CIRCLE OF LIGHT

CIRCLE OF LIGHT
18. The Sound of Pure Presence: A Mystical Journey into Undifferentiated Existence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES

ESOTERISM STUDIES
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 3 January, 2026

Sunday, February 6, 2011

Ωριγένης... Έλληνας ή Χριστιανός;

(Η “Προϋπαρξη”, η “Κατάβαση”, και η “Ανάβαση” της Ψυχής
Ο Γνήσιος Χριστιανισμός
Η Αλήθεια του Χριστιανισμού κι η αλήθεια γιά τον Χριστιανισμό)

(ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ)

Εδώ και (τουλάχιστον) 3000 χρόνια η Παγκόσμια Παράδοση (δηλαδή ολόκληρη η φιλοσοφική και θρησκευτική “σκέψη”, στα διάφορα μέρη του κόσμου...), “βεβαιώνει” Μία Υπέρτατη Αρχή της Ύπαρξης και “συνθέτει” μία Ενιαία Θεωρία γιά την ερμηνεία όλων των Φαινομένων της Ύπαρξης.
Το Απόλυτο, Ακαθόριστο, Ακατανόητο, Χωρίς Ιδιότητες, Ταυτίζεται με το Είναι, και το Είναι Προσδιορίζεται σαν “Συνείδηση του Είναι”, περισσότερο Ενέργεια και Δραστηριότητα παρά Ουσία (κάποιο “υλικό”). Αυτό Είναι Αυθύπαρκτο, κι Από Αυτό Πηγάζει όλη η δημιουργία (όλη η ποικιλία των φαινομένων της Ύπαρξης, ή η Ύπαρξη στις διάφορες μορφές της).
Οι πιό βαθείς στοχαστές και της Ινδίας, και της Ελλάδας, και της Κίνας (αλλά και αλλού) θεωρούν σαν “Πραγματικά Αληθινό” το Απόλυτο Πνεύμα, το “Τελείως Είναι” του Πλάτωνα, κι ολόκληρη την δημιουργία (σε όλα τα πεδία της) “μία κίνηση του Πνεύματος Εν Εαυτώ”... Έτσι το Απόλυτο Πνεύμα Παράγει Εν Εαυτώ όλα τα φαινόμενα (περίπου όπως η απέραντη θάλασσα δραστηριοποιείται, παράγοντας φαινόμενα κίνησης, κύματα και τοπικά φαινόμενα...)... Έτσι, (λογικά) Όλα Είναι Πνεύμα, αλλά ταυτόχρονα το Πνεύμα ( το Καθαρό Πνεύμα) Διαφοροποιείται από τα φαινόμενα που παράγει (τα οποία όμως εξαρτώνται απόλυτα από το Πνεύμα)...Στην πραγματικότητα, η Πραγματικότητα Εμφανίζεται εδώ με μία διπλή Όψη, και Είναι Όλα Μία Ουσία, και Είναι Ουσία και Ενέργεια (όπου Διαχωρίζεται η Καθαρή Ουσία από την Ενέργειά Της, η Ουσία από τα φαινόμενα). Στην πραγματικότητα ισχύουν και τα δύο. Εξαρτάται “πως” το βλέπουμε...
Έτσι το Απόλυτο Πνεύμα Παράγει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) τις σφαίρες ύπαρξης, Υπερβαίνοντας (κατά πολύ) την δημιουργία, αλλά και Διαποτίζοντας την περιορισμένη δημιουργία και Εισχωρώντας μέσα σε αυτή... Με αυτό τον τρόπο Δημιουργείται η Σφαίρα του Παγκόσμιου Πνεύματος, του “Είναι” του Πλάτωνα, του Κοσμικού Λόγου των Ελλήνων Στωικών (κι αργότερα των χριστιανών), το Μαχάτ των Ινδών, κλπ... Από την Σφαίρα του Είναι δημιουργείται η πιό περιορισμένη Σφαίρα του Νου, την οποία υπερβαίνει αλλά διαποτίζει κι εισχωρεί σε αυτό το Παγκόσμιο Πνεύμα... Με τον ίδιο τρόπο δημιουργείται η πιό περιορισμένη Σφαίρα της Ψυχής, του Ψυχικού Δυναμισμού (της Υπερφύσης, του Πλαστικού Διάμεσου), την οποία υπερβαίνουν αλλά διαποτίζουν και εισχωρούν σε αυτό οι ανώτερες μορφές ύπαρξης, όπου εκδηλώνονται σαν “λειτουργίες”... Ακόλουθα δημιουργείται η πιό περιορισμένη σφαίρα του ενεργειακού αιθέρα που έχει επίσης μία υλική όψη -είναι δισυπόστατη-, την οποία υπερβαίνουν αλλά διαποτίζουν και εισχωρούν σε αυτή οι ανώτερες μορφές ύπαρξης, όπου εκδηλώνονται σαν “λειτουργίες”...
Κατ' αντιστοιχία του Παγκόσμιου Όντος αναδύεται στους Κόλπους του Παγκόσμιου, ήδη στην Ανώτερη Σφαίρα Ύπαρξης (σε μία Βαθμιαία Μετάβαση από το Παγκόσμιο στο Ατομικό...), σαν “υπαρξιακός κόμβος της Παγκόσμιας Ύπαρξης” το ατομικό ον, το οποίο όμως υποστασιοποιείται από το Παγκόσμιο, Συνδέεται με Αυτό κι Αναφέρεται σε Αυτό... (λόγος)...
Ο ατομικός πνευματικός πυρήνας ύπαρξης, όταν εκδηλώνεται στην κατώτερη νοητική σφαίρα (ενώ την υπερβαίνει ταυτόχρονα), διαποτίζει κι εισχωρεί στην ατομική νοητική οντότητα (που χαρακτηρίζεται από το περιεχόμενο, τις διαδικασίες της, και την αντίληψη του υπαρξιακού νοητικού περιβάλλοντος...)... (νους)...
Είναι αυτός ο νους (νόηση-εγώ, διάνοια, αντίληψη) που εκδηλώνεται στην κατώτερη σφαίρα της ψυχής (του δυναμισμού) σε μία ατομική ψυχική οντότητα, σαν βουλητική ενέργεια αλλά και πλαστική δυνατότητα, δυνατότητα διαμόρφωσης... (νοερή ψυχή)...
Και τελικά είναι αυτή η νοερή ψυχή (δηλαδή ο πνευματικός πυρήνας που εκφράζεται μέσω του νου κι εκδηλώνεται μεσω του δυναμισμού της ψυχής) που εκδηλώνεται στο δισυπόστατο ενεργειακό-υλικό κόσμο, σε μία ατομική σωματική οντότητα... Η νοερή ψυχή, που στην φύση της είναι δυναμισμός, όταν συνδέεται με τον υλικό φορέα, αναπτύσει (εξ' αιτίας ακριβώς της σύνδεσης, της εισχώρησης στο υλικό) ένα αντίγραφο της ψυχής και της ύλης ταυτόχρονα, ένα ενεργειακό σώμα, που μεσολαβεί ανάμεσα στον δυναμισμό της νοερής ψυχής και της υλικής μορφής (γι' αυτό κι έχει την μορφή του σώματος και χαρακτηρίζεται σαν ενεργειακό σώμα, ομοίωμα, διπλό, κλπ... Αυτό είναι το “επιθυμητικό” του Πλάτωνα, και πρόκειται γιά μία ψυχοσωματική λειτουργία μέσα στο νευρικό σύστημα του υλικού σώματος. Αυτή είναι μία “υλική” ψυχή. Μετά τον αποχωρισμό της νοεράς ψυχής από το σώμα (κατά τον θάνατο) η υλική ψυχή (το ομοίωμα) διαλύεται... (υλική ψυχή)...
Η Υπερβατική Οντότητα (όπως περιγράφηκε πιό πάνω) εκδηλώνεται μέσα σε ένα υλικό φορέα, το σώμα... (σώμα)...
Στην πραγματικότητα εδώ μιλάμε (αναφερόμενοι παράλληλα στον Πλάτωνα) γιά την Οντότητα (λόγος) που λειτουργεί, με όλες τις δυνάμεις της, σε τρία οντολογικά, κοσμολογικά πεδία, γιά “τρείς ψυχές”: η ψυχή σαν καθαρός νους, η ψυχή σαν νοερά ψυχή και βουλητικός δυναμισμός, κι η ψυχή σαν ψυχοσωματική λειτουργία. Έτσι το αντιλαμβανόταν και το δίδασκε ο Πλάτωνας. Πολλοί μη κατανοώντας, ή αγνοώντας, αυτό το γεγονός (αποδίδουν στον Πλάτωνα) και ορίζουν την ψυχή σαν άυλη ουσία με τρεις δυνάμεις (νοητικό, βουλητικό, επιθυμητικό) που ενωμένη με ένα σώμα λειτουργεί σαν ψυχοσωματική ενότητα, σαν ψυχοσωματικός οργανισμός. Αυτό που περιγράφουν είναι μόνο η υλική ψυχή του Πλάτωνα στην οποία αποδίδουν αθανασία. Με τον θάνατο αυτή η αθάνατη ψυχή που μπορεί να λειτουργεί μόνο ενωμένη με ένα σώμα μένει “μετέωρη” (κι αυτό οδηγεί στην πεποίθηση μίας μελλοντικής “ανάστασης”)... Ο Πλάτωνας δεν δίδαξε ποτέ τέτοια πράγματα. Μιλούσε γιά την Οντότητα που λειτουργεί σε τρία οντολογικά-κοσμολογικά πεδία, μιλούσε γιά “τρεις ψυχές” και τόνιζε ότι η υλική ψυχή διαλύεται με το θάνατο.. Η νοερά ψυχή ακολουθεί μία μεταφυσική πορεία κι έπειτα ανυψώνεται στον νοητικό κόσμο σαν καθαρός νους, είτε επιστρέφει στον υλικό κόσμο, δημιουργώντας μία νέα υλική ψυχή σε ένα νέο σώμα (μετεμψύχωση)...
Σχεδόν σε όλη την Παγκόσμια Παράδοση υπάρχουν παρόμοιες περιγραφές της δημιουργίας και της σύνθεσης του όντος... Το Ον έχει ουράνια προέλευση κατεβαίνοντας τις σφαίρες της ύπαρξης προοδευτικά και με μία αντίστροφη πορεία μπορεί να ανέβει τις σφαίρες της ύπαρξης (μέχρι το Απόλυτο Πνεύμα, την Θεότητα)... Ιδιαίτερα στην Πλατωνική Παράδοση (που μας ενδιαφέρει γιατί αργότερα θα την αντιπαραβάλλουμε με τις αντιλήψεις του Ωριγένη για την Ουράνια Προέλευση της Ψυχής και την Σωτηρία της), η Ψυχή (στην γενική έννοιά της) έχει ένα Οντικό Πυρήνα (ανήκει στο Είναι, λόγος) και μία νοητική ύπαρξη (καθαρός νους) στο νοητικό κόσμο, των ιδεών. Αυτό τον νοητικό χαρακτήρα θα τον κρατήσει σε ολόκληρη την ύπαρξή της και την πορεία της στους κόσμους. Η Ψυχή, ό,τι μορφή (κι εξέλιξη) κι αν λάβει θα έχει πάντα ένα ανώτερο μέρος, το νου (την νόηση, την διάνοια, την αντίληψη). Όταν αυτή η νοητική ύπαρξη κατέρχεται στην σφαίρα της καθεαυτό ψυχής (της αστρικής ψυχής) εμπλουτίζεται με δυναμισμό που εκφράζεται σαν βούληση, βουλητικά, με μία άλλη κατώτερη διάσταση της ψυχής. Κι όταν η νοερά ψυχή κατέρχεται στον ενεργειακό-υλικό κόσμο, στην σύνδεσή της με το σώμα, εκτός από την ψυχονοητική δύναμη που εκδηλώνει (νόηση) και τους βουλητικούς προσανατολισμούς, αναπτύσει επίσης και μία επιπλέον λειτουργία της επιθυμίας (που στρέφεται προς τον εξωτερικό κόσμο), το επιθυμητικό, (εξαιτίας ακριβώς της επαφής με τον υλικό κόσμο... Έτσι όταν μιλάμε γιά Ψυχή στα πλαίσια της Πλατωνικής κοσμοθεωρίας γίνεται αντιληπτό ότι η Ψυχή θεωρείται με πολλούς τρόπους. Η Ψυχή ανήκει στο Είναι κι έχει ένα Καθαρό Οντικό Χαρακτήρα. Η Ψυχή είναι Νους (σαν νοητική αντίληψη της ίδιας της ύπαρξης και του κόσμου των ιδεών). Η Ψυχή είναι ο Δυναμικός Διάμεσος (νοερά ψυχή) ανάμεσα στον Νου και την υλη. Η Ψυχή είναι ακόμα το αποτέλεσμα της σύνδεσης της σύνδεσης της νοεράς ψυχής και του σώματος, η ψυχοσωματική λειτουργία (μέσα στο νευρικό σύστημα του σώματος). Όταν διερευνάται η Ψυχή με αυτή την τελευταία έννοια, (η Ψυχή συνδεδεμένη με το σώμα), εμφανίζει μία τριμερή λειτουργία: α) νους, νόηση, που αντλεί την καταγωγή της από τον νοητικό κόσμο, β) βουλητική λειτουργία που αντλεί την καταγωγή της από την σφαίρα του ψυχικού δυναμισμού, γ) επιθυμητική λειτουργία που είναι προσανατολισμένη και τροφοδοτείται από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτός ο ψυχοσωματικός οργανισμός έχει ένα υλικό φορέα, το σώμα (κι έχει σαν λειτουργία πλήρη αντιστοιχία με το νευρικό σύστημα)... Στην πραγματικότητα όταν η Οντότητα (που ανάγει την Καταγωγή της στον Κόσμο του Είναι) είναι ενσωματωμένη, λειτουργεί (ή μπορεί να λειτουργήσει θεωρητικά) και στα τρία πεδία ύπαρξης, σαν καθαρός νους στον νοητικό κόσμο, σαν νοερά ψυχή στην ψυχοδυναμική σφαίρα, και σαν ψυχοσωματική λειτουργία μέσα στο σώμα, και μέσω του σώματος μέσα στον υλικό κόσμο, ανάλογα τον “προσανατολισμό της. Δηλαδή λειτουργεί είτε στο εσωτερικό πεδίο του νου, είτε στο μεσωτερικό πεδίο της νοεράς ψυχής, είτε στο εξωτερικό πεδίο της ψυχοσωματικής λειτουργίας και εμπειρίας. Λειτουργούν και οι “τρεις ψυχές” (ή μπορούν να λειτουργήσουν θεωρητικά). Όταν ο Πλάτωνας μιλά γιά την “λύσιν και χωρισμόν ψυχής από σώματος” εννοεί να υπερβούμε όλες τις ψυχοσωματικές λειτουργίες της υλικής ψυχής (εξωτερικό πεδίο) να υπερβούμε όλες τις ψυχοδυναμικές λειτουργίες της νοεράς ψυχής που μας “προσανατολίζουν” προς τον υλικό κόσμο (μεσωτερικό πεδίο), και να ανυψωθούμε ως καθαρός νους στον κόσμο των ιδεών (εσωτερικό πεδίο)... Μόνο υπερβαίνοντας αυτός τον νοητικό κόσμο μπορούμε να ανυψωθούμε ως την Σφαίρα του Είναι... Πέραν του Είναι, της Ουσίας, βρίσκεται το “Τελείως Είναι”, το Αγαθόν, η Θεότητα...
Σε όλη σχεδόν την Παγκόσμια Παράδοση, και στην Πλατωνική Παράδοση, η Επέκταση του Ανώτερου (του Αγαθού, που είναι πέραν και αυτού του Είναι), στο Είναι, που είναι Εικόνα του Αγαθού μέσα στην δημιουργία, και εμπεριέχει όλη την δημιουργία και τους κόσμους, η Επέκταση του “νοητικού” προς το υλικό, έχει την έννοια μίας Επέκτασης, μίας Κατάκτησης όλων των δυνατοτήτων της ύπαρξης... το Ανώτερο (με την Δραστηριότητά Του) δημιουργεί το κατώτερο κι ενώ το Υπερβαίνει το Διαποτίζει κι Εισχωρεί σε αυτό, το Οργανώνει, κι όταν γίνεται “κατάλληλο όργανο”, αναδύεται σαν Δυνατότητα (κι Ανώτερη Λειτουργία) μέσα σε αυτό... Έτσι το Υπερβατικό Στοιχείο δημιουργεί τον υλικό κόσμο, τον καθοδηγεί (κατά το Πρότυπο του Νοητικού), τον οργανώνει κι όταν γίνει κατάλληλος (όταν αναπτυχθεί το “κατάλληλο όργανο”, ο άνθρωπος στην προκειμένη περίπτωση) αναδύεται μέσα στο υλικό σώμα σαν ανώτερη δυνατότητα, σαν “Συνείδηση”, Πνεύμα... Έτσι παρακολουθώντας όλη την Εξέλιξη βλέπουμε ότι το Υπερβατικό προηγείται του υλικού, το οποίο ξεκινώντας από την χαώδη κατάσταση, οργανώνεται (κατά το Πρότυπο του Νοητικού) και όταν αναπτυχθεί πλήρως, το Υπερβατικό αναδύεται σε Αυτό σαν Ανώτερη Δυνατότητα. Είναι τελείως λάθος να βλέπουμε μόνο το υλικό και την ανάδυση από το υλικό της Ανώτερης Δυνατότητας, της νόησης (και του πνεύματος) σαν ένα επιφαινόμενο. Αν δεν έχει προηγηθεί το Υπερβατικό Στοιχείο δεν θα είχε υπάρξει καν το υλικό, γιά να οργανωθεί και να γίνει κατάλληλο να Αναδείξει την Ανώτερη Δυνατότητα του Υπερβατικού...
Τελικά η “Κατάβαση” του Υπερβατικού στο υλικό (κατά τον Πλάτωνα και άλλους) αποτελεί μία Κατάκτηση από τον Νου της ύλης κι όχι μία “πτώση”... Αλλά ό,τι “κατέβηκε” πρέπει τώρα να “ανέβει” προς τους οντικούς ουρανούς της Αληθινής Ύπαρξης. Με αυτή την έννοια η Ψυχή (ο Νους) πρέπει να απελευθερωθεί από το υλικό (και μόνο με αυτή την έννοια το σώμα αποτελεί “φυλακή” της Ψυχής...)... Ο ίδιος ο Πλάτωνας περιγράφει αυτή την άνοδο και την μέθοδο ανάβασης της Ψυχής στον “Φαίδωνα” κι αλλού. Περιγράφει με σαφήνεια, οντολογικά και ψυχολογικά την πρακτική, αυτό που στις ανατολικές θρησκείες ονομάζουν “διαλογισμό” ή στον χριστιανισμό “καθαρά προσευχή” (και θέωση)...
..............................................................................................
Ο Χριστιανισμός (πέρα από το πως τον προσδιορίζει ο εκάστοτε θρησκειολόγος ή θεολόγος, ή πιστός...) υπήρξε ένα θρησκευτικό κίνημα που επειδή έχει ασαφείς ιστορικές ρίζες, γέννησε, παρήγαγε, πολλές αντιλήψεις γιά την “Χριστιανική Αλήθεια”, αντιλήψεις που όλες δικαιολογούνται (άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο). Δεν υπάρχει λοιπόν μόνο “ένας χριστιανισμός” (όπως υποστηρίζουν κάποιοι εκκλησιαστικοί οργανισμοί, όπως ο καθολικισμός, η ορθοδοξία, διαμαρτυρόμενες εκκλησίες, κλπ.). Ο Χριστός της πίστης (όπως τον αντιλαμβανόταν η θρησκευτική κοινότητα των χριστιανών των πρώτων χρόνων) αναφέρεται ασφαλώς στο ιστορικό πρόσωπο, το οποίο όμως δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε άμεσα, αφού η ζωή του χάνεται μέσα στην έλλειψη πληροφοριών, ενώ η δράση του και τα λόγια του αλλοιώνονται από την πίστη των χριστιανών. Τα ευαγγέλια απηχούν μόνο την πίστη των χριστιανών... δεν είναι αυστηρά (και αντικειμενικά) βιογραφίες του Ιησού από την Ναζαρέτ. Το σημαντικότερο ευαγγέλιο, που δίνει μία μεταφυσική διάσταση στο Πρόσωπο του Ιησού, αφού το ταυτίζει με τον Προαιώνιο Λόγο, είναι το ευαγγέλιο του Ιωάννη. Η “Ιωάνεια Θεολογία” θα είναι κατά κύριο λόγο η πηγή της “θεολογίας” του μετέπειτα χριστιανισμού... Πριν τον Ιωάννη είχε προηγηθεί στους κόλπους της ιουδαϊκής θρησκευτικής σκέψης ο Φίλων ο Ιουδαίος, η μετάφραση των Ο΄της Παλαιάς Διαθήκης στην ελληνική, καθώς και ο εξξελληνισμός (ως ένα σημείο) του ιουδαϊσμού της Παλαιστίνης (αλλά και ο εξελληνισμός των Ιουδαίων της διασποράς) συνέπεια των κατακτήσεων του Αλέξανδρου και των διαδόχων του, κι αργότερα των Ρωμαίων...
Ο Ιωάννης, κι αργότερα ο Ωριγένης και οι άλλοι μυστικοί δεν λένε κάτι διαφορετικό από τους έλληνες. Εκεί όμως που οι έλληνες μιλούν γιά το Είναι, το γίγνεσθαι, το νου, την ψυχή, κλπ... ο Ιωάννης κι οι Χριστιανοί προχωρούν ένα βήμα πιό πέρα και Ταυτίζουν τον Λόγο με το Πρόσωπο του Ιησού από την Ναζαρέτ. Δηλώνοντας ο Ιωάννης ότι “Θεός ην ο Λόγος” διακρίνοντάς Τον ταυτόχρονα από τον Θεό (“ούτος ην προς τον Θεόν”), και ταυτίζοντάς Τον με τον Ιστορικό Ιησού, αναδεικνύει το Πρόσωπο (και την “Επέμβαση”) του Θεού μέσα στην Ιστορία. Ο Θεός δεν είναι πιά η Αφηρημένη Δύναμη που Συνέχει τα πάντα, αλλά έγινε άνθρωπος και περπάτησε ανάμεσά μας... Κι έγινε άνθρωπος γιά να Δείξει τον Δρόμο Προς Τον Θεό στον άνθρωπο. Η Πρότυπος Κάθοδος κι Άνοδος του Ιησού (με την Ανάστασή Του) στους Κόλπους του Πατρός είναι η πορεία κάθε ψυχής, η μοίρα της κι ο προορισμός της...
Ήδη από τον Ιωάννη, τους μαθητές του, και τους μετέπειτα μυστικούς υπάρχει η αντίληψη της “ουράνιας προέλευσης της ψυχής” και της επιστροφής της, Εν Τω Λόγω, Διά Του Λόγου, Μέσω Του Λόγου, στον Πατέρα Θεό... Ο Ωριγένης, βαθύς γνώστης και της ελληνικής φιλοσοφίας αλλά και της Χριστιανικής Παράδοσης την αντίληψη γιά την ουράνια προέλευση της ψυχής και της μεταφυσικής προοπτικής της, ούτε την δανείστηκε από την ελληνική φιλοσοφία, τον Πλάτωνα, τον Αμμώνιο Σακκά (ή τον Πλωτίνο), ούτε την δημιούργησε μόνος του. Η αντίληψη υπάρχει ήδη στην “Ιωάννεια Θεολογία”, ενώ υποστηρίζεται και από άλλες αναφορές μέσα στην Αγία Γραφή. Έτσι ο Ωριγένης, είναι γνήσιος χριστιανός, πιστός στην μυστική παράδοση που ξεκίνησε από τον Ιησού, τον Ιωάννη και τους άλλους μυστικούς. Ο Ωριγένης ούτε εκχριστιάνισε τον ελληνισμό ούτε εξελλήνισε τον χριστιανισμό. Ο Ωριγένης υπήρξε ένας γνήσιος χριστιανός (της γραμμής του Ιωάννη) που απλά ανέλυσε κι εξήγησε κάποια μεταφυσικά ζητήματα του χριστιανισμού. Το γεγονός ότι τα ίδια λένε σε όλες τις θρησκείες, ή ότι τα ίδια λέει κι ο Πλάτωνας, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το ότι όλοι μιλούν γιά την “Ίδια Μεταφυσική Πραγματικότητα”. Είναι φυσικό να την περιγράφουν με παρόμοιο τρόπο και να έχουν ομοιότητες στην ανάλυσή τους, αλλά και διαφορές, ανάλογα την πολιτισμική και φιλοσοφική βάση πάνω στην οποία “οικοδομούν” την θεολογία τους...
