CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
19. The Eternal Dance of Life, Existence, and Consciousness
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
5. The Warrior of Virtue: A Mystical Journey

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
5. Ο Πολεμιστής της Αρετής: Ένα Μυστικιστικό Ταξίδι

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 7 March, 2026

Sunday, February 6, 2011

Ωριγένης... Έλληνας ή Χριστιανός;

(Η “Προϋπαρξη”, η “Κατάβαση”, και η “Ανάβαση” της Ψυχής
Ο Γνήσιος Χριστιανισμός
Η Αλήθεια του Χριστιανισμού κι η αλήθεια γιά τον Χριστιανισμό)

(ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ)

Εδώ και (τουλάχιστον) 3000 χρόνια η Παγκόσμια Παράδοση (δηλαδή ολόκληρη η φιλοσοφική και θρησκευτική “σκέψη”, στα διάφορα μέρη του κόσμου...), “βεβαιώνει” Μία Υπέρτατη Αρχή της Ύπαρξης και “συνθέτει” μία Ενιαία Θεωρία γιά την ερμηνεία όλων των Φαινομένων της Ύπαρξης.
Το Απόλυτο, Ακαθόριστο, Ακατανόητο, Χωρίς Ιδιότητες, Ταυτίζεται με το Είναι, και το Είναι Προσδιορίζεται σαν “Συνείδηση του Είναι”, περισσότερο Ενέργεια και Δραστηριότητα παρά Ουσία (κάποιο “υλικό”). Αυτό Είναι Αυθύπαρκτο, κι Από Αυτό Πηγάζει όλη η δημιουργία (όλη η ποικιλία των φαινομένων της Ύπαρξης, ή η Ύπαρξη στις διάφορες μορφές της).
Οι πιό βαθείς στοχαστές και της Ινδίας, και της Ελλάδας, και της Κίνας (αλλά και αλλού) θεωρούν σαν “Πραγματικά Αληθινό” το Απόλυτο Πνεύμα, το “Τελείως Είναι” του Πλάτωνα, κι ολόκληρη την δημιουργία (σε όλα τα πεδία της) “μία κίνηση του Πνεύματος Εν Εαυτώ”... Έτσι το Απόλυτο Πνεύμα Παράγει Εν Εαυτώ όλα τα φαινόμενα (περίπου όπως η απέραντη θάλασσα δραστηριοποιείται, παράγοντας φαινόμενα κίνησης, κύματα και τοπικά φαινόμενα...)... Έτσι, (λογικά) Όλα Είναι Πνεύμα, αλλά ταυτόχρονα το Πνεύμα ( το Καθαρό Πνεύμα) Διαφοροποιείται από τα φαινόμενα που παράγει (τα οποία όμως εξαρτώνται απόλυτα από το Πνεύμα)...Στην πραγματικότητα, η Πραγματικότητα Εμφανίζεται εδώ με μία διπλή Όψη, και Είναι Όλα Μία Ουσία, και Είναι Ουσία και Ενέργεια (όπου Διαχωρίζεται η Καθαρή Ουσία από την Ενέργειά Της, η Ουσία από τα φαινόμενα). Στην πραγματικότητα ισχύουν και τα δύο. Εξαρτάται “πως” το βλέπουμε...
Έτσι το Απόλυτο Πνεύμα Παράγει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) τις σφαίρες ύπαρξης, Υπερβαίνοντας (κατά πολύ) την δημιουργία, αλλά και Διαποτίζοντας την περιορισμένη δημιουργία και Εισχωρώντας μέσα σε αυτή... Με αυτό τον τρόπο Δημιουργείται η Σφαίρα του Παγκόσμιου Πνεύματος, του “Είναι” του Πλάτωνα, του Κοσμικού Λόγου των Ελλήνων Στωικών (κι αργότερα των χριστιανών), το Μαχάτ των Ινδών, κλπ... Από την Σφαίρα του Είναι δημιουργείται η πιό περιορισμένη Σφαίρα του Νου, την οποία υπερβαίνει αλλά διαποτίζει κι εισχωρεί σε αυτό το Παγκόσμιο Πνεύμα... Με τον ίδιο τρόπο δημιουργείται η πιό περιορισμένη Σφαίρα της Ψυχής, του Ψυχικού Δυναμισμού (της Υπερφύσης, του Πλαστικού Διάμεσου), την οποία υπερβαίνουν αλλά διαποτίζουν και εισχωρούν σε αυτό οι ανώτερες μορφές ύπαρξης, όπου εκδηλώνονται σαν “λειτουργίες”... Ακόλουθα δημιουργείται η πιό περιορισμένη σφαίρα του ενεργειακού αιθέρα που έχει επίσης μία υλική όψη -είναι δισυπόστατη-, την οποία υπερβαίνουν αλλά διαποτίζουν και εισχωρούν σε αυτή οι ανώτερες μορφές ύπαρξης, όπου εκδηλώνονται σαν “λειτουργίες”...
Κατ' αντιστοιχία του Παγκόσμιου Όντος αναδύεται στους Κόλπους του Παγκόσμιου, ήδη στην Ανώτερη Σφαίρα Ύπαρξης (σε μία Βαθμιαία Μετάβαση από το Παγκόσμιο στο Ατομικό...), σαν “υπαρξιακός κόμβος της Παγκόσμιας Ύπαρξης” το ατομικό ον, το οποίο όμως υποστασιοποιείται από το Παγκόσμιο, Συνδέεται με Αυτό κι Αναφέρεται σε Αυτό... (λόγος)...
Ο ατομικός πνευματικός πυρήνας ύπαρξης, όταν εκδηλώνεται στην κατώτερη νοητική σφαίρα (ενώ την υπερβαίνει ταυτόχρονα), διαποτίζει κι εισχωρεί στην ατομική νοητική οντότητα (που χαρακτηρίζεται από το περιεχόμενο, τις διαδικασίες της, και την αντίληψη του υπαρξιακού νοητικού περιβάλλοντος...)... (νους)...
Είναι αυτός ο νους (νόηση-εγώ, διάνοια, αντίληψη) που εκδηλώνεται στην κατώτερη σφαίρα της ψυχής (του δυναμισμού) σε μία ατομική ψυχική οντότητα, σαν βουλητική ενέργεια αλλά και πλαστική δυνατότητα, δυνατότητα διαμόρφωσης... (νοερή ψυχή)...
Και τελικά είναι αυτή η νοερή ψυχή (δηλαδή ο πνευματικός πυρήνας που εκφράζεται μέσω του νου κι εκδηλώνεται μεσω του δυναμισμού της ψυχής) που εκδηλώνεται στο δισυπόστατο ενεργειακό-υλικό κόσμο, σε μία ατομική σωματική οντότητα... Η νοερή ψυχή, που στην φύση της είναι δυναμισμός, όταν συνδέεται με τον υλικό φορέα, αναπτύσει (εξ' αιτίας ακριβώς της σύνδεσης, της εισχώρησης στο υλικό) ένα αντίγραφο της ψυχής και της ύλης ταυτόχρονα, ένα ενεργειακό σώμα, που μεσολαβεί ανάμεσα στον δυναμισμό της νοερής ψυχής και της υλικής μορφής (γι' αυτό κι έχει την μορφή του σώματος και χαρακτηρίζεται σαν ενεργειακό σώμα, ομοίωμα, διπλό, κλπ... Αυτό είναι το “επιθυμητικό” του Πλάτωνα, και πρόκειται γιά μία ψυχοσωματική λειτουργία μέσα στο νευρικό σύστημα του υλικού σώματος. Αυτή είναι μία “υλική” ψυχή. Μετά τον αποχωρισμό της νοεράς ψυχής από το σώμα (κατά τον θάνατο) η υλική ψυχή (το ομοίωμα) διαλύεται... (υλική ψυχή)...
Η Υπερβατική Οντότητα (όπως περιγράφηκε πιό πάνω) εκδηλώνεται μέσα σε ένα υλικό φορέα, το σώμα... (σώμα)...
Στην πραγματικότητα εδώ μιλάμε (αναφερόμενοι παράλληλα στον Πλάτωνα) γιά την Οντότητα (λόγος) που λειτουργεί, με όλες τις δυνάμεις της, σε τρία οντολογικά, κοσμολογικά πεδία, γιά “τρείς ψυχές”: η ψυχή σαν καθαρός νους, η ψυχή σαν νοερά ψυχή και βουλητικός δυναμισμός, κι η ψυχή σαν ψυχοσωματική λειτουργία. Έτσι το αντιλαμβανόταν και το δίδασκε ο Πλάτωνας. Πολλοί μη κατανοώντας, ή αγνοώντας, αυτό το γεγονός (αποδίδουν στον Πλάτωνα) και ορίζουν την ψυχή σαν άυλη ουσία με τρεις δυνάμεις (νοητικό, βουλητικό, επιθυμητικό) που ενωμένη με ένα σώμα λειτουργεί σαν ψυχοσωματική ενότητα, σαν ψυχοσωματικός οργανισμός. Αυτό που περιγράφουν είναι μόνο η υλική ψυχή του Πλάτωνα στην οποία αποδίδουν αθανασία. Με τον θάνατο αυτή η αθάνατη ψυχή που μπορεί να λειτουργεί μόνο ενωμένη με ένα σώμα μένει “μετέωρη” (κι αυτό οδηγεί στην πεποίθηση μίας μελλοντικής “ανάστασης”)... Ο Πλάτωνας δεν δίδαξε ποτέ τέτοια πράγματα. Μιλούσε γιά την Οντότητα που λειτουργεί σε τρία οντολογικά-κοσμολογικά πεδία, μιλούσε γιά “τρεις ψυχές” και τόνιζε ότι η υλική ψυχή διαλύεται με το θάνατο.. Η νοερά ψυχή ακολουθεί μία μεταφυσική πορεία κι έπειτα ανυψώνεται στον νοητικό κόσμο σαν καθαρός νους, είτε επιστρέφει στον υλικό κόσμο, δημιουργώντας μία νέα υλική ψυχή σε ένα νέο σώμα (μετεμψύχωση)...
Σχεδόν σε όλη την Παγκόσμια Παράδοση υπάρχουν παρόμοιες περιγραφές της δημιουργίας και της σύνθεσης του όντος... Το Ον έχει ουράνια προέλευση κατεβαίνοντας τις σφαίρες της ύπαρξης προοδευτικά και με μία αντίστροφη πορεία μπορεί να ανέβει τις σφαίρες της ύπαρξης (μέχρι το Απόλυτο Πνεύμα, την Θεότητα)... Ιδιαίτερα στην Πλατωνική Παράδοση (που μας ενδιαφέρει γιατί αργότερα θα την αντιπαραβάλλουμε με τις αντιλήψεις του Ωριγένη για την Ουράνια Προέλευση της Ψυχής και την Σωτηρία της), η Ψυχή (στην γενική έννοιά της) έχει ένα Οντικό Πυρήνα (ανήκει στο Είναι, λόγος) και μία νοητική ύπαρξη (καθαρός νους) στο νοητικό κόσμο, των ιδεών. Αυτό τον νοητικό χαρακτήρα θα τον κρατήσει σε ολόκληρη την ύπαρξή της και την πορεία της στους κόσμους. Η Ψυχή, ό,τι μορφή (κι εξέλιξη) κι αν λάβει θα έχει πάντα ένα ανώτερο μέρος, το νου (την νόηση, την διάνοια, την αντίληψη). Όταν αυτή η νοητική ύπαρξη κατέρχεται στην σφαίρα της καθεαυτό ψυχής (της αστρικής ψυχής) εμπλουτίζεται με δυναμισμό που εκφράζεται σαν βούληση, βουλητικά, με μία άλλη κατώτερη διάσταση της ψυχής. Κι όταν η νοερά ψυχή κατέρχεται στον ενεργειακό-υλικό κόσμο, στην σύνδεσή της με το σώμα, εκτός από την ψυχονοητική δύναμη που εκδηλώνει (νόηση) και τους βουλητικούς προσανατολισμούς, αναπτύσει επίσης και μία επιπλέον λειτουργία της επιθυμίας (που στρέφεται προς τον εξωτερικό κόσμο), το επιθυμητικό, (εξαιτίας ακριβώς της επαφής με τον υλικό κόσμο... Έτσι όταν μιλάμε γιά Ψυχή στα πλαίσια της Πλατωνικής κοσμοθεωρίας γίνεται αντιληπτό ότι η Ψυχή θεωρείται με πολλούς τρόπους. Η Ψυχή ανήκει στο Είναι κι έχει ένα Καθαρό Οντικό Χαρακτήρα. Η Ψυχή είναι Νους (σαν νοητική αντίληψη της ίδιας της ύπαρξης και του κόσμου των ιδεών). Η