CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
4. The Mystical Journey: Embracing the Silence Within

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
4. Το Μυστικό Ταξίδι: Αγκαλιάζοντας τη Σιωπή Μέσα

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 28 February, 2026

Sunday, December 3, 2017

ΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Ο Ιησούς στο Ευαγγέλιο
Πρέπει να το πούμε εξαρχής και να γίνει κατανοητό ότι το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο έχει ένα εσωτερικό κρυφό νόημα που δεν γίνεται αντιληπτό από όσους αντιμετωπίζουν το Κείμενο εξωτερικά, δηλαδή μέσα από μια διανοητική θεώρηση και σαν μια διανοητική περιγραφή. Για να αντιληφθείς το κρυφό περιεχόμενο του Ευαγγελίου, εσύ ο αναγνώστης (ο καθένας μας), πρέπει καταρχήν να γνωρίζεις να «διαβάζεις» και μετά «πως» να διαβάζεις. Όλα αυτά θα διευκρινιστούν παρακάτω.
Το Κείμενο μιλά για τον Ιησού. Ποιόν Ιησού; Τον Αληθινό Ιησού, Αυτόν που Ήταν Αυτός ο Ίδιος; Ή τον Ψεύτικο Ιησού, την εικόνα που έχουν φτιάξει οι άνθρωποι για Αυτόν; Ποιος ήταν ο Πραγματικός Ιησούς; Για να κατανοήσουμε ποιος ήταν ο Ιησούς, για ποιον Ιησού μιλά το Ευαγγέλιο και τι «διδάσκουν» τελικά τα Ευαγγέλια, πρέπει καταρχήν να κατανοήσουμε ότι ο Ιησούς ήταν ένας Άνθρωπος. Κι ο οντολογικός φιλοσοφικός όρος «Άνθρωπος» μπορεί να σημαίνει πολλά, αλλά πάντως δηλώνει ότι ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους εμάς τους ανθρώπους, ένας από εμάς. Ο Ιησούς Αντιλαμβάνεται (κατά τα «Λεγόμενά» του και κατά το Ευαγγέλιο) την Ύπαρξη Βιωματικά. Ζούσε. Και μέσα από την Δράση του υποδείκνυε ποια είναι η Αληθινή Ζωή. Δεν ήταν ένας διανοούμενος ή ένας φιλόσοφος ή ένας επαγγελματίας ιερέας, που προσπαθούσε να εξηγήσει θεωρητικά την ύπαρξη, την ζωή, την εμπειρία του κόσμου. Ό,τι έλεγε ήταν μέσα από την Εμπειρία του. Μαρτυρούσε, κατά τα λεγόμενά του, αυτό που κατανοούσε, που ζούσε, χωρίς ερμηνείες, σχόλια ή άλλες επεξεργασίες, (Ιωάννης, 3, 11).
Το Ευαγγέλιο λοιπόν μιλά για τον Ιησού που Βιώνει την Αλήθεια, για τον Ιησού που Μιλά για αυτό που «Οίδε» («Γνώρισε») και μαρτυρά για αυτό που «Εώρακε» (που «Έχει Δει»), για τον Ιησού που Καταθέτει την Βιωματική Αλήθεια του. Κι αυτό που μαρτυρούσε ο Ιησούς ήταν ακριβώς ότι «Όλα Είναι Θεός». Ο Θεός Είναι Πνεύμα, ο Θεός Είναι Ελευθερία, Είναι Ενότητα, Είναι Αγάπη, Είναι Ζωή, Είναι Αιωνιότητα. Στην πραγματικότητα όλοι αυτοί οι όροι περιγράφουν την ίδια Βιωματική Εμπειρία (από την δική μας ανθρώπινη πλευρά), δεν είναι Ιδιότητες του Θεού (όπως τα αντιλαμβάνεται η διανόηση, σαν «κατηγορούμενα» ενός διανοητικού «αντικειμένου»). Πέρα από όλες τις περιγραφές Είναι «Αυτό», το Ζωντανό, που Είναι Όλα. Για τον Ιησού ο Θεός Είναι η Μία Πραγματικότητα. Είναι Παρουσία, Εδώ. Και σε Αυτό το Εδώ Υπάρχουν Όλα, η Ελευθερία και τα Φαινόμενα κι όλες οι καταστάσεις, υποκειμενικές εμπειρίες κι «αντικείμενα». Κι ανάλογα με την «Θέση» που κατέχει η «Συνείδηση» και «κοιτάζει» την πραγματικότητα μπορεί να έχει μια διαφορετική εικόνα της πραγματικότητας.
Αν θέλουμε λοιπόν να συλλάβουμε το Αληθινό Νόημα του Ευαγγελίου, να κατανοήσουμε τι λέει πραγματικά, ο μόνος τρόπος να το αποκωδικοποιήσουμε  είναι να το αντιληφθούμε βιωματικά, να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε βιωματικά όλα αυτά που λέει σαν βιωματική εμπειρία και σαν γεγονότα, να τα «πραγματοποιήσουμε» όλα αυτά. Τι εννοούμε με αυτό; Ο Ιησούς ήταν ξεκάθαρος, τουλάχιστον στους κοντινούς αδελφούς του. Αυτό που Βίωνε, από την Εποχή ακόμα της Ερήμου (κοντά στους Εσσαίους) Εσωτερικά ήταν Αντικειμενικές Καταστάσεις της Ψυχής (του Ανθρώπου), όχι προσωπικές εμπειρίες κάποιου περιορισμένου όντος. Κι όταν Ενώθηκε (μέσα στην Πνευματική Εμπειρία, μέσα στην Πνευματική Περισυλλογή, για την οποία μιλούσε στον Νικόδημο) με τον Πατέρα στους Ουρανούς, Βίωνε Μια Κατάσταση Πέρα από τον Χρόνο, πέρα από τον Χώρο, μια κατάσταση Απροσδιόριστη που γινόταν «αντιληπτή» σαν Ολότητα, Πληρότητα, Αιωνιότητα, Τελείως Αγνή κι Ανέγγιχτη από οποιαδήποτε αντιληπτική επεξεργασία κι από οποιοδήποτε περιορισμό. Σε αυτή την Κατάσταση Βίωνε το Αιώνιο Παρόν που Ρέει, την Αιωνιότητα της Παρουσίας, και σε αυτή την Κατάσταση δεν υπάρχει χρόνος, μνήμη, επεξεργασία του βιώματος, γιατί η Ροή είναι Συνεχής. Είναι ο ανθρώπινος περιορισμένος νους που εισέρχεται στην φανταστική πραγματικότητα του χρόνου, των εικόνων, της μνήμης κι έχει όλο τον «χρόνο» να σκέφτεται και να επεξεργάζεται όλα τα περιεχόμενα της περιορισμένης αντίληψής του. Αυτή η Κατάσταση είναι μια Ολότητα Εντός της Οποίας υπάρχουν όλα τα φαινόμενα κι οι καταστάσεις. Υπάρχουν τα «όντα» κι οι προσωπικές εμπειρίες, οι διαφορετικές εμπειρίες της πραγματικότητας, κι οι κόσμοι, κι οι εμπειρίες μέσα στους κόσμους. Όλα αυτά λοιπόν που Βίωνε ο Ιησούς Είναι Αντικειμενικές Καταστάσεις, δεν είναι προσωπικές εμπειρίες κάποιου «όντος». Για να Εισέλθουμε σε αυτές τις Αντικειμενικές Καταστάσεις και να «βγούμε» τελείως έξω από την Δημιουργία (πιο σωστά για να σταματήσει η ψευδαίσθηση ότι είμαστε σε κάποια δημιουργία εκτός του Θεού) πρέπει να εγκαταλείψουμε τους περιορισμούς, το εγώ κι όλες τις προσωπικές εμπειρίες. Για τον άνθρωπο που βιώνει την ύπαρξη μέσα στους περιορισμούς του εγώ είναι ασύλληπτο, αδιανόητο. Αυτές οι καταστάσεις είναι έξω από το φυσιολογικό, όπως το αντιλαμβάνονται. Για αυτούς το «πρόσωπο» είναι δημιούργημα της Θείας Δύναμης, είναι κάτι αιώνιο κι ο προορισμός του (κατ’ αυτούς) είναι να ζει μέσα σε ένα σώμα. Προφανώς όλα αυτά είναι προϊόντα της φαντασίας τους όσο κι αν τα ονομάζουν θεολογία, θεολογία του ανθρωπίνου προσώπου (της «εικόνας» του Θεού), κλπ.
Όταν λοιπόν ο Ιησούς μιλούσε μετά την Ένωσή του με τον Πατέρα, για τον εαυτό του, κι έλεγε «εγώ», μιλούσε σαν Αντικειμενική Υπόσταση, σαν Αυτό που Υπάρχει στο Βάθος όλων των Ψυχών, όλων των υπάρξεων. Κι όταν έλεγε «εγώ κι ο Πατέρας είμαστε Ένα», μιλούσε σαν ο Αντικειμενικός Αληθινός Ζωντανός Θεός, όχι σαν κάποιο προσωπικό ον. Αυτό, για τους ανθρώπους που δεν μπορούν να σπάσουν τα όρια του εγώ είναι σκάνδαλο. Πως μπορεί κάποιος του οποίου γνωρίζουμε την ιστορία, τον τόπο γέννησης (την Ναζαρέτ) και την κατοικία του και τους συγγενείς του να ισχυρίζεται τέτοια πράγματα; Ότι δηλαδή δεν είναι αυτό που «βλέπουμε», ένας άνθρωπος, ένα πρόσωπο, αλλά μια Αντικειμενική Κατάσταση της Ψυχής, κάτι Υπερβατικό που εκδηλώνεται εδώ, τώρα, μέσα από αυτό το σώμα; Αυτοί οι άνθρωποι έβλεπαν την εικόνα που μπορούσαν να συλλάβουν από τον Ιησού (το δικό τους διανοητικό δημιούργημα, το δικό τους κατασκεύασμα) κι όχι αυτό που Βίωνε ο Ιησούς, την Αντικειμενική Ύπαρξη, τον Χωρίς Όρια Θεό. Κι από εδώ πηγάζουν όλες οι παρεξηγήσεις.
Στην πραγματικότητα όχι μόνο οι άνθρωποι της Σκιάς (της διανόησης) δεν κατανοούσαν τον Ιησού αλλά ούτε καν οι «δικοί» του, όταν τον έβλεπαν σαν «Θεό», έξω από αυτούς, αντικειμενικά. Όσο κι αν διαισθάνονταν ότι ο Ιησούς είναι «Θεός» δεν κατανοούσαν ότι έπρεπε να εισέλθουν «μέσα» τους, με την προσευχή για να νοιώσουν εσωτερικά τον Ιησού, αυτό που Εκπροσωπούσε, τον Θεό. Γνώριζαν τον Ιησού «εξωτερικά» αλλά δεν τον βίωναν εσωτερικά σαν Αντικειμενική Κατάσταση της Συνείδησής τους. Ίσως μονάχα ο Ιωάννης είχε προχωρήσει «μέσα». Κι ίσως για αυτό ήταν ο «αγαπημένος μαθητής» του Ιησού. Και τελικά ήταν ο μόνος που διέσωσε κάτι από το Εσωτερικό Περιεχόμενο της Διδασκαλίας και της Δράσης του Ιησού. Κ αυτό το λέμε γιατί και στον Ιωάννη, τον μόνο Εσωτερικό Ευαγγελιστή, υπάρχουν «ασάφειες».
Όταν ο Ιησούς λέει στους ανθρώπους «εγώ ειμί»  εννοεί την Αντικειμενική Φύση της Ψυχής, κι ότι Αυτή την Αντικειμενική Φύση που μιλάει εδώ, τώρα, στους ανθρώπους, μπορεί ο καθένας να την «Αναγνωρίσει» Εσωτερικά, μέσα του, σαν Θεία Φύση, σαν Εμπειρία Θεού, σαν Βασιλεία των Ουρανών. Είναι η Μόνη Οδός, η Αλήθεια, η Ζωή. Ο Ιησούς, στην πραγματικότητα, έλεγε Είμαι Αυτό που θα Βρείτε Μέσα σας, με την Περισυλλογή, με την Αληθινή Προσευχή της Απόσυρσης, μέσα στην σιωπή των λογισμών. Ο Ιησούς όταν έλεγε «εγώ ειμί» εννοούσε ότι είναι Αυτό που όλοι μπορούν να Βιώσουν Μέσα τους σαν Αντικειμενική Φύση τους, χωρίς εγώ. Κι Αυτή είναι η Χριστική Συνείδηση (ή η Συνείδηση Χριστός, ο Ουράνιος Λόγος, η Εικόνα του Πατέρα του Αιώνιου). Ο Ιησούς, εφόσον Βίωνε την Θεότητα, κι ήταν Ένα με τον Πατέρα, είχε κάθε δικαίωμα να Μιλά για τον Θεό και να Ταυτίζει τον εαυτό του με όλες τις Αντικειμενικές Καταστάσεις της Ψυχής και με τον Πατέρα. Εγώ (η Αντικειμενική Κατάσταση της Ψυχής, που εκδηλώνεται εξωτερικά σαν Ιησούς) Είμαι η Οδός, η Αλήθεια, η Ζωή. Εγώ είμαι η Πύλη, εγώ είμαι Όλα, εγώ είμαι η Βασιλεία των Ουρανών, όχι σαν κάτι έξω από εσάς (τους ανθρώπους) αλλά ακριβώς Μέσα σας, πιο κοντά σε εσάς από τον ίδιο σας τον εαυτό (από ό,τι νομίζετε για εαυτό), η Ίδια σας η Ουσία, γιατί Όλα Είναι Ένα. Κατανοήστε το, Βιώστε το. Εγώ είμαι η Ελευθερία, εγώ είμαι η Απόλυτη Αγάπη που Μέσα της Λιώνουν Όλα σε Ένα. Εγώ είμαι Όλα. Ο Ιησούς Είναι ο Θεός. Αλλά όχι ένας εξωτερικός Θεός, Είναι ο Θεός που Βρίσκουμε Μέσα μας. Γιατί δεν το καταλαβαίνουμε;
 
