CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
5. The Warrior of Virtue: A Mystical Journey

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
5. Ο Πολεμιστής της Αρετής: Ένα Μυστικιστικό Ταξίδι

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 28 February, 2026

Sunday, April 21, 2013

Αρχές της Ορφικής Θεολογίας (Οι Πέντε Μυήσεις)



Πηγαίνοντας πίσω εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια (όταν ακόμα ο άνθρωπος βρισκόταν στο προανθρώπινο στάδιο του ζώου) ο άνθρωπος είχε ήδη ενστικτώδη γνώση του Περιβάλλοντος, της Αχανούς (Αόρατης και ορατής) Φύσης και γνώριζε από εμπειρία (καθώς τον οδηγούσε η ανάγκη της επιβίωσης, υπαρξιακής και υλικής) διαφόρων στοιχείων της Φύσης, που τα έβλεπε, είτε ενταγμένα στη Γενικότερη Φύση, είτε ξεχωριστά και ιδιαίτερα. Ζούσε πάνω στη Γη, τρεφόταν από τη γη, χρησιμοποιούσε το Νερό (κι όχι μονάχα για να πίνει), χρησιμοποιούσε το Φως του Ήλιου, την Ημέρα, για τις δραστηριότητές του και την φωτιά, φτωχό υποκατάστατο του Ήλιου, χρησιμοποιούσε τον Αέρα (για να ανασαίνει κι αργότερα και γι’ άλλους σκοπούς), και «διαισθάνονταν» το Πέμπτο Στοιχείο, τον Αιθέρα, σαν τον Χώρο που Κατοικούσαν οι Ανώτερες Δυνάμεις, που μόλις συνειδητοποιούσε την ύπαρξή τους.
Οι άνθρωποι όταν άρχισε να εκδηλώνεται, ήδη από την παλαιολιθική εποχή, η θεωρητική σκέψη, πίστευαν ότι ο κόσμος σχηματίστηκε από τα πέντε στοιχεία, τον αόρατο αιθέρα, τον αέρα, το πυρ, το νερό, τη γη. Κάποιοι πίστευαν μάλιστα ότι δημιουργήθηκε με τη σειρά που τα αναφέρουμε, κάποιοι άλλοι πρότειναν άλλες λύσεις... 
Οι Ορφικοί, χιλιετηρίδες μετά, για διαφόρους δικούς τους λόγους πίστευαν ότι ο Κόσμος  δημιουργήθηκε στη διάρκεια πέντε τεράστιων αλλά διακριτών χρονικών διαστημάτων. Από τον Αρχικό Αόρατο Αιθέρα δημιουργήθηκε το Πύρινο Πνεύμα (ο πύρινος άνεμος), μετά δημιουργήθηκε το Πυρ που αποτέλεσε τον πυρήνα του Κόσμου. Μετά δημιουργήθηκε το Νερό η Ρευστή Ουσία της Ζωής. Τέλος από το Ζωντανό Νερό δημιουργήθηκε ο Υλικός Κόσμος κι η γη… Μάλιστα όπως έγινε σε Κοσμικό Επίπεδο έγινε και στο Υλικό Επίπεδο: Από τον Αιθέρα (που Αποτελεί τη Βάση Όλων των Κόσμων) δημιουργήθηκε το υλικό πύρινο πνεύμα που συμπυκνώθηκε στο υλικό πυρ που αποτέλεσε (και) τον πυρήνα της γης. Στη γη δημιουργήθηκε μετά το υλικό νερό και στο τέλος διαμορφώθηκε η γη στην οποία ζούμε ακόμα σήμερα. Με άλλα λόγια η δημιουργία επαναλαμβάνεται ίδια τόσο στον αόρατο κόσμο, όσο και στον υλικό μακρόκοσμο, όσο και στο επίπεδο της γης… το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει και για τον μικρόκοσμο (που άρχισαν οι Έλληνες να διερευνούν με τον Δημόκριτο)… Ακόμα και ο άνθρωπος αποτελείται (μεταφυσικά) από τα Πέντε Στοιχεία αλλά και υλικά συντίθεται από τα πέντε υλικά στοιχεία και παράλληλα χρησιμοποιεί αυτά τα στοιχεία που βρίσκει στη φύση για να επιβιώσει… Η Δημιουργία λοιπόν για τους Ορφικούς είναι Πενθήμερος, κι όχι Εξαήμερος όπως γράφει η Εβραϊκή Βίβλος… και μάλιστα επαναλαμβάνεται με το Ίδιο Σχέδιο στα Διάφορα Πεδία Ύπαρξης…
Κάποιους αιώνες μετά τους Ορφικούς οι φιλόσοφοι (προφανώς αντλώντας από την Ορφική Γνώση) πρότειναν διάφορες (μερικές) λύσεις:  Ο Θαλής (όπως αναφέρει ο Αέτιος) έλεγε ότι: «Ο Θεός είναι νους του κόσμου, το δε σύμπαν είναι έμψυχο συγχρόνως και πλήρες δαιμόνων, δια μέσου δε του αποτελούντος το αρχικό στοιχείο υγρού είναι κατανεμημένη εν συνεχεία δύναμη θεία η οποία μπορεί να το θέσει σε κίνηση»… Ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι το Άπειρο είναι η Αρχή των πάντων. Ο Νεοπλατωνικός Σιμπλίκιος αναφέρει τη ρήση του Αναξίμανδρου από το έργο του «Εις Φυσικά»: «Ο Αναξίμανδρος είπε ότι αρχή των όντων είναι το άπειρο… από το οποίο έγιναν όλοι οι ουρανοί και οι κόσμοι που υπάρχουν... Και απ’ όπου προέρχεται η γένεση των όντων εκεί ακριβώς συντελείται και η διάλυση τους σύμφωνα με την ανάγκη, γιατί τιμωρούνται και επανορθώνουν αμοιβαία για την αδικία, σύμφωνα με την τάξη του χρόνου»...  Ο Αναξιμένης πίστευε ότι ο Αέρας είναι Αρχή των πάντων. Ο Ιππόλυτος (στα «Ελληνικά» του) αναφέρει: «Ο Αναξιμένης είπε, ότι ο άπειρος αέρας είναι η θεμελιώδης αρχή, από την οποία προέρχονται όσα γεννήθηκαν, όσα γεννιούνται και όσα θα γεννηθούν, οι θεοί και τα θεία, ενώ τα υπόλοιπα προέρχονται από τα παράγωγά του».
Σήμερα η επιστήμη (που βέβαια περιορίζεται στην υλική πραγματικότητα)  ακολουθώντας τον  Λαπλάς υποστηρίζει ότι κάποια εποχή ο Ήλιος, οι πλανήτες και οι δορυφόροι τους (που δεν είχαν διαχωριστεί ακόμα) αποτελούσαν μια μεγάλη αεριώδη διάπυρη μάζα που περιστρεφότανε στο διάστημα. Σιγά-σιγά αυτή η αερώδης διάπυρη μάζα ψυχόταν και συμπυκνωνόταν κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της περιστροφικής κίνησης και τη δημιουργία φυγόκεντρης δύναμης. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίστηκε ο ήλιος,  οι πλανήτες,  η γη. Η γη στην αρχή ήταν μια διάπυρη σφαίρα που στη συνέχεια καθώς ψυχόταν δημιούργησε ένα εξωτερικό φλοιό (που δεν είχε καμία σχέση με τη γη όπως την γνωρίζουμε). Από τα έγκατα της γης έβγαιναν τεράστιες ποσότητες αερίων, άζωτο, διοξείδιο του άνθρακα, αμμωνία, μεθάνιο και υδρατμοί, που τύλιξαν τη γη σχηματίζοντας την πρώτη της ατμόσφαιρα, όπου εκδηλώνονταν κατά εκατομμύρια ηλεκτρικές εκκενώσεις. Μετά ξέσπασαν κατακλυσμιαίες βροχές και το νερό συσσωρεύθηκε στα κοιλώματα της γης σχηματίζοντας τον αρχικό ωκεανό που περιέβαλε τη ξηρά (Πανγαία) Τότε εμφανίζεται κι η ζωή στον ωκεανό (ή και σε λίμνες της ξηράς, πιθανόν), που εξελίχθηκε σε δύο μορφές, την φυτική (που ανέπνεε διοξείδιο του άνθρακα και απέβαλε οξυγόνο) και την ανώτερη ζωική (που ανέπνεε οξυγόνο και απέβαλε διοξείδιο το άνθρακα). Σιγά-σιγά η ζωή βγήκε από το νερό και κατέκλυσε τη γη και στο τέλος από κάποιο προανθρώπινο είδος προήλθε και ο σημερινός άνθρωπος (που κανονικά θα έπρεπε να ονομάζεται homo simian κι όχι homo sapiens). Σιγά σιγά η Πανγαία διαχωρίστηκε στις γνωστές Ηπείρους που εξακολουθούν να μετακινούνται (και μετά από κάποια εκατομμύρια χρόνια θα έχουν τελείως διαφορετική θέση στη γήινη σφαίρα)… Στην πραγματικότητα η επιστήμη απλώς επιβεβαίωσε αυτά που έλεγαν οι Αρχαίοι και ιδιαίτερα οι Ορφικοί.
Τα Πέντε Στοιχεία (γη, νερό, φωτιά αέρας, αιθέρας) λοιπόν, όχι μόνο έπαιζαν ρόλο στη ζωή των ανθρώπων όλες αυτές τις χιλιετηρίδες, αλλά και χρησιμοποιήθηκαν σαν σύμβολα για να περιγράψουν τον κόσμο μέχρι που, ήδη από την  ύστερη νεολιθική εποχή, παίρνουν μεταφυσική διάσταση κι αποκτούν μια εσωτερική σημασία (καθώς διευρύνεται η αντίληψη του ανθρώπου και βαθαίνει η κατανόηση του για το φαινόμενο της ύπαρξης).
Αυτά τα Σύμβολα θα χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν (οι πιο σοφοί κι έμπειροι μέσα στις κοινωνίες των ανθρώπων) τον Κόσμο σαν πνευματικό (και νοητικό) γεγονός σαν μια Διαβάθμιση, από το Χάος του Απροσδιόριστου μέχρι το συγκεκριμένο υλικό. Έτσι φτάνοντας στην ιστορική εποχή (εδώ και 4, 3, χιλιετηρίδες) τα Πέντε Στοιχεία (σε ολόκληρη την παγκόσμια θρησκευτική παράδοση, και στην Ινδία, και στην Κίνα, και στην Ελλάδα, κι αλλού) θα χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν την δομή του κόσμου.
Ο Ορφέας από αυτή την πανάρχαια γνώση κι εμπειρία και παράδοση άντλησε τις βασικές αντιλήψεις για να διαμορφώσει την εικόνα του κόσμου, και το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι φιλόσοφοι που ακολούθησαν μετά στην ελληνική σκέψη:
Ο Αιθέρας είναι το Άγνωστο που Χάνεται στην Ανυπαρξία Θείον.
Ο Αέρας, το Πνεύμα, η Πνοή, είναι η Ενοποιός Ουσία των Πάντων. Χωρίς Ιδιότητες εισδύει παντού, πνέει όπου θέλει, είναι το Αληθινό Είναι που τα περιλαμβάνει όλα.
Το Φως (Πυρ), η Φωτιά ,είναι το στοιχείο που κάνει τα πάντα ορατά, προσδιορίζει τα σχήματα, καθορίζει τα όρια, τις σχέσεις και τις αποστάσεις, και γενικά περιγράφει τον κόσμο, τον χώρο και τις δραστηριότητές του. Είναι ο Νους, η νοημοσύνη, η νόηση κι η λογική κι η αντίληψη.
Το Νερό είναι το «δυναμούχο πνεύμα» που παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή και ζωογόνες ιδιότητες. Είναι η «πλαστική ουσία της ζωής», η Ψυχή, που δημιουργεί, ζωοποιεί κι εξαλείφει τις μορφές (όταν τις εγκαταλείπει).
Η Γη είναι το τελευταίο στοιχείο, το «δοχείο» που τα συγκεντρώνει όλα, το υλικό από το οποίο  γίνονται οι μορφές του φυσικού κόσμου.
Με αυτά τα Πέντε Στοιχεία στην υλική μορφή τους δημιουργείται (κατά την ίδια τάξη) και το υλικό σύμπαν.
Αυτή η εσωτερική ερμηνεία των Στοιχείων συναντάται όπως είπαμε σε ολόκληρη την θρησκευτική παράδοση και τα Πέντε Στοιχεία αποτελούν Σύμβολα της παγκόσμιας θρησκευτικής σκέψης εδώ και τουλάχιστον 3000 χρόνια (σε καταγραμμένα Ιερά Κείμενα). Τις ερμηνείες τους τις συναντάμε στις Βέδες, σε Κινέζικα Κείμενα… και στην Ελληνική Παράδοση.
.....
Ο 29ος αιώνας πριν από σήμερα, στην Ελλάδα, είναι ένας αιώνας θρησκευτικών συνθέσεων και μεταρρυθμίσεων και μια τιτάνια προσπάθεια να διατυπωθεί ένα ενιαίο θεολογικό σύστημα στο οποίο θα εντάσσονταν όλες οι θρησκευτικές αντιλήψεις περί Θεότητας. Μια τέτοια προσπάθεια έγινε από τον Ησίοδο  (και μολονότι η πιο γνωστή όχι η πιο βαθιά και επιτυχημένη) αλλά και από άλλους.
Αυτή την εποχή άρχισε να κυριαρχεί η αντίληψη ότι η Αρχή των Πάντων πρέπει να είναι Μία, Ένας Θεός, Άπειρος, Υπερβατικός, Άγνωστης Ουσίας και Πέρα από τον Κόσμο. Σιγά-σιγά ο Ζευς Ανυψώνεται σαν Μοναδικός Υπερβατικός Θεός. Ο Ζευς των θρησκευτικών κύκλων και των φιλοσόφων δεν έχει βέβαια καμία σχέση με τον Δία του Ομήρου και των ποιητών (άλλωστε η Ποίηση δεν είναι Θεολογία και οι σκοποί της είναι τελείως διαφορετικοί από εκείνους της θρησκευτικής διδασκαλία). Ακόμα και ο Ζευς του Ησίοδου είναι ήδη μια ξεπερασμένη θεϊκή μορφή.
Παράλληλα με την Ανύψωση της Θεότητας σε ένα Υπερβατικό Υπερκόσμιο Επίπεδο συνεχίζεται η αντίληψη για ένα Γονιμοποιό Θεό που είναι σε Σχέση με την δημιουργία.
Ανάμεσα στον Κοσμικό Θεό και τον φυσικό κόσμο μεσολαβούν αναγκαστικά η Οργανωτική Δύναμη της Διάνοιας (η Νοερή Δύναμη) και το Δυναμούχο Πνεύμα, η Περιοχή των Ψυχικών Αιτιών και της Ζωοποιού Δραστηριότητας που εμψυχώνει τον κόσμο, που ενσωματώνεται στην υλική μορφή του κόσμου των αισθήσεων.
Τέτοιες λοιπόν θρησκευτικές συνθέσεις προσπαθούν να αφομοιώσουν όλη την ανθρώπινη μεταφυσική εμπειρία και να διατυπώσουν μια ενιαία θεωρία για το παν. Σε αυτή την σύνθεση ενσωματώνεται βεβαίως και ο άνθρωπος, που ταυτίζεται οντολογικά με το Παν (σαν μικρόκοσμος) και στο Σύνολό του και στα επιμέρους δομικά στοιχεία του που είναι ακριβώς αντίγραφα των κοσμικών.
Έτσι το Κοσμικό (Αιθέρας, Πνεύμα, Φως, Ύδωρ, Γη) Ουσιώνεται από το Θεϊκό (Άχρονο Χάος, Θεός, Νους, Ψυχή, Κόσμος) Συγχωνεύεται με το Ανθρώπινο (Καθαρή Ουσία, Είναι, νους, ψυχή, σώμα), Αναφέρεται στο Χώρο (Ουράνιος Κόσμος, Ενότητα, φωτεινός κόσμος του νου και των ιδεών, ψυχικός κόσμος, υλικός κόσμος), κι Εκφράζεται με φιλοσοφικούς όρους που έχουν πολλά συστήματα αναφοράς, πολλές αντιλήψεις και επίπεδα ανάγνωσης, και εξηγούν το Φαινόμενο της Ύπαρξης από το πιο εσωτερικό επίπεδο μέχρι το πιο εξωτερικό και από την γενικότερη αντίληψη μέχρι την πιο μερική και ιδιαίτερη.