Ψυχή είναι ο Δυναμικός Διάμεσος (νοερά ψυχή) ανάμεσα στον Νου και την υλη. Η Ψυχή είναι ακόμα το αποτέλεσμα της σύνδεσης της σύνδεσης της νοεράς ψυχής και του σώματος, η ψυχοσωματική λειτουργία (μέσα στο νευρικό σύστημα του σώματος). Όταν διερευνάται η Ψυχή με αυτή την τελευταία έννοια, (η Ψυχή συνδεδεμένη με το σώμα), εμφανίζει μία τριμερή λειτουργία: α) νους, νόηση, που αντλεί την καταγωγή της από τον νοητικό κόσμο, β) βουλητική λειτουργία που αντλεί την καταγωγή της από την σφαίρα του ψυχικού δυναμισμού, γ) επιθυμητική λειτουργία που είναι προσανατολισμένη και τροφοδοτείται από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτός ο ψυχοσωματικός οργανισμός έχει ένα υλικό φορέα, το σώμα (κι έχει σαν λειτουργία πλήρη αντιστοιχία με το νευρικό σύστημα)... Στην πραγματικότητα όταν η Οντότητα (που ανάγει την Καταγωγή της στον Κόσμο του Είναι) είναι ενσωματωμένη, λειτουργεί (ή μπορεί να λειτουργήσει θεωρητικά) και στα τρία πεδία ύπαρξης, σαν καθαρός νους στον νοητικό κόσμο, σαν νοερά ψυχή στην ψυχοδυναμική σφαίρα, και σαν ψυχοσωματική λειτουργία μέσα στο σώμα, και μέσω του σώματος μέσα στον υλικό κόσμο, ανάλογα τον “προσανατολισμό της. Δηλαδή λειτουργεί είτε στο εσωτερικό πεδίο του νου, είτε στο μεσωτερικό πεδίο της νοεράς ψυχής, είτε στο εξωτερικό πεδίο της ψυχοσωματικής λειτουργίας και εμπειρίας. Λειτουργούν και οι “τρεις ψυχές” (ή μπορούν να λειτουργήσουν θεωρητικά). Όταν ο Πλάτωνας μιλά γιά την “λύσιν και χωρισμόν ψυχής από σώματος” εννοεί να υπερβούμε όλες τις ψυχοσωματικές λειτουργίες της υλικής ψυχής (εξωτερικό πεδίο) να υπερβούμε όλες τις ψυχοδυναμικές λειτουργίες της νοεράς ψυχής που μας “προσανατολίζουν” προς τον υλικό κόσμο (μεσωτερικό πεδίο), και να ανυψωθούμε ως καθαρός νους στον κόσμο των ιδεών (εσωτερικό πεδίο)... Μόνο υπερβαίνοντας αυτός τον νοητικό κόσμο μπορούμε να ανυψωθούμε ως την Σφαίρα του Είναι... Πέραν του Είναι, της Ουσίας, βρίσκεται το “Τελείως Είναι”, το Αγαθόν, η Θεότητα...
Σε όλη σχεδόν την Παγκόσμια Παράδοση, και στην Πλατωνική Παράδοση, η Επέκταση του Ανώτερου (του Αγαθού, που είναι πέραν και αυτού του Είναι), στο Είναι, που είναι Εικόνα του Αγαθού μέσα στην δημιουργία, και εμπεριέχει όλη την δημιουργία και τους κόσμους, η Επέκταση του “νοητικού” προς το υλικό, έχει την έννοια μίας Επέκτασης, μίας Κατάκτησης όλων των δυνατοτήτων της ύπαρξης... το Ανώτερο (με την Δραστηριότητά Του) δημιουργεί το κατώτερο κι ενώ το Υπερβαίνει το Διαποτίζει κι Εισχωρεί σε αυτό, το Οργανώνει, κι όταν γίνεται “κατάλληλο όργανο”, αναδύεται σαν Δυνατότητα (κι Ανώτερη Λειτουργία) μέσα σε αυτό... Έτσι το Υπερβατικό Στοιχείο δημιουργεί τον υλικό κόσμο, τον καθοδηγεί (κατά το Πρότυπο του Νοητικού), τον οργανώνει κι όταν γίνει κατάλληλος (όταν αναπτυχθεί το “κατάλληλο όργανο”, ο άνθρωπος στην προκειμένη περίπτωση) αναδύεται μέσα στο υλικό σώμα σαν ανώτερη δυνατότητα, σαν “Συνείδηση”, Πνεύμα... Έτσι παρακολουθώντας όλη την Εξέλιξη βλέπουμε ότι το Υπερβατικό προηγείται του υλικού, το οποίο ξεκινώντας από την χαώδη κατάσταση, οργανώνεται (κατά το Πρότυπο του Νοητικού) και όταν αναπτυχθεί πλήρως, το Υπερβατικό αναδύεται σε Αυτό σαν Ανώτερη Δυνατότητα. Είναι τελείως λάθος να βλέπουμε μόνο το υλικό και την ανάδυση από το υλικό της Ανώτερης Δυνατότητας, της νόησης (και του πνεύματος) σαν ένα επιφαινόμενο. Αν δεν έχει προηγηθεί το Υπερβατικό Στοιχείο δεν θα είχε υπάρξει καν το υλικό, γιά να οργανωθεί και να γίνει κατάλληλο να Αναδείξει την Ανώτερη Δυνατότητα του Υπερβατικού...
Τελικά η “Κατάβαση” του Υπερβατικού στο υλικό (κατά τον Πλάτωνα και άλλους) αποτελεί μία Κατάκτηση από τον Νου της ύλης κι όχι μία “πτώση”... Αλλά ό,τι “κατέβηκε” πρέπει τώρα να “ανέβει” προς τους οντικούς ουρανούς της Αληθινής Ύπαρξης. Με αυτή την έννοια η Ψυχή (ο Νους) πρέπει να απελευθερωθεί από το υλικό (και μόνο με αυτή την έννοια το σώμα αποτελεί “φυλακή” της Ψυχής...)... Ο ίδιος ο Πλάτωνας περιγράφει αυτή την άνοδο και την μέθοδο ανάβασης της Ψυχής στον “Φαίδωνα” κι αλλού. Περιγράφει με σαφήνεια, οντολογικά και ψυχολογικά την πρακτική, αυτό που στις ανατολικές θρησκείες ονομάζουν “διαλογισμό” ή στον χριστιανισμό “καθαρά προσευχή” (και θέωση)...
..............................................................................................
Ο Χριστιανισμός (πέρα από το πως τον προσδιορίζει ο εκάστοτε θρησκειολόγος ή θεολόγος, ή πιστός...) υπήρξε ένα θρησκευτικό κίνημα που επειδή έχει ασαφείς ιστορικές ρίζες, γέννησε, παρήγαγε, πολλές αντιλήψεις γιά την “Χριστιανική Αλήθεια”, αντιλήψεις που όλες δικαιολογούνται (άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο). Δεν υπάρχει λοιπόν μόνο “ένας χριστιανισμός” (όπως υποστηρίζουν κάποιοι εκκλησιαστικοί οργανισμοί, όπως ο καθολικισμός, η ορθοδοξία, διαμαρτυρόμενες εκκλησίες, κλπ.). Ο Χριστός της πίστης (όπως τον αντιλαμβανόταν η θρησκευτική κοινότητα των χριστιανών των πρώτων χρόνων) αναφέρεται ασφαλώς στο ιστορικό πρόσωπο, το οποίο όμως δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε άμεσα, αφού η ζωή του χάνεται μέσα στην έλλειψη πληροφοριών, ενώ η δράση του και τα λόγια του αλλοιώνονται από την πίστη των χριστιανών. Τα ευαγγέλια απηχούν μόνο την πίστη των χριστιανών... δεν είναι αυστηρά (και αντικειμενικά) βιογραφίες του Ιησού από την Ναζαρέτ. Το σημαντικότερο ευαγγέλιο, που δίνει μία μεταφυσική διάσταση στο Πρόσωπο του Ιησού, αφού το ταυτίζει με τον Προαιώνιο Λόγο, είναι το ευαγγέλιο του Ιωάννη. Η “Ιωάνεια Θεολογία” θα είναι κατά κύριο λόγο η πηγή της “θεολογίας” του μετέπειτα χριστιανισμού... Πριν τον Ιωάννη είχε προηγηθεί στους κόλπους της ιουδαϊκής θρησκευτικής σκέψης ο Φίλων ο Ιουδαίος, η μετάφραση των Ο΄της Παλαιάς Διαθήκης στην ελληνική, καθώς και ο εξξελληνισμός (ως ένα σημείο) του ιουδαϊσμού της Παλαιστίνης (αλλά και ο εξελληνισμός των Ιουδαίων της διασποράς) συνέπεια των κατακτήσεων του Αλέξανδρου και των διαδόχων του, κι αργότερα των Ρωμαίων...
Ο Ιωάννης, κι αργότερα ο Ωριγένης και οι άλλοι μυστικοί δεν λένε κάτι διαφορετικό από τους έλληνες. Εκεί όμως που οι έλληνες μιλούν γιά το Είναι, το γίγνεσθαι, το νου, την ψυχή, κλπ... ο Ιωάννης κι οι Χριστιανοί προχωρούν ένα βήμα πιό πέρα και Ταυτίζουν τον Λόγο με το Πρόσωπο του Ιησού από την Ναζαρέτ. Δηλώνοντας ο Ιωάννης ότι “Θεός ην ο Λόγος” διακρίνοντάς Τον ταυτόχρονα από τον Θεό (“ούτος ην προς τον Θεόν”), και ταυτίζοντάς Τον με τον Ιστορικό Ιησού, αναδεικνύει το Πρόσωπο (και την “Επέμβαση”) του Θεού μέσα στην Ιστορία. Ο Θεός δεν είναι πιά η Αφηρημένη Δύναμη που Συνέχει τα πάντα, αλλά έγινε άνθρωπος και περπάτησε ανάμεσά μας... Κι έγινε άνθρωπος γιά να Δείξει τον Δρόμο Προς Τον Θεό στον άνθρωπο. Η Πρότυπος Κάθοδος κι Άνοδος του Ιησού (με την Ανάστασή Του) στους Κόλπους του Πατρός είναι η πορεία κάθε ψυχής, η μοίρα της κι ο προορισμός της...
Ήδη από τον Ιωάννη, τους μαθητές του, και τους μετέπειτα μυστικούς υπάρχει η αντίληψη της “ουράνιας προέλευσης της ψυχής” και της επιστροφής της, Εν Τω Λόγω, Διά Του Λόγου, Μέσω Του Λόγου, στον Πατέρα Θεό... Ο Ωριγένης, βαθύς γνώστης και της ελληνικής φιλοσοφίας αλλά και της Χριστιανικής Παράδοσης την αντίληψη γιά την ουράνια προέλευση της ψυχής και της μεταφυσικής προοπτικής της, ούτε την δανείστηκε από την ελληνική φιλοσοφία, τον Πλάτωνα, τον Αμμώνιο Σακκά (ή τον Πλωτίνο), ούτε την δημιούργησε μόνος του. Η αντίληψη υπάρχει ήδη στην “Ιωάννεια Θεολογία”, ενώ υποστηρίζεται και από άλλες αναφορές μέσα στην Αγία Γραφή. Έτσι ο Ωριγένης, είναι γνήσιος χριστιανός, πιστός στην μυστική παράδοση που ξεκίνησε από τον Ιησού, τον Ιωάννη και τους άλλους μυστικούς. Ο Ωριγένης ούτε εκχριστιάνισε τον ελληνισμό ούτε εξελλήνισε τον χριστιανισμό. Ο Ωριγένης υπήρξε ένας γνήσιος χριστιανός (της γραμμής του Ιωάννη) που απλά ανέλυσε κι εξήγησε κάποια μεταφυσικά ζητήματα του χριστιανισμού. Το γεγονός ότι τα ίδια λένε σε όλες τις θρησκείες, ή ότι τα ίδια λέει κι ο Πλάτωνας, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το ότι όλοι μιλούν γιά την “Ίδια Μεταφυσική Πραγματικότητα”. Είναι φυσικό να την περιγράφουν με παρόμοιο τρόπο και να έχουν ομοιότητες στην ανάλυσή τους, αλλά και διαφορές, ανάλογα την πολιτισμική και φιλοσοφική βάση πάνω στην οποία “οικοδομούν” την θεολογία τους...
..............................................................................................
