CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 3 January, 2026

Saturday, November 2, 2013

«εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (Ιωάννης 10,30)


Ο Αληθινός Ιστορικός Ιησούς
Αν  ο Ιησούς της Ιστορίας είναι Θεός, κανένας δεν νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι είναι εκπρόσωπός του… ο Θεός Είναι Παντού, Κάθε Στιγμή, Μια Ζωντανή Παρουσία που Αγκαλιάζει τα Πάντα και Διαπερνά κάθε οντότητα και κάθε δραστηριότητα, δεν έχει ανάγκη από μεσάζοντες.
Κι αν πάλι ο Ιησούς της Ιστορίας είναι Άνθρωπος, πάλι κανείς δεν μπορεί να μιλά εξ’ ονόματός του… γιατί όλοι οι άνθρωποι, εξορισμού, θα είχαν το ίδιο δικαίωμα.
Οι Μαθητές του Ιησού που δημιούργησαν τις πρωτοχριστιανικές κοινότητες, που έγραψαν τα Ευαγγέλια (τα οποία γράφτηκαν για να κατηχήσουν και δεν είναι ιστορικά ημερολόγια), που μετέδωσαν το Φως της Αλήθειας μέχρι τους μυστικούς πατέρες της Ερήμου… μιλούσαν για την Εμπειρία τους από τον Ιησού, μέχρι που η Εμπειρία τους έγινε απόηχος και χάθηκε στο βάθος του χρόνου… Το Φως χάθηκε μέσα στην εκοσμίκευση του χριστιανισμού και στην  θεσμοποίηση της θρησκείας του Ιησού… σε αυτό το νεκρό πράγμα που είναι η δήθεν εκκλησία του…
Αλλά όλοι αυτοί (οι Μαθητές κι οι γνήσιοι ακόλουθοι του Αληθινού Ιησού) και μέσα στην Παράδοση και μέσα στα Ιερά Κείμενα, δεν είπαν πουθενά ότι ο Ιησούς (Ισχυρίστηκε ότι) είναι ο Θεός. Αυτό το είπαν πολύ μετά κάποιοι θεολόγοι κι άνθρωποι της σκέψης. Έχει τεράστια  σημασία αυτό που λέμε – και ιστορικά και θεολογικά και πρακτικά και θα το εξηγήσουμε πιο κάτω.
Πάντως, μέσα στα Ιερά Κείμενα πουθενά (οι συγγραφείς τους) δεν βάζουν στο στόμα του Ιησού την φράση «Είμαι ο Θεός». Αντίθετα όταν κάποιος αποκαλεί τον Ιησού Αγαθό Διδάσκαλο, ο Ιησούς διαμαρτύρεται… «γιατί με λες αγαθό; Μόνον ο Θεός Είναι Αγαθός»… διαχωρίζοντας για πάντα τον Εαυτό του από τον Θεό.
Ταυτόχρονα όμως Αυτός ο Ίδιος ο Ιησούς (έτσι μας λέει ο συγγραφέας του «Ιωάννη») δηλώνει «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (Ιωάννης 10,30), δηλώνει ότι «είναι Ένα με τον Πατέρα». Τι εννοούσε ο Ιησούς; Ο «λόγος» αγαπητοί φίλοι, είναι διφορούμενος από την ίδια την φύση του. Κι εδώ το «εσμέν» μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους.
Τελείως αυθαίρετα, στο επίπεδο της τυπικής διανόησης (κι όχι της «ζωντανής γλώσσας που εκφράζει φυσικά περιστατικά») το εσμέν εκλαμβάνεται με ένα «οντικό» (ουσιαστικό) χαρακτήρα και ταυτίζει το εγώ με τον Πατέρα: Άρα ο Ιησούς Είναι ο Θεός. Έτσι το ερμήνευσαν κάποιοι (δήθεν) θεολόγοι και πάνω εκεί (και σε παρόμοιες εκφράσεις, κυρίως στον Ιωάννη) έχτισαν μια ολόκληρη (προβληματική κατά την άποψή μας) «θεολογία του Ιησού». Κι από εδώ ξεκίνησαν κι όλες οι θεωρίες για την Θεότητα του Ιησού (αν είναι Θεός), για την ανθρωπότητα του Ιησού (αν είναι άνθρωπος), για τις δύο υποστάσεις, θεολογικά προβλήματα που δημιούργησαν έριδες και αιρέσεις. Κι από εδώ ξεκίνησαν όλοι οι δογματικοί αγώνες κι ο πόλεμος κατά των αιρέσεων, δηλαδή αυτών που δεν συμφωνούσαν με την επίσημη γραμμή των ισχυρών που κυριαρχούσαν στην εκκλησία… Το ότι επικράτησε (με Συνόδους, αυτοκρατορικές αποφάσεις, «σύμβολα πίστης», κλπ.) η μία άποψη κι όχι ή άλλη δεν ήταν θέμα θεολογικής ορθότητας αλλά πολιτικής επιβολής (εκκλησίας και παλατιού). Τουλάχιστον, αυτό φανερώνει η ιστορική έρευνα…
Αυτή όμως η «ερμηνεία», κατά την ταπεινή γνώμη μας είναι «λάθος ερμηνεία». Και όλη η θεολογική σκέψη που στηρίζεται σε αυτήν «καταρρέει» από μόνη της.
Ο Ιησούς, ο Ειρηνικός Γλυκύς Ανθρώπινος Ιησούς, ο Ιησούς της Καρδιάς μας, ο Ιησούς της Ελπίδας μας, Ήταν Ένας Ολοζώντανος Άνθρωπος που Βίωνε την Παρουσία του Θεού τόσο έντονα που είχε Απορροφηθεί  Εξολοκλήρου Σε Αυτόν, Βίωνε Μόνον τον Θεό κι όχι το μικρό ανθρώπινο εγώ απέναντι στο Θεό. Αυτός ο Ζωντανός Άνθρωπος του Θεού που Ήταν Ολόκληρος Θεός, στην Ύπαρξη, στην σκέψη, στις αισθήσεις, στις δραστηριότητες, σε ό,τι έλεγε, ή έκανε, Αυτός ο Αληθινός Ιησούς Ήταν Ένας Ζωντανός Άνθρωπος που Μιλούσε μέσα από το Βίωμά του.
Αυτός λοιπόν ο Ζωντανός Άνθρωπος όταν μιλούσε (αν ζούσαμε τότε και καθόμασταν στα πόδια του να τον ακούσουμε, θα το νοιώθαμε) δεν χρησιμοποιούσε μια αφηρημένη διανοητική γλώσσα. Μιλούσε Μέσα από τον Θεό που Ξεχείλιζε από Μέσα του, μιλούσε μέσα από το Βίωμά του, μέσα από την Εμπειρία του, μέσα από την Κατανόησή του. Μιλούσε μια Ζωντανή Γλώσσα, την Γλώσσα του Βιώματος. Και τι είπε; Τι λόγια βάζει στο στόμα του ο Ιωάννης; «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν». Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα, Ενωμένοι, έχουμε Ενωθεί, υπονοώντας – ακόμα και ένας ηλίθιος το καταλαβαίνει – ότι Αυτό το Βίωμα (της Ενότητας με τον Θεό) ήταν προϊόν κάποιας εξέλιξης, κάποιας συνειδητοποίησης… Το «εσμέν» όπως το χρησιμοποίησε ο Ιησούς δεν είχε «οντικό» αλλά «οντολογικό» χαρακτήρα (πράγμα που είναι τελείως διαφορετικό – και όποιος δεν γνωρίζει την διαφορά να του την εξηγήσουμε όποτε θέλει…).
Ο Ιησούς δεν γεννήθηκε «Τελειωμένος». Ασφαλώς ήταν Εξαιρετικός Άνθρωπος, ασφαλώς Βίωνε από μικρό παιδί την Ζωντανή Παρουσία του Θεού, παντού, γύρω του , Μέσα του… αλλά γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μεγάλωσε, έπαιξε, χάρηκε, λυπήθηκε (ίσως τσακώθηκε με τα άλλα παιδιά), ενηλικιώθηκε, αφιερώθηκε στο Θεό, βαφτίστηκε , πήγε στην έρημο, βασανίστηκε, κατανόησε, φωτίσθηκε, Ενώθηκε με τον Πατέρα του στον Ουρανό. Όλα αυτά τα βίωσε πραγματικά – δεν έπαιζε θέατρο για χάρη των ανθρώπων.