Μια τέτοια Θρησκευτική Σύνθεση πραγματοποίησε ο Ορφέας, όπως θα δούμε πιο κάτω.
…..
Ο αιώνας των θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα (29 αιώνες πριν) ήταν ένας αιώνας θρησκευτικής ζύμωσης των αντιλήψεων, των συμβόλων και των θεωριών για τον κόσμο. Έγινε μια προσπάθεια όχι μόνο να αφομοιωθεί η παγκόσμια θρησκευτική σκέψη αλλά και να δοθούν εσωτερικές και συγκεκριμένες περιγραφές του φαινομένου της ύπαρξης. Οι επίσημοι θεολόγοι και ποιητές στην Ελλάδα, στην Ιωνία (και λίγο αργότερα στη Μεγάλη Ελλάδα) εργάζονται σε συνθέσεις σύμφωνα με την πατροπαράδοτη γραμμή που ακολουθούν όσοι σχετίζονται με την κοσμική εξουσία. Μιλάμε για Ποιητές σαν τον Όμηρο και Θρησκευτικούς Σχολιαστές σαν τον Ησίοδο που ασφαλώς υπήρξαν μεγάλες μορφές της παγκόσμιας διανόησης αλλά μένουν σε μια εξωτερική (μυθική) περιγραφή του κόσμου κι ο μελετητής χρειάζεται να πάει πέρα (κι από τις προθέσεις ίσως των Ποιητών και) το κείμενο για να βρει πίσω από την αλληγορική περιγραφή κάποια στοιχεία Αλήθειας.
Ο Ορφέας υπήρξε τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Είναι σίγουρο ότι ανήκε σε βασιλική γενιά των Λειβήθρων, στους πρόποδες του Ολύμπου, και υπήρξε πρίγκηπας (σαν τον Άλλο Μεγάλο, τον Σιντάρτα Γκοτάμα, που ήταν πρίγκηπας σε ένα μικρό βασίλειο στο σημερινό Νεπάλ, στους πρόποδες των Ιμαλαΐων). Η σχέση του όμως με την κοσμική εξουσία του έδωσε απλά την δυνατότητα να μορφωθεί και να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, που δεν ήταν η βασιλεία αλλά η αφιέρωση στο Θείο και στα Ιερά Πράγματα (όπως κι ο Σιντάρτα που εγκατέλειψε το βασίλειό του για να γίνει Ασκητής, Φωτισμένος και Δάσκαλος). Ο Ορφέας υπήρξε κατ’ αρχήν Μυστικιστής και μετά Θεολόγος και Μύστης και Διδάσκαλος. Αν δεν είχε Εσωτερική Έμπνευση, αν δεν είχε Βιώσει τον Άπειρο Θεό, το Χάος του Θεού, το Άχρονο της Ύπαρξης, δεν θα μπορούσε να παρακινηθεί να οργανώσει τις θρησκευτικές γνώσεις της εποχής του σε μια Ενιαία Σύνθεση, ούτε θα μπορούσε να περιγράψει (μέσα από την Μύηση και τα Μυστήρια) την Ανύψωση του ανθρώπου Ως το Θεό (τον Άχρονο Δία), κι ασφαλώς δεν θα γινόταν ποτέ ο Μεγάλος Ιερουργός που κατέχοντας το Εσωτερικό Βίωμα δεν περιφρόνησε την Εξωτερική Λατρεία, την Διδασκαλία και την Καθοδήγηση των ανθρώπων. Ο Ορφέας υπήρξε πάνω από όλα (όπως όλοι οι Μεγάλοι Μύστες, ο Λάο Τσε, ο Βούδας, ο Ιησούς αργότερα) Ένας Οδηγός των ανθρώπων. Κατά το Πρότυπο του Θεού του, του Βάκχου, που έμπαινε μπροστά στην Πομπή των μυημένων, κρατώντας πρώτος τον θύρσο. Ας θυμηθούμε ότι στα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν ο Ίδιος ο Θεός, ο ΄Ιακχος, (η Μυστηριακή Μορφή του Διονύσου) που οδηγούσε την πομπή. Ο Ορφέας, σαν τον Θεό του, τον Βάκχο, ήταν ένας Οδηγός, ο Μύστης που πήγαινε μπροστά στον Ιερό Κύκλο των μυστών, για να φωτίσει τα Μυστήρια του Υπερπέραν, και να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια τις διαδικασίες της πνευματικής εξέλιξης. Το ίδιο δεν έκανε πολλούς αιώνες μετά κι ο Ιησούς; Δεν ήταν Αυτός που οδηγούσε τους μαθητές του στα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών;
Ασφαλώς ο Ορφέας είχε την ευκαιρία να αφιερώσει χρόνο και στην Μυστικιστική Έκστασή του και στην Θεολογική Ενατένισή του και να επεξεργαστεί τον Μυητικό Δρόμο που Οδηγεί στο Θεό, αλλά και να συγγράψει τον Ιερό Λόγο του και να αφιερωθεί στην Διδασκαλία που άρχισε σιγά-σιγά, με συζητήσεις με τους πιο κοντινούς φίλους του για να επεκταθεί αργότερα και σε άλλους ανθρώπους μακριά από την Πατρίδα του.
Αυτοί που θεωρούν τον Ορφέα (είτε λόγω ελλιπούς πληροφόρησης – που επιβλήθηκε στα χρόνια της Βυζαντινής σκλαβιάς – είτε λόγω ιδεολογικής εχθρότητας) μυθικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο (παρ’ όλες τις μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων και των ιστορικών στοιχείων) ασφαλώς είναι προκατειλημμένοι  και αντιμετωπίζουν με δυσπιστία αυτά που λέμε εδώ. Αλλά είναι θέμα λογικής. Δηλαδή γιατί στην Μακρινή Κίνα, την ίδια περίπου εποχή εμφανίζονται διδασκαλίες κι εξηγήσεις του κόσμου ανάλογες, γιατί στην Μακρινή Ινδία εμφανίζονται οι διδάσκαλοι των Ουπανισάδ που μιλούν με αφηρημένο τρόπο για την ύπαρξη (Βράχμαν, Άτμαν, μάνας, πράνα, ακάσα…) και γιατί λίγο αργότερα (από την εποχή του Ορφέα) θα εμφανιστούν Μεγάλοι Έλληνες Φιλόσοφοι, σαν τον Πυθαγόρα, τον Παρμενίδη, τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, που θα μιλήσουν με φιλοσοφικούς (αφηρημένους) όρους για την ύπαρξη, αλλά αποκλείεται δύο αιώνες πριν τον Πυθαγόρα να υπήρξε ένας εξίσου σοφός άνθρωπος που μίλησε για τον Θεό και την ύπαρξη; (Δηλαδή δύο μόλις αιώνες πριν τον Πυθαγόρα οι Έλληνες ήταν ηλίθιοι ειδωλολάτρες και η θρησκεία τους ήταν το θέατρο σκιών του Ομήρου; Πρέπει να είσαι παρανοϊκός, διεστραμμένος για να διδάσκεις τέτοια Ελληνική Ιστορία… και δυστυχώς αυτό κάνουν δυο χιλιετηρίδες τώρα, το ηλίθιο κράτος και οι θλιβεροί συνοδοιπόροι του).
Ο Ορφέας και η Ορφική Σκέψη αποτελούν την Πηγή της (Πραγματικής) Ελληνικής Θρησκείας και της Φιλοσοφικής Σκέψης. Αν διαγράψουμε από την Ιστορία τον Ορφέα μένει χωρίς θεμέλια όλη η μετέπειτα ελληνική σκέψη. Δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε η Διονυσιακή Λατρεία της Κλασσικής Αθήνας, ούτε η φιλοσοφική γλώσσα του Πυθαγόρα (για τον Μεγάλο Ορφικό θα αφιερώσουμε στο μέλλον ιδιαίτερο εκτεταμένο άρθρο), ούτε οι φιλοσοφικές ιδέες του Πλάτωνα, ούτε ο Παγκόσμιος Λόγος των Στωικών, ούτε το Ένα του Πλωτίνου, τίποτα… Συνεπώς όχι μόνο τα ιστορικά στοιχεία (και οι αναφορές σημαντικών εκπροσώπων της ελληνικής σκέψης, σαν τον Πλάτωνα και ον Αριστοτέλη) είναι επαρκή για να θεωρούμε τον Ορφέα ένα Αληθινό Πρόσωπο, ένα Ζωντανό Διδάσκαλο, Πραγματικό Άνθρωπο κι όχι μυθική μορφή, αλλά και όλη η ιδεολογική ανάπτυξη της ελληνικής σκέψης παραπέμπει σε ένα μοναδικό πρόσωπο, μαρτυράει για ένα και μοναδικό άνθρωπο: τον Ορφέα.
…..
Τι ήταν όμως αυτό που Βίωσε ο Ορφέας; Λογικά, θα πρέπει να είχε μια Αποκάλυψη της Πραγματικότητας, όπως την περιέγραφαν αιώνες πριν μέσα στη παγκόσμια θρησκευτική παράδοση: Μια Εμπειρία του Άχρονου… Όπως ο Βούδας ή ο Ιησούς αργότερα.
Ασφαλώς, εδώ και χιλιετηρίδες, η πιο μυστική αντίληψη του Θεού είναι αυτή στην οποία η Αντίληψη στέκει ανήμπορη χωρίς να μπορεί να επέμβει, χωρίς να μπορεί να κινηθεί, να συλλάβει, να εξηγήσει: η Αντίληψη του Ανοιχτού Χάους. Όχι απλά του Αγνώστου (αντίληψη που διατηρεί μια ελπίδα γνώσης), αλλά του Αδύνατου να Γνωρισθεί, η Πλήρης Παραίτηση της Αντίληψης. Το Χάος δεν μπορεί ποτέ να μπει στην τάξη της Αντίληψης. Καθώς πρόκειται για εκστατική, εσωτερική βιωματική εμπειρία, είναι κάτι που δίνεται έτσι όπως είναι, είναι πραγματικό, ακόμα κι αν δεν μπορείς να το συλλάβεις ή να πεις κάτι γι’ αυτό. Έτσι η Άμορφη Μορφή με την Οποία Βίωσε ο Ορφέας το Θείον ήταν Αυτή του Ανοιχτού και Ζωντανού Χάους (του Μηδενός, της Ανυπαρξίας, που είναι όμως Πλήρης Ύπαρξη, της Απουσίας Χαρακτηριστικών μέσα στην Αντίληψη). (Αυτή η Αντίληψη του Χάους αποτελεί την Αφετηρία και σε άλλες εκστατικές εμπειρίες, και σε άλλα θεολογικά συστήματα, ή θεωρίες για την ύπαρξη και τον κόσμο, όπως του Ησίοδου…).
Αυτή η Αντίληψη του Χάους (μέσα στην Εμπειρία του Ορφέα) με την Απροσδιοριστία και την Αδυναμία Οργάνωσης, Απορροφά Μέσα της όλες τις Αντιλήψεις του Θείου, αντιλήψεις που τείνουν να υπερβούν τον εαυτό τους και να βυθιστούν στο Μηδέν, στο Άγνωστο, στο Άπειρο, στο Αιώνιο (όλες οι αντιλήψεις). Έτσι με το Χάος Ταυτίζεται ο Άχρονος Θεός. Είναι σαν την Μαύρη Τρύπα, Χωρίς Κέντρο, Χωρίς Όρια, που Απορροφά τα πάντα. Αυτός Είναι ο Άχρονος Ζευς.
Ταυτόχρονα όμως Αυτό το Απύθμενο Μηδέν Αποτελεί την πιο Πλήρη Ύπαρξη, Ένα Ήλιο Ουσίας που Ξεχύνεται προς την Δημιουργία. Η Αυτοσυνειδησία του Χάους, του Μηδενός Μετουσιώνεται σε Ένα. Αυτός είναι ο Φάνης, ο Δημιουργός Θεός,  ο Έρωτας των Ύμνων, ο Ζαγρέας (του Τελετουργικού Μύθου), ο Διόνυσος της Λατρείας, ο Βάκχος των Μυστηρίων. Είναι το Παγκόσμιο Πνεύμα, ο Ζωοδότης Αέρας που Γεννιέται από τον Ανύπαρκτο σχεδόν Αιθέρα, με την συγκεκριμενοποίηση, με το κατακάθισμα και την προοδευτική εξέλιξη της Αντίληψης προς το Συγκεκριμένο.  Σε Αυτή την Μορφή του Παγκοσμίου Πνεύματος, του Έρωτα των Ύμνων, της Αρχικής Παγκόσμιας Δύναμης θα συγκεντρωθούν όλες οι Αντιλήψεις της Ύπαρξης. Είναι η Αρχή και το Τέλος, η Πηγή και η Ουσία, το Αληθινό Είναι, το Στήριγμα των Κόσμων, όλα έγιναν μέσω Αυτού. Είναι ο Παγκόσμιος Λόγος των μετέπειτα φιλοσόφων, από τον Ηράκλειτο και τους Στωικούς, μέχρι τους χριστιανούς φιλοσόφους. Αυτός ο Θεός Λόγος είναι το Πρότυπο του Χριστού – Λόγου πολλούς αιώνες μετά.
Είναι φυσικό μια Αντίληψη του Ενός να συγκεντρώνει και να αφομοιώνει, σαν Καθαρό Είναι, όλες τις αντιλήψεις της ύπαρξης. Έτσι το Θείο Εμφανίζεται να έχει όχι Μία αλλά Πολλές Όψεις. Στην Μορφή του Θεού θα Αφομοιωθούν όλες οι Θεϊκές Μορφές. Είναι ο Γιός του Άχρονου Θεού, είναι ο Δημιουργός, είναι ο Γονιμοποιός, είναι ο Οδηγός, είναι ο Λυτρωτής. Είναι η Ουσία των όντων και κάθε ον ξεχωριστά (με την μορφή του προσωπείου του Θεού). Είναι ο Ήλιος της Φύσης, τα Ηλιοστάσια σαν Υπέρβαση του Χρόνου και οι Ισημερίες σαν Ισορροπία μεταξύ Φωτός και Σκότους. Είναι η Ζωή, τα Ζώα, ο Ταύρος και το Ελάφι, τα Φυτά, ο Κισσός, κι η Άμπελος, κι ο Οίνος. Είναι η ίδια η ζωή, κι οι Γιορτές, κι η κάθε μέρα της ζωής κι οι εμπειρίες, η ζωή κι ο θάνατος… Όλα Αναφέρονται σε Αυτόν, τον Ένα Θεό. Τι σημασία έχει πως θα Τον Ονομάσουμε;  Είναι η Δύναμη της Δημιουργίας, ο Παντοτινός Έρωτας, είναι ο Κοσμικός Ζαγρέας της Μυστηριακής Λατρείας, είναι το Πνεύμα της Φύσης, ο Γονιμοποιός Διόνυσος, είναι ο Μύστης Βάκχος, είναι ο Τελετουργικός Ίακχος των Μυστηρίων, είναι πάντα ο Ένας, Αυτός που Προήλθε από το Μεταφυσικό Μηδέν, το Απύθμενο Χάος του Θεού, η Εικόνα του Αοράτου.
Όταν το Ένα (που Αποτελεί Συγκεκριμενοποίηση του Μηδενός, Ανάδυση της Ουσίας από το Μηδέν) Συνειδητοποιεί τον Εαυτό του στα Πλαίσια του Μηδενός τότε Αναδύεται η Αντίληψη του Πέρατος, του περιορισμού και του πεπερασμένου. Αυτή ακριβώς η αντίληψη του πεπερασμένου είναι που δημιουργεί την δυνατότητα της πολλαπλότητας και αποτελεί ταυτόχρονα την πραγμάτωσή της. Έτσι το Ένα Αντανακλάται μέσα στην Ίδια την Ουσία Του άπειρες φορές. Το Ένα Είναι Ένα, Είναι όλα, και κάθε τι ιδιαίτερο είναι Ολόκληρο το Ένα. Αυτό το Ολογραφικό Σύμπαν είναι ο Κόσμος του Κοσμικού Πυρός, του Φωτός, ο Φωτεινός Κόσμος του Νου, ο Αιώνιος Κόσμος των Ιδεών και της πολλαπλότητας.
Κάθε Αντίληψη – Ιδέα αποτελεί ένα πυρήνα ύπαρξης, ένα δυναμικό παράγοντα που μπορεί να δράσει ελεύθερα μέσα στο μηδέν (αλλά όχι στο Πρωταρχικό Μηδέν, παρά μόνο στην φτωχή εικόνα του μέσα στην δημιουργία και στην εξέλιξη). Έτσι από την Ιδέα δημιουργείται το δυναμούχο πνεύμα, η Ψυχή, η Μυστική Φύση, η Ζωοποιός Αιτία, το Ύδωρ της Ζωής, που αποτελεί (το ενδιάμεσο μεταξύ Ιδέας και ύλης και) το Πρότυπο της φυσικής μορφής.
