Sunday, April 15, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΟΡΦΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ): Πλάτωνας, ο Τρίτος Μεγάλος Θεωρητικός του Ορφισμού



Ο Πλάτωνας έχοντας αφομοιώσει (από πολλές πηγές) το ίδιο καλά,  τόσο την Ορφική Διδασκαλία, στην Θεολογική, Φιλοσοφική, Μυθολογική, Κοσμολογική και Τελετουργική της έκφραση (με τα Μυστήρια), όσο και τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο, επιχείρησε (κι ως ένα βαθμό το πέτυχε) να ενοποιήσει σε μια αντίληψη όλη την Αρχαία Γνώση. Γι’ αυτό κι ο Πλατωνισμός έχει Ισχύ μέχρι σήμερα.
Ο Πλάτωνας Έθεσε σαν Αρχή το Αγαθόν, το «Τελείως Είναι», που είναι η Μόνη Αλήθεια. Οι Περιγραφές του Αγαθού, παραπέμπουν στο Χάος των Ορφικών, στο Ον του Παρμενίδη, στο Λόγο του Ηράκλειτου.
Το Αγαθόν σαν Ανεξάντλητη Πηγή Εμφανίζει το Είναι, τη Βάση κάθε ύπαρξης, ταυτόχρονα το σύνολο της ύπαρξης και την ουσία κάθε ύπαρξης ξεχωριστά. Το Είναι Αναφέρεται στο Καθαρό Είναι, στην Ουσία, αλλά και κάθε είναι ανήκει στο Είναι. Το Είναι είναι η σχετική αντίληψη της ύπαρξης, που ορίζεται με ιδιότητες. Γι’ αυτό το «είναι» χρησιμοποιείται όχι μόνο στην υπαρξιακή του έννοια αλλά και σαν συνδετικό ρήμα για να συνδέσει τα όντα με τα κατηγορούμενά τους.
Το Είναι Οργανώνει το σύνολο των όντων σε ένα αρμονικό σύνολο δημιουργώντας έτσι το Αιώνιο βασίλειο των Ιδεών.
Η Κινητήριος Δύναμη που Δημιουργεί τον Κόσμο των Φαινομένων είναι η Ψυχή που με Φορέα την Ιδέα εμψυχώνει κι οργανώνει την ύλη παράγοντας τα υλικά όντα, που ακολουθούν τον νόμο της γέννησης και της φθοράς.
Η Πραγματικότητα Είναι το Αγαθόν, που Είναι το Πλήρες και Εμπεριέχει τα Πάντα μέσα στην Αιωνιότητά του. Η Πραγματική Κατάσταση της αντίληψης είναι η Αντίληψη του Αγαθού, ή, εφόσον πραγματώνεται εκ των υστέρων από το ον, η Ομοίωσις με το Αγαθόν (τον Θεό). Τα όντα (Ψυχές, με κεφαλαίο, για να διακρίνονται από την υπερφύση-ψυχή), όταν κατέρχονται αντιληπτικά, ή πραγματικά (ανάλογα πως το βλέπει και το ορίζει κάποιος) τους κόσμους, κατοικούν στο Αιώνιο Βασίλειο των Ιδεών και σε μια Καθοδική Πορεία, αφού εμπλουτιστούν με μια φύση-ψυχή (μέρος της ψυχής του κόσμου) ενσωματώνονται σε υλικές μορφές, όπου ζουν τον εμπειρία της παροδικότητας του υλικού κόσμου.
Ο άνθρωπος μπορεί με τα Μυστήρια ή την Ορθή Φιλοσοφία, να Ανυψωθεί Ως το Αγαθόν, ήδη από αυτή τη ζωή στη γη (αλλά και στους μεταφυσικούς κόσμους στη συνέχεια). Ο Πλάτωνας (σε Αναλογία με τις Μυητικές Βαθμίδες των Μυστηρίων) καθορίζει τα στάδια της Ανόδου Ως το Αγαθόν:
 Η Κάθαρση του Σώματος.
Η Κάθαρση κι η Απάθεια της Ψυχής.
