Sunday, March 25, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ): Οι "Γιορτές"

Το Αθηναϊκό ημερολόγιο

(Τα στοιχεία που παραθέτουμε παρακάτω είναι παρμένα από την εργασία του Άγγελου Λιβαθινού, «Το Ημερολόγιο των Αρχαίων Ελλήνων»)

Η Μαθηματική βάση τού Ελληνικού Ημερολογίου
Οι   Έλληνες   χώριζαν το έτος   σε 12 σεληνιακούς (συνοδικούς) μήνες  και, επειδή γνώριζαν, ότι  ο κάθε συνοδικός μήνας δεν είχε ακέραιο πλήθος ημερών ( 29  ½ ημέρες    περίπου  ),  έδιναν      στους  μήνες    διάρκεια  30 ημερών ( τέλειοι μήνες)  και 29 ημερών (κοίλοι μήνες) εναλλάξ ( κανένας μήνας δεν είχε 31 ή 28 ημέρες όπως σήμερα), και φρόντιζαν ώστε η πρώτη ημέρα εκάστου μηνός να   συμπίπτει,   κατά   το   δυνατόν,   με   την   Νέα   Σελήνη   (Νουμηνία).
Έτσι, όμως, το  (σεληνιακό ) έτος, δηλαδή  οι 12 σεληνιακοί μήνες, ισοδυναμούσε με άθροισμα 354  ημερών, δηλαδή  ήτανε μικρότερο  κατά 11 ¼  ημέρες από την πραγματική διάρκεια  τού (ηλιακού ) έτους.
Για να  καλύψουν αυτήν την διαφορά, προχώρησαν στην εξής διόρθωση: υπολόγισαν, ότι σε κάθε  οκτώ (8) σεληνιακά έτη προέκυπτε έλλειμμα  ενενήντα (90) ημερών, δηλαδή ένα έλλειμμα τριών (3) μηνών  των  30 ημερών έκαστος ( 11 ¼  Χ 8= 90 ). Γι΄ αυτό, στην διάρκεια των   οκτώ   (σεληνιακών ) ετών, παρενέβαλλαν  τρείς (3) εμβόλιμους μήνες:
 - έναν στην διάρκεια τού τρίτου έτους,
- δεύτερο  στην διάρκεια τού πέμπτου έτους
-και τρίτο  στην διάρκεια τού  όγδοου έτους (πλήρης οκτωχρονιά, εννεαετηρίς).
Ο μήνας αυτός, συνήθως, έμπαινε εμβόλιμος αμέσως μετά τον μήνα Ποσειδαιώνα (περίπου, 16 Δεκεμβρίου - 15 Ιανουαρίου), και ονομαζότανε: Ποσειδαιών Β΄.
Έτσι, μέσα σε  8 ηλιακά έτη, προέκυπτε εξίσωση τού χρόνου  μεταξύ των  8 σεληνιακών ετών και των 8 ηλιακών ετών!
Με αυτόν τον τρόπο οι  Αρχαίοι Έλληνες  δημιούργησαν το δικό τους     ημερολόγιο, το οποίο, επειδή στηριζότανε  κατά κύριο λόγο  στους σεληνιακούς (συνοδικούς ) μήνες  και διορθωτικά  στο ηλιακό έτος , λέγεται           σεληνοηλιακό  ημερολόγιο (υπάρχει  και το ηλιακό ημερολόγιο,  καθώς και το γνησίως σεληνιακό ημερολόγιο).
Το Αττικό Σεληνοηλιακό Ημερολόγιο
Στην Αρχαία Ελλάδα  κάθε Πόλις – Κράτος  είχε το δικό της ημερολόγιο, δηλαδή είχε τις δικές της ονομασίες   στους   12 μήνες   τού έτους, και είχε τις δικές της γιορτές   κατά την διάρκεια κάθε μήνα.  Η δομή, όμως, όλων των ημερολογίων  στην Ελλάδα  ήταν  ίδια. Οι περισσότερες Πόλεις είχαν υιοθετήσει το Αττικό  ημερολόγιο, στο οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω.
Ο πρώτος μήνας τού έτους  άρχιζε το καλοκαίρι, μετά το θερινό Ηλιοστάσιο, και συγκεκριμένα περίπου την αντίστοιχη σημερινή 16η   Ιουλίου, και είχε 30 ημέρες.
Καθώς στην Αρχαία Ελλάδα η έννοια της Εβδομάδας  ήταν άγνωστη, χώριζαν τον κάθε μήνα σε τρία  δεκαήμερα ( ή δύο δεκαήμερα και ένα εννεαήμερο):
1ο    δεκαήμερο: λεγόταν  μήν ιστάμενος, ή μήν αρχόμενος, ή μήν εισιών.
2ο   δεκαήμερο:  λεγόταν μήν μεσών
3ο   δεκαήμερο: λεγόταν  μήν  φθίνων, ή μήν απιών..
Η εκφώνηση  των  ημερών  του μήνα γίνονταν ως εξής : «εβδόμη αρχομένου» (= 7η τού συγκεκριμένου   μηνός ), «δωδεκάτη  μεσούντος» (= 12η   τού μηνός ), «23η   φθίνοντος» (= 23η   τού μηνός). Κάποιες φορές, οι μέρες του 3ου δεκαημέρου εκφωνούνταν οπισθοβατικώς (ανάποδα): «δεκάτη  απιόντος» (=10η  από τού τέλους τού  μηνός, δηλαδή  20ή  τού μηνός ).
Η ημέρα, δηλαδή το ημερονύκτιο, αρχίζει και τελειώνει με την δύση τού Ηλίου.
Το επίσημο  πολιτικό  και θρησκευτικό  Αττικό Ημερολόγιο  είχε τους παρακάτω 12 μήνες ( για σωστή   ανάγνωση   όλοι   οι   μήνες   τονίζονται   στην λήγουσα   και   είναι αρσενικού γένους).
1ος : ΕΚΑΤΟΜΒΑΙΩΝ  (διάστημα  περίπου 16 Ιουλίου - 15 Αυγούστου, ημέρες 30)
Ο 1ος   μήνας τού πολιτικού και θρησκευτικού έτους στην Αττική.  Η ονομασία του μήνα  αυτού προέρχεται  από την Εκατόμβη, η οποία σημαίνει  την  θυσία 100 βοδιών  ή κάθε δημόσια θυσία ισάξια μ’ αυτήν.
Στην Ακρόπολη, μπροστά στον  παλαιό ναό της Αθηνάς (προστάτιδας της Πόλης), κατά την γιορτή των   Παναθηναίων, θυσίαζαν   όσες αγελάδες χρειάζονταν για να  σιτισθούν όλοι  οι κάτοικοι της Πόλης. Τα Παναθήναια ήταν  μια μεγάλη γιορτή, που πραγματοποιούνταν  προς τιμήν της Θεάς Αθηνάς, στο τέλος του μήνα  και κάθε 4  έτη. Παλιότερα, ο μήνας αυτός ονομάζονταν  Κρονίων, από το όνομα τού θεού Κρόνου. Τότε, εόρταζαν τα Κρόνια, γιορτή προς τιμήν τού   Κρόνου, Πατέρα των θεών. Η γιορτή αυτή  εύρισκε μαζί κυρίους και δούλους  σε ένα  ξεφάντωμα χαράς και συμποσίων. Άλλη γιορτή  κατά τον μήνα Εκατομβαιώνα ήταν τα Συνοίκια , στις «16  μεσούντος μηνός».
2ος : ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ  (διάστημα  περίπου  16 Αυγούστου-15 Σεπτεμβρίο, ημέρες 29)
Κατά  τον  Πλούταρχο,  ο  μήνας  αυτός  ονομάσθηκε  έτσι,  επειδή  κατά  το  διάστημα  αυτό    οι άνθρωποι μετοικούσαν, άλλαζαν δηλαδή κατοικία, άρα και γείτονες.   Κατ’ αυτόν τον μήνα πραγματοποιούνταν μια μικρή σχετικά  γιορτή, τα  Μεταγείτνια, με  γυμνικούς αθλητικούς αγώνες. Ο μήνας αυτός σήμαινε και το τέλος  τού  υποχρεωτικού στρατιωτικού έτους .
3ος: ΒΟΗΔΡΟΜΙΩΝ (διάστημα περίπου:16  Σεπτεμβρίου – 15 Οκτωβρίου, ημέρες 30)
Η λέξη   βοηδρόμος σημαίνει τον σπεύδοντα προς βοήθεια  (βοή + δρόμος ).  Στις 6 και 7 του μήνα («6 και 7  αρχομένου») τελούνταν τα Βοηδρόμια, γιορτή  σε ανάμνηση της βοήθειας τού θεού Απόλλωνα προς  τον Θησέα, στον πόλεμο που έκαμε κατά των Αμαζόνων.  Μετά από λίγες ημέρες τελούνταν τα   πολύ γνωστά   Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια   (15-23 τού μηνός), προς τιμήν της Δήμητρας , θεάς της Γεωργίας.
4ος:   ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ  (διάστημα περίπου : 16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου , ημέρες 29)
Ο τέταρτος μήνας  τού Αττικού Ημερολογίου. Η λέξη Πυανεψιών είναι σύνθετη  (πύανος = κουκί, έψω=βράζω), προήλθε δε  από ένα  έδεσμα ( φαγητό), που συνηθιζότανε κατά την περίοδο αυτή και  αποτελούνταν  από    βρασμένους  κυάμους  (κουκιά)  ή,  σύμφωνα  με  άλλην  εκδοχή,  από αποφλοιωμένο  κριθάρι και όσπρια.
Ο μήνας  Πυανεψιών   είχε τις περισσότερες γιορτές:
α) Τα Πυανέψια , στις  7 τού μήνα, προς τιμήν τού Απόλλωνα, για την προστασία των σπαρτών. Στην γιορτή  αυτήν πραγματοποιούνταν αρκετές τελετές  με αρχαία προέλευση:  πρόσφεραν στον θεό  ένα πιάτο με κουκιά (πυάνους) και πολλά άλλα χόρτα, αναμεμιγμένα με αλεύρι και στάρι.
β) Τα  Οσχοφόρια (Όσχος =  νέον κλήμα αμπέλου ), γιορτή προς τιμήν τού Θεού  Διονύσου.  Έφηβοι    σε    χορό,  που  οδηγούσαν  δύο  από αυτούς, αμφιθαλείς (που είχαν, δηλαδή, στην ζωή και τους δύο γονείς τους),   έφερναν κλαδιά από αμπέλι, φορτωμένα με σταφύλια. Ακολουθούσαν  χοροί και αγώνες δρόμου μεταξύ των εφήβων.
γ)  Τα  Θεσμοφόρια, (στις 11, 12, και 13  του μήνα), γιορτή προς τιμήν της  Δήμητρας, θεάς της Γεωργίας, που φροντίζει για την γονιμότητα  των σπαρτών και των γυναικών. Η λέξη Θεσμοφόρος  ( θεσμός +φέρω)   σημαίνει αυτόν, που φέρει (ορίζει) θεσμούς και νομοθεσίες. Τα Θεσμοφόρια   ήταν   γιορτή   μόνον των παντρεμένων γυναικών (απαγορεύονταν η συμμετοχή στους άνδρες, στις ανύπανδρες   γυναίκες   και στις εταίρες). Οι γυναίκες  ετοιμάζονταν για την συμμετοχή τους στην γιορτή , απέχοντας  για μερικές ημέρες από κάθε σεξουαλική σχέση.   Κατά τις μέρες της γιορτής γυναικοκρατούνταν  η δραστηριότητα και λειτουργία της Αττικής Κοινωνίας. Εμπνευσμένη από την γιορτή αυτή είναι η γνωστή Κωμωδία  τού Αριστοφάνη  «Θεσμοφοριάζουσες», όπου με σκωπτικό τρόπο  εξιστορούνταν τα δρώμενα στη Αρχαία Αθήνα.
δ)  Τα  Απατούρια ( πιθανώς εκ τού : απάτωρ = ορφανός), πολιτική γιορτή  των  φατριών (οικογενειακών δένδρων), διαρκείας τριών ημερών, κατά την οποία οι Αθηναίοι πολίτες,  έκαναν θυσίες  και  συμπόσια κατά τις δύο πρώτες μέρες, ενώ κατά την τρίτη και τελευταία μέρα (που λέγονταν  Κουρεώτις) οι  αρχηγοί των οικογενειών  παρουσίαζαν στα υπόλοιπα μέλη της φατρίας τα νόμιμα παιδιά  τους, που γεννήθηκαν  στο έτος αυτό, για να τα  γράψουν  εν  συνεχεία  στους καταλόγους  των πολιτών.
ε)   Τα  Χαλκεία , γιορτή προς τιμήν της Αθηνάς (Εργάνης), προστάτιδας των τεχνιτών, και τού θεού Ήφαιστου, προστάτη των σιδηρουργών. Η  γιορτή γίνονταν την τελευταία ημέρα του μήνα (29η). 
5ος : ΜΑΙΜΑΚΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Νοεμβρίου-15 Δεκεμβρίου, ημέρες 30)
Την περίοδο αυτή γιορτάζονταν  ο « Ζεύς  Μαιμάκτης».  Η λέξη Μαιμάκτης  προέρχεται ίσως από το ρήμα «μαιμάσσω » , που σημαίνει: επιθυμώ πολύ (με πάθος) κάτι ή κάποιον, δηλαδή ποθώ.
6ος: ΠΟΣΕΙΔΑΙΩΝ  (διάστημα περίπου: 16 Δεκεμβρίου -15 Ιανουαρίου, ημέρες 29)
Η ετυμολογία της λέξης είναι αμφιλεγόμενη. Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται  από το  όνομα τού Θεού Ποσειδώνα, ενώ κατ’ άλλους έχει την ίδια ρίζα με το επίθετο πόσιμος (δηλαδή, αυτό που μπορεί να πιεί κάποιος, δηλαδή τον οίνο).
Κατά τον μήνα αυτόν πραγματοποιούνταν  οι εξής  γιορτές :
