CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / THE INFINITE DEPTH OF BEING

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / THE INFINITE DEPTH OF BEING
9. The Eternal Return: A Journey Beyond the Veil of Consciousness

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
9. Η Αιώνια Επιστροφή: Ένα Ταξίδι Πέρα από το Πέπλο της Συνείδησης

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 February, 2026

Sunday, February 6, 2011

Ωριγένης... Έλληνας ή Χριστιανός;

(Η “Προϋπαρξη”, η “Κατάβαση”, και η “Ανάβαση” της Ψυχής
Ο Γνήσιος Χριστιανισμός
Η Αλήθεια του Χριστιανισμού κι η αλήθεια γιά τον Χριστιανισμό)

(ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ)

Εδώ και (τουλάχιστον) 3000 χρόνια η Παγκόσμια Παράδοση (δηλαδή ολόκληρη η φιλοσοφική και θρησκευτική “σκέψη”, στα διάφορα μέρη του κόσμου...), “βεβαιώνει” Μία Υπέρτατη Αρχή της Ύπαρξης και “συνθέτει” μία Ενιαία Θεωρία γιά την ερμηνεία όλων των Φαινομένων της Ύπαρξης.
Το Απόλυτο, Ακαθόριστο, Ακατανόητο, Χωρίς Ιδιότητες, Ταυτίζεται με το Είναι, και το Είναι Προσδιορίζεται σαν “Συνείδηση του Είναι”, περισσότερο Ενέργεια και Δραστηριότητα παρά Ουσία (κάποιο “υλικό”). Αυτό Είναι Αυθύπαρκτο, κι Από Αυτό Πηγάζει όλη η δημιουργία (όλη η ποικιλία των φαινομένων της Ύπαρξης, ή η Ύπαρξη στις διάφορες μορφές της).
Οι πιό βαθείς στοχαστές και της Ινδίας, και της Ελλάδας, και της Κίνας (αλλά και αλλού) θεωρούν σαν “Πραγματικά Αληθινό” το Απόλυτο Πνεύμα, το “Τελείως Είναι” του Πλάτωνα, κι ολόκληρη την δημιουργία (σε όλα τα πεδία της) “μία κίνηση του Πνεύματος Εν Εαυτώ”... Έτσι το Απόλυτο Πνεύμα Παράγει Εν Εαυτώ όλα τα φαινόμενα (περίπου όπως η απέραντη θάλασσα δραστηριοποιείται, παράγοντας φαινόμενα κίνησης, κύματα και τοπικά φαινόμενα...)... Έτσι, (λογικά) Όλα Είναι Πνεύμα, αλλά ταυτόχρονα το Πνεύμα ( το Καθαρό Πνεύμα) Διαφοροποιείται από τα φαινόμενα που παράγει (τα οποία όμως εξαρτώνται απόλυτα από το Πνεύμα)...Στην πραγματικότητα, η Πραγματικότητα Εμφανίζεται εδώ με μία διπλή Όψη, και Είναι Όλα Μία Ουσία, και Είναι Ουσία και Ενέργεια (όπου Διαχωρίζεται η Καθαρή Ουσία από την Ενέργειά Της, η Ουσία από τα φαινόμενα). Στην πραγματικότητα ισχύουν και τα δύο. Εξαρτάται “πως” το βλέπουμε...
Έτσι το Απόλυτο Πνεύμα Παράγει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) τις σφαίρες ύπαρξης, Υπερβαίνοντας (κατά πολύ) την δημιουργία, αλλά και Διαποτίζοντας την περιορισμένη δημιουργία και Εισχωρώντας μέσα σε αυτή... Με αυτό τον τρόπο Δημιουργείται η Σφαίρα του Παγκόσμιου Πνεύματος, του “Είναι” του Πλάτωνα, του Κοσμικού Λόγου των Ελλήνων Στωικών (κι αργότερα των χριστιανών), το Μαχάτ των Ινδών, κλπ... Από την Σφαίρα του Είναι δημιουργείται η πιό περιορισμένη Σφαίρα του Νου, την οποία υπερβαίνει αλλά διαποτίζει κι εισχωρεί σε αυτό το Παγκόσμιο Πνεύμα... Με τον ίδιο τρόπο δημιουργείται η πιό περιορισμένη Σφαίρα της Ψυχής, του Ψυχικού Δυναμισμού (της Υπερφύσης, του Πλαστικού Διάμεσου), την οποία υπερβαίνουν αλλά διαποτίζουν και εισχωρούν σε αυτό οι ανώτερες μορφές ύπαρξης, όπου εκδηλώνονται σαν “λειτουργίες”... Ακόλουθα δημιουργείται η πιό περιορισμένη σφαίρα του ενεργειακού αιθέρα που έχει επίσης μία υλική όψη -είναι δισυπόστατη-, την οποία υπερβαίνουν αλλά διαποτίζουν και εισχωρούν σε αυτή οι ανώτερες μορφές ύπαρξης, όπου εκδηλώνονται σαν “λειτουργίες”...
Κατ' αντιστοιχία του Παγκόσμιου Όντος αναδύεται στους Κόλπους του Παγκόσμιου, ήδη στην Ανώτερη Σφαίρα Ύπαρξης (σε μία Βαθμιαία Μετάβαση από το Παγκόσμιο στο Ατομικό...), σαν “υπαρξιακός κόμβος της Παγκόσμιας Ύπαρξης” το ατομικό ον, το οποίο όμως υποστασιοποιείται από το Παγκόσμιο, Συνδέεται με Αυτό κι Αναφέρεται σε Αυτό... (λόγος)...
Ο ατομικός πνευματικός πυρήνας ύπαρξης, όταν εκδηλώνεται στην κατώτερη νοητική σφαίρα (ενώ την υπερβαίνει ταυτόχρονα), διαποτίζει κι εισχωρεί στην ατομική νοητική οντότητα (που χαρακτηρίζεται από το περιεχόμενο, τις διαδικασίες της, και την αντίληψη του υπαρξιακού νοητικού περιβάλλοντος...)... (νους)...
Είναι αυτός ο νους (νόηση-εγώ, διάνοια, αντίληψη) που εκδηλώνεται στην κατώτερη σφαίρα της ψυχής (του δυναμισμού) σε μία ατομική ψυχική οντότητα, σαν βουλητική ενέργεια αλλά και πλαστική δυνατότητα, δυνατότητα διαμόρφωσης... (νοερή ψυχή)...
Και τελικά είναι αυτή η νοερή ψυχή (δηλαδή ο πνευματικός πυρήνας που εκφράζεται μέσω του νου κι εκδηλώνεται μεσω του δυναμισμού της ψυχής) που εκδηλώνεται στο δισυπόστατο ενεργειακό-υλικό κόσμο, σε μία ατομική σωματική οντότητα... Η νοερή ψυχή, που στην φύση της είναι δυναμισμός, όταν συνδέεται με τον υλικό φορέα, αναπτύσει (εξ' αιτίας ακριβώς της σύνδεσης, της εισχώρησης στο υλικό) ένα αντίγραφο της ψυχής και της ύλης ταυτόχρονα, ένα ενεργειακό σώμα, που μεσολαβεί ανάμεσα στον δυναμισμό της νοερής ψυχής και της υλικής μορφής (γι' αυτό κι έχει την μορφή του σώματος και χαρακτηρίζεται σαν ενεργειακό σώμα, ομοίωμα, διπλό, κλπ... Αυτό είναι το “επιθυμητικό” του Πλάτωνα, και πρόκειται γιά μία ψυχοσωματική λειτουργία μέσα στο νευρικό σύστημα του υλικού σώματος. Αυτή είναι μία “υλική” ψυχή. Μετά τον αποχωρισμό της νοεράς ψυχής από το σώμα (κατά τον θάνατο) η υλική ψυχή (το ομοίωμα) διαλύεται... (υλική ψυχή)...
Η Υπερβατική Οντότητα (όπως περιγράφηκε πιό πάνω) εκδηλώνεται μέσα σε ένα υλικό φορέα, το σώμα... (σώμα)...
