CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
17. Living in the Kingdom of Timelessness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Sunday, 30 November, 2025

Saturday, November 2, 2013

«εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (Ιωάννης 10,30)


Ο Αληθινός Ιστορικός Ιησούς
Αν  ο Ιησούς της Ιστορίας είναι Θεός, κανένας δεν νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι είναι εκπρόσωπός του… ο Θεός Είναι Παντού, Κάθε Στιγμή, Μια Ζωντανή Παρουσία που Αγκαλιάζει τα Πάντα και Διαπερνά κάθε οντότητα και κάθε δραστηριότητα, δεν έχει ανάγκη από μεσάζοντες.
Κι αν πάλι ο Ιησούς της Ιστορίας είναι Άνθρωπος, πάλι κανείς δεν μπορεί να μιλά εξ’ ονόματός του… γιατί όλοι οι άνθρωποι, εξορισμού, θα είχαν το ίδιο δικαίωμα.
Οι Μαθητές του Ιησού που δημιούργησαν τις πρωτοχριστιανικές κοινότητες, που έγραψαν τα Ευαγγέλια (τα οποία γράφτηκαν για να κατηχήσουν και δεν είναι ιστορικά ημερολόγια), που μετέδωσαν το Φως της Αλήθειας μέχρι τους μυστικούς πατέρες της Ερήμου… μιλούσαν για την Εμπειρία τους από τον Ιησού, μέχρι που η Εμπειρία τους έγινε απόηχος και χάθηκε στο βάθος του χρόνου… Το Φως χάθηκε μέσα στην εκοσμίκευση του χριστιανισμού και στην  θεσμοποίηση της θρησκείας του Ιησού… σε αυτό το νεκρό πράγμα που είναι η δήθεν εκκλησία του…
Αλλά όλοι αυτοί (οι Μαθητές κι οι γνήσιοι ακόλουθοι του Αληθινού Ιησού) και μέσα στην Παράδοση και μέσα στα Ιερά Κείμενα, δεν είπαν πουθενά ότι ο Ιησούς (Ισχυρίστηκε ότι) είναι ο Θεός. Αυτό το είπαν πολύ μετά κάποιοι θεολόγοι κι άνθρωποι της σκέψης. Έχει τεράστια  σημασία αυτό που λέμε – και ιστορικά και θεολογικά και πρακτικά και θα το εξηγήσουμε πιο κάτω.
Πάντως, μέσα στα Ιερά Κείμενα πουθενά (οι συγγραφείς τους) δεν βάζουν στο στόμα του Ιησού την φράση «Είμαι ο Θεός». Αντίθετα όταν κάποιος αποκαλεί τον Ιησού Αγαθό Διδάσκαλο, ο Ιησούς διαμαρτύρεται… «γιατί με λες αγαθό; Μόνον ο Θεός Είναι Αγαθός»… διαχωρίζοντας για πάντα τον Εαυτό του από τον Θεό.
Ταυτόχρονα όμως Αυτός ο Ίδιος ο Ιησούς (έτσι μας λέει ο συγγραφέας του «Ιωάννη») δηλώνει «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (Ιωάννης 10,30), δηλώνει ότι «είναι Ένα με τον Πατέρα». Τι εννοούσε ο Ιησούς; Ο «λόγος» αγαπητοί φίλοι, είναι διφορούμενος από την ίδια την φύση του. Κι εδώ το «εσμέν» μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους.
Τελείως αυθαίρετα, στο επίπεδο της τυπικής διανόησης (κι όχι της «ζωντανής γλώσσας που εκφράζει φυσικά περιστατικά») το εσμέν εκλαμβάνεται με ένα «οντικό» (ουσιαστικό) χαρακτήρα και ταυτίζει το εγώ με τον Πατέρα: Άρα ο Ιησούς Είναι ο Θεός. Έτσι το ερμήνευσαν κάποιοι (δήθεν) θεολόγοι και πάνω εκεί (και σε παρόμοιες εκφράσεις, κυρίως στον Ιωάννη) έχτισαν μια ολόκληρη (προβληματική κατά την άποψή μας) «θεολογία του Ιησού». Κι από εδώ ξεκίνησαν κι όλες οι θεωρίες για την Θεότητα του Ιησού (αν είναι Θεός), για την ανθρωπότητα του Ιησού (αν είναι άνθρωπος), για τις δύο υποστάσεις, θεολογικά προβλήματα που δημιούργησαν έριδες και αιρέσεις. Κι από εδώ ξεκίνησαν όλοι οι δογματικοί αγώνες κι ο πόλεμος κατά των αιρέσεων, δηλαδή αυτών που δεν συμφωνούσαν με την επίσημη γραμμή των ισχυρών που κυριαρχούσαν στην εκκλησία… Το ότι επικράτησε (με Συνόδους, αυτοκρατορικές αποφάσεις, «σύμβολα πίστης», κλπ.) η μία άποψη κι όχι ή άλλη δεν ήταν θέμα θεολογικής ορθότητας αλλά πολιτικής επιβολής (εκκλησίας και παλατιού). Τουλάχιστον, αυτό φανερώνει η ιστορική έρευνα…
Αυτή όμως η «ερμηνεία», κατά την ταπεινή γνώμη μας είναι «λάθος ερμηνεία». Και όλη η θεολογική σκέψη που στηρίζεται σε αυτήν «καταρρέει» από μόνη της.
Ο Ιησούς, ο Ειρηνικός Γλυκύς Ανθρώπινος Ιησούς, ο Ιησούς της Καρδιάς μας, ο Ιησούς της Ελπίδας μας, Ήταν Ένας Ολοζώντανος Άνθρωπος που Βίωνε την Παρουσία του Θεού τόσο έντονα που είχε Απορροφηθεί  Εξολοκλήρου Σε Αυτόν, Βίωνε Μόνον τον Θεό κι όχι το μικρό ανθρώπινο εγώ απέναντι στο Θεό. Αυτός ο Ζωντανός Άνθρωπος του Θεού που Ήταν Ολόκληρος Θεός, στην Ύπαρξη, στην σκέψη, στις αισθήσεις, στις δραστηριότητες, σε ό,τι έλεγε, ή έκανε, Αυτός ο Αληθινός Ιησούς Ήταν Ένας Ζωντανός Άνθρωπος που Μιλούσε μέσα από το Βίωμά του.
Αυτός λοιπόν ο Ζωντανός Άνθρωπος όταν μιλούσε (αν ζούσαμε τότε και καθόμασταν στα πόδια του να τον ακούσουμε, θα το νοιώθαμε) δεν χρησιμοποιούσε μια αφηρημένη διανοητική γλώσσα. Μιλούσε Μέσα από τον Θεό που Ξεχείλιζε από Μέσα του, μιλούσε μέσα από το Βίωμά του, μέσα από την Εμπειρία του, μέσα από την Κατανόησή του. Μιλούσε μια Ζωντανή Γλώσσα, την Γλώσσα του Βιώματος. Και τι είπε; Τι λόγια βάζει στο στόμα του ο Ιωάννης; «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν». Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα, Ενωμένοι, έχουμε Ενωθεί, υπονοώντας – ακόμα και ένας ηλίθιος το καταλαβαίνει – ότι Αυτό το Βίωμα (της Ενότητας με τον Θεό) ήταν προϊόν κάποιας εξέλιξης, κάποιας συνειδητοποίησης… Το «εσμέν» όπως το χρησιμοποίησε ο Ιησούς δεν είχε «οντικό» αλλά «οντολογικό» χαρακτήρα (πράγμα που είναι τελείως διαφορετικό – και όποιος δεν γνωρίζει την διαφορά να του την εξηγήσουμε όποτε θέλει…).
Ο Ιησούς δεν γεννήθηκε «Τελειωμένος». Ασφαλώς ήταν Εξαιρετικός Άνθρωπος, ασφαλώς Βίωνε από μικρό παιδί την Ζωντανή Παρουσία του Θεού, παντού, γύρω του , Μέσα του… αλλά γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μεγάλωσε, έπαιξε, χάρηκε, λυπήθηκε (ίσως τσακώθηκε με τα άλλα παιδιά), ενηλικιώθηκε, αφιερώθηκε στο Θεό, βαφτίστηκε , πήγε στην έρημο, βασανίστηκε, κατανόησε, φωτίσθηκε, Ενώθηκε με τον Πατέρα του στον Ουρανό. Όλα αυτά τα βίωσε πραγματικά – δεν έπαιζε θέατρο για χάρη των ανθρώπων.