..............................................................................................
Σύμφωνα με τον Ωριγένη ο Θεός Είναι “Αγέννητος” (κι Υπάρχει από Πάντα). Ο Θεός Εκδηλώνεται Τριαδικά. Από τον Πατέρα Θεό, Ως Αιώνια Ακτινοβολία, Γεννάται Αενάως ο Λόγος (Υιός). Ο Πατέρας κι Ο Λόγος Εκδηλώνονται σαν Πνεύμα Ενότητας, Αγαθότητας, κλπ... Ο Θεός και συνάμα ο Λόγος και το Πνεύμα Υπάρχουν Πέρα, Πριν και Μετά την δημιουργία. Ταυτόχρονα όμως ο Λόγος (κατά τον Ιωάννη) Είναι Αυτός Διά του Οποίου Δημιουργήθηκε ο κόσμος (αφού έγιναν όλα Διά του Λόγου) κι Εκδηλώνεται Συνέχοντας τον κόσμο, όχι βέβαια Αυτός Καθ' Εαυτός αλλά διά της Ενέργειάς Του... Έτσι ο Λόγος του Ωριγένη ταυτόχρονα “Διαχωρίζεται” από τον Κοσμικό Λόγο (των Στωικών) και Ταυτίζεται με τον Κοσμικό Λόγο. Ο κόσμος Κυβερνάται από το Πνεύμα του Θεού... Ο Θεός λοιπόν σαν Τριάς Είναι κατά τον Ωριγένη ο Δημιουργός (Πατήρ), Συνέχων (Λόγος) και Κυβερνών (Πνεύμα) τον κόσμο... Ο άνθρωπος έχει ουράνια προέλευση, αφού προέρχεται από τον πνευματικό κόσμο. Τα πνεύματα που απομακρύνθηκαν από τον Θεό εξέπεσαν στην σφαίρα της ψυχής, έγιναν ψυχές κι ακόλουθα (σε μία αναπόφευκτη κατάβαση προς τα κάτω) “έπεσαν” στον υλικό κόσμο. Η αντίληψη αυτή του Ωριγένη (που υπάρχει άλλωστε σε όλη την Παγκόσμια Παράδοση...) δεν προέρχεται από τον Πλάτωνα (αν και ο Ωριγένης δεν αγνοούσε τον Πλάτωνα). Ο Πλάτωνας θεωρούσε την Κάθοδο του Νοητικού στο υλικό, σαν μία κατάκτηση του χαώδους υλικού, που αφού ολοκληρωθεί πρέπει να δώσει την θέση της σε μία ανάβαση προς την σφαίρα του Νοητικού. Ο Ωριγένης θεωρεί (σύμφωνα με την Βιβλική Παράδοση) αυτή την κατάβαση σαν μία αδυναμία του πνεύματος (της ψυχής) σαν μία “αστοχία”, σαν αμαρτία και σαν πτώση. Ερμηνεύοντας μάλιστα την “Γέννεση” (η Γραφή κατά την αντίληψή του, έχει μία συμβολική έννοια...) εξηγεί πως ο άνθρωπος όταν “πλάστηκε” από “ύλη” και του εμφυσήθηκε “πνοή ζωής” και έγινε ψυχή ζώσα δεν τοποθετήθηκε απλά στην γη αλλά σε ένα καθορισμένο τόπο, διαχωρισμένο από την γη, τον “Κήπο της Εδέμ” που είναι ένας ψυχικός αιθέριος τόπος, κι όχι ο υλικός κόσμος. Μετά την “πτώση” ο άνθρωπος ενδύθηκε δερμάτινο χιτώνα, υπονοώντας το καθαρά υλικό σώμα (κι όχι κάτι άλλο)... Αναζητώντας λοιπόν σε αυτή την τραγική κατάσταση του όντος την Σωτηρία στην ανάβαση στην Ουράνια Σφαίρα του Λόγου, Διά του Λόγου, Εν Τω Λόγω (και Διά Του Λόγου Προς Τον Πατέρα)... Ο Ωριγένης δεν έχει καμία δυσκολία (μαζί με τον Ιωάννη) να Ταυτίσει τον Λόγο με τον Ιησού αφού αντιλαμβανόταν ότι στην πραγματικότητα κάθε άνθρωπος έχει Ουράνια Προέλευση στους Κόλπους του Λόγου, αλλά είναι σε αδυναμία στην παρούσα φάση (μετά την πτώση). Απλά ο Ιησούς Είναι ο Λόγος, ο Θεός, το Πρότυπο, ο Νικητής της ύλης, κι ο Σωτήρας... Έτσι ο Ωριγένης που Ταυτίζει (σαν πιστός χριστιανός της γραμμής του Ιωάννη) τον Λόγο με τον Ιησού (τον Ενσαρκωμένο Λόγο, τον Θεάνθρωπο), θεωρεί ότι ο Θεάνθρωπος (μετά την Ανάστασή Του) Είναι στους Κόλπους του Πατρός, Υπερβατικός αλλά Παρών μέσα στην ιστορία. Κάθε άνθρωπος μπορεί να Επικοινωνήσει και να Κοινωνήσει με τον Λόγο (σαν Ζωντανού Προσώπου και Δυνάμεως και Καταστάσεως). Με αυτή την έννοια ο Ωριγένης αποδέχεται την “θεωρία” κι ανοίγει τον δρόμο και στον Ευάγριο τον Ποντικό, και στον Γρηγόριο Νύσσης, και στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, και στον Μάξιμο, και στους άλλους μυστικούς του Χριστιανισμού. Ενώ η “θεωρία” του Πλάτωνα (και του Πλωτίνου αργότερα) οδηγεί την ψυχή, απελευθερώνοντάς την από τα δεσμά του σώματος, στην σφαίρα του Νοητικού και του Είναι, και του Αγαθού, η “θεωρία” του Ωριγένη οδηγεί στον Λόγο, Εν Τω Λόγω, και Διά Του Λόγου στον Θεό Πατέρα. Γιά τον Ωριγένη ο Λόγος δεν Είνα Μία Αφηρημένη Κατάσταση, Είναι Αυτό που έλαβε ανθρώπινη μορφή. Κι αφού ο Θεάνθρωπος Έδειξε τον Δρόμο κάθε άνθρωπος μπορεί Διά Του Λόγου να Ανυψωθεί Ως Την Θεότητα. Μάλιστα, κατά τον Ωριγένη, θα έρθει καιρός που όλα θα επιστρέψουν στο Θεό (αποκατάστασις των πάντων)... “Απ' εκείνου ήρξατο θεία και ανθρωπίνη συνυφαίνεσθαι φύσις, ιν η ανθρωπίνη τη προς το θειότερον κοινωνία γένηται θεία ουκ εάν μόνω τω Ιησού αλλά και πάσι τοις μετά του πιστεύειν αναλαμβάνουσι βίον, ον ο Ιησούς εδίδαξεν, αναγόντα επί την προς τον Θεόν φιλίαν και την προς εκείνον κοινωνία πάντα τον κατά τας Ιησού υποθήκας ζώντα” (Κατά Κέλσου, 3, 28)... Η ιδεώδης επί της γης ζωή βιώνεται με την θεωρία, την άσκηση, την παρθενία... Η εκκλησία είναι η “πόλις του Θεού” (Κατά Κέλσου). Είναι η Θεία Πολιτεία που θα περιλαμβάνει κάποια μέρα στο μέλλον όλη την οικουμένη. Όλα τα μέλη της είναι καθαγιασμένα, έχοντας την Χάρι του Θεού. Στα πλαίσια της Ιδανικής Εκκλησίας που Βιώνει την Παρουσία του Λόγου, η Κοινωνία Με Τον Λόγο είναι Πνευματική, Αέναη και Έμπρακτη. Στα πλαίσια μίας τέτοιας εξαγιασμένης ζωής έχουν νόημα τα “μυστήρια της εκκλησίας”, όπως το βάπτισμα και η θεία κοινωνία (ευχαριστία). Όταν δεν υπάρχει Βίωση της Παρουσίας του Λόγου, όταν η Ευχαριστία στερείται του Πνευματικού Περιεχομένου της καταντά τυπική πράξη χωρίς αξία, μία μαγική τελετή, που δεν έχει καμία επίδραση. Η τυπική τέλεση της ευχαριστιακής πράξης ούτε τον Θεό Δεσμεύει, ούτε πνευματικό περιεχόμενο έχει, ούτε κανένα νόημα. Αυτό που έχει σημασία λοιπόν (γιά την σκέψη του Ωριγένη) είναι η Πνευματική Κοινωνία που μπορεί να μην συνδέεται ή να συνδέεται με την τελετή της ευχαριστίας, Μόνο η τελετή δεν έχει καμία θρησκευτική αξία... Κατά τον Ωριγένη, στο απώτερο μέλλον θα αποκατασταθούν τα πάντα και ο Θεός θα Είναι “τα πάντα τοις πάσι”... Μετά τον θάνατο, τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, η ψυχή επιβιώνει... και με το αιθέριο σώμα τους μεταβαίνουν οι καλοί στον “παράδεισο” (που είναι αιθέριος τόπος) κι οι κακοί στον τόπο του καθαρτηρίου πυρός όπου εξαγνίζονται γιά να συνεχίσουν μετά την ανάβασή τους. Η ψυχή λοιπόν εξελίσσεται και μετά τον θάνατο ανεβαίνοντας τις ουράνιες σφαίρες μέχρι την Σφαίρα του Λόγου... Η μετεμψύχωση γιά κάποιες “αμετανόητες” ψυχές δεν είναι απίθανη... Ο μέλλοντας αιώνας (που σημαίνει την Έλευση του Χριστού και την ανάσταση) θα φέρει οριστικά την αποκατάσταση των πάντων. Τελικά όλα θα αποροφηθούν στο Θεό. Αυτή όμως η δημιουργία δεν είναι μοναδική. Σύμφωνα με τον Ωριγένη έχουν υπάρξει και θα υπάρξουν κι άλλες δημιουργίες. Βέβαια, όλα αυτά δεν είναι πάρά σκέψεις και αντιλήψεις θεωρητικές... το βάθος του χρόνου στο οποίο τοποθετείται αυτό το γεγονός είναι τόσο μεγάλο που είναι ασύλληπτο γιά τον άνθρωπο...
...............................................................................................
Ο Ιωάννης (ο αγαπημένος μαθητής του Ιησού) κι οι μαθητές του, κι ο Ωριγένης, κι ο Ευάγριος, κι ο Διονύσιος κι άλλοι μυστικοί πατέρες εκπροσωπούν το γνήσιο μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού...
Όλοι αυτοί, Βιώνοντας την Παρουσία του Θεού και προσωπικά και συχνά μέσα στην εκκλησία Κατανοούν (σαν Εμπειρία του Μυστικού Βιώματος) ότι ο Θεός Είναι η Ζωή, η Αλήθεια, και συνεπώς η Πηγή κάθε Εξουσίας. Βιώνοντας μία Άνεση Επικοινωνία με τον Θεό (Εν Πνεύματι και Αληθεία) υπερβαίνουν ακόμα και την μυστηριακή ζωή της εκκλησίας. Κάποιοι από αυτούς δεν την αρνούνται όταν έχει πνευματικό περιεχόμενο (και δεν είναι μαγική τελετή) αλλά δεν της αναγνωρίζουν ένα δεσμευτικό χαρακτήρα. Όταν Κοινωνούμε (Πνευματικά) με τον Θεό, όταν Είμαστε Ένα με τον Θεό, γιά ποιές τελετές κι ανθρώπινες πράξεις να μιλήσουμε; Όταν έχουμε υπερβεί τον χρόνο και την ιστορία γιά ποιά μυστηριακή ζωή της εκκλησίας να συζητήσουμε;
Όμως μία τέτοια θεολογική αντίληψη και πρακτική, αποκόβει τον άνθρωπο από την κοινωνία, την πολιτεία, την πρακτική ζωή. Εξ' άλλου δεν θα μπορούσαν όλοι οι χριστιανοί να εμβαθύνουν την αντίληψή τους σε τέτοιο βαθμό και να Βιώσουν Μυστικά την Παρουσία του Θεού.
Γιά να μπορέσει ο άνθρωπος (σύμφωνα με τους μυστικούς) να Ανυψωθεί Ως την Σφαία του Λόγου, να Ενωθεί με τον Λόγο και Μέσω του Λόγου με τον Θεό Πατέρα πρέπει να ανέλθει “Πέντε Πνευματικές Βαθμίδες” (που σηματοδοτούν την Απελευθέρωση του Πνεύματος από τα δεσμά της κατώτερης ύπαρξης...)...
α) Θα πρέπει κατ' αρχήν να απορρίψουμε όλες τις ψυχοσωματικές λειτουργίες που μας κρατούν έξω, προσκολλημένους στο κόσμο. Αυτό συνιστά την “Απάρνηση του κόσμου”.