Η υλική μορφή δεν είναι τίποτα άλλο από την υλοποίηση (μέσω της ζωοποιού ψυχής) της Ιδέας, ξανά και ξανά στον κόσμο της υλικής πολλαπλότητας, που είναι ατελής και παροδικός, κι αυτός κι οι μορφές του.
Ο Ορφέας λειτούργησε, μετά την Αντίληψη του Ανοιχτού Χάους στο Κέντρο της Ύπαρξής του, μετά το Βίωμα της Θεϊκής Ουσίας, σαν Οραματιστής, βλέποντας να Ξεδιπλώνεται μπροστά του το Πανόραμα της Ύπαρξης. Άλλοι πριν από αυτόν είχαν ανοίξει τον Δρόμο, είχαν αναφερθεί στην Ουσία του Κόσμου, κι είχαν περιγράψει τα Σύμβολά του. Ο Ορφέας μπόρεσε όλα αυτά να τα Συνθέσει σε Μια Εικόνα, σε μια Ενιαία Θεωρία, βάζοντας έτσι τα Θεμέλια της Θεολογίας.
Κατανοώντας  (ο Ορφέας) ότι η Σχέση της Ουσίας με τον Άνθρωπο είναι Δεδομένη (η Ίδια Ουσία) μπορούσε όχι μόνο να συμπεράνει την Εξέλιξη και τον Προορισμό του ανθρώπου αλλά και να βυθομετρήσει τις δυνατότητες του ανθρώπου, να στερεώσει τις Βαθμίδες που Οδηγούν στον Θεό, μέσω της Περισυλλογής και της Έκστασης και να περιγράψει με ακρίβεια την Οδό της Μύησης και την Μυητική Διαδικασία που μετουσιώνει τον άνθρωπο σε Θεό.
Η Ουσία και το Περιεχόμενο της Μύησης βρίσκονταν ήδη μέσα στο Μυητικό Βίωμα του Ορφέα, διαγράφονταν ήδη μέσα στο Θεολογικό Όραμά του και οι αντιλήψεις του για τις Μυητικές Βαθμίδες, τα Στάδια της Πνευματικής Εξέλιξης, καθορίζονταν ήδη από την περιγραφή του κόσμου(όπως την ταίριαξε ο Ορφέας μέσα στην αντίληψή του): Το Μεταφυσικό Μηδέν (το Ανοιχτό Χάος, το Άχρονο Θείον) Αγκαλιάζει τους τέσσερις κατώτερους κόσμους, τον Κόσμο του Ενός Παγκόσμιου Πνεύματος, τον Κόσμο του Φωτεινού Νου και των Ιδεών, τον Κόσμο της Ψυχής, και τον Φυσικό Κόσμο. Το Μηδέν και η Κατώτερη Τετρακτύς (κατά τις περιγραφές τον Πυθαγορείων αργότερα) αποτελεί την Ιερή Πεντάδα της Ύπαρξης. Υπάρχει πλήρης αντιστοιχία στα Πέντε Στοιχεία(Αιθέρας, Πνεύμα, Πυρ, Ζωντανό Ύδωρ, Γη) που ανυψώνονται σε Σύμβολα μέσα στην μεταφυσική σκέψη. Η Ανύψωση Ως Τον Θεό δεν μπορεί παρά να έχει Πέντε Βαθμίδες που αντιστοιχούν στην κυριαρχία των κατώτερων στοιχείων του Όντος, και την Τελική Επίτευξη που είναι η Ανάδυσή του στο Άχρονο. Πέντε Βαθμίδες Μύησης παρέδωσε ο Ορφέας στα Μυστήριά του και Πέντε Βαθμίδες Μύησης γνώριζαν οι Μύστες της Ελευσίνας, αιώνες μετά τον Ορφέα, (κι όχι τρεις όπως εσφαλμένα, από έλλειψη στοιχείων κάποιων δήθεν μελετητών υποστηρίζεται). Πως είναι δυνατόν, όταν οι Κόσμοι είναι Πέντε, τα Στοιχεία του Όντος είναι Πέντε, η Εξέλιξη του ανθρώπου, η Μύηση, κι η Ανύψωση Ως Τον Θεό να μην έχει Πέντε Βαθμίδες;
Οποιοσδήποτε (ακόμα και ερασιτέχνης και επιπόλαιος) μελετητής των θρησκειών αντιλαμβάνεται αμέσως ότι η Μυητική Οδός του Ορφέα είναι ανάλογη με εκείνη των άλλων Μεγάλων Μυστών, του Λάο Τσε, του Βούδα, του Ιησού αργότερα. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Όλοι μιλάμε για την Ίδια Φύση, το Ίδιο Ον (τον άνθρωπο), την ίδια σύνθεση, την ίδια εξέλιξη του όντος. Κανείς δεν θα μπορούσε να πει κάτι διαφορετικό. Στην πραγματικότητα (για να μιλήσουμε για τις ανώτερες Βαθμίδες της Μύησης), η περισυλλογή του νου για την οποία μιλάει ο Ορφέας και που αναλύει διεξοδικά ο Πυθαγόρας κι ο Πλάτωνας αργότερα, δεν είναι παρά το Ντυάνα (τα τέσσερα κατώτερα Ντυάνα) του Βούδα. Κι η Έκσταση του Ορφέα που μας οδηγεί βαθμιαία στην Ενότητα του Είναι, περιγράφεται σαν τα Τέσσερα Σαμμαπάτι  από τον Βούδα. Κι όταν ο Ορφέας Αναδύεται μέσα από τον εικονικό κόσμο της δημιουργίας στο Αρχέγονο Χάος του Θεού, τι άλλο είναι αυτό από το Νιρβάνα του Βούδα; (το Αδημιούργητό του); Ακόμα, υπάρχει πλήρης αντιστοιχία στις Μυητικές Βαθμίδες του Ορφέα και το Σύστημα του Πανταζάλι. Η περισυλλογή του νου είναι το σαμπράτζνατα σαμάντι και η Έκσταση είναι ακριβώς το Ασαμπράτζνατα Σαμάντι. Το Άχρονο του Ορφέα είναι το Καϊβαλγία του Πανταζάλι. Ακόμα, οι χριστιανοί μυστικοί, ξεκινώντας από το Κήρυγμα του Ιησού που Βίωνε την Παρουσία του Θεού, και τον Ιωάννη, και μετά τον Ωριγένη και τον Ευάγριο κι άλλους πατέρες, διαμόρφωσαν ανάλογο σύστημα πνευματικής προσευχής με αντίστοιχες βαθμίδες πνευματικής εξέλιξης…
…..
Η Μύηση, με την γενική έννοια του όρου, είναι μια πανάρχαια διαδικασία (πιο σωστά διαδικασίες) που σκοπό έχει να εισάγει τους νέους (ή οποιονδήποτε άλλον) σε μια νέα, πρακτική, κοινωνική, ψυχολογική, η πνευματική πραγματικότητα. Η Μύηση από την εφηβεία στην ωριμότητα, η μύηση στο κυνήγι (ή στο επάγγελμα) είναι πανάρχαια. Δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί η όποια γνώση αλλιώς. Η είσοδος σε μια θρησκευτική ομάδα (Θίασοι στην Αρχαία Ελλάδα)με συγκεκριμένη κοσμοθεωρία και δραστηριότητα είναι μια μύηση. Η φοίτηση στις Αρχαίες Σχολές, σαν την Ακαδημία του Πλάτωνα είναι επίσης μια μύηση. Ακόμα και σήμερα η φοίτηση στα σχολεία είναι μια μύηση (σε μια κατακομματιασμένη γνώση όμως, χωρίς πραγματικό προσανατολισμό).
Η Μύηση, πέρα από τα όποια θεωρητικά στοιχεία έχει (αναγκαστικά), είναι κυρίως μια πρακτική δραστηριότητα που πρέπει να πραγματοποιηθεί και να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα αλλιώς δεν μπορεί να προχωρήσει σε ανώτερα επίπεδα. Η Καθαρά Θρησκευτική Μύηση είναι Εσωτερική ενατένιση της ίδιας μας της Ουσίας, που συνδέεται στα Χαρακτηριστικά της με την Ίδια την Ουσία Του Παντός, της Φύσης, του Κόσμου. Για να φτάσουμε όμως σε αυτή την Πλήρη Αντίληψη της Πραγματικότητας χρειάζεται να περάσουμε από κάποια διαδικασία (αν και στα ανώτερα στρώματα της Ενατένισης κάθε διαδικασία σταματά φαινομενικά κι εισερχόμαστε σε μια Αδιαφοροποίητη Ροή της Αντίληψης). Μια τέτοια πραγματική βιωματική πορεία που μεταμορφώνει τη συνείδηση και την αντίληψη και την δραστηριότητά μας, έχει μια συγκεκριμένη εξέλιξη, διακεκριμένα στάδια και προσδιορισμένες υπαρξιακές καταστάσεις (ξεκινώντας από την απλή συνειδητοποίηση μέσα στον χώρο της ύπαρξης και φτάνοντας με την διεύρυνση της συνείδησης μέχρι το σημείο να Διαλυόμαστε μέσα στο Άπειρο, να Γινόμαστε Αυτό. Η Μύηση σαν Πορεία μέσα από τις διάφορες πνευματικές βαθμίδες συνδέεται όπως είναι φυσικό με την ίδια την Σύνθεση του Όντος, με τον άνθρωπο, με την σύνθεσή του. Με αυτή την έννοια η Μύηση δεν είναι παρά πρακτική εφαρμογή του Μυστικού Βιώματος και του Θεολογικού Οράματος που είναι συνέπειά του.
Ο Ορφέας, έχοντας ο ίδιος Βιώσει το Αρχέγονο Χάος, την Άχρονη Θεότητα, την Πηγή των Πάντων (που οι άνθρωποι στην εποχή του ονόμαζαν Δία, Αυτός που Ήταν, Είναι και Θα Είναι) κι έχοντας κατανοήσει όλη την Διαδικασία της Δημιουργίας μέσω της Θεϊκής Δράσης (που οι άνθρωποι ονομάζουν Θεό και Γιό Του Θεού, Διόνυσο) κι έχοντας εξερευνήσει βιωματικά τους κόσμους κι έχοντας εξαντλήσει κάθε στοχασμό για την ανθρώπινη οντότητα και την εξέλιξή της, ήθελε (όπως όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι) να Μεταδώσει αυτή τη Βιωματική Αλήθεια στους άλλους ανθρώπους, να Μυήσει τον άνθρωπο στην Πραγματικότητα που Βίωνε αυτός ο ίδιος, που είναι το απόσταγμα όλης της θρησκευτικής παράδοσης της εποχής του. Γιατί ο Ορφέας (όπως όλοι οι Μεγάλοι Μύστες) ήταν όχι ένας Πρωτοπόρος αλλά ένας Μεταρρυθμιστής. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανθρωπότητα προχωρά σαν σύνολο, σαν είδος, όχι σαν άτομα, ή σαν κοπάδι (αυτοί που έχουν αυτή την τελευταία εντύπωση είναι εχθροί του ανθρώπου).
Στην Ορφική Αντίληψη υπήρχαν Πέντε Μυήσεις που αντιστοιχούν στους Πέντε Κόσμους ή στα Πέντε Στοιχεία του Όντος, ή στις Πέντε Λειτουργίες της ανθρώπινης ύπαρξης (Θεότητα, Είναι, Νους, Ψυχή, Σώμα).
Όταν ο Ορφέας αποφάσισε να μιλήσει για τον Κόσμο της Θεότητας, δεν το έκανε ούτε θεωρητικά μιλώντας δημόσια (δεν λέγονται αυτά τα πράγματα έτσι), ούτε μαζικά. Εμπιστεύτηκε στην αρχή λίγους ανθρώπους και σιγά-σιγά οργάνωσε τον κύκλο των μυημένων, καθόρισε τις τυπικές διαδικασίες και τις Μυήσεις, τον Χώρο, τον Χρόνο, τις Δραστηριότητες.
Η Μύηση στην Ορφική Θεολογία, ή στην Λατρεία της Αληθινής Θεότητας, ή στην Λατρεία του Διονύσου (όπως κι αν το πούμε είναι το ίδιο) γινόταν από τον ίδιο τον Διδάσκαλο και με παρουσία συνήθως κι άλλων Μυημένων. Ο Μυημένος έμπαινε στον Κύκλο των Μυημένων όπου όλοι ήταν ίσοι κι ο Διδάσκαλος ξεχώριζε τελείως φυσικά με το πραγματικό μεγαλείο, σαν πατέρας και καθοδηγητής κι όχι σαν εξουσιαστής, επιβαλλόταν με την Σοφία του κι όχι με αυθαίρετο ή βίαιο τρόπο (όπως οι κοσμικοί άρχοντες).
Στην Μύηση μεταδίδονταν, πέρα από την Αλήθεια και πρακτικές οδηγίες που έχουν να κάνουν με την διαχείριση της ανθρώπινης ύπαρξης στα διάφορα επίπεδα εκδήλωσης της. Οι πρακτικές οδηγίες δεν αφορούσαν απλά τις εξωτερικές δραστηριότητες, αλλά κυρίως τις εσωτερικές λειτουργίες που τις προκαλούσαν και προπάντων την διαδικασία να απελευθερωθεί η Πραγματική Οντότητα, η Συνείδηση από όλες αυτές τις δραστηριότητες (σωματικές, ψυχικές, νοητικές, πνευματικές), να λύσει τελείως τα τετραπλά δεσμά στους κόσμους και στα διάφορα επίπεδα των κόσμων και να Ανυψωθεί Ως την Θεότητα. Λεπτομερή έκθεση αυτών των πρακτικών οδηγιών θα δώσουμε πιο κάτω (σε επόμενο άρθρο) όταν θα μιλήσουμε για την Ορφική Μύηση. Είναι σίγουρο πως η διαδικασία της Μύησης περιλάμβανε και ιερουργίες και τελετουργίες, χρήση της Μουσικής (που έχει ένα βαθύ μεταφυσικό νόημα), ύμνους προς τον Θεό, αφιερώματα κι εξωτερικές πράξεις, αλλά ποτέ δεν εξαντλειόταν σε όλα αυτά. Καθώς πρόκειται για μια Πρακτική Διαδικασία Προσωπικής Ανάπτυξης (που Οδηγεί στην υπέρβαση του εαυτού στο τέλος της) ο Μύστης έπρεπε να Βιώσει την Αλήθεια και να αποδείξει έμπρακτα τον βαθμό επίτευξής του με την Κατανόησή του και την Δραστηριότητά του. Έπρεπε κάποιος να επιβάλει με την Γνώση του και την Εμπειρία του την παρουσία του μέσα στον Κύκλο των Μυστών, αλλιώς δεν μπορούσε να σταθεί. Ήταν μια δύσκολη υπόθεση αλλά μέσα στις ανθρώπινες δυνατότητες.
Επίσης ο Χρόνος της Μύησης (και της κάθε Μυητικής Βαθμίδας ιδιαίτερα) δεν ήταν αυθαίρετος ούτε τυχαίος. Καθώς η Θεϊκή Δημιουργία θεωρείτο Κύκλος (αφού όλα ξεκινούν Από τον Άχρονο Θεό κι όλα Καταλήγουν Εδώ, στο τέλος της εξέλιξής τους) ο Ορφέας έβλεπε (όπως πολλοί άλλοι πριν από αυτόν και πολλοί σύγχρονοί του) ένα Σύμβολο της Θεϊκής Δημιουργίας στον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης (υπήρχε μια Ιερή Αντιστοιχία, όχι ταύτιση) και «ταύτιζε» σημαντικές Φάσεις της Δημιουργίας με Χρονικές Στιγμές στον Ετήσιο Κύκλο.
Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο (όταν ο Ήλιος στην φαινομενική του κίνηση στην εκλειπτική βρίσκεται στο πιο χαμηλό σημείο και ρίχνει τις ακτίνες του κάθετα στον Τροπικό του Αιγόκερω, σε απόσταση 23° 26′ 22″ νότια, στις 22 Δεκεμβρίου του χριστιανικού ημερολογίου – μιλώντας βέβαια για το Βόρειο Ημισφαίριο τη Γης, γιατί στο Νότιο Ημισφαίριο τα πράγματα γίνονται αντίστροφα) είναι (για τους Ορφικούς) η Πιο Ιερή Στιγμή του Χρόνου, το Α και το Ω, όπου ο Χρόνος διαλύεται στο Τίποτα και Ξαναγεννιέται για να αρχίσει τον Κύκλο του. Έτσι αυτή η Χρονική Στιγμή συνδέθηκε με το Άχρονο και με τον Ζαγρέα (που είναι η Εικόνα Του) κι εκφράστηκε αργότερα στην Δελφική Λατρεία με τις Τελετές του Χειμώνα. Η Χειμερινή Περίοδος ανήκε στον Διόνυσο τον Δημιουργό (που είναι ο Χειμωνιάτικος Ήλιος, ενώ η Θερινή Περίοδος είναι του Απόλλωνα, του Χορηγού της Ζωής (που είναι ο Θερινός Ήλιος). Για τον Ορφέα ο Διόνυσος κι ο Απόλλωνας είναι ο Ίδιος Θεός (μέσα στον Κύκλο της Δημιουργίας, και Συμβολίζεται από τον Ήλιο μέσα στον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης). Αυτό αποδεικνύεται, πέρα από τις μαρτυρίες Ορφικών και φιλοσόφων (σαν τον Αριστοτέλη) από την Δελφική Λατρεία όπου οι Δύο Θεοί Λατρεύονται σαν Όψεις Ενός Θεού, του Ίδιου Θεού. Έτσι σε όσους λένε ότι ο Ορφέας λάτρευε μόνο τον Διόνυσο ή μόνο τον Απόλλωνα απαντάμε ότι Διόνυσος κι Απόλλωνας είναι ο Ίδιος Θεός.
Μέσα σε αυτόν λοιπόν τον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης που καθορίζεται από την κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο και γύρω από τον εαυτό της οι πιο σημαντικές Στιγμές του Χρόνου είναι τα Ηλιοστάσια και οι Ισημερίες. Γνωρίζουμε βεβαίως (σήμερα) ότι το φαινόμενο των Εποχών οφείλεται στην κίνηση της γης γύρω από τον Ήλιο και στην κλίση του άξονα της γης. Αλλά ακόμα και σήμερα (κι έτσι θα είναι πάντα) αντιλαμβανόμαστε ότι εμείς είμαστε ακίνητοι στη γη κι ότι ο ήλιος κινείται γύρω από τη γη διαγράφοντας ένα πλήρη κύκλο στην διάρκεια ενός εικοσιτετράωρου. Αυτή η κυκλική τροχιά είναι η εκλειπτική, που όμως δεν είναι σταθερή αλλά (λόγω της ετήσιας κίνησης της γης γύρω από τον ήλιο μετατοπίζεται κάθε μέρα του έτους από λίγο (σαν ένας νοητός κύκλος γύρω από την νοητή διάμετρο των ισημεριών ή αλλιώς μια διάμετρο που ενώνει δύο σημεία του γήινου ισημερινού που προεκτείνονται στην φαινομενική εκλειπτική).
Και για να το εξηγήσουμε πιο απλά και πιο αναλυτικά: Στις 22 Δεκεμβρίου του χριστιανικού ημερολογίου (για να καταλάβουν όσοι χρησιμοποιούν αυτό το ημερολόγιο) ο νοητός κύκλος της εκλειπτικής ή αλλιώς η περιφέρεια του νοητού δίσκου στον οποίο κινείται ο Ήλιος (δηλαδή ο δίσκος πάνω στον οποίο κινείται στην πραγματικότητα η γη) και ο δίσκος που ταυτίζεται με τον ισημερινό της γη, του οποίου η νοητή προέκταση είναι ο ουράνιος ισημερινός έχουν διαφορά 23° 26′ 22″ με την εκλειπτική να είναι χαμηλότερα του ισημερινού (νότια). Αυτή την Χρονική Στιγμή οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν κάθετα στον Τροπικό του Αιγόκερω (δηλαδή οι κάτοικοι του Τροπικού του Αιγόκερω βλέπουν τον Ήλιο το μεσημέρι κατακόρυφα από πάνω τους - στο Ζενίθ του Ουράνιου Θόλου)… Κάθε μέρα που περνάει (λόγω της πραγματικής κίνησης της γης γύρω από τον ήλιο) ο νοητός κύκλος της εκλειπτικής ή ο δίσκος στην περιφέρεια του οποίου κινείται ο Ήλιος ανυψώνεται (προς το Βορά) και πλησιάζει τον Ισημερινό (τον πραγματικό της γης και την προέκτασή του τον ουράνιο ισημερινό στον Ουράνιο Θόλο). Ακριβώς στις 21,22 του Μάρτη του χριστιανικού ημερολογίου ο δίσκος της εκλειπτικής ταυτίζεται με τον δίσκο του Ισημερινού, δηλαδή η απόκλιση είναι 0°. Τότε ο Ήλιος φωτίζει εξίσου το Βόρειο και το Νότιο Ημισφαίριο της Γης κι έχουμε την Εαρινή Ισημερία (ίση μέρα ίση νύχτα). Αυτή την Χρονική στιγμή οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν κάθετα στον Ισημερινό (δηλαδή οι κάτοικοι του Ισημερινού βλέπουν τον Ήλιο το μεσημέρι κατακόρυφα από πάνω τους – στο Ζενίθ του Ουράνιου Θόλου)… Στην συνέχεια ο δίσκος της εκλειπτικής (συνεχίζοντας προς το Βορά) υπερβαίνει τον Ισημερινό και φτάνει στο ανώτερο σημείο στις 22 του Ιουνίου του χριστιανικού ημερολογίου και οι δύο δίσκοι της εκλειπτικής και του Ισημερινού έχουν τώρα απόκλιση 23° 26′ 22″ με την εκλειπτική να είναι τώρα ψηλότερα του Ισημερινού (βόρεια). Αυτή την Χρονική Στιγμή οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν κάθετα στον Τροπικό του Καρκίνου (δηλαδή οι κάτοικοι του Τροπικού του Καρκίνου βλέπουν τον Ήλιο το μεσημέρι κατακόρυφα από πάνω τους - στο Ζενίθ του Ουράνιου Θόλου)… Μετά ο δίσκος της Εκλειπτικής αρχίζει να χαμηλώνει προς τον Ισημερινό και στις 22 του Σεπτέμβρη του χριστιανικού ημερολογίου, όταν η απόκλιση γίνεται πάλι 0° οι δύο δίσκοι ταυτίζονται κι έχουμε την Φθινοπωρινή Ισημερία ). Αυτή την Χρονική στιγμή οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν πάλι κάθετα στον Ισημερινό (δηλαδή οι κάτοικοι του Ισημερινού βλέπουν ξανά τον Ήλιο το μεσημέρι κατακόρυφα από πάνω τους – στο Ζενίθ του Ουράνιου Θόλου)… Μετά ο δίσκος της Εκλειπτικής απομακρύνεται πάλι, χαμηλώνει για να φτάσει πάλι στο χαμηλότερο σημείο και στην μεγαλύτερη απόκλιση (νότια) στις 22 Δεκεμβρίου του χριστιανικού ημερολογίου…  Όλα αυτά που περιγράφουμε τα αντιλαμβάνεται ο κάτοικος του Βορείου Ημισφαιρίου. Στο Νότιο Ημισφαίριο τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Όσοι κατοικούν ανάμεσα στον Τροπικό του Καρκίνου και το Τροπικό του Αιγόκερω βλέπουν δύο φορές τον Ήλιο στο Ζενίθ του τόπου τους. Όσοι κατοικούν βόρια του Τροπικού του Καρκίνου και νότια του Τροπικού του Αιγόκερω  δεν βλέπουν ποτέ τον Ήλιο στο Ζενίθ, αλλά τον βλέπουν τόσο πιο ψηλά (μια φορά το χρόνο, στο θέρος τους) όσο πιο κοντά είναι προς τον Ισημερινό. Όσο ανεβαίνουμε προς τους πόλους τα πράγματα αλλάζουν. Στον Βόρειο Πόλο τον Χειμώνα, μετά τον Αρκτικό Κύκλο σε πλάτος 66° 33΄ 38΄΄, λόγω της κλίσης του άξονα της γης η περιοχή δεν φωτίζεται για έξη μήνες κι ακριβέστερα είναι σούρουπο και μόνο στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο ο Ήλιος, στο Βόρειο Πόλο, χάνεται τελείως, (ενώ το αντίστροφο συμβαίνει στο Νότιο Πόλο μετά τον Ανταρκτικό Κύκλο, σε νότιο πλάτος 66° 33΄ 38΄΄, στον Νότιο Πόλο ). Μετά, το Θέρος (για το Βόρειο Ημισφαίριο (πάλι λόγω της κλίσης του άξονα της γης ) η περιοχή φωτίζεται για έξη μήνες (ενώ το αντίστροφο συμβαίνει στο Νότιο Πόλο).
Όλα αυτά που περιγράψαμε συμβαίνουν λόγω ακριβώς της κίνησης της γης γύρω από τον Ήλιο και λόγω της απόκλισης του άξονα της γης σε σχέση με τον δίσκο πάνω στον οποίο κινείται στην πραγματικότητα, ενώ οι κινήσεις του Ηλίου στην διάρκεια της Ημέρας και του Έτους είναι φαινομενικές. Παρ’ όλα αυτά αυτές οι κινήσεις έχουν μεγάλη σημασία για την ζωή των ανθρώπων, σε καθημερινή και ετήσια βάση, και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκαν όχι μόνο από τους απλούς ανθρώπους αλλά και από τους πνευματικούς και θρησκευτικούς ηγέτες, κυριολεκτικά και Συμβολικά.
Ο Ορφέας (και οι Ορφικοί) τοποθέτησαν λοιπόν γι’ αυτούς τους λόγους τις Μυήσεις σε σχέση με αυτές τις σημαντικές Χρονικές Στιγμές (Ηλιοστάσια και Ισημερίες):
Η Περίοδος μετά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο είναι κατάλληλη για να δοθεί η Πρώτη Μύηση που αφορά την γέννηση, τον ερχομό στον κόσμο και την αίσθηση της ζωής. Η Πρώτη Μύηση αφορά (όπως είπαμε και πιο πάνω) όχι μόνο την ορθή διευθέτηση της εξωτερικής δραστηριότητας, αλλά κυρίως τον έλεγχο της λειτουργίας της Συνείδησης σε σχέση με το σώμα, που θα προετοιμάσει την Λύση των δεσμών με το σώμα. Τότε τοποθετούνται και οι Γιορτές της Άνοιξης.
Η Περίοδος μετά την Εαρινή Ισημερία είναι κατάλληλη για να δοθεί η Δεύτερη Μύηση που αφορά την διαχείριση των ψυχικών λειτουργιών (αλλά κυρίως πως συνδέεται η Ψυχή με το σώμα και πως ελέγχεται και λύεται αυτός ο δεσμός). Η παράδοση αυτή ακολουθείται ακόμα πολλούς αιώνες μετά στην Ελευσίνα (αφού την άνοιξη τελούνται τα Μυστήρια της Περσεφόνης στην Αθήνα με εποπτεία της Ελευσίνας).
Η Περίοδος μετά το Θερινό Ηλιοστάσιο που στέκει σαν σύμβολο απέναντι στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο κι είναι η Ιερή Στιγμή της Πληρότητας της Φύσης, του ανθρώπου, της εξέλιξης, η Στιγμή που αρχίζει η Αιώνια Επιστροφή θεωρήθηκε κατάλληλη για να δοθεί η Τρίτη Μύηση που αφορά την Περισυλλογή του νου από τον κόσμο και την στροφή προς τα Έσω, προς τον Αόρατο Κόσμο της Θεότητας.
Η Περίοδος μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία θεωρήθηκε ώριμη για να μυηθεί ο άνθρωπος στην Έκσταση, δηλαδή στην υπέρβαση της σκεπτοδιαδικασίας και στην διεύρυνση της Συνείδησης μέχρι τον Άπειρο Θεό. Οδηγός εδώ είναι ο Ίδιος ο Θεός με το Όνομα του Βάκχου. Αυτή την Περίοδο γίνονται κι αργότερα τον Δεκέμβριο οι Χειμερινές Γιορτές από τις μαινάδες του Παρνασσού.
Κοντά στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο (κι ουσιαστικά έξω από την ροή του χρόνου) ο Ορφέας τοποθέτησε την πιο Ιερή Στιγμή στην εξέλιξη του ανθρώπου, την Ολοκληρωτική Απορρόφηση της οντότητας στο Θεό. Τότε δίνονταν η Πέμπτη Μύηση, αν και  ελάχιστοι είναι ακόμα και σήμερα αυτοί που μπορούν να δεχτούν την Πλήρη Αποκάλυψη της Αλήθειας.΄
Έτσι σοφά τοποθετήθηκαν οι Πέντε Μυήσεις στην διάρκεια του Φυσικού Έτους και η εξέλιξη της φύσης συνδέθηκε με την εξέλιξη του ανθρώπου για να θυμίζει στον άνθρωπο ότι Προέρχεται από τον Θεό και στον Θεό Καταλήγει. Ταυτόχρονα καθιερώθηκαν κάποιες γιορτές που συνδέονται τόσο με τον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης, όσο και με την εξέλιξη του ανθρώπου και τις Μυήσεις. Επίσης αφομοιώθηκαν Διονυσιακές Γιορτές, ακόμα και λαϊκές γιορτές που σχετίζονται με την ζωή των ανθρώπων.
Για το ουσιαστικό περιεχόμενο της Μύησης (ή των Πέντε Μυήσεων) θα μιλήσουμε αναλυτικά σε επόμενο άρθρο.
Σε Ιερουργικό και τελετουργικό επίπεδο κάθε θρησκευτική, μυητική, η ευχαριστήρια δραστηριότητα εκφράζεται σε πέντε επίπεδα:
Στο Θεό αντιστοιχεί και αναφέρεται το ουσιαστικό περιεχόμενο κάθε δραστηριότητας.
Στην Πνευματική Ενότητα αντιστοιχεί η Μουσική, που θεωρείται Θεϊκή Τέχνη. Η Μουσική είναι Αρμονία που συμπλέκει όχι ισότητες αλλά ανισότητες για να δημιουργήσει ένα στέρεο και ολοκληρωμένο σύνολο: μια Ενότητα. Ο Ορφέας όχι μόνο ήταν Μεγάλος Μουσικός αλλά χρησιμοποίησε επίσης την Μουσική στην Λατρεία και όχι μόνον.
Στο Νου αντιστοιχεί το άναμμα της Τελετουργικής Φωτιάς που Φανερώνει την Πραγματικότητα κι ο Ιερός Λόγος Που ονοματίζει τα πράγματα,  (Η πιο υψηλή μορφή του Ιερού Λόγου είναι ο Ύμνος Προς Τον Θεό).
Στην Ψυχή αντιστοιχούν τα άνθη της προσφοράς. Τα άνθη είναι τα άνθη της ζωής, κάτι πολύτιμο, πραγματικά άνθη, καρποί, ζώο, ή κάτι άλλο.
Τέλος στο Σώμα αντιστοιχούν τα «άδεια χέρια της προσευχής».
Αυτές είναι οι Πέντε Ιερές Προσφορές: Η Ουσία της Δραστηριότητας, η Μουσική, η Φωτιά και οι Ύμνοι, τα Άνθη, και η στάση ή η κίνηση της προσευχής. Βεβαίως ανάλογα το επίπεδο της Μύησης άλλαζε όχι μόνο το Ουσιαστικό περιεχόμενο της Δραστηριότητας αλλά και τα άλλα στοιχεία, η Μουσική κλπ. για να προσαρμοστούν στις συγκεκριμένες συνθήκες. Πάντως σε όλες τις Μυήσεις γινόταν χρήση αυτών των ιερών προσφορών, δεν υπήρχε ιερουργία ή τελετουργική πράξη που να μην είχε αυτά τα πέντε στοιχεία.
…..
Στην Ακρόπολη των Λειβήθρων όπου υπήρχε Πανάρχαιος Ναός  (γιατί πάντα οι άνθρωποι ήταν θρησκευόμενοι) ο Ορφέας (χρησιμοποιώντας τον Ναό που υπήρχε ή βελτιώνοντάς τον, δεν γνωρίζουμε ακριβώς) Εγκαθίδρυσε το Τελεστήριο των Μυστηρίων του. Μετά τον θάνατο του Ορφέα έγινε Ναός Λατρείας του, μέχρι την φυσική καταστροφή του πολύ αργότερα από πλημμύρα.


