CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings

CIRCLE OF LIGHT / Perennial Sayings
20. The Non-Path of True Enlightenment
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / The Way of the Real

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE  / The Way of the Real
7. The Sacred Journey of Realization: Unveiling the Mystical Way

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού

ESOTERISM STUDIES YOUTUBE / Η Οδός του Πραγματικού
7. Το Ιερό Ταξίδι της Πραγματοποίησης: Αποκαλύπτοντας τον Μυστικό Δρόμο

ESOTERISM STUDIES BOOKS

ESOTERISM STUDIES BOOKS
*BOOKS*
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE

ESOTERISM ACADEMY NEW ARTICLE
Suturday, 21 March, 2026

Friday, August 5, 2011

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ / Θεωρία Κοινωνίας

(Η Αληθινή Κοινωνία
Οι ανθρώπινες κοινωνίες
Οι Άχρηστοι Σοφοί κι οι φωτισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι
Που βαδίζουμε σήμερα;
Ο άνθρωπος κοινωνικό ον και κοινωνικοποιημένη ύπαρξη
Αυτογνωσία
Αυτοπραγμάτωση
Επιστροφή στο Βασίλειο του Θείου)

Η Αληθινή Κοινωνία
Το ότι η ΖΩΗ (δηλαδή το να «Υπάρχεις», το να «Βιώνεις κάποιες αντικειμενικές εμπειρίες», το να «Ζεις») είναι κάτι πολύ ΕΥΡΥΤΕΡΟ από «αυτό» που συλλαμβάνει ο συνηθισμένος άνθρωπος είναι (αυτή η αντίληψη) και λογικό και αποδεκτό. Πάλι, το ότι υπάρχουν κι «άλλα είδη Ζωής» στο μεταφυσικό χώρο (στα μεταφυσικά πεδία, στις υπερκόσμιες διαστάσεις, στους αόρατους κόσμους…) κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Όχι μόνο αποτελεί πανάρχαια αντίληψη στους κόλπους της «παγκόσμιας θρησκευτικής παράδοσης», αλλά κι όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι όπως ο Βούδας, ο Λάο Τσε, ο Ορφέας, ο Ιησούς, κι οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτωνας, ο Πλωτίνος, κι άλλοι, έχουν μιλήσει γι’ αυτό. Αν δεν υπάρχουν  πολλές αναφορές στην «ζωή στους άλλους κόσμους», ο κυριότερος λόγος είναι ότι έχουμε ένα πολύ σημαντικό έργο (που πρέπει να πραγματοποιήσουμε) εδώ, στην γη. Πρέπει να αρχίσουμε από εδώ, που είμαστε. Και μετά το «θέμα» δεν προσφέρεται για την ικανοποίηση της απλής περιέργειας…
Η ΖΩΗ ( η ΥΠΑΡΞΗ, με όλες τις ποικιλίες των Φαινομένων της Ζωής) έχει ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΗΓΗ στην Οποία Συγχωνεύονται όλες οι «Έννοιες», του ΕΙΝΑΙ, της Ύπαρξης, της Ενότητας, της Ταυτότητας των Πάντων στην Ουσία τους… Δεν Υπάρχει παρά Αυτό το ΕΝΑ, το ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΚΑΤΙ που Αποκαλούμε ΘΕΟ, στην Βάση των Πάντων, (Κάθε Αντίληψης, Κάθε Ύπαρξης, Κάθε Ζωής), Από Αυτό το Ένα Δημιουργείται (όχι στο Επίπεδο της Ουσίας αλλά μόνο στο Επίπεδο των Εκδηλώσεων) στα κατώτερα πεδία ύπαρξης ο κόσμος της πολλαπλότητας… Το «Πνεύμα» Αποτελεί το Μεταβατικό Στάδιο όπου το «ΕΝΑ Γίνεται Πολλά» (κι αντίστροφα). Ο «Νους» είναι ο κόσμος της οντολογικής πολλαπλότητας. Η «Ψυχή» είναι ο κόσμος της ατομικής εκδήλωσης των όντων. Κι ο κόσμος της Ύλης είναι ο κόσμος των φαινομένων όπως τον γνωρίζουμε με τις εξωτερικές αισθήσεις μας…
Στην πραγματικότητα Η ΖΩΗ (στην Βαθύτερη Ενότητά της) ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, στην Ποικιλία των Εκδηλώσεών της. Σε όλα τα Πεδία Ύπαρξης τα όντα που βιώνουν την εξωτερική πολλαπλότητα αλλά «συναισθάνονται» (Βαθιά Μέσα τους) την Αληθινή (Απόλυτη) Ουσία τους, έχουν «αντίληψη Αυτής της Ενότητας της Ζωής». Όλα αυτά τα όντα που Βιώνουν στο Βάθος της Ύπαρξής τους την ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΟΥΣΙΑ, αποτελούν την ΜΕΓΑΛΗ ΦΥΣΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Αυτή η ΙΕΡΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ υπάρχει ακριβώς εξαιτίας της «Φυσικής Κατάστασης των όντων» (της Αφυπνισμένης Συνείδησης που Αντιλαμβάνεται την Ενότητα της Ουσίας) και δεν είναι δημιούργημα κάποιας προσπάθειας (Υπερβατικής ή κοσμικής), κάποιας οργάνωσης…
Στον Χώρο της Ύπαρξης υπάρχουν πολλά Πεδία Ύπαρξης. Όσο Ανυψωνόμαστε στους Ανώτερους Κόσμους Βιώνουμε όλο και πιο βαθιά την «Κατάσταση της Ενότητας της Ουσίας»… Όσο απομακρυνόμαστε προς τους εξωτερικούς κόσμους έχουμε εμπειρία της Διάσπασης, της πολλαπλότητας, της ατομικής ύπαρξης.
Όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι, όπως ο Βούδας, ο Ορφέας, ο Ιησούς, μίλησαν (με τον τρόπο τους ο καθένας και στα πλαίσια της «φιλοσοφικής παιδείας» της κοινότητάς τους, με όρους κατανοητούς από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους) ακριβώς για την « Μοναδική Πραγματικότητα που Βρίσκεται στην Βάση των Πάντων», για την Εξέλιξη της Ύπαρξης, την Αφύπνιση της ατομικής ύπαρξης στην Πραγματικότητα του Είναι, και για την Μεγάλη Ιερή Κοινότητα που δημιουργείται τελείως φυσικά σε όλους τους κόσμους της δημιουργίας, (κι όχι τεχνητά ή με οργανωτικές παρεμβάσεις, είτε από υπερκόσμια όντα, είτε από ανθρώπους αυτού του πλανήτη…)… Οι πιο «κοντινοί» οπαδοί των Διδασκάλων (κι αυτοί που «κατανοούν, μέσα στους αιώνες, την Διδασκαλία τους, κι Αντιλαμβάνονται την Μοναδική Ουσία των πάντων), εξαιτίας ακριβώς του γεγονότος ότι Βιώνουν στα Βάθη της Ύπαρξής τους την Ενότητα του Όντος ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΦΥΣΙΚΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ… Όταν όμως, αργότερα (από την εποχή των Διδασκάλων), στον «Κύκλο των πιστών» εισχώρησαν άνθρωποι που δεν είχαν αυτή την Εμπειρία, τότε, αυτοί οι άνθρωποι, «υποκατέστησαν» την ΦΥΣΙΚΗ ΙΕΡΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, με τεχνητούς θρησκευτικούς οργανισμούς στο Όνομα των Διδασκάλων («καπηλευόμενοι» το Έργο τους προς ίδιον όφελος), με βάση την Διδασκαλία τους όπως την «καταλάβαιναν» («παρερμηνεύοντάς» την συνήθως), και την πρακτική θρησκευτική και λατρευτική ζωή, όπως «νόμιζαν» αυτοί (και που συχνά δεν έχει «σχέση» με την «διδασκαλία» των Ιδρυτών των θρησκειών)… Οι θρησκευτικοί οργανισμοί που «προέκυψαν», η βουδιστική Σάνγκα (η βουδιστική μοναχική κοινότητα), οι «ορφικοί θίασοι», οι χριστιανικές εκκλησίες, δεν ήταν (ΙΣΤΟΡΙΚΑ) παρά απομιμήσεις της ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΕΡΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, χωρίς κανένα μεταφυσικό βάθος. Ήταν ανθρώπινες οργανώσεις (κατά το Πρότυπο και κατ’ απομίμηση) της ΙΔΕΩΔΟΥΣ (ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ) ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ… Σήμερα, αυτοί οι θρησκευτικοί οργανισμοί έχουν διαφθαρεί τελείως, αφού υπηρέτησαν για χιλιετηρίδες τους (ανήθικους) κοσμικούς σκοπούς των οπαδών τους και των «πολιτικών προϊσταμένων» τους… από τους ρωμαίους και βυζαντινούς κοσμοκράτορες μέχρι τις σύγχρονες πολιτικές μαριονέτες που «αποφασίζουν» για τις τύχες του κόσμου…
Αναφορές στην ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ (στην ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ, της Ουσίας, πέρα από την φαινομενική πολλαπλότητα) δεν έκαναν μόνο οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι που ίδρυσαν κάποια «θρησκεία» (και που δεν φέρνουν ΚΑΜΙΑ ΕΥΘΥΝΗ για την «μετεξέλιξη» της θρησκείας τους σε «παρωδία»…). Για την Ίδια Μεταφυσική Πραγματικότητα μίλησαν κι όλοι οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, όχι μόνο στην Ελλάδα (Πλάτωνας, Στωικοί, Επίκουρος, Νεοπλατωνικοί…) αλλά και στην Ινδία (Δάσκαλοι των Ουπανισάδ, Σανκάρα…), και στην Κίνα, κι αλλού… κι ο «κύκλος των μαθητών» που δημιούργησαν ήταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στα πρότυπα της «Ιερής Θρησκευτικής Κοινότητας»… Ακόμα και στην διάρκεια των τελευταίων δύο χιλιάδων χρόνων, «μη επίσημοι» θρησκευτικοί οργανισμοί, μυστικές εταιρείες, διδασκαλίες, έχουν σαν αντικείμενο την Ίδια Πραγματικότητα…

Οι ανθρώπινες κοινωνίες
Από την άλλη μεριά, οι κοινωνίες των ανθρώπων, κατά κανόνα αποτελούμενες από ανθρώπους μη ανεπτυγμένους πνευματικά, ανθρώπους που δεν έχουν καμία εμπειρία (της Εσωτερικής Φύσης μας) και καμία επαφή με τον «Εσωτερικό Κόσμο του Αληθινού Όντος», ανθρώπους απορροφημένους στις ψυχοσωματικές λειτουργίες που επηρεάζονται και διαμορφώνονται και κινούνται από την βιολογική βάση, την υλική ύπαρξη, τον υλικό κόσμο (τις υλικές συνθήκες και καταστάσεις…)… αντανακλούν ακριβώς την «ποιότητα» των ανθρώπων που τις αποτελούν…
Αυτές οι κοινωνίες στηριγμένες στην εξωτερική φύση των ανθρώπων, την ζωώδη, την υλική, στηρίζονται σε συνήθειες, δράσεις, νοοτροπίες και θεσμούς, όπως ο ψυχολογικός εγωισμός (που έχει βιολογική βάση), η ατομική επιβίωση, το δίκαιο του ισχυρότερου, η «ιδιοκτησία», η άνιση ανταλλαγή (προς όφελος των ισχυρότερων, που νομοθετούν και κατοχυρώνουν νομικά την κλεψιά), η βίαιη επιβολή μίας κοινωνικής αδικίας που ονομάζουν «κράτος δικαίου» (και που επιβάλλουν οι πλουτοκράτες και εκτελούν τα πολιτικά τους φερέφωνα με τους ανήθικους μισθοφόρους των σωμάτων ασφάλειας του «κράτους»), η εκμετάλλευση της εργασίας των πολλών  (οι αφελείς νομίζουν ότι καταργήθηκε η «δουλεία» στα πολιτισμένα κράτη μας, ενώ απλά έλαβε άλλες μορφές και ονομασίες), η «κοινοβουλευτική απάτη» των σύγχρονων «δημοκρατιών» (που υφαρπάζει την εξουσία, είτε πετώντας ένα κομμάτι ψωμί στα κομματόσκυλα, είτε παραπλανώντας τους αφελείς, είτε εκμεταλλευόμενοι την ανοχή όσων είναι αηδιασμένοι από την σύγχρονη πολιτική απάτη κι απέχουν από τα «κοινά»…), η ιδεολογική σύγχυση και αμάθεια που ανυψώνει την σημαία της «συντεταγμένης πολιτείας» της «παιδείας», του «πολιτισμού» της «πατροπαράδοτης θρησκείας», στέλνοντας στην πυρά όσους θα ήθελαν ένα πιο ώριμο άνθρωπο, μία πιο δίκαιη  κοινωνία, μία πιο ανθρώπινη ζωή…
Με αυτούς τους «πρωτογενείς θεσμούς» (και θεσμοθετημένες λειτουργίες της κοινωνίας), διαμορφώθηκε ο κόσμος εδώ και χιλιάδες χρόνια… Η δήθεν ιστορική, πολιτισμική, πολιτική, εξέλιξη, άφησε ανέπαφους αυτούς τους θεσμούς (αφού υπηρετούν τα συμφέροντα των κάθε είδους «κρατούντων»), ενώ διαμορφώθηκε, πάντα πάνω σε αυτή την θεσμική βάση, μία δευτερογενής οργάνωση της κοινωνίας, που είναι όμως επιφανειακή… ένα λούστρο πολιτισμού (;)… Το «βαθύ κράτος» (δηλαδή οι βασικές οργανωτικές δομές κάθε κοινωνίας) είναι το ίδιο μέσα σε όλη την ιστορική εξέλιξη… Επιφανειακά μπορούμε να έχουμε πολιτική εξέλιξη, να περνάμε από την (αρχαϊκή) δημοκρατία στην βασιλεία, στην «κοσμοκρατορία», σε άλλες μορφές εξουσίας, μέχρι την σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία ή την υφαρπαγμένη εξουσία των ολοκληρωτικών καθεστώτων… αλλά όλα αυτά είναι επιφανειακά. Σε όλες τις κοινωνίες («ελεύθερες», δικτατορικές, χριστιανικές, ισλαμικές, «αθεϊστικές», της Ευρώπης της Αμερικής, της Ασίας, της Αφρικής…) στην «Βάση» λειτουργούν οι αρχικοί πρωτογενείς θεσμοί, το «δίκαιο του ισχυρότερου», η «ιδιοκτησία» (κι η «συσσώρευση» πλούτου από λίγους), η «θεσμοθετημένη κλεψιά», του «κράτους», της «τράπεζας», της «εργασίας», η «άδικη συναλλαγή» κι η εκμετάλλευση του αδύνατου, η βίαιη (αλλά «νόμιμη») καταστολή κάθε «διαμαρτυρίας» για την όποια αδικία, ο «πολιτισμός» του «εισιτηρίου» και της «κονσέρβας»… ένα «μπάχαλο» που ονομάζεται «πολιτισμένη κοινωνία»… Επιφανειακά βέβαια οι πολιτικοί και οι «διανοούμενοί» της εμφανίζουν τη κοινωνία σαν «δημοκρατική», «πολιτισμένη», κλπ. Αλλά οι άνθρωποι ζουν την καθημερινή κόλαση και συνειδητοποιούν ότι  πραγματικότητα είναι αυτό που ζουν κι όχι τα ονόματα (οι χαρακτηρισμοί) που δίνει στην ζωή και την κοινωνία ο κάθε «ηλίθιος» που έχει το θράσος να θέλει να «κυβερνά» ή να «καθοδηγεί» εκμεταλλευόμενος την ανοχή μας (για οποιοδήποτε λόγο)… Ο «διαχωρισμός» της Αλήθειας (της πραγματικότητας, του γεγονότος) από τον «λόγο» από την «περιγραφή» δεν είναι απλά «πολιτική απάτη» και «υποκρισία», είναι «βαθιά ανηθικότητα» και «αρρώστια»…