α) Τα  Αλώα (: η  άλως= το αλώνι  ή το καλλιεργημένο  χωράφι ).  Γιορτή  προς τιμήν της Δήμητρας, για να προστατεύσει την βλάστηση (όπως τα  Θεσμοφόρια, για την προστασία της σποράς). Προσφέρονταν θυσίες  στην θεά  Δήμητρα  και στην κόρη της,  Περσεφόνη.  Δεν επιτρέπονταν, οι  άνδρες να  λάβουν μέρος  στα  Αλώα (εκτός  από μερικούς άρχοντες, που επέβλεπαν τις τελετές). Ελεύθερη ήταν όμως η συμμετοχή   για τις εταίρες (η συμμετοχή των οποίων απαγορεύονταν στα  Θεσμοφόρια).
β) Τα  κατ’  αγρούς  Διονύσια (ή   Μικρά  Διονύσια), σε διάκριση  από τα  κατ’ Άστυ  (ή εν Άστει ) Διονύσια, γιορτή προς τιμήν του Θεού  Διονύσου. Μια αγροτική πομπή  μετέφερε ένα κάνιστρο (κανηφόροι)   και πίσω της ακολουθούσε μια άλλη πομπή   μεταφέροντας ένα φαλλό (φαλλοφόρια). Ακολουθούσαν  λαϊκές  διασκεδάσεις, χοροί, τραγούδια,  πειράγματα κλπ.   
Από την αρχή τού 5ου αι. οι πλούσιοι  Δήμοι, παράλληλα με αυτές τις εκδηλώσεις, διοργάνωναν  και δραματικές παραστάσεις.
7ος: ΓΑΜΗΛΙΩΝ  (διάστημα περίπου:  16 Ιανουαρίου–15 Φεβρουαρίου, ημέρες 30)
Ο μήνας, κατά τον οποίον τελούνταν συνήθως οι γάμοι. Κατ’ αυτόν τελούνταν οι εξής γιορτές:
α) Τα Γαμήλια   (ή Θεογάμια), γιορτή αφιερωμένη στις θεότητες, που προστάτευαν τον γάμο: Δία, Ήρα, Αφροδίτη, Αρτέμιδα, Πειθώ .
β) Τα Λήναια, γιορτή της οποίας το όνομα οφείλονταν σε τοπωνύμιο περιοχής της Αθήνας, με το όνομα «Λήναιον», και αφιερωμένη  στον Βάκχο ( Διόνυσο ).  Κατά την γιορτή αυτή  τελούνταν μια οργιαστική εκδήλωση   των Ληνών (Ληναί  =  άλλο όνομα των Μαινάδων, γυναικών, που τις καταλαμβάνει βακχική «μανία»).  Αυτές  οι  γυναίκες  χόρευαν,  αναμαλλιασμένες  και σε έκδηλη  έκσταση, διάφορους  χορούς στην ιερή θέση Λήναιον.
Ακόμα πραγματοποιούνταν  δραματικές και λυρικές θεατρικές παραστάσεις, μια και ο Βάκχος ήτο ο Θεός τού Διθυράμβου. Στα Λήναια  είχε  παρουσιάσει  ο Αριστοφάνης τα γνωστά έργα του: Αχαρνείς , Ιππείς , Σφήκες .
8ος: ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Φεβρουαρίου–15 Μαρτίου,  ημέρες 29 )
Η ετυμολογία της λέξης Ανθεστηριών είναι αμφιλεγόμενη . Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται  από το  ρήμα «ανθεστιώ», που σημαίνει «ανταποδίδω φιλοξενία»… Κατά τον Παναγή Λεκατσά το όνομα βγαίνει από το «ανθέω», (όπως φαίνεται από το παράλληλο «ανθεστηριάδες», αυτές που είναι ώριμες να παντρευτούν)… Για τον Νίλσσον Ανθεστήρια είναι η «γιορτή των λουλουδιών»…
 Κατά τον μήνα αυτόν τελούνταν οι εξής γιορτές :
α)  Τα  Ανθεστήρια, τριήμερη γιορτή (11, 12, και 13 του μήνα) προς τιμήν τού Βάκχου. Την πρώτη μέρα, που λέγονταν Πιθοιγία, άνοιγαν τους πίθους, όπου φύλαγαν τον οίνο. Την δεύτερη μέρα που λέγονταν Χόες γίνονταν διαγωνισμοί  ανάμεσα σε πότες οίνου. Η τρίτη μέρα της γιορτής, που είχε την ονομασία Χύτροι, ήταν αφιερωμένη  στους νεκρούς και  στους ετοιμοθάνατους.  Πίστευαν ότι, με το τέλος των Ανθεστηρίων, έφευγαν μαζί και τα κακά πνεύματα, και γι’ αυτό φώναζαν: «θύραζε Κήρες, ουκ έτ’ Ανθεστήρια » (= έξω από την θύρα φύγετε, Κήρες – Δυνάμεις του θανάτου -. τα Ανθεστήρια – δηλαδή η φιλοξενία-τελείωσαν !).
β) Τα  Χλοία, γιορτή της  Δήμητρας.
γ) Τα Διάσια, προς τιμήν τού Διός.
9ος:  ΕΛΑΦΗΒΟΛΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Μαρτίου–15Απριλίου, ημέρες 30)
Ετυμολογικά  η ονομασία Ελαφηβολιών  προέρχεται από το ουσιαστικό Ελαφηβόλια (έλαφος+βάλλω), γιορτή προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδας (προστάτιδας τού κυνηγίου ).
Τα Μεγάλα  Διονύσια (ή αλλιώς : τα εν  Άστει  ή κατ΄ Άστυ Διονύσια,  προς διάκριση από τα « κατ΄αγρούς Διονύσια ») ήταν η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαιότητας (και θα την αναλύσουμε αλλού).
Τα  Ελαφηβόλια, άλλη ονομασία για τα Μεγάλα  Διονύσια ήταν η δεύτερη θεατρική περίοδος, μετά τα Λήναια, και προσήλκυαν πολλούς ξένους. Διαρκούσαν πέντε μέρες, στην διάρκεια των οποίων  παρουσιάζονταν στην Αθήνα διάφορα θεατρικά έργα σε διαγωνισμό. Στις 9 του μήνα παρουσίαζαν τους Διθυράμβους, στις 10 του μήνα τις Κωμωδίες, και, από τις 11 μέχρι τις  13 τού μήνα, τις Τριλογίες (Τραγωδίες).
Μόνο κατά τον μήνα αυτόν  επέτρεπε η θεά Άρτεμις  το κυνήγι του ελαφιού .
10ος: ΜΟΥΝΥΧΙΩΝ (διάστημα περίπου:  16 Απριλίου–15 Μαΐου, ημέρες 29)
Η ονομασία Μουνυχιών προέρχεται από την Μουνυχία, το όνομα δηλαδή τού λιμανιού μεταξύ του Πειραιά και  του Φαλήρου  (ο κόλπος της Μουνυχίας, το λιμάνι της Μουνυχίας, το επιλεγόμενο  επί Τουρκοκρατίας και «Τουρκολίμανο» ).
Κατά τον μήνα αυτόν τελούνταν γιορτή προς τιμήν της  θεάς Αρτέμιδας, ναός της οποίας  υπήρχε στην Μουνυχία, όπου και λατρευόταν.
11ος: ΘΑΡΓΗΛΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16 Μαΐου–15 Ιουνίου, ημέρες 30 )
Κατά τον μήνα αυτόν πραγματοποιούνταν ο θερισμός.
Στις αρχές του μήνα γίνονταν εκδηλώσεις- γιορτές, τα Θαργήλια, προς τιμήν τού Απόλλωνα. Την πρώτη μέρα των γιορτών (6η αρχομένου μηνός ) η πόλη καθαριζόταν με την τελετή Φαρμακοί. Κατ’ αυτήν δύο άνθρωποι, διέσχιζαν τρέχοντας τους δρόμους της πόλης, ενώ οι περαστικοί  τούς κυνηγούσαν και τούς κτυπούσαν με σκιλλοκρέμμυδα (σκίλλα)  και με κλαδιά συκιάς για να τους διώξουν από την πόλη, δείγμα της επιθυμίας τους να απομακρύνουν μαζί με αυτούς τα μιάσματα  που είχαν εισχωρήσει στην πόλη. Την δεύτερη μέρα των γιορτών (στις 7 τού μηνός)  πρόσφεραν στον Απόλλωνα τον  «Θάργηλον άρτον»,  δηλαδή  άρτο από    τα  πρώτα στάχυα, που έκοβαν πριν από τον θερισμό, ο οποίος θα ακολουθούσε σε λίγες μέρες.
Στις 25  του μήνα γιόρταζαν τα  Ιερά πλυντήρια, τελετή κατά την οποίαν μετέφεραν το ξύλινο άγαλμα (ξόανον) της Αθηνάς μαζί με το πέπλο  του χρυσελεφάντινου αγάλματος  στο Φάληρο, τα έριχναν στην θάλασσα  για να πλυθούν και να καθαρθούν, πρόσφεραν δε στην θεά γλυκά από σύκα.
Οι γιορτές, δηλαδή, κατά τον μήνα Θαργηλιώνα, αποσκοπούσαν στον     εν γένει εξαγνισμό της πόλης, προ της συγκομιδής των καρπών.
12ος : ΣΚΙΡΟΦΟΡΙΩΝ (διάστημα περίπου:  16 Ιουνίου–15 Ιουλίου, ημέρες 29)
Οι κύριες γιορτές κατά τον μήνα αυτόν ήταν :
α)  Τα Σκιροφόρια:  γιορτή προς τιμήν  της Αθηνάς. Το λευκό υφαντό πέπλο της θεάς Αθηνάς  το ονόμαζαν σκίρον. Το σκίρον, το οποίο είχαν πλύνει κατά τον προηγούμενο μήνα, το  μετέφεραν τεντωμένο πάνω  από το κεφάλι τους  οι Ιέρειες της Αθηνάς (Αρρηφόροι ) και το  πήγαιναν στην περιοχή  «Σκίρον» (Κακιά σκάλα, Σκιρωνίδες πέτρες),  από όπου εν συνεχεία  το  επέστρεφαν στην Ακρόπολη .
β) Τα Διπόλια ή Διπόλεια (=Διΐ + πόλις), γιορτή προς τιμήν τού Διός  με ιππικές επιδείξεις.
γ) Τα Βουφόνια,  η τελευταία γιορτή τού  έτους, αφιερωμένη στον Δία, Πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Κατά την γιορτή αυτήν θυσίαζαν  βόδια στον Δία (Βουφόνος = βούς + φόνος).
Η χρονολόγηση τών ιστορικών γεγονότων στην Αρχαία Ελλάδα:
Η χρονολόγηση των ιστορικών γεγονότων, αρχικά, δεν ήταν ενιαία στην Αρχαία Ελλάδα. Κάθε Πόλις-Κράτος είχε τον δικό της τρόπο να τοποθετεί χρονικά ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός. Για τον σκοπό αυτόν, πολλές φορές έχουν χρησιμοποιηθεί και σημαντικά αστρονομικά γεγονότα, όπως οι εκλείψεις τού Ηλίου.
Στην Αρχαία Αθήνα, αρχικά, χρονολογούσαν με ενιαίο τρόπο τα ιστορικά γεγονότα με βάση τον  Κατάλογο  των  Επωνύμων  Αρχόντων.  Έτσι,  για  παράδειγμα,  αναφέρεται,  ότι  ο Πεισίστρατος έγινε Τύραννος των Αθηνών επί Άρχοντος Κωμέου. Αυτή η αναφορά, με την βοήθεια και άλλων πληροφοριών, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι αυτό το σημαντικό ιστορικό γεγονός έλαβε χώρα στην Αθήνα το έτος 560 π.Χ., κατά την χριστιανική χρονολόγηση.
Αργότερα, ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, το   οποίο, εκ των πραγμάτων, αποδέχθηκαν όλοι οι Έλληνες στην Αρχαία Ελλάδα ως χρονικό σημείο αναφοράς  για την χρονολόγηση των  ιστορικών γεγονότων, ήταν  η πρώτη  γραπτή  χρονική αναφορά για την πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ολυμπία με την ευθύνη τού Κράτους της Ήλιδος. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που τελούνταν στην Ολυμπία προς τιμήν τού Διός, πατέρα των θεών, άρχισαν, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, πολύ πριν από τον 8ο αιώνα π.Χ., και ιδρυτής τους στην  Μυθολογία  αναφέρεται  ο  Ηρακλής.  Αλλά  η  πρώτη  γραπτή  καταχώριση    Ολυμπιακών Αγώνων έγινε  για τους Αγώνες τού έτους 776 π.Χ. Η καταγραφή έγινε τον 5ο  αιώνα π.Χ., από τον Σοφιστή, Ιππία τον Ηλείο, ο οποίος πρώτος συνέταξε κατάλογο των νικητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί καταγράφεται ως πρώτος Ολυμπιονίκης ο Ηλείος δρομέας Κόροιβος.
Οι  Ολυμπιακοί  Αγώνες, πραγματοποιούνταν  κάθε  4  έτη, και για την ακρίβεια κάθε 49 ή 50 μήνες εναλλάξ, δεδομένου ότι, όπως είπαμε  παραπάνω, μία πλήρης  οκτωχρονιά ( εννεαετηρίς ) είχε  99 μήνες ( 8Χ12 =96  μήνες και 3 εμβόλιμους  μήνες =99 μήνες =49+50).
Ο μήνας  τού Κράτους τής Ήλιδος, κατά τον οποίον  ετελούντο  οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ήταν  την μία  φορά ο μήνας Μεταγειτνιών  (Απολλώνιος) , και την επόμενη φορά ο  μήνας Βοηδρομιών (Παρθένιος). Με άλλα λόγια, οι Αγώνες  τελούνταν το Καλοκαίρι  προς το Φθινόπωρο (Αύγουστος–Σεπτέμβριος).