Και κάποια στιγμή ο Ιησούς βγήκε έξω στον κόσμο, σαν Άνθρωπος (που Είχε Εμπειρία του Θεού) να μιλήσει για το Βασίλειο των Ουρανών, που είχε Ανακαλύψει, που Βίωνε, το Βασίλειο στο Οποίο ήθελε να μπουν όλοι οι άνθρωποι, το Βασίλειο της Ζωντανής Παρουσίας του Θεού, της Επαφής με τον Θεό, της Ένωσης με τον Θεό. Κι όταν είπε «εγώ κι ο Πατήρ εν εσμέν» υπονοούσε ότι Ενώθηκε, ότι Είναι Ενωμένος ότι είναι Ένα με τον Πατέρα (στο τέλος της πνευματικής πορείας του), Αυτός, ο Άνθρωπος, όμοιος με όλους τους ανθρώπους.
Από αυτή την φράση του Ιησού, (στη ζωντανή γλώσσα που το είπε και με τον τρόπο που το είπε) το συμπέρασμα που βγαίνει είναι όχι ότι «ο Ιησούς είναι ο Θεός» (όπως λέει η ψεύτικη γλώσσα της διανόησης και η κατασκευασμένη θεολογία) αλλά ότι «ο Ιησούς είναι Θεός» (όπως λέει η ζωντανή γλώσσα του Βιώματος, του φυσικού περιστατικού). Ότι ο Ιησούς Έχει την Ουσία του Θεού, ότι Συμμετέχει στο Θεό, ότι το Βιώνει Αυτό, ότι το Πραγματοποίησε Αυτό (στο τέλος μιας πνευματικής πορείας).
Προσέξτε τώρα, αγαπητοί φίλοι. Αν ακολουθήσουμε την επίσημη (δήθεν) θεολογική γραμμή των διανοούμενων-θεολόγων της εκκλησίας, ότι «ο Ιησούς είναι ο Θεός» (τον απομακρύνουμε στον Ουρανό, σαν Θεό και) φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τα Βήματά του – γιατί Αυτός Είναι Εκ Φύσεως ο Θεός και Εξαρχής Είναι Ό,τι Είναι, δεν έγινε κάτι… ενώ εμείς είμαστε «αδύναμοι» άνθρωποι… το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον παρακαλούμε, να τον εκλιπαρούμε να μας σώσει, να υπακούμε στους εκπροσώπους του στη γη, να συμμετέχουμε στην λειτουργική ζωή της εκκλησίας, (αυτό το ονομάζουν μυστηριακή ζωή, αγνοώντας επιδεικτικά ότι υπάρχουν μόνο Ελληνικά Μυστήρια από όπου εμπνεύστηκαν τα δικά τους)… να γίνουμε δηλαδή «πιστοί», υπήκοοι της εκκλησίας, κλπ., κλπ…. να γίνουμε δηλαδή δούλοι. Καταλαβαίνετε όλη την παρεκτροπή; Τον εκβιασμό; Το λάθος;… Αυτό δεν είναι «θρησκεία», είναι (βυζαντινή) πολιτική.
Αν όμως ακολουθήσουμε την ιστορική, ανθρώπινη, ζωντανή, σωστή –κατά την γνώμη μας – άποψη ότι «ο Ιησούς δεν  είναι ο  Θεός, αλλά  είναι Θεός», Συμμετέχει στην Ουσία του Θεού, Ενώθηκε (είναι Ενωμένος) με τον Θεό, τότε όχι μόνο αποκαθίσταται η Ιστορική Αλήθεια για τον Ιησού (που διαστρεβλώθηκε μέσα στην δήθεν εκκλησία του, κατάλοιπο της βυζαντινής πολιτικής), όχι μόνο Τιμούμε τον Αληθινό (Ιστορικό) Ιησού και τον Δικαιώνουμε αλλά οδηγούμαστε κι εμείς στο σωστό συμπέρασμα και στην Αληθινή Σωτηρία. Αν ο Ιησούς είναι Θεός, δηλαδή έχει την Ουσία του Θεού, τότε κάθε άνθρωπος (όλοι μας) είναι επίσης Θεός, έχει την Ουσία του Θεού. Και όλοι μας μπορούμε, όπως ο Ιησούς να Ενωθούμε με τον Θεό, να Γίνουμε Ένα με τον Πατέρα…. Καταλαβαίνετε τι ιστορική απάτη παίχτηκε σε βάρος της ανθρωπότητας; Καταλαβαίνετε το μέγεθος της κοροϊδίας τόσων αιώνων;
.
Η Ένωση με τον Θεό
Λέμε, ότι ο Άνθρωπος (κάθε άνθρωπος) έχει την Ουσία του Θεού. Με ποια έννοια το λέμε; Ότι σαν Υπάρξεις είμαστε Θεός, ότι μπορούμε να Βιώσουμε Αυτή την Βαθύτερη Ουσία μας, εγκαταλείποντας το μικρό ανθρώπινο εγώ, να Απορροφηθούμε στο Θεό, να ενωθούμε Μαζί Του. Δεν Ταυτίζουμε το Θεό με το μικρό εγώ, δεν είναι το μικρό εγώ Θεός, δεν είναι το μικρό εγώ ο Θεός. Αυτού του είδους ο εκχυδαϊσμένος πανθεϊσμός δεν έχει κανένα νόημα.
Ο Ιησούς δεν είπε «είμαι ο Θεός» είπε «είμαι ένα με το Θεό», «είμαι Θεός». Έχει τεράστια διαφορά. Και πότε το είπε; Όχι 10 χρόνων παιδί, όχι έφηβος, όχι νεαρός στην έρημο. Το είπε όταν Πραγματικά Ενώθηκε με τον Θεό, ξεπερνώντας το μικρό ανθρώπινο εγώ, όταν άνοιξε την Συνείδησή του στο Θεό, όταν εγκατέλειψε το εγώ για να Γίνουν Όλα Παρουσία του Θεού, Όλα Θεός, Ύπαρξη, σκέψη, αισθήσεις, πράξεις, ανάσα, κινήσεις, Όλα Θεός. Ο Ιησούς εγκατέλειψε το εγώ για να Γίνει Θεός, δεν ανύψωσε το ηλίθιο ανθρώπινο εγώ στη Θέση του Θεού.
Και θυμηθείτε, τη νύχτα στη Γεθσημανή, όταν προσεύχεται, τι λέει; «Πατέρα, όχι εγώ (το μικρό ανθρώπινο εγώ) αλλά Όπως Θέλεις Εσύ», γιατί Μόνο Εσύ Είσαι η Αλήθεια, η Ύπαρξη, η Ζωή… Πόσες φορές να το επιβεβαιώσει  (ότι δεν είναι ο Θεός – αλλά είναι Θεός); Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβουμε;
Κι αν ο Ιησούς είναι ο Άνθρωπος, το Πρότυπο του Ανθρώπου, το Παράδειγμα, αν κάθε άνθρωπος είναι ένας Ιησούς, τότε βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα  ότι ο άνθρωπος είναι Θεός (με την έννοια που αναλύσαμε), ότι Μπορεί να Ενωθεί με τον Θεό, να Γίνει Ένα με τον Θεό… Πως; Εγκαταλείποντας το μικρό ανθρώπινο εγώ, αφήνοντάς το να διαλυθεί μέσα στη Ζωντανή Παρουσία του Θεού, έτσι που Μόνο ο Θεός Να Υπάρχει, Μόνο Αυτός, έτσι που Όλα να Είναι Θεός, η ύπαρξή μας, η σκέψη μας, οι αισθήσεις μας, οι πράξεις μας, όλα. Αυτός δεν είναι ο Δρόμος της Αγάπης; Ο Δρόμος της Θέωσης; Έλεγε ο Ιησούς κάτι άλλο; Αυτό δεν ήθελε; Να Γνωρίσουμε τον Θεό γιατί Μόνο Αυτός Είναι η Αλήθεια, η Ζωή;
Κι όταν ο Ιησούς (πάλι στον Ιωάννη) λέει «αυτός που είδε εμένα είδε τον Πατέρα» ασφαλώς δεν εννοούσε (την διανοητική ανοησία) «είμαι ο Θεός» αλλά ότι «είμαι Θεός», Δείτε Με… Μπορείτε να κάνετε το ίδιο… Κάντε το … Μπείτε στη Βασιλεία των Ουρανών, είναι το Σπίτι σας, σας Ανήκει Δικαιωματικά, Παιδιά του Θεού Είσαστε, Θεός Είστε, εσείς, σαν Υπάρξεις (όχι το μικρό εγώ)…. Μα τόσο δυσνόητα μιλούσε και δεν τον καταλαβαίνουμε; Πόσο πιο απλά να το πει;
Και τι κάνουμε 2000 χρόνια τώρα; Φτιάχνουμε εκκλησίες, γινόμαστε θεσμοί, εξοντώνουμε τους εχθρούς μας, διχαζόμαστε και πολεμάμε εκκλησία με εκκλησία… κι όλο αυτό είναι χριστιανισμός… Πάντως δεν είναι ο χριστιανισμός του Ιησού… Αυτά είπε ο Ιησούς; Από Κήρυγμα της Βασιλείας των Ουρανών ο χριστιανισμός έγινε στα χέρια των χριστιανών μια «ματωμένη ιστορία». Αυτή είναι η αξία των ανθρώπων. Κάθε τι Αληθινό, Γνήσιο, Όμορφο, να το μετατρέπουν σε διαμάχη, αίμα κι ασχήμια.