Σύμφωνα με τον Ωριγένη ο Θεός Είναι “Αγέννητος” (κι Υπάρχει από Πάντα). Ο Θεός Εκδηλώνεται Τριαδικά. Από τον Πατέρα Θεό, Ως Αιώνια Ακτινοβολία, Γεννάται Αενάως ο Λόγος (Υιός). Ο Πατέρας κι Ο Λόγος Εκδηλώνονται σαν Πνεύμα Ενότητας, Αγαθότητας, κλπ... Ο Θεός και συνάμα ο Λόγος και το Πνεύμα Υπάρχουν Πέρα, Πριν και Μετά την δημιουργία. Ταυτόχρονα όμως ο Λόγος (κατά τον Ιωάννη) Είναι Αυτός Διά του Οποίου Δημιουργήθηκε ο κόσμος (αφού έγιναν όλα Διά του Λόγου) κι Εκδηλώνεται Συνέχοντας τον κόσμο, όχι βέβαια Αυτός Καθ' Εαυτός αλλά διά της Ενέργειάς Του... Έτσι ο Λόγος του Ωριγένη ταυτόχρονα “Διαχωρίζεται” από τον Κοσμικό Λόγο (των Στωικών) και Ταυτίζεται με τον Κοσμικό Λόγο. Ο κόσμος Κυβερνάται από το Πνεύμα του Θεού... Ο Θεός λοιπόν σαν Τριάς Είναι κατά τον Ωριγένη ο Δημιουργός (Πατήρ), Συνέχων (Λόγος) και Κυβερνών (Πνεύμα) τον κόσμο... Ο άνθρωπος έχει ουράνια προέλευση, αφού προέρχεται από τον πνευματικό κόσμο. Τα πνεύματα που απομακρύνθηκαν από τον Θεό εξέπεσαν στην σφαίρα της ψυχής, έγιναν ψυχές κι ακόλουθα (σε μία αναπόφευκτη κατάβαση προς τα κάτω) “έπεσαν” στον υλικό κόσμο. Η αντίληψη αυτή του Ωριγένη (που υπάρχει άλλωστε σε όλη την Παγκόσμια Παράδοση...) δεν προέρχεται από τον Πλάτωνα (αν και ο Ωριγένης δεν αγνοούσε τον Πλάτωνα). Ο Πλάτωνας θεωρούσε την Κάθοδο του Νοητικού στο υλικό, σαν μία κατάκτηση του χαώδους υλικού, που αφού ολοκληρωθεί πρέπει να δώσει την θέση της σε μία ανάβαση προς την σφαίρα του Νοητικού. Ο Ωριγένης θεωρεί (σύμφωνα με την Βιβλική Παράδοση) αυτή την κατάβαση σαν μία αδυναμία του πνεύματος (της ψυχής) σαν μία “αστοχία”, σαν αμαρτία και σαν πτώση. Ερμηνεύοντας μάλιστα την “Γέννεση” (η Γραφή κατά την αντίληψή του, έχει μία συμβολική έννοια...) εξηγεί πως ο άνθρωπος όταν “πλάστηκε” από “ύλη” και του εμφυσήθηκε “πνοή ζωής” και έγινε ψυχή ζώσα δεν τοποθετήθηκε απλά στην γη αλλά σε ένα καθορισμένο τόπο, διαχωρισμένο από την γη, τον “Κήπο της Εδέμ” που είναι ένας ψυχικός αιθέριος τόπος, κι όχι ο υλικός κόσμος. Μετά την “πτώση” ο άνθρωπος ενδύθηκε δερμάτινο χιτώνα, υπονοώντας το καθαρά υλικό σώμα (κι όχι κάτι άλλο)... Αναζητώντας λοιπόν σε αυτή την τραγική κατάσταση του όντος την Σωτηρία στην ανάβαση στην Ουράνια Σφαίρα του Λόγου, Διά του Λόγου, Εν Τω Λόγω (και Διά Του Λόγου Προς Τον Πατέρα)... Ο Ωριγένης δεν έχει καμία δυσκολία (μαζί με τον Ιωάννη) να Ταυτίσει τον Λόγο με τον Ιησού αφού αντιλαμβανόταν ότι στην πραγματικότητα κάθε άνθρωπος έχει Ουράνια Προέλευση στους Κόλπους του Λόγου, αλλά είναι σε αδυναμία στην παρούσα φάση (μετά την πτώση). Απλά ο Ιησούς Είναι ο Λόγος, ο Θεός, το Πρότυπο, ο Νικητής της ύλης, κι ο Σωτήρας... Έτσι ο Ωριγένης που Ταυτίζει (σαν πιστός χριστιανός της γραμμής του Ιωάννη) τον Λόγο με τον Ιησού (τον Ενσαρκωμένο Λόγο, τον Θεάνθρωπο), θεωρεί ότι ο Θεάνθρωπος (μετά την Ανάστασή Του) Είναι στους Κόλπους του Πατρός, Υπερβατικός αλλά Παρών μέσα στην ιστορία. Κάθε άνθρωπος μπορεί να Επικοινωνήσει και να Κοινωνήσει με τον Λόγο (σαν Ζωντανού Προσώπου και Δυνάμεως και Καταστάσεως). Με αυτή την έννοια ο Ωριγένης αποδέχεται την “θεωρία” κι ανοίγει τον δρόμο και στον Ευάγριο τον Ποντικό, και στον Γρηγόριο Νύσσης, και στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, και στον Μάξιμο, και στους άλλους μυστικούς του Χριστιανισμού. Ενώ η “θεωρία” του Πλάτωνα (και του Πλωτίνου αργότερα) οδηγεί την ψυχή, απελευθερώνοντάς την από τα δεσμά του σώματος, στην σφαίρα του Νοητικού και του Είναι, και του Αγαθού, η “θεωρία” του Ωριγένη οδηγεί στον Λόγο, Εν Τω Λόγω, και Διά Του Λόγου στον Θεό Πατέρα. Γιά τον Ωριγένη ο Λόγος δεν Είνα Μία Αφηρημένη Κατάσταση, Είναι Αυτό που έλαβε ανθρώπινη μορφή. Κι αφού ο Θεάνθρωπος Έδειξε τον Δρόμο κάθε άνθρωπος μπορεί Διά Του Λόγου να Ανυψωθεί Ως Την Θεότητα. Μάλιστα, κατά τον Ωριγένη, θα έρθει καιρός που όλα θα επιστρέψουν στο Θεό (αποκατάστασις των πάντων)... “Απ' εκείνου ήρξατο θεία και ανθρωπίνη συνυφαίνεσθαι φύσις, ιν η ανθρωπίνη τη προς το θειότερον κοινωνία γένηται θεία ουκ εάν μόνω τω Ιησού αλλά και πάσι τοις μετά του πιστεύειν αναλαμβάνουσι βίον, ον ο Ιησούς εδίδαξεν, αναγόντα επί την προς τον Θεόν φιλίαν και την προς εκείνον κοινωνία πάντα τον κατά τας Ιησού υποθήκας ζώντα” (Κατά Κέλσου, 3, 28)... Η ιδεώδης επί της γης ζωή βιώνεται με την θεωρία, την άσκηση, την παρθενία... Η εκκλησία είναι η “πόλις του Θεού” (Κατά Κέλσου). Είναι η Θεία Πολιτεία που θα περιλαμβάνει κάποια μέρα στο μέλλον όλη την οικουμένη. Όλα τα μέλη της είναι καθαγιασμένα, έχοντας την Χάρι του Θεού. Στα πλαίσια της Ιδανικής Εκκλησίας που Βιώνει την Παρουσία του Λόγου, η Κοινωνία Με Τον Λόγο είναι Πνευματική, Αέναη και Έμπρακτη. Στα πλαίσια μίας τέτοιας εξαγιασμένης ζωής έχουν νόημα τα “μυστήρια της εκκλησίας”, όπως το βάπτισμα και η θεία κοινωνία (ευχαριστία). Όταν δεν υπάρχει Βίωση της Παρουσίας του Λόγου, όταν η Ευχαριστία στερείται του Πνευματικού Περιεχομένου της καταντά τυπική πράξη χωρίς αξία, μία μαγική τελετή, που δεν έχει καμία επίδραση. Η τυπική τέλεση της ευχαριστιακής πράξης ούτε τον Θεό Δεσμεύει, ούτε πνευματικό περιεχόμενο έχει, ούτε κανένα νόημα. Αυτό που έχει σημασία λοιπόν (γιά την σκέψη του Ωριγένη) είναι η Πνευματική Κοινωνία που μπορεί να μην συνδέεται ή να συνδέεται με την τελετή της ευχαριστίας, Μόνο η τελετή δεν έχει καμία θρησκευτική αξία... Κατά τον Ωριγένη, στο απώτερο μέλλον θα αποκατασταθούν τα πάντα και ο Θεός θα Είναι “τα πάντα τοις πάσι”... Μετά τον θάνατο, τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, η ψυχή επιβιώνει... και με το αιθέριο σώμα τους μεταβαίνουν οι καλοί στον “παράδεισο” (που είναι αιθέριος τόπος) κι οι κακοί στον τόπο του καθαρτηρίου πυρός όπου εξαγνίζονται γιά να συνεχίσουν μετά την ανάβασή τους. Η ψυχή λοιπόν εξελίσσεται και μετά τον θάνατο ανεβαίνοντας τις ουράνιες σφαίρες μέχρι την Σφαίρα του Λόγου... Η μετεμψύχωση γιά κάποιες “αμετανόητες” ψυχές δεν είναι απίθανη... Ο μέλλοντας αιώνας (που σημαίνει την Έλευση του Χριστού και την ανάσταση) θα φέρει οριστικά την αποκατάσταση των πάντων. Τελικά όλα θα αποροφηθούν στο Θεό. Αυτή όμως η δημιουργία δεν είναι μοναδική. Σύμφωνα με τον Ωριγένη έχουν υπάρξει και θα υπάρξουν κι άλλες δημιουργίες. Βέβαια, όλα αυτά δεν είναι πάρά σκέψεις και αντιλήψεις θεωρητικές... το βάθος του χρόνου στο οποίο τοποθετείται αυτό το γεγονός είναι τόσο μεγάλο που είναι ασύλληπτο γιά τον άνθρωπο...
...............................................................................................
Ο Ιωάννης (ο αγαπημένος μαθητής του Ιησού) κι οι μαθητές του, κι ο Ωριγένης, κι ο Ευάγριος, κι ο Διονύσιος κι άλλοι μυστικοί πατέρες εκπροσωπούν το γνήσιο μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού...
Όλοι αυτοί, Βιώνοντας την Παρουσία του Θεού και προσωπικά και συχνά μέσα στην εκκλησία Κατανοούν (σαν Εμπειρία του Μυστικού Βιώματος) ότι ο Θεός Είναι η Ζωή, η Αλήθεια, και συνεπώς η Πηγή κάθε Εξουσίας. Βιώνοντας μία Άνεση Επικοινωνία με τον Θεό (Εν Πνεύματι και Αληθεία) υπερβαίνουν ακόμα και την μυστηριακή ζωή της εκκλησίας. Κάποιοι από αυτούς δεν την αρνούνται όταν έχει πνευματικό περιεχόμενο (και δεν είναι μαγική τελετή) αλλά δεν της αναγνωρίζουν ένα δεσμευτικό χαρακτήρα. Όταν Κοινωνούμε (Πνευματικά) με τον Θεό, όταν Είμαστε Ένα με τον Θεό, γιά ποιές τελετές κι ανθρώπινες πράξεις να μιλήσουμε; Όταν έχουμε υπερβεί τον χρόνο και την ιστορία γιά ποιά μυστηριακή ζωή της εκκλησίας να συζητήσουμε;
Όμως μία τέτοια θεολογική αντίληψη και πρακτική, αποκόβει τον άνθρωπο από την κοινωνία, την πολιτεία, την πρακτική ζωή. Εξ' άλλου δεν θα μπορούσαν όλοι οι χριστιανοί να εμβαθύνουν την αντίληψή τους σε τέτοιο βαθμό και να Βιώσουν Μυστικά την Παρουσία του Θεού.
Γιά να μπορέσει ο άνθρωπος (σύμφωνα με τους μυστικούς) να Ανυψωθεί Ως την Σφαία του Λόγου, να Ενωθεί με τον Λόγο και Μέσω του Λόγου με τον Θεό Πατέρα πρέπει να ανέλθει “Πέντε Πνευματικές Βαθμίδες” (που σηματοδοτούν την Απελευθέρωση του Πνεύματος από τα δεσμά της κατώτερης ύπαρξης...)...
α) Θα πρέπει κατ' αρχήν να απορρίψουμε όλες τις ψυχοσωματικές λειτουργίες που μας κρατούν έξω, προσκολλημένους στο κόσμο. Αυτό συνιστά την “Απάρνηση του κόσμου”.
(Είναι η αποδέσμευση της Οντότητας από την υλική ψυχή, κατά Πλάτωνα).