Η Ακρόπολη των Λειβήθρων στις παρυφές του Ολύμπου, σήμερα. Εδώ βρισκόταν πριν 29 αιώνες το Ιερό Τελεστήριο του Ορφέα, όπου Τελέσθηκαν για πρώτη φορά τα Ορφικά Μυστήρια. Η Πόλη των Λειβήθρων βρίσκονταν Β., ΒΔ. της Ακρόπολης.
Το Περιεχόμενο της Μύησης (των Πέντε Μυήσεων) θα αναλυθεί, όπως είπαμε σε επόμενο άρθρο (Η Ορφική Μύηση).
Τα Ορφικά Μυστήρια όπως Καθιερώθηκαν από τον Ορφέα και διατηρήθηκαν μετά από μοναχικούς ορφικούς μύστες ή αργότερα σε Ορφικούς Θιάσους, μεταδόθηκαν σαν Ιερή Αποκάλυψη και επηρέασαν βαθιά τόσο την Δελφική Λατρεία όσο και την Ελευσίνια Θεολογία αλλά μολονότι η φήμη του Ορφέα σαν Μεγάλου Μύστη και Θεολόγου εξαπλωνόταν στην Ιστορία και στην κοινωνία των ανθρώπων, ποτέ δεν εξηγήθηκαν τόσο καλά όσο την εποχή που ζούσε ο Ορφέας πάνω στη γη. Από άποψη Περιεχομένου, Οργάνωσης και Πρακτικής Χρησιμότητας τα Ορφικά Μυστήρια είναι κάτι πολύ ανώτερο από όσα διατήρησαν και δίδαξαν μετά οι άνθρωποι. Έτσι σιγά-σιγά η Γνώση διαλύθηκε μέσα στην Ιστορία μέχρι σήμερα, που ανιχνεύουμε τα ίχνη της (και πρέπει να κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να Ανασυνθέσουμε τη Διδασκαλία του Ορφέα). Και μολονότι ο Ορφέας όχι μόνο υπήρξε Πραγματικό Πρόσωπο και Μεγάλος Διδάσκαλος που Δίδαξε και άφησε Ίχνη της Διδασκαλίας του, σήμερα, όταν μιλάμε για τον Ορφέα και την Διδασκαλία του πολλοί μας ακούνε με δυσπιστία κι ας λέμε λίγα σε σύγκριση με αυτά που έχουμε διερευνήσει και γνωρίζουμε, αφού τα έχουμε υποβάλει σε αυστηρό έλεγχο για να μην περάσουμε από την αντικειμενική ιστορία στον χώρο της φαντασίας και του μύθου.
Δυστυχώς οι σημερινοί Έλληνες μετά από τόσους αιώνες σκλαβιάς (στους Έλληνες Μακεδόνες, στους Ρωμαίους, στους Βυζαντινούς, στους Οθωμανούς, και σήμερα στους Ευρωπαίους Simian) έχουν χάσει κάθε επαφή με τις ιστορικές ρίζες τους, με την ιδεολογία των προγόνων τους και με την παλιά αντίληψη της Πραγματικότητας που είναι η Αιώνια Αλήθεια. Έχουν καταντήσει λαθρεπιβάτες της Ιστορίας.
.....
Να σημειώσουμε τέλος, κλείνοντας το άρθρο, ότι κατά την Αντίληψη του Ορφέα ο Άχρονος Θεός που Γεννά τον Δημιουργό και την δημιουργία και τον άνθρωπο και την φύση, τα Αγκαλιάζει όλα και τα αποδέχεται όλα, και την Θεϊκή και την ανθρώπινη (προσωρινή) κατάσταση, Εντάσσοντάς τα όλα στον Κύκλο της Εξέλιξης.
Ο Ορφέας, αν και ανυψώθηκε Ως το Θείο Είναι (τον Θεό Διόνυσο) και το Άχρονο και Διεύρυνε την Αντίληψή του μέχρι το Άπειρο, δεν υπήρξε ποτέ ένας απομονωμένος μυστικιστής που απορρίπτει τον κόσμο. Το αντίθετο. Αποδέχεται την ζωή και τον κόσμο και μάλιστα τα τιμά. Πως όμως; Με Οδηγό την Ιερή Γνώση εντάσσει την ζωή μέσα στον Κύκλο της Θείας Εξέλιξης και την μετουσιώνει σε μια Πορεία από τον Θεό στην ζωή, στον κόσμο και πάλι πίσω στον Θεό. Έτσι όλα βρίσκουν την θέση τους. Ο άνθρωπος οφείλει να ζήσει την ζωή με Γνώση και πάλι με Γνώση οφείλει, όταν έρθει η ώρα, να εγκαταλείψει την ζωή, για να Επιστρέψει στην Πηγή του. Ο Ορφέας δεν υπήρξε ποτέ εχθρός της ζωής και του κόσμου και του σώματος, όπως (εσφαλμένα) λένε μερικοί ανόητοι. Κι αν θεωρεί το σώμα τάφο της ψυχής (όπως δίδασκε κι ο Πυθαγόρας κι ο Πλάτωνας, αργότερα) αυτό γινόταν μόνο όταν ο άνθρωπος λησμονούσε τελείως την Θεϊκή Προέλευσή του και έχανε τον Αιώνιο Προορισμό του, που είναι να Επιστρέψει στο Θεό του.
Αυτός είναι ο λόγος (αυτή η αντίληψη) που ο Ορφέας όχι μόνο τιμούσε τον Ετήσιο Κύκλο της Φύσης και τα Ηλιοστάσια και τις Ισημερίες στα οποία βρήκε τα σημάδια της Θεϊκής Εξέλιξης αλλά και αποδεχόταν πλήρως την εξωτερική Διονυσιακή Λατρεία σαν ένα ακόμα τρόπο προσέγγισης του Θεού και Καθόρισε Γιορτές του Χειμώνα, της Άνοιξης, του Θέρους και του Φθινοπώρου, Γιορτές που έγιναν μετά Πρότυπες που καθιερώθηκαν επίσημα στην Κλασσική Αθήνα.
Ο Ορφέας υπήρξε ένας Ολοκληρωμένος Άνθρωπος που Βίωνε όλες τις βαθμίδες εξέλιξης του ανθρώπου, κάθε χρόνο (μέσα στον ετήσιο κύκλο), σε όλη του την ζωή, διδάσκοντας τους ανθρώπους να ζουν κι αυτοί ολοκληρωτικά, ολόκληρη την διαδρομή, από τον Θεό (από την γέννηση)στην ολοκλήρωση στη ζωή μέσα στον κόσμο, κι από την ζωή στον κόσμο (μέσω της Μύησης) πίσω στον Θεό. Μόνο όταν ο άνθρωπος έκανε όλη την διαδρομή μπορούσε να είναι ολοκληρωμένος. Όπως και να έχει αυτοί που ακολουθούσαν αυτόν τον δρόμο της Εξέλιξης ήταν πιο πολλοί στην Αρχαία Εποχή παρά σήμερα στον «πολιτισμένο κόσμο».
Ο Ορφέας δεν λάτρευε μόνο τον Άχρονο Δία, δεν λάτρευε μόνο τον Ζαγρέα του Χειμώνα, αλλά και τον Διόνυσο της Άνοιξης και τον Απόλλωνα του Θέρους, και τον Βάκχο του Φθινοπώρου. Λάτρευε τον Θεό σε κάθε Όψη Του, ζούσε την ζωή σε κάθε εκδήλωσή της μέσα στο Φως της Γνώσης, πάνω στην Οδό της Αρετής, στην Αιώνια Κατοικία της Πλήρους Εκπλήρωσης κάθε Προορισμού.
Αυτός ήταν ο Ορφέας! Πώς να μην νοιώσεις όχι σεβασμό αλλά δέος, για ένα Τόσο Μεγάλο Άνθρωπο; Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε ταπεινοί μαθητές του.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1. PART I. THE SACRED THRESHOLD, A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna, Chapter I, The Battlefield as the Soul's Mirror
Monday, 2 March, 2026