Η Περισυλλογή του Νου κι η Ανύψωση στο Βασίλειο των Ιδεών
Η Έκστασις κι η Εμπειρία της Ενότητας του Είναι
Η Ομοίωσις με το Αγαθόν (Θεό).
Στην πραγματικότητα, ο Πλάτωνας, δεν είναι πιο αναλυτικός από τον Μυστηριώδη Ορφέα, τον Απρόσιτο Παρμενίδη, η τον Σκοτεινό Ηράκλειτο. Απλά επειδή έχουν διασωθεί τα περισσότερα από τα συγγράμματά του (πέρα από την Προφορική Παράδοση, που κράτησε κοντά 10 αιώνες, μέχρι που κάποιος παράφρονας βυζαντινός αυτοκράτορας έκλεισε τις Φιλοσοφικές Σχολές) είμαστε πιο καλά πληροφορημένοι για την Διδασκαλία του Πλάτωνα. Είναι επόμενο εφόσον ο Πλάτωνας Θεωρεί το Αγαθόν σαν Μόνη Αλήθεια, να Ταυτίζει την Ουσία των Όντων, αλλά και την Πλήρη Αντίληψη της Πραγματικότητας, με Αυτή την Αλήθεια. Συνεπώς η Κάθοδος του Όντος στους Κόσμους, δεν είναι πραγματική κάθοδος αλλά φαινομενική. Όχι η Άπειρη Ουσία με την Οποία ταυτίζονται όλα τα Όντα, αλλά η ιδιαίτερη αντίληψή τους λαβαίνει εμπειρία του Είναι, του Κόσμου των Ιδεών, της Ενδιάμεσης Κατάστασης της Υπερφύσης-Ψυχής και του Υλικού Κόσμου. Η Αιώνια Ουσία, δεν Αλλοιώνεται, δεν Μετακινείται, μόνο η Αντίληψη ταξιδεύει στους κόσμους κι όταν εμπλουτιστεί σε Εμπειρία Επιστρέφει Αντιληπτικά πίσω στην Πραγματικότητα, στο Αγαθόν, στο Θεό.
Καταλαβαίνουμε ότι ο Πλάτωνας, πέρα από το τεράστιο  έργο του, δεν λέει τίποτα διαφορετικό, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, από όσα Δίδαξαν ο Ορφέας, ο Πυθαγόρας, ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος… κι όσα θα πουν, πριν, ταυτόχρονα και μετά τον Πλάτωνα, οι Άλλοι Μεγάλοι Φιλόσοφοι της Αρχαιότητας,  ο Αριστοτέλης, ο Αντισθένης, ο Πρωταγόρας κι οι Σοφιστές, ο Επίκουρος, οι Στωικοί, ο Πύρρων, ο Πλωτίνος κι οι Νεοπλατωνικοί… Για όλους αυτούς τους Σοφούς, που διαμόρφωσαν την Ελληνική Σκέψη για πάνω από 13 αιώνες, η Πραγματικότητα Είναι Μία, Ενιαία, Αιώνια, Σταθερή και Πάντα Παρούσα, εδώ, Τώρα, Εμπεριέχουσα τα Πάντα, Ταυτόχρονα. Μονάχα η Αντίληψη  (σαν Δύναμη και Δυνατότητα Σύλληψης της Πραγματικότητας) είναι περισσότερο ή λιγότερο Ολοκληρωμένη και μας Αποκαλύπτει τον Ον (Προσεγγίζοντας την Αλήθεια), ή όπως Φαίνεται (απομακρυνόμενη από την Αλήθεια στα δαιδαλώδη μονοπάτια της Δόξας). Όλος ο αγώνας του ανθρώπου είναι ακριβώς να Βιώσει την Πραγματικότητα Όπως Είναι, το Όντως Ον, να Προσεγγίσει την Αλήθεια, υπερβαίνοντας την περιοχή (της ατελούς αντίληψης και) των φαινομένων.

