CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
17. Living in the Kingdom of Timelessness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Sunday, 30 November, 2025

Sunday, April 21, 2013

Αρχές της Ορφικής Θεολογίας (Οι Πέντε Μυήσεις)



Πηγαίνοντας πίσω εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια (όταν ακόμα ο άνθρωπος βρισκόταν στο προανθρώπινο στάδιο του ζώου) ο άνθρωπος είχε ήδη ενστικτώδη γνώση του Περιβάλλοντος, της Αχανούς (Αόρατης και ορατής) Φύσης και γνώριζε από εμπειρία (καθώς τον οδηγούσε η ανάγκη της επιβίωσης, υπαρξιακής και υλικής) διαφόρων στοιχείων της Φύσης, που τα έβλεπε, είτε ενταγμένα στη Γενικότερη Φύση, είτε ξεχωριστά και ιδιαίτερα. Ζούσε πάνω στη Γη, τρεφόταν από τη γη, χρησιμοποιούσε το Νερό (κι όχι μονάχα για να πίνει), χρησιμοποιούσε το Φως του Ήλιου, την Ημέρα, για τις δραστηριότητές του και την φωτιά, φτωχό υποκατάστατο του Ήλιου, χρησιμοποιούσε τον Αέρα (για να ανασαίνει κι αργότερα και γι’ άλλους σκοπούς), και «διαισθάνονταν» το Πέμπτο Στοιχείο, τον Αιθέρα, σαν τον Χώρο που Κατοικούσαν οι Ανώτερες Δυνάμεις, που μόλις συνειδητοποιούσε την ύπαρξή τους.
Οι άνθρωποι όταν άρχισε να εκδηλώνεται, ήδη από την παλαιολιθική εποχή, η θεωρητική σκέψη, πίστευαν ότι ο κόσμος σχηματίστηκε από τα πέντε στοιχεία, τον αόρατο αιθέρα, τον αέρα, το πυρ, το νερό, τη γη. Κάποιοι πίστευαν μάλιστα ότι δημιουργήθηκε με τη σειρά που τα αναφέρουμε, κάποιοι άλλοι πρότειναν άλλες λύσεις... 
Οι Ορφικοί, χιλιετηρίδες μετά, για διαφόρους δικούς τους λόγους πίστευαν ότι ο Κόσμος  δημιουργήθηκε στη διάρκεια πέντε τεράστιων αλλά διακριτών χρονικών διαστημάτων. Από τον Αρχικό Αόρατο Αιθέρα δημιουργήθηκε το Πύρινο Πνεύμα (ο πύρινος άνεμος), μετά δημιουργήθηκε το Πυρ που αποτέλεσε τον πυρήνα του Κόσμου. Μετά δημιουργήθηκε το Νερό η Ρευστή Ουσία της Ζωής. Τέλος από το Ζωντανό Νερό δημιουργήθηκε ο Υλικός Κόσμος κι η γη… Μάλιστα όπως έγινε σε Κοσμικό Επίπεδο έγινε και στο Υλικό Επίπεδο: Από τον Αιθέρα (που Αποτελεί τη Βάση Όλων των Κόσμων) δημιουργήθηκε το υλικό πύρινο πνεύμα που συμπυκνώθηκε στο υλικό πυρ που αποτέλεσε (και) τον πυρήνα της γης. Στη γη δημιουργήθηκε μετά το υλικό νερό και στο τέλος διαμορφώθηκε η γη στην οποία ζούμε ακόμα σήμερα. Με άλλα λόγια η δημιουργία επαναλαμβάνεται ίδια τόσο στον αόρατο κόσμο, όσο και στον υλικό μακρόκοσμο, όσο και στο επίπεδο της γης… το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει και για τον μικρόκοσμο (που άρχισαν οι Έλληνες να διερευνούν με τον Δημόκριτο)… Ακόμα και ο άνθρωπος αποτελείται (μεταφυσικά) από τα Πέντε Στοιχεία αλλά και υλικά συντίθεται από τα πέντε υλικά στοιχεία και παράλληλα χρησιμοποιεί αυτά τα στοιχεία που βρίσκει στη φύση για να επιβιώσει… Η Δημιουργία λοιπόν για τους Ορφικούς είναι Πενθήμερος, κι όχι Εξαήμερος όπως γράφει η Εβραϊκή Βίβλος… και μάλιστα επαναλαμβάνεται με το Ίδιο Σχέδιο στα Διάφορα Πεδία Ύπαρξης…
Κάποιους αιώνες μετά τους Ορφικούς οι φιλόσοφοι (προφανώς αντλώντας από την Ορφική Γνώση) πρότειναν διάφορες (μερικές) λύσεις:  Ο Θαλής (όπως αναφέρει ο Αέτιος) έλεγε ότι: «Ο Θεός είναι νους του κόσμου, το δε σύμπαν είναι έμψυχο συγχρόνως και πλήρες δαιμόνων, δια μέσου δε του αποτελούντος το αρχικό στοιχείο υγρού είναι κατανεμημένη εν συνεχεία δύναμη θεία η οποία μπορεί να το θέσει σε κίνηση»… Ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι το Άπειρο είναι η Αρχή των πάντων. Ο Νεοπλατωνικός Σιμπλίκιος αναφέρει τη ρήση του Αναξίμανδρου από το έργο του «Εις Φυσικά»: «Ο Αναξίμανδρος είπε ότι αρχή των όντων είναι το άπειρο… από το οποίο έγιναν όλοι οι ουρανοί και οι κόσμοι που υπάρχουν... Και απ’ όπου προέρχεται η γένεση των όντων εκεί ακριβώς συντελείται και η διάλυση τους σύμφωνα με την ανάγκη, γιατί τιμωρούνται και επανορθώνουν αμοιβαία για την αδικία, σύμφωνα με την τάξη του χρόνου»...  Ο Αναξιμένης πίστευε ότι ο Αέρας είναι Αρχή των πάντων. Ο Ιππόλυτος (στα «Ελληνικά» του) αναφέρει: «Ο Αναξιμένης είπε, ότι ο άπειρος αέρας είναι η θεμελιώδης αρχή, από την οποία προέρχονται όσα γεννήθηκαν, όσα γεννιούνται και όσα θα γεννηθούν, οι θεοί και τα θεία, ενώ τα υπόλοιπα προέρχονται από τα παράγωγά του».
Σήμερα η επιστήμη (που βέβαια περιορίζεται στην υλική πραγματικότητα)  ακολουθώντας τον  Λαπλάς υποστηρίζει ότι κάποια εποχή ο Ήλιος, οι πλανήτες και οι δορυφόροι τους (που δεν είχαν διαχωριστεί ακόμα) αποτελούσαν μια μεγάλη αεριώδη διάπυρη μάζα που περιστρεφότανε στο διάστημα. Σιγά-σιγά αυτή η αερώδης διάπυρη μάζα ψυχόταν και συμπυκνωνόταν κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της περιστροφικής κίνησης και τη δημιουργία φυγόκεντρης δύναμης. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίστηκε ο ήλιος,  οι πλανήτες,  η γη. Η γη στην αρχή ήταν μια διάπυρη σφαίρα που στη συνέχεια καθώς ψυχόταν δημιούργησε ένα εξωτερικό φλοιό (που δεν είχε καμία σχέση με τη γη όπως την γνωρίζουμε). Από τα έγκατα της γης έβγαιναν τεράστιες ποσότητες αερίων, άζωτο, διοξείδιο του άνθρακα, αμμωνία, μεθάνιο και υδρατμοί, που τύλιξαν τη γη σχηματίζοντας την πρώτη της ατμόσφαιρα, όπου εκδηλώνονταν κατά εκατομμύρια ηλεκτρικές εκκενώσεις. Μετά ξέσπασαν κατακλυσμιαίες βροχές και το νερό συσσωρεύθηκε στα κοιλώματα της γης σχηματίζοντας τον αρχικό ωκεανό που περιέβαλε τη ξηρά (Πανγαία) Τότε εμφανίζεται κι η ζωή στον ωκεανό (ή και σε λίμνες της ξηράς, πιθανόν), που εξελίχθηκε σε δύο μορφές, την φυτική (που ανέπνεε διοξείδιο του άνθρακα και απέβαλε οξυγόνο) και την ανώτερη ζωική (που ανέπνεε οξυγόνο και απέβαλε διοξείδιο το άνθρακα). Σιγά-σιγά η ζωή βγήκε από το νερό και κατέκλυσε τη γη και στο τέλος από κάποιο προανθρώπινο είδος προήλθε και ο σημερινός άνθρωπος (που κανονικά θα έπρεπε να ονομάζεται homo simian κι όχι homo sapiens). Σιγά σιγά η Πανγαία διαχωρίστηκε στις γνωστές Ηπείρους που εξακολουθούν να μετακινούνται (και μετά από κάποια εκατομμύρια χρόνια θα έχουν τελείως διαφορετική θέση στη γήινη σφαίρα)… Στην πραγματικότητα η επιστήμη απλώς επιβεβαίωσε αυτά που έλεγαν οι Αρχαίοι και ιδιαίτερα οι Ορφικοί.
Τα Πέντε Στοιχεία (γη, νερό, φωτιά αέρας, αιθέρας) λοιπόν, όχι μόνο έπαιζαν ρόλο στη ζωή των ανθρώπων όλες αυτές τις χιλιετηρίδες, αλλά και χρησιμοποιήθηκαν σαν σύμβολα για να περιγράψουν τον κόσμο μέχρι που, ήδη από την  ύστερη νεολιθική εποχή, παίρνουν μεταφυσική διάσταση κι αποκτούν μια εσωτερική σημασία (καθώς διευρύνεται η αντίληψη του ανθρώπου και βαθαίνει η κατανόηση του για το φαινόμενο της ύπαρξης).
Αυτά τα Σύμβολα θα χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν (οι πιο σοφοί κι έμπειροι μέσα στις κοινωνίες των ανθρώπων) τον Κόσμο σαν πνευματικό (και νοητικό) γεγονός σαν μια Διαβάθμιση, από το Χάος του Απροσδιόριστου μέχρι το συγκεκριμένο υλικό. Έτσι φτάνοντας στην ιστορική εποχή (εδώ και 4, 3, χιλιετηρίδες) τα Πέντε Στοιχεία (σε ολόκληρη την παγκόσμια θρησκευτική παράδοση, και στην Ινδία, και στην Κίνα, και στην Ελλάδα, κι αλλού) θα χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν την δομή του κόσμου.
Ο Ορφέας από αυτή την πανάρχαια γνώση κι εμπειρία και παράδοση άντλησε τις βασικές αντιλήψεις για να διαμορφώσει την εικόνα του κόσμου, και το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι φιλόσοφοι που ακολούθησαν μετά στην ελληνική σκέψη:
Ο Αιθέρας είναι το Άγνωστο που Χάνεται στην Ανυπαρξία Θείον.
Ο Αέρας, το Πνεύμα, η Πνοή, είναι η Ενοποιός Ουσία των Πάντων. Χωρίς Ιδιότητες εισδύει παντού, πνέει όπου θέλει, είναι το Αληθινό Είναι που τα περιλαμβάνει όλα.
Το Φως (Πυρ), η Φωτιά ,είναι το στοιχείο που κάνει τα πάντα ορατά, προσδιορίζει τα σχήματα, καθορίζει τα όρια, τις σχέσεις και τις αποστάσεις, και γενικά περιγράφει τον κόσμο, τον χώρο και τις δραστηριότητές του. Είναι ο Νους, η νοημοσύνη, η νόηση κι η λογική κι η αντίληψη.
Το Νερό είναι το «δυναμούχο πνεύμα» που παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή και ζωογόνες ιδιότητες. Είναι η «πλαστική ουσία της ζωής», η Ψυχή, που δημιουργεί, ζωοποιεί κι εξαλείφει τις μορφές (όταν τις εγκαταλείπει).
Η Γη είναι το τελευταίο στοιχείο, το «δοχείο» που τα συγκεντρώνει όλα, το υλικό από το οποίο  γίνονται οι μορφές του φυσικού κόσμου.
Με αυτά τα Πέντε Στοιχεία στην υλική μορφή τους δημιουργείται (κατά την ίδια τάξη) και το υλικό σύμπαν.
Αυτή η εσωτερική ερμηνεία των Στοιχείων συναντάται όπως είπαμε σε ολόκληρη την θρησκευτική παράδοση και τα Πέντε Στοιχεία αποτελούν Σύμβολα της παγκόσμιας θρησκευτικής σκέψης εδώ και τουλάχιστον 3000 χρόνια (σε καταγραμμένα Ιερά Κείμενα). Τις ερμηνείες τους τις συναντάμε στις Βέδες, σε Κινέζικα Κείμενα… και στην Ελληνική Παράδοση.
.....
Ο 29ος αιώνας πριν από σήμερα, στην Ελλάδα, είναι ένας αιώνας θρησκευτικών συνθέσεων και μεταρρυθμίσεων και μια τιτάνια προσπάθεια να διατυπωθεί ένα ενιαίο θεολογικό σύστημα στο οποίο θα εντάσσονταν όλες οι θρησκευτικές αντιλήψεις περί Θεότητας. Μια τέτοια προσπάθεια έγινε από τον Ησίοδο  (και μολονότι η πιο γνωστή όχι η πιο βαθιά και επιτυχημένη) αλλά και από άλλους.
Αυτή την εποχή άρχισε να κυριαρχεί η αντίληψη ότι η Αρχή των Πάντων πρέπει να είναι Μία, Ένας Θεός, Άπειρος, Υπερβατικός, Άγνωστης Ουσίας και Πέρα από τον Κόσμο. Σιγά-σιγά ο Ζευς Ανυψώνεται σαν Μοναδικός Υπερβατικός Θεός. Ο Ζευς των θρησκευτικών κύκλων και των φιλοσόφων δεν έχει βέβαια καμία σχέση με τον Δία του Ομήρου και των ποιητών (άλλωστε η Ποίηση δεν είναι Θεολογία και οι σκοποί της είναι τελείως διαφορετικοί από εκείνους της θρησκευτικής διδασκαλία). Ακόμα και ο Ζευς του Ησίοδου είναι ήδη μια ξεπερασμένη θεϊκή μορφή.
Παράλληλα με την Ανύψωση της Θεότητας σε ένα Υπερβατικό Υπερκόσμιο Επίπεδο συνεχίζεται η αντίληψη για ένα Γονιμοποιό Θεό που είναι σε Σχέση με την δημιουργία.
Ανάμεσα στον Κοσμικό Θεό και τον φυσικό κόσμο μεσολαβούν αναγκαστικά η Οργανωτική Δύναμη της Διάνοιας (η Νοερή Δύναμη) και το Δυναμούχο Πνεύμα, η Περιοχή των Ψυχικών Αιτιών και της Ζωοποιού Δραστηριότητας που εμψυχώνει τον κόσμο, που ενσωματώνεται στην υλική μορφή του κόσμου των αισθήσεων.
Τέτοιες λοιπόν θρησκευτικές συνθέσεις προσπαθούν να αφομοιώσουν όλη την ανθρώπινη μεταφυσική εμπειρία και να διατυπώσουν μια ενιαία θεωρία για το παν. Σε αυτή την σύνθεση ενσωματώνεται βεβαίως και ο άνθρωπος, που ταυτίζεται οντολογικά με το Παν (σαν μικρόκοσμος) και στο Σύνολό του και στα επιμέρους δομικά στοιχεία του που είναι ακριβώς αντίγραφα των κοσμικών.
Έτσι το Κοσμικό (Αιθέρας, Πνεύμα, Φως, Ύδωρ, Γη) Ουσιώνεται από το Θεϊκό (Άχρονο Χάος, Θεός, Νους, Ψυχή, Κόσμος) Συγχωνεύεται με το Ανθρώπινο (Καθαρή Ουσία, Είναι, νους, ψυχή, σώμα), Αναφέρεται στο Χώρο (Ουράνιος Κόσμος, Ενότητα, φωτεινός κόσμος του νου και των ιδεών, ψυχικός κόσμος, υλικός κόσμος), κι Εκφράζεται με φιλοσοφικούς όρους που έχουν πολλά συστήματα αναφοράς, πολλές αντιλήψεις και επίπεδα ανάγνωσης, και εξηγούν το Φαινόμενο της Ύπαρξης από το πιο εσωτερικό επίπεδο μέχρι το πιο εξωτερικό και από την γενικότερη αντίληψη μέχρι την πιο μερική και ιδιαίτερη.