Στην πραγματικότητα εδώ μιλάμε (αναφερόμενοι παράλληλα στον Πλάτωνα) γιά την Οντότητα (λόγος) που λειτουργεί, με όλες τις δυνάμεις της, σε τρία οντολογικά, κοσμολογικά πεδία, γιά “τρείς ψυχές”: η ψυχή σαν καθαρός νους, η ψυχή σαν νοερά ψυχή και βουλητικός δυναμισμός, κι η ψυχή σαν ψυχοσωματική λειτουργία. Έτσι το αντιλαμβανόταν και το δίδασκε ο Πλάτωνας. Πολλοί μη κατανοώντας, ή αγνοώντας, αυτό το γεγονός (αποδίδουν στον Πλάτωνα) και ορίζουν την ψυχή σαν άυλη ουσία με τρεις δυνάμεις (νοητικό, βουλητικό, επιθυμητικό) που ενωμένη με ένα σώμα λειτουργεί σαν ψυχοσωματική ενότητα, σαν ψυχοσωματικός οργανισμός. Αυτό που περιγράφουν είναι μόνο η υλική ψυχή του Πλάτωνα στην οποία αποδίδουν αθανασία. Με τον θάνατο αυτή η αθάνατη ψυχή που μπορεί να λειτουργεί μόνο ενωμένη με ένα σώμα μένει “μετέωρη” (κι αυτό οδηγεί στην πεποίθηση μίας μελλοντικής “ανάστασης”)... Ο Πλάτωνας δεν δίδαξε ποτέ τέτοια πράγματα. Μιλούσε γιά την Οντότητα που λειτουργεί σε τρία οντολογικά-κοσμολογικά πεδία, μιλούσε γιά “τρεις ψυχές” και τόνιζε ότι η υλική ψυχή διαλύεται με το θάνατο.. Η νοερά ψυχή ακολουθεί μία μεταφυσική πορεία κι έπειτα ανυψώνεται στον νοητικό κόσμο σαν καθαρός νους, είτε επιστρέφει στον υλικό κόσμο, δημιουργώντας μία νέα υλική ψυχή σε ένα νέο σώμα (μετεμψύχωση)...
Σχεδόν σε όλη την Παγκόσμια Παράδοση υπάρχουν παρόμοιες περιγραφές της δημιουργίας και της σύνθεσης του όντος... Το Ον έχει ουράνια προέλευση κατεβαίνοντας τις σφαίρες της ύπαρξης προοδευτικά και με μία αντίστροφη πορεία μπορεί να ανέβει τις σφαίρες της ύπαρξης (μέχρι το Απόλυτο Πνεύμα, την Θεότητα)... Ιδιαίτερα στην Πλατωνική Παράδοση (που μας ενδιαφέρει γιατί αργότερα θα την αντιπαραβάλλουμε με τις αντιλήψεις του Ωριγένη για την Ουράνια Προέλευση της Ψυχής και την Σωτηρία της), η Ψυχή (στην γενική έννοιά της) έχει ένα Οντικό Πυρήνα (ανήκει στο Είναι, λόγος) και μία νοητική ύπαρξη (καθαρός νους) στο νοητικό κόσμο, των ιδεών. Αυτό τον νοητικό χαρακτήρα θα τον κρατήσει σε ολόκληρη την ύπαρξή της και την πορεία της στους κόσμους. Η Ψυχή, ό,τι μορφή (κι εξέλιξη) κι αν λάβει θα έχει πάντα ένα ανώτερο μέρος, το νου (την νόηση, την διάνοια, την αντίληψη). Όταν αυτή η νοητική ύπαρξη κατέρχεται στην σφαίρα της καθεαυτό ψυχής (της αστρικής ψυχής) εμπλουτίζεται με δυναμισμό που εκφράζεται σαν βούληση, βουλητικά, με μία άλλη κατώτερη διάσταση της ψυχής. Κι όταν η νοερά ψυχή κατέρχεται στον ενεργειακό-υλικό κόσμο, στην σύνδεσή της με το σώμα, εκτός από την ψυχονοητική δύναμη που εκδηλώνει (νόηση) και τους βουλητικούς προσανατολισμούς, αναπτύσει επίσης και μία επιπλέον λειτουργία της επιθυμίας (που στρέφεται προς τον εξωτερικό κόσμο), το επιθυμητικό, (εξαιτίας ακριβώς της επαφής με τον υλικό κόσμο... Έτσι όταν μιλάμε γιά Ψυχή στα πλαίσια της Πλατωνικής κοσμοθεωρίας γίνεται αντιληπτό ότι η Ψυχή θεωρείται με πολλούς τρόπους. Η Ψυχή ανήκει στο Είναι κι έχει ένα Καθαρό Οντικό Χαρακτήρα. Η Ψυχή είναι Νους (σαν νοητική αντίληψη της ίδιας της ύπαρξης και του κόσμου των ιδεών). Η Ψυχή είναι ο Δυναμικός Διάμεσος (νοερά ψυχή) ανάμεσα στον Νου και την υλη. Η Ψυχή είναι ακόμα το αποτέλεσμα της σύνδεσης της σύνδεσης της νοεράς ψυχής και του σώματος, η ψυχοσωματική λειτουργία (μέσα στο νευρικό σύστημα του σώματος). Όταν διερευνάται η Ψυχή με αυτή την τελευταία έννοια, (η Ψυχή συνδεδεμένη με το σώμα), εμφανίζει μία τριμερή λειτουργία: α) νους, νόηση, που αντλεί την καταγωγή της από τον νοητικό κόσμο, β) βουλητική λειτουργία που αντλεί την καταγωγή της από την σφαίρα του ψυχικού δυναμισμού, γ) επιθυμητική λειτουργία που είναι προσανατολισμένη και τροφοδοτείται από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτός ο ψυχοσωματικός οργανισμός έχει ένα υλικό φορέα, το σώμα (κι έχει σαν λειτουργία πλήρη αντιστοιχία με το νευρικό σύστημα)... Στην πραγματικότητα όταν η Οντότητα (που ανάγει την Καταγωγή της στον Κόσμο του Είναι) είναι ενσωματωμένη, λειτουργεί (ή μπορεί να λειτουργήσει θεωρητικά) και στα τρία πεδία ύπαρξης, σαν καθαρός νους στον νοητικό κόσμο, σαν νοερά ψυχή στην ψυχοδυναμική σφαίρα, και σαν ψυχοσωματική λειτουργία μέσα στο σώμα, και μέσω του σώματος μέσα στον υλικό κόσμο, ανάλογα τον “προσανατολισμό της. Δηλαδή λειτουργεί είτε στο εσωτερικό πεδίο του νου, είτε στο μεσωτερικό πεδίο της νοεράς ψυχής, είτε στο εξωτερικό πεδίο της ψυχοσωματικής λειτουργίας και εμπειρίας. Λειτουργούν και οι “τρεις ψυχές” (ή μπορούν να λειτουργήσουν θεωρητικά). Όταν ο Πλάτωνας μιλά γιά την “λύσιν και χωρισμόν ψυχής από σώματος” εννοεί να υπερβούμε όλες τις ψυχοσωματικές λειτουργίες της υλικής ψυχής (εξωτερικό πεδίο) να υπερβούμε όλες τις ψυχοδυναμικές λειτουργίες της νοεράς ψυχής που μας “προσανατολίζουν” προς τον υλικό κόσμο (μεσωτερικό πεδίο), και να ανυψωθούμε ως καθαρός νους στον κόσμο των ιδεών (εσωτερικό πεδίο)... Μόνο υπερβαίνοντας αυτός τον νοητικό κόσμο μπορούμε να ανυψωθούμε ως την Σφαίρα του Είναι... Πέραν του Είναι, της Ουσίας, βρίσκεται το “Τελείως Είναι”, το Αγαθόν, η Θεότητα...