Sunday, April 8, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΟΡΦΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ): Ηράκλειτος, ο Άλλος Μεγάλος Θεωρητικός του Ορφισμού



Ο Ηράκλειτος είναι ο Δεύτερος Μεγάλος Θεωρητικός που διευκρινίζει την Ορφική Αντίληψη της Πραγματικότητας. Δεν λέει κάτι διαφορετικό από τον Ορφέα και τον Παρμενίδη… Κι αυτό δεν είναι ένας δικός μας (αυθαίρετος) ισχυρισμός. Το αποδεικνύουν τα λεγόμενά του.
Κι αυτοί που βλέπουν διαφορές ή αντίθεση, ανάμεσα στους δύο Μεγάλους Φιλοσόφους, τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο, απλά αγνοούν το τι λένε οι δύο Φιλόσοφοι, ή τους καταλαβαίνουν «μισούς» κι επιμένουν σε μια μονομερή ερμηνεία των λεγομένων τους. Ο ίδιος ο Πλάτωνας διευκρίνησε ότι και οι δύο λένε τα ίδια πράγματα. Ο Παρμενίδης μιλά για το Ον και για τις δύο θεωρήσεις του Όντος, από την άποψη της Αλήθειας (που βλέπει το Ον Όπως Είναι) και από την άποψη της Δόξας (που βλέπει το Ον όπως φαίνεται σαν μια διαρκή εξέλιξη). Ο Ηράκλειτος μιλά για τον Λόγο και για τις δύο θεωρήσεις του Λόγου, από την άποψη του Πραγματικού Είναι κι από την άποψη του Φαίνεσθαι. Είναι λάθος να «περιορίζουμε» το λόγο του Παρμενίδη μόνο στο Ον και τον λόγο του Ηράκλειτου μόνο στην ροή των φαινομένων. Αυτό είναι μια ελλιπής και (εσκεμμένα) διαστρεβλωμένη ερμηνεία που κι ο Πλάτωνας διατύπωσε σαν αστείο, αλλά στην διδασκαλία του αποκατέστησε την αλήθεια.
Ο Λόγος του Ηράκλειτου (άσχετα από τις ερμηνείες -πολλές φορές ανόητες- που έχουν δοθεί μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα) είναι το Χάος των Ορφικών, είναι το Ον του Παρμενίδη. Ο Λόγος είναι η Απόλυτη Πραγματικότητα. Φέρνει Μέσα του την Αιτία της Ύπαρξής του. Είναι η Ίδια η Ουσία της Πραγματικότητας κι Εμπεριέχει Κάθε Αιτία, Ουσία και Περιεχόμενο Ύπαρξης, Εξέλιξης και Εκπλήρωσης… Όλα εξ’ αρχής και για Πάντα, Ταυτόχρονα. Είναι Αιώνιος, Σταθερός, Ουσία και Νόμος Ύπαρξης, Υπάρχει Πάντα σαν Αιώνια Παρουσία, δεν Δημιουργήθηκε, δεν Αλλοιώνεται, δεν Φθείρεται. Είναι το Σταθερό Υπόβαθρο Όλων των φαινομένων. Η Ενότητα Πίσω από την Κίνηση και την Ποικιλία των φαινομένων που εμφανίζονται.
Ο Λόγος είναι επίσης η Πλήρης Αντίληψη της Πραγματικότητας (Αυτού που Υπάρχει). Έχει έτσι την «έννοια» της Συνειδητής Λογικής Αντίληψης της Πραγματικότητας. Με αυτή την έννοια αποτελεί την Ουσία των Όντων, τη συνειδητή ουσία μέσα σε κάθε ον. Ο Λόγος μέσα στα όντα Υπερβαίνει με αυτή την έννοια την κοινή λογική, και την αντίληψη των όντων, την ανθρώπινη διανόηση.
Και φυσικά ο Λόγος μόνο εν μέρει ταυτίζεται με την σκέψη-έννοια-φώνημα της γλώσσας.
Με λίγα λόγια ο Λόγος έχει πολλές «έννοιες» και δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με τις διάφορες χρήσεις της λέξης.