Και κάποια στιγμή ο Ιησούς βγήκε έξω στον κόσμο, σαν Άνθρωπος (που Είχε Εμπειρία του Θεού) να μιλήσει για το Βασίλειο των Ουρανών, που είχε Ανακαλύψει, που Βίωνε, το Βασίλειο στο Οποίο ήθελε να μπουν όλοι οι άνθρωποι, το Βασίλειο της Ζωντανής Παρουσίας του Θεού, της Επαφής με τον Θεό, της Ένωσης με τον Θεό. Κι όταν είπε «εγώ κι ο Πατήρ εν εσμέν» υπονοούσε ότι Ενώθηκε, ότι Είναι Ενωμένος ότι είναι Ένα με τον Πατέρα (στο τέλος της πνευματικής πορείας του), Αυτός, ο Άνθρωπος, όμοιος με όλους τους ανθρώπους.
Από αυτή την φράση του Ιησού, (στη ζωντανή γλώσσα που το είπε και με τον τρόπο που το είπε) το συμπέρασμα που βγαίνει είναι όχι ότι «ο Ιησούς είναι ο Θεός» (όπως λέει η ψεύτικη γλώσσα της διανόησης και η κατασκευασμένη θεολογία) αλλά ότι «ο Ιησούς είναι Θεός» (όπως λέει η ζωντανή γλώσσα του Βιώματος, του φυσικού περιστατικού). Ότι ο Ιησούς Έχει την Ουσία του Θεού, ότι Συμμετέχει στο Θεό, ότι το Βιώνει Αυτό, ότι το Πραγματοποίησε Αυτό (στο τέλος μιας πνευματικής πορείας).
Προσέξτε τώρα, αγαπητοί φίλοι. Αν ακολουθήσουμε την επίσημη (δήθεν) θεολογική γραμμή των διανοούμενων-θεολόγων της εκκλησίας, ότι «ο Ιησούς είναι ο Θεός» (τον απομακρύνουμε στον Ουρανό, σαν Θεό και) φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τα Βήματά του – γιατί Αυτός Είναι Εκ Φύσεως ο Θεός και Εξαρχής Είναι Ό,τι Είναι, δεν έγινε κάτι… ενώ εμείς είμαστε «αδύναμοι» άνθρωποι… το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον παρακαλούμε, να τον εκλιπαρούμε να μας σώσει, να υπακούμε στους εκπροσώπους του στη γη, να συμμετέχουμε στην λειτουργική ζωή της εκκλησίας, (αυτό το ονομάζουν μυστηριακή ζωή, αγνοώντας επιδεικτικά ότι υπάρχουν μόνο Ελληνικά Μυστήρια από όπου εμπνεύστηκαν τα δικά τους)… να γίνουμε δηλαδή «πιστοί», υπήκοοι της εκκλησίας, κλπ., κλπ…. να γίνουμε δηλαδή δούλοι. Καταλαβαίνετε όλη την παρεκτροπή; Τον εκβιασμό; Το λάθος;… Αυτό δεν είναι «θρησκεία», είναι (βυζαντινή) πολιτική.
Αν όμως ακολουθήσουμε την ιστορική, ανθρώπινη, ζωντανή, σωστή –κατά την γνώμη μας – άποψη ότι «ο Ιησούς δεν  είναι ο  Θεός, αλλά  είναι Θεός», Συμμετέχει στην Ουσία του Θεού, Ενώθηκε (είναι Ενωμένος) με τον Θεό, τότε όχι μόνο αποκαθίσταται η Ιστορική Αλήθεια για τον Ιησού (που διαστρεβλώθηκε μέσα στην δήθεν εκκλησία του, κατάλοιπο της βυζαντινής πολιτικής), όχι μόνο Τιμούμε τον Αληθινό (Ιστορικό) Ιησού και τον Δικαιώνουμε αλλά οδηγούμαστε κι εμείς στο σωστό συμπέρασμα και στην Αληθινή Σωτηρία. Αν ο Ιησούς είναι Θεός, δηλαδή έχει την Ουσία του Θεού, τότε κάθε άνθρωπος (όλοι μας) είναι επίσης Θεός, έχει την Ουσία του Θεού. Και όλοι μας μπορούμε, όπως ο Ιησούς να Ενωθούμε με τον Θεό, να Γίνουμε Ένα με τον Πατέρα…. Καταλαβαίνετε τι ιστορική απάτη παίχτηκε σε βάρος της ανθρωπότητας; Καταλαβαίνετε το μέγεθος της κοροϊδίας τόσων αιώνων;
.
Η Ένωση με τον Θεό
Λέμε, ότι ο Άνθρωπος (κάθε άνθρωπος) έχει την Ουσία του Θεού. Με ποια έννοια το λέμε; Ότι σαν Υπάρξεις είμαστε Θεός, ότι μπορούμε να Βιώσουμε Αυτή την Βαθύτερη Ουσία μας, εγκαταλείποντας το μικρό ανθρώπινο εγώ, να Απορροφηθούμε στο Θεό, να ενωθούμε Μαζί Του. Δεν Ταυτίζουμε το Θεό με το μικρό εγώ, δεν είναι το μικρό εγώ Θεός, δεν είναι το μικρό εγώ ο Θεός. Αυτού του είδους ο εκχυδαϊσμένος πανθεϊσμός δεν έχει κανένα νόημα.
Ο Ιησούς δεν είπε «είμαι ο Θεός» είπε «είμαι ένα με το Θεό», «είμαι Θεός». Έχει τεράστια διαφορά. Και πότε το είπε; Όχι 10 χρόνων παιδί, όχι έφηβος, όχι νεαρός στην έρημο. Το είπε όταν Πραγματικά Ενώθηκε με τον Θεό, ξεπερνώντας το μικρό ανθρώπινο εγώ, όταν άνοιξε την Συνείδησή του στο Θεό, όταν εγκατέλειψε το εγώ για να Γίνουν Όλα Παρουσία του Θεού, Όλα Θεός, Ύπαρξη, σκέψη, αισθήσεις, πράξεις, ανάσα, κινήσεις, Όλα Θεός. Ο Ιησούς εγκατέλειψε το εγώ για να Γίνει Θεός, δεν ανύψωσε το ηλίθιο ανθρώπινο εγώ στη Θέση του Θεού.
Και θυμηθείτε, τη νύχτα στη Γεθσημανή, όταν προσεύχεται, τι λέει; «Πατέρα, όχι εγώ (το μικρό ανθρώπινο εγώ) αλλά Όπως Θέλεις Εσύ», γιατί Μόνο Εσύ Είσαι η Αλήθεια, η Ύπαρξη, η Ζωή… Πόσες φορές να το επιβεβαιώσει  (ότι δεν είναι ο Θεός – αλλά είναι Θεός); Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβουμε;
Κι αν ο Ιησούς είναι ο Άνθρωπος, το Πρότυπο του Ανθρώπου, το Παράδειγμα, αν κάθε άνθρωπος είναι ένας Ιησούς, τότε βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα  ότι ο άνθρωπος είναι Θεός (με την έννοια που αναλύσαμε), ότι Μπορεί να Ενωθεί με τον Θεό, να Γίνει Ένα με τον Θεό… Πως; Εγκαταλείποντας το μικρό ανθρώπινο εγώ, αφήνοντάς το να διαλυθεί μέσα στη Ζωντανή Παρουσία του Θεού, έτσι που Μόνο ο Θεός Να Υπάρχει, Μόνο Αυτός, έτσι που Όλα να Είναι Θεός, η ύπαρξή μας, η σκέψη μας, οι αισθήσεις μας, οι πράξεις μας, όλα. Αυτός δεν είναι ο Δρόμος της Αγάπης; Ο Δρόμος της Θέωσης; Έλεγε ο Ιησούς κάτι άλλο; Αυτό δεν ήθελε; Να Γνωρίσουμε τον Θεό γιατί Μόνο Αυτός Είναι η Αλήθεια, η Ζωή;
Κι όταν ο Ιησούς (πάλι στον Ιωάννη) λέει «αυτός που είδε εμένα είδε τον Πατέρα» ασφαλώς δεν εννοούσε (την διανοητική ανοησία) «είμαι ο Θεός» αλλά ότι «είμαι Θεός», Δείτε Με… Μπορείτε να κάνετε το ίδιο… Κάντε το … Μπείτε στη Βασιλεία των Ουρανών, είναι το Σπίτι σας, σας Ανήκει Δικαιωματικά, Παιδιά του Θεού Είσαστε, Θεός Είστε, εσείς, σαν Υπάρξεις (όχι το μικρό εγώ)…. Μα τόσο δυσνόητα μιλούσε και δεν τον καταλαβαίνουμε; Πόσο πιο απλά να το πει;
Και τι κάνουμε 2000 χρόνια τώρα; Φτιάχνουμε εκκλησίες, γινόμαστε θεσμοί, εξοντώνουμε τους εχθρούς μας, διχαζόμαστε και πολεμάμε εκκλησία με εκκλησία… κι όλο αυτό είναι χριστιανισμός… Πάντως δεν είναι ο χριστιανισμός του Ιησού… Αυτά είπε ο Ιησούς; Από Κήρυγμα της Βασιλείας των Ουρανών ο χριστιανισμός έγινε στα χέρια των χριστιανών μια «ματωμένη ιστορία». Αυτή είναι η αξία των ανθρώπων. Κάθε τι Αληθινό, Γνήσιο, Όμορφο, να το μετατρέπουν σε διαμάχη, αίμα κι ασχήμια.