Οι Άχρηστοι Σοφοί κι οι φωτισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι
Στην πραγματικότητα, ο πνευματικός κόσμος που αντιλαμβάνονται, βιώνουν και διδάσκουν όλοι οι Μεγάλοι Πνευματικοί Ηγέτες της ανθρωπότητας, ο Βούδας, ο Ιησούς, ο Πλάτωνας, ο Σανκάρα, ο Κρισναμούρτι (για να αναφέρουμε μόνο μερικούς…), δεν έχει καμία σχέση με τον «πραγματικό κόσμο της καθημερινότητας» εκεί έξω, στις ανθρώπινες κοινωνίες… Είναι αλήθεια πως όλοι οι «πνευματικοί άνθρωποι», πέρα από την προσπάθεια να μιλήσουν για μία «ΑΛΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ», έκαναν (αναγκαστικά) «φιλοσοφία της ιστορίας»  και «κριτική πολιτισμού» (όχι βέβαια με «ακαδημαϊκό τρόπο», αλλά με «ουσιαστικό»). Μεγάλοι Φιλόσοφοι, όπως οι Σοφιστές, ο Πλάτωνας, οι Κυνικοί, ο Επίκουρος… προχώρησαν πέρα από μία κριτική πολιτισμού, και σε θετικές προτάσεις ενός άλλου τρόπου ζωής. Δεν ήταν μόνο ο Πλάτωνας που μιλούσε για μία «Ιδανική Πολιτεία» (που με Πρότυπο το ΑΓΑΘΟΝ θα πραγμάτωνε την Αρετή, την Δικαιοσύνη, στον κατώτερο υλικό κόσμο…)… Στην πραγματικότητα όλοι οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι δίδαξαν, όχι (πολιτικές) θεωρίες κι ανοησίες, αλλά μία άλλη προσέγγιση της ζωής. Ήταν πάνω από όλα (και γι’ αυτό ήταν Μεγάλοι) «Δάσκαλοι Ζωής»…
Κι αν σήμερα όλους αυτούς τους Σοφούς τους θεωρούμε άχρηστους (ότι δεν έχουν τίποτα χρήσιμο να μας προσφέρουν) είναι γιατί σήμερα γίναμε «σοφοί», «παντογνώστες», «πληροφορημένοι»… Αλλά τόσο η ατομική δυστυχία του ανθρώπου όσο και η θλιβερή κοινωνική κατάσταση παντού, στον πλανήτη, δείχνουν το μέγεθος της ανοησίας μας…

Που βαδίζουμε σήμερα;
Συχνά οι «πνευματικοί άνθρωποι» ζουν στην «δική τους πραγματικότητα» σαν «πουλιά» που χάνονται ψηλά στον (μεταφυσικό) ουρανό… κι ίσως να μην είναι άδικη η κατηγορία εναντίον τους, ότι δεν έχουν «επαφή με την πραγματικότητα» του απλού καθημερινού ανθρώπου…
Τελικά όμως ποιά είναι η Πραγματικότητα; Αυτό που Αντιλαμβάνεται ο «ονειροπόλος σοφός» ή η «σκληρή καθημερινότητα» που βιώνει ο απλός κι ανήμπορος πολίτης του κόσμου;
Κι ο Δρόμος της Σοφίας είναι ο Δρόμος της Εξόδου από τον κόσμο; ο Δρόμος της Διαφυγής; της Απόδρασης;… Μπορεί η Σοφία να χρησιμεύσει σε τίποτα στον άνθρωπο του κόσμου; Μπορεί η Σοφία να Φωτίσει καθόλου τα αδιέξοδα της σύγχρονης ανθρώπινης, οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής, ιδεολογικής, αθλιότητας;

Ο άνθρωπος κοινωνικό ον και κοινωνικοποιημένη ύπαρξη
Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ον κοινωνικό και ον κοινωνικοποιημένο. Με άλλα λόγια είναι ένα «υποκείμενο» που θέλει, και έρχεται, σε επικοινωνία με τους ομοίους του… και ταυτόχρονα είναι «μέλος μίας κοινωνίας» που προϋπάρχει του ανθρώπου, τον διαπλάσσει και τον ελέγχει (συχνά) παρά την θέλησή του…
Έτσι, μπορούμε να δούμε τον άνθρωπο (και την κοινωνία) από δύο προοπτικές που αλληλοσυμπληρώνονται κι αλληλοκαλύπτονται ως προς το αντικείμενο και (μερικές φορές και) ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για την μελέτη των ανθρωπίνων φαινομένων.
Από την άποψη (του ανθρώπου), της ατομικής ψυχολογίας, μπορούμε να δούμε την κοινωνία σαν ένα σύνολο ανθρώπων και να μελετήσουμε τα ομαδικά φαινόμενα που παράγονται από την ψυχολογία των ατόμων μελών, από τις επαφές τους, και τις σχέσεις τους... Ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της («διαψυχολογικής») τάσης ήταν ο Gabriel Tarde
Από την άλλη άποψη (της κοινωνίας), της κοινωνιολογίας, η κοινωνία προϋπάρχει του ατόμου το οποίο διαποτίζεται, δημιουργείται, και κυριαρχείται από την κοινωνία. Συνεπώς η ανθρώπινη νοοτροπία εξαρτάται άμεσα από την κοινωνική διάρθρωση και λειτουργία, τους κοινωνικούς κανόνες, και τα κοινωνικά πρότυπα. Οι ιδιωτικές σχέσεις των ανθρώπων επηρεάζονται βαθιά από όλους αυτούς τους παράγοντες… Την τάση αυτή υποστήριζε ένας από τους μεγαλύτερους κοινωνιολόγους ο Emil Durkheim
Τελικά, το πιο σωστό είναι να δούμε τον άνθρωπο (από την άποψη της «Κοινωνικής Ψυχολογίας», που βρίσκεται ανάμεσα στην ακραία ψυχολογική τάση και την ακραία κοινωνιολογική τάση…), «πως συνθέτει», (ο καθένας, ατομικά, προσωπικά), τις «αυθόρμητες εκδηλώσεις της φύσης» του (είτε δίνουμε σε αυτή την «Φύση» μεταφυσική διάσταση, είτε όχι), και τις «εξωτερικές επιδράσεις της κοινωνίας»…
Η (ατομική, προσωπική) απάντηση που θα δώσει ο «καθένας» μας σε αυτό το πρόβλημα είναι όχι απλά μία απάντηση στο υπαρξιακό (ανθρώπινο, κοινωνικό) πρόβλημα, αλλά κι ένας προσωπικός τρόπος ζωής, μία προσωπική αυτοπραγμάτωση… Έτσι, αν η «Κοινωνική Ψυχολογία» μπορεί να φωτίσει την «ζωή μας μέσα στην κοινωνία», η θεμελίωση μίας «Υπαρξιστικής Ψυχολογίας» (που ερευνά την ύπαρξη τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο) είναι απαραίτητη για να φτάσουμε στην «Αυτογνωσία» και στην «Αυτοπραγμάτωση»…

Αυτογνωσία
Ο άνθρωπος (σαν οντότητα, αντικειμενικά) είναι ένα ατομικό και μοναχικό πλάσμα… Εξ’ αιτίας του «οντολογικού διαχωρισμού» του από την ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΤΕΡΟΥ (την ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΦΥΣΗ) βιώνει την ζωή σαν άτομο. Το ότι ζει (ο σύγχρονος άνθρωπος) σε μία κοινωνία έξη δισεκατομμυρίων, στον πλανήτη γη, (που βέβαια διαχωρίζεται σε πολλές μικρότερες κοινωνίες και κοινωνικές ομάδες και υποομάδες…) δεν τον κάνει λιγότερο ατομικό και μοναχικό… Η «κοινωνικοποίηση» που γίνεται από την στιγμή της γέννησής μας (χωρίς να μας ρωτήσουν) αντικειμενικά έχει και καλά και κακά…
Ο άνθρωπος ασφαλώς δεν θα μπορούσε να επιβιώσει σαν άτομο, χωρίς την οικογένεια (ή κάποιον να τον φροντίζει) και την κοινωνική οργάνωση, αλλά κι αργότερα, όταν μεγαλώνει, θα ήταν δύσκολο να ζήσει μόνος του, στα βουνά… Ακόμα κι οι δήθεν ερημίτες  (σε όλες τις θρησκείες) πάντα εξαρτιόταν από μία (έστω υποτυπώδη) κοινότητα… Το γεγονός ότι ο άνθρωπος (μαθαίνει να) μιλάει μία γλώσσα κι έχει στην διάθεσή του όλη την παγκόσμια γνώση (στο μέτρο που μπορεί να την αποκωδικοποιήσει και να την αφομοιώσει…), είναι πραγματικά ένα θείο δώρο… Ακόμα κι η κοινωνική οργάνωση με τα τόσα προβλήματά της (αφού δεν βασίζεται στην Αλήθεια, στην Δικαιοσύνη, στην Ισότητα… που είναι μόνο «διακηρύξεις» αλλά δεν εφαρμόζονται ποτέ σε κανένα κράτος, είτε «δημοκρατικό», είτε άλλης μορφής…) του προσφέρει ευκαιρίες να επιβιώσει και να καλυτερέψει (όσο είναι δυνατόν) την ζωή του…
Από την άλλη μεριά όμως, επειδή ακριβώς οι κοινωνίες οργανώνονται από ανθρώπους (όχι με Γνώση, Φιλοσοφική, όπως θα ήθελε ο Πλάτωνας, αλλά) μικρόψυχους, εγωιστές, συμφεροντολόγους, ανήθικους, και κακούς (κι αυτό το διαπιστώνει κάποιος αν μελετήσει την ιστορία της ανθρωπότητας των τελευταίων 4000 χρόνων…), η ένταξη μέσα σε αυτή την κοινωνία προσφέρει ελάχιστα για την πνευματική, ηθική, και πραγματική, ανάπτυξη του ανθρώπου… Γι’ αυτό τον λόγο όλοι οι Μεγάλοι (Ιδρυτές Θρησκειών) Μεταρρυθμιστές της ανθρωπότητας αλλά και οι Μεγάλοι Φιλόσοφοι, άσκησαν πέρα από την «φιλοσοφία της ιστορίας» και βαθιά και πλατιά «κριτική του πολιτισμού»…
Τελικά δεν πρέπει να «ταυτίζουμε» την «ιστορία της ανθρωπότητας σαν είδος» με την «ιστορία των κοινωνιών» (σαν γενικό πολιτισμικό φαινόμενο), ή με την πιο περιορισμένη «πολιτική ιστορία» (δηλαδή την ιστορία «αυτών» που κυβέρνησαν)… Υπάρχει μια ανθρωπότητα που βαδίζει τον δικό της ξεχωριστό δρόμο, και δεν ταυτίζεται με την ανθρωπότητα που έχουν στο «μαντρί» οι κρατούντες (πλουτοκράτες), οι εντολοδόχοι πολιτικοί και τα φερέφωνά τους… Ούτε η αληθινή ιστορία της ανθρωπότητας ταυτίζεται με την «ηλίθια ιστορία» των σχολικών βιβλίων, που είναι γραμμένη επίτηδες από κάποιους που έχουν υστερόβουλες σκέψεις και προορίζεται να παραπλανήσει τις «άβουλες κι αμαθείς μάζες»… Υπάρχουν κι άνθρωποι έξω από το «μαντρί» της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας… κι αυτοί εκφράζουν το αληθινό ανθρώπινο είδος…
Αν είναι αδύνατο (μαζί με τον Πλάτωνα) να φτιάξουμε (και να πραγματοποιήσουμε ιστορικά) μία Ιδανική Πολιτεία… Αν είναι δύσκολο να προσεγγίσουμε το Ιδανικό του Αληθινού Σοφού Σοφιστή (σαν τον Πρωταγόρα)… Κι αν ακόμα είναι οδυνηρό να αντιπαρατεθούμε (σαν τον Μεταφυσικό Αναρχικό Διογένη) σε μία «αισχρή (σε όλα τα επίπεδά της) κοινωνία»… Όμως ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ, (ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΟΥΜΕ), ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ… Ο Ισχυρότερος Λόγος (Αφιέρωμα) του Απόλλωνα, στους Δελφούς είναι το «ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ»… Κι όλοι οι Σοφοί Έλληνες, αλλά και Σοφοί σε άλλους λαούς δεν δίδαξαν τίποτα άλλο από την ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ… Ο Υπερβατικός Βούδας, ο Ιερός Ορφέας, ο Πανανθρώπινος Ιησούς, αλλά και το πλήθος των Σοφών, ο Πλάτωνας, ο Στωικός Ζήνων, ο Επίκουρος, ο Πλωτίνος κι όλοι όσοι Βαδίζουν τον Ίδιο Δρόμο δεν μιλούν για τίποτα άλλο παρά μόνο για ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ…
Τι είναι όμως ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ; Καθένας μπορεί να δώσει ό,τι περιεχόμενο θέλει στην Φύση (στην Ανθρώπινη Φύση) και να ορίσει κατά το «μέτρο» του την Αυτογνωσία… Πολύ απλά (γενικά κι αφηρημένα πριν ανιχνεύσουμε το συγκεκριμένο και φτάσουμε στο προσδιορισμένο) ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ ΜΑΣ, ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΠΛΑΤΟΣ ΤΗΣ… Τι σημαίνει αυτό; Ότι πρέπει να γνωρίσουμε την ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΥΣΗ μας που Είναι Δεδομένη, μας Έχει Δοθεί, Υπάρχει, και Λειτουργεί, Εδώ, Τώρα… όχι μόνο στις άμεσες και φανερές εκδηλώσεις της αλλά και Βαθύτερα στην ΟΥΣΙΑ της, στην ΠΗΓΗ ΟΛΗΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ… όσο Βαθιά κι αν ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΥΤΗ Η ΠΗΓΗ…
Για να Γνωρίσουμε όμως και να Κατανοήσουμε την Ύπαρξή μας (την συγκεκριμένη ύπαρξή μας, Εδώ, Τώρα) πέρα από το αδιαμφισβήτητο γεγονός της ΦΥΣΙΚΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΑΣ (που Επεκτείνεται σε όλο το ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ, ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΘΕΟΤΗΤΑ), πρέπει να Κατανοήσουμε ΠΩΣ αυτή η ύπαρξη λειτουργεί μέσα στο περιβάλλον, μέσα στην κοινωνία, μέσα στην καθημερινή ζωή… Κι αυτό σημαίνει ακριβώς να Γνωρίσουμε την ΦΥΣΗ μας σε όλο το Πλάτος της. Με άλλα λόγια να αναγνωρίσουμε και να κατανοήσουμε, πέρα από την ΦΥΣΙΚΗ ΥΠΑΡΞΗ μας, «πως» μας έχει «διαμορφώσει» η κοινωνία και «που» μας οδηγεί (ίσως παρά την θέλησή μας)..
Η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ είναι η «Υπέρτατη Πράξη Αναγνώρισης και Κατανόησης». Αναγνωρίζοντας και Κατανοώντας την ΦΥΣΗ μας (σε όλο το Βάθος της κι όχι μόνο επιφανειακά), την «διαμόρφωσή» της (από τον δήθεν «πολιτισμό»), μπορούμε να
Αναγεννηθούμε…
Να απαλλάξουμε την ΦΥΣΗ μας από όλη αυτή την ψεύτικη διαμόρφωση, να απαλλαγούμε από όλη αυτή την ψεύτικη γνώση που μας έχουν φορτώσει, να «ξυπνήσουμε»…
Να περάσουμε μέσα από ανήθικες αντιλήψεις και μη-ανθρώπινους θεσμούς που μας έχουν επιβάλλει…
Να «αντισταθούμε» στην «πίεση» της κοινωνίας να είμαστε «νομιμόφρονες» κατά το «μέτρο» της (το «μέτρο» των κρατούντων)… Είναι ευθύνη και καθήκον μας να «επαναστατούμε» διαρκώς ενάντια στο ψεύδος, την εκμετάλλευση, την αδικία, όπως κι αν εκδηλώνονται…
Να «θεμελιώσουμε»  αληθινές, ειλικρινείς, δίκαιες, σχέσεις με τους άλλους…
Να πορευτούμε προς την Απόλυτη Ολοκλήρωσή μας μέσα στους Κόλπους της ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ…
Ασφαλώς η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, σαν Πράξη και σαν Πραγμάτωση, δεν είναι κάτι εύκολο. Από την άλλη μεριά, αν δεν έχουμε (αν δεν επιδιώξουμε) την ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ , δεν θα Γνωρίσουμε «ποιοι είμαστε», ούτε θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε σε ποιο μέτρο ορίζουμε την ζωή μας ή μας διαμορφώνει μία κοινωνία που την βρήκαμε (γιατί υπήρχε πριν από εμάς) και δεν μπορούμε να ελέγξουμε… Επειδή ακριβώς «οντολογικά» βιώνουμε την ατομική ύπαρξη, είμαστε υποχρεωμένοι μέσα από την Ατομική (Προσωπική) Αυτογνωσία να Βρούμε Διέξοδο στην ζωή μας… Ταυτόχρονα όμως, η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ όχι μόνο μας Οδηγεί έξω από το «άτομο» προς την ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, αλλά η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ αποτελεί το Θεμέλιο για να έχουμε αληθινές και σωστές σχέσεις με τους συνανθρώπους μας και να φτιάξουμε (όσο είναι δυνατόν σε αυτό τον πλανήτη) μία «καλύτερη» κοινωνία…
Είναι αφελής όποιος πιστεύει ότι χωρίς Αυτογνωσία μπορεί να είναι άνθρωπος, να έχει σχέσεις με ανθρώπους και να ζει σε κοινωνία… είναι απλά αρπακτικό, σε μία ζούγκλα, όπου ο ένας κατασπαράζει τον άλλο (ψυχολογικά, συναισθηματικά, βιολογικά, υλικά…)… Ούτε οι θεωρίες, ούτε η «πολιτική», ούτε οι «ξεφτισμένες θρησκείες» (που έχουν χάσει το αρχικό μήνυμα του Ιδρυτή τους) μπορούν να σώσουν την ανθρωπότητα… Καθένας έχει την Ευθύνη να Σώσει τον Εαυτό του και τον κόσμο… Άραγε, δεν έχει δίκαιο εκείνος ο Σοφός της Κρήτης; Διδάσκει κάτι άλλο από την ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ στην «Ασκητική» του; «Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει. Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από την δική του κεφαλή ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του» (Καζαντζάκης, «Ασκητική», σελ. 33)…

