CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 3 January, 2026

Monday, October 12, 2015

Η Ιερή Πρακτική

 By Unseen


Είναι διαπιστωμένο, από ιστορικές έρευνες αλλά και ιστορικά ευρήματα, ότι ο άνθρωπος είχε «θρησκεία», θρησκευτικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις, εδώ και, τουλάχιστον, 30.000 χρόνια. Τελείως φυσιολογικά ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε παρά να στρέψει την προσοχή του στο περιβάλλον του και να αναζητήσει την Πηγή της Ύπαρξης στην Ίδια την Φύση. Όχι απλά την Φύση που ένοιωθε με τις αισθήσεις, αλλά το Άγνωστο Βάθος της, την Μυστηριώδη Φύση που τα Αγκαλιάζει όλα. Ο άνθρωπος λάτρεψε την Μητέρα Φύση, με τις αισθήσεις αποδεχόμενος τα αγαθά της Τροφοδότριας Μάνας και νοιώθοντας ευγνωμοσύνη. Την λάτρεψε με την δύναμη της ψυχής του νοιώθοντας τον βαθύτερο δεσμό του με την Φύση. Κι όσο αναπτυσσόταν ο άνθρωπος σε νοημοσύνη κι αντίληψη προσπάθησε να διερευνήσει την Φύση με την σκέψη. Κι έφτασε, τουλάχιστον αποδεδειγμένα, πριν 4.000 χρόνια, να συνειδητοποιήσει ότι υπήρχε Κάτι Πραγματικό πίσω από αυτά που συνελάμβανε με την σκέψη κι ονομάτιζε με λέξεις. Η Αλήθεια είναι πέρα από την περιγραφή της Αλήθειας. Κάποιοι άνθρωποι προχώρησαν τα τελευταία 3.000 χρόνια ακόμα πιο μακριά. Η Πραγματικότητα βρίσκεται Πέραν κάθε αντίληψης.
Παράλληλα με την πρόοδο της ανθρώπινης θρησκευτικής αντίληψης έγινε κατανοητό ότι η Ύπαρξη μπορούσε να εκδηλωθεί σε Πέντε Πεδία, ότι υπάρχουν Πέντε Κοσμικοί Χώροι Εκδήλωσης, Πέντε Κόσμοι. Αυτό ισχύει βέβαια όσο ένα περιορισμένο ον που σαν Βαθύτερη Ουσία πηγάζει από το Μεγάλο Άγνωστο βρίσκεται στον Σχετικό Χώρο της Εξέλιξης. Γιατί όπως μαρτύρησαν κάποιοι Σοφοί Άνθρωποι, όταν Βιώνει κάποιος την Πραγματικότητα Βλέπει ότι η Πραγματικότητα Είναι Μία και ενώ τα Περιλαμβάνει Όλα ταυτόχρονα δεν υπάρχει Μέσα στην Φωτισμένη Αντίληψη καμία διάκριση.
Έτσι, από πολύ νωρίς, εφόσον το ζητούμενο από τον άνθρωπο ήταν πάντα η Ανύψωση ως την Πραγματικότητα, η Βίωση της Πραγματικότητας, δημιουργήθηκαν διάφορες πρακτικές Πνευματικής Ανύψωσης. Στην πραγματικότητα, εφόσον ο σκοπός είναι η Βίωση της Πραγματικότητας, όλες οι πρακτικές δεν έχουν άλλο έργο από το να μας οδηγήσουν πέρα από τους περιορισμούς, του κόσμου, των αισθήσεων, της ψυχής, της σκέψης, της ίδιας της αντίληψης. Στην πραγματικότητα, μέσα στην Παγκόσμια Θρησκευτική Παράδοση η Θρησκεία είναι Μία, η Θρησκεία της Πραγματικότητας. Οι επιμέρους περιγραφές και διαφοροποιήσεις είναι εξωτερικές και χωρίς σημασία. Το ίδιο και οι περιγραφές των Κόσμων μέσα στις διάφορες θρησκείες είναι σχεδόν όμοιες. Και η Ιερή Τεχνική, η Πρακτική της Πνευματικής Ανύψωσης είναι η Μία Τεχνική της Βίωσης της Πραγματικότητας με την Απελευθέρωση της Συνείδησης από τους εξωτερικούς περιορισμούς. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνο ένας Δρόμος που Οδηγεί στην Πραγματικότητα στην Αλήθεια, ό,τι κι αν λένε οι αμαθείς. Την Υπέρτατη Πραγματικότητα δεν μπορούμε να την βρούμε ούτε με τις αισθήσεις, έξω στον κόσμο, ούτε με τα συναισθήματα, ούτε με την σκέψη, τις διδασκαλίες, τις θεολογίες. Πρέπει να πάμε πέρα από όλα αυτά, πέρα κι από την σκέψη, Βαθιά Μέσα μας, στην Καρδιά της Ύπαρξής μας. Να έρθουμε σε Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα, να Βιώσουμε την Ενότητα της Ύπαρξης. Πρέπει, ακόμα Πιο Βαθιά να Βγούμε στο Άγνωστο Όπου καμία αντίληψη δεν εισχωρεί, καμία ιδιότητα δεν μπορεί να ανιχνευθεί, ένα Πλήρες Κενό για τις δικές μας μικρές δυνάμεις. Ένα Κενό όμως που δεν είναι το κενό του τίποτα, αλλά ένα Άγνωστο Ζωντανό Πλήρες από το Οποίο Πηγάζουν Όλα. Η Άγνωστη Φύση, η Αληθινή Ουσία, που οι άνθρωποι λάτρευαν εδώ και 30.000 χρόνια κι οι σημερινοί χριστιανοί ταυτίζουν με την Πλατυτέρα των Ουρανών, που δεν είναι βέβαια το μικρό ανθρώπινο κορίτσι, η Αγαπημένη Γλυκιά Μαρία, αλλά Κάτι Πολύ-Πολύ Πλατύτερο.
Όταν λοιπόν Ο Ορφέας, ο Μύστης του Ολύμπου, περπατούσε στη γη, λίγο μετά τους Ποιητές, λίγο πριν τους Φιλοσόφους, όπως λέει ο Αριστοτέλης, υπήρχε ήδη μια Πανάρχαια Παγκόσμια Θρησκευτική Παράδοση. Ο Ορφέας δεν τα δημιούργησε όλα μόνος του. Όμως αναμόρφωσε βαθιά την θρησκεία των προγόνων του και της έδωσε ένα βαθύτερο νόημα και μια πιο πρακτική οργάνωση. Ακόμα κι αν οι δήθεν ιστορικοί κι οι προκατειλημμένοι χριστιανοί αρνούνται την ιστορική ύπαρξη του Ορφέα, το μαρτυρούν τα Ορφικά Μυστήρια, οι Ορφικοί Θίασοι, που χρησιμοποίησε σαν πρότυπο ο Πυθαγόρας κι οι πυθαγόρειοι και γενικά το Έργο που άφησε ο Ορφέας. Απλά η αποδοχή της ιστορικής ύπαρξης του Ορφέα και του Ορφισμού αποδεικνύει ότι ο χριστιανισμός που δημιουργήθηκε στην Ανατολική Αυτοκρατορία (όχι ο χριστιανισμός του Ιησού, αλλά ο χριστιανισμός των μεταχριστιανικών αιώνων) είναι κακό αντίγραφο του Ορφισμού. Ο Ορφέας λοιπόν ήταν αυτός που όχι μόνο αναμόρφωσε την Διονυσιακή Θρησκεία, δίνοντάς της ένα Βαθύτερο περιεχόμενο κι όχι καταστρέφοντάς την, αλλά και Εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια την Ιερή Πρακτική της πνευματικής Ανύψωσης ως το Θείο.
Η Ιερή Πρακτική του Ορφέα μιλούσε βέβαια για την Μια και Μοναδική Πραγματικότητα Εντός της Οποίας Συμβαίνουν Όλα. Υπάρχει Μόνο Μια Ψυχή κι όλες οι Ψυχές Είναι Αυτή η Μία Ψυχή. Αλλά για να Φτάσει μια περιορισμένη Ψυχή να Βιώσει αυτή την Πραγματικότητα έπρεπε να υπερβεί τους περιορισμούς μέσα στους οποίους την είχε οδηγήσει η ύπαρξη, το ταξίδι στα διάφορα Πεδία, στους διάφορους Κόσμους. Κι εδώ υπήρχε η ανάγκη να μιλήσουμε για τις Βαθμίδες της Απελευθέρωσης. Με αυτή την έννοια υπάρχουν βαθμίδες. Κι οι Βαθμίδες είναι Πέντε γιατί σε Πέντε Πεδία λειτουργεί η Συνείδηση, γιατί γίνονται αντιληπτοί Πέντε Κόσμοι Εμπειρίας και αναγνωρίζονται Μία Πραγματικότητα και τέσσερα είδη περιορισμών (σύνολο Πέντε). Οι Πέντε Βαθμίδες της Ιερής Πρακτικής που Δίδαξε ο Ορφέας, πηγάζουν από την Πανάρχαια Παγκόσμια Θρησκευτική Αντίληψη κι από την Πανάρχαια Παγκόσμια Θρησκευτική Εμπειρία στην Οδό της Απελευθέρωσης. Αυτή την πρακτική παρέδωσε ο Ορφέας στην ανθρωπότητα και την διατήρησαν οι Ορφικοί Θίασοι και 100 περίπου χρόνια μετά τον Ορφέα ο Πυθαγόρας της έδωσε νέα πνοή. Οι Πυθαγόρειοι επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τους νεότερους φιλοσόφους. Όλοι σχεδόν οι Φιλόσοφοι δύο πηγές της Αληθινής Γνώσης αναγνωρίζουν τους Ορφικούς και τους Πυθαγόρειους (που είναι το ίδιο). Η Ορφική Διδασκαλία αναζωογόνησε τα Ελευσίνια Μυστήρια που (όπως εξηγούμε σε ειδικό άρθρο) είχαν Πέντε Μυητικές Βαθμίδες κι όχι τρεις όπως γνωρίζουν και υποστηρίζουν οι αμαθείς. Η Παραδοχή των Πέντε Βαθμίδων συμφωνεί με την Παγκόσμια Εσωτερική Παράδοση, ενώ οι τρεις βαθμίδες δεν οδηγούν στην έξοδο από τον κόσμο του γίγνεσθαι, των φαινομένων.  Η Ορφική Διδασκαλία επηρέασε βαθιά και την Δελφική Λατρεία. Η Ιερή Πρακτική λοιπόν ήταν κάτι που Γνώριζαν οι Μύστες σε όλα τα Μυητικά Κέντρα.