Η Ανάγνωση του Ευαγγελίου
Αν λοιπόν κάποιος θέλει να κατανοήσει πραγματικά, βαθιά κι αληθινά ποιος είναι ο Ιησούς του Ιωάννη, πρέπει να Νοιώσει τον Ιησού σαν την Αντικειμενική Κατάσταση της Ίδιας του της Ψυχής, να Βρει τον Ιησού του, σαν την Θεία Ουσία που Είναι στο Βάθος Όλων των Υπάρξεων. Τότε μόνο θα καταλάβει τι εννοούσε ο Ιησούς με το «εγώ ειμί», τότε θα κατανοήσει τι σημαίνει εγώ κι ο Πατέρας είμαστε Ένα, τότε θα Νοιώσει ότι Υπάρχει Μόνο Θεός, και δεν υπάρχει τίποτα άλλο έξω από τον Θεό, ότι Όλα Είναι Θεός, και τότε θα αγκαλιάσει την δημιουργία με Αληθινή Αγάπη.
Το λάθος που κάνουν οι άνθρωποι που είναι περιορισμένοι στο εγώ είναι ότι λειτουργούν μέσα από την διανόηση, ότι σκέφτονται τα πάντα, ότι αντικειμενοποιούν τα πάντα. Για αυτούς που είναι περιορισμένοι στο εγώ ο Θεός είναι ένα «Αντικείμενο» (της αντίληψής τους), ο Ιησούς είναι ένα «αντικείμενο» έξω από αυτούς. Όλα όσα γράφουν τα Ευαγγέλια είναι όχι Εσωτερικές Καταστάσεις, Εσωτερικά Βιώματα του Ιησού, Αντικειμενικές Καταστάσεις, αλλά αντικειμενικά γεγονότα. Τα Ευαγγέλια περιγράφουν την Βιωματική Εμπειρία του Ιησού από την Ύπαρξη, από την Ζωή, από τον κόσμο κι όχι  απλά εξωτερικά γεγονότα. Ο Ιησούς τα Βίωνε όλα αυτά. Οι θεατές απλά βλέπουν τα εξωτερικά γεγονότα. Αλλά ποτέ κάποιος που βλέπει εξωτερικά και δεν συμμετέχει στα βιώματα δεν μπορεί να έχει πραγματική βαθιά κι αληθινή εικόνα της πραγματικότητας. Αντιλαμβάνεται μόνο όσα μπορεί να δει, να σκεφτεί, να κατανοήσει.
Αν λοιπόν κάποιος θέλει πραγματικά να κατανοήσει τα Ευαγγέλια, τον Ιωάννη, πρέπει να εγκαταλείψει το εγώ και, σαν μικρό παιδί, με καθαρό νου, με Αγνή Καρδιά, να αρχίσει να κατανοεί ότι ο Ιησούς μιλά για τον Εσωτερικό Κόσμο, για την Πραγματικότητα που Βιώνουμε Μέσα μας (Λουκάς, 17, 20-21). Γιατί λοιπόν οι άνθρωποι ψάχνουν εδώ ή εκεί ή εξωτερικά; Ιδού! Αφήνοντας όλους τους λάθους εξωτερικούς τρόπους, μένοντας ήσυχοι, Αποσυρόμενοι μέσα τους θα Βρουν την Αλήθεια, την Βασιλεία των Ουρανών. Άδικα οι άνθρωποι ψάχνουν με τον νου, άδικα ερευνούν τον εξωτερικό κόσμο. Όπως Δίδαξε ο Ιησούς η Αλήθεια Είναι Μέσα Μας, είναι η Εσωτερική Εμπειρία της Θείας Ουσίας που Είναι το Βάθρο των πάντων. Αυτό που μας εμποδίζει να το Νοιώσουμε είναι μονάχα η ανθρώπινη ανοησία.