Σε όλη σχεδόν την Παγκόσμια Παράδοση, και στην Πλατωνική Παράδοση, η Επέκταση του Ανώτερου (του Αγαθού, που είναι πέραν και αυτού του Είναι), στο Είναι, που είναι Εικόνα του Αγαθού μέσα στην δημιουργία, και εμπεριέχει όλη την δημιουργία και τους κόσμους, η Επέκταση του “νοητικού” προς το υλικό, έχει την έννοια μίας Επέκτασης, μίας Κατάκτησης όλων των δυνατοτήτων της ύπαρξης... το Ανώτερο (με την Δραστηριότητά Του) δημιουργεί το κατώτερο κι ενώ το Υπερβαίνει το Διαποτίζει κι Εισχωρεί σε αυτό, το Οργανώνει, κι όταν γίνεται “κατάλληλο όργανο”, αναδύεται σαν Δυνατότητα (κι Ανώτερη Λειτουργία) μέσα σε αυτό... Έτσι το Υπερβατικό Στοιχείο δημιουργεί τον υλικό κόσμο, τον καθοδηγεί (κατά το Πρότυπο του Νοητικού), τον οργανώνει κι όταν γίνει κατάλληλος (όταν αναπτυχθεί το “κατάλληλο όργανο”, ο άνθρωπος στην προκειμένη περίπτωση) αναδύεται μέσα στο υλικό σώμα σαν ανώτερη δυνατότητα, σαν “Συνείδηση”, Πνεύμα... Έτσι παρακολουθώντας όλη την Εξέλιξη βλέπουμε ότι το Υπερβατικό προηγείται του υλικού, το οποίο ξεκινώντας από την χαώδη κατάσταση, οργανώνεται (κατά το Πρότυπο του Νοητικού) και όταν αναπτυχθεί πλήρως, το Υπερβατικό αναδύεται σε Αυτό σαν Ανώτερη Δυνατότητα. Είναι τελείως λάθος να βλέπουμε μόνο το υλικό και την ανάδυση από το υλικό της Ανώτερης Δυνατότητας, της νόησης (και του πνεύματος) σαν ένα επιφαινόμενο. Αν δεν έχει προηγηθεί το Υπερβατικό Στοιχείο δεν θα είχε υπάρξει καν το υλικό, γιά να οργανωθεί και να γίνει κατάλληλο να Αναδείξει την Ανώτερη Δυνατότητα του Υπερβατικού...
Τελικά η “Κατάβαση” του Υπερβατικού στο υλικό (κατά τον Πλάτωνα και άλλους) αποτελεί μία Κατάκτηση από τον Νου της ύλης κι όχι μία “πτώση”... Αλλά ό,τι “κατέβηκε” πρέπει τώρα να “ανέβει” προς τους οντικούς ουρανούς της Αληθινής Ύπαρξης. Με αυτή την έννοια η Ψυχή (ο Νους) πρέπει να απελευθερωθεί από το υλικό (και μόνο με αυτή την έννοια το σώμα αποτελεί “φυλακή” της Ψυχής...)... Ο ίδιος ο Πλάτωνας περιγράφει αυτή την άνοδο και την μέθοδο ανάβασης της Ψυχής στον “Φαίδωνα” κι αλλού. Περιγράφει με σαφήνεια, οντολογικά και ψυχολογικά την πρακτική, αυτό που στις ανατολικές θρησκείες ονομάζουν “διαλογισμό” ή στον χριστιανισμό “καθαρά προσευχή” (και θέωση)...
..............................................................................................
Ο Χριστιανισμός (πέρα από το πως τον προσδιορίζει ο εκάστοτε θρησκειολόγος ή θεολόγος, ή πιστός...) υπήρξε ένα θρησκευτικό κίνημα που επειδή έχει ασαφείς ιστορικές ρίζες, γέννησε, παρήγαγε, πολλές αντιλήψεις γιά την “Χριστιανική Αλήθεια”, αντιλήψεις που όλες δικαιολογούνται (άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο). Δεν υπάρχει λοιπόν μόνο “ένας χριστιανισμός” (όπως υποστηρίζουν κάποιοι εκκλησιαστικοί οργανισμοί, όπως ο καθολικισμός, η ορθοδοξία, διαμαρτυρόμενες εκκλησίες, κλπ.). Ο Χριστός της πίστης (όπως τον αντιλαμβανόταν η θρησκευτική κοινότητα των χριστιανών των πρώτων χρόνων) αναφέρεται ασφαλώς στο ιστορικό πρόσωπο, το οποίο όμως δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε άμεσα, αφού η ζωή του χάνεται μέσα στην έλλειψη πληροφοριών, ενώ η δράση του και τα λόγια του αλλοιώνονται από την πίστη των χριστιανών. Τα ευαγγέλια απηχούν μόνο την πίστη των χριστιανών... δεν είναι αυστηρά (και αντικειμενικά) βιογραφίες του Ιησού από την Ναζαρέτ. Το σημαντικότερο ευαγγέλιο, που δίνει μία μεταφυσική διάσταση στο Πρόσωπο του Ιησού, αφού το ταυτίζει με τον Προαιώνιο Λόγο, είναι το ευαγγέλιο του Ιωάννη. Η “Ιωάνεια Θεολογία” θα είναι κατά κύριο λόγο η πηγή της “θεολογίας” του μετέπειτα χριστιανισμού... Πριν τον Ιωάννη είχε προηγηθεί στους κόλπους της ιουδαϊκής θρησκευτικής σκέψης ο Φίλων ο Ιουδαίος, η μετάφραση των Ο΄της Παλαιάς Διαθήκης στην ελληνική, καθώς και ο εξξελληνισμός (ως ένα σημείο) του ιουδαϊσμού της Παλαιστίνης (αλλά και ο εξελληνισμός των Ιουδαίων της διασποράς) συνέπεια των κατακτήσεων του Αλέξανδρου και των διαδόχων του, κι αργότερα των Ρωμαίων...
Ο Ιωάννης, κι αργότερα ο Ωριγένης και οι άλλοι μυστικοί δεν λένε κάτι διαφορετικό από τους έλληνες. Εκεί όμως που οι έλληνες μιλούν γιά το Είναι, το γίγνεσθαι, το νου, την ψυχή, κλπ... ο Ιωάννης κι οι Χριστιανοί προχωρούν ένα βήμα πιό πέρα και Ταυτίζουν τον Λόγο με το Πρόσωπο του Ιησού από την Ναζαρέτ. Δηλώνοντας ο Ιωάννης ότι “Θεός ην ο Λόγος” διακρίνοντάς Τον ταυτόχρονα από τον Θεό (“ούτος ην προς τον Θεόν”), και ταυτίζοντάς Τον με τον Ιστορικό Ιησού, αναδεικνύει το Πρόσωπο (και την “Επέμβαση”) του Θεού μέσα στην Ιστορία. Ο Θεός δεν είναι πιά η Αφηρημένη Δύναμη που Συνέχει τα πάντα, αλλά έγινε άνθρωπος και περπάτησε ανάμεσά μας... Κι έγινε άνθρωπος γιά να Δείξει τον Δρόμο Προς Τον Θεό στον άνθρωπο. Η Πρότυπος Κάθοδος κι Άνοδος του Ιησού (με την Ανάστασή Του) στους Κόλπους του Πατρός είναι η πορεία κάθε ψυχής, η μοίρα της κι ο προορισμός της...
Ήδη από τον Ιωάννη, τους μαθητές του, και τους μετέπειτα μυστικούς υπάρχει η αντίληψη της “ουράνιας προέλευσης της ψυχής” και της επιστροφής της, Εν Τω Λόγω, Διά Του Λόγου, Μέσω Του Λόγου, στον Πατέρα Θεό... Ο Ωριγένης, βαθύς γνώστης και της ελληνικής φιλοσοφίας αλλά και της Χριστιανικής Παράδοσης την αντίληψη γιά την ουράνια προέλευση της ψυχής και της μεταφυσικής προοπτικής της, ούτε την δανείστηκε από την ελληνική φιλοσοφία, τον Πλάτωνα, τον Αμμώνιο Σακκά (ή τον Πλωτίνο), ούτε την δημιούργησε μόνος του. Η αντίληψη υπάρχει ήδη στην “Ιωάννεια Θεολογία”, ενώ υποστηρίζεται και από άλλες αναφορές μέσα στην Αγία Γραφή. Έτσι ο Ωριγένης, είναι γνήσιος χριστιανός, πιστός στην μυστική παράδοση που ξεκίνησε από τον Ιησού, τον Ιωάννη και τους άλλους μυστικούς. Ο Ωριγένης ούτε εκχριστιάνισε τον ελληνισμό ούτε εξελλήνισε τον χριστιανισμό. Ο Ωριγένης υπήρξε ένας γνήσιος χριστιανός (της γραμμής του Ιωάννη) που απλά ανέλυσε κι εξήγησε κάποια μεταφυσικά ζητήματα του χριστιανισμού. Το γεγονός ότι τα ίδια λένε σε όλες τις θρησκείες, ή ότι τα ίδια λέει κι ο Πλάτωνας, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το ότι όλοι μιλούν γιά την “Ίδια Μεταφυσική Πραγματικότητα”. Είναι φυσικό να την περιγράφουν με παρόμοιο τρόπο και να έχουν ομοιότητες στην ανάλυσή τους, αλλά και διαφορές, ανάλογα την πολιτισμική και φιλοσοφική βάση πάνω στην οποία “οικοδομούν” την θεολογία τους...