Κι ο ίδιος ο Πλάτωνας είχε γνωρίσει την Διδασκαλία αλλά και την Πρακτική Βίωση της Αλήθειας και από την γενικότερη παιδεία του και από την επαφή του με τον Σωκράτη που ήταν Μυημένος κι ασφαλώς και από τους πυθαγόρειους κύκλους με τους οποίους σχετιζόταν από νέος. Στην Ακαδημία που ο Πλάτωνας ίδρυσε κατά το πρότυπο των πυθαγόρειων συλλόγων, ένα κοινόβιο μυημένων στην πραγματικότητα, διδάσκονταν η Ιερή Πρακτική. Ο Πλάτωνας στα βιβλία του έλεγε πολύ λίγα, όχι μόνο γιατί δεν επιτρεπόταν στους Μύστες να μιλούν φανερά για τα Μυστήρια αλλά και γιατί επρόκειτο εδώ για κάτι που ήταν καθαρά πρακτικό κι η θεωρητική περιγραφή του δεν θα είχε και τόση σημασία. Πάντως στον Φαίδωνα ο Πλάτωνας κάνει μια σαφή αναφορά στην Ιερή Πρακτική:
- Κάθαρσις δε είναι άρα ου τούτο ξυμβαίνει, όπερ πάλαι εν τω λόγω λέγεται, το χωρίζειν ότι μάλιστα από του σώ­ματος την ψυχήν και εθίσαι αυτήν καθ’ αυτήν πανταχόθεν εκ του σώματος συναγείρεσθαί τε και αθροίζεσθαι, και οικείν κατά το δυ­νατόν και εν τω νυν παρόντι και εν τω έπειτα μόνην καθ’ αυτήν, εκλυομένην ώσπερ εκ δεσμών εκ του σώματος;
- Πάνυ μεν ουν, έφη.
- Ουκούν τούτό γε θάνατος ονομάζεται, λύσις και χωρισμός ψυχής από σώματος;
- Παντάπασί γε, ή δ’ ος.
- Λύειν δε γε αυτήν, ώς φαμεν, προθυμούνται αεί μάλιστα και μόνοι οί φιλοσοφούντες ορθώς, και το μελέτημα αύτο τούτό εστιν των φιλοσόφων, λύσις και χωρισμός ψυχής από σώματος ή ου;
- Φαίνεται.
- Κάθαρσις δε δεν συμβαίνει να είναι άραγε αυτό, πού από πα­λιά λέγεται, δηλαδή ό χωρισμός της ψυχής από το σώμα όσον το δυνατόν και ο εθισμός της να χωρίζεται από το σώμα, να κλείνεται στον εαυτό της, να αυτοσυγκεντρώνεται και να ζει και τώρα και έπειτα ανεξάρτητη, απελευθερωμένη από το σώμα σαν από φυλα­κή;
- Βέβαια, είπε ό Σιμμίας.
- Μα αυτό δεν λέμε πώς είναι ό θάνατος, δηλαδή μια απελευθέ­ρωση και χωρισμός ψυχής από το σώμα;
- Οπωσδήποτε, είπε αυτός.
- Αυτή την απελευθέρωση, όπως λέμε, την επιδιώκουν με προθυμία πάντα μόνον όσοι φιλοσοφούν σωστά, και αυτή η έννοια απασχολεί τούς φιλοσόφους, η απελευθέρωση και ό χωρι­σμός ψυχής και σώματος ή όχι;
- Είναι φανερό.
Εδώ βέβαια ο Πλάτωνας μιλά γενικά για την Ιερή Πρακτική αλλά σε κάθε ευκαιρία, στα γραπτά του, αναφέρεται στις Πέντε Μυητικές Βαθμίδες. Το υποδηλώνει άλλωστε η όλη φιλοσοφική αντίληψή του για την Πραγματικότητα. Η Μόνη Πραγματικότητα, για τον Πλάτωνα Είναι το Ένα, το Αγαθόν. Ο Κόσμος του Γίγνεσθαι δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της Δραστηριότητας του Ενός, ένας Κόσμος Αντίληψης, ένα κόσμος φαινομένων, που αντλεί την ύπαρξή του από το Αληθινό Είναι και Συμμετέχει στο Είναι για να υπάρξει και δεν διαθέτει δική του ανεξάρτητη ουσία. Κι όλα τα υλικά φαινόμενα δεν έχουν δική τους ουσία παρά αντλούν την ύπαρξή τους από την Συμμετοχή τους στο Είναι και τις αιώνιες ιδέες.
Έτσι για τον Πλάτωνα ο Κόσμος (σαν Συνολική Πραγματικότητα) έχει Πέντε Πεδία (έτσι φαίνεται στα περιορισμένα όντα):
Το Αγαθόν , το Τελείως Είναι, το Όντως Ον.
Το Είναι, το Ον.
Ο Αιώνιος Κόσμος των Ιδεών, των Αληθινών Όντων.
Ο κόσμος της Ψυχής, η ψυχή, οι ψυχές.
Ο κόσμος των υλικών φαινομένων.
Συχνά ο Πλάτωνας και γενικότερα οι Αρχαίοι Σοφοί χρησιμοποιούσαν τον όρο «Ψυχή», με διάφορες σημασίες. Η αληθινή σημασία βγαίνει από τα λεγόμενα. Έτσι Ψυχή μπορεί να σημαίνει (όπως στο απόσπασμα του Φαίδωνα που αναφέραμε) το Πνευματικό Στοιχείο που ενσωματώνεται. Μπορεί να σημαίνει την αστρική ψυχή που είναι  ο κόσμος των συναισθημάτων και των βουλήσεων καθώς κι ο μεταθανάτιο φορέας μας. Μπορεί να σημαίνει την υλική ψυχή που εγκαθιδρύεται κατά την ενσωμάτωση σαν αντιστοιχία ανάμεσα στην δράση του Πνευματικού Στοιχείου και του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος, του σώματος γενικότερα.
Έτσι κατά αντιστοιχία της «Κοσμοαντίληψης» του Πλάτωνα και της Διδασκαλίας της Ακαδημίας οι Πέντε Βαθμίδες της Ιερής Πρακτικής είναι:
Η Βίωση της Μιας Μοναδικής Πραγματικότητας.
Η Βίωση της Ενότητας της Ύπαρξης, η Καθαρή Νόηση, η Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα του Κόσμου.
Η Υπέρβαση της κατώτερης διανόησης, δηλαδή της σκεπτοδιαδικασίας, της μέσω της σκέψης διαστρέβλωσης της πραγματικότητας.
Η κάθαρση της κατώτερης (αστρικής) ψυχής και του συναισθηματικού κόσμου μας.
Η κάθαρση της υλικής ψυχής, των σωματικών δραστηριοτήτων και των εξωτερικών πράξεων, έξω, στον κόσμο.
Τελικά, όπως είπαμε και στην αρχή η Ιερή Πρακτική δεν έχει μόνο Πανάρχαια και Παγκόσμια Καταγωγή αλλά την συναντάμε επίσης σε όλες τις παραδόσεις. Βεβαίως όπως το αποδεικνύουν έμπρακτα όλοι οι Σοφοί, Παγκόσμια αλλά και στην Αρχαία Ελλάδα, αυτός είναι ένας πρακτικός δρόμος Απελευθέρωσης. Πρέπει να τον Βαδίσουμε. Πρέπει να Απελευθερωθούμε. Πρέπει να το κάνουμε. Ούτε η θεωρητική γνώση, ούτε οι συζητήσεις περί τους Οδού έχουν κανένα νόημα. Είναι ένας Καθαρά Βιωματικός Δρόμος. Την Αλήθεια την Ζούμε. Δεν αρκούμαστε στην νοητική περιγραφή της, γιατί αυτό δεν είναι Αλήθεια, είναι απλά πληροφορίες για την Αλήθεια. Δεν ξεδιψάς περιγράφοντας το νερό ή λέγοντας νερό, νερό, νερό, ούτε χορταίνεις βλέποντας σε φωτογραφίες νόστιμα φρούτα.
Η Αλήθεια Είναι Εδώ. Κι ο Μόνος Δρόμος για να την Βιώσουμε είναι Μέσα μας. Ο Πλάτωνας όπως όλοι οι Δάσκαλοι αναφέρεται απλά στην Οδό. Αλλά πρέπει καθένας, μόνος του, αυτός ο ίδιος, να Βαδίσει την Οδό της Κατανόησης, να ξεπεράσει τους εξωτερικούς περιορισμούς να Κατακτήσει την Αληθινή Αυτογνωσία, να Έρθει σε Άμεση Επαφή με το Θείο Μέσα του, Μέσα μας, Μέσα σε Όλα.