Όχι! Ο Ιησούς που Γνωρίζουμε εμείς, ο Ιησούς που Αγαπάμε εμείς, ο Ιησούς που μας Συντροφεύει στα Όνειρά μας, ο  Ιησούς που Ανασαίνει μαζί μας και στη χαρά και στη λύπη και στο κάθε τι, Αυτός ο Ιησούς της Καρδιάς μας, δεν Μιλούσε έτσι.
Αυτά σας τα λέει κάποιος που μεγάλωσε σε βουδιστικό περιβάλλον – και ναι, δεν είμαι τυπικά χριστιανός – αλλά εσείς αγαπητοί φίλοι, που μπορεί να είστε χριστιανοί, νοιώθετε, αγαπάτε, τον Ιησού περισσότερο από μένα, το μη χριστιανό; Ακολουθείτε τις διδαχές του περισσότερο από μένα το μη χριστιανό; Πως γίνεται εγώ ο μη χριστιανός να είμαι πιο πολύ χριστιανός; πως γίνεται εγώ να Καταλαβαίνω τον Ιησού, στο τι είπε, στο τι έκανε; Πως γίνεται εγώ να νοιώθω ακόμα την Παρουσία του στην Ιστορία κι οι άλλοι να μην καταλαβαίνουν – ενώ λένε πως τον ακολουθούν;
.
Η Οδός της Αγάπης
Ο Ιησούς Έδειξε τον Δρόμο, Έγινε ο Ίδιος ο Δρόμος, Έγινε ο Δρόμος προς την Αλήθεια, προς την Ζωή. Κι αν ο Ιησούς (πάλι στον Ιωάννη – πόσο αγαπώ αυτόν τον Μεγάλο Ιωάννη!) λέει «εγώ είμαι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή», στοχαστήκατε αγαπητοί αδελφοί πόσο σημαντικό είναι αυτό; Όχι με την έννοια της ηλίθιας διανόησης: να δηλώσουμε πίστη στο Θεό Ιησού. Τι ανοησία!... Ο Ιησούς εννοεί κάτι πολύ πιο ανθρώπινο και πιο κοντά στις δικές μας δυνάμεις, στα δικά μας μέτρα. Ο Ιησούς Είναι η Οδός σαν Ζωντανός Άνθρωπος, σαν Πρότυπο Ανθρώπου, σαν Παράδειγμα. Έκανε Κάτι και μας λέει απλά «Να, εγώ το Έκανα, μπορείτε κι εσείς, είναι τόσο απλό»… Πως το έκανε; Πως Ενώθηκε με τον Θεό; Όχι με θεωρίες, όχι με ασκητισμούς και πρακτικές και προσευχές και ιερές πράξεις κι οτιδήποτε… Όχι!
Ο Ιησούς Ενώθηκε με τον Θεό με την Αγάπη. Με την Αγάπη που Ξεχειλίζει από Μέσα μας, που Σπάει όλα τα όρια, που Ξεπερνά όλα τα εμπόδια, για να Φτάσει Αυτό που Αγαπά.
Η Αγάπη, η Αγάπη που είναι η Ίδια η Ουσία της Ύπαρξής μας, ξεπερνάει το εγώ, την σκέψη, την μικρότητα, όλα, για να Αγκαλιάσει το Άλλο (Αυτό που Αγαπάμε).
Η Αγάπη τα Διαλύει όλα, ξεπερνά όλους τους διαχωρισμούς, για να Φτάσει στο Θαύμα της Ενότητας, όπου Νοιώθουμε Ένα με τον Θεό, με όλα.
Η Αγάπη είναι ο Δρόμος. Η Αγάπη Όλα τα Ενώνει.
Ο Ιησούς Ήταν Αγάπη και Δίδαξε την Αγάπη, την Αληθινή Ουσιαστική Ζωντανή Αγάπη που ξεπερνά τους διαχωρισμούς, εγώ, εσύ, αυτό, το άλλο, για να Αναδείξει την Ενότητα, την Αλήθεια της Ύπαρξης, την Πραγματικότητα.
Αυτή Είναι η Αλήθεια του Ιησού, ότι Όλα Είναι Ένα Μέσα στο Θεό κι Ο Θεός μέσα σε όλα, Όλα Θεός.
Αυτή η Αλήθεια Είναι ο Ιησούς, η Ενότητα Όλων.
Κι Αυτή η Αλήθεια της Ενότητας είναι η Αληθινή Ζωή. Το να Γνωρίσουμε τον Θεό, να Γίνουμε ένα με τον Θεό, Αυτό είναι η Ζωή, η Αληθινή Ζωή, η Αληθινή Ζωή που όταν την κερδίσουμε Κερδίζουμε την Αιωνιότητα, γιατί τίποτα πια δεν μπορεί να μας χωρίσει από Αυτό, από τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι Όλα κι εμείς είμαστε Αυτό, Όλα.
Αυτό, αγαπητοί φίλοι, είναι το Αληθινό Βασίλειο του Ιησού (η Βασιλεία των Ουρανών)… Όταν τον ρώτησαν λίγες ώρες πριν τον σταυρώσουν (σε ποιόν είχε κάνει κακό; τι κακό είχε κάνει;), «βασιλιάς είσαι; που είναι το βασίλειό σου»;… νομίζω… δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί για να δω, αλλά νομίζω πως εκείνη τη στιγμή ο Ιησούς θα πρέπει να χαμογέλασε (για την άγνοια του κόσμου, για την κακία του κόσμου, για την βαρβαρότητα του κόσμου…), «το Δικό μου Βασίλειο δεν είναι εδώ», όλα αυτά που ζείτε εσείς, ο κόσμος σας – έτσι απάντησε.
Το Βασίλειο του Ιησού – γιατί Είναι Βασιλιάς, ο Βασιλιάς των Ονείρων μας – Είναι η Αγάπη. Να Νοιώθεις το Θεό Παντού, Κάθε Στιγμή, να ανασαίνεις μαζί με τον Θεό, να περπατάς, να κοιμάσαι, να ξυπνάς με το Θεό… ακόμα κι ανοησίες όταν κάνεις, να τις κάνεις μαζί με τον Θεό, για να υπάρχει κάποιος να σε κατανοήσει, να σου συμπαρασταθεί και να σε Αγκαλιάσει πάλι.
Το Βασίλειο του Ιησού Είναι να Ζεις με τον Θεό, Κάθε Στιγμή, να Ζεις Πραγματικά την Αιωνιότητα στη Στιγμή που Ρέει. Δεν είναι Θαύμα αυτό; Να Χωράει η Αιωνιότητα σε Μια Στιγμή; Σε Κάθε Στιγμή; Δεν είναι Θαύμα αυτό, να είναι η Στιγμή Αιωνιότητα; Τι Μεγαλύτερο Θαύμα πρέπει να δουν οι άνθρωποι για να καταλάβουν;
Τι Ζητάει ο Ιησούς; Ζήτησε ποτέ τίποτα; Μόνο Δίνει. Με την Ζωή του, το Παράδειγμά του, την Θυσία του. Αγάπη Ζητάει. Αγάπη Ζητάει κι όχι όρκους πίστης και ιερά έργα και φιλανθρωπίες κι όλες αυτές τις θρησκευτικές ανοησίες. Μόνο Αγάπη. Όχι γι’ Αυτόν. Και να τον βλαστημάνε δεν τον πειράζει. Αγάπη για μας, για να σωθούμε εμείς. Γιατί μόνο από τον Δρόμο της Αγάπης μπορούμε να φτάσουμε στην Αλήθεια, στην Αληθινή Ζωή, στην Αιωνιότητα, στον Πατέρα μας στον Ουρανό. Μόνο Αγάπη. Λίγη Αγάπη! Δεν περισσεύει λίγη Αγάπη μέσα μας; Γιατί έχουμε γίνει έτσι;
.
Και για να μην παρεξηγούμαστε (γιατί πολλοί, αθέλητα, ή ηθελημένα θα μας παρεξηγήσουν): Όταν λέμε ότι Όλα Είναι Ένα, ότι η Αγάπη διαλύει τους διαχωρισμούς, ότι Όλα Γίνονται Ένα Μέσα στο Θεό, ότι Όλα Είναι Θεός»… δεν εννοούμε ότι Όλα Βυθίζονται σε Μια Ακαθόριστη Μάζα Ουσίας, ούτε ότι Όλα Βυθίζονται μέσα σε ένα Ημίφως Αντιληπτικής Ενότητας… Όλα είναι όπως ήταν, στη θέση τους. Απλά εμείς δεν διαχωρίζουμε (με το μυαλό μας) πλέον τα πράγματα, τα βλέπουμε όλα (στην θέση τους αλλά) αλληλένδετα σε Μια Ενότητα… έχει σταματήσει πια ή ψευδαίσθηση της δυαδικότητας.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
Monday, 5 January, 2026