1. PART I. THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter I

The Battlefield as the Soul's Mirror

"The battlefield is the soul. The armies are the forces within every human consciousness: the forces of attachment and the forces of liberation, the love that binds and the love that sets free."

 

I. The Invisible Frontier

In the deepest strata of spiritual tradition — across the Vedic forests where rishis sat in sustained contemplation, across the desert silences where prophets received their searing visions, across the candlelit cells of medieval mystics — there exists a recurring recognition: that the most decisive geography of the human journey is not external but interior. There is, in the language of perennial wisdom, a threshold. It is not found upon any map drawn by human hands, not marked by stone or river or the boundary lines of kingdoms. It is, rather, the invisible frontier of the soul itself — a trembling edge where the ordinary self dissolves and something ancient and vast begins to speak.

This threshold has been named in many ways across the traditions. The Sufis called it the station of annihilation — fana — where the small self is emptied of its habitual contents. The Christian contemplatives spoke of the dark night, that terrible passage through which the soul moves from the consolations of the surface life toward the abyss where God alone remains. The Zen tradition points to it through its impossible questions, its koans that crash like waves against the wall of the rational mind until that wall, at last, begins to give way. In every case, the threshold is recognized not as a comfortable crossing but as a shattering one — not as a gentle transition but as a radical rupture with everything the constructed self has taken for solid ground.

It is upon such a threshold that the warrior Arjuna found himself — not merely upon the sacred plain of Kurukshetra where the two great armies stood arrayed in the morning light, but within the infinite interior landscape of his own being. The outer drama — the horses, the conches, the terrible symmetry of armies prepared for slaughter — was real. But it was also symbolic, in the deepest sense of that word: it was a visible image of something that had always been invisibly true. The battle that was about to be fought had been gathering, in one form or another, in the soul of Arjuna — and in the soul of every human being who has ever stood at a crossroads that matters — for a very long time.

II. Kurukshetra: The Sacred Field of Inner Warfare

Kurukshetra — whose very name means the field of sacred action — is presented to the outward eye as a battlefield, vast and terrible, lined with armies whose banners snap in the morning wind. The scene is one of extraordinary sensory intensity: the roar of conch-shells splitting the dawn, the restless stamping of horses, the glitter of armor and the cold gleam of weapons, the faces of warriors hardened by years of preparation for precisely this moment. To the strategic mind, it is a complex military situation, pregnant with tactical possibilities and mortal dangers. To the political mind, it is the culmination of a dynastic struggle with profound consequences for the future of a civilization.

But to the mystic's vision — to the eye that has learned to read the outer world as a text written in the language of the soul — every detail of that scene speaks a deeper language. The conches that cry out across the field are not merely instruments of war: they are the voices of creation and dissolution, the sound of the sacred syllable that underlies all existence, the primordial vibration that both initiates and consummates every cycle of manifestation. The white horses drawing the divine chariot are not merely animals bred for speed and endurance: they are symbols of the purified senses, the faculties of perception disciplined and consecrated for the journey toward truth. And the two armies, arranged in their perfect and terrible symmetry, are not merely historical actors in a political conflict: they are the forces within every human consciousness, locked in the eternal struggle that is the very essence of the spiritual life.

For there is no one who does not carry within themselves these two armies. On one side stand the Kauravas — and in their symbolic meaning, they represent attachment, ego, the grasping of the small self after the pleasures and securities and identities it has fashioned for itself. On the other side stand the Pandavas — representing the deeper impulses of the soul: the longing for truth, the capacity for sacrifice, the courageous willingness to surrender what must be surrendered in order to become what one is truly called to be. The battlefield of Kurukshetra is the soul. The war is the war that has always been waging within every human heart that is honest enough to acknowledge it.

III. The Charioteer Who Holds the Stars

There is no detail in this opening chapter of the Bhagavad Gita more astonishing, more theologically audacious, more mystically precise than the role assigned to the Lord Shri Krishna. He who is, in the fullness of the Gita's revelation, the Absolute itself — that infinite, inexhaustible, self-luminous presence from which all existence arises and into which all existence returns — takes the role not of a warrior, not of a king, not of a general marshaling the forces of righteousness. He takes the role of a charioteer. He drives the horses. He holds the reins. He waits, with perfect patience and perfect love, for the moment when his despairing passenger is ready to receive what only the Absolute can give.

This image — the infinite made humble, the absolute made intimate, the Divine choosing to serve — is not merely a narrative device. It is one of the most profound teachings that spiritual wisdom has ever offered to the human soul. It tells us something essential about the nature of the sacred: that the Divine does not impose. That the highest presence is also, in some mysterious and inexhaustible way, the most patient. That the light which created the galaxies and breathes life into every particle of existence is content to wait — at the center of every human heart, at the still point around which all the tumult of the world revolves — until the soul, exhausted and emptied and honest at last, turns and asks its deepest question.

Krishna does not fight in the battle of Kurukshetra. He holds the reins. And in holding them, he demonstrates what the mystics of all traditions have affirmed: that the deepest form of guidance is not coercion but presence. It is not the voice that commands but the stillness that invites. It is not the force that drives the soul forward but the love that calls it home. The Divine Charioteer is the image of that inexhaustible divine patience — that quality of the sacred which the Psalmist glimpsed when he wrote that even in the valley of death's shadow, a presence walks beside us, not eliminating the darkness but transforming its meaning entirely.

IV. The Trembling of the Bow and the Birth of Genuine Seeing

When Arjuna stands in the chariot between the two armies and gazes upon the faces arrayed before him, something extraordinary occurs. The hero — celebrated for his skill, his valor, his unmatched mastery of the bow — is suddenly undone. His limbs tremble. His throat becomes parched. The magnificent bow Gandiva slips from fingers that have held it unwavering through a thousand trials. His skin burns. His mind whirls in a darkness it cannot name. And crucially, impossibly — he sees.

For the first time, perhaps, in all his years of training and warfare and preparation, Arjuna truly sees what is arrayed before him. Not enemies. Not abstractions. Not strategic obstacles to be neutralized by superior technique. He sees faces. Beloved faces. The grandfather Bheeshma, whose white hair is the color of wisdom and whose blessings have been the shelter of Arjuna's entire life. Teachers and uncles and brothers and sons — all the intricate weaving of love and memory and shared existence that constitutes what human beings know as home. The very ones for whose sake, in some earlier chapter of his life, he had desired glory and victory. He sees them, and in seeing them with the full force of his humanity — as vulnerable, mortal, beloved — he is pierced to the very core of his being by a grief so vast it is almost indistinguishable from love.

The trembling of Arjuna's body is the trembling of a soul standing at the very edge of transformation. It is the shudder that precedes illumination, the darkness that comes just before the dawn breaks over an unsuspected horizon. When the self that has been constructed through years of duty and identity and attachment is suddenly confronted with the enormity of what it is asked to do, it does not merely hesitate — it collapses. And in that collapse, something sacred becomes possible. For it is only in the moment when the old self cannot go forward that the deeper self — the one that has always been present, always been watching, always been waiting — is given room to emerge.

V. The Ancient Question at the Heart of Things

Arjuna speaks, and his words are not merely the words of a warrior paralyzed by sentiment. They are the words of a soul sounding the depths of an ancient question — the question that has always haunted human consciousness wherever it is honest enough to ask it: What is worth suffering for? What is worth killing for? What, in truth, is worth living for? These questions are not rhetorical. They are not evasions of duty or symptoms of weakness. They are the honest cries of a soul suddenly awake to the terrible cost of existence, suddenly aware that the victories the world offers are purchased at a price the heart finds impossible to pay.

He speaks of kingdoms and pleasures — and in speaking of them, reveals how hollow they have become in this moment of searing clarity. What use is a kingdom, he asks, when those for whose sake one desired it stand on the opposite shore, preparing to die? What use is pleasure when it is built upon the ruins of those one loves? The words carry within them, almost despite themselves, a recognition that the contemplative traditions have always understood: that the things of the world, pursued for their own sake, can never satisfy the longing that drives the human soul. They are not wrong in themselves — but they are incomplete. They point toward something they cannot contain.

In this despairing inquiry, Arjuna unknowingly becomes a teacher. His very confusion is a form of wisdom, for it arises from a refusal to pretend that the easy answers are sufficient. The warrior who has slain ten thousand enemies is undone not by an enemy but by love — by the impossibility of the choice that love places before him. And it is precisely this undoing, this radical honesty about the cost of things, that prepares the ground for the teaching that follows. For the Divine has always spoken most clearly to souls that have stopped pretending they already know the answers.

VI. The Silence That Holds Everything

There is a moment of extraordinary significance in this opening chapter that is easily overlooked in the drama of what surrounds it. It is the moment of silence — the moment after Arjuna has spoken all his sorrow and all his confusion, after he has laid down his bow and sunk, broken-hearted, onto the seat of the chariot. For a breath — perhaps for many breaths — nothing is said. The vast armies wait in their terrible stillness. The drums are silent. The conch-shells are still. And in that silence, which is both the lowest point of Arjuna's despair and the highest point of his readiness, the Divine prepares to speak.

This silence is itself a teaching. It is the silence that every genuine seeker eventually encounters — the silence that follows the exhaustion of every argument, every strategy, every attempt to think one's way through the mystery of existence. It is the silence that the Zen tradition evokes with its koans — those impossible questions designed to bring the rational mind to its knees before a reality that exceeds it. It is the silence of the Quaker meeting, where gathered souls wait in shared expectation of a word that arises not from human cleverness but from the deep well of presence that underlies all things. It is the silence that the desert fathers and mothers cultivated through decades of solitude and prayer — not the silence of absence, but the silence of a fullness so complete it has no need of words.

In this silence, the entire tradition of mystical inquiry finds its most concentrated expression. For the mystic has always understood that the most important movements in the life of the soul happen not in the noise of activity but in the stillness that activity has made impossible until now. The falling of the bow is the falling away of everything Arjuna has used to define and sustain himself. And in the space left by that falling, in the emptiness that the ego cannot fill, the divine voice — patient as eternity, tender as the first light of morning — begins its inexhaustible work.

VII. The Gift Hidden in the Fall

The despondency of Arjuna — the title of this first chapter of the Gita — might seem at first glance to be something merely preliminary, a weakness to be corrected by the wisdom that follows, a darkness valued only for the light it makes possible. But the deeper mystical reading refuses this dismissal. The despondency is not merely the darkness before the dawn; it is itself a form of light. It is the light of radical honesty, the light of a soul that will no longer pretend, that can no longer maintain the comfortable fictions by which ordinary life sustains itself. It is, in its own way, an act of seeing — the most costly and courageous kind of seeing, the kind that does not spare itself the full weight of what it perceives.

When Arjuna sinks in his chariot and lets the bow fall from his hands, he performs — unknowingly, involuntarily, in the very depths of his despair — the most profound spiritual act it is possible to perform: he surrenders. Not the surrender of defeat. Not the surrender of a spirit broken beyond recovery. But the surrender of self-sufficiency, the surrender of the illusion that human beings can navigate the deepest waters of existence by the power of their own understanding alone. He surrenders the bow — and in surrendering it, he opens his hands to receive something infinitely more potent than any weapon the world can offer.

The mystical traditions of East and West have recognized this moment, this dark gift hidden within apparent catastrophe, this grace that arrives precisely when the human soul has exhausted every other resource. The Sufi poet Rumi, whose verses pulse with the ache of divine longing, understood it: the wound is the place where the light enters. The Christian mystic Meister Eckhart understood it: God cannot fill what is already full; the soul must be empty before it can be filled with the divine. The Buddhist traditions understand it in the teaching of beginner's mind — that the mind which knows nothing is the mind open to everything. What all these traditions are pointing toward is precisely the gift hidden in Arjuna's fall: that the collapse of the ego's certainties is not the end of the spiritual life but its true beginning.

VIII. The Threshold Crossed — The Teaching Begins

And so it is that this ancient text — preserved across millennia, carried through the long history of human longing and seeking — begins not with triumph but with collapse, not with certainty but with confusion, not with the answer but with the question. In this choice of beginning, the Gita reveals its deepest wisdom: that the question, asked with sufficient honesty and sufficient desperation, is already a form of prayer. That the falling of the bow is already a kind of worship. That the moment when the hero becomes, for the first time, genuinely lost — is the moment when the possibility of being genuinely found becomes real.

Arjuna's despondency is not an obstacle to the sacred encounter; it is its very precondition. The divine cannot give what the human refuses to receive, and the human cannot receive what the ego's hands are too full to hold. Only when those hands are empty — only when the bow has fallen, the identity has shattered, the comfortable certainties have dissolved in the heat of what cannot be avoided — can the gift that was always being offered find its way home. This is not merely the teaching of the Gita. It is the unanimous testimony of every soul that has ever traveled far enough into the interior to discover what waits at the center of all things.