Απομύθευση, αντικειμενική απομυθοποίηση του Ευαγγελίου
Μπορεί η εξωτερική εκκλησία να ακολουθεί την δική της παράδοση σχετικά με τον Ιησού, τα ευαγγέλια, την θρησκευτική ζωή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο αποδίδεται στον Ιωάννη, τον «αγαπημένο μαθητή» του Ιησού. Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε ποιος έγραψε το Ευαγγέλιο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το Κείμενο «περιέχει» ένα μέρος της Διδασκαλίας του Ιησού και της Παράδοσης του Ιωάννη, αλλά χρειάζεται προσοχή στην «ανάγνωση». Τα «Λόγια» του Ιησού πρέπει να βιωθούν στο εσωτερικό τους νόημα και περιεχόμενο κι όχι σαν εξωτερικές δηλώσεις ή σαν αντικειμενικά εξωτερικά γεγονότα. Μερικές φορές κι ο ίδιος ο Ιωάννης (ο συγγραφέας) δεν φαίνεται να κατανοεί το βαθύτερο περιεχόμενο των δηλώσεών του ή τις μεταφυσικές προεκτάσεις των περιγραφών του. Όμως και η γενική «τοποθέτηση (ή η υπαρκτική θέαση των πραγμάτων) και η χρήση των θεολογικών, μεταφυσικών και φιλοσοφικών όρων, δείχνουν τον Βιωματικό Χαρακτήρα του Κειμένου κι υποδεικνύουν το Απέραντο Βάθος της Εσωτερικής Εμπειρίας. Επίσης είναι σίγουρο ότι οι «Επιστολές» ανήκουν όχι σε ένα συγγραφέα αλλά μάλλον σε κάποια «Ιωάννεια Σχολή». Η «Αποκάλυψη» δεν έχει καμιά σχέση με τον Ιωάννη ή την «Ιωάννεια Σχολή.
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι υπάρχουν Βιωματικά Κείμενα, που μπορεί να εκφράζονται με απλούς βιωματικούς όρους κι όχι με βαθιές φιλοσοφικές αναλύσεις και Διανοητικά Κείμενα που να αναλύουν με βαθυστόχαστο τρόπο τα πιο βαθιά ή πιο υψηλά θεολογικά θέματα χωρίς όμως να περιέχουν βιωματικό περιεχόμενο. Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ανήκει στα Βιωματικά Κείμενα. Η ανάγνωση τέτοιων κειμένων πρέπει να είναι «βιωματική» κι όχι «διανοητική».
Ο συγγραφέας του Ευαγγελίου δεν μετέφερε απλά τα «Λόγια» του Ιησού, ή την «Παράδοση» του Ιωάννη. Έγραψε ένα κείμενο για να κηρύξει την αλήθεια (κατά την αντίληψή του). Είναι προβληματικό το ότι (για τις ανάγκες του κηρύγματος) ενέταξε στην διήγησή του, θαύματα, πεποιθήσεις της εκκλησίας και γεγονότα που δεν έχουν σχέση με το Αληθινό Μήνυμα του Ιησού. Ο Ιησούς δεν χρειαζόταν να κάνει θαύματα, να κάνει το νερό κρασί, να γιατρέψει αρρώστους ή να αναστήσει νεκρούς. Όλα αυτά ανήκουν στην μυθολογία του Ιησού, σε θρύλους και παραδόσεις και δεν έχουν σχέση με τα αληθινά γεγονότα.
Χρειάζεται επίσης προσοχή στο πως θα «ερμηνεύσουμε» την Σταύρωση και την «Ανάσταση» του Ιησού. Η Αληθινή Ανάσταση της Ψυχής Συμβαίνει όταν η Ψυχή Συνειδητοποιεί την Πνευματική Φύση της κι Απελευθερώνεται από τους περιορισμούς Μέσα στην Εσωτερική (για την αντίληψή μας) Θεία Ουσία, Μέσα στον Θεό που Βρίσκουμε Μέσα μας. Η ανάσταση του σώματος δεν έχει νόημα σε μια τέτοια Διδασκαλία, σαν αυτή, την Διδασκαλία του Ιησού. Οι εξωτερικοί άνθρωποι που θεωρούν τον άνθρωπο ψυχόσωμα και θέλουν να ζήσουν αιώνια στην γη (έστω, μια μετουσιωμένη γη) είναι αυτοί που μιλούν για την ανάσταση του σώματος. Απλά οι άνθρωποι ζουν μέσα στην φαντασία τους.
Επίσης χρειάζεται πολύ προσοχή για να μπορέσουμε να αποκωδικοποιήσουμε σωστά την αντίληψη του κόσμου που «συμπεραίνεται» από την διήγηση του Κειμένου. Ο Ιησούς μιλά για τον Πατέρα Θεό, για τους Ουρανούς (το Κόσμο του Φωτός, όπου όλα Διακρίνονται), για το Κόσμο της Σκιάς (τους κατώτερους κόσμους) και τους «κατοίκους» τους και για την Εσωτερική Οδό της Αλήθειας και της Ζωής και της Αιωνιότητας. Η Χαρμόσυνη Αγγελία της Βασιλείας είναι στην πραγματικότητα το πιο απλό, το πιο προσιτό και το πιο εύκολο πράγμα στο κόσμο. Αυτό που μας εμποδίζει να Νοιώσουμε τον Θεό Μέσα μας, να Βιώσουμε την Αληθινή Φύση μας, να Ενωθούμε με την Πραγματικότητα είναι μονάχα η δική μας θέληση. Το πρόβλημά μας δεν είναι φυσικό, είναι ηθικό. Είναι πρόβλημα «επιλογής». Όποιος θέλει να Βρει τον Θεό τον Βρίσκει Μέσα του, σύμφωνα με τις Υποδείξεις και την Διδασκαλία του Ιησού. Όποιος δεν θέλει απλά υφίσταται τις συνέπειες των επιλογών του και μόνος του καταδικάζει τον εαυτό του στους κόσμους της Σκιάς. Μακάρι ο Θεός να Φωτίσει όλους τους ανθρώπους, ή αλλιώς μακάρι να ανοίξουν οι άνθρωποι την Πόρτα της Καρδιάς τους για να Μπει το Φως.

 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1. PART I. THE SACRED THRESHOLD, A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna, Chapter I, The Battlefield as the Soul's Mirror
Monday, 2 March, 2026

1. PART I. THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter I

The Battlefield as the Soul's Mirror

"The battlefield is the soul. The armies are the forces within every human consciousness: the forces of attachment and the forces of liberation, the love that binds and the love that sets free."

 

I. The Invisible Frontier

In the deepest strata of spiritual tradition — across the Vedic forests where rishis sat in sustained contemplation, across the desert silences where prophets received their searing visions, across the candlelit cells of medieval mystics — there exists a recurring recognition: that the most decisive geography of the human journey is not external but interior. There is, in the language of perennial wisdom, a threshold. It is not found upon any map drawn by human hands, not marked by stone or river or the boundary lines of kingdoms. It is, rather, the invisible frontier of the soul itself — a trembling edge where the ordinary self dissolves and something ancient and vast begins to speak.