Στην πραγματικότητα η Ιερή Πρακτική έχει σκοπό, ενόσω ζούμε να στραφούμε Έσω κι αποσύροντας την συνειδητότητα από τον εξωτερικό κόσμο και τις κατώτερες λειτουργίες να Βιώσουμε τα Εσωτερικά Πεδία Ύπαρξης, Βέβαια η εξωσωματική εμπειρία είναι δυνατή και πολλοί είχαν τέτοιες εμπειρίες, αλλά το ζητούμενο είναι να γνωρίσουμε την Φύση μας, πως Λειτουργεί η Φύση μας. Η Επαφή με τους Εσωτερικούς Κόσμους, είτε γίνεται απλά με την απόσυρση από τις κατώτερες λειτουργίες, είτε βγαίνουμε τελείως έξω από το σώμα, δεν είναι παρά μια εμπειρία αυτών τω καταστάσεων ύπαρξης ενόσω είμαστε συνδεδεμένοι με το σώμα. Ο οριστικός διαχωρισμός από το σώμα απελευθερώνει το Πνευματικό Στοιχείο που μπορεί να Βιώσει τώρα πραγματικά την Κατάσταση Ύπαρξης που έχει βιώσει, έχει κάνει ζωή του και για την οποία «προετοιμαζόταν» στην γη. Οι Σοφοί, οι Μύστες και οι μυημένοι που βαδίζουν την Οδό της Απελευθέρωσης, επειδή ήδη βιώνουν τις Εσωτερικές Καταστάσεις, γνωρίζουν ότι θα οδηγηθούν στο Βάθος της Κατανόησης που πέτυχαν στην διάρκεια της γήινης ζωής τους. Οι άνθρωποι που έζησαν μέσα στην άγνοια και κατασπατάλησαν τη ζωή και τον χρόνο σε εξωτερικές δραστηριότητες το μόνο που θα πάρουν μαζί τους, φεύγοντας από την γη, θα είναι η άγνοια, που θα τους οδηγήσει πίσω, ξανά, εδώ. Ο Πλάτωνας στον Φαίδωνα αναλύει, μέσα από μύθους βέβαια, που περιέχουν όμως ένα βαθύ συμβολισμό, την μεταθανάτια τύχη της ψυχής. Από τα κλασσικά κείμενα, πλάι στον Φαίδωνα μπορεί να σταθεί μόνο το «Μπάρντο Τοντόλ», η «Θιβετανική Βίβλος των νεκρών».
Η Ιερή Πρακτική λοιπόν έχει σκοπό να μας Οδηγήσει στην Οριστική Απελευθέρωση, όχι απλά από τον κύκλο των μετενσωματώσεων στη γη, αλλά από την Ύπαρξη μέσα στην Φαινομενική Δημιουργία γενικότερα. Είναι καθαρά θέμα Κατανόησης (άσχετα πόσο ηχηρούς όρους χρησιμοποιούμε).Για να Βιώσει λοιπόν κάποιος την Μια Μοναδική Πραγματικότητα θα πρέπει να ξεκινήσει από την παρούσα κατάστασή του, από τις καταστάσεις που ζει στο σώμα και στον κόσμο και σιγά-σιγά να ανυψωθεί μέσα από τις διάφορες Βαθμίδες ως το Απόλυτο Ένα. Έτσι για τον απλό άνθρωπο που ξεκινά από έξω, από κάτω οι βαθμίδες διαμορφώνονται με τον παρακάτω τρόπο.
Πρώτα από όλα είναι απαραίτητη η Κάθαρση του Σώματος, των δραστηριοτήτων μας. Αυτό σημαίνει μια ζωή μετρημένη που ενώ μας παρέχει όλα τα αναγκαία θέτει σαν στόχο την Πνευματική Ανύψωση και μας εξασφαλίζει τον απαραίτητο χρόνο και τις αρμόζουσες προσπάθειες. Δεν είναι δυνατόν να προχωρήσουμε στον πνευματικό δρόμο, όταν προσκολλούμαστε στον εξωτερικό κόσμο, σε εξωτερικές δραστηριότητες και σε υλικά αντικείμενα. Οι εξωτερικοί καθαρμοί που γίνονταν και στα Μικρά Μυστήρια και σε Θρησκευτικές εκδηλώσεις και Γιορτές δεν ήταν παρά μια συμβολική πράξη για πραγματική αλλαγή της ζωής μας. Διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Μόνο πραγματοποιώντας μια ενάρετη ζωή μπορούσε κάποιος να εισέλθει στην Οδό. Έπρεπε δηλαδή να βιώσει την Αρετή της Σοφίας ή  Φρόνησης (της εξωτερικής φρόνησης) στην ζωή του.
Μετά θα έπρεπε κάποιος, πάντα μέσα από την Κατανόηση της Φύση μας, της ζωής, αυτών που συμβαίνουν, να καθαρισθεί από τις επιθυμίες της γήινης ζωής και τα πάθη. Η κάθαρση της Ψυχής μπορεί να ανοίξει τον Δρόμο προς τους Εσωτερικούς Κόσμους. Η ίδια η Ψυχή σαν λειτουργία (συναισθήματα, βουλήσεις, επιθυμίες) βρίσκεται ακριβώς στο μέσο ανάμεσα στην ανώτερη διανόηση και την ζωή του σώματος. Είναι η ένωση δυο κόσμων. Κι η ψυχή οφείλει να προσανατολιστεί. Με την απάρνηση των επιθυμιών και των παθών βιώνουμε την Αρετή της Ανδρείας (της εξωτερικής ανδρείας) και προσανατολιζόμαστε πλέον προς τα Έσω. Ακόμα και σε αυτό το Επίπεδο ζωής να φτάσει κάποιος, στην «ψυχική απάθεια», ήδη έχει κερδίσει πολλά για την πνευματική του εξέλιξη.
Μετά θα πρέπει κάποιος να κατανοήσει τι είναι η Διανόηση σαν λειτουργεία και πως αυτά που συλλαμβάνει, έννοιες, σχέσεις εννοιών, είναι μόνο συμβολικά των αληθινών πραγμάτων. Όσο μένουμε μέσα στην δραστηριότητα της διανόησης είμαστε μέσα στο Σπήλαιο των εννοιών, των σκιών των αληθινών όντων. Η Υπέρβαση της διανόησης για να φτάσουμε σε μια Ανώτερη Όραση των αληθινών όντων, σε μια Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα, ήδη από εδώ, από την γη, σημαίνει ακριβώς την Κατανόηση και την Αντίληψη αυτού που συμβαίνει. Έτσι η διανόηση (αυτό που λένε οι σύγχρονοι σκέψη) παίρνει την σωστή θέση της και δεν αποτελεί πλέον εμπόδιο. Αυτή η Υπέρβαση είναι η Ουσία της Σωφροσύνης. Το να βιώσουμε λοιπόν την Αρετή της Σωφροσύνης σημαίνει να υπερβούμε την εξωτερική αντίληψη μέσα από παγιωμένες αντιλήψεις και εμπειρίες (που παραποιούν την πραγματικότητα), να υπερβούμε την χρήση της μνήμης αντλώντας πληροφορίες μόνο από την τρέχουσα αντίληψη και τέλος να αντιλαμβανόμαστε απλά αυτό που υπάρχει, αυτό που συμβαίνει, το πραγματικό. Μόνο όταν η Σωφροσύνη Ολοκληρώνεται αρχίζουμε να βλέπουμε τα αληθινά όντα, τους αληθινούς νοητικούς πυρήνες που κρύβουν μέσα τους τα πράγματα, τις ιδέες, ή πιο σωστά τους «ειδητικούς αριθμούς». Αυτές οι εσωτερικές βαθμίδες ανάβασης, στο επίπεδο της διανόησης χαρακτηρίζονται και σαν εσωτερικές αρετές (εσωτερική φρόνηση, εσωτερική ανδρεία, Αληθινή Σωφροσύνη).
Ήδη Βιώνοντας την Αληθινή Σωφροσύνη, υπερβαίνοντας την διανόηση και την παραμόρφωση της πραγματικότητας, βγαίνοντας έξω από το Σπήλαιο των εννοιών-σκιών των αληθινών πραγμάτων, είμαστε πια έξω στο Φως της Άμεσης Επαφής με την Πραγματικότητα, με αυτά που υπάρχουν , με αυτά που συμβαίνουν. Στο Φως της Άμεσης Αντίληψης έχουν διαλυθεί όλα τα κατασκευάσματα της διανόησης, δεν υπάρχει πλέον εγώ, δυαδικότητα, διαχωρισμός του κόσμου. Υπάρχει μόνο μια Ανοιχτή Απέραντη Επίγνωση της Ενότητας της Ύπαρξης, Νοιώθουμε το Είναι την Βάση της Ύπαρξης, όλων των υπάρξεων. Κι όλα όσα υπάρχουν Συμμετέχουν στο Είναι για να υπάρξουν και δεν διαχωρίζονται ποτέ ούτε από το Είναι, ούτε από τα άλλα πράγματα (ήταν η διανόηση που έκανε τους διαχωρισμούς.) Βιώνοντας Αυτή την Ενότητα της Ύπαρξης, το Είναι που Διαπερνά τα πάντα, μπορούμε να κατανοήσουμε τι είναι Δικαιοσύνη. Είναι η Αντίληψη που Εξισορροπεί τα Πάντα εντάσσοντάς τα μέσα στην Ενότητα. Να γιατί οι Αρχαίοι Έλληνες μέσα στην σοφία τους παρίσταναν την Δικαιοσύνη τυφλή και με μια ζυγαριά στο χέρι. Το θεολογικό της όνομα Θέμις βγαίνει από το τίθημι, που σημαίνει θέτω, «τοποθετώ». Και Θέμις είναι η Δύναμη που με γνώση τοποθετεί τα πράγματα στην ορθή τους θέση. Βέβαια η Βίωση του Είναι, της Ενότητας της Ύπαρξης έχει Διάφορα Βάθη Κατανόησης (Τρεις Εσωτερικές Βαθμίδες, που δεν μπορούμε τώρα να αναλύσουμε) που μας Ανυψώνουν ως την Θέα του Αγαθού.
Αλλά η Θέα του Αγαθού δεν είναι παρά το όριο της Ύπαρξης, το όριο της Δημιουργίας, το όριο του Κόσμου. Πρέπει να υπερβούμε και τον τελευταίο διαχωρισμό και με το σβήσιμο κάθε Υποκειμενικής Αντίληψης να Βυθιστούμε στο Απρόσωπο Ένα, το Τελείως Είναι, Όπου δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός, καμιά αντίληψη, καμιά ιδιότητα, καμιά εμπειρία, παρά μόνο Ζωή, Παρουσία.
Τελικά, η Ιερή Πρακτική είναι Απελευθέρωση του Πνευματικού Στοιχείου (της Ψυχής) από τους περιορισμούς, Επάνοδος της Ουσίας στην Αρχική της Κατάσταση το Σημείο ΑΩ, Όπου Ξεκινούν και Τελειώνουν Όλα, διαγράφοντας τον Κύκλο της Δημιουργίας, της Ύπαρξης μέσα στους Κόσμους, μέχρι την Τελική Ανύψωση στην Αλήθεια.