Ο Λόγος Ταυτίζεται με το Φως της Αντίληψης, με το Φως που Φανερώνει, με το Μεταφυσικό Πυρ, τη Φωτιά (στη μεταφυσική έννοιά της) – κι όχι με το υλικό πυρ, την υλική φωτιά, ένα κοσμικό στοιχείο. Όμως, το να Ενοικήσουμε στο Λόγο (στον Κοινό Λόγο, τον Παγκόσμιο Λόγο), ή να Ανυψωθούμε στο Λόγο και να Αντιλαμβανόμαστε την Αιώνια Πραγματικότητα, την Μία Πραγματικότητα που τα Περιλαμβάνει Όλα, είναι εξαιρετικά δύσκολο για ατελή όντα όπως ο άνθρωπος. Τα όντα έχουν ατελή αντίληψη. Δεν βλέπουν την Αιώνια Πραγματικότητα του Λόγου πίσω από τα φαινόμενα αλλά παραμένουν στο χώρο της ατελούς αντίληψης, βλέποντας μόνο τις επιφανειακές κινήσεις των αντιθέτων, που λειτουργούν με Υπόβαθρο και Φόντο τον Αιώνιο Λόγο.
Το συνηθισμένο ον, ο ιδιαίτερος λόγος των ανθρώπων αντιλαμβάνεται το Λόγο σαν Είναι, σαν ύπαρξη, σαν αντίθετα. Και κάθε ον, κάθε φαινόμενο, δεν είναι παρά μια διαλεκτική σύνθεση αντιθέτων, που η διαμάχη τους καθοδηγεί την εξέλιξη προς μια ολοκλήρωση, σύμφωνα πάντα με τον νόμο της φύσης τους, της πραγματικής ουσίας τους, που είναι ο Λόγος. Όλα ξεκινούν από την Ενότητα του Λόγου, διατρέχουν τον κόσμο της φαινομενικότητας και ξαναγυρίζουν στην ενότητα του Λόγου. Προφανώς όμως εδώ δεν πρόκειται και δεν μιλάμε για μια πραγματική δημιουργία αλλά μόνο για το πώς αντιλαμβάνεται η σχετική αντίληψη των ανθρώπων την Αιωνιότητα του Λόγου, σαν ένα κοσμικό θέαμα, μια ροή φαινομένων. Έτσι η φράση «τα πάντα ρει» δεν αναφέρεται στο Λόγο, αλλά σε αυτό που αντιλαμβανόμαστε (οι άνθρωποι), στον ονειρικό κόσμο που βιώνουμε.
Είναι φανερό ότι ο κόσμος της ροής των φαινομένων δεν είναι ο Πραγματικός Κόσμος αλλά αυτό που αντιλαμβανόμαστε εμείς από το Πραγματικό. Ο Μόνος Κόσμος που Υπάρχει είναι ο Κόσμος του Λόγου. Η Αντίληψη όμως είναι δύο ειδών. Η πλήρης Αντίληψη της Πραγματικότητας (του Λόγου) και η ατελής αντίληψη των ανθρώπων που βλέπει την Αιώνια Πραγματικότητα σαν μια ροή φαινομένων, σαν μια διαλεκτική σύμπλεξη αντιθέτων που ακολουθεί κυκλική πορεία, σε μια αιώνια επαναστροφή.


Sunday, April 1, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΟΡΦΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ): Παρμενίδης, ο Θεωρητικός του Ορφισμού



Μετά τον Ορφέα η Ορφική Κίνηση διατηρήθηκε είτε σε Ορφικούς Θιάσους, είτε στη μοναχική πορεία Μυστών, που μετέδιδε, μερικές φορές αθόρυβα, την Ορφική Αντίληψη της Ζωής, διατηρώντας έτσι την Παράδοση ζωντανή, την Φλόγα της Γνώσης αναμμένη.