Όχι! Ο Ιησούς που Γνωρίζουμε εμείς, ο Ιησούς που Αγαπάμε εμείς, ο Ιησούς που μας Συντροφεύει στα Όνειρά μας, ο  Ιησούς που Ανασαίνει μαζί μας και στη χαρά και στη λύπη και στο κάθε τι, Αυτός ο Ιησούς της Καρδιάς μας, δεν Μιλούσε έτσι.
Αυτά σας τα λέει κάποιος που μεγάλωσε σε βουδιστικό περιβάλλον – και ναι, δεν είμαι τυπικά χριστιανός – αλλά εσείς αγαπητοί φίλοι, που μπορεί να είστε χριστιανοί, νοιώθετε, αγαπάτε, τον Ιησού περισσότερο από μένα, το μη χριστιανό; Ακολουθείτε τις διδαχές του περισσότερο από μένα το μη χριστιανό; Πως γίνεται εγώ ο μη χριστιανός να είμαι πιο πολύ χριστιανός; πως γίνεται εγώ να Καταλαβαίνω τον Ιησού, στο τι είπε, στο τι έκανε; Πως γίνεται εγώ να νοιώθω ακόμα την Παρουσία του στην Ιστορία κι οι άλλοι να μην καταλαβαίνουν – ενώ λένε πως τον ακολουθούν;
.
Η Οδός της Αγάπης
Ο Ιησούς Έδειξε τον Δρόμο, Έγινε ο Ίδιος ο Δρόμος, Έγινε ο Δρόμος προς την Αλήθεια, προς την Ζωή. Κι αν ο Ιησούς (πάλι στον Ιωάννη – πόσο αγαπώ αυτόν τον Μεγάλο Ιωάννη!) λέει «εγώ είμαι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή», στοχαστήκατε αγαπητοί αδελφοί πόσο σημαντικό είναι αυτό; Όχι με την έννοια της ηλίθιας διανόησης: να δηλώσουμε πίστη στο Θεό Ιησού. Τι ανοησία!... Ο Ιησούς εννοεί κάτι πολύ πιο ανθρώπινο και πιο κοντά στις δικές μας δυνάμεις, στα δικά μας μέτρα. Ο Ιησούς Είναι η Οδός σαν Ζωντανός Άνθρωπος, σαν Πρότυπο Ανθρώπου, σαν Παράδειγμα. Έκανε Κάτι και μας λέει απλά «Να, εγώ το Έκανα, μπορείτε κι εσείς, είναι τόσο απλό»… Πως το έκανε; Πως Ενώθηκε με τον Θεό; Όχι με θεωρίες, όχι με ασκητισμούς και πρακτικές και προσευχές και ιερές πράξεις κι οτιδήποτε… Όχι!
Ο Ιησούς Ενώθηκε με τον Θεό με την Αγάπη. Με την Αγάπη που Ξεχειλίζει από Μέσα μας, που Σπάει όλα τα όρια, που Ξεπερνά όλα τα εμπόδια, για να Φτάσει Αυτό που Αγαπά.
Η Αγάπη, η Αγάπη που είναι η Ίδια η Ουσία της Ύπαρξής μας, ξεπερνάει το εγώ, την σκέψη, την μικρότητα, όλα, για να Αγκαλιάσει το Άλλο (Αυτό που Αγαπάμε).
Η Αγάπη τα Διαλύει όλα, ξεπερνά όλους τους διαχωρισμούς, για να Φτάσει στο Θαύμα της Ενότητας, όπου Νοιώθουμε Ένα με τον Θεό, με όλα.
Η Αγάπη είναι ο Δρόμος. Η Αγάπη Όλα τα Ενώνει.
Ο Ιησούς Ήταν Αγάπη και Δίδαξε την Αγάπη, την Αληθινή Ουσιαστική Ζωντανή Αγάπη που ξεπερνά τους διαχωρισμούς, εγώ, εσύ, αυτό, το άλλο, για να Αναδείξει την Ενότητα, την Αλήθεια της Ύπαρξης, την Πραγματικότητα.
Αυτή Είναι η Αλήθεια του Ιησού, ότι Όλα Είναι Ένα Μέσα στο Θεό κι Ο Θεός μέσα σε όλα, Όλα Θεός.
Αυτή η Αλήθεια Είναι ο Ιησούς, η Ενότητα Όλων.
Κι Αυτή η Αλήθεια της Ενότητας είναι η Αληθινή Ζωή. Το να Γνωρίσουμε τον Θεό, να Γίνουμε ένα με τον Θεό, Αυτό είναι η Ζωή, η Αληθινή Ζωή, η Αληθινή Ζωή που όταν την κερδίσουμε Κερδίζουμε την Αιωνιότητα, γιατί τίποτα πια δεν μπορεί να μας χωρίσει από Αυτό, από τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι Όλα κι εμείς είμαστε Αυτό, Όλα.
Αυτό, αγαπητοί φίλοι, είναι το Αληθινό Βασίλειο του Ιησού (η Βασιλεία των Ουρανών)… Όταν τον ρώτησαν λίγες ώρες πριν τον σταυρώσουν (σε ποιόν είχε κάνει κακό; τι κακό είχε κάνει;), «βασιλιάς είσαι; που είναι το βασίλειό σου»;… νομίζω… δεν ξέρω, δεν ήμουν εκεί για να δω, αλλά νομίζω πως εκείνη τη στιγμή ο Ιησούς θα πρέπει να χαμογέλασε (για την άγνοια του κόσμου, για την κακία του κόσμου, για την βαρβαρότητα του κόσμου…), «το Δικό μου Βασίλειο δεν είναι εδώ», όλα αυτά που ζείτε εσείς, ο κόσμος σας – έτσι απάντησε.
Το Βασίλειο του Ιησού – γιατί Είναι Βασιλιάς, ο Βασιλιάς των Ονείρων μας – Είναι η Αγάπη. Να Νοιώθεις το Θεό Παντού, Κάθε Στιγμή, να ανασαίνεις μαζί με τον Θεό, να περπατάς, να κοιμάσαι, να ξυπνάς με το Θεό… ακόμα κι ανοησίες όταν κάνεις, να τις κάνεις μαζί με τον Θεό, για να υπάρχει κάποιος να σε κατανοήσει, να σου συμπαρασταθεί και να σε Αγκαλιάσει πάλι.
Το Βασίλειο του Ιησού Είναι να Ζεις με τον Θεό, Κάθε Στιγμή, να Ζεις Πραγματικά την Αιωνιότητα στη Στιγμή που Ρέει. Δεν είναι Θαύμα αυτό; Να Χωράει η Αιωνιότητα σε Μια Στιγμή; Σε Κάθε Στιγμή; Δεν είναι Θαύμα αυτό, να είναι η Στιγμή Αιωνιότητα; Τι Μεγαλύτερο Θαύμα πρέπει να δουν οι άνθρωποι για να καταλάβουν;
Τι Ζητάει ο Ιησούς; Ζήτησε ποτέ τίποτα; Μόνο Δίνει. Με την Ζωή του, το Παράδειγμά του, την Θυσία του. Αγάπη Ζητάει. Αγάπη Ζητάει κι όχι όρκους πίστης και ιερά έργα και φιλανθρωπίες κι όλες αυτές τις θρησκευτικές ανοησίες. Μόνο Αγάπη. Όχι γι’ Αυτόν. Και να τον βλαστημάνε δεν τον πειράζει. Αγάπη για μας, για να σωθούμε εμείς. Γιατί μόνο από τον Δρόμο της Αγάπης μπορούμε να φτάσουμε στην Αλήθεια, στην Αληθινή Ζωή, στην Αιωνιότητα, στον Πατέρα μας στον Ουρανό. Μόνο Αγάπη. Λίγη Αγάπη! Δεν περισσεύει λίγη Αγάπη μέσα μας; Γιατί έχουμε γίνει έτσι;
.
Και για να μην παρεξηγούμαστε (γιατί πολλοί, αθέλητα, ή ηθελημένα θα μας παρεξηγήσουν): Όταν λέμε ότι Όλα Είναι Ένα, ότι η Αγάπη διαλύει τους διαχωρισμούς, ότι Όλα Γίνονται Ένα Μέσα στο Θεό, ότι Όλα Είναι Θεός»… δεν εννοούμε ότι Όλα Βυθίζονται σε Μια Ακαθόριστη Μάζα Ουσίας, ούτε ότι Όλα Βυθίζονται μέσα σε ένα Ημίφως Αντιληπτικής Ενότητας… Όλα είναι όπως ήταν, στη θέση τους. Απλά εμείς δεν διαχωρίζουμε (με το μυαλό μας) πλέον τα πράγματα, τα βλέπουμε όλα (στην θέση τους αλλά) αλληλένδετα σε Μια Ενότητα… έχει σταματήσει πια ή ψευδαίσθηση της δυαδικότητας.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 17. The Silent Sovereignty: A Meditation on the Invisible Throne
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 17. Anger
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 11-15 / 3.The Path Beyond Action: A Journey to the Luminous Self
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 2. The Unbidden Grace: A Meditation on the Pathless Path
Monday, 24 November, 2025