The great battlefield falls silent. The armies wait, suspended in a moment that contains all of time. Arjuna sits in his chariot, emptied of everything that he thought he was, everything that he thought he wanted, everything that he thought he knew. And beside him — patient as the stars, present as breath, as intimate as the pulse of his own bewildered heart — the Divine Charioteer turns, and speaks.

 

"Arjuna sinks. The bow falls. The silence descends. And in that silence — vast as the sky above Kurukshetra, still as the eye of the divine storm — the teaching begins."

1. ΜΕΡΟΣ Ι: ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

 

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απελπισία του Αρτζούνα

 

Κεφάλαιο Ι

 

Το Πεδίο της Μάχης ως Καθρέφτης της Ψυχής

 

«Το πεδίο της μάχης είναι η ψυχή. Οι στρατοί είναι οι δυνάμεις μέσα σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση: οι δυνάμεις της προσκόλλησης και οι δυνάμεις της απελευθέρωσης, η αγάπη που δένει και η αγάπη που ελευθερώνει.»

 

I. Το Αόρατο Σύνορο

 

Στα βαθύτερα στρώματα της πνευματικής παράδοσης — μέσα στα βεδικά δάση όπου οι ρίσι κάθονταν σε αδιάκοπη περισυλλογή, μέσα στις ερημικές σιωπές όπου οι προφήτες δέχονταν τις καυτές οράσεις τους, μέσα στα κελιά με τα κεριά των μεσαιωνικών μυστικών — υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη αναγνώριση: ότι η πιο αποφασιστική γεωγραφία του ανθρώπινου ταξιδιού δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερική. Υπάρχει, στη γλώσσα της αιώνιας σοφίας, ένα κατώφλι. Δεν βρίσκεται σε κανέναν χάρτη που χάραξαν ανθρώπινα χέρια, δεν σημειώνεται από πέτρα ή ποτάμι ή από τα σύνορα βασιλείων. Είναι, αντιθέτως, το αόρατο σύνορο της ίδιας της ψυχής — μια τρεμάμενη άκρη όπου το συνηθισμένο εγώ διαλύεται και κάτι αρχαίο και απέραντο αρχίζει να μιλά.

 

Αυτό το κατώφλι έχει ονομαστεί με πολλούς τρόπους μέσα στις παραδόσεις. Οι Σούφι το ονόμασαν σταθμό της αφανίσεως — fana — όπου το μικρό εγώ αδειάζει από τα συνήθη περιεχόμενά του. Οι χριστιανοί στοχαστές μίλησαν για τη σκοτεινή νύχτα, εκείνο τον τρομερό διάδρομο μέσα από τον οποίο η ψυχή περνά από τις παρηγοριές της επιφανειακής ζωής προς την άβυσσο όπου παραμένει μόνο ο Θεός. Η παράδοση του Ζεν το δείχνει μέσα από αδύνατες ερωτήσεις, τα κοάν της που σκάνε σαν κύματα στον τοίχο του λογικού νου μέχρι που ο τοίχος, επιτέλους, αρχίζει να υποχωρεί. Σε κάθε περίπτωση, το κατώφλι αναγνωρίζεται όχι ως μια άνετη διάβαση αλλά ως μια συντριπτική — όχι ως μια ήπια μετάβαση αλλά ως μια ριζική ρήξη με ό,τι ο κατασκευασμένος εαυτός έχει θεωρήσει στέρεο έδαφος.

 

Πάνω σε ένα τέτοιο κατώφλι βρέθηκε ο πολεμιστής Αρτζούνα — όχι απλώς στο ιερό πεδίο του Κουρουξέτρα όπου οι δύο μεγάλοι στρατοί στέκονταν παρατεταγμένοι στο πρωινό φως, αλλά μέσα στο άπειρο εσωτερικό τοπίο της ίδιας του της ύπαρξης. Το εξωτερικό δράμα — τα άλογα, οι σάλπιγγες, η τρομερή συμμετρία των στρατών έτοιμων για σφαγή — ήταν πραγματικό. Αλλά ήταν επίσης συμβολικό, με την πιο βαθιά έννοια της λέξης: ήταν μια ορατή εικόνα κάτι που πάντοτε ήταν αόρατα αληθινό. Η μάχη που επρόκειτο να δοθεί είχε συγκεντρωθεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, στην ψυχή του Αρτζούνα — και στην ψυχή κάθε ανθρώπου που έχει σταθεί ποτέ σε ένα σταυροδρόμι που πραγματικά μετράει — εδώ και πολύ καιρό.

 

II. Κουρουξέτρα: Το Ιερό Πεδίο του Εσωτερικού Πολέμου

 

Το Κουρουξέτρα — του οποίου το ίδιο το όνομα σημαίνει το πεδίο της ιερής δράσης — παρουσιάζεται στο εξωτερικό μάτι ως πεδίο μάχης, απέραντο και τρομερό, γεμάτο στρατούς των οποίων οι σημαίες ανεμίζουν στον πρωινό άνεμο. Η σκηνή είναι γεμάτη εξαιρετική αισθητηριακή ένταση: ο βρυχηθμός των κελυφών κονχών που σχίζουν την αυγή, το ανήσυχο χτύπημα των αλόγων, η λάμψη της πανοπλίας και η κρύα λάμψη των όπλων, τα πρόσωπα των πολεμιστών σκληραγωγημένα από χρόνια προετοιμασίας ακριβώς γι’ αυτή τη στιγμή. Για τον στρατηγικό νου, είναι μια περίπλοκη στρατιωτική κατάσταση, έγκυος με τακτικές δυνατότητες και θανάσιμους κινδύνους. Για τον πολιτικό νου, είναι η κορύφωση μιας δυναστικής διαμάχης με βαθιές συνέπειες για το μέλλον ενός πολιτισμού.

 

Αλλά για την όραση του μύστη — για το μάτι που έχει μάθει να διαβάζει τον εξωτερικό κόσμο σαν κείμενο γραμμένο στη γλώσσα της ψυχής — κάθε λεπτομέρεια αυτής της σκηνής μιλά μια βαθύτερη γλώσσα. Οι κέλυφες κόνχες που κραυγάζουν πάνω από το πεδίο δεν είναι απλώς όργανα πολέμου: είναι οι φωνές της δημιουργίας και της διάλυσης, ο ήχος της ιερής συλλαβής που υποβόσκει σε όλη την ύπαρξη, η πρωταρχική δόνηση που και ξεκινά και ολοκληρώνει κάθε κύκλο εκδήλωσης. Τα λευκά άλογα που τραβούν το θεϊκό άρμα δεν είναι απλώς ζώα εκτραφέντα για ταχύτητα και αντοχή: είναι σύμβολα των εξαγνισμένων αισθήσεων, των ικανοτήτων της αντίληψης που έχουν πειθαρχηθεί και αφιερωθεί για το ταξίδι προς την αλήθεια. Και οι δύο στρατοί, παραταγμένοι στην τέλεια και τρομερή συμμετρία τους, δεν είναι απλώς ιστορικοί δρώντες σε μια πολιτική σύγκρουση: είναι οι δυνάμεις μέσα σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση, κλειδωμένες στον αιώνιο αγώνα που αποτελεί την ίδια την ουσία της πνευματικής ζωής.

 

Γιατί δεν υπάρχει κανείς που να μην κουβαλάει μέσα του αυτούς τους δύο στρατούς. Από τη μια πλευρά στέκονται οι Καουράβα — και στο συμβολικό τους νόημα, αντιπροσωπεύουν την προσκόλληση, το εγώ, την αρπαγή του μικρού εαυτού μετά τις ηδονές, τις ασφάλειες και τις ταυτότητες που έχει φτιάξει για τον εαυτό του. Από την άλλη πλευρά στέκονται οι Πάνταβα — αντιπροσωπεύοντας τις βαθύτερες παρορμήσεις της ψυχής: την λαχτάρα για αλήθεια, την ικανότητα για θυσία, το θαρραλέο πρόθυμο να παραδώσει ό,τι πρέπει να παραδοθεί για να γίνει αυτό που πραγματικά καλείται να είναι. Το πεδίο μάχης του Κουρουξέτρα είναι η ψυχή. Ο πόλεμος είναι ο πόλεμος που πάντοτε μαίνεται μέσα σε κάθε ανθρώπινη καρδιά που είναι αρκετά ειλικρινής για να το αναγνωρίσει.

 

III. Ο Ηνίοχος που Κρατά τα Άστρα

 

Δεν υπάρχει λεπτομέρεια σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο της Μπαγκάβαντ Γκίτα πιο εκπληκτική, πιο θεολογικά τολμηρή, πιο μυστικά ακριβής από τον ρόλο που αποδίδεται στον Κύριο Σρι Κρίσνα. Εκείνος που είναι, στην πληρότητα της αποκάλυψης της Γκίτα, το Απόλυτο το ίδιο — εκείνη η άπειρη, ανεξάντλητη, αυτοφώτιστη παρουσία από την οποία αναδύεται όλη η ύπαρξη και στην οποία επιστρέφει όλη η ύπαρξη — παίρνει τον ρόλο όχι πολεμιστή, όχι βασιλιά, όχι στρατηγού που παρατάσσει τις δυνάμεις της δικαιοσύνης. Παίρνει τον ρόλο του ηνιόχου. Οδηγεί τα άλογα. Κρατά τα ηνία. Περιμένει, με τέλεια υπομονή και τέλεια αγάπη, τη στιγμή που ο απελπισμένος επιβάτης του είναι έτοιμος να δεχτεί αυτό που μόνο το Απόλυτο μπορεί να δώσει.

 

Αυτή η εικόνα — το άπειρο να γίνεται ταπεινό, το απόλυτο να γίνεται οικείο, το Θείο να επιλέγει να υπηρετήσει — δεν είναι απλώς αφηγηματική τεχνική. Είναι μία από τις πιο βαθιές διδασκαλίες που η πνευματική σοφία έχει προσφέρει ποτέ στην ανθρώπινη ψυχή. Μας λέει κάτι ουσιώδες για τη φύση του ιερού: ότι το Θείο δεν επιβάλλεται. Ότι η υψηλότερη παρουσία είναι επίσης, με κάποιο μυστηριώδη και ανεξάντλητο τρόπο, η πιο υπομονετική. Ότι το φως που δημιούργησε τους γαλαξίες και δίνει ζωή σε κάθε σωματίδιο της ύπαρξης είναι πρόθυμο να περιμένει — στο κέντρο κάθε ανθρώπινης καρδιάς, στο ακίνητο σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται όλος ο θόρυβος του κόσμου — μέχρι η ψυχή, εξαντλημένη και αδειανή και ειλικρινής επιτέλους, να στραφεί και να θέσει την πιο βαθιά της ερώτηση.

 

Ο Κρίσνα δεν πολεμά στο πεδίο του Κουρουξέτρα. Κρατά τα ηνία. Και κρατώντας τα, δείχνει αυτό που οι μύστες όλων των παραδόσεων έχουν επιβεβαιώσει: ότι η βαθύτερη μορφή καθοδήγησης δεν είναι εξαναγκασμός αλλά παρουσία. Δεν είναι η φωνή που διατάζει αλλά η ησυχία που προσκαλεί. Δεν είναι η δύναμη που ωθεί την ψυχή μπροστά αλλά η αγάπη που την καλεί σπίτι. Ο Θεϊκός Ηνίοχος είναι η εικόνα εκείνης της ανεξάντλητης θεϊκής υπομονής — εκείνης της ιδιότητας του ιερού που ο Ψαλμωδός διείδε όταν έγραψε ότι ακόμα και στη κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, μια παρουσία περπατά δίπλα μας, όχι εξαλείφοντας το σκοτάδι αλλά μεταμορφώνοντας εντελώς το νόημά του.

 

IV. Το Τρέμουλο του Τόξου και η Γέννηση της Γνήσιας Όρασης

 

Όταν ο Αρτζούνα στέκεται στο άρμα ανάμεσα στους δύο στρατούς και κοιτάζει τα πρόσωπα που παρατάσσονται μπροστά του, συμβαίνει κάτι εξαιρετικό. Ο ήρωας — διάσημος για την ικανότητά του, την ανδρεία του, την απαράμιλλη μαεστρία του στο τόξο — ξαφνικά καταρρέει. Τα μέλη του τρέμουν. Ο λαιμός του ξεραίνεται. Το μεγαλοπρεπές τόξο Γκάντιβα γλιστράει από δάχτυλα που το κρατούσαν ακλόνητο μέσα από χίλιες δοκιμασίες. Το δέρμα του καίει. Ο νους του στροβιλίζεται μέσα σε ένα σκοτάδι που δεν μπορεί να ονομάσει. Και καθοριστικά, αδύνατα — βλέπει.

 

Για πρώτη φορά, ίσως, σε όλα τα χρόνια της εκπαίδευσής του, του πολέμου και της προετοιμασίας του, ο Αρτζούνα βλέπει πραγματικά τι είναι παραταγμένο μπροστά του. Όχι εχθρούς. Όχι αφηρημένες έννοιες. Όχι στρατηγικά εμπόδια που πρέπει να εξουδετερωθούν με ανώτερη τεχνική. Βλέπει πρόσωπα. Αγαπημένα πρόσωπα. Τον παππού Μπίσιμα, του οποίου τα λευκά μαλλιά είναι το χρώμα της σοφίας και οι ευλογίες του υπήρξαν το καταφύγιο όλης της ζωής του Αρτζούνα. Δασκάλους και θείους και αδελφούς και γιους — όλο το περίπλοκο πλέγμα αγάπης και μνήμης και κοινής ύπαρξης που αποτελεί αυτό που οι άνθρωποι γνωρίζουν ως σπίτι. Ακριβώς εκείνους για χάρη των οποίων, σε κάποιο προηγούμενο κεφάλαιο της ζωής του, είχε επιθυμήσει δόξα και νίκη. Τους βλέπει, και βλέποντάς τους με όλη τη δύναμη της ανθρωπιάς του — ευάλωτους, θνητούς, αγαπημένους — διαπερνάται μέχρι τον πυρήνα της ύπαρξής του από μια θλίψη τόσο τεράστια που είναι σχεδόν αδιαχώριστη από την αγάπη.