Από τους μεγαλύτερους Ορφικούς υπήρξε, μετά τον Ορφέα, Ο Πυθαγόρας, που έβαλε την προσωπική σφραγίδα του στον Ορφισμό, δημιουργώντας μια νέα, όμοια, αλλά και διαφορετική κίνηση, τον Πυθαγορισμό. Θεωρητικά μπορούμε να ταυτίσουμε την Θεωρητική Αντίληψη του Πυθαγόρα με εκείνη του Ορφέα, ή να τα διαχωρίσουμε. Το βέβαιο είναι ότι σχετίζονται άμεσα. Τόσο, που ακόμα και αρχαίοι συγγραφείς τους αναφέρουν μαζί, «Ορφικοί και Πυθαγόρειοι»…
Ο Μεγαλύτερος όμως Θεωρητικός του Ορφισμού (και μαζί του Πυθαγορισμού) είναι ο Παρμενίδης, που αναδύθηκε μέσα από τους κόλπους της Πυθαγόρειας Διδασκαλίας. Ήταν όμως τόσο Μεγάλος που χάραξε τον δικό του Δρόμο, ζώντας μια ζωή (σύμφωνα με τις Αντιλήψεις του) τόσο θεία που έμεινε παροιμιώδης, ο «Παρμενίδειος Βίος».
Ο Παρμενίδης είναι αυτός που μίλησε καθαρά για την Πραγματικότητα μεταφέροντας τους ασαφείς θεολογικούς όρους και τις βαθιές μυθολογικές συλλήψεις του Ορφισμού σε αυστηρά φιλοσοφική γλώσσα. Ο Ορφέας δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερο ερμηνευτή, μήτε σπουδαιότερο μαθητή (μετά τον Πυθαγόρα). Είναι ο Παρμενίδης που σημάδεψε την Ελληνική Φιλοσοφία, ανοίγοντας το δρόμο (μαζί με τον άλλο Μεγάλο, τον Ηράκλειτο) στον Πλάτωνα και τους άλλους Μεγάλους Γίγαντες της ανθρώπινης διανόησης.
Τι διδάσκει λοιπόν ο Παρμενίδης στο «Περί Φύσεως» (που μόνο αποσπάσματά του διασώθηκαν, ενώ τα σπουδαιότερα μέρη χάθηκαν);
Ερμηνεύοντας τον Ορφέα (κι αποσαφηνίζοντας τον Πυθαγόρα) ο Παρμενίδης διδάσκει ότι το Ον Είναι η Απόλυτη Πραγματικότητα (και είναι πέρα από τις αντίθετες έννοιες του είναι και του μη-είναι):
(Περί Φύσεως, VII, VIII 
Γιατί ποτέ δεν θα επιβληθεί τούτο: Μη-Όντα να είναι.
Συ όμως κράτα το νου σου μακριά από τούτην την οδό της αναζήτησης,
κι ούτε η πολύπειρη συνήθεια να σε σπρώξει στην (άλλη) οδό,
να περιφέρεις το άσκοπο μάτι και την πολύβουη ακοή
και την γλώσσα, αλλά κρίνε με το λόγο τον πολύμαχο έλεγχο
που εγώ σου εξέθεσα.
Μόνος λοιπόν ο λόγος για την οδό
απομένει: πως είναι. Και πάνω της υπάρχουν σήματα
πάμπολλα: πως το Εόν αγέννητο είναι και ανώλεθρο,
ολόκληρο και μονογενές κι ατρεμές και τέλειο.

Ούτε ήταν κάποτε ούτε θα είναι, γιατί τώρα είναι όλο μαζί,
ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννα θ' αναζητούσες γι' αυτό;
Προς τα πού κι από πού ν' αυξήθηκε; Ούτε από το Μη-Ον θα σ' αφήσω
να πεις ή να νοήσεις, γιατί άφατο είναι κι αδιανόητο
το ότι δεν είναι. Και ποια ανάγκη θα τό 'σπρωχνε
αργότερα ή νωρίτερα να γεννηθεί, απ' το Μηδέν προερχόμενο;
Ανάγκη λοιπόν ή εντελώς να είναι, ή να μην είναι (διόλου).