..............................................................................................
Σύμφωνα με τον Ωριγένη ο Θεός Είναι “Αγέννητος” (κι Υπάρχει από Πάντα). Ο Θεός Εκδηλώνεται Τριαδικά. Από τον Πατέρα Θεό, Ως Αιώνια Ακτινοβολία, Γεννάται Αενάως ο Λόγος (Υιός). Ο Πατέρας κι Ο Λόγος Εκδηλώνονται σαν Πνεύμα Ενότητας, Αγαθότητας, κλπ... Ο Θεός και συνάμα ο Λόγος και το Πνεύμα Υπάρχουν Πέρα, Πριν και Μετά την δημιουργία. Ταυτόχρονα όμως ο Λόγος (κατά τον Ιωάννη) Είναι Αυτός Διά του Οποίου Δημιουργήθηκε ο κόσμος (αφού έγιναν όλα Διά του Λόγου) κι Εκδηλώνεται Συνέχοντας τον κόσμο, όχι βέβαια Αυτός Καθ' Εαυτός αλλά διά της Ενέργειάς Του... Έτσι ο Λόγος του Ωριγένη ταυτόχρονα “Διαχωρίζεται” από τον Κοσμικό Λόγο (των Στωικών) και Ταυτίζεται με τον Κοσμικό Λόγο. Ο κόσμος Κυβερνάται από το Πνεύμα του Θεού... Ο Θεός λοιπόν σαν Τριάς Είναι κατά τον Ωριγένη ο Δημιουργός (Πατήρ), Συνέχων (Λόγος) και Κυβερνών (Πνεύμα) τον κόσμο... Ο άνθρωπος έχει ουράνια προέλευση, αφού προέρχεται από τον πνευματικό κόσμο. Τα πνεύματα που απομακρύνθηκαν από τον Θεό εξέπεσαν στην σφαίρα της ψυχής, έγιναν ψυχές κι ακόλουθα (σε μία αναπόφευκτη κατάβαση προς τα κάτω) “έπεσαν” στον υλικό κόσμο. Η αντίληψη αυτή του Ωριγένη (που υπάρχει άλλωστε σε όλη την Παγκόσμια Παράδοση...) δεν προέρχεται από τον Πλάτωνα (αν και ο Ωριγένης δεν αγνοούσε τον Πλάτωνα). Ο Πλάτωνας θεωρούσε την Κάθοδο του Νοητικού στο υλικό, σαν μία κατάκτηση του χαώδους υλικού, που αφού ολοκληρωθεί πρέπει να δώσει την θέση της σε μία ανάβαση προς την σφαίρα του Νοητικού. Ο Ωριγένης θεωρεί (σύμφωνα με την Βιβλική Παράδοση) αυτή την κατάβαση σαν μία αδυναμία του πνεύματος (της ψυχής) σαν μία “αστοχία”, σαν αμαρτία και σαν πτώση. Ερμηνεύοντας μάλιστα την “Γέννεση” (η Γραφή κατά την αντίληψή του, έχει μία συμβολική έννοια...) εξηγεί πως ο άνθρωπος όταν “πλάστηκε” από “ύλη” και του εμφυσήθηκε “πνοή ζωής” και έγινε ψυχή ζώσα δεν τοποθετήθηκε απλά στην γη αλλά σε ένα καθορισμένο τόπο, διαχωρισμένο από την γη, τον “Κήπο της Εδέμ” που είναι ένας ψυχικός αιθέριος τόπος, κι όχι ο υλικός κόσμος. Μετά την “πτώση” ο άνθρωπος ενδύθηκε δερμάτινο χιτώνα, υπονοώντας το καθαρά υλικό σώμα (κι όχι κάτι άλλο)... Αναζητώντας λοιπόν σε αυτή την τραγική κατάσταση του όντος την Σωτηρία στην ανάβαση στην Ουράνια Σφαίρα του Λόγου, Διά του Λόγου, Εν Τω Λόγω (και Διά Του Λόγου Προς Τον Πατέρα)... Ο Ωριγένης δεν έχει καμία δυσκολία (μαζί με τον Ιωάννη) να Ταυτίσει τον Λόγο με τον Ιησού αφού αντιλαμβανόταν ότι στην πραγματικότητα κάθε άνθρωπος έχει Ουράνια Προέλευση στους Κόλπους του Λόγου, αλλά είναι σε αδυναμία στην παρούσα φάση (μετά την πτώση). Απλά ο Ιησούς Είναι ο Λόγος, ο Θεός, το Πρότυπο, ο Νικητής της ύλης, κι ο Σωτήρας... Έτσι ο Ωριγένης που Ταυτίζει (σαν πιστός χριστιανός της γραμμής του Ιωάννη) τον Λόγο με τον Ιησού (τον Ενσαρκωμένο Λόγο, τον Θεάνθρωπο), θεωρεί ότι ο Θεάνθρωπος (μετά την Ανάστασή Του) Είναι στους Κόλπους του Πατρός, Υπερβατικός αλλά Παρών μέσα στην ιστορία. Κάθε άνθρωπος μπορεί να Επικοινωνήσει και να Κοινωνήσει με τον Λόγο (σαν Ζωντανού Προσώπου και Δυνάμεως και Καταστάσεως). Με αυτή την έννοια ο Ωριγένης αποδέχεται την “θεωρία” κι ανοίγει τον δρόμο και στον Ευάγριο τον Ποντικό, και στον Γρηγόριο Νύσσης, και στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, και στον Μάξιμο, και στους άλλους μυστικούς του Χριστιανισμού. Ενώ η “θεωρία” του Πλάτωνα (και του Πλωτίνου αργότερα) οδηγεί την ψυχή, απελευθερώνοντάς την από τα δεσμά του σώματος, στην σφαίρα του Νοητικού και του Είναι, και του Αγαθού, η “θεωρία” του Ωριγένη οδηγεί στον Λόγο, Εν Τω Λόγω, και Διά Του Λόγου στον Θεό Πατέρα. Γιά τον Ωριγένη ο Λόγος δεν Είνα Μία Αφηρημένη Κατάσταση, Είναι Αυτό που έλαβε ανθρώπινη μορφή. Κι αφού ο Θεάνθρωπος Έδειξε τον Δρόμο κάθε άνθρωπος μπορεί Διά Του Λόγου να Ανυψωθεί Ως Την Θεότητα. Μάλιστα, κατά τον Ωριγένη, θα έρθει καιρός που όλα θα επιστρέψουν στο Θεό (αποκατάστασις των πάντων)... “Απ' εκείνου ήρξατο θεία και ανθρωπίνη συνυφαίνεσθαι φύσις, ιν η ανθρωπίνη τη προς το θειότερον κοινωνία γένηται θεία ουκ εάν μόνω τω Ιησού αλλά και πάσι τοις μετά του πιστεύειν αναλαμβάνουσι βίον, ον ο Ιησούς εδίδαξεν, αναγόντα επί την προς τον Θεόν φιλίαν και την προς εκείνον κοινωνία πάντα τον κατά τας Ιησού υποθήκας ζώντα” (Κατά Κέλσου, 3, 28)... Η ιδεώδης επί της γης ζωή βιώνεται με την θεωρία, την άσκηση, την παρθενία... Η εκκλησία είναι η “πόλις του Θεού” (Κατά Κέλσου). Είναι η Θεία Πολιτεία που θα περιλαμβάνει κάποια μέρα στο μέλλον όλη την οικουμένη. Όλα τα μέλη της είναι καθαγιασμένα, έχοντας την Χάρι του Θεού. Στα πλαίσια της Ιδανικής Εκκλησίας που Βιώνει την Παρουσία του Λόγου, η Κοινωνία Με Τον Λόγο είναι Πνευματική, Αέναη και Έμπρακτη. Στα πλαίσια μίας τέτοιας εξαγιασμένης ζωής έχουν νόημα τα “μυστήρια της εκκλησίας”, όπως το βάπτισμα και η θεία κοινωνία (ευχαριστία). Όταν δεν υπάρχει Βίωση της Παρουσίας του Λόγου, όταν η Ευχαριστία στερείται του Πνευματικού Περιεχομένου της καταντά τυπική πράξη χωρίς αξία, μία μαγική τελετή, που δεν έχει καμία επίδραση. Η τυπική τέλεση της ευχαριστιακής πράξης ούτε τον Θεό Δεσμεύει, ούτε πνευματικό περιεχόμενο έχει, ούτε κανένα νόημα. Αυτό που έχει σημασία λοιπόν (γιά την σκέψη του Ωριγένη) είναι η Πνευματική Κοινωνία που μπορεί να μην συνδέεται ή να συνδέεται με την τελετή της ευχαριστίας, Μόνο η τελετή δεν έχει καμία θρησκευτική αξία... Κατά τον