Αυτοπραγμάτωση
Η αρχαιοελληνική αντίληψη του ΟΛΟΥ, της «Ενιαίας Θεώρησης της Πραγματικότητας» (που έχει βαθιές θρησκευτικές ρίζες στον Ορφισμό, και επαρκή φιλοσοφική θεμελίωση σε όλους τους Μεγάλους Έλληνες Φιλοσόφους…) δεν είναι ένας «άκαμπτος οντολογικός ενισμός» αλλά γίνεται κατανοητή (από τους Έλληνες και όσους Κατανοούν την Σκέψη τους) σαν «Οντολογική Κλιμάκωση», που από την ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ (την ΦΥΣΗ, τον ΘΕΟ, κλπ) Παράγει όλους τους κόσμους, τον κόσμο της ύλης, και τα όντα… Για τους Αρχαίους Έλληνες λοιπόν, «Μέσα στην Ίδια την Ουσία», (την ΦΥΣΗ) Βρίσκονται όλες οι Αιτίες της Εξέλιξης, Προδιαγεγραμμένη όλη η Πορεία της Εξέλιξης, κι ο Σκοπός της Εξέλιξης… που είναι η ΑΥΤΟΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, σε όλα τα Πεδία, σε όλους τους Κόσμους, μέσα από όλες τις μορφές…
Έτσι, το ον, σε όποιο Πεδίο κι αν το θεωρήσουμε, φέρνει μέσα στην «Ίδια την Ουσία» του (στην ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ του) τον Σκοπό, τον Προορισμό του… Αυτό είναι το αληθινό νόημα της ΕΝΤΕΛΕΧΕΙΑΣ («εν-τέλος-έχειν») που ανέλυσε διεξοδικά ο Αριστοτέλης… Το ον (σε όλες τις Οντολογικές Βαθμίδες, Κάτω από τον Θεό, Κάτω από το Πρώτο Ακίνητο Κινούν) φέρνει μέσα του τον ΣΚΟΠΟ του, την Εν Δυνάμει Ολοκλήρωσή του, που πραγματοποιείται μέσα στον Χώρο της Ύπαρξης, μέσα από την ζωή και τα βιώματα…
Στον Υλικό Κόσμο που ζούμε, ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ μας είναι ακριβώς μέσω της ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ, η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ μας, σε όλο το Βάθος και όλο το Πλάτος της… Η Κατανόηση της ΕΣΩΤΕΡΗΣ ΦΥΣΗΣ Οδηγεί από την ατομικότητα (από την εξωτερική πολλαπλότητα) στην Πνευματική Ενότητα, στην Συμμετοχή μας στο Αόρατο Βασίλειο της Πραγματικότητας, στην Αόρατη ζωή στους μεταφυσικούς κόσμους, στην Συμμετοχή μας στην Αληθινή Ζωή, και στην Αληθινή Κοινωνία του Θεού, που Πραγματοποιείται στους Κόσμους πέρα από την γη (και στην γη)… Αναγκαστικά όσο εξελισσόμαστε μεταφερόμαστε στον μεταφυσικό χώρο (και όσο ζούμε μέσα στο σώμα και τελεσίδικα, μόλις εγκαταλείψουμε αυτή ην ζωή στον κόσμο)… Η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, Οδηγεί αναγκαστικά έξω από τον κόσμο, (όχι έξω από την αληθινή ανθρωπότητα αλλά) έξω από την ανθρώπινη κοινωνία, (όχι μακριά από τους ανθρώπους αλλά) μακριά από την «εμπλοκή» στην κοινωνία… Είναι απλό, όσο ο άνθρωπος εξελίσσεται και γίνεται αληθινός άνθρωπος (μέλος της αληθινής ανθρωπότητας, κι όχι του «κοπαδιού») και (Βιώνοντας την ΕΣΩΤΕΡΗ ΦΥΣΗ του) αποκτά Ηθική Υπόσταση, Αρετή (με την αρχαιοελληνική έννοια), Αλήθεια, Δικαιοσύνη… δεν μπορεί να ζει μέσα στον σκοτεινό κόσμο των σύγχρονων κοινωνιών, μέσα στους λαβύρινθους της σύγχρονης πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και ιδεολογικής αθλιότητας…
Η ανθρώπινη κοινωνία (όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες) είναι φτιαγμένη από ανθρώπους που (μην έχοντας επαφή με την Εσώτερη Φύση τους) βασίζονται μόνο στην εξωτερική φύση τους. Οι αξίες, οι θεσμοί, οι νόμοι, η οργάνωση, η κοινωνική ζωή, όλα βασίζονται στην υλική ζωή… Έτσι, ο άνθρωπος που βαδίζει τον Εσωτερικό Δρόμο που Κατανοεί την Εσώτερη Φύση του, που αναγνωρίζει όλες τις «βλαβερές επιδράσεις» του υλικού πολιτισμού, τις «διαμορφώσεις» που έχει υποστεί, τους εξαναγκασμούς, και την υποχρεωτική συμμόρφωση με πραγματικότητες και καταστάσεις και δραστηριότητες με τα οποία δεν συμφωνεί… είναι αναγκασμένος να διαχωρίσει την θέση του από την σύγχρονη Βαβέλ, γύρω του…
Είναι θλιβερό, αλλά αυτός ο κόσμος, έτσι όπως τον έχουν διαμορφώσει, δεν έχει κανένα μέλλον… θα στριφογυρίζει πάντα μέσα στα αδιέξοδά του. Ούτε η πολιτική (που είναι αποκομμένη από την Αληθινή Φιλοσοφία, την Μεταφυσική, το Όραμα του Αγαθού), ούτε η θρησκεία (η «σύγχρονη ειδωλολατρία») μπορούν να καλυτερέψουν τον κόσμο. Ακόμα και ανθρώπινα κινήματα, με περισσότερο ή λιγότερο αγνά κίνητρα, ανθρωπιστές, οικολόγοι, υπεύθυνοι (κατά τα άλλα) άνθρωποι, μπορούν να σώσουν τον πολιτισμένο πλανήτη μας…
Μόνο ο άνθρωπος (οι άνθρωποι) μπορεί να διασωθεί, είτε ατομικά μέσα από την Οδό της Αυτογνωσίας, είτε σε μικρότερες κοινότητες μακριά από την χαώδη κοινωνία…

Επιστροφή στο Βασίλειο του Θείου
Το Βασίλειο του Θείου (σαν Βίωση της Εσώτερης Ουσίας, της Πραγματικής Φύσης μας) Είναι (Μία Κατάσταση Συνείδησης) έξω από τον χώρο και τον χρόνο, (Μία Κατάσταση Συνείδησης) , που Βιώνεται Άμεσα, χωρίς διαδικασίες… Αυτό που μας εμποδίζει να Το Βιώσουμε είναι μόνο η σύγχυση του νου (η μεταφυσική άγνοια, που μας βυθίζει στους εξωτερικούς κόσμους). Δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσεις την σύγχυση. Δεν υπάρχει ΠΩΣ. Απλά πρέπει να σταματήσει. Να σταματήσει, τίποτα άλλο… Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κατανοήσουμε κάποια γνώση, να κάνουμε κάτι… απλά να σταματήσουμε όλη την φλυαρία του νου…
Η Μία Πραγματικότητα, η Μία Φύση, η Μία Ουσία, που (σύμφωνα με τους Έλληνες Σοφούς) είναι όχι μία οντολογική ενότητα αλλά μία κλιμακούμενη κατάσταση ύπαρξης, που Ξεκινά από το ΕΝΑ και Γίνεται πολλά (στους κατώτερους κόσμους), Είναι η Βαθύτερη Πραγματικότητα σε όλους τους κόσμους… Στους κατώτερους κόσμους (όπως στον δικό μας υλικό κόσμο) Αυτή η Πραγματικότητα Γίνεται το «Κοινό Θείο Πνεύμα» που μας Εμπνέει, μας Ζωοποιεί, και μας Μεταμορφώνει σε Κοινωνούς του Θεού, μας Εισάγει στην Κοινωνία του Θεού… Στους ανώτερους κόσμους, όσο εγκαταλείπουμε το ατομικό, τόσο Προσεγγίζουμε τον Θεό και Προσεγγίζουμε και μεταξύ μας Οδηγούμενοι προς την ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ… Στον Ανώτερο Πνευματικό Κόσμο Όλα Γίνονται ΕΝΑ, καθώς Ενώνονται με την «Εικόνα του Θεού του Αοράτου». Όλα Λιώνουν Μέσα στην Θεία Αγάπη (που Πηγάζει από την ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΟΥΣΙΑΣ), το εγώ και το εσύ σβήνουν μέσα στην Ιερή Φωτιά της Θείας Ένωσης, και δεν Υπάρχει ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΕΝΑ… Κι ακόμα πιο Ψηλά, στην ΑΒΥΣΟ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, ακόμα και το ΕΝΑ δεν Υπάρχει… Αυτό είναι το ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ του «Σοφού της Κρήτης»…
Το Βασίλειο του Θεού, η Κοινωνία με τον Θεό, κι η Κοινωνία του Θεού, η «Κοινωνία Όσων Βιώνουν την Εσώτερη Φύση τους, την ΘΕΙΑ ΦΥΣΗ τους, και Γίνονται  ΕΝΑ με Εκείνον, Μέσα στην  ΑΓΑΠΗ, δεν είναι μία Φαντασία, ένα Όραμα, μία Ιδανική Πολιτεία, μία Ουτοπία… αντίθετα ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΛΗΘΙΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, όσων θέλουν να είναι Αληθινοί Άνθρωποι, όσων Βαδίζουν την Οδό της Αυτογνωσίας, την Οδό του Φωτός, μακριά από τον Κόσμο της Σκιάς, τον κόσμο της «αμαθούς γνώσης», του «απάνθρωπου πολιτισμού», της «αντικοινωνικής δραστηριότητας», που ενώ φαντάζει τόσο «ζωντανός» στην πραγματικότητα είναι αληθινό «νεκροταφείο» με «ζωντανούς νεκρούς»…
Ω άνθρωπε!
Εσύ είσαι η Αρχή και το Τέλος. Εσύ είσαι ΑΥΤΟ που Αναζητάς, χρόνια τώρα, αιώνες, χιλιετηρίδες (από ζωή σε ζωή). ΕΙΣΑΙ ΑΥΤΟ που Ψάχνεις μακριά. Είσαι στο «Σπίτι» σου από την Αρχή. Ποια «πατρίδα» αναζητάς; Ποια «Ιθάκη»; Είσαι ΕΔΩ, Μαζί με Όλους τους «αναγεννημένους, τους αναστημένους, τους αληθινούς αδελφούς σου… Ποια «κοινωνία» αναζητάς;
Τι έχεις να κάνεις εσύ με τους νεκρούς που προχωρούν στον αιώνιο κύκλο τους; Πως μπορείς να Ενώσεις το ΦΩΣ με το σκοτάδι; Πως μπορείς να φέρεις ΑΛΗΘΕΙΑ μέσα στον εγωισμό; Πως μπορείς να φέρεις ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ στους τυφλούς; Πως μπορείς να φέρεις ΑΓΑΠΗ στους αναίσθητους;… Απλά πρέπει να Διαλέξεις, όπως ο ΗΡΑΚΛΗΣ του μύθου (του μύθου απεικονίζει την Πραγματικότητα πιο καθαρά από ό,τι στην περιγράφουν όλοι οι δάσκαλοι, σε όλα τα σχολεία του κόσμου…), αν ΘΕΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ στην «Κοινωνία του Θεού» (στο ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ), ή να περιπλανιέσαι στο «νεκροταφείο της γης»…
Είναι θλιβερό αλλά είναι μία «πραγματικότητα»… και το είπε Κάποιος λίγες ώρες πριν οδηγηθεί στον «Σταυρό»… «Μέσα σας είναι το Βασίλειο του Θεού… Δεν είναι εδώ ή εκεί… ούτε έρχεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο… Απλά Μέσα σας… ξαφνικά σαν αστραπή… Γεννιέται το Βασίλειο του Θεού, όταν εγκαταλείπονται όλες οι ανοησίες του κόσμου… Το Βασίλειο το δικό μου δεν είναι εδώ στη γη…»…
Έτσι απλά, έτσι ήσυχα, έτσι αθόρυβα… ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ Ο ΘΕΟΣ… όπως φυσάει το αεράκι (που πνέει όπου θέλει)… όπως ΓΛΥΚΟΧΑΡΑΖΕΙ ΣΕ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΟΣΜΟ…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries

TAOΪSM / "Tao Te Ching" Commentaries
Chapter 20. The Wisdom of Unknowing
SUNDAY, 22 March, 2026

Chapter 20. The Wisdom of Unknowing

 

(The Sacred Poverty of Not-Knowing)

 

The Burden of Accumulated Knowledge

 

There exists a peculiar paradox at the heart of the spiritual life, one that confounds those who pursue wisdom through conventional means. The seeker discovers, often after years of arduous study, that the renunciation of learning itself becomes a gateway to profound tranquility. This is not the abandonment of understanding born from laziness or indifference, but rather a conscious release of the accumulated weight of concepts, definitions, and carefully constructed certainties that burden the soul seeking union with the Absolute.