2. The Unbidden Grace: A Meditation on the Pathless Path

 

In the vast cathedral of human longing, where countless souls have knelt before altars both visible and invisible, there exists a threshold that cannot be crossed by willing, a door that opens only when no hand reaches for its latch. This is the paradox that lies at the heart of true meditation—that most elusive of spiritual graces which arrives not as reward for discipline, but as spontaneous benediction in moments when the seeker has ceased all seeking.

The mystics of every age have circled this mystery like moths drawn to a flame they cannot touch without dissolving. They have spoken of it in whispers and in songs, in the silences between prayers and in the sudden arrests of breath when the veil momentarily parts. Yet what they describe defies the architecture of human endeavor, for it is a movement that belongs to no mover, a song that has no singer, a presence that fills only the space emptied of all presence.

The Illusion of Method

Consider the earnest pilgrim who rises before dawn, who arranges cushions just so, who lights incense and assumes the prescribed posture, believing that through repetition and dedication, through the accumulation of minutes and hours logged in stillness, the divine will be somehow obligated to appear. How touching is this faith in transaction, this belief that the Infinite operates according to the logic of commerce—so much discipline traded for so much enlightenment, so many prayers exchanged for so many moments of grace.

But the sacred does not keep accounts. It cannot be summoned by ritual, however beautifully performed, nor compelled by sincerity, however profound. The very notion that one can "practice meditation" as one might practice scales upon a piano reveals a fundamental misunderstanding of the nature of what is sought. For meditation, in its truest sense, is not a technique to be mastered but a flowering that occurs when all techniques have been abandoned, when the practitioner himself has vanished like morning mist before the sun.

The scheduled appointment with the divine—twenty minutes in the morning, thirty minutes in the evening—this represents perhaps the most subtle form of spiritual materialism, the ego's last desperate attempt to colonize even that territory where it cannot exist. To set aside a "period for meditation" is already to have missed the essential point, for in doing so one creates a boundary between the sacred and the mundane, between the time when one is "meditating" and the time when one is merely living. But the truth moves like underground water, flowing beneath all such artificial distinctions, recognizing no sabbath separate from ordinary days, no temple more holy than the common ground beneath one's feet.

The Heart's Impossible Opening

The teachers speak of opening the heart, and their students dutifully set about trying to pry open that most intimate chamber, using the crowbar of concentration or the key of visualization. They imagine the heart as a locked box containing treasures, and they labor to find the right combination, the correct mantra, the perfect breathing technique that will spring the latch and reveal the jewels within.

But the heart that opens to the divine does not open through effort. It is not a door that swings on hinges installed by the will, not a flower that can be forced to bloom by tugging at its petals. The opening spoken of by those who have glimpsed beyond the veil is of an entirely different order—not an action but a cessation, not a doing but an undoing, not an opening but a dissolution of all that has kept it closed.

When the heart is described as being "as open as the skies without a cloud," this is no mere poetic flourish but a precise description of a state that cannot be manufactured. The sky does not open; it is openness itself. It does not contain space; it is space, unbounded and without circumference. Similarly, the heart that knows the touch of the sacred has ceased to be a container and has become instead a vast expanse in which all things arise and dissolve without leaving trace or memory.

The intellect, that faithful servant which has served us so well in navigating the world of objects and causes, of problems and solutions, finds itself utterly defeated before this threshold. It can catalog experiences, can create elaborate maps of spiritual territories, can construct intricate philosophies of transcendence. But it cannot think its way into that which lies beyond all thinking. The intellect can make the heart safe, can build walls of concept and doctrine around it, can install security systems of belief and dogma. Yet in doing so, it ensures that the heart remains forever closed to that which arrives only in absolute vulnerability, in the nakedness that comes when all defenses have crumbled.

The Coming of the Uncalled

There are moments—and they arrive without announcement, without herald or preparation—when the membrane between worlds grows suddenly thin. Perhaps it happens while washing dishes, hands deep in soapy water, when the play of light on bubbles arrests all thought. Perhaps it occurs while walking down a familiar street, when something in the quality of the afternoon light stops the heart mid-beat. Perhaps it comes in the depths of sorrow, when grief has scoured the soul clean of all pretense.

In such moments, what has always been present but unseen reveals itself, not as something new that has arrived but as that which has never been absent. This is the benediction that comes when it is least expected, when no one is waiting for it, when the mind has finally exhausted itself with seeking and has collapsed into a stillness not achieved but discovered, not created but stumbled upon.

This grace recognizes no merit system. It does not come more readily to the disciplined than to the wayward, to the virtuous than to the broken, to the believer than to the doubter. Indeed, there is a strange democracy in its distribution, for it seems to favor those moments when the carefully constructed identity has momentarily failed, when the story one tells about oneself has been interrupted, when the guardian at the gate of self has fallen asleep at his post.

The one who systematizes their life, who follows carefully prescribed routines of morality and practice, may find that these very structures become obstacles, walls behind which they shelter from the wild wind of the sacred. For that which they seek is not tame, not domesticated, not contained within any system however sophisticated or time-honored. It blows where it will, this wind from unknown shores, and it cannot be channeled or directed by human intention.

The Poverty of Possession

How desperately the spiritual seeker wishes to capture what has been glimpsed, to hold it close, to make it permanent. Having tasted once the nectar of transcendence, the mind immediately begins its work of preservation, seeking to guard this treasure, to worship it, to build a shrine around it. But in this very grasping, the thing grasped vanishes like water squeezed between fingers.

The meditation that is meditation—the neverending movement that the mystics speak of in hushed tones—cannot be possessed because it is not a thing. It is more like a breeze that blows through an open window, refreshing the stale air of self-concern, bringing with it the scent of impossible distances. The moment one reaches to capture it, to hold it still, to make it one's own, it is already gone, and what remains is only memory, only the ghost of presence, only the ache of absence.

This is why the spiritual traditions speak so often in negatives, in renunciations, in lettings-go. Not because they are life-denying or pessimistic, but because they have discovered through centuries of exploration that the sacred reveals itself only in the space created by relinquishment. Every attempt to grasp, to keep, to worship what has been experienced in moments of opening serves only to ensure that it will "never come again." No matter what techniques are employed, what austerities undertaken, what prayers offered—if these are done in the hope of commanding or controlling the visitation of grace, they become obstacles rather than aids.

The beauty of this meditation, when it flowers unexpectedly in the prepared ground of an unguarded moment, is not the beauty of the one who experiences it. This is a crucial distinction that the ego finds almost impossible to accept. For the ego wishes to claim ownership, to say "I am meditating," "I have achieved enlightenment," "I possess spiritual insight." But in the genuine moment of transcendence, there is no "I" to make such claims. The beauty belongs to the meditation itself, not to the meditator. The light that shines is not the light of any individual soul but the light that illuminates all souls, the uncreated light that exists prior to and independent of any observer.

To this beauty, nothing can be added. It is complete in itself, perfect in itself, requiring no enhancement or improvement. The mind wishes to elaborate, to embellish, to build upon the foundation of a genuine insight, creating vast edifices of interpretation and meaning. But all such additions are subtractions from the pure simplicity of what is. They are like paintings hung in front of a window, obscuring the view they purport to enhance.

The Vigil That Defeats Itself

The spiritual seeker stations himself by the window of consciousness, watching, waiting, hoping to catch the approach of the divine. He sits in darkened rooms, cultivating silence, creating optimal conditions for the arrival of grace. He monitors his thoughts, his breathing, his posture, believing that through vigilance he can remain ready for the moment of breakthrough.

But this very watching is what prevents the seeing. The one who looks "hoping to catch it unawares" has already defeated his purpose, for in hoping he has created a separation between himself and what he hopes for. He has positioned himself as subject looking for object, as seeker pursuing goal, as one who lacks attempting to fill that lack. And in this duality, the non-dual reality that he seeks remains forever beyond reach.

The meditation that is described here—the neverending movement—comes "only when you are not there at all." This is not a metaphorical absence but a literal one. Not the absence of the body or even the quieting of mental chatter, but the absence of the one who claims to be meditating, the absence of the entity who seeks, who hopes, who waits. When that absence is complete, when there is truly no one left to receive the benediction, then the benediction floods in like sunlight through an open door.

This is the supreme paradox that confounds all spiritual ambition: the seeker can never find what is sought, because the seeker himself is the obstacle. Yet the seeker cannot deliberately eliminate himself through an act of will, for such an act would only reinforce the illusion of a self that acts. The dissolution of the seeker happens not through doing but through seeing—through the sudden recognition that the seeker has never existed as a separate entity, that the search itself has been a dream, that what was sought has never been absent.

The Discontinuous Bliss

We are conditioned to think of spiritual attainment as something that, once achieved, becomes a permanent possession. Enlightenment is imagined as a state that, once entered, continues without interruption. But the bliss spoken of here—the bliss that comes with the meditation that is meditation—has "no continuity." It cannot be sustained or maintained. It comes and goes according to no law that the human mind can discern.