(Είναι η αποδέσμευση της Οντότητας από την υλική ψυχή, κατά Πλάτωνα).
β) Σε μία πρώτη εσωτερίκευση θα πρέπει να απαρνηθούμε όλες τις ψυχοδυναμικές λειτουργίες που “αποκρυσταλλώνονται” σε ψυχικά εντυπώματα, ψυχικές ροπές, συνήθειες, πάθη, και μας δένουν με τον κατώτερο υλικό κόσμο. Αυτό συνιστά την Επίτευξη της “Απάθειας”.
(Είναι η Αποδέσμευση της Οντότητας από την νοερά ψυχή, κατά Πλάτωνα).
γ) Τέλος σε μία πιό βαθιά εμβάθυνση θα πρέπει να καθαρίσουμε τον ίδιο τον νου από όλους τους λογισμούς, είτε προέρχονται από την αντίληψη, είτε από την ανακύκλωση της διάνοιας, είτε από την εγώ-ύπαρξη (συνείδηση του “εγώ-είμαι”). Αυτό συνιστά την “Κάθαρση” του νου.
(Είναι η Αποδέσμευση της Οντότητας από τον “νου”, κατά Πλάτωνα).
δ) Η Επίτευξη του Καθαρού Νου (του “άδειου” νου) αποτελλεί προϋπόθεση γιά να “αναδυθεί” μέσα μας ο πραγματικός οντικός πυρήνας, ο αληθινός χαρακτήρας της ύπαρξής μας, που είναι το Πνεύμα (πνευματικό εγώ), εξατομίκευση του Παγκόσμιου Λόγου. Η Επίτευξη, η γέννηση, αυτού του πνευματικού εγώ που είναι Ενωμένο με τον Παγκόσμιο Λόγο, είναι η αρχή στην Εν Λόγω Ζωή. Η Κοινωνία με τον Λόγο και η Βαθμιαία Απορρόφηση στον Λόγο οδηγεί στην Διέυρυνση του ατομικού πνευματικού εγώ προς τον Παγκόσμιο Λόγο... κι από Εδώ Προς τον Πατέρα. Αυτό συνιστά την “Πνευματική Θεία Κοινωνία”.
(Είναι η μετάβαση από την ατομική οντότητα στην Βάση του Παγκόσμιου Είναι, κατά Πλάτωνα).
ε) Η Τελική (Εν Τω Λόγω, Διά Του Λόγου, Μέσω Του Λόγου) Ένωση με τον Θεό συνιστά την τελική θέωση...
(Είναι η Ανύψωση Ως το Αγαθόν, κατά Πλάτωνα)...
Η μη γνώση και κατανόηση της ψυχής, της δομής, της λειτουργίας, των δυνατοτήτων και των εμπειριών που μπορεί να έχει, οδήγησε από νωρίς μία κατηγορία χριστιανών να αρνηθούν αυτή την αντίληψη της ουράνιας ψυχής και να προσδιορίζουν τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματικό οργανισμό, σαν μόνη ύπαρξη την ύπαρξη επί της γης και σαν μόνη ελπίδα σωτηρίας μία μελλοντική ανάσταση των σωμάτων (και μία νέα ζωή επί της γης)...
Μία τέτοια αντίληψη όμως αποκόβει τον άνθρωπο από τον Θεό, από την Ζωντανή Πνευματική Κοινωνία με τον Θεό, κι αναδεικνύει τον μοναδικό ρόλο των αντιπροσώπων, εκπροσώπων, του (Απόντος) Θεού μέσα στην θρησκευτική κοινότητα. Έτσι, εκεί που δεν υπάρχει Άμεση Επικοινωνία με τον Θεό οι εκπρόσωποί του (οι μεσολαβητές) καρπώνονται την Εξουσία και μεσολαβούν ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Κάποιοι θέλουν (και τους συμφέρει) να μην είναι δυνατή η Άμεση Επικοινωνία με τον Θεό γιατί έτσι αποκτούν “ρόλο” κι εξουσία κι οφέλη... Στέκονται στην Πόρτα του Ουρανού κι ούτε μέσα μπαίνουν, ούτε τους άλλους αφήνουν να μπουν. Γιατί αυτό που διδάσκουν είναι όχι πως θα Κοινωνήσουμε με τον Ζωντανό Θεό αλλά ότι θα οδηγηθούμε στην σωτηρία μόνο μέσω των μυστηριακών τελετών. Αλλά χωρίς πνευματικό περιεχόμενο οι μυστηριακές τελετές είναι μόνο μαγικές (κι υλικές) πράξεις...
Έτσι, από πολύ νωρίς, υποβόσκει ένας υπόγειος διαχωρισμός ανάμεσα στο Γνήσιο Χριστιανικό Μυστικό Ρεύμα και τον εξωτερικό “εκκλησιαστικό χριστιανισμό”. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι Μυστικοί υιοθετούν την ουράνια προέλευση του ανθρώπου, αποδίδουν στο Θεό την Εξουσία και προσπαθούν μέσα από την “θεωρία” να απελευθερωθούν (σαν ψυχές) από το σώμα και να ανέβουν στον Ουρανό του Πνεύματος ενώ οι εκπρόσωποι του “εκκλησιαστικού χριστιανισμού” ορίζουν τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματικό οργανισμό, με μόνη δυνατή ύπαρξη επί της γης και μόνη ελπίδα σωτηρίας μία μελλοντική ζωή με την ανάσταση των σωμάτων... Αυτοί οι εξωτερικοί χριστιανοί καρπώνονται την εξουσία του μεσολαβητή (ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο) και κηρύττουν ότι με μαγικές τελετουργικές πράξεις μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος... Οι Μυστικοί αποδίδουν την Εξουσία και την Σωτηρία στον Θεό τον Οποίο προσπαθούν να Προσεγγίσουν, ενώ οι εξωτερικοί χριστιανοί θέλουν την εξουσία γιά τον εαυτό τους...
Έτσι, σιγά-σιγά, καθώς στην ελληνορωμαϊκή και μετέπειτα βυζαντινή αυτοκρατορία επικρατούν (γιά λόγους σκοπιμότητας) οι “εξωτερικοί εκκλησιαστικοί χριστιανοί” το “Μυστικό Ρεύμα” οδηγείται στην περιθωριοποίηση, στην συκοφάντηση, στον αναθεματισμό, και την καταδίκη... Οι αυτοκράτορες, ο Κωνσταντίνος στην αρχή και οι άλλοι μετά, και ο Ιουστινιανός ιδιαίτερα, κατάλαβαν ότι ο “γνήσιος μυστικός χριστιανισμός” (που απέδιδε την Εξουσία μόνο στον Θεό) αποτελούσε πολιτικό κίνδυνο. Ενίσχυσαν έτσι τους “εξωτερικούς εκκλησιαστικούς χριστιανούς” που μπορούσαν να χειραγωγήσουν (διορίζοντας τους πατριάρχες και επισκόπους που ήθελαν και καθοδηγώντας τους), και σε οικουμενικές συνόδους παρωδίες καθόρισαν την πίστη του χριστιανισμού σε δόγματα (αποβάλλοντας μυστικούς πατέρες σαν τον Ωριγένη και τον Ευάγριο, και άλλους)... Ο Ιουστινιανός ιδιαίτερα, κατανοώντας τον κίνδυνο από το “μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού” έβγαλε διάταγμα κατά του Ωριγένη και στην Ε΄οικουμενική σύνοδο(;) επέβαλε την καταδίκη του Ωριγένη... Κι οι χριστιανοί έπεσαν στην παγίδα γιατί αυτοί οι χριστιανοί ήθελαν να πέσουν στην παγίδα. Ο Ιουστινιανός ενώ φαινόταν να προσφέρει υπηρεσίες στον χριστιανισμό, στην πραγματικότητα ήταν ένας αχρείος που ενεργούσε μόνο γιά λογαριασμό του, και τελικά “κατέστρεψε” το χριστιανισμό. Όμως, και παρά το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό, και η ελληνική φιλοσοφία συνέχισε να υπάρχει, μεταδίδοντας την γνώση στην δύση, και το “μυστικό ρεύμα του χριστιανισμού” δεν “χάθηκε”... Οι αυτοκράτορες ενσωματώνοντας στην κρατική διοίκηση την εκκλησία, και καθορίζοντας (με πολιτικά κριτήρια) την διοίκηση της εκκλησίας οδήγησαν τον “εκκλησιαστικό χριστιανισμό” στην πλήρη εκκοσμίκευση... Ο αυτοκράτορας (κατά το ρωμαϊκό έθιμο) ήταν ο μεγάλος αρχιερέας, η εκκλησία έγινε μέρος της δομής του κράτους και οι ιερείς δημόσιοι υπάλληλοι... Στην διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας η εκκλησία “ενσωματώθηκε” στην οθωμανική διοίκηση παίζοντας συχνά ένα ύποπτο ρόλο (μαζί με τους προεστούς των αυτοδιοικούμενων χωριών της αυτοκρατορίας) ενάντια στο λαό... Μετά την υποτιθέμενη ανεξαρτητοποίηση από την οθωμανική αυτοκρατορία το 1821, το ελληνικό κράτος συνέχισε να “εξαρτάται” από ξένες δυνάμεις της δύσης και από οικονομικά δάνεια που διογκώνονταν με την πάροδο του χρόνου, ενώ η εκκλησία παραμένει ακόμα ενσωματωμένη στην κρατική διοίκηση (θλιβερό κατάλοιπο του βυζαντίου και της οθωμανικής σκλαβιάς...)... Τελικά οι σημερινές εκκλησίες (τόσο η ανατολική ορθόδοξη, όσο και η δυτική καθολική) είναι κατάλοιπα της παλιάς βυζαντινής οργανωτικής δομής της εκκλησίας...
Πάντως, επειδή οι εκκοσμικευμένοι θρησκευτικοί ηγέτες γνώριζαν πάντα ότι η αποβολή του πνευματικού μυστικού περιεχομένου από την διδασκαλία και την ζωή της εκκλησίας ενέχει το κίνδυνο της εξασθένισης της θρησκείας και της “ουδετεροποίησής” της, φρόντισαν να θεωρούν “δικό” τους το “Μυστικό Ρεύμα”... ακόμα και να εκδίδουν τα συγγράματα αυτών που “αφόρισαν” και καταδίκασαν, όπως του Ωριγένη και του Ευάγριου... Η Υποκρισία και η πολιτική σκοπιμότητα αλλά και η χειραγώγηση των χριστιανών δεν έχει όρια.... Τελικά ποιός είναι “ορθόδοξος” και ποιός είναι “αιρετικός”;... Το γεγονός ότι κάποιοι αποφάσισαν σε “οικουμενικές συνόδους” κάποια πράγματα, αποδεικνύει απλά ότι αποφάσισαν αυτά τα πράγματα, όχι ότι “αυτά είναι η Αλήθεια”, (η βίαιη ταύτιση μιάς “γνώμης” με την Αλήθεια είναι τελείως αυθαίρετη και χωρίς λογική συνέπεια... αποτελεί “λογικό άλμα”...)...
Στην δύση έγιναν βέβαια τους τελευταίους αιώνες κάποιες προσπάθειες να ξαναβρεθεί το “γνήσιο πνεύμα του χριστιανισμού” και πολλές κινήσεις διαμαρτυρομένων είναι προς μία σωστή κατεύθυνση, αλλά είναι παρ' όλα αυτά ανεπαρκείς...
Αν θέλουμε σήμερα να αναζητήσουμε το Γνήσιο Χριστιανισμό θα πρέπει να ανατρέξουμε ξανά στον Ιωάννη (και την “Ιωάννεια Θεολογία), στον Ωριγένη, στον Ευάγριο, στον Διονύσιο, στον Μάξιμο, και στους άλλους μυστικούς πατέρες... Μόνο στο Ζωντανό Μυστικό Βίωμα Υπάρχει Ζωή κι Αλήθεια...
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM

TAOΪSM
Chapter 18. The Sacred Forgetting: A Meditation on the Fall from the Great Way
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM

BUDDHISM
Chapter 18. Impurity
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA

VEDANTA
Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya, 16-20 / 4. The Sacred Journey: Viveka and the Illuminated Path
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI

jKRISHNAMURTI
The Only Revolution / California: 3. The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence
Monday, 5 January, 2026

The Sacred Emptiness: A Journey Through the Living Silence

 

(Meditation as Living Action: Freedom from the Known)

 

The Threshold of Unknowing

 

There exists a practice beyond practice, a way that is no way, a path that dissolves even as the seeker places foot upon it. This is the sacred art of meditation—not as a technique to be mastered, nor as a destination to be reached, but as the perpetual liberation from all that binds the soul to yesterday's shadows.

 

The mystic who enters this wordless sanctuary discovers that meditation is nothing less than the continuous emptying of consciousness from the accumulated weight of the known. What is this known? It is the vast storehouse of memory, the endless corridors of yesterday stretching back through countless moments, each one crystallized into certainty, each one claiming permanence in the ever-changing river of existence. The known is time itself made solid, experience transformed into prison, the living waters of awareness frozen into the ice of conclusion.

 

Yet this emptying is not the work of years, not the gradual erosion of accumulated dust from some distant future vantage point. No—here lies the first great mystery: the emptying occurs not at the journey's end, but at its very inception. It means never to gather the dust at all, never to allow the mind to become a museum of the dead past, a mausoleum where living moments go to be entombed in the rigid forms of memory.

 

The seeker stands always at the edge of now, that razor's edge where eternity meets the temporal, where the infinite presses against the finite. Here, in this sacred present moment, what has been accumulated dissolves—not through the machinery of thought, which is itself but another layer of the past, but through action, through the vital doing of what presents itself in the living instant.

 

The Prison of Conclusion

 

Consider the movement of ordinary consciousness, that restless pilgrimage from conclusion to conclusion, like a traveler moving from inn to inn but never truly arriving home. Each experience becomes immediately encased in judgment, wrapped in the grave-clothes of evaluation, labeled and filed in the archives of the self. This is the tragedy of the conditioned mind: it cannot meet life freshly, cannot drink from the fountain of the present without immediately comparing the taste to all the waters it has drunk before.

 

Judgment, that sovereign king of the mental realm, sits upon its throne of certainty and pronounces its verdicts upon each moment as it arises. Whether drawn from the distant past or formed in the immediate present, all judgment is essentially conclusion—the closing of a door, the ending of inquiry, the transformation of the living question into a dead answer. And it is precisely this endless judging, this ceaseless concluding, that prevents the constant renewal of consciousness, the perpetual emptying that alone keeps the mind spacious and free.

 

For the known—that accumulated mass of conclusions, determinations, and fixed beliefs—acts as a dam holding back the flowing river of awareness. Where there should be movement, there is stagnation; where there should be openness, there is closure; where there should be wonder, there is the deadening certainty of "I know."

 

The Tyranny of Will and the Silence Beyond

 

Deep within the architecture of the self resides that which calls itself will—the insistent voice that declares "I shall achieve," "I shall become," "I shall transform myself through effort and determination." This will, so praised in the marketplace of spiritual ambitions, is itself the very mechanism of the known's perpetuation. For will is born of desire, and desire is always rooted in the past, in memory, in the ghost of previous pleasure or the shadow of previous pain.

 

When will operates, it moves always from a center of accumulated knowledge, of concluded experience. The one who wills is the one who remembers, who compares, who seeks to replicate past satisfaction or avoid past suffering. Thus the action of will—no matter how noble its intention, no matter how spiritual its aspiration—cannot possibly empty the vessel of consciousness. It can only fill it further, adding new layers of experience to be stored, new conclusions to be drawn, new determinations to be made.