Μια τέτοια Θρησκευτική Σύνθεση πραγματοποίησε ο Ορφέας, όπως θα δούμε πιο κάτω.
…..
Ο αιώνας των θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα (29 αιώνες πριν) ήταν ένας αιώνας θρησκευτικής ζύμωσης των αντιλήψεων, των συμβόλων και των θεωριών για τον κόσμο. Έγινε μια προσπάθεια όχι μόνο να αφομοιωθεί η παγκόσμια θρησκευτική σκέψη αλλά και να δοθούν εσωτερικές και συγκεκριμένες περιγραφές του φαινομένου της ύπαρξης. Οι επίσημοι θεολόγοι και ποιητές στην Ελλάδα, στην Ιωνία (και λίγο αργότερα στη Μεγάλη Ελλάδα) εργάζονται σε συνθέσεις σύμφωνα με την πατροπαράδοτη γραμμή που ακολουθούν όσοι σχετίζονται με την κοσμική εξουσία. Μιλάμε για Ποιητές σαν τον Όμηρο και Θρησκευτικούς Σχολιαστές σαν τον Ησίοδο που ασφαλώς υπήρξαν μεγάλες μορφές της παγκόσμιας διανόησης αλλά μένουν σε μια εξωτερική (μυθική) περιγραφή του κόσμου κι ο μελετητής χρειάζεται να πάει πέρα (κι από τις προθέσεις ίσως των Ποιητών και) το κείμενο για να βρει πίσω από την αλληγορική περιγραφή κάποια στοιχεία Αλήθειας.
Ο Ορφέας υπήρξε τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Είναι σίγουρο ότι ανήκε σε βασιλική γενιά των Λειβήθρων, στους πρόποδες του Ολύμπου, και υπήρξε πρίγκηπας (σαν τον Άλλο Μεγάλο, τον Σιντάρτα Γκοτάμα, που ήταν πρίγκηπας σε ένα μικρό βασίλειο στο σημερινό Νεπάλ, στους πρόποδες των Ιμαλαΐων). Η σχέση του όμως με την κοσμική εξουσία του έδωσε απλά την δυνατότητα να μορφωθεί και να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, που δεν ήταν η βασιλεία αλλά η αφιέρωση στο Θείο και στα Ιερά Πράγματα (όπως κι ο Σιντάρτα που εγκατέλειψε το βασίλειό του για να γίνει Ασκητής, Φωτισμένος και Δάσκαλος). Ο Ορφέας υπήρξε κατ’ αρχήν Μυστικιστής και μετά Θεολόγος και Μύστης και Διδάσκαλος. Αν δεν είχε Εσωτερική Έμπνευση, αν δεν είχε Βιώσει τον Άπειρο Θεό, το Χάος του Θεού, το Άχρονο της Ύπαρξης, δεν θα μπορούσε να παρακινηθεί να οργανώσει τις θρησκευτικές γνώσεις της εποχής του σε μια Ενιαία Σύνθεση, ούτε θα μπορούσε να περιγράψει (μέσα από την Μύηση και τα Μυστήρια) την Ανύψωση του ανθρώπου Ως το Θεό (τον Άχρονο Δία), κι ασφαλώς δεν θα γινόταν ποτέ ο Μεγάλος Ιερουργός που κατέχοντας το Εσωτερικό Βίωμα δεν περιφρόνησε την Εξωτερική Λατρεία, την Διδασκαλία και την Καθοδήγηση των ανθρώπων. Ο Ορφέας υπήρξε πάνω από όλα (όπως όλοι οι Μεγάλοι Μύστες, ο Λάο Τσε, ο Βούδας, ο Ιησούς αργότερα) Ένας Οδηγός των ανθρώπων. Κατά το Πρότυπο του Θεού του, του Βάκχου, που έμπαινε μπροστά στην Πομπή των μυημένων, κρατώντας πρώτος τον θύρσο. Ας θυμηθούμε ότι στα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν ο Ίδιος ο Θεός, ο ΄Ιακχος, (η Μυστηριακή Μορφή του Διονύσου) που οδηγούσε την πομπή. Ο Ορφέας, σαν τον Θεό του, τον Βάκχο, ήταν ένας Οδηγός, ο Μύστης που πήγαινε μπροστά στον Ιερό Κύκλο των μυστών, για να φωτίσει τα Μυστήρια του Υπερπέραν, και να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια τις διαδικασίες της πνευματικής εξέλιξης. Το ίδιο δεν έκανε πολλούς αιώνες μετά κι ο Ιησούς; Δεν ήταν Αυτός που οδηγούσε τους μαθητές του στα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών;
Ασφαλώς ο Ορφέας είχε την ευκαιρία να αφιερώσει χρόνο και στην Μυστικιστική Έκστασή του και στην Θεολογική Ενατένισή του και να επεξεργαστεί τον Μυητικό Δρόμο που Οδηγεί στο Θεό, αλλά και να συγγράψει τον Ιερό Λόγο του και να αφιερωθεί στην Διδασκαλία που άρχισε σιγά-σιγά, με συζητήσεις με τους πιο κοντινούς φίλους του για να επεκταθεί αργότερα και σε άλλους ανθρώπους μακριά από την Πατρίδα του.
Αυτοί που θεωρούν τον Ορφέα (είτε λόγω ελλιπούς πληροφόρησης – που επιβλήθηκε στα χρόνια της Βυζαντινής σκλαβιάς – είτε λόγω ιδεολογικής εχθρότητας) μυθικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο (παρ’ όλες τις μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων και των ιστορικών στοιχείων) ασφαλώς είναι προκατειλημμένοι  και αντιμετωπίζουν με δυσπιστία αυτά που λέμε εδώ. Αλλά είναι θέμα λογικής. Δηλαδή γιατί στην Μακρινή Κίνα, την ίδια περίπου εποχή εμφανίζονται διδασκαλίες κι εξηγήσεις του κόσμου ανάλογες, γιατί στην Μακρινή Ινδία εμφανίζονται οι διδάσκαλοι των Ουπανισάδ που μιλούν με αφηρημένο τρόπο για την ύπαρξη (Βράχμαν, Άτμαν, μάνας, πράνα, ακάσα…) και γιατί λίγο αργότερα (από την εποχή του Ορφέα) θα εμφανιστούν Μεγάλοι Έλληνες Φιλόσοφοι, σαν τον Πυθαγόρα, τον Παρμενίδη, τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, που θα μιλήσουν με φιλοσοφικούς (αφηρημένους) όρους για την ύπαρξη, αλλά αποκλείεται δύο αιώνες πριν τον Πυθαγόρα να υπήρξε ένας εξίσου σοφός άνθρωπος που μίλησε για τον Θεό και την ύπαρξη; (Δηλαδή δύο μόλις αιώνες πριν τον Πυθαγόρα οι Έλληνες ήταν ηλίθιοι ειδωλολάτρες και η θρησκεία τους ήταν το θέατρο σκιών του Ομήρου; Πρέπει να είσαι παρανοϊκός, διεστραμμένος για να διδάσκεις τέτοια Ελληνική Ιστορία… και δυστυχώς αυτό κάνουν δυο χιλιετηρίδες τώρα, το ηλίθιο κράτος και οι θλιβεροί συνοδοιπόροι του).
Ο Ορφέας και η Ορφική Σκέψη αποτελούν την Πηγή της (Πραγματικής) Ελληνικής Θρησκείας και της Φιλοσοφικής Σκέψης. Αν διαγράψουμε από την Ιστορία τον Ορφέα μένει χωρίς θεμέλια όλη η μετέπειτα ελληνική σκέψη. Δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε η Διονυσιακή Λατρεία της Κλασσικής Αθήνας, ούτε η φιλοσοφική γλώσσα του Πυθαγόρα (για τον Μεγάλο Ορφικό θα αφιερώσουμε στο μέλλον ιδιαίτερο εκτεταμένο άρθρο), ούτε οι φιλοσοφικές ιδέες του Πλάτωνα, ούτε ο Παγκόσμιος Λόγος των Στωικών, ούτε το Ένα του Πλωτίνου, τίποτα… Συνεπώς όχι μόνο τα ιστορικά στοιχεία (και οι αναφορές σημαντικών εκπροσώπων της ελληνικής σκέψης, σαν τον Πλάτωνα και ον Αριστοτέλη) είναι επαρκή για να θεωρούμε τον Ορφέα ένα Αληθινό Πρόσωπο, ένα Ζωντανό Διδάσκαλο, Πραγματικό Άνθρωπο κι όχι μυθική μορφή, αλλά και όλη η ιδεολογική ανάπτυξη της ελληνικής σκέψης παραπέμπει σε ένα μοναδικό πρόσωπο, μαρτυράει για ένα και μοναδικό άνθρωπο: τον Ορφέα.
…..
Τι ήταν όμως αυτό που Βίωσε ο Ορφέας; Λογικά, θα πρέπει να είχε μια Αποκάλυψη της Πραγματικότητας, όπως την περιέγραφαν αιώνες πριν μέσα στη παγκόσμια θρησκευτική παράδοση: Μια Εμπειρία του Άχρονου… Όπως ο Βούδας ή ο Ιησούς αργότερα.
Ασφαλώς, εδώ και χιλιετηρίδες, η πιο μυστική αντίληψη του Θεού είναι αυτή στην οποία η Αντίληψη στέκει ανήμπορη χωρίς να μπορεί να επέμβει, χωρίς να μπορεί να κινηθεί, να συλλάβει, να εξηγήσει: η Αντίληψη του Ανοιχτού Χάους. Όχι απλά του Αγνώστου (αντίληψη που διατηρεί μια ελπίδα γνώσης), αλλά του Αδύνατου να Γνωρισθεί, η Πλήρης Παραίτηση της Αντίληψης. Το Χάος δεν μπορεί ποτέ να μπει στην τάξη της Αντίληψης. Καθώς πρόκειται για εκστατική, εσωτερική βιωματική εμπειρία, είναι κάτι που δίνεται έτσι όπως είναι, είναι πραγματικό, ακόμα κι αν δεν μπορείς να το συλλάβεις ή να πεις κάτι γι’ αυτό. Έτσι η Άμορφη Μορφή με την Οποία Βίωσε ο Ορφέας το Θείον ήταν Αυτή του Ανοιχτού και Ζωντανού Χάους (του Μηδενός, της Ανυπαρξίας, που είναι όμως Πλήρης Ύπαρξη, της Απουσίας Χαρακτηριστικών μέσα στην Αντίληψη). (Αυτή η Αντίληψη του Χάους αποτελεί την Αφετηρία και σε άλλες εκστατικές εμπειρίες, και σε άλλα θεολογικά συστήματα, ή θεωρίες για την ύπαρξη και τον κόσμο, όπως του Ησίοδου…).
Αυτή η Αντίληψη του Χάους (μέσα στην Εμπειρία του Ορφέα) με την Απροσδιοριστία και την Αδυναμία Οργάνωσης, Απορροφά Μέσα της όλες τις Αντιλήψεις του Θείου, αντιλήψεις που τείνουν να υπερβούν τον εαυτό τους και να βυθιστούν στο Μηδέν, στο Άγνωστο, στο Άπειρο, στο Αιώνιο (όλες οι αντιλήψεις). Έτσι με το Χάος Ταυτίζεται ο Άχρονος Θεός. Είναι σαν την Μαύρη Τρύπα, Χωρίς Κέντρο, Χωρίς Όρια, που Απορροφά τα πάντα. Αυτός Είναι ο Άχρονος Ζευς.
Ταυτόχρονα όμως Αυτό το Απύθμενο Μηδέν Αποτελεί την πιο Πλήρη Ύπαρξη, Ένα Ήλιο Ουσίας που Ξεχύνεται προς την Δημιουργία. Η Αυτοσυνειδησία του Χάους, του Μηδενός Μετουσιώνεται σε Ένα. Αυτός είναι ο Φάνης, ο Δημιουργός Θεός,  ο Έρωτας των Ύμνων, ο Ζαγρέας (του Τελετουργικού Μύθου), ο Διόνυσος της Λατρείας, ο Βάκχος των Μυστηρίων. Είναι το Παγκόσμιο Πνεύμα, ο Ζωοδότης Αέρας που Γεννιέται από τον Ανύπαρκτο σχεδόν Αιθέρα, με την συγκεκριμενοποίηση, με το κατακάθισμα και την προοδευτική εξέλιξη της Αντίληψης προς το Συγκεκριμένο.  Σε Αυτή την Μορφή του Παγκοσμίου Πνεύματος, του Έρωτα των Ύμνων, της Αρχικής Παγκόσμιας Δύναμης θα συγκεντρωθούν όλες οι Αντιλήψεις της Ύπαρξης. Είναι η Αρχή και το Τέλος, η Πηγή και η Ουσία, το Αληθινό Είναι, το Στήριγμα των Κόσμων, όλα έγιναν μέσω Αυτού. Είναι ο Παγκόσμιος Λόγος των μετέπειτα φιλοσόφων, από τον Ηράκλειτο και τους Στωικούς, μέχρι τους χριστιανούς φιλοσόφους. Αυτός ο Θεός Λόγος είναι το Πρότυπο του Χριστού – Λόγου πολλούς αιώνες μετά.
Είναι φυσικό μια Αντίληψη του Ενός να συγκεντρώνει και να αφομοιώνει, σαν Καθαρό Είναι, όλες τις αντιλήψεις της ύπαρξης. Έτσι το Θείο Εμφανίζεται να έχει όχι Μία αλλά Πολλές Όψεις. Στην Μορφή του Θεού θα Αφομοιωθούν όλες οι Θεϊκές Μορφές. Είναι ο Γιός του Άχρονου Θεού, είναι ο Δημιουργός, είναι ο Γονιμοποιός, είναι ο Οδηγός, είναι ο Λυτρωτής. Είναι η Ουσία των όντων και κάθε ον ξεχωριστά (με την μορφή του προσωπείου του Θεού). Είναι ο Ήλιος της Φύσης, τα Ηλιοστάσια σαν Υπέρβαση του Χρόνου και οι Ισημερίες σαν Ισορροπία μεταξύ Φωτός και Σκότους. Είναι η Ζωή, τα Ζώα, ο Ταύρος και το Ελάφι, τα Φυτά, ο Κισσός, κι η Άμπελος, κι ο Οίνος. Είναι η ίδια η ζωή, κι οι Γιορτές, κι η κάθε μέρα της ζωής κι οι εμπειρίες, η ζωή κι ο θάνατος… Όλα Αναφέρονται σε Αυτόν, τον Ένα Θεό. Τι σημασία έχει πως θα Τον Ονομάσουμε;  Είναι η Δύναμη της Δημιουργίας, ο Παντοτινός Έρωτας, είναι ο Κοσμικός Ζαγρέας της Μυστηριακής Λατρείας, είναι το Πνεύμα της Φύσης, ο Γονιμοποιός Διόνυσος, είναι ο Μύστης Βάκχος, είναι ο Τελετουργικός Ίακχος των Μυστηρίων, είναι πάντα ο Ένας, Αυτός που Προήλθε από το Μεταφυσικό Μηδέν, το Απύθμενο Χάος του Θεού, η Εικόνα του Αοράτου.
Όταν το Ένα (που Αποτελεί Συγκεκριμενοποίηση του Μηδενός, Ανάδυση της Ουσίας από το Μηδέν) Συνειδητοποιεί τον Εαυτό του στα Πλαίσια του Μηδενός τότε Αναδύεται η Αντίληψη του Πέρατος, του περιορισμού και του πεπερασμένου. Αυτή ακριβώς η αντίληψη του πεπερασμένου είναι που δημιουργεί την δυνατότητα της πολλαπλότητας και αποτελεί ταυτόχρονα την πραγμάτωσή της. Έτσι το Ένα Αντανακλάται μέσα στην Ίδια την Ουσία Του άπειρες φορές. Το Ένα Είναι Ένα, Είναι όλα, και κάθε τι ιδιαίτερο είναι Ολόκληρο το Ένα. Αυτό το Ολογραφικό Σύμπαν είναι ο Κόσμος του Κοσμικού Πυρός, του Φωτός, ο Φωτεινός Κόσμος του Νου, ο Αιώνιος Κόσμος των Ιδεών και της πολλαπλότητας.
Κάθε Αντίληψη – Ιδέα αποτελεί ένα πυρήνα ύπαρξης, ένα δυναμικό παράγοντα που μπορεί να δράσει ελεύθερα μέσα στο μηδέν (αλλά όχι στο Πρωταρχικό Μηδέν, παρά μόνο στην φτωχή εικόνα του μέσα στην δημιουργία και στην εξέλιξη). Έτσι από την Ιδέα δημιουργείται το δυναμούχο πνεύμα, η Ψυχή, η Μυστική Φύση, η Ζωοποιός Αιτία, το Ύδωρ της Ζωής, που αποτελεί (το ενδιάμεσο μεταξύ Ιδέας και ύλης και) το Πρότυπο της φυσικής μορφής.