Ούτε από το Μη-Ον θ' αφήσει ποτέ της πίστεως η ισχύς
να προστεθεί κάτι στο Εόν. Κι έτσι ούτε να γίνει
ούτε να χαθεί το άφησε η Δίκη, τα δεσμά χαλαρώνοντας,
αλλά το συγκρατεί. Κι η κρίση γι' αυτά συνίσταται σε τούτο:
είναι ή δεν είναι. Έχει λοιπόν κριθεί, καθώς είναι ανάγκη,
αδιανόητη κι ανώνυμη τη μια ν' αφήνουμε, γιατί δεν είναι 
οδός αληθής. Η άλλη όμως -ότι είναι- να είναι αληθινή.
Πως ως Εόν θα ήταν (μόνο) αργότερα; Και πώς γεννιόταν;
Γιατί αν γεννήθηκε, δεν είναι, ούτε κι αν μέλλει κάποτε να είναι.
Έτσι έσβησε η γένεση κι ο όλεθρος ανήκουστος.
Ούτε διαιρετό είναι (το Εόν), γιατί ολόκληρο είναι όμοιο.
ούτε κάπου κάπως περισσότερο, που θα το εμπόδιζε να συνέχει,
ούτε κάπως λιγότερο, αλλά το παν είναι γεμάτο από Εόν.
Γι αυτό και το παν είναι συνεχές . Γιατί Εόν πρόσκειται σε Εόν.

Κι ακίνητο στα όρια δεσμών μεγάλων,
άναρχο είναι κι άπαυστο, αφού γένεση κι όλεθρος
μακριά πολύ εκδιώχθηκαν: τα απόδιωξε η πίστη η αληθινή.
Ίδιο και μένοντας στον ίδιο τόπο, κείται καθ' αυτό
κι έτσι εκεί θα παραμείνει στέρεο. Γιατί κραταιά ανάγκη
στα δεσμά το κρατά του ορίου που το περικλείει.

Γι' αυτό δεν επιτρέπεται ατελές να είναι το Εόν:
δεν είναι ελλιπές, ενώ αν ήταν, όλα θα του έλειπαν.
Αφού όμως έσχατο υπάρχει όριο, ολοκληρωμένο είναι
από παντού, όμοιο με σχήμα σφαίρας ολοστρόγγυλης,
από τη μέση παντού ισοδύναμο: εδώ κάπως  περισσότερο
κι εκεί κάπως λιγότερο δεν μπορεί  να είναι.
Γιατί ούτε το Μη-Ον -που θα το εμπόδιζε να φτάσει
στο όμοιο του- είναι, ούτε Εόν θα μπορούσε να είναι
εδώ περισσότερο, εκεί λιγότερο από Εόν, αφού ολόκληρο είναι απρόσβλητο.
Από παντού λοιπόν ίσο προς εαυτό, όμοια κείται στα όριά του.

Νοείν κι (Είναι ως) εκείνο, χάριν/λόγω του οποίου είναι το νόημα, είναι το αυτό.
Γιατί χωρίς το Εόν (όπως ειπώθηκε)
δεν θα βρεις το Νοείν, ούτε αν ο χρόνος είναι ή θα είναι
κάτι άλλο απ' το Εόν, αφού η μοίρα το 'δεσε,
ολόκληρο κι ακίνητο να είναι. Σ' αυτό αναφέρονται τα ονόματα όλων
όσα οι άνθρωποι έθεσαν, πιστεύοντας ότι είναι αληθινά:
γένεση κι όλεθρος, είναι κι όχι,
κι αλλαγή τόπου και χρώματος φωτεινού μεταβολή.

Εδώ σου σταματώ τον πιστό λόγο και τη σκέψη
για την αλήθεια. Δόξες από εδώ και πέρα ανθρώπινες
μάθαινε, των λόγων μου ακούγοντας τον κόσμο τον απατηλό:
Γιατί έθεσαν με τις γνώμες τους μορφές δύο να ονομάζουν,
που η μια τους (δήθεν) πρέπει να μην είναι εδώ είναι που έχουν πλανηθεί.