This discontinuity is not a flaw but an essential feature of the experience. For if such bliss were continuous, the mind would quickly adapt to it, would categorize it, would make it ordinary. The very fact that it comes and goes, that it cannot be predicted or controlled, keeps it forever fresh, forever new, forever capable of shattering the calcified structures of self-knowing.

There is a profound humility in accepting this discontinuity. It means relinquishing the desire for spiritual security, the wish to achieve a state from which one can never fall. It means living with radical uncertainty, never knowing when the veil will part, never able to guarantee that what has been glimpsed once will ever be glimpsed again. This uncertainty keeps the heart tender, keeps the soul malleable, prevents the fossilization that comes from believing one has arrived at a final destination.

The mystics of various traditions have noted this same characteristic. The divine presence, they report, comes and goes like a mysterious guest who arrives without invitation and departs without explanation. All the soul can do is remain in a state of readiness that is not readiness, of waiting that is not waiting, of openness that does not strain to be open. It is the readiness of a field that has been plowed and planted but that cannot make the seed germinate or the rain fall. All the necessary preparation has been done, and now there is nothing left but to continue with ordinary life, without anticipation, without agenda.

The Negation of Importance

Perhaps the most devastating realization for the spiritual aspirant is this: "In meditation, you are not important, you have no place in it." Everything in the human psyche rebels against this truth. For are we not taught from birth to make something of ourselves, to be important, to matter? And does not the spiritual path seem to promise the ultimate importance—becoming enlightened, becoming realized, becoming one with the Divine?

But this promise is a seduction, a trap baited with the ego's own desires. The genuine meditation, the real opening to transcendence, requires the complete abandonment of personal importance. Not a false humility that secretly believes itself important for being so humble, but a genuine vanishing, a dissolution of the point of view that says "I am here, and I am experiencing something significant."

When the sacred reveals itself—and it does so only in moments when the guardian of personal identity has absented himself—there is simply the revelation, without anyone to whom it is revealed. There is seeing without a seer, knowing without a knower, experiencing without an experiencer. This is why the great mystics, when they return from their encounters with the Infinite, often find themselves at a loss for words. How can one describe an experience in which the experiencer was absent? Who is there to report on what occurred when no one was there to witness it?

This absence of the personal is not a loss but the most profound liberation. For the burden of maintaining the story of "me"—of my spiritual progress, my achievements, my failures, my questions, my insights—is finally set down. In its place comes a lightness, an ease, a sense of moving with rather than against the current of existence.

The Return to Wonder

What remains, then, for one who has understood this paradox? If meditation cannot be practiced, if the heart cannot be forced open, if the divine cannot be summoned, if the self must be absent for truth to reveal itself—what is to be done?

Perhaps the answer is nothing. Or rather, the answer is to live without the burden of spiritual ambition, to move through the world without the constant self-monitoring that asks "Am I making progress? Am I getting closer? Am I more enlightened than I was yesterday?" The meditation that is meditation happens of itself when the conditions are right, just as flowers bloom when spring arrives, not because they have practiced blooming but because it is their nature to respond to warmth and light.

The invitation, if invitation it can be called, is to return to wonder—not the wonder of the child who has never questioned, but the second wonder, the deeper wonder, that comes after all questions have been exhausted and found wanting. It is the wonder that arises when the mind finally admits defeat in its attempt to grasp the mystery of existence, when it recognizes that the most profound truths cannot be thought but only lived, cannot be understood but only surrendered to.

This wonder does not strain to see beyond the veil but discovers the sacred in what is immediately present—in the weight of the body, in the rhythm of the breath, in the passing of clouds across an autumn sky. It does not seek extraordinary experiences but finds the extraordinary in the ordinary, not through any technique or practice but through a simplicity of attention that comes when attention is no longer directed by agenda or purpose.

The Silence That Sings

In the end—though there is no end to this neverending movement—what remains is a kind of silence. Not the silence of an empty room or the silence between sounds, but the silence that exists prior to and beneath all sound, the silence from which music emerges and to which it returns. This silence is not the absence of something but the fullness of everything, the pregnant void that contains all possibilities without manifesting any.

It is the silence of the heart that has finally stopped its clamoring, its demanding, its negotiating with the Divine. It is the silence that comes when all questions have dissolved, not because they have been answered but because the questioner has recognized that the deepest questions point not toward answers but toward mystery. It is the silence of the mind that has exhausted itself with seeking and has collapsed into being.

And in this silence, paradoxically, there is a song—though no one sings it, though no one hears it. It is the song of existence itself, the eternal symphony that plays whether anyone listens or not. The meditation that is meditation is simply the falling away of all that prevents the hearing of this song that has always been singing, the seeing of this light that has always been shining, the feeling of this presence that has never been absent.

The benediction, when it comes—and it comes always unexpectedly, always unannounced—is the recognition that there is nowhere to go, nothing to achieve, no one to become. The open sky has always been here. The vast heart has always been beating. The infinite has always been infinitely present. All that was needed was the dissolution of the seeker, and even that dissolution was never something that could be done, only something that happened when the time was right, when the fruit was ripe, when the season turned.

And so the mystic—no longer seeking, no longer waiting, no longer hoping—continues to walk through the world, ordinary among the ordinary, carrying this secret that cannot be kept and cannot be shared: that the sacred is not elsewhere, that meditation is not a practice, that the door was never closed.

Η Απροσδόκητη Χάρη: Ένας Διαλογισμός στον Δρόμο χωρίς Μονοπάτι

Στον απέραντο καθεδρικό ναό της ανθρώπινης λαχτάρας, όπου αμέτρητες ψυχές έχουν γονατίσει μπροστά σε βωμούς ορατούς και αόρατους, υπάρχει ένα κατώφλι που δεν μπορεί να διαβεί κανείς με τη θέληση, μια πόρτα που ανοίγει μόνο όταν κανένα χέρι δεν απλώνεται προς το πόμολο της. Αυτός είναι ο παράδοξος πυρήνας της αληθινής διαλογιστικής εμπειρίας — αυτή η πιο άπιαστη από τις πνευματικές χάρες που έρχεται όχι ως ανταμοιβή για πειθαρχία, αλλά ως αυθόρμητη ευλογία σε στιγμές όπου ο αναζητητής έχει πάψει κάθε αναζήτηση.

Οι μυστικοί όλων των εποχών έχουν περιστραφεί γύρω από αυτό το μυστήριο σαν σκόροι που έλκονται από φλόγα την οποία δεν μπορούν να αγγίξουν χωρίς να διαλυθούν. Το έχουν περιγράψει με ψιθύρους και με τραγούδια, στις σιωπές ανάμεσα στις προσευχές και στις ξαφνικές παύσεις της αναπνοής όταν το πέπλο για λίγο σχίζεται. Όμως αυτό που περιγράφουν αψηφά την αρχιτεκτονική της ανθρώπινης προσπάθειας, γιατί είναι μια κίνηση που δεν ανήκει σε κανέναν κινητήρα, ένα τραγούδι χωρίς τραγουδιστή, μια παρουσία που γεμίζει μόνο τον χώρο που έχει αδειάσει από κάθε παρουσία.

Η Ψευδαίσθηση της Μεθόδου

Σκεφτείτε τον ειλικρινή προσκυνητή που σηκώνεται πριν την αυγή, που τακτοποιεί τα μαξιλάρια με ακρίβεια, που ανάβει θυμίαμα και παίρνει την προβλεπόμενη στάση, πιστεύοντας ότι με την επανάληψη και την αφοσίωση, με τη συσσώρευση λεπτών και ωρών ακινησίας, το θείο θα υποχρεωθεί να εμφανιστεί. Πόσο συγκινητική είναι αυτή η πίστη στη συναλλαγή, αυτή η πεποίθηση ότι το Άπειρο λειτουργεί με τη λογική του εμπορίου — τόση πειθαρχία ανταλλάσσεται με τόσο φωτισμό, τόσες προσευχές με τόσες στιγμές χάρης.

Αλλά το ιερό δεν κρατάει λογαριασμούς. Δεν μπορεί να κληθεί με τελετουργίες, όσο όμορφα κι αν εκτελούνται, ούτε να εξαναγκαστεί με ειλικρίνεια, όσο βαθιά κι αν είναι. Η ίδια η ιδέα ότι μπορεί κανείς να «εξασκηθεί στον διαλογισμό» όπως εξασκείται κάποιος σε γκάμες στο πιάνο αποκαλύπτει μια θεμελιώδη παρεξήγηση της φύσης αυτού που αναζητείται. Γιατί ο διαλογισμός, με την αληθέστερη έννοιά του, δεν είναι τεχνική που κατακτάται αλλά άνθισμα που συμβαίνει όταν όλες οι τεχνικές έχουν εγκαταλειφθεί, όταν ο ίδιος ο ασκούμενος έχει εξαφανιστεί σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ήλιο.