Η υλική μορφή δεν είναι τίποτα άλλο από την υλοποίηση (μέσω της ζωοποιού ψυχής) της Ιδέας, ξανά και ξανά στον κόσμο της υλικής πολλαπλότητας, που είναι ατελής και παροδικός, κι αυτός κι οι μορφές του.
Ο Ορφέας λειτούργησε, μετά την Αντίληψη του Ανοιχτού Χάους στο Κέντρο της Ύπαρξής του, μετά το Βίωμα της Θεϊκής Ουσίας, σαν Οραματιστής, βλέποντας να Ξεδιπλώνεται μπροστά του το Πανόραμα της Ύπαρξης. Άλλοι πριν από αυτόν είχαν ανοίξει τον Δρόμο, είχαν αναφερθεί στην Ουσία του Κόσμου, κι είχαν περιγράψει τα Σύμβολά του. Ο Ορφέας μπόρεσε όλα αυτά να τα Συνθέσει σε Μια Εικόνα, σε μια Ενιαία Θεωρία, βάζοντας έτσι τα Θεμέλια της Θεολογίας.
Κατανοώντας  (ο Ορφέας) ότι η Σχέση της Ουσίας με τον Άνθρωπο είναι Δεδομένη (η Ίδια Ουσία) μπορούσε όχι μόνο να συμπεράνει την Εξέλιξη και τον Προορισμό του ανθρώπου αλλά και να βυθομετρήσει τις δυνατότητες του ανθρώπου, να στερεώσει τις Βαθμίδες που Οδηγούν στον Θεό, μέσω της Περισυλλογής και της Έκστασης και να περιγράψει με ακρίβεια την Οδό της Μύησης και την Μυητική Διαδικασία που μετουσιώνει τον άνθρωπο σε Θεό.
Η Ουσία και το Περιεχόμενο της Μύησης βρίσκονταν ήδη μέσα στο Μυητικό Βίωμα του Ορφέα, διαγράφονταν ήδη μέσα στο Θεολογικό Όραμά του και οι αντιλήψεις του για τις Μυητικές Βαθμίδες, τα Στάδια της Πνευματικής Εξέλιξης, καθορίζονταν ήδη από την περιγραφή του κόσμου(όπως την ταίριαξε ο Ορφέας μέσα στην αντίληψή του): Το Μεταφυσικό Μηδέν (το Ανοιχτό Χάος, το Άχρονο Θείον) Αγκαλιάζει τους τέσσερις κατώτερους κόσμους, τον Κόσμο του Ενός Παγκόσμιου Πνεύματος, τον Κόσμο του Φωτεινού Νου και των Ιδεών, τον Κόσμο της Ψυχής, και τον Φυσικό Κόσμο. Το Μηδέν και η Κατώτερη Τετρακτύς (κατά τις περιγραφές τον Πυθαγορείων αργότερα) αποτελεί την Ιερή Πεντάδα της Ύπαρξης. Υπάρχει πλήρης αντιστοιχία στα Πέντε Στοιχεία(Αιθέρας, Πνεύμα, Πυρ, Ζωντανό Ύδωρ, Γη) που ανυψώνονται σε Σύμβολα μέσα στην μεταφυσική σκέψη. Η Ανύψωση Ως Τον Θεό δεν μπορεί παρά να έχει Πέντε Βαθμίδες που αντιστοιχούν στην κυριαρχία των κατώτερων στοιχείων του Όντος, και την Τελική Επίτευξη που είναι η Ανάδυσή του στο Άχρονο. Πέντε Βαθμίδες Μύησης παρέδωσε ο Ορφέας στα Μυστήριά του και Πέντε Βαθμίδες Μύησης γνώριζαν οι Μύστες της Ελευσίνας, αιώνες μετά τον Ορφέα, (κι όχι τρεις όπως εσφαλμένα, από έλλειψη στοιχείων κάποιων δήθεν μελετητών υποστηρίζεται). Πως είναι δυνατόν, όταν οι Κόσμοι είναι Πέντε, τα Στοιχεία του Όντος είναι Πέντε, η Εξέλιξη του ανθρώπου, η Μύηση, κι η Ανύψωση Ως Τον Θεό να μην έχει Πέντε Βαθμίδες;
Οποιοσδήποτε (ακόμα και ερασιτέχνης και επιπόλαιος) μελετητής των θρησκειών αντιλαμβάνεται αμέσως ότι η Μυητική Οδός του Ορφέα είναι ανάλογη με εκείνη των άλλων Μεγάλων Μυστών, του Λάο Τσε, του Βούδα, του Ιησού αργότερα. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Όλοι μιλάμε για την Ίδια Φύση, το Ίδιο Ον (τον άνθρωπο), την ίδια σύνθεση, την ίδια εξέλιξη του όντος. Κανείς δεν θα μπορούσε να πει κάτι διαφορετικό. Στην πραγματικότητα (για να μιλήσουμε για τις ανώτερες Βαθμίδες της Μύησης), η περισυλλογή του νου για την οποία μιλάει ο Ορφέας και που αναλύει διεξοδικά ο Πυθαγόρας κι ο Πλάτωνας αργότερα, δεν είναι παρά το Ντυάνα (τα τέσσερα κατώτερα Ντυάνα) του Βούδα. Κι η Έκσταση του Ορφέα που μας οδηγεί βαθμιαία στην Ενότητα του Είναι, περιγράφεται σαν τα Τέσσερα Σαμμαπάτι  από τον Βούδα. Κι όταν ο Ορφέας Αναδύεται μέσα από τον εικονικό κόσμο της δημιουργίας στο Αρχέγονο Χάος του Θεού, τι άλλο είναι αυτό από το Νιρβάνα του Βούδα; (το Αδημιούργητό του); Ακόμα, υπάρχει πλήρης αντιστοιχία στις Μυητικές Βαθμίδες του Ορφέα και το Σύστημα του Πανταζάλι. Η περισυλλογή του νου είναι το σαμπράτζνατα σαμάντι και η Έκσταση είναι ακριβώς το Ασαμπράτζνατα Σαμάντι. Το Άχρονο του Ορφέα είναι το Καϊβαλγία του Πανταζάλι. Ακόμα, οι χριστιανοί μυστικοί, ξεκινώντας από το Κήρυγμα του Ιησού που Βίωνε την Παρουσία του Θεού, και τον Ιωάννη, και μετά τον Ωριγένη και τον Ευάγριο κι άλλους πατέρες, διαμόρφωσαν ανάλογο σύστημα πνευματικής προσευχής με αντίστοιχες βαθμίδες πνευματικής εξέλιξης…
…..
Η Μύηση, με την γενική έννοια του όρου, είναι μια πανάρχαια διαδικασία (πιο σωστά διαδικασίες) που σκοπό έχει να εισάγει τους νέους (ή οποιονδήποτε άλλον) σε μια νέα, πρακτική, κοινωνική, ψυχολογική, η πνευματική πραγματικότητα. Η Μύηση από την εφηβεία στην ωριμότητα, η μύηση στο κυνήγι (ή στο επάγγελμα) είναι πανάρχαια. Δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί η όποια γνώση αλλιώς. Η είσοδος σε μια θρησκευτική ομάδα (Θίασοι στην Αρχαία Ελλάδα)με συγκεκριμένη κοσμοθεωρία και δραστηριότητα είναι μια μύηση. Η φοίτηση στις Αρχαίες Σχολές, σαν την Ακαδημία του Πλάτωνα είναι επίσης μια μύηση. Ακόμα και σήμερα η φοίτηση στα σχολεία είναι μια μύηση (σε μια κατακομματιασμένη γνώση όμως, χωρίς πραγματικό προσανατολισμό).
Η Μύηση, πέρα από τα όποια θεωρητικά στοιχεία έχει (αναγκαστικά), είναι κυρίως μια πρακτική δραστηριότητα που πρέπει να πραγματοποιηθεί και να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα αλλιώς δεν μπορεί να προχωρήσει σε ανώτερα επίπεδα. Η Καθαρά Θρησκευτική Μύηση είναι Εσωτερική ενατένιση της ίδιας μας της Ουσίας, που συνδέεται στα Χαρακτηριστικά της με την Ίδια την Ουσία Του Παντός, της Φύσης, του Κόσμου. Για να φτάσουμε όμως σε αυτή την Πλήρη Αντίληψη της Πραγματικότητας χρειάζεται να περάσουμε από κάποια διαδικασία (αν και στα ανώτερα στρώματα της Ενατένισης κάθε διαδικασία σταματά φαινομενικά κι εισερχόμαστε σε μια Αδιαφοροποίητη Ροή της Αντίληψης). Μια τέτοια πραγματική βιωματική πορεία που μεταμορφώνει τη συνείδηση και την αντίληψη και την δραστηριότητά μας, έχει μια συγκεκριμένη εξέλιξη, διακεκριμένα στάδια και προσδιορισμένες υπαρξιακές καταστάσεις (ξεκινώντας από την απλή συνειδητοποίηση μέσα στον χώρο της ύπαρξης και φτάνοντας με την διεύρυνση της συνείδησης μέχρι το σημείο να Διαλυόμαστε μέσα στο Άπειρο, να Γινόμαστε Αυτό. Η Μύηση σαν Πορεία μέσα από τις διάφορες πνευματικές βαθμίδες συνδέεται όπως είναι φυσικό με την ίδια την Σύνθεση του Όντος, με τον άνθρωπο, με την σύνθεσή του. Με αυτή την έννοια η Μύηση δεν είναι παρά πρακτική εφαρμογή του Μυστικού Βιώματος και του Θεολογικού Οράματος που είναι συνέπειά του.
Ο Ορφέας, έχοντας ο ίδιος Βιώσει το Αρχέγονο Χάος, την Άχρονη Θεότητα, την Πηγή των Πάντων (που οι άνθρωποι στην εποχή του ονόμαζαν Δία, Αυτός που Ήταν, Είναι και Θα Είναι) κι έχοντας κατανοήσει όλη την Διαδικασία της Δημιουργίας μέσω της Θεϊκής Δράσης (που οι άνθρωποι ονομάζουν Θεό και Γιό Του Θεού, Διόνυσο) κι έχοντας εξερευνήσει βιωματικά τους κόσμους κι έχοντας εξαντλήσει κάθε στοχασμό για την ανθρώπινη οντότητα και την εξέλιξή της, ήθελε (όπως όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι) να Μεταδώσει αυτή τη Βιωματική Αλήθεια στους άλλους ανθρώπους, να Μυήσει τον άνθρωπο στην Πραγματικότητα που Βίωνε αυτός ο ίδιος, που είναι το απόσταγμα όλης της θρησκευτικής παράδοσης της εποχής του. Γιατί ο Ορφέας (όπως όλοι οι Μεγάλοι Μύστες) ήταν όχι ένας Πρωτοπόρος αλλά ένας Μεταρρυθμιστής. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανθρωπότητα προχωρά σαν σύνολο, σαν είδος, όχι σαν άτομα, ή σαν κοπάδι (αυτοί που έχουν αυτή την τελευταία εντύπωση είναι εχθροί του ανθρώπου).
Στην Ορφική Αντίληψη υπήρχαν Πέντε Μυήσεις που αντιστοιχούν στους Πέντε Κόσμους ή στα Πέντε Στοιχεία του Όντος, ή στις Πέντε Λειτουργίες της ανθρώπινης ύπαρξης (Θεότητα, Είναι, Νους, Ψυχή, Σώμα).
Όταν ο Ορφέας αποφάσισε να μιλήσει για τον Κόσμο της Θεότητας, δεν το έκανε ούτε θεωρητικά μιλώντας δημόσια (δεν λέγονται αυτά τα πράγματα έτσι), ούτε μαζικά. Εμπιστεύτηκε στην αρχή λίγους ανθρώπους και σιγά-σιγά οργάνωσε τον κύκλο των μυημένων, καθόρισε τις τυπικές διαδικασίες και τις Μυήσεις, τον Χώρο, τον Χρόνο, τις Δραστηριότητες.
Η Μύηση στην Ορφική Θεολογία, ή στην Λατρεία της Αληθινής Θεότητας, ή στην Λατρεία του Διονύσου (όπως κι αν το πούμε είναι το ίδιο) γινόταν από τον ίδιο τον Διδάσκαλο και με παρουσία συνήθως κι άλλων Μυημένων. Ο Μυημένος έμπαινε στον Κύκλο των Μυημένων όπου όλοι ήταν ίσοι κι ο Διδάσκαλος ξεχώριζε τελείως φυσικά με το πραγματικό μεγαλείο, σαν πατέρας και καθοδηγητής κι όχι σαν εξουσιαστής, επιβαλλόταν με την Σοφία του κι όχι με αυθαίρετο ή βίαιο τρόπο (όπως οι κοσμικοί άρχοντες).
Στην Μύηση μεταδίδονταν, πέρα από την Αλήθεια και πρακτικές οδηγίες που έχουν να κάνουν με την διαχείριση της ανθρώπινης ύπαρξης στα διάφορα επίπεδα εκδήλωσης της. Οι πρακτικές οδηγίες δεν αφορούσαν απλά τις εξωτερικές δραστηριότητες, αλλά κυρίως τις εσωτερικές λειτουργίες που τις προκαλούσαν και προπάντων την διαδικασία να απελευθερωθεί η Πραγματική Οντότητα, η Συνείδηση από όλες αυτές τις δραστηριότητες (σωματικές, ψυχικές, νοητικές, πνευματικές), να λύσει τελείως τα τετραπλά δεσμά στους κόσμους και στα διάφορα επίπεδα των κόσμων και να Ανυψωθεί Ως την Θεότητα. Λεπτομερή έκθεση αυτών των πρακτικών οδηγιών θα δώσουμε πιο κάτω (σε επόμενο άρθρο) όταν θα μιλήσουμε για την Ορφική Μύηση. Είναι σίγουρο πως η διαδικασία της Μύησης περιλάμβανε και ιερουργίες και τελετουργίες, χρήση της Μουσικής (που έχει ένα βαθύ μεταφυσικό νόημα), ύμνους προς τον Θεό, αφιερώματα κι εξωτερικές πράξεις, αλλά ποτέ δεν εξαντλειόταν σε όλα αυτά. Καθώς πρόκειται για μια Πρακτική Διαδικασία Προσωπικής Ανάπτυξης (που Οδηγεί στην υπέρβαση του εαυτού στο τέλος της) ο Μύστης έπρεπε να Βιώσει την Αλήθεια και να αποδείξει έμπρακτα τον βαθμό επίτευξής του με την Κατανόησή του και την Δραστηριότητά του. Έπρεπε κάποιος να επιβάλει με την Γνώση του και την Εμπειρία του την παρουσία του μέσα στον Κύκλο των Μυστών, αλλιώς δεν μπορούσε να σταθεί. Ήταν μια δύσκολη υπόθεση αλλά μέσα στις ανθρώπινες δυνατότητες.
Επίσης ο Χρόνος της Μύησης (και της κάθε Μυητικής Βαθμίδας ιδιαίτερα) δεν ήταν αυθαίρετος ούτε τυχαίος. Καθώς η Θεϊκή Δημιουργία θεωρείτο Κύκλος (αφού όλα ξεκινούν Από τον Άχρονο Θεό κι όλα Καταλήγουν Εδώ, στο τέλος της εξέλιξής τους) ο Ορφέας έβλεπε (όπως πολλοί άλλοι πριν από αυτόν και πολλοί σύγχρονοί του) ένα Σύμβολο της Θεϊκής Δημιουργίας στον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης (υπήρχε μια Ιερή Αντιστοιχία, όχι ταύτιση) και «ταύτιζε» σημαντικές Φάσεις της Δημιουργίας με Χρονικές Στιγμές στον Ετήσιο Κύκλο.
Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο (όταν ο Ήλιος στην φαινομενική του κίνηση στην εκλειπτική βρίσκεται στο πιο χαμηλό σημείο και ρίχνει τις ακτίνες του κάθετα στον Τροπικό του Αιγόκερω, σε απόσταση 23° 26′ 22″ νότια, στις 22 Δεκεμβρίου του χριστιανικού ημερολογίου – μιλώντας βέβαια για το Βόρειο Ημισφαίριο τη Γης, γιατί στο Νότιο Ημισφαίριο τα πράγματα γίνονται αντίστροφα) είναι (για τους Ορφικούς) η Πιο Ιερή Στιγμή του Χρόνου, το Α και το Ω, όπου ο Χρόνος διαλύεται στο Τίποτα και Ξαναγεννιέται για να αρχίσει τον Κύκλο του. Έτσι αυτή η Χρονική Στιγμή συνδέθηκε με το Άχρονο και με τον Ζαγρέα (που είναι η Εικόνα Του) κι εκφράστηκε αργότερα στην Δελφική Λατρεία με τις Τελετές του Χειμώνα. Η Χειμερινή Περίοδος ανήκε στον Διόνυσο τον Δημιουργό (που είναι ο Χειμωνιάτικος Ήλιος, ενώ η Θερινή Περίοδος είναι του Απόλλωνα, του Χορηγού της Ζωής (που είναι ο Θερινός Ήλιος). Για τον Ορφέα ο Διόνυσος κι ο Απόλλωνας είναι ο Ίδιος Θεός (μέσα στον Κύκλο της Δημιουργίας, και Συμβολίζεται από τον Ήλιο μέσα στον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης). Αυτό αποδεικνύεται, πέρα από τις μαρτυρίες Ορφικών και φιλοσόφων (σαν τον Αριστοτέλη) από την Δελφική Λατρεία όπου οι Δύο Θεοί Λατρεύονται σαν Όψεις Ενός Θεού, του Ίδιου Θεού. Έτσι σε όσους λένε ότι ο Ορφέας λάτρευε μόνο τον Διόνυσο ή μόνο τον Απόλλωνα απαντάμε ότι Διόνυσος κι Απόλλωνας είναι ο Ίδιος Θεός.
Μέσα σε αυτόν λοιπόν τον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης που καθορίζεται από την κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο και γύρω από τον εαυτό της οι πιο σημαντικές Στιγμές του Χρόνου είναι τα Ηλιοστάσια και οι Ισημερίες. Γνωρίζουμε βεβαίως (σήμερα) ότι το φαινόμενο των Εποχών οφείλεται στην κίνηση της γης γύρω από τον Ήλιο και στην κλίση του άξονα της γης. Αλλά ακόμα και σήμερα (κι έτσι θα είναι πάντα) αντιλαμβανόμαστε ότι εμείς είμαστε ακίνητοι στη γη κι ότι ο ήλιος κινείται γύρω από τη γη διαγράφοντας ένα πλήρη κύκλο στην διάρκεια ενός εικοσιτετράωρου. Αυτή η κυκλική τροχιά είναι η εκλειπτική, που όμως δεν είναι σταθερή αλλά (λόγω της ετήσιας κίνησης της γης γύρω από τον ήλιο μετατοπίζεται κάθε μέρα του έτους από λίγο (σαν ένας νοητός κύκλος γύρω από την νοητή διάμετρο των ισημεριών ή αλλιώς μια διάμετρο που ενώνει δύο σημεία του γήινου ισημερινού που προεκτείνονται στην φαινομενική εκλειπτική).
Και για να το εξηγήσουμε πιο απλά και πιο αναλυτικά: Στις 22 Δεκεμβρίου του χριστιανικού ημερολογίου (για να καταλάβουν όσοι χρησιμοποιούν αυτό το ημερολόγιο) ο νοητός κύκλος της εκλειπτικής ή αλλιώς η περιφέρεια του νοητού δίσκου στον οποίο κινείται ο Ήλιος (δηλαδή ο δίσκος πάνω στον οποίο κινείται στην πραγματικότητα η γη) και ο δίσκος που ταυτίζεται με τον ισημερινό της γη, του οποίου η νοητή προέκταση είναι ο ουράνιος ισημερινός έχουν διαφορά 23° 26′ 22″ με την εκλειπτική να είναι χαμηλότερα του ισημερινού (νότια). Αυτή την Χρονική Στιγμή οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν κάθετα στον Τροπικό του Αιγόκερω (δηλαδή οι κάτοικοι του Τροπικού του Αιγόκερω βλέπουν τον Ήλιο το μεσημέρι κατακόρυφα από πάνω τους - στο Ζενίθ του Ουράνιου Θόλου)… Κάθε μέρα που περνάει (λόγω της πραγματικής κίνησης της γης γύρω από τον ήλιο) ο νοητός κύκλος της εκλειπτικής ή ο δίσκος στην περιφέρεια του οποίου κινείται ο Ήλιος ανυψώνεται (προς το Βορά) και πλησιάζει τον Ισημερινό (τον πραγματικό της γης και την προέκτασή του τον ουράνιο ισημερινό στον Ουράνιο Θόλο). Ακριβώς στις 21,22 του Μάρτη του χριστιανικού ημερολογίου ο δίσκος της εκλειπτικής ταυτίζεται με τον δίσκο του Ισημερινού, δηλαδή η απόκλιση είναι 0°. Τότε ο Ήλιος φωτίζει εξίσου το Βόρειο και το Νότιο Ημισφαίριο της Γης κι έχουμε την Εαρινή Ισημερία (ίση μέρα ίση νύχτα). Αυτή την Χρονική στιγμή οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν κάθετα στον Ισημερινό (δηλαδή οι κάτοικοι του Ισημερινού βλέπουν τον Ήλιο το μεσημέρι κατακόρυφα από πάνω τους – στο Ζενίθ του Ουράνιου Θόλου)… Στην συνέχεια ο δίσκος της εκλειπτικής (συνεχίζοντας προς το Βορά) υπερβαίνει τον Ισημερινό και φτάνει στο ανώτερο σημείο στις 22 του Ιουνίου του χριστιανικού ημερολογίου και οι δύο δίσκοι της εκλειπτικής και του Ισημερινού έχουν τώρα απόκλιση 23° 26′ 22″ με την εκλειπτική να είναι τώρα ψηλότερα του Ισημερινού (βόρεια). Αυτή την Χρονική Στιγμή οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν κάθετα στον Τροπικό του Καρκίνου (δηλαδή οι κάτοικοι του Τροπικού του Καρκίνου βλέπουν τον Ήλιο το μεσημέρι κατακόρυφα από πάνω τους - στο Ζενίθ του Ουράνιου Θόλου)… Μετά ο δίσκος της Εκλειπτικής αρχίζει να χαμηλώνει προς τον Ισημερινό και στις 22 του Σεπτέμβρη του χριστιανικού ημερολογίου, όταν η απόκλιση γίνεται πάλι 0° οι δύο δίσκοι ταυτίζονται κι έχουμε την Φθινοπωρινή Ισημερία ). Αυτή την Χρονική στιγμή οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν πάλι κάθετα στον Ισημερινό (δηλαδή οι κάτοικοι του Ισημερινού βλέπουν ξανά τον Ήλιο το μεσημέρι κατακόρυφα από πάνω τους – στο Ζενίθ του Ουράνιου Θόλου)… Μετά ο δίσκος της Εκλειπτικής απομακρύνεται πάλι, χαμηλώνει για να φτάσει πάλι στο χαμηλότερο σημείο και στην μεγαλύτερη απόκλιση (νότια) στις 22 Δεκεμβρίου του χριστιανικού ημερολογίου…  Όλα αυτά που περιγράφουμε τα αντιλαμβάνεται ο κάτοικος του Βορείου Ημισφαιρίου. Στο Νότιο Ημισφαίριο τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Όσοι κατοικούν ανάμεσα στον Τροπικό του Καρκίνου και το Τροπικό του Αιγόκερω βλέπουν δύο φορές τον Ήλιο στο Ζενίθ του τόπου τους. Όσοι κατοικούν βόρια του Τροπικού του Καρκίνου και νότια του Τροπικού του Αιγόκερω  δεν βλέπουν ποτέ τον Ήλιο στο Ζενίθ, αλλά τον βλέπουν τόσο πιο ψηλά (μια φορά το χρόνο, στο θέρος τους) όσο πιο κοντά είναι προς τον Ισημερινό. Όσο ανεβαίνουμε προς τους πόλους τα πράγματα αλλάζουν. Στον Βόρειο Πόλο τον Χειμώνα, μετά τον Αρκτικό Κύκλο σε πλάτος 66° 33΄ 38΄΄, λόγω της κλίσης του άξονα της γης η περιοχή δεν φωτίζεται για έξη μήνες κι ακριβέστερα είναι σούρουπο και μόνο στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο ο Ήλιος, στο Βόρειο Πόλο, χάνεται τελείως, (ενώ το αντίστροφο συμβαίνει στο Νότιο Πόλο μετά τον Ανταρκτικό Κύκλο, σε νότιο πλάτος 66° 33΄ 38΄΄, στον Νότιο Πόλο ). Μετά, το Θέρος (για το Βόρειο Ημισφαίριο (πάλι λόγω της κλίσης του άξονα της γης ) η περιοχή φωτίζεται για έξη μήνες (ενώ το αντίστροφο συμβαίνει στο Νότιο Πόλο).
Όλα αυτά που περιγράψαμε συμβαίνουν λόγω ακριβώς της κίνησης της γης γύρω από τον Ήλιο και λόγω της απόκλισης του άξονα της γης σε σχέση με τον δίσκο πάνω στον οποίο κινείται στην πραγματικότητα, ενώ οι κινήσεις του Ηλίου στην διάρκεια της Ημέρας και του Έτους είναι φαινομενικές. Παρ’ όλα αυτά αυτές οι κινήσεις έχουν μεγάλη σημασία για την ζωή των ανθρώπων, σε καθημερινή και ετήσια βάση, και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκαν όχι μόνο από τους απλούς ανθρώπους αλλά και από τους πνευματικούς και θρησκευτικούς ηγέτες, κυριολεκτικά και Συμβολικά.
Ο Ορφέας (και οι Ορφικοί) τοποθέτησαν λοιπόν γι’ αυτούς τους λόγους τις Μυήσεις σε σχέση με αυτές τις σημαντικές Χρονικές Στιγμές (Ηλιοστάσια και Ισημερίες):
Η Περίοδος μετά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο είναι κατάλληλη για να δοθεί η Πρώτη Μύηση που αφορά την γέννηση, τον ερχομό στον κόσμο και την αίσθηση της ζωής. Η Πρώτη Μύηση αφορά (όπως είπαμε και πιο πάνω) όχι μόνο την ορθή διευθέτηση της εξωτερικής δραστηριότητας, αλλά κυρίως τον έλεγχο της λειτουργίας της Συνείδησης σε σχέση με το σώμα, που θα προετοιμάσει την Λύση των δεσμών με το σώμα. Τότε τοποθετούνται και οι Γιορτές της Άνοιξης.
Η Περίοδος μετά την Εαρινή Ισημερία είναι κατάλληλη για να δοθεί η Δεύτερη Μύηση που αφορά την διαχείριση των ψυχικών λειτουργιών (αλλά κυρίως πως συνδέεται η Ψυχή με το σώμα και πως ελέγχεται και λύεται αυτός ο δεσμός). Η παράδοση αυτή ακολουθείται ακόμα πολλούς αιώνες μετά στην Ελευσίνα (αφού την άνοιξη τελούνται τα Μυστήρια της Περσεφόνης στην Αθήνα με εποπτεία της Ελευσίνας).
Η Περίοδος μετά το Θερινό Ηλιοστάσιο που στέκει σαν σύμβολο απέναντι στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο κι είναι η Ιερή Στιγμή της Πληρότητας της Φύσης, του ανθρώπου, της εξέλιξης, η Στιγμή που αρχίζει η Αιώνια Επιστροφή θεωρήθηκε κατάλληλη για να δοθεί η Τρίτη Μύηση που αφορά την Περισυλλογή του νου από τον κόσμο και την στροφή προς τα Έσω, προς τον Αόρατο Κόσμο της Θεότητας.
Η Περίοδος μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία θεωρήθηκε ώριμη για να μυηθεί ο άνθρωπος στην Έκσταση, δηλαδή στην υπέρβαση της σκεπτοδιαδικασίας και στην διεύρυνση της Συνείδησης μέχρι τον Άπειρο Θεό. Οδηγός εδώ είναι ο Ίδιος ο Θεός με το Όνομα του Βάκχου. Αυτή την Περίοδο γίνονται κι αργότερα τον Δεκέμβριο οι Χειμερινές Γιορτές από τις μαινάδες του Παρνασσού.
Κοντά στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο (κι ουσιαστικά έξω από την ροή του χρόνου) ο Ορφέας τοποθέτησε την πιο Ιερή Στιγμή στην εξέλιξη του ανθρώπου, την Ολοκληρωτική Απορρόφηση της οντότητας στο Θεό. Τότε δίνονταν η Πέμπτη Μύηση, αν και  ελάχιστοι είναι ακόμα και σήμερα αυτοί που μπορούν να δεχτούν την Πλήρη Αποκάλυψη της Αλήθειας.΄
Έτσι σοφά τοποθετήθηκαν οι Πέντε Μυήσεις στην διάρκεια του Φυσικού Έτους και η εξέλιξη της φύσης συνδέθηκε με την εξέλιξη του ανθρώπου για να θυμίζει στον άνθρωπο ότι Προέρχεται από τον Θεό και στον Θεό Καταλήγει. Ταυτόχρονα καθιερώθηκαν κάποιες γιορτές που συνδέονται τόσο με τον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης, όσο και με την εξέλιξη του ανθρώπου και τις Μυήσεις. Επίσης αφομοιώθηκαν Διονυσιακές Γιορτές, ακόμα και λαϊκές γιορτές που σχετίζονται με την ζωή των ανθρώπων.
Για το ουσιαστικό περιεχόμενο της Μύησης (ή των Πέντε Μυήσεων) θα μιλήσουμε αναλυτικά σε επόμενο άρθρο.
Σε Ιερουργικό και τελετουργικό επίπεδο κάθε θρησκευτική, μυητική, η ευχαριστήρια δραστηριότητα εκφράζεται σε πέντε επίπεδα:
Στο Θεό αντιστοιχεί και αναφέρεται το ουσιαστικό περιεχόμενο κάθε δραστηριότητας.
Στην Πνευματική Ενότητα αντιστοιχεί η Μουσική, που θεωρείται Θεϊκή Τέχνη. Η Μουσική είναι Αρμονία που συμπλέκει όχι ισότητες αλλά ανισότητες για να δημιουργήσει ένα στέρεο και ολοκληρωμένο σύνολο: μια Ενότητα. Ο Ορφέας όχι μόνο ήταν Μεγάλος Μουσικός αλλά χρησιμοποίησε επίσης την Μουσική στην Λατρεία και όχι μόνον.
Στο Νου αντιστοιχεί το άναμμα της Τελετουργικής Φωτιάς που Φανερώνει την Πραγματικότητα κι ο Ιερός Λόγος Που ονοματίζει τα πράγματα,  (Η πιο υψηλή μορφή του Ιερού Λόγου είναι ο Ύμνος Προς Τον Θεό).
Στην Ψυχή αντιστοιχούν τα άνθη της προσφοράς. Τα άνθη είναι τα άνθη της ζωής, κάτι πολύτιμο, πραγματικά άνθη, καρποί, ζώο, ή κάτι άλλο.
Τέλος στο Σώμα αντιστοιχούν τα «άδεια χέρια της προσευχής».
Αυτές είναι οι Πέντε Ιερές Προσφορές: Η Ουσία της Δραστηριότητας, η Μουσική, η Φωτιά και οι Ύμνοι, τα Άνθη, και η στάση ή η κίνηση της προσευχής. Βεβαίως ανάλογα το επίπεδο της Μύησης άλλαζε όχι μόνο το Ουσιαστικό περιεχόμενο της Δραστηριότητας αλλά και τα άλλα στοιχεία, η Μουσική κλπ. για να προσαρμοστούν στις συγκεκριμένες συνθήκες. Πάντως σε όλες τις Μυήσεις γινόταν χρήση αυτών των ιερών προσφορών, δεν υπήρχε ιερουργία ή τελετουργική πράξη που να μην είχε αυτά τα πέντε στοιχεία.
…..
Στην Ακρόπολη των Λειβήθρων όπου υπήρχε Πανάρχαιος Ναός  (γιατί πάντα οι άνθρωποι ήταν θρησκευόμενοι) ο Ορφέας (χρησιμοποιώντας τον Ναό που υπήρχε ή βελτιώνοντάς τον, δεν γνωρίζουμε ακριβώς) Εγκαθίδρυσε το Τελεστήριο των Μυστηρίων του. Μετά τον θάνατο του Ορφέα έγινε Ναός Λατρείας του, μέχρι την φυσική καταστροφή του πολύ αργότερα από πλημμύρα.