 

Here the mystic encounters a profound paradox: the empty mind, that state of pure receptivity and boundless awareness, cannot be purchased through any transaction, cannot be won through any battle, cannot be achieved through any effort of will. It does not yield to demand, no matter how fervent. It cannot be captured by the grasping hand of desire, no matter how subtle that desire may appear.

 

Yet neither does this mean passivity or resignation. Rather, the empty mind comes into being through a different kind of awareness altogether—not the awareness of a thinker observing his thoughts, which only creates further division and distance, but the awareness of thought itself becoming conscious of its own movements, its own patterns, its own endless dance of conclusion and judgment.

 

The Innocence of Aloneness

 

In the depths of authentic meditation, consciousness discovers itself as perpetually innocent—not the innocence of naiveté or ignorance, but the innocence of the present moment, untouched by the contaminating hand of memory. This is the innocence of fresh snow before any footprint marks its surface, the innocence of dawn before any interpretation colors its light.

 

Such innocence is necessarily alone. Not the loneliness of separation, not the isolation of the ego cut off from its fellows, but the radical aloneness of that which cannot be compared, cannot be measured against anything else, cannot be known through reference to the past. The mind that is completely alone in this sense stands naked before existence, stripped of all the comfortable garments of conclusion, all the familiar armor of knowledge.

 

When consciousness achieves this sacred solitude, it ceases to accumulate. Like water that does not cling to the lotus leaf, experience passes through awareness without leaving residue, without forming sediment, without building the coral reef of self upon which the ego constructs its fortress. Each moment arises and passes, complete in itself, requiring no addition to the storehouse of memory.

 

In this aloneness, thought itself becomes silent—not suppressed, not violently pushed away, but naturally quiet, like a bird that ceases its song when song is no longer needed. And in that silence, the mind discovers itself untouched, pristine, eternally new.

 

The Dissolution of Tomorrow

 

The mystics of old spoke of the death of time, and here in the practice of true meditation, the seeker encounters what they meant. For the mind that is alone, that dwells completely in the present, finds that the future—which is nothing but the past projected forward, memory masquerading as anticipation—simply ceases to have meaning.

 

Tomorrow is born from yesterday. All our plans, our fears, our hopes, our anxieties about what is to come are constructed from the materials of what has been. We imagine future pleasures based on past pleasures; we fear future pains based on past pains. The future is the past in different costume, the same old actors performing the same old drama on a stage we imagine to be new.

 

But when the emptying happens in the present—that perpetual emptying that is the essence of meditation—the future loses its grip on consciousness. Not through denial or through the pretense that tomorrow does not exist in the realm of practical necessity, but through the recognition that psychologically, spiritually, tomorrow is an illusion, a ghost that haunts us only because we insist on carrying yesterday into today.

 

In the pure present, there is no tomorrow. There is only this—this breath, this light, this awareness that knows itself without the mediation of memory. And in this timeless instant, all that seemed so urgent, so important, so desperately in need of resolution, reveals itself as the fantasy of a mind imprisoned in its own conclusions.

 

The Living Movement

 

Here emerges perhaps the most crucial understanding: meditation is not a destination but a movement, not an achievement but a flowing, not a state to be attained and then maintained but a perpetual dance between consciousness and existence. It is the river, not the bank; the breathing, not the breath held; the living flame, not the captured spark.

 

So many approach the sacred art as though it were a mountain to be climbed, with a summit to be reached where one could plant a flag and declare victory. But this very approach perpetuates the problem it seeks to solve, for it brings the energy of conclusion, of determination, of will into the very space that can only exist when these things dissolve.

 

Meditation as movement means meditation without end, without conclusion, without the closing of the circle. It means entering each moment of awareness as if for the first time, with no map drawn from previous journeys, no certainty about what will be discovered. It is exploration without the explorer, seeing without the seer, knowing without the knower.

 

This movement is not chaotic or aimless. Like the growth of a tree, which follows no conscious plan yet manifests perfect order, the movement of meditation follows its own intrinsic intelligence. It knows where to flow as water knows how to find the sea, not through thought or decision but through the simple recognition of what is.

 

The Death of the Meditator

 

There comes a moment—not in time but beyond time—when the one who meditates discovers that meditation can only truly occur when the meditator dissolves. As long as there is someone doing meditation, there is division, separation, duality. There is the observer and the observed, the controller and the controlled, the one who seeks emptiness and the emptiness that is sought.

 

This division is itself the barrier, the veil that obscures the sacred. For in truth, there is no separate entity that can step outside consciousness and manipulate it, clean it, empty it, transform it. There is only consciousness itself, aware of its own movements, sensitive to its own patterns, understanding itself without a separate understander.

 

When the meditator dies—and this death must happen again and again, moment by moment, for the separate self is constantly seeking to resurrect itself—what remains is not emptiness in the sense of absence, but emptiness in the sense of infinite potential, limitless space, boundless awareness. It is the emptiness of the sky that contains all clouds without being defined by any of them, the emptiness of silence that holds all sound without being disturbed by any of it.

 

The Sacred Ordinariness

 

The paradox that mystifies many seekers is this: the emptiness that meditation reveals is not separate from daily life, not divorced from the ordinary world of tasks and relationships, work and rest. The sacred does not exist in some distant realm accessible only through extraordinary experiences or altered states.

 

Rather, the empty mind discovers that the ordinary is itself the gateway to the infinite. Washing dishes, walking to work, greeting a friend—when done with complete attention, with the innocency of the present, these simple acts become sacraments, portals through which the eternal shines into the temporal.

 

For the mind that is free from the known, there is no division between the sacred and the secular, the spiritual and the mundane, the meditation cushion and the marketplace. All is one seamless whole, one continuous movement of awareness meeting existence in each unfolding moment.

 

This is the great liberation: not an escape from life but the discovery of life in its fullness, not a withdrawal from the world but an engagement with the world so complete, so total, that the separation between self and other, between inner and outer, simply dissolves like mist before the morning sun.

 

The Unspeakable Gift

 

What words can capture the perfume of this freedom? What language can contain the vastness of the empty mind? The mystic returns from these depths knowing that all description is betrayal, all explanation is reduction, all teaching is merely pointing at the moon while foolish students examine the finger.

 

Yet still the words must come, not to define or confine the experience but to awaken in others the recognition that what is being spoken of is not foreign or distant but intimately close—closer than their own breath, more immediate than their own thoughts, more present than their own presence.

 

The empty mind is not something to be created; it is what remains when all creation ceases. It is not something to be achieved; it is what has always been here, obscured only by the endless accumulation of the known. It is not something to be understood; it is the very ground of understanding itself, the awareness prior to all knowledge, the silence from which all sound emerges and to which all sound returns.

 

The Eternal Beginning

 

And so the journey ends where it began—in the present moment, in this breath, in this awareness that knows itself without conclusion. The seeker discovers that there was never anywhere to go, never anything to achieve, never any separation to overcome. There was only ever this—this living emptiness, this sacred void that is simultaneously the fullness of all existence.

 

Meditation as the emptying of the mind from the known is not a practice for the future, not a technique to be perfected over years of discipline. It is the invitation to die to yesterday in this very instant, to let all conclusions dissolve in the face of what is, to stand naked and alone before the mystery that cannot be named.

 

In this dying, there is no loss but infinite gain. In this emptiness, there is no absence but the presence of all that is. In this aloneness, there is no isolation but the discovery of unity with all existence.

 

The empty mind asks nothing, seeks nothing, demands nothing. It simply is—and in that simple being, all seeking ends, all questions dissolve, and the sacred silence that has always been here reveals itself as the very ground of consciousness, the source from which all arises and to which all returns.

 

This is meditation: not as conclusion but as eternal beginning, not as achievement but as continuous letting go, not as becoming but as the discovery of what has never not been. The known empties itself in the present, and what remains is the ineffable, the unspeakable, the sacred mystery that each soul must discover for itself in the living silence of the alone.

 

Η Ιερή Κενότητα: Ένα Ταξίδι Μέσα από τη Ζωντανή Σιωπή

 

(Διαλογισμός ως Ζωντανή Δράση: Απελευθέρωση από το Γνωστό)

 

Το Κατώφλι του Αγνώστου

 

Υπάρχει μια πρακτική πέρα από την πρακτική, ένας δρόμος που δεν είναι δρόμος, ένα μονοπάτι που διαλύεται ακριβώς τη στιγμή που ο αναζητητής πατάει το πόδι του πάνω του. Αυτή είναι η ιερή τέχνη του διαλογισμού—όχι ως τεχνική που πρέπει να κατακτηθεί, ούτε ως προορισμός που πρέπει να επιτευχθεί, αλλά ως η διαρκής απελευθέρωση από όλα όσα δένουν την ψυχή με τις σκιές του χθες.

 

Ο μύστης που εισέρχεται σε αυτό το άλεκτο ιερό καταφύγιο ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός δεν είναι τίποτα λιγότερο από το συνεχές άδειασμα της συνείδησης από το συσσωρευμένο βάρος του γνωστού. Τι είναι αυτό το γνωστό; Είναι η απέραντη αποθήκη της μνήμης, οι ατελείωτοι διάδρομοι του χθες που εκτείνονται πίσω μέσα από αμέτρητες στιγμές, καθεμιά κρυσταλλωμένη σε βεβαιότητα, καθεμιά που διεκδικεί μονιμότητα στον ασταμάτητα μεταβαλλόμενο ποταμό της ύπαρξης. Το γνωστό είναι ο ίδιος ο χρόνος που έχει γίνει στερεός, η εμπειρία που έχει μετατραπεί σε φυλακή, τα ζωντανά νερά της επίγνωσης παγωμένα σε πάγο συμπερασμάτων.

 

Ωστόσο, αυτό το άδειασμα δεν είναι έργο ετών, ούτε η σταδιακή διάβρωση της συσσωρευμένης σκόνης από κάποιο μακρινό μελλοντικό σημείο. Όχι—εδώ κρύβεται το πρώτο μεγάλο μυστήριο: το άδειασμα δεν συμβαίνει στο τέλος του ταξιδιού, αλλά στην ίδια του την αρχή. Σημαίνει να μην μαζεύει ποτέ κανείς τη σκόνη, να μην επιτρέπει ποτέ στο νου να γίνει μουσείο του νεκρού παρελθόντος, μαυσωλείο όπου οι ζωντανές στιγμές πηγαίνουν για να ενταφιαστούν στις άκαμπτες μορφές της μνήμης.

 

Ο αναζητητής στέκεται πάντα στο χείλος του τώρα, εκείνο το ξυράφι όπου η αιωνιότητα συναντά το πρόσκαιρο, όπου το άπειρο πιέζει το πεπερασμένο. Εδώ, σε αυτή την ιερή παρούσα στιγμή, ό,τι έχει συσσωρευτεί διαλύεται—όχι μέσω της μηχανής της σκέψης, που είναι η ίδια μια ακόμα στρώση του παρελθόντος, αλλά μέσω της δράσης, μέσω της ζωτικής πράξης αυτού που παρουσιάζεται στη ζωντανή στιγμή.