β) Σε μία πρώτη εσωτερίκευση θα πρέπει να απαρνηθούμε όλες τις ψυχοδυναμικές λειτουργίες που “αποκρυσταλλώνονται” σε ψυχικά εντυπώματα, ψυχικές ροπές, συνήθειες, πάθη, και μας δένουν με τον κατώτερο υλικό κόσμο. Αυτό συνιστά την Επίτευξη της “Απάθειας”.
(Είναι η Αποδέσμευση της Οντότητας από την νοερά ψυχή, κατά Πλάτωνα).
γ) Τέλος σε μία πιό βαθιά εμβάθυνση θα πρέπει να καθαρίσουμε τον ίδιο τον νου από όλους τους λογισμούς, είτε προέρχονται από την αντίληψη, είτε από την ανακύκλωση της διάνοιας, είτε από την εγώ-ύπαρξη (συνείδηση του “εγώ-είμαι”). Αυτό συνιστά την “Κάθαρση” του νου.
(Είναι η Αποδέσμευση της Οντότητας από τον “νου”, κατά Πλάτωνα).
δ) Η Επίτευξη του Καθαρού Νου (του “άδειου” νου) αποτελλεί προϋπόθεση γιά να “αναδυθεί” μέσα μας ο πραγματικός οντικός πυρήνας, ο αληθινός χαρακτήρας της ύπαρξής μας, που είναι το Πνεύμα (πνευματικό εγώ), εξατομίκευση του Παγκόσμιου Λόγου. Η Επίτευξη, η γέννηση, αυτού του πνευματικού εγώ που είναι Ενωμένο με τον Παγκόσμιο Λόγο, είναι η αρχή στην Εν Λόγω Ζωή. Η Κοινωνία με τον Λόγο και η Βαθμιαία Απορρόφηση στον Λόγο οδηγεί στην Διέυρυνση του ατομικού πνευματικού εγώ προς τον Παγκόσμιο Λόγο... κι από Εδώ Προς τον Πατέρα. Αυτό συνιστά την “Πνευματική Θεία Κοινωνία”.
(Είναι η μετάβαση από την ατομική οντότητα στην Βάση του Παγκόσμιου Είναι, κατά Πλάτωνα).
ε) Η Τελική (Εν Τω Λόγω, Διά Του Λόγου, Μέσω Του Λόγου) Ένωση με τον Θεό συνιστά την τελική θέωση...
(Είναι η Ανύψωση Ως το Αγαθόν, κατά Πλάτωνα)...
Η μη γνώση και κατανόηση της ψυχής, της δομής, της λειτουργίας, των δυνατοτήτων και των εμπειριών που μπορεί να έχει, οδήγησε από νωρίς μία κατηγορία χριστιανών να αρνηθούν αυτή την αντίληψη της ουράνιας ψυχής και να προσδιορίζουν τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματικό οργανισμό, σαν μόνη ύπαρξη την ύπαρξη επί της γης και σαν μόνη ελπίδα σωτηρίας μία μελλοντική ανάσταση των σωμάτων (και μία νέα ζωή επί της γης)...
Μία τέτοια αντίληψη όμως αποκόβει τον άνθρωπο από τον Θεό, από την Ζωντανή Πνευματική Κοινωνία με τον Θεό, κι αναδεικνύει τον μοναδικό ρόλο των αντιπροσώπων, εκπροσώπων, του (Απόντος) Θεού μέσα στην θρησκευτική κοινότητα. Έτσι, εκεί που δεν υπάρχει Άμεση Επικοινωνία με τον Θεό οι εκπρόσωποί του (οι μεσολαβητές) καρπώνονται την Εξουσία και μεσολαβούν ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Κάποιοι θέλουν (και τους συμφέρει) να μην είναι δυνατή η Άμεση Επικοινωνία με τον Θεό γιατί έτσι αποκτούν “ρόλο” κι εξουσία κι οφέλη... Στέκονται στην Πόρτα του Ουρανού κι ούτε μέσα μπαίνουν, ούτε τους άλλους αφήνουν να μπουν. Γιατί αυτό που διδάσκουν είναι όχι πως θα Κοινωνήσουμε με τον Ζωντανό Θεό αλλά ότι θα οδηγηθούμε στην σωτηρία μόνο μέσω των μυστηριακών τελετών. Αλλά χωρίς πνευματικό περιεχόμενο οι μυστηριακές τελετές είναι μόνο μαγικές (κι υλικές) πράξεις...
Έτσι, από πολύ νωρίς, υποβόσκει ένας υπόγειος διαχωρισμός ανάμεσα στο Γνήσιο Χριστιανικό Μυστικό Ρεύμα και τον εξωτερικό “εκκλησιαστικό χριστιανισμό”. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι Μυστικοί υιοθετούν την ουράνια προέλευση του ανθρώπου, αποδίδουν στο Θεό την Εξουσία και προσπαθούν μέσα από την “θεωρία” να απελευθερωθούν (σαν ψυχές) από το σώμα και να ανέβουν στον Ουρανό του Πνεύματος ενώ οι εκπρόσωποι του “εκκλησιαστικού χριστιανισμού” ορίζουν τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματικό οργανισμό, με μόνη δυνατή ύπαρξη επί της γης και μόνη ελπίδα σωτηρίας μία μελλοντική ζωή με την ανάσταση των σωμάτων... Αυτοί οι εξωτερικοί χριστιανοί καρπώνονται την εξουσία του μεσολαβητή (ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο) και κηρύττουν ότι με μαγικές τελετουργικές πράξεις μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος... Οι Μυστικοί αποδίδουν την Εξουσία και την Σωτηρία στον Θεό τον Οποίο προσπαθούν να Προσεγγίσουν, ενώ οι εξωτερικοί χριστιανοί θέλουν την εξουσία γιά τον εαυτό τους...
Έτσι, σιγά-σιγά, καθώς στην ελληνορωμαϊκή και μετέπειτα βυζαντινή αυτοκρατορία επικρατούν (γιά λόγους σκοπιμότητας) οι “εξωτερικοί εκκλησιαστικοί χριστιανοί” το “Μυστικό Ρεύμα” οδηγείται στην περιθωριοποίηση, στην συκοφάντηση, στον αναθεματισμό, και την καταδίκη... Οι αυτοκράτορες, ο Κωνσταντίνος στην αρχή και οι άλλοι μετά, και ο Ιουστινιανός ιδιαίτερα, κατάλαβαν ότι ο “γνήσιος μυστικός χριστιανισμός” (που απέδιδε την Εξουσία μόνο στον Θεό) αποτελούσε πολιτικό κίνδυνο. Ενίσχυσαν έτσι τους “εξωτερικούς εκκλησιαστικούς χριστιανούς” που μπορούσαν να χειραγωγήσουν (διορίζοντας τους πατριάρχες και επισκόπους που ήθελαν και καθοδηγώντας τους), και σε οικουμενικές συνόδους παρωδίες καθόρισαν την πίστη του χριστιανισμού σε δόγματα (αποβάλλοντας μυστικούς πατέρες σαν τον Ωριγένη και τον Ευάγριο, και άλλους)... Ο Ιουστινιανός ιδιαίτερα, κατανοώντας τον κίνδυνο από το “μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού” έβγαλε διάταγμα κατά του Ωριγένη και στην Ε΄οικουμενική σύνοδο(;) επέβαλε την καταδίκη του Ωριγένη... Κι οι χριστιανοί έπεσαν στην παγίδα γιατί αυτοί οι χριστιανοί ήθελαν να πέσουν στην παγίδα. Ο Ιουστινιανός ενώ φαινόταν να προσφέρει υπηρεσίες στον χριστιανισμό, στην πραγματικότητα ήταν ένας αχρείος που ενεργούσε μόνο γιά λογαριασμό του, και τελικά “κατέστρεψε” το χριστιανισμό. Όμως, και παρά το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό, και η ελληνική φιλοσοφία συνέχισε να υπάρχει, μεταδίδοντας την γνώση στην δύση, και το “μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού” δεν “χάθηκε”... Οι αυτοκράτορες ενσωματώνοντας στην κρατική διοίκηση την εκκλησία, και καθορίζοντας (με πολιτικά κριτήρια) την διοίκηση της εκκλησίας οδήγησαν τον “εκκλησιαστικό χριστιανισμό” στην πλήρη εκκοσμίκευση... Ο αυτοκράτορας (κατά το ρωμαϊκό έθιμο) ήταν ο μεγάλος αρχιερέας, η εκκλησία έγινε μέρος της δομής του κράτους και οι ιερείς δημόσιοι υπάλληλοι... Στην διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας η εκκλησία “ενσωματώθηκε” στην οθωμανική διοίκηση παίζοντας συχνά ένα ύποπτο ρόλο (μαζί με τους προεστούς των αυτοδιοικούμενων χωριών της αυτοκρατορίας) ενάντια στο λαό... Μετά την υποτιθέμενη ανεξαρτητοποίηση από την οθωμανική αυτοκρατορία το 1821, το ελληνικό κράτος συνέχισε να “εξαρτάται” από ξένες δυνάμεις της δύσης και από οικονομικά δάνεια που διογκώνονταν με την πάροδο του χρόνου, ενώ η εκκλησία παραμένει ακόμα ενσωματωμένη στην κρατική διοίκηση (θλιβερό κατάλοιπο του βυζαντίου και της οθωμανικής σκλαβιάς...)... Τελικά οι σημερινές εκκλησίες (τόσο η ανατολική ορθόδοξη, όσο και η δυτική καθολική) είναι κατάλοιπα της παλιάς βυζαντινής οργανωτικής δομής της εκκλησίας...
Πάντως, επειδή οι εκκοσμικευμένοι θρησκευτικοί ηγέτες γνώριζαν πάντα ότι η αποβολή του πνευματικού μυστικού περιεχομένου από την διδασκαλία και την ζωή της εκκλησίας ενέχει το κίνδυνο της εξασθένισης της θρησκείας και της “ουδετεροποίησής” της, φρόντισαν να θεωρούν “δικό” τους το “Μυστικό Ρεύμα”... ακόμα και να εκδίδουν τα συγγράματα αυτών που “αφόρισαν” και καταδίκασαν, όπως του Ωριγένη και του Ευάγριου... Η Υποκρισία και η πολιτική σκοπιμότητα αλλά και η χειραγώγηση των χριστιανών δεν έχει όρια.... Τελικά ποιός είναι “ορθόδοξος” και ποιός είναι “αιρετικός”;... Το γεγονός ότι κάποιοι αποφάσισαν σε “οικουμενικές συνόδους” κάποια πράγματα, αποδεικνύει απλά ότι αποφάσισαν αυτά τα πράγματα, όχι ότι “αυτά είναι η Αλήθεια”, (η βίαιη ταύτιση μιάς “γνώμης” με την Αλήθεια είναι τελείως αυθαίρετη και χωρίς λογική συνέπεια... αποτελεί “λογικό άλμα”...)...
Στην δύση έγιναν βέβαια τους τελευταίους αιώνες κάποιες προσπάθειες να ξαναβρεθεί το “γνήσιο πνεύμα του χριστιανισμού” και πολλές κινήσεις διαμαρτυρομένων είναι προς μία σωστή κατεύθυνση, αλλά είναι παρ' όλα αυτά ανεπαρκείς...
Αν θέλουμε σήμερα να αναζητήσουμε το Γνήσιο Χριστιανισμό θα πρέπει να ανατρέξουμε ξανά στον Ιωάννη (και την “Ιωάννεια Θεολογία), στον Ωριγένη, στον Ευάγριο, στον Διονύσιο, στον Μάξιμο, και στους άλλους μυστικούς πατέρες... Μόνο στο Ζωντανό Μυστικό Βίωμα Υπάρχει Ζωή κι Αλήθεια...
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 19. The Sacred Return: A Mystical Journey to the Primordial Root
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1.2. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna: Chapter II — The Trembling of the Bow
Monday, 9 March, 2026