Η Ακρόπολη των Λειβήθρων στις παρυφές του Ολύμπου, σήμερα. Εδώ βρισκόταν πριν 29 αιώνες το Ιερό Τελεστήριο του Ορφέα, όπου Τελέσθηκαν για πρώτη φορά τα Ορφικά Μυστήρια. Η Πόλη των Λειβήθρων βρίσκονταν Β., ΒΔ. της Ακρόπολης.
Το Περιεχόμενο της Μύησης (των Πέντε Μυήσεων) θα αναλυθεί, όπως είπαμε σε επόμενο άρθρο (Η Ορφική Μύηση).
Τα Ορφικά Μυστήρια όπως Καθιερώθηκαν από τον Ορφέα και διατηρήθηκαν μετά από μοναχικούς ορφικούς μύστες ή αργότερα σε Ορφικούς Θιάσους, μεταδόθηκαν σαν Ιερή Αποκάλυψη και επηρέασαν βαθιά τόσο την Δελφική Λατρεία όσο και την Ελευσίνια Θεολογία αλλά μολονότι η φήμη του Ορφέα σαν Μεγάλου Μύστη και Θεολόγου εξαπλωνόταν στην Ιστορία και στην κοινωνία των ανθρώπων, ποτέ δεν εξηγήθηκαν τόσο καλά όσο την εποχή που ζούσε ο Ορφέας πάνω στη γη. Από άποψη Περιεχομένου, Οργάνωσης και Πρακτικής Χρησιμότητας τα Ορφικά Μυστήρια είναι κάτι πολύ ανώτερο από όσα διατήρησαν και δίδαξαν μετά οι άνθρωποι. Έτσι σιγά-σιγά η Γνώση διαλύθηκε μέσα στην Ιστορία μέχρι σήμερα, που ανιχνεύουμε τα ίχνη της (και πρέπει να κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να Ανασυνθέσουμε τη Διδασκαλία του Ορφέα). Και μολονότι ο Ορφέας όχι μόνο υπήρξε Πραγματικό Πρόσωπο και Μεγάλος Διδάσκαλος που Δίδαξε και άφησε Ίχνη της Διδασκαλίας του, σήμερα, όταν μιλάμε για τον Ορφέα και την Διδασκαλία του πολλοί μας ακούνε με δυσπιστία κι ας λέμε λίγα σε σύγκριση με αυτά που έχουμε διερευνήσει και γνωρίζουμε, αφού τα έχουμε υποβάλει σε αυστηρό έλεγχο για να μην περάσουμε από την αντικειμενική ιστορία στον χώρο της φαντασίας και του μύθου.
Δυστυχώς οι σημερινοί Έλληνες μετά από τόσους αιώνες σκλαβιάς (στους Έλληνες Μακεδόνες, στους Ρωμαίους, στους Βυζαντινούς, στους Οθωμανούς, και σήμερα στους Ευρωπαίους Simian) έχουν χάσει κάθε επαφή με τις ιστορικές ρίζες τους, με την ιδεολογία των προγόνων τους και με την παλιά αντίληψη της Πραγματικότητας που είναι η Αιώνια Αλήθεια. Έχουν καταντήσει λαθρεπιβάτες της Ιστορίας.
.....
Να σημειώσουμε τέλος, κλείνοντας το άρθρο, ότι κατά την Αντίληψη του Ορφέα ο Άχρονος Θεός που Γεννά τον Δημιουργό και την δημιουργία και τον άνθρωπο και την φύση, τα Αγκαλιάζει όλα και τα αποδέχεται όλα, και την Θεϊκή και την ανθρώπινη (προσωρινή) κατάσταση, Εντάσσοντάς τα όλα στον Κύκλο της Εξέλιξης.
Ο Ορφέας, αν και ανυψώθηκε Ως το Θείο Είναι (τον Θεό Διόνυσο) και το Άχρονο και Διεύρυνε την Αντίληψή του μέχρι το Άπειρο, δεν υπήρξε ποτέ ένας απομονωμένος μυστικιστής που απορρίπτει τον κόσμο. Το αντίθετο. Αποδέχεται την ζωή και τον κόσμο και μάλιστα τα τιμά. Πως όμως; Με Οδηγό την Ιερή Γνώση εντάσσει την ζωή μέσα στον Κύκλο της Θείας Εξέλιξης και την μετουσιώνει σε μια Πορεία από τον Θεό στην ζωή, στον κόσμο και πάλι πίσω στον Θεό. Έτσι όλα βρίσκουν την θέση τους. Ο άνθρωπος οφείλει να ζήσει την ζωή με Γνώση και πάλι με Γνώση οφείλει, όταν έρθει η ώρα, να εγκαταλείψει την ζωή, για να Επιστρέψει στην Πηγή του. Ο Ορφέας δεν υπήρξε ποτέ εχθρός της ζωής και του κόσμου και του σώματος, όπως (εσφαλμένα) λένε μερικοί ανόητοι. Κι αν θεωρεί το σώμα τάφο της ψυχής (όπως δίδασκε κι ο Πυθαγόρας κι ο Πλάτωνας, αργότερα) αυτό γινόταν μόνο όταν ο άνθρωπος λησμονούσε τελείως την Θεϊκή Προέλευσή του και έχανε τον Αιώνιο Προορισμό του, που είναι να Επιστρέψει στο Θεό του.
Αυτός είναι ο λόγος (αυτή η αντίληψη) που ο Ορφέας όχι μόνο τιμούσε τον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης και τα Ηλιοστάσια και τις Ισημερίες στα οποία βρήκε τα σημάδια της Θεϊκής Εξέλιξης αλλά και αποδεχόταν πλήρως την εξωτερική Διονυσιακή Λατρεία σαν ένα ακόμα τρόπο προσέγγισης του Θεού και Καθόρισε Γιορτές του Χειμώνα, της Άνοιξης, του Θέρους και του Φθινοπώρου, Γιορτές που έγιναν μετά Πρότυπες που καθιερώθηκαν επίσημα στην Κλασσική Αθήνα.
Ο Ορφέας υπήρξε ένας Ολοκληρωμένος Άνθρωπος που Βίωνε όλες τις βαθμίδες εξέλιξης του ανθρώπου, κάθε χρόνο (μέσα στον ετήσιο κύκλο), σε όλη του την ζωή, διδάσκοντας τους ανθρώπους να ζουν κι αυτοί ολοκληρωτικά, ολόκληρη την διαδρομή, από τον Θεό (από την γέννηση)στην ολοκλήρωση στη ζωή μέσα στον κόσμο, κι από την ζωή στον κόσμο (μέσω της Μύησης) πίσω στον Θεό. Μόνο όταν ο άνθρωπος έκανε όλη την διαδρομή μπορούσε να είναι ολοκληρωμένος. Όπως και να έχει αυτοί που ακολουθούσαν αυτόν τον δρόμο της Εξέλιξης ήταν πιο πολλοί στην Αρχαία Εποχή παρά σήμερα στον «πολιτισμένο κόσμο».
Ο Ορφέας δεν λάτρευε μόνο τον Άχρονο Δία, δεν λάτρευε μόνο τον Ζαγρέα του Χειμώνα, αλλά και τον Διόνυσο της Άνοιξης και τον Απόλλωνα του Θέρους, και τον Βάκχο του Φθινοπώρου. Λάτρευε τον Θεό σε κάθε Όψη Του, ζούσε την ζωή σε κάθε εκδήλωσή της μέσα στο Φως της Γνώσης, πάνω στην Οδό της Αρετής, στην Αιώνια Κατοικία της Πλήρους Εκπλήρωσης κάθε Προορισμού.
Αυτός ήταν ο Ορφέας! Πώς να μην νοιώσεις όχι σεβασμό αλλά δέος, για ένα Τόσο Μεγάλο Άνθρωπο; Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε ταπεινοί μαθητές του.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 17. The Silent Sovereignty: A Meditation on the Invisible Throne
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 17. Anger
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 11-15 / 3.The Path Beyond Action: A Journey to the Luminous Self
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 2. The Unbidden Grace: A Meditation on the Pathless Path
Monday, 24 November, 2025