Το προγραμματισμένο ραντεβού με το θείο — είκοσι λεπτά το πρωί, τριάντα το βράδυ — αντιπροσωπεύει ίσως την πιο λεπτή μορφή πνευματικού υλισμού, την τελευταία απεγνωσμένη απόπειρα του εγώ να αποικιοποιήσει ακόμα και εκείνο το έδαφος όπου δεν μπορεί να υπάρξει. Το να ορίσει κανείς μια «περίοδο διαλογισμού» σημαίνει ότι έχει ήδη χάσει το ουσιώδες: δημιουργεί όριο ανάμεσα στο ιερό και το κοσμικό, ανάμεσα στον χρόνο που «διαλογίζεται» και στον χρόνο που απλώς ζει. Αλλά η αλήθεια κινείται σαν υπόγεια νερά, ρέει κάτω από όλες αυτές τις τεχνητές διαχωριστικές γραμμές, δεν αναγνωρίζει σάββατο ξεχωριστό από τις καθημερινές, ούτε ναό πιο ιερό από το κοινό χώμα κάτω από τα πόδια μας.

Το Αδύνατο Άνοιγμα της Καρδιάς

Οι δάσκαλοι μιλούν για το άνοιγμα της καρδιάς, και οι μαθητές τους επιμελώς βάζουν τα δυνατά τους να παραβιάσουν αυτό το πιο απόκρυφο δωμάτιο, χρησιμοποιώντας το λοστό της συγκέντρωσης ή το κλειδί της ορατοποίησης. Φαντάζονται την καρδιά σαν κλειδωμένο σεντούκι που περιέχει θησαυρούς και κοπιάζουν να βρουν τον σωστό συνδυασμό, το σωστό μάντρα, την τέλεια τεχνική αναπνοής που θα ανοίξει το λουκέτο και θα αποκαλύψει τα κοσμήματα.

Αλλά η καρδιά που ανοίγει στο θείο δεν ανοίγει με προσπάθεια. Δεν είναι πόρτα που περιστρέφεται σε μεντεσέδες εγκατεστημένους από τη θέληση, ούτε λουλούδι που μπορεί να εξαναγκαστεί να ανθίσει τραβώντας τα πέταλά του. Το άνοιγμα για το οποίο μιλούν όσοι έχουν ρίξει μια ματιά πέρα από το πέπλο είναι τελείως διαφορετικής τάξης — όχι δράση αλλά παύση, όχι πράξη αλλά αναίρεση, όχι άνοιγμα αλλά διάλυση όλων όσων την κρατούσαν κλειστή.

Όταν η καρδιά περιγράφεται ως «ανοιχτή σαν ουρανός χωρίς σύννεφο», αυτό δεν είναι απλή ποιητική υπερβολή αλλά ακριβής περιγραφή μιας κατάστασης που δεν μπορεί να κατασκευαστεί. Ο ουρανός δεν ανοίγει· είναι το ίδιο το άνοιγμα. Δεν περιέχει χώρο· είναι χώρος, απεριόριστος και χωρίς περίμετρο. Παρομοίως, η καρδιά που δέχεται την αφή του ιερού έχει πάψει να είναι δοχείο και έχει γίνει απέραντη έκταση όπου όλα τα πράγματα αναδύονται και διαλύονται χωρίς να αφήνουν ίχνος ή μνήμη.

Ο νους, αυτός ο πιστός υπηρέτης που μας έχει εξυπηρετήσει τόσο καλά στην πλοήγηση του κόσμου των αντικειμένων και των αιτιών, των προβλημάτων και των λύσεων, βρίσκεται εντελώς ηττημένος μπροστά σε αυτό το κατώφλι. Μπορεί να καταγράψει εμπειρίες, να δημιουργήσει περίπλοκους χάρτες πνευματικών εδαφών, να κατασκευάσει δαιδαλώδεις φιλοσοφίες υπέρβασης. Αλλά δεν μπορεί να σκεφτεί τον δρόμο του προς αυτό που βρίσκεται πέρα από κάθε σκέψη. Ο νους μπορεί να κάνει την καρδιά ασφαλή, να χτίσει τείχη από έννοιες και δόγματα γύρω της, να εγκαταστήσει συστήματα ασφαλείας από πεποιθήσεις και δόγματα. Με αυτόν τον τρόπο όμως εξασφαλίζει ότι η καρδιά θα μείνει για πάντα κλειστή σε αυτό που έρχεται μόνο μέσα σε απόλυτη ευαλωτότητα, στη γύμνια που έρχεται όταν όλες οι άμυνες έχουν καταρρεύσει.

Η Έλευση του Απροσκάλεστου

Υπάρχουν στιγμές — και έρχονται χωρίς αναγγελία, χωρίς κήρυκα ή προετοιμασία — που η μεμβράνη ανάμεσα στους κόσμους γίνεται ξαφνικά λεπτή. Ίσως συμβαίνει ενώ πλένουμε πιάτα, με τα χέρια βυθισμένα σε αφρώδες νερό, όταν το παιχνίδι του φωτός πάνω στις φυσαλίδες παγώνει κάθε σκέψη. Ίσως συμβαίνει ενώ περπατάμε σε έναν γνώριμο δρόμο, όταν κάτι στην ποιότητα του απογευματινού φωτός σταματά την καρδιά στη μέση του χτύπου. Ίσως έρχεται στα βάθη της θλίψης, όταν ο πόνος έχει ξύσει την ψυχή από κάθε προσποίηση.

Σε τέτοιες στιγμές, αυτό που ήταν πάντα παρόν αλλά αόρατο αποκαλύπτεται — όχι σαν κάτι καινούργιο που ήρθε, αλλά σαν αυτό που ποτέ δεν έλειπε. Αυτή είναι η ευλογία που έρχεται όταν λιγότερο την περιμένουμε, όταν κανείς δεν την περιμένει, όταν ο νους έχει επιτέλους εξαντληθεί από την αναζήτηση και έχει καταρρεύσει σε μια σιωπή όχι επιτευγμένη αλλά ανακαλυφμένη, όχι δημιουργημένη αλλά προσκρούσασα τυχαία.

Αυτή η χάρη δεν αναγνωρίζει σύστημα αξιών. Δεν έρχεται πιο εύκολα στον πειθαρχημένο παρά στον παραστρατημένο, στον ενάρετο παρά στον σπασμένο, στον πιστό παρά στον αμφιβάλωντα. Υπάρχει μάλιστα μια παράξενη δημοκρατία στη διανομή της, γιατί φαίνεται να ευνοεί τις στιγμές που η προσεκτικά δομημένη ταυτότητα έχει για λίγο αποτύχει, όταν η ιστορία που λέει κανείς για τον εαυτό του έχει διακοπεί, όταν ο φύλακας στην πύλη του εαυτού έχει αποκοιμηθεί στη θέση του.

Αυτός που συστηματοποιεί τη ζωή του, που ακολουθεί προσεκτικά προδιαγεγραμμένες ρουτίνες ηθικής και άσκησης, μπορεί να διαπιστώσει ότι αυτές ακριβώς οι δομές γίνονται εμπόδια, τείχη πίσω από τα οποία προφυλάσσεται από τον άγριο άνεμο του ιερού. Γιατί αυτό που αναζητά δεν είναι ήμερο, δεν είναι εξημερωμένο, δεν περιορίζεται μέσα σε κανένα σύστημα όσο εκλεπτυσμένο ή αρχαίο κι αν είναι. Φυσά όπου θέλει, αυτός ο άνεμος από άγνωστες ακτές, και δεν μπορεί να κατευθυνθεί ή να διοχετευθεί από ανθρώπινη πρόθεση.

Η Φτώχεια της Κατοχής

Πόσο απεγνωσμένα ο πνευματικός αναζητητής επιθυμεί να αιχμαλωτίσει αυτό που έχει για λίγο αντικρίσει, να το κρατήσει κοντά του, να το κάνει μόνιμο. Αφού γεύτηκε μια φορά το νέκταρ της υπέρβασης, ο νους αμέσως αρχίζει το έργο της διατήρησης, προσπαθώντας να φυλάξει αυτόν τον θησαυρό, να τον λατρέψει, να χτίσει ιερό γύρω του. Αλλά ακριβώς σε αυτή την αρπαγή, το αρπαγμένο εξαφανίζεται σαν νερό που σφίγγεται ανάμεσα στα δάχτυλα.

Ο διαλογισμός που είναι πραγματικά διαλογισμός — η ατέρμονη κίνηση για την οποία μιλούν οι μυστικοί με χαμηλωμένη φωνή — δεν μπορεί να κατεχθεί επειδή δεν είναι πράγμα. Μοιάζει περισσότερο με αεράκι που φυσά από ανοιχτό παράθυρο, δροσίζοντας τον μπαγιάτικο αέρα της αυτο-ανησυχίας, φέρνοντας μαζί του άρωμα αδύνατων αποστάσεων. Τη στιγμή που απλώνει κανείς το χέρι να το πιάσει, να το ακινητοποιήσει, να το κάνει δικό του, έχει ήδη χαθεί· μένει μόνο η ανάμνηση, μόνο το φάντασμα της παρουσίας, μόνο ο πόνος της απουσίας.