Στο επόμενο άρθρο στη σειρά Πλάτωνας « Ο Μεταϊστορικός Πλάτωνας».


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
Monday, 5 January, 2026

The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence

 

(Meditation as Living Action: Freedom from the Known)

 

The Threshold of Unknowing

 

There exists a practice beyond practice, a way that is no way, a path that dissolves even as the seeker places foot upon it. This is the sacred art of meditation—not as a technique to be mastered, nor as a destination to be reached, but as the perpetual liberation from all that binds the soul to yesterday's shadows.

 

The mystic who enters this wordless sanctuary discovers that meditation is nothing less than the continuous emptying of consciousness from the accumulated weight of the known. What is this known? It is the vast storehouse of memory, the endless corridors of yesterday stretching back through countless moments, each one crystallized into certainty, each one claiming permanence in the ever-changing river of existence. The known is time itself made solid, experience transformed into prison, the living waters of awareness frozen into the ice of conclusion.

 

Yet this emptying is not the work of years, not the gradual erosion of accumulated dust from some distant future vantage point. No—here lies the first great mystery: the emptying occurs not at the journey's end, but at its very inception. It means never to gather the dust at all, never to allow the mind to become a museum of the dead past, a mausoleum where living moments go to be entombed in the rigid forms of memory.

 

The seeker stands always at the edge of now, that razor's edge where eternity meets the temporal, where the infinite presses against the finite. Here, in this sacred present moment, what has been accumulated dissolves—not through the machinery of thought, which is itself but another layer of the past, but through action, through the vital doing of what presents itself in the living instant.

 

The Prison of Conclusion

 

Consider the movement of ordinary consciousness, that restless pilgrimage from conclusion to conclusion, like a traveler moving from inn to inn but never truly arriving home. Each experience becomes immediately encased in judgment, wrapped in the grave-clothes of evaluation, labeled and filed in the archives of the self. This is the tragedy of the conditioned mind: it cannot meet life freshly, cannot drink from the fountain of the present without immediately comparing the taste to all the waters it has drunk before.

 

Judgment, that sovereign king of the mental realm, sits upon its throne of certainty and pronounces its verdicts upon each moment as it arises. Whether drawn from the distant past or formed in the immediate present, all judgment is essentially conclusion—the closing of a door, the ending of inquiry, the transformation of the living question into a dead answer. And it is precisely this endless judging, this ceaseless concluding, that prevents the constant renewal of consciousness, the perpetual emptying that alone keeps the mind spacious and free.

 

For the known—that accumulated mass of conclusions, determinations, and fixed beliefs—acts as a dam holding back the flowing river of awareness. Where there should be movement, there is stagnation; where there should be openness, there is closure; where there should be wonder, there is the deadening certainty of "I know."