Ωριγένη, στο απώτερο μέλλον θα αποκατασταθούν τα πάντα και ο Θεός θα Είναι “τα πάντα τοις πάσι”... Μετά τον θάνατο, τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, η ψυχή επιβιώνει... και με το αιθέριο σώμα τους μεταβαίνουν οι καλοί στον “παράδεισο” (που είναι αιθέριος τόπος) κι οι κακοί στον τόπο του καθαρτηρίου πυρός όπου εξαγνίζονται γιά να συνεχίσουν μετά την ανάβασή τους. Η ψυχή λοιπόν εξελίσσεται και μετά τον θάνατο ανεβαίνοντας τις ουράνιες σφαίρες μέχρι την Σφαίρα του Λόγου... Η μετεμψύχωση γιά κάποιες “αμετανόητες” ψυχές δεν είναι απίθανη... Ο μέλλοντας αιώνας (που σημαίνει την Έλευση του Χριστού και την ανάσταση) θα φέρει οριστικά την αποκατάσταση των πάντων. Τελικά όλα θα αποροφηθούν στο Θεό. Αυτή όμως η δημιουργία δεν είναι μοναδική. Σύμφωνα με τον Ωριγένη έχουν υπάρξει και θα υπάρξουν κι άλλες δημιουργίες. Βέβαια, όλα αυτά δεν είναι πάρά σκέψεις και αντιλήψεις θεωρητικές... το βάθος του χρόνου στο οποίο τοποθετείται αυτό το γεγονός είναι τόσο μεγάλο που είναι ασύλληπτο γιά τον άνθρωπο...
...............................................................................................
Ο Ιωάννης (ο αγαπημένος μαθητής του Ιησού) κι οι μαθητές του, κι ο Ωριγένης, κι ο Ευάγριος, κι ο Διονύσιος κι άλλοι μυστικοί πατέρες εκπροσωπούν το γνήσιο μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού...
Όλοι αυτοί, Βιώνοντας την Παρουσία του Θεού και προσωπικά και συχνά μέσα στην εκκλησία Κατανοούν (σαν Εμπειρία του Μυστικού Βιώματος) ότι ο Θεός Είναι η Ζωή, η Αλήθεια, και συνεπώς η Πηγή κάθε Εξουσίας. Βιώνοντας μία Άνεση Επικοινωνία με τον Θεό (Εν Πνεύματι και Αληθεία) υπερβαίνουν ακόμα και την μυστηριακή ζωή της εκκλησίας. Κάποιοι από αυτούς δεν την αρνούνται όταν έχει πνευματικό περιεχόμενο (και δεν είναι μαγική τελετή) αλλά δεν της αναγνωρίζουν ένα δεσμευτικό χαρακτήρα. Όταν Κοινωνούμε (Πνευματικά) με τον Θεό, όταν Είμαστε Ένα με τον Θεό, γιά ποιές τελετές κι ανθρώπινες πράξεις να μιλήσουμε; Όταν έχουμε υπερβεί τον χρόνο και την ιστορία γιά ποιά μυστηριακή ζωή της εκκλησίας να συζητήσουμε;
Όμως μία τέτοια θεολογική αντίληψη και πρακτική, αποκόβει τον άνθρωπο από την κοινωνία, την πολιτεία, την πρακτική ζωή. Εξ' άλλου δεν θα μπορούσαν όλοι οι χριστιανοί να εμβαθύνουν την αντίληψή τους σε τέτοιο βαθμό και να Βιώσουν Μυστικά την Παρουσία του Θεού.
Γιά να μπορέσει ο άνθρωπος (σύμφωνα με τους μυστικούς) να Ανυψωθεί Ως την Σφαία του Λόγου, να Ενωθεί με τον Λόγο και Μέσω του Λόγου με τον Θεό Πατέρα πρέπει να ανέλθει “Πέντε Πνευματικές Βαθμίδες” (που σηματοδοτούν την Απελευθέρωση του Πνεύματος από τα δεσμά της κατώτερης ύπαρξης...)...
α) Θα πρέπει κατ' αρχήν να απορρίψουμε όλες τις ψυχοσωματικές λειτουργίες που μας κρατούν έξω, προσκολλημένους στο κόσμο. Αυτό συνιστά την “Απάρνηση του κόσμου”.
(Είναι η αποδέσμευση της Οντότητας από την υλική ψυχή, κατά Πλάτωνα).
β) Σε μία πρώτη εσωτερίκευση θα πρέπει να απαρνηθούμε όλες τις ψυχοδυναμικές λειτουργίες που “αποκρυσταλλώνονται” σε ψυχικά εντυπώματα, ψυχικές ροπές, συνήθειες, πάθη, και μας δένουν με τον κατώτερο υλικό κόσμο. Αυτό συνιστά την Επίτευξη της “Απάθειας”.
(Είναι η Αποδέσμευση της Οντότητας από την νοερά ψυχή, κατά Πλάτωνα).
γ) Τέλος σε μία πιό βαθιά εμβάθυνση θα πρέπει να καθαρίσουμε τον ίδιο τον νου από όλους τους λογισμούς, είτε προέρχονται από την αντίληψη, είτε από την ανακύκλωση της διάνοιας, είτε από την εγώ-ύπαρξη (συνείδηση του “εγώ-είμαι”). Αυτό συνιστά την “Κάθαρση” του νου.
(Είναι η Αποδέσμευση της Οντότητας από τον “νου”, κατά Πλάτωνα).
δ) Η Επίτευξη του Καθαρού Νου (του “άδειου” νου) αποτελλεί προϋπόθεση γιά να “αναδυθεί” μέσα μας ο πραγματικός οντικός πυρήνας, ο αληθινός χαρακτήρας της ύπαρξής μας, που είναι το Πνεύμα (πνευματικό εγώ), εξατομίκευση του Παγκόσμιου Λόγου. Η Επίτευξη, η γέννηση, αυτού του πνευματικού εγώ που είναι Ενωμένο με τον Παγκόσμιο Λόγο, είναι η αρχή στην Εν Λόγω Ζωή. Η Κοινωνία με τον Λόγο και η Βαθμιαία Απορρόφηση στον Λόγο οδηγεί στην Διέυρυνση του ατομικού πνευματικού εγώ προς τον Παγκόσμιο Λόγο... κι από Εδώ Προς τον Πατέρα. Αυτό συνιστά την “Πνευματική Θεία Κοινωνία”.
(Είναι η μετάβαση από την ατομική οντότητα στην Βάση του Παγκόσμιου Είναι, κατά Πλάτωνα).
ε) Η Τελική (Εν Τω Λόγω, Διά Του Λόγου, Μέσω Του Λόγου) Ένωση με τον Θεό συνιστά την τελική θέωση...
(Είναι η Ανύψωση Ως το Αγαθόν, κατά Πλάτωνα)...
Η μη γνώση και κατανόηση της ψυχής, της δομής, της λειτουργίας, των δυνατοτήτων και των εμπειριών που μπορεί να έχει, οδήγησε από νωρίς μία κατηγορία χριστιανών να αρνηθούν αυτή την αντίληψη της ουράνιας ψυχής και να προσδιορίζουν τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματικό οργανισμό, σαν μόνη ύπαρξη την ύπαρξη επί της γης και σαν μόνη ελπίδα σωτηρίας μία μελλοντική ανάσταση των σωμάτων (και μία νέα ζωή επί της γης)...
Μία τέτοια αντίληψη όμως αποκόβει τον άνθρωπο από τον Θεό, από την Ζωντανή Πνευματική Κοινωνία με τον Θεό, κι αναδεικνύει τον μοναδικό ρόλο των αντιπροσώπων, εκπροσώπων, του (Απόντος) Θεού μέσα στην θρησκευτική κοινότητα. Έτσι, εκεί που δεν υπάρχει Άμεση Επικοινωνία με τον Θεό οι εκπρόσωποί του (οι μεσολαβητές) καρπώνονται την Εξουσία και μεσολαβούν ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Κάποιοι θέλουν (και τους συμφέρει) να μην είναι δυνατή η Άμεση Επικοινωνία με τον Θεό γιατί έτσι αποκτούν “ρόλο” κι εξουσία κι οφέλη... Στέκονται στην Πόρτα του Ουρανού κι ούτε μέσα μπαίνουν, ούτε τους άλλους αφήνουν να μπουν. Γιατί αυτό που διδάσκουν είναι όχι πως θα Κοινωνήσουμε με τον Ζωντανό Θεό αλλά ότι θα οδηγηθούμε στην σωτηρία μόνο μέσω των μυστηριακών τελετών. Αλλά χωρίς πνευματικό περιεχόμενο οι μυστηριακές τελετές είναι μόνο μαγικές (κι υλικές) πράξεις...