The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence

 

(Meditation as Living Action: Freedom from the Known)

 

The Threshold of Unknowing

 

There exists a practice beyond practice, a way that is no way, a path that dissolves even as the seeker places foot upon it. This is the sacred art of meditation—not as a technique to be mastered, nor as a destination to be reached, but as the perpetual liberation from all that binds the soul to yesterday's shadows.

 

The mystic who enters this wordless sanctuary discovers that meditation is nothing less than the continuous emptying of consciousness from the accumulated weight of the known. What is this known? It is the vast storehouse of memory, the endless corridors of yesterday stretching back through countless moments, each one crystallized into certainty, each one claiming permanence in the ever-changing river of existence. The known is time itself made solid, experience transformed into prison, the living waters of awareness frozen into the ice of conclusion.

 

Yet this emptying is not the work of years, not the gradual erosion of accumulated dust from some distant future vantage point. No—here lies the first great mystery: the emptying occurs not at the journey's end, but at its very inception. It means never to gather the dust at all, never to allow the mind to become a museum of the dead past, a mausoleum where living moments go to be entombed in the rigid forms of memory.

 

The seeker stands always at the edge of now, that razor's edge where eternity meets the temporal, where the infinite presses against the finite. Here, in this sacred present moment, what has been accumulated dissolves—not through the machinery of thought, which is itself but another layer of the past, but through action, through the vital doing of what presents itself in the living instant.

 

The Prison of Conclusion

 

Consider the movement of ordinary consciousness, that restless pilgrimage from conclusion to conclusion, like a traveler moving from inn to inn but never truly arriving home. Each experience becomes immediately encased in judgment, wrapped in the grave-clothes of evaluation, labeled and filed in the archives of the self. This is the tragedy of the conditioned mind: it cannot meet life freshly, cannot drink from the fountain of the present without immediately comparing the taste to all the waters it has drunk before.

 

Judgment, that sovereign king of the mental realm, sits upon its throne of certainty and pronounces its verdicts upon each moment as it arises. Whether drawn from the distant past or formed in the immediate present, all judgment is essentially conclusion—the closing of a door, the ending of inquiry, the transformation of the living question into a dead answer. And it is precisely this endless judging, this ceaseless concluding, that prevents the constant renewal of consciousness, the perpetual emptying that alone keeps the mind spacious and free.

 

For the known—that accumulated mass of conclusions, determinations, and fixed beliefs—acts as a dam holding back the flowing river of awareness. Where there should be movement, there is stagnation; where there should be openness, there is closure; where there should be wonder, there is the deadening certainty of "I know."

 

The Tyranny of Will and the Silence Beyond

 

Deep within the architecture of the self resides that which calls itself will—the insistent voice that declares "I shall achieve," "I shall become," "I shall transform myself through effort and determination." This will, so praised in the marketplace of spiritual ambitions, is itself the very mechanism of the known's perpetuation. For will is born of desire, and desire is always rooted in the past, in memory, in the ghost of previous pleasure or the shadow of previous pain.

 

When will operates, it moves always from a center of accumulated knowledge, of concluded experience. The one who wills is the one who remembers, who compares, who seeks to replicate past satisfaction or avoid past suffering. Thus the action of will—no matter how noble its intention, no matter how spiritual its aspiration—cannot possibly empty the vessel of consciousness. It can only fill it further, adding new layers of experience to be stored, new conclusions to be drawn, new determinations to be made.

 

Here the mystic encounters a profound paradox: the empty mind, that state of pure receptivity and boundless awareness, cannot be purchased through any transaction, cannot be won through any battle, cannot be achieved through any effort of will. It does not yield to demand, no matter how fervent. It cannot be captured by the grasping hand of desire, no matter how subtle that desire may appear.

 

Yet neither does this mean passivity or resignation. Rather, the empty mind comes into being through a different kind of awareness altogether—not the awareness of a thinker observing his thoughts, which only creates further division and distance, but the awareness of thought itself becoming conscious of its own movements, its own patterns, its own endless dance of conclusion and judgment.

 

The Innocence of Aloneness

 

In the depths of authentic meditation, consciousness discovers itself as perpetually innocent—not the innocence of naiveté or ignorance, but the innocence of the present moment, untouched by the contaminating hand of memory. This is the innocence of fresh snow before any footprint marks its surface, the innocence of dawn before any interpretation colors its light.

 

Such innocence is necessarily alone. Not the loneliness of separation, not the isolation of the ego cut off from its fellows, but the radical aloneness of that which cannot be compared, cannot be measured against anything else, cannot be known through reference to the past. The mind that is completely alone in this sense stands naked before existence, stripped of all the comfortable garments of conclusion, all the familiar armor of knowledge.