 

When one sets down the heavy tablets of acquired knowledge, when the mind ceases its restless cataloguing of information and its endless categorization of experience, a remarkable stillness emerges. This stillness is not empty; it is pregnant with possibility, vibrating with an intelligence that precedes and transcends the intellect. The troubles that plague the learned—the doubts, the contradictions, the endless debates that fragment consciousness—begin to dissolve like morning mist beneath the rising sun of direct awareness.

 

Consider the nature of human discourse, with its eager affirmations and polite agreements. Between the ready "yes" and the flattering "yea," what true difference exists? On the surface, these expressions of accord seem nearly identical, mere variations in pronunciation and custom. Yet observe carefully the fruits these two responses bear in the garden of existence. One yes may spring from genuine insight, while another merely echoes the opinion of the crowd. One affirmation may arise from the depths of authentic understanding, while another represents only the brittle shell of social conformity.

 

The gulf between these seemingly similar responses—between authentic presence and mere performance—extends wider than the abyss between heaven and earth. In this chasm lie all the sorrows and joys of human existence, all the genuine transformations and hollow mimicries, all the real encounters with the Divine and the countless substitutes civilization offers in place of actual transcendence.

 

The Universal Fear and the Infinite Question

 

What humanity fears collectively is indeed worthy of fear, for the instinct of the species contains ancient wisdom that the individual rational mind cannot always perceive. Yet this acknowledgment opens onto a landscape so vast, so endless in its questioning, that the mind accustomed to solid ground feels itself suddenly suspended over an infinite depth.

 

How many questions arise when one truly begins to examine existence? How many philosophical inquiries demand attention? How many spiritual paradoxes present themselves for contemplation? The range of these questions extends beyond measure, stretching into territories that language cannot map and logic cannot navigate. They form an ocean without shore, and the soul that ventures into these waters must learn to swim in a medium where the ordinary laws of mental gravity no longer apply.

 

The mystic understands that this vastness is not meant to be conquered through systematic inquiry or resolved through clever argumentation. These questions form the very texture of existence itself—they are not problems requiring solutions but mysteries inviting participation. To stand before them in reverence, to feel their weight and depth without rushing to answer, is to assume the posture of genuine wisdom.

 

The Solitary Figure Among the Satisfied

 

The world presents itself as a great banquet where multitudes gather in satisfaction and pleasure. They feast on certainties, they drink deeply from the wells of conventional success, they stand elevated on towers of accomplishment, surveying their domains in the springtime of material prosperity. Their faces glow with the confidence of those who know their place, who have secured their positions, who move forward with clear purpose and defined goals.

 

Yet amid this celebration, there walks a solitary figure who appears listless and still. This one seems unmoved by the festivities, untouched by the general enthusiasm, indifferent to the rewards that motivate others. The desires that drive ordinary ambition have not yet stirred in this soul, or perhaps they have stirred and been released, returned to the silence from which all movement emerges.

 

This figure resembles an infant who has not yet learned to smile at the appropriate social cues, who gazes upon the world with eyes not yet trained to see what society insists is there. There is something dejected in this appearance, something forlorn, as though this wanderer possesses no home to return to, no fixed address in the geography of worldly achievement. While others display their abundance, their "enough and to spare," this one seems to have lost everything—or perhaps has never possessed anything in the conventional sense.

 

The Divine Foolishness

 

The mind of this solitary wanderer operates differently from the bright intellects that populate the marketplace of ideas. Where ordinary consciousness discriminates, divides, and definitively judges, this awareness dwells in a state that appears chaotic to external observation. It is the chaos not of disorder but of pre-order, the fertile void from which genuine creation emerges, the darkness that precedes and makes possible all manifestation of light.

 

Ordinary individuals shine with the brightness of reflected knowledge, their intelligence glittering with borrowed concepts and rehearsed conclusions. They appear full of discrimination, capable of drawing fine distinctions and making subtle arguments. Their mental faculties operate with impressive efficiency, sorting experience into neat categories, filing perceptions into predetermined structures.

 

But the mystic appears benighted—shrouded in a darkness that is actually a different kind of illumination. This one seems dull and confused by the standards of worldly cleverness, unable or unwilling to participate in the sharp discriminations that others make so readily. It is the dullness of profound simplicity, the confusion that arises when consciousness refuses to fragment reality into the artificial divisions that make conversation easy but truth elusive.

 

This figure seems carried about on a vast sea, drifting without fixed destination, tossed by currents that move according to laws beyond personal control. There appears to be nowhere to rest, no solid ground on which to plant the flag of certainty. While others possess clearly defined spheres of action—their careers, their projects, their roles in society—this one drifts through existence appearing dull and incapable, like someone from the borderlands who hasn't learned the sophisticated manners of the metropolis.

 

The Nursing-Mother

 

Yet this difference from the multitude is not accidental or unfortunate—it is the very mark of a profound orientation toward the source of existence itself. What this solitary figure values above all else is the nursing-mother, that primal generative principle from which all things emerge and to which all things return.

 

This nursing-mother is the Absolute itself, conceived not as distant transcendence but as intimate nourishment, as the very substance that sustains consciousness from moment to moment. It is the Tao, the Way, the ground of being that cannot be grasped by concepts yet reveals itself continuously to those who approach with empty hands and open hearts.

 

To value this nursing-mother is to orient one's entire existence around a relationship with the sacred source rather than with the products and derivatives that flow from it. It is to seek sustenance at the original spring rather than filling one's vessels at the secondary streams where water has already lost some of its freshness and vitality. It is to return, again and again, to the primordial emptiness that is simultaneously absolute fullness, to the silence that contains all music, to the stillness that encompasses all movement.

 

The Wisdom Beyond Wisdom

 

This orientation toward the source rather than toward manifestations represents a wisdom that transcends ordinary wisdom. It is the knowing that emerges from unknowing, the understanding that flowers from bewilderment, the clarity that crystallizes from confusion. Where conventional wisdom accumulates knowledge, this deeper wisdom releases it. Where ordinary intelligence constructs elaborate mental systems, this sacred simplicity dissolves them.

 

The mystic recognizes that every act of learning, every addition to the storehouse of knowledge, every refinement of intellectual skill, can become another layer of separation from direct experience of reality. The mind builds its castles of concept and theory, and these structures, however elegant and impressive, cast shadows that obscure the immediate presence of the Divine.

 

Thus the spiritual path often involves a progressive simplification, a stripping away of the accumulated debris of learning until consciousness stands naked before existence itself. This is not anti-intellectualism but rather a movement toward an intelligence more fundamental than intellect, toward a knowing that does not depend on the knower and the known remaining separate.

 

The Sacred Emptiness

 

In the depths of contemplative practice, the practitioner discovers an emptiness that is paradoxically the fullest possible state. This is not the empty of deprivation but the empty of potentiality—like the hollow of a bowl that makes it useful, like the space within a room that makes it habitable. The mind emptied of its frantic accumulations becomes a vessel capable of receiving the infinite.

 

This emptiness manifests as a peculiar kind of poverty, a spiritual destitution that is simultaneously supreme richness. To possess nothing in the realm of conceptual certainty is to own everything in the realm of immediate presence. To claim no fixed position is to be free to occupy any position. To defend no particular interpretation is to remain open to the continuous revelation of truth.

 

The multitudes cling to their possessions—their opinions, their beliefs, their carefully constructed identities—and in this clinging find a temporary sense of security. But the mystic releases these holdings and discovers in the release a security far more profound: the security of one who rests in the arms of the nursing-mother, sustained not by personal achievement but by the unconditional generosity of existence itself.

 

The Path of Sacred Foolishness

 

To walk this path requires a willingness to appear foolish in the eyes of the world. The spiritual aspirant must be prepared to abandon the bright appearance of intelligence, to relinquish the satisfaction of being understood and approved by the crowd, to dwell in a simplicity that sophisticated minds interpret as simpleness.

 

This sacred foolishness is not the foolishness of ignorance but the foolishness of transcended knowledge. It is the foolishness of one who has passed through learning and emerged on the other side, carrying not the burden of accumulated facts but the lightness of direct perception. It is the foolishness celebrated in mystical traditions across cultures—the holy fool, the divine idiot, the innocent whose simplicity conceals supreme wisdom.

 

The bright and intelligent remain trapped in the prison of their own cleverness, unable to perceive realities that do not fit within their conceptual frameworks. But the apparently dull and confused mystic moves freely through dimensions of experience that remain forever closed to those who insist on understanding everything through rational analysis.

 

The Return to Origins

 

At the heart of mystical consciousness lies a continuous return to origins, a perpetual coming home to the source. This is not regression to infantile states but rather a recovery of the pristine awareness that precedes the overlay of social conditioning and conceptual learning. The infant who has not yet smiled social smiles possesses a quality of pure presence that adults have generally lost—and which the mystic seeks to recover at a higher level of integration.

 

This return requires releasing everything that has been acquired on the journey away from the source. Every achievement must be set down, every identity must be questioned, every certainty must be surrendered. The spiritual path often feels like a systematic loss of everything the world considers valuable—until the seeker discovers that what appeared as loss was actually liberation, what seemed like poverty was actually boundless wealth.

 

The nursing-mother awaits those who return with empty hands. She asks nothing of her children except that they come as they are, without pretense or performance, without the decorated masks that social life requires. She nourishes not according to merit or achievement but according to need and receptivity. And her nourishment satisfies in ways that no worldly feast ever can.

 

The Peace Beyond Understanding

 

In the end, the wisdom of unknowing leads to a peace that passes understanding—not because it is incomprehensible but because it transcends the mode of consciousness that seeks to comprehend. This peace arises when the frantic quest for knowledge ceases, when the mind stops its restless movement and settles into stillness, when consciousness recognizes its own nature as mirror rather than accumulator.

 

The mystic's apparent listlessness conceals profound vitality. The mystic's apparent confusion masks crystalline clarity. The mystic's apparent poverty harbors infinite riches. And the mystic's apparent foolishness demonstrates wisdom that the worldly wise cannot fathom.

 

To value the nursing-mother above all else is to orient one's entire existence around relationship with the sacred source. It is to choose being over having, presence over accumulation, depth over breadth. It is to recognize that the troubles accompanying learning are not incidental to the learning process but inherent in it—and that their renunciation opens pathways to dimensions of understanding that conceptual knowledge can never access.

 

This is the invitation extended to every soul: to release the burden of accumulated learning, to embrace the sacred poverty of not-knowing, to trust the nursing-mother who sustains all existence. In this release and this trust, consciousness discovers its true nature as inseparable from the Absolute, as always already immersed in the Divine presence that no amount of learning can bring closer and no amount of ignorance can remove.

 

The multitude will continue their celebrations, secure in their possessions and proud of their accomplishments. But the solitary figure will continue to drift on the infinite sea, appearing forlorn yet inwardly sustained, seeming to have lost everything yet actually possessing the one thing needful—intimate connection with the source of all that is.

 

Η Σοφία της Άγνοιας 

 

(Η Ιερή Φτώχεια του Μη-Γνωρίζειν)

 

Το Βάρος της Συσσωρευμένης Γνώσης

 

Υπάρχει ένα παράδοξο στην καρδιά της πνευματικής ζωής, που μπερδεύει όσους αναζητούν τη σοφία με συμβατικούς τρόπους. Ο αναζητητής ανακαλύπτει, συχνά μετά από χρόνια επίπονης μελέτης, ότι η «αποκήρυξη» της ίδιας της μάθησης γίνεται πύλη προς βαθιά ηρεμία. Αυτό δεν είναι εγκατάλειψη της κατανόησης από τεμπελιά ή αδιαφορία, αλλά συνειδητή απελευθέρωση από το συσσωρευμένο βάρος εννοιών, ορισμών και προσεκτικά κατασκευασμένων βεβαιοτήτων που βαραίνουν την ψυχή που επιδιώκει ένωση με το Απόλυτο.

 

Όταν κάποιος αφήνει κάτω τις βαριές πλάκες της αποκτημένης γνώσης, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη καταλογογράφηση πληροφοριών και την ατέλειωτη κατηγοριοποίηση της εμπειρίας, αναδύεται μια αξιοσημείωτη «νηνεμία». Αυτή η νηνεμία δεν είναι άδεια· είναι έγκυος δυνατοτήτων, δονείται από μια νοημοσύνη που προηγείται και υπερβαίνει τον διανοητικό νου. Τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τους μορφωμένους —οι αμφιβολίες, οι αντιφάσεις, οι ατέρμονες συζητήσεις που κατακερματίζουν τη συνείδηση— αρχίζουν να διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη κάτω από τον ανατέλλοντα ήλιο της άμεσης επίγνωσης.