This threshold has been named in many ways across the traditions. The Sufis called it the station of annihilation — fana — where the small self is emptied of its habitual contents. The Christian contemplatives spoke of the dark night, that terrible passage through which the soul moves from the consolations of the surface life toward the abyss where God alone remains. The Zen tradition points to it through its impossible questions, its koans that crash like waves against the wall of the rational mind until that wall, at last, begins to give way. In every case, the threshold is recognized not as a comfortable crossing but as a shattering one — not as a gentle transition but as a radical rupture with everything the constructed self has taken for solid ground.

It is upon such a threshold that the warrior Arjuna found himself — not merely upon the sacred plain of Kurukshetra where the two great armies stood arrayed in the morning light, but within the infinite interior landscape of his own being. The outer drama — the horses, the conches, the terrible symmetry of armies prepared for slaughter — was real. But it was also symbolic, in the deepest sense of that word: it was a visible image of something that had always been invisibly true. The battle that was about to be fought had been gathering, in one form or another, in the soul of Arjuna — and in the soul of every human being who has ever stood at a crossroads that matters — for a very long time.

II. Kurukshetra: The Sacred Field of Inner Warfare

Kurukshetra — whose very name means the field of sacred action — is presented to the outward eye as a battlefield, vast and terrible, lined with armies whose banners snap in the morning wind. The scene is one of extraordinary sensory intensity: the roar of conch-shells splitting the dawn, the restless stamping of horses, the glitter of armor and the cold gleam of weapons, the faces of warriors hardened by years of preparation for precisely this moment. To the strategic mind, it is a complex military situation, pregnant with tactical possibilities and mortal dangers. To the political mind, it is the culmination of a dynastic struggle with profound consequences for the future of a civilization.

But to the mystic's vision — to the eye that has learned to read the outer world as a text written in the language of the soul — every detail of that scene speaks a deeper language. The conches that cry out across the field are not merely instruments of war: they are the voices of creation and dissolution, the sound of the sacred syllable that underlies all existence, the primordial vibration that both initiates and consummates every cycle of manifestation. The white horses drawing the divine chariot are not merely animals bred for speed and endurance: they are symbols of the purified senses, the faculties of perception disciplined and consecrated for the journey toward truth. And the two armies, arranged in their perfect and terrible symmetry, are not merely historical actors in a political conflict: they are the forces within every human consciousness, locked in the eternal struggle that is the very essence of the spiritual life.

For there is no one who does not carry within themselves these two armies. On one side stand the Kauravas — and in their symbolic meaning, they represent attachment, ego, the grasping of the small self after the pleasures and securities and identities it has fashioned for itself. On the other side stand the Pandavas — representing the deeper impulses of the soul: the longing for truth, the capacity for sacrifice, the courageous willingness to surrender what must be surrendered in order to become what one is truly called to be. The battlefield of Kurukshetra is the soul. The war is the war that has always been waging within every human heart that is honest enough to acknowledge it.

III. The Charioteer Who Holds the Stars

There is no detail in this opening chapter of the Bhagavad Gita more astonishing, more theologically audacious, more mystically precise than the role assigned to the Lord Shri Krishna. He who is, in the fullness of the Gita's revelation, the Absolute itself — that infinite, inexhaustible, self-luminous presence from which all existence arises and into which all existence returns — takes the role not of a warrior, not of a king, not of a general marshaling the forces of righteousness. He takes the role of a charioteer. He drives the horses. He holds the reins. He waits, with perfect patience and perfect love, for the moment when his despairing passenger is ready to receive what only the Absolute can give.

This image — the infinite made humble, the absolute made intimate, the Divine choosing to serve — is not merely a narrative device. It is one of the most profound teachings that spiritual wisdom has ever offered to the human soul. It tells us something essential about the nature of the sacred: that the Divine does not impose. That the highest presence is also, in some mysterious and inexhaustible way, the most patient. That the light which created the galaxies and breathes life into every particle of existence is content to wait — at the center of every human heart, at the still point around which all the tumult of the world revolves — until the soul, exhausted and emptied and honest at last, turns and asks its deepest question.

Krishna does not fight in the battle of Kurukshetra. He holds the reins. And in holding them, he demonstrates what the mystics of all traditions have affirmed: that the deepest form of guidance is not coercion but presence. It is not the voice that commands but the stillness that invites. It is not the force that drives the soul forward but the love that calls it home. The Divine Charioteer is the image of that inexhaustible divine patience — that quality of the sacred which the Psalmist glimpsed when he wrote that even in the valley of death's shadow, a presence walks beside us, not eliminating the darkness but transforming its meaning entirely.

IV. The Trembling of the Bow and the Birth of Genuine Seeing

When Arjuna stands in the chariot between the two armies and gazes upon the faces arrayed before him, something extraordinary occurs. The hero — celebrated for his skill, his valor, his unmatched mastery of the bow — is suddenly undone. His limbs tremble. His throat becomes parched. The magnificent bow Gandiva slips from fingers that have held it unwavering through a thousand trials. His skin burns. His mind whirls in a darkness it cannot name. And crucially, impossibly — he sees.

For the first time, perhaps, in all his years of training and warfare and preparation, Arjuna truly sees what is arrayed before him. Not enemies. Not abstractions. Not strategic obstacles to be neutralized by superior technique. He sees faces. Beloved faces. The grandfather Bheeshma, whose white hair is the color of wisdom and whose blessings have been the shelter of Arjuna's entire life. Teachers and uncles and brothers and sons — all the intricate weaving of love and memory and shared existence that constitutes what human beings know as home. The very ones for whose sake, in some earlier chapter of his life, he had desired glory and victory. He sees them, and in seeing them with the full force of his humanity — as vulnerable, mortal, beloved — he is pierced to the very core of his being by a grief so vast it is almost indistinguishable from love.

The trembling of Arjuna's body is the trembling of a soul standing at the very edge of transformation. It is the shudder that precedes illumination, the darkness that comes just before the dawn breaks over an unsuspected horizon. When the self that has been constructed through years of duty and identity and attachment is suddenly confronted with the enormity of what it is asked to do, it does not merely hesitate — it collapses. And in that collapse, something sacred becomes possible. For it is only in the moment when the old self cannot go forward that the deeper self — the one that has always been present, always been watching, always been waiting — is given room to emerge.

V. The Ancient Question at the Heart of Things

Arjuna speaks, and his words are not merely the words of a warrior paralyzed by sentiment. They are the words of a soul sounding the depths of an ancient question — the question that has always haunted human consciousness wherever it is honest enough to ask it: What is worth suffering for? What is worth killing for? What, in truth, is worth living for? These questions are not rhetorical. They are not evasions of duty or symptoms of weakness. They are the honest cries of a soul suddenly awake to the terrible cost of existence, suddenly aware that the victories the world offers are purchased at a price the heart finds impossible to pay.

He speaks of kingdoms and pleasures — and in speaking of them, reveals how hollow they have become in this moment of searing clarity. What use is a kingdom, he asks, when those for whose sake one desired it stand on the opposite shore, preparing to die? What use is pleasure when it is built upon the ruins of those one loves? The words carry within them, almost despite themselves, a recognition that the contemplative traditions have always understood: that the things of the world, pursued for their own sake, can never satisfy the longing that drives the human soul. They are not wrong in themselves — but they are incomplete. They point toward something they cannot contain.

In this despairing inquiry, Arjuna unknowingly becomes a teacher. His very confusion is a form of wisdom, for it arises from a refusal to pretend that the easy answers are sufficient. The warrior who has slain ten thousand enemies is undone not by an enemy but by love — by the impossibility of the choice that love places before him. And it is precisely this undoing, this radical honesty about the cost of things, that prepares the ground for the teaching that follows. For the Divine has always spoken most clearly to souls that have stopped pretending they already know the answers.