Κι αντιθετικά χώρισαν ανάλογα με την όψη και σήματα έθεσαν
χωριστά το εν΄ από το άλλο: εδώ της φλόγας πυρ αιθέριο,
ήπιο και πανάλαφρο, παντού το αυτό με τον εαυτό του,
όχι όμως και με το άλλο. Κι εκείνο πάλι καθ' εαυτό,
την αντίθετη νύχτα την αδαή, πυκνή και βαριά μορφή.

Όλον τούτο τον φανερό και ταιριαστό διάκοσμο εγώ σου εκθέτω,
ώστε ποτέ ανθρώπου γνώμη να μη σε ξεπεράσει).

Ο Παρμενίδης αντιλαμβάνεται το Ον σαν Απόλυτη Παρουσία που Εμπεριέχει τα Πάντα, Ταυτόχρονα. Δεν υπάρχει γέννηση, εξέλιξη, καμιά αλλοίωση. Όλα είναι Ταυτόχρονα, Εδώ, Τώρα.
Αυτή είναι η Οδός της Αλήθειας, ο μόνος ορθός τρόπος να αντιληφθούμε το Ον.
Το Ον γίνεται αντιληπτό σαν «πεπερασμένη» σφαίρα («πεπερασμένη» για να γίνει αντιληπτή) που όμως τα όριά του επεκτείνονται αέναα όσο το προσεγγίζει η αντίληψη: Είναι Αυτό που Επεκτείνεται Πέραν, Χωρίς Τέρμα.
Αλλά εφόσον μόνο το Ον υφίσταται σαν Απόλυτη Πραγματικότητα τότε πως εξηγείται ο κόσμος της ύπαρξης, της γέννησης, της εξέλιξης, της φθοράς, που αντιλαμβάνονται τα όντα (και οι άνθρωποι); Για (τον Ορφέα όπως και για) τον Παρμενίδη υπάρχει μόνο η Απόλυτη Πραγματικότητα, ένας Χώρος, ένας Κόσμος, (όχι δύο κόσμοι, δύο πραγματικότητες – του Όντος και της δημιουργίας). Αυτό που δημιουργεί τον κόσμο των φαινομένων είναι η Αντίληψη, η Σχετική Αντίληψη, η Δόξα (που δεν βλέπει το Ον αλλά μεταβαλλόμενες σχέσεις μέσα στο Ον). Υπάρχει λοιπόν Μια Πραγματικότητα αλλά δύο αντιλήψεις της Πραγματικότητας: η Αλήθεια που βλέπει το Ον όπως Είναι και η δόξα που βλέπει το Ον σαν Φαινόμενο. (Μία Πραγματικότητα, αλλά δύο αντιλήψεις).
Αν και το τμήμα του έργου του Παρμενίδη («Περί Φύσεως») που αναφέρεται στη Δόξα (που δημιουργεί τον κόσμο του φαινομένου) χάθηκε για πάντα, μπορούμε όμως, στηριζόμενοι σε αποσπάσματα να κατανοήσουμε τι ακριβώς διδάσκει ο Μεγάλος Σοφός.
Η Θεώρηση του Όντος όχι σαν Απόλυτης Πραγματικότητας αλλά σαν «Είναι» δημιουργεί αυτόματα την αντίληψη του «μη-είναι». Από την Αντιληπτική Νύχτα (την Απουσία Ιδιοτήτων) γεννιέται η Αντίληψη της Ύπαρξης (του Ενός, του Μυθικού Έρωτα των ύμνων)που αυτόματα διασπάται σε αντίθετα που αναμιγνύονται σε ζεύγος για να παράγουν όλα τα φαινόμενα: Είναι-μη είναι, Ημέρα-Νύχτα, Φως-Σκοτάδι, κλπ. Κλπ.