Γι’ αυτό οι πνευματικές παραδόσεις μιλούν τόσο συχνά με αρνήσεις, με αποκηρύξεις, με αφήσεις. Όχι επειδή είναι αρνητικές της ζωής ή απαισιόδοξες, αλλά επειδή έχουν ανακαλύψει μέσα από αιώνες εξερεύνησης ότι το ιερό αποκαλύπτεται μόνο στον χώρο που δημιουργείται από την παραίτηση. Κάθε απόπειρα αρπαγής, διατήρησης, λατρείας αυτού που έχει βιωθεί σε στιγμές ανοίγματος εξασφαλίζει ότι «δεν θα ξανάρθει ποτέ». Όποιες τεχνικές κι αν εφαρμοστούν, όποιες ασκήσεις κι αν αναληφθούν, όποιες προσευχές κι αν προσφερθούν — αν γίνονται με την ελπίδα να διαταχθεί ή να ελεγχθεί η επίσκεψη της χάρης, γίνονται εμπόδια αντί για βοηθήματα.

Η ομορφιά αυτού του διαλογισμού, όταν ανθίζει απροσδόκητα στο προετοιμασμένο έδαφος μιας αφύλαχτης στιγμής, δεν είναι η ομορφιά αυτού που τον βιώνει. Αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση που το εγώ δυσκολεύεται υπερβολικά να δεχτεί. Γιατί το εγώ θέλει να διεκδικήσει ιδιοκτησία, να πει «εγώ διαλογίζομαι», «εγώ πέτυχα φώτιση», «εγώ κατέχω πνευματική διορατικότητα». Αλλά στη γνήσια στιγμή υπέρβασης δεν υπάρχει «εγώ» για να κάνει τέτοιες αξιώσεις. Η ομορφιά ανήκει στον ίδιο τον διαλογισμό, όχι στον διαλογιζόμενο. Το φως που λάμπει δεν είναι φως κάποιας ατομικής ψυχής αλλά το φως που φωτίζει όλες τις ψυχές, το άκτιστο φως που υπάρχει πριν και ανεξάρτητα από οποιονδήποτε παρατηρητή.

Σε αυτή την ομορφιά τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί. Είναι πλήρης από μόνη της, τέλεια από μόνη της, δεν χρειάζεται βελτίωση ή ενίσχυση. Ο νους θέλει να επεξεργαστεί, να στολίσει, να χτίσει πάνω στο θεμέλιο μιας γνήσιας διορατικότητας, δημιουργώντας τεράστια οικοδομήματα ερμηνείας και νοήματος. Αλλά όλες αυτές οι προσθήκες είναι αφαιρέσεις από την καθαρή απλότητα αυτού που είναι. Μοιάζουν με πίνακες που κρεμιούνται μπροστά σε παράθυρο, εμποδίζοντας τη θέα που υποτίθεται ότι ενισχύουν.

Η Αγρυπνία που Αυτοαναιρείται

Ο πνευματικός αναζητητής σταθμεύει δίπλα στο παράθυρο της συνείδησης, παρακολουθώντας, περιμένοντας, ελπίζοντας να συλλάβει την προσέγγιση του θείου. Κάθεται σε σκοτεινά δωμάτια, καλλιεργώντας σιωπή, δημιουργώντας ιδανικές συνθήκες για την άφιξη της χάρης. Παρακολουθεί τις σκέψεις του, την αναπνοή του, τη στάση του, πιστεύοντας ότι με την επαγρύπνηση μπορεί να παραμείνει έτοιμος για τη στιγμή της ανακάλυψης.

Αλλά αυτή ακριβώς η παρακολούθηση είναι που εμποδίζει το βλέπειν. Αυτός που κοιτάζει «ελπίζοντας να το πιάσει εξαπίνης» έχει ήδη νηστεύσει τον σκοπό του, γιατί με την ελπίδα έχει δημιουργήσει διαχωρισμό ανάμεσα στον εαυτό του και σε αυτό που ελπίζει. Έχει τοποθετηθεί ως υποκείμενο που ψάχνει αντικείμενο, ως αναζητητής που κυνηγά στόχο, ως κάποιος που στερείται και προσπαθεί να γεμίσει το κενό. Και μέσα σε αυτή τη δυϊκότητα, η μη-δυαδική πραγματικότητα που αναζητά μένει για πάντα απρόσιτη.

Ο διαλογισμός που περιγράφεται εδώ — η ατέρμονη κίνηση — έρχεται «μόνο όταν δεν είσαι καθόλου εκεί». Αυτή δεν είναι μεταφορική απουσία αλλά κυριολεκτική. Όχι η απουσία του σώματος ή ακόμα και η ησυχία των νοητικών φλυαριών, αλλά η απουσία αυτού που ισχυρίζεται ότι διαλογίζεται, η απουσία της οντότητας που αναζητά, που ελπίζει, που περιμένει. Όταν αυτή η απουσία είναι πλήρης, όταν πραγματικά δεν έχει μείνει κανείς για να δεχτεί την ευλογία, τότε η ευλογία πλημμυρίζει σαν ηλιακό φως από ανοιχτή πόρτα.

Αυτό είναι το υπέρτατο παράδοξο που κατατροπώνει κάθε πνευματική φιλοδοξία: ο αναζητητής δεν μπορεί ποτέ να βρει αυτό που ψάχνει, επειδή ο ίδιος ο αναζητητής είναι το εμπόδιο. Κι όμως ο αναζητητής δεν μπορεί να αυτοεξαλειφθεί σκόπιμα με πράξη θέλησης, γιατί μια τέτοια πράξη θα ενίσχυε μόνο την ψευδαίσθηση ενός εαυτού που πράττει. Η διάλυση του αναζητητή δεν συμβαίνει με πράξη αλλά με όραση — με την ξαφνική αναγνώριση ότι ο αναζητητής ποτέ δεν υπήρξε ως ξεχωριστή οντότητα, ότι η ίδια η αναζήτηση ήταν όνειρο, ότι αυτό που αναζητούνταν ποτέ δεν έλειπε.

Η Ασυνεχής Ευδαιμονία

Είμαστε εκπαιδευμένοι να θεωρούμε την πνευματική επίτευξη ως κάτι που, όταν επιτευχθεί, γίνεται μόνιμη κατοχή. Ο φωτισμός φαντάζεται ως κατάσταση που, όταν εισέλθει κανείς, συνεχίζεται χωρίς διακοπή. Αλλά η ευδαιμονία για την οποία μιλάμε εδώ — η ευδαιμονία που συνοδεύει τον διαλογισμό που είναι διαλογισμός — «δεν έχει συνέχεια». Δεν μπορεί να διατηρηθεί ή να συντηρηθεί. Έρχεται και φεύγει χωρίς κανέναν νόμο που ο ανθρώπινος νους μπορεί να διακρίνει.

Αυτή η ασυνέχεια δεν είναι ελάττωμα αλλά ουσιώδες χαρακτηριστικό της εμπειρίας. Γιατί αν μια τέτοια ευδαιμονία ήταν συνεχής, ο νους γρήγορα θα προσαρμοζόταν, θα την κατηγοριοποιούσε, θα την έκανε συνηθισμένη. Το γεγονός ότι έρχεται και φεύγει, ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί ή να ελεγχθεί, την κρατά για πάντα φρέσκια, για πάντα καινούργια, για πάντα ικανή να συντρίψει τις απολιθωμένες δομές της αυτογνωσίας.

Υπάρχει βαθιά ταπείνωση στο να αποδεχτεί κανείς αυτή την ασυνέχεια. Σημαίνει παραίτηση από την επιθυμία για πνευματική ασφάλεια, από την επιθυμία να επιτύχει μια κατάσταση από την οποία δεν μπορεί να πέσει ποτέ. Σημαίνει να ζει με ριζική αβεβαιότητα, χωρίς να ξέρει ποτέ πότε θα σχιστεί το πέπλο, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτό που έχει αντικριστεί μια φορά θα ξαναντικριστεί. Αυτή η αβεβαιότητα κρατά την καρδιά τρυφερή, την ψυχή εύπλαστη, εμποδίζει την απολίθωση που έρχεται όταν πιστεύει κανείς ότι έχει φτάσει σε τελικό προορισμό.

Οι μυστικοί διαφόρων παραδόσεων έχουν παρατηρήσει το ίδιο χαρακτηριστικό. Η θεία παρουσία, αναφέρουν, έρχεται και φεύγει σαν μυστηριώδης επισκέπτης που φτάνει χωρίς πρόσκληση και φεύγει χωρίς εξήγηση. Το μόνο που μπορεί να κάνει η ψυχή είναι να παραμένει σε μια ετοιμότητα που δεν είναι ετοιμότητα, σε μια αναμονή που δεν είναι αναμονή, σε ένα άνοιγμα που δεν αγωνίζεται να είναι ανοιχτό. Είναι η ετοιμότητα ενός χωραφιού που έχει οργωθεί και σπαρθεί αλλά που δεν μπορεί να κάνει τον σπόρο να βλαστήσει ή τη βροχή να πέσει. Όλη η απαραίτητη προετοιμασία έχει γίνει, και τώρα δεν μένει τίποτα άλλο παρά να συνεχίσει κανείς την κανονική ζωή, χωρίς προσδοκία, χωρίς ατζέντα.