1.2. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

 

Chapter II — The Trembling of the Bow

 

"My limbs fail and my mouth is parched, my body quivers and my hair stands on end."

— Bhagavad Gita, 1.29

I. The Warrior at the Edge

When Arjuna stands in that divine chariot, poised between the two assembled armies at Kurukshetra, he stands not merely in a geographic or military position — he stands at the precise center of a cosmic drama that has been unfolding since consciousness first became aware of itself. He is the archer supreme, the wielder of Gandiva, that celestial bow gifted by Agni himself and capable of devastating entire armies with the speed of the wind. He is the third Pandava, beloved of the gods, trained in the celestial weapons by Indra himself. He is, by every outward measure, the embodiment of what a warrior is and must be. And yet it is precisely here, in this moment of supreme readiness, that the warrior becomes something else — something the epic's outer narrative does not know how to name, something the mystical reading alone can fully honor.

He asks Krishna to drive the chariot between the two armies. The request seems tactical at first — the warrior surveying the field before battle, the archer measuring the range between himself and his targets. But the mystic hears a different resonance in this request. It is the soul asking to be brought to the threshold, asking to see clearly and completely the full weight of what it is about to do. There is in this a quality of courage that is rarely acknowledged — the courage not to act, but to look. To stand, fully present, in the terrible clarity of what one's choices actually mean.

II. What the Eyes Reveal

And so he looks. And what he sees undoes him entirely.

The armies arrayed before him are not strangers. They are not the faceless masses of an enemy host. They are — and this is the heart of the mystery — his people. On the side of the Kauravas, he sees Bheeshma, the grand patriarch, the man whose silver beard is the color of all the winters Arjuna has ever lived through, whose blessing has been the shelter over his entire boyhood. He sees Drona, the teacher, the man in whose eyes the young Arjuna first saw the reflection of his own potential, who drew out of that gifted child the warrior the world has come to know. He sees Kripa and Salya and Jayadratha and a hundred others — cousins, uncles, kinsmen, companions — all arrayed now in the terrible symmetry of war, all prepared to die or to kill, and he, Arjuna, is the instrument by which so many of them will be struck down.