 

Η Φυλακή του Συμπεράσματος

 

Σκεφτείτε την κίνηση της συνηθισμένης συνείδησης, εκείνο το ανήσυχο προσκύνημα από συμπέρασμα σε συμπέρασμα, σαν ταξιδιώτη που μετακινείται από πανδοχείο σε πανδοχείο χωρίς ποτέ να φτάνει πραγματικά στο σπίτι. Κάθε εμπειρία εγκλωβίζεται αμέσως σε κρίση, τυλίγεται στα σάβανα της αξιολόγησης, επισημαίνεται και αρχειοθετείται στα αρχεία του εαυτού. Αυτή είναι η τραγωδία του κλιμακωμένου νου: δεν μπορεί να συναντήσει τη ζωή φρέσκα, δεν μπορεί να πιει από την πηγή του παρόντος χωρίς αμέσως να συγκρίνει τη γεύση με όλα τα νερά που έχει πιει πριν.

 

Η κρίση, αυτός ο κυρίαρχος βασιλιάς του νοητικού βασιλείου, κάθεται στον θρόνο της βεβαιότητας και εκφέρει τις ετυμηγορίες του σε κάθε στιγμή καθώς αναδύεται. Είτε προέρχεται από το μακρινό παρελθόν είτε σχηματίζεται στην άμεση παρούσα, όλη η κρίση είναι ουσιαστικά συμπέρασμα—το κλείσιμο μιας πόρτας, το τέλος της έρευνας, η μετατροπή της ζωντανής ερώτησης σε νεκρή απάντηση. Και είναι ακριβώς αυτή η ασταμάτητη κρίση, αυτό το αδιάκοπο συμπερασματολογείν, που εμποδίζει τη συνεχή ανανέωση της συνείδησης, το διαρκές άδειασμα που μόνον αυτό κρατάει το νου ευρύχωρο και ελεύθερο.

 

Διότι το γνωστό—αυτή η συσσωρευμένη μάζα συμπερασμάτων, αποφάσεων και σταθερών πεποιθήσεων—λειτουργεί σαν φράγμα που συγκρατεί τον ρέοντα ποταμό της επίγνωσης. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει κίνηση, υπάρχει στασιμότητα· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ανοιχτότητα, υπάρχει κλείσιμο· εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει θαυμασμός, υπάρχει η νεκρωτική βεβαιότητα του «ξέρω».

 

Η Τυραννία της Θέλησης και η Σιωπή Πέρα από Αυτήν

 

Βαθιά μέσα στην αρχιτεκτονική του εαυτού κατοικεί αυτό που ονομάζει τον εαυτό του θέληση—η επίμονη φωνή που διακηρύσσει «Θα επιτύχω», «Θα γίνω», «Θα μεταμορφώσω τον εαυτό μου μέσω προσπάθειας και αποφασιστικότητας». Αυτή η θέληση, τόσο επαινεμένη στην αγορά των πνευματικών φιλοδοξιών, είναι η ίδια ο μηχανισμός που διαιωνίζει το γνωστό. Διότι η θέληση γεννιέται από την επιθυμία, και η επιθυμία είναι πάντα ριζωμένη στο παρελθόν, στη μνήμη, στο φάντασμα προηγούμενης ηδονής ή στη σκιά προηγούμενου πόνου.

 

Όταν η θέληση λειτουργεί, κινείται πάντα από ένα κέντρο συσσωρευμένης γνώσης, συναγμένης εμπειρίας. Αυτός που θέλει είναι αυτός που θυμάται, που συγκρίνει, που επιδιώκει να αναπαράγει προηγούμενη ικανοποίηση ή να αποφύγει προηγούμενο πόνο. Έτσι η δράση της θέλησης—όσο ευγενής κι αν είναι η πρόθεσή της, όσο πνευματική κι αν είναι η φιλοδοξία της—δεν μπορεί ποτέ να αδειάσει το δοχείο της συνείδησης. Μπορεί μόνο να το γεμίσει περαιτέρω, προσθέτοντας νέες στρώσεις εμπειρίας για αποθήκευση, νέα συμπεράσματα για εξαγωγή, νέες αποφάσεις για λήψη.

 

Εδώ ο μύστης συναντά ένα βαθύ παράδοξο: ο κενός νους, αυτή η κατάσταση καθαρής δεκτικότητας και απεριόριστης επίγνωσης, δεν μπορεί να αγοραστεί με καμία συναλλαγή, δεν μπορεί να κερδηθεί με καμία μάχη, δεν μπορεί να επιτευχθεί με καμία προσπάθεια θέλησης. Δεν υποχωρεί σε καμία απαίτηση, όσο ένθερμη κι αν είναι. Δεν μπορεί να συλληφθεί από το αρπακτικό χέρι της επιθυμίας, όσο λεπτή κι αν φαίνεται αυτή η επιθυμία.

 

Ωστόσο, ούτε αυτό σημαίνει παθητικότητα ή παραίτηση. Μάλλον, ο κενός νους έρχεται στην ύπαρξη μέσω ενός διαφορετικού είδους επίγνωσης—όχι της επίγνωσης ενός σκεπτόμενου που παρατηρεί τις σκέψεις του, που μόνο δημιουργεί περαιτέρω διαίρεση και απόσταση, αλλά της επίγνωσης της ίδιας της σκέψης που γίνεται συνειδητή των δικών της κινήσεων, των δικών της μοτίβων, του δικού της ατελείωτου χορού συμπερασμάτων και κρίσεων.

 

Η Αθωότητα της Μοναξιάς

 

Στα βάθη του αυθεντικού διαλογισμού, η συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της ως διαρκώς αθώο—όχι την αθωότητα της αφέλειας ή της άγνοιας, αλλά την αθωότητα της παρούσας στιγμής, ανέγγιχτη από το μολυσματικό χέρι της μνήμης. Αυτή είναι η αθωότητα του φρέσκου χιονιού πριν οποιοδήποτε αποτύπωμα σημαδέψει την επιφάνειά του, η αθωότητα της αυγής πριν οποιαδήποτε ερμηνεία χρωματίσει το φως της.

 

Μια τέτοια αθωότητα είναι απαραίτητα μόνη. Όχι η μοναξιά της αποχωρισμού, όχι η απομόνωση του εγώ αποκομμένου από τους συνανθρώπους του, αλλά η ριζική μοναξιά αυτού που δεν μπορεί να συγκριθεί, δεν μπορεί να μετρηθεί σε σχέση με οτιδήποτε άλλο, δεν μπορεί να γίνει γνωστό μέσω αναφοράς στο παρελθόν. Ο νους που είναι εντελώς μόνος με αυτή την έννοια στέκεται γυμνός μπροστά στην ύπαρξη, γυμνωμένος από όλα τα άνετα ενδύματα των συμπερασμάτων, από όλη την οικεία πανοπλία της γνώσης.

 

Όταν η συνείδηση επιτυγχάνει αυτή την ιερή μοναχικότητα, παύει να συσσωρεύει. Σαν το νερό που δεν κολλάει στο φύλλο του λωτού, η εμπειρία περνάει μέσα από την επίγνωση χωρίς να αφήνει κατάλοιπο, χωρίς να σχηματίζει ίζημα, χωρίς να χτίζει τον κοραλλιογενή ύφαλο του εαυτού πάνω στον οποίο το εγώ κατασκευάζει το φρούριό του. Κάθε στιγμή αναδύεται και παρέρχεται, πλήρης από μόνη της, χωρίς να απαιτεί προσθήκη στην αποθήκη της μνήμης.

 

Σε αυτή τη μοναξιά, η ίδια η σκέψη γίνεται σιωπηλή—όχι καταπιεσμένη, όχι βίαια απωθημένη, αλλά φυσικά ήσυχη, σαν πουλί που σταματάει το τραγούδι του όταν το τραγούδι δεν χρειάζεται πια. Και σε εκείνη τη σιωπή, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ανέγγιχτο, παρθένο, αιώνια νέο.

 

Η Διάλυση του Αύριο

 

Οι μύστες του παρελθόντος μιλούσαν για τον θάνατο του χρόνου, και εδώ, στην πρακτική του αληθινού διαλογισμού, ο αναζητητής συναντά τι εννοούσαν. Διότι ο νους που είναι μόνος, που κατοικεί εντελώς στο παρόν, βρίσκει ότι το μέλλον—που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το παρελθόν προβαλλόμενο προς τα εμπρός, η μνήμη μεταμφιεσμένη σε προσδοκία—απλώς παύει να έχει νόημα.

 

Το αύριο γεννιέται από το χθες. Όλα μας τα σχέδια, οι φόβοι μας, οι ελπίδες μας, οι αγωνίες μας για το τι θα έρθει είναι κατασκευασμένα από τα υλικά του τι υπήρξε. Φανταζόμαστε μελλοντικές ηδονές βασισμένοι σε παρελθοντικές ηδονές· φοβόμαστε μελλοντικούς πόνους βασισμένοι σε παρελθοντικούς πόνους. Το μέλλον είναι το παρελθόν με διαφορετική ενδυμασία, οι ίδιοι παλιοί ηθοποιοί που παίζουν το ίδιο παλιό δράμα σε μια σκηνή που φανταζόμαστε ότι είναι νέα.

 

Αλλά όταν το άδειασμα συμβαίνει στο παρόν—αυτό το διαρκές άδειασμα που είναι η ουσία του διαλογισμού—το μέλλον χάνει την λαβή του στη συνείδηση. Όχι μέσω άρνησης ή μέσω της προσποίησης ότι το αύριο δεν υπάρχει στο πεδίο της πρακτικής αναγκαιότητας, αλλά μέσω της αναγνώρισης ότι ψυχολογικά, πνευματικά, το αύριο είναι μια ψευδαίσθηση, ένα φάντασμα που μας στοιχειώνει μόνο επειδή επιμένουμε να κουβαλάμε το χθες στο σήμερα.

 

Στο καθαρό παρόν, δεν υπάρχει αύριο. Υπάρχει μόνο αυτό—αυτή η αναπνοή, αυτό το φως, αυτή η επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς τη μεσολάβηση της μνήμης. Και σε αυτή την άχρονη στιγμή, όλα όσα φαίνονταν τόσο επείγοντα, τόσο σημαντικά, τόσο απεγνωσμένα σε ανάγκη επίλυσης, αποκαλύπτονται ως η φαντασία ενός νου φυλακισμένου στα ίδια του τα συμπεράσματα.