VI. The Silence That Holds Everything

There is a moment of extraordinary significance in this opening chapter that is easily overlooked in the drama of what surrounds it. It is the moment of silence — the moment after Arjuna has spoken all his sorrow and all his confusion, after he has laid down his bow and sunk, broken-hearted, onto the seat of the chariot. For a breath — perhaps for many breaths — nothing is said. The vast armies wait in their terrible stillness. The drums are silent. The conch-shells are still. And in that silence, which is both the lowest point of Arjuna's despair and the highest point of his readiness, the Divine prepares to speak.

This silence is itself a teaching. It is the silence that every genuine seeker eventually encounters — the silence that follows the exhaustion of every argument, every strategy, every attempt to think one's way through the mystery of existence. It is the silence that the Zen tradition evokes with its koans — those impossible questions designed to bring the rational mind to its knees before a reality that exceeds it. It is the silence of the Quaker meeting, where gathered souls wait in shared expectation of a word that arises not from human cleverness but from the deep well of presence that underlies all things. It is the silence that the desert fathers and mothers cultivated through decades of solitude and prayer — not the silence of absence, but the silence of a fullness so complete it has no need of words.

In this silence, the entire tradition of mystical inquiry finds its most concentrated expression. For the mystic has always understood that the most important movements in the life of the soul happen not in the noise of activity but in the stillness that activity has made impossible until now. The falling of the bow is the falling away of everything Arjuna has used to define and sustain himself. And in the space left by that falling, in the emptiness that the ego cannot fill, the divine voice — patient as eternity, tender as the first light of morning — begins its inexhaustible work.

VII. The Gift Hidden in the Fall

The despondency of Arjuna — the title of this first chapter of the Gita — might seem at first glance to be something merely preliminary, a weakness to be corrected by the wisdom that follows, a darkness valued only for the light it makes possible. But the deeper mystical reading refuses this dismissal. The despondency is not merely the darkness before the dawn; it is itself a form of light. It is the light of radical honesty, the light of a soul that will no longer pretend, that can no longer maintain the comfortable fictions by which ordinary life sustains itself. It is, in its own way, an act of seeing — the most costly and courageous kind of seeing, the kind that does not spare itself the full weight of what it perceives.

When Arjuna sinks in his chariot and lets the bow fall from his hands, he performs — unknowingly, involuntarily, in the very depths of his despair — the most profound spiritual act it is possible to perform: he surrenders. Not the surrender of defeat. Not the surrender of a spirit broken beyond recovery. But the surrender of self-sufficiency, the surrender of the illusion that human beings can navigate the deepest waters of existence by the power of their own understanding alone. He surrenders the bow — and in surrendering it, he opens his hands to receive something infinitely more potent than any weapon the world can offer.

The mystical traditions of East and West have recognized this moment, this dark gift hidden within apparent catastrophe, this grace that arrives precisely when the human soul has exhausted every other resource. The Sufi poet Rumi, whose verses pulse with the ache of divine longing, understood it: the wound is the place where the light enters. The Christian mystic Meister Eckhart understood it: God cannot fill what is already full; the soul must be empty before it can be filled with the divine. The Buddhist traditions understand it in the teaching of beginner's mind — that the mind which knows nothing is the mind open to everything. What all these traditions are pointing toward is precisely the gift hidden in Arjuna's fall: that the collapse of the ego's certainties is not the end of the spiritual life but its true beginning.

VIII. The Threshold Crossed — The Teaching Begins

And so it is that this ancient text — preserved across millennia, carried through the long history of human longing and seeking — begins not with triumph but with collapse, not with certainty but with confusion, not with the answer but with the question. In this choice of beginning, the Gita reveals its deepest wisdom: that the question, asked with sufficient honesty and sufficient desperation, is already a form of prayer. That the falling of the bow is already a kind of worship. That the moment when the hero becomes, for the first time, genuinely lost — is the moment when the possibility of being genuinely found becomes real.

Arjuna's despondency is not an obstacle to the sacred encounter; it is its very precondition. The divine cannot give what the human refuses to receive, and the human cannot receive what the ego's hands are too full to hold. Only when those hands are empty — only when the bow has fallen, the identity has shattered, the comfortable certainties have dissolved in the heat of what cannot be avoided — can the gift that was always being offered find its way home. This is not merely the teaching of the Gita. It is the unanimous testimony of every soul that has ever traveled far enough into the interior to discover what waits at the center of all things.

The great battlefield falls silent. The armies wait, suspended in a moment that contains all of time. Arjuna sits in his chariot, emptied of everything that he thought he was, everything that he thought he wanted, everything that he thought he knew. And beside him — patient as the stars, present as breath, as intimate as the pulse of his own bewildered heart — the Divine Charioteer turns, and speaks.

 

"Arjuna sinks. The bow falls. The silence descends. And in that silence — vast as the sky above Kurukshetra, still as the eye of the divine storm — the teaching begins."

1. ΜΕΡΟΣ Ι: ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

 

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απελπισία του Αρτζούνα

 

Κεφάλαιο Ι

 

Το Πεδίο της Μάχης ως Καθρέφτης της Ψυχής

 

«Το πεδίο της μάχης είναι η ψυχή. Οι στρατοί είναι οι δυνάμεις μέσα σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση: οι δυνάμεις της προσκόλλησης και οι δυνάμεις της απελευθέρωσης, η αγάπη που δένει και η αγάπη που ελευθερώνει.»

 

I. Το Αόρατο Σύνορο

 

Στα βαθύτερα στρώματα της πνευματικής παράδοσης — μέσα στα βεδικά δάση όπου οι ρίσι κάθονταν σε αδιάκοπη περισυλλογή, μέσα στις ερημικές σιωπές όπου οι προφήτες δέχονταν τις καυτές οράσεις τους, μέσα στα κελιά με τα κεριά των μεσαιωνικών μυστικών — υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη αναγνώριση: ότι η πιο αποφασιστική γεωγραφία του ανθρώπινου ταξιδιού δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερική. Υπάρχει, στη γλώσσα της αιώνιας σοφίας, ένα κατώφλι. Δεν βρίσκεται σε κανέναν χάρτη που χάραξαν ανθρώπινα χέρια, δεν σημειώνεται από πέτρα ή ποτάμι ή από τα σύνορα βασιλείων. Είναι, αντιθέτως, το αόρατο σύνορο της ίδιας της ψυχής — μια τρεμάμενη άκρη όπου το συνηθισμένο εγώ διαλύεται και κάτι αρχαίο και απέραντο αρχίζει να μιλά.

 

Αυτό το κατώφλι έχει ονομαστεί με πολλούς τρόπους μέσα στις παραδόσεις. Οι Σούφι το ονόμασαν σταθμό της αφανίσεως — fana — όπου το μικρό εγώ αδειάζει από τα συνήθη περιεχόμενά του. Οι χριστιανοί στοχαστές μίλησαν για τη σκοτεινή νύχτα, εκείνο τον τρομερό διάδρομο μέσα από τον οποίο η ψυχή περνά από τις παρηγοριές της επιφανειακής ζωής προς την άβυσσο όπου παραμένει μόνο ο Θεός. Η παράδοση του Ζεν το δείχνει μέσα από αδύνατες ερωτήσεις, τα κοάν της που σκάνε σαν κύματα στον τοίχο του λογικού νου μέχρι που ο τοίχος, επιτέλους, αρχίζει να υποχωρεί. Σε κάθε περίπτωση, το κατώφλι αναγνωρίζεται όχι ως μια άνετη διάβαση αλλά ως μια συντριπτική — όχι ως μια ήπια μετάβαση αλλά ως μια ριζική ρήξη με ό,τι ο κατασκευασμένος εαυτός έχει θεωρήσει στέρεο έδαφος.

 

Πάνω σε ένα τέτοιο κατώφλι βρέθηκε ο πολεμιστής Αρτζούνα — όχι απλώς στο ιερό πεδίο του Κουρουξέτρα όπου οι δύο μεγάλοι στρατοί στέκονταν παρατεταγμένοι στο πρωινό φως, αλλά μέσα στο άπειρο εσωτερικό τοπίο της ίδιας του της ύπαρξης. Το εξωτερικό δράμα — τα άλογα, οι σάλπιγγες, η τρομερή συμμετρία των στρατών έτοιμων για σφαγή — ήταν πραγματικό. Αλλά ήταν επίσης συμβολικό, με την πιο βαθιά έννοια της λέξης: ήταν μια ορατή εικόνα κάτι που πάντοτε ήταν αόρατα αληθινό. Η μάχη που επρόκειτο να δοθεί είχε συγκεντρωθεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, στην ψυχή του Αρτζούνα — και στην ψυχή κάθε ανθρώπου που έχει σταθεί ποτέ σε ένα σταυροδρόμι που πραγματικά μετράει — εδώ και πολύ καιρό.