2. The Unbidden Grace: A Meditation on the Pathless Path

 

In the vast cathedral of human longing, where countless souls have knelt before altars both visible and invisible, there exists a threshold that cannot be crossed by willing, a door that opens only when no hand reaches for its latch. This is the paradox that lies at the heart of true meditation—that most elusive of spiritual graces which arrives not as reward for discipline, but as spontaneous benediction in moments when the seeker has ceased all seeking.

The mystics of every age have circled this mystery like moths drawn to a flame they cannot touch without dissolving. They have spoken of it in whispers and in songs, in the silences between prayers and in the sudden arrests of breath when the veil momentarily parts. Yet what they describe defies the architecture of human endeavor, for it is a movement that belongs to no mover, a song that has no singer, a presence that fills only the space emptied of all presence.

The Illusion of Method

Consider the earnest pilgrim who rises before dawn, who arranges cushions just so, who lights incense and assumes the prescribed posture, believing that through repetition and dedication, through the accumulation of minutes and hours logged in stillness, the divine will be somehow obligated to appear. How touching is this faith in transaction, this belief that the Infinite operates according to the logic of commerce—so much discipline traded for so much enlightenment, so many prayers exchanged for so many moments of grace.

But the sacred does not keep accounts. It cannot be summoned by ritual, however beautifully performed, nor compelled by sincerity, however profound. The very notion that one can "practice meditation" as one might practice scales upon a piano reveals a fundamental misunderstanding of the nature of what is sought. For meditation, in its truest sense, is not a technique to be mastered but a flowering that occurs when all techniques have been abandoned, when the practitioner himself has vanished like morning mist before the sun.

The scheduled appointment with the divine—twenty minutes in the morning, thirty minutes in the evening—this represents perhaps the most subtle form of spiritual materialism, the ego's last desperate attempt to colonize even that territory where it cannot exist. To set aside a "period for meditation" is already to have missed the essential point, for in doing so one creates a boundary between the sacred and the mundane, between the time when one is "meditating" and the time when one is merely living. But the truth moves like underground water, flowing beneath all such artificial distinctions, recognizing no sabbath separate from ordinary days, no temple more holy than the common ground beneath one's feet.

The Heart's Impossible Opening

The teachers speak of opening the heart, and their students dutifully set about trying to pry open that most intimate chamber, using the crowbar of concentration or the key of visualization. They imagine the heart as a locked box containing treasures, and they labor to find the right combination, the correct mantra, the perfect breathing technique that will spring the latch and reveal the jewels within.

But the heart that opens to the divine does not open through effort. It is not a door that swings on hinges installed by the will, not a flower that can be forced to bloom by tugging at its petals. The opening spoken of by those who have glimpsed beyond the veil is of an entirely different order—not an action but a cessation, not a doing but an undoing, not an opening but a dissolution of all that has kept it closed.

When the heart is described as being "as open as the skies without a cloud," this is no mere poetic flourish but a precise description of a state that cannot be manufactured. The sky does not open; it is openness itself. It does not contain space; it is space, unbounded and without circumference. Similarly, the heart that knows the touch of the sacred has ceased to be a container and has become instead a vast expanse in which all things arise and dissolve without leaving trace or memory.

The intellect, that faithful servant which has served us so well in navigating the world of objects and causes, of problems and solutions, finds itself utterly defeated before this threshold. It can catalog experiences, can create elaborate maps of spiritual territories, can construct intricate philosophies of transcendence. But it cannot think its way into that which lies beyond all thinking. The intellect can make the heart safe, can build walls of concept and doctrine around it, can install security systems of belief and dogma. Yet in doing so, it ensures that the heart remains forever closed to that which arrives only in absolute vulnerability, in the nakedness that comes when all defenses have crumbled.

The Coming of the Uncalled

There are moments—and they arrive without announcement, without herald or preparation—when the membrane between worlds grows suddenly thin. Perhaps it happens while washing dishes, hands deep in soapy water, when the play of light on bubbles arrests all thought. Perhaps it occurs while walking down a familiar street, when something in the quality of the afternoon light stops the heart mid-beat. Perhaps it comes in the depths of sorrow, when grief has scoured the soul clean of all pretense.

In such moments, what has always been present but unseen reveals itself, not as something new that has arrived but as that which has never been absent. This is the benediction that comes when it is least expected, when no one is waiting for it, when the mind has finally exhausted itself with seeking and has collapsed into a stillness not achieved but discovered, not created but stumbled upon.

This grace recognizes no merit system. It does not come more readily to the disciplined than to the wayward, to the virtuous than to the broken, to the believer than to the doubter. Indeed, there is a strange democracy in its distribution, for it seems to favor those moments when the carefully constructed identity has momentarily failed, when the story one tells about oneself has been interrupted, when the guardian at the gate of self has fallen asleep at his post.

The one who systematizes their life, who follows carefully prescribed routines of morality and practice, may find that these very structures become obstacles, walls behind which they shelter from the wild wind of the sacred. For that which they seek is not tame, not domesticated, not contained within any system however sophisticated or time-honored. It blows where it will, this wind from unknown shores, and it cannot be channeled or directed by human intention.

The Poverty of Possession

How desperately the spiritual seeker wishes to capture what has been glimpsed, to hold it close, to make it permanent. Having tasted once the nectar of transcendence, the mind immediately begins its work of preservation, seeking to guard this treasure, to worship it, to build a shrine around it. But in this very grasping, the thing grasped vanishes like water squeezed between fingers.

The meditation that is meditation—the neverending movement that the mystics speak of in hushed tones—cannot be possessed because it is not a thing. It is more like a breeze that blows through an open window, refreshing the stale air of self-concern, bringing with it the scent of impossible distances. The moment one reaches to capture it, to hold it still, to make it one's own, it is already gone, and what remains is only memory, only the ghost of presence, only the ache of absence.

This is why the spiritual traditions speak so often in negatives, in renunciations, in lettings-go. Not because they are life-denying or pessimistic, but because they have discovered through centuries of exploration that the sacred reveals itself only in the space created by relinquishment. Every attempt to grasp, to keep, to worship what has been experienced in moments of opening serves only to ensure that it will "never come again." No matter what techniques are employed, what austerities undertaken, what prayers offered—if these are done in the hope of commanding or controlling the visitation of grace, they become obstacles rather than aids.

The beauty of this meditation, when it flowers unexpectedly in the prepared ground of an unguarded moment, is not the beauty of the one who experiences it. This is a crucial distinction that the ego finds almost impossible to accept. For the ego wishes to claim ownership, to say "I am meditating," "I have achieved enlightenment," "I possess spiritual insight." But in the genuine moment of transcendence, there is no "I" to make such claims. The beauty belongs to the meditation itself, not to the meditator. The light that shines is not the light of any individual soul but the light that illuminates all souls, the uncreated light that exists prior to and independent of any observer.

To this beauty, nothing can be added. It is complete in itself, perfect in itself, requiring no enhancement or improvement. The mind wishes to elaborate, to embellish, to build upon the foundation of a genuine insight, creating vast edifices of interpretation and meaning. But all such additions are subtractions from the pure simplicity of what is. They are like paintings hung in front of a window, obscuring the view they purport to enhance.

The Vigil That Defeats Itself

The spiritual seeker stations himself by the window of consciousness, watching, waiting, hoping to catch the approach of the divine. He sits in darkened rooms, cultivating silence, creating optimal conditions for the arrival of grace. He monitors his thoughts, his breathing, his posture, believing that through vigilance he can remain ready for the moment of breakthrough.

But this very watching is what prevents the seeing. The one who looks "hoping to catch it unawares" has already defeated his purpose, for in hoping he has created a separation between himself and what he hopes for. He has positioned himself as subject looking for object, as seeker pursuing goal, as one who lacks attempting to fill that lack. And in this duality, the non-dual reality that he seeks remains forever beyond reach.

The meditation that is described here—the neverending movement—comes "only when you are not there at all." This is not a metaphorical absence but a literal one. Not the absence of the body or even the quieting of mental chatter, but the absence of the one who claims to be meditating, the absence of the entity who seeks, who hopes, who waits. When that absence is complete, when there is truly no one left to receive the benediction, then the benediction floods in like sunlight through an open door.

This is the supreme paradox that confounds all spiritual ambition: the seeker can never find what is sought, because the seeker himself is the obstacle. Yet the seeker cannot deliberately eliminate himself through an act of will, for such an act would only reinforce the illusion of a self that acts. The dissolution of the seeker happens not through doing but through seeing—through the sudden recognition that the seeker has never existed as a separate entity, that the search itself has been a dream, that what was sought has never been absent.

The Discontinuous Bliss

We are conditioned to think of spiritual attainment as something that, once achieved, becomes a permanent possession. Enlightenment is imagined as a state that, once entered, continues without interruption. But the bliss spoken of here—the bliss that comes with the meditation that is meditation—has "no continuity." It cannot be sustained or maintained. It comes and goes according to no law that the human mind can discern.

This discontinuity is not a flaw but an essential feature of the experience. For if such bliss were continuous, the mind would quickly adapt to it, would categorize it, would make it ordinary. The very fact that it comes and goes, that it cannot be predicted or controlled, keeps it forever fresh, forever new, forever capable of shattering the calcified structures of self-knowing.

There is a profound humility in accepting this discontinuity. It means relinquishing the desire for spiritual security, the wish to achieve a state from which one can never fall. It means living with radical uncertainty, never knowing when the veil will part, never able to guarantee that what has been glimpsed once will ever be glimpsed again. This uncertainty keeps the heart tender, keeps the soul malleable, prevents the fossilization that comes from believing one has arrived at a final destination.

The mystics of various traditions have noted this same characteristic. The divine presence, they report, comes and goes like a mysterious guest who arrives without invitation and departs without explanation. All the soul can do is remain in a state of readiness that is not readiness, of waiting that is not waiting, of openness that does not strain to be open. It is the readiness of a field that has been plowed and planted but that cannot make the seed germinate or the rain fall. All the necessary preparation has been done, and now there is nothing left but to continue with ordinary life, without anticipation, without agenda.

The Negation of Importance

Perhaps the most devastating realization for the spiritual aspirant is this: "In meditation, you are not important, you have no place in it." Everything in the human psyche rebels against this truth. For are we not taught from birth to make something of ourselves, to be important, to matter? And does not the spiritual path seem to promise the ultimate importance—becoming enlightened, becoming realized, becoming one with the Divine?

But this promise is a seduction, a trap baited with the ego's own desires. The genuine meditation, the real opening to transcendence, requires the complete abandonment of personal importance. Not a false humility that secretly believes itself important for being so humble, but a genuine vanishing, a dissolution of the point of view that says "I am here, and I am experiencing something significant."

When the sacred reveals itself—and it does so only in moments when the guardian of personal identity has absented himself—there is simply the revelation, without anyone to whom it is revealed. There is seeing without a seer, knowing without a knower, experiencing without an experiencer. This is why the great mystics, when they return from their encounters with the Infinite, often find themselves at a loss for words. How can one describe an experience in which the experiencer was absent? Who is there to report on what occurred when no one was there to witness it?

This absence of the personal is not a loss but the most profound liberation. For the burden of maintaining the story of "me"—of my spiritual progress, my achievements, my failures, my questions, my insights—is finally set down. In its place comes a lightness, an ease, a sense of moving with rather than against the current of existence.

The Return to Wonder

What remains, then, for one who has understood this paradox? If meditation cannot be practiced, if the heart cannot be forced open, if the divine cannot be summoned, if the self must be absent for truth to reveal itself—what is to be done?

Perhaps the answer is nothing. Or rather, the answer is to live without the burden of spiritual ambition, to move through the world without the constant self-monitoring that asks "Am I making progress? Am I getting closer? Am I more enlightened than I was yesterday?" The meditation that is meditation happens of itself when the conditions are right, just as flowers bloom when spring arrives, not because they have practiced blooming but because it is their nature to respond to warmth and light.

The invitation, if invitation it can be called, is to return to wonder—not the wonder of the child who has never questioned, but the second wonder, the deeper wonder, that comes after all questions have been exhausted and found wanting. It is the wonder that arises when the mind finally admits defeat in its attempt to grasp the mystery of existence, when it recognizes that the most profound truths cannot be thought but only lived, cannot be understood but only surrendered to.

This wonder does not strain to see beyond the veil but discovers the sacred in what is immediately present—in the weight of the body, in the rhythm of the breath, in the passing of clouds across an autumn sky. It does not seek extraordinary experiences but finds the extraordinary in the ordinary, not through any technique or practice but through a simplicity of attention that comes when attention is no longer directed by agenda or purpose.

The Silence That Sings

In the end—though there is no end to this neverending movement—what remains is a kind of silence. Not the silence of an empty room or the silence between sounds, but the silence that exists prior to and beneath all sound, the silence from which music emerges and to which it returns. This silence is not the absence of something but the fullness of everything, the pregnant void that contains all possibilities without manifesting any.

It is the silence of the heart that has finally stopped its clamoring, its demanding, its negotiating with the Divine. It is the silence that comes when all questions have dissolved, not because they have been answered but because the questioner has recognized that the deepest questions point not toward answers but toward mystery. It is the silence of the mind that has exhausted itself with seeking and has collapsed into being.

And in this silence, paradoxically, there is a song—though no one sings it, though no one hears it. It is the song of existence itself, the eternal symphony that plays whether anyone listens or not. The meditation that is meditation is simply the falling away of all that prevents the hearing of this song that has always been singing, the seeing of this light that has always been shining, the feeling of this presence that has never been absent.

The benediction, when it comes—and it comes always unexpectedly, always unannounced—is the recognition that there is nowhere to go, nothing to achieve, no one to become. The open sky has always been here. The vast heart has always been beating. The infinite has always been infinitely present. All that was needed was the dissolution of the seeker, and even that dissolution was never something that could be done, only something that happened when the time was right, when the fruit was ripe, when the season turned.

And so the mystic—no longer seeking, no longer waiting, no longer hoping—continues to walk through the world, ordinary among the ordinary, carrying this secret that cannot be kept and cannot be shared: that the sacred is not elsewhere, that meditation is not a practice, that the door was never closed.

Η Απροσδόκητη Χάρη: Ένας Διαλογισμός στον Δρόμο χωρίς Μονοπάτι

Στον απέραντο καθεδρικό ναό της ανθρώπινης λαχτάρας, όπου αμέτρητες ψυχές έχουν γονατίσει μπροστά σε βωμούς ορατούς και αόρατους, υπάρχει ένα κατώφλι που δεν μπορεί να διαβεί κανείς με τη θέληση, μια πόρτα που ανοίγει μόνο όταν κανένα χέρι δεν απλώνεται προς το πόμολο της. Αυτός είναι ο παράδοξος πυρήνας της αληθινής διαλογιστικής εμπειρίας — αυτή η πιο άπιαστη από τις πνευματικές χάρες που έρχεται όχι ως ανταμοιβή για πειθαρχία, αλλά ως αυθόρμητη ευλογία σε στιγμές όπου ο αναζητητής έχει πάψει κάθε αναζήτηση.