 

Σκεφτείτε τη φύση του ανθρώπινου λόγου, με τις πρόθυμες επιβεβαιώσεις και τις ευγενικές συμφωνίες του. Ανάμεσα στο έτοιμο «ναι» και το κολακευτικό «βεβαίως», ποια πραγματική διαφορά υπάρχει; Στην επιφάνεια, αυτές οι εκφράσεις συμφωνίας φαίνονται σχεδόν ίδιες, απλές παραλλαγές στην προφορά και το έθιμο. Ωστόσο, παρατηρήστε προσεκτικά τους καρπούς που φέρουν αυτές οι δύο απαντήσεις στον κήπο της ύπαρξης. Το ένα ναι μπορεί να πηγάζει από γνήσια διορατικότητα, ενώ το άλλο απλώς αντηχεί τη γνώμη του πλήθους. Η μία επιβεβαίωση μπορεί να αναδύεται από τα βάθη της αυθεντικής κατανόησης, ενώ η άλλη αντιπροσωπεύει μόνο το εύθραυστο κέλυφος της κοινωνικής συμμόρφωσης.

 

Το χάσμα ανάμεσα σε αυτές τις φαινομενικά παρόμοιες απαντήσεις —ανάμεσα στην αυθεντική παρουσία και την απλή παράσταση— εκτείνεται πλατύτερα από την άβυσσο ανάμεσα σε ουρανό και γη. Σε αυτό το χάσμα βρίσκονται όλες οι λύπες και οι χαρές της ανθρώπινης ύπαρξης, όλες οι γνήσιες μεταμορφώσεις και οι κούφιες μιμήσεις, όλες οι πραγματικές συναντήσεις με το Θείο και τα αμέτρητα υποκατάστατα που προσφέρει ο πολιτισμός στη θέση της πραγματικής υπέρβασης.

 

Ο Καθολικός Φόβος και η Άπειρη Ερώτηση

 

Αυτό που η ανθρωπότητα φοβάται συλλογικά είναι πράγματι άξιο φόβου, διότι το ένστικτο του είδους περιέχει αρχαία σοφία που ο ατομικός λογικός νους δεν μπορεί πάντα να αντιληφθεί. Ωστόσο, αυτή η αναγνώριση ανοίγει σε ένα τοπίο τόσο απέραντο, τόσο ατέλειωτο στην ερωτηματικότητά του, που ο νους συνηθισμένος σε στέρεο έδαφος νιώθει ξαφνικά να αιωρείται πάνω από ένα άπειρο βάθος.

 

Πόσες ερωτήσεις αναδύονται όταν κάποιος αρχίζει πραγματικά να εξετάζει την ύπαρξη; Πόσες φιλοσοφικές έρευνες απαιτούν προσοχή; Πόσα πνευματικά παράδοξα παρουσιάζονται για στοχασμό; Το εύρος αυτών των ερωτήσεων εκτείνεται πέρα από κάθε μέτρο, απλώνεται σε εδάφη που η γλώσσα δεν μπορεί να χαρτογραφήσει και η λογική να πλοηγηθεί. Σχηματίζουν έναν ωκεανό χωρίς ακτή, και η ψυχή που τολμά να εισέλθει σε αυτά τα νερά πρέπει να μάθει να κολυμπά σε ένα μέσο όπου οι συνηθισμένοι νόμοι της νοητικής βαρύτητας δεν ισχύουν πλέον.

 

Ο μύστης κατανοεί ότι αυτό το απέραντο δεν προορίζεται να κατακτηθεί μέσω συστηματικής έρευνας ή να επιλυθεί με έξυπνη επιχειρηματολογία. Αυτές οι ερωτήσεις σχηματίζουν την ίδια την υφή της ύπαρξης — δεν είναι προβλήματα που απαιτούν λύσεις, αλλά μυστήρια που προσκαλούν συμμετοχή. Το να στέκεται κανείς μπροστά τους με σεβασμό, να νιώθει το βάρος και το βάθος τους χωρίς να βιάζεται να απαντήσει, είναι να υιοθετεί τη στάση της γνήσιας σοφίας.

 

Η Μοναχική Φιγούρα Ανάμεσα στους Ικανοποιημένους

 

Ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο συμπόσιο όπου πλήθη συγκεντρώνονται σε ικανοποίηση και απόλαυση. Γλεντοκοπούν με βεβαιότητες, πίνουν βαθιά από τα πηγάδια της συμβατικής επιτυχίας, στέκονται υψηλά σε πύργους επιτευγμάτων, επιθεωρώντας τα κτήματά τους στην άνοιξη της υλικής ευημερίας. Τα πρόσωπά τους λάμπουν με την αυτοπεποίθηση εκείνων που γνωρίζουν τη θέση τους, που έχουν εξασφαλίσει τις θέσεις τους, που προχωρούν με σαφή σκοπό και καθορισμένους στόχους.

 

Ωστόσο, μέσα σε αυτή την εορτή, βαδίζει μια μοναχική φιγούρα που φαίνεται νωθρή και ακίνητη. Αυτή φαίνεται ανεπηρέαστη από τις γιορτές, ανέγγιχτη από τον γενικό ενθουσιασμό, αδιάφορη προς τις ανταμοιβές που κινητοποιούν τους άλλους. Οι επιθυμίες που ωθούν τη συνηθισμένη φιλοδοξία δεν έχουν ακόμη ξυπνήσει σε αυτή την ψυχή, ή ίσως έχουν ξυπνήσει και απελευθερωθεί, επιστρέφοντας στη σιωπή από την οποία αναδύεται κάθε κίνηση.

 

Αυτή η φιγούρα μοιάζει με βρέφος που δεν έχει ακόμη μάθει να χαμογελά στα κατάλληλα κοινωνικά ερεθίσματα, που κοιτάζει τον κόσμο με μάτια που δεν έχουν ακόμη εκπαιδευτεί να βλέπουν αυτό που η κοινωνία επιμένει ότι υπάρχει. Υπάρχει κάτι πτοημένο σε αυτή την εμφάνιση, κάτι εγκαταλελειμμένο, σαν αυτός ο περιπλανώμενος να μην έχει σπίτι να επιστρέψει, καμία σταθερή διεύθυνση στη γεωγραφία των κοσμικών επιτευγμάτων. Ενώ οι άλλοι επιδεικνύουν την αφθονία τους, το «αρκετό και με το παραπάνω», αυτός φαίνεται να έχει χάσει τα πάντα — ή ίσως να μην κατείχε ποτέ τίποτα με την συμβατική έννοια.

 

Η Θεϊκή Μωρία

 

Ο νους αυτής της μοναχικής φιγούρας λειτουργεί διαφορετικά από τις λαμπρές διάνοιες που κατοικούν στην αγορά των ιδεών. Εκεί που η συνηθισμένη συνείδηση διακρίνει, διαιρεί και κρίνει οριστικά, αυτή η επίγνωση κατοικεί σε μια κατάσταση που φαίνεται χαοτική στην εξωτερική παρατήρηση. Είναι το χάος όχι της αταξίας αλλά της προ-τάξης, το γόνιμο κενό από το οποίο αναδύεται η γνήσια δημιουργία, το σκοτάδι που προηγείται και καθιστά δυνατή κάθε εκδήλωση φωτός.

 

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι λάμπουν με τη φωτεινότητα της αντανακλώμενης γνώσης, η νοημοσύνη τους γυαλίζει με δανεισμένες έννοιες και πρόβες συμπεράσματα. Φαίνονται γεμάτοι διάκριση, ικανοί να κάνουν λεπτές διακρίσεις και υποτίτλους επιχειρηματολογίες. Οι νοητικές τους ικανότητες λειτουργούν με εντυπωσιακή αποδοτικότητα, ταξινομώντας την εμπειρία σε τακτοποιημένες κατηγορίες, αρχειοθετώντας αντιλήψεις σε προκαθορισμένες δομές.

 

Αλλά ο μύστης φαίνεται σκοτεινιασμένος — τυλιγμένος σε ένα σκοτάδι που είναι στην πραγματικότητα ένα διαφορετικό είδος φωτισμού. Αυτός φαίνεται θαμπός και μπερδεμένος σύμφωνα με τα πρότυπα της κοσμικής εξυπνάδας, ανίκανος ή απρόθυμος να συμμετάσχει στις κοφτερές διακρίσεις που οι άλλοι κάνουν τόσο εύκολα. Είναι η θαμπάδα της βαθιάς απλότητας, η σύγχυση που αναδύεται όταν η συνείδηση αρνείται να κατακερματίσει την πραγματικότητα σε τεχνητές διαιρέσεις που κάνουν την συζήτηση εύκολη αλλά την αλήθεια άπιαστη.

 

Αυτή η φιγούρα φαίνεται να παρασύρεται σε μια απέραντη θάλασσα, να πλέει χωρίς σταθερό προορισμό, να ρίχνεται από ρεύματα που κινούνται σύμφωνα με νόμους πέρα από προσωπικό έλεγχο. Φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά για ξεκούραση, κανένα στέρεο έδαφος για να υψωθεί η σημαία της βεβαιότητας. Ενώ οι άλλοι κατέχουν σαφώς καθορισμένες σφαίρες δράσης — τις καριέρες τους, τα έργα τους, τους ρόλους τους στην κοινωνία — αυτός πλέει μέσα στην ύπαρξη φαινόμενος θαμπός και ανίκανος, σαν κάποιον από τα σύνορα που δεν έχει μάθει τους εκλεπτυσμένους τρόπους της μητρόπολης.

 

Η Θηλάζουσα Μητέρα

 

Ωστόσο, αυτή η διαφορά από το πλήθος δεν είναι τυχαία ή ατυχής — είναι το ίδιο το σημάδι ενός βαθιού προσανατολισμού προς την πηγή της ύπαρξης καθαυτήν. Αυτό που αυτή η μοναχική φιγούρα εκτιμά πάνω από όλα είναι η «θηλάζουσα μητέρα», εκείνη η πρωταρχική γενετική αρχή από την οποία όλα αναδύονται και στην οποία όλα επιστρέφουν.

 

Αυτή η θηλάζουσα μητέρα είναι το Απόλυτο καθαυτό, συλληφθέν όχι ως μακρινή υπέρβαση αλλά ως οικεία τροφή, ως η ίδια η ουσία που συντηρεί τη συνείδηση από στιγμή σε στιγμή. Είναι το Τάο, ο Δρόμος, το έδαφος του είναι που δεν μπορεί να συλληφθεί από έννοιες αλλά αποκαλύπτεται συνεχώς σε όσους πλησιάζουν με άδεια χέρια και ανοιχτές καρδιές.

 

Το να εκτιμά κανείς αυτή τη θηλάζουσα μητέρα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από μια σχέση με την ιερή πηγή παρά με τα προϊόντα και τα παράγωγα που ρέουν από αυτήν. Σημαίνει να αναζητά τροφή στην αρχική πηγή παρά να γεμίζει τα δοχεία του σε δευτερεύοντα ρυάκια όπου το νερό έχει ήδη χάσει μέρος της φρεσκάδας και της ζωτικότητάς του. Σημαίνει να επιστρέφει, ξανά και ξανά, στο πρωταρχικό κενό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη πληρότητα, στη σιωπή που περιέχει όλη τη μουσική, στην ακινησία που περιλαμβάνει όλη την κίνηση.

 

Η Σοφία Πέρα από τη Σοφία

 

Αυτός ο προσανατολισμός προς την πηγή παρά προς τις εκδηλώσεις αντιπροσωπεύει μια σοφία που υπερβαίνει τη συνηθισμένη σοφία. Είναι η γνώση που αναδύεται από την άγνοια, η κατανόηση που ανθίζει από την απορία, η σαφήνεια που κρυσταλλώνεται από τη σύγχυση. Εκεί που η συμβατική σοφία συσσωρεύει γνώση, αυτή η βαθύτερη σοφία την απελευθερώνει. Εκεί που η συνηθισμένη νοημοσύνη κατασκευάζει περίτεχνα νοητικά συστήματα, αυτή η ιερή απλότητα τα διαλύει.

 

Ο μύστης αναγνωρίζει ότι κάθε πράξη μάθησης, κάθε προσθήκη στο απόθεμα της γνώσης, κάθε τελειοποίηση της διανοητικής δεξιότητας, μπορεί να γίνει άλλο ένα στρώμα διαχωρισμού από την άμεση εμπειρία της πραγματικότητας. Ο νους χτίζει τα κάστρα του από έννοιες και θεωρίες, και αυτές οι δομές, όσο κομψές και εντυπωσιακές, ρίχνουν σκιές που σκιάζουν την άμεση παρουσία του Θείου.

 

Έτσι, η πνευματική πορεία συχνά περιλαμβάνει μια προοδευτική απλοποίηση, μια απογύμνωση από τα συσσωρευμένα συντρίμμια της μάθησης μέχρι η συνείδηση να σταθεί γυμνή μπροστά στην ύπαρξη καθαυτήν. Αυτό δεν είναι αντι-διανοητισμός αλλά μια κίνηση προς μια νοημοσύνη πιο θεμελιώδη από τον διανοητικό νου, προς μια γνώση που δεν εξαρτάται από το να παραμένουν ο γνωρίζων και το γνωστό ξεχωριστά.

 

Η Ιερή Κενότητα

 

Στα βάθη της στοχαστικής πρακτικής, ο ασκούμενος ανακαλύπτει ένα κενό που είναι παραδόξως η πληρέστερη δυνατή κατάσταση. Αυτό δεν είναι το κενό της στέρησης αλλά το κενό της δυνατότητας — σαν το κοίλο ενός μπολ που το κάνει χρήσιμο, σαν τον χώρο μέσα σε ένα δωμάτιο που το κάνει κατοικήσιμο. Ο νους αδειασμένος από τις φρενήρεις συσσωρεύσεις του γίνεται δοχείο ικανό να δεχθεί το άπειρο.

 

Αυτό το κενό εκδηλώνεται ως ένα ιδιόμορφο είδος φτώχειας, μια πνευματική ένδεια που είναι ταυτόχρονα υπέρτατος πλούτος. Το να μην κατέχει κανείς τίποτα στο βασίλειο της εννοιολογικής βεβαιότητας σημαίνει να κατέχει τα πάντα στο βασίλειο της άμεσης παρουσίας. Το να μην διεκδικεί σταθερή θέση σημαίνει να είναι ελεύθερος να καταλάβει οποιαδήποτε θέση. Το να μην υπερασπίζεται καμία συγκεκριμένη ερμηνεία σημαίνει να παραμένει ανοιχτός στη συνεχή αποκάλυψη της αλήθειας.

 

Τα πλήθη προσκολλώνται στις κτήσεις τους — τις γνώμες τους, τις πεποιθήσεις τους, τις προσεκτικά κατασκευασμένες ταυτότητές τους — και σε αυτή την προσκόλληση βρίσκουν μια προσωρινή αίσθηση ασφάλειας. Αλλά ο μύστης απελευθερώνει αυτές τις κτήσεις και ανακαλύπτει στην απελευθέρωση μια ασφάλεια πολύ πιο βαθιά: την ασφάλεια εκείνου που αναπαύεται στην αγκαλιά της θηλάζουσας μητέρας, συντηρούμενος όχι από προσωπικό επίτευγμα αλλά από την άνευ όρων γενναιοδωρία της ύπαρξης καθαυτήν.

 

Η Πορεία της Ιερής Μωρίας

 

Το να βαδίζει κανείς αυτή την πορεία απαιτεί προθυμία να φαίνεται μωρός στα μάτια του κόσμου. Ο πνευματικός υποψήφιος πρέπει να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τη λαμπρή εμφάνιση της νοημοσύνης, να παραιτηθεί από την ικανοποίηση του να γίνεται κατανοητός και εγκρινόμενος από το πλήθος, να κατοικεί σε μια απλότητα που οι εκλεπτυσμένες διάνοιες ερμηνεύουν ως απλοϊκότητα.