Έτσι μέσα στη Σχετική Αντίληψη (Δόξα), καθώς το Ον εκλαμβάνεται σαν «Είναι», όπου δημιουργείται αυτόματα η αντίληψη του «μη-είναι», υπάρχουν δύο στοιχεία που η ανάμιξή τους και η εξέλιξή τους και η κυκλική πορεία τους δημιουργούν τον κόσμο των φαινομένων: Δεν πρόκειται για μια Αληθινή δημιουργία, αλλά για μια Εσωτερική Πορεία της αντίληψης στη Διερεύνηση του Όντος (το Οποίο όμως αντιλαμβάνεται μέσα από σχετικούς όρους). Από τα δύο στοιχεία το ένα, το «Είναι» μοιάζει με το Ον (εν τούτοις δεν είναι η Άμεση Καθαρή Θεώρηση του Όντος, αλλά μια σχετική αντίληψη του Όντος), ενώ το άλλο, το «μη-είναι» είναι μακριά από την οντολογική πραγματικότητα κι ανήκει στην περιοχή του μη αληθινού.
Επειδή η Δόξα (η Σχετική Αντίληψη) συλλαμβάνει το Ον (όχι βέβαια με Αληθινό Τρόπο, αλλά με τον δικό της σχετικό τρόπο) αυτή η Φαινομενικότητα αποτελεί μια αλλοιωμένη αντίληψη της Πραγματικότητας, μοιάζει με την Πραγματικότητα, αλλά παρ’ όλα αυτά αυτό που αντιλαμβανόμαστε μέσω της δόξας (ο κόσμος της αλλαγής και της φθοράς) δεν είναι πραγματικό, είναι φαινομενικό. Αυτό που βλέπουμε είναι όχι το Ον, που Είναι Αιώνιο, Ακίνητο (ή αλλιώς Αναλλοίωτο), Εμπεριέχει τα Πάντα, εδώ, Τώρα, Ταυτόχρονα, αλλά η συνεχής μετατόπιση της σχετικής αντίληψής μας στο Ον (στην Αιώνια Αμετάβλητη Κατάσταση), σε μια περιορισμένη, προκαθορισμένη και κυκλική πορεία (που θα μας Οδηγήσει πίσω, στην Πλήρη Αντίληψη του Όντος)… είναι σαν μια Δέσμη Συνειδητότητας που Σαρώνει το Ον – δεν αντιλαμβάνεται το Ον, Όλο, Όπως Είναι, αλλά σταδιακά (μέσα από την αντίληψη των αντιθέτων, σαν μια εξέλιξη, πορεία, κύκλο δημιουργίας, κλπ). Αυτό ακριβώς είναι το Νοείν (στη μεταφυσική σημασία που του έδινε ο Παρμενίδης και που δεν ταυτίζεται με την ανθρώπινη διανόηση). Το Νοείν (δηλαδή η μετατόπιση της σχετικής αντίληψης στο Ον) είναι ακριβώς που δημιουργεί το Είναι (στην τεράστια ποικιλία του). Έτσι Νοείν και Είναι είναι το ίδιο, («Περί Φύσεως» ΙΙΙ, ...γιατί Νοείν κι Είναι  είναι το αυτό).
Με αυτή την σημασία που εκθέσαμε πιο πάνω, εξέλαβε ο Χέγκελ (και πολύ σωστά) την «ταύτιση του Νοείν και του Είναι», καθώς κι όλη η γερμανική φιλοσοφία. Στην πραγματικότητα ο Χέγκελ (χωρίς να αμφισβητούμε το Μεγαλείο του) δεν είναι τίποτα άλλο από σχολιαστής του Παρμενίδη (κι αυτό το διαπιστώνει κάποιος διαβάζοντας την «Λογική» του, που δεν είναι παρά ένα μεγάλο σχόλιο στο «Περί Φύσεως» του Παρμενίδη). Αντίθετα είναι τελείως λανθασμένη η αγγλική άποψη (του Μπούρνετ) που ερμηνεύει την φράση του Παρμενίδη να σημαίνει ότι «το πράγμα το οποίο νοούμε είναι το ίδιο με το πράγμα που υπάρχει» ταυτίζοντας έτσι (βέβηλα) το Νοείν του Παρμενίδη με την διανοητική νόηση. Αλλά οι Άγγλοι δεν είχαν ποτέ φιλοσοφία, μέχρι σήμερα.