 

When consciousness achieves this sacred solitude, it ceases to accumulate. Like water that does not cling to the lotus leaf, experience passes through awareness without leaving residue, without forming sediment, without building the coral reef of self upon which the ego constructs its fortress. Each moment arises and passes, complete in itself, requiring no addition to the storehouse of memory.

 

In this aloneness, thought itself becomes silent—not suppressed, not violently pushed away, but naturally quiet, like a bird that ceases its song when song is no longer needed. And in that silence, the mind discovers itself untouched, pristine, eternally new.

 

The Dissolution of Tomorrow

 

The mystics of old spoke of the death of time, and here in the practice of true meditation, the seeker encounters what they meant. For the mind that is alone, that dwells completely in the present, finds that the future—which is nothing but the past projected forward, memory masquerading as anticipation—simply ceases to have meaning.

 

Tomorrow is born from yesterday. All our plans, our fears, our hopes, our anxieties about what is to come are constructed from the materials of what has been. We imagine future pleasures based on past pleasures; we fear future pains based on past pains. The future is the past in different costume, the same old actors performing the same old drama on a stage we imagine to be new.

 

But when the emptying happens in the present—that perpetual emptying that is the essence of meditation—the future loses its grip on consciousness. Not through denial or through the pretense that tomorrow does not exist in the realm of practical necessity, but through the recognition that psychologically, spiritually, tomorrow is an illusion, a ghost that haunts us only because we insist on carrying yesterday into today.

 

In the pure present, there is no tomorrow. There is only this—this breath, this light, this awareness that knows itself without the mediation of memory. And in this timeless instant, all that seemed so urgent, so important, so desperately in need of resolution, reveals itself as the fantasy of a mind imprisoned in its own conclusions.

 

The Living Movement

 

Here emerges perhaps the most crucial understanding: meditation is not a destination but a movement, not an achievement but a flowing, not a state to be attained and then maintained but a perpetual dance between consciousness and existence. It is the river, not the bank; the breathing, not the breath held; the living flame, not the captured spark.

 

So many approach the sacred art as though it were a mountain to be climbed, with a summit to be reached where one could plant a flag and declare victory. But this very approach perpetuates the problem it seeks to solve, for it brings the energy of conclusion, of determination, of will into the very space that can only exist when these things dissolve.

 

Meditation as movement means meditation without end, without conclusion, without the closing of the circle. It means entering each moment of awareness as if for the first time, with no map drawn from previous journeys, no certainty about what will be discovered. It is exploration without the explorer, seeing without the seer, knowing without the knower.

 

This movement is not chaotic or aimless. Like the growth of a tree, which follows no conscious plan yet manifests perfect order, the movement of meditation follows its own intrinsic intelligence. It knows where to flow as water knows how to find the sea, not through thought or decision but through the simple recognition of what is.

 

The Death of the Meditator

 

There comes a moment—not in time but beyond time—when the one who meditates discovers that meditation can only truly occur when the meditator dissolves. As long as there is someone doing meditation, there is division, separation, duality. There is the observer and the observed, the controller and the controlled, the one who seeks emptiness and the emptiness that is sought.

 

This division is itself the barrier, the veil that obscures the sacred. For in truth, there is no separate entity that can step outside consciousness and manipulate it, clean it, empty it, transform it. There is only consciousness itself, aware of its own movements, sensitive to its own patterns, understanding itself without a separate understander.

 

When the meditator dies—and this death must happen again and again, moment by moment, for the separate self is constantly seeking to resurrect itself—what remains is not emptiness in the sense of absence, but emptiness in the sense of infinite potential, limitless space, boundless awareness. It is the emptiness of the sky that contains all clouds without being defined by any of them, the emptiness of silence that holds all sound without being disturbed by any of it.

 

The Sacred Ordinariness

 

The paradox that mystifies many seekers is this: the emptiness that meditation reveals is not separate from daily life, not divorced from the ordinary world of tasks and relationships, work and rest. The sacred does not exist in some distant realm accessible only through extraordinary experiences or altered states.

 

Rather, the empty mind discovers that the ordinary is itself the gateway to the infinite. Washing dishes, walking to work, greeting a friend—when done with complete attention, with the innocency of the present, these simple acts become sacraments, portals through which the eternal shines into the temporal.

 

For the mind that is free from the known, there is no division between the sacred and the secular, the spiritual and the mundane, the meditation cushion and the marketplace. All is one seamless whole, one continuous movement of awareness meeting existence in each unfolding moment.

 

This is the great liberation: not an escape from life but the discovery of life in its fullness, not a withdrawal from the world but an engagement with the world so complete, so total, that the separation between self and other, between inner and outer, simply dissolves like mist before the morning sun.

 

The Unspeakable Gift

 

What words can capture the perfume of this freedom? What language can contain the vastness of the empty mind? The mystic returns from these depths knowing that all description is betrayal, all explanation is reduction, all teaching is merely pointing at the moon while foolish students examine the finger.

 

Yet still the words must come, not to define or confine the experience but to awaken in others the recognition that what is being spoken of is not foreign or distant but intimately close—closer than their own breath, more immediate than their own thoughts, more present than their own presence.

 

The empty mind is not something to be created; it is what remains when all creation ceases. It is not something to be achieved; it is what has always been here, obscured only by the endless accumulation of the known. It is not something to be understood; it is the very ground of understanding itself, the awareness prior to all knowledge, the silence from which all sound emerges and to which all sound returns.

 

The Eternal Beginning

 

And so the journey ends where it began—in the present moment, in this breath, in this awareness that knows itself without conclusion. The seeker discovers that there was never anywhere to go, never anything to achieve, never any separation to overcome. There was only ever this—this living emptiness, this sacred void that is simultaneously the fullness of all existence.

 

Meditation as the emptying of the mind from the known is not a practice for the future, not a technique to be perfected over years of discipline. It is the invitation to die to yesterday in this very instant, to let all conclusions dissolve in the face of what is, to stand naked and alone before the mystery that cannot be named.

 

In this dying, there is no loss but infinite gain. In this emptiness, there is no absence but the presence of all that is. In this aloneness, there is no isolation but the discovery of unity with all existence.

 

The empty mind asks nothing, seeks nothing, demands nothing. It simply is—and in that simple being, all seeking ends, all questions dissolve, and the sacred silence that has always been here reveals itself as the very ground of consciousness, the source from which all arises and to which all returns.

 

This is meditation: not as conclusion but as eternal beginning, not as achievement but as continuous letting go, not as becoming but as the discovery of what has never not been. The known empties itself in the present, and what remains is the ineffable, the unspeakable, the sacred mystery that each soul must discover for itself in the living silence of the alone.

 

Η Ιερή Κενότητα: Ένα Ταξίδι Μέσα από τη Ζωντανή Σιωπή

 

(Διαλογισμός ως Ζωντανή Δράση: Απελευθέρωση από το Γνωστό)

 

Το Κατώφλι του Αγνώστου

 

Υπάρχει μια πρακτική πέρα από την πρακτική, ένας δρόμος που δεν είναι δρόμος, ένα μονοπάτι που διαλύεται ακριβώς τη στιγμή που ο αναζητητής πατάει το πόδι του πάνω του. Αυτή είναι η ιερή τέχνη του διαλογισμού—όχι ως τεχνική που πρέπει να κατακτηθεί, ούτε ως προορισμός που πρέπει να επιτευχθεί, αλλά ως η διαρκής απελευθέρωση από όλα όσα δένουν την ψυχή με τις σκιές του χθες.