Έτσι, από πολύ νωρίς, υποβόσκει ένας υπόγειος διαχωρισμός ανάμεσα στο Γνήσιο Χριστιανικό Μυστικό Ρεύμα και τον εξωτερικό “εκκλησιαστικό χριστιανισμό”. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι Μυστικοί υιοθετούν την ουράνια προέλευση του ανθρώπου, αποδίδουν στο Θεό την Εξουσία και προσπαθούν μέσα από την “θεωρία” να απελευθερωθούν (σαν ψυχές) από το σώμα και να ανέβουν στον Ουρανό του Πνεύματος ενώ οι εκπρόσωποι του “εκκλησιαστικού χριστιανισμού” ορίζουν τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματικό οργανισμό, με μόνη δυνατή ύπαρξη επί της γης και μόνη ελπίδα σωτηρίας μία μελλοντική ζωή με την ανάσταση των σωμάτων... Αυτοί οι εξωτερικοί χριστιανοί καρπώνονται την εξουσία του μεσολαβητή (ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο) και κηρύττουν ότι με μαγικές τελετουργικές πράξεις μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος... Οι Μυστικοί αποδίδουν την Εξουσία και την Σωτηρία στον Θεό τον Οποίο προσπαθούν να Προσεγγίσουν, ενώ οι εξωτερικοί χριστιανοί θέλουν την εξουσία γιά τον εαυτό τους...
Έτσι, σιγά-σιγά, καθώς στην ελληνορωμαϊκή και μετέπειτα βυζαντινή αυτοκρατορία επικρατούν (γιά λόγους σκοπιμότητας) οι “εξωτερικοί εκκλησιαστικοί χριστιανοί” το “Μυστικό Ρεύμα” οδηγείται στην περιθωριοποίηση, στην συκοφάντηση, στον αναθεματισμό, και την καταδίκη... Οι αυτοκράτορες, ο Κωνσταντίνος στην αρχή και οι άλλοι μετά, και ο Ιουστινιανός ιδιαίτερα, κατάλαβαν ότι ο “γνήσιος μυστικός χριστιανισμός” (που απέδιδε την Εξουσία μόνο στον Θεό) αποτελούσε πολιτικό κίνδυνο. Ενίσχυσαν έτσι τους “εξωτερικούς εκκλησιαστικούς χριστιανούς” που μπορούσαν να χειραγωγήσουν (διορίζοντας τους πατριάρχες και επισκόπους που ήθελαν και καθοδηγώντας τους), και σε οικουμενικές συνόδους παρωδίες καθόρισαν την πίστη του χριστιανισμού σε δόγματα (αποβάλλοντας μυστικούς πατέρες σαν τον Ωριγένη και τον Ευάγριο, και άλλους)... Ο Ιουστινιανός ιδιαίτερα, κατανοώντας τον κίνδυνο από το “μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού” έβγαλε διάταγμα κατά του Ωριγένη και στην Ε΄οικουμενική σύνοδο(;) επέβαλε την καταδίκη του Ωριγένη... Κι οι χριστιανοί έπεσαν στην παγίδα γιατί αυτοί οι χριστιανοί ήθελαν να πέσουν στην παγίδα. Ο Ιουστινιανός ενώ φαινόταν να προσφέρει υπηρεσίες στον χριστιανισμό, στην πραγματικότητα ήταν ένας αχρείος που ενεργούσε μόνο γιά λογαριασμό του, και τελικά “κατέστρεψε” το χριστιανισμό. Όμως, και παρά το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό, και η ελληνική φιλοσοφία συνέχισε να υπάρχει, μεταδίδοντας την γνώση στην δύση, και το “μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού” δεν “χάθηκε”... Οι αυτοκράτορες ενσωματώνοντας στην κρατική διοίκηση την εκκλησία, και καθορίζοντας (με πολιτικά κριτήρια) την διοίκηση της εκκλησίας οδήγησαν τον “εκκλησιαστικό χριστιανισμό” στην πλήρη εκκοσμίκευση... Ο αυτοκράτορας (κατά το ρωμαϊκό έθιμο) ήταν ο μεγάλος αρχιερέας, η εκκλησία έγινε μέρος της δομής του κράτους και οι ιερείς δημόσιοι υπάλληλοι... Στην διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας η εκκλησία “ενσωματώθηκε” στην οθωμανική διοίκηση παίζοντας συχνά ένα ύποπτο ρόλο (μαζί με τους προεστούς των αυτοδιοικούμενων χωριών της αυτοκρατορίας) ενάντια στο λαό... Μετά την υποτιθέμενη ανεξαρτητοποίηση από την οθωμανική αυτοκρατορία το 1821, το ελληνικό κράτος συνέχισε να “εξαρτάται” από ξένες δυνάμεις της δύσης και από οικονομικά δάνεια που διογκώνονταν με την πάροδο του χρόνου, ενώ η εκκλησία παραμένει ακόμα ενσωματωμένη στην κρατική διοίκηση (θλιβερό κατάλοιπο του βυζαντίου και της οθωμανικής σκλαβιάς...)... Τελικά οι σημερινές εκκλησίες (τόσο η ανατολική ορθόδοξη, όσο και η δυτική καθολική) είναι κατάλοιπα της παλιάς βυζαντινής οργανωτικής δομής της εκκλησίας...
Πάντως, επειδή οι εκκοσμικευμένοι θρησκευτικοί ηγέτες γνώριζαν πάντα ότι η αποβολή του πνευματικού μυστικού περιεχομένου από την διδασκαλία και την ζωή της εκκλησίας ενέχει το κίνδυνο της εξασθένισης της θρησκείας και της “ουδετεροποίησής” της, φρόντισαν να θεωρούν “δικό” τους το “Μυστικό Ρεύμα”... ακόμα και να εκδίδουν τα συγγράματα αυτών που “αφόρισαν” και καταδίκασαν, όπως του Ωριγένη και του Ευάγριου... Η Υποκρισία και η πολιτική σκοπιμότητα αλλά και η χειραγώγηση των χριστιανών δεν έχει όρια.... Τελικά ποιός είναι “ορθόδοξος” και ποιός είναι “αιρετικός”;... Το γεγονός ότι κάποιοι αποφάσισαν σε “οικουμενικές συνόδους” κάποια πράγματα, αποδεικνύει απλά ότι αποφάσισαν αυτά τα πράγματα, όχι ότι “αυτά είναι η Αλήθεια”, (η βίαιη ταύτιση μιάς “γνώμης” με την Αλήθεια είναι τελείως αυθαίρετη και χωρίς λογική συνέπεια... αποτελεί “λογικό άλμα”...)...
Στην δύση έγιναν βέβαια τους τελευταίους αιώνες κάποιες προσπάθειες να ξαναβρεθεί το “γνήσιο πνεύμα του χριστιανισμού” και πολλές κινήσεις διαμαρτυρομένων είναι προς μία σωστή κατεύθυνση, αλλά είναι παρ' όλα αυτά ανεπαρκείς...
Αν θέλουμε σήμερα να αναζητήσουμε το Γνήσιο Χριστιανισμό θα πρέπει να ανατρέξουμε ξανά στον Ιωάννη (και την “Ιωάννεια Θεολογία), στον Ωριγένη, στον Ευάγριο, στον Διονύσιο, στον Μάξιμο, και στους άλλους μυστικούς πατέρες... Μόνο στο Ζωντανό Μυστικό Βίωμα Υπάρχει Ζωή κι Αλήθεια...
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
Monday, 9 February, 2026

