Εμφανίζεται όχι ως κάτι κατασκευασμένο αλλά ως κάτι αποκαλυπτόμενο, όπως η φυσική ομορφιά μιας πέτρας εμφανίζεται όταν η λάσπη που την καλύπτει ξεπλένεται. Το άτομο που απελευθερώνεται από το μίσος και φωτίζεται από τη σοφία γίνεται σεβαστό όχι μέσω προσπάθειας αλλά μέσω της ύπαρξης, όχι μέσω του κάνειν αλλά μέσω της ακτινοβόλου απλότητας της ουσιαστικής του φύσης.

 

Η Ήσυχη Επανάσταση

 

Στις πνευματικές παραδόσεις της Ανατολής, υπάρχει η φιγούρα του Σαμάνου — εκείνου που έχει ησυχάσει τα ταραγμένα νερά της ύπαρξης, που έχει βρει το ακίνητο σημείο στο κέντρο του περιστρεφόμενου κόσμου. Ωστόσο αυτή η ησυχία δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω εξωτερικών σημαδιών. Το ξύρισμα του κεφαλιού, η υιοθέτηση ρομπών, η εκτέλεση καθορισμένων τελετουργιών — τίποτα από αυτά δεν δημιουργεί έναν αληθινό Σαμάνο αν το εσωτερικό τοπίο παραμένει άγριο και ακατάκτητο.

 

Πώς μπορεί κανείς να διεκδικεί τον τίτλο του «ήσυχου» ενώ παραμένει αιχμάλωτος της επιθυμίας και της πλεονεξίας, αυτών των δίδυμων τυράννων που δημιουργούν τόσο θόρυβο και χάος στα δωμάτια της συνείδησης; Αυτές οι δυνάμεις ορμούν μέσα στην ψυχή σαν καταιγίδες, πνίγοντας τη λεπτή μουσική του πνεύματος, κάνοντας την ακινησία αδύνατη.

 

Ο αυθεντικός Σαμάνος είναι εκείνος που έχει αναλάβει το ηρωικό έργο της ησύχασης του κακού στη πηγή του — όχι μόνο τα μεγάλα κακά που προσελκύουν δημόσια καταδίκη, αλλά τα μικρά, λεπτά κακά που σέρνονται μέσα στη συνείδηση σαν κλέφτες τη νύχτα. Κάθε εγωιστική παρόρμηση εξεταζόμενη και απελευθερωμένη, κάθε στιγμή σκληρότητας πιασμένη και μεταμορφωμένη, κάθε σπόρος βίας αναγνωρισμένος και αφαιρεθείς πριν βλαστήσει — αυτή είναι η υπομονετική, επίπονη εργασία που δημιουργεί αληθινή ησυχία.

 

Πέρα από το Καλό και το Κακό

 

Ο επαίτης περπατά στον κόσμο με άδεια χέρια και ανοιχτό μπολ, εξαρτώμενος από τη γενναιοδωρία των άλλων για τροφή. Ωστόσο η εξωτερική μορφή της επαιτείας δεν δημιουργεί έναν αληθινό Μπίκσου περισσότερο από ό,τι η εξωτερική μορφή της μελέτης δημιουργεί έναν αληθινό μελετητή. Η ουσία της ζωής του επαίτη δεν έγκειται στην οικονομική εξάρτηση αλλά στην πνευματική ελευθερία — την ελευθερία που προέρχεται από την υιοθέτηση όλου του νόμου, από την ενσωμάτωση κάθε αρχής του στο ύφασμα της ύπαρξής του.

 

Ένα τέτοιο άτομο κατοικεί σε μια παράξενη και υψηλή περιοχή πέρα από τις συμβατικές κατηγορίες του καλού και του κακού. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ανήθικο ή αδιάφορο προς ηθικές διακρίσεις. Μάλλον, έχει υπερβεί τη δυϊστική σκέψη που παγιδεύει τους περισσότερους ανθρώπους σε ατελείωτους κύκλους κρίσης και αντικρίσης. Έχει γίνει αγνός με την βαθύτερη έννοια — καθαρός όχι μόνο στο σώμα αλλά στο κίνητρο, την επιθυμία και την πρόθεση.