 

The Tyranny of Will and the Silence Beyond

 

Deep within the architecture of the self resides that which calls itself will—the insistent voice that declares "I shall achieve," "I shall become," "I shall transform myself through effort and determination." This will, so praised in the marketplace of spiritual ambitions, is itself the very mechanism of the known's perpetuation. For will is born of desire, and desire is always rooted in the past, in memory, in the ghost of previous pleasure or the shadow of previous pain.

 

When will operates, it moves always from a center of accumulated knowledge, of concluded experience. The one who wills is the one who remembers, who compares, who seeks to replicate past satisfaction or avoid past suffering. Thus the action of will—no matter how noble its intention, no matter how spiritual its aspiration—cannot possibly empty the vessel of consciousness. It can only fill it further, adding new layers of experience to be stored, new conclusions to be drawn, new determinations to be made.

 

Here the mystic encounters a profound paradox: the empty mind, that state of pure receptivity and boundless awareness, cannot be purchased through any transaction, cannot be won through any battle, cannot be achieved through any effort of will. It does not yield to demand, no matter how fervent. It cannot be captured by the grasping hand of desire, no matter how subtle that desire may appear.

 

Yet neither does this mean passivity or resignation. Rather, the empty mind comes into being through a different kind of awareness altogether—not the awareness of a thinker observing his thoughts, which only creates further division and distance, but the awareness of thought itself becoming conscious of its own movements, its own patterns, its own endless dance of conclusion and judgment.

 

The Innocence of Aloneness

 

In the depths of authentic meditation, consciousness discovers itself as perpetually innocent—not the innocence of naiveté or ignorance, but the innocence of the present moment, untouched by the contaminating hand of memory. This is the innocence of fresh snow before any footprint marks its surface, the innocence of dawn before any interpretation colors its light.

 

Such innocence is necessarily alone. Not the loneliness of separation, not the isolation of the ego cut off from its fellows, but the radical aloneness of that which cannot be compared, cannot be measured against anything else, cannot be known through reference to the past. The mind that is completely alone in this sense stands naked before existence, stripped of all the comfortable garments of conclusion, all the familiar armor of knowledge.

 

When consciousness achieves this sacred solitude, it ceases to accumulate. Like water that does not cling to the lotus leaf, experience passes through awareness without leaving residue, without forming sediment, without building the coral reef of self upon which the ego constructs its fortress. Each moment arises and passes, complete in itself, requiring no addition to the storehouse of memory.

 

In this aloneness, thought itself becomes silent—not suppressed, not violently pushed away, but naturally quiet, like a bird that ceases its song when song is no longer needed. And in that silence, the mind discovers itself untouched, pristine, eternally new.

 

The Dissolution of Tomorrow

 

The mystics of old spoke of the death of time, and here in the practice of true meditation, the seeker encounters what they meant. For the mind that is alone, that dwells completely in the present, finds that the future—which is nothing but the past projected forward, memory masquerading as anticipation—simply ceases to have meaning.

 

Tomorrow is born from yesterday. All our plans, our fears, our hopes, our anxieties about what is to come are constructed from the materials of what has been. We imagine future pleasures based on past pleasures; we fear future pains based on past pains. The future is the past in different costume, the same old actors performing the same old drama on a stage we imagine to be new.

 

But when the emptying happens in the present—that perpetual emptying that is the essence of meditation—the future loses its grip on consciousness. Not through denial or through the pretense that tomorrow does not exist in the realm of practical necessity, but through the recognition that psychologically, spiritually, tomorrow is an illusion, a ghost that haunts us only because we insist on carrying yesterday into today.

 

In the pure present, there is no tomorrow. There is only this—this breath, this light, this awareness that knows itself without the mediation of memory. And in this timeless instant, all that seemed so urgent, so important, so desperately in need of resolution, reveals itself as the fantasy of a mind imprisoned in its own conclusions.

 

The Living Movement

 

Here emerges perhaps the most crucial understanding: meditation is not a destination but a movement, not an achievement but a flowing, not a state to be attained and then maintained but a perpetual dance between consciousness and existence. It is the river, not the bank; the breathing, not the breath held; the living flame, not the captured spark.

 

So many approach the sacred art as though it were a mountain to be climbed, with a summit to be reached where one could plant a flag and declare victory. But this very approach perpetuates the problem it seeks to solve, for it brings the energy of conclusion, of determination, of will into the very space that can only exist when these things dissolve.

 

Meditation as movement means meditation without end, without conclusion, without the closing of the circle. It means entering each moment of awareness as if for the first time, with no map drawn from previous journeys, no certainty about what will be discovered. It is exploration without the explorer, seeing without the seer, knowing without the knower.

 

This movement is not chaotic or aimless. Like the growth of a tree, which follows no conscious plan yet manifests perfect order, the movement of meditation follows its own intrinsic intelligence. It knows where to flow as water knows how to find the sea, not through thought or decision but through the simple recognition of what is.

 

The Death of the Meditator

 

There comes a moment—not in time but beyond time—when the one who meditates discovers that meditation can only truly occur when the meditator dissolves. As long as there is someone doing meditation, there is division, separation, duality. There is the observer and the observed, the controller and the controlled, the one who seeks emptiness and the emptiness that is sought.

 

This division is itself the barrier, the veil that obscures the sacred. For in truth, there is no separate entity that can step outside consciousness and manipulate it, clean it, empty it, transform it. There is only consciousness itself, aware of its own movements, sensitive to its own patterns, understanding itself without a separate understander.

 

When the meditator dies—and this death must happen again and again, moment by moment, for the separate self is constantly seeking to resurrect itself—what remains is not emptiness in the sense of absence, but emptiness in the sense of infinite potential, limitless space, boundless awareness. It is the emptiness of the sky that contains all clouds without being defined by any of them, the emptiness of silence that holds all sound without being disturbed by any of it.

 

The Sacred Ordinariness

 

The paradox that mystifies many seekers is this: the emptiness that meditation reveals is not separate from daily life, not divorced from the ordinary world of tasks and relationships, work and rest. The sacred does not exist in some distant realm accessible only through extraordinary experiences or altered states.

 

Rather, the empty mind discovers that the ordinary is itself the gateway to the infinite. Washing dishes, walking to work, greeting a friend—when done with complete attention, with the innocency of the present, these simple acts become sacraments, portals through which the eternal shines into the temporal.

 

For the mind that is free from the known, there is no division between the sacred and the secular, the spiritual and the mundane, the meditation cushion and the marketplace. All is one seamless whole, one continuous movement of awareness meeting existence in each unfolding moment.

 

This is the great liberation: not an escape from life but the discovery of life in its fullness, not a withdrawal from the world but an engagement with the world so complete, so total, that the separation between self and other, between inner and outer, simply dissolves like mist before the morning sun.

 

The Unspeakable Gift

 

What words can capture the perfume of this freedom? What language can contain the vastness of the empty mind? The mystic returns from these depths knowing that all description is betrayal, all explanation is reduction, all teaching is merely pointing at the moon while foolish students examine the finger.

 

Yet still the words must come, not to define or confine the experience but to awaken in others the recognition that what is being spoken of is not foreign or distant but intimately close—closer than their own breath, more immediate than their own thoughts, more present than their own presence.

 

The empty mind is not something to be created; it is what remains when all creation ceases. It is not something to be achieved; it is what has always been here, obscured only by the endless accumulation of the known. It is not something to be understood; it is the very ground of understanding itself, the awareness prior to all knowledge, the silence from which all sound emerges and to which all sound returns.

 

The Eternal Beginning

 

And so the journey ends where it began—in the present moment, in this breath, in this awareness that knows itself without conclusion. The seeker discovers that there was never anywhere to go, never anything to achieve, never any separation to overcome. There was only ever this—this living emptiness, this sacred void that is simultaneously the fullness of all existence.

 

Meditation as the emptying of the mind from the known is not a practice for the future, not a technique to be perfected over years of discipline. It is the invitation to die to yesterday in this very instant, to let all conclusions dissolve in the face of what is, to stand naked and alone before the mystery that cannot be named.

 

In this dying, there is no loss but infinite gain. In this emptiness, there is no absence but the presence of all that is. In this aloneness, there is no isolation but the discovery of unity with all existence.