Οι μυστικοί όλων των εποχών έχουν περιστραφεί γύρω από αυτό το μυστήριο σαν σκόροι που έλκονται από φλόγα την οποία δεν μπορούν να αγγίξουν χωρίς να διαλυθούν. Το έχουν περιγράψει με ψιθύρους και με τραγούδια, στις σιωπές ανάμεσα στις προσευχές και στις ξαφνικές παύσεις της αναπνοής όταν το πέπλο για λίγο σχίζεται. Όμως αυτό που περιγράφουν αψηφά την αρχιτεκτονική της ανθρώπινης προσπάθειας, γιατί είναι μια κίνηση που δεν ανήκει σε κανέναν κινητήρα, ένα τραγούδι χωρίς τραγουδιστή, μια παρουσία που γεμίζει μόνο τον χώρο που έχει αδειάσει από κάθε παρουσία.

Η Ψευδαίσθηση της Μεθόδου

Σκεφτείτε τον ειλικρινή προσκυνητή που σηκώνεται πριν την αυγή, που τακτοποιεί τα μαξιλάρια με ακρίβεια, που ανάβει θυμίαμα και παίρνει την προβλεπόμενη στάση, πιστεύοντας ότι με την επανάληψη και την αφοσίωση, με τη συσσώρευση λεπτών και ωρών ακινησίας, το θείο θα υποχρεωθεί να εμφανιστεί. Πόσο συγκινητική είναι αυτή η πίστη στη συναλλαγή, αυτή η πεποίθηση ότι το Άπειρο λειτουργεί με τη λογική του εμπορίου — τόση πειθαρχία ανταλλάσσεται με τόσο φωτισμό, τόσες προσευχές με τόσες στιγμές χάρης.

Αλλά το ιερό δεν κρατάει λογαριασμούς. Δεν μπορεί να κληθεί με τελετουργίες, όσο όμορφα κι αν εκτελούνται, ούτε να εξαναγκαστεί με ειλικρίνεια, όσο βαθιά κι αν είναι. Η ίδια η ιδέα ότι μπορεί κανείς να «εξασκηθεί στον διαλογισμό» όπως εξασκείται κάποιος σε γκάμες στο πιάνο αποκαλύπτει μια θεμελιώδη παρεξήγηση της φύσης αυτού που αναζητείται. Γιατί ο διαλογισμός, με την αληθέστερη έννοιά του, δεν είναι τεχνική που κατακτάται αλλά άνθισμα που συμβαίνει όταν όλες οι τεχνικές έχουν εγκαταλειφθεί, όταν ο ίδιος ο ασκούμενος έχει εξαφανιστεί σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ήλιο.

Το προγραμματισμένο ραντεβού με το θείο — είκοσι λεπτά το πρωί, τριάντα το βράδυ — αντιπροσωπεύει ίσως την πιο λεπτή μορφή πνευματικού υλισμού, την τελευταία απεγνωσμένη απόπειρα του εγώ να αποικιοποιήσει ακόμα και εκείνο το έδαφος όπου δεν μπορεί να υπάρξει. Το να ορίσει κανείς μια «περίοδο διαλογισμού» σημαίνει ότι έχει ήδη χάσει το ουσιώδες: δημιουργεί όριο ανάμεσα στο ιερό και το κοσμικό, ανάμεσα στον χρόνο που «διαλογίζεται» και στον χρόνο που απλώς ζει. Αλλά η αλήθεια κινείται σαν υπόγεια νερά, ρέει κάτω από όλες αυτές τις τεχνητές διαχωριστικές γραμμές, δεν αναγνωρίζει σάββατο ξεχωριστό από τις καθημερινές, ούτε ναό πιο ιερό από το κοινό χώμα κάτω από τα πόδια μας.

Το Αδύνατο Άνοιγμα της Καρδιάς

Οι δάσκαλοι μιλούν για το άνοιγμα της καρδιάς, και οι μαθητές τους επιμελώς βάζουν τα δυνατά τους να παραβιάσουν αυτό το πιο απόκρυφο δωμάτιο, χρησιμοποιώντας το λοστό της συγκέντρωσης ή το κλειδί της ορατοποίησης. Φαντάζονται την καρδιά σαν κλειδωμένο σεντούκι που περιέχει θησαυρούς και κοπιάζουν να βρουν τον σωστό συνδυασμό, το σωστό μάντρα, την τέλεια τεχνική αναπνοής που θα ανοίξει το λουκέτο και θα αποκαλύψει τα κοσμήματα.

Αλλά η καρδιά που ανοίγει στο θείο δεν ανοίγει με προσπάθεια. Δεν είναι πόρτα που περιστρέφεται σε μεντεσέδες εγκατεστημένους από τη θέληση, ούτε λουλούδι που μπορεί να εξαναγκαστεί να ανθίσει τραβώντας τα πέταλά του. Το άνοιγμα για το οποίο μιλούν όσοι έχουν ρίξει μια ματιά πέρα από το πέπλο είναι τελείως διαφορετικής τάξης — όχι δράση αλλά παύση, όχι πράξη αλλά αναίρεση, όχι άνοιγμα αλλά διάλυση όλων όσων την κρατούσαν κλειστή.

Όταν η καρδιά περιγράφεται ως «ανοιχτή σαν ουρανός χωρίς σύννεφο», αυτό δεν είναι απλή ποιητική υπερβολή αλλά ακριβής περιγραφή μιας κατάστασης που δεν μπορεί να κατασκευαστεί. Ο ουρανός δεν ανοίγει· είναι το ίδιο το άνοιγμα. Δεν περιέχει χώρο· είναι χώρος, απεριόριστος και χωρίς περίμετρο. Παρομοίως, η καρδιά που δέχεται την αφή του ιερού έχει πάψει να είναι δοχείο και έχει γίνει απέραντη έκταση όπου όλα τα πράγματα αναδύονται και διαλύονται χωρίς να αφήνουν ίχνος ή μνήμη.

Ο νους, αυτός ο πιστός υπηρέτης που μας έχει εξυπηρετήσει τόσο καλά στην πλοήγηση του κόσμου των αντικειμένων και των αιτιών, των προβλημάτων και των λύσεων, βρίσκεται εντελώς ηττημένος μπροστά σε αυτό το κατώφλι. Μπορεί να καταγράψει εμπειρίες, να δημιουργήσει περίπλοκους χάρτες πνευματικών εδαφών, να κατασκευάσει δαιδαλώδεις φιλοσοφίες υπέρβασης. Αλλά δεν μπορεί να σκεφτεί τον δρόμο του προς αυτό που βρίσκεται πέρα από κάθε σκέψη. Ο νους μπορεί να κάνει την καρδιά ασφαλή, να χτίσει τείχη από έννοιες και δόγματα γύρω της, να εγκαταστήσει συστήματα ασφαλείας από πεποιθήσεις και δόγματα. Με αυτόν τον τρόπο όμως εξασφαλίζει ότι η καρδιά θα μείνει για πάντα κλειστή σε αυτό που έρχεται μόνο μέσα σε απόλυτη ευαλωτότητα, στη γύμνια που έρχεται όταν όλες οι άμυνες έχουν καταρρεύσει.

Η Έλευση του Απροσκάλεστου

Υπάρχουν στιγμές — και έρχονται χωρίς αναγγελία, χωρίς κήρυκα ή προετοιμασία — που η μεμβράνη ανάμεσα στους κόσμους γίνεται ξαφνικά λεπτή. Ίσως συμβαίνει ενώ πλένουμε πιάτα, με τα χέρια βυθισμένα σε αφρώδες νερό, όταν το παιχνίδι του φωτός πάνω στις φυσαλίδες παγώνει κάθε σκέψη. Ίσως συμβαίνει ενώ περπατάμε σε έναν γνώριμο δρόμο, όταν κάτι στην ποιότητα του απογευματινού φωτός σταματά την καρδιά στη μέση του χτύπου. Ίσως έρχεται στα βάθη της θλίψης, όταν ο πόνος έχει ξύσει την ψυχή από κάθε προσποίηση.

Σε τέτοιες στιγμές, αυτό που ήταν πάντα παρόν αλλά αόρατο αποκαλύπτεται — όχι σαν κάτι καινούργιο που ήρθε, αλλά σαν αυτό που ποτέ δεν έλειπε. Αυτή είναι η ευλογία που έρχεται όταν λιγότερο την περιμένουμε, όταν κανείς δεν την περιμένει, όταν ο νους έχει επιτέλους εξαντληθεί από την αναζήτηση και έχει καταρρεύσει σε μια σιωπή όχι επιτευγμένη αλλά ανακαλυφμένη, όχι δημιουργημένη αλλά προσκρούσασα τυχαία.

Αυτή η χάρη δεν αναγνωρίζει σύστημα αξιών. Δεν έρχεται πιο εύκολα στον πειθαρχημένο παρά στον παραστρατημένο, στον ενάρετο παρά στον σπασμένο, στον πιστό παρά στον αμφιβάλωντα. Υπάρχει μάλιστα μια παράξενη δημοκρατία στη διανομή της, γιατί φαίνεται να ευνοεί τις στιγμές που η προσεκτικά δομημένη ταυτότητα έχει για λίγο αποτύχει, όταν η ιστορία που λέει κανείς για τον εαυτό του έχει διακοπεί, όταν ο φύλακας στην πύλη του εαυτού έχει αποκοιμηθεί στη θέση του.

Αυτός που συστηματοποιεί τη ζωή του, που ακολουθεί προσεκτικά προδιαγεγραμμένες ρουτίνες ηθικής και άσκησης, μπορεί να διαπιστώσει ότι αυτές ακριβώς οι δομές γίνονται εμπόδια, τείχη πίσω από τα οποία προφυλάσσεται από τον άγριο άνεμο του ιερού. Γιατί αυτό που αναζητά δεν είναι ήμερο, δεν είναι εξημερωμένο, δεν περιορίζεται μέσα σε κανένα σύστημα όσο εκλεπτυσμένο ή αρχαίο κι αν είναι. Φυσά όπου θέλει, αυτός ο άνεμος από άγνωστες ακτές, και δεν μπορεί να κατευθυνθεί ή να διοχετευθεί από ανθρώπινη πρόθεση.

Η Φτώχεια της Κατοχής

Πόσο απεγνωσμένα ο πνευματικός αναζητητής επιθυμεί να αιχμαλωτίσει αυτό που έχει για λίγο αντικρίσει, να το κρατήσει κοντά του, να το κάνει μόνιμο. Αφού γεύτηκε μια φορά το νέκταρ της υπέρβασης, ο νους αμέσως αρχίζει το έργο της διατήρησης, προσπαθώντας να φυλάξει αυτόν τον θησαυρό, να τον λατρέψει, να χτίσει ιερό γύρω του. Αλλά ακριβώς σε αυτή την αρπαγή, το αρπαγμένο εξαφανίζεται σαν νερό που σφίγγεται ανάμεσα στα δάχτυλα.

Ο διαλογισμός που είναι πραγματικά διαλογισμός — η ατέρμονη κίνηση για την οποία μιλούν οι μυστικοί με χαμηλωμένη φωνή — δεν μπορεί να κατεχθεί επειδή δεν είναι πράγμα. Μοιάζει περισσότερο με αεράκι που φυσά από ανοιχτό παράθυρο, δροσίζοντας τον μπαγιάτικο αέρα της αυτο-ανησυχίας, φέρνοντας μαζί του άρωμα αδύνατων αποστάσεων. Τη στιγμή που απλώνει κανείς το χέρι να το πιάσει, να το ακινητοποιήσει, να το κάνει δικό του, έχει ήδη χαθεί· μένει μόνο η ανάμνηση, μόνο το φάντασμα της παρουσίας, μόνο ο πόνος της απουσίας.

Γι’ αυτό οι πνευματικές παραδόσεις μιλούν τόσο συχνά με αρνήσεις, με αποκηρύξεις, με αφήσεις. Όχι επειδή είναι αρνητικές της ζωής ή απαισιόδοξες, αλλά επειδή έχουν ανακαλύψει μέσα από αιώνες εξερεύνησης ότι το ιερό αποκαλύπτεται μόνο στον χώρο που δημιουργείται από την παραίτηση. Κάθε απόπειρα αρπαγής, διατήρησης, λατρείας αυτού που έχει βιωθεί σε στιγμές ανοίγματος εξασφαλίζει ότι «δεν θα ξανάρθει ποτέ». Όποιες τεχνικές κι αν εφαρμοστούν, όποιες ασκήσεις κι αν αναληφθούν, όποιες προσευχές κι αν προσφερθούν — αν γίνονται με την ελπίδα να διαταχθεί ή να ελεγχθεί η επίσκεψη της χάρης, γίνονται εμπόδια αντί για βοηθήματα.

Η ομορφιά αυτού του διαλογισμού, όταν ανθίζει απροσδόκητα στο προετοιμασμένο έδαφος μιας αφύλαχτης στιγμής, δεν είναι η ομορφιά αυτού που τον βιώνει. Αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση που το εγώ δυσκολεύεται υπερβολικά να δεχτεί. Γιατί το εγώ θέλει να διεκδικήσει ιδιοκτησία, να πει «εγώ διαλογίζομαι», «εγώ πέτυχα φώτιση», «εγώ κατέχω πνευματική διορατικότητα». Αλλά στη γνήσια στιγμή υπέρβασης δεν υπάρχει «εγώ» για να κάνει τέτοιες αξιώσεις. Η ομορφιά ανήκει στον ίδιο τον διαλογισμό, όχι στον διαλογιζόμενο. Το φως που λάμπει δεν είναι φως κάποιας ατομικής ψυχής αλλά το φως που φωτίζει όλες τις ψυχές, το άκτιστο φως που υπάρχει πριν και ανεξάρτητα από οποιονδήποτε παρατηρητή.

Σε αυτή την ομορφιά τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί. Είναι πλήρης από μόνη της, τέλεια από μόνη της, δεν χρειάζεται βελτίωση ή ενίσχυση. Ο νους θέλει να επεξεργαστεί, να στολίσει, να χτίσει πάνω στο θεμέλιο μιας γνήσιας διορατικότητας, δημιουργώντας τεράστια οικοδομήματα ερμηνείας και νοήματος. Αλλά όλες αυτές οι προσθήκες είναι αφαιρέσεις από την καθαρή απλότητα αυτού που είναι. Μοιάζουν με πίνακες που κρεμιούνται μπροστά σε παράθυρο, εμποδίζοντας τη θέα που υποτίθεται ότι ενισχύουν.

Η Αγρυπνία που Αυτοαναιρείται

Ο πνευματικός αναζητητής σταθμεύει δίπλα στο παράθυρο της συνείδησης, παρακολουθώντας, περιμένοντας, ελπίζοντας να συλλάβει την προσέγγιση του θείου. Κάθεται σε σκοτεινά δωμάτια, καλλιεργώντας σιωπή, δημιουργώντας ιδανικές συνθήκες για την άφιξη της χάρης. Παρακολουθεί τις σκέψεις του, την αναπνοή του, τη στάση του, πιστεύοντας ότι με την επαγρύπνηση μπορεί να παραμείνει έτοιμος για τη στιγμή της ανακάλυψης.