5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman

(An Essay on the Essential Qualities for Realization of the Self)

(Viveka Chudamani 21-25)

 

The Threshold of the Eternal

There exists, beyond the clamor of the marketplace and the fevered dreams of ambition, a path that winds toward the infinite. It is not carved into mountainsides, nor does it stretch across desert plains. Rather, it unfolds within the silent chambers of the soul, where the seeker discovers that the journey home begins precisely where one has always stood. The ancient wisdom speaks of certain qualities—not acquisitions from without, but revelations from within—that must be cultivated by those who would know the Ultimate Reality, that ineffable presence some call Brahman, others the Absolute, and still others simply Truth.

These virtues are not ornaments worn for display, nor achievements accumulated like coins in a purse. They are transformations of consciousness itself, fundamental reorderings of perception that allow the veil of illusion to fall away, revealing what has always been present but never seen. Like a sculptor who does not create the statue but merely removes the excess stone, the aspirant does not manufacture spiritual realization but strips away the obscurations that prevent its recognition.

The seeker stands at the threshold, gazing into an abyss of mystery that is simultaneously emptiness and fullness, silence and song. The ordinary mind recoils from such paradox, seeking the solid ground of certainty and the bright edges of definition. Yet the mystical path demands a different courage: the willingness to dissolve into that which cannot be grasped, to become intimate with the unspeakable, to rest in the groundless ground where all distinctions collapse into undifferentiated awareness.

Vairagya—The Great Letting Go

In the deepest recesses of the human heart burns a fire that consumes all it touches, leaving only ash and longing. This is the fire of desire, the insatiable hunger that drives beings from pleasure to pleasure, like moths circling an ever-receding flame. The worldly person, intoxicated by the promise of fulfillment, chases shadows across the landscape of experience, never recognizing that satisfaction perpetually eludes grasp precisely because it is sought in objects that cannot contain it.

Vairagya, which the sages call renunciation or dispassion, arises not from bitter disappointment or world-weary cynicism, but from a profound seeing—a penetrating vision that perceives the fundamental nature of all conditional existence. Like one who has tasted nectar and can no longer be satisfied by sugar water, the awakening soul begins to recognize the subtle poison hidden within even the sweetest of temporal pleasures. The joy of possession contains the seed of loss; the ecstasy of union conceals the anguish of separation; the glory of worldly achievement masks the hollow emptiness that follows acclaim.

This virtue is not the forced suppression of natural desires, not the grim self-flagellation of those who war against their own humanity. Rather, it emerges organically when clear seeing dispels the enchantment that makes transient things appear permanent, limited pleasures appear infinite, and fragmentary experiences appear whole. The renunciate does not abandon the world through hatred but releases attachment through understanding, like a person who stops clutching at reflections in water upon realizing they can never be grasped.

Even the loftiest states of consciousness, even the exalted experiences available to refined beings in subtle realms—what the texts call "Brahmahood"—are recognized as ultimately unsatisfying, for they too arise and pass away in the vast ocean of being and non-being. The soul that has glimpsed the Eternal can no longer mistake the temporal for ultimate refuge, no matter how sublime its appearance. This radical disillusionment with all that comes and goes becomes the fertile soil in which true liberation takes root.

Shama—The Stilling of the Storm

Picture a lake whose surface is constantly agitated by wind, its waters churned into countless waves that catch the light and cast it in a thousand fragmentary reflections. No clear image can form in such turbulence; the moon above remains invisible to the restless waters below. So it is with the mind that leaps endlessly from object to object, never resting, never settling, forever dispersing its attention across the infinite multiplicity of phenomena.

Shama—that sacred calmness which the mystics treasure above all worldly wealth—arises when the mind gradually withdraws its outward-flowing energies and begins to stabilize in its own luminous nature. This is not the dull torpor of sleep, nor the forced concentration of one who strains to hold attention through sheer will. Rather, it resembles the natural settling that occurs when muddy water is left undisturbed: gradually, inevitably, the sediment sinks and clarity emerges of its own accord.

The aspirant learns through patient observation to see the fundamental unsatisfactoriness that permeates all sense experience. Each pleasure contains within it the worm of satiation; each acquisition brings new anxieties of preservation and loss; each relationship carries the burden of expectation and the shadow of eventual parting. This is not pessimism but clear-eyed realism, the unflinching recognition of existence as it actually presents itself rather than as we desperately wish it to be.

As this understanding deepens, something miraculous occurs: the mind's habitual rush toward external objects begins to slow, like a river approaching the sea. The magnetic pull of sensory allure weakens; the tyranny of craving relaxes its grip. In the resulting stillness, the mind discovers its capacity to rest in itself, directed steadfastly toward that ineffable Goal which has no location in space, no position in time, yet remains more intimate than breath, more fundamental than heartbeat.

This inward-turning is not an escape from reality but a movement toward the Real, away from the endless proliferation of appearances toward the silent source from which all appearances arise. Like a wanderer who finally turns homeward after years of aimless roaming, the mind in shama discovers the peace that needs nothing external to complete it, the fullness that wants for nothing because it has recognized its own infinite nature.

Dama—The Sacred Discipline

The sense organs are like wild horses, each pulling in its own direction, each demanding to be indulged. The eyes hunger for beautiful forms; the ears strain toward pleasant sounds; the tongue craves delectable tastes; the skin seeks comfortable sensations; the nose pursues agreeable fragrances. Meanwhile, the internal faculties—imagination, memory, emotion—generate their own clamorous demands, weaving endless narratives of past and future, hope and fear, attraction and aversion.

Dama—that virtue of self-control or mastery—involves neither violent suppression nor indulgent license, but rather the intelligent redirection of these energies toward their ultimate source. The mystic understands that the senses themselves are not enemies to be destroyed but instruments that have been misdirected, like tools used for purposes other than those for which they were designed. The eye that endlessly consumes visual stimuli can be taught to close in meditation, discovering the inner light that shines independently of any external object. The ear that chases after melodious sounds can learn to attend to the soundless resonance that underlies all manifestation.

This turning inward of the sense faculties is not a denial of their reality but a restoration of their proper function. Just as a river that has overflowed its banks must be guided back to its channel, so the outward-flowing energies of perception must be returned to their respective centers—those subtle points within consciousness where outer meets inner, where the limited connects with the unlimited, where the particular dissolves into the universal.

The practitioner discovers that each sense organ, when withdrawn from its habitual objects and established in its source, reveals a dimension of peace and stability previously unknown. The restless eyes, no longer darting after every passing form, find rest in the formless awareness that perceives all forms without being defined by any. The chattering mind, no longer spinning its endless commentaries, discovers the silence that contains all speech without being disturbed by noise.

This is the work of patient years, not accomplished through force but through gentle persistence, not seized through effort but allowed through understanding. Like the gradual taming of a wild animal through kindness and consistency, the senses slowly learn to trust a new master, one who does not exploit them for fleeting pleasures but guides them toward their own deepest fulfillment.

Uparati—The Great Withdrawal

Beyond the mere control of the senses lies a deeper transformation, one that the sages call uparati—that supreme self-withdrawal in which the mind-function itself ceases to be affected by external circumstances. This is not indifference born of exhaustion or detachment arising from disappointment, but rather a profound independence rooted in the recognition of what truly matters and what is merely superficial.

Imagine a lotus that grows in muddy waters yet remains untouched by the mire, its petals pristine despite the murk from which it emerges. Or consider a clear crystal that reflects whatever color is placed before it yet is not itself colored by any reflection. Such is the mind established in uparati: fully present in the world of phenomena, functioning appropriately in response to circumstances, yet fundamentally unaffected at its core, maintaining an inner sanctuary of peace that no external event can violate.

This virtue represents a radical shift in one's center of gravity, a migration of identity from the periphery to the center, from the circumference of experience to its still heart. The ordinary person identifies completely with the flow of mental and emotional states, rising and falling with each wave of pleasure and pain, success and failure, praise and blame. But the one established in uparati has discovered that awareness itself—pure, witnessing consciousness—remains untouched by the content it illuminates, like space that is never altered by the objects it contains.