 

The empty mind asks nothing, seeks nothing, demands nothing. It simply is—and in that simple being, all seeking ends, all questions dissolve, and the sacred silence that has always been here reveals itself as the very ground of consciousness, the source from which all arises and to which all returns.

 

This is meditation: not as conclusion but as eternal beginning, not as achievement but as continuous letting go, not as becoming but as the discovery of what has never not been. The known empties itself in the present, and what remains is the ineffable, the unspeakable, the sacred mystery that each soul must discover for itself in the living silence of the alone.

 

Η Ιερή Κενότητα: Ένα Ταξίδι Μέσα από τη Ζωντανή Σιωπή

 

(Διαλογισμός ως Ζωντανή Δράση: Απελευθέρωση από το Γνωστό)

 

Το Κατώφλι του Αγνώστου

 

Υπάρχει μια πρακτική πέρα από την πρακτική, ένας δρόμος που δεν είναι δρόμος, ένα μονοπάτι που διαλύεται ακριβώς τη στιγμή που ο αναζητητής πατάει το πόδι του πάνω του. Αυτή είναι η ιερή τέχνη του διαλογισμού—όχι ως τεχνική που πρέπει να κατακτηθεί, ούτε ως προορισμός που πρέπει να επιτευχθεί, αλλά ως η διαρκής απελευθέρωση από όλα όσα δένουν την ψυχή με τις σκιές του χθες.

 

Ο μύστης που εισέρχεται σε αυτό το άλεκτο ιερό καταφύγιο ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός δεν είναι τίποτα λιγότερο από το συνεχές άδειασμα της συνείδησης από το συσσωρευμένο βάρος του γνωστού. Τι είναι αυτό το γνωστό; Είναι η απέραντη αποθήκη της μνήμης, οι ατελείωτοι διάδρομοι του χθες που εκτείνονται πίσω μέσα από αμέτρητες στιγμές, καθεμιά κρυσταλλωμένη σε βεβαιότητα, καθεμιά που διεκδικεί μονιμότητα στον ασταμάτητα μεταβαλλόμενο ποταμό της ύπαρξης. Το γνωστό είναι ο ίδιος ο χρόνος που έχει γίνει στερεός, η εμπειρία που έχει μετατραπεί σε φυλακή, τα ζωντανά νερά της επίγνωσης παγωμένα σε πάγο συμπερασμάτων.

 

Ωστόσο, αυτό το άδειασμα δεν είναι έργο ετών, ούτε η σταδιακή διάβρωση της συσσωρευμένης σκόνης από κάποιο μακρινό μελλοντικό σημείο. Όχι—εδώ κρύβεται το πρώτο μεγάλο μυστήριο: το άδειασμα δεν συμβαίνει στο τέλος του ταξιδιού, αλλά στην ίδια του την αρχή. Σημαίνει να μην μαζεύει ποτέ κανείς τη σκόνη, να μην επιτρέπει ποτέ στο νου να γίνει μουσείο του νεκρού παρελθόντος, μαυσωλείο όπου οι ζωντανές στιγμές πηγαίνουν για να ενταφιαστούν στις άκαμπτες μορφές της μνήμης.

 

Ο αναζητητής στέκεται πάντα στο χείλος του τώρα, εκείνο το ξυράφι όπου η αιωνιότητα συναντά το πρόσκαιρο, όπου το άπειρο πιέζει το πεπερασμένο. Εδώ, σε αυτή την ιερή παρούσα στιγμή, ό,τι έχει συσσωρευτεί διαλύεται—όχι μέσω της μηχανής της σκέψης, που είναι η ίδια μια ακόμα στρώση του παρελθόντος, αλλά μέσω της δράσης, μέσω της ζωτικής πράξης αυτού που παρουσιάζεται στη ζωντανή στιγμή.

 

Η Φυλακή του Συμπεράσματος

 

Σκεφτείτε την κίνηση της συνηθισμένης συνείδησης, εκείνο το ανήσυχο προσκύνημα από συμπέρασμα σε συμπέρασμα, σαν ταξιδιώτη που μετακινείται από πανδοχείο σε πανδοχείο χωρίς ποτέ να φτάνει πραγματικά στο σπίτι. Κάθε εμπειρία εγκλωβίζεται αμέσως σε κρίση, τυλίγεται στα σάβανα της αξιολόγησης, επισημαίνεται και αρχειοθετείται στα αρχεία του εαυτού. Αυτή είναι η τραγωδία του κλιμακωμένου νου: δεν μπορεί να συναντήσει τη ζωή φρέσκα, δεν μπορεί να πιει από την πηγή του παρόντος χωρίς αμέσως να συγκρίνει τη γεύση με όλα τα νερά που έχει πιει πριν.

 

Η κρίση, αυτός ο κυρίαρχος βασιλιάς του νοητικού βασιλείου, κάθεται στον θρόνο της βεβαιότητας και εκφέρει τις ετυμηγορίες του σε κάθε στιγμή καθώς αναδύεται. Είτε προέρχεται από το μακρινό παρελθόν είτε σχηματίζεται στην άμεση παρούσα, όλη η κρίση είναι ουσιαστικά συμπέρασμα—το κλείσιμο μιας πόρτας, το τέλος της έρευνας, η μετατροπή της ζωντανής ερώτησης σε νεκρή απάντηση. Και είναι ακριβώς αυτή η ασταμάτητη κρίση, αυτό το αδιάκοπο συμπερασματολογείν, που εμποδίζει τη συνεχή ανανέωση της συνείδησης, το διαρκές άδειασμα που μόνον αυτό κρατάει το νου ευρύχωρο και ελεύθερο.

 

Διότι το γνωστό—αυτή η συσσωρευμένη μάζα συμπερασμάτων, αποφάσεων και σταθερών πεποιθήσεων—λειτουργεί σαν φράγμα που συγκρατεί τον ρέοντα ποταμό της επίγνωσης. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει κίνηση, υπάρχει στασιμότητα· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ανοιχτότητα, υπάρχει κλείσιμο· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει θαυμασμός, υπάρχει η νεκρωτική βεβαιότητα του «ξέρω».

 

Η Τυραννία της Θέλησης και η Σιωπή Πέρα από Αυτήν

 

Βαθιά μέσα στην αρχιτεκτονική του εαυτού κατοικεί αυτό που ονομάζει τον εαυτό του θέληση—η επίμονη φωνή που διακηρύσσει «Θα επιτύχω», «Θα γίνω», «Θα μεταμορφώσω τον εαυτό μου μέσω προσπάθειας και αποφασιστικότητας». Αυτή η θέληση, τόσο επαινεμένη στην αγορά των πνευματικών φιλοδοξιών, είναι η ίδια ο μηχανισμός που διαιωνίζει το γνωστό. Διότι η θέληση γεννιέται από την επιθυμία, και η επιθυμία είναι πάντα ριζωμένη στο παρελθόν, στη μνήμη, στο φάντασμα προηγούμενης ηδονής ή στη σκιά προηγούμενου πόνου.

 

Όταν η θέληση λειτουργεί, κινείται πάντα από ένα κέντρο συσσωρευμένης γνώσης, συναγμένης εμπειρίας. Αυτός που θέλει είναι αυτός που θυμάται, που συγκρίνει, που επιδιώκει να αναπαράγει προηγούμενη ικανοποίηση ή να αποφύγει προηγούμενο πόνο. Έτσι η δράση της θέλησης—όσο ευγενής κι αν είναι η πρόθεσή της, όσο πνευματική κι αν είναι η φιλοδοξία της—δεν μπορεί ποτέ να αδειάσει το δοχείο της συνείδησης. Μπορεί μόνο να το γεμίσει περαιτέρω, προσθέτοντας νέες στρώσεις εμπειρίας για αποθήκευση, νέα συμπεράσματα για εξαγωγή, νέες αποφάσεις για λήψη.

 

Εδώ ο μύστης συναντά ένα βαθύ παράδοξο: ο κενός νους, αυτή η κατάσταση καθαρής δεκτικότητας και απεριόριστης επίγνωσης, δεν μπορεί να αγοραστεί με καμία συναλλαγή, δεν μπορεί να κερδηθεί με καμία μάχη, δεν μπορεί να επιτευχθεί με καμία προσπάθεια θέλησης. Δεν υποχωρεί σε καμία απαίτηση, όσο ένθερμη κι αν είναι. Δεν μπορεί να συλληφθεί από το αρπακτικό χέρι της επιθυμίας, όσο λεπτή κι αν φαίνεται αυτή η επιθυμία.