 

Οπλισμένο με γνώση που διεισδύει στην καρδιά της πραγματικότητας, περνά μέσα από τον κόσμο σαν φως που διαπερνά καθαρό νερό, παρόν αλλά αμόλυντο, εμπλεκόμενο αλλά απελευθερωμένο. Βλέπει τις συμβατικές κατηγορίες του καλού και του κακού ως απαραίτητα κατασκευάσματα για εκείνους που ακόμα μαθαίνουν, αλλά ο ίδιος έχει προχωρήσει πέρα από τέτοια πλαίσια σε μια πιο άμεση και κατευθείαν σχέση με την ίδια την αλήθεια.

 

Η Σοφία της Ισορροπίας

 

Υπάρχουν εκείνοι που φαντάζονται ότι η σιωπή από μόνη της χαρίζει σοφία, ότι το απλό σταμάτημα της ομιλίας μεταμορφώνει με κάποιο τρόπο την ανοησία σε κατανόηση. Εξασκούν τη βουβαμάρα σαν να ήταν πνευματική πειθαρχία, καλλιεργώντας μια άδεια ησυχία που κρύβει παρά αποκαλύπτει την άγνοια. Ωστόσο η σιωπή χωρίς σοφία είναι απλώς η απουσία ήχου, όχι πιο σημαντική από τη σιωπή των λίθων.

 

Ο αληθινός Μούνι — ο σοφός, ο σιωπηλός — χαρακτηρίζεται όχι από την απουσία ομιλίας αλλά από την παρουσία διάκρισης. Ένα τέτοιο άτομο κινείται μέσα στην ύπαρξη με την λεπτή ακρίβεια εκείνου που περπατά σε τεντωμένο σχοινί, ζυγίζοντας και ισορροπώντας συνεχώς, επιλέγοντας το καλό ενώ αποφεύγει το κακό, παίρνοντας την ισορροπία και χρησιμοποιώντας την ως πυξίδα και οδηγό.

 

Αυτό το ζύγισμα δεν είναι ο μηχανικός υπολογισμός ενός εμπόρου που μετρά νομίσματα, αλλά μια λεπτή, διαισθητική διαδικασία που αντλεί από πηγές γνώσης βαθύτερες από τη λογική σκέψη. Ο Μούνι νιώθει το βάρος των πραγμάτων, αισθάνεται την ηθική τους βαρύτητα, αντιλαμβάνεται τις κρυφές συνέπειες που κυματίζουν προς τα έξω από κάθε επιλογή. Πλοηγείται στον κόσμο σαν έμπειρος ναυτικός που διαβάζει τους ανέμους και τα ρεύματα, προσαρμόζοντας την πορεία του στιγμή προς στιγμή σε συνθήκες που οι άλλοι ούτε καν αντιλαμβάνονται.

 

Η Ιερότητα της Ζωής

 

Σε έναν κόσμο όπου η βία είναι ενδημική, όπου οι ισχυροί πάγια θηρεύουν τους αδύναμους, όπου τα ζωντανά πλάσματα καταστρέφονται αδιάφορα και χωρίς σκέψη, αναδύεται μια φιγούρα ριζικής συμπόνιας — ο Αρίγια, ο ευγενής, που επεκτείνει τον κύκλο της ηθικής μέριμνας για να αγκαλιάσει όλα τα αισθανόμενα όντα.

 

Ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να ονομαστεί ευγενές όταν τραυματίζει ζωντανά πλάσματα, δεν μπορεί να διεκδικεί πνευματική ανύψωση ενώ συμμετέχει στον αρχαίο κύκλο βίας που χαρακτηρίζει τόσο μεγάλο μέρος της ύπαρξης. Η αληθινή ευγένεια εκδηλώνεται σε οίκτο — όχι οίκτο ως συγκατάβαση, αλλά οίκτο ως βαθιά συμμετοχή, ως αναγνώριση της ουσιαστικής συγγένειας που δένει όλα τα ζωντανά πράγματα.

 

Ο ευγενής βλέπει το ίδιο του το πρόσωπο αντανακλώμενο σε κάθε πλάσμα που αναπνέει. Νιώθει τον πόνο των ζώων, των εντόμων, ολόκληρης της κοινότητας της ζωής, σαν να ήταν δικός του πόνος. Αυτό δεν είναι συναισθηματισμός αλλά αντίληψη, όχι συναίσθημα αλλά όραση — όραση καθαρή μέσα στη φύση της ύπαρξης και αναγνώριση ότι όλα τα όντα μοιράζονται την ίδια θεμελιώδη επιθυμία να ζουν, να αποφεύγουν τον πόνο, να βιώνουν όποιο μέτρο ευτυχίας επιτρέπουν οι συνθήκες τους.