 

Αυτή η ιερή μωρία δεν είναι η μωρία της άγνοιας αλλά η μωρία της υπερβαμένης γνώσης. Είναι η μωρία εκείνου που έχει περάσει μέσα από τη μάθηση και έχει αναδυθεί από την άλλη πλευρά, κουβαλώντας όχι το βάρος των συσσωρευμένων γεγονότων αλλά την ελαφρότητα της άμεσης αντίληψης. Είναι η μωρία που γιορτάζεται σε μυστικές παραδόσεις σε όλους τους πολιτισμούς — ο άγιος τρελός, ο θεϊκός ηλίθιος, ο αθώος του οποίου η απλότητα κρύβει υπέρτατη σοφία.

 

Οι λαμπροί και νοήμονες παραμένουν παγιδευμένοι στη φυλακή της δικής τους εξυπνάδας, ανίκανοι να αντιληφθούν πραγματικότητες που δεν ταιριάζουν στα εννοιολογικά τους πλαίσια. Αλλά ο φαινομενικά θαμπός και μπερδεμένος μύστης κινείται ελεύθερα μέσα σε διαστάσεις εμπειρίας που παραμένουν για πάντα κλειστές σε όσους επιμένουν να κατανοούν τα πάντα μέσω λογικής ανάλυσης.

 

Η Επιστροφή στις Αρχές

 

Στην καρδιά της μυστικής συνείδησης βρίσκεται μια συνεχής επιστροφή στις αρχές, ένα αέναο επιστρέφω στο σπίτι προς την πηγή. Αυτό δεν είναι παλινδρόμηση σε βρεφικές καταστάσεις αλλά ανάκτηση της παρθένας επίγνωσης που προηγείται της επικάλυψης από κοινωνική προσαρμογή και εννοιολογική μάθηση. Το βρέφος που δεν έχει ακόμη χαμογελάσει κοινωνικά χαμόγελα κατέχει μια ποιότητα καθαρής παρουσίας που οι ενήλικες έχουν γενικά χάσει — και την οποία ο μύστης επιδιώκει να ανακτήσει σε υψηλότερο επίπεδο ενσωμάτωσης.

 

Αυτή η επιστροφή απαιτεί απελευθέρωση όλων όσων έχουν αποκτηθεί στο ταξίδι μακριά από την πηγή. Κάθε επίτευγμα πρέπει να αφεθεί, κάθε ταυτότητα να αμφισβητηθεί, κάθε βεβαιότητα να παραδοθεί. Η πνευματική πορεία συχνά μοιάζει με συστηματική απώλεια όλων όσων ο κόσμος θεωρεί πολύτιμα — μέχρι ο αναζητητής να ανακαλύψει ότι αυτό που φαινόταν ως απώλεια ήταν στην πραγματικότητα απελευθέρωση, αυτό που έμοιαζε με φτώχεια ήταν απεριόριστος πλούτος.

 

Η θηλάζουσα μητέρα περιμένει όσους επιστρέφουν με άδεια χέρια. Δεν ζητά τίποτα από τα παιδιά της παρά να έρθουν όπως είναι, χωρίς προσποίηση ή παράσταση, χωρίς τις διακοσμημένες μάσκες που απαιτεί η κοινωνική ζωή. Τρέφει όχι σύμφωνα με αξία ή επίτευγμα αλλά σύμφωνα με ανάγκη και δεκτικότητα. Και η τροφή της ικανοποιεί με τρόπους που κανένα κοσμικό συμπόσιο δεν μπορεί ποτέ.

 

Η Ειρήνη Πέρα από την Κατανόηση

 

Στο τέλος, η σοφία της άγνοιας οδηγεί σε μια ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση — όχι επειδή είναι ακατανόητη αλλά επειδή υπερβαίνει τον τρόπο συνείδησης που επιδιώκει να κατανοήσει. Αυτή η ειρήνη αναδύεται όταν η φρενήρης αναζήτηση γνώσης παύει, όταν ο νους σταματά την ανήσυχη κίνησή του και εγκαθίσταται σε νηνεμία, όταν η συνείδηση αναγνωρίζει τη φύση της ως καθρέφτη παρά ως συσσωρευτή.

 

Η φαινομενική νωθρότητα του μύστη κρύβει βαθιά ζωτικότητα. Η φαινομενική σύγχυσή του καλύπτει κρυστάλλινη σαφήνεια. Η φαινομενική φτώχεια του φιλοξενεί άπειρο πλούτο. Και η φαινομενική μωρία του αποδεικνύει σοφία που οι κοσμικά σοφοί δεν μπορούν να συλλάβουν.

 

Το να εκτιμά κανείς τη θηλάζουσα μητέρα πάνω από όλα σημαίνει να προσανατολίζει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από σχέση με την ιερή πηγή. Σημαίνει να επιλέγει το είναι αντί του έχειν, την παρουσία αντί της συσσώρευσης, το βάθος αντί του πλάτους. Σημαίνει να αναγνωρίζει ότι τα προβλήματα που συνοδεύουν τη μάθηση δεν είναι τυχαία στη διαδικασία μάθησης αλλά εγγενή σε αυτήν — και ότι η αποκήρυξή τους ανοίγει μονοπάτια σε διαστάσεις κατανόησης που η εννοιολογική γνώση δεν μπορεί ποτέ να προσεγγίσει.

 

Αυτή είναι η πρόσκληση που απευθύνεται σε κάθε ψυχή: να απελευθερώσει το βάρος της συσσωρευμένης μάθησης, να αγκαλιάσει την ιερή φτώχεια του μη-γνωρίζειν, να εμπιστευθεί τη θηλάζουσα μητέρα που συντηρεί όλη την ύπαρξη. Σε αυτή την απελευθέρωση και αυτή την εμπιστοσύνη, η συνείδηση ανακαλύπτει την αληθινή της φύση ως αχώριστη από το Απόλυτο, ως πάντα ήδη βυθισμένη στην Θεϊκή παρουσία που καμία ποσότητα μάθησης δεν μπορεί να φέρει πιο κοντά και καμία ποσότητα άγνοιας να απομακρύνει.

 

Το πλήθος θα συνεχίσει τις γιορτές του, ασφαλές στις κτήσεις του και περήφανο για τα επιτεύγματά του. Αλλά η μοναχική φιγούρα θα συνεχίσει να πλέει στην άπειρη θάλασσα, φαινόμενη πτοημένη αλλά εσωτερικά συντηρούμενη, φαινόμενη να έχει χάσει τα πάντα αλλά στην πραγματικότητα να κατέχει το ένα απαραίτητο — την οικεία σύνδεση με την πηγή όλων όσων υπάρχουν.

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries

BUDDHISM /"Dammapada" Commentaries
Chapter 19. The Just
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries

VEDANTA / "Viveka Chudamani, by Adi Sankaracharya" Commentaries
5. The Foundational Virtues on the Path to Brahman
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries

KRISHNA (9ος, 8ος αιώνας π.Χ.) / "Bhagavad Gita" Commentaries
1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna - Chapter IV — The Language of the Ineffable
MONDAY, 23 March, 2026

1.4. The Sacred Threshold: A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

 

THE SACRED THRESHOLD

A Mystical Contemplation on the Despondency of Arjuna

Chapter IV — The Language of the Ineffable

I. The Wound That Speaks

There is a moment in Arjuna's lament when something shifts. It is subtle, almost imperceptible beneath the avalanche of his grief — yet the mystic who reads with unhurried attention will feel it, the way one feels the first tremor of an earthquake before the walls begin to move. It is the moment when Arjuna's grief ceases to be merely his own. When the personal dissolves, almost imperceptibly, into the universal. When the voice of one suffering man becomes, without his knowing it, the voice of all suffering humanity across every age and every tradition that has ever grappled with the terrible weight of being alive.

He has spoken of kingdoms and pleasures, of the emptiness of victory when the beloved are gone. He has named the beloved ones — Bheeshma, Drona, the grandfathers and teachers and kinsmen — and in the act of naming them, he has done something that language theorists would centuries later call a performative act: he has made them present. He has conjured them from the abstract mass of the opposing army into individual, irreplaceable, mortal faces. And in so doing, he has placed himself — and us, who read — at the precise point where the personal becomes cosmic.

For the wound that Arjuna articulates is not only the wound of a warrior who loves those he must fight. It is the wound that lives at the very center of conscious existence itself. The wound of awareness. The wound of being a creature luminous enough to love and fragile enough to lose. Every tradition that has descended into the depths of human experience has found this wound waiting there — not as an aberration, not as a problem to be solved, but as the very ground from which the spiritual life grows. It is the crack in the vessel through which, as the poet said, the light gets in.

II. When Words Reach Their Own Horizon

The Sanskrit tradition possesses a term of extraordinary resonance: anirvacaniya. It means, roughly, that which cannot be spoken — the ineffable, the unspeakable, the reality that stands forever beyond the reach of language's longest arm. The Upanishadic sages invoked it when they attempted to describe the nature of Brahman, the ultimate ground of being. They said: not this, not this — neti, neti — understanding that every positive description was also a limitation, that to name the infinite was already to diminish it. Better to circle the silence than to mistake the finger for the moon it points toward.

It is into this same territory of the unspeakable that Arjuna now stumbles — not through philosophical sophistication, but through the brute force of grief. His body speaks what his mind cannot formulate. His limbs tremble; his skin burns with an interior fire that has no external source; his renowned bow, an extension of his very identity as warrior and hero, slips from fingers that have held it steady against every earthly adversary. The body, in its ancient wisdom, knows what the mind is only beginning to suspect: that what is occurring cannot be contained within the categories of ordinary human experience. Something is breaking open that cannot be closed again.

This is the first language of the ineffable — the language of the body overwhelmed. Every tradition of genuine spiritual depth has recognized it. The Sufi poets wrote of the tavern and the wine, of drunkenness and dissolution, as metaphors for the states of being that accompany the approach of the Divine. The Christian mystics spoke of rapture, of the soul's swoon before the magnitude of what it encountered. The Zen masters recorded moments of sudden illumination — kensho, satori — in which the ordinary constructions of self and world were shattered beyond reconstruction. Always, beneath these accounts, runs the same thread: the body announces what the mind cannot yet say.

Arjuna's burning skin is thus not mere physiological distress. It is the body's testimony to a truth that the intellect will take the remaining seventeen chapters of the Gita to begin to approach. It is the flesh's way of saying: something absolute is near. Something that cannot be looked at directly, as one cannot look directly at the sun, but whose proximity is felt in every cell, whose light casts every ordinary thing into sudden and startling relief.

III. Grief as a Form of Knowledge

The philosophical traditions of the West have, until relatively recently, been suspicious of emotion as a vehicle of knowledge. Since at least the Platonic tradition, with its hierarchy that places reason above passion and the intellect above the body, there has been a persistent tendency to regard grief, fear, love, and longing as distortions of clear perception rather than modes of access to deeper truth. The sage, in this view, is the one who has transcended emotion — who stands above the turbulence of feeling in the serene atmosphere of pure reason.

But the mystical traditions — whether drawn from the Vedic East, the Sufi heart of Islam, the Kabbalistic depths of Judaism, or the apophatic streams of Christian contemplation — have known otherwise. They have understood that certain truths are accessible only through the dissolution of the rational ego, only in the states that pure reason cannot enter. Grief, in particular, has been recognized as one of the great openers — one of the experiences that, by stripping away the comfortable insulation of the ordinary self, exposes the raw nerve of deeper being.

When Arjuna grieves, he knows something he did not know before. Not something that can be formulated into a proposition and examined in the clear light of logic — but something felt, in the way one feels the weight of stone or the warmth of fire: immediately, bodily, undeniably. He knows the weight of love. He knows what it means that the beloved are mortal and that mortality is irrevocable. He knows — and this is perhaps the most vertiginous knowledge of all — that the self he has taken himself to be, the hero, the archer, the son of kings, is not sufficient to navigate what he now faces. This knowledge, born entirely from grief, is the indispensable precondition for everything the Gita will teach.

The great Sufi mystic Rumi opens his masterwork, the Masnavi, with the image of the reed flute crying for its origin, for the reed bed from which it was cut. The cry of the reed is the cry of the separated soul — and it is precisely this cry, this grief of separation, that is the beginning of the spiritual path. Not the absence of grief, but grief itself, fully felt and fully inhabited, becomes the vehicle of transformation. Arjuna's lament is his reed-cry. And like the reed's cry, it is simultaneously the expression of his wound and the first note of the music that will eventually heal it.

IV. The Collective Voice

There is a dimension to Arjuna's speech that unfolds slowly, like a landscape seen from a gradually ascending height. As one reads his words with sustained attention, one begins to notice that he has ceased to speak only for himself. His language has expanded beyond the personal into something wider — something that carries the resonance of all human lamentation, the accumulated sorrow of all the generations that have stood at the crossroads of love and duty, existence and annihilation.

When he speaks of the destruction of families, of the collapse of the ancient dharmic order, of ancestors wandering untended and traditions fraying at their edges — he enters the realm that the depth psychologist Carl Jung called the collective unconscious: that vast, shared substrate of human experience that underlies and precedes all individual identity. He is no longer merely Arjuna, the son of Pandu, standing on a particular battlefield on a particular morning in the ancient world. He is the voice of every civilization that has watched its coherence threatened. He is the voice of every child who has sensed the fragility of the world the elders built. He is the voice of every soul that has understood, with a cold clarity, that the structures by which human beings make sense of their existence are not permanent but constructed — and therefore capable of being unmade.

This widening of Arjuna's voice beyond the personal is itself a mystical phenomenon. The great teachers of the contemplative traditions — Meister Eckhart in the medieval Christian West, Ramana Maharshi in the modern Hindu East, Lao Tzu in the ancient Chinese tradition — have each pointed, in their different vocabularies, toward the same discovery: that when the individual self is sufficiently dissolved, what speaks through it is not merely an enlarged individual, but something genuinely transpersonal. Something that has always been there, beneath the noise of personal preoccupation — vast, still, and shared among all sentient beings.

Arjuna does not choose this expansion. It happens to him, as the most profound transformations always happen: not through an act of will, but through the collapse of the will's ordinary mechanisms. His ego, confronted with what it cannot manage, releases its grip on the personal story — and in that release, however involuntary and momentary, something larger speaks through him. His grief has become, without his intending it, a vehicle for the grief of the world.

V. Metaphor as the Mystic's Bridge

The mystical traditions have always understood that direct speech about ultimate reality is impossible — not because the traditions are evasive or obscure for its own sake, but because language is a tool fashioned from the materials of the ordinary world, and the territory it is here being asked to map exceeds the ordinary world in every dimension. The map is not the territory; and when the territory is infinite, the map must always acknowledge its own inadequacy.

This is why the great spiritual texts of humanity speak so largely in metaphor, symbol, and story. The Parables of the New Testament do not explain the Kingdom of Heaven — they approach it obliquely, through the unexpected logic of mustard seeds and lost coins and prodigal sons. The Sufi poets speak of wine and taverns and the Beloved's face, knowing that these images carry something that theological propositions cannot carry: the fragrance of the thing itself, as a word carries the ghost of what it names. The Upanishads offer their great equations — Tat tvam asi, That thou art — not as logical assertions to be debated but as meditative seeds to be planted in the soil of consciousness and watered with years of sustained contemplation.