 

II. Κουρουξέτρα: Το Ιερό Πεδίο του Εσωτερικού Πολέμου

 

Το Κουρουξέτρα — του οποίου το ίδιο το όνομα σημαίνει το πεδίο της ιερής δράσης — παρουσιάζεται στο εξωτερικό μάτι ως πεδίο μάχης, απέραντο και τρομερό, γεμάτο στρατούς των οποίων οι σημαίες ανεμίζουν στον πρωινό άνεμο. Η σκηνή είναι γεμάτη εξαιρετική αισθητηριακή ένταση: ο βρυχηθμός των κελυφών κονχών που σχίζουν την αυγή, το ανήσυχο χτύπημα των αλόγων, η λάμψη της πανοπλίας και η κρύα λάμψη των όπλων, τα πρόσωπα των πολεμιστών σκληραγωγημένα από χρόνια προετοιμασίας ακριβώς γι’ αυτή τη στιγμή. Για τον στρατηγικό νου, είναι μια περίπλοκη στρατιωτική κατάσταση, έγκυος με τακτικές δυνατότητες και θανάσιμους κινδύνους. Για τον πολιτικό νου, είναι η κορύφωση μιας δυναστικής διαμάχης με βαθιές συνέπειες για το μέλλον ενός πολιτισμού.

 

Αλλά για την όραση του μύστη — για το μάτι που έχει μάθει να διαβάζει τον εξωτερικό κόσμο σαν κείμενο γραμμένο στη γλώσσα της ψυχής — κάθε λεπτομέρεια αυτής της σκηνής μιλά μια βαθύτερη γλώσσα. Οι κέλυφες κόνχες που κραυγάζουν πάνω από το πεδίο δεν είναι απλώς όργανα πολέμου: είναι οι φωνές της δημιουργίας και της διάλυσης, ο ήχος της ιερής συλλαβής που υποβόσκει σε όλη την ύπαρξη, η πρωταρχική δόνηση που και ξεκινά και ολοκληρώνει κάθε κύκλο εκδήλωσης. Τα λευκά άλογα που τραβούν το θεϊκό άρμα δεν είναι απλώς ζώα εκτραφέντα για ταχύτητα και αντοχή: είναι σύμβολα των εξαγνισμένων αισθήσεων, των ικανοτήτων της αντίληψης που έχουν πειθαρχηθεί και αφιερωθεί για το ταξίδι προς την αλήθεια. Και οι δύο στρατοί, παραταγμένοι στην τέλεια και τρομερή συμμετρία τους, δεν είναι απλώς ιστορικοί δρώντες σε μια πολιτική σύγκρουση: είναι οι δυνάμεις μέσα σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση, κλειδωμένες στον αιώνιο αγώνα που αποτελεί την ίδια την ουσία της πνευματικής ζωής.

 

Γιατί δεν υπάρχει κανείς που να μην κουβαλάει μέσα του αυτούς τους δύο στρατούς. Από τη μια πλευρά στέκονται οι Καουράβα — και στο συμβολικό τους νόημα, αντιπροσωπεύουν την προσκόλληση, το εγώ, την αρπαγή του μικρού εαυτού μετά τις ηδονές, τις ασφάλειες και τις ταυτότητες που έχει φτιάξει για τον εαυτό του. Από την άλλη πλευρά στέκονται οι Πάνταβα — αντιπροσωπεύοντας τις βαθύτερες παρορμήσεις της ψυχής: την λαχτάρα για αλήθεια, την ικανότητα για θυσία, το θαρραλέο πρόθυμο να παραδώσει ό,τι πρέπει να παραδοθεί για να γίνει αυτό που πραγματικά καλείται να είναι. Το πεδίο μάχης του Κουρουξέτρα είναι η ψυχή. Ο πόλεμος είναι ο πόλεμος που πάντοτε μαίνεται μέσα σε κάθε ανθρώπινη καρδιά που είναι αρκετά ειλικρινής για να το αναγνωρίσει.

 

III. Ο Ηνίοχος που Κρατά τα Άστρα

 

Δεν υπάρχει λεπτομέρεια σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο της Μπαγκάβαντ Γκίτα πιο εκπληκτική, πιο θεολογικά τολμηρή, πιο μυστικά ακριβής από τον ρόλο που αποδίδεται στον Κύριο Σρι Κρίσνα. Εκείνος που είναι, στην πληρότητα της αποκάλυψης της Γκίτα, το Απόλυτο το ίδιο — εκείνη η άπειρη, ανεξάντλητη, αυτοφώτιστη παρουσία από την οποία αναδύεται όλη η ύπαρξη και στην οποία επιστρέφει όλη η ύπαρξη — παίρνει τον ρόλο όχι πολεμιστή, όχι βασιλιά, όχι στρατηγού που παρατάσσει τις δυνάμεις της δικαιοσύνης. Παίρνει τον ρόλο του ηνιόχου. Οδηγεί τα άλογα. Κρατά τα ηνία. Περιμένει, με τέλεια υπομονή και τέλεια αγάπη, τη στιγμή που ο απελπισμένος επιβάτης του είναι έτοιμος να δεχτεί αυτό που μόνο το Απόλυτο μπορεί να δώσει.

 

Αυτή η εικόνα — το άπειρο να γίνεται ταπεινό, το απόλυτο να γίνεται οικείο, το Θείο να επιλέγει να υπηρετήσει — δεν είναι απλώς αφηγηματική τεχνική. Είναι μία από τις πιο βαθιές διδασκαλίες που η πνευματική σοφία έχει προσφέρει ποτέ στην ανθρώπινη ψυχή. Μας λέει κάτι ουσιώδες για τη φύση του ιερού: ότι το Θείο δεν επιβάλλεται. Ότι η υψηλότερη παρουσία είναι επίσης, με κάποιο μυστηριώδη και ανεξάντλητο τρόπο, η πιο υπομονετική. Ότι το φως που δημιούργησε τους γαλαξίες και δίνει ζωή σε κάθε σωματίδιο της ύπαρξης είναι πρόθυμο να περιμένει — στο κέντρο κάθε ανθρώπινης καρδιάς, στο ακίνητο σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται όλος ο θόρυβος του κόσμου — μέχρι η ψυχή, εξαντλημένη και αδειανή και ειλικρινής επιτέλους, να στραφεί και να θέσει την πιο βαθιά της ερώτηση.

 

Ο Κρίσνα δεν πολεμά στο πεδίο του Κουρουξέτρα. Κρατά τα ηνία. Και κρατώντας τα, δείχνει αυτό που οι μύστες όλων των παραδόσεων έχουν επιβεβαιώσει: ότι η βαθύτερη μορφή καθοδήγησης δεν είναι εξαναγκασμός αλλά παρουσία. Δεν είναι η φωνή που διατάζει αλλά η ησυχία που προσκαλεί. Δεν είναι η δύναμη που ωθεί την ψυχή μπροστά αλλά η αγάπη που την καλεί σπίτι. Ο Θεϊκός Ηνίοχος είναι η εικόνα εκείνης της ανεξάντλητης θεϊκής υπομονής — εκείνης της ιδιότητας του ιερού που ο Ψαλμωδός διείδε όταν έγραψε ότι ακόμα και στη κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, μια παρουσία περπατά δίπλα μας, όχι εξαλείφοντας το σκοτάδι αλλά μεταμορφώνοντας εντελώς το νόημά του.

 

IV. Το Τρέμουλο του Τόξου και η Γέννηση της Γνήσιας Όρασης

 

Όταν ο Αρτζούνα στέκεται στο άρμα ανάμεσα στους δύο στρατούς και κοιτάζει τα πρόσωπα που παρατάσσονται μπροστά του, συμβαίνει κάτι εξαιρετικό. Ο ήρωας — διάσημος για την ικανότητά του, την ανδρεία του, την απαράμιλλη μαεστρία του στο τόξο — ξαφνικά καταρρέει. Τα μέλη του τρέμουν. Ο λαιμός του ξεραίνεται. Το μεγαλοπρεπές τόξο Γκάντιβα γλιστράει από δάχτυλα που το κρατούσαν ακλόνητο μέσα από χίλιες δοκιμασίες. Το δέρμα του καίει. Ο νους του στροβιλίζεται μέσα σε ένα σκοτάδι που δεν μπορεί να ονομάσει. Και καθοριστικά, αδύνατα — βλέπει.