 

Ο μύστης που εισέρχεται σε αυτό το άλεκτο ιερό καταφύγιο ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός δεν είναι τίποτα λιγότερο από το συνεχές άδειασμα της συνείδησης από το συσσωρευμένο βάρος του γνωστού. Τι είναι αυτό το γνωστό; Είναι η απέραντη αποθήκη της μνήμης, οι ατελείωτοι διάδρομοι του χθες που εκτείνονται πίσω μέσα από αμέτρητες στιγμές, καθεμιά κρυσταλλωμένη σε βεβαιότητα, καθεμιά που διεκδικεί μονιμότητα στον ασταμάτητα μεταβαλλόμενο ποταμό της ύπαρξης. Το γνωστό είναι ο ίδιος ο χρόνος που έχει γίνει στερεός, η εμπειρία που έχει μετατραπεί σε φυλακή, τα ζωντανά νερά της επίγνωσης παγωμένα σε πάγο συμπερασμάτων.

 

Ωστόσο, αυτό το άδειασμα δεν είναι έργο ετών, ούτε η σταδιακή διάβρωση της συσσωρευμένης σκόνης από κάποιο μακρινό μελλοντικό σημείο. Όχι—εδώ κρύβεται το πρώτο μεγάλο μυστήριο: το άδειασμα δεν συμβαίνει στο τέλος του ταξιδιού, αλλά στην ίδια του την αρχή. Σημαίνει να μην μαζεύει ποτέ κανείς τη σκόνη, να μην επιτρέπει ποτέ στο νου να γίνει μουσείο του νεκρού παρελθόντος, μαυσωλείο όπου οι ζωντανές στιγμές πηγαίνουν για να ενταφιαστούν στις άκαμπτες μορφές της μνήμης.

 

Ο αναζητητής στέκεται πάντα στο χείλος του τώρα, εκείνο το ξυράφι όπου η αιωνιότητα συναντά το πρόσκαιρο, όπου το άπειρο πιέζει το πεπερασμένο. Εδώ, σε αυτή την ιερή παρούσα στιγμή, ό,τι έχει συσσωρευτεί διαλύεται—όχι μέσω της μηχανής της σκέψης, που είναι η ίδια μια ακόμα στρώση του παρελθόντος, αλλά μέσω της δράσης, μέσω της ζωτικής πράξης αυτού που παρουσιάζεται στη ζωντανή στιγμή.

 

Η Φυλακή του Συμπεράσματος

 

Σκεφτείτε την κίνηση της συνηθισμένης συνείδησης, εκείνο το ανήσυχο προσκύνημα από συμπέρασμα σε συμπέρασμα, σαν ταξιδιώτη που μετακινείται από πανδοχείο σε πανδοχείο χωρίς ποτέ να φτάνει πραγματικά στο σπίτι. Κάθε εμπειρία εγκλωβίζεται αμέσως σε κρίση, τυλίγεται στα σάβανα της αξιολόγησης, επισημαίνεται και αρχειοθετείται στα αρχεία του εαυτού. Αυτή είναι η τραγωδία του κλιμακωμένου νου: δεν μπορεί να συναντήσει τη ζωή φρέσκα, δεν μπορεί να πιει από την πηγή του παρόντος χωρίς αμέσως να συγκρίνει τη γεύση με όλα τα νερά που έχει πιει πριν.

 

Η κρίση, αυτός ο κυρίαρχος βασιλιάς του νοητικού βασιλείου, κάθεται στον θρόνο της βεβαιότητας και εκφέρει τις ετυμηγορίες του σε κάθε στιγμή καθώς αναδύεται. Είτε προέρχεται από το μακρινό παρελθόν είτε σχηματίζεται στην άμεση παρούσα, όλη η κρίση είναι ουσιαστικά συμπέρασμα—το κλείσιμο μιας πόρτας, το τέλος της έρευνας, η μετατροπή της ζωντανής ερώτησης σε νεκρή απάντηση. Και είναι ακριβώς αυτή η ασταμάτητη κρίση, αυτό το αδιάκοπο συμπερασματολογείν, που εμποδίζει τη συνεχή ανανέωση της συνείδησης, το διαρκές άδειασμα που μόνον αυτό κρατάει το νου ευρύχωρο και ελεύθερο.

 

Διότι το γνωστό—αυτή η συσσωρευμένη μάζα συμπερασμάτων, αποφάσεων και σταθερών πεποιθήσεων—λειτουργεί σαν φράγμα που συγκρατεί τον ρέοντα ποταμό της επίγνωσης. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει κίνηση, υπάρχει στασιμότητα· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ανοιχτότητα, υπάρχει κλείσιμο· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει θαυμασμός, υπάρχει η νεκρωτική βεβαιότητα του «ξέρω».

 

Η Τυραννία της Θέλησης και η Σιωπή Πέρα από Αυτήν

 

Βαθιά μέσα στην αρχιτεκτονική του εαυτού κατοικεί αυτό που ονομάζει τον εαυτό του θέληση—η επίμονη φωνή που διακηρύσσει «Θα επιτύχω», «Θα γίνω», «Θα μεταμορφώσω τον εαυτό μου μέσω προσπάθειας και αποφασιστικότητας». Αυτή η θέληση, τόσο επαινεμένη στην αγορά των πνευματικών φιλοδοξιών, είναι η ίδια ο μηχανισμός που διαιωνίζει το γνωστό. Διότι η θέληση γεννιέται από την επιθυμία, και η επιθυμία είναι πάντα ριζωμένη στο παρελθόν, στη μνήμη, στο φάντασμα προηγούμενης ηδονής ή στη σκιά προηγούμενου πόνου.

 

Όταν η θέληση λειτουργεί, κινείται πάντα από ένα κέντρο συσσωρευμένης γνώσης, συναγμένης εμπειρίας. Αυτός που θέλει είναι αυτός που θυμάται, που συγκρίνει, που επιδιώκει να αναπαράγει προηγούμενη ικανοποίηση ή να αποφύγει προηγούμενο πόνο. Έτσι η δράση της θέλησης—όσο ευγενής κι αν είναι η πρόθεσή της, όσο πνευματική κι αν είναι η φιλοδοξία της—δεν μπορεί ποτέ να αδειάσει το δοχείο της συνείδησης. Μπορεί μόνο να το γεμίσει περαιτέρω, προσθέτοντας νέες στρώσεις εμπειρίας για αποθήκευση, νέα συμπεράσματα για εξαγωγή, νέες αποφάσεις για λήψη.

 

Εδώ ο μύστης συναντά ένα βαθύ παράδοξο: ο κενός νους, αυτή η κατάσταση καθαρής δεκτικότητας και απεριόριστης επίγνωσης, δεν μπορεί να αγοραστεί με καμία συναλλαγή, δεν μπορεί να κερδηθεί με καμία μάχη, δεν μπορεί να επιτευχθεί με καμία προσπάθεια θέλησης. Δεν υποχωρεί σε καμία απαίτηση, όσο ένθερμη κι αν είναι. Δεν μπορεί να συλληφθεί από το αρπακτικό χέρι της επιθυμίας, όσο λεπτή κι αν φαίνεται αυτή η επιθυμία.

 

Ωστόσο, ούτε αυτό σημαίνει παθητικότητα ή παραίτηση. Μάλλον, ο κενός νους έρχεται στην ύπαρξη μέσω ενός διαφορετικού είδους επίγνωσης—όχι της επίγνωσης ενός σκεπτόμενου που παρατηρεί τις σκέψεις του, που μόνο δημιουργεί περαιτέρω διαίρεση και απόσταση, αλλά της επίγνωσης της ίδιας της σκέψης που γίνεται συνειδητή των δικών της κινήσεων, των δικών της μοτίβων, του δικού της ατελείωτου χορού συμπερασμάτων και κρίσεων.