The Gita tells us that in this moment, Arjuna is overwhelmed by compassion — the Sanskrit word is karuna, which carries within it overtones of sorrow, tenderness, and the ache of a heart that cannot bear the weight of what it perceives. This karuna is not sentimentality. It is not cowardice dressed in the language of feeling. It is the natural response of a soul that has not yet been taught to see through the surfaces of things to the eternal truth beneath. It is the grief of a consciousness still operating within the framework of attachment — the belief that what we love can be lost, that what we are is bound up with the forms in which we find our beloveds, that the end of a body is the end of a soul.

III. The Physiology of Transformation

What follows is one of the most remarkable passages in all of world literature, remarkable not for its philosophy — that comes later — but for its extraordinary physical honesty. Arjuna does not maintain the composed dignity of a hero confronting an impossible situation. He falls apart. His body becomes the language of his interior crisis, and the Gita records this dissolution with a fidelity that feels less like epic convention and more like a direct transcript of spiritual emergency.

His limbs tremble. The great bow Gandiva — that magnificent instrument of his glory and identity, the physical emblem of everything he has been and done — slips from his fingers. His skin burns as though with fever. His hair stands on end. His mouth dries. His body will not obey him. He who has faced demon-kings and celestial opponents without flinching finds himself helpless before the faces of his own beloved.

The mystical traditions have long understood that the body is not separate from the soul's journey — it is the soul's journey made flesh, made palpable, made visible to the world. When the inner ground shifts, the body knows it first. The yogic traditions speak of kriyas — spontaneous physical responses to the movement of spiritual energy — trembling, heat, altered breathing, the sensation of electricity moving through the limbs. The Christian mystical tradition records in its saints the stigmata, the raptures, the levitations — all ways in which the body testifies to what the soul is undergoing. What Arjuna experiences in this moment is no less than this: the body bearing witness to the soul's collision with a reality larger than it has been equipped to hold.

The bow slipping from his hands is perhaps the most symbolically potent detail in the entire first chapter. Gandiva is not merely a weapon — it is Arjuna's identity. The warrior is the one who draws the bow. When the bow falls, the warrior falls. The self that has organized its entire existence around a particular function — around being the best, being the instrument of dharmic victory, being the one who can do what no one else can — finds that self suddenly impossible to sustain. The hands that have held the bow through ten thousand trials cannot hold it now. Not because the hands have weakened, but because something deeper than the hands has given way.

IV. The Sacred Dissolution of Identity

In the language of mystical theology, what Arjuna undergoes in this moment is the beginning of what the great medieval Christian mystic Meister Eckhart called Abgeschiedenheit — detachment, or more precisely, the stripping away of all that is not the essential self. The Sufi traditions speak of fana, annihilation, the necessary dissolution of the ego-constructed self as a precondition for the encounter with the divine. The Hindu tradition knows this process as the burning away of the impurities of ego in the fire of tapas, spiritual discipline, or — as here — in the equally purifying fire of overwhelming crisis.

The identity that Arjuna has built over a lifetime is extraordinarily robust. He is not a man of small self-conception. He is a hero in the full mythological sense — a figure whose excellence partakes of the divine, whose deeds have altered the shape of the world. And yet it is precisely the magnitude of his constructed self, the height and glory of the Arjuna-identity, that makes its dissolution so seismic. Small selves fall quietly. The collapse of a great soul shakes the earth.

When he sinks onto the seat of his chariot, unable to stand, unable to fight, unwilling to act — this sinking is a form of truth-telling that his previous life has never required of him. The warrior's life is organized around forward motion, decisive action, the conquest of opposition. Now, for the first time, Arjuna moves in a different direction entirely: inward. Downward. Into the darkness that has always been there, beneath the gleaming surface of his heroic identity, waiting for exactly this moment of extremity to make itself known.

V. The Question That Cannot Be Avoided

Arjuna speaks to Krishna, and his words cascade in a great torrent of despair and confusion. He speaks of kinsmen, of traditions, of the women left behind when warriors die, of the disruption of family rites and ancestral prayers. He speaks — and here the contemporary reader must listen with particular care — of the pollution of kingdoms and the destruction of families, by which he means something far deeper than social convention. He means the dissolution of the web of relationship and meaning that gives human existence its context, its purpose, its sense of being held within something larger than the isolated individual.

But beneath all these specific arguments, beneath the careful enumeration of social and religious consequences, there throbs a single question — the question that has been present in every human consciousness that has ever grown honest enough to ask it: What is this for? What is any of this for? If I must destroy what I love in order to preserve what I love, what exactly is it that I am preserving? If victory means the death of teachers and grandfathers and beloved cousins, what precisely has been won?

This is not a question born of weakness or confusion, though it arises in a moment of crisis. It is the most serious question a human soul can ask. It is the question that stands behind every great spiritual tradition's central teaching — the question that Buddhism answers with the teaching of impermanence and non-attachment, that Christianity answers with the paradox of losing life to find it, that Vedanta answers with the revelation that the self one fears to lose was never the real self to begin with. Arjuna, in his despondency, has stumbled to the very threshold of the tradition's deepest wisdom — and he has arrived there not through study or discipline but through the irresistible pressure of lived experience pressing him, at last, to his knees.

VI. The Mercy Hidden in Collapse

There is a teaching in the Zen tradition that speaks of the great doubt — the moment when the practitioner's ordinary understanding finally and completely fails, when the frameworks by which the mind has organized reality are revealed as insufficient, when the student realizes, in the full weight of that word, that they do not know. This great doubt is not a problem to be solved. It is a threshold to be crossed. It is the necessary preliminary to genuine understanding — not the understanding that is constructed from concepts and accumulated over years of study, but the understanding that arises when the conceptual mind has exhausted itself and something older and deeper becomes audible.

Arjuna, at this moment, has arrived at his great doubt. The bow — that instrument of certainty, of directed power, of knowing exactly what one is doing and why — has fallen. And in the silence that opens in the wake of its falling, something is made possible that was impossible before. Not immediately — the teaching of the Gita is not given in a single instant of shock, but over the long patient unfolding of eighteen chapters, through which Krishna meets Arjuna exactly where he is and leads him, by graduated degrees, from collapse to comprehension. But the collapse is the condition of the comprehension. The silence created by the fallen bow is the silence into which the divine voice can finally speak and be heard.

The mystic sees in this collapse not a failure but a gift — and moreover, a gift that Arjuna did not choose, could not have chosen, but received by the sheer grace of his own humanity, his own capacity for love. It is his love for Bheeshma that breaks him open. It is his love for Drona, for his cousins, for the intricate human tapestry of his world, that strips from his hands the instrument of his power. Love, in the mystical vision, is always the agent of transformation — not the comfortable, confirming love that says yes to all we already are, but the costly, shattering love that cracks the shell of the self and lets the light in.

And so when the Gita's opening chapter is read with full attention, it reveals itself not as a prelude to something greater but as a complete spiritual event in its own right — a full and sufficient account of the soul's first surrender. Every subsequent teaching of the Gita is present, in seed form, in this single image: the warrior, the fallen bow, the grief that is also love, the chariot poised between two worlds, and, quietly present at the center, the divine companion who holds the reins and waits for the question to become complete.

VII. Between the Armies, Between Two Selves

The two armies facing each other across the field of Kurukshetra have, by the time Arjuna's bow falls, become something more than military formations. They have become the two aspects of a divided self — the self that knows its duty and the self that cannot perform it; the self that understands the eternal and the self that is entangled in the temporal; the self that, as Krishna will later teach, is immortal and indestructible, and the self that identifies with the body and clings to the forms it loves.

Arjuna stands in the chariot between these armies as the contemplative stands in meditation between the thinking mind and the witnessing awareness — caught in that liminal space where the ordinary self has been suspended but the deeper self has not yet fully declared itself. It is the bardo of human consciousness, the transitional state between one mode of being and another. And as in all genuine liminal states, it is characterized by disorientation, by the loss of familiar coordinates, by the dissolution of the certainties that have until now made coherent action possible.

This is why the mystic has always found in Arjuna's despondency not an embarrassment to be explained away but a mirror to be contemplated. Every soul that has ever pursued genuine transformation has known this moment — this specific quality of darkness, this exact species of grief that cannot be consoled because it is not asking for consolation. It is asking for truth. It is asking, from the deepest place in a human being that is capable of asking anything, for the one answer that the world's consolations cannot provide.

And in the sacred economy of the Gita, the answer is already present. It has been present from the beginning. It rides in the chariot beside the grief, holds the reins with patient hands, and waits — as the divine always waits, with a patience that encompasses all of time — for the silence that follows the last argument, the stillness that follows the exhaustion of all strategies, the open and empty moment when the soul, having at last relinquished its bow, turns to the one who has always been beside it and asks: Teach me. I do not know. I am yours. Teach me what is real.

 

Το Ιερό Κατώφλι: Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Απελπισία του Αρτζούνα

 

Κεφάλαιο ΙΙ — Το Τρέμουλο του Τόξου

 

«Τα μέλη μου λυγίζουν και το στόμα μου στεγνώνει, το σώμα μου τρέμει και οι τρίχες μου ορθώνονται.»

— Μπαγκαβάτ Γκίτα, 1.29

 

I. Ο Πολεμιστής στο Χείλος

 

Όταν ο Αρτζούνα στέκεται σε εκείνο το θεϊκό άρμα, έτοιμος ανάμεσα στους δύο παραταγμένους στρατούς στο Κουρουκσέτρα, δεν βρίσκεται απλώς σε μια γεωγραφική ή στρατιωτική θέση — στέκεται ακριβώς στο κέντρο ενός κοσμικού δράματος που ξετυλίγεται από τότε που η συνείδηση έγινε για πρώτη φορά ενήμερη του εαυτού της. Είναι ο υπέρτατος τοξότης, ο κάτοχος του Γκάντιβα, εκείνου του ουράνιου τόξου που του δόθηκε από τον ίδιο τον Αγνί και μπορεί να καταστρέψει ολόκληρους στρατούς με την ταχύτητα του ανέμου. Είναι ο τρίτος Πάνταβα, αγαπημένος των θεών, εκπαιδευμένος στα ουράνια όπλα από τον ίδιο τον Ίντρα. Είναι, με κάθε εξωτερικό μέτρο, η ενσάρκωση αυτού που πρέπει να είναι ένας πολεμιστής. Και όμως, ακριβώς εδώ, σε αυτή τη στιγμή της απόλυτης ετοιμότητας, ο πολεμιστής γίνεται κάτι άλλο — κάτι που η εξωτερική αφήγηση του έπους δεν ξέρει πώς να ονομάσει, κάτι που μόνο η μυστική ανάγνωση μπορεί να τιμήσει πλήρως.