Η Άρνηση της Σημασίας

Ίσως η πιο καταστροφική συνειδητοποίηση για τον πνευματικό υποψήφιο είναι αυτή: «Στον διαλογισμό, εσύ δεν είσαι σημαντικός, δεν έχεις θέση μέσα του». Όλα στην ανθρώπινη ψυχή επαναστατούν ενάντια σε αυτή την αλήθεια. Δεν μας έχουν διδάξει από τη γέννησή μας να κάνουμε κάτι από τον εαυτό μας, να είμαστε σημαντικοί, να μετράμε; Και ο πνευματικός δρόμος δεν φαίνεται να υπόσχεται την υπέρτατη σημασία — να γίνει κανείς φωτισμένος, συνειδητοποιημένος, ένα με το Θείο;

Αλλά αυτή η υπόσχεση είναι αποπλάνηση, παγίδα στολισμένη με τις ίδιες τις επιθυμίες του εγώ. Ο γνήσιος διαλογισμός, το πραγματικό άνοιγμα στην υπέρβαση, απαιτεί την πλήρη εγκατάλειψη της προσωπικής σημασίας. Όχι ψεύτικη ταπείνωση που κρυφά πιστεύει τον εαυτό της σημαντικό επειδή είναι τόσο ταπεινός, αλλά γνήσια εξαφάνιση, διάλυση της οπτικής γωνίας που λέει «είμαι εδώ, και βιώνω κάτι σημαντικό».

Όταν το ιερό αποκαλύπτεται — και το κάνει μόνο σε στιγμές που ο φύλακας της προσωπικής ταυτότητας έχει απουσιάσει — υπάρχει απλώς η αποκάλυψη, χωρίς κανέναν στον οποίο αποκαλύπτεται. Υπάρχει βλέπειν χωρίς βλέποντα, γνώση χωρίς γνωρίζοντα, εμπειρία χωρίς βιωτή. Γι’ αυτό οι μεγάλοι μυστικοί, όταν επιστρέφουν από τις συναντήσεις τους με το Άπειρο, συχνά μένουν άφωνοι. Πώς να περιγράψει κανείς μια εμπειρία στην οποία ο βιωτής έλειπε; Ποιος υπάρχει για να αναφέρει τι συνέβη όταν κανείς δεν ήταν εκεί να το δει;

Αυτή η απουσία του προσωπικού δεν είναι απώλεια αλλά η πιο βαθιά απελευθέρωση. Γιατί το βάρος της διατήρησης της ιστορίας του «εγώ» — της πνευματικής μου προόδου, των επιτευγμάτων μου, των αποτυχιών μου, των ερωτημάτων μου, των διορατικοτήτων μου — επιτέλους αφήνεται κάτω. Στη θέση του έρχεται ελαφρότητα, ευκολία, αίσθηση κίνησης μαζί με το ρεύμα της ύπαρξης αντί εναντίον του.

Η Επιστροφή στο Θαύμα

Τι μένει, λοιπόν, σε αυτόν που έχει κατανοήσει αυτό το παράδοξο; Αν ο διαλογισμός δεν μπορεί να εξασκηθεί, αν η καρδιά δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να ανοίξει, αν το θείο δεν μπορεί να κληθεί, αν ο εαυτός πρέπει να απουσιάζει για να αποκαλυφθεί η αλήθεια — τι μένει να γίνει;

Ίσως τίποτα. Ή μάλλον, να ζει κανείς χωρίς το βάρος της πνευματικής φιλοδοξίας, να κινείται μέσα στον κόσμο χωρίς τη συνεχή αυτοπαρακολούθηση που ρωτά «Κάνω πρόοδο; Πλησιάζω; Είμαι πιο φωτισμένος από χτες;» Ο διαλογισμός που είναι διαλογισμός συμβαίνει από μόνος του όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, όπως τα λουλούδια ανθίζουν όταν έρχεται η άνοιξη, όχι επειδή έχουν εξασκηθεί στο άνθισμα αλλά επειδή είναι στη φύση τους να ανταποκριθούν στη ζέστη και στο φως.

Η πρόσκληση — αν μπορεί να ονομαστεί πρόσκληση — είναι να επιστρέψει κανείς στο θαύμα — όχι το θαύμα του παιδιού που ποτέ δεν έχει αμφισβητήσει, αλλά το δεύτερο θαύμα, το βαθύτερο θαύμα, που έρχεται αφού όλα τα ερωτήματα έχουν εξαντληθεί και βρεθεί ανεπαρκή. Είναι το θαύμα που αναδύεται όταν ο νους επιτέλους παραδέχεται την ήττα του στην προσπάθεια να συλλάβει το μυστήριο της ύπαρξης, όταν αναγνωρίζει ότι οι πιο βαθιές αλήθειες δεν μπορούν να συλληφθούν αλλά μόνο να βιωθούν, δεν μπορούν να κατανοηθούν αλλά μόνο να παραδοθούν.

Αυτό το θαύμα δεν αγωνίζεται να δει πέρα από το πέπλο αλλά ανακαλύπτει το ιερό σε αυτό που είναι άμεσα παρόν — στο βάρος του σώματος, στον ρυθμό της αναπνοής, στο πέρασμα των νεφών σε έναν φθινοπωρινό ουρανό. Δεν αναζητά εξαιρετικές εμπειρίες αλλά βρίσκει το εξαιρετικό στο συνηθισμένο, όχι με καμία τεχνική ή άσκηση αλλά με μια απλότητα προσοχής που έρχεται όταν η προσοχή δεν κατευθύνεται πλέον από ατζέντα ή σκοπό.

Η Σιωπή που Τραγουδά

Τελικά — αν και δεν υπάρχει τέλος σε αυτή την ατέρμονη κίνηση — αυτό που μένει είναι ένα είδος σιωπής. Όχι η σιωπή ενός άδειου δωματίου ή η σιωπή ανάμεσα σε ήχους, αλλά η σιωπή που υπάρχει πριν και κάτω από κάθε ήχο, η σιωπή από την οποία αναδύεται η μουσική και στην οποία επιστρέφει. Αυτή η σιωπή δεν είναι απουσία κάτι αλλά πληρότητα των πάντων, το έγκυο κενό που περιέχει όλες τις δυνατότητες χωρίς να εκδηλώνει καμία.

Είναι η σιωπή της καρδιάς που έχει επιτέλους σταματήσει την κραυγή της, τις απαιτήσεις της, τις διαπραγματεύσεις της με το Θείο. Είναι η σιωπή που έρχεται όταν όλα τα ερωτήματα έχουν διαλυθεί, όχι επειδή έχουν απαντηθεί αλλά επειδή ο ερωτών έχει αναγνωρίσει ότι τα βαθύτερα ερωτήματα δεν δείχνουν προς απαντήσεις αλλά προς μυστήριο. Είναι η σιωπή του νου που έχει εξαντληθεί από την αναζήτηση και έχει καταρρεύσει στην ύπαρξη.

Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, παραδόξως, υπάρχει ένα τραγούδι — αν και κανείς δεν το τραγουδά, κανείς δεν το ακούει. Είναι το τραγούδι της ίδιας της ύπαρξης, η αιώνια συμφωνία που παίζει είτε κάποιος ακούει είτε όχι. Ο διαλογισμός που είναι διαλογισμός είναι απλώς η απομάκρυνση όλων όσων εμποδίζουν την ακρόαση αυτού του τραγουδιού που πάντα τραγουδούσε, το βλέπειν αυτού του φωτός που πάντα έλαμπε, το αισθάνεσθαι αυτής της παρουσίας που ποτέ δεν έλειπε.

Η ευλογία, όταν έρχεται — και έρχεται πάντα απροσδόκητα, πάντα χωρίς αναγγελία — είναι η αναγνώριση ότι δεν υπάρχει πουθενά να πάει κανείς, τίποτα να επιτύχει, κανείς να γίνει. Ο ανοιχτός ουρανός ήταν πάντα εδώ. Η απέραντη καρδιά πάντα χτυπούσε. Το άπειρο ήταν πάντα απείρως παρόν. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν η διάλυση του αναζητητή, κι ακόμα κι αυτή η διάλυση δεν ήταν ποτέ κάτι που μπορούσε να γίνει, μόνο κάτι που συνέβη όταν ο καιρός ήταν κατάλληλος, όταν ο καρπός ωρίμασε, όταν η εποχή γύρισε.

Και έτσι ο μυστικός — πια όχι αναζητών, πια όχι περιμένων, πια όχι ελπίζων — συνεχίζει να περπατά μέσα στον κόσμο, συνηθισμένος ανάμεσα στους συνηθισμένους, κουβαλώντας αυτό το μυστικό που δεν μπορεί να κρατηθεί ούτε να μοιραστεί: ότι το ιερό δεν είναι αλλού, ότι ο διαλογισμός δεν είναι άσκηση, ότι η πόρτα δεν ήταν ποτέ κλειστή. ...

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
16. The Sacred Ground: A Journey to Objective Reality
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2025. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~