Arjuna's language, in his moment of extremity, is also the language of metaphor — though he employs it unconsciously, under the pressure of experience rather than by the design of a skilled poet. His trembling limbs, his burning skin, his slipping bow — these are simultaneously literal and symbolic. They are the body's own metaphors for what the soul is undergoing. They say: the ordinary self is failing. They say: what I have built my life upon is insufficient for what I now face. They say: I am being asked to enter a country for which none of my maps have prepared me.

And in this very failure of his ordinary vocabulary, this collapse into the language of bodily sensation and raw emotion, Arjuna actually comes closer to the truth than he would have if he had remained composed, articulate, and masterful. The body, when language fails, does not become less expressive — it becomes more so. It speaks the dialect of the threshold: that ancient, pre-verbal tongue in which the soul's deepest recognitions have always been communicated. The trembling is a word. The burning is a word. The falling bow is a sentence that the most sophisticated philosophical treatise could not improve upon.

VI. The Silence That Awaits at the Edge of All Speaking

Every great mystical tradition contains, at its core, an understanding that the deepest truth lies not in speech but in silence. This is not the silence of emptiness or of the absence of meaning, but the silence that is so full of meaning that no finite arrangement of words can contain it. The Taoists called it wu — the void that is also the source of all things. The Christian apophatic mystics called it the Divine Darkness — not the darkness of ignorance, but the darkness of an excess of light beyond what the human eye can bear. The Buddhist traditions speak of sunyata, the emptiness that is also the ground of all form, the silence from which all sounds arise and to which all sounds return.

Arjuna's lament is moving, inexorably, toward this silence. Every word he speaks is a word spoken at the edge of what language can do. He is not merely describing his situation — he is being carried by his grief to the very frontier of articulable experience, to the place where words begin to dissolve into something larger than themselves. And when, at last, he lets the bow fall and sinks upon the seat of the chariot, when he runs out of words and his grief outstrips his ability to speak it — in that moment, the silence that follows is not the silence of defeat. It is the silence that has been waiting behind all the words, the silence that the words were always trying to approach, the silence in which something absolute can finally be heard.

This is why Krishna waits. He does not interrupt. He does not rush to fill the silence with reassurance or instruction. He holds the reins. He waits. And in his waiting, in his perfect, unhurried presence, there is a teaching that precedes all the teachings that will follow — a teaching that has no words because it is prior to words, because it is the ground from which words arise. It is the teaching of presence itself: that the Divine is here, always here, not distant and not withholding, but simply waiting, with the patience of eternity, for the moment when the speaking soul at last falls silent enough to listen.

And so Arjuna's language of the ineffable — his trembling, his burning, his grief-widened lament, his stumbling into metaphor, his final collapse into silence — is not the failure of communication. It is communication at its most essential. It is the soul speaking in the only way available to it at the edge of the ordinary world: not in propositions but in gestures, not in doctrine but in presence, not in answers but in the most honest of all questions — the question that arises not in the mind but in the whole being, the question that has no words because it does not need them, the question that is itself the beginning of the answer.

In the next chapter, we shall follow Arjuna into the silence — and attend, with him, to what at last begins to speak.

….

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΩΦΛΙ

Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στη Θλίψη του Αρτζούνα

Κεφάλαιο IV — Η Γλώσσα του Άρρητου

 

I. Η Πληγή που Μιλά

 

Υπάρχει μια στιγμή στο θρήνο του Αρτζούνα όπου κάτι αλλάζει. Είναι λεπτή, σχεδόν αδιόρατη κάτω από την χιονοστιβάδα της θλίψης του — ωστόσο ο μύστης που διαβάζει με αργή, ανυπόμονη προσοχή θα την αισθανθεί, όπως αισθάνεται κανείς τον πρώτο σεισμικό κραδασμό πριν αρχίσουν να κουνιούνται οι τοίχοι. Είναι η στιγμή που η θλίψη του Αρτζούνα παύει να είναι απλώς δική του. Όταν το προσωπικό διαλύεται, σχεδόν απαρατήρητα, στο καθολικό. Όταν η φωνή ενός πονεμένου ανθρώπου γίνεται, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει, η φωνή όλης της πονεμένης ανθρωπότητας σε κάθε εποχή και σε κάθε παράδοση που έχει ποτέ παλέψει με το τρομερό βάρος του να είναι κανείς ζωντανός.

 

Έχει μιλήσει για βασίλεια και ηδονές, για το κενό της νίκης όταν οι αγαπημένοι έχουν φύγει. Έχει ονοματίσει τους αγαπημένους — τον Μπχίσμα, τον Ντρόνα, τους παππούδες και τους δασκάλους και τους συγγενείς — και με την πράξη της ονομασίας έχει κάνει κάτι που αιώνες αργότερα οι θεωρητικοί της γλώσσας θα ονόμαζαν επιτελεστική πράξη: τους έχει κάνει παρόντες. Τους έχει ανακαλέσει από την αφηρημένη μάζα του αντίπαλου στρατού σε ατομικά, ασύγκριτα, θνητά πρόσωπα. Και κάνοντάς το αυτό, έχει τοποθετήσει τον εαυτό του — και εμάς που διαβάζουμε — στο ακριβές σημείο όπου το προσωπικό γίνεται κοσμικό.

 

Γιατί η πληγή που εκφράζει ο Αρτζούνα δεν είναι μόνο η πληγή ενός πολεμιστή που αγαπά αυτούς που πρέπει να πολεμήσει. Είναι η πληγή που ζει στο ίδιο το κέντρο της συνειδητής ύπαρξης. Η πληγή της επίγνωσης. Η πληγή του να είσαι πλάσμα αρκετά φωτεινό για να αγαπά και αρκετά εύθραυστο για να χάνει. Κάθε παράδοση που έχει κατέβει στα βάθη της ανθρώπινης εμπειρίας έχει βρει αυτή την πληγή να περιμένει εκεί — όχι ως ανωμαλία, όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως το ίδιο το έδαφος από το οποίο αναπτύσσεται η πνευματική ζωή. Είναι η ρωγμή στο δοχείο από την οποία, όπως είπε ο ποιητής, μπαίνει το φως.

 

II. Όταν οι Λέξεις Φτάνουν στον Ορίζοντά Τους

 

Η σανσκριτική παράδοση διαθέτει έναν όρο εξαιρετικής αντηχήσεως: anirvacaniya. Σημαίνει, περίπου, εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί — το άρρητο, το ανείπωτο, η πραγματικότητα που στέκεται για πάντα πέρα από το μακρύτερο χέρι της γλώσσας. Οι σοφοί των Ουπανισάδων τον επικαλούνταν όταν προσπαθούσαν να περιγράψουν τη φύση του Μπράχμαν, του έσχατου εδάφους της ύπαρξης. Έλεγαν: όχι αυτό, όχι αυτό — neti, neti — κατανοώντας ότι κάθε θετική περιγραφή ήταν ταυτόχρονα και περιορισμός, ότι το να ονομάσεις το άπειρο ήταν ήδη το να το μειώσεις. Καλύτερα να περιβάλλεις τη σιωπή παρά να μπερδέψεις το δάχτυλο με το φεγγάρι που δείχνει.

 

Σε αυτόν ακριβώς τον χώρο του ανείπωτου σκοντάφτει τώρα ο Αρτζούνα — όχι μέσα από φιλοσοφική εκλέπτυνση, αλλά μέσα από τη ωμή δύναμη της θλίψης. Το σώμα του λέει αυτό που ο νους του δεν μπορεί ακόμα να διατυπώσει. Τα μέλη του τρέμουν· το δέρμα του καίγεται από μια εσωτερική φωτιά που δεν έχει εξωτερική πηγή· το περίφημο τόξο του, προέκταση της ίδιας του της ταυτότητας ως πολεμιστή και ήρωα, γλιστρά από δάχτυλα που το κρατούσαν σταθερό απέναντι σε κάθε επίγειο αντίπαλο. Το σώμα, με την αρχαία του σοφία, γνωρίζει αυτό που ο νους μόλις αρχίζει να υποψιάζεται: ότι αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να χωρέσει στις κατηγορίες της συνηθισμένης ανθρώπινης εμπειρίας. Κάτι σπάει που δεν μπορεί πια να κλείσει.

 

Αυτή είναι η πρώτη γλώσσα του άρρητου — η γλώσσα του σώματος που υπερβαίνεται. Κάθε παράδοση γνήσιου πνευματικού βάθους την έχει αναγνωρίσει. Οι Σούφι ποιητές έγραφαν για το ταβερνάκι και το κρασί, για τη μέθη και τη διάλυση, ως μεταφορές για τις καταστάσεις του είναι που συνοδεύουν την προσέγγιση του Θείου. Οι χριστιανοί μύστες μιλούσαν για έκσταση, για την λιποθυμία της ψυχής μπροστά στο μέγεθος αυτού που συναντούσε. Οι δάσκαλοι του Ζεν κατέγραφαν στιγμές ξαφνικής φώτισης — kensho, satori — στις οποίες οι συνηθισμένες κατασκευές του εαυτού και του κόσμου συντρίβονταν πέρα από κάθε ανακατασκευή. Πάντοτε, κάτω από αυτές τις αφηγήσεις, τρέχει η ίδια κλωστή: το σώμα αναγγέλλει αυτό που ο νους δεν μπορεί ακόμα να πει.

 

Το καμένο δέρμα του Αρτζούνα δεν είναι λοιπόν απλή φυσιολογική ταλαιπωρία. Είναι η μαρτυρία του σώματος σε μια αλήθεια που ο νους θα χρειαστεί τα υπόλοιπα δεκαεπτά κεφάλαια της Γκίτα για να αρχίσει να την προσεγγίζει. Είναι ο τρόπος της σάρκας να πει: κάτι απόλυτο είναι κοντά. Κάτι που δεν μπορεί να κοιταχτεί κατευθείαν, όπως δεν μπορεί κανείς να κοιτάξει κατευθείαν τον ήλιο, αλλά η εγγύτητά του γίνεται αισθητή σε κάθε κύτταρο, το φως του ρίχνει κάθε συνηθισμένο πράγμα σε ξαφνική και συγκλονιστική ανακούφιση.

 

III. Η Θλίψη ως Μορφή Γνώσης

 

Οι φιλοσοφικές παραδόσεις της Δύσης, μέχρι πρόσφατα, ήταν καχύποπτες απέναντι στο συναίσθημα ως όχημα γνώσης. Από την πλατωνική παράδοση τουλάχιστον, με την ιεραρχία της που τοποθετεί τη λογική πάνω από το πάθος και τον νου πάνω από το σώμα, υπάρχει μια επίμονη τάση να θεωρούνται η θλίψη, ο φόβος, η αγάπη και η λαχτάρα ως διαστρεβλώσεις της καθαρής αντίληψης παρά ως τρόποι πρόσβασης σε βαθύτερη αλήθεια. Ο σοφός, σε αυτή την άποψη, είναι αυτός που έχει υπερβεί το συναίσθημα — που στέκεται πάνω από την ταραχή του συναισθήματος στην ήρεμη ατμόσφαιρα της καθαρής λογικής.

 

Αλλά οι μυστικές παραδόσεις — είτε από τον βεδικό  της Ανατολής, είτε από την καρδιά του Σουφισμού στο Ισλάμ, είτε από τα βάθη της Καμπάλα στον Ιουδαϊσμό, είτε από τις αποφατικές ροές της χριστιανικής θεωρίας — γνωρίζουν αλλιώς. Έχουν κατανοήσει ότι ορισμένες αλήθειες είναι προσιτές μόνο μέσα από τη διάλυση του λογικού εγώ, μόνο σε καταστάσεις που η καθαρή λογική δεν μπορεί να εισέλθει. Η θλίψη, ειδικά, έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους μεγάλους ανοίγοντες — μία από τις εμπειρίες που, απογυμνώνοντας την άνετη μόνωση του συνηθισμένου εαυτού, εκθέτει το ωμό νεύρο της βαθύτερης ύπαρξης.

 

Όταν ο Αρτζούνα θρηνεί, γνωρίζει κάτι που δεν γνώριζε πριν. Όχι κάτι που μπορεί να διατυπωθεί σε πρόταση και να εξεταστεί στο καθαρό φως της λογικής — αλλά κάτι που νιώθεται, όπως νιώθει κανείς το βάρος της πέτρας ή τη ζεστασιά της φωτιάς: αμέσως, σωματικά, αδιαμφισβήτητα. Γνωρίζει το βάρος της αγάπης. Γνωρίζει τι σημαίνει ότι οι αγαπημένοι είναι θνητοί και ότι η θνητότητα είναι αμετάκλητη. Γνωρίζει — και αυτή ίσως είναι η πιο ζαλιστική γνώση από όλες — ότι ο εαυτός που θεωρούσε τον εαυτό του, ο ήρωας, ο τοξότης, ο γιος βασιλιάδων, δεν επαρκεί για να περιηγηθεί σε αυτό που τώρα αντιμετωπίζει. Αυτή η γνώση, που γεννιέται εξ ολοκλήρου από τη θλίψη, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για όλα όσα θα διδάξει η Γκίτα.

 

Ο μεγάλος Σούφι μύστης Ρουμί ανοίγει το αριστούργημά του, το Μαθνάβι, με την εικόνα του καλαμιού-φλάουτου που κλαίει για την καταγωγή του, για το καλαμοβότανο από το οποίο κόπηκε. Το κλάμα του καλαμιού είναι το κλάμα της χωρισμένης ψυχής — και ακριβώς αυτό το κλάμα, αυτή η θλίψη του χωρισμού, είναι η αρχή του πνευματικού μονοπατιού. Όχι η απουσία θλίψης, αλλά η ίδια η θλίψη, πλήρως νιώθοντας και πλήρως κατοικούμενη, γίνεται το όχημα της μεταμόρφωσης. Ο θρήνος του Αρτζούνα είναι το κλάμα του καλαμιού του. Και όπως το κλάμα του καλαμιού, είναι ταυτόχρονα η έκφραση της πληγής του και η πρώτη νότα της μουσικής που τελικά θα την θεραπεύσει.

 

IV. Η Συλλογική Φωνή

 

Υπάρχει μια διάσταση στον λόγο του Αρτζούνα που ξεδιπλώνεται αργά, σαν τοπίο που φαίνεται από ύψος που ανεβαίνει σταδιακά. Καθώς κανείς διαβάζει τα λόγια του με παρατεταμένη προσοχή, αρχίζει να παρατηρεί ότι έχει πάψει να μιλά μόνο για τον εαυτό του. Η γλώσσα του έχει επεκταθεί πέρα από το προσωπικό σε κάτι ευρύτερο — σε κάτι που φέρει την αντήχηση όλου του ανθρώπινου θρήνου, της συσσωρευμένης θλίψης όλων των γενεών που στάθηκαν στο σταυροδρόμι της αγάπης και του καθήκοντος, της ύπαρξης και της αφανίσεως.