 

Ωστόσο, ούτε αυτό σημαίνει παθητικότητα ή παραίτηση. Μάλλον, ο κενός νους έρχεται στην ύπαρξη μέσω ενός διαφορετικού είδους επίγνωσης—όχι της επίγνωσης ενός σκεπτόμενου που παρατηρεί τις σκέψεις του, που μόνο δημιουργεί περαιτέρω διαίρεση και απόσταση, αλλά της επίγνωσης της ίδιας της σκέψης που γίνεται συνειδητή των δικών της κινήσεων, των δικών της μοτίβων, του δικού της ατελείωτου χορού συμπερασμάτων και κρίσεων.

 

Η Αθωότητα της Μοναξιάς

 

Στα βάθη του αυθεντικού διαλογισμού, η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της ως διαρκώς αθώο—όχι την αθωότητα της αφέλειας ή της άγνοιας, αλλά την αθωότητα της παρούσας στιγμής, ανέγγιχτη από το μολυσματικό χέρι της μνήμης. Αυτή είναι η αθωότητα του φρέσκου χιονιού πριν οποιοδήποτε αποτύπωμα σημαδέψει την επιφάνειά του, η αθωότητα της αυγής πριν οποιαδήποτε ερμηνεία χρωματίσει το φως της.

 

Μια τέτοια αθωότητα είναι απαραίτητα μόνη. Όχι η μοναξιά της αποχωρισμού, όχι η απομόνωση του εγώ αποκομμένου από τους συνανθρώπους του, αλλά η ριζική μοναξιά αυτού που δεν μπορεί να συγκριθεί, δεν μπορεί να μετρηθεί σε σχέση με οτιδήποτε άλλο, δεν μπορεί να γίνει γνωστό μέσω αναφοράς στο παρελθόν. Ο νους που είναι εντελώς μόνος με αυτή την έννοια στέκεται γυμνός μπροστά στην ύπαρξη, γυμνωμένος από όλα τα άνετα ενδύματα των συμπερασμάτων, από όλη την οικεία πανοπλία της γνώσης.

 

Όταν η συνείδηση επιτυγχάνει αυτή την ιερή μοναχικότητα, παύει να συσσωρεύει. Σαν το νερό που δεν κολλάει στο φύλλο του λωτού, η εμπειρία περνάει μέσα από την επίγνωση χωρίς να αφήνει κατάλοιπο, χωρίς να σχηματίζει ίζημα, χωρίς να χτίζει τον κοραλλιογενή ύφαλο του εαυτού πάνω στον οποίο το εγώ κατασκευάζει το φρούριό του. Κάθε στιγμή αναδύεται και παρέρχεται, πλήρης από μόνη της, χωρίς να απαιτεί προσθήκη στην αποθήκη της μνήμης.

 

Σε αυτή τη μοναξιά, η ίδια η σκέψη γίνεται σιωπηλή—όχι καταπιεσμένη, όχι βίαια απωθημένη, αλλά φυσικά ήσυχη, σαν πουλί που σταματάει το τραγούδι του όταν το τραγούδι δεν χρειάζεται πια. Και σε εκείνη τη σιωπή, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ανέγγιχτο, παρθένο, αιώνια νέο.

 

Η Διάλυση του Αύριο

 

Οι μύστες του παρελθόντος μιλούσαν για τον θάνατο του χρόνου, και εδώ, στην πρακτική του αληθινού διαλογισμού, ο αναζητητής συναντά τι εννοούσαν. Διότι ο νους που είναι μόνος, που κατοικεί εντελώς στο παρόν, βρίσκει ότι το μέλλον—που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το παρελθόν προβαλλόμενο προς τα εμπρός, η μνήμη μεταμφιεσμένη σε προσδοκία—απλώς παύει να έχει νόημα.

 

Το αύριο γεννιέται από το χθες. Όλα μας τα σχέδια, οι φόβοι μας, οι ελπίδες μας, οι αγωνίες μας για το τι θα έρθει είναι κατασκευασμένα από τα υλικά του τι υπήρξε. Φανταζόμαστε μελλοντικές ηδονές βασισμένοι σε παρελθοντικές ηδονές· φοβόμαστε μελλοντικούς πόνους βασισμένοι σε παρελθοντικούς πόνους. Το μέλλον είναι το παρελθόν με διαφορετική ενδυμασία, οι ίδιοι παλιοί ηθοποιοί που παίζουν το ίδιο παλιό δράμα σε μια σκηνή που φανταζόμαστε ότι είναι νέα.

 

Αλλά όταν το άδειασμα συμβαίνει στο παρόν—αυτό το διαρκές άδειασμα που είναι η ουσία του διαλογισμού—το μέλλον χάνει την λαβή του στη συνείδηση. Όχι μέσω άρνησης ή μέσω της προσποίησης ότι το αύριο δεν υπάρχει στο πεδίο της πρακτικής αναγκαιότητας, αλλά μέσω της αναγνώρισης ότι ψυχολογικά, πνευματικά, το αύριο είναι μια ψευδαίσθηση, ένα φάντασμα που μας στοιχειώνει μόνο επειδή επιμένουμε να κουβαλάμε το χθες στο σήμερα.

 

Στο καθαρό παρόν, δεν υπάρχει αύριο. Υπάρχει μόνο αυτό—αυτή η αναπνοή, αυτό το φως, αυτή η επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς τη μεσολάβηση της μνήμης. Και σε αυτή την άχρονη στιγμή, όλα όσα φαίνονταν τόσο επείγοντα, τόσο σημαντικά, τόσο απεγνωσμένα σε ανάγκη επίλυσης, αποκαλύπτονται ως η φαντασία ενός νου φυλακισμένου στα ίδια του τα συμπεράσματα.

 

Η Ζωντανή Κίνηση

 

Εδώ αναδύεται ίσως η πιο κρίσιμη κατανόηση: ο διαλογισμός δεν είναι προορισμός αλλά κίνηση, όχι επίτευγμα αλλά ροή, όχι κατάσταση που επιτυγχάνεται και μετά διατηρείται αλλά διαρκής χορός μεταξύ συνείδησης και ύπαρξης. Είναι ο ποταμός, όχι η όχθη· η αναπνοή, όχι η κρατημένη ανάσα· η ζωντανή φλόγα, όχι ο αιχμαλωτισμένος σπινθήρας.

 

Τόσοι πολλοί προσεγγίζουν την ιερή τέχνη σαν να ήταν βουνό για αναρρίχηση, με κορυφή για κατάκτηση όπου θα μπορούσε κανείς να καρφώσει μια σημαία και να διακηρύξει νίκη. Αλλά αυτή ακριβώς η προσέγγιση διαιωνίζει το πρόβλημα που επιδιώκει να λύσει, διότι φέρνει την ενέργεια του συμπεράσματος, της αποφασιστικότητας, της θέλησης ακριβώς στον χώρο που μπορεί να υπάρχει μόνο όταν αυτά τα πράγματα διαλύονται.

 

Ο διαλογισμός ως κίνηση σημαίνει διαλογισμός χωρίς τέλος, χωρίς συμπέρασμα, χωρίς το κλείσιμο του κύκλου. Σημαίνει να εισέρχεται κανείς σε κάθε στιγμή επίγνωσης σαν για πρώτη φορά, χωρίς χάρτη σχεδιασμένο από προηγούμενα ταξίδια, χωρίς βεβαιότητα για το τι θα ανακαλυφθεί. Είναι εξερεύνηση χωρίς τον εξερευνητή, όραση χωρίς τον βλέποντα, γνώση χωρίς τον γνωρίζοντα.

 

Αυτή η κίνηση δεν είναι χαοτική ή χωρίς σκοπό. Σαν την ανάπτυξη ενός δέντρου, που δεν ακολουθεί κανένα συνειδητό σχέδιο αλλά εκδηλώνει τέλεια τάξη, η κίνηση του διαλογισμού ακολουθεί τη δική της εγγενή νοημοσύνη. Ξέρει πού να ρέει όπως το νερό ξέρει πώς να βρει τη θάλασσα, όχι μέσω σκέψης ή απόφασης αλλά μέσω της απλής αναγνώρισης του τι είναι.