 

Το τρέμουλο του σώματος του Αρτζούνα είναι το τρέμουλο μιας ψυχής που στέκεται στην ίδια την άκρη της μεταμόρφωσης. Είναι το ρίγος που προηγείται του φωτισμού, το σκοτάδι που έρχεται ακριβώς πριν η αυγή σπάσει πάνω από έναν ανυποψίαστο ορίζοντα. Όταν ο εαυτός που έχει κατασκευαστεί μέσα από χρόνια καθήκοντος, ταυτότητας και προσκόλλησης βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με το μέγεθος αυτού που του ζητείται να κάνει, δεν διστάζει απλώς — καταρρέει. Και σε αυτή την κατάρρευση, κάτι ιερό γίνεται δυνατό. Γιατί μόνο τη στιγμή που ο παλιός εαυτός δεν μπορεί να προχωρήσει μπροστά, ο βαθύτερος εαυτός — εκείνος που πάντοτε ήταν παρών, πάντοτε παρακολουθούσε, πάντοτε περίμενε — βρίσκει χώρο να αναδυθεί.

 

V. Η Αρχαία Ερώτηση στην Καρδιά των Πραγμάτων

 

Ο Αρτζούνα μιλά, και τα λόγια του δεν είναι απλώς τα λόγια ενός πολεμιστή που παραλύει από συναίσθημα. Είναι τα λόγια μιας ψυχής που βυθίζεται στα βάθη μιας αρχαίας ερώτησης — της ερώτησης που πάντοτε στοίχειωνε την ανθρώπινη συνείδηση όπου ήταν αρκετά ειλικρινής για να τη θέσει: Τι αξίζει να υποφέρει κανείς γι’ αυτό; Τι αξίζει να σκοτώσει κανείς γι’ αυτό; Τι, στην πραγματικότητα, αξίζει να ζήσει κανείς γι’ αυτό; Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι ρητορικές. Δεν είναι αποφυγές του καθήκοντος ούτε συμπτώματα αδυναμίας. Είναι οι ειλικρινείς κραυγές μιας ψυχής που ξύπνησε ξαφνικά στο τρομερό κόστος της ύπαρξης, ξαφνικά συνειδητοποιώντας ότι οι νίκες που προσφέρει ο κόσμος αγοράζονται με μια τιμή που η καρδιά βρίσκει αδύνατο να πληρώσει.

 

Μιλά για βασίλεια και ηδονές — και μιλώντας γι’ αυτά, αποκαλύπτει πόσο κούφια έχουν γίνει αυτή τη στιγμή της καυτής διαύγειας. Τι χρησιμότητα έχει ένα βασίλειο, ρωτά, όταν εκείνοι για χάρη των οποίων το επιθύμησε στέκονται στην απέναντι όχθη, έτοιμοι να πεθάνουν; Τι χρησιμότητα έχει η ηδονή όταν χτίζεται πάνω στα ερείπια εκείνων που αγαπά; Τα λόγια του κουβαλούν μέσα τους, σχεδόν παρά τη θέλησή τους, μια αναγνώριση που οι στοχαστικές παραδόσεις πάντοτε κατανοούσαν: ότι τα πράγματα του κόσμου, όταν επιδιώκονται για τον εαυτό τους, δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα που οδηγεί την ανθρώπινη ψυχή. Δεν είναι λάθος από μόνα τους — αλλά είναι ελλιπή. Δείχνουν προς κάτι που δεν μπορούν να περιέχουν.

 

Σε αυτή την απελπισμένη έρευνα, ο Αρτζούνα γίνεται άθελά του δάσκαλος. Η ίδια του η σύγχυση είναι μια μορφή σοφίας, γιατί προκύπτει από την άρνηση να προσποιηθεί ότι οι εύκολες απαντήσεις αρκούν. Ο πολεμιστής που έχει σκοτώσει δέκα χιλιάδες εχθρούς καταρρέει όχι από εχθρό αλλά από αγάπη — από την αδυναμία της επιλογής που η αγάπη τοποθετεί μπροστά του. Και είναι ακριβώς αυτή η κατάρρευση, αυτή η ριζική ειλικρίνεια για το κόστος των πραγμάτων, που προετοιμάζει το έδαφος για τη διδασκαλία που ακολουθεί. Γιατί το Θείο πάντοτε μιλά πιο καθαρά σε ψυχές που έχουν σταματήσει να προσποιούνται ότι ήδη γνωρίζουν τις απαντήσεις.

 

VI. Η Σιωπή που Κρατά τα Πάντα

 

Υπάρχει μια στιγμή εξαιρετικής σημασίας σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο που εύκολα παραβλέπεται μέσα στο δράμα όσων την περιβάλλουν. Είναι η στιγμή της σιωπής — η στιγμή μετά την οποία ο Αρτζούνα έχει πει όλη τη θλίψη του και όλη τη σύγχυσή του, μετά την οποία έχει αφήσει το τόξο του και έχει βυθιστεί, με σπασμένη καρδιά, στο κάθισμα του άρματος. Για μια ανάσα — ίσως για πολλές ανάσες — δεν λέγεται τίποτα. Οι απέραντοι στρατοί περιμένουν στην τρομερή ακινησία τους. Τα τύμπανα σιωπούν. Οι κέλυφες κόνχες είναι ακίνητες. Και σε αυτή τη σιωπή, που είναι ταυτόχρονα το χαμηλότερο σημείο της απελπισίας του Αρτζούνα και το υψηλότερο σημείο της ετοιμότητάς του, το Θείο ετοιμάζεται να μιλήσει.

 

Αυτή η σιωπή είναι η ίδια διδασκαλία. Είναι η σιωπή που συναντά κάθε γνήσιος αναζητητής τελικά — η σιωπή που ακολουθεί την εξάντληση κάθε επιχειρήματος, κάθε στρατηγικής, κάθε προσπάθειας να σκεφτεί κανείς τον τρόπο μέσα από το μυστήριο της ύπαρξης. Είναι η σιωπή που η παράδοση του Ζεν επικαλείται με τα κοάν της — εκείνες τις αδύνατες ερωτήσεις σχεδιασμένες να φέρουν τον λογικό νου στα γόνατα μπροστά σε μια πραγματικότητα που τον ξεπερνά. Είναι η σιωπή της συνάντησης των Κουάκερ, όπου συγκεντρωμένες ψυχές περιμένουν σε κοινή προσδοκία ενός λόγου που αναδύεται όχι από ανθρώπινη ευφυΐα αλλά από το βαθύ πηγάδι της παρουσίας που υποβόσκει σε όλα τα πράγματα. Είναι η σιωπή που οι πατέρες και οι μητέρες της ερήμου καλλιέργησαν μέσα από δεκαετίες μοναξιάς και προσευχής — όχι η σιωπή της απουσίας, αλλά η σιωπή μιας πληρότητας τόσο πλήρους που δεν έχει ανάγκη από λόγια.

 

Σε αυτή τη σιωπή, ολόκληρη η παράδοση της μυστικής έρευνας βρίσκει την πιο συμπυκνωμένη έκφρασή της. Γιατί ο μύστης πάντοτε κατανοούσε ότι οι πιο σημαντικές κινήσεις στη ζωή της ψυχής συμβαίνουν όχι στον θόρυβο της δραστηριότητας αλλά στην ησυχία που η δραστηριότητα έχει κάνει αδύνατη μέχρι τώρα. Η πτώση του τόξου είναι η πτώση όσων ο Αρτζούνα χρησιμοποιούσε για να ορίσει και να συντηρήσει τον εαυτό του. Και στον χώρο που αφήνει αυτή η πτώση, στο κενό που το εγώ δεν μπορεί να γεμίσει, η θεϊκή φωνή — υπομονετική σαν την αιωνιότητα, τρυφερή σαν το πρώτο φως του πρωινού — αρχίζει το ανεξάντλητο έργο της.

 

VII. Το Δώρο Κρυμμένο στην Πτώση

 

Η απελπισία του Αρτζούνα — ο τίτλος αυτού του πρώτου κεφαλαίου της Γκίτα — μπορεί στην πρώτη ματιά να φαίνεται κάτι απλώς προκαταρκτικό, μια αδυναμία που πρέπει να διορθωθεί από τη σοφία που ακολουθεί, ένα σκοτάδι που εκτιμάται μόνο για το φως που καθιστά δυνατό. Αλλά η βαθύτερη μυστική ανάγνωση αρνείται αυτή την απόρριψη. Η απελπισία δεν είναι απλώς το σκοτάδι πριν την αυγή· είναι η ίδια μια μορφή φωτός. Είναι το φως της ριζικής ειλικρίνειας, το φως μιας ψυχής που δεν θα προσποιηθεί πια, που δεν μπορεί πια να διατηρήσει τις άνετες φαντασιώσεις με τις οποίες η συνηθισμένη ζωή συντηρείται. Είναι, με τον δικό της τρόπο, μια πράξη όρασης — η πιο δαπανηρή και θαρραλέα μορφή όρασης, εκείνη που δεν χαρίζει στον εαυτό της το πλήρες βάρος αυτού που αντιλαμβάνεται.

 

Όταν ο Αρτζούνα βυθίζεται στο άρμα του και αφήνει το τόξο να πέσει από τα χέρια του, εκτελεί — άθελά του, ακούσια, στα ίδια τα βάθη της απελπισίας του — την πιο βαθιά πνευματική πράξη που είναι δυνατό να εκτελέσει: παραδίδεται. Όχι η παράδοση της ήττας. Όχι η παράδοση ενός πνεύματος σπασμένου πέρα από κάθε ανάκαμψη. Αλλά η παράδοση της αυτοδυναμίας, η παράδοση της ψευδαίσθησης ότι οι άνθρωποι μπορούν να πλοηγηθούν στα βαθύτερα νερά της ύπαρξης μόνο με τη δύναμη της δικής τους κατανόησης. Παραδίδει το τόξο — και παραδίδοντάς το, ανοίγει τα χέρια του για να δεχτεί κάτι απείρως πιο ισχυρό από κάθε όπλο που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος.

 

Οι μυστικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης έχουν αναγνωρίσει αυτή τη στιγμή, αυτό το σκοτεινό δώρο κρυμμένο μέσα στην φαινομενική καταστροφή, αυτή τη χάρη που φτάνει ακριβώς όταν η ανθρώπινη ψυχή έχει εξαντλήσει κάθε άλλο πόρο. Ο Σούφι ποιητής Ρουμί, του οποίου οι στίχοι πάλλονται με τον πόνο της θεϊκής λαχτάρας, το κατανοούσε: η πληγή είναι ο τόπος όπου μπαίνει το φως. Ο χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ το κατανοούσε: ο Θεός δεν μπορεί να γεμίσει ό,τι είναι ήδη γεμάτο· η ψυχή πρέπει να είναι άδεια πριν γεμίσει με το θείο. Οι βουδιστικές παραδόσεις το κατανοούν στη διδασκαλία του νου του αρχάριου — ότι ο νους που δεν γνωρίζει τίποτα είναι ο νους ανοιχτός σε όλα. Αυτό προς το οποίο όλες αυτές οι παραδόσεις δείχνουν είναι ακριβώς το δώρο κρυμμένο στην πτώση του Αρτζούνα: ότι η κατάρρευση των βεβαιοτήτων του εγώ δεν είναι το τέλος της πνευματικής ζωής αλλά η αληθινή αρχή της.

 

VIII. Το Κατώφλι Διασχίζεται — Η Διδασκαλία Αρχίζει

 

Και έτσι αυτό το αρχαίο κείμενο — διατηρημένο μέσα από χιλιετίες, μεταφερόμενο μέσα από τη μακριά ιστορία της ανθρώπινης λαχτάρας και αναζήτησης — αρχίζει όχι με θρίαμβο αλλά με κατάρρευση, όχι με βεβαιότητα αλλά με σύγχυση, όχι με την απάντηση αλλά με την ερώτηση. Σε αυτή την επιλογή αρχής, η Γκίτα αποκαλύπτει τη βαθύτερη σοφία της: ότι η ερώτηση, όταν τεθεί με αρκετή ειλικρίνεια και αρκετή απελπισία, είναι ήδη μια μορφή προσευχής. Ότι η πτώση του τόξου είναι ήδη μια μορφή λατρείας. Ότι η στιγμή που ο ήρωας γίνεται, για πρώτη φορά, πραγματικά χαμένος — είναι η στιγμή που η δυνατότητα να βρεθεί πραγματικά γίνεται αληθινή.

 

Η απελπισία του Αρτζούνα δεν είναι εμπόδιο στη συνάντηση με το ιερό· είναι η ίδια η προϋπόθεσή της. Το θείο δεν μπορεί να δώσει ό,τι ο άνθρωπος αρνείται να δεχτεί, και ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ό,τι τα χέρια του εγώ είναι πολύ γεμάτα για να κρατήσουν. Μόνο όταν αυτά τα χέρια είναι άδεια — μόνο όταν το τόξο έχει πέσει, η ταυτότητα έχει θρυμματιστεί, οι άνετες βεβαιότητες έχουν διαλυθεί στη ζέστη αυτού που δεν μπορεί να αποφευχθεί — το δώρο που πάντοτε προσφερόταν μπορεί να βρει τον δρόμο του σπίτι. Αυτό δεν είναι απλώς η διδασκαλία της Γκίτα. Είναι η ομόφωνη μαρτυρία κάθε ψυχής που έχει ταξιδέψει αρκετά βαθιά στο εσωτερικό για να ανακαλύψει τι περιμένει στο κέντρο όλων των πραγμάτων.

 

Το μεγάλο πεδίο μάχης πέφτει σε σιωπή. Οι στρατοί περιμένουν, αιωρούμενοι σε μια στιγμή που περιέχει όλο τον χρόνο. Ο Αρτζούνα κάθεται στο άρμα του, αδειανός από ό,τι νόμιζε ότι ήταν, ό,τι νόμιζε ότι ήθελε, ό,τι νόμιζε ότι γνώριζε. Και δίπλα του — υπομονετικός σαν τα άστρα, παρών σαν η ανάσα, οικείος σαν ο παλμός της ίδιας της αμήχανης καρδιάς του — ο Θεϊκός Ηνίοχος στρέφεται και μιλά.

 

«Ο Αρτζούνα βυθίζεται. Το τόξο πέφτει. Η σιωπή κατεβαίνει. Και σε αυτή τη σιωπή — απέραντη σαν τον ουρανό πάνω από το Κουρουξέτρα, ήρεμη σαν το μάτι της θεϊκής καταιγίδας — η διδασκαλία αρχίζει.»

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~