 

Όταν μιλά για την καταστροφή των οικογενειών, για την κατάρρευση της αρχαίας τάξης του ντάρμα, για τους προγόνους που περιπλανώνται αφρόντιστοι και τις παραδόσεις που ξεφτίζουν στις άκρες — εισέρχεται στον χώρο που ο ψυχολόγος του βάθους Καρλ Γιουνγκ ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο: αυτό το τεράστιο, κοινό υπόστρωμα της ανθρώπινης εμπειρίας που υποκρύπτεται και προηγείται κάθε ατομικής ταυτότητας. Δεν είναι πια απλώς ο Αρτζούνα, ο γιος του Πάντου, που στέκεται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο μάχης σε ένα συγκεκριμένο πρωινό του αρχαίου κόσμου. Είναι η φωνή κάθε πολιτισμού που έχει δει την συνοχή του να απειλείται. Είναι η φωνή κάθε παιδιού που έχει αισθανθεί την εύθραυστη φύση του κόσμου που έχτισαν οι μεγαλύτεροι. Είναι η φωνή κάθε ψυχής που έχει κατανοήσει, με κρύα διαύγεια, ότι οι δομές με τις οποίες οι άνθρωποι δίνουν νόημα στην ύπαρξή τους δεν είναι μόνιμες αλλά κατασκευασμένες — και επομένως ικανές να αποδομηθούν.

 

Αυτή η διεύρυνση της φωνής του Αρτζούνα πέρα από το προσωπικό είναι από μόνη της ένα μυστικό φαινόμενο. Οι μεγάλοι δάσκαλοι των θεωρητικών παραδόσεων — ο Μάιστερ Έκχαρτ στη μεσαιωνική χριστιανική Δύση, ο Ραμάνα Μαχάρσι στη σύγχρονη ινδουιστική Ανατολή, ο Λάο Τσε στην αρχαία κινεζική παράδοση — έχουν ο καθένας δείξει, με διαφορετικά λεξιλόγια, προς την ίδια ανακάλυψη: ότι όταν ο ατομικός εαυτός διαλύεται επαρκώς, αυτό που μιλά μέσα από αυτόν δεν είναι απλώς ένας διευρυμένος ατομικός, αλλά κάτι γνήσια υπερπροσωπικό. Κάτι που υπήρχε πάντοτε εκεί, κάτω από τον θόρυβο της προσωπικής ενασχόλησης — τεράστιο, ήσυχο και κοινό σε όλα τα αισθανόμενα όντα.

 

Ο Αρτζούνα δεν επιλέγει αυτή την επέκταση. Του συμβαίνει, όπως συμβαίνουν πάντοτε οι βαθύτερες μεταμορφώσεις: όχι μέσω πράξης βούλησης, αλλά μέσω της κατάρρευσης των συνηθισμένων μηχανισμών της βούλησης. Το εγώ του, αντιμέτωπο με αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί, αφήνει τη λαβή του από την προσωπική ιστορία — και σε αυτή την απελευθέρωση, όσο ακούσια και στιγμιαία, κάτι μεγαλύτερο μιλά μέσα από αυτόν. Η θλίψη του έχει γίνει, χωρίς να το επιδιώξει, όχημα για τη θλίψη του κόσμου.

 

V. Η Μεταφορά ως Γέφυρα του Μύστη

 

Οι μυστικές παραδόσεις έχουν πάντοτε κατανοήσει ότι η άμεση ομιλία για την έσχατη πραγματικότητα είναι αδύνατη — όχι επειδή οι παραδόσεις είναι ασαφείς ή σκοτεινές για χάρη της ασάφειας, αλλά επειδή η γλώσσα είναι εργαλείο φτιαγμένο από τα υλικά του συνηθισμένου κόσμου, και το έδαφος που καλείται εδώ να χαρτογραφήσει υπερβαίνει τον συνηθισμένο κόσμο σε κάθε διάσταση. Ο χάρτης δεν είναι το έδαφος· και όταν το έδαφος είναι άπειρο, ο χάρτης πρέπει πάντοτε να αναγνωρίζει την ίδια του την ανεπάρκεια.

 

Γι’ αυτό τα μεγάλα πνευματικά κείμενα της ανθρωπότητας μιλούν τόσο εκτενώς με μεταφορές, σύμβολα και ιστορίες. Οι Παραβολές της Καινής Διαθήκης δεν εξηγούν τη Βασιλεία των Ουρανών — την προσεγγίζουν πλάγια, μέσα από την απροσδόκητη λογική των κόκκων μουστάρδας, των χαμένων νομισμάτων και των άσωτων υιών. Οι Σούφι ποιητές μιλούν για κρασί και ταβέρνες και το πρόσωπο του Αγαπημένου, γνωρίζοντας ότι αυτές οι εικόνες μεταφέρουν κάτι που οι θεολογικές προτάσεις δεν μπορούν να μεταφέρουν: το άρωμα του ίδιου του πράγματος, όπως μια λέξη μεταφέρει το φάντασμα αυτού που ονομάζει. Οι Ουπανισάδες προσφέρουν τις μεγάλες εξισώσεις τους — Tat tvam asi, Αυτό είσαι εσύ — όχι ως λογικές βεβαιώσεις προς συζήτηση αλλά ως σπόρους διαλογισμού που πρέπει να φυτευτούν στο έδαφος της συνείδησης και να ποτιστούν με χρόνια παρατεταμένης περισυλλογής.

 

Η γλώσσα του Αρτζούνα, στη στιγμή της ακρότητάς του, είναι επίσης γλώσσα μεταφοράς — αν και τη χρησιμοποιεί ασυνείδητα, υπό την πίεση της εμπειρίας και όχι από σχεδιασμό έμπειρου ποιητή. Τα τρεμάμενα μέλη του, το καμένο δέρμα του, το γλιστρώντας τόξο του — αυτά είναι ταυτόχρονα κυριολεκτικά και συμβολικά. Είναι οι δικές του μεταφορές του σώματος για αυτό που υφίσταται η ψυχή. Λένε: ο συνηθισμένος εαυτός αποτυγχάνει. Λένε: αυτό πάνω στο οποίο έχτισα τη ζωή μου δεν επαρκεί για αυτό που τώρα αντιμετωπίζω. Λένε: μου ζητείται να εισέλθω σε μια χώρα για την οποία κανένας από τους χάρτες μου δεν με έχει προετοιμάσει.

 

Και σε αυτή ακριβώς την αποτυχία του συνηθισμένου του λεξιλογίου, σε αυτή την κατάρρευση στη γλώσσα της σωματικής αίσθησης και του ωμού συναισθήματος, ο Αρτζούνα στην πραγματικότητα πλησιάζει την αλήθεια περισσότερο απ’ ό,τι θα είχε κάνει αν παρέμενε ήρεμος, άρθρωτος και κυρίαρχος. Το σώμα, όταν η γλώσσα αποτυγχάνει, δεν γίνεται λιγότερο εκφραστικό — γίνεται περισσότερο. Μιλά τη διάλεκτο του κατωφλιού: αυτή την αρχαία, προ-λεκτική γλώσσα στην οποία έχουν πάντοτε επικοινωνηθεί οι βαθύτερες αναγνωρίσεις της ψυχής. Το τρέμουλο είναι μια λέξη. Το κάψιμο είναι μια λέξη. Το πεσμένο τόξο είναι μια πρόταση που η πιο εκλεπτυσμένη φιλοσοφική πραγματεία δεν θα μπορούσε να βελτιώσει.

 

VI. Η Σιωπή που Περιμένει στο Όριο Όλης της Ομιλίας

 

Κάθε μεγάλη μυστική παράδοση περιέχει, στον πυρήνα της, μια κατανόηση ότι η βαθύτερη αλήθεια βρίσκεται όχι στην ομιλία αλλά στη σιωπή. Δεν είναι αυτή η σιωπή της κενότητας ή της απουσίας νοήματος, αλλά η σιωπή που είναι τόσο γεμάτη νόημα ώστε καμία πεπερασμένη διάταξη λέξεων δεν μπορεί να την περιέχει. Οι Ταοϊστές την ονόμαζαν wu — το κενό που είναι ταυτόχρονα η πηγή όλων των πραγμάτων. Οι χριστιανοί αποφατικοί μύστες την ονόμαζαν Θεϊκό Σκοτάδι — όχι το σκοτάδι της άγνοιας, αλλά το σκοτάδι μιας υπερβολής φωτός πέρα από αυτό που μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο μάτι. Οι βουδιστικές παραδόσεις μιλούν για sunyata, την κενότητα που είναι ταυτόχρονα το έδαφος κάθε μορφής, τη σιωπή από την οποία αναδύονται όλοι οι ήχοι και στην οποία επιστρέφουν όλοι οι ήχοι.

 

Ο θρήνος του Αρτζούνα κινείται, ακαταμάχητα, προς αυτή τη σιωπή. Κάθε λέξη που λέει είναι μια λέξη ειπωμένη στο όριο αυτού που μπορεί να κάνει η γλώσσα. Δεν περιγράφει απλώς την κατάστασή του — μεταφέρεται από τη θλίψη του στο ίδιο το σύνορο της αρθρώσιμης εμπειρίας, στον τόπο όπου οι λέξεις αρχίζουν να διαλύονται σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Και όταν, τελικά, αφήνει το τόξο να πέσει και βυθίζεται στο κάθισμα του άρματος, όταν τελειώνουν οι λέξεις και η θλίψη του ξεπερνά την ικανότητά του να την εκφράσει — εκείνη τη στιγμή, η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι σιωπή ήττας. Είναι η σιωπή που περίμενε πίσω από όλες τις λέξεις, η σιωπή που οι λέξεις προσπαθούσαν πάντοτε να προσεγγίσουν, η σιωπή στην οποία κάτι απόλυτο μπορεί επιτέλους να ακουστεί.

 

Γι’ αυτό ο Κρίσνα περιμένει. Δεν διακόπτει. Δεν βιάζεται να γεμίσει τη σιωπή με καθησυχασμό ή οδηγία. Κρατά τα ηνία. Περιμένει. Και στην αναμονή του, στην τέλεια, αβίαστη παρουσία του, υπάρχει μια διδασκαλία που προηγείται όλων των διδασκαλιών που θα ακολουθήσουν — μια διδασκαλία που δεν έχει λέξεις επειδή είναι προγενέστερη των λέξεων, επειδή είναι το έδαφος από το οποίο αναδύονται οι λέξεις. Είναι η διδασκαλία της ίδιας της παρουσίας: ότι το Θείο είναι εδώ, πάντοτε εδώ, όχι μακρινό και όχι συγκρατημένο, αλλά απλώς περιμένει, με την υπομονή της αιωνιότητας, τη στιγμή που η ομιλούσα ψυχή θα σιωπήσει αρκετά ώστε να ακούσει.

 

Και έτσι η γλώσσα του άρρητου του Αρτζούνα — το τρέμουλό του, το κάψιμό του, ο θρήνος του που διευρύνθηκε από τη θλίψη, η πτώση του στη μεταφορά, η τελική του κατάρρευση στη σιωπή — δεν είναι αποτυχία επικοινωνίας. Είναι η επικοινωνία στην πιο ουσιαστική της μορφή. Είναι η ψυχή που μιλά με τον μόνο τρόπο που της είναι διαθέσιμος στο όριο του συνηθισμένου κόσμου: όχι με προτάσεις αλλά με χειρονομίες, όχι με δόγματα αλλά με παρουσία, όχι με απαντήσεις αλλά με την πιο ειλικρινή από όλες τις ερωτήσεις — την ερώτηση που αναδύεται όχι στο μυαλό αλλά σε όλο το είναι, την ερώτηση που δεν έχει λέξεις επειδή δεν τις χρειάζεται, την ερώτηση που είναι η ίδια η αρχή της απάντησης.

 

 

Στο επόμενο κεφάλαιο, θα ακολουθήσουμε τον Αρτζούνα στη σιωπή — και θα παρακολουθήσουμε, μαζί του, τι τελικά αρχίζει να μιλά.

 


 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries

jKRISHNAMURTI / "The Only Revolution" Commentaries
California: 4. The Mystery Beyond Memory: A Journey Into Timeless Meditation
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

RELIGION / Religions Commentaries

RELIGION / Religions Commentaries
19. The Mirror of Eternity: A Meditation on Enlightenment as Unbounded Perception
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Quotes

Constantinos’s quotes


"A "Soul" that out of ignorance keeps making mistakes is like a wounded bird with helpless wings that cannot fly high in the sky."— Constantinos Prokopiou

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Copyright

Copyright © Esoterism Academy 2010-2026. All Rights Reserved .

Intellectual property rights


The entire content of our website, including, but not limited to, texts, news, graphics, photographs, diagrams, illustrations, services provided and generally any kind of files, is subject to intellectual property (copyright) and is governed by the national and international provisions on Intellectual Property, with the exception of the expressly recognized rights of third parties.
Therefore, it is expressly prohibited to reproduce, republish, copy, store, sell, transmit, distribute, publish, perform, "download", translate, modify in any way, in part or in summary, without the express prior written consent of the Foundation. It is known that in case the Foundation consents, the applicant is obliged to explicitly refer via links (hyperlinks) to the relevant content of the Foundation's website. This obligation of the applicant exists even if it is not explicitly stated in the written consent of the Foundation.
Exceptionally, it is permitted to individually store and copy parts of the content on a simple personal computer for strictly personal use (private study or research, educational purposes), without the intention of commercial or other exploitation and always under the condition of indicating the source of its origin, without this in any way implies a grant of intellectual property rights.
It is also permitted to republish material for purposes of promoting the events and activities of the Foundation, provided that the source is mentioned and that no intellectual property rights are infringed, no trademarks are modified, altered or deleted.
Everything else that is included on the electronic pages of our website and constitutes registered trademarks and intellectual property products of third parties is their own sphere of responsibility and has nothing to do with the website of the Foundation.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το σύνολο του περιεχομένου του Δικτυακού μας τόπου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, των κειμένων, ειδήσεων, γραφικών, φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων, απεικονίσεων, παρεχόμενων υπηρεσιών και γενικά κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) και διέπεται από τις εθνικές και διεθνείς διατάξεις περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με εξαίρεση τα ρητώς αναγνωρισμένα δικαιώματα τρίτων.

Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, «λήψη» (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά η περιληπτικά χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος. Γίνεται γνωστό ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Ίδρυμα συναινέσει, ο αιτών υποχρεούται για την ρητή παραπομπή μέσω συνδέσμων (hyperlinks) στο σχετικό περιεχόμενο του Δικτυακού τόπου του Ιδρύματος. Η υποχρέωση αυτή του αιτούντος υφίσταται ακόμα και αν δεν αναγραφεί ρητά στην έγγραφη συναίνεση του Ιδρύματος.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση και αντιγραφή τμημάτων του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ή έρευνα, εκπαιδευτικούς σκοπούς), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του, χωρίς αυτό να σημαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής των γεγονότων και δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και δεν θα θίγονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν θα τροποποιούνται, αλλοιώνονται ή διαγράφονται εμπορικά σήματα.

Ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στις ηλεκτρονικές σελίδες του Δικτυακού μας τόπου και αποτελεί κατοχυρωμένα σήματα και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων ανάγεται στη δική τους σφαίρα ευθύνης και ουδόλως έχει να κάνει με τον Δικτυακό τόπο του Ιδρύματος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~