 

Η Αθωότητα της Μοναξιάς

 

Στα βάθη του αυθεντικού διαλογισμού, η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της ως διαρκώς αθώο—όχι την αθωότητα της αφέλειας ή της άγνοιας, αλλά την αθωότητα της παρούσας στιγμής, ανέγγιχτη από το μολυσματικό χέρι της μνήμης. Αυτή είναι η αθωότητα του φρέσκου χιονιού πριν οποιοδήποτε αποτύπωμα σημαδέψει την επιφάνειά του, η αθωότητα της αυγής πριν οποιαδήποτε ερμηνεία χρωματίσει το φως της.

 

Μια τέτοια αθωότητα είναι απαραίτητα μόνη. Όχι η μοναξιά της αποχωρισμού, όχι η απομόνωση του εγώ αποκομμένου από τους συνανθρώπους του, αλλά η ριζική μοναξιά αυτού που δεν μπορεί να συγκριθεί, δεν μπορεί να μετρηθεί σε σχέση με οτιδήποτε άλλο, δεν μπορεί να γίνει γνωστό μέσω αναφοράς στο παρελθόν. Ο νους που είναι εντελώς μόνος με αυτή την έννοια στέκεται γυμνός μπροστά στην ύπαρξη, γυμνωμένος από όλα τα άνετα ενδύματα των συμπερασμάτων, από όλη την οικεία πανοπλία της γνώσης.

 

Όταν η συνείδηση επιτυγχάνει αυτή την ιερή μοναχικότητα, παύει να συσσωρεύει. Σαν το νερό που δεν κολλάει στο φύλλο του λωτού, η εμπειρία περνάει μέσα από την επίγνωση χωρίς να αφήνει κατάλοιπο, χωρίς να σχηματίζει ίζημα, χωρίς να χτίζει τον κοραλλιογενή ύφαλο του εαυτού πάνω στον οποίο το εγώ κατασκευάζει το φρούριό του. Κάθε στιγμή αναδύεται και παρέρχεται, πλήρης από μόνη της, χωρίς να απαιτεί προσθήκη στην αποθήκη της μνήμης.

 

Σε αυτή τη μοναξιά, η ίδια η σκέψη γίνεται σιωπηλή—όχι καταπιεσμένη, όχι βίαια απωθημένη, αλλά φυσικά ήσυχη, σαν πουλί που σταματάει το τραγούδι του όταν το τραγούδι δεν χρειάζεται πια. Και σε εκείνη τη σιωπή, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ανέγγιχτο, παρθένο, αιώνια νέο.

 

Η Διάλυση του Αύριο

 

Οι μύστες του παρελθόντος μιλούσαν για τον θάνατο του χρόνου, και εδώ, στην πρακτική του αληθινού διαλογισμού, ο αναζητητής συναντά τι εννοούσαν. Διότι ο νους που είναι μόνος, που κατοικεί εντελώς στο παρόν, βρίσκει ότι το μέλλον—που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το παρελθόν προβαλλόμενο προς τα εμπρός, η μνήμη μεταμφιεσμένη σε προσδοκία—απλώς παύει να έχει νόημα.

 

Το αύριο γεννιέται από το χθες. Όλα μας τα σχέδια, οι φόβοι μας, οι ελπίδες μας, οι αγωνίες μας για το τι θα έρθει είναι κατασκευασμένα από τα υλικά του τι υπήρξε. Φανταζόμαστε μελλοντικές ηδονές βασισμένοι σε παρελθοντικές ηδονές· φοβόμαστε μελλοντικούς πόνους βασισμένοι σε παρελθοντικούς πόνους. Το μέλλον είναι το παρελθόν με διαφορετική ενδυμασία, οι ίδιοι παλιοί ηθοποιοί που παίζουν το ίδιο παλιό δράμα σε μια σκηνή που φανταζόμαστε ότι είναι νέα.

 

Αλλά όταν το άδειασμα συμβαίνει στο παρόν—αυτό το διαρκές άδειασμα που είναι η ουσία του διαλογισμού—το μέλλον χάνει την λαβή του στη συνείδηση. Όχι μέσω άρνησης ή μέσω της προσποίησης ότι το αύριο δεν υπάρχει στο πεδίο της πρακτικής αναγκαιότητας, αλλά μέσω της αναγνώρισης ότι ψυχολογικά, πνευματικά, το αύριο είναι μια ψευδαίσθηση, ένα φάντασμα που μας στοιχειώνει μόνο επειδή επιμένουμε να κουβαλάμε το χθες στο σήμερα.

 

Στο καθαρό παρόν, δεν υπάρχει αύριο. Υπάρχει μόνο αυτό—αυτή η αναπνοή, αυτό το φως, αυτή η επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς τη μεσολάβηση της μνήμης. Και σε αυτή την άχρονη στιγμή, όλα όσα φαίνονταν τόσο επείγοντα, τόσο σημαντικά, τόσο απεγνωσμένα σε ανάγκη επίλυσης, αποκαλύπτονται ως η φαντασία ενός νου φυλακισμένου στα ίδια του τα συμπεράσματα.

 

Η Ζωντανή Κίνηση

 

Εδώ αναδύεται ίσως η πιο κρίσιμη κατανόηση: ο διαλογισμός δεν είναι προορισμός αλλά κίνηση, όχι επίτευγμα αλλά ροή, όχι κατάσταση που επιτυγχάνεται και μετά διατηρείται αλλά διαρκής χορός μεταξύ συνείδησης και ύπαρξης. Είναι ο ποταμός, όχι η όχθη· η αναπνοή, όχι η κρατημένη ανάσα· η ζωντανή φλόγα, όχι ο αιχμαλωτισμένος σπινθήρας.

 

Τόσοι πολλοί προσεγγίζουν την ιερή τέχνη σαν να ήταν βουνό για αναρρίχηση, με κορυφή για κατάκτηση όπου θα μπορούσε κανείς να καρφώσει μια σημαία και να διακηρύξει νίκη. Αλλά αυτή ακριβώς η προσέγγιση διαιωνίζει το πρόβλημα που επιδιώκει να λύσει, διότι φέρνει την ενέργεια του συμπεράσματος, της αποφασιστικότητας, της θέλησης ακριβώς στον χώρο που μπορεί να υπάρχει μόνο όταν αυτά τα πράγματα διαλύονται.

 

Ο διαλογισμός ως κίνηση σημαίνει διαλογισμός χωρίς τέλος, χωρίς συμπέρασμα, χωρίς το κλείσιμο του κύκλου. Σημαίνει να εισέρχεται κανείς σε κάθε στιγμή επίγνωσης σαν για πρώτη φορά, χωρίς χάρτη σχεδιασμένο από προηγούμενα ταξίδια, χωρίς βεβαιότητα για το τι θα ανακαλυφθεί. Είναι εξερεύνηση χωρίς τον εξερευνητή, όραση χωρίς τον βλέποντα, γνώση χωρίς τον γνωρίζοντα.

 

Αυτή η κίνηση δεν είναι χαοτική ή χωρίς σκοπό. Σαν την ανάπτυξη ενός δέντρου, που δεν ακολουθεί κανένα συνειδητό σχέδιο αλλά εκδηλώνει τέλεια τάξη, η κίνηση του διαλογισμού ακολουθεί τη δική της εγγενή νοημοσύνη. Ξέρει πού να ρέει όπως το νερό ξέρει πώς να βρει τη θάλασσα, όχι μέσω σκέψης ή απόφασης αλλά μέσω της απλής αναγνώρισης του τι είναι.

 

Ο Θάνατος του Διαλογιζόμενου

 

Έρχεται μια στιγμή—όχι στον χρόνο αλλά πέρα από τον χρόνο—όπου αυτός που διαλογίζεται ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός μπορεί να συμβεί πραγματικά μόνο όταν ο διαλογιζόμενος διαλύεται. Όσο υπάρχει κάποιος που κάνει διαλογισμό, υπάρχει διαίρεση, αποχωρισμός, δυϊσμός. Υπάρχει ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, ο ελεγκτής και το ελεγχόμενο, αυτός που αναζητά την κενότητα και η κενότητα που αναζητείται.