 

Για πρώτη φορά, ίσως, σε όλα τα χρόνια της εκπαίδευσής του, του πολέμου και της προετοιμασίας του, ο Αρτζούνα βλέπει πραγματικά τι είναι παραταγμένο μπροστά του. Όχι εχθρούς. Όχι αφηρημένες έννοιες. Όχι στρατηγικά εμπόδια που πρέπει να εξουδετερωθούν με ανώτερη τεχνική. Βλέπει πρόσωπα. Αγαπημένα πρόσωπα. Τον παππού Μπίσιμα, του οποίου τα λευκά μαλλιά είναι το χρώμα της σοφίας και οι ευλογίες του υπήρξαν το καταφύγιο όλης της ζωής του Αρτζούνα. Δασκάλους και θείους και αδελφούς και γιους — όλο το περίπλοκο πλέγμα αγάπης και μνήμης και κοινής ύπαρξης που αποτελεί αυτό που οι άνθρωποι γνωρίζουν ως σπίτι. Ακριβώς εκείνους για χάρη των οποίων, σε κάποιο προηγούμενο κεφάλαιο της ζωής του, είχε επιθυμήσει δόξα και νίκη. Τους βλέπει, και βλέποντάς τους με όλη τη δύναμη της ανθρωπιάς του — ευάλωτους, θνητούς, αγαπημένους — διαπερνάται μέχρι τον πυρήνα της ύπαρξής του από μια θλίψη τόσο τεράστια που είναι σχεδόν αδιαχώριστη από την αγάπη.

 

Το τρέμουλο του σώματος του Αρτζούνα είναι το τρέμουλο μιας ψυχής που στέκεται στην ίδια την άκρη της μεταμόρφωσης. Είναι το ρίγος που προηγείται του φωτισμού, το σκοτάδι που έρχεται ακριβώς πριν η αυγή σπάσει πάνω από έναν ανυποψίαστο ορίζοντα. Όταν ο εαυτός που έχει κατασκευαστεί μέσα από χρόνια καθήκοντος, ταυτότητας και προσκόλλησης βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με το μέγεθος αυτού που του ζητείται να κάνει, δεν διστάζει απλώς — καταρρέει. Και σε αυτή την κατάρρευση, κάτι ιερό γίνεται δυνατό. Γιατί μόνο τη στιγμή που ο παλιός εαυτός δεν μπορεί να προχωρήσει μπροστά, ο βαθύτερος εαυτός — εκείνος που πάντοτε ήταν παρών, πάντοτε παρακολουθούσε, πάντοτε περίμενε — βρίσκει χώρο να αναδυθεί.

 

V. Η Αρχαία Ερώτηση στην Καρδιά των Πραγμάτων

 

Ο Αρτζούνα μιλά, και τα λόγια του δεν είναι απλώς τα λόγια ενός πολεμιστή που παραλύει από συναίσθημα. Είναι τα λόγια μιας ψυχής που βυθίζεται στα βάθη μιας αρχαίας ερώτησης — της ερώτησης που πάντοτε στοίχειωνε την ανθρώπινη συνείδηση όπου ήταν αρκετά ειλικρινής για να τη θέσει: Τι αξίζει να υποφέρει κανείς γι’ αυτό; Τι αξίζει να σκοτώσει κανείς γι’ αυτό; Τι, στην πραγματικότητα, αξίζει να ζήσει κανείς γι’ αυτό; Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι ρητορικές. Δεν είναι αποφυγές του καθήκοντος ούτε συμπτώματα αδυναμίας. Είναι οι ειλικρινείς κραυγές μιας ψυχής που ξύπνησε ξαφνικά στο τρομερό κόστος της ύπαρξης, ξαφνικά συνειδητοποιώντας ότι οι νίκες που προσφέρει ο κόσμος αγοράζονται με μια τιμή που η καρδιά βρίσκει αδύνατο να πληρώσει.

 

Μιλά για βασίλεια και ηδονές — και μιλώντας γι’ αυτά, αποκαλύπτει πόσο κούφια έχουν γίνει αυτή τη στιγμή της καυτής διαύγειας. Τι χρησιμότητα έχει ένα βασίλειο, ρωτά, όταν εκείνοι για χάρη των οποίων το επιθύμησε στέκονται στην απέναντι όχθη, έτοιμοι να πεθάνουν; Τι χρησιμότητα έχει η ηδονή όταν χτίζεται πάνω στα ερείπια εκείνων που αγαπά; Τα λόγια του κουβαλούν μέσα τους, σχεδόν παρά τη θέλησή τους, μια αναγνώριση που οι στοχαστικές παραδόσεις πάντοτε κατανοούσαν: ότι τα πράγματα του κόσμου, όταν επιδιώκονται για τον εαυτό τους, δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα που οδηγεί την ανθρώπινη ψυχή. Δεν είναι λάθος από μόνα τους — αλλά είναι ελλιπή. Δείχνουν προς κάτι που δεν μπορούν να περιέχουν.

 

Σε αυτή την απελπισμένη έρευνα, ο Αρτζούνα γίνεται άθελά του δάσκαλος. Η ίδια του η σύγχυση είναι μια μορφή σοφίας, γιατί προκύπτει από την άρνηση να προσποιηθεί ότι οι εύκολες απαντήσεις αρκούν. Ο πολεμιστής που έχει σκοτώσει δέκα χιλιάδες εχθρούς καταρρέει όχι από εχθρό αλλά από αγάπη — από την αδυναμία της επιλογής που η αγάπη τοποθετεί μπροστά του. Και είναι ακριβώς αυτή η κατάρρευση, αυτή η ριζική ειλικρίνεια για το κόστος των πραγμάτων, που προετοιμάζει το έδαφος για τη διδασκαλία που ακολουθεί. Γιατί το Θείο πάντοτε μιλά πιο καθαρά σε ψυχές που έχουν σταματήσει να προσποιούνται ότι ήδη γνωρίζουν τις απαντήσεις.

 

VI. Η Σιωπή που Κρατά τα Πάντα

 

Υπάρχει μια στιγμή εξαιρετικής σημασίας σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο που εύκολα παραβλέπεται μέσα στο δράμα όσων την περιβάλλουν. Είναι η στιγμή της σιωπής — η στιγμή μετά την οποία ο Αρτζούνα έχει πει όλη τη θλίψη του και όλη τη σύγχυσή του, μετά την οποία έχει αφήσει το τόξο του και έχει βυθιστεί, με σπασμένη καρδιά, στο κάθισμα του άρματος. Για μια ανάσα — ίσως για πολλές ανάσες — δεν λέγεται τίποτα. Οι απέραντοι στρατοί περιμένουν στην τρομερή ακινησία τους. Τα τύμπανα σιωπούν. Οι κέλυφες κόνχες είναι ακίνητες. Και σε αυτή τη σιωπή, που είναι ταυτόχρονα το χαμηλότερο σημείο της απελπισίας του Αρτζούνα και το υψηλότερο σημείο της ετοιμότητάς του, το Θείο ετοιμάζεται να μιλήσει.

 

Αυτή η σιωπή είναι η ίδια διδασκαλία. Είναι η σιωπή που συναντά κάθε γνήσιος αναζητητής τελικά — η σιωπή που ακολουθεί την εξάντληση κάθε επιχειρήματος, κάθε στρατηγικής, κάθε προσπάθειας να σκεφτεί κανείς τον τρόπο μέσα από το μυστήριο της ύπαρξης. Είναι η σιωπή που η παράδοση του Ζεν επικαλείται με τα κοάν της — εκείνες τις αδύνατες ερωτήσεις σχεδιασμένες να φέρουν τον λογικό νου στα γόνατα μπροστά σε μια πραγματικότητα που τον ξεπερνά. Είναι η σιωπή της συνάντησης των Κουάκερ, όπου συγκεντρωμένες ψυχές περιμένουν σε κοινή προσδοκία ενός λόγου που αναδύεται όχι από ανθρώπινη ευφυΐα αλλά από το βαθύ πηγάδι της παρουσίας που υποβόσκει σε όλα τα πράγματα. Είναι η σιωπή που οι πατέρες και οι μητέρες της ερήμου καλλιέργησαν μέσα από δεκαετίες μοναξιάς και προσευχής — όχι η σιωπή της απουσίας, αλλά η σιωπή μιας πληρότητας τόσο πλήρους που δεν έχει ανάγκη από λόγια.