Οι Γιορτές

Το Άχρονο, η Αιωνιότητα, είναι ο Χώρος μέσα στον Οποίο συμβαίνουν όλα, συμβαίνουν τα θεϊκά γεγονότα, η «δημιουργία», ο κοσμικός κύκλος, η ετήσια ανανέωση της φύσης, ή άλλα σημαντικά (για τους ανθρώπους) γεγονότα…
Γιορτές για την «γέννηση» του Δημιουργού Θεού (του Ζαγρέα), για την «δημιουργία» (που εντάσσονται στον κύκλο των «Διονυσιακών γιορτών»), για το πέρασμα της ψυχής από τον φωτεινό κόσμο του υπερπέραν στον υλικό κόσμο…  κι ακόμα γιορτές που αναφέρονται σε γεγονότα που σχετίζονται με την επιβίωση της κοινότητας, του ανθρώπου, του καθενός… καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς και υιοθετήθηκαν στα χρόνια της Δημοκρατίας…
Τέτοιες γιορτές είτε τελούνταν από λίγους, σχεδόν μυστικά (στα πλαίσια της λειτουργίας ονομαστών θρησκευτικών κέντρων, όπως οι Δελφοί…), είτε τελούνταν από την κοινότητα, (όπως τα Μικρά Διονύσια), ή ακόμα με την εποπτεία του δήμου, ή της Πόλης, (όπως τα Λήναια, τα Ανθεστήρια, τα Μεγάλα Διονύσια…)…
Γιορτές γίνονταν όχι μόνο προς τιμήν του Διονύσου, αλλά και άλλων θεϊκών δυνάμεων…


Η Θυσία του Θεού κι οι θυσίες των ανθρώπων

(Προκοσμική Θυσία, Κοσμική ή Γονιμοποιός Θυσία, Τελετουργική ωμοφαγία, Μετάληψη οίνου)

Η «Θυσία», στην πανάρχαια θρησκευτική σημασία της, είναι γενικά η «στέρηση του δικού μας» χάριν του «άλλου», η «προσφορά» υπέρ του άλλου.
Η Πρωταρχική Θυσία (το «Αρχέτυπο» της Θυσίας) είναι η Θυσία του Θεού, που έφερε σε ύπαρξη την δημιουργία και τα όντα. Από την Ουσία του ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο… Ενώ όμως η Ουσία του Θεού προσφέρεται «Θυσία» για να δημιουργηθεί ο κόσμος, την ίδια στιγμή Αυτή η Ουσία (εξαιτίας της «Φύσης» της) Διατηρείται και Αποκαθίσταται χωρίς δηλαδή να Αλλοιώνεται, Προσφέρεται χωρίς να «Μειώνεται» ή να «Εξαντλείται». Είναι το «Είναι» που δημιουργεί τα πάντα, που παραμένει «Ακέραιο Είναι», Διακρίνεται από όλα, αλλά τα αγκαλιάζει και τα στηρίζει (τους δίνει ουσία), από Αυτό πηγάζουν και σε Αυτό στηρίζονται όλα τα «επιμέρους είναι»…
Έτσι στο «Μύθο» του Ζαγρέα μολονότι ο Ζαγρέας «διασπαράσσεται» από τους Τιτάνες (τις δυνάμεις της πολλαπλότητας) ταυτόχρονα η «καρδιά» του (δηλαδή η «Ουσία» του η «ύπαρξή» του) «διασώζεται», κι ο Ζαγρέας «Ξαναγεννιέται»… Καταλαβαίνουμε ποιο είναι το νόημα του «Μύθου»…
Με αυτή την Πρωταρχική Θυσία «συνδέεται» συμβολικά, σε άλλο κοσμικό επίπεδο (αυτό του ξεδιπλώματος της δημιουργίας), η Κοσμική (στην Αρχή της δημιουργίας) κι Ετήσια Θυσία του Διονύσου, σαν Πνεύματος της Φύσης, Γεννουσιουργού, και Γονιμοποιού Θεϊκής Δύναμης, (της «γέννησης», της «βλάστησης», της «ζωής», κλπ…)… Το κατ’ εξοχήν σύμβολο (ζώο) του Διονύσου είναι ο «ταύρος» (εξ’ αιτίας της γονιμοποιού δύναμής του), αλλά και η νεβρίδα (μικρό ελάφι), και (στην βλαστική όψη του) ο κισσός και η άγρια άμπελος, και ο οίνος (αίμα της αμπέλου)… Ο Διόνυσος Θυσιάζεται σε Κοσμική και Ετήσια βάση για να «Ζωογονήσει» την «φύση»… Η «θυσία του ταύρου» (ή άλλου ζώου), κι η «φυτική» θυσία του κισσού σχετίζεται άμεσα με την κοσμογονική (κι ετήσια) θυσία..
Οι τελετές της «ωμοφαγίας» από τις μαινάδες στον Παρνασσό, κι αλλού, σαν «μιμήσεις» της ετήσιας θυσίας, εντάσσονται στον λατρευτικό κύκλο (σε ένα κατώτερο επίπεδο)… το ίδιο και οι τελετές των γυναικών στα Λήναια, (στην Αθήνα κι αλλού)…
Με την ίδια κοσμική (κι ετήσια) θυσία σχετίζονται ακόμα (σε ένα εξωτερικό επίπεδο) κι οι «γιορτές του κρασιού» (η μετάληψη του οίνου, στις διάφορες γιορτές, στα Ανθεστήρια, αλλά και σε άλλες γιορτές…
Όλες αυτές οι Θυσίες (που ανάγονται στην Αρχέτυπη Θυσία), είναι του Θεού, αναφέρονται στο Θεό, στην Θυσία του Θεού… κι είναι ιδιαίτερα ιερές… Τα αρχαιοελληνικά «όργια» είναι τα ιερά έργα, οι ιερουργίες… Χάρις στους χριστιανούς και στη κατασυκοφάντηση της αρχαίας θρησκείας, η λέξη «όργια» πήρε μία αντίθετη αρνητική σημασία.. Τα «αρχαίο όργια» όμως, όλοι το γνωρίζουν, (κι ας συνεχίζουν κάποιοι να ψεύδονται συνειδητά, ακόμα και σήμερα) ήταν «ιερές πράξεις»…
Εκτός όμως από αυτά τα είδη της «θυσίας» (του Θεού) υπήρχαν και θυσίες που προσφέρονταν από την μεριά των ανθρώπων..
Η πιο ιερή θυσία του ανθρώπου είναι η «προσευχή»… Τι είναι στην ουσία της η «προσευχή»; Είναι η θυσία του «οικείου χώρου» (του κόσμου), η «αποξένωση» του ανθρώπου από τον κόσμο, και η ανύψωσή του νοερά στον ιερό χώρο του Θεού (στον Υπέρκοσμο, πέραν του κόσμου). Αυτό σημαίνει απόσυρση της προσοχής από το εξωτερικό περιβάλλον, ησυχία των αισθήσεων, εσωτερική συγκέντρωση στο Θεό (με απομόνωση από τον εξωτερικό κόσμο), νοερή ανύψωση στο άλλο (ανώτερο) υπαρξιακό επίπεδο (του Θεού)… Βέβαια δεν κατανοούν όλοι οι άνθρωποι την «προσευχή» με αυτόν τον τρόπο και δεν την εφαρμόζουν έτσι… αλλά αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο, και το νόημα, και η σημασία, της «προσευχής»…
Η «προσευχή» μπορεί να είναι «προσευχή της κοινότητας» και τότε «αναδύεται» σε «Ύμνο» (ο Διθύραμβος προς τιμήν του Διονύσου, ο Παιάνας προς τιμήν του Απόλλωνα, η απλά ο «Ύμνος» προς τιμήν του θεού)… και κατ’ επέκταση το «ιερό δράμα», «μίμηση ιερών γεγονότων» (και όχι μόνο)… κι από εδω γεννιέται το «θέατρο»…
Η «προσευχή» μπορεί να είναι ατομική και τότε καθίσταται «περισυλλογή», εσωτερική συγκέντρωση, εσωτερική προσοχή, και εσωτερική μεταμόρφωση (διεύρυνση της συνείδησης κι άνοδος σε ανώτερα υπαρξιακά επίπεδα)…
Εκτός όμως από την «προσευχή» (την πνευματική θυσία) γίνονταν κι άλλες προσφορές (συμβολικές, μαγικοθρησκευτικές, ή από ευγνωμοσύνη) στον Θεό και στις θεϊκές δυνάμεις (Θείες Όψεις, Θεότητες…), προσφορές καρπών, αντικειμένων, κλπ… τέτοιες προσφορές γίνονταν σε όλες τις Θείες Όψεις, θεότητες, και στον Διόνυσο, και στον Απόλλωνα, και στην Άρτεμι,  και στην Δήμητρα, και  σε άλλους…
Από την Αρχαιοελληνική Θυσία, που λειτουργεί σε πολλά υπαρξιακά επίπεδα (την Προκοσμική Θυσία, την Γενεσιουργό Θυσία, τις τελετές ωμοφαγίας, την μετάληψη του οίνου…), οι χριστιανοί πήραν («έκλεψαν», «μιμήθηκαν»…) την δική τους «Θυσία» στο μυστήριο της «θείας κοινωνίας», την «θεία μετάληψη, την μετάληψη του «σώματος και του αίματος» του Χριστού… Η διαφορά είναι ότι, ενώ στα Αρχαία Μυστήρια (Θυσίες, μυήσεις, τελετές, γιορτές, κλπ…) ο άνθρωπος οδηγείται στον Θεό (στην Ομοίωση με τον Θεό) με εσωτερική μεταμόρφωση (που αποτυπώνουν και περιγράφουν οι διάφορες Μυητικές Βαθμίδες των Μυστηρίων), οι χριστιανοί, (στο μεγαλύτερο μέρος τους), πιστεύουν, ακόμα και σήμερα, ότι μπορούν (χωρίς εσωτερική πνευματική προσπάθεια αλλά) μόνο με μία εξωτερική τελετή και πράξη, την μετάληψη του καθαγιασμένου άρτου και οίνου, (εντελώς μαγικά), να σωθούν… Τέτοια τυφλότητα (παραγνώριση της αντικειμενικής πραγματικότητας), τέτοια υποκρισία (να θέλουν να σωθούν χωρίς εσωτερική αλλαγή), και τέτοια ανοησία (να πιστεύουν πως μαγικά, με εξωτερικές πράξεις, μπορούν να σωθούν), δεν είναι κατανοητή. Πρέπει να είναι κάποιος ηλίθιος για να πιστεύει τέτοια πράγματα…
Από την Αρχαία Προσευχή (αλλά και τις εβραϊκές καταβολές τους), οι χριστιανοί πήραν την δημόσια προσευχή… Η ατομική προσευχή (όπως ασκήθηκε από τους μυστικούς πατέρες, τους νηπτικούς, η «νοερά προσευχή» προέρχεται από την «ελληνική παράδοση», της «περισυλλογής»…)…


Η αμφισημία της Φύσης

Ενώ σύμφωνα με την Βασική Διδασκαλία του Ορφισμού, και των Αρχαίων Ελλήνων (φιλοσόφων, και μη) η Φύση είναι Μία Ενιαία Πραγματικότητα, και τα περιλαμβάνει όλα… κι είναι κι η δική μας «φύση»… ταυτόχρονα αυτή η Αληθινή Φύση υποκρύπτεται κάτω από το ανθρώπινο «προσωπείο»…
Ενώ η Αληθινή Φύση είναι η Ουσία της Ύπαρξής μας, ταυτόχρονα είναι δύσκολο να αποκαλυφτεί…
Ενώ η Φύση μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, ταυτόχρονα το αγνοούμε, και νομίζουμε άλλα πράγματα…
Αυτό δεν οφείλεται στην Ίδια την Φύση, ή σε κάποια εγγενή ατέλεια… οφείλεται στην δική μας επιλογή, να τραβήξουμε τον δρόμο της ατομικής ύπαρξης, της προσωπικής δραστηριότητας…
Αν ο Βάκχος δίνει την μανία της ατομικής βούλησης και της προσωπικής επιλογής, παραχωρώντας έτσι, στον Χώρο της Δυνατότητας, την δυνατότητα οποιασδήποτε επιλογής, ταυτόχρονα είναι ο Ίδιος (Θεός) που μπορεί να μας οδηγήσει πέρα από το «προσωπείο» στο Αληθινό Πρόσωπο του Θεού μέσα μας, στην Ενότητα του Όντος, στην Θεότητα…


Ο Θεός κι η πολλαπλότητα

Κατά το Πρότυπο της Προκοσμικής Θυσίας (Διασπαραγμός) του Ζαγρέα, που θα γεννήσει την δημιουργία, είναι η Κοσμική Θυσία του Διονύσου (σαν Πνεύματος της Φύσης), με την μορφή του ταύρου (αν και όχι πάντα), που αποτυπώνεται και στον τελετουργικό διασπαραγμό του Θεού στην «θιασιακή λατρεία»… Είναι ο «Ένας Θεός που γίνεται πολλά»… κι είναι αυτά τα «πολλά» που υπάρχουν και λειτουργούν μέσα στην Θεία Ενότητα…
Γράφει ο Παναγής Λεκατσάς (στον «Διόνυσό» του, παράγραφος 61): «Ατόφιος (ο Διόνυσος) στην ενότητά του θεός, διαφορίζεται αέναα στην πολλαπλότητα, αναγυρίζοντάς τη στην ενότητα πάλι»… κι ακόμα «Η ανθρωπομορφική παράστασή του που συμπιάνει σ’ ένα σχήμα την πολυμορφία του, είναι ένα άδειο προσωπείο: Η παρουσία του θεού στην απουσία του, κι η απουσία του στην παρουσία»…
Το κατ’ εξοχήν σύμβολο του Διονύσου, στο ανθρώπινο επίπεδο, είναι το «προσωπείο», ένα «άδειο προσωπείο»… Πίσω από το «προσωπείο» Είναι ο Θεός Παρών, αλλά αυτό που «βλέπουμε» είναι ένα άδειο προσωπείο, η απουσία… Κι από την άλλη μεριά, όταν κοιτάμε το παρόν προσωπείο, σ’ αυτό το προσωπείο ο Θεός απουσιάζει (αφού ο χαρακτήρας κι οι ιδιότητες του προσωπείου δεν έχουν τίποτα θεϊκό…)… Ο Θεός είναι πίσω από το προσωπείο..
Το «Άδειο Προσωπείο του Θεού» είναι το «σύμβολο του όντος», το «σύμβολο του ανθρώπου»… μπορεί να το «φορέσει» (μέσα στην λατρεία, στην τελετή, κι αυτό σημαίνει ότι είναι ιερή πράξη…) ο κάθε άνθρωπος, ταυτιζόμενος έτσι με τον Θεό… ενώ εξωτερικά το προσωπείο μπορεί να πάρει όποια μορφή «θέλουμε»… είναι η ψεύτικη προσωπικότητα του ανθρώπου, το εγώ, η σκέψη του, οι πράξεις του, η ζωή του…
Το «προσωπείο» λοιπόν, λειτουργεί και σε (πραγματικό) οντολογικό επίπεδο (είμαστε ο Θεός με προσωπείο, ένα προσωπείο στην ατομικότητά μας, σαν προσωπικότητες...), και σε συμβολικό επίπεδο (ο οντολογικός χαρακτήρας, το εγώ, η προσωπικότητα, είναι προσωπείο…), και σε πρακτικό (υλικό) επίπεδο, στην τελετουργία, στις γιορτές, στο θέατρο…
Το Θέατρο, προερχόμενο από την Διονυσιακή Λατρεία, είναι στην αρχαιότητα μία «ιερή πράξη»… γι’ αυτό «γίνεται χρήση» προσωπείου… Το Θέατρο παραμένει ιερό σε ολόκληρη την κλασσική αρχαιότητα.. παρ’ όλους τους «νεωτερισμούς» των τραγικών (Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη…)  και τις «ακροβασίες» του Αριστοφάνη…


Το «προσωπείο»

Το Προσωπείο (τα προσωπεία) είναι οι παροδικές μορφές του Θεού, (οι άνθρωποι, οι προσωπικότητες των ανθρώπων…)…
Την Ιερή Νύχτα (στις 22 Δεκεμβρίου, συμβολικά…), ή την καθιερωμένη γιορτή της «πρωτοχρονιάς», είτε κάποια σημαντική γιορτή, όπου όλα «καταλύονται» κι όλα «ξαναγεννιούνται» (συμβολικά), ο Θεός «παίρνει» ξανά μυριάδες προσωπεία… και ξαναγεννιέται ο κόσμος…
Ο «θίασος των μεταμφιεσμένων» (στις γιορτές) είναι ο Θεός με τα μυριάδες προσωπεία του, είμαστε εμείς (ταυτισμένοι με το Θεό) με προσωπεία (σύμβολα της ψεύτικης προσωπικότητας)… που ακολουθάμε το Θεό στην κοσμική πορεία του (στην μανία μέσα στους κόσμους και στην λύση της μανίας με την έξοδο από τους κόσμους…)… Αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα (οντολογικά), «επαναλαμβάνεται» (μίμησις) στις τελετές, στις γιορτές, στο θέατρο… ακριβώς για να «συνειδητοποιήσουμε» το «τι συμβαίνει»…


Οι «αρχαίοι θίασοι»

Σύμφωνα με την πατροπαράδοτη πίστη, από τον Γενεσιουργό Θεό (τον Διόνυσο), που «ανανεώνεται» κάθε χρόνο (ξαναγεννιέται) προέρχονται όλα τα όντα. Όλα τα όντα είναι μορφές του Θεού. Ενώ η Ουσία είναι η Ίδια, Μία, οι εξωτερικές μορφές είναι πολλές…
Όσοι ακολουθούν το Θεό, τον Διόνυσο, τον Βάκχο, (τον Λατρευτό), γίνονται όλοι ένθεοι, βάκχοι… Ενώ όμως εσωτερικά (βιωματικά) μεταμορφώνονται στο Θεό (γίνονται βάκχοι), εξωτερικά διαφέρουν ως προς την «ατομικότητα» (την προσωπικότητα)… Αυτοί που όντως ανέρχονται στις ανώτερες βαθμίδες μύησης, κατανοούν ότι η ατομικότητα είναι ψεύτικη, ένα προσωπείο… Όσοι ομοιώνονται με τον Θεό Βιώνουν την Ενότητα του Όντος, κι όχι το ψεύτικο προσωπείο… Στην Λατρεία (στα Μυστήρια, στις Τελετές, στις γιορτές) αυτοί που «βιώνουν» πραγματικά το Θεό (την Ενότητα του Όντος) χρησιμοποιούν ακριβώς το προσωπείο για να υποδηλώσουν ότι βιώνουν την Ενότητα πίσω από οποιαδήποτε ψεύτικη ατομικότητα… Το οντολογικό γεγονός μεταφέρεται στο συμβολικό επίπεδο της Λατρείας με την χρήση του προσωπείου (της μάσκας)…
Έτσι, το Προσωπείο συμβολίζει την ψεύτικη ατομικότητα (προσωπικότητα)… Όπως στην πραγματικότητα είμαστε ο Θεός με το προσωπείο της ατομικότητας, έτσι και στην Λατρεία (και στις γιορτές) «ταυτιζόμαστε» με τον Θεό και χρησιμοποιούμε το προσωπείο (τη μάσκα, την μεταμφίεση… Η «συμβολική» επανάληψη, μίμηση, ενός πραγματικού γεγονότος βοηθά την συνείδηση να κατανοήσει και να αφομοιώσει το ίδιο το πραγματικό γεγονός…
Όλοι οι οπαδοί του Θεού στον θίασο, στην πομπή, στην «τελετουργία, στον κώμο, ενώ «είναι» ο Θεός (Βάκχος) μετέχουν με τις ψεύτικες προσωπικότητες, τις μάσκες… Η συνειδητή λατρεία, κι η συνειδητή χρήση του προσωπείου, βοηθούσε τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι η Ουσία τους είναι θεϊκή, διονυσιακή, (και στην πραγματικότητα, και στη λατρεία…)… αλλά η ατομικότητα τους (και στην πραγματικότητα και το λατρευτικό προσωπείο) είναι ψεύτικη, «τιτανική»…
Έτσι, όσοι συμμετείχαν σε αυτή την λατρεία, σε αυτές τις γιορτές ακολουθούσαν τον Θεό στην Πορεία του μέσα στον Χώρο της ζωής, του ά-λογου, στη παραφροσύνη (της ατομικότητας), στην μανία (της προσωπικής δράσης), της μέθης (των πράξεων), κλπ… 
Στην πραγματικότητα (όχι στις ιερουργίες αλλά) στις γιορτές, που ξεπερνιούνται τα «όρια», και γίνονται πράγματα που κανονικά δεν γίνονταν λόγω των κοινωνικών αναστολών (της «ευπρέπειας» και της «τάξης»)… «ξεγυμνωνόταν» η αληθινή παράλογη φύση του κοσμικού ανθρώπου… Η «μανία» δεν δίνονταν από τον Θεό… η «μανία» είναι εγγενής ιδιότητα της ατομικότητας και της ζωής στον κόσμο, στην κοινωνία… που είναι ένας χώρος ά-λογος, ένας χώρος παραφροσύνης, προσωπικής διεκδίκησης, διαμάχης, σύγκρουσης… Όσοι έρχονταν στον κόσμο της ατομικότητας, στην κοσμική ζωή, αναγκαστικά γίνονται και είναι ά-λογοι, μανιακοί… Γι’ αυτό κι αυτός ο κόσμος (της γης), από τους Ορφικούς θεωρούνταν σαν ο Αληθινός Άδης…
Οι Ορφικοί είχαν κάνει μία πλήρη αναστροφή στην «τάξη» των κόσμων… Ο κόσμος των «νεκρών» (αλλά πραγματικά ζωντανών) ήταν η Αληθινή (Υπερκόσμια) Γη (που σύμφωνα με τις αστρολογικές αντιλήψεις της εποχής, τοποθετούνταν, συμβολική ή πραγματικά, στην «σελήνη»…), κι ο κόσμος των ανθρώπων στη γη, ήταν ο Άδης, ο σκοτεινός κόσμος των νεκροζώντανων ανθρώπων… Ο παλιός («ομηρικός» κόσμος των σκιών, ο παλιός) Άδης, στην ορφική αντίληψη ήταν ο κόσμος των (αμύητων) σκιών (που περίμεναν για να «ενσωματωθούν» ξανά…)…
Αλλά ο «μανιοδότης» Θεός, ο Οδηγός μας στον χώρο του ά-λογου, ήταν ταυτόχρονα αυτός που μας οδηγεί, μέσω της (λατρευτικής) παραφροσύνης στην Αλήθεια, και στο Φως… γι’ αυτό κι ο Βάκχος ο «μανιοδότης» (ήταν ταυτόχρονα «μανιολύτης» Θεός και) ταυτιζόταν με τον Οδηγό των Μυστηρίων (της Ελευσίνας, και όχι μόνο), τον Ίακχο, τον «μανιολύτη» (μέσω των Μυστηρίων), που μας οδηγεί στην Αληθινή Γη, στην Αληθινή (Υπερκόσμια) Ζωή…
Όπως και να ‘χει η συμμετοχή στις διονυσιακές (τελετουργίες και) γιορτές ήταν (αν όχι πνευματικά, τουλάχιστον ψυχολογικά) λυτρωτικές, κι αποκαθιστούσαν την ισορροπία, απομάκρυναν τις εντάσεις που δημιουργούσε η κοινωνική ζωή…
Με άλλα λόγια, οι γιορτές λειτουργούσαν σε πολλά επίπεδα, κι ο καθένας, ανάλογα με το επίπεδο εξέλιξής του, λάβαινε το ανάλογο μήνυμα… μυστικό, μυστηριακό, ψυχολογικό, ψυχοσωματικό…


Το Θέατρο

Το γεγονός ότι το Αρχαίο Θέατρο γεννήθηκε μέσα από τις διονυσιακές γιορτές είναι ιστορικά αποδεδειγμένο…
Ο Διθύραμβος (η εξύμνηση του Θεού, ο ύμνος προς τιμήν του Θεού Διονύσου), το σατυρικό δράμα, η τραγωδία, η κωμωδία, μολονότι διαφοροποιούνταν ως προς τον σκοπό τους και το περιεχόμενό τους, προέρχονταν από την ίδια βασική δομή της μίμησης, της αναπαράστασης του Θεϊκού, κι ανθρώπινου δράματος…
Σε πολλά έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, αλλά και του Αριστοφάνη, «ήρωες» είναι ο Θεός (Διόνυσος κατ’ εξοχήν) αλλά κι άνθρωποι, που είναι «μορφές» του Θεού…
Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη είναι το κατ’ εξοχήν έργο όπου μπλέκονται η Θεϊκή κι οι ανθρώπινες «μορφές»… Αλλά ακόμα και σε έργα όπου υπάρχουν μόνο άνθρωποι (ο Θεός είναι «Παρών» κι) ο σκοπός παραμένει ο ίδιος…
Η χρήση του προσωπείου έδειχνε στους θεατές πρώτα ότι ο άνθρωπος (σαν ατομικότητα) είναι «προσωπείο», κάτι ψεύτικο… και μετά, τον ατομικό ήρωα, την «προσωπικότητα»…
Η ίδια η ζωή είναι ένα θέατρο, κι όλοι είμαστε «ήρωες» στο θέατρο της ζωής…
Η συμμετοχή, με όποιο τρόπο (δημιουργός, ηθοποιός, θεατής…) σε μία θεατρική παράσταση, η μίμηση ανθρώπων και πράξεων (με την χρήση προσωπείων πάντα), έδειχνε ακριβώς στον θεατή (με τον ταυτισμό του θεατή με τους ήρωες), ότι όλοι ζούμε στο θέατρο (της ζωής) κι ότι όλοι μπορούμε να βρεθούμε στην μία ή στην άλλη κατάσταση (και πάντως οπωσδήποτε στην θέση του χορού που αντιπροσώπευε την κοινότητα)…
Το γεγονός ότι το θέατρο ήταν κάτω από την προστασία του Διονύσου, επέβαλε στους μεγάλους δραματουργούς να υιοθετήσουν και να τηρούν την Θεϊκή Τάξη, να υπηρετούν Αιώνιες Αξίες, όπως η Δικαιοσύνη, η Αλήθεια, κλπ…
Ο κόσμος του θεάτρου ήταν ένας ισορροπημένος, θεϊκός κόσμος, με αξίες, με προσανατολισμό, και με λύσεις… Η «λύση» δεν ήταν πάντα καλή (κατά τους ανθρώπους, το ανθρώπινο ατομικό συμφέρον), αλλά ήταν πάντα Δίκαιη και Αληθινή…
Βέβαια, το όλο πλαίσιο λειτουργίας του Θεάτρου στην Αρχαία Αθήνα, δεν απαγόρευε σε μεγαλοφυίες σαν τον Αριστοφάνη, να είναι ακόμα και «ασεβείς» (φαινομενικά), οξείς, ανατρεπτικοί… Όλα όμως εντάσσονται στην ζωή, ακόμα και η «ανατροπή»… όλα όμως λειτουργούν προς όφελος της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης… κι έτσι «λειτουργικά» (συμπερασματικά) η θεϊκή τάξη παραμένει ασάλευτη…
Το Θέατρο (στην Αρχαία Αθήνα) ήταν πρώτα παιδαγωγικό, δίδασκε, λύτρωνε… και μετά ήταν οτιδήποτε άλλο… Οι θεατρικές παραστάσεις που γίνονταν στα Μεγάλα Διονύσια, και κρατούσαν κοντά μία εβδομάδα, ήταν μεγάλο γεγονός, όχι μόνο για την Αθήνα, αλλά για όλη την Ελλάδα… Τα αριστουργήματα των Ελλήνων (τραγωδίες και κωμωδίες) διατηρούν ακέραιο το «λειτουργικό» περιεχόμενο και την βαθύτερη ανθρώπινη σημασία τους ακόμα και για τους σημερινούς ανθρώπους… και την ανθρωπότητα, που έχει πολλά να διδαχτεί από τους Μεγάλους Έλληνες… Δικαιοσύνη, Αλήθεια, Αιώνιες Αξίες, που δυστυχώς όλοι μας έχουμε λησμονήσει…


Θεός και Άδης

Ο Διόνυσος σαν Προκοσμικός, Υπερβατικός, Υπερφυσικός, Θεός (του Υπερπέραν) ταυτίζεται, όπως είναι φυσικό, με τον Άδη, σαν Θεία Όψη, Κοσμικό Επίπεδο, κι Χώρο των «νεκρών»…
Στα πλαίσια όμως της Ορφικής Θεολογίας και της Θιασικής ιδεολογίας (που αναφέρεται στις ορφικές κοσμοαντιλήψεις)), ο Διόνυσος είναι ο Φωτεινός Άδης, ο Χώρος των Μυημένων και των Λυτρωμένων, που θα ζουν στους Κόλπους του Θεού, στα Ηλύσια Πεδία, στους Νήσους των Μακάρων, στην Αληθινή Γη…
Η ιδέα του παλιού άδη που γνωρίζουμε από τα Ομηρικά Έπη (στα έγκατα της γης, και στα τάρταρα), «διατηρείται» αλλά παίρνει νέο περιεχόμενο… είναι ο σκοτεινός χώρος των αμύητων ίσκιων… που περιμένουν στην σκιά της ζωής, για να ενσωματωθούν ξανά και να «επιστρέψουν» στη γη…


Sunday, March 18, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ): Ο "Ιερός Χρόνος"

Προ-Κοσμική Νύχτα, κοσμικό και ετήσιο ημερονύκτιο

Προ-Κοσμική Νύχτα (Νυξ, και μελανόπτερος Νυξ) είναι ο «Χώρος» (Άχρονος Χώρος), όπου όλες οι μορφές διαλύονται, χάνοντας το «περίγραμμά» τους, κι ενώνονται με τον Όλο Χώρο…
Με μία δεύτερη έννοια, που σχετίζει την Νύχτα με την δημιουργία,  τον Κοσμικό Κύκλο, «Νύχτα» είναι το Υπερκόσμιο, (το Αόρατο, το μη-υλικό), από το Οποίο προέρχεται και στο Οποίο απορροφάται το κοσμικό… Μέρα, με αυτή την έννοια, είναι το ορατό, ο φυσικός υλικός κόσμος…
Από την άλλη μεριά ο Κοσμικός Κύκλος, η κοσμική δημιουργία συμβολίζεται, αποτυπώνεται κι αντιστοιχεί στον Ετήσιο Κύκλο (που αναπαριστάνει έτσι τον κοσμικό κύκλο στην εναλλαγή του έτους, των εποχών, σε μία ετήσια επανάληψη της κοσμογονίας)… όπου η Νύχτα ταυτίζεται με την περίοδο από την φθινοπωρινή ισημερία μέχρι την εαρινή ισημερία (και παριστάνεται συμβολικά στην εκλειπτική με το άνω μέρος της εκλειπτικής από ισημερία σε ισημερία και περιλαμβάνει το χειμερινό ηλιοστάσιο)… και η Μέρα ταυτίζεται με την περίοδο από την εαρινή ισημερία μέχρι την φθινοπωρινή ισημερία (και παριστάνεται συμβολικά στην εκλειπτική με το κάτω μέρος της εκλειπτικής από ισημερία σε ισημερία και περιλαμβάνει το θερινό ηλιοστάσιο)…
Ο Θεός ταυτίζεται με τον Προ-Κοσμικό Ήλιο (τον Ωογέννητο Έρωτα,  τον Πρωτόγονο, τον Φάνη…)… Ταυτίζεται με τον Κοσμικό Ήλιο (τον Ζαγρέα)… Ταυτίζεται με τον Ετήσιο Ήλιο, στην διπλή του Όψη (Διόνυσος, Απόλλωνας)… αλλά και με τον κοσμικό ήλιο, το άστρο, (που εμπλουτίζεται με ένα μυστικιστικό περιεχόμενο), και τις κινήσεις του στην διάρκεια του έτους, που παριστάνονται από τις διάφορες θέσεις του στην εκλειπτική… Όλα αυτά είναι σύμβολα που αναφέρονται και μας αναγάγουν στην Πραγματικότητα…
Ειδικότερα:
Ο Ζαγρέας είναι ο «Ήλιος του μεσονυκτίου», που στο χειμερινό ηλιοστάσιο, στις 22 Δεκεμβρίου «χάνεται» και «ξαναφανερώνεται», στα πλαίσια του Κοσμικού Κύκλου και της Αιώνιας Επαναγέννησης που αποτυπώνεται (και) στον Ετήσιο Κύκλο. Ορατό σύμβολο της κοσμικής διαδικασίας στην διάρκεια του έτους είναι ο «ήλιος του μεσονυκτίου» που το Χειμώνα, στο Βόρειο Ημισφαίριο, πάνω από τον αρκτικό κύκλο, στο γεωγραφικό πλάτος 66,33 μοίρες «αδυνατίζει», για να «δυναμώσει» στην συνέχεια… Αυτό το κοσμικό (και ετήσιο) γεγονός συμβολίζεται ακόμα (όταν ο κοσμικός χρόνος ταυτίζεται με το «έτος») στο τελετουργικό σβήσιμο της «Φωτιάς» (στις «εστίες» των ναών και των σπιτιών) και το «ξανάναμά» της, ακριβώς στην εναλλαγή του χρόνου, στις 22 Δεκεμβρίου, στην αστρική πρωτοχρονιά…
Ο Διόνυσος είναι ο «Ήλιος της Νύχτας», (της περιόδου από την φθινοπωρινή ισημερία μέχρι την εαρινή ισημερία, κατά την διάρκεια της οποίας ο ήλιος (στο Βόρειο ημισφαίριο, όπου βρίσκεται η Ελλάδα…), «αδυνατίζει» και δεν μπορεί να ζωοποιήσει την φύση, με τον ερχομό του χειμώνα, και «ξαναδυναμώνει» την άνοιξη, για να «ξαναναστήσει»  την φύση. Σε αυτή την περίοδο ο ήλιος στην εκλειπτική παίρνει το δρόμο του «Νότου»… Αυτός είναι ο λόγος που «καθιερώθηκαν» τα «Αναγώγια» του Θεού Διονύσου, κι η «αναχώρηση» του Απόλλωνα για την «χώρα των υπερβορείων»… καθώς και τα «Καταγώγια» του Θεού Διονύσου, κι ο «ερχομός» του Απόλλωνα από την «χώρα των υπερβορείων»… (αν και στην κλασσική εποχή, στα Μεγάλα Διονύσια, «Αναγώγια», «Καταγώγια», γιορτάζονταν την ίδια μέρα, σε μία «επανάληψη» και της «κανονικής γιορτής» που γινόταν το χειμώνα (στους Δελφούς, κι αλλού…)…
Ο Απόλλωνας είναι ο «Ήλιος της Μέρας», (της περιόδου από την εαρινή ισημερία ως την φθινοπωρινή ισημερία, κατά την διάρκεια της οποίας ο ήλιος (στο Βόρειο ημισφαίριο) κυριαρχεί, στην φύση, που ανθίζει και καρπίζει. Σε αυτή την περίοδο ο ήλιος στην εκλειπτική παίρνει τον δρόμο του «Βορά»… Στην διάρκεια αυτής της περιόδου γίνονται διάφορες γιορτές που σχετίζονται με την φύση, την παραγωγή, και ιδιαίτερα την αγροτική παραγωγή…
Γίνεται κατανοητό ότι, το Άχρονο (το Προκοσμικό), το Αόρατο (στην Κοσμική Δημιουργία), η Νύχτα (στην Ετήσια Επανάληψη της Κοσμογονίας), ο Χειμώνας (στον Ετήσιο Κύκλο των εποχών), ο Θεός, Διόνυσος κι Απόλλωνας (σαν Γενουσιουργός και Ζωοποιός Δύναμη), ο Ήλιος (σαν Δύναμη του φυσικού κόσμου), ο ήλιος (το άστρο, σαν ορατό σύμβολο κι όργανο του Θεού, που δίνει ζωή στη γη)… όλα «ταυτίζονται», όχι από την άποψη του «περιεχομένου» (αφού ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα ύπαρξης), αλλά σημασιολογικά και αναλογικά στα διάφορα επίπεδα της ύπαρξης… Ό, τι είναι ο Θεός για την Ύπαρξη, είναι (αναλογικά) ο ήλιος για την ζωή στη γη… Έτσι σε όποιο επίπεδο ύπαρξης κι αν «λειτουργούμε», κατανοούμε πως αναλογικά, το ίδιο συμβαίνει και στα άλλα επίπεδα ύπαρξης… Από το μεταφυσικό επίπεδο μπορούμε να κατέβουμε επαγωγικά στο υλικό επίπεδο… η από το υλικό επίπεδο να ανέβουμε αναγωγικά στο μεταφυσικό επίπεδο… Με άλλα λόγια δεν ταυτίζουμε σαν ουσίες το Άχρονο, το Θεό, τον Ήλιο, τον ήλιο (άστρο)… αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο…
.

Το «Κοσμικό Ωόν

Το Πρώτο Ον (ο Πρωτόγονος, ο Προκοσμικός) «αναδύθηκε» μέσα από ένα «Μυθικό Αυγό» (σύμβολο του Απεριόριστου Χώρου που με την Θεϊκή Δύναμη, «μεταβάλλεται» σε «Δημιουργικό Χώρο», εντός του Οποίου θα «εκδηλωθούν» όλα)…
Η τελετουργική χρήση του αυγού (όχι μόνο στην Αρχαία Ελλάδα αλλά και σε άλλα μέρη του πλανήτη), αποτελεί μία «θεοφάνεια» της δημιουργίας, μία επανάληψη της κοσμικής δημιουργίας…
Από αυτό το πανάρχαιο έθιμο (που το επαναλάμβαναν οι αρχαίοι σε εορτές της άνοιξης) πηγάζει και το έθιμο των χριστιανών να βάφουν κόκκινα αυγά το Πάσχα, (κατ’ εξοχήν ανοιξιάτικη γιορτή, που είναι απομίμηση της εορτής των «Αναγωγίων» - «Καταγωγίων» που γιόρταζαν οι Αρχαίοι Έλληνες στα Μεγάλα Διονύσια…)…
.

Το Άχρονο κι ο χρόνος

Το Άχρονο (σαν μεταφυσική κατάσταση ύπαρξης) δεν είναι (όπως λανθασμένα μπορεί να νομίσουμε, αν μείνουμε στην γραμματική κι ετυμολογική έκφραση) το αντίθετο (της δημιουργίας και) του χρόνου…
Ο χρόνος όπως γίνεται αντιληπτός από τον άνθρωπο είναι «διάρκεια», διαδοχή γεγονότων (και κατ’ επέκταση, παρελθόν-παρόν-μέλλον)…
Ο Άνθρωπος (ο Αρχαίος Έλληνας μέσα από την Μύηση), δεν επιζητεί να «βγει έξω» από την διάρκεια και την διαδοχή (τον χρόνο με την κοινή έννοια), σε κάποιο φανταστικό άχρονο, πλασματικό αιώνιο… Αντίθετα επιζητεί να «εντάξει» μέσα στο Άχρονο, (το Αιώνιο), την διάρκεια… Ζητά, μέσα στην Ιερή Στιγμή του Τώρα να εντάξει την διάρκεια, τον ιστορικό χρόνο… Μέσα στο Αιώνιο Τώρα που Ρέει χωρίς να αλλοιώνεται πραγματικά εντάσσει όλα τα συμβάντα, προϊστορικά, ιστορικά, και μεταϊστορικά, δηλαδή όλο το χρόνο…
Αυτό βέβαια «γίνεται» μέσα από την Μυητική Διαδικασία, την Εσωτερική Προσπάθεια, την Οντολογική Μεταμόρφωση… Ανεβαίνοντας τις Πέντε Βαθμίδες της Μύησης (των Μυστηρίων) ο Αρχαίος Μύστης έφθανε στην Πλήρη Αντίληψη της Πραγματικότητας, στο Άχρονο που Αγκαλιάζει τα πάντα, γινόταν «αθάνατος» σαν τον Θεό… Αυτή είναι η πραγματική έννοια της «αθανασίας» στην Αρχαία Ελλάδα…
Το Άχρονο, η Αιωνιότητα που Ρέει ( «ο Ζευς που ήταν, ο Ζευς που είναι, ο Ζευς που θα είναι»… κατά την αρχαία έκφραση…), είναι Αυτό που Συμπεριλαμβάνει Τώρα, Εδώ, τα πάντα, και την διάρκεια (τον ιστορικό χρόνο), δεν είναι το «αντίθετο» της διάρκειας… Σε Αυτό το Αιώνιο που Ρέει ήθελε ο Αρχαίος Μύστης να «αναδυθεί», να Ομοιωθεί με τον Θεό, να κατακτήσει την «αθανασία»… Αυτός ήταν ο Σκοπός των Μυστηρίων, και το βαθύτερο νόημα της Φιλοσοφίας, όπως την αντιλαμβάνονταν οι Αρχαίοι Σοφοί, ο Πλάτωνας, κι οι άλλοι…
Το Αληθινό Άχρονο (όπως το Αντιλαμβάνονταν οι Αρχαίοι Μύστες) είναι Βίωμα του Αιώνιου Τώρα που Ρέει και τα συμπεριλαμβάνει όλα, δεν είναι μία έννοια, μία ανθρώπινη σύλληψη…
Είναι η ανθρώπινη σκέψη που (προφανώς αγνοεί την Αρχαία Γνώση κι) εργάζεται με έννοιες (κι όχι βιώματα) που αντιπαραθέτει στην έννοια της διάρκειας ένα αντίθετο, (φανταστικό) άχρονο…
.

Ο καθαγιασμένος χρόνος

Οποιαδήποτε στιγμή της χρονικής διάρκειας, μπορούμε να υπερβούμε το χρόνο και να «Ανυψωθούμε» (μέσω των Μυστηρίων, της εσωτερικής προσπάθειας, και της οντολογικής μεταμόρφωσης) Ως το Άχρονο.
Η καθιέρωση ενός ιερού ημερολογίου, ιερών στιγμών του χρόνου (ηλιοστάσια, ισημερίες, νέα σελήνη, πανσέληνος, μήνες, γιορτές…) δεν καταργούν την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά του δίνουν την δυνατότητα να συμμετέχει μαζί με άλλους, στην κοινή αντίληψη, στην κοινή πίστη, στην κοινή δράση, στην κοινή ζωή…
Οι Αρχαίοι Έλληνες της Δημοκρατίας, είχαν καθιερώσει (πολύ σοφά) ένα σεληνιακό ημερολόγιο (με ηλιακά στοιχεία, που λάβαινε υπόψη ηλιοστάσια, ισημερίες, κλπ…) στο οποίο προσάρμοσαν, τελετές πανάρχαιες, νέες γιορτές, υπάρχουσες γιορτές στις οποίες έδωσαν άλλο νόημα…



Sunday, March 11, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ): Ο "Ιερός Χώρος"

Ο Χώρος

Ο Χώρος στη «φιλοσοφική σκέψη» (είτε στον εμπειρικό στοχασμό, είτε στην «μεθοδική» ερμηνεία της πραγματικότητας), από την αρχαιότητα, γινόταν αντιληπτός σαν «οντότητα που περιέχει», σαν ένα πραγματικό φυσικό πλαίσιο, εντός του οποίου υπάρχουν τα πράγματα… Ο Χώρος με άλλα λόγια, είναι Αυθυπόστατος, Απόλυτος, Άμορφος, και «Οντολογικά» Πρότερος των πάντων…
Έτσι ο Χώρος έχει Φυσική Ύπαρξη και αποτελεί από μόνος του μία οντότητα (ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν ή όχι τα «πράγματα»). Με αυτή την έννοια ταυτίζεται με την Φύση, την Φύση που θα γεννήσει τα πάντα, θα τα περιέχει… ενώ τα «πράγματα» (καταστάσεις και οντότητες) αναδύονται από την Φύση, ολοκληρώνονται στην Φύση, και καταλύονται γινόμενα έτσι ένα με την Φύση…
Στην καθαρά φιλοσοφική (αφηρημένη) έννοιά του ο Χώρος ταυτίζεται με την Κενότητα, που δεν είναι η «κενότητα του τίποτα», αλλά το πλαίσιο εντός του οποίου αναδύεται το υπάρχον. Έτσι, με αυτή ην έννοια, ο Χώρος ταυτίζεται με το Αρχέγονο «Χάος», την Πρώτη Αρχή, και στην «Θεογονία» του Ησίοδου, και στην «Ορφική Θεογονία». Αυτό το «Χάος», που θα «προσδιορισθεί» αργότερα σαν Απεριόριστο Αχανές, Άχρονο, Χωρίς Ιδιότητες, θα ταυτιστεί με τον «Θεό» της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, και των «Ορφικών» ιδιαίτερα…
Από την στιγμή όμως που ο άνθρωπος στρέφεται από τον Χώρο στα αντικείμενα, για να προσδιορίσει την θέση τους και την σχέση τους με άλλα αντικείμενα, η «έννοα του χώρου» αλλάζει, ο χώρος γίνεται μετρήσιμος και μπορεί να περιγραφεί από ένα σύστημα γεωμετρικών συντεταγμένων. Έτσι, γεννιέται στην Αρχαία Ελλάδα (στην αρχαιοελληνική σέψη) ο «γεωμετρικός χώρος», η γεωμετρία…
Έτσι, λοιπόν, πλάι στην έννοια του Απόλυτου Χώρου, του θεωρητικού, του νοητού, του «μυστικιστικού», που κατάγεται από την αρχαία σκέψη που «ταυτίζει» τον Χώρο με την Φύση, το Θεό, εισάγεται στους κλασσικούς χρόνους η δεύτερη έννοια του χώρου, του χώρου που αντιλαμβάνεται και μετρά ο άνθρωπος προσδιορίζοντας την θέση και την σχέση των αντικειμένων μεταξύ τους, ο γεωμετρικός χώρος… Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι πως, και οι δύο έννοιες του Χώρου (και του χώρου) έχουν αρχαιοελληνική καταγωγή… Στην συνέχεια θα καταλάβουμε, γιατί επιμένουμε σε αυτό…
Για τους Αρχαίους Έλληνες (και την αρχαιοελληνική σκέψη) ο Χώρος (η Φύση, ο Θεός) είναι Ενιαίος, και η μόνη Πραγματική Ιδιότητά του είναι η Κενότητα (η Άγνωστη Κενότητα που «Περιέχει» Εν Δυνάμει τα πάντα, κι από την Οποία Αναδύονται τα πάντα…)… Εντός του «Ενιαίου Χώρου» «συμβαίνουν» όλα…
Στον σχετικό περιορισμένο γεωμετρικό χώρο (της ανθρώπινης αντίληψης) το αρχαίο χάσμα (η απόσταση των πραγμάτων μεταξύ τους) νοείται σαν «κενό», σαν φυσική οντότητα… Όταν ο Παρμενίδης έλεγε ότι το «κενό» δεν είναι φυσική οντότητα, δεν υπάρχει, κι ότι όλα ανήκουν στον Ενιαίο Χώρο του Όντος αναφερόταν στον Απόλυτο Φυσικό Χώρο που τα «περιέχει» όλα… Αντίθετα, όσοι υποστήριζαν την ύπαρξη του «κενού», σαν φυσικής οντότητας, αναφερόταν στον ανθρώπινο μετρήσιμο γεωμετρικό χώρο (δηλαδή σε μία ανθρώπινη νοητική κατασκευή, «περιγραφή» του χώρου που αντιλαμβανόμαστε)… Με άλλα λόγια οι αρχαίοι φιλόσοφοι ούτε «σύγχυση» (των εννοιών) έκαναν, ούτε «διαφωνούσαν» μεταξύ τους, απλά αναφέρονταν σε «διαφορετικά» πράγματα.. Μόνο, μερικοί «αμόρφωτοι» σύγχρονοι «σοφοί» και «ερμηνευτές», ανακαλύπτουν σύγχυση και διαφωνίες (στην αρχαιοελληνική σκέψη), εκεί που δεν υπάρχουν…
Στα νεότερα χρόνια, ο Νεύτων, υιοθέτησε την πρώτη έννοια (αρχαιοελληνικής καταγωγής) του «απόλυτου» χώρου («απαλλαγμένη» από τα «μυστικιστικά» της στοιχεία, και περιορισμένη μόνο στον υλικό φυσικό χώρο), για να ερμηνεύσει την πραγματικότητα… κι ως ένα σημείο την περιγράφει επαρκώς…
Ο Αϊνστάιν στην θεωρία του της σχετικότητας, υιοθέτησε την δεύτερη έννοια (αρχαιοελληνικής καταγωγής) του «σχετικού χώρου»… Και οι δύο, και ο Νεύτωνας και ο Αϊνστάιν έχουν (εν μέρει) δίκιο…
Ειδικότερα για τον Αϊνστάιν, ο χώρος ορίζεται, υποστασιοποιείται, κι έχει έννοια, από την θέση και την διάταξη των αντικειμένων. Προφανώς, πρόκειται εδώ για μία καθαρά μαθηματική έννοια του χώρου που μπορεί να έχει επιστημονική και πρακτική σημασία, αλλά αναφέρεται σε ένα κλειστό σύστημα αντίληψης του ανθρώπου (της συνηθισμένης σχετικής συνείδησής του), δεν είναι η «απόλυτη αλήθεια»… 
Για την Φιλοσοφία όμως, «υπάρχουν», πολλά, περισσότερα, πράγματα από όσα αντιλαμβάνεται η (συνηθισμένη) ανθρώπινη σκέψη… Το βασικό ερώτημα για την Φιλοσοφία, είναι «Που», Πως», «Γιατί», αναδύθηκαν τα αντικείμενα… «Τι» είναι τα αντικείμενα, και «Ποια» Σχέση έχουν με την «Πηγή» τους… 
Αυτό το «Απροσδιόριστο»  και «μη-μετρήσιμο» «Που», είναι ο «Αρχαίος Φιλοσοφικός Χώρος», που ταυτίζεται με το «Χάος», την Φύση, τον Θεό… Η επιστήμη δεν μπορεί και δεν έχει τίποτα να πει γι Αυτόν τον «Χώρο»… Η επιστήμη μπορεί να χρησιμοποιεί τα «μέτρα» της και να «μετρήσει» την πραγματικότητα και τα αντικείμενα, μόνο όταν αντιμετωπίζει συγκεκριμένα αντικείμενα… Κι αυτό που «δομεί», είναι, πάντα, μία νοητική σύλληψη, μία κατασκευή, μία περιγραφή… δεν είναι η Πραγματικότητα, ούτε η «απόλυτη αλήθεια»…
.

Ο «Κόσμος»

Ο «Κόσμος» νοείται σαν ο Ενιαίος Χώρος («ταυτίζεται», και είναι η Φύση, η Θεότητα), που μεταβάλλεται, αλλάζει, κινείται, «εσωτερικά»… Έτσι όλα είναι Φύση, Ξεδιπλώνονται από την Φύση, Εξελίσσονται μέσα στην Φύση, κι Ολοκληρώνονται, Ταυτίζονται με την Φύση, στη Φύση…
Αυτή η «εσωτερική μεταβολή» είναι η «δημιουργία», κι αυτή είναι η μοναδική πραγματικότητα… 
Έτσι, δικαιώνεται (και αποκτά σημασία) ο «παλαιός λόγος» (ορφικής προέλευσης) που διασώζει ο Πλάτωνας (Νόμοι, Δ, VII, 715, E): «ο μεν δη Θεός αρχήν και τελευτήν και μέσα των όντων απάντων έχει».
Κι ο Αριστοτέλης, ο μαθητής του, (στο αποδιδόμενο σε αυτόν σύγγραμμα «Περί κόσμου», VII, 401), το λέει τελείως καθαρά: 
«Ζεὺς πρῶτος εγένετο, Ζεὺς ὕστατος ἀρχικέραυνος·
Ζεὺς κεφαλή, Ζεὺς μέσα, Διὸς δ' ἐκ πάντα τέτυκται»…
Η εσωτερική κίνηση της Φύσης είναι «κυκλική», κι η δημιουργία χάνεται και ξαναγεννιέται σε μία αιώνια παλιγγενεσία (σε μία αιώνια επιστροφή)…
Με άλλα λόγια, δεν διαχωρίζεται η Πραγματικότητα, η Θεότητα, από την δημιουργία, κι ο χρόνος είναι κυκλικός κι όχι ευθύγραμμος, (σαν την «μέρα», σαν το «έτος», την «περιστροφή του γαλαξία», του «σύμπαντος», της «δημιουργίας»…)…
Στην μετέπειτα φιλοσοφική σκέψη (Παρμενίδης, Πλάτωνας, κλπ), ο Ενιαίος Χώρος (η Φύση, η Θεότητα) θα ταυτιστεί με το «Είναι» (το «τελείως είναι»), ενώ η «εσωτερική μεταβολή του Είναι», η δημιουργία, με το «γίγνεσθαι»… 
Στην πραγματικότητα, «Είναι» και «γίγνεσθαι», δεν διαφέρουν. Το «Είναι» έχει ένα απόλυτο χαρακτήρα, που δεν χάνεται ποτέ, ενώ το «γίγνεσθαι» είναι η δραστηριότητα, οι «τρόποι», οι «αλλαγές» του «Είναι» (που είναι σχετικές, και πάντως προσωρινές πραγματικότητες, μέσα στην Απεραντοσύνη του Άχρονου…)…
Αιώνες αργότερα οι χριστιανοί «φιλόσοφοι» θα «διαχωρίσουν» (αυθαίρετα και τεχνητά και επιπόλαια) την Πραγματικότητα (την Θεότητα) από την δημιουργία, «δημιουργώντας» ένα «οντολογικό» και «πρακτικό» αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην Θεότητα και την (δημιουργημένη) φύση, τον άνθρωπο… Από την άλλη αναγκάστηκαν να «μιλήσουν» για μία δημιουργία (όχι από την Προϋπάρχουσα Φύση, την Ανεξάντλητη Πηγή των πάντων αλλά για μία δημιουργία) εκ του «μηδενός»… Ενώ θεώρησαν τον χρόνο (μέσα σε αυτή την δημιουργία) ευθύγραμμο… 
Πρόκειται εδώ, για αυθαίρετες θεωρίες (και φαντασιώσεις), που ήδη είχαν «επισημάνει» πολλοί από τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους… «θεωρίες» που δεν «ανταποκρίνονται» στα πράγματα… (δικό τους πρόβλημα…)…
.

Το «κοσμοείδωλο»

Οι Αρχαίοι Έλληνες, αντιλαμβάνονταν την Ύπαρξη, σαν Ενιαίο Χώρο… Μέσα σε Αυτόν τον Ενιαίο Υπαρξιακό Χώρο (είτε τον ονομάσουμε «Χώρο», «Κόσμο», «Φύση», «Θεότητα», ή όπως αλλιώς…), διακρίνονταν, όταν μετρούσαμε την πραγματικότητα με ανθρώπινη αντίληψη και μέτρα, διάφορες «περιοχές»… που όμως πάντα «εντάσσονται» μέσα στον «Ενιαίο Χώρο», και «συνδέονται», «οντολογικά» και «πρακτικά» με την «Μία Φύση»… 
Οι «Περιοχές» της Ύπαρξης (στον «οντολογικό χαρακτήρα» τους, και στην «θεολογική έννοιά» τους, αντίστοιχα) είναι:
Άχρονο ή Ζευς (και Δηώ, Δήμητρα,- προκοσμική «γαία» -  σαν «Άχρονη Φύση»)
Παγκόσμιο Πνεύμα, ή Διόνυσος Ζαγρέας (της Δήμητρας, ή της Κόρης, ή της Περσεφόνης, σαν της «Μίας Φύσης»)
Νους, ή Διόνυσος (της Σεμέλης, σαν «Ανώτερης Πραγματικής Φύσης»)
Ψυχή, ή Βάκχος (της «Δήμητρας» ή της «Σεμέλης», σαν «Υπερφύσης»)… και «ψυχή», ή Κόρη (της «Δήμητρας»)
Ψυχή (υλική ψυχή, ψυχοσωματική «συνεργασία» Ψυχής και σώματος), εγώ, ή Περσεφόνη (της «Δήμητρας»)
Διάνοια, εσωτερικός νους, ή Άρτεμις
Εξωτερικός νους, αίσθηση, ή Απόλλωνας
Σώμα, ή Δήμητρα (στην υλική μορφή της).
.

Ο «ιερός χώρος»

Εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι θεωρούσαν κάποιους τόπους ιερούς, έφτιαχναν «βωμούς» και «τεμένη», κι αργότερα, ύψωσαν ναούς…
Αυτό που κάνει ένα τόπο ιερό, δεν είναι κάποια ιδιότητα του χώρου, αλλά το γεγονός της «ιεροφάνειας»,  το ότι σε αυτόν τον χώρο Αποκαλύπτεται το Υπερκόσμιο, η Θεότητα… Στην πραγματικότητα όμως η ιεροφάνεια, το γεγονός ότι ο χώρος καθίσταται μία «πύλη» που ενώνει το κοσμικό με το Υπερβατικό, δεν είναι εγγενής ιδιότητα του χώρου… εξαρτάται από την «διαδικασία»   που ακολουθεί ο άνθρωπος για να επικοινωνήσει με το Άγνωστο.  Αν η διαδικασία (προσευχή, τελετή, κλπ…) οδηγεί πραγματικά στο Βίωμα του Αόρατου, ο χώρος «λειτουργεί», διαφορετικά όχι. Με αυτή την έννοια αυτό που «παίζει ρόλο» είναι η «ενέργεια του ανθρώπου», όχι ο τόπος αυτός καθ’ εαυτός. Έτσι, ολόκληρος ο κόσμος, κάθε τόπος, μπορεί να «χρησιμοποιηθεί», και τότε καθίσταται ιερός. Με άλλα λόγια η «χρήση» ενός τόπου σαν ιερού είναι τελείως «αυθαίρετη» (ως προς «εξωτερικούς παράγοντες»), αλλά «ισχύει» εφ’ όσον «λειτουργεί»… Ο άνθρωπος «δημιουργεί» τους ιερούς χώρους, δεν υπάρχουν ιεροί χώροι αυτοί καθ’ εαυτοί (από μόνοι τους)… Αυτό ισχύει και για τόπους όπου «δραστηριοποιήθηκαν» κάποιοι «μεγάλο» ή «άγιοι» άνθρωποι… 
Έχει λάθος ο Ελιάντε (μεγάλος θρησκειολόγος και καθηγητής, παλιότερα, στο πανεπιστήμιο, στο Σικάγο) όταν λέει ότι: «η εκδήλωση του ιερού επιβάλλεται στον άνθρωπο έξωθεν»… Έξωθεν; Από «Που;»… Η «έννοια» της Θεότητας, και του «ιερού» είναι περιορισμένη και «σχηματική» στις μελέτες του Ελιάντε (προφανώς επειδή «δεσμεύονταν» από «χριστιανικές» αντιλήψεις…)… 
Ο Θεός Είναι το Όλον, Ενιαίος Συνειδησιακός Χώρος, και τα περιλαμβάνει όλα… δεν υπάρχει «έξωθεν»… Προφανώς, μόνο μία συνείδηση περιορισμένη, «απομονωμένη» από την Οντολογική Βάση της, «κλεισμένη» στον μικρό προσωπικό αντιληπτικό χώρο της, σχηματίζει την έννοια του «έξωθεν»… Αλλά μία «τέτοια συνείδηση» δεν μπορεί να είναι «αυθεντική θρησκευτική συνείδηση». Μία «αυθεντική θρησκευτική συνείδηση» αντιλαμβάνεται τον Θεό, σαν την Οντολογική Βάση της, σαν Υπερσύνολο Ύπαρξης, Πατέρα και Καταφύγιο της περιορισμένης ύπαρξης… Ο Θεός δεν είναι το «αντικείμενο» (του νου), «απέναντί» μας. Αυτός ο «Θεός» είναι μία ανθρώπινη κατασκευή, ένα «είδωλο», που κατά παράβαση της «εντολής» του Μωυσή (στον «Δεκαλογό» του) κατασκεύασαν οι «ιουδαίοι» και κληρονόμησαν οι «εβραϊζοντες χριστιανοί»… Είναι δικαίωμα του Ελιάντε να υιοθετεί μία τέτοια άποψη για τον Θεό, αλλά είναι δική μας υποχρέωση να την «απορρίψουμε»…
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη (θρησκειολογική και επιστημονική) ανακρίβεια από την φράση του Ελιάντε (στην «Πραγματεία πάνω στην ιστορία των θρησκειών»), που λέει ότι: «ο (ιερός) χώρος ποτέ δεν έχει «εκλεγεί» από τον άνθρωπο, τον ανακαλύπτει απλώς»… ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει… άσχετα με το τι «υποστηρίζουν» εκ των υστέρων οι άνθρωποι…
Τα «Ιερά» της Αρχαίας Ελλάδας είναι «ιερά» επειδή λειτουργούν σαν Πύλες του Υπερβατικού (Προς το Υπερβατικό), όχι επειδή οι ίδιοι οι τόποι είναι ιεροί…
Οι φράχτες, τα πέτρινα αναχώματα, που διαχωρίζουν τον ιερό χώρο από τον υπόλοιπο χώρο, (τον περιβάλλοντα τον ιερό χώρο), είναι μία ανθρώπινη κατασκευή που «σημασιοδοτεί» την χρήση του χώρου, τίποτα άλλο… Δεν σημαίνει καθόλου την «βέβαιη και μόνιμη παραμονή της θεότητας» στο εσωτερικό του περιβόλου (του τεμένους). αυτό είναι ειδωλολατρία. Ούτε η βεβήλωση του χώρου (από «ιερόσυλους», κι αργότερα, με την επικράτηση του χριστιανισμού, από «καλούς χριστιανούς που αγαπούν τον πλησίον τους»…) σημαίνει αναγκαστικά την απομόνωση του κοσμικού χώρου από το Υπερκόσμιο. Όλα αυτά είναι προλήψεις…
Η Αληθινή Θρησκεία (του Βιώματος του Υπερβατικού, όπως είναι η Αρχαιοελληνική Θρησκεία) δεν «καταστρέφεται» με εξωτερικά μέσα… Μπορεί οι «χριστιανοί του Παύλου» να επικράτησαν πολιτικά (επειδή αυτό εξυπηρετούσε τους βυζαντινούς αυτοκράτορες), μπορεί οι «καλοί χριστιανοί» να γκρέμισαν τους ναούς και να «κατακρεούργησαν» έλληνες φιλοσόφους (όπως την Υπατία στην Αλεξάνδρεια), όμως η Ελληνική Θρησκεία «ζει» μέσα στην νου (στην φιλοσοφική σκέψη και γλώσσα, με τις «αρχαιοελληνικές έννοιες», μέσα στην ψυχή, μέσα στην «καρδιά» των Ελλήνων (όσων «Γνήσιων Ελλήνων» έχουν απομείνει στην «Πόλη», όπου μπήκαν οι «οχτροί»…
Ο «Ιερός Χώρος» δεν «λειτουργεί» αυτόματα και μηχανιστικά. Αυτό το γνώριζαν οι Αρχαίοι Έλληνες. Γι’ αυτό και τα «Μυστήριά» τους απαιτούσαν πνευματική προσπάθεια κι εσωτερική μεταμόρφωση (ψυχοσωματική κάθαρση, ψυχική απάθεια, καθαρότητα του νου, πνευματική ενότητα, Ομοίωση με τον Θεό)… Αντίθετα οι (πολιτικά) επικρατήσαντες «χριστιανοί» με τα «μυστήριά» τους, που είναι («κακές απομιμήσεις» των Αρχαίων Μυστηρίων, όπως θα αποδείξουμε στην συνέχεια… και) τελείως εξωτερικές, υλικές, τελετές (άσχετα από τον «αυθαίρετο», «θεωρητικό» συμβολισμό που τους αποδίδουν οι «ιερουργοί» τους), δεν μπορούν να επιτύχουν ούτε καν «ηθική» δικαίωση… Ακόμα και σήμερα, όλα τα εγκλήματα, πολέμους, οικονομική εκμετάλλευση, κλπ… «καλοί χριστιανοί» τα «κάνουν»…
Ο «Μαγικός Κύκλος» που (εδώ και χιλιάδες χρόνια) χρησιμοποιήθηκε στην μαγικοθρησκευτική σκέψη και τελετουργία, χρησιμοποιείται και στον (εμπρόθετο) καθαγιασμό χώρων, σαν «ιερών»… Αυτή η δραστηριότητα είναι απλά αποτέλεσμα της ταύτισης (εξ’ αιτίας σύγχυσης στα αρχαία χρόνια…) της Πραγματικότητας με την «σκέψη» (την αντίληψη που έχουμε για την Πραγματικότητα), και την «επιθυμία» μας, μία πράξη «μαγική», ένδειξη μη εξελιγμένης συνείδησης και θρησκευτικής αντίληψης…
Το «Αρχέτυπο» του «Ιερού Χώρου», είναι ακριβώς ο χώρος στον οποίο καταργούνται τα όρια και ο διαχωρισμός ανάμεσα στο κοσμικό και το Υπερκόσμιο, δηλαδή ο «μη – χώρος»… Με αυτή την έννοια οποιοσδήποτε χώρος μπορεί να «αναδειχθεί» σε «ιερό χώρο»… Η επανάληψη του «Αρχετύπου», η κατασκευή ενός χώρου σαν ιερού, η ανακήρυξή του δηλαδή σε «μη – χώρο», σε Πύλη προς το Υπερβατικό, μπορεί να γίνει και να ξαναγίνει άπειρες φορές… Κι ακόμα (το πιο σημαντικό) «Ιερός Χώρος» είναι όλη η δημιουργία (και κάθε χώρος που θα «επιλεγεί»)… Επεκτείνοντας αυτή την αντίληψη (αφού όλη η δημιουργία είναι ιερός χώρος) κατανοούμε ότι δεν χρειάζεται καν να επιλέξουμε κάποιο ιδιαίτερο χώρο για να λατρεύσουμε τον Θεό… ο Θεός λατρεύεται παντού, οπουδήποτε…   
Ο Διόνυσος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν «άπολις» Θεός, ο Θεός χωρίς ναούς. Λατρευόταν οπουδήποτε, και στο ύπαιθρο, σε αυτοσχέδιους κι όχι μόνιμους βωμούς (όταν γίνονταν τελετουργίες)… Αργότερα του αφιερώθηκαν ναοί, όταν οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να μετακινηθούν εύκολα εκτός πόλης… για την διευκόλυνση της διεξαγωγής των εορτών…


Sunday, March 4, 2018

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ): Η "Μύηση"

Μύηση

Η Μύηση (από την αρχαιοελληνική ρίζα –μυ, που «παράγει» όλες τις μυστικές έννοιες), σημαίνει αυτό που με κλειστά χείλη, χωρίς φωνή, «μεταδίδεται», το «άρητο ρήμα», που δεν διασπά τα χείλη, αυτό που δεν προφέρεται, ούτε καν, ψιθυριστά Κατ’ επέκταση, είναι το «μυστικό», ο μυστικός θείος λόγος, ο ιερός λόγος που  αναφέρεται στο Θεό, και στην θεϊκή πραγματικότητα… Αυτή ήταν η αρχική έννοια του «ιερού λόγου». της περί Θεού, και θείας πραγματικότητας αφήγησης, του «μύθου», της μυθολογίας… Κι από εδω πηγάζει ακόμα κάθε έννοια μυστικισμού…
Η Μύηση στην Αρχαία Ελλάδα σημαίνει πολύ απλά την Αποκάλυψη, την Βίωση της Ενιαίας Θείας Φύσης που είμαστε όλοι, πέρα και πάνω από την ατομικότητα που είναι το «προσωπείο» με το οποίο δραστηριοποιούμαστε όλοι μας μέσα στους κόσμους.
Η ανθρώπινη συνείδηση που είναι στην πραγματικότητα η Φύση, αποτελεί ένα περιορισμό, ένα κέντρο επίγνωσης, αντίληψης. Ο άνθρωπος νοιώθει ότι βρίσκεται στο «κέντρο» και γύρω απλώνεται ο κόσμος, η δημιουργία, ο χώρος…
Για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανυψωθεί ως την Αληθινή Φύση του πρέπει να ξεκινήσει από αυτό το «κέντρο», το κέντρο επίγνωσης, το κέντρο αντίληψης, το κέντρο δραστηριότητας… Η επιλογή του χώρου, του ιερού χώρου, που καθίσταται (εξ’ αιτίας της επιλογής του) κέντρο του κόσμου, είναι δευτερεύουσα. Το ίδιο είναι και η επιλογή του χρόνου, δευτερεύουσα.
Το ουσιαστικό στην Μύηση είναι η Ανύψωση πάνω από το «κέντρο» (του τόπου, του χρόνου, της αντίληψης) προς τον Ανοιχτό Χώρο της Φύσης, της Θεότητας.
Μύηση είναι η Βίωση της Αληθινής Φύσης μας, της Θεότητας.
Με άλλα λόγια η Μύηση, σαν Βίωμα του Υπερβατικού καταργεί όλα τα όρια, του τόπου, του χρόνου, της αντίληψης (της ατομικότητας) και μας οδηγεί στην Ενότητα του Παντός.
Γίνεται έτσι κατανοητό ότι ο ομφαλός της γης, ο ομφαλός του κόσμου, το κέντρο της δημιουργίας, της ύπαρξης είναι ο ίδιος ο άνθρωπος (ο κάθε άνθρωπος).
Ο ίδιος ο άνθρωπος (σαν πρόσωπο του Θεού, ντυμένο το προσωπείο της ατομικότητας) είναι η Πύλη προς το Άπειρο Θείο, την Αληθινή Φύση.
Γι’ αυτό και η λατρεία του κατ’ εξοχήν Θεού της Δημοκρατίας, του Διονύσου, γινόταν στο ύπαιθρο, και σε «τυχαία» μέρη. Κι οι αληθινοί οπαδοί του ήταν μοναχικοί ασκητές που βάδιζαν τον προσωπικό δρόμο τους προς τον Θεό. Ήταν οι «εξωτερικοί» λάτρες που μυούνταν στα Μυστήρια, ή συμμετείχαν στις Γιορτές του Θεού, και στους κώμους.
Ο τελικός σκοπός όλων των μυητικών δοκιμασιών, των γιορτών, των τελετών, των μυστηρίων, της Μεγάλης Μύησης, της Ομοίωσης με τον Θεό, είναι η ανύψωση του ανθρώπου, εκεί όπου καταργείται η δημιουργία, ο χρόνος, η Ανύψωση στο Άχρονο, στην Αιωνιότητα…
Ακόμα και οι μύθοι των ηρώων, που διηγούνταν οι αρχαίοι Έλληνες στα παιδιά τους, είχαν τον ίδιο σκοπό. Η Μυητική Δοκιμασία του Θησέα για να φτάσει στην Αθήνα περνώντας από τους κακοποιούς στον σημερινό δρόμο Κορίνθου-Αθηνών… η μυητική δοκιμασία του μετά στον Λαβύρινθο της Κρήτης για να καταστεί ικανός για την «θυσία του ταύρου»… η αναζήτηση από τον Ηρακλή των χρυσών μήλων στον κήπο των Εσπερίδων… η αναζήτηση του χρυσόμαλλου δέρατος από τον Ιάσονα στην Κολχίδα… η επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη μετά από τόσες περιπέτειες… όλες οι διηγήσεις ανήκουν στον ίδιο μυητικό-μυθολογικό κύκλο… Αυτό που προσπαθεί να βρει ο «ήρωας» είναι «Αυτό» που προσπαθεί να βρει ο ασκητής στο κέντρο της ύπαρξής του, το Υπερβατικό, το Άχρονο…
Μιλάμε για μια δοκιμασία περάσματος από την ανθρώπινη φύση (του «προσωπείου») στην Θεία Φύση του Θεού, από την γη (τον τόπο και τον χρόνο) στο Άχρονο, στην Αιωνιότητα, από τον «θάνατο» στη γη, στη Ζωή στον Ουρανό… μία δοκιμασία που, και δύσκολη είναι, και γεμάτη κινδύνους…
.
Η Αληθινή Μύηση
Η Αληθινή Μύηση στην Αρχαία Ελλάδα της Δημοκρατίας είχε την σημασία της υπέρβασης της ανθρώπινης φύσης, της Βίωσης της Θεϊκής Αληθινής Φύσης μας.
Αυτό, ήταν μια εσωτερική διαδικασία, όπως δίδασκε ο Ορφέας κι οι Ορφικοί, είναι Αυθεντικό Βίωμα  του Άχρονου, της Θεότητας, πέρα από σύμβολα, τυπικά, και «προλήψεις».
Ασφαλώς, για όσους δεν μπορούσαν να ανυψωθούν ως το Φως της Πραγματικότητας, υπήρχε η «θεολογία», η «μεταφυσική», (η φιλοσοφία), τα μυστήρια, οι τελετές, οι γιορτές.
Ο Ορφισμός απλωνόταν έτσι από το προσωπικό βίωμα της Θεότητας, μέχρι την συμμετοχή σε δημόσιες τελετές ή λαϊκές γιορτές… Στα πλαίσια όμως του Ορφισμού (όπως επικράτησε από την εποχή των Πεισιστρατιδών και μετά, στα χρόνια της Δημοκρατίας), όλα είχαν «μεταμορφωθεί» κι είχαν λάβει «ορφικό» νόημα. Ακόμα κι οι διονυσιακές γιορτές της ωμοφαγίας, είχαν αλλάξει…