 

Ζητάει από τον Κρίσνα να οδηγήσει το άρμα ανάμεσα στους δύο στρατούς. Το αίτημα φαίνεται τακτικό στην αρχή — ο πολεμιστής εξετάζει το πεδίο πριν τη μάχη, ο τοξότης μετράει την απόσταση ανάμεσα σε αυτόν και τους στόχους του. Όμως ο μύστης ακούει μια διαφορετική αντήχηση σε αυτό το αίτημα. Είναι η ψυχή που ζητά να οδηγηθεί στο κατώφλι, που ζητά να δει καθαρά και ολοκληρωμένα όλο το βάρος αυτού που πρόκειται να κάνει. Υπάρχει εδώ μια ποιότητα θάρρους που σπάνια αναγνωρίζεται — το θάρρος όχι να δράσει, αλλά να κοιτάξει. Να σταθεί, πλήρως παρών, στη φοβερή διαύγεια του τι σημαίνουν πραγματικά οι επιλογές του.

 

II. Τι Αποκαλύπτουν τα Μάτια

 

Και έτσι κοιτάζει. Και αυτό που βλέπει τον αποσυνθέτει ολοκληρωτικά.

 

Οι στρατοί που παρατάσσονται μπροστά του δεν είναι ξένοι. Δεν είναι άβουλες μάζες ενός εχθρικού στρατού. Είναι — και αυτό είναι η καρδιά του μυστηρίου — ο δικός του λαός. Από την πλευρά των Καουράβα, βλέπει τον Μπχίσμα, τον μεγάλο πατριάρχη, τον άνδρα του οποίου η ασημένια γενειάδα έχει το χρώμα όλων των χειμώνων που έχει ζήσει ποτέ ο Αρτζούνα, του οποίου η ευλογία υπήρξε η στέγη σε όλη την παιδική του ηλικία. Βλέπει τον Ντρόνα, τον δάσκαλο, τον άνδρα στα μάτια του οποίου ο νεαρός Αρτζούνα είδε για πρώτη φορά την αντανάκλαση του δικού του δυναμικού, που έβγαλε από εκείνο το προικισμένο παιδί τον πολεμιστή που γνώρισε ο κόσμος. Βλέπει τον Κρίπα και τον Σάλια και τον Τζαγιαντράθα και εκατό άλλους — ξαδέρφους, θείους, συγγενείς, συντρόφους — όλους παρατεταγμένους τώρα στη φοβερή συμμετρία του πολέμου, όλους έτοιμους να πεθάνουν ή να σκοτώσουν, και αυτός, ο Αρτζούνα, είναι το όργανο με το οποίο τόσοι από αυτούς θα χτυπηθούν.

 

Η Γκίτα μας λέει ότι σε αυτή τη στιγμή ο Αρτζούνα κατακλύζεται από συμπόνια — η σανσκριτική λέξη είναι καρούνα, που φέρει μέσα της αποχρώσεις θλίψης, τρυφερότητας και του πόνου μιας καρδιάς που δεν μπορεί να αντέξει το βάρος αυτού που αντιλαμβάνεται. Αυτή η καρούνα δεν είναι συναισθηματισμός. Δεν είναι δειλία ντυμένη με τη γλώσσα του συναισθήματος. Είναι η φυσική απόκριση μιας ψυχής που δεν έχει ακόμα διδαχθεί να βλέπει πέρα από τις επιφάνειες των πραγμάτων στην αιώνια αλήθεια από κάτω. Είναι η θλίψη μιας συνείδησης που λειτουργεί ακόμα μέσα στο πλαίσιο της προσκόλλησης — την πίστη ότι ό,τι αγαπάμε μπορεί να χαθεί, ότι αυτό που είμαστε συνδέεται με τις μορφές στις οποίες βρίσκουμε τους αγαπημένους μας, ότι το τέλος ενός σώματος είναι το τέλος μιας ψυχής.

 

III. Η Φυσιολογία της Μεταμόρφωσης

 

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα αποσπάσματα σε όλη την παγκόσμια λογοτεχνία, αξιοσημείωτο όχι για τη φιλοσοφία του — αυτή έρχεται αργότερα — αλλά για την εξαιρετική φυσική του ειλικρίνεια. Ο Αρτζούνα δεν διατηρεί την ήρεμη αξιοπρέπεια ενός ήρωα που αντιμετωπίζει μια αδύνατη κατάσταση. Διαλύεται. Το σώμα του γίνεται η γλώσσα της εσωτερικής του κρίσης, και η Γκίτα καταγράφει αυτή τη διάλυση με μια πιστότητα που μοιάζει λιγότερο με επική σύμβαση και περισσότερο με άμεση μεταγραφή πνευματικής έκτακτης ανάγκης.

 

Τα μέλη του τρέμουν. Το μεγάλο τόξο Γκάντιβα — εκείνο το μεγαλοπρεπές όργανο της δόξας και της ταυτότητάς του, το φυσικό έμβλημα όλων όσων υπήρξε και έκανε — γλιστράει από τα δάχτυλά του. Το δέρμα του καίει σαν να έχει πυρετό. Οι τρίχες του ορθώνονται. Το στόμα του στεγνώνει. Το σώμα του δεν υπακούει. Αυτός που αντιμετώπισε βασιλιάδες-δαίμονες και ουράνιους αντιπάλους χωρίς να διστάσει, βρίσκεται τώρα ανήμπορος μπροστά στα πρόσωπα των δικών του αγαπημένων.

 

Οι μυστικές παραδόσεις έχουν από καιρό κατανοήσει ότι το σώμα δεν είναι ξεχωριστό από το ταξίδι της ψυχής — είναι το ταξίδι της ψυχής που γίνεται σάρκα, που γίνεται αισθητό, ορατό στον κόσμο. Όταν το εσωτερικό έδαφος μετατοπίζεται, το σώμα το γνωρίζει πρώτο. Οι γιόγκικες παραδόσεις μιλούν για κρίγια — αυθόρμητες σωματικές αντιδράσεις στην κίνηση της πνευματικής ενέργειας — τρέμουλο, θερμότητα, αλλαγμένη αναπνοή, αίσθηση ηλεκτρισμού που διαπερνά τα μέλη. Η χριστιανική μυστική παράδοση καταγράφει στους αγίους της τα στίγματα, τις εκστάσεις, τις αναλήψεις — όλα τρόποι με τους οποίους το σώμα μαρτυρεί αυτό που υφίσταται η ψυχή. Αυτό που βιώνει ο Αρτζούνα σε αυτή τη στιγμή δεν είναι λιγότερο από αυτό: το σώμα να γίνεται μάρτυρας της σύγκρουσης της ψυχής με μια πραγματικότητα μεγαλύτερη από αυτήν που ήταν εξοπλισμένη να συγκρατήσει.

 

Το τόξο που γλιστράει από τα χέρια του είναι ίσως η πιο συμβολικά δυνατή λεπτομέρεια σε ολόκληρο το πρώτο κεφάλαιο. Το Γκάντιβα δεν είναι απλώς ένα όπλο — είναι η ταυτότητα του Αρτζούνα. Ο πολεμιστής είναι αυτός που τεντώνει το τόξο. Όταν το τόξο πέφτει, ο πολεμιστής πέφτει. Ο εαυτός που οργάνωσε όλη του την ύπαρξη γύρω από μια συγκεκριμένη λειτουργία — γύρω από το να είναι ο καλύτερος, το όργανο της νίκης του ντάρμα, αυτός που μπορεί να κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν μπορεί — βρίσκει ξαφνικά αυτόν τον εαυτό αδύνατο να διατηρηθεί. Τα χέρια που κράτησαν το τόξο σε δέκα χιλιάδες δοκιμασίες δεν μπορούν να το κρατήσουν τώρα. Όχι επειδή τα χέρια αδυνάτισαν, αλλά επειδή κάτι βαθύτερο από τα χέρια έσπασε.

 

IV. Η Ιερή Διάλυση της Ταυτότητας

 

Στη γλώσσα της μυστικής θεολογίας, αυτό που υφίσταται ο Αρτζούνα αυτή τη στιγμή είναι η αρχή αυτού που ο μεγάλος μεσαιωνικός χριστιανός μύστης Μάιστερ Έκχαρτ ονόμασε Abgeschiedenheit — απομάκρυνση, ή πιο ακριβώς, η απογύμνωση από όλα όσα δεν αποτελούν το ουσιώδες Εαυτό. Οι σουφικές παραδόσεις μιλούν για fana, την αφανισμό, την αναγκαία διάλυση του εγω-κτισμένου εαυτού ως προϋπόθεση για τη συνάντηση με το θείο. Η ινδουιστική παράδοση γνωρίζει αυτή τη διαδικασία ως το κάψιμο των ακαθαρσιών του εγώ στη φωτιά του tapas, της πνευματικής πειθαρχίας, ή —όπως εδώ— στην εξίσου εξαγνιστική φωτιά της συντριπτικής κρίσης.

 

Η ταυτότητα που έχει χτίσει ο Αρτζούνα σε όλη του τη ζωή είναι εξαιρετικά στιβαρή. Δεν είναι άνθρωπος μικρής αυτοαντίληψης. Είναι ήρωας με την πλήρη μυθολογική έννοια — μια μορφή της οποίας η αριστεία μετέχει του θείου, των οποίων οι πράξεις έχουν αλλάξει το σχήμα του κόσμου. Και όμως, ακριβώς το μέγεθος του κτισμένου του εαυτού, το ύψος και η δόξα της ταυτότητας-Αρτζούνα, κάνει τη διάλυσή της τόσο σεισμική. Οι μικροί εαυτοί πέφτουν ήσυχα. Η κατάρρευση μιας μεγάλης ψυχής σείει τη γη.

 

Όταν βυθίζεται στο κάθισμα του άρματός του, ανίκανος να σταθεί, ανίκανος να πολεμήσει, απρόθυμος να δράσει — αυτή η βύθιση είναι μια μορφή αλήθειας που η προηγούμενη ζωή του ποτέ δεν του είχε ζητήσει. Η ζωή του πολεμιστή οργανώνεται γύρω από την κίνηση προς τα εμπρός, την αποφασιστική δράση, την κατάκτηση της αντίστασης. Τώρα, για πρώτη φορά, ο Αρτζούνα κινείται προς εντελώς διαφορετική κατεύθυνση: προς τα μέσα. Προς τα κάτω. Στο σκοτάδι που υπήρχε πάντα εκεί, κάτω από την αστραφτερή επιφάνεια της ηρωικής του ταυτότητας, περιμένοντας ακριβώς αυτή τη στιγμή ακρότητας για να αποκαλυφθεί.