 

Σε αυτή τη σιωπή, ολόκληρη η παράδοση της μυστικής έρευνας βρίσκει την πιο συμπυκνωμένη έκφρασή της. Γιατί ο μύστης πάντοτε κατανοούσε ότι οι πιο σημαντικές κινήσεις στη ζωή της ψυχής συμβαίνουν όχι στον θόρυβο της δραστηριότητας αλλά στην ησυχία που η δραστηριότητα έχει κάνει αδύνατη μέχρι τώρα. Η πτώση του τόξου είναι η πτώση όσων ο Αρτζούνα χρησιμοποιούσε για να ορίσει και να συντηρήσει τον εαυτό του. Και στον χώρο που αφήνει αυτή η πτώση, στο κενό που το εγώ δεν μπορεί να γεμίσει, η θεϊκή φωνή — υπομονετική σαν την αιωνιότητα, τρυφερή σαν το πρώτο φως του πρωινού — αρχίζει το ανεξάντλητο έργο της.

 

VII. Το Δώρο Κρυμμένο στην Πτώση

 

Η απελπισία του Αρτζούνα — ο τίτλος αυτού του πρώτου κεφαλαίου της Γκίτα — μπορεί στην πρώτη ματιά να φαίνεται κάτι απλώς προκαταρκτικό, μια αδυναμία που πρέπει να διορθωθεί από τη σοφία που ακολουθεί, ένα σκοτάδι που εκτιμάται μόνο για το φως που καθιστά δυνατό. Αλλά η βαθύτερη μυστική ανάγνωση αρνείται αυτή την απόρριψη. Η απελπισία δεν είναι απλώς το σκοτάδι πριν την αυγή· είναι η ίδια μια μορφή φωτός. Είναι το φως της ριζικής ειλικρίνειας, το φως μιας ψυχής που δεν θα προσποιηθεί πια, που δεν μπορεί πια να διατηρήσει τις άνετες φαντασιώσεις με τις οποίες η συνηθισμένη ζωή συντηρείται. Είναι, με τον δικό της τρόπο, μια πράξη όρασης — η πιο δαπανηρή και θαρραλέα μορφή όρασης, εκείνη που δεν χαρίζει στον εαυτό της το πλήρες βάρος αυτού που αντιλαμβάνεται.

 

Όταν ο Αρτζούνα βυθίζεται στο άρμα του και αφήνει το τόξο να πέσει από τα χέρια του, εκτελεί — άθελά του, ακούσια, στα ίδια τα βάθη της απελπισίας του — την πιο βαθιά πνευματική πράξη που είναι δυνατό να εκτελέσει: παραδίδεται. Όχι η παράδοση της ήττας. Όχι η παράδοση ενός πνεύματος σπασμένου πέρα από κάθε ανάκαμψη. Αλλά η παράδοση της αυτοδυναμίας, η παράδοση της ψευδαίσθησης ότι οι άνθρωποι μπορούν να πλοηγηθούν στα βαθύτερα νερά της ύπαρξης μόνο με τη δύναμη της δικής τους κατανόησης. Παραδίδει το τόξο — και παραδίδοντάς το, ανοίγει τα χέρια του για να δεχτεί κάτι απείρως πιο ισχυρό από κάθε όπλο που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος.

 

Οι μυστικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης έχουν αναγνωρίσει αυτή τη στιγμή, αυτό το σκοτεινό δώρο κρυμμένο μέσα στην φαινομενική καταστροφή, αυτή τη χάρη που φτάνει ακριβώς όταν η ανθρώπινη ψυχή έχει εξαντλήσει κάθε άλλο πόρο. Ο Σούφι ποιητής Ρουμί, του οποίου οι στίχοι πάλλονται με τον πόνο της θεϊκής λαχτάρας, το κατανοούσε: η πληγή είναι ο τόπος όπου μπαίνει το φως. Ο χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ το κατανοούσε: ο Θεός δεν μπορεί να γεμίσει ό,τι είναι ήδη γεμάτο· η ψυχή πρέπει να είναι άδεια πριν γεμίσει με το θείο. Οι βουδιστικές παραδόσεις το κατανοούν στη διδασκαλία του νου του αρχάριου — ότι ο νους που δεν γνωρίζει τίποτα είναι ο νους ανοιχτός σε όλα. Αυτό προς το οποίο όλες αυτές οι παραδόσεις δείχνουν είναι ακριβώς το δώρο κρυμμένο στην πτώση του Αρτζούνα: ότι η κατάρρευση των βεβαιοτήτων του εγώ δεν είναι το τέλος της πνευματικής ζωής αλλά η αληθινή αρχή της.

 

VIII. Το Κατώφλι Διασχίζεται — Η Διδασκαλία Αρχίζει

 

Και έτσι αυτό το αρχαίο κείμενο — διατηρημένο μέσα από χιλιετίες, μεταφερόμενο μέσα από τη μακριά ιστορία της ανθρώπινης λαχτάρας και αναζήτησης — αρχίζει όχι με θρίαμβο αλλά με κατάρρευση, όχι με βεβαιότητα αλλά με σύγχυση, όχι με την απάντηση αλλά με την ερώτηση. Σε αυτή την επιλογή αρχής, η Γκίτα αποκαλύπτει τη βαθύτερη σοφία της: ότι η ερώτηση, όταν τεθεί με αρκετή ειλικρίνεια και αρκετή απελπισία, είναι ήδη μια μορφή προσευχής. Ότι η πτώση του τόξου είναι ήδη μια μορφή λατρείας. Ότι η στιγμή που ο ήρωας γίνεται, για πρώτη φορά, πραγματικά χαμένος — είναι η στιγμή που η δυνατότητα να βρεθεί πραγματικά γίνεται αληθινή.

 

Η απελπισία του Αρτζούνα δεν είναι εμπόδιο στη συνάντηση με το ιερό· είναι η ίδια η προϋπόθεσή της. Το θείο δεν μπορεί να δώσει ό,τι ο άνθρωπος αρνείται να δεχτεί, και ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ό,τι τα χέρια του εγώ είναι πολύ γεμάτα για να κρατήσουν. Μόνο όταν αυτά τα χέρια είναι άδεια — μόνο όταν το τόξο έχει πέσει, η ταυτότητα έχει θρυμματιστεί, οι άνετες βεβαιότητες έχουν διαλυθεί στη ζέστη αυτού που δεν μπορεί να αποφευχθεί — το δώρο που πάντοτε προσφερόταν μπορεί να βρει τον δρόμο του σπίτι. Αυτό δεν είναι απλώς η διδασκαλία της Γκίτα. Είναι η ομόφωνη μαρτυρία κάθε ψυχής που έχει ταξιδέψει αρκετά βαθιά στο εσωτερικό για να ανακαλύψει τι περιμένει στο κέντρο όλων των πραγμάτων.

 

Το μεγάλο πεδίο μάχης πέφτει σε σιωπή. Οι στρατοί περιμένουν, αιωρούμενοι σε μια στιγμή που περιέχει όλο τον χρόνο. Ο Αρτζούνα κάθεται στο άρμα του, αδειανός από ό,τι νόμιζε ότι ήταν, ό,τι νόμιζε ότι ήθελε, ό,τι νόμιζε ότι γνώριζε. Και δίπλα του — υπομονετικός σαν τα άστρα, παρών σαν η ανάσα, οικείος σαν ο παλμός της ίδιας της αμήχανης καρδιάς του — ο Θεϊκός Ηνίοχος στρέφεται και μιλά.

 

«Ο Αρτζούνα βυθίζεται. Το τόξο πέφτει. Η σιωπή κατεβαίνει. Και σε αυτή τη σιωπή — απέραντη σαν τον ουρανό πάνω από το Κουρουξέτρα, ήρεμη σαν το μάτι της θεϊκής καταιγίδας — η διδασκαλία αρχίζει.»

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~