 

Η Ζωντανή Κίνηση

 

Εδώ αναδύεται ίσως η πιο κρίσιμη κατανόηση: ο διαλογισμός δεν είναι προορισμός αλλά κίνηση, όχι επίτευγμα αλλά ροή, όχι κατάσταση που επιτυγχάνεται και μετά διατηρείται αλλά διαρκής χορός μεταξύ συνείδησης και ύπαρξης. Είναι ο ποταμός, όχι η όχθη· η αναπνοή, όχι η κρατημένη ανάσα· η ζωντανή φλόγα, όχι ο αιχμαλωτισμένος σπινθήρας.

 

Τόσοι πολλοί προσεγγίζουν την ιερή τέχνη σαν να ήταν βουνό για αναρρίχηση, με κορυφή για κατάκτηση όπου θα μπορούσε κανείς να καρφώσει μια σημαία και να διακηρύξει νίκη. Αλλά αυτή ακριβώς η προσέγγιση διαιωνίζει το πρόβλημα που επιδιώκει να λύσει, διότι φέρνει την ενέργεια του συμπεράσματος, της αποφασιστικότητας, της θέλησης ακριβώς στον χώρο που μπορεί να υπάρχει μόνο όταν αυτά τα πράγματα διαλύονται.

 

Ο διαλογισμός ως κίνηση σημαίνει διαλογισμός χωρίς τέλος, χωρίς συμπέρασμα, χωρίς το κλείσιμο του κύκλου. Σημαίνει να εισέρχεται κανείς σε κάθε στιγμή επίγνωσης σαν για πρώτη φορά, χωρίς χάρτη σχεδιασμένο από προηγούμενα ταξίδια, χωρίς βεβαιότητα για το τι θα ανακαλυφθεί. Είναι εξερεύνηση χωρίς τον εξερευνητή, όραση χωρίς τον βλέποντα, γνώση χωρίς τον γνωρίζοντα.

 

Αυτή η κίνηση δεν είναι χαοτική ή χωρίς σκοπό. Σαν την ανάπτυξη ενός δέντρου, που δεν ακολουθεί κανένα συνειδητό σχέδιο αλλά εκδηλώνει τέλεια τάξη, η κίνηση του διαλογισμού ακολουθεί τη δική της εγγενή νοημοσύνη. Ξέρει πού να ρέει όπως το νερό ξέρει πώς να βρει τη θάλασσα, όχι μέσω σκέψης ή απόφασης αλλά μέσω της απλής αναγνώρισης του τι είναι.

 

Ο Θάνατος του Διαλογιζόμενου

 

Έρχεται μια στιγμή—όχι στον χρόνο αλλά πέρα από τον χρόνο—όπου αυτός που διαλογίζεται ανακαλύπτει ότι ο διαλογισμός μπορεί να συμβεί πραγματικά μόνο όταν ο διαλογιζόμενος διαλύεται. Όσο υπάρχει κάποιος που κάνει διαλογισμό, υπάρχει διαίρεση, αποχωρισμός, δυϊσμός. Υπάρχει ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, ο ελεγκτής και το ελεγχόμενο, αυτός που αναζητά την κενότητα και η κενότητα που αναζητείται.

 

Αυτή η διαίρεση είναι η ίδια το εμπόδιο, το πέπλο που σκεπάζει το ιερό. Διότι στην αλήθεια, δεν υπάρχει ξεχωριστή οντότητα που μπορεί να βγει έξω από τη συνείδηση και να τη χειριστεί, να την καθαρίσει, να την αδειάσει, να την μεταμορφώσει. Υπάρχει μόνο η ίδια η συνείδηση, επίγνωση των δικών της κινήσεων, ευαίσθητη στα δικά της μοτίβα, που κατανοεί τον εαυτό της χωρίς ξεχωριστό κατανοούντα.

 

Όταν ο διαλογιζόμενος πεθαίνει—και αυτός ο θάνατος πρέπει να συμβαίνει ξανά και ξανά, στιγμή προς στιγμή, διότι ο ξεχωριστός εαυτός συνεχώς επιδιώκει να αναστηθεί—αυτό που απομένει δεν είναι κενότητα με την έννοια της απουσίας, αλλά κενότητα με την έννοια του άπειρου δυναμικού, απεριόριστου χώρου, απεριόριστης επίγνωσης. Είναι η κενότητα του ουρανού που περιέχει όλα τα σύννεφα χωρίς να ορίζεται από κανένα από αυτά, η κενότητα της σιωπής που κρατάει όλους τους ήχους χωρίς να διαταράσσεται από κανέναν από αυτούς.

 

Η Ιερή Καθημερινότητα

 

Το παράδοξο που μπερδεύει πολλούς αναζητητές είναι αυτό: η κενότητα που αποκαλύπτει ο διαλογισμός δεν είναι ξεχωριστή από την καθημερινή ζωή, δεν είναι αποκομμένη από τον συνηθισμένο κόσμο των εργασιών και των σχέσεων, της δουλειάς και της ανάπαυσης. Το ιερό δεν υπάρχει σε κάποιο μακρινό βασίλειο προσβάσιμο μόνο μέσω εξαιρετικών εμπειριών ή αλλοιωμένων καταστάσεων.

 

Μάλλον, ο κενός νους ανακαλύπτει ότι το συνηθισμένο είναι η ίδια η πύλη προς το άπειρο. Το πλύσιμο των πιάτων, το περπάτημα προς τη δουλειά, ο χαιρετισμός ενός φίλου—όταν γίνονται με πλήρη προσοχή, με την αθωότητα του παρόντος, αυτές οι απλές πράξεις γίνονται μυστήρια, πύλες μέσα από τις οποίες το αιώνιο λάμπει μέσα στο πρόσκαιρο.

 

Διότι για τον νου που είναι ελεύθερος από το γνωστό, δεν υπάρχει διαίρεση μεταξύ ιερού και κοσμικού, πνευματικού και καθημερινού, μαξιλαριού διαλογισμού και αγοράς. Όλα είναι ένα απρόσκοπτο όλο, μια συνεχής κίνηση επίγνωσης που συναντά την ύπαρξη σε κάθε ξεδιπλούμενη στιγμή.

 

Αυτή είναι η μεγάλη απελευθέρωση: όχι μια απόδραση από τη ζωή αλλά η ανακάλυψη της ζωής στην πληρότητά της, όχι μια απόσυρση από τον κόσμο αλλά μια εμπλοκή με τον κόσμο τόσο πλήρης, τόσο ολική, που ο διαχωρισμός μεταξύ εαυτού και άλλου, μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, απλώς διαλύεται σαν ομίχλη μπροστά στον πρωινό ήλιο.

 

Το Απόρρητο Δώρο

 

Ποιες λέξεις μπορούν να συλλάβουν το άρωμα αυτής της ελευθερίας; Ποια γλώσσα μπορεί να περιέχει την απέραντη έκταση του κενού νου; Ο μύστης επιστρέφει από αυτά τα βάθη γνωρίζοντας ότι κάθε περιγραφή είναι προδοσία, κάθε εξήγηση είναι αναγωγή, κάθε διδασκαλία είναι απλώς δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι ενώ οι ανόητοι μαθητές εξετάζουν το δάχτυλο.

 

Ωστόσο, οι λέξεις πρέπει να έρχονται, όχι για να ορίσουν ή να περιορίσουν την εμπειρία αλλά για να ξυπνήσουν στους άλλους την αναγνώριση ότι αυτό για το οποίο μιλάμε δεν είναι ξένο ή μακρινό αλλά οικείο—πιο κοντά από την ίδια τους την αναπνοή, πιο άμεσο από τις ίδιες τους τις σκέψεις, πιο παρόν από την ίδια τους την παρουσία.

 

Ο κενός νους δεν είναι κάτι που πρέπει να δημιουργηθεί· είναι αυτό που απομένει όταν όλη η δημιουργία παύει. Δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί· είναι αυτό που πάντα ήταν εδώ, σκεπασμένο μόνο από την ασταμάτητη συσσώρευση του γνωστού. Δεν είναι κάτι που πρέπει να κατανοηθεί· είναι το ίδιο το έδαφος της κατανόησης, η επίγνωση πριν από κάθε γνώση, η σιωπή από την οποία όλοι οι ήχοι αναδύονται και στην οποία όλοι οι ήχοι επιστρέφουν.

 

Η Αιώνια Αρχή

 

Και έτσι το ταξίδι τελειώνει εκεί που άρχισε—στην παρούσα στιγμή, σε αυτή την αναπνοή, σε αυτή την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της χωρίς συμπέρασμα. Ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν υπήρχε κάπου να πάει, ποτέ κάτι να επιτύχει, ποτέ κανένας αποχωρισμός να υπερνικηθεί. Υπήρχε μόνο πάντοτε αυτό—αυτή η ζωντανή κενότητα, αυτό το ιερό κενό που είναι ταυτόχρονα η πληρότητα όλης της ύπαρξης.

 

Ο διαλογισμός ως άδειασμα του νου από το γνωστό δεν είναι πρακτική για το μέλλον, ούτε τεχνική που τελειοποιείται μέσα από χρόνια πειθαρχίας. Είναι η πρόσκληση να πεθάνει κανείς στο χθες σε αυτή ακριβώς τη στιγμή, να αφήσει όλα τα συμπεράσματα να διαλυθούν μπροστά σε αυτό που είναι, να σταθεί γυμνός και μόνος μπροστά στο μυστήριο που δεν μπορεί να ονομαστεί.

 

Σε αυτό τον θάνατο, δεν υπάρχει απώλεια αλλά άπειρο κέρδος. Σε αυτή την κενότητα, δεν υπάρχει απουσία αλλά η παρουσία όλων όσων είναι. Σε αυτή τη μοναξιά, δεν υπάρχει απομόνωση αλλά η ανακάλυψη της ενότητας με όλη την ύπαρξη.

 

Ο κενός νους δεν ζητάει τίποτα, δεν αναζητάει τίποτα, δεν απαιτεί τίποτα. Απλώς είναι—και σε αυτό το απλό είναι, όλη η αναζήτηση τελειώνει, όλες οι ερωτήσεις διαλύονται, και η ιερή σιωπή που πάντα ήταν εδώ αποκαλύπτεται ως το ίδιο το έδαφος της συνείδησης, η πηγή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτός είναι ο διαλογισμός: όχι ως συμπέρασμα αλλά ως αιώνια αρχή, όχι ως επίτευγμα αλλά ως συνεχές άφημα, όχι ως γίγνεσθαι αλλά ως η ανακάλυψη αυτού που ποτέ δεν έπαψε να είναι. Το γνωστό αδειάζει τον εαυτό του στο παρόν, και αυτό που απομένει είναι το απόρρητο, το άλεκτο, το ιερό μυστήριο που κάθε ψυχή πρέπει να ανακαλύψει μόνη της στη ζωντανή σιωπή της μοναξιάς.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION

RELIGION
17. The Unveiling: A Journey to the Shores of Transcendence
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~