 

V. Η Ερώτηση που Δεν Μπορεί να Αποφευχθεί

 

Ο Αρτζούνα μιλάει στον Κρίσνα, και τα λόγια του ξεχύνονται σαν μεγάλος χείμαρρος απόγνωσης και σύγχυσης. Μιλάει για συγγενείς, για παραδόσεις, για τις γυναίκες που μένουν πίσω όταν πεθαίνουν οι πολεμιστές, για τη διατάραξη των οικογενειακών τελετουργιών και των προγονικών προσευχών. Μιλάει — και εδώ ο σύγχρονος αναγνώστης πρέπει να ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή — για τη μόλυνση των βασιλείων και την καταστροφή των οικογενειών, με την οποία εννοεί κάτι πολύ βαθύτερο από κοινωνικές συμβάσεις. Εννοεί τη διάλυση του ιστού των σχέσεων και του νοήματος που δίνει στην ανθρώπινη ύπαρξη το πλαίσιο, τον σκοπό, την αίσθηση ότι κρατιέται μέσα σε κάτι μεγαλύτερο από το απομονωμένο άτομο.

 

Όμως κάτω από όλα αυτά τα συγκεκριμένα επιχειρήματα, κάτω από την προσεκτική απαρίθμηση των κοινωνικών και θρησκευτικών συνεπειών, πάλλεται μια μοναδική ερώτηση — η ερώτηση που έχει υπάρξει σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση που έγινε ποτέ αρκετά ειλικρινής για να τη θέσει: Για τι είναι όλα αυτά; Για τι είναι οτιδήποτε από αυτά; Αν πρέπει να καταστρέψω αυτό που αγαπώ για να διατηρήσω αυτό που αγαπώ, τι ακριβώς είναι αυτό που διατηρώ; Αν η νίκη σημαίνει τον θάνατο δασκάλων και παππούδων και αγαπημένων ξαδέρφων, τι ακριβώς έχει κερδηθεί;

 

Αυτή δεν είναι ερώτηση που γεννιέται από αδυναμία ή σύγχυση, παρόλο που αναδύεται σε στιγμή κρίσης. Είναι η πιο σοβαρή ερώτηση που μπορεί να θέσει μια ανθρώπινη ψυχή. Είναι η ερώτηση που στέκεται πίσω από την κεντρική διδασκαλία κάθε μεγάλης πνευματικής παράδοσης — η ερώτηση που ο Βουδισμός απαντά με τη διδασκαλία της ατέλειας και της μη-προσκόλλησης, που ο Χριστιανισμός απαντά με το παράδοξο του να χάνεις τη ζωή για να τη βρεις, που η Βεδάντα απαντά με την αποκάλυψη ότι ο εαυτός που φοβάσαι να χάσεις ποτέ δεν ήταν ο πραγματικός εαυτός εξαρχής. Ο Αρτζούνα, στην απελπισία του, έχει φτάσει στο ίδιο το κατώφλι της βαθύτερης σοφίας της παράδοσης — και έφτασε εκεί όχι μέσω μελέτης ή πειθαρχίας αλλά μέσω της ακαταμάχητης πίεσης της βιωμένης εμπειρίας που τον πιέζει, επιτέλους, στα γόνατα.

 

VI. Το Έλεος που Κρύβεται στην Κατάρρευση

 

Υπάρχει μια διδασκαλία στη Ζεν παράδοση που μιλάει για τη μεγάλη αμφιβολία — τη στιγμή που η συνηθισμένη κατανόηση του ασκούμενου αποτυγχάνει τελικά και ολοκληρωτικά, όταν τα πλαίσια με τα οποία ο νους οργάνωνε την πραγματικότητα αποκαλύπτονται ανεπαρκή, όταν ο μαθητής συνειδητοποιεί, με όλο το βάρος αυτής της λέξης, ότι δεν γνωρίζει. Αυτή η μεγάλη αμφιβολία δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση. Είναι κατώφλι προς διάβαση. Είναι η αναγκαία προκαταρκτική φάση για την γνήσια κατανόηση — όχι την κατανόηση που κατασκευάζεται από έννοιες και συσσωρεύεται επί χρόνια μελέτης, αλλά την κατανόηση που αναδύεται όταν ο εννοιολογικός νους έχει εξαντληθεί και κάτι παλαιότερο και βαθύτερο γίνεται ακουστό.

 

Ο Αρτζούνα, αυτή τη στιγμή, έχει φτάσει στη δική του μεγάλη αμφιβολία. Το τόξο — εκείνο το όργανο της βεβαιότητας, της κατευθυνόμενης δύναμης, της ακριβούς γνώσης του τι κάνει και γιατί — έχει πέσει. Και στη σιωπή που ανοίγει μετά την πτώση του, γίνεται δυνατό κάτι που πριν ήταν αδύνατο. Όχι αμέσως — η διδασκαλία της Γκίτα δεν δίνεται σε μια μοναδική στιγμή σοκ, αλλά μέσα από την μακρά υπομονετική ξετύλιξη δεκαοκτώ κεφαλαίων, μέσα από τα οποία ο Κρίσνα συναντά τον Αρτζούνα ακριβώς εκεί που βρίσκεται και τον οδηγεί, βαθμίδα-βαθμίδα, από την κατάρρευση στην κατανόηση. Όμως η κατάρρευση είναι η προϋπόθεση της κατανόησης. Η σιωπή που δημιουργείται από το πεσμένο τόξο είναι η σιωπή μέσα στην οποία η θεϊκή φωνή μπορεί επιτέλους να μιλήσει και να ακουστεί.

 

Ο μύστης βλέπει σε αυτή την κατάρρευση όχι αποτυχία αλλά δώρο — και μάλιστα δώρο που ο Αρτζούνα δεν το επέλεξε, δεν μπορούσε να το επιλέξει, αλλά το έλαβε χάρη στη δική του ανθρωπιά, στη δική του ικανότητα για αγάπη. Είναι η αγάπη του για τον Μπχίσμα που τον σπάει. Είναι η αγάπη του για τον Ντρόνα, για τους ξαδέρφους του, για τον περίπλοκο ανθρώπινο ιστό του κόσμου του, που του αφαιρεί από τα χέρια το όργανο της δύναμής του. Η αγάπη, στη μυστική όραση, είναι πάντα ο παράγοντας της μεταμόρφωσης — όχι η άνετη, επιβεβαιωτική αγάπη που λέει ναι σε όλα όσα ήδη είμαστε, αλλά η δαπανηρή, συντριπτική αγάπη που σπάει το κέλυφος του εαυτού και αφήνει το φως να μπει.

 

VII. Ανάμεσα στους Στρατούς, Ανάμεσα σε Δύο Εαυτούς

 

Οι δύο στρατοί που αντιμετωπίζονται πέρα από το πεδίο του Κουρουκσέτρα έχουν, τη στιγμή που πέφτει το τόξο του Αρτζούνα, γίνει κάτι περισσότερο από στρατιωτικές παρατάξεις. Έχουν γίνει οι δύο όψεις ενός διχασμένου εαυτού — ο εαυτός που γνωρίζει το καθήκον του και ο εαυτός που δεν μπορεί να το εκτελέσει· ο εαυτός που κατανοεί το αιώνιο και ο εαυτός που είναι μπλεγμένος στο χρονικό· ο εαυτός που, όπως θα διδάξει αργότερα ο Κρίσνα, είναι αθάνατος και άφθαρτος, και ο εαυτός που ταυτίζεται με το σώμα και προσκολλάται στις μορφές που αγαπά.

 

Ο Αρτζούνα στέκεται στο άρμα ανάμεσα σε αυτούς τους στρατούς όπως ο στοχαστής στέκεται στη διαλογιστική κατάσταση ανάμεσα στη σκεπτόμενη διάνοια και στη μαρτυρούσα επίγνωση — παγιδευμένος σε αυτόν τον λιμινικό χώρο όπου ο συνηθισμένος εαυτός έχει ανασταλεί αλλά ο βαθύτερος εαυτός δεν έχει ακόμα πλήρως δηλωθεί. Είναι το bardo της ανθρώπινης συνείδησης, η μεταβατική κατάσταση ανάμεσα σε έναν τρόπο ύπαρξης και σε έναν άλλο. Και όπως σε όλες τις γνήσιες λιμινικές καταστάσεις, χαρακτηρίζεται από αποπροσανατολισμό, από την απώλεια των οικείων συντεταγμένων, από τη διάλυση των βεβαιοτήτων που μέχρι τώρα έκαναν δυνατή τη συνεκτική δράση.

 

Αυτός είναι ο λόγος που ο μύστης έχει πάντα βρει στην απελπισία του Αρτζούνα όχι μια ντροπή που πρέπει να εξηγηθεί μακριά, αλλά έναν καθρέφτη προς στοχασμό. Κάθε ψυχή που έχει ποτέ επιδιώξει γνήσια μεταμόρφωση έχει γνωρίσει αυτή τη στιγμή — αυτή την ειδική ποιότητα σκοταδιού, αυτό το ακριβές είδος θλίψης που δεν μπορεί να παρηγορηθεί επειδή δεν ζητά παρηγοριά. Ζητά αλήθεια. Ζητά, από τον βαθύτερο τόπο ενός ανθρώπινου όντος που είναι ικανός να ζητήσει οτιδήποτε, την μία απάντηση που οι παρηγοριές του κόσμου δεν μπορούν να δώσουν.

 

Και στην ιερή οικονομία της Γκίτα, η απάντηση είναι ήδη παρούσα. Ήταν παρούσα από την αρχή. Ταξιδεύει στο άρμα δίπλα στη θλίψη, κρατά τα ηνία με υπομονετικά χέρια και περιμένει — όπως πάντα περιμένει το θείο, με μια υπομονή που περιλαμβάνει όλο τον χρόνο — τη σιωπή που ακολουθεί το τελευταίο επιχείρημα, την ηρεμία που ακολουθεί την εξάντληση όλων των στρατηγικών, την ανοιχτή και κενή στιγμή όταν η ψυχή, έχοντας επιτέλους αφήσει το τόξο της, στρέφεται προς αυτόν που πάντα ήταν δίπλα της και ρωτά: Δίδαξέ με. Δεν γνωρίζω. Είμαι δικός σου. Δίδαξέ με τι είναι πραγματικό.


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~