External objects and events continue to arise in perception, but they no longer penetrate to the essence of what one is. They appear like clouds drifting across the sky, like images projected on a screen, like waves rising and falling on the ocean's surface. The mind observes these movements with equanimity, neither grasping after pleasant experiences nor recoiling from difficult ones, abiding in its own nature with unshakeable stability.

This is the peace that passes understanding, the rest that does not depend on comfortable circumstances, the joy that needs no external cause. It is discovered not through arrangement of outer conditions but through the profound recognition of what one has always been beneath the turbulent surface of psychological activity—that unchanging awareness in which all change occurs, that silent witness before which the entire drama of existence unfolds.

Titiksha—The Alchemy of Suffering

The spiritual path inevitably leads through territories of discomfort, through deserts of dryness and dark nights of the soul. The body ages and weakens; relationships disappoint; cherished plans crumble; the world refuses to conform to our expectations. These afflictions—whether gross physical pain or subtle psychological distress—test the aspirant's commitment, revealing the depth of understanding and the genuineness of spiritual maturity.

Titiksha, that noble forbearance which the mystics cultivate with such care, is not the gritting of teeth in stoic resignation, nor the passive acceptance of abuse or injustice. Rather, it is a profound shift in relationship to difficulty, rooted in the understanding that external circumstances possess only the power we grant them through our reactive patterns. The pain is inevitable—this the wise acknowledge—but the suffering that arises from resistance to pain, from the mental elaboration that transforms sensation into story, from the fearful anticipation of future difficulty or the bitter rumination on past injury—this is optional.

The practitioner learns to meet affliction with a quality of presence that neither flees nor fights, neither dramatizes nor denies. Like a skilled sailor who cannot control the wind but can adjust the sails, the aspirant discovers the freedom to choose response rather than being imprisoned in mechanical reaction. Physical discomfort is acknowledged without catastrophizing; emotional turmoil is witnessed without identification; external opposition is noted without the construction of elaborate narratives of victimhood or justified resentment.

This forbearance is rooted in a deeper vision that perceives the transient nature of all conditional experience. Just as morning mist inevitably dissolves when the sun rises, so all afflictions—no matter how solid and permanent they appear—are recognized as temporary visitors in the vast space of awareness. They come unbidden and depart uninvited, arising and passing in accordance with causes and conditions far beyond the individual's control or responsibility.

Moreover, the mature practitioner begins to perceive difficulty itself as a sacred teacher, a fierce grace that strips away illusion and reveals what is truly indestructible. In the fire of affliction, false refuges are burned away, shallow understandings are exposed, superficial consolations are shown to be inadequate. What remains after this purification is not the broken remnant of a defeated spirit but the diamond core of consciousness itself, that which cannot be harmed by any circumstance because it is not a thing that can be damaged but the very space in which all things arise and pass away.

Shraddha—The Light of Faith

At the foundation of all spiritual endeavor lies a quality that modern minds often misunderstand, dismissing it as blind credulity or wishful thinking. Yet shraddha—that profound faith which the sages declare essential for realization—is neither the opposite of reason nor the abandonment of discrimination. Rather, it is a deep trust rooted in direct insight, a confidence born from the resonance between sacred teaching and innermost knowing, a recognition that what the scriptures and the awakened ones declare corresponds to something already intuited in the depths of one's own being.

This faith is not belief in propositions that contradict experience or reason, but rather the firm acceptance—through both wisdom and direct perception—of truths that transcend the ordinary mind's capacity for conceptual grasp yet reveal themselves to the purified heart. When the genuine teacher speaks of the Self that was never born and can never die, when the ancient texts proclaim the identity of individual consciousness with universal Consciousness, when the mystics testify to a peace beyond all comprehension—something within the sincere seeker trembles with recognition, as if remembering what has always been known but temporarily forgotten.

This faith provides the foundation upon which the entire edifice of spiritual practice is built. Without it, the aspirant lacks the conviction necessary to sustain effort through difficulties, the confidence to persist when progress seems absent, the willingness to surrender cherished beliefs and comfortable identities in service of truth. With it, the path unfolds naturally, each step revealing new vistas that confirm and deepen the initial intuition that drew one toward the sacred mystery in the first place.

Shraddha is simultaneously gift and achievement, grace and attainment. It descends upon the prepared heart like rain upon plowed earth, yet it must also be cultivated through study, reflection, and the testing of spiritual propositions against lived experience. The aspirant learns to distinguish genuine faith—which opens and expands awareness—from mere belief, which closes and contracts understanding. True faith makes the mind supple and receptive; false belief makes it rigid and defensive.

As this virtue matures, it becomes the very means by which Reality is perceived. Just as physical eyes are required to perceive visible forms and ears necessary to detect sounds, so faith becomes the organ through which the soul apprehends the Ultimate. Not faith as opposed to knowledge, but faith as the deepest knowing—immediate, intimate, indubitable—that rises from the ground of being itself when all obscurations have been cleared and the witness stands naked before the witnessed, discovering that seer and seen have always been one undivided wholeness masquerading as multiplicity.

The Convergence of Virtues

These qualities—renunciation, calmness, self-control, self-withdrawal, forbearance, and faith—are not separate accomplishments to be acquired sequentially, like items checked off a list. Rather, they interpenetrate and support one another, forming an integrated whole that transforms consciousness from its ordinary fragmented state into the unified awareness capable of recognizing its own true nature.

Renunciation without calmness becomes mere aversion; calmness without self-control remains superficial; self-control without forbearance breeds rigidity; forbearance without faith lacks foundation. Yet when these virtues mature together, they create the conditions in which the great awakening can occur—not as something achieved through effort but as the natural revelation of what has always been present but veiled by ignorance, agitation, and misdirected attention.

The aspirant who cultivates these qualities discovers that spiritual transformation is not the acquisition of something new but the removal of obstructions, not the creation of a different self but the recognition of what the self has always been beneath its temporary identifications and conditioned patterns. Like clouds dispersing to reveal the sun that has never ceased to shine, or like the cleaning of a mirror to restore its native reflective capacity, the foundational virtues clear away the accumulated obscurations that prevent the soul from knowing itself.

The Return to Source

At journey's end—which is simultaneously its beginning, for the seeker never left the place toward which the search was directed—the multiplicity of virtues dissolves into the simplicity of pure being. The one who has walked this path discovers that Brahman, the Absolute Reality, was never truly distant or foreign, never genuinely other than one's own deepest nature. All the practices, all the disciplines, all the virtues were not means of reaching some far-off destination but ways of removing the barriers we ourselves constructed between what we are and what we think we are.

In that recognition, a great peace descends—or rather, has always been present but is finally acknowledged. The search ends not in finding what was lost but in realizing what was never absent. The questions that drove the spiritual quest dissolve not through being answered but through being outgrown, like children's concerns that lose relevance when maturity dawns.

This is the fruit of the foundational virtues: not spiritual achievement to be displayed, not exotic experiences to be recounted, but the simple, profound ordinariness of being what one has always been, seeing what has always been visible, resting in what has never moved. The mystical journey, traveled through such effort and discipline, reveals itself finally as the cosmic joke—that we sought everywhere for what we could never lose, that we struggled mightily to become what we have never ceased to be, that the kingdom we longed for was never elsewhere but always within, always here, always now, waiting only for recognition.

And in that recognition, the soul rests—not in achievement but in completion, not in arrival but in homecoming, not in becoming something new but in remembering what is eternally true. The path to Brahman is revealed as Brahman itself, the seeker discovered as the sought, the journey and the destination merged in the eternal present where all distinctions collapse into the luminous silence from which they first emerged and to which they eternally return.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

 

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

 

Το Κατώφλι του Αιώνιου

 

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

 

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

 

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

 

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

 

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

 

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

 

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

 

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

 

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

 

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

 

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

 

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

 

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

 

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

 

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

 

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

 

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

 

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

 

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

 

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

 

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

 

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

 

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

 

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

 

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

 

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

 

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

 

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

 

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

 

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

 

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

 

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

 

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

 

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

 

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

 

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

 

Η Σύγκλιση των Αρετών

 

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

 

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

 

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

 

Η Επιστροφή στην Πηγή

 

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

 

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

 

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

 

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
18. The Luminous Path: A Journey Toward the Absolute
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~