 

Αυτή η διαίρεση είναι η ίδια το εμπόδιο, το πέπλο που σκεπάζει το ιερό. Διότι στην αλήθεια, δεν υπάρχει ξεχωριστή οντότητα που μπορεί να βγει έξω από τη συνείδηση και να τη χειριστεί, να την καθαρίσει, να την αδειάσει, να την μεταμορφώσει. Υπάρχει μόνο η ίδια η συνείδηση, επίγνωση των δικών της κινήσεων, ευαίσθητη στα δικά της μοτίβα, που κατανοεί τον εαυτό της χωρίς ξεχωριστό κατανοούντα.

 

Όταν ο διαλογιζόμενος πεθαίνει—και αυτός ο θάνατος πρέπει να συμβαίνει ξανά και ξανά, στιγμή προς στιγμή, διότι ο ξεχωριστός εαυτός συνεχώς επιδιώκει να αναστηθεί—αυτό που απομένει δεν είναι κενότητα με την έννοια της απουσίας, αλλά κενότητα με την έννοια του άπειρου δυναμικού, απεριόριστου χώρου, απεριόριστης επίγνωσης. Είναι η κενότητα του ουρανού που περιέχει όλα τα σύννεφα χωρίς να ορίζεται από κανένα από αυτά, η κενότητα της σιωπής που κρατάει όλους τους ήχους χωρίς να διαταράσσεται από κανέναν από αυτούς.

 

Η Ιερή Καθημερινότητα

 

Το παράδοξο που μπερδεύει πολλούς αναζητητές είναι αυτό: η κενότητα που αποκαλύπτει ο διαλογισμός δεν είναι ξεχωριστή από την καθημερινή ζωή, δεν είναι αποκομμένη από τον συνηθισμένο κόσμο των εργασιών και των σχέσεων, της δουλειάς και της ανάπαυσης. Το ιερό δεν υπάρχει σε κάποιο μακρινό βασίλειο προσβάσιμο μόνο μέσω εξαιρετικών εμπειριών ή αλλοιωμένων καταστάσεων.

 

Μάλλον, ο κενός νους ανακαλύπτει ότι το συνηθισμένο είναι η ίδια η πύλη προς το άπειρο. Το πλύσιμο των πιάτων, το περπάτημα προς τη δουλειά, ο χαιρετισμός ενός φίλου—όταν γίνονται με πλήρη προσοχή, με την αθωότητα του παρόντος, αυτές οι απλές πράξεις γίνονται μυστήρια, πύλες μέσα από τις οποίες το αιώνιο λάμπει μέσα στο πρόσκαιρο.

 

Διότι για τον νου που είναι ελεύθερος από το γνωστό, δεν υπάρχει διαίρεση μεταξύ ιερού και κοσμικού, πνευματικού και καθημερινού, μαξιλαριού διαλογισμού και αγοράς. Όλα είναι ένα απρόσκοπτο όλο, μια συνεχής κίνηση επίγνωσης που συναντά την ύπαρξη σε κάθε ξεδιπλούμενη στιγμή.

 

Αυτή είναι η μεγάλη απελευθέρωση: όχι μια απόδραση από τη ζωή αλλά η ανακάλυψη της ζωής στην πληρότητά της, όχι μια απόσυρση από τον κόσμο αλλά μια εμπλοκή με τον κόσμο τόσο πλήρης, τόσο ολική, που ο διαχωρισμός μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, απλώς διαλύεται σαν ομίχλη μπροστά στον πρωινό ήλιο.

 

Το Απόρρητο Δώρο

 

Ποιες λέξεις μπορούν να συλλάβουν το άρωμα αυτής της ελευθερίας; Ποια γλώσσα μπορεί να περιέχει την απέραντη έκταση του κενού νου; Ο μύστης επιστρέφει από αυτά τα βάθη γνωρίζοντας ότι κάθε περιγραφή είναι προδοσία, κάθε εξήγηση είναι αναγωγή, κάθε διδασκαλία είναι απλώς δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι ενώ οι ανόητοι μαθητές εξετάζουν το δάχτυλο.

 

Ωστόσο, οι λέξεις πρέπει να έρχονται, όχι για να ορίσουν ή να περιορίσουν την εμπειρία αλλά για να ξυπνήσουν στους άλλους την αναγνώριση ότι αυτό για το οποίο μιλάμε δεν είναι ξένο ή μακρινό αλλά οικείο—πιο κοντά από την ίδια τους την αναπνοή, πιο άμεσο από τις ίδιες τους τις σκέψεις, πιο παρόν από την ίδια τους την παρουσία.

 

Ο κενός νους δεν είναι κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί· είναι αυτό που απομένει όταν όλη η δημιουργία παύει. Δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί· είναι αυτό που πάντα ήταν εδώ, σκεπασμένο μόνο από την ασταμάτητη συσσώρευση του γνωστού. Δεν είναι κάτι που πρέπει να κατανοηθεί· είναι το ίδιο το έδαφος της κατανόησης, η επίγνωση πριν από κάθε γνώση, η σιωπή από την οποία όλοι οι ήχοι αναδύονται και στην οποία όλοι οι ήχοι επιστρέφουν.

 

Η Αιώνια Αρχή

 

Και έτσι το ταξίδι τελειώνει εκεί που άρχισε—στην παρούσα στιγμή, σε αυτή την αναπνοή, σε αυτή την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς συμπέρασμα. Ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν υπήρχε κάπου να πάει, ποτέ κάτι να επιτύχει, ποτέ κανένας αποχωρισμός να υπερνικηθεί. Υπήρχε μόνο πάντοτε αυτό—αυτή η ζωντανή κενότητα, αυτό το ιερό κενό που είναι ταυτόχρονα η πληρότητα όλης της ύπαρξης.

 

Ο διαλογισμός ως άδειασμα του νου από το γνωστό δεν είναι πρακτική για το μέλλον, ούτε τεχνική που τελειοποιείται μέσα από χρόνια πειθαρχίας. Είναι η πρόσκληση να πεθάνει κανείς στο χθες σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, να αφήσει όλα τα συμπεράσματα να διαλυθούν μπροστά σε αυτό που είναι, να σταθεί γυμνός και μόνος μπροστά στο μυστήριο που δεν μπορεί να ονομαστεί.

 

Σε αυτό τον θάνατο, δεν υπάρχει απώλεια αλλά άπειρο κέρδος. Σε αυτή την κενότητα, δεν υπάρχει απουσία αλλά η παρουσία όλων όσων είναι. Σε αυτή τη μοναξιά, δεν υπάρχει απομόνωση αλλά η ανακάλυψη της ενότητας με όλη την ύπαρξη.

 

Ο κενός νους δεν ζητάει τίποτα, δεν αναζητάει τίποτα, δεν απαιτεί τίποτα. Απλώς είναι—και σε αυτό το απλό είναι, όλη η αναζήτηση τελειώνει, όλες οι ερωτήσεις διαλύονται, και η ιερή σιωπή που πάντα ήταν εδώ αποκαλύπτεται ως το ίδιο το έδαφος της συνείδησης, η πηγή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτός είναι ο διαλογισμός: όχι ως συμπέρασμα αλλά ως αιώνια αρχή, όχι ως επίτευγμα αλλά ως συνεχές άφημα, όχι ως γίγνεσθαι αλλά ως η ανακάλυψη αυτού που ποτέ δεν έπαψε να είναι. Το γνωστό αδειάζει τον εαυτό του στο παρόν, και αυτό που απομένει είναι το απόρρητο, το άλεκτο, το ιερό μυστήριο που κάθε ψυχή πρέπει να ανακαλύψει μόνη της στη ζωντανή σιωπή της μοναξιάς.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
17. The Unveiling: A Journey to the Shores of Transcendence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~