 

Ο Θάνατος του Διαλογιζόμενου

 

Έρχεται μια στιγμή—όχι στον χρόνο αλλά πέρα από τον χρόνο—όπου αυτός που διαλογίζεται ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός μπορεί να συμβεί πραγματικά μόνο όταν ο διαλογιζόμενος διαλύεται. Όσο υπάρχει κάποιος που κάνει διαλογισμό, υπάρχει διαίρεση, αποχωρισμός, δυϊσμός. Υπάρχει ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, ο ελεγκτής και το ελεγχόμενο, αυτός που αναζητά την κενότητα και η κενότητα που αναζητείται.

 

Αυτή η διαίρεση είναι η ίδια το εμπόδιο, το πέπλο που σκεπάζει το ιερό. Διότι στην αλήθεια, δεν υπάρχει ξεχωριστή οντότητα που μπορεί να βγει έξω από τη συνείδηση και να τη χειριστεί, να την καθαρίσει, να την αδειάσει, να την μεταμορφώσει. Υπάρχει μόνο η ίδια η συνείδηση, επίγνωση των δικών της κινήσεων, ευαίσθητη στα δικά της μοτίβα, που κατανοεί τον εαυτό της χωρίς ξεχωριστό κατανοούντα.

 

Όταν ο διαλογιζόμενος πεθαίνει—και αυτός ο θάνατος πρέπει να συμβαίνει ξανά και ξανά, στιγμή προς στιγμή, διότι ο ξεχωριστός εαυτός συνεχώς επιδιώκει να αναστηθεί—αυτό που απομένει δεν είναι κενότητα με την έννοια της απουσίας, αλλά κενότητα με την έννοια του άπειρου δυναμικού, απεριόριστου χώρου, απεριόριστης επίγνωσης. Είναι η κενότητα του ουρανού που περιέχει όλα τα σύννεφα χωρίς να ορίζεται από κανένα από αυτά, η κενότητα της σιωπής που κρατάει όλους τους ήχους χωρίς να διαταράσσεται από κανέναν από αυτούς.

 

Η Ιερή Καθημερινότητα

 

Το παράδοξο που μπερδεύει πολλούς αναζητητές είναι αυτό: η κενότητα που αποκαλύπτει ο διαλογισμός δεν είναι ξεχωριστή από την καθημερινή ζωή, δεν είναι αποκομμένη από τον συνηθισμένο κόσμο των εργασιών και των σχέσεων, της δουλειάς και της ανάπαυσης. Το ιερό δεν υπάρχει σε κάποιο μακρινό βασίλειο προσβάσιμο μόνο μέσω εξαιρετικών εμπειριών ή αλλοιωμένων καταστάσεων.

 

Μάλλον, ο κενός νους ανακαλύπτει ότι το συνηθισμένο είναι η ίδια η πύλη προς το άπειρο. Το πλύσιμο των πιάτων, το περπάτημα προς τη δουλειά, ο χαιρετισμός ενός φίλου—όταν γίνονται με πλήρη προσοχή, με την αθωότητα του παρόντος, αυτές οι απλές πράξεις γίνονται μυστήρια, πύλες μέσα από τις οποίες το αιώνιο λάμπει μέσα στο πρόσκαιρο.

 

Διότι για τον νου που είναι ελεύθερος από το γνωστό, δεν υπάρχει διαίρεση μεταξύ ιερού και κοσμικού, πνευματικού και καθημερινού, μαξιλαριού διαλογισμού και αγοράς. Όλα είναι ένα απρόσκοπτο όλο, μια συνεχής κίνηση επίγνωσης που συναντά την ύπαρξη σε κάθε ξεδιπλούμενη στιγμή.

 

Αυτή είναι η μεγάλη απελευθέρωση: όχι μια απόδραση από τη ζωή αλλά η ανακάλυψη της ζωής στην πληρότητά της, όχι μια απόσυρση από τον κόσμο αλλά μια εμπλοκή με τον κόσμο τόσο πλήρης, τόσο ολική, που ο διαχωρισμός μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, απλώς διαλύεται σαν ομίχλη μπροστά στον πρωινό ήλιο.

 

Το Απόρρητο Δώρο

 

Ποιες λέξεις μπορούν να συλλάβουν το άρωμα αυτής της ελευθερίας; Ποια γλώσσα μπορεί να περιέχει την απέραντη έκταση του κενού νου; Ο μύστης επιστρέφει από αυτά τα βάθη γνωρίζοντας ότι κάθε περιγραφή είναι προδοσία, κάθε εξήγηση είναι αναγωγή, κάθε διδασκαλία είναι απλώς δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι ενώ οι ανόητοι μαθητές εξετάζουν το δάχτυλο.

 

Ωστόσο, οι λέξεις πρέπει να έρχονται, όχι για να ορίσουν ή να περιορίσουν την εμπειρία αλλά για να ξυπνήσουν στους άλλους την αναγνώριση ότι αυτό για το οποίο μιλάμε δεν είναι ξένο ή μακρινό αλλά οικείο—πιο κοντά από την ίδια τους την αναπνοή, πιο άμεσο από τις ίδιες τους τις σκέψεις, πιο παρόν από την ίδια τους την παρουσία.

 

Ο κενός νους δεν είναι κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί· είναι αυτό που απομένει όταν όλη η δημιουργία παύει. Δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί· είναι αυτό που πάντα ήταν εδώ, σκεπασμένο μόνο από την ασταμάτητη συσσώρευση του γνωστού. Δεν είναι κάτι που πρέπει να κατανοηθεί· είναι το ίδιο το έδαφος της κατανόησης, η επίγνωση πριν από κάθε γνώση, η σιωπή από την οποία όλοι οι ήχοι αναδύονται και στην οποία όλοι οι ήχοι επιστρέφουν.

 

Η Αιώνια Αρχή

 

Και έτσι το ταξίδι τελειώνει εκεί που άρχισε—στην παρούσα στιγμή, σε αυτή την αναπνοή, σε αυτή την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς συμπέρασμα. Ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν υπήρχε κάπου να πάει, ποτέ κάτι να επιτύχει, ποτέ κανένας αποχωρισμός να υπερνικηθεί. Υπήρχε μόνο πάντοτε αυτό—αυτή η ζωντανή κενότητα, αυτό το ιερό κενό που είναι ταυτόχρονα η πληρότητα όλης της ύπαρξης.

 

Ο διαλογισμός ως άδειασμα του νου από το γνωστό δεν είναι πρακτική για το μέλλον, ούτε τεχνική που τελειοποιείται μέσα από χρόνια πειθαρχίας. Είναι η πρόσκληση να πεθάνει κανείς στο χθες σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, να αφήσει όλα τα συμπεράσματα να διαλυθούν μπροστά σε αυτό που είναι, να σταθεί γυμνός και μόνος μπροστά στο μυστήριο που δεν μπορεί να ονομαστεί.

 

Σε αυτό τον θάνατο, δεν υπάρχει απώλεια αλλά άπειρο κέρδος. Σε αυτή την κενότητα, δεν υπάρχει απουσία αλλά η παρουσία όλων όσων είναι. Σε αυτή τη μοναξιά, δεν υπάρχει απομόνωση αλλά η ανακάλυψη της ενότητας με όλη την ύπαρξη.

 

Ο κενός νους δεν ζητάει τίποτα, δεν αναζητάει τίποτα, δεν απαιτεί τίποτα. Απλώς είναι—και σε αυτό το απλό είναι, όλη η αναζήτηση τελειώνει, όλες οι ερωτήσεις διαλύονται, και η ιερή σιωπή που πάντα ήταν εδώ αποκαλύπτεται ως το ίδιο το έδαφος της συνείδησης, η πηγή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτός είναι ο διαλογισμός: όχι ως συμπέρασμα αλλά ως αιώνια αρχή, όχι ως επίτευγμα αλλά ως συνεχές άφημα, όχι ως γίγνεσθαι αλλά ως η ανακάλυψη αυτού που ποτέ δεν έπαψε να είναι. Το γνωστό αδειάζει τον εαυτό του στο παρόν, και αυτό που απομένει είναι το απόρρητο, το άλεκτο, το ιερό μυστήριο που κάθε ψυχή πρέπει να ανακαλύψει μόνη της στη ζωντανή σιωπή της μοναξιάς.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
17. The Unveiling: A Journey to the Shores of Transcendence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~