 

Η Τελική Απελευθέρωση

 

Και όμως, και όμως... ακόμα και η ευγένεια δεν αρκεί. Ακόμα και η πειθαρχία και οι όρκοι, ακόμα και η βαθιά μάθηση, ακόμα και η ικανότητα να εισέρχεται σε βαθιές καταστάσεις έκστασης, ακόμα και η αυστηρή πρακτική του να κοιμάται μόνος — τίποτα από αυτά δεν εγγυάται το απόλυτο βραβείο, την ευτυχία της απελευθέρωσης που οι κοσμικοί ποτέ δεν γνωρίζουν, την εξάλειψη των επιθυμιών που σημαδεύει την κορύφωση της πνευματικής διαδρομής.

 

Ο αναζητητής δεν πρέπει να γίνει υπερβολικά σίγουρος πρόωρα, δεν πρέπει να φαντάζεται ότι οι εξωτερικές πρακτικές μόνες θα τον οδηγήσουν στον στόχο. Η εξάλειψη των επιθυμιών δεν επιτυγχάνεται μέσω μηχανικής τήρησης κανόνων, όσο αγνή και αν είναι η πρόθεση. Απαιτεί κάτι πιο ριζικό, πιο ολικό — μια πλήρη μεταμόρφωση της ίδιας της συνείδησης, έναν θάνατο και αναγέννηση που δεν αφήνει καμία άποψη του παλιού εαυτού άθικτη.

 

Αυτή η τελική απελευθέρωση δεν μπορεί να κερδηθεί μέσω συσσώρευσης αλλά μόνο μέσω παραίτησης. Έρχεται όχι σε εκείνους που έχουν συγκεντρώσει πολλά αλλά σε εκείνους που έχουν απελευθερώσει τα πάντα, που έχουν αφήσει να πέσει ακόμα και η λαβή τους στην ίδια τη διαδρομή. Σε αυτή την απόλυτη απελευθέρωση, σε αυτή την τελική παράδοση, η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της όπως πάντα ήταν — απέραντη, φωτεινή, ελεύθερη, ξεκουραζόμενη σε μια ειρήνη που δεν έχει αντίθετο, κατοικώντας σε μια χαρά που δεν ζητά τίποτα επειδή δεν της λείπει τίποτα, πλήρης από μόνη της, το τέλος και η αρχή, το άλφα και το ωμέγα του πνευματικού ταξιδιού.

 

Η Διαδρομή Χωρίς Διαδρομή

 

Έτσι η μυστική παράδοση αποκαλύπτει την ουσιαστική της διδασκαλία: ότι η δικαιοσύνη, η σοφία, η αγνότητα και η απελευθέρωση δεν μπορούν να αρπαχθούν αλλά μόνο να ληφθούν· δεν μπορούν να επιτευχθούν αλλά μόνο να πραγματοποιηθούν· δεν μπορούν να κατασκευαστούν αλλά μόνο να αποκαλυφθούν σαν αρχαίοι θησαυροί θαμμένοι κάτω από στρώματα ψευδαίσθησης και άγνοιας.

 

Η διαδρομή στροβιλίζεται μέσα σε παράξενα εδάφη, απαιτώντας τα πάντα και μη υποσχόμενη τίποτα, απαιτώντας τη διάλυση του ίδιου του εαυτού που επιδιώκει να την βαδίσει. Και όμως εκείνοι που επιμένουν, που συνεχίζουν ακόμα και όταν η διαδρομή εξαφανίζεται και πέφτει το σκοτάδι, ανακαλύπτουν τελικά αυτό που ήταν παρόν από πάντα — όχι κάτι νέο να αποκτηθεί αλλά κάτι αρχαίο να θυμηθείς, η αρχική φύση που ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά, η φωτεινή ουσία που λάμπει ήσυχα κάτω από τον θόρυβο και το χάος της ύπαρξης, περιμένοντας υπομονετικά την αναγνώριση, καλώντας απαλά εκείνους που έχουν μάθει, επιτέλους, να ακούν.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~