Αλλά αυτή ακριβώς η παρακολούθηση είναι που εμποδίζει το βλέπειν. Αυτός που κοιτάζει «ελπίζοντας να το πιάσει εξαπίνης» έχει ήδη νηστεύσει τον σκοπό του, γιατί με την ελπίδα έχει δημιουργήσει διαχωρισμό ανάμεσα στον εαυτό του και σε αυτό που ελπίζει. Έχει τοποθετηθεί ως υποκείμενο που ψάχνει αντικείμενο, ως αναζητητής που κυνηγά στόχο, ως κάποιος που στερείται και προσπαθεί να γεμίσει το κενό. Και μέσα σε αυτή τη δυϊκότητα, η μη-δυαδική πραγματικότητα που αναζητά μένει για πάντα απρόσιτη.

Ο διαλογισμός που περιγράφεται εδώ — η ατέρμονη κίνηση — έρχεται «μόνο όταν δεν είσαι καθόλου εκεί». Αυτή δεν είναι μεταφορική απουσία αλλά κυριολεκτική. Όχι η απουσία του σώματος ή ακόμα και η ησυχία των νοητικών φλυαριών, αλλά η απουσία αυτού που ισχυρίζεται ότι διαλογίζεται, η απουσία της οντότητας που αναζητά, που ελπίζει, που περιμένει. Όταν αυτή η απουσία είναι πλήρης, όταν πραγματικά δεν έχει μείνει κανείς για να δεχτεί την ευλογία, τότε η ευλογία πλημμυρίζει σαν ηλιακό φως από ανοιχτή πόρτα.

Αυτό είναι το υπέρτατο παράδοξο που κατατροπώνει κάθε πνευματική φιλοδοξία: ο αναζητητής δεν μπορεί ποτέ να βρει αυτό που ψάχνει, επειδή ο ίδιος ο αναζητητής είναι το εμπόδιο. Κι όμως ο αναζητητής δεν μπορεί να αυτοεξαλειφθεί σκόπιμα με πράξη θέλησης, γιατί μια τέτοια πράξη θα ενίσχυε μόνο την ψευδαίσθηση ενός εαυτού που πράττει. Η διάλυση του αναζητητή δεν συμβαίνει με πράξη αλλά με όραση — με την ξαφνική αναγνώριση ότι ο αναζητητής ποτέ δεν υπήρξε ως ξεχωριστή οντότητα, ότι η ίδια η αναζήτηση ήταν όνειρο, ότι αυτό που αναζητούνταν ποτέ δεν έλειπε.

Η Ασυνεχής Ευδαιμονία

Είμαστε εκπαιδευμένοι να θεωρούμε την πνευματική επίτευξη ως κάτι που, όταν επιτευχθεί, γίνεται μόνιμη κατοχή. Ο φωτισμός φαντάζεται ως κατάσταση που, όταν εισέλθει κανείς, συνεχίζεται χωρίς διακοπή. Αλλά η ευδαιμονία για την οποία μιλάμε εδώ — η ευδαιμονία που συνοδεύει τον διαλογισμό που είναι διαλογισμός — «δεν έχει συνέχεια». Δεν μπορεί να διατηρηθεί ή να συντηρηθεί. Έρχεται και φεύγει χωρίς κανέναν νόμο που ο ανθρώπινος νους μπορεί να διακρίνει.

Αυτή η ασυνέχεια δεν είναι ελάττωμα αλλά ουσιώδες χαρακτηριστικό της εμπειρίας. Γιατί αν μια τέτοια ευδαιμονία ήταν συνεχής, ο νους γρήγορα θα προσαρμοζόταν, θα την κατηγοριοποιούσε, θα την έκανε συνηθισμένη. Το γεγονός ότι έρχεται και φεύγει, ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί ή να ελεγχθεί, την κρατά για πάντα φρέσκια, για πάντα καινούργια, για πάντα ικανή να συντρίψει τις απολιθωμένες δομές της αυτογνωσίας.

Υπάρχει βαθιά ταπείνωση στο να αποδεχτεί κανείς αυτή την ασυνέχεια. Σημαίνει παραίτηση από την επιθυμία για πνευματική ασφάλεια, από την επιθυμία να επιτύχει μια κατάσταση από την οποία δεν μπορεί να πέσει ποτέ. Σημαίνει να ζει με ριζική αβεβαιότητα, χωρίς να ξέρει ποτέ πότε θα σχιστεί το πέπλο, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτό που έχει αντικριστεί μια φορά θα ξαναντικριστεί. Αυτή η αβεβαιότητα κρατά την καρδιά τρυφερή, την ψυχή εύπλαστη, εμποδίζει την απολίθωση που έρχεται όταν πιστεύει κανείς ότι έχει φτάσει σε τελικό προορισμό.

Οι μυστικοί διαφόρων παραδόσεων έχουν παρατηρήσει το ίδιο χαρακτηριστικό. Η θεία παρουσία, αναφέρουν, έρχεται και φεύγει σαν μυστηριώδης επισκέπτης που φτάνει χωρίς πρόσκληση και φεύγει χωρίς εξήγηση. Το μόνο που μπορεί να κάνει η ψυχή είναι να παραμένει σε μια ετοιμότητα που δεν είναι ετοιμότητα, σε μια αναμονή που δεν είναι αναμονή, σε ένα άνοιγμα που δεν αγωνίζεται να είναι ανοιχτό. Είναι η ετοιμότητα ενός χωραφιού που έχει οργωθεί και σπαρθεί αλλά που δεν μπορεί να κάνει τον σπόρο να βλαστήσει ή τη βροχή να πέσει. Όλη η απαραίτητη προετοιμασία έχει γίνει, και τώρα δεν μένει τίποτα άλλο παρά να συνεχίσει κανείς την κανονική ζωή, χωρίς προσδοκία, χωρίς ατζέντα.

Η Άρνηση της Σημασίας

Ίσως η πιο καταστροφική συνειδητοποίηση για τον πνευματικό υποψήφιο είναι αυτή: «Στον διαλογισμό, εσύ δεν είσαι σημαντικός, δεν έχεις θέση μέσα του». Όλα στην ανθρώπινη ψυχή επαναστατούν ενάντια σε αυτή την αλήθεια. Δεν μας έχουν διδάξει από τη γέννησή μας να κάνουμε κάτι από τον εαυτό μας, να είμαστε σημαντικοί, να μετράμε; Και ο πνευματικός δρόμος δεν φαίνεται να υπόσχεται την υπέρτατη σημασία — να γίνει κανείς φωτισμένος, συνειδητοποιημένος, ένα με το Θείο;

Αλλά αυτή η υπόσχεση είναι αποπλάνηση, παγίδα στολισμένη με τις ίδιες τις επιθυμίες του εγώ. Ο γνήσιος διαλογισμός, το πραγματικό άνοιγμα στην υπέρβαση, απαιτεί την πλήρη εγκατάλειψη της προσωπικής σημασίας. Όχι ψεύτικη ταπείνωση που κρυφά πιστεύει τον εαυτό της σημαντικό επειδή είναι τόσο ταπεινός, αλλά γνήσια εξαφάνιση, διάλυση της οπτικής γωνίας που λέει «είμαι εδώ, και βιώνω κάτι σημαντικό».

Όταν το ιερό αποκαλύπτεται — και το κάνει μόνο σε στιγμές που ο φύλακας της προσωπικής ταυτότητας έχει απουσιάσει — υπάρχει απλώς η αποκάλυψη, χωρίς κανέναν στον οποίο αποκαλύπτεται. Υπάρχει βλέπειν χωρίς βλέποντα, γνώση χωρίς γνωρίζοντα, εμπειρία χωρίς βιωτή. Γι’ αυτό οι μεγάλοι μυστικοί, όταν επιστρέφουν από τις συναντήσεις τους με το Άπειρο, συχνά μένουν άφωνοι. Πώς να περιγράψει κανείς μια εμπειρία στην οποία ο βιωτής έλειπε; Ποιος υπάρχει για να αναφέρει τι συνέβη όταν κανείς δεν ήταν εκεί να το δει;

Αυτή η απουσία του προσωπικού δεν είναι απώλεια αλλά η πιο βαθιά απελευθέρωση. Γιατί το βάρος της διατήρησης της ιστορίας του «εγώ» — της πνευματικής μου προόδου, των επιτευγμάτων μου, των αποτυχιών μου, των ερωτημάτων μου, των διορατικοτήτων μου — επιτέλους αφήνεται κάτω. Στη θέση του έρχεται ελαφρότητα, ευκολία, αίσθηση κίνησης μαζί με το ρεύμα της ύπαρξης αντί εναντίον του.

Η Επιστροφή στο Θαύμα

Τι μένει, λοιπόν, σε αυτόν που έχει κατανοήσει αυτό το παράδοξο; Αν ο διαλογισμός δεν μπορεί να εξασκηθεί, αν η καρδιά δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να ανοίξει, αν το θείο δεν μπορεί να κληθεί, αν ο εαυτός πρέπει να απουσιάζει για να αποκαλυφθεί η αλήθεια — τι μένει να γίνει;

Ίσως τίποτα. Ή μάλλον, να ζει κανείς χωρίς το βάρος της πνευματικής φιλοδοξίας, να κινείται μέσα στον κόσμο χωρίς τη συνεχή αυτοπαρακολούθηση που ρωτά «Κάνω πρόοδο; Πλησιάζω; Είμαι πιο φωτισμένος από χτες;» Ο διαλογισμός που είναι διαλογισμός συμβαίνει από μόνος του όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, όπως τα λουλούδια ανθίζουν όταν έρχεται η άνοιξη, όχι επειδή έχουν εξασκηθεί στο άνθισμα αλλά επειδή είναι στη φύση τους να ανταποκριθούν στη ζέστη και στο φως.

Η πρόσκληση — αν μπορεί να ονομαστεί πρόσκληση — είναι να επιστρέψει κανείς στο θαύμα — όχι το θαύμα του παιδιού που ποτέ δεν έχει αμφισβητήσει, αλλά το δεύτερο θαύμα, το βαθύτερο θαύμα, που έρχεται αφού όλα τα ερωτήματα έχουν εξαντληθεί και βρεθεί ανεπαρκή. Είναι το θαύμα που αναδύεται όταν ο νους επιτέλους παραδέχεται την ήττα του στην προσπάθεια να συλλάβει το μυστήριο της ύπαρξης, όταν αναγνωρίζει ότι οι πιο βαθιές αλήθειες δεν μπορούν να συλληφθούν αλλά μόνο να βιωθούν, δεν μπορούν να κατανοηθούν αλλά μόνο να παραδοθούν.

Αυτό το θαύμα δεν αγωνίζεται να δει πέρα από το πέπλο αλλά ανακαλύπτει το ιερό σε αυτό που είναι άμεσα παρόν — στο βάρος του σώματος, στον ρυθμό της αναπνοής, στο πέρασμα των νεφών σε έναν φθινοπωρινό ουρανό. Δεν αναζητά εξαιρετικές εμπειρίες αλλά βρίσκει το εξαιρετικό στο συνηθισμένο, όχι με καμία τεχνική ή άσκηση αλλά με μια απλότητα προσοχής που έρχεται όταν η προσοχή δεν κατευθύνεται πλέον από ατζέντα ή σκοπό.

Η Σιωπή που Τραγουδά

Τελικά — αν και δεν υπάρχει τέλος σε αυτή την ατέρμονη κίνηση — αυτό που μένει είναι ένα είδος σιωπής. Όχι η σιωπή ενός άδειου δωματίου ή η σιωπή ανάμεσα σε ήχους, αλλά η σιωπή που υπάρχει πριν και κάτω από κάθε ήχο, η σιωπή από την οποία αναδύεται η μουσική και στην οποία επιστρέφει. Αυτή η σιωπή δεν είναι απουσία κάτι αλλά πληρότητα των πάντων, το έγκυο κενό που περιέχει όλες τις δυνατότητες χωρίς να εκδηλώνει καμία.

Είναι η σιωπή της καρδιάς που έχει επιτέλους σταματήσει την κραυγή της, τις απαιτήσεις της, τις διαπραγματεύσεις της με το Θείο. Είναι η σιωπή που έρχεται όταν όλα τα ερωτήματα έχουν διαλυθεί, όχι επειδή έχουν απαντηθεί αλλά επειδή ο ερωτών έχει αναγνωρίσει ότι τα βαθύτερα ερωτήματα δεν δείχνουν προς απαντήσεις αλλά προς μυστήριο. Είναι η σιωπή του νου που έχει εξαντληθεί από την αναζήτηση και έχει καταρρεύσει στην ύπαρξη.

Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, παραδόξως, υπάρχει ένα τραγούδι — αν και κανείς δεν το τραγουδά, κανείς δεν το ακούει. Είναι το τραγούδι της ίδιας της ύπαρξης, η αιώνια συμφωνία που παίζει είτε κάποιος ακούει είτε όχι. Ο διαλογισμός που είναι διαλογισμός είναι απλώς η απομάκρυνση όλων όσων εμποδίζουν την ακρόαση αυτού του τραγουδιού που πάντα τραγουδούσε, το βλέπειν αυτού του φωτός που πάντα έλαμπε, το αισθάνεσθαι αυτής της παρουσίας που ποτέ δεν έλειπε.

Η ευλογία, όταν έρχεται — και έρχεται πάντα απροσδόκητα, πάντα χωρίς αναγγελία — είναι η αναγνώριση ότι δεν υπάρχει πουθενά να πάει κανείς, τίποτα να επιτύχει, κανείς να γίνει. Ο ανοιχτός ουρανός ήταν πάντα εδώ. Η απέραντη καρδιά πάντα χτυπούσε. Το άπειρο ήταν πάντα απείρως παρόν. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν η διάλυση του αναζητητή, κι ακόμα κι αυτή η διάλυση δεν ήταν ποτέ κάτι που μπορούσε να γίνει, μόνο κάτι που συνέβη όταν ο καιρός ήταν κατάλληλος, όταν ο καρπός ωρίμασε, όταν η εποχή γύρισε.

Και έτσι ο μυστικός — πια όχι αναζητών, πια όχι περιμένων, πια όχι ελπίζων — συνεχίζει να περπατά μέσα στον κόσμο, συνηθισμένος ανάμεσα στους συνηθισμένους, κουβαλώντας αυτό το μυστικό που δεν μπορεί να κρατηθεί ούτε να μοιραστεί: ότι το ιερό δεν είναι αλλού, ότι ο διαλογισμός δεν είναι άσκηση, ότι η πόρτα δεν ήταν ποτέ κλειστή. ...

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
16. The Sacred Ground: A Journey to